Η άλλη αποζημίωση

Η άλλη αποζημίωση*

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Η συνέχεια της κρίσης στην ευρωζώνη, με το τελευταίο επεισόδιο της Κύπρου, κατέδειξε πως το υπάρχον δημοκρατικό έλλειμμα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδηλώνεται με τον πλέον απροσχημάτιστο τρόπο, με τη στανική επιβολή της κοντόφθαλμης κι αλλοπρόσαλλης γερμανικής βούλησης προς επιλεκτικές κατευθύνσεις, και πέρα από κάθε έννοια ισοτιμίας ή, έστω, ισόρροπης εφαρμογής των όποιων αποφάσεων αναφορικά με τα μελλοντικά βήματα της Ε.Ε.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 366, 1/5/2013.

Έχοντας συνθλίψει κάθε έννοια εταιρικής συνύπαρξης, η Γερμανία διευρύνει τον όμιλο των επιστημονικά σπιλωμένων ως «παρασιτικών» κρατών, αντισταθμίζοντας τη μεθοδευμένη επίθεση σε βάρος του ευρωπαϊκού νότου από μια διχαστική ρητορεία που επιβραβεύει την «αξιοπιστία» των δορυφόρων της, μέχρι τη στιγμή, βέβαια, της δικής τους σειράς. Η ισοπέδωση της Κύπρου μέσω μιας αήθους, πρωτοφανούς επίθεσης στο τραπεζικό της σύστημα, σημαδεύτηκε πολύ περισσότερο από την κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας του νησιού.

Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να προσδίδεται στον τρόπο με τον οποίο επιβλήθηκε στην Κύπρο το πλαίσιο των επόμενων ενεργειών της. Προερχόμενη από ένα βροντερό «όχι» απέναντι στις γερμανικές μεθοδεύσεις, που αποσκοπούσαν στη συντριβή του νησιού, η κυπριακή Βουλή, έπειτα από τις δεύτερες διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυπριακής κυβέρνησης και του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου, οι οποίες ακολούθησαν την πρώτη άρνηση, παρακάμφθηκε! Η παράκαμψη της κυπριακής Βουλής επέσυρε την αντίδραση του Γενικού Εισαγγελέα της Κύπρου κ. Πέτρου Κληρίδη, ο οποίος επισήμανε πως μία συμφωνία δανεισμού, με όσα διακυβεύονται εξαιτίας της, δεν μπορεί να ισχύσει, εφόσον δεν εγκριθεί από την κυπριακή Βουλή (16/4/2013, iefimerida.gr).

Η επισήμανση του κ. Κληρίδη αποσκοπεί στην υπενθύμιση όσων θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητα, μέσα ωστόσο στο σύγχρονο ολοκληρωτικό καθεστώς της γερμανοκρατούμενης Ε.Ε., μόνο αυτονόητα δεν λογίζονται. Το ρεπορτάζ του ειδησεογραφικού «news247» είναι δηλωτικό της «τυπικής» λειτουργίας των κρατικών θεσμών εντός της Ε.Ε.: «η διαδικασία έγκρισης της δανειακής σύμβασης είναι καθαρά τυπική, αφού σε τηλεδιάσκεψη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη [σ.σ.: 24/4/2013], αποφασίστηκε η παραχώρηση οικονομικής βοήθειας στην Κυπριακή Δημοκρατία και η υιοθέτηση της πρότασης για συμφωνία διευκόλυνσης χρηματοπιστωτικής στήριξης με την Κυπριακή Δημοκρατία και έγκριση του Μνημονίου Συναντίληψης με την Κυπριακή Δημοκρατία» (25/4/2013, news247.gr). Η κυπριακή Βουλή, λοιπόν, καλείται να εγκρίνει, εντέλει, τη δανειακή σύμβαση, όμως η έγκριση θα είναι καθαρά «τυπική»(!), εφόσον ομολογείται πως οι σχετικές κατευθύνσεις ήδη δρομολογήθηκαν σε άλλα κέντρα αποφάσεων! Και πράγματι, η «τυπική» έκβαση της ψηφοφορίας επιβεβαιώθηκε στις 30/4/2013, οπότε η κυπριακή Βουλή ενέκρινε, όπως αναμενόταν, τη δανειακή σύμβαση και το μνημόνιο (newsit.gr).

Το συνταγματικό πραξικόπημα στην Κύπρο ανασύρει από τη μνήμη μια αντίστοιχη μεθόδευση σχετική με το ελληνικό μνημόνιο: την πρόταση του Έλληνα πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου τον Οκτώβριο του 2011 να αποφασίσει ο ελληνικός λαός, με δημοψήφισμα, για την τύχη της ελληνικής δανειακής σύμβασης με τους Ευρωπαίους δανειστές. Τότε συνέβη ό,τι ακριβώς και τώρα: οι Ευρωπαίοι ηγέτες, με πρωτοστάτες τη Γερμανίδα κ. Μέρκελ και τον Γάλλο κ. Σαρκοζί, εμπόδισαν, στην ουσία, τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος! Το γεγονός, μάλιστα, βαραίνει περισσότερο, αν συνυπολογιστεί η απουσία πραγματικής βούλησης από τον τότε Έλληνα πρωθυπουργό να διενεργήσει το δημοψήφισμα: παρόλο που το χρησιμοποίησε για εσωτερική κατανάλωση, και παρόλο που τούτο ήταν αντιληπτό από το ευρωπαϊκό διευθυντήριο, δεν επιλέχτηκε ποτέ από το τελευταίο η λύση, έστω, της αναμονής, ώσπου ο ίδιος ο Έλληνας πρωθυπουργός να υπαναχωρήσει μόνος του.

Όπως τότε, έτσι και τώρα, οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες εξακολουθούν να διαβεβαιώνουν ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί έχουν τον τελευταίο λόγο ως προς την κατεύθυνση της χώρας τους, και πάντα σύμφωνα με την επιθυμία καθενός. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών κ. Βόλγκανγκ Σόιμπλε δήλωνε, με αφορμή την κυπριακή κρίση, ότι οι Κύπριοι ήταν ελεύθεροι να αποφασίσουν αν θα αποσυρθούν από το ευρώ, εφόσον δεν τους ικανοποιούσε η δανειακή συμφωνία (16/3/2013, e-go.gr). Η «ελευθερία κινήσεων», ωστόσο, που «χάριζε» απλόχερα στα μέλη της ευρωζώνης ο κ. Σόιμπλε, αποδείχτηκε στην πράξη πλαστή: οι ευρωπαϊκές «ελευθερίες» είναι χειραγωγούμενες από τη γερμανική βούληση.

Ορίζονται, άραγε, οι γερμανικές κινήσεις μονάχα από την αλαζονεία της δύναμης; Το ξεκίνημα της ευρωπαϊκής κρίσης στην Ελλάδα οδήγησε σε πλήθος ερμηνειών, σε ό,τι αφορά τη γερμανική στάση, που τη συσχέτιζε με την προσπάθεια για διάσωση της ευρωζώνης και του ευρώ. Επειδή το πέρασμα του χρόνου καθιστά διαρκώς σαφέστερο πως πίσω από τις γερμανικές κινήσεις βρίσκεται ένα στενά κρατικό συμφέρον, κι όχι το συλλογικό ευρωπαϊκό, πιθανώς δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα ότι, αν κάποιος απειλείται περισσότερο απ’ όλους από μία κρατική αποχώρηση από την ευρωζώνη, αυτός δεν είναι άλλος από τη Γερμανία. Έχοντας τις τράπεζές της εκτεθειμένες σε επισφάλειες σε δεκαπλάσιο βαθμό σε σύγκριση με τις «άρρωστες» τράπεζες στην Κύπρο, η Γερμανία λεηλατεί τον ευρωπαϊκό νότο, επιχειρώντας να καλύψει τις «φούσκες» του τραπεζικού της συστήματος, προσποιούμενη τον υγιή οργανισμό. Απομυζώντας τον νότο, σε μια νεοαποικιοκρατική σχέση, δεν πρόκειται να επιτρέψει τον απεγκλωβισμό του από τις δαγκάνες της, παρά τη θεωρητική της «χαλαρότητα» περί ελεύθερης επιλογής, από τα κράτη της ευρωζώνης, του μέλλοντός τους.

Απέναντι στη γερμανική λαίλαπα, τι λειτουργικό έχουν αντιτάξει μέχρι στιγμής τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος; Με κυβερνήσεις φοβικές και ξοφλημένες, που εξυπηρετούν συμφέροντα στενά κομματικά, και όχι εθνικά, ακολουθούν κατά γράμμα τις εντολές της τρόικας, με αποκλειστική επιδίωξη να κερδίσουν χρόνο προς κομματική επίπλευση. Η ντροπιαστική δήλωση του υπουργού Οικονομικών κ. Γιάννη Στουρνάρα, που παρουσιάστηκε μάλιστα και σαν αντίδραση «αγανάκτησης» απέναντι στους δανειστές, δεν αφήνει περιθώρια παρανοήσεων: όταν, λοιπόν, ο κ. Στουρνάρας επιζητά να μην ασκούνται πρόσθετες πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση από την τρόικα, ειδάλλως να πάρει εκείνη τα «κλειδιά» του υπουργείου Οικονομικών και να τα παραδώσει στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης  κ. Τσίπρα(!) (7/4/2013, iefimerida.gr), δεν κάνει τίποτε διαφορετικό από το να παραδέχεται ότι η παρούσα ελληνική κυβέρνηση αποτελεί το επίσημο όργανο των ξένων επικυρίαρχων στην Ελλάδα. Αποτελεί, δηλαδή, κυβέρνηση δωσιλόγων.

Η κρυμμένη πίσω από την «αγανάκτηση» υποτέλεια ερμηνεύει, άλλωστε, γιατί η ελληνική κυβέρνηση, αν και πλησιάζει στη συμπλήρωση ενός έτους λειτουργίας, δεν έχει εκπονήσει κάποιο ελάχιστο εναλλακτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση. Άβουλη, προσμένει διαρκώς τις έξωθεν κατευθύνσεις. Πιέζεται και υποχωρεί μπροστά σε κάθε νέα απαίτηση της τρόικας, ενώ θα μπορούσε να αντιστρέψει τις πιέσεις, μεταχειριζόμενη ακριβώς τα ίδια μέσα. Μια αξιοπρεπής ελληνική κυβέρνηση θα καθιστούσε σαφές πως οι όποιες «ρήτρες» εφαρμογής των συμφωνηθέντων, δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι μονόπλευρες. Δεν δικαιούται η τρόικα να ελέγχει και να πιέζει, όταν η ίδια, εδώ και μήνες, παρακωλύει την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Δεν δικαιούται η τρόικα να διεκδικεί την ενεργοποίηση νέων μέτρων, εφόσον αποτύχουν τα προηγούμενα, όταν αρνείται να αναλάβει κάθε ευθύνη για την αποτυχία μιας εκ προοιμίου καταδικαστικής για την Ελλάδα πολιτικής, στόχος της οποίας είναι ακριβώς η καταστροφή, και όχι η σωτηρία της χώρας.

Εγκλωβισμένη στον παρόντα τρόπο δόμησης της Ε.Ε., που αφαιρεί από τις ανίσχυρες χώρες κάθε προοπτική ανάκαμψης, η ελληνική κυβέρνηση δεν επιθυμεί την παραμικρότερη διεκδίκηση. Ίσως όμως αυτό να κρατήσει οπλισμένη την ελληνική διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων. Γιατί, αν όντως η ελληνική κυβέρνηση σκόπευε να την αξιοποιήσει χωρίς να τη «χαραμίσει», θα φρόντιζε νωρίτερα να αποκαταστήσει την παραγωγική ικανότητα της χώρας, την παραγωγική της αυτονόμηση, ώστε να εξαλειφόταν η προοπτική της εκ νέου εκτόξευσης του χρέους. Μα όσο η Ελλάδα θα παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές, δεν πρόκειται να ορθοποδήσει, κι ο κίνδυνος κατασπατάλησης των γερμανικών αποζημιώσεων χωρίς κανένα αντίκρισμα, εάν αυτές αποδίδονταν, θα ήταν υπαρκτός. Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να αναβληθεί, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, η διεκδίκηση των αποζημιώσεων, και να μην προωθηθεί ο «συμψηφισμός» τους με το ελληνικό χρέος.

Βεβαίως, η σχετική συζήτηση παραμένει θεωρητική, εφόσον η Γερμανία δεν προτίθεται να αποδεχτεί την ευθύνη της. Αυτό όμως δεν πρέπει να προδιαγράφει την ελληνική παθητικότητα. Η δε άρση της παθητικότητας επιβάλλεται να ξεκινήσει από εντελώς διαφορετική βάση: από τη διεκδίκηση μιας άλλης αποζημίωσης, για το καταστροφικό μνημόνιο που επιβλήθηκε στη χώρα εντελώς συνειδητά, με την ταυτόχρονη ακύρωσή του. Μόνο η διεκδίκηση μιας τέτοιας αποζημίωσης θα σήμαινε και την ακύρωση των λόγων που τελματώνουν τη χώρα, ώστε να μην ξαναθεριέψει το χρέος. Σαν πολιτική κίνηση, μάλιστα, ανεξάρτητα από τη νομική κατάληξή της, θα συνιστούσε μια διάτορη δήλωση. Η σχετική γελοιογραφία του δημοσιογράφου κ. Στάθη Σταυρόπουλου στην εφημερίδα «Το Παρόν» της 14/4/2013, μόνο ως σχήμα λόγου δεν πρέπει να λογίζεται. Η πρόταση του καθηγητή Δημοσίου Δικαίου στο King College του Λονδίνου κ. Keith Ewing για καταγγελία από την Ελλάδα της Ε.Ε. και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, λόγω των συνθλιπτικών μέτρων λιτότητας (26/4/2013, news247.gr), καταδεικνύει ποιο πρέπει να ‘ναι το πνεύμα δράσης.

Οι Γερμανοί, βέβαια, αδυνατούν να κατανοήσουν, μεταξύ πολλών άλλων, και ότι μια αποδοχή εκ μέρους τους της ικανοποίησης των ελληνικών αιτημάτων στο παρόν, θα σήμαινε ιδανική ευκαιρία για τους ίδιους να εξοφλήσουν τις οφειλές τους, υπό τις ιδανικές συνθήκες να ξαναχρεώσουν και να ξαναεξαρτήσουν την Ελλάδα στο άρμα τους, άρα να μην χάσουν. Συνδυαζόμενη, όμως, με την αλαζονεία, η παράλληλη γερμανική ανασφάλεια φανερώνει πως ο επικυρίαρχος τρέμει. Σ’ αυτήν την αχίλλειο πτέρνα οφείλει πλέον να στοχεύσει η Ελλάδα, διεκδικώντας ταυτόχρονα την αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής που κατέστησε τις ανίσχυρες οικονομίες «παρασιτικές», με την έννοια της πλήρους εξάρτησης από εξωτερικούς παράγοντες, κι όχι με την έννοια της «πολυτελούς ζητιανιάς», κατά τη γερμανική προσέγγιση· στην αποτίναξη των μνημονίων οφείλει να στοχεύσει η Ελλάδα, και στη διεκδίκηση αποζημιώσεων για όλη την καθίζηση που η γερμανική πολιτική σκοπίμως επέβαλε.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.