Πλατείες: Να πάμε ένα βήμα πιο πέρα

Οι πλατείες ήταν μόνο η αρχή: Να πάμε ένα βήμα πιο πέρα*

 

Του Γιώργου Καραμπελιά


 

Κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις

με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις

Δ. Σαββόπουλος

Οι αγανακτισμένοι έσπασαν τα μεταπολιτευτικά στεγανά και έθεσαν ξανά, έπειτα από δεκαετίες, τον ελληνικό λαό σε κίνηση. Ο κόσμος αρχίζει σιγά-σιγά να αμφισβητεί τις κυρίαρχες πολιτικές ταυτότητες και τους διαχωρισμούς του παλιού κόσμου – που από καιρό είχαν εξαντληθεί και έχασκαν σαν πουκάμισα αδειανά. Έτσι, μια ολόκληρη κοινωνία ανοίγει δρόμο μέσα από τα ερείπια του χθες, προς μια νέα εποχή.

 

Σήμερα, ένα νέο, αυτόνομο υποκείμενο γεννιέται στις πλατείες. Το κύριο γνώρισμά του είναι ότι συνθέτει το αίτημα για εθνική αυτοδιάθεση με εκείνα για κοινωνική χειραφέτηση και άμεση δημοκρατία. Κατά τούτο, θα λέγαμε ότι ανήκει οργανικά στη μεγάλη οικογένεια των ριζοσπαστικών κινημάτων του 21ου αιώνα. Από τη μια αμφισβητεί κατά πρόσωπο την παγκοσμιοποίηση και το εγχώριο προσωπικό της – εξ ου και η σύνθεση μεταξύ εθνικής αυτοδιάθεσης και κοινωνικής χειραφέτησης, απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο και από την άλλη ξεκαθαρίζει οριστικά τους λογαριασμούς του με τα φαντάσματα των κινημάτων του προηγούμενου αιώνα, τον αυταρχισμό, τον ολοκληρωτισμό, τη διάκριση μεταξύ διευθυντών και διευθυνόμενων –  γι’ αυτό και επιμένει τόσο πολύ στο αίτημα για άμεση δημοκρατία.

Ωστόσο, αυτή τη στιγμή βιώνουμε μόνο την πρώτη φάση αυτής της διαδικασίας. Την κατεδάφιση και την αποδόμηση του παλιού. Γι’ αυτό και στο πολιτικό σκηνικό χάσκει αυτή τη στιγμή ένα τεράστιο κενό, ενώ, ταυτόχρονα, παρατηρούμε μια μεγάλη κινητοποίηση από παράγοντες που μέχρι χθες είχαν πεταχτεί έξω από το μεγάλο πολιτικό παιχνίδι, ή που έπαιζαν ρόλο καθ’ όλα περιθωριακό. Εμείς δεν θα είχαμε καμία αντίρρηση για τη συγκρότηση μετώπων και κινήσεων, που θα στηρίζονται στη λαϊκή βάση και το κίνημα των αγανακτισμένων, και θα το εκφράζουν έστω και μερικά, έστω και ατελώς. Διότι, τότε, ακόμα και τα ποικιλώνυμα «αντιμνημονιακά μέτωπα» θα υπόκεινταν σε έναν κάποιο έλεγχο από τη βάση του κινήματος. Διαφορετικά, εάν απουσιάζει αυτός ο έλεγχος, κινδυνεύουν να αποτελέσουν απλώς απόπειρες να επωφεληθούν και να χρησιμοποιήσουν το τεράστιο κύμα διαμαρτυρίας, που σαρώνει την ελληνική κοινωνία, χώροι και προσωπικότητες που προ πολλού έχουν φάει τα ψωμιά τους σε επίπεδο οραμάτων, ιδεολογίας και προτάσεων.

Η εποχή μας χρειάζεται πραγματικές ανατροπές κι επαναστάσεις, σε όλα τα επίπεδα, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό, και όχι απορροφητήρες δυσαρέσκειας και ευκαιριακά σχήματα διαμαρτυρίας. Μια μορφή ζωής πεθαίνει, και αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να επινοήσουμε, μέσα από τον μεγάλο ελληνικό «Μάη» των πλατειών, μία άλλη, που ν’ απαντάει στις προκλήσεις και τα αδιέξοδα της εποχής μας, να επιτρέπει στον ελληνικό λαό να σταθεί στα πόδια του, μέσα στην κρίση της παγκοσμιοποίησης και την ολοκληρωτική ανατροπή των πλανητικών ισορροπιών. Τίποτε λιγότερο!

Γι’ αυτό και, σύντομα, θα περάσουμε σε μια φάση όπου τα ήθη, οι νέες ιδέες και οι πρακτικές, που μπουσουλάνε ακόμα σήμερα στις πλατείες, θα πρέπει να εξαπλωθούν μέσα στο σώμα της κοινωνίας και να ολοκληρωθούν σ’ ένα νέο κίνημα. Αυτό είναι το στοίχημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε από εδώ και πέρα: το εάν μπορεί να ριζώσει και να εξελιχθεί ό,τι εγκαινιάστηκε με το κίνημα των αγανακτισμένων. Στο μέτρο που θα συμβεί αυτό, θ’ αρχίσει να αλλάζει και η ελληνική κοινωνία, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις επεξεργασίας μιας πραγματικής, ρεαλιστικής και υλοποιήσιμης εναλλακτικής πρότασης στο γενικευμένο ξεπούλημα και τον εξανδραποδισμό του ελληνικού λαού, που επιχειρείται σήμερα.

Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να γεννηθούν νέοι φορείς, αυτόνομοι από τον παλιό πολιτικό κόσμο, από το σύστημα και τις δήθεν αντιπολιτευτικές του εφεδρείες, τα χθεσινά «κατεστημένα της αμφισβήτησης», φορείς που θα αναλάβουν να φέρουν σε πέρας αυτόν τον μετασχηματισμό. Και αυτό το έργο έχει δύο σκέλη, που επικοινωνούν και αλληλοτροφοδοτούνται.

Το πρώτο είναι ιδεολογικο-πολιτικό. Θα πρέπει, δηλαδή, αυτό το νέο αυτόνομο υποκείμενο να παραγάγει πολιτική, θέσεις που να υλοποιούν τις κεντρικές κατευθύνσεις πάνω στα συγκεκριμένα ζητήματα, στα εθνικά, τα κοινωνικά, τα εργασιακά, την παιδεία, στο επίπεδο της πρότασης ζωής και στον πολιτισμό.

Δεύτερο, είναι το οργανωτικό στοίχημα. Στο πως τα μέτωπα που έχτισε ο αγωνιζόμενος λαός στις πλατείες μπορούν να γεννήσουν μέτωπα μέσα στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στους χώρους της νεολαίας. Στο πως, δηλαδή, θα γεννηθούν νέες δομές που θα δώσουν διέξοδο στις τελματωμένες διαδικασίες και διεργασίες που επικρατούν σ’ αυτούς τους χώρους, με τον ίδιο τρόπο που δόθηκε η διέξοδος από τις πλατείες στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Στο πως, δηλαδή, οι αγανακτισμένοι της πλατείας θα εξελιχθούν σε αγανακτισμένους μέσα στους μαζικούς κοινωνικούς χώρους.

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να δοθεί μια εξήγηση. Η ελληνική κοινωνία, όντας κοιμισμένη μέσα στην ύστερη μεταπολίτευση, αντιμετωπίζει τεράστια ένδεια εργαλείων για να μπορέσει να φέρει σε πέρας αυτό το έργο. Πιο απλά, όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να γίνουν πάνω στις χτεσινές πεπατημένες, με τον παραγοντίστικο τρόπο που δίδασκε ο χτεσινός δικομματισμός, ούτε με την οργανωσιακή λαγνεία της ελληνικής αριστεράς. Η ρήξη με τη μεταπολίτευση δεν μπορεί να είναι μόνον ρήξη με τις ιδέες και την κοσμοαντίληψή της.

Πρέπει να είναι και ρήξη με τις πρακτικές της, τον τρόπο με τον οποίον ασκούσε πολιτική. Ρήξη με αυτό το τόσο γνώριμο πολιτικό ον: προσωπολάτρη, χειροκροτητή και, ταυτόχρονα, τυχοδιώκτη και οπορτουνιστή, συνδικαλο-πατέρα, πολιτευτάκια, που άλλα λέει κι άλλα κάνει, που εκφυλίζει όλες τις δημοκρατικές διαδικασίες, που ανάγει τον ψευδοριζοσπαστισμό και την προσποίηση σε συστατικό στοιχείο του «επικοινωνιακού» (sic!) του προφίλ.

Και, ταυτόχρονα, πρέπει να κομίζουν και καινοτομίες, οι οποίες να εκφράζουν τις σύγχρονες πραγματικότητες που δεν χωρούν στα χτεσινά σχήματα. Να καλύπτουν τις πολλαπλές ταυτότητες που έχουν οι άνθρωποι σήμερα (ταυτόχρονα εργαζόμενοι, άνδρες ή γυναίκες, πολίτες, κάτοικοι, και, βέβαια, λαός με ταυτότητα, ιστορία και μνήμη), χωρίς να καταπιέζεται καμία από αυτές. Να βρουν μια ισορροπία μεταξύ της άμεσης δημοκρατίας και της σύνθεσης, αποφεύγοντας τον κατακερματισμό από τη μια, και τους αποκλεισμούς από την άλλη.

Η Κίνηση Ανεξαρτήτων Πολιτών, η Σπίθα του Μίκη Θεοδωράκη, με τις αρχικές διακηρύξεις της για Άμεση Δημοκρατία, έδειξε αρχικώς ότι είχε τη δυνατότητα να εξελιχθεί στο πολιτικό εργαλείο που θα μπορούσε – μαζί με άλλες πρωτοβουλίες, βέβαια – να φέρει σε πέρας ένα μεγάλο μέρος των αναγκαίων μετασχηματισμών και να αποτελέσει μια οργανωμένη βάση του κινήματος, που θα συνιστούσε και το προνομιακό όπλο για τη διαμόρφωση μετώπων με προοπτική και διάρκεια. Υπέστη, όμως, μια παλαιοκομματική οπισθοδρόμηση, και γι’ αυτό ευθύνονται, εκτός από την απειρία, και οι φοβίες, οι αντιφάσεις και οι εμμονές του ιδρυτή της. Φαίνεται ότι δεν επιλέγουμε τη συγκρότησή μας σε πραγματικό πολιτικό κίνημα, ως μία αυτόνομη δύναμη που κινείται μέσα στις πλατείες σαν το «ψάρι μέσα στο νερό», και, πάνω σε αυτή τη βάση, συγκροτούμε και ευρύτερες συμμαχίες αντίθετα, ακολουθούμε μια αυτοκτονική λογική που θα μας οδηγήσει να συρρικνώσουμε τις Σπίθες και να παίξουμε αποδυναμωμένοι το χαρτί του «αντι-μνημονιακού μετώπου» και της συνεργασίας με διάφορους «παράγοντες» κ.ο.κ.

Η ΚΑΠ χαντακώνει και τη δικιά της την εξέλιξη, γιατί ακριβώς αυτό το «Μέτωπο» σήμερα κινδυνεύει να είναι αποκλειστικά μια συνένωση προσωπικοτήτων, που θα εκφράσει ένα μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας. Και μια τέτοια συνένωση λειτουργεί μέσα από κλειστές, ολιγομελείς συσκέψεις, και οργανώνεται από «στρατηγεία», δεν έχει χρόνο ούτε ενδιαφέρον για τη διαμόρφωση νέων αγωνιστών, ανώτερης ποιότητας και ήθους, για τη συμμετοχή μέσα στα κινήματα, ώστε να αποτελεί κομμάτι της ίδιας της λαϊκής καθημερινότητας, ό,τι, δηλαδή, πρέπει, σήμερα, να κάνει κάποιος για να επιταχύνει τις διαδικασίες ανάδυσης ενός νέου κινήματος.

Πώς θα μπορούσαν, άραγε, να εξελιχθούν τα πράγματα; Είναι ένα πολύ κρίσιμο ερώτημα που μπορεί να μας δώσει απαντήσεις για το τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα. Η Κίνηση Ανεξαρτήτων Πολιτών κινδυνεύει να καταλήξει σε μια απλή υπόμνηση του τι θα μπορούσε να γίνει και δεν έγινε!

Διότι μια Ανεξάρτητη Κίνηση Πολιτών, αν θέλει πραγματικά να διαμορφώσει όρους ενίσχυσης και ολοκλήρωσης ενός κινήματος στην Ελλάδα, θα μπορούσε:

– Να οσμωθεί με τις πλατείες, βοηθώντας το εν τη γενέσει πολιτικό υποκείμενο να ξεκαθαρίσει γρηγορότερα τους λογαριασμούς τους με τις δυνάμεις της παλιάς αριστεράς και των άλλων κατεστημένων της αμφισβήτησης, που, μέσα από την υπερ-κινητοποίηση των στελεχών τους και τον εκφυλισμό των διαδικασιών του κινήματος, επιδιώκουν να το ελέγξουν και να το εκτρέψουν σε ένα ηττοπαθές κίνημα, που ψελλίζει τα χθεσινά κλισέ.

– Να κινητοποιήσει όλον τον ελληνικό λαό, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο μια μεγάλη καμπάνια υπογραφών που να απαιτούν δημοψήφισμα εναντίον του Μνημονίου. Μια τέτοια κίνηση θα έφερνε τον αέρα της αντίστασης και στο τελευταίο σπίτι αυτής της χώρας, ενώ, ταυτόχρονα, θα έδινε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να αυτο-οργανωθούν γύρω από έναν απλό σκοπό, δίχως διαμεσολαβήσεις και καπελώματα.

– Να συνεχίσει το μεγάλο έργο της ιδεολογικο-πολιτικής σύνθεσης, συντάσσοντας όλες τις επιμέρους και διάσπαρτες φωνές και απόψεις, που ακούγονταν μέχρι σήμερα γύρω απ’ όλα τα ζητήματα, σε έναν ενιαίο πολιτικό λόγο. Και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει μέσα από την πραγματοποίηση εκδηλώσεων για κάθε ζήτημα, την κινητοποίηση πάνω σε συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία, την οργάνωση ειδικών θεματικών ομάδων δουλειάς, που ασχολούνται με κάθε πτυχή του συλλογικού μας βίου.

– Να αποπειραθεί τη μεταφορά του πνεύματος και του κλίματος των πλατειών μέσα στους μαζικούς χώρους, συμβάλλοντας στη συγκρότηση μετώπων μέσα στους χώρους δουλειάς, τα πανεπιστήμια, και τις γειτονιές.

– Μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις και τη συνακόλουθη οργανωτική ανάπτυξη της Κίνησης θα μπορούσε να οικοδομηθεί και ένα αξιόπιστο αντιμνημονιακό μέτωπο, όπου η Σπίθα θα λειτουργούσε ως ο εγγυητής της σοβαρότητάς του και της σύνδεσης με τα μαζικά κινήματα.

Γνωρίζουμε πως τα πράγματα βιάζουν, οι καιροί ου μενετοί. Και το μεγάλο στοίχημα είναι πώς το νέο, που έχει όντως γεννηθεί, από ποικίλες πρωτοβουλίες και προνομιακά από τη Σπίθα, και κορυφώνεται σήμερα στις πλατείες των αγανακτισμένων, θα αρχίσει να μετεξελίσσεται σε ένα οργανωμένο και συνεκτικό κίνημα. Θέσαμε τις προϋποθέσεις γι’ αυτό. Όμως καθυστερούμε απελπιστικά και αυτή η καθυστέρηση θα μας οδηγήσει αναπόφευκτα στην παράδοσή μας σε συμφωνίες κορυφής και μόνο και στη συρρίκνωση, ακόμα και την πιθανή διάλυση της ΚΑΠ.

 

16 Ιουνίου 2011

 

*Κείμενο που είχα γράψει πριν τη Συνδιάσκεψη της ΚΑΠ της 18η-19ης Ιουνίου και το οποίο, για να μην πυροδοτήσει τότε αντιπαραθέσεις, δεν δημοσιεύτηκε. Αντ’ αυτού, προτιμήθηκε το κείμενό μου, «Η Σπίθα και οι Αγανακτισμένοι», που είχε δημοσιευτεί στις 17 Ιουνίου στην κεντρική ιστοσελίδα της Κίνησης, όπου οι ίδιες απόψεις παρουσιάζονταν με πιο συνοπτικό και ήπιο τρόπο.

Αυτές τις απόψεις μου τις γνώριζαν και πολλά μέλη της Συμβουλευτικής και άλλα μέλη των Σπιθών και, βεβαίως, οι φίλοι μου στο Άρδην, ακόμα και έξω από αυτό. Εξ άλλου, στην τελευταία Συμβουλευτική όπου συμμετείχα, στις 16 Ιουνίου, την ημέρα που είχα γράψει και αυτό το κείμενο, προσπαθούσα με επιμονή να πείσω τον Μ. Θ. πως δεν πρέπει να νιώθει εχθρότητα με τις πλατείες και το κίνημα των Αγανακτισμένων, και αυτό το γνωρίζουν και κάποιοι από αυτούς που σήμερα σιωπούν. 

 Δημοσιοποιώ, λοιπόν, το κείμενο μου, ώστε να κατανοήσουν όλοι τα πολιτικά αίτια μιας, από πρώτη άποψη, δήθεν προσωπικής και «οργανωτικίστικης» αντιπαράθεσης. Η εμμονή στα οργανωτικά υποκρύπτει πάντα πολιτικές διαφωνίες.

Γ.Κ.  26 Ιουνίου 2011

 

ΠΗΓΗ: June 26, 2011, http://ardin-rixi.gr/2011/06/26/%…..BD/

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.