Πάλι στο Πειθαρχικό ο Εκπ. Νικόλ. Γαλιατσάτος

ΣΤΕΛΝΟΥΝ ΠΑΛΙ  ΣΤΟ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΤΟΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΝΙΚΟΛΑ ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟ ΕΠΕΙΔΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΚΕ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ ΤΟΥ

 

Της Σ. Ο. της alfavita

 

 

Μετά από πειθαρχική δίωξη που είχε ως αποτέλεσμα δυο αθωωτικές αποφάσεις (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο πειθαρχικό), ο Νικόλας Γαλιατσάτος αντιμετωπίζει πάλι το πειθαρχικό επειδή ως αιρετός υπερασπίστηκε συναδέλφους.

Κατά της αθωωτικής απόφασης του Δευτεροβάθμιου πειθαρχικού Συμβουλίου (ζητώντας την ακύρωσή της) για την υπόθεση του εκπαιδευτικού Νικόλα Γαλιατσάτου, προσέφυγε ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης ορίζοντας νέο «δικαστήριο» στις 21 Ιανουαρίου 2011.

Ο Νίκος Γαλιατσάτος καθόρισε τη στάση του στο υπηρεσιακό όργανο αποκλειστικά με γνώμονα το συμφέρον του κλάδου και τα δικαιώματα των συναδέλφων του.

 Ως εκλεγμένος εκπρόσωπος ενήργησε με βάση τις αποφάσεις του οργανωμένου κλάδου και του συνδικαλιστικού του κινήματος που από τη φύση του έχει υποχρέωση να αντιστέκεται και να αντιπαλεύει στάσεις, αποφάσεις, ακόμα και άδικους νόμους του κράτους που στρέφονται κατά των συναδέλφων και γενικότερα της εκπαίδευσης.

Τήρησε δηλαδή τη στάση που οφείλει να κρατάει κάθε μαχητικός αιρετός εκπρόσωπος του κλάδου στα υπηρεσιακά συμβούλια. Μια τέτοια στάση όμως αποτελεί εμπόδιο για την προώθηση της κυβερνητικής πολιτικής στην εκπαίδευση, πράγμα που ενοχλεί, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να αλλάξει το τοπίο στην εκπαίδευση χτυπώντας τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εκπαιδευτικών. Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη δίωξη αποκτά ευρύτερα πολιτικά χαρακτηριστικά που στοχεύουν ευθέως στη φίμωση και την μετατροπή των αιρετών εκπροσώπων των εκπαιδευτικών στα υπηρεσιακά συμβούλια σε πειθήνια όργανα των εντολών της διοίκησης.

Θεωρούμε τις παραπάνω πρακτικές εξαιρετικά επικίνδυνες για τις δημοκρατικές ελευθερίες που έχει κατοχυρώσει το εκπαιδευτικό κίνημα και απαιτούμε να σταματήσουν τώρα οι συγκεκριμένες διώξεις και να τεθούν στο αρχείο. Απαιτούμε να σταματήσει γενικότερα κάθε προσπάθεια φίμωσης και χειραγώγησης των μαχητικών φωνών του συνδικαλιστικού κινήματος.

 Απαιτείται η άμεση, μαζική,  μαχητική και συλλογική μας απάντηση να αποτελέσει ασπίδα προάσπισης του Δημόσιου Σχολείου και όλων των συναδέλφων που διώκονται για αντίστοιχους λόγους.

 

Το ιστορικό

 

Ο καθηγητής  Νικόλας Γαλιατσάτος υπέστη δίωξη πριν από κάμποσα χρόνια  διότι ως αιρετός εκπρόσωπος του κλάδου, εφαρμόζοντας απόφαση του Δ.Σ. της ΕΛΜΕ Κεφαλονιάς – Ιθάκης, δεν ψήφισε να ασκηθεί σε συνάδελφο πειθαρχική δίωξη, αλλά πρότεινε απλώς να σταματήσει κάθε πειθαρχική διαδικασία και να γίνει αποδεκτή η παραίτηση που η συνάδελφος ζήτησε εγγράφως.

Σύμφωνα με την τότε ανακοίνωση της ΟΛΜΕ ο Νικόλας Γαλιατσάτος, διώχθηκε  ουσιαστικά γιατί η διοίκηση επιδιώκει με την επίκληση  μιας νομιμότητας που εξυπηρετεί αποκλειστικά την αντιεκπαιδευτική της πολιτική, να χειραγωγήσει και να φιμώσει τoν κλάδο, προκειμένου να μην αντιστέκεται στις  αντιδραστικές αλλαγές που προωθεί. Ποινικοποιεί και διώκει γι’ αυτό το σκοπό τη σύνδεση των αιρετών με τα συνδικαλιστικά όργανα του κλάδου και τη μη ευθυγράμμισή τους με τις κυρίαρχες επιλογές που, είτε «νομίμως» με βάση το αντιδραστικό θεσμικό πλαίσιο είτε παρανόμως, προωθούνται από τα Υπηρεσιακά Συμβούλια.

Το θέμα εκδικάστηκε από το ΑΠΥΣΔΕ Ιονίων Νήσων το οποίο με απόφασή του αθώωσε το Νικόλα Γαλιατσάτο.

Λίγο αργότερα ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης υπέβαλε ένσταση στην απόφαση και με βάση αυτή την ενέργεια η υπόθεση αυτή εκδικάζεται στην Αθήνα στο χώρο του  δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου (23/9/2008). Με τη συλλογική παρουσία εκπροσώπων του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ, του ΚΕΜΕΤΕ, της ΕΛΜΕ Κεφαλλονιάς – Ιθάκης, ΕΛΜΕ της Δ. Αττικής, ΕΛΜΕ της Αν. Αττικής κ.λπ. και την παρουσία του Νϊκου Γαλιατσάτου εκδικάζεται η ένσταση. Στις 1η ώρα το μεσημέρι της Τρίτης 23 Σεπτεμβρίου 2008 ανακοινώθηκε η απόφαση που αθώωνε ομόφωνα το συνάδελφο Νίκο Γαλιατσάτο.

 Η συνέχιση της δίωξης παρότι τόσο το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο (ΑΠΥΣΔΕ) όσο και το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο αθώωσε το Νίκο Γαλιατσάτο, δείχνει την επιμονή  της κυβέρνησης να  ελέγξει  τα σχολεία και μέσα από την  «δημοσιοϋπαλληλική πειθαρχία» των εκπαιδευτικών να δημιουργήσει συνθήκες πλήρους ευθυγράμμισης των αιρετών με τα διορισμένα μέλη των Υ/Σ.


 

ΠΗΓΗ:  20-11-2010,  www.alfavita.gr   

Π Ρ Ο Τ Α Σ Η για τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν

 Π Ρ Ο Τ Α Σ Η: Θρησκευτική λευθερία, νθρώπινα δικαιώματα, καί τό μάθημα τν θρησκευτικν

 

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*

 

 

1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΑ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ

 

1.1. Παγκοσμιοποίηση καί παγκόσμια κουλτούρα.

1.1.1. Στό πλαίσιο τς παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας προσέγγιση το θρησκευτικο φαινομένου ποβαθμίζεται καί πό γενικό κοινωνικά διαδραστικό φαινόμενο γίνεται μερικό καί τοπικό.

1.1.2. Τό θρησκευτικό φαινόμενο νάγεται σέ συστατικό στοιχεο τοπικς πολιτισμικς ταυτότητας, δημιουργώντας χρηστικές διακρίσεις μέ κοινωνικές πιπτώσεις το τύπου: «λληνας καί ρα ρθόδοξος».

1.1.3. δθεν νοδος το θρησκευτικο καί «αξηση» το ποσοστο τν θρησκευόντων εναι καθαρς ργαλειακή καί πιφαινομενική, καθώς φείλεται σέ πολιτικές καθαρς πιλογές. (Φονταμενταλισμός καί νεοσυντηρητική μερικανική πολιτική σχολή).

 

2. θρησκεία ς προϊόν το νθρώπινου πολιτισμο.

2.1. θρησκεία ς προϊόν το νθρώπινου πολιτισμο καλύπτει νθρώπινες ναγκαιότητες.

2.2. πίστη στόν Θεό ποτελε ναγκαία διανοητική πράξη, ποία ρχεται νά καλύψει τά κενά τς λογικς μικρότητας το νθρώπου.

2.3. Θεός, μως, ατός καθ’αυτός, δέν ρίζεται ρευνητικά καί πομένως δέν ρίζεται καί διανοητικά, (πόσο μλλον δέ ταν πρόκειται γιά τόν Θεό τς ποφατικς θεολογίας). ποτελε ντικείμενο-ρώτημα το φιλοσοφικο προβλήματος. (Θεολογία-Δαμασκηνός-Θωμς κινάτης).

 

1.3. «ναγκαία» ντικατάσταση.

1.3.1. ξελικτικά, μετά τήν ν γένει πόριψη τν μεταφυσικν προσεγγίσεων καί ρμηνειν το φυσικο, νθρωπος ντικαθιστ ν μέρει τόν Θεό μέ λλες πόλυτες ξίες πως Λογική, στορία, ξουσία, Βούληση, λευθερία.

1.3.2. Ατές ο ννοιες, παρ’τι γγυνται θεωρητικά κοινωνική σταθερότητα καί προτείνουν λύσεις στούς φόβους καί τίς παρξιακές γωνίες το νθρώπου, μπλέκονται, στόσο, σέ πρακτικό πίπεδο μέ τά νθρώπινα συμφέροντα.

 

2.ΘΕΣΜΙΚΑ

 

2.1. Ο θρησκεες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, χι μως τόν κύριο καί μοναδικό:

α.στή διαμόρφωση τν ταξικν κοινωνιν (Marx)

β. στή γέννηση τν πολιτισμν (Durkheim)

γ.στή συγκρότηση τν πολιτικν θεσμν (Hobbes)

δ.στήν πιλογή οκονομικο μοντέλου (Weber)

Ατό σημαίνει τι τό θρησκευτικό παραμένει να σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο, τό ποο, μως, θά πρέπει, καθ’αυτό, νά ναπροσαρμόζει τήν λη θεσμική του παρουσία.

2.2. Σέ μιά θεσμικά καί λειτουργικά δημοκρατική κοινωνία, καί θρησκεία θά πρέπει  νά ναπροσαρμόζει δημοκρατικά τίς θεσμικές της λειτουργικές της μορφές, στε νά χει λόγο σχυρό, ποδεκτό καί γκυρο.

2.3.  Σέ πίπεδο θρησκευτικο φαινομένου ατή δημοκρατική θεσμική ναπροσαρμογή δέν γινε καί, πομένως, στό χρο τς κπαίδευσης, ναν πό τούς κατ’ξοχήν χώρους παραγωγς κοινωνικν καί πολιτισμικν δημοκρατικν ρόλων, τό μάθημα τν θρησκευτικν χρεώνεται τή θρησκευτική κύρωση.

2.4. Στόν λλαδικό χρο, τό μάθημα ς μάθημα καί τό πρόσωπο το διδάσκοντος ς ποκείμενο παροχς τς γνώσης ταυτίστηκε μέ τή θεσμική κφραση της θρησκείας καί τήν μολογιακή κατήχηση. Ατό, μως, εναι τελείως ντιφατικό γιατί λοι γνωρίζουν τι Διοικούσα κκλησία θεσμικά καί τεχνοκρατικά δέν χει ρόλο στό λο διαμορφωμένο πλαίσιο το μαθήματος. (Θεολογικές Σχολές, Θεολόγοι καθηγητές, σχολικά βιβλία).

 

3. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ.

 

Γενικές διαπιστώσεις:

3.1. λη το μαθήματος δέν νταποκρίνεται στίς παιτήσεις μις σύγχρονης πολυπολιτισμικς καί πολυθρησκευτικς κοινωνίας.

3.2. λη το μαθήματος, μέ μοναδικές σως ξαιρέσεις καί ατές κατά περίπτωση, τν βιβλίων τς Β και Α Γυμνασίου, δέν συνδέεται μέ τά σύγχρονα κοινωνικά καί νθρωπολογικά προβλήματα

3.3. Συνεχίζεται κατηχητική καί μονοομολογιακή προσέγγιση το ντικειμένου σέ λες σχεδόν τίς τάξεις. Ατό σημαίνει τι τό μάθημα βρίσκεται σέ μονοδιάστατη θρησκευτική κατεύθυνση, κάτι τό ποο δέν συνάδει μέ τήν πολυμορφικότητα το διου το ντικειμένου. κατηχητική προσέγγιση δηλώνει κπαιδευτικό λικό προσαρμοσμένο σέ μία καί μόνο πίστη καί, πομένως, χι λικό μέ χαρακτήρα καθαρς γνωσιοκεντρικό.

3.4. προσέγγιση το θρησκευτικο φαινομένου θά πρεπε, δη πό τήν δεκαετία το 80, νά εναι διαομολογική, διαθρησκευτική καί, σο τό δυνατόν, πολιτισμική καί διαπολιτισμική. γνώση το θρησκευτικο μέ πολλαπλές διαίτερες ναφορές στό πολυθρησκευτικό, πολυπολιτισμικό καί πολυδιάστατο κοινωνικό δεδομένο παιτε καθαρά πιστημονική προσέγγιση καί πτεται κυρίως κοινωνιολογικν προσεγγίσεων.

3.4. Γνωσιοκεντρικότητα το θρησκευτικο πό τή μιά καί κατήχηση πό τήν λλη, ποτελον ννοιες πιστημονικά καί ρευνητικά σύμβατες.

 

πό τό πρίσμα ατό τν διαπιστώσεων:

α. Τό κράτος, ς  κυρίαρχος θεσμός, ο φορες καί τά πρόσωπα πού τό παρτίζουν, ποδοκιμάζουν τήν μονοδιάστατη θρησκευτική μολογιακή κατεύθυνση το μαθήματος καί ζητον τήν ποβάθμισή του, καθώς ατό πού κυριαρχε εναι ντίληψη τι θρησκευτική λευθερία καί μολογιακός χαρακτήρας δέν συμβαδίζουν.

β. θεολόγος καλεται νά ποδείξει τή χρησιμότητα το μαθήματός του γνωσιολογικά καί πιστημονικά. Ο ποιεσδήποτε μπειρικές καί παρξιακές ναφορές, σο νδιαφέρουσες καί νά εναι, άν δέν εναι γνωσιοκεντρικές, παραμένουν διάφορες καί νούσιες.

γ. θεολόγος καλεται νά ποδείξει τι στό σύγχρονο δημοκρατικό καί διαδραστικό σχολεο χει σύγχρονο λόγο καί δεδομένη γνώση.

δ. θεολόγος καλεται νά διαμορφώσει καί νά ποδείξει τι τό μάθημα τν θρησκευτικν εναι πράγματι δικαίωμα γνωσιοκεντρικό καί χι κατηχητικό-μολογιακό.

ε. θεολόγος καλεται νά στηρίξει τό γεγονός τι διαγραφή το μαθήματος, πό τά μαθήματα γενικς ποχρεωτικς παιδείας, σοδυναμε μέ πνευματικό γκλημα.

 

Προβλήματα:

α. Τό ΥΠΕΠΘ, θά πρέπει νά ποσαφηνίσει άν πιθυμε να μάθημα θρησκευτικν γνωσιοκεντρικό καί γενικς παιδείας καί ρα ποχρεωτικό να μάθημα κατηχητικό-μολογιακό, μή ποχρεωτικό καί ρα ποβαθμισμένο καί πιλεγόμενο.

β. Τό Π.Ι φείλει, πιτέλους, νά προχωρήσει στήν μεση καί στήν ξολοκλήρου ναπροσαρμογή τς παρεχόμενης λης σέ οκουμενική, διαπολιτισμική καί διαθρησκευτική κατεύθυνση. Πρός τό παρόν, μέ μιά κίνηση ποία θά ποδεικνύει τι ντιλαμβάνεται πλέον τή διαμορφούμενη κατάσταση, θά πρέπει νά προχωρήσει σέ μεση νάκληση το γχειριδίου τς Α Λυκείου, ς τό βιβλίο κενο μέ τίς πλέον ντιεπιστημονικές καί ναχρονιστικές πόψεις στό χρο τς κπαίδευσης.

γ. Ο Θεολογικές Σχολές νά προχωρήσουν σέ πλήρη ναμόρφωση το προγράμματος σπουδν, κρατώντας ν μέρει τό μολογιακό καί προκρίνοντας ν γένει τό οκουμενικό, κοινωνιολογικό, διαθρησκευτικό καί διαπολιτισμικό χαρακτήρα τν σπουδν. μεση θά πρέπει νά εναι καί μετονομασία τν τμημάτων Θεολογίας σέ τμήματα Θεολογίας καί πιστήμης τν Θρησκειν.

 

Τό Παράδειγμα.

 

1. Τό ζήτημα τς δημιουργίας το κόσμου πό τόν Θεό.

α. Διαθρησκευτική-Διαομολογική.

Στόν Χριστιανισμό-μολογίες, στό σλάμ, στόν νδουϊσμό, στό Βουδισμό, στά φρικανικά θρησκεύματα, στίς νδιάνικες θρησκεες, στόν Κομφουκιανισμό κλπ., μέσα από τίς πηγές καί τά ερά κείμενα τν θρησκειν. Συγκριτική πίσης ναφορά.

β. Κοινωνιολογική.

Ο διάφορες προβολές τν θρησκευτικν ντιλήψεων πού προαναφέρθηκαν στίς πιμέρους κοινωνίες, θεσμούς, οκονομικά καί πολιτικά συστήματα.

γ. Πολιτισμική.

ντιστροφή το β. Κατά πόσο διαμόρφωση νός πολιτισμο πηρεάζει τή διαμόρφωση τς πίστης σέ μιά α β θρησκευτική δοξασία. Τά πολιτισμικά δεδομένα μις περιοχς νός λαο καί κατά πόσο ατά πιδρον στήν μφάνιση μις θρησκείας.

 

2. Γάμος.

α. Διαθρησκευτική-Διαομολογιακή.

Γάμος ς μυστήριο θρησκευτική τελετή στίς διάφορες θρησκεες. Τελετουργικό. Συγκριτικές ναφορές.

β. Κοινωνιολογική.

Κοινωνιολογικά δεδομένα συναφή μέ τή θεσμικότητα το γεγονότος. π.χ. ρόλος τς οκογένειας, το πατέρα, τς μητέρας…κλπ. Σύγχρονοι προβληματισμοί. Γάμος μοφυλοφίλων, σύμφωνο συμβίωσης, πολιτικός γάμος. γαμες μητέρες. Φυλοτικά προβλήματα.

γ. Πολιτισμική.

Γάμος-οκογένεια σέ διαφόρους πολιτισμούς, θη, θιμα. Πατριαρχία, μητραρχία, σότητα.

 

Ατο το εδους, ο οτως λλως, δ πρόχειρες παραδειγματικές διαομολογιακές, διαθρησκευτικές καί διαπολιτισμικές προσεγγίσεις το πιστητο το μαθήματος τν θρησκευτικν:

α. πιτρέπουν τήν γνωσιοκεντρική, πιστημονική προσέγγιση, καθώς καί τόν λεγχο τς παρεχόμενης γνώσης,

β. σέβονται, καθώς δέν θέτουν κν, τό ζήτημα τς πίστης ς δικαίωμα καί ς στοιχεο τς νθρώπινης λευθερίας,

γ.διασφαλίζουν τήν παρουσία το θρησκευτικο κατά τρόπο πιστημονικό καί δημοκρατικό στήν παρεχόμενη κπαιδευτική γνώση.

 

Ο παραπάνω σκέψεις καί προτάσεις ποτελον κατάθεση εθύνης. Τήν εθύνη νός νθρώπου πού τά τελευταα χρόνια συνεχς πισημαίνει ατό πού τελικά πάει νά γίνει: λλάζει τό λο πλαίσιο το μαθήματος ριζικά καί ναδιαμορφώνεται σέ νέα βάση, λαμβάνοντας π’ψιν σα προαναφέρθηκαν τό μάθημα ποβαθμίζεται καί περν στή λίστα τν πιλεγομένων μέ τίς περαιτέρω βεβαίως συνέπειες γιά τίς θεολογικές σπουδές καί τίς θεολογικές σχολές. προσφερόμενος, πάντως, χρόνος γιά λλαγές εναι λάχιστος νύπαρκτος.

                                                                                                      

* Ο Χριστόφορος ρβανίτης είναι Δρ. Θεολογίας-Κοινωνιολογίας τς Θρησκείας, harvanitis@yahoo.gr

Θρησκευτικά για όλους τους μαθητές!

Θρησκευτικά για όλους τους μαθητές!


ΣΤΟ ΝΕΟ ΛΥΚΕΙΟ: Να εξελιχθεί σ’ ένα μάθημα γενικής παιδείας με γνωσιολογικό χαρακτήρα που θ’ απευθύνεται σ’ όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως θρησκευτικής προέλευσης


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*



Τι είδους μάθημα θέλουμε νά’ ναι τα Θρησκευτικά, ομολογιακό ή γνωσιολογικό; Υποχρεωτικό μόνο για τους ορθοδόξους μαθητές και προαιρετικό για όλους τους άλλους (ετεροδόξους και αλλοθρήσκους) ή μήπως υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως θρησκευτικής προέλευσης, όπως είναι (υποχρεωτικό, ανεξαρτήτως εθνικής προέλευσης) το μάθημα της Ιστορίας;

To ερώτημα καθίσταται επίκαιρο εξαιτίας της συζήτησης που (ξανα-) ξεκίνησε μ’ αφορμή τις «διαρροές» για τη δομή του νέου Λυκείου που είδαν προσφάτως το φως της δημοσιότητας και θέλουν τα Θρησκευτικά, στο ωρολόγιο πρόγραμμα του νέου Λυκείου, υποβαθμιζόμενα στην κατηγορία των προαιρετικών μαθημάτων. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις δηλώσεις της υπουργού Παιδείας Αννας Διαμαντοπούλου ότι οι «διαρροές» αυτές δεν αποτελούν πρόταση του υπουργείου, παρά προσωπικές απόψεις τινών στελεχών που σε τίποτα, φυσικά, δεν δεσμεύουν το υπουργείο και ότι η (πραγματική) πρόταση για τα Θρησκευτικά (όπως και για τα άλλα μαθήματα) θα δημοσιοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας της διαβούλευσης, και συμμετέχοντας στο εξελισσόμενο δημόσιο διάλογο καταθέτουμε τις παρακάτω σκέψεις μας για τον χαρακτήρα του μαθήματος, ο σαφής προσδιορισμός του οποίου θα παίξει, κατά τη γνώμη μας, καθοριστικό ρόλο για την ειδική βαρύτητα που θα έχει το μάθημα (υποχρεωτικό ή προαιρετικό) στο ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου.

Κατά τη γνώμη μας το μάθημα τα τελευταία χρόνια απέκτησε σαφή παιδαγωγικό προσανατολισμό και άρχισε να απομακρύνεται με σταθερά βήματα από τον παραδοσιακό κατηχητισμό και μέσα από αλλαγές που συντελέσθηκαν στα αναλυτικά προγράμματα και με την παράλληλη αναβάθμιση της ποιότητας των σχολικών βιβλίων το μάθημα άρχισε προοδευτικά να παίρνει έναν χαρακτήρα κατά βάσιν γνωσιολογικό, σαν αυτόν που χαρακτηρίζει και τα υπόλοιπα σχολικά μαθήματα, έχοντας, αναμφιβόλως, ενσωματωμένο και το βιωματικό στοιχείο.
Διευκρινίζω ότι όχι μόνο δεν διάκειμαι αρνητικά στη κατήχηση, αλλά τη θεωρώ πολύ σοβαρή υπόθεση και ότι όταν μου δίδεται η ευκαιρία συμμετέχω και υποστηρίζω κάθε κατηχητικό έργο και δράση της Ιεράς μας Μητροπόλεως μαζί με άλλους εκλεκτούς συναδέλφους. Θεωρώ, όμως, ότι άλλο κατήχηση, κι άλλο εκπαίδευση. Αλλοι είναι οι σκοποί της κατήχησης (η οποία γίνεται εντός της Εκκλησίας και απευθύνεται αποκλειστικά σε ορθοδόξους), και άλλοι οι σκοποί της εκπαίδευσης (η οποία παρέχεται μέσα στο σχολείο και απευθύνεται, ειδικά στις μέρες μας, σε μαθητές διαφορετικών θρησκειών). Το ένα (κατήχηση) δεν αποκλείει το άλλο (εκπαίδευση), ωστόσο, οι ρόλοι και οι σκοποί τους (πρέπει να) είναι διακριτοί.

Το θρησκευτικό μάθημα είναι μάθημα θεολογικό – εκπαιδευτικό, το διδάσκουν εκπαιδευτικοί που σπούδασαν τη θεολογική επιστήμη στα Θεολογικά Τμήματα των Πανεπιστήμιων μας και διδάσκουν μαθήματα όπως Βιβλική Θεολογία και Ιστορία, Χριστιανική θεολογία και Παράδοση, Πατερική Γραμματεία, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική θεολογία, Ιστορία και Θεολογία του Ιουδαϊσμού και Ισλαμισμού, και άλλων θρησκειών, έχοντας, φυσικά, ως επίκεντρο τη θρησκευτική παράδοση της χώρας μας, η οποία υποστασιάζεται στην Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θα πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι στο σχολείο, στη τάξη δεν κάνουμε κατήχηση ή «σωτηριολογία», αλλά θεολογία, με βάση τις γνώσεις μας απ’ το πανεπιστήμιο και τις οδηγίες απ’ το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Και, φυσικά, όταν αξιολογούμε τους μαθητές δεν βαθμολογούμε τη πίστη τους, αλλά τον επίδοσή τους στους γνωστικούς στόχους του μαθήματος. Οι συνάδελφοι θεολόγοι που διαγωνίζονται εδώ και χρόνια στη διαδικασία του ΑΣΕΠ δεν εξετάζονται για την πίστη τους, αλλά αξιολογούνται για την επιστημονική τους επάρκεια (όπως οι φιλόλογοι, οι μαθηματικοί, οι χημικοί, κ.ο.κ.), για τις γνώσεις τους, τις οποίες αργότερα, όταν διορισθούν, καλούνται να προσφέρουν κατά τη διδασκαλία του μαθήματος στην τάξη.

Συνεπώς, το περιεχόμενο του μαθήματος πρέπει να είναι διαμορφωμένο έτσι ώστε να εξυπηρετεί όλα τα παραπάνω στοιχεία και να αποτελεί αντικείμενο διδασκαλίας με τέτοιο τρόπο που να «κρατάει» στη τάξη όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Οπως μένουν στο μάθημα της Ιστορίας όλοι οι μαθητές ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, έτσι να μένουν και στα Θρησκευτικά. Να είναι τα Θρησκευτικά ένα μάθημα (θρησκευτικού) «εγγραμματισμού», όπως πολύ εύστοχα παρετήρησαν και ανέλυσαν σε άρθρο τους στην «Καθημερινή» (28/09/2008, σελ. 7) οι συναδέλφισσες Ολγα Γριζοπούλου και Πηγή Καζλάρη, σαν όλα τ’ άλλα μαθήματα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, με χαρακτήρα κατά βάσιν γνωσιολογικό.

Να είναι ένα μάθημα, επίσης, που να μπορεί να αρθρώσει λόγο και να δώσει απαντήσεις πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα. Ένα τέτοιο μάθημα πιστεύουμε πως θα το αγαπάνε οι μαθητές και οι γονείς και θα θέλουν να το διδάσκονται τα παιδιά τους. Μπορούμε να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις για ένα τέτοιο μάθημα; Ενα μάθημα, δηλαδή, ευρύτατης αποδοχής και νομιμοποίησης; Νομίζω ναι. Από μας εξαρτάται – ας το προσπαθήσουμε.

 

* Ενόψει των εξελίξεων που έχουν δρομολογηθεί για το νέο Λύκειο και ευρύτερα για τη Β’/βάθμια Εκπαίδευση θεωρώ ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε με υπεύθυνο επιστημονικό λόγο, παιδαγωγικές προτάσεις και εκπαιδευτικά επιχειρήματα τις προσπάθειες για τις όποιες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και να προσπαθήσουμε να τις συνδιαμορφώσουμε με θετικές παρεμβάσεις, χωρίς να κλεινόμαστε αμυντικά στον εαυτό μας, για να μη διαπιστώσουμε κάπως αργά ότι, όπως λέει ο Αλεξανδρινός ποιητής, «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μας έκτισαν τείχη» και πως «ανεπαισθήτως μας έκλεισαν από τον κόσμο έξω». Ας το παλέψουμε να το αποτρέψουμε.

 

* O Xάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), καθηγητής Β/θμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Δομενίκου Ελασσόνας)

 

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Λάρισας, Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Ελλάδα: Το δίδαγμα της Ιρλανδίας

Το δίδαγμα της Ιρλανδίας

 

Του Δημήτρη Καζάκη*



Η Ιρλανδία βρίσκεται στα πρόθυρα της επίσημης πτώχευσης. Κι αυτό ανεξάρ­τητα από το αν θα λάβει «βοήθεια» ή «στήριξη» από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Αυτή τη στιγ­μή, ανάμεσα στα όργανα της Ε.Ε., τις ΗΠΑ, το ΔΝΤ, τον γερμανικό άξονα στην Ευρωζώνη και τις «αγορές» παίζεται μια παρτίδα πόκερ για πολύ γερά νεύρα. Οι βασικοί παίκτες αυτής της παρτί­δας αδιαφορούν για την τύχη χωρών και λαών. Το ζητούμενο είναι ποιος και με ποιους όρους θα διαχειριστεί τη χρεοκοπία των χωρών της Ευρωζώνης και έτσι θα καθορίσει την τύχη του ευρώ.

Η ιρλανδική κυβέρνηση μέχρις στιγμής εμφανί­ζεται να αρνείται την προσφυγή στον μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Στα­θερότητας. Το μόνο που φαίνεται να συζητά είναι η χρηματοδότηση από το Ταμείο για τις τράπεζες της, που ομολογουμένως είναι σε άθλια κατάστα­ση. Σύμφωνα με την Irish Independent (15.11), ο υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας Μπράιαν Λένιχαν θα υποστηρίξει στο Ecofin την ανάγκη χρηματοδότησης μόνο των τραπεζών με 50 έως 80 δισ. ευρώ, για την αποπληρωμή των οποίων θα είναι υπεύθυνες μόνο οι τράπεζες.

Έτσι η κυβέρ­νηση της Ιρλανδίας θέλει να αποφύγει την απευ­θείας χρηματοδότηση του ιρλανδικού κράτους από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό προκειμένου να γλιτώσει ένα Μνημόνιο και μια δανειακή σύμβα­ση τύπου Ελλάδας. Πίσω από αυτή τη διστακτικότητα της ιρλανδι­κής κυβέρνησης βρίσκεται ο φόβος μήπως και «ντροπιαστεί» στη διεθνή κοινότητα, όπως ισχυ­ρίζεται η ίδια. Αυτό που πραγματικά φοβάται εί­ναι ότι θα χάσει κι αυτά τα μηδαμινά περιθώρια ελιγμών και ελευθερίας κινήσεων που είχε μέ­χρι σήμερα εντός του ευρώ. Γνωρίζει πολύ καλά ότι η υπαγωγή της Ιρλανδίας στο Ευρωπαϊκό Ταμείο θα τη μεταβάλει και επίσημα σε χώρα υπό καθεστώς κηδεμονίας σαν την Ελλάδα.
Κι αυτό ίσως πυροδοτήσει απρόσμενες αντιδράσεις από τον ιρλανδικό λαό, ο οποίος έχει δεχθεί στωικά τα πάνδεινα έως σήμερα, αλλά η κυβέρνηση τρέ­μει το ενδεχόμενο της μετατροπής της χώρας σε επίσημο προτεκτοράτο, κάτι που μπορεί να απο­τελέσει τη θρυαλλίδα των ανεξέλεγκτων κοινωνικών αντιδράσεων.

 

Στη σκιά του «όχι»

 

Το αίμα που έχει χυθεί για την εθνική ανεξαρ­τησία της Ιρλανδίας δεν έχει ξεχαστεί από τον ιρ­λανδικό λαό, όπως απέδειξε και το δημοψήφισμα για τη Συνθήκη της Λισσαβόνας τον Ιούνιο του 2008, όπου το 54% των Ιρλανδών είπε «όχι» στην υιοθέτηση της. Το βασικό επιχείρημα που έπεισε την πλειονότητα των Ιρλανδών να καταψηφίσουν την ευρωσυνθήκη ήταν η απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας.

«Μην έχετε καμιά αυταπάτη, αν η Συνθήκη της Λισσαβόνας επικυρωθεί, τότε το κυρίαρχο ανε­ξάρτητο ιρλανδικό έθνος θα πάψει να υπάρχει. Το όνειρο για το "δικαίωμα του λαού της Ιρλανδίας στην κατοχή της Ιρλανδίας και στον απρόσκοπτο έλεγχο των ιρλανδικών πεπρωμένων" ήταν αυτό που τροφοδότησε για αιώνες τους αγώνες που δι­εξήγαγαν οι Θίοντορ Γουλφ Τόουν, Ρόμπερτ 'Εμετ, Πάτρικ Πιρς και Τζέιμς Κόνολι. Η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας που συνεπάγεται η Συνθήκη της Λισσαβόνας δεν σημαίνει παρά την αποκήρυ­ξη αυτών των αγώνων ανά τους αιώνες», έγραφε στους Irish Times (22.9.2009) ένας από τους πρω­τεργάτες του «όχι» στο δημοψήφισμα της Ιρλαν­δίας.

Φυσικά η Συνθήκη της Λισσαβόνας επιβλήθη­κε παρά και ενάντια στο αποτέλεσμα του δημο­ψηφίσματος. Άλλωστε μετά το ιρλανδικό δημο­ψήφισμα οι προύχοντες και οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών θεώρησαν ότι ακόμη και η τυπική προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία αποτελεί πρό­βλημα και έτσι αρνήθηκαν να ξαναγίνουν δημο­ψηφίσματα στις χώρες – μέλη. Οι λαοί δεν πρέ­πει να έχουν κανέναν λόγο, μόνο οι κυβερνήσεις τους, που ξέρουν πώς να εξαγοράζονται, να πιέ­ζονται, να εκπορνεύονται και γενικά να υποτάσ­σονται πάντα σε συμφέροντα ανώτερα από εκεί­να του απλού κόσμου.

Αυτές είναι οι «δημοκρα­τικές» αξίες της άδολης και άσπιλης Ε.Ε. που επι­βάλλει σήμερα καθεστώτα κατοχής για να προ­φυλάξει τις τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και τις αγορές από τους «διεφθαρμένους» λαούς της Ευρωζώνης. Σήμερα, ύστερα από σχεδόν δυο χρόνια άγρι­ας και αιματηρής λιτότητας υπέρ του ευρώ και στα πλαίσια της Συνθήκης της Λισσαβόνας, το «όχι» αυτό συγκεντρώνει πολύ πάνω από το 70% των Ιρλανδών. Αυτό σκέφτεται η κυβέρνηση της Ιρλανδίας και τρέμει στην ιδέα επιβολής καθε­στώτος ανάλογου με αυτό της Ελλάδας.

Με συναίνεση των δυο μεγαλύτερων κομμά­των Fianna Fail και Fine Gael εφαρμόζεται στην Ιρλανδία ήδη από τις αρχές του 2009 ένα από τα χειρότερα προγράμματα λιτότητας που έχει εφαρμοστεί στην Ευρωζώνη, το οποίο εύστοχα από ορισμένους Ιρλανδούς δημοσιολόγους συγκρίνεται με τη Μεγάλη Πείνα που σάρωσε την Ιρλανδία στις αρχές του 19ου αιώνα με πάνω από 1 εκατομμύριο θύματα.

«Τότε οι αποικιοκράτες αφέντες της Ιρλανδίας αναδιάρθρωσαν μαζικά την εθνική οικονομία μετατρέποντας ουσιαστικά την ιρλανδική εξοχή σε ένα μεγάλο βοσκοτόπι, όπου ένα ζωικό κεφάλαιο για εξαγωγή μπορούσε να βοσκήσει. Τώρα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχουν εγκατασταθεί στην Πλατεία Μέριον (σ.σ.: εκεί βρίσκεται το κυβερνητικό μέγαρο) για να επιβλέπουν τις πε-ρικοπές στην ιρλανδική οικονομία αξίας 15 δισ. ευρώ για τα επόμενα τέσσερα χρόνια… Ευφυώς η ιρλανδική κυβέρνηση προβλέπει ότι μια τέτοια κοινωνία, με κομμάτια από τα πόδια και τα χέρια της ακρωτηριασμένα, δεν θα χρειάζεται τον ίδιο πληθυσμό. Γι' αυτό άφησε να εννοηθεί ότι 40.000 θα χρειαστεί να μεταναστεύσουν ώστε να διατηρηθεί το επίπεδο της ανεργίας στο σημερινό επίπεδο του 13,8%» (Presseurop, 15.11).

Το βασικό επιχείρημα με το οποίο ο δικομματισμός «έπεισε» τον ιρλανδικό λαό να υπομείνει μέχρι σήμερα αυτό το πρόγραμμα λιτότητας ήταν η διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας.

Με την αμέριστη βοήθεια μιας από τις πιο ξεπουλημένες κεντρικές ηγεσίες συνδικάτων στην Ε.Ε., η οποία τείνει να είναι χειρότερη – αν είναι δυνατόν! – ακόμη και από τη διοίκηση της δικής μας ΓΣΕΕ, οι κυβερνήσεις της Ιρλανδίας διατυμπάνιζαν ότι οι εργαζόμενοι και ο λαός της χώρας έπρεπε να ματώσουν γιατί διαφορετικά θα έπαιρναν την κατάσταση στα χέρια τους το ΔΝΤ και η Κομισιόν, με αποτέλεσμα να χαθεί η εθνική κυριαρχία. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη ομιλία της Μέρι Ο'Ρουρκ, ιστορικού ηγετικού στελέχους του κυβερνώντος κόμματος Ranna Fail, στη Λέσχη 1916-1922 με αφορμή τους αγώνες των Ιρλανδών για την εθνική ανεξαρτησία τους:

«Για μια ακόμη φορά το Fine Gael και το Ranna Fail έχουν πολλά που τα ενώνουν. Και τα δυο έχουν πολύ κοντινές θέσεις σχετικά με το πώς μπορούμε με τον καλύτερο τρόπο να αντιμετωπίσουμε τη χρηματοπιστωτική κρίση, στην οποία βρεθήκαμε. To Fine Gael συμφωνεί με την κυβέρνηση του Ranna Fail σχετικά με το μέγεθος και το εύρος των περικοπών που χρειάζονται. Αυτή την εβδομάδα ο Ευρωπαίος επίτροπος Όλι Ρεν τόνισε τη σημασία της πολιτικής συναίνεσης πάνω στον προϋπολογισμό. Κάθε μας κίνηση βρίσκεται υπό ενδελεχή εξέταση από τις διεθνείς αγορές χρήματος, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ… Για μια ακόμη φορά η εθνική μας κυριαρχία βρίσκεται σε κίνδυνο. Αν δεν αντιμετωπίσουμε εμείς οι ίδιοι τα δικά μας οικονομικά και δημοσιονομικά προ-βλήματα, οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ θα έρθουν να το κάνουν για μας» (Irish Times, 13.11).

 

 Από κοντά η Ισπανία

 

Θα αποφύγει η Ιρλανδία την επίσημη πτώχευση; Ανεξάρτητα από το αν υπαχθεί σε καθεστώς επιτήρησης και κηδεμονίας από την τρόικα, η πτώχευση είναι αναπόφευκτη. Είναι απλά θέμα χρόνου. Όχι μόνο για την Ιρλανδία, αλλά και για την Πορτογαλία, όπως φυσικά και για την Ελλάδα.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση του Bloomberg (8/11) στους στρατηγικούς αναλυτές της παγκόσμιας αγοράς, η συντριπτική πλειοψηφία θεωρεί ότι μέσα στους επόμενους 12 με 18 μήνες θα αναγκαστεί σε πτώχευση η Ιρλανδία αμέσως μετά την Ελλάδα, ενώ η Πορτογαλία θα βρεθεί στην ίδια θέση. Από κοντά ακολουθεί η Ισπανία, η οποία προς το παρόν επιβιώνει όχι μόνο λόγω της στήριξης των τραπεζών της από την ΕΚΤ, αλλά και από τη μετάθεση μέρους του χρέους της στις εσωτερικές της περιφέρειες.

Έτσι πτώχευσε η Καταλονία και απειλούνται με πτώχευση οι άλλες περιφέρειες, προκειμένου να αποφύγει την πτώχευση η κεντρική κυβέρνηση της Ισπανίας. Ως πότε; Την ίδια τύχη προβλέπουν οι παράγοντες της αγοράς και για την Ιταλία, ενώ πρόσφατα αξιολόγησαν τις προοπτικές της Γαλλίας σε χειρότερο επίπεδο από εκείνο της Χιλής και της Βραζιλίας, που έχουν υποστεί την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον από δυο αναδιαρθρώσεις χρέους (Bloomberg, 14/11).

Όλα αυτά δεν οφείλονται στα εσωτερικά δημοσιονομικά προβλήματα κάθε χώρας, τα οποία είναι παράγωγα της κρίσης, αλλά στην τρομακτική εξάρτηση τους από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κεντρικός τραπεζίτης της Ιρλανδίας φέρεται να είπε πρόσφατα ότι «αν και μπορεί να μην μας αρέσει, πρέπει να ανταποκρινόμαστε άμεσα σε κάθε τι που οι δανειστές αναμένουν και να τους πείθουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε μια κατάσταση όπου το χρέος δεν βρίσκεται εκτός ελέγχου» (Irish Times, 12/11). Όσο κυριαρχεί αυτή η λογική δεν μπορεί να υπάρξει σωτηρία. Οι χώρες θα βυθίζονται μέσα στη χρεοκοπία τους έως ότου η επίσημη πτώχευση (ελεγχόμενη ή ανεξέλεγκτη) θα γίνει αναπόφευκτη.

 

  Αναμενόμενη η κατάρρευση του "κέλτικου τίγρη"

     
Στην Ιρλανδία χρησιμοποιείται το επιχείρη­μα της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας για να μην τεθεί η χώρα υπό το καθεστώς κη­δεμονίας της τρόικας, ενώ στην Ελλάδα χρη­σιμοποιείται το ίδιο επιχείρημα από τους κυ­βερνώντες για να υποστεί η χώρα και ο λαός της το καθεστώς αυτό.

Είναι μια διαφορά που λέει πολλά για τη σημερινή κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου, αλλά και για όλους όσοι έχουν ταχθεί υπέρ του μνημονίου. Ωστόσο η κατάρρευση της οικονομίας της Ιρλανδίας ήταν κάτι περισσότερο από αναμε­νόμενο. Κι αυτό γιατί στηρίχθηκε στη λογική της προσέλκυσης κεφαλαίων από το εξω­τερικό, πάνω στην οποία στήριξε ολόκληρη την ανάπτυξη της, σε βάρος των εσωτερικών αναγκών της οικονομίας και της κοινωνίας της. Οικονομίες σαν κι αυτήν δεν είναι παρά διάττοντες αστέρες στο παγκόσμιο στερέ­ωμα των αγορών. Ανατέλλουν και δύουν το ίδιο απότομα στην πρώτη ιδιοτροπία ή σύ­σπαση της διεθνούς αγοράς κεφαλαίων.

Τη δεκαετία πριν από την παγκόσμια κρίση η Ιρλανδία ήταν το «οικονομικό θαύμα» που χαρακτηρίστηκε Κέλτικη Τίγρης. Οι ρυθμοί ανόδου και οι πολιτικές της Ιρλανδίας αποτε­λούσαν παράδειγμα για όλους. Η χώρα προ­κειμένου να προσελκύσει ξένες επενδύσεις μείωσε τους συντελεστές φορολογίας των πολυεθνικών γύρω στο 12%, ενώ παραχώ­ρησε φορολογική ασυλία στα επαναπατρι­ζόμενα κέρδη και στα αποθεματικά που υπο­τίθεται ότι προορίζονταν για επιχειρηματική έρευνα και ανάπτυξη.

Ταυτόχρονα ελαστικοποίησε και απελευθέρωσε πλήρως τις εργα­σιακές σχέσεις, καθήλωσε τους μισθούς και τροφοδότησε αφειδώς μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και των τραπεζών της με φθηνό χρήμα τις πολυεθνικές που ήθελαν να φτιάξουν εργοστάσια στην Ιρλανδία.

 

 Καταστροφική «εξωστρέφεια»

 

Το αποτέλεσμα ήταν όντως να προσελκύ­σει τις περισσότερες ξένες επενδύσεις, κυ­ρίως από τις ΗΠΑ, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωζώνης. Υπήρξε ο αγαπη­μένος προορισμός κυρίως των αμερικάνικων πολυεθνικών για φορολογική ασυλία. Όλα αυτά βέβαια είχαν το τίμημα τους. Η μαζική ανεργία ποτέ δεν τιθασεύτηκε, η φτώχεια έφτασε σε πρωτοφανή επίπεδα, ενώ ο εξαγωγικός προσανατολισμός της οικονομίας στη βάση των ξένων επενδύσεων αποδυνάμωσε εντελώς την εσωτερική αγορά και ζήτηση της οικονομίας. Ταυτόχρονα ενθαρρύνθηκε η τραπεζική κερδοσκοπία, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι πολυεθνικές και να αντληθούν κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές.

Έτσι η Ιρλανδία έφτασε στο σημείο στις παραμονές της παγκόσμιας κρίσης να έχει τράπεζες με χρέος 10 φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της χώρας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο το γεγονός ότι η Ιρλανδία ήταν η πρώτη χώρα της Ευρωζώνης που επλήγη καίρια από την παγκόσμια κρίση. Οι πολυεθνικές απέσυραν τα κεφάλαια τους και ανέστειλαν τη λειτουργία τους, αφήνοντας πίσω τους ερείπια και μια οικονομία χωρίς την απαιτούμενη εσωτερική παραγωγική βάση για να αντιδράσει στην κρίση.

Οι τράπεζες της Ιρλανδίας βρέθηκαν επίσης σε πλήρη αδυναμία να χρηματοδοτηθούν από τις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου και έτσι ανέλαβε το κράτος να τις χρηματοδοτεί εκδίδοντας συνεχώς νέα ομόλογα και αυξάνοντας το δημόσιο χρέος του. Τέλος, η ανάγκη υποστήριξης του ευρώ καταδίκασε την Ιρλανδία σε μια διαρκή λιτότητα και δραστικές περικοπές, προκειμένου να πειστούν οι αγορές ότι το ευρώ παραμένει «ισχυρό» και έτσι να συνεχίσουν να αποδέχονται κρατικά, τραπεζικά και επιχειρηματικά ομόλογα της Ευρωζώνης.

Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της χρεοκοπίας της Ιρλανδίας, η οποία απειλεί σήμερα να μετεξελιχθεί σε επίσημη πτώχευση.

 

 Ο χρόνος μετρά αντίστροφα


Γιατί όμως οι χώρες της Ευρωζώνης βρίσκο­νται στην πρώτη γραμμή της χρεοκοπίας;  Τον λόγο τον εξηγεί αρκετά καλά ο γνωστός αναλυτής Μάρσαλ Άουερμπακ: «Ολόκληρο το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Νομισμα­τικής Ένωσης είναι χάλια. Όλα τα μέλη της Ευρωζώνης είναι παγιδευμένα μέσα σ' αυτό το νομισματικό τερατούργημα, συμπεριλαμ­βανομένης και της Γερμανίας. Η Γερμανία μπορεί να κατοικεί στη σουίτα του ρετιρέ, αλλά αυτή βρίσκεται σ' ένα άθλιο και ετοι­μόρροπο μοτέλ» (Naked Capitalism, 8/11).

Στο ίδιο πνεύμα κι ένας από τους πιο γνωστούς οικονομικούς σχολιαστές του Bloomberg, ο Μάθιου Λιν, έγραφε πρό­σφατα: «Ποιος έχει σειρά; Πρώτα η Ελλάδα βάρεσε κανόνι. Τώρα η Ιρλανδία είναι στα πρόθυρα μιας διάσωσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Όταν αυτό θα συμβεί, θα ακούσουμε πολλά καθησυχαστικά λόγια για το πώς η μόλυνση σταμάτησε, για το πώς η Ευρωζώνη έχει τε­θεί σε πιο στέρεη βάση και το κοινό νόμισμα σώθηκε, θα υπάρξει πολύ μεγάλη ρητορική για τη σπουδαιότητα του ευρωπαϊκού σχεδί­ου. Αυστηρές καταδίκες των κερδοσκόπων θα ακουστούν σε ολόκληρη την ήπειρο.

Μην πιστέψετε ούτε λέξη. Το ευρώ έχει μετατρα­πεί σε μηχανή χρεοκοπίας. Μόλις οι αγορές τελειώσουν με την Ιρλανδία, θα γυρίσουν απλά την προσοχή τους στην Πορτογαλία και στην Ισπανία και κατόπιν στην Ιταλία και στη Γαλλία. Υπάρχει μια διαδικασία ντόμινο σε λειτουργία και ύστερα από κάθε διάσωση, τα ρήγματα στο εσωτερικό του ευρώ όλο και διευρύνονται» (Bloomberg, 16/11).

 

Συνέργεια


Η «διάσωση» της Ιρλανδίας – όπως κι αν γίνει, όποια μορφή κι αν πάρει – θέτει εκ των πραγμάτων θέμα άμεσης πτώχευσης της Ελλάδας, αλλά και των άλλων χρεοκοπημένων χωρών της Ευρωζώνης. Τα γερμανογαλλικά σχέδια για τροποποίηση της ευρωσυνθήκης για να επιτρέπεται η «ελεγχόμενη πτώχευση» αυτών των χωρών είναι ακόμη στα χαρτιά.

Ο χρόνος μετρά αντίστροφα. Γι' αυτό και όποιος δεν τοποθετείται απέναντι στο ενδε­χόμενο της άμεσης πτώχευσης, όποιος δεν μιλά ανοιχτά και ξεκάθαρα για την ανάγκη να απαλλαγεί η χώρα από το καθεστώς χρεοκοπίας, από το τοκογλυφικό χρέος και το δόκανο του ευρώ, ώστε να γλυτώσει τα πολύ χειρότερα, τότε γίνεται εκ των πραγμάτων συνεργός. Όσες δικαι­ολογίες κι αν εφευρίσκει, όσες εθνικές, πατριωτικές και ταξικές φανφάρες κι αν παιανίζει.

 

* Ο Δ. Καζάκης είναι οικονομολόγος-αναλυτής.

 

Δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" 18/11/2010.

Η εξέγερση του πολυτεχνείου και το νόημά της

Η εξέγερση του πολυτεχνείου και το νόημά της

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη*


 

Η εξέγερση του πολυτεχνείου έθεσε την ταφόπλακα της προσπάθειας της αμερικανοκίνητης χούντας και των ντόπιων υποχειρίων της να προωθήσουν τη «δημοκρατικοποίηση» του καθεστώτος, όπως όριζε το σύνταγμα των συνταγματαρχών του 1968, ραμμένο και κομμένο στα μέτρα τους, για να δημιουργήσουν μια ελεγχόμενη δημοκρατία τύπου Τουρκίας και Χιλής.

Το καθεστώς της χούντας, μη καταφέρνοντας να αποκτήσει λαϊκή βάση σχεδίαζε την μετάλλαξή του για να γίνει τουλάχιστον ανεκτό μέσω της ελεγχόμενης φιλελευθεροποίησής του, την οποία πολιτικές δυνάμεις από όλο το φάσμα της πολιτικής άρχισαν να το προσεταιρίζονται, το καθένα για δική του σκοπιμότητα.

Σ’ αυτή την πορεία μπήκε φρένο σε μεγάλο βαθμό και το ΠΑΚ με τις σκληρές δηλώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, ότι θα θεωρηθούν τελικά προδότες όσοι συναγελαστούν με τη χούντα και δημιουργήσουν ψευδαισθήσεις στο λαό ότι μπορεί το καθεστώς να δημοκρατικοποιηθεί στην πάροδο του χρόνου και συνεπώς θα ήταν λογικό, στα πλαίσια μιας ρεαλιστικής πολιτικής, να το επιδιώξουν.

Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Ανδρέα Παπανδρέου, μια από τις πολλές, για την στάση των πολιτικών δυνάμεων απέναντι στην χούντα εκείνη την περίοδο. Ιδού μια χαρακτηριστική του δήλωση:

«Η ελληνική πολιτική ηγεσία, δεξιά, κέντρο, αριστερά, δεν  μιλώ για αντίσταση, έτσι, η ελληνική παλιά πολιτική ηγεσία, η τελευταία που εξελέγη από τον ελληνικό λαό στις εκλογές του 64, αυτή που είναι, δεν έχει άλλη, αυτή η πολιτική ηγεσία έχει αυτή την περίοδο 1973, την μεγαλύτερη ιστορική ευθύνη που της έλαχε. Το θέμα της εποχής αυτής, των επομένων  μηνών,  είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα που κρίνεται η μορφή του, κρίνεται από το τι  θα κάνει αυτή η ηγεσία και βέβαια οι λεβέντες της αντιστάσεως που βγήκαν από τις φυλακές. Λοιπόν ήρθε η ώρα γι’ αυτούς να επιλέξουν ανάμεσα στην νομιμοποίηση του καθεστώτος, στο πέρασμα του φασισμού δηλαδή,  γιατί θα είναι το πέρασμα του φασισμού ή στο στήσιμο της σημαίας για τον αγώνα που θετικά θα οδηγήσει στην ανατροπή του καθεστώτος και την απελευθέρωση του λαού μας.

Χαιρόμαστε, ναι χαιρόμαστε, συγχαίρουμε όλους όσους πήραν θέση ξεκάθαρα, ότι η συμμετοχή είναι ραγιάδικη πράξη δοσιλογισμού και προδοσίας». [i]

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου, που είχε ωστόσο βάση την αντίθεση και την παθητική κατά βάση αντίσταση του λαού στο καθεστώς, έθεσε τέρμα ανεπιστρεπτί στην κάτω από έναν δήθεν δημοκρατικό μανδύα καλυμμένη κατοχή. Η χούντα έδειξε το αληθινό της προσωπείο, που ως υποκινούμενο όργανο των αγγλοαμερικάνικων σχεδιασμών οδήγησε στον πραγματικό στόχο εγκαθίδρυσης της που ήταν τελικά, όπως περίτρανα αποδείχτηκε, η διχοτόμηση της Κύπρου.

Η αυθόρμητη κινητοποίηση του φοιτητικού κινήματος και με την σταδιακή συμπαράσταση και ενός μέρους του εργατικού και αγροτικού κινήματος και του λαού γενικότερα και η μετωπική του σύγκρουση  με το δικτατορικό καθεστώς είχε τις ρίζες του και την γενεσιουργό του αιτία. Στο καζάνι που έβραζε έδωσε διέξοδο η φοιτητική εξέγερση.

Το σύνθημα ψωμί, παιδεία, ελευθερία, εθνική ανεξαρτησία κ.λπ  είναι και τώρα επίκαιρο όσο ποτέ!

Γι’ αυτό η εξέγερση του πολυτεχνείου διατηρεί και σήμερα την συμβολική του επικαιρότητα, παρ’ όλο τον μεταπολιτευτικό του ευτελισμό από την πλειοψηφία των πρωταγωνιστών του.

Αντηχεί ακόμη η φωνή του πολυτεχνείου από τον ραδιοφωνικό του σταθμό: «Ελληνικέ λαέ, απόψε, εδώ και λίγη ώρα η χούντα, ή δικτατορία, έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο. Η σκιά του στρατιωτικού νόμου έπαψε πια να είναι σκιά. Είδαμε τα τανκς να κυκλοφορούν στους δρόμους της Αθήνας. Λαέ, η χούντα ξεσκέπασε για άλλη μια φορά το πρόσωπό της. Όταν για πρώτη φορά αντιμετώπισε τον λαϊκό αγώνα έστειλε σ’ αυτόν τα τανκς. Όμως όλοι ξέρουμε. Η χούντα έχει μόνο τα όπλα, δεν έχει τις καρδιές κανενός. Είναι ξενοκίνητη και γι’ αυτό δεν την υποστηρίζει καμιά παλλόμενη ελληνική καρδιά».

Μακάρι η τελευταία φράση των γνήσιων αγωνιστών του πολυτεχνείου για όλους τους Έλληνες να έχει ανταπόκριση και στην σημερινή πολιτική συγκυρία. Γιατί τότε και μόνο τότε ο αγώνας τους θα δικαιωθεί! 

 

Μερικά από τα συνθήματα του Πολυτεχνείου, που διατηρούν την επικαιρότητά τους

 

Ψωμί, παιδεία, ελευθερία!

Ένας είναι ο αρχηγός, ο κυρίαρχος λαός!

Δε σε θέλει ο λαός, παρ’ τη Δέσποινα κι’ εμπρός!

Εθνική Ανεξαρτησία!

Έξω οι Αμερικάνοι!

Ελλάς Ελλήνων φυλακισμένων!

Κάτω η χούντα!

Δεν περνάει ο φασισμός!

Ο Γκαντούνας στο στρατό!

Ελευθερία!

Όχι άλλο αίμα!

Αντίσταση λαέ!

Συμπαράσταση λαέ!

Λαέ μπορείς!

 

 

* Ο Δαμιανός Βασιλειάδης είναι εκπαιδευτικός, ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ.               

 



[i] Απόσπασμα από ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου στην Φραγκφούρτη της Δυτικής Γερμανίας, στις 13. Οκτωβρίου 1973 και ο διάλογος με τους Έλληνες της Γερμανίας.

ΗΠΑ: ΔΙΛΗΜΜΑ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

ΔΙΛΗΜΜΑ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

 

Όταν η υπουργός κάνει στροφή 180 μοιρών

 

Της DIANE RAVITCH*


 

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για την καθιέρωση ενός ευρύτερου συστήματος αξιολόγησης για μαθητές, εκπαιδευτικούς και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ωστόσο, στις ΗΠΑ, που έχουν ήδη εφαρμόσει ένα τέτοιο σύστημα, μια αρμόδια πρώην υφυπουργός αναθεωρεί ριζικά, σήμερα, όλα όσα υποστήριζε παλαιότερα για το θέμα της αξιολόγησης.

Όταν το 1991 ανέλαβα καθήκοντα υφυπουργού Παιδείας στην κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους πατρός, δεν είχα κάποια κατασταλαγμένη άποψη για το ζήτημα της «ελεύθερης επιλογής» στην εκπαίδευση ή για το πώς θα καταστούν οι εκπαιδευτικοί «περισσότερο υπεύθυνοι». Όμως, όταν δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψα την κυβέρνηση, υποστήριζα την αρχή της αμοιβής του εκπαιδευτικού ανάλογα με την αξία του: θεωρούσα ότι οι εκπαιδευτικοί των οποίων οι μαθητές επιτύγχαναν καλύτερα αποτελέσματα έπρεπε να αμείβονται καλύτερα από τους υπόλοιπους. Υποστήριζα, επίσης, τη γενίκευση των τεστ αξιολόγησης τα οποία μου φαίνονταν χρήσιμα, ούτως ώστε να εντοπίζουμε με ακρίβεια ποια σχολεία χρειάζονταν συμπληρωματική βοήθεια. Έτσι, εξέφρασα τον ενθουσιασμό μου όταν, το 2001, το Κογκρέσο ψήφισε έναν νόμο προς αυτήν την κατεύθυνση, τον νόμο NCLB («Νο Child Left Behind», «Κανένα παιδί δεν θα εγκαταλειφθεί στην τύχη του»), και όταν στη συνέχεια, το 2002, ο πρόεδρος Μπους τον έθεσε σε ισχύ με την υπογραφή του.

Σήμερα, παρατηρώντας τις χειροπιαστές επιπτώσεις αυτών των πολιτικών, έχω αλλάξει γνώμη: θεωρώ πλέον ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν τα παιδιά έχει μεγαλύτερη σημασία από τα προβλήματα διαχείρισης, οργάνωσης ή αξιολόγησης των σχολικών μονάδων.

Ο νόμος NCLB απαιτεί από κάθε πολιτεία των ΗΠΑ να αξιολογήσει τις ικανότητες όλων των μαθητών στην ανάγνωση και στις μαθηματικές πράξεις, από το επίπεδο της τρίτης δημοτικού έως εκείνο της δευτέρας γυμνασίου. Στη συνέχεια, τα αποτελέσματα κάθε σχολικής μονάδας αναλύονται σε συνάρτηση με την εθνοτική προέλευση, το επίπεδο γνώσης της αγγλικής γλώσσας, την ενδεχόμενη ύπαρξη αναπηριών ή μαθησιακών δυσκολιών και το εισόδημα των γονέων. Σε κάθε μία από τις ομάδες που συγκροτούνται με αυτόν τον τρόπο, επιβάλλεται να επιτευχθεί, μέχρι το 2014, ποσοστό επιτυχίας 100% στα τεστ. Εάν σε ένα σχολείο, ακόμα και μία μονάχα από αυτές τις ομάδες δεν επιτυγχάνει συνεχείς προόδους προς την εκπλήρωση του στόχου που έχει τεθεί, η σχολική μονάδα υπόκειται σε κυρώσεις, των οποίων η σοβαρότητα αυξάνεται σταδιακά. Την πρώτη χρονιά, το σχολείο δέχεται μια επίπληξη. Την επόμενη, σε όλους τους μαθητές (ακόμα και σε εκείνους που πέτυχαν υψηλή βαθμολογία) προσφέρεται η δυνατότητα να αλλάξουν σχολική μονάδα. Την τρίτη χρονιά, οι φτωχότεροι μαθητές δικαιούνται δωρεάν ενισχυτική διδασκαλία. Εάν το σχολείο δεν κατορθώσει να επιτύχει τους στόχους που έχουν τεθεί μέσα σε διάστημα πενταετίας, βρίσκεται αντιμέτωπο με τα ενδεχόμενα της ιδιωτικοποίησής του, της μετατροπής του σε charter school (βλέπε παρακάτω), της πλήρους αναδιάρθρωσής του ή, απλούστατα, του κλεισίματός του. Το δε προσωπικό του μπορεί να απολυθεί. Αυτή τη στιγμή, περίπου το ένα τρίτο των δημόσιων σχολείων της χώρας (δηλαδή, περισσότερα από 30.000) έχουν ενταχθεί στην κατηγορία των σχολικών μονάδων που δεν επιτυγχάνουν «ικανοποιητικά ετήσια αποτελέσματα».

Το κρίσιμο σημείο του νόμου NCLB είναι ότι άφησε τις πολιτείες να ορίσουν τα δικά τους κριτήρια αξιολόγησης. Ετσι, μερικές ανάμεσά τους εκμεταλλεύθηκαν τη δυνατότητα να μειώσουν τις απαιτήσεις τους… έτσι ώστε να διευκολύνονται οι μαθητές να επιτύχουν τους στόχους που έχουν τεθεί. Ομως, αυτή η βελτίωση του σχολικού επιπέδου που προβάλλεται σε τοπικό επίπεδο δεν επιβεβαιώνεται πάντα από τα ομοσπονδιακά τεστ.

 

ΤΥΧΑΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

 

Πράγματι, το Κογκρέσο υποχρεώνει τα σχολεία να υποβάλουν ορισμένους από τους μαθητές τους, επιλεγμένους με τυχαίο τρόπο, σε μια αξιολόγηση σε εθνικό επίπεδο, στη National Assessment of Educational Progress (ΝΑΕΡ), ούτως ώστε να γίνεται δυνατή η σύγκριση των αποτελεσμάτων τους με εκείνα που παρουσιάζουν οι πολιτείες. Στο Τέξας, για παράδειγμα, όπου οι αρχές εμφανίζουν ότι έχουν επιτύχει ένα πραγματικό παιδαγωγικό θαύμα, οι επιδόσεις των μαθητών στο τεστ ανάγνωσης παρουσιάζουν στασιμότητα εδώ και δέκα χρόνια. Κατά τον ίδιο τρόπο, ενώ η πολιτεία του Τενεσί υποστήριζε ότι το 90% των μαθητών της είχε επιτύχει τους στόχους που είχαν τεθεί για το έτος 2007, η αξιολόγηση της ΝΑΕΡ αποδείχθηκε πολύ λιγότερο κολακευτική (μόλις το 26% αρίστευσε).

Ξοδεύτηκαν δισεκατομμύρια δολάρια για τη σύνταξη όλων αυτών των τεστ στα οποία στηρίζονται τα συστήματα αξιολόγησης, καθώς και για τη διεξαγωγή των αντίστοιχων εξετάσεων. Σε πολλά σχολεία, αρκετούς μήνες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής τους, οι εκπαιδευτικοί παύουν να ασχολούνται με τη διδακτέα ύλη και αφοσιώνονται στην εντατική προετοιμασία των μαθητών τους για τα τεστ. Ωστόσο, πλήθος ειδικών απέδειξε ότι τα παιδιά δεν επωφελούνται από όλη αυτή τη διαδικασία, δεδομένου ότι μαθαίνουν περισσότερο τις τεχνικές με τις οποίες μπορούν να επιτύχουν καλά αποτελέσματα στα τεστ και λιγότερο το πραγματικό περιεχόμενο του εξεταζόμενου μαθήματος.

Παρ' όλο το χρήμα και τον χρόνο που διατέθηκε γι' αυτόν τον σκοπό, οι επιδόσεις στη ΝΑΕΡ ελάχιστα βελτιώθηκαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έμειναν απλούστατα στάσιμες. Μάλιστα, στα μαθηματικά παρατηρούνταν μεγαλύτερη πρόοδος πριν από την εφαρμογή του νόμου NCLB. Σύμφωνα δε με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις, όσον αφορά την ανάγνωση, το επίπεδο βελτιώθηκε στην τετάρτη δημοτικού, ενώ στη δευτέρα γυμνασίου οι επιδόσεις του 2009 ήταν ίδιες με εκείνες που είχαν καταγραφεί το 1998.

Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι αυτά καθεαυτά τα αποτελέσματα που επιτυγχάνουν οι μαθητές στα τεστ, ούτε και ο τρόπος με τον οποίο οι πολιτείες και οι πόλεις κατορθώνουν να επιτύχουν τα αποτελέσματα. Το πραγματικό θύμα αυτής της επιμονής των αρχών σε παρόμοιες μεθόδους είναι η ποιότητα της εκπαίδευσης. Καθώς η ανάγνωση και τα πρακτικά μαθηματικά έχουν πλέον απόλυτη προτεραιότητα, οι εκπαιδευτικοί συνειδητοποιούν ότι αυτά τα δύο μαθήματα καθορίζουν το μέλλον του σχολείου τους – αλλά και τη διατήρηση της θέσης τους – με αποτέλεσμα να παραμελούν τα υπόλοιπα. Η ιστορία, η λογοτεχνία, η γεωγραφία, οι φυσικές επιστήμες, οι ξένες γλώσσες, η αγωγή του πολίτη και τα καλλιτεχνικά μαθήματα υποβαθμίζονται σε εντελώς δευτερεύοντα.

 

«ΙΣΧΥΡΑ» ΙΔΡΥΜΑΤΑ

 

Από την άλλη πλευρά, εδώ και δεκαπέντε χρόνια περίπου, μια άλλη πρόταση έχει προσελκύσει την προσοχή ισχυρών ιδρυμάτων και πλούσιων εκπροσώπων της εργοδοσίας: Πρόκειται για την «ελεύθερη επιλογή», η οποία ενσαρκώνεται κυρίως στα charter schools που έκαναν την εμφάνισή τους στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Από εκείνη την εποχή, αυτά τα σχολεία έχουν δημιουργήσει ένα ευρύτατο κίνημα που περιλαμβάνει περισσότερα από 5.000 σχολεία με 1.500.000 μαθητές. Αυτές οι σχολικές μονάδες χρηματοδοτούνται με δημόσιους πόρους, αλλά διοικούνται όπως οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και δεν υπάγονται στις περισσότερες από τις νομοθετικές ρυθμίσεις που ισχύουν για το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Για παράδειγμα, η πλειονότητα (ποσοστό μεγαλύτερο του 95%) αρνείται να προσλάβει συνδικαλισμένους εκπαιδευτικούς. Κι όταν οι αρχές της πολιτείας της Νέας Υόρκης θέλησαν να πραγματοποιήσουν αξιολόγηση και έλεγχο της λειτουργίας των charter schools στα οποία είχαν χορηγήσει άδεια λειτουργίας, αυτά προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη για να αποτρέψουν παρόμοιο ενδεχόμενο: η πολιτεία όφειλε να τους έχει εμπιστοσύνη και να τα αφήσει να πραγματοποιήσουν αυτοέλεγχο και αυτοαξιολόγηση.

Το επίπεδο αυτών των σχολείων είναι υπερβολικά άνισο. Σε μερικά είναι εξαιρετικό, ενώ σε άλλα είναι καταστροφικό. Συνήθως το επίπεδο κυμαίνεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Μέχρι σήμερα, έχει επιχειρηθεί μονάχα μία προσπάθεια αξιολόγησής τους σε εθνικό επίπεδο: πρόκειται για την έρευνα της Μάργκαρετ Ρέιμοντ, οικονομολόγου στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ (1). Αν και χρηματοδοτήθηκε από το ίδρυμα Walton Family Foundation, το οποίο υπεραμύνεται φανατικά των charter schools, απέδειξε ότι μόλις το 17% των συγκεκριμένων σχολείων έχουν επιτύχει ανώτερο επίπεδο από εκείνο που απαντάται σε ένα συγκρίσιμο δημόσιο σχολείο. Το υπόλοιπο 83% επιτυγχάνει παρεμφερείς ή κατώτερες επιδόσεις. Οσον αφορά δε τις εξετάσεις της ΝΑΕΡ στην ανάγνωση και στα μαθηματικά, οι μαθητές που φοιτούν στα charter schools επιτυγχάνουν τα ίδια αποτελέσματα με εκείνους των δημόσιων σχολείων, ανεξαρτήτως κατηγορίας (μαύροι, ισπανόφωνοι, φτωχοί, κάτοικοι μεγάλων πόλεων). Παρ' όλα αυτά, το μοντέλο των charter schools θεωρείται ότι αποτελεί τη θαυματουργή λύση για όλα τα προβλήματα του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος, τόσο για τη δεξιά – φυσικά – όσο και για πολλούς δημοκρατικούς. Μάλιστα, οι τελευταίοι έχουν δημιουργήσει και μια ομάδα πίεσης, τους «Δημοκρατικούς για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση».

Ορισμένα charter schools αποτελούν ιδιωτικές επιχειρήσεις, ενώ άλλα είναι μη κερδοσκοπικά σωματεία. Η λειτουργία τους στηρίζεται στο υψηλό ποσοστό ανανέωσης του προσωπικού τους, καθώς οι εκπαιδευτικοί τους εργάζονται απίστευτα πολλές ώρες (έως και 60 ή 70 ώρες την εβδομάδα), ενώ παράλληλα είναι υποχρεωμένοι να έχουν πάντοτε το κινητό τηλέφωνό τους ανοιχτό, έτσι ώστε να μπορούν οι μαθητές τους να έρθουν σε επαφή μαζί τους οποιαδήποτε στιγμή. Η απουσία συνδικάτων διευκολύνει την επιβολή παρόμοιων συνθηκών εργασίας.

 

ΤΑ CHARTER SCHOOLS

 

Οταν τα μέσα ενημέρωσης ενδιαφέρονται για τα charter schools, εστιάζουν πολύ συχνά την προσοχή τους στα σχολεία με τα εξαιρετικά αποτελέσματα. Ετσι, είτε ηθελημένα είτε όχι, δημιουργούν την εντύπωση ότι πρόκειται για πραγματικούς «παραδείσους» γεμάτους νεαρούς και δυναμικούς εκπαιδευτικούς και μαθητές με στολή, άψογους τρόπους και ικανούς να συνεχίσουν όλοι τους σε σπουδές στο πανεπιστήμιο. Ομως, αυτά τα ρεπορτάζ αποσιωπούν ορισμένους παράγοντες που έχουν αποφασιστική σημασία. Κατ' αρχήν, οι μαθητές αυτών των σχολείων προέρχονται από τις οικογένειες που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σχολική επίδοση των παιδιών τους. Επιπλέον, δέχονται την εγγραφή λιγότερων παιδιών με ξένη μητρική γλώσσα, με μαθησιακές δυσκολίες ή άστεγων (2), γεγονός που τους εξασφαλίζει ένα πλεονέκτημα σε σύγκριση με τα δημόσια σχολεία. Τέλος, έχουν το δικαίωμα να διώξουν και να στείλουν σε δημόσιο σχολείο τους μαθητές που «κηλιδώνουν» την εικόνα του σχολείου.

Οταν αναπτύχθηκε το κίνημα υπέρ των charter schools, στηριζόταν στη βεβαιότητα ότι αυτά τα σχολεία θα ιδρύονταν και θα στελεχώνονταν από εκπαιδευτικούς γεμάτους ζήλο, οι οποίοι θα ενδιαφέρονταν να βοηθήσουν τους μαθητές που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Καθώς θα είχαν ελευθερία κινήσεων, θα μπορούσαν να καινοτομήσουν και να βρουν τρόπους για να βοηθηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο αυτή η κατηγορία μαθητών. Ετσι, θα ωφελούνταν το σύνολο της κοινότητας όταν αυτοί οι μαθητές θα επέστρεφαν στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Ομως, σήμερα, τα σχολεία αυτού του τύπου ανταγωνίζονται ανοιχτά τα δημόσια σχολεία. Στο Χάρλεμ, τα δημόσια σχολεία είναι αναγκασμένα να οργανώνουν διαφημιστικές καμπάνιες που απευθύνονται στους γονείς. Οι προϋπολογισμοί των (τουλάχιστον) 500 δολαρίων για διαφημιστικά φυλλάδια φαίνονται αστείοι μπροστά στο ποσό των 325.000 δολαρίων που διαθέτει για διαφήμιση ο ισχυρός όμιλος που προσπαθεί να διώξει τα δημόσια σχολεία από την «εκπαιδευτική αγορά».

Τον Ιανουάριο του 2009, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά της η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα, ήμουν σίγουρη ότι θα καταργούσε τον νόμο NCLB και θα ξεκινούσε την προσπάθειά της πάνω σε υγιείς βάσεις. Ομως, συνέβη το ακριβώς αντίθετο: υιοθέτησε τις πιο επικίνδυνες ιδέες και επιλογές της περιόδου Μπους. Το πρόγραμμά της – με την ονομασία «Race to the Top» (Αγώνας Δρόμου προς την Κορυφή) –  υπόσχεται επιδοτήσεις 4,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πολιτείες οι οποίες αντιμετωπίζουν τεράστια οικονομικά προβλήματα εξαιτίας της κρίσης. Για να επωφεληθούν από αυτόν τον πακτωλό, οφείλουν να καταργήσουν κάθε νομοθετικό φραγμό που αφορά τη δημιουργία των charter schools. Ετσι, η εξάπλωση αυτών των σχολείων υλοποιεί το παλιό όνειρο των επιχειρήσεων της εκπαίδευσης και των οπαδών της θεωρίας ότι τα πάντα πρέπει να ρυθμίζονται από την αγορά, οι οποίοι φιλοδοξούν να διαλύσουν εντελώς το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα.

Όμως, είναι παράλογο να αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί με βάση τα αποτελέσματα των μαθητών τους, καθώς αυτά δεν εξαρτώνται μονάχα από όλα όσα συμβαίνουν μέσα στην τάξη. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν εξωτερικοί παράγοντες, όπως οι οικονομικοί πόροι της οικογένειας, ο ζήλος τους για μάθηση, καθώς και η υποστήριξη την οποία πρέπει -ή μπορούν- να τους εξασφαλίσουν οι γονείς τους. Κι όμως, οι μόνοι που θεωρούνται υπεύθυνοι για τις επιδόσεις των μαθητών είναι οι εκπαιδευτικοί. Οσον αφορά δε τις «αλλαγές» στις σχολικές μονάδες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, πρόκειται για έναν ευφημισμό που αποκρύπτει ότι πρόκειται ακριβώς για τα μέτρα που προέβλεπε και ο NCLB.

 

ΤΙΜΩΡΙΑ… ΣΧΟΛΕΙΩΝ

 

Εάν οι επιδόσεις των μαθητών δεν βελτιώνονται με ταχύ ρυθμό, τα σχολεία περνούν στην αρμοδιότητα της πολιτείας, κλείνουν, ιδιωτικοποιούνται ή μετατρέπονται σε charter schools. Οταν οι αρχές της πολιτείας του Ροντ Αϊλαντ ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να απολύσουν όλο το διδακτικό προσωπικό του μοναδικού λυκείου της πόλης Σέντραλ Φολς, η απόφασή τους επικροτήθηκε από τον υπουργό Παιδείας, Αρνε Ντάνκαν, κι από τον ίδιο τον δημοκρατικό πρόεδρο. Πρόσφατα, το προσωπικό επαναπροσελήφθη, αφού προηγουμένως δέχθηκε να εργάζεται περισσότερες ώρες και να προσφέρει περισσότερη εξατομικευμένη βοήθεια στους μαθητές.

Η έμφαση που δίνει η κυβέρνηση Ομπάμα στην αξιολόγηση ώθησε τις πολιτείες να τροποποιήσουν τη σχετική νομοθεσία τους, ελπίζοντας ότι θα τους χορηγηθούν τα ομοσπονδιακά κονδύλια που τόσο πολύ χρειάζονται. Η Φλόριντα ψήφισε πρόσφατα έναν νόμο με τον οποίο απαγορεύεται η πρόσληψη εκπαιδευτικών που δεν διαθέτουν προϋπηρεσία, το ήμισυ του μισθού τους συνδέεται με τις επιδόσεις των μαθητών τους, ενώ καταργούνται και τα κονδύλια για τη διά βίου επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Παράλληλα, η διαδικασία αξιολόγησης των σχολικών μονάδων χρηματοδοτείται με την παρακράτηση από την πολιτεία του 5% του προϋπολογισμού κάθε περιφέρειας για την εκπαίδευση. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί ένωσαν τις δυνάμεις τους και κατόρθωσαν να πείσουν τον κυβερνήτη Τσάρλι Κριστ να μην υπογράψει αυτόν τον νόμο, γεγονός που, πιθανότατα, σήμανε και το τέλος της πολιτικής του καριέρας στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (3). Ομως, παρόμοια μέτρα λαμβάνονται σχεδόν παντού σε ολόκληρη τη χώρα.

 

* Η DIANE RAVITCH είναι ερευνήτρια των επιστημών της εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Εχει, μεταξύ άλλων, εκδώσει το «The Death and Life of the Great American School System: How Testing and Choice Are Undermining Education», Basic Books, Νέα Υόρκη, 2010. Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό «The Nation» (Νέα Υόρκη), 14 Ιουνίου 2010, με τον τίτλο «Why Ι changed my mind».

 

(1) «Multiple choice: Charter school performance in 16 states», Center for Research on Education Outcomes (Credo), Stanford University, Ιούνιος 2009.

 

(2) (Σ.τ.μ.) Στις Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω του κύματος των κατασχέσεων των κατοικιών την τελευταία τριετία, εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες είναι πλέον άστεγες και ζουν -αν όχι στον δρόμο- σε τροχόσπιτα και σε σκηνές. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, μεγάλο μέρος των παιδιών τους προσπαθεί να συνεχίσει τη φοίτησή του στο σχολείο.

 

(3) (Σ.τ.ε.) Ο κυπριακής καταγωγής Τσάρλι Κριστ, κυβερνήτης της Φλόριντα από το 2006, αποφάσισε φέτος να διεκδικήσει την έδρα της πολιτείας για τη Γερουσία. Στις προκριματικές εκλογές, όμως, για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, έχασε από τον Μάρκο Ρούμπιο, εκφραστή του ακραίου κινήματος Tea Party (Κόμμα του Τσαγιού). Ο Κριστ κατέβηκε στις εκλογές της 2ας Νοεμβρίου ως ανεξάρτητος, αλλά τελικά ηττήθηκε από τον Ρούμπιο.

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=223119

 

Φωτογραφική πηγή: http://www.dianeravitch.com

Καταστροφική η λιτότητα για την Ελλάδα

 Καταστροφική η λιτότητα για την Ελλάδα

 

Του Σαμίρ Αμίν (Συνέντευξη)

 

 

Εμβληματική μορφή μεταξύ των σύγχρονων Μαρξιστών, ο γαλλοαιγυπτιακής καταγωγής Σαμίρ Αμίν βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα με αφορμή τη διήμερη διάσκεψη του Αριστερού Βήματος Διαλόγου και Κοινής Δράσης και της Πρωτοβουλίας Καλλιτεχνών ενάντια στο Μνημόνιο. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στα Επίκαιρα τονίζει τις βαθιές μεταβολές που έχουν συντελεσθεί στο σύγχρονο καπιταλισμό και ιδιαίτερα ως αποτέλεσμα της κρίσης του ’70, δημιούργημα της οποίας είναι και η πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση.

Να αναφερθεί πως στα ελληνικά συνεχίζουν να κυκλοφορούν δύο βιβλία του Σαμίρ Αμίν: Η συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα (δύο τόμοι, εκδόσεις Νέα Σύνορα ΕΠΕ, χωρίς χρονολογία και με εισαγωγή του Ανδρ. Παπανδρέου!) και Πέρα από τον γερασμένο καπιταλισμό (εκδ. Λιβάνη, 2004).

-Πως θα μπορούσατε να περιγράψετε την τρέχουσα οικονομική κρίση με λίγα λόγια;

 

-Η άποψή μου για την κρίση απέχει σημαντικά από αυτής της πλειοψηφίας ακόμη κι από την άποψη που κυριαρχεί εντός της Αριστεράς. Προσωπικά δεν πιστεύω καθόλου ότι η κρίση ξεκίνησε με την χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008, ούτε πως η χρηματοπιστωτική κατάρρευση είναι η αιτία της εξελισσόμενης ύφεσης. Υποστηρίζω ακριβώς το αντίθετο: Ότι η χρηματοπιστωτική κατάρρευση αποτελεί συνέπεια της κρίσης που ξεκίνησε πολύ καιρό πριν. Μιας δομικής κρίσης που ξέσπασε πρώτα και κύρια στη πραγματική οικονομία και στη συνέχεια επεκτάθηκε στο περιβάλλον, το κλίμα, την διατροφή, την ενέργεια κ.λπ. Πρόκειται για μια συστημική, μακρά κρίση ενός συρρικνούμενου καπιταλισμού. Ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 του προηγούμενου αιώνα με την κατάργηση της μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό και την μετάβαση στο καθεστώς των κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ξαφνικά, οι ρυθμοί μεγέθυνσης της Τριάδας (ΗΠΑ, ΕΟΚ, Ιαπωνία) έπεσαν στα μισά της προηγούμενης τριακονταετίας χωρίς να έχουν ανακάμψει από τότε. Κατ’ επέκταση η κρίση στην πραγματική οικονομία διαρκεί τέσσερις σχεδόν δεκαετίες. 

 

-Πως αντέδρασε ο καπιταλισμός σε αυτή την κρίση;

 

– Αντέδρασε με τρεις ομάδες μέτρων. Αρχικά με την συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Αυτό μάλιστα το κύμα άλλαξε την ποιότητα του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Κατά δεύτερο, με την φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, μέσω των προγραμμάτων δομικής προσαρμογής, του ανοίγματος των αγορών κ.α. Και τρίτο, μέσω της χρηματιστικοποίησης, που άμβλυνε προβλήματα τα οποία προέρχονταν από την άνιση κατανομή του εισοδήματος η οποία επίσης περιόριζε την δυνατότητα επίτευξης συναινέσεων στην κοινωνία. Οι επεκτεινόμενες χρηματοπιστωτικές αγορές έτσι αποτέλεσαν το αντίδοτο στις συρρικνούμενες πραγματικές αγορές. Νιώθω μάλιστα ιδιαίτερα υπερήφανος που από το 2002 επεσήμανα ότι η χρηματιστικοποίηση αποτελεί την Αχείλια πτέρνα του συστήματος, ότι το σύστημα δεν είναι βιώσιμο και η κατάρρευσή του θα ξεκινήσει με μια χρηματοπιστωτική κρίση. Όπως και συνέβη. Αυτή είναι η δική μου ερμηνεία. Γι αυτό και ο τίτλος του καινούργιου μου βιβλίου (που ακόμη δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) είναι «Έξω από την κρίση του καπιταλισμού ή τον καπιταλισμό της κρίσης;».

 

Οδεύουμε σε περίοδο χάους

 

-Σε αυτό το πλαίσιο είναι εφικτές οι μεταρρυθμίσεις;

 

– Δεν υπάρχει έδαφος σήμερα για επαναφορά προηγούμενων διευθετήσεων όπως η ρύθμιση των αγορών ή το κράτος πρόνοιας της μεταπολεμικής περιόδου. Οδεύουμε σε μια περίοδο χάους. Εννοώ ότι ως απόκριση στην κρίση υπάρχει μια μετακίνηση του κέντρου βάρους από την οικονομική διαχείριση στην πολιτική και τους κοινωνικούς και διεθνείς αγώνες. Το παράδειγμα της Ελλάδας από αυτή την άποψη είναι πολύ διδακτικό. Επομένως η προσπάθεια να βρεθεί μια αποδεκτή συναίνεση ακόμη και σε διεθνές επίπεδο, όπως επιχειρεί για παράδειγμα να κάνει ο Τζόζεφ Στίγκλιτς με τις διάφορες εκθέσεις του, είναι κενή περιεχομένου, είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

Κατά την άποψή μου, επειδή παραμένω αισιόδοξος, «κοινωνικά συμβόλαια» θα πραγματοποιηθούν. Αλλά όπως συμβαίνει στην ιστορία θα είναι πολύ άνισα μεταξύ των διάφορων χωρών. Σε άλλα κράτη θα είναι πιο προωθημένα και σε άλλα λιγότερο για λόγους ιστορικούς, τοπικούς, κ.λπ. Ας δούμε την προηγούμενη μεγάλη κρίση, του ’30. Έφερε το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία, το New Deal στις ΗΠΑ και επίσης το ναζισμό. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις διακρίνεται πώς η απάντηση δεν ήταν αμιγώς οικονομική και σε πολλές περιπτώσεις, ούτε καν οικονομική. Ήταν πρώτα και κύρια πολιτική, που στη συνέχεια δημιούργησε την αντικειμενική βάση για μια οικονομική διαχείριση.

 

– Θα μπορούσαμε δηλαδή παραφράζοντας τη γνωστή ρήση από την εκστρατεία του Κλίντον το 1992 («είναι η οικονομία, ηλίθιοι») να λέγαμε ότι σήμερα «είναι η πολιτική» και όχι η οικονομία…

 

– Αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύει η Ιστορία. Δεν λειτουργεί με ευσεβείς πόθους για τις άριστες οικονομικές επιλογές και άλλα τέτοια.

 

– Πως ερμηνεύετε την απάντηση στην κρίση της ΕΕ και ιδιαίτερα της Γερμανίας;

 

– Δεν είναι απάντηση, η στάση της συνιστά μια προσαρμογή στην κρίση. Το σύστημα εξουσίας στην Ευρώπη, η Δεξιά και οι σοσιαλδημοκράτες που έχουν μεταλλαχθεί σε σοσιαλ-φιλελεύθερους δεν ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις της κρίσης. Το αποκλειστικό τους μέλημα ήταν να διατηρήσουν τις κοινωνικές σχέσεις, την ισορροπία προς όφελος του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όπως είναι σήμερα.

 

Ευσεβής πόθος η ρύθμιση των αγορών

 

Είναι παρόλα αυτά σε εξέλιξη μια συζήτηση με πρωτοβουλία της Γερμανίας για την αυστηρότερη εφαρμογή της δημοσιονομικής ισορροπίας, για την μεταβίβαση μέρους του κόστους της χρεοκοπίας στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, κ.α., που σηματοδοτούν μια βαθύτερη αντιδραστική μετάλλαξη της ΕΕ.

 

– Όλα αυτά τα μέτρα για την ρύθμιση των αγορών είναι ευσεβείς πόθοι. Οι κυβερνήσεις απευθύνονται στους αφελείς για να δείξουν ότι κάνουν κάτι. Ας ζήταγαν καλύτερα από την ηγεσία της Μαφίας να γίνει τίμια. Πιο πολλά αποτελέσματα θα είχαν.

Τα μέτρα που συζητιόνται για τις χώρες με μεγάλα ελλείμματα είναι ανεφάρμοστα, γιατί όλες οι χώρες της ΕΕ έχουν υψηλά ελλείμματα. Μάλιστα τα χρέη του ιδιωτικού τομέα αυξάνονται με ταχύτερους ρυθμούς απ’ ότι τα χρέη του δημόσιου. Μάλιστα με την εμβάθυνση της κρίσης τα ελλείμματα και τα χρέη του δημοσίου θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Οι ποινές επομένως για τους δημοσιονομικά απείθαρχους στερούνται περιεχομένου, έχουν δημαγωγικό χαρακτήρα.

Το πιο δραματικό σε όλα αυτά είναι πως ούτε και η Αριστερά έχει απάντηση. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για την κοινοβουλευτική Αριστερά, αλλά ακόμη και για την ριζοσπαστική που εννοεί να μην αντιλαμβάνεται ότι ο δρόμος υπέρβασης της κρίσης έγκειται στην απαλλοτρίωση του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Τίποτε λιγότερο.

 

– Δεν είναι αυθαίρετο αυτό το συμπέρασμά σας; Πως προκύπτει;

 

– Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός δεν είναι κάτι καινούργιο. Υπήρξε ένα πρώτο κύμα μονοπωλιακής οργάνωσης στα τέλη του 19ου αιώνα, που αναλύθηκε επαρκώς από τον Λένιν και άλλους. Όλα αυτά ήταν σωστά αλλά όχι αρκετά. Γιατί τα τελευταία χρόνια του προηγούμενου αιώνα, με την μακρά, δομική, ιστορική κρίση είχαμε ένα δεύτερο κύμα δημιουργίας μονοπωλίων, ένα νέο κύμα συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο να δημιουργηθούν ορισμένα επιπλέον μονοπώλια, αλλά να αλλάξει η ποιότητά τους. Προσωπικά χρησιμοποίησα τον όρο «γενικευμένο μονοπωλιακό κεφάλαιο» για να περιγράψω αυτές τις μεταβολές. Και η σημασία εδώ έγκειται στο περιεχόμενο: ότι δηλαδή για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού, το μονοπωλιακό κεφάλαιο ελέγχει τα πάντα. Δείτε την πίεση που δέχονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, την έκταση που έχει λάβει η ανάθεση εργασιών σε τρίτους (outsourcing).

Ποιοτικές επίσης μεταβολές έχει υποστεί και η φύση της αστικής τάξης. Η αστική τάξη και το κεφάλαιο κάποτε ήταν συνώνυμα. Η αστική τάξη συγκροτήθηκε ως ιστορική τάξη με τοπικές ρίζες. Η επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη σε ένα συγκεκριμένο σημείο, οι εργαζόμενοι προέρχονταν από εκεί γύρω, η οικογένεια του ιδιοκτήτη καταγόταν από την ίδια περιοχή, κ.α. Όλα αυτά περιέκλειαν και συνεπάγονταν με το πέρασμα του καιρού ένα είδος νομιμοποίησης, ορισμένες φορές και πατερναλιστικών σχέσεων. Αυτή η τάξη πλέον εξαφανίζεται και το κεφάλαιο γίνεται αφηρημένο. Σε ποιόν ανήκει μια τυπική επιχείρηση, όπως αυτή για παράδειγμα που παράγει τον καφέ που πίνουμε; Σε ένα αμερικανο-γερμανικό κοντσόρτιουμ που ποιος ξέρει ποιοι θα είναι οι μέτοχοί του, οι προμηθευτές του, κ.λπ.

 

– Και ποια είναι επομένως η αστική τάξη;

 

– Η αστική τάξη σήμερα είναι διάφοροι υπηρέτες του κεφαλαίου, καλοπληρωμένοι εννοείται όπως για παράδειγμα οι χρηματιστές, όχι όμως η κλασική αστική τάξη. Πρόκειται για τεράστιας έκτασης μεταβολή επειδή έχει σοβαρές συνέπειες σε πολιτικό, ιδεολογικό, πολιτιστικό και πολλά ακόμη επίπεδα. Αυτός επομένως ο τρόπος παραγωγής που έχει απαλλοτριώσει ακόμη και την αστική τάξη θα πρέπει να απαλλοτριωθεί.

Οι εθνικοποιήσεις είναι ένα πρώτο βήμα σε αυτή την διαδικασία, που δεν μπορεί να αποφευχθεί. Στη συνέχεια δε, ακολουθεί η κοινωνικοποίηση που είναι κάτι διαφορετικό. Η πρόοδος που μπορεί να επιτευχθεί σε αυτή την πορεία είναι μια μακρά ιστορική διαδικασία, δεν μπορεί όμως να αποφευχθεί το πρώτο βήμα το οποίο προανέφερα υπό την επίκληση αρνητικών εμπειριών από τις συμμετοχικές διαδικασίες που αναπτύχθηκαν στη Γερμανία ή κάτι άλλο.

 

Πόλεμος για τις πρώτες ύλες

 

-Αναφερθήκατε προηγουμένως στις πολλαπλές επιπτώσεις που έχει η αλλαγή του χαρακτήρα της αστικής τάξης. Στις διεθνείς σχέσεις και τη γεωπολιτική πως μεταφράζεται αυτή η μείζονα μεταβολή;

 

– Αυτό το σύστημα του γενικευμένου μονοπωλιακού καπιταλισμού αποτελεί την αντικειμενική βάση αυτού που αποκαλώ ως συλλογικό ιμπεριαλισμό της Τριάδας. Αυτό το σύστημα δεν μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς τον έλεγχο ολόκληρου του πλανήτη, δηλαδή της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Ο έλεγχος ασκείται μέσω της αποκλειστικής πρόσβασης στις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Η σημασία δε αυτού του ελέγχου είναι τόσο μεγάλη ώστε η προσφυγή στους πολέμους έχει αποκτήσει το χαρακτήρα της κανονικότητας. Γι’ αυτό το λόγο, αν θέλετε, το αμερικανικό κατεστημένο επέλεξε στη θέση του πατέρα Μπους τον Κλίντον και στη θέση του υιού Μπους τον Ομπάμα, έτσι ώστε να συνεχίζουν αδιατάρακτα το στρατιωτικό έλεγχο του πλανήτη σε συνεργασία με τα νεοαποικιακά στρατεύματα του ΝΑΤΟ. Αυτή είναι η βασικότερη αλλαγή που διακρίνω στην γεωπολιτική ισορροπία κι έχει ως διακύβευμα τον έλεγχο των φυσικών πόρων (όπως πετρέλαιο, κοβάλτιο, κ.α.) από τη Δύση έτσι ώστε ανερχόμενες δυνάμεις, όπως η Βραζιλία, η Κίνα και σε εντεινόμενο βαθμό η Ινδία. Η κυριαρχία μάλιστα των δυτικών χωρών σταδιακά αμφισβητείται και υπονομεύεται από τις χώρες του Νότου, από ορισμένες χώρες για να είμαστε ακριβείς.

Ως απόρροια του προηγουμένου είναι σε εξέλιξη διάφορες φιλόδοξες πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως η Ομάδα της Σαγκάης, με τη συμμετοχή της Ρωσίας, της Κίνας, χωρών της Κεντρικής Ασίας, του Ιράν και με τη συμμετοχή παρατηρητών από την Ινδία.

 

-Δεν μπορεί πάντως να χαρακτηριστεί θεαματική η πρόοδος που έχει καταγραφεί στη συνεργασία τους…

 

-Υπάρχει μια σιωπηρή πρόοδος. Οι Κινέζοι δεν ανακοινώνουν ότι επιτυγχάνεται κι άλλες φορές λένε το αντίθετο απ’ αυτό που έχει συμβεί. Συχνά μάλιστα και με χαμόγελο.

Η επόμενη αλλαγή που διακρίνω είναι η ενοποίηση του νομισματικού και του χρηματοπιστωτικού συστήματος υπό την ηγεμονία του δολαρίου. Είμαστε μάρτυρες μιας αποσύνθεσης χωρίς ωστόσο να εξέρχεται κάτι που να είναι κατ’ ελάχιστο έστω καλύτερο. Εδώ έχουμε την διάλυση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος για το συμφέρον περιφερειακών υπο-συστημάτων όπως αυτό της Σαγκάης, της Νότιας Αμερικής (και βλέπουμε στη συγκεκριμένη περίπτωση πλευρές της νέας νομισματικής τάξης να συνδέονται με κοινωνικά κινήματα) ή της ευρωζώνης. Η Ευρώπη βέβαια αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, κι αυτό δεν αρέσει στους Ευρωπαίους να λέγεται, δεν υπάρχει, είναι μια τεράστια φλυαρία.

 

Κρυπτο-φασίστας ο Ζαν Μονέ!

 

– Για λόγους δομικούς ή σχετικούς με τις πολιτικές δυνάμεις που ηγεμονεύουν;

 

– Συμβαίνει επειδή η ΕΕ δομικά κατασκευάστηκε ώστε να είναι πάντα σε μια δευτερεύουσα θέση, ένα μηδενικό! Ο Ζαν Μονέ που θεωρείται και ήταν θεμελιωτής της, δήλωνε υπερήφανος για το φιλοφασιστικό του παρελθόν. Δεν έκρυψε την αγάπη του ιδιαίτερα για τον ιταλικό φασισμό και το καθεστώς του Βισύ ούτε και τις βαθιά αντιδημοκρατικές ιδέες του. Θαύμαζε επίσης τις ΗΠΑ λόγω του ότι είχαν καταφέρει να κάνουν παράνομο τον σοσιαλισμό και να απαγορεύσουν οποιαδήποτε συζήτηση για την αναγκαιότητα της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο Ζαν Μονέ πίστευε ότι από το ευρωπαϊκό οικοδόμημα πρέπει να ξεριζωθεί κάθε έννοια δημοκρατίας, κάθε σκέψη αντιπροσωπευτικότητας και άμεσης εκλογής και όλη η εξουσία να δοθεί αντιθέτως στους τεχνοκράτες. Το μίσος μάλιστα του βαθιά συντηρητικού ντε Γκολ προς τον φιλο-φασίστα Ζαν Μονέ είναι και ο μοναδικός λόγος που με κάνει φιλο-ντεγκολικό…

Δεν είναι επομένως ζήτημα κάποιου δημοκρατικού ελλείμματος, αλλά παντελούς έλλειψης δημοκρατίας. Κι αυτό είναι κάτι που δεν αλλάζει. Μάρτυρας το ευρω-σύνταγμα που έφτιαξε ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν ο οποίος μάλιστα επανέλαβε τα λόγια του Μονέ: Ότι το ευρωσύνταγμα είναι πολύ καλό επειδή μοιάζει με το αμερικανικό καθώς ωθεί το σοσιαλισμό στην παρανομία. Το ευρωσύνταγμα δεν εξαφάνιζε το σοσιαλισμό αλλά και τα εθνικά κράτη για να μεταφέρει τις εξουσίες τους στο πουθενά.

Κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω είναι πως οι ΗΠΑ αποτελούν τον συλλογικό ηγέτη αυτού του συλλογικού ιμπεριαλισμού, καθώς είναι η μόνη δύναμη που έχει κράτος και στρατό.

Από τη στιγμή μάλιστα που τη δεκαετία του ’80 χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία να δημιουργηθεί μεταξύ της Σουηδίας, της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας μια συμμαχία που θα κινούταν πέραν του ανατολικού και του δυτικού μπλοκ, το λεγόμενο «ευρωπαϊκό σχέδιο» πήρε νέα ώθηση με τη δημιουργία του ευρώ. Δημιουργήθηκε έτσι ένα νόμισμα χωρίς να έχει από πίσω του ένα κράτος, έστω ένα υπερεθνικό κράτος, η διαχείριση του οποίου εν τέλει πέρασε στο μονοπωλιακό κεφάλαιο.

 

Made in USA η ισοτιμία του ευρώ

 

-Σε αυτή τη βάση δραστηριοποιήθηκε και το ΔΝΤ εντός της ευρωζώνης, κάτι που θα θεωρούταν αδιανόητο μέχρι πριν πολύ λίγα χρόνια;

 

-Ακριβώς. Δεν υφίσταται καμιά αντίθεση. Αυτός είναι ο συλλογικός καπιταλισμός. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η καταστροφή. Βλέποντας το δολάριο και το ευρώ διακρίνεις μια εντελώς ασύμμετρη κατάσταση. Το μέγεθος του ευρωπαϊκού ΑΕΠ ή του πληθυσμού της ευρωζώνης, όπως ισχυρίζονται πολλοί, δεν δηλώνουν το παραμικρό για την ισχύ του ευρώ. Οι Αμερικάνοι αποφασίζουν για την συναλλαγματική ισοτιμία του ευρωπαϊκού κοινού νομίσματος, ορίζοντας την ισοτιμία του δολαρίου. Δηλαδή η Ουάσινγκτον μονομερώς επιλέγει ένα φθηνό δολάριο και βρίσκεται τότε η ευρωζώνη με ένα ισχυρό ευρώ και αντίστροφα.

 

– Ποια είναι η επόμενη μέρα της τρέχουσας κρίσης;

 

-Οι ισχυροί της ΕΕ θα μεταφέρουν όλο και μεγαλύτερο μέρους του κόστους στους αδυνάτους. Καθόλου τυχαίο δεν ήταν όλα αυτά τα χρόνια το ενδιαφέρον της Γερμανίας να εντάξει στην ΕΕ μικρά και αδύνατα κράτη, επιβάλλοντας το ένα κύμα διεύρυνσης μετά το άλλο. Είναι μια διαδικασία που στο νέο μου βιβλίο την περιγράφω ως «Λατινοαμερικανοποίηση» της Ευρώπης. Στην Ελλάδα ωστόσο τα προγράμματα λιτότητας που επιβάλλονται σε όλη την ΕΕ θα αποδειχθούν πολύ πιο καταστροφικά κοινωνικά απ’ ότι θα είναι στην Γερμανία, για παράδειγμα, χωρίς να υποτιμάω τις δραματικές συνέπειες που θα έχουν κι εκεί. Υπογραμμίζω όμως τις εφιαλτικές συνέπειες που θα δεχθούν χώρες όπως η Ελλάδα. Μια ματιά στη Λετονία αρκεί. Οι ναζιστικές ορδές κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δεν προκάλεσαν τόσο πόνο…

 

 

ΠΗΓΗ: Επίκαιρα 11-17/11/2010 και 16/11/2010, http://leonidasvatikiotis.wordpress.com/2010/11/16/…B4/

Ζ. Κ. Γιούνκερ: Εξομολογούμαι, άρα μετανοώ;

Εξομολογούμαι, άρα μετανοώ;*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

 

Η τεχνητή οικονομική κρίση στην οποία εξωθήθηκε η Ελλάδα όχι μόνο από τις κοντόθωρες μικροπολιτικές τακτικές των ελληνικών κυβερνήσεων, μα κι από τις συντονισμένες πρακτικές των κερδοσκοπικών τραπεζικών ιδρυμάτων και των ισχυρών κρατών της Ε.Ε. έγινε τελικά παραδεκτή από τον επικεφαλής του Eurogroup κ. Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Ο κ. Γιούνκερ «εξομολογήθηκε» ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας γνώριζαν πως η χώρα θα αντιμετώπιζε τεράστιο δημοσιονομικό πρόβλημα, ωστόσο δεν κινήθηκαν αποφασιστικά ώστε να το αποτρέψουν, καθώς οι υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της Γαλλίας και της Γερμανίας: «η Γαλλία και η Γερμανία κέρδιζαν τεράστια ποσά από τις εξαγωγές τους προς την Ελλάδα», παραδέχτηκε ο κ. Γιούνκερ («In.gr», http://news.in.gr/economy/article/?aid=1231062258, 9/10/2010.).


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 307, 16/11/2010.

Η παραδοχή του επιτελικού στελέχους της Ε.Ε. αντιμετωπίστηκε από τα μέσα ενημέρωσης σαν κεραυνός εν αιθρία, σαν ύψιστη αποκάλυψη που ξεθόλωσε το τοπίο. Περίεργη αντιμετώπιση, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς πως τα ίδια μέσα ενημέρωσης, τις παραμονές της ελληνικής ένταξης στην Ο.Ν.Ε., ανέλυαν με τι είδους «μαγειρέματα» θα κατορθωνόταν παρασκηνιακά η ένταξη στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. Εγκαίρως, άλλωστε, πολύ νωρίτερα από τις «εξομολογήσεις» του κ. Γιούνκερ, σχολιάζαμε από το βήμα τούτο σχετικά με τη νοθεία στοιχείων που οδήγησαν την Ελλάδα στην Ο.Ν.Ε.: «Καί οι Έλληνες τη γνώριζαν, καί οι Ευρωπαίοι τη γνώριζαν, κι η κάθε πλευρά αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Η ελληνική πολιτική βολευόταν με την εικόνα του “σφρίγους” της και τη θωράκιση του νομίσματός της, όπως νόμιζε τότε. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές βολεύονταν με την κατάκτηση μίας ακόμη αγοράς προς δραστηριοποίηση των επιχειρήσεών τους. Οι ελληνικές κυβερνήσεις μάθανε να κληροδοτούν η μία στην άλλη την τέχνη της “αλχημείας”, και οι ευρωπαϊκές να προσποιούνται ότι δεν γνωρίζουν τη νόθευση.» («Από την “αειφόρο λαδί ανάπτυξη” στον “προστατευτισμό του εκβιασμού”…», εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 290, 1/3/2010.)

«Εξομολογήσεις» όπως του κ. Γιούνκερ προκαλούν υποψίες αναφορικά με την ειλικρίνεια ή τη σκοπιμότητά τους. Πρόκειται άραγε για ειλικρινείς παραδοχές, που οφείλονται σε κρίση εξομολόγησης εξαιτίας της ανάγκης για μετάνοια από το κυνήγι των Ερινυών, ή μήπως εντάσσονται στη συνέχιση του παιχνιδιού σ’ ένα προηγμένο επίπεδο; Ίσως όμως και να μην έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού ακόμη και η σκοπιμότητα φαίνεται να οδηγεί εκ νέου στην υπηρέτηση των ίδιων σχεδίων: ο κ. Γιούνκερ πιθανότατα εξακολουθεί να εξυπηρετεί τα γαλλογερμανικά στρατηγήματα, αναζωπυρώνοντας ένα κλίμα δυσπιστίας που καθιστά απαγορευτική την οποιαδήποτε ελληνική ψυχολογική ανάκαμψη.

Απ’ όλα τούτα τα σοφά σεμινάρια των Ευρωπαίων πολιτικών, οι οποίοι διδάσκουν τρόπους για την προώθηση των κρατικών τους οικονομικών συμφερόντων, οι Έλληνες ομόλογοί τους επιλέγουν, δυστυχώς, να εντρυφούν μόνο στο κεφάλαιο των σεμιναρίων που αφορά το επικοινωνιακό σκέλος, για την προώθηση των κομμάτων τους στην κοινή γνώμη μ’ όσο το δυνατόν ελκυστικότερη εικόνα. Μόνιμος στόχος αποδεικνύεται όχι η υπέρβαση των αναπηριών μέσα από τη διεισδυτική διάγνωση και τη θεραπεία τους, μα ο σφετερισμός της εμπιστοσύνης που πηγάζει από μία ανειλικρινή μεταμέλεια. Άρα, σε τελική αναγωγή, ως πρωταρχικός κομματικός στόχος προσδιορίζεται η εξαπάτηση των πολιτών και η καταβαράθρωση του δημόσιου συμφέροντος, προς όφελος του κομματικού συμφέροντος και της αντίστοιχης επίπλευσης των κομματικών παραγόντων.

Βεβαίως, κάθε είδους πολιτική εξομολόγηση προσποιείται την ειλικρινή μεταμέλεια. Η δήλωση του κυβερνητικού αντιπροέδρου κ. Θεόδωρου Πάγκαλου «τα φάγαμε όλοι μαζί», η οποία απαντούσε στο καυτό ερώτημα «πού πήγαν τα λεφτά», και η οποία τόσο συζητήθηκε, δεν επιδίωκε απλώς τη μετάθεση της ευθύνης για τη λεηλάτηση της δημόσιας περιουσίας από τον πολιτικό κόσμο στους πολίτες· επιδίωκε την προβολή ενός μεταμελημένου προσώπου. «Ακολουθήσαμε μια πρακτική αθλιότητας, εξαγοράς και διασπάθισης του δημοσίου χρήματος», παραδέχτηκε ο κ. Πάγκαλος, συμπληρώνοντας: «Πάντοτε πίστευα ότι το διαχρονικό τεράστιο πρόβλημα που έχει η πολιτεία είναι η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Δεν τολμούσαμε να βάλουμε χέρι στις ιστορίες αυτές λόγω πολιτικού κόστους.» (εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 22/9/2010). Σκληρή αυτοκριτική υποτίθεται ότι επιχειρεί ο κ. Πάγκαλος. Αναγνωρίζοντας τα εγκλήματα του παρελθόντος ζητά τη συγχώρεση και την ανανέωση της εμπιστοσύνης στα πρόσωπα που, αν και υπέπεσαν στα ολισθήματά τους, έχουν πλέον συνειδητοποιηθεί, και μεταμελημένα εμφανίζονται αρκούντως ώριμα ώστε να αιτηθούν εκ νέου τη διαχείριση των ελληνικών τυχών. Πόσα όμως mea culpa μπορεί να συγχωρήσει κανείς; Όσο ενδιαφέρων κι αν είναι ο ενδοσκοπικός εντοπισμός της ρίζας του κακού, πώς να επιτραπεί η εμπιστοσύνη της θεραπείας του στους ίδιους κύκλους που το επώασαν;

Ο βαθμός της υποκρισίας που κρύβουν όλες οι αντίστοιχες «εξομολογήσεις» αποκαλύπτεται στην προσεκτική ανάγνωση της βαρύγδουπης δήλωσης του κ. Ανδρέα Λοβέρδου κατά τη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Realnews» της 3/10/2010. Ο αναγνώστης που δεν στέκεται στον τίτλο της συνέντευξης «Αν δεν τα καταφέρουμε, πάμε για νέο Γουδί!» αλλά μελετά αυτολεξεί τα λεγόμενα του υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, διαβάζει τα εξής αναφορικά με την ανάγκη να εκπληρώσει η κυβέρνηση τους στόχους της προς όφελος της χώρας: «Αν εμείς δεν τα καταφέρουμε, τότε – όπως έχω πει από το 2008 – πάμε για νέα ιδρυτική πράξη της Ελληνικής Δημοκρατίας. Πάμε για νέο Γουδί, όχι όμως στους στρατώνες, αλλά στην ελληνική Βουλή.» (η υπογράμμιση με πλάγια στοιχεία δική μου). Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: το πρώτο τρυγόνι περιλαμβάνει την εξομολογητική διάθεση που τείνει να συγκινήσει κάθε καλοπροαίρετο πολίτη, εφόσον αυτός διαπιστώνει πως οι κυβερνώντες του έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια για πολιτικές απάτες, ειδάλλως θα προκληθεί κοινωνική επανάσταση, και μάλιστα δικαίως! Το δεύτερο τρυγόνι περιλαμβάνει την ευθεία αναίρεση του πρώτου, εφόσον διατυπώνεται λαγαρά πως οι πολιτικοί ηγέτες έχουν μεν αντιληφθεί ότι η όποια αναποτελεσματικότητά τους μπορεί να προκαλέσει ανατροπές, ωστόσο τις ανατροπές αυτές δεν θα τις αναλάβει κάποιος παράγοντας εξωτερικός σε σχέση με τους δημιουργούς των αδιεξόδων, παρά θα τις αναλάβουν οι ίδιοι οι δημιουργοί των αδιεξόδων! Γιατί, όταν ο κ. Λοβέρδος επιφυλάσσει τον επαναστατικό ρόλο στην ίδια την ελληνική Βουλή, παραδέχεται απλώς ότι η διάθεσή του για κάθαρση του πολιτικού σκηνικού δεν υπερβαίνει το επίπεδο της λεγόμενης «αυτοκάθαρσης». Σαν να θέλει κανείς να προστατέψει το κοπάδι από τον λύκο, οπότε αποφασίζει, κάνοντας μια νέα αρχή προκειμένου να πετύχει τον στόχο του, να αναθέσει τη φύλαξη του κοπαδιού στον ίδιο το λύκο, που ’χει – υποτίθεται – στο μεταξύ μεταμεληθεί!

Όλες οι προηγούμενες «εξομολογήσεις» ακολουθούν, βεβαίως, τον δρόμο που υπέδειξε εξαρχής η πολιτική ηγεσία, καθώς όταν ο πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου δηλώνει «θα μας πάρουν όλους, και τονίζω το “όλους”, με τις πέτρες, αν δεν συμβάλουμε στο να εμπεδωθεί το αίσθημα δικαίου και ευνομίας στη χώρα» (4/6/2010), προσποιείται πως υπογράφει με τον λαό το νέο κοινωνικό συμβόλαιο της έντιμης διακυβέρνησης. Κι όταν διαβεβαιώνει «είμαστε αντιεξουσιαστές στην εξουσία. Μην ταυτιστείτε ποτέ με τα υπουργεία σας, ταυτιστείτε με τον πολίτη» (10/9/2010), υπογραμμίζει την ανάγκη πολιτικής μετάνοιας, η οποία θα συνοδεύεται από έμπρακτες πολιτικές στάσεις προς εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου και των αναγκών του, κι όχι των κομματικών στρατών. Λόγια αναμφίβολα εξαιρετικά. Κάθε άλλο παρά «ξύλινα», όπως είθισται να χαρακτηρίζεται η πολιτική φρασεολογία. Λόγια, όμως, προσωπεία υποκρισίας, που μέσα από την δραματικότητά τους αφήνουν να διαφανεί η προσκόλληση στην εξουσία, η οποία καθίσταται αντικείμενο επιδίωξης μέσω ποικίλων εκβιαστικών διλημμάτων προς τους πολίτες. Λυτρωτικά, συνεπώς, τα λόγια, όμως το ζήτημα δεν είναι αυτά, παρά μόνο οι πραγματικά ξύλινες πολιτικές πρακτικές. Όσο οι ξύλινες πρακτικές συντηρούνται, τόσο τα λόγια αποδεικνύονται βερμπαλιστικές εκθέσεις ιδεών. Και η φλύαρη τούτη επανάληψη δεν αντέχεται, μήτε από κανέναν μήτε και για τίποτα. Εκτός κι αν οι «εξομολογήσεις» επαναλαμβάνονται από τον πολιτικό κόσμο σε μια απόπειρα του τελευταίου να πείσει για την υποτιθέμενη μεταμέλειά του τουλάχιστον τον εαυτό του, έστω στη θεωρία.

 

Γιάννης Στρούμπας

Τρομοκρατήστε τους τρομοκράτες!

Τρομοκρατήστε τους τρομοκράτες!

 Του Δαμιανού Βασιλειάδη*

Το νόημα του Πολυτεχνείου: Τρομοκρατήστε τους τρομοκράτες! Ο τίτλος σίγουρα ξενίζει, γιατί δεν αντιλαμβάνεται κανείς, τι εννοεί. Η εξήγηση.

Επί χουντικής περιόδου 1967-1974 το άνθος της ελληνικής νεολαίας βρισκόταν στην Γερμανία κυρίως. Οι περισσότεροι από τις αγροτικές περιοχές που πήγαν εκεί με συμβάσεις και όχι ως λαθρομετανάστες, ήταν διαλεγμένοι από τους Γερμανούς, με κριτήρια το νεαρό της ηλικίας, την υγεία και την ευρωστία τους.

Συνέχεια

Του ’73 τον ψίθυρο ακούω πάλι – του Παν. Α. Μπ.

Του ’73 τον ψίθυρο ακούω πάλι

Του Παναγιώτη Μπούρδαλα


«Όλοι ενωμένοι, όλοι ενωμένοι»,

ακούστηκε πίσω από τα παχιά κάγκελα.

Δίπλα – δίπλα αμούστακα και γενειοφόροι,

γυναίκες και άντρες, μετά από καιρό,

πρωτοπόροι και άκαπνοι με ένα σκοπό.

Συνέχεια