Αρχή Πιστοποίησης της Παιδαγ. Ακαταλληλότητας

Αρχή Πιστοποίησης της Παιδαγωγικής Ακαταλληλότητας·

 

Αρχή Εκθεμελίωσης της Κοινωνικής Συνοχής…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Δεν πρόλαβε να συμπληρωθεί ένας μήνας αφότου το υπουργείο Παιδείας εξέδωσε εγκύκλιο (9/11/2010) αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να διαχειρίζονται οι σύλλογοι διδασκόντων τις περιπτώσεις επιβολής ποινών σε μαθητές, και νέα υπόθεση, πάλι σχετική με τη στάση των εκπαιδευτικών απέναντι στους μαθητές, είδε το φως της δημοσιότητας.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 309, 16/12/2010.

Η νέα υπόθεση, όπως παρουσιάστηκε από τα μέσα ενημέρωσης, συνεχίζει τη δημιουργία απαξιωτικού κλίματος απέναντι στους εκπαιδευτικούς, με μέθοδο πανομοιότυπη με εκείνη που ακολουθήθηκε από το υπουργείο μέσω των διαρροών του στον τύπο κατά το προηγούμενο ζήτημα, το σχετικό με την επιβολή ποινών. Καί στις δύο περιπτώσεις οι εκπαιδευτικοί εμφανίζονται ανεπαρκείς παιδαγωγικά, ως αδιάκριτοι και αυταρχικοί.

Το νέο συμβάν αφορά δύο μαθήτριες γυμνασίου, οι οποίες, κατά την ώρα του μαθήματος των θρησκευτικών, ασχολούνταν με τετράδιο στο οποίο περιλαμβάνονταν προσωπικές τους σημειώσεις, κι όχι με το μάθημα. Η καθηγήτρια των θρησκευτικών αφαίρεσε από τις μαθήτριες το τετράδιο, παρά τη σχετική επισήμανση εκείνων πως το τετράδιο περιείχε προσωπικές τους πληροφορίες. Το αίτημα των μαθητριών για την επιστροφή του τετραδίου τους επαναλήφθηκε κι από τους γονείς τους προς τον σύλλογο διδασκόντων του γυμνασίου, ο οποίος αρνήθηκε να το επιστρέψει στους κατόχους του, θεωρώντας ότι όφειλε να το χρησιμοποιήσει στο τέλος της σχολικής χρονιάς, προκειμένου να αξιολογήσει τη διαγωγή των μαθητριών. Κατόπιν της άρνησης του συλλόγου διδασκόντων να ανταποκριθεί στο αίτημα των γονέων, οι τελευταίοι απευθύνθηκαν στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία αποφάνθηκε πως το τετράδιο θα έπρεπε να επιστραφεί στις μαθήτριες και να καταστραφούν τυχόν αντίγραφά του, εφόσον είχαν δημιουργηθεί.

Το θέμα παρουσιάστηκε από ποικίλα μπλογκ στο διαδίκτυο, ενώ το αναπαρήγαγαν και μέσα ενημέρωσης με μεγάλη εμβέλεια, όπως ο «Σκάι» (http://www.skai.gr/news/greece/article/157773/paranomi-i-afairesi-tetradiou-me-prosopikes-simeioseis-mathiti-/), η «Καθημερινή» (http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_03/12/2010_367396) και το «real.gr» (η καθημερινή ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Realnews») (http://www.real.gr/DefaultArthro.aspx?page=arthro&id=28236&catID=3), όλα τους στις 3/12/2010.

Μάλιστα ο έγκυρος εκπαιδευτικός ιστότοπος «Αλφαβήτα», που συγκεντρώνει τις ειδήσεις εκπαιδευτικής θεματολογίας, αναπαράγοντας την είδηση από το ειδησεογραφικό «NewsIt», «χάρισε» στο αναγνωστικό κοινό μια ολοζώντανη, δραματοποιημένη δημοσιογραφική κάλυψη με συναισθηματικές περιγραφές όπως «οι δύο ανήλικες μαθήτριες την ώρα του μαθήματος είδαν με απογοήτευση τον καθηγητή τους να τους παίρνει από τα χέρια ένα τετράδιο […]» ή «ανένδοτος ο καθηγητής δεν το επέστρεφε όσο και αν παρακαλούσαν οι μαθήτριες […]» (οι υπογραμμίσεις με πλάγια στοιχεία δικές μου) (http://www.alfavita.gr/artro.php?id=16122 , 3/12/2010). Βέβαια, εκτός από τη φτηνή μελό διάσταση στο ρεπορτάζ του «NewsIt», η οποία προσιδιάζει μάλλον σε σαπουνόπερα παρά σε σοβαρό ειδησεογραφικό μέσο, προκύπτει και μία διαφορετική πληροφόρηση επί των γεγονότων, αφού ο εμπλεκόμενος σε αυτά εκπαιδευτικός μεταλλάσσεται από καθηγήτρια σε καθηγητή, στοιχείο που αποδεικνύει την ελαφρότητα και την προκατάληψη με την οποία πραγματοποιήθηκαν η προσέγγιση κι η αναπαραγωγή του συμβάντος.

Οι «ανένδοτοι», «ασυμπόνετοι», «αυταρχικοί» εκπαιδευτικοί πιστοποιούν στο ενεργητικό τους τούς συνηθισμένους πλέον «τίτλους» ακαταλληλότητας, μόνο που αυτή τη φορά οι τίτλοι επικυρώνονται κι από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων· ή μάλλον την Αρχή Πιστοποίησης της Παιδαγωγικής Ακαταλληλότητας! Ο ιστότοπος «esos.gr» (3/12/2010) παραθέτει το σκεπτικό της: «Η συγκεκριμένη συμπεριφορά των μαθητριών, της ανταλλαγής δηλαδή κατά την ώρα της διδασκαλίας πρόχειρου τετραδίου στο οποίο αναγράφονταν, επίσης κατά την ώρα του μαθήματος, διάφορες απόψεις τους, προδήλως είναι δυνατόν να θεωρηθεί επιλήψιμη και να επισύρει πειθαρχικές κυρώσεις. Η βίαιη όμως και χωρίς τη θέληση της μαθήτριας αφαίρεση του τετραδίου, η παράδοσή του στο σύλλογο των καθηγητών και πολύ περισσότερο η ανάγνωση του περιεχομένου του αποτελούν πράξεις που εξέρχονται του καλώς εννοούμενου δικαιώματος του καθηγητή για επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων εις βάρος του μαθητή και επομένως η επεξεργασία και καταχώριση του τετραδίου σε αρχείο είναι παράνομη. Η προσβολή της προσωπικότητας του μαθητή στην κρίσιμη ηλικία της εφηβείας είναι ασυγκρίτως βαρύτερη και του οφέλους που θα επιφέρει σε αυτόν η πειθαρχική ποινή που τυχόν θα επιβληθεί, αλλά και του γενικού οφέλους που θα επιφέρει στη μαθητική κοινότητα η τιμωρία αυτή.» (http://esos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=10553:prosopika-dedomena-ton-mathiton-mporoun-oi-ekpaideitikoi-na-afairesoun-apo-mathites-tetradia-me-prosopikes-simeioseis?&Itemid=1796&tmpl=component&print=1)

Η απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων αποπειράται να ακροβατήσει ισορροπώντας με πολιτική ορθότητα μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών στο συγκεκριμένο ζήτημα. Αναγνωρίζει πως η ενασχόληση στην αίθουσα με τετράδιο που δεν αφορά το αντικείμενο διδασκαλίας δύναται να επισύρει πειθαρχικές κυρώσεις. Παράλληλα όμως διευκρινίζει πως η αφαίρεση του τετραδίου με βίαιο τρόπο δεν είναι επιτρεπτή, ενώ και η πρόσβαση σε σημειώσεις προσωπικού χαρακτήρα, που συνιστούν προσωπικά δεδομένα, καθώς και η διάδοσή τους, είναι πράξεις παράνομες, που προσβάλλουν την προσωπικότητα των εφήβων.

Είναι δύσκολη η τοποθέτηση σ’ ένα ζήτημα λεπτό, για όσους δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρές του. Η τροπή των αντίστοιχων υποθέσεων δεν σχετίζεται απλώς με τα «αστυνομικά» ή τα μετρήσιμα «μαθηματικά» δεδομένα τους, τα οποία αξιολόγησε η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Η επίλυση μιας υπόθεσης με τρόπο ειρηνικό ή η κατάληξή της σε αδιέξοδο εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις αντιδράσεις των εμπλεκόμενων πλευρών, για παράδειγμα από τη νηφάλια ή την απότομη κι ειρωνική αντίδραση του διδάσκοντα, μα κι από τη στάση ειλικρινούς μεταμέλειας των μαθητών ή την ανυποχώρητη άρνησή τους να παραδεχτούν το σφάλμα τους. Σίγουρα η ψυχραιμία και η διάθεση προσέγγισης των δύο πλευρών μεταξύ τους με καλή πίστη μπορούν να αποδειχτούν αποτελεσματικές.

Ωστόσο πέρα από την «ισορροπημένη» στάση που αποπειράθηκε η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, τα μέσα ενημέρωσης και τα μπλογκ επέλεξαν μία μονόπλευρη απόδοση δικαίου προς τη μεριά των μαθητριών, με την παράλληλη, όπως προαναφέρθηκε, αρνητική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Η εικόνα που προβλήθηκε για μία ακόμη φορά ήταν εικόνα δαιμονοποίησης των διδασκόντων και καθαγιασμού των μαθητικών στάσεων, ασχέτως του περιεχομένου τους. Όμως αν στόχος του σχολείου είναι η πνευματική, ψυχική και ηθική καλλιέργεια των μαθητών, τότε ίσως θα ’πρεπε να διερωτόμαστε τι ρόλο διαδραματίζει στα χέρια των μαθητριών ένα τετράδιο με περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο του αντικειμένου διδασκαλίας. Επιπρόσθετα, ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους ένα σύστημα εκπαίδευσης αφήνει αδιάφορους κάποιους μαθητές απέναντί του. Κι οπωσδήποτε, με ποιον τρόπο οι οικογένειες, πέρα από την πολιτεία και τους λειτουργούς της, εμφυσούν στα παιδιά τους την αγάπη για την παιδεία, μ’ όσες δυσκολίες κι αν ανακύπτουν στα μονοπάτια της, ή αντίθετα τα εθίζουν σε μια θρασεία, απαξιωτική, νεοπλουτίστικη αλαζονεία, που υποτιμά τα πάντα, θεωρώντας πως μπορεί με προπέτεια να τα καθυποτάξει.

Ακόμη όμως και η επιχειρηματολογία της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, παρά την εξισορροπητική της διάθεση, δεν ευσταθεί. Η Αρχή σημειώνει στο σκεπτικό της απόφασής της πως «τα δεδομένα πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών». Η ενέργεια της καθηγήτριας σε καμία περίπτωση δεν απέχει από τους προαναφερθέντες «σαφείς και νόμιμους σκοπούς». Ο εκπαιδευτικός επιφορτίζεται με ρόλο παιδαγωγικό και κηδεμονικό. Αναλαμβάνει να οδηγήσει τους μαθητές του όχι μόνο προς τη γνώση επαναφέροντάς τους στο διδακτικό αντικείμενο αν αποσπώνται από κάτι διαφορετικό, μα και να τους προστατεύει από κακοτοπιές, όπως η χρήση ναρκωτικών ή η σεξουαλική κακοποίηση. Η στάση που προτείνει η Αρχή κρατά τους μαθητές εγκλωβισμένους σε οποιονδήποτε κίνδυνο, δεν επιτρέπει καμία σωτήρια επέμβαση από την πλευρά των ενηλίκων. Σε μία αντίστοιχη περίπτωση, φυσικά, τα επιτιμητικά μέσα ενημέρωσης ελέγχουν την απουσία των διδασκόντων και τους χρεώνουν μέχρι και «συγκάλυψη βιασμού», όπως έχει συμβεί άλλωστε στο πρόσφατο παρελθόν.

Η αναφορά, πάλι, στην «προσβολή της προσωπικότητας» του έφηβου μαθητή,  που είναι «ασυγκρίτως βαρύτερη και του οφέλους που θα επιφέρει σε αυτόν η πειθαρχική ποινή που τυχόν θα επιβληθεί, αλλά και του γενικού οφέλους που θα επιφέρει στη μαθητική κοινότητα η τιμωρία αυτή», κρίνεται σαν επιχειρηματολογία παντελώς έωλη. Πραγματικό κίνδυνο για την υγιή διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητών συνιστά η ανοχή της νοοτροπίας χαλαρότητας, η δικαίωση της ήσσονος προσπάθειας, η ουσιαστική επιβράβευση της πνευματικής αποχής από τη διδασκαλία και η μετατροπή της σε αυτονόητο δικαίωμα. Η στάση αυτή ωθεί τους μαθητές στην ευκολία, ακόμη και σε εκβιασμό ή αυταρχικότητα απέναντι στους καθηγητές τους, και δομεί προσωπικότητες ανερμάτιστες, χωρίς σεβασμό και απαιτήσεις ήθους. Το ατομικό και το συλλογικό όφελος αναμφίβολα καταργούνται, καθώς η ατομική, εκβιαστική αυθαιρεσία εκθεμελιώνει την κοινωνική συνοχή. Κι η Αρχή, όσο κι αν θα ισχυριζόταν πως παρερμηνεύεται, φέρει την ευθύνη της ακέραια, γιατί θα ’πρεπε να διαθέτει τη στοιχειώδη εμπειρία και ωριμότητα ώστε να υποψιαστεί και να προλάβει τον τρόπο με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης θα εκλάμβαναν την απόφασή της και θα δημιουργούσαν λαϊκίστικα λάθος εντυπώσεις. Η εκπομπή του λάθους, διαλυτικού των κοινωνιών μηνύματος πως οι μαθητές μπορούν να ενεργούν ανεξέλεγκτοι κατά το δοκούν, συντελέστηκε. Και δυστυχώς δεν επιδέχεται επιστροφή.

Είναι υπερβολική τάχα η απόδοση πρόθεσης λαϊκισμού στα μέσα ενημέρωσης; Διόλου, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς πως η συγκεκριμένη υπόθεση κάθε άλλο παρά νέα είναι! Ανάγεται στο 2000, η δε απόφαση της Αρχής – αναρτημένη στην ιστοσελίδα της – είναι η υπ’ αριθμόν 35/2001 κι εκδόθηκε στις 19/3/2001! Τα μέσα ενημέρωσης και τα μπλογκ αναπαρήγαγαν ακριβώς το προ δεκαετίας συμβάν, με τους ίδιους πρωταγωνιστές! Ποιοι λόγοι θα ωθούσαν στην πλαστή προβολή ενός ξεπερασμένου συμβάντος με όρους επικαιρότητας; Αν η παραχάραξη της επικαιρότητας δεν είναι απλό προϊόν της επιπολαιότητας κάποιου απελπισμένου δημοσιογράφου που έψαχνε θέμα για να γεμίσει τις σελίδες του, παρασύροντας όλους τους υπόλοιπους, τότε εύλογα μπορεί να υποτεθεί πως πρόκειται για προμελετημένη ενέργεια, που αποσκοπεί στον εξευτελισμό των εκπαιδευτικών. Κι εδώ πλέον οφείλουν, όσοι διακίνησαν την υπόθεση, να αποκαλύψουν τον πληροφοριοδότη τους, αποκάλυψη που θα ερμηνεύσει άλλωστε και τη σκοπιμότητα της σπίλωσης, σε μια περίοδο που ομολογουμένως κι άλλοι επαγγελματικοί κλάδοι δέχονται επιθέσεις λάσπης, ενόψει της αποψίλωσης βασικών εργασιακών δικαιωμάτων.

 

Γιάννης Στρούμπας

Η κατάργηση του θεσμού του Παιδ. Ινστιτούτου

Η κατάργηση του θεσμού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

 

Του Γιώργου Σιγάλα*

 

      Αγία Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2010

 

 

Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Π.Ι.) είναι ο παλαιότερος ερευνητικός  και συμβουλευτικός θεσμικός φορέας σε θέματα Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Είναι ανεξάρτητη δημόσια υπηρεσία και υπάγεται στον υπουργό Παιδείας. Σκοπός του  είναι η υποβολή  εισηγήσεων και  προτάσεων για τα προγράμματα σπουδών και τα σχολικά βιβλία, για τη χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής, για επιμορφώσεις και  για έρευνες. Παράλληλα εφαρμόζει και υλοποιεί αποφάσεις του Υπουργείου Παιδείας.

Με την αφορμή όμως της επικείμενης συγχώνευσης του Π.Ι. με τρεις άλλους φορείς επιχειρείται να αποψιλωθούν οι αρμοδιότητές του και να ακυρωθεί η ουσιαστικότερη λειτουργία του, δηλαδή, η θεωρητική τεκμηρίωση της εκπαιδευτικής πολιτικής,  η προστασία της εκάστοτε ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας από τυχόν αστοχίες και  η διατήρηση της εύρυθμης λειτουργίας των σχολείων με την αποφυγή αναστάτωσης εκπαιδευτικών, μαθητών και γονιών. Αυτό απειλείται να γίνει με την παύση του χαρακτήρα του Π.Ι. ως ανεξάρτητου οργάνου,   τις εισηγήσεις του οποίου όφειλε να λαμβάνει υπόψη του  ο υπουργός και να τις μνημονεύει στις αποφάσεις του και να μετατραπεί σε ένα απλά γνωμοδοτικό και εξουδετερωμένο όργανο. Είναι προφανές ότι,  παρ΄ όλο που οι εισηγήσεις αυτές δεν είχαν δεσμευτικό χαρακτήρα,  οι αποφάσεις του υπουργού δεν ήταν δυνατόν να είναι σε πλήρη αντίθεση με αυτές. Τώρα, όμως,  θα μπορεί  η σημερινή ηγεσία ελεύθερα και ανεξέλεγκτα για θέματα αρμοδιότητας του Π.Ι. να ορίζει εξωθεσμικές μονοκομματικές και εφήμερες  μονοκομματικές επιτροπές συγκροτούμενες από διάφορους "γνωστούς" ή "παρέες", οι οποίες θα αποφαίνονται χωρίς ευθύνη, μνήμη, συνέχεια και συνέπεια και να υπονομευτεί το μέλλον των παιδιών μας. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να μπουν σε περιπέτειες το δωρεάν σχολικό βιβλίο, η δωρεάν παιδεία, η ελευθερία  των ιδεών. Θα επιχειρείται πλέον ανεξέλεγκτα η ιδεολογική χειραγώγηση της εκπαίδευσης, βορά στα ιδιωτικά συμφέροντα και στην αγορά εργασίας.

Ο θεσμός του Π.Ι., όπως κάθε θεσμός, προστάτευε τη δημοκρατική λειτουργία στην εκπαίδευση. Τα μέλη του Κύριου Προσωπικού του Π.Ι. έχουν υψηλότατο επιστημονικό επίπεδο. Εκλέγονται με τις ίδιες διαδικασίες και τα ίδια προσόντα με τα μέλη ΔΕΠ  των ΑΕΙ, δηλαδή διδακτορικό στην απαιτούμενη ειδικότητα, δημοσιεύσεις αλλά και επιπλέον μακροχρόνια διδακτική εμπειρία στα σχολεία του Δημοτικού , Γυμνασίου και Λυκείου.

Η δομή του Π.Ι. είναι αντίστοιχη με αυτή του Συμβουλίου Επικρατείας και λειτουργεί με Ολομέλεια και  Τμήματα. Στα Τμήματα το κάθε θέμα μελετάται από τους εισηγητές, συζητείται, γίνονται οι αναγκαίες  ζυμώσεις και λαμβάνεται η απόφαση με ψηφοφορία. Εκφράζονται από τα εκλεγμένα (και όχι διορισμένα) μέλη όλες οι ιδεολογικές και εκπαιδευτικές απόψεις οι αντίστοιχες των οποίων  υπάρχουν στην εκπαιδευτική κοινότητα αλλά και στην ελληνική κοινωνία γενικότερα. Με τη ζύμωση των ιδεών και των επιστημονικών αντιπαραθέσεων αποφασίζεται συνήθως η μεσότητα, ώστε η εκπαίδευση να εξελίσσεται με ώριμα βήματα, χωρίς αρνητικούς κραδασμούς.

Οι περί την Υπουργό διαδίδουν ότι το Π.Ι. δεν έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία. Αυτό όμως είναι μεγάλο ψέμα. Η εκπαιδευτική κοινότητα εμπιστεύεται το Π.Ι. και τους επώνυμους Συμβούλους του. Η εκπαίδευση εδώ και δεκαετίες στηρίζεται αποκλειστικά στα σχολικά βιβλία που συγγράφονται με καθοδήγηση και ευθύνη του Π.Ι.. Η διδακτική και μαθησιακή δραστηριότητα στηρίζεται αποκλειστικά στα Προγράμματα Σπουδών που συντάσσει το Π.Ι., στα βιβλία δασκάλου και στις οδηγίες που συντάσσει το Π.Ι.. Η εμπιστοσύνη στο Π.Ι. αποδείχτηκε περίτρανα από την πρόσφατη δημόσια διαβούλευση, στην οποία οι πολίτες προτείνουν να επανεξεταστούν  έντεκα φορείς του Υπουργείου Παιδείας, αλλά εξαιρούν το Π.Ι.. 

Με την "αναδιάρθρωση"  του Π.Ι. θέλουν την αποξένωσή του από την καθημερινή εκπαιδευτική πράξη. Θέλουν να μετατρέψουν το Π.Ι. σε μια εξουδετερωμένη ομάδα που, αντί να είναι επιτελικό όργανο,  θα υλοποιεί ορισμένες αποφάσεις του υπουργού. Θέλουν,  από ανεξάρτητη δημόσια υπηρεσία που είναι σήμερα,  να το μετατρέψουν σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), για να ελέγχεται καλλίτερα και να κλείσει μελλοντικά ευκολότερα. Στο Διοικητικού Συμβούλιο του ΝΠΔΔ δεν προβλέπεται να συμμετέχουν οι κοινωνικοί εταίροι (ΟΛΜΕ, ΔΟΕ κ. ά), όπως θα έπρεπε, ούτε εκλεγμένα μέλη από το επιστημονικό προσωπικό! Αντίθετα θα διορίζονται όλοι από την ηγεσία του Υπουργείου! Ακυρώνουν την οποιαδήποτε σχέση του νέου "Παιδαγωγικού Ινστιτούτου" με την κατάρτιση προγραμμάτων σπουδών, με τη συγγραφή του σχολικού βιβλίου, με τη δημιουργία εποπτικών υλικών. Αντίθετα προβλέπεται να παρέχει τις μέχρι τώρα δωρεάν υπηρεσίες του με αμοιβή ακόμη και σε ιδιώτες.

Μας  λένε ότι θέλουν το Π.Ι. να είναι ευέλικτο, ολιγομελές, λιγότερο γραφειοκρατικό. Βέβαια κανείς  δεν έχει αντίρρηση σε πραγματικές προτάσεις βελτίωσης και πρώτοι εμείς έχουμε καταθέσει βελτιωτικές προτάσεις του νόμου 1566/85, αλλά δεν μας έχει δοθεί η ευκαιρία διαλόγου. Στην πραγματικότητα σχεδιάζουν ένα νέο " Παιδαγωγικό Ινστιτούτο" που τα μέλη του δεν θα συμμετέχουν σε όργανα (Ολομέλεια, Τμήματα) με σαφές και διαφανές πλαίσιο διαδικασιών, ώστε να μπορούν να εκφράσουν τις απόψεις τους, αλλά σε "γραφεία"  που θα παραδίδουν ατομικές εκθέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο,  όταν τους ζητηθούν. Περιορίζουν τον αριθμό των  θέσεων  του Κύριου Προσωπικού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και δεν προβλέπεται ειδικότητα. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να διεκδικήσουν την ίδια θέση επιστήμονες προερχόμενοι από τελείως διαφορετικά επιστημονικά πεδία!

Θέλουν να μειώσουν το επιστημονικό κύρος των μελών του Κύριου Προσωπικού του Π.Ι. σχεδιάζοντας τον υποβιβασμό των Συμβούλων σε Συμβούλους Β΄! και να εμποδίσουν την εξέλιξή τους, επαναφέροντας το θεσμό της έδρας  που με αγώνες καταργήθηκε στα ΑΕΙ, καθώς θα πρέπει να χηρέψει η θέση του Συμβούλου Α,  για να εξελιχθεί ένας μόνον Σύμβουλος Β΄. Θέλουν να καταργήσουν τη μονιμότητα στους Παρέδρους του Π.Ι. απαξιώνοντας,  χάριν της υποτιθέμενης "ευελιξίας",  τη συσσωρευμένη εμπειρία τους, την εξειδίκευσή τους, τη συλλογική μνήμη της μονιμότητας. Στο νέο "Παιδαγωγικό Ινστιτούτο" το επιστημονικό προσωπικό θα είναι οι πρώτοι δημόσιοι υπάλληλοι που δεν θα έχουν μονιμότητα. Θα μπορούν να επανακριθούν και μπροστά στην απειλή της επανάκρισης,  οι γνωμοδοτήσεις τους θα αρκεστούν, αντί να είναι επιστημονικές και ανεξάρτητες, να είναι απλώς αρεστές.

Θέλουν να επιβάλλουν ως πλειοψηφικό ρεύμα στην εκπαιδευτική κοινότητα τις προσωπικές απόψεις ατόμων μιας ομάδας  περί την Υπουργό.

 Εξ όλων αυτών συμπεραίνεται τελικά  ότι μέσω της επιχειρούμενης "αναδιάρθρωσης" του Π.Ι. επιδιώκεται η ιδεολογική χειραγώγηση της εκπαίδευσης, η αποφυγή οποιασδήποτε κριτικής και έλεγχος στην εκπαιδευτική πολιτική της ηγεσίας, ο ρεβανσισμός ορισμένων ατόμων και η ενίσχυση της προσωπικής τους επιρροής.  Καταργούν τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που προβλέπουν την εισήγηση, πρόταση ή την παροχή απλής ή σύμφωνης γνώμης εκ μέρους του Π.Ι. που καταργείται. Επιχειρείται η μετακύληση του κόστους του σχολικού βιβλίου στους γονείς, η παράδοση της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ως ευκαιρία νέας "αγοράς" σε ιδιωτικά συμφέροντα.

Η εκπαιδευτική κοινότητα θα τους επιτρέψει να καταργήσουν το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο;

 

* Ο Γιώργος Σιγάλας είναι  Σύμβουλος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, Πρόεδρος της  Ένωσης του Κύριου Προσωπικού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

                                                    

ΠΗΓΗ: 15/12/2010 – 16:35, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=17216

Ζητούμενο: ενότητα και κοινή δράση της αριστεράς

Το ζητούμενο σήμερα είναι η ενότητα και κοινή δράση της αριστεράς

 

Συνέντευξη της Σοφίας Σακοράφα

(στο Δημήτρη Χρήστου)

 

 

* Όταν αποφάσισες να αρνηθείς την ψήφιση των όρων του Μνημονίου, είχες φανταστεί τελικά το μέγεθος της επίθεσης που φτωχοποιεί μαζικά δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά;

Το εργαλείο πρόβλεψης δεν είναι η φαντασία, αλλά η γνώση των ίδιων συνεπειών που έχει προκαλέσει η προσφυγή στο ΔΝΤ σε άλλες χώρες, με διαφορετικές μάλιστα δομές, με διαφορετικά ιστορικά αλλά και παραγωγικά δεδομένα, σε διαφορετικά μήκη και πλάτη του πλανήτη. Η φτώχεια λοιπόν είναι παντού μια κυρίαρχη συνέπεια. Αλλά όχι η μόνη.

Για να φτάσεις στην πλήρη επιβολή, που οδηγεί και στην απόλυτη εξαθλίωση, προϋπόθεση είναι η απώλεια της εθνικής σου ανεξαρτησίας, το γκρέμισμα ακόμη και των αστικών θεσμών, όπως είναι η στοιχειώδης λειτουργία του κοινοβουλίου, η διαμόρφωση ενός κλίματος τρομοκρατίας από τους μηχανισμούς προπαγάνδας και τα ΜΜΕ, η επικράτηση της λογικής της συλλογικής ευθύνης και ο κοινωνικός αυτοματισμός ή αλλιώς κοινωνικός κανιβαλισμός, όπου η μία κοινωνική ομάδα αντιμάχεται την άλλη.

 

Αυτά όλα είναι τα πολιτικά ντοκουμέντα μιας συσσωρευμένης γνώσης. Σήμερα ένα προς ένα αναπτύσσονται και στην ελληνική κοινωνία. Η απόφαση λοιπόν να αντιταχθώ στο μνημόνιο δεν ήταν συναισθηματική, δε στηρίχθηκε σε εικασίες. Ήταν μία απόφαση πολιτική, που στηρίχτηκε σε δεδομένα πολιτικά, τα οποία άλλωστε δεν τα έκρυψε ποτέ και το κείμενο του Μνημονίου που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση.

* Το μέγεθος της καταστροφής που επιφέρει το Μνημόνιο λογικά θα έπρεπε να προκαλεί προβληματισμό και αντιδράσεις τουλάχιστον στα μεσαία στελέχη και τα μέλη του ΠΑΣΟΚ. Αυτό όμως δημοσίως δεν γίνεται αισθητό στην κοινωνία. Τόσο ισχυρή είναι τελικά η γοητεία της εξουσίας;

Σ' αυτά τα τμήματα του ΠΑΣΟΚ υπάρχουν τριγμοί. Φυσικά οι τριγμοί είναι σε πλήρη αναντιστοιχία μεγέθους και έντασης, σε σχέση με τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που σαρώνει την κοινωνία. Θα μου επιτρέψεις μια ερμηνεία που η βάση της είναι ψυχολογική, αλλά η ανάπτυξή της πολιτική.

Είχαμε ποτέ φανταστεί ότι ένας πρωθυπουργός θα έφτανε σε τέτοιο σημείο;

Φανταστείτε έναν κύριο Καραμανλή ή έναν κύριο τάδε από το ΠΑΣΟΚ να βάζει την Ελλάδα σ' αυτή τη μέγγενη. Την ίδια στιγμή θα γινόταν επέλαση, θα στήνονταν οδοφράγματα και ζήτημα είναι εάν το ελικόπτερο θα προλάβαινε.

Είναι τυχαίο που ένα επίθετο, τίποτε άλλο, μόνο ένα επίθετο, το επίθετο Παπανδρέου, "κρατάει "μια ολόκληρη παράταξη δέσμια των επιλογών του;

Εδώ ακριβώς απαντά η ψυχολογία. Είναι κατά την άποψή μου το συλλογικό ασυνείδητο μιας ολόκληρης παράταξης, που ξεπερνά τα στενά όρια του ΠΑΣΟΚ, που ακριβώς μετά μια σειρά γεγονότων (έπειτα από ήττα στον Εμφύλιο, ξερονήσια, καραμανλισμός και ανάκτορα, δικτατορία και πάλι εξορίες, ξανά καραμανλισμός), για πρώτη φορά νομιμοποιήθηκε ως συλλογική πολιτική οντότητα στην Ελλάδα με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Απέκτησε πολιτική υπόσταση, όταν επί μισό αιώνα υπόσταση είχαν μόνο οι δοσίλογοι, οι χαφιέδες και οι υπάλληλοι των Αγγλοαμερικανών.

Είναι αυτή η σχέση του κόσμου με τον Ανδρέα Παπανδρέου, η ωστική δύναμη της οποίας διασώζει προς το παρόν τον απόγονό του. Είναι όμως και η ίδια ωστική δύναμη που θα τον αποκαθηλώσει.

* Στην κοινωνία και με αφορμή τις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές όσοι τουλάχιστον αποφάσισαν να πάνε στις κάλπες εξέφρασαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την αντίθεσή τους στην κυβερνητική πολιτική. Δυστυχώς σε συγγενείς πολιτικούς χώρους δεν κατέστη δυνατό αυτό να εκφραστεί ενιαία. Υπάρχει προοπτική να γίνει κάτι καλύτερο και αποτελεσματικότερο στο μέλλον; Προσωπικά νιώθεις πως όλοι χρειάζεται να κάνουν κάτι περισσότερο πριν να είναι αργά;

Μου επιτρέπεις μια παρατήρηση. Υπάρχουν και αυτοί, οι πολλοί που δεν πήγαν να ψηφίσουν. Έχω την άποψη ότι αυτή η στάση κατά κύριο λόγο δεν ήταν απολιτική, αλλά βαθιά αντιπολιτική και για αυτό πολιτικότατη.

Το γεγονός ότι αυτή τη στάση η αριστερά όχι απλώς δεν μπόρεσε να την εκφράσει, αλλά, το χειρότερο, αποτέλεσε και η ίδια μέρος αυτής της αντιπολιτικής δυσαρέσκειας, είναι ένα τεράστιο ζήτημα και για την αριστερά και για την κοινωνία.

Δεν θέλω να έχω καμία ψευδαίσθηση. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι μια πλασματική πολιτική ενότητα της αριστεράς, αλλά η κοινή πολιτική δράση. Δεν είναι δυνατό το στρατηγικό σου όραμα από τη μία, όπως το περιέγραψε και ο Μπρεχτ, να είναι να φιλιώσεις τον κόσμο, μέσα από μία αταξική κοινωνία, και από την άλλη, να μην μπορείς να φιλιώσεις στο πεδίο της κοινής δράσης με τους συντρόφους σου.

Αν ξαναδιαβάσουμε τον Μαρξ, είμαι βέβαιη ότι με επίταση θα κρατήσουμε αυτό που λέει για τη διαλεκτική ένωση της "πάσχουσας ανθρωπότητας" με τη "σκεπτόμενη ανθρωπότητα". Κι αυτό δεν είναι κάτι παραπάνω που πρέπει να κάνουμε, αλλά είναι ο ιστορικός ρόλος της αριστεράς.

Ένας ρόλος μακριά από ελιτίστικους ηγεμονισμούς, μακριά από πιστοποιητικά καθαρότητας, μακριά από ψευδεπίγραφες περιχαρακώσεις. Τώρα είναι η ώρα: ή να ανταποκριθούμε όλοι μας σ' αυτόν τον ρόλο ή με γενναιότητα να κάνουμε πίσω, ώστε νέες, υγιείς δυνάμεις να επιτελέσουν αυτό που εμείς δεν καταφέραμε, είτε από δειλία, είτε από κοντόφθαλμο καιροσκοπισμό, είτε από αδυναμία να φανούμε αντάξιοι της Ιστορίας.

* Τότε που ο κόσμος της αριστεράς έμαθε πως υπήρχε πιθανότητα συνεργασίας στις περιφερειακές εκλογές είχε ενθουσιαστεί. Αυτή η συνεργασία δεν προχώρησε. Ανεξάρτητα γιατί έγινε αυτό που έγινε υπάρχουν προοπτικές. Η Σοφία Σακοράφα που θαυμάσαμε για τη γενναία στάση της στη Βουλή θα μείνει στον πολιτικό αγώνα ή θα την εξαφανίσει το κυρίαρχο σύστημα εξουσίας;

Δεν θεωρώ τη στάση μου γενναία, παρά μόνο συνεπή. Συνεπή και αντιμαχόμενη σε μια ειδεχθή ενσωμάτωση. Έχω την άποψη ότι όποιος αρνείται μια τέτοιου είδους ενσωμάτωση ήδη βρίσκεται σε έναν διαρκή πολιτικό αγώνα.

Και ζητούμενο πάντα στον πολιτικό αγώνα είναι να μην είναι μονοπρόσωπος, αλλά να έχει ερείσματα, συναντήσεις, κοινωνικές αναφορές, στρατηγικές συμμαχίες. 

* Η ελληνική κοινωνία όπως την έχεις γνωρίσει είναι ώριμη και έτοιμη να ζητήσει ευθύνες από όλους αυτούς που έκλεψαν το μέλλον των παιδιών μας. Είμαστε τελικά πολίτες ή το πελατειακό σύστημα αντέχει πολύ περισσότερο από αυτό που νομίζουμε;

"Λέγαμε" επί χούντας ότι η νέα γενιά είναι η γενιά του Γουέμπλεϊ. Τελικά ήταν η γενιά του Πολυτεχνείου. Λέγαμε πριν δύο χρόνια ότι η νέα γενιά είναι η γενιά της αδιαφορίας. Τελικά ήταν η γενιά των Δεκεμβριανών.

Λέει ο ποιητής:

"Ηomo Sapiens – Homo Σάπιος Κι ωστόσο λάμπει συνεχώς ο Γκουεβάρα Στα μυρωμένα επουράνια της Βολιβίας"

Σκέφτομαι ότι όσο ο Βελουχιώτης θα επιλέγει τα βουνά, όσο ένας παππούς Μακρονησιώτης θα αφηγείται με περίσσιο καμάρι και λιγότερο πόνο, όσο ο 85χρονος Μίκης θα μας πολιορκεί σαν έφηβος, όσο ο εικοσάχρονος θα διασαλεύει τις βολεμένες μας αισθήσεις, τελικά το ανθρώπινο είδος θα αντέχει περισσότερο από αυτό που νομίζουμε.

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 19/12/2010, Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010,  http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=588280

Έλεγχος του Χρήματος – Ελευθερία των Λαών

Ο Έλεγχος του Χρήματος ως Προϋπόθεση Ελευθερίας των Λαών

 

Του Ηλία Σταμπολιάδη*


 

Αρχικά μία ποσότητα ενός  αγαθού ανταλλάσσετο με μία αντίστοιχη ποσότητα ενός άλλου αγαθού, που υπό συνθήκες ελεύθερης ανταλλαγής και οι δύο συναλλασσόμενοι θεωρούσαν ίσης αξίας. Στη συνέχεια τα μέταλλα, κυρίως ο χρυσός και ο άργυρος που ονομάσθηκαν και πολύτιμα, χρησιμοποιήθηκαν  σαν εμπράγματη αξία κοινής αποδοχής,  ανταλλάξιμη με όλα τα αγαθά,  πράγμα που διευκόλυνε τις συναλλαγές και δημιούργησε την έννοια του Χρήματος.

Για την αποφυγή νόθευσης της καθαρότητας των μετάλλων και επομένως και της αξίας των νομισμάτων   η εκάστοτε εξουσία εξέδιδε νομίσματα φέροντα τη σφραγίδα της σαν ένδειξη κυρίως  της αντιπροσωπευομένης αξίας τους και  όχι της καθαρότητας τους.

Η νόθευση της καθαρότητας των νομισμάτων αποτέλεσε στοιχείο διαφθοράς της ίδιας της εξουσίας που κερδοσκοπούσε εις βάρος των υπηκόων της, οι οποίοι εκ των πραγμάτων ήταν υποχρεωμένοι να δέχονται την αναγραφόμενη αξία. Αυτό είχε σαν συνέπεια  την εμφάνιση πληθωριστικών φαινομένων με την αύξηση της τιμής των αγαθών ενώ η μεταξύ τους σχέση, στο βαθμό κυρίως που εξαρτάται από τη δυσκολία παραγωγής τους κατά τόπους, παρέμενε σταθερή. Υπό αυτές τις συνθήκες ή εξουσία κάθε κράτους ή βασιλείου είχε το δικό της νόμισμα και ο χώρος επιρροής της ουσιαστικά ταυτίζετο με το χώρο αναγνώρισης του νομίσματος της. Υπό τις συνθήκες αυτές στις διακρατικές, διεθνείς συναλλαγές η ισοτιμία των νομισμάτων καθορίζετο κυρίως άμεσα από την αντίστοιχη καθαρότητα τους αλλά και έμμεσα  κατά ένα τρόπο με βάση την ανταλλαξιμότητα τους με αγαθά στον τόπο συναλλαγής .

Το χάρτινο νόμισμα επινοήθηκε σαν απόδειξη του δικαιώματος απαίτησης της αντίστοιχης ποσότητας χρυσού ίσης αξίας με την εμφανιζόμενη στο χαρτί. Εγγυητής της ύπαρξης της αντίστοιχης ποσότητας χρυσού ήταν πάλι η εξουσία του τόπου στην επικράτεια της οποίας αναγνωρίζετο η αξία του χαρτονομίσματος.  Η εξουσία μέσω της κεντρικής της Τράπεζας αρχικά φύλαγε σε θησαυροφυλάκια ποσότητες χρυσού αντίστοιχες με τα εκδιδόμενα χαρτονομίσματα. Η δυνατότητα της κεντρικής τράπεζας να δανείζει χρήματα, για τα οποία όχι μόνο ελάμβανε τόκο αλλά  ο δανειζόμενος αναλάμβανε με συμβόλαιο την υποχρέωση να επιστρέψει τα δανειζόμενα ποσά έναντι υποθήκης περιουσιακών του στοιχείων, της έδινε τη δυνατότητα να εκδίδει νομίσματα αντίστοιχης αξίας που δεν αντιπροσωπεύοντο με χρυσό στο θησαυροφυλάκιο.

Η στατιστική ανάλυση και εμπειρία των συναλλαγών της κεντρικής τράπεζας έδειξε ότι θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της διατηρώντας στα θησαυροφυλάκια της πολύ λιγότερο χρυσό από το νόμισμα που έχει εκδώσει και ουσιαστικά να δημιουργεί χρήμα από τα χρέη των δανειζομένων. Στην αρχή η σχέση νέου χρήματος προς τα δάνεια ήταν 1:1 και στη συνέχεια  θεωρητικοί οικονομολόγοι υπέδειξαν ότι  η σχέση αυτή μπορεί να γίνει 4:1, ενώ σήμερα έχει φθάσει στο 9:1.

Το δικαίωμα χρηματικών συναλλαγών παραχωρήθηκε και σε ιδιωτικές τράπεζες οι οποίες για κάθε μονάδα χρημάτων που έχουν σαν καταθέσεις δικαιούνται να δανείζονται από την κεντρική τράπεζα, με χαμηλό επιτόκιο, πολλαπλάσια ποσά και να τα δανείζουν στους πολίτες με υψηλότερο. Με τον τρόπο αυτό οι τράπεζες δανείζουν χρήματα που στην ουσία δεν είναι δικά τους και πλουτίζουν εις βάρος των πολιτών. Σε όλα αυτά θα πρέπει να υπολογίσει κανείς και τα λεγόμενα τραπεζικά προϊόντα με τη χρήση των οποίων οι τράπεζες δημιουργούν κέρδη όπως π.χ. οι συναλλαγές των πολιτών μεταξύ τους στις οι οποίες δεν γίνεται ανταλλαγή χρημάτων αλλά χρήση πιστωτικών καρτών, για να μη αναφέρουμε τη διαχείριση των ομολόγων ακόμη και των λεγομένων τοξικών προϊόντων που δεν αντιπροσωπεύουν παρά αέρα κοπανιστό, καπηλευόμενες την καλλιεργούμενη κερδοσκοπική μανία των πολιτών όπως έγινε με το χρηματιστήριο στην Ελλάδα και τα οικιστικά δάνεια στην Αμερική. Οι ιδιωτικές τράπεζες επομένως  κερδοσκοπούν, κυρίως εις βάρος των οφειλετών τους, κατά παραχώρηση της εξουσίας, μέλη της οποίας είναι συνήθως και στελέχη χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

Πέρα από τον εύκολο πλουτισμό των ιδιωτικών τραπεζών δεν θα πρέπει να διαφεύγει την προσοχή μας ο ρόλος της κεντρικής τράπεζας και ο τρόπος που επηρεάζει την οικονομία της επικράτειας με την ικανότητα της να εκδίδει νέο χρήμα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, αρχικά τα εκδιδόμενα χαρτονομίσματα ανταποκρίνοντο σε αντίστοιχη αξία χρυσού στα θησαυροφυλάκια και ακολούθως  σε αντίστοιχα δάνεια προς οφειλέτες, επομένως  τα εκδιδόμενα νομίσματα αντιπροσώπευαν εμπράγματες αξίες.

Η καλοπροαίρετη διαχείριση της  κεντρικής τράπεζας έδειξε ότι η σχέση κυκλοφορούντος χρήματος προς την εμπράγματη αξία που το εγγυάτο (δάνεια συν χρυσός) μπορεί να αυξάνει με βάση τον πολύ απλό φυσικό νόμο της παραγωγικότητας μιας επένδυσης. Εάν τα επιπλέον εκδιδόμενα χρήματα επενδύονται σε αναπτυξιακά έργα δημιουργούν νέο πλούτο που δικαιώνει την προκαταβολική έκδοση των επιπλέον αυτών χρημάτων που τελικά δεν μειώνουν την αγοραστική ικανότητα ούτε δρουν δυσμενώς στην διεθνή ισοτιμία του νομίσματος. Εάν όμως το επιπλέον εκδιδόμενο νόμισμα διοχετεύεται στην κατανάλωση αυξάνοντας τεχνητά την αγοραστική ικανότητα των πολιτών, χωρίς να αυξάνει την παραγωγικότητα τους, δημιουργεί πληθωριστικές τάσεις και επιδρά δυσμενώς στην διεθνή ισοτιμία του νομίσματος. Σε ένα ευνομούμενο κράτος η κεντρική τράπεζα με την ικανότητα της να εκδίδει νέο χρήμα ρυθμίζει και επηρεάζει την οικονομία της χώρας προς όφελος των πολιτών της. Όταν ο Γάλλος πρόεδρος de Gaulle ζήτησε από τον Αμερικανό ομόλογο του Eisenhower να εξαργυρώσει τα δολάρια που είχε διαθέσιμα η Γαλλία με την αντίστοιχη ποσότητα χρυσού έλαβε την απάντηση ότι τα δολάρια δεν αντιπροσωπεύουν χρυσό αλλά την παραγωγικότητα της αμερικανικής οικονομίας. Ένα κράτος που εκδίδει περισσότερα χρήματα από αυτά που αντιπροσωπεύει η παραγωγικότητα της χώρας του τότε δημιουργεί πληθωρισμό και την υποβάθμιση της διεθνούς ισοτιμίας του νομίσματος του.

Αντίστοιχα εάν ένα κράτος δανεισθεί συνάλλαγμα για να ικανοποιήσει τις ανάγκες εισαγωγής παραγωγικών αγαθών, που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα του τότε η απόδοση της επένδυσης εγγυάται την αποπληρωμή του δανείου και είναι επιθυμητή. Εάν το δανειζόμενο συνάλλαγμα διατίθεται  στην εισαγωγή καταναλωτικών αγαθών που δεν παράγει η χώρα, π.χ αυτοκινήτων, καθ’ υπέρβαση των εξαγωγών δεν εξασφαλίζει την αποπληρωμή του  δανείου, που επαυξάνεται με τους τόκους, επιβαρύνοντας τις μελλοντικές γενεές και θέτοντας σε κίνδυνο την εθνική ανεξαρτησία έναντι των απαιτήσεων των δανειστών. Στην Ελλάδα αυτό έγινε κυρίως επί κυβερνήσεων Α. Παπανδρέου που στήριξαν την παραμονή τους στην εξουσία σε μία πρόσκαιρη αύξηση της καταναλωτικής ευημερίας των πολιτών η οποία δεν ανταποκρίνετο στην αύξηση της παραγωγικότητας τους. Σήμερα η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου δανείζεται νέα χρήματα με δυσμενέστερους όρους για την αποπληρωμή των προηγουμένων δανείων υποθηκεύοντας την εθνική μας κυριαρχία με την υπογραφή του μνημονίου και της σύμβασης δανεισμού.

Επί κυβερνήσεων Κ. Σημίτη η Ελλάδα παραιτήθηκε από την δυνατότητα έκδοσης δικού της χρήματος έχοντας αρνητικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών αλλά και ελλιπές ισοζύγιο εξόδων  του κράτους έναντι των εσόδων του. Η αδυναμία εκτύπωσης εθνικού νομίσματος  και η διατήρηση της κατανάλωσης σε υψηλά επίπεδα είχε σαν φυσική συνέπεια την αύξηση των αναγκών εξωτερικού δανεισμού σε  ένα σκληρό νόμισμα που η Ελλάς δεν μπορεί να αποπληρώσει με αποτέλεσμα την υποταγή της σε επιτήρηση και την υποθήκευση της εθνικής της κυριαρχίας στην  ΕΚΤ, την ΕΕ και το ΔΝΤ (τρόϊκα). Η αναγκαστική χρήση του σκληρού ευρώ καθιστά ακριβά τα παραγόμενα προϊόντα, π.χ τον τουρισμό, που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τα ξένα με αποτέλεσμα να επιβραδύνεται η ανάπτυξη που θα μπορούσε να βγάλει τη χώρα από την κρίση και την υποτέλεια.

Ο φυσικός νόμος της παραγωγικότητας που αναφέρθηκε στα προηγούμενα επιβάλει εκ των πραγμάτων την μείωση του βιοτικού μας επιπέδου στο επίπεδο της παραγωγής μας. Δυστυχώς η παρουσία της τρόϊκα στην Ελλάδα αποσκοπεί στην δημιουργία συνθηκών που θα εξασφαλίσουν την αποπληρωμή του χρέους εις βάρος του λαού χωρίς να εγγυάται την ανάπτυξη της χώρας. Η τρόϊκα μέσω της, κατ’ επίφαση, κυβέρνησης επιβάλλει μέτρα τα οποία κρίνει αναγκαία  και στα οποία το κυβερνούν κόμμα  αντιτίθετο σθεναρώς όταν ευρίσκετο στην αντιπολίτευση και η τότε κυβέρνηση προσπάθησε να προτείνει αντίστοιχα μέτρα σε ηπιότερο βαθμό από αυτόν της τρόϊκα.  Τελικά η ένταξη μας στην ΟΝΕ ήταν μία ατυχής επιλογή διότι έχοντας μικρότερη παραγωγικότητα από τις ισχυρότερες χώρες κάναμε τη χώρας λιγότερο ανταγωνιστική. Χάνοντας τη δυνατότητα έκδοσης δικού της νομίσματος η χώρα έχασε τον έλεγχο της δημοσιονομικής της πολιτικής και της  ισοτιμίας του νομίσματος της. Η δήθεν εξασφάλιση που θα μας προσέφερε η ένταξη μας σε ένα σκληρό νόμισμα αποδείχθηκε μία ψεύτικη ελπίδα ή ακόμη και παγίδα.

Υπό τις παρούσες συνθήκες εάν δεν φύγουμε από την ΟΝΕ και δεν επιστρέψουμε στην ανεξαρτησία που μας δίνει η δυνατότητα έκδοσης  δικού μας νομίσματος όχι μόνο θα πτωχεύσουμε,  μεταπίπτοντας στο επίπεδο της παραγωγικότητας μας, αλλά θα χάσουμε και την εθνική μας κυριαρχία. Επιστρέφοντας στη δραχμή, θα πτωχεύσουμε έτσι και αλλιώς μεταπίπτοντας στο ίδιο επίπεδο της παραγωγικότητας μας, όπως θα συμβεί άλλωστε ακόμη και αν παραμείνουμε στο ευρώ, όμως  μακροπρόθεσμα θα εξασφαλίσουμε την εθνική μας ανεξαρτησία, που είναι ο μόνος εγγυητής της οικονομικής μας ανάπτυξης  αλλά και της βιωσιμότητας μας. Αυτό σίγουρα θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο ευρώ διότι θα τεθούν οι προϋποθέσεις να ακολουθήσουν και άλλες χώρες με αποτέλεσμα το ευρώ θα υποχωρήσει έναντι του δολαρίου και η Ευρώπη να χάσει τη δυνατότητα ενός κυρίαρχου ρόλου στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα. Βλέπουμε ότι Η Ελλάδα, στην απελπισία και την κατάντια της, μπορεί να επηρεάσει τα διεθνή πράγματα σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτόν που αντιστοιχεί την οικονομική της δυνατότητα. Για να γίνει αυτό χρειαζόμαστε έναν Θεμιστοκλή (στρατηγό), ένα Καποδίστρια (κυβερνήτη) και έναν Σόλωνα (νομοθέτη) και όχι τους προδότες στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση που μας κυβερνούν σήμερα υπό τη σκέπη του ανήμπορου Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η μόνη ασφαλής για εμάς περίπτωση παραμονής στο ευρώ θα είναι η ίδρυση μίας ενωμένης Ευρώπης που θα λειτουργεί ως μία οικονομική μονάδα όπου η κεντρική τράπεζα, ως ο μόνος εξουσιοδοτημένος εκδότης του νομίσματος, θα έχει την οικονομική ευθύνη για όλες τις χώρες και η κάθε χώρα δεν θα έχει ανάγκη να δανείζεται τα χρήματα που χρειάζεται διότι οι ανάγκες της θα ρυθμίζονται από τον ίδιο κεντρικό φορέα αδιακρίτως και ισότιμα για όλες τις χώρες που συμμετέχουν.  Σε αυτή την περίπτωση η Ευρώπη θα δανείζεται εάν χρειαστεί και όχι η κάθε χώρα ξεχωριστά. Σήμερα τα ισχυρά κράτη κερδοσκοπούν εις βάρος των ασθενεστέρων και τα πονηρά περί δημιουργίας ενός μαλακού ευρώ για τις χώρες του Νότου, τα επονομαζόμενα γουρούνια  PIGS (Portugal, Ireland, Greece, Spain), έναντι του σκληρού ευρώ του Βορρά δεν είναι παρά προφάσεις εν ανομίες. Εάν για την επιβίωση των λαών της Ευρώπης η συνένωση τους σε μία οικονομική και πολιτική οντότητα είναι ιστορικά επιβεβλημένη, όπως προβλέπουν και πιστεύουν οι Ευρωπαϊστές, τότε αυτό πρέπει να γίνει υπό ίσους όρους για όλα τα μέλη της, που δεν θα συμμετέχουν πλέον σαν κράτη μέλη αλλά σαν πρόσωπα, Ευρωπαίοι πολίτες και η εθνική τους καταγωγή θα αποτελεί μεν πολιτιστική αλλά όχι και πολιτική ετερότητα. Βλέπε Η.Π.Α.

 

* Ο Ηλίας Σταμπολιάδης είναι Καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης, elistach@mred.tuc.gr, http://www.mred.tuc.gr/cv/stamboliadis.pdf

 

ΠΗΓΗ: Μου εστάλη χθες, αλλά δημοσιεύτηκε και Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010, http://seisaxthia.blogspot.com/2010/12/blogpost_8637.html.

Διαμαρτύρονται για αυτά που υπερψηφίζουν

Διαμαρτύρονται για αυτά που υπερψηφίζουν

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)*


 

Όλο και πιο πολύ μοιάζει η Ελλάδα με εταιρεία που εκκαθαρίζεται, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να παραλάβουν το μαγαζί «καθαρό» από περιττά βάρη (που δεν τα «αντέχει» η οικονομία) – ποιων η οικονομία όμως;

Πριν από την εκδήλωση της κρίσης στην Ελλάδα, η χώρα βρισκόταν σε κρίση. Μάλιστα μια κρίση που κρατούσε πολύ καιρό, βάθαινε τα χαρακτηριστικά της και απεδείκνυε ότι η φύση του συστήματος ήταν (και είναι) η κρίση του.

Πριν από την εκδήλωση της κρίσης η Ελλάδα ήταν ανάμεσα στις 30-35 πιο αναπτυγμένες χώρες, με τους Έλληνες να δουλεύουν περισσότερο από τους περισσότερους Ευρωπαίους και να αμείβονται λιγότερο απ' όλους πλην των Πορτογάλων.

Με τους πλούσιους κατά πλειοψηφίαν να φοροδιαφεύγουν και τους μισθωτούς – συνταξιούχους να σηκώνουν τα φορολογικά βάρη. Άμεσα και έμμεσα. Χωρίς ταυτοχρόνως να λαμβάνουν απ' το κομματικό κράτος κανένα αντίδωρο – με την εκπαίδευση να παρακμάζει, το σύστημα Υγείας να εκφυλίζεται και τη διαφθορά στη δημόσια διοίκηση να απλώνεται.

Προσέτι η χώρα υπέφερε όλο και πιο πολύ από τους κρατικοδίαιτους ιδιώτες, τους μιζαδόρους και τους αεριτζήδες, ενώ το φαινόμενο της διαπλοκής του δικομματισμού μαζί τους αποξένωνε τους πολίτες απ' τις δημοκρατικές διαδικασίες οι οποίες με τη σειρά τους εξέπεσαν σε έναν συντεχνιακό ιστό που εξυπηρετούσε με κομματικά κριτήρια πελάτες και σμπίρους.

……………………………………….

Πολύ πριν από την εκδήλωση της κρίσης η παρακμή της χώρας είχε φθάσει εις βάθος, τα κολλητηλίκια είχαν υποκαταστήσει τον πολιτισμό, οι δημόσιες σχέσεις τη δημιουργία, ενώ τα αντανακλαστικά της κοινωνίας προς πάσαν παθολογία θύμιζαν – πλην Λακεδαιμονίων – αντανακλαστικά ζόμπι. Με δυο λόγια, πολύ πριν από την εκδήλωση της κρίσης η Ελλάδα πήγαινε κατά διαόλου.

Παρά την προσπάθεια του ελληνικού λαού ο οποίος μέσα από πολέμους, τραγωδίες και κακουχίες έστησε ένα κράτος δυτικού τύπου κατά το μάλλον ή ήττον αξιοπρεπές, η άρχουσα τάξη αυτού του τόπου εν τέλει το ξεπουπούλιασε.

Κι όχι μόνον αυτό. Αλλά οι κυρίαρχες ελίτ έχοντας το πλείστον των ΜΜΕ στο τσεπάκι τους μπορούσαν όλον αυτόν τον καιρό για τα ίδια εαυτών έργα να κατηγορούν τον λαό. Κατηγορούσαν αυτούς που εκμαύλιζαν γιατί εκμαυλίστηκαν, κατηγορούσαν κι αυτούς που αντιστέκονταν γιατί δεν εκμαυλίζονται.

Με έναν λόγο οι ιθύνουσες σέχτες έβρισκαν τον λαό πολύ λαϊκιστή. Κι έτσι, όλα αυτά τα χρόνια, πολύ πριν να εκδηλωθεί η κρίση, ο λαός είχε αποκτήσει έναν Τιμητή, έναν Κατήγορο, έναν Δικαστή – και τα τρία σε έναν καθώς κι έναν Εκτελεστή, όλοι ο ίδιος: η άρχουσα τάξη του.

Όλοι οι ηγέτες μας των τελευταίων ετών, ο κ. Μητσοτάκης, ο κ. Σημίτης, ο κ. Καραμανλής, περιφρονούσαν τον λαό. Τον αντιμετώπισαν ως υποζύγιο. Τον έκλεψαν, τον έβρισαν, τον κορόιδεψαν, τον δίχασαν, τον εξουθένωσαν, τον απέκοψαν απ' το παρελθόν του και του στέρησαν το μέλλον του.

Πολύ πριν από την κρίση η Ελλάδα οδηγήθηκε στο περιθώριο, φοβισμένη με τους γείτονες, υποτελής στους Δυνατούς, με την παραγωγική της δύναμη αποψιλούμενη, καταχρεωμένη, ψευτονεόπλουτη, καταναλωτική, αφιλοσόφητη, αμοραλιστική – ένα τσόκαρο με δύο μόνο σταθερές: τον δικομματικό μονοκομματισμό και την τηλεοπτική τυραννίδα.

Πολύ πριν από την κρίση, φαινόταν, σε όσους έβλεπαν πέρα απ' τη μύτη τους, ότι η χώρα διολισθαίνει προς την καταστροφή του κοινωνικού της ιστού. Αλλά, αν αυτό το έβλεπαν (και το φώναζαν) απλοί άνθρωποι, το έβλεπαν και οι ταγοί. Οι οποίοι τι έκαναν;

Περίμεναν την κρίση! Ήξεραν. Διότι την έχτιζαν. Κι όταν η κρίση ήρθε, αυτοί που την προκάλεσαν εμφανίστηκαν να θέλουν να μας σώσουν. Πώς; Κατά τη φύση τους!

Πρώτον, (ξανα)φέρνοντας τους ξένους. Τοκογλύφους, στρατηγούς και δεσμοφύλακες. Αξιοποιούν τώρα πλέον τις ενοχές που καλλιέργησαν τόσα χρόνια στον λαό (με τη συνδρομή μάλιστα πολλών επιδοτούμενων διανοουμένων) και τον καλούν να ανεβεί στο ικρίωμα. Να βάλει το κεφάλι του στον «πάγκο του χασάπη».

Τη δουλειά αυτή, του χασάπη, έχει αναλάβει ο Παπανδρέου. Διαπράττει πολιτική δολοφονία στέλνοντας τις εργασιακές σχέσεις πίσω στις αρχές του 20ού Αιώνα. Διαπράττει πολιτειακή δολοφονία αντικαθιστώντας το Σύνταγμα με το Μνημόνιο. Θέτει σε κίνδυνο την κυριαρχία και το αυτεξούσιον της χώρας, αποκόπτοντάς την από φυσικούς συμμάχους και θέτοντάς την υπό καθεστώς Εντολής. Επιβάλλει στους πολίτες την «Οικονομική Φρίκη» και οδηγεί, είτε συνειδητά είτε από ανικανότητα, τη χώρα στη χρεωκοπία.

Το κατεπείγον πλέον δεν αφορά τα νομοσχέδια, αλλά την πτώση αυτής της κυβέρνησης που εφαρμόζει την πιο ακροδεξιά, την πιο αντιδραστική, την πιο νεοφιλελεύθερη πολιτική με σχεδόν φασιστικό τρόπο – με «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», με δημιουργία τετελεσμένων. Και τετέλεσται.

Πριν από την κρίση η Ελλάδα πήγαινε κατά διαόλου, τώρα μέσα και μέσω της κρίσης θανατώνεται.

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 14.ΧΙΙ.2010 stathis@enet.gr

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=233099

Ένας ελεύθερος: (+) παπα – Γιώργης Πυρουνάκης

Ένας ελεύθερος: (+) παπα – Γιώργης Πυρουνάκης

 

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου*


 

Φέτος συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννηση ενός ανθρώπου που επρόκειτο να γίνει ένας ιδιαίτερος παπάς: του παπα-Γιώργη Πυρουνάκη. Ο παπα-Γιώργης ήταν ένας άνθρωπος της πίστης και, ακριβώς γι' αυτό, της πράξης. Τουλάχιστον όσοι έχουν συμπληρώσει την τέταρτη δεκαετία της ζωής τους, θα θυμούνται την παρουσία του στον δημόσιο χώρο: τη φωνή του για κοινωνική δικαιοσύνη, το αίτημά του για απεξάρτηση της Εκκλησίας όχι μόνο από το κράτος αλλά και από το κρατικό πνεύμα, την εναντίωσή του σε κάθε λογής αυταρχισμό, τις πρωτοβουλίες του για τους αδύναμους και τους απόκληρους, την αντίστασή του στη δικτατορία του 1967.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, τηρουμένων των αναλογιών, ο παπα-Γιώργης ήταν ένας από τους ευάριθμους εκπροσώπους της "θεολογίας της απελευθέρωσης" στον τόπο μας. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη το 1965, στο μικρό βιβλίο του "Η Εκκλησία και το χρέος της" υπογράμμιζε, ως βάση μιας αληθινής απελευθέρωσης – πνευματικής και ταυτόχρονα κοινωνικής – τα λόγια με τα οποία ο Χριστός περιέγραψε την αποστολή του (Λουκ. 4: 18-19): "Ο Κύριος με έχρισε και μ' έστειλε ν' αναγγείλω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να θεραπεύσω τους τσακισμένους ψυχικά· στους αιχμαλώτους να κηρύξω λευτεριά και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους (εδώ ο Πυρουνάκης πρόσθετε: "από κάθε τύφλωση βέβαια")· να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους". Ο Πυρουνάκης εκλάμβανε το χωρίο κυριολεκτικά – όχι συμβολικά και ανιστορικά. Κυριολεκτικά το εξέλαβαν και οι λατινοαμερικάνοι χριστιανοί που συγκρότησαν τη "θεολογία της απελευθέρωσης" στις αρχές της δεκαετίας του '70. Ούτε ο Πυρουνάκης ούτε οι λατινοαμερικάνοι υπήρξαν οι εφευρέτες αυτής της οπτικής. Μα είναι ενδιαφέρον να δει κανείς, στη δισχιλιετή πορεία του Χριστιανισμού, πότε η έγνοια για την ελευθερία (για την ελευθερία κάθε ανθρώπου – πιστού ή απίστου) ανέβηκε στο προσκήνιο και πότε κατρακύλισε στο περιθώριο.  

Είναι πολλές οι εγγραφές που μπορεί να διαβάσει κανείς στο "ποινικό μητρώο" του Πυρουνάκη, όπως η συμπόρευση με κάθε εραστή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η αξίωση να λαμβάνει η ίδια η Εκκλησία πρωτοβουλίες (λ.χ. για την αναδιάταξη των σχέσεών της με το κράτος) κι όχι να σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις, το αντάμωμα πίστης και τέχνης, η κριτική ανάγνωση και της Ανατολής και της Δύσης. Θα σταθώ, όμως, μόνο σε δύο ενδεικτικά σημεία της ζωής του:

Έχουν υπερσυμπληρωθεί εβδομήντα χρόνια – ήταν το 1938 – από τότε που, όντας λαϊκός θεολόγος σε σχολεία του Πειραιά, προσπάθησε να καθιερώσει τη γιορτή του εργάτη Χριστού. Νεωτερισμός; Η Εκκλησία κάποτε μπόλιασε την πίστη της στη ζωή και δε δίστασε να αποκαλέσει τον Χριστό "άνοιξη" – "γλυκύ έαρ". Τίποτα παράταιρο δεν θα υπήρχε αν το αίμα των καθημερινά σταυρουμένων μπολιαζόταν με το αίμα του Σταυρωθέντος. Ο εργάτης Χριστός είναι μια εικόνα εντελώς σύστοιχη προς το ευαγγέλιο, προς το πρωτείο της αλληλεγγύης και της σύνταξης με το μέρος των θυμάτων της ιστορίας. Ο Πυρουνάκης υπηρέτησε στην εκπαίδευση μέχρι που η δικτατορία του 1967 τον έπαυσε από καθηγητή. Μετά τον θάνατο του, ο Στέφανος Ληναίος τον αποχαιρέτισε με δυο συγκλονιστικές φράσεις: "O παπα-Πυρουνάκης πέθανε μ' ένα παράπονο. Που δεν ξανάγινε καθηγητής".

Δεύτερο σημείο: Στις 18/19 Αυγούστου του 1987 η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας τού επέβαλε (όπως και σε άλλους έξι, λαϊκούς) τον λεγόμενο "μικρό αφορισμό", δηλαδή απαγόρευση συμμετοχής στη θεία Ευχαριστία επί δύο έτη. Αιτία, ο διορισμός τους από την κυβέρνηση στο διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού Διαχειρήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας, το οποίο είχε συγκροτηθεί στο πλαίσιο του νόμου Τρίτση για αναδιάταξη των εκκλησιαστικών ζητημάτων, περιουσιακών και διοικητικών. Eίχε υποστηριχτεί τότε ότι με τον νόμο Τρίτση πληττόταν το αυτοδιοίκητο της Εκκλησίας, καθόσον μονομερώς το κράτος επιχειρούσε όχι μόνο οικονομικές τομές, αλλά και ρυθμίσεις στην εσωτερική δομή της. Και όντως υπάρχει βάση στον ισχυρισμό αυτό. Αλλά ο παπα-Γιώργης είχε απαντήσει ότι αποδέχτηκε τη συμμετοχή του στον ΟΔΕΠ ακριβώς για το αντίθετο· για να βοηθήσει την Εκκλησία να απεμπλακεί από ό,τι την καθηλώνει: από τον πλουτισμό και το έλλειμμα συνοδικότητας. Στον δε "αφορισμό" του απάντησε με μια καταγγελία για συμπαιγνία, τελικά, του εκκλησιαστικού και του πολιτικού κατεστημένου. Μετά από εξήμισυ σχεδόν μήνες κατακραυγής η Σύνοδος ήρε τον "αφορισμό". Αλλά ο παπα-Γιώργης είχε ήδη ανοίξει πανιά. Έφυγε λίγο αργότερα, στις 16 Μαΐου του 1988.

Έκτοτε είδαμε να κυλά πολύ νερό στο αυλάκι της νεοελληνικής ιστορίας. Άλλαξαν πολλά,  καρποφόρησαν κάμποσα, διαψεύδονται άφθονα. Μα θα 'ναι σπουδαίο αν πάντα κάποιος παπα-Γιώργης θα μας θυμίζει ότι η μεγαλύτερη εξαχρείωση είναι όχι απλώς να μην αγανακτείς με τα δεσμά σου, αλλά να τα λατρεύεις κι όλας.

 

* Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είναι Δρ. θεολογίας, αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη            

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  ΣΤΟ  ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  "ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ"  33 (2010), σσ. 3-4. Μας εστάλη ευγενικά από το συγγραφέα.

ΤΕΛΟΣ ή ΑΡΧΗ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΝΕΙ ΓΙΑ ΜΑΣ Ι

 ΤΕΛΟΣ ή ΑΡΧΗ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΝΕΙ ΓΙΑ ΜΑΣ (ΜΕΡΟΣ 1ον)

 

Του Αλέξανδρου Μιστριώτη*

 

1.Το Πλαίσιο

 

Μετά την “Ελληνική” “Κρίση” δεν έγραψα. Ένα κείμενο που ανέβασα ήταν παλαιότερο. Περίμενα. Είναι δύσκολο να δεις και να μιλήσεις καθαρά. Υπάρχει υπέρθεση ενός Παγκόσμιου, ενός Ευρωπαϊκού κι ενός Ελληνικού Αδιεξόδου. Αυτό βολεύει τις παραναγνώσεις και την χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης φλυαρούν “τρομακτικά” και δεν ευνοούν την κατανόηση της κατάστασης. Όλοι αισθάνονται οργή και αγωνία, αγανάκτηση, αλλά αυτή δεν διοχετεύεται κάπου. Μόνον διαχέεται στις ζωές μας σαν άγχος και θλίψη, σαν κατήφεια και βία. Η συγκυρία επιτρέπει να ρίχνει ο κάθε ένας το φταίξιμο σε όποιον τον βολεύει ώστε να καλυφτεί. Ταυτόχρονα, όμως, αποκρύπτει το κενό αξιών, το κενό νοήματος, που έχει σκιάσει τον κόσμο μας.

Η κυνική πραγματικότητα θέλει να παρασύρει την συζήτηση σε συγκεκριμένα ζητήματα όπως η “Οικονομία” και οι “αριθμοί” αντί των ανθρώπων και αποσιωπά τον πλούτο που μένει αδιάθετος. Παρουσιάζει σαν “φυσικά” γεγονότα που παράγονται από συγκεκριμένα συμφέροντα και λογικές. Το αποτέλεσμα είναι μια καταστροφή στην οποία πρέπει να απαντήσουμε και δεν μπορούμε. Ακόμα. Όμως, όσο κι αν συμμερίζομαι την ανάγκη για άμεση αντίδραση, αυτή η συζήτηση δεν μου αρκεί. Δεν με χωρά. Αδυνατεί να ανοίξει τον Ορίζοντα μιας άλλης κατανόησης ψύχραιμης, διαυγούς.

Πριν πω ο,τιδήποτε για την Ελλάδα, την Ευρώπη και την τρέχουσα κατάσταση θέλω να πω δυο λόγια για το πλαίσιο μέσα στο οποίο προτείνω να δούμε τα πράγματα. Είναι σημαντικό για να μην είναι όσα λέμε άγονα, για να αποφύγουμε την μικρότητα και να θυμηθούμε τους Λόγους που μας κινούν.

[από την ημέρα που το Ελλαδικό Κράτος μπήκε υπό τον έλεγχο του ΔΝΤ περπατώ στο δρόμο και οι άνθρωποι μοιάζουν με εργαλεία, νουμεράκια, δείκτες, κοιτάω πλέον με όρους οικονομίας και μηχανής τον κόσμο. Βλέπω την ματαίωση μιας συλλογικής αφήγησης. Ενός κόσμου. Κάτι γκρεμίζεται και έχει μπει σε κατάσταση υστερίας. Δεν ξέρω αν λυπάμαι. Με χαμόγελο παράξενο περπατώ στους δρόμους, κομμάτι ενός κόσμου με τον οποίο ποτέ δεν ταυτίστηκα. Είμαι τυχερός και η τύχη μου έχει συχνά γεύση πικρή. Μια τρυφερότητα έρχεται μετά την αγανάκτηση. Για τον Ανθρωπισμό και την έπαρση του. Για τους "Αριστερούς" και την ετοιματζίδικη σκέψη τους. Για τους "Νεωτεριστές" και την δύσχρηστη μεγαλομανία τους. Για το Νεοελληνικό Πείραμα. Για την Δυτική Ευρώπη. Τώρα μπορούμε να συναντηθούμε με περισσότερη ειλικρίνεια. Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε για πράγματα που όλοι τα θέλανε λυμένα. Τώρα μπορούμε να πάμε πέρα από την Απελπισία και την Ευτυχία. Μπορούμε να μιλήσουμε με όρους ουσίας ακόμα και για την Αγάπη…]


2. Ο Άνθρωπος απέναντι στον “Πολιτισμό” και τα αδιέξοδά του

 

Έχει ειπωθεί. Αυτή η Κρίση δεν είναι Οικονομική, είναι βαθιά, αφορά τα πάντα, είναι στον πυρήνα των αξιών μας, αυτή η Κρίση είναι Πολιτισμική. Και Πολιτισμός είναι ο τρόπος που έχουμε να ζούμε και να πεθαίνουμε μαζί.

Αυτό που ζούμε είναι το τέλος ενός πολιτισμού. Και οι πολιτισμοί είναι σαν τις συνήθειες, έχουν την τάση να πεθαίνουν και να γεννιούνται είτε πολύ αργά (ανεπαίσθητα) είτε πολύ δραματικά. Θεωρώ πως δε θα ζήσω να δω το τέλος αυτής της διαδικασίας. Τι είναι για την ανθρωπότητα 100 χρόνια; 2000 χρόνια; Ίσως να είμαι ένα από τα πολυάριθμα κορμιά που θα λιώσουν και θα τσαλαπατηθούν στα γρανάζια της Ιστορίας. Η επίγνωση αυτή με βοηθά όμως, μου δίνει ψυχραιμία και μου επιτρέπει να αντέχω περισσότερο. Η επίγνωση της ασημαντότητας όλων μας διαγράφεται τόσο καθαρά πλέον κι αυτό με κάνει ακόμα πιο αποφασισμένο να στηρίξω όσα θεωρώ σημαντικά.
Η οπτική μου δεν αφορά όλους και, άσχετα από τις επιδιώξεις μου, θα συμψηφιστεί για να δώσει σιγά σιγά τις αξίες που θα συγκροτήσουν τον κόσμο αύριο. Έναν κόσμο που μπορεί να μην είναι πιο δίκαιος, πιο όμορφος, πιο αληθινός. Έναν κόσμο, όμως, που θα μπορεί να ζήσει.

Ασχέτως από τις προθέσεις  μας, σκοπός ενός κοινωνικού-πολιτισμικού οικοδομήματος δεν είναι ακριβώς να καλύψει και να χορτάσει την ανθρώπινη δίψα αλλά να της επιτρέψει να υπάρχει. Η συζήτηση για τον τέλειο κόσμο-σύστημα είναι απαραίτητη αλλά αλλοίμονο σ’ αυτούς που πιστεύουν πως θα υπάρξει ένα σύστημα που θα απαντήσει σε όλες τις προσδοκίες του ανθρώπου. Όλοι όσοι μιλούν με όρους “συστήματος” ξεχνούν πως το “κακό” παραμένει ανεξήγητο και εκφέρουν έναν λόγο εξουσιαστικό στην ουσία του. Έναν λόγο που θέλει εκ νέου να επι-βληθεί. Έναν λόγο που υπάγει τον άνθρωπο στην λέπρα της “Ευτυχίας” και προϋποθέτει πως ο άνθρωπος είναι “πράγμα”.

Δεν κατηγορώ πάντως την Αριστερά που είναι λίγη και απούσα, ούτε και οργίζομαι πλέον. Γενιές τώρα με όλες τις αντιφάσεις της αποτελεί τον θεματοφύλακα της ελπίδας σ’ έναν κόσμο βαθύτατα μηδενιστικό. Αν αυτή την στιγμή μοιάζει τελείως εγκλωβισμένη είναι διότι τα εργαλεία της εγγράφονται στο πλαίσιο που συνολικά αποτυγχάνει αυτή την στιγμή. Είναι πλαισιωμένη από έτοιμους περιορισμούς, κληρονομημένους και αόρατους στην ίδια. Αν συμπεριλάβει κομμάτια της μεγάλης συζήτησης θα αναγκαστεί να μπει, συνειδητά πλέον, στα χωράφια της Θρησκείας και της Ψυχο-λογίας. Δεν μπορεί όμως να το κάνει χωρίς να χάσει τον εαυτό της. Δεν μπορεί να αντέξει την ανθρώπινη αντίφαση. Κι εδώ που τα λέμε ποιος μπορεί;

Ο άνθρωπος δεν χωρά μέσα στην πραγματικότητα κι αυτό επιβάλλει ένα μεγάλο κομμάτι του αγώνα να γίνεται “μέσα” του. Να παλεύει σε μια περιοχή αόρατη. Ο άνθρωπος για να μπορέσει να προχωρήσει πρέπει να στραφεί μέσα του. Και “μέσα”, όταν μιλάμε για τον άνθρωπο, είναι μια λέξη προβληματική, σχεδόν χωρίς νόημα… Δεν έχει διαστάσεις αυτό το μέσα. Δεν εννοεί μόνο τόπο αλλά και χρόνο. Μοιάζει περισσότερο με πουθενά παρά με κάπου. Σ’ αυτό το αόρατο ανύπαρκτο πουθενά παλεύουμε, και οι αλλαγές που στοχεύουμε δεν μπορούν να ελεγχθούν, να κατασκευαστούν.

[τώρα που διορθώνω για πολλοστή φορά αυτό το κείμενο, ο άνεμος φυσά απότομα ανάμεσα στα κτήρια με τρόπο τρομακτικό αλλά ευχάριστο, όταν κάθεσαι μέσα στην ζέστη του σπιτιού. Πριν από λίγο διάβασα πως στον δρόμο μου λίγα στενά πιο κάτω από το σπίτι μου, από εδώ που (σας) γράφω, σκότωσαν με μαχαίρι κάποιον για να του πάρουν το κινητό του. Εχτές. Τις πρωινές ώρες. Στο σπίτι μου δεν ακούγεται τίποτ' άλλο από τον ανεμιστήρα του υπολογιστή και τα παράθυρα που χτυπάνε. Η καρδιά μου σα να βαραίνει και δε θέλω αυτό να με νικά και δε θέλω να υπάρχει μέσα στο κείμενο μου σαν συναίσθημα αδούλευτο. Ανακαλώ λοιπόν τη μνήμη του ουρανού της Ελευσίνας, γεμάτου με Ψαρόνια πριν μια εβδομάδα, το σμήνος των πουλιών να συστέλλεται και να διαστέλλεται στον ουρανό σα μια τεράστια καρδιά που τρίζει. ]

Αυτό που ζούμε είναι το τέλος ενός πολιτισμού με ζωή μερικών εκατοντάδων χρόνων. Ενός πολιτισμού που δε μπορεί πλέον να βρει λύσεις στα προβλήματα που δημιουργεί. Που δεν πιστεύει όσα λέει. Που δεν πιστεύει τον εαυτό του. Που δεν πιστεύει. Ενός πολιτισμού που δεν έχει νόημα. Που ταύτισε το Νόημα με την Εξήγηση. Και την Εξήγηση με την περιγραφή ενός μηχανισμού. Και έθαψε κάτω από χιλιάδες εξηγήσεις το κενό πάνω στο οποίο περπατά, μετέωρος, ο άνθρωπος.

 

3. Το τυφλό σημείο


Καθοριστικό χαρακτηριστικό αυτού του πολιτισμού είναι ο ορθολογισμός του κόσμου. Αν δεν καταλάβουμε τι σημαίνει η απόλυτη ορθολόγιση του κόσμου δεν ξέρω πόσο μπορούμε να προχωρήσουμε. Αποτελεί βάση και πίστη του σύγχρονου κόσμου και έχει εδώ και καιρό συντριβεί. Το βασικό μας εργαλείο έχει φανεί ανεπαρκές και η εμμονή στην ορθολογικότητα κάνει τα πάντα όλο και περισσότερο παράλογα. Οτιδήποτε δεν χωρά στις ορθολογικές μας εξηγήσεις το λοιδορούμε, κάνουμε ότι δεν υπάρχει. Τα όρια του ορθού λόγου είναι οι στενοί τοίχοι στους οποίους τώρα χτυπάμε τα κεφάλια μας. Αυτή είναι η βάση που επιτρέπει να ποσοτικοποιείται η πραγματικότητα, που επικρατεί η αντίληψη του κόσμου ως μηχάνημα, που οι άνθρωποι είναι νουμεράκια και το περιβάλλον προς αξιοποίηση. Αυτό αναγκαστικά χώρισε με τρόπο ασυμβίβαστο το σώμα από τον νου, τον άνθρωπο από την φύση, την λογική από το συναίσθημα κ.τ.λ.

Η ανθρωπότητα την πάλεψε πολλές φορές να την καταφέρει αυτή την ευλογημένη την ορθολόγιση, αλλά καμμία άλλη προσπάθεια δε είχε καταφέρει αυτά που κατάφερε η Δυτική Ευρώπη. Πρέπει να δούμε όμως την πορεία των πραγμάτων σε μεγαλύτερο ιστορικό βάθος. Μιλάμε συνήθως για Νεωτερικότητα και Μοντερνισμό, μπορούμε όμως να πάμε να πάμε πιο πίσω από τους Νεύτωνα και Καρτέσιο οι οποίοι αποτελούν στο ισχύον αφήγημα σημεία εκκίνησης. Και πρέπει να πάμε μέχρι το σχίσμα μεταξύ της Ανατολικής και Δυτικής Χριστιανοσύνης (με το ίδιο θέμα πάλι, την ορθολογικότητα), να πάμε ακόμα στο τεράστιας σημασίας όνειρο του Χαλίφη Μα’αμούν με τον Αριστοτέλη και στην δημιουργία του “Οίκου της Σοφίας” της Βαγδάτης και την συνάντηση της σκέψης του Αβικένα, του Μαϊμονίδη, του Αβερόη με τους Λατίνους Θεολόγους. Να συνεχίσουμε στις αιρέσεις Χριστιανών Ανατολής και Δύσης, στις αναζητήσεις των συγγραφέων της Παλαιάς Διαθήκης (Ιώβ π.χ.) και στα ρεύματα της Αρχαίας Πέρσικης σκέψης επίσης…

Η πάλη του ανθρώπου να χωρέσει τον κόσμο μέσα στο μυαλό του δεν άρχισε ποτέ γιατί είναι συνώνυμη με την ανθρώπινη κατάσταση.

[Να πω ένα συγνώμη σε όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τις αμέσως προηγούμενες αναφορές. Θα ήταν πιο άνετοι αν μιλούσα για τον Adorno, τον Foucault και τον Rancière, τον Milton Freedman ή τον Hegel και τον  Marx τέλος πάντων… Τι να κάνουμε όμως οι προυποθέσεις του οικοδομήματος στο οποίο κατοικούμε βρίσκονται εκεί, πιο πίσω, κι εμείς έχουμε τόσο διαβάλει το παρελθόν μας ώστε να φαντάζει πολύ μικρό. Μια πολύ εντυπωσιακή διάσταση αυτού του προβλήματος είναι η εργαλειακή χρήση, μέσω μιας αποθέωσης, της Αρχαίας Ελληνικής συμβολής.

Κοιτώντας το κείμενο με ενοχλεί γι' άλλη μια φορά, η τάση της σκέψης να σηκώνεται αφ' υψηλού για να δει τα πράγματα. Σα να χάνει το σώμα της, αλλά, γίνεται αλλιώς; Προτιμώ τις επιστολές από τα δοκίμια και δεν είναι τυχαίο πως σε όλη την αρχαία και προ-νεωτερική παράδοση οι επιστολές και οι αφηγήσεις είναι πολύ διαδεδομένο μέσο διατύπωσης απόψεων και πεποιθήσεων. Μετά ο άνθρωπος έγινε ένας εγκέφαλος με πόδια και η σκέψη θεωρήθηκε η ουσιαστική του εκδήλωση. Γι' αυτό έχει νόημα να πω π.χ. πως τώρα που γράφω είναι ίσως η πιο κρύα μέρα του 2010. Να πω πως όλη αυτή την περίοδο κάνει μέρες φωτεινές κι από το μπαλκόνι μου όταν γράφω συχνά σταματώ και βγαίνω έξω να κοιτάξω τον ουρανό.]

 

4.Το Όριο


Tην οργή που αισθάνομαι από μικρός για την σύγχρονη μηχανιστική ερμηνεία του κόσμου και του είναι την μετριάζει πλέον αυτή η αίσθηση του τέλους που πλησιάζει. Αισθάνομαι μια τρυφερότητα για τις κατακτήσεις και τα ελαττώματα του. Εντούτοις ακόμα κι έτσι δεν αλλάζει το γεγονός πως, για να το πούμε εμφατικά, αυτός είναι ο εχθρός μου. Και για να το πάμε ακόμα πιο μακριά, δεν υποστηρίζω πως κάποια άλλη εποχή ήταν τέλεια… Αντίθετα σε όσους υποστηρίζουν πως κάποια εποχή ήταν η σωστή (το θέμα έχει παγκοσμίως παραλλαγές αλλά τα δικά μας φανταστικά καταφύγια είναι συνήθως η Ελληνική Αρχαιότητα και το Βυζάντιο).

Καμμία εποχή δεν υπήρξε τέλεια, ούτε καν υποφερτή, για την ανθρωπότητα.
Όμως η έπαρση του ανθρωπισμού και οι ανοησίες που έχει προβάλει σε οποιαδήποτε άλλη πολιτισμική εκδήλωση της ανθρωπότητας πέφτουν τώρα πάνω του. Θα αναγκαστούμε με σεβασμό να ξαναδούμε πράγματα που πριν αγνοούσαμε πεισματικά (-υποκριτικά).

Φτάσαμε ως εδώ όμως. Κι αυτό δεν είναι λίγο. Κι αν είναι αυτός ο πολιτισμός σημαντικός είναι και γιατί επαναδιατυπώνει με τρόπο βαθύ και ειλικρινή τα όρια του ορθού λόγου, την αποτυχία του να ορίσει την “πραγματικότητα”. Είναι σημαντικός γιατί έχει τα εργαλεία να αναθεωρήσει τον εαυτό του σε σημείο άρνησης. Το έχει κάνει εδώ και καιρό με πολλούς τρόπους.

Με το θεώρημα της Μη-Πληρότητας των Μαθηματικών και την Κβαντομηχανική, με την Ψυχανάλυση, με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Auswitch), , με το Νέο Μυθιστόρημα κ. α…

Κάποιες από τις επιλογές που έγιναν και έδωσαν εκπληκτικά αποτελέσματα, μιαν αίσθηση μέθης, έναν ίλιγγο ελευθερίας, τώρα αρχίζουν να μας κατατρώγουν. Πρέπει τώρα, έτσι φαίνεται, όλα να γίνουν κομμάτια για να τα ξαναβάλουμε στην σειρά με άλλες αρχές. Σα τουβλάκια Lego, τα συντρίμμια της εμπειρίας μας θα μαζευτούν στην γωνία μέχρι να μπορέσουμε να ξαναφανταστούμε, να ξαναβρούμε τα πράγματα. Τώρα ζούμε την κεκτημένη ταχύτητα του κόσμου που χτίσαμε. Σαν τρελό φορτηγό με επιχειρηματίες, οικονομολόγους, επιστήμονες, και άλλους άπληστους κι ασυλλόγιστους στο τιμόνι. Μοιάζει η ανθρωπότητα να θέλει να οδηγήσει κάποια πειράματα της στα όρια τους, για να πειστεί. Σαν τους εραστές που ακόμα κι όταν έχουν χάσει την πίστη στους όρκους τους συνεχίζουν μέχρι την απόλυτη έκπτωση της αγάπης, μέχρι το απόλυτο ξόδεμα του πόθου. Μόνο οι στάχτες θα μας πείσουν.

 

5. Και τώρα;

 

Τι κάνουμε λοιπόν απέναντι σ’ αυτόν τον παραλογισμό; Απέναντι σε μιαν κλιμακούμενη έκπτωση που κατατρώει τα πάντα; Από την μία σίγουρα θα υπάρχουν απαντήσεις αντανακλαστικές, κοινωνικές. Κι αυτό το κομμάτι της μετάβασης θα γίνει με όρους σύγκρουσης. Ηρωισμού αλλά κι απελπισίας. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Κι αυτό διότι ολοκληρωμένες απαντήσεις θα είναι, πριν απ’ όλα, προσωπικές, θα έχουν προσωπική διάσταση. Η εμβέλεια τους θα φαίνεται μικρή κι αμελητέα. Και γι’ αυτό θα μπορούν να διορθώνουν τα κενά που έχουν οι “ιδέες”, να περνούν μέσα από τα κενά των “θεωριών” και των “εννοιών” για να τα καλύψουν και να τα αποκαλύψουν. Γι’ αυτό και η σημασία τους είναι καθοριστική. Είμαστε, όλοι, τα εργαστήρια του Μέλλοντος κάποιων άλλων. Σιωπηλοί κι ασήμαντοι οι Λόγοι που μας κινούν θα είναι οι προαπαιτούμενες απόπειρες απάντησης. Κι αυτό συμβαίνει επειδή τα ερωτήματα που τίθενται είναι οντολογικά. Πρέπει να πούμε με σαφήνεια στον καθρέφτη σε ποιον Θεό πιστεύουμε.  Πρέπει να αποφασίσουμε πώς θέλουμε να ζήσουμε και να πεθάνουμε. Κι αυτά τα ερωτήματα θα τα απαντήσουμε τις στιγμές που κουρασμένοι απ’ όλα δε θα σταματήσουμε να προσπαθούμε, τις στιγμές που ακόμα κι αν η αγάπη μας έχει στερέψει εμείς θα βρούμε κι άλλη που δε ξέραμε πως έχουμε, τις στιγμές που θα αντέξουμε στο όνομα αυτών που πιστεύουμε, όχι στο όνομα της “πραγματικότητας” ή της συναίνεσης (αριστερής και δεξιάς ομοίως…).

Ζούμε ιστορικές στιγμές. Τις ζούμε μαζί. Και είναι τέτοια η έκταση της γύμνιας που δε μπορούμε πλέον να πούμε πως είμαστε απογοητευμένοι. Τι μας γοήτευσε ώστε να υπάρξει ματαίωση πλέον; Το ψέμμα έχει πάψει να παριστάνει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Ήρθε λοιπόν ο καιρός να πάρουμε θέση όχι με βάση το τι γίνεται γύρω μας αλλά με γνώμονα το τι πιστεύουμε, το τι πρεσβεύουμε, το τι θέλουμε σ’ αυτό τον κόσμο που θρυμματίζεται εορταστικά σε όλο μεγαλύτερες ταχύτητες. Είμαστε αναγκασμένοι να ονειρευτούμε. Είμαστε καταδικασμένοι να επιθυμήσουμε.

[Τέλος 1ου μέρους]

 

* http://stinathina.wordpress.com, http://alexandrosmistriotis.wordpress.com/

 

ΠΗΓΗ: 12-12-2010, http://stinathina.wordpress.com/%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%AE-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AE-1/

Παιδεία, Άνθρωπος, Δημοκρατία

Παιδεία, Άνθρωπος, Δημοκρατία

 

Του Γιώργου Παύλου*


 

“Παιδεία είναι το ξύπνημα στην περιοχή της άπειρης και ανυποχώρητης νοσταλγίας του είναι και του όλου των όντων των εφήμερων και ανύπαρκτων. Παιδεία είναι να κατοικείς στα όρια του χώρου και του χρόνου αναμένοντας όλα τα χαμένα και ανύπαρκτα, αυτά για τα οποία κανείς λογικός και καθώς πρέπει άνθρωπος δεν νοιάζεται.

Παιδεία σημαίνει να μπορείς να ακούς όλο το βουβό κλάμα του κόσμου του εφήμερου και του περιβάλλοντος, αφήνοντας στην άκρη την δική σου θλίψη ή χαρά. Παιδεία σημαίνει να θλίβεσαι για τον άλλο, τον κάθε άλλον, τον όλο Άλλον. Παιδεία σημαίνει να ζείς και να αγαπάς, να πεθαίνεις και να αγαπάς και, αν ξαναγεννηθείς, πάλι να αγαπάς.

Παιδεία σημαίνει να τα θέλεις όλα, να τα παντρεύεσαι όλα, να πάσχεις για όλα και να μην τα λησμονάς.”

Η Παιδεία σημαίνει δύο πράγματα και δύο αρχές, Γνώση και Ήθος. Το ένα, μάλιστα, ενισχύει το άλλο. Διότι η απόκτηση γνώσης σε βάθος απαιτεί κόπο, υπομονή, επιμονή και έρωτα της αλήθειας σε κάθε γνωσιακό επίπεδο ή κατεύθυνση. Δηλαδή, ήθος ανθρώπου ελεύθερου καθ’ όλα και όχι στείρα δουλεία σε θρησκείες, ιδεολογίες και καταναλωτισμούς. Γνώση της φύσης, γνώση της τέχνης και του πολιτισμού, γνώση του ανθρώπου, γνώση του κόσμου.

Ο Αϊνστάιν έγραφε και έλεγε ότι στον ναό της επιστήμης έχουμε τις κολώνες και τα αναρριχητικά ή διακοσμητικά φυτά. Κολώνες είναι οι ιδιαίτερες εκείνες ανθρώπινες υπάρξεις του ναού της επιστήμης που εμφορούνται από έρωτα για την αλήθεια, την ομορφιά και την καλοσύνη. Αυτοί χτίζουν την νέα γνώση και ανοίγουν νέους δρόμους στην επιστήμη και στην τεχνολογία, όπως οι μεγάλοι δημιουργοί στην τέχνη όπως ο Μότσαρτ, οι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες όπως ο Γκάντι, οι μεγάλοι ασκητές του πνεύματος, όπως χαρακτηριστικά μιλάει γι’ αυτούς στα έργα του ο Καζαντζάκης και άλλοι συγγραφείς. Τα αναρριχητικά φυτά στον ναό της επιστήμης είναι άνθρωποι με δυνατή διάνοια που παράγουν κάποιο έργο ίσως σημαντικό, εκμεταλλευόμενοι τις κολώνες. Ο ίδιος ο Αϊνστάιν έγραφε στα αυτοβιογραφικά του σημειώματα ότι ποτέ δεν τον έθελξαν η εξουσία, το κέρδος και η ηδονή.

Σήμερα, η Ελλάδα αποδομείται ως οικονομία και ως κοινωνία. Υπεύθυνοι γι’ αυτό είμαστε εμείς, οι μεταπράτες της γνώσης, της εξουσίας και της οικονομίας. Εμείς όλοι, επιστήμονες, πολιτικοί, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες και κάθε μορφής ιερατείο που υποτάσσει τα πάντα στο στενά εννοούμενο ατομικό-ιδιωτικό όφελος, ερήμην του κοινού καλού και του κοινού οφέλους. Εμείς όλοι που δεν μπορούμε, δεν αντέχουμε και δεν θέλουμε να υπηρετήσουμε το όλον. Εμείς που έχουμε ξεχάσει να κατανοούμε και να ενδιαφερόμαστε για την ποιότητα σε κάθε επίπεδο, επιστημονικό, κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, καλλιτεχνικό, πνευματικό.

Η Ελλάδα που γνωρίσαμε καθίσταται παρελθόν, αφού όλοι εμείς, από τους επώνυμους μέχρι τους ανώνυμους κάθε περιοχής, υποκαταστήσαμε την ποιότητα με την ποσότητα. Ενώ η παιδεία που θα έπρεπε να υπηρετούμε ως Έλληνες είναι η παιδεία του όλου ανθρώπου που τον καθιστά εραστή της πόλης και όχι της εξουσίας. Εραστή της μοναδικότητας κάθε ανθρώπου και όχι υποτελή σε κάθε μορφή αγελοποίησης φυλετικής, θρησκευτικής, κομματικής, πολυπολιτισμικής, ή ό,τι άλλο. Όπως επισημαίνει ο Μάρξ στα νεανικά του κείμενα, αληθινή παιδεία είναι αυτή που καθιστά τον άνθρωπο ικανό να αντιλαμβάνεται ως μέγιστο πλούτο του τον άλλο άνθρωπο, τον κάθε άλλον και τον όλο Άλλο, σύμφωνα και με τον δικό μας Κωστή Μοσκώφ.

Μικρό παιδί θυμάμαι τις γεύσεις στην ντομάτα, στο ροδάκινο, στο καρπούζι, οι οποίες σε έκαναν ποιητή και αισθαντικό άνθρωπο, σε εξανθρώπιζαν, σε ευαισθητοποιούσαν. Σήμερα, η τροφή έγινε ανόητη ποσότητα, που δεν τρέφει ούτε το σώμα ούτε την ψυχή. Θυμάμαι τον άθεο και διαρκώς επαναστάτη καθηγητή μου στην γεωμετρία, Γιάννη Ντάνη. Και μόνο όταν χάραζε ως θεός κύκλους και σχήματα στον πίνακα, σου ενέπνεε πρωτοφανή και μυστικό έρωτα για την γνώση, την ομορφιά και την επιστήμη. Ποια αμοιβή και ποια ηδονή μπορεί να αναμετρηθεί με τούτη την χαρά της μάθησης;

Το ίδιο αργότερα στο Πανεπιστήμιο, ο νεαρός καθηγητής μου Δημήτρης Χριστοδούλου, σήμερα κάτοχος βραβείου στα μαθηματικά, αντίστοιχου με το Νόμπελ. Αναγκάστηκαν οι συνάδελφοί του να τον διώξουν από την Ελλάδα, διότι δεν άντεχαν αυτός ο εικοσάχρονος να είναι από μόνος του ένα Princeton, ένα Caltec, μια Οξφόρδη, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ενώ ήταν θεωρητικός φυσικός, ταυτοχρόνως συνέδεε με μοναδικό τρόπο τη φυσική θεωρία με τους μεγάλους φιλοσόφους τόσο της αρχαίας Ελλάδας όσο και της νεώτερης Ευρώπης, γνωρίζοντας και τα λογικά και κοσμολογικά κείμενα του Παρμενίδη, του Ηρακλείτου, του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα και πολλών άλλων, που μας απήγγειλε στην αρχαία Ελληνική.

Ήθος και γνώση είναι τα συστατικά της Δημοκρατίας. Γλώσσα, Ιστορία, Φιλοσοφία, Τέχνη, Άθληση, Λογική, Φυσική, Μαθηματικά, είναι ο σκληρός πυρήνας της Παιδείας. Όταν πριν από μερικά χρόνια ζητήθηκε από την Γαλλική Κυβέρνηση να γίνει έρευνα σχετικά με το γιατί τα τελευταία χρόνια η Γαλλία δεν παράγει μεγάλους μαθηματικούς, ο Ρενέ Τόμ και άλλοι παγκοσμίου φήμης Γάλλοι μαθηματικοί εντόπισαν ως την κύρια αιτία, την μη επαρκή διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας.

Η Ελλάδα του σήμερα οδηγείται βήμα προς βήμα σε ένα πρωτόγνωρο και πολυ-επίπεδο χάος, φτωχαίνει και μεταλλάσσεται σε κάτι το τραγικά αστείο, διότι οι Έλληνες ομιλούν μηχανικά και ξύλινα ελληνικά των χιλίων το πολύ λέξεων. Η Δημοκρατία δεν μπορεί να υποστηριχθεί από ανθρώπους με επιφανειακή παιδεία. Η απλή εκπαίδευση χωρίς ουσιαστική εμβάθυνση στα βασικά γνωστικά πεδία των φυσικομαθηματικών ή των ανθρωπιστικών επιστημών αλλά και πραγματική βιωματική μύηση στις τέχνες και την άθληση, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε υποβιβασμό του δημοκρατικού, κοινοτικού και κοινωνικού αισθήματος.

Η εργαλειακή εκπαίδευση μηχανοποιεί και «ρομποτοποιεί» τον άνθρωπο, φονεύοντας το πνεύμα του. Παράγει ανθρώπους ανίκανους να δημιουργούν για τους άλλους σε υλικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο. Παράγει νάνους ανθρώπους, ικανούς να κλέβουν χωρίς αιδώ το δημόσιο χρήμα, να ζουν πολυτελώς αυτοί και οι δικοί των, ερήμην των ανθρώπων που πεινούν, που ζουν εξαθλιωμένοι στο κοινωνικό περιθώριο και που χάνουν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια χάριν του απάνθρωπου και τερατόμορφου κερδοσκοπισμού, με όποιο προσωπείο, εθνικιστικό, θρησκευτικό ή παγκοσμιοποιητικό και άσοφα πολυ-πολιτισμικό.

Η εργαλειακή εκπαίδευση είναι χωρίς πνεύμα και είναι η αιτία για την φθορά του φυσικού περιβάλλοντος και τον υποβιβασμό των λαών, των πόλεων και των κοινωνιών σε εξαθλιωμένη ανθρωπομάζα, ανίκανη να σκεφθεί, να πράξει και να αντιδράσει. Έτσι, καταργούμε την πόλη, τους πολίτες και την Δημοκρατία, σε τοπικό ή παγκόσμιο επίπεδο.

Η εργαλειακή εκπαίδευση δεν είναι παιδεία αλλά δολοφονία του ανθρώπινου πνεύματος, της δημοκρατίας και της ανθρωπιάς. Η εργαλειακή εκπαίδευση οδηγεί στο μηχανικό ζην και υπάρχειν, δηλαδή στον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και πνευματικό θάνατο.

 

* Ο Γεώργιος Παύλος είναι Αναπλ. Καθηγητής Πολυτεχνείου Ξάνθης Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

 

ΠΗΓΗ: Ξάνθη, Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010, http://www.gpavlos.gr/article.php?p=13&id=34

ΘΑ ‘ΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤΟ ΠΑΡΤΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ

ΘΑ ‘ΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤΟ ΠΑΡΤΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

 

 

 Θα ‘μαι κι εγώ – ξανά – στο πάρτι του Μανόλη, τέτοιες γιορτάρες μέρες γκριζωπές. Είναι βλέπεις απ’ τους κολλητούς που δεν βαστάς να αποχωριστείς, μ’ όλο κι αν διαβούν περίσσια χρόνια. Ίσα – ίσα, τότε είναι που πιότερο τον αγαπάς. Καθώς ξεμακραίνεις και από τις πρώιμες αλλά και απ’ τις ύστερες άνοιξες. Ποιανού η ψυχή βαστάει την απουσία σε τέτοιο γενέθλιο πανηγύρι χαράς ; Κι ας έχει πλακώσει τη ψυχή μας ο διάολος του μνημονίου. Τώρα, μάλιστα, πιο πολύ παρά ποτέ, είναι που απαιτείται η μνημόνευση των μεγάλων μας πανηγυριών. 

Λέω πως κι ετούτη τη φορά θα ‘ναι παρόντες κι ο Μήτσος κι η Αργυρώ, οι μανάδες του Γιώργη και του Μανόλη και ο αδελφός της Κωνσταντίνας. Θα ‘ναι ετούτη τη χρονιά παρόντες και κάνα δυο ακόμη που μας λείψανε μάταια. Θα ‘ναι κι ο Άρης, κι ο Νικολής, ο Ερνέστο και ο Σολωμός. Θα ‘ναι ξανά ο Φεντερίκο και η Ρόζα, δυο τρεις μυριάδες Έλληνες φαντάροι, ο Αλέξιος ο Κομνηνός κι ο κυρ Ιωάννης. Θα ‘ναι ακόμη ο κυρ Κωνσταντής κι ο καπετάν Γιώργης ο γύφτος. Ο Μάνος και ο Ψαρρονίκος. Ο Μιχάλης, ο Ταξιάρχης κι οι γιαγιάδες. Η Αγγελική με την Αννίκα. Κι’ από κοντά η μάνα μου κι ο κύρης μου αγκαζέ κι οι άλλες μανάδες ξέγνοιαστες σε ολόλευκες σεζλόνγκ.

Τα λαμπιόνια του δέντρου θα τριζοβολούνε στους χορούς τους και θα μοιάζει ο καιρός απρόσμενη καλοκαιρία, μες στο καταχείμωνο. Κι ο ουρανός στολισμένος κι αυτός με τη γαλαζοπράσινη φορεσιά της άγιας νύχτας και το στραφταλιστό τσεμπέρί του, ριγμένο ελαφρά στους ώμους. Ασύννεφο κι ασέληνο το στερέωμα θα υποκλίνεται κι όλο γονατιστό στα γόνατα, θα βαράει ολονυχτίς παλαμάκια μπρος στον κυκλοτερό χορό τους. Κι αν έχεις μάτι γερακιού της νύχτας, θα ξεχωρίσεις καλά, ολάκερη τη ζωή που ΄χε στήσει αυτί κι αφουγκράζεται το λαμπρό άλμα των χορευτάδων. Θα σου ‘μοιάζει η πλάση όλη, ένας κύκλος, γύρω – γύρω. Κι αίφνης στην πρωτιά των χορευτών ο ένας, ύστερα ο δεύτερος, ύστερα ο τρίτος κι ύστερα ο Μανώλης και στο κατόπι οι υπόλοιποι ένα γύρω. Στο δεύτερο γύρισμα του κύκλου, ο δεύτερος γίνεται πρώτος κι ο πρώτος τελευταίος. Κι ύστερα, ο τρίτος γίνεται με τη σειρά του πρώτος κι ο δεύτερος πιάνει τα μπόσικα του τέλους και πάει λέγοντας. Ξεμανίκωτος κάθε φορά ο πρώτος, σηκώνει το ζερβό του χέρι κι κάνει λέει με μιας να κατεβάσει ένα αστέρι, μα εκείνο όλο νάζι σαν κοριτσόπουλο, του ‘κάνει τσαλίμια και χασκογελώντας διαφεύγει. Που και που, το ταπεινό γέλιο των μανάδων που καμαρώνουν τα βλαστάρια τους, διακόπτει την ευγνωμοσύνη των χορευτών, που ολόρθοι στρέφουνε κορμί και νου, μάτια και καρδιά, να τις ιδούν, να τις χορτάσουν.

Δυο–τρεις κορδέλες πλαστικές, σαν αυτές που κρεμούν στις εξώπορτες τους οι πιτσιρικάδες «the party is here», ξεκουρδίστηκαν και σαν χλωρά κλωναράκια ξεπέταξαν αίφνης ανθούς και πρασινάδες, δείγμα κι αυτό, πως δεν αντέχει ετούτη η γιορτή το πλαστικό.  Οι πασπαλισμένες στη χρυσόσκονη χριστουγεννιάτικες μπάλες έσκασαν με μιας, σαν σβόλοι χώματος που τρακάρουν με ταχύτητα σε τραχύ τσιμέντο. Και μαζί τους, ένα σωρό στολίδια, μπιχλιμπίδια και λογής-λογής διακοσμητικά, παραιτηθήκαν απ’ τους ρόλους τους και βροντήσαν κατά γης τις λαμπερές φορεσιές τους. Μαζί τους, το ‘βαλαν στα πόδια τα πλαστικά συναισθήματα των ανθρώπων, οι πλαστικές σημαίες, οι σιδηρές ρητορείες κι οι πλαστικές ηθικές.

Στην παραστιά που φλογίζει παραδίπλα, παραδόθηκαν οικειοθελώς οι λογής συμβάσεις των ανθρώπων και των κρατών. Τα δικαιώματα κι οι κατακτήσεις προσφέρθηκαν αυτεξουσίως να πατηθούν στα άλματα των χορευτών. Η ευζωία του καθενός γίνηκε ταπεινό χαλάκι στα βήματα του χορού τούτης της νύχτας.

Η μουσική απλωνόταν σε κύκλους, σαν βότσαλα που πετούν οι μαθητές στη ατάραχη λίμνη κι όλο η συμμετρία απλωνόταν στις ψυχές. Κάθε χτύπημα χορδής, ακόμη ένα βήμα των λαμπρών χορευτών, ακόμη μια σπιθαμή κορμιού που συντονιζόταν στον ρυθμό. Ακόμη ένας κύκλος χορευτών κι ακόμη ένας τραγουδισμός πουλιών που σιγοντάριζαν τους όρθιους βιολιστές. Τα μεγάφωνα κι οι ηλεκτρισμοί, τα γυαλιστερά όργανα και οι κουστουμαρισμένοι μπουζουξήδες, τα λαμέ φορέματα και τα ασπρουλιάρικα μπράτσα ξέχειλα ανέραστης ορμής, στέκαν πιο κει, άσχετα αυτά κι αυτοί μέσα στις τόσες σχέσεις.

Σφιχτοκουμπωμένα κουμπιά, ξεγελώντας τους ιδιοκτήτες τους, γύρευαν κάτι light να δροσίσουν το έχει τους. Αδύνατον να δροσιστείς – μές στο καταχείμωνο – με τέτοια υποκατάστατα. Τα γυαλιστερά παράσημα των στρατηγών, κατέρρευσαν στο νοτισμένο – απ’ την υγρασία της νύχτας – δάπεδο. Μονάχα μια οσμή από λιωμένο μαύρο σίδερο έφτανε ως τα ρουθούνια τους, κι εκείνοι γυρνούσαν ανήσυχα πέρα δώθε αγωνιώντας για τα κανόνια τους. Πιο μακριά ακόμη, απορημένοι στέκονταν οι λογιστές που σφιχταγκάλιαζαν τα κιτάπια τους, γιομάτοι απελπισία για την τόση αφειδώλευτη προσφορά. Ξενέρωτοι κι ανυποψίαστοι αντάμα.

Χρυσάφια και διαμαντικά, πετροκαλαμήθρες, τηλεσκόπια και κάμερες αυτόματες, ένα τσουβάλι μαλαματικά, στολές και μηχανές, τεχνολογίες όλων των ειδών, ξεμακραίναν κατηφορίζοντας μ’ ένα  παραπονιάρικο βουητό ανάμεσα σε πράσινους αμπελώνες και καρποφόρα λιόδεντρα. Σ’ αυτό το πάρτι δεν προσκλήθηκαν ποτέ.  

Κι’ απ’ το βάθος, μπορούσες καθώς ξημέρωνε δειλά, να ξεδιακρίνεις τις παράλληλες μοναξιές των ανθρώπων που βάδιζαν ασυντρόφευτες προς τα δω. Ούτε ένα χέρι, ούτε ένα φιλί δεν αξιώθηκαν, έλεγες. Ούτε ένα βλέμμα. Κανείς τους δεν βάσταξε να μπει στο χορό. Μόνο δειλά–δειλά, σαν κλέφτες στο σκοτάδι γύρευαν στα τυφλά να βαστηχτούν απ’ το κενό που στεκόταν δίπλα τους και τους φάνταζε γεμάτο. Κι’ όλο κουνούσαν τ’ ακροδάχτυλα ψάχνοντας τον διπλανό τους, κι έμοιαζε λες κι έκαναν μυστικά νοήματα στο ανύπαρκτο για να υπάρξει.

Μα – ως προβλεπόταν – αυτό εκεί, πεισματικά ανύπαρκτο, βεβαίωνε οριστικά την απουσία. Επιλογή μου, σκέφτηκα. Η ελευθερία να ‘ρθω σε τούτη τη γιορτή των γενεθλίων, μου ήταν χαρισμένη εξ΄ αρχής. Εγώ φαντάστηκα την ελευθερία σαν απαλλαγή απ’ τα δεσμά του άλλου. Ενός άλλου. Κάποιων άλλων. Ανυποψίαστος βρέθηκα κι εγώ – για μια ακόμη φορά – σε τούτα τα γενέθλια. Ανυποψίαστος για τους χορευτές. Ανυποψίαστος για το φθαρτό μου ολοκαίνουργιο κοστούμι. Ανυποψίαστος για την επικινδυνότητα των γενεθλίων του Μανόλη. Κι ας έχω έρθει τόσες χρονιές. Κι ας με καλεί πεισματικά τόσες χρονιές. Κάθε χρονιά – πως το βαστώ – κάθε χρονιά να είμαι στη γιορτή του σαν τουρίστας! Άσχετος, δίχως σχέση με το διπλανό μου. Μοναχά με άλλοθι την ανυπαρξία του. Κι αυτός τα ίδια κατά πως κι εγώ. Με άλλοθι την ανυπαρξία μου. Με μπαϊράκι κι οι δύο μας το φόβο. Με λάβαρο το ατραυμάτιστο δήθεν εγώ. Κι η ποινή μας, κοινή. Αυτήν που επιβάλλουμε ο ένας στον άλλο. Χρόνια τώρα. Αιώνες ολάκερους. Να μην βαστούμε να μοιραστούμε τούτα τα γενέθλια μ’ έναν ολόκληρο άλλον άνθρωπο. Να μην βαστούμε να γλεντήσουμε βαθιά μέσα στο είναι μας.

Είναι επικίνδυνη γιορτή τα Χριστούγεννα, αδέρφια. Δεν είναι χαχαχα και χουχουχου επισκέψεις τουριστών στην ψυχή του άλλου. Δεν είναι ένα ουίσκι παραπάνω, ούτε ένα κιλό κουραμπιέδες. Είναι χορός στα γενέθλια ενός Θεού κολλητού, που πρέπει πριν απ’ όλα να φυσήξεις από πάνω σου τις πασπαλισμένες ζάχαρες κι ύστερα να ‘χεις γερή καρδιά να σύρεις το χορό στην πρώτη, μα και στην τελευταία τη σειρά. Σαν έρθει κι η σειρά σου. Να σύρεις έναν ανύπαρκτο στην ύπαρξη, έστω μοναχά για ένα λεπτό. Μια στάλα. Έτσι. Κι’ ας φανταστείς πως μπορεί εσύ να γκρεμιστείς στο τίποτα. Δες ξανά Ποιος σέρνει το χορό! Δες Ποιος περίλαμπρος χοροστατεί!

Είναι βαθιά επαναστατική πράξη τα Χριστούγεννα, αδέρφια. Μονάχα που σ’ αυτήν την επανάσταση, ζυγιάζει ο καθείς τι είναι έτοιμος να χάσει κι όχι τι γυρεύει να κερδίσει ή να βαστήξει απ’ τα καθώς τα λεν κεκτημένα. Στο πάρτι των γενεθλίων του Μανώλη, καθένας μπαίνει στο χορό με το μαρτυρίκι των πατημένων θέλω του καρφιτσωμένο στο μέρος της καρδιάς. No χάσιμο, no party! No προσφορά, no επανάσταση!

Σ’ αυτήν την επανάσταση, όπως και σ’ όλες τις άλλες τις μεγάλες του Γένους, δεν μπαίνεις για να κερδίσεις, μα για να χάσεις, αν με εννοείς.

Εν τούτοις, κοντεύουν πάλι σε λίγες μέρες τα γενέθλια Του κι Εκείνος επιμένει εδώ και 2010 χρόνια να γιορτάζει και να μας καλεί. Κι εσύ αδερφέ μου, περιμένεις μια κάποια κάρτα-πρόσκληση απ’ το ταχυδρομείο. Κι εσύ περιμένεις την αναγγελία της επανάστασης απ’ τις τηλεοράσεις. Σαν να περιμένεις την ήττα του μνημονίου με μιαν απεργία. Σαν να προσδοκείς κάπου κρυφά εντός σου την επιστροφή των γλυκερών ημερών της κατανάλωσης. Σαν να ζητάς να ξεφορτωθείς όπως-όπως τα Χριστούγεννα για μιαν ακόμη φορά. Λες και δεν έμαθες ακόμη πως, κάτι υπάρχει μόνο αν τ’ αγαπάς, στο βαθμό που τ’ αγαπάς και για όσο. Λες κι ερωτεύτηκε ποτέ κανείς στ’ αληθινά δια αλληλογραφίας. Για τούτο είναι που η πατρίδα σήμερα πληγώνεται απ’ τα καρφιά των Ευρωπαίων λογιστών. Είναι πολλά τα Χριστούγεννα που ο λαός μας έπαψε να  ΄ναι ερωτευμένος μαζί της.  Μα θέλω – απερισκέπτως εύελπις – να προσδοκώ πως σ’ αυτά τα Χριστούγεννα θα ψηλαφίσουμε ξανά – έπειτα από καιρό – το ιδιαίτερο πρόσωπο του τρόπου μας.

Θα ‘μαι κι εγώ στο πάρτι του Μανώλη, μάλλον ανύπαρκτος θεατής για μιαν ακόμη χρονιά, άσχετος μέσ’ στους γνωστούς και μεσ’ στις τόσες «σχέσεις», όμως ξεφόρτωτος εφέτος απ’ τις φιοριτούρες της κατανάλωσης και της καλοζωισμένης ευζωίας.  Ίσως έτσι μου χαριστεί μια θέση στο χορό της επανάστασης των Χριστουγέννων…

Καλά Χριστούγεννα αδέρφια και σύντροφοι ή μάλλον Χριστούγεννα Εδώ και Τώρα!

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ, 14.12.2010, antonisandroulidakis@gmail.com

2011: καταληκτική χρονιά για την Ελληνική Οικονομία;

Είναι το 2011 η καταληκτική χρονιά για την Ελληνική Οικονομία;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Η επίσημη πτώχευση της Ελλάδας είναι πλέον προ των πυλών. Το καθεστώς της χρεοκοπίας που έχει επιβληθεί με το μνημόνιο και κυρίως τη δανειακή σύμβαση του Μαΐου, έχει προετοιμάσει ήδη το έδαφος για την επίσημη πτώχευση. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι πότε και με ποιους όρους θα συμβεί αυτή η επίσημη πτώχευση, αν θα είναι «ελεγχόμενη» ή όχι και ποιος θα είναι εκείνος που θα την επιβάλει.

Το ΔΝΤ και οι ΗΠΑ μονομερώς, ή η Γερμανία και η ευρωζώνη σε συνεργασία με το ΔΝΤ; Αυτόν τον καυγά βλέπουμε να έχει φουντώσει από την επομένη των εκλογών, με ανταλλαγή επιτιμητικών δηλώσεων ανάμεσα στις δυο πλευρές και τον κ. Παπανδρέου να ταλαντεύεται πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη μεριά. Άλλωστε ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του είναι απλοί παρατηρητές στην υπηρεσία εντολών άνωθεν και έξωθεν.

Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι πρόκειται για αναδιάρθρωση του χρέους με ένα ελάχιστο «κούρεμα» και μια πιθανή αναστολή πληρωμής μέρους των τόκων ή των χρεολυσίων για ένα διάστημα, ώστε να μπορέσει η χώρα να βγει σχετικά άμεσα στις διεθνείς αγορές με σκοπό να ξαναδανειστεί για να συνεχίσει να πληρώνει τα δανεικά της. Η αναδιάρθρωση αυτή θα συνοδευτεί από ενέσεις ρευστότητας είτε από τα χρηματοδοτικά προγράμματα του ΔΝΤ, είτε από το ΔΝΤ σε συνδυασμό με την ΕΚΤ, ώστε να φανεί ότι η χώρα – τουλάχιστον για ένα μικρό διάστημα – ανακουφίζεται από τα βάρη της. Φυσικά η αναδιάρθρωση δεν θα ονομαστεί έτσι, αλλά με κάποιον άλλο εύσχημο τρόπο που δεν θα παραπέμπει στην έννοια της πτώχευσης.

Όμως, όπως κι αν ονομάσουν την όλη διαδικασία, όπως κι αν την εμφανίσουν, θα πρόκειται για επίσημη πτώχευση. Με ότι αυτό σημαίνει για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τα λαϊκά στρώματα γενικά και την κατάσταση της χώρας, η οποία θα παραδοθεί επισήμως στους δανειστές, δίχως την ανάγκη μνημονίου και δανειακής σύμβασης. Αυτό που ελπίζουν οι επίδοξοι διεθνείς επιβήτορες της χώρας είναι να κατορθώσουν να κάνουν την πτώχευση «ελεγχόμενη» με τις μικρότερες δυνατές απώλειες για τους δανειστές, το ευρώ και τα μεγαλύτερα επενδυτικά κεφάλαια. Πράγμα καθόλου βέβαιο με βάση την εξαιρετικά ασταθή κατάσταση των διεθνών αγορών κεφαλαίου.

Το διάστημα αυτό οι τραπεζικοί όμιλοι και τα επενδυτικά κεφάλαια σε Ευρώπη και ΗΠΑ συναγωνίζονται μαζί με τις κυβερνήσεις των χωρών τους για το καλύτερο πρόγραμμα αναθεώρησης, επιμήκυνσης και αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας. Εν τω μεταξύ η Eurostat και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε αυτό που γνώριζαν όλοι οι οικονομικοί αναλυτές ήδη από τους πρώτους μήνες του χρόνου, ότι το κρατικό έλλειμμα φτάνει στο 15,4%. Ο λόγος της αναπροσαρμογής του κρατικού ελλείμματος δεν οφείλεται στο γεγονός ότι ανακάλυψαν ξαφνικά κάποιες καινούργιες τρύπες στην οικονομική διαχείριση. Όλοι γνώριζαν ότι συμπεριλαμβανομένων των ελλειμμάτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και των ασφαλιστικών ταμείων, το κρατικό έλλειμμα κινείται σε αρκετά υψηλά επίπεδα.

Όμως το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι η αποκάλυψη του πραγματικού μεγέθους της χρεοκοπίας της χώρας. Με την αναπροσαρμογή το δημόσιο χρέος της χώρας για το 2009 αυξήθηκε στο 127% του ΑΕΠ. Ενώ για το 2010 προβλέπεται ότι το δημόσιο χρέος θα έχει ξεπεράσει το 148% του ΑΕΠ! Σύμφωνα με τις αρχικές προβλέψεις του μνημονίου το χρέος της γενικής κυβέρνησης για το 2010 θα πρέπει να ήταν στο 127,3 και το συνολικό χρέος να πλησίαζε το 140%. Αντίστοιχα, σύμφωνα πάντα με τις αρχικές προβλέψεις του μνημονίου, το 2011 αναμενόταν το χρέος της γενικής κυβέρνησης στο 139,2% με το συνολικό δημόσιο χρέος στο 153%. Αντί γι’ αυτό στο  τέλος του δεύτερου χρόνου εφαρμογής του προγράμματος, το 2011, η κυβέρνηση προβλέπει ότι το συνολικό χρέος του δημοσίου θα έχει εκτιναχθεί στα 362,2 δις. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 158,6% του ΑΕΠ. Σε δύο χρόνια εφαρμογής του προγράμματος, δηλαδή, το ΑΕΠ θα έχει μειωθεί κατά 6,6 δις. ευρώ και το χρέος θα έχει εκτοξευθεί κατά 63,7 δις. ευρώ! Ενώ για το 2011 οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου θα φτάσουν στα 69,5 δις ευρώ με πρόβλεψη ο μηχανισμός στήριξης να διαθέσει τα 46,5 δις ευρώ. Τα υπόλοιπα προβλέπει η κυβέρνηση να τα βρει μέσω του βραχυπρόθεσμου δανεισμού, που θα εκτινάξει σημαντικά το κόστος δανεισμού.

Κανείς δεν τολμά να προβλέψει τι θα γίνει τα επόμενα χρόνια. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε η τρόικα. Φαίνεται να υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία ότι το 2011 είναι η καταληκτική χρονιά για την ελληνική οικονομία και τη χώρα. Τα παραμύθια τελείωσαν. Το δημόσιο χρέος αποδεικνύεται ότι είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί και η εφαρμογή του μνημονίου έκανε την κατάσταση πολύ χειρότερη. Αποδείχτηκε ότι ο πιο σίγουρος δρόμος για την επίσημη πτώχευση της χώρας είναι η πιστή εφαρμογή του μνημονίου.

Κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Το μνημόνιο και η δανειακή δεν επιβλήθηκαν στη χώρα για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του χρέους. Όλοι ήξεραν από την αρχή ότι το δημόσιο χρέος της χώρας ήταν και παραμένει εκτός ελέγχου. Ήξεραν εξαρχής ότι ήταν αδύνατο η χώρα να συνεχίσει να πληρώνει τα χρέη της. Για να εξασφαλίσουν τα λεφτά τους οι διεθνείς τοκογλύφοι θα έπρεπε αφενός να βάλουν χέρι στα «ασημικά του σπιτιού» και αφετέρου να φέρουν τη χώρα σε θέση να βγει ξανά στις αγορές για να δανείζεται προκειμένου να συνεχίσει να τους πληρώνει. Γι’ αυτό και ακολούθησαν την κλασική τακτική του τοκογλύφου. Επέβαλαν μια αμείλικτη επιχείρηση σοκ και δέος εναντίον των εργαζομένων της χώρας με απανωτά μέτρα ενάντια στο λαϊκό εισόδημα, στο βιοτικό και εργασιακό επίπεδο του λαού, ώστε να τον φέρουν σε κατάσταση απόγνωσης. Ο λόγος είναι απλός. Όσο περισσότερο τα λαϊκά στρώματα βυθίζονται στην αβεβαιότητα της καθημερινής επιβίωσης, τόσο πιο εύκολα θα αποδεχτούν αυτό που έχει σιγά-σιγά ξεκινήσει: το συνολικό ξεπούλημα της χώρας.

Το επιχείρημα είναι απλό. Όταν οι τοκογλύφοι οδηγούν μια οικογένεια στην απόγνωση, τότε της ρίχνουν την ιδέα για το «χτηματάκι της ρεματιάς» που αν τους το δώσει μπορεί να ρεφάρει ένα μέρος από χρέη. Πόσο μάλλον αν πουλήσει ότι πιο πολύτιμο διαθέτει. Έτσι καθώς οι πολιτικές άγριας λιτότητας και δραστικών περιορισμών οδηγούν μαζικά την κοινωνία στην απελπισία και την απόγνωση, αρχίζουν σιγά-σιγά να εμφανίζονται οι διάφοροι καλοθελητές που έχουν έτοιμη τη λύση. Ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι η Ελλάδα είναι πλούσια, πολύ πλούσια. Έχει μια «αναξιοποίητη» δημόσια περιουσία που εκτιμάται γύρω στα 300 δις ευρώ. Έχει επίσης πολύτιμο ορυκτό πλούτο, από πετρέλαια έως ουράνιο. Έχει ήλιο, αέρα, θάλασσα και φυσικά πολλά νησιά, επίσης «αναξιοποίητα». Έχει επίσης και μια πολύ σημαντική γεωστρατηγική θέση. Γιατί λοιπόν να μην τα χρησιμοποιήσει όλα αυτά για να ξεχρεώσει; Κι έτσι το δίλλημα που αρχίζει να τίθεται από πολλές μεριές στον απλό κόσμο είναι: Ή θα χάσεις ότι μισθούς και συντάξεις σου έχουν απομείνει, ή θα βγάλουμε στο σφυρί τη δημόσια περιουσία, το φυσικό και ορυκτό πλούτο και γενικά τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» της χώρας.

Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται πολλοί είναι ότι με το ξεπούλημα ο εργαζόμενος δεν πρόκειται να σώσει ούτε τη δουλειά του, ούτε τον μισθό και την σύνταξή του. Αντίθετα θα χάσει τα πάντα, μαζί και τη χώρα του, προκειμένου να μετατραπεί σε σύγχρονο «κούλη».

Μπορεί να συνεχιστεί έτσι αυτή η κατάσταση; Και βέβαια όχι. Διότι η πηγή του προβλήματος, ο κύριος λόγος που οδηγηθήκαμε στην υπερχρέωση και τη χρεοκοπία, δεν είναι το κρατικό έλλειμμα ούτε η «έλλειψη εμπιστοσύνης των αγορών». Η κύρια πηγή του δημόσιου χρέους είναι τα παραγωγικά και εξωτερικά ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία τη δεκαετία του ευρώ εκτινάχθηκαν στα ύψη και δημιούργησαν αυτό που επίσημα αποκαλείται «κρίση ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας.

 

Τι λέει η έκθεση του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη

 

Ωστόσο το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι το ευρώ δημιούργησε συνθήκες παραγωγικής αποσύνθεσης της οικονομίας και δημοσιονομικής χρεοκοπίας. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι με το ευρώ και την Ε.Ε. η χώρα έχασε όλα εκείνα τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει μια ύφεση, και μάλιστα μια κρίση χρέους.

Σ' αυτό έγκειται και το σημερινό αδιέξοδο της χώρας. Ειδικά σε μια περίοδο που η Ε.Ε. έχει μετατραπεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης. Αυτό πλέον είναι κοινό «μυστικό» σε όλους τους φορείς που παρακολουθούν την παγκόσμια οικονομία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία έκθεση «Trade and development report», 2010, της United Nations Conference on Trade and Development (ΟΗΕ), που δημοσιοποιήθηκε στις 14/9 φέτος. Σ’ αυτήν επισημαίνεται ότι «η κρίση της Ευρώπης δηλώνει πως το σημερινό καθεστώς πολιτικής της Ευρωζώνης είναι πολύ πιθανό να μην μπορεί να διατηρηθεί και ότι οι ασυντόνιστες εθνικές πολιτικές των κρατών – μελών βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης.

Κυρίως γι’ αυτούς τους λόγους η Ευρώπη είναι σήμερα το παγκόσμιο θερμό επίκεντρο της αστάθειας και της απόκλισης. Αφού ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παγκόσμια κρίση έχει τώρα επικεντρωθεί στην Ευρώπη και η περιφέρεια αυτή επιβραδύνει την παγκόσμια ανάκαμψη λόγω της σημασίας της στο παγκόσμιο εμπόριο». Ενδιαφέρον όμως έχει το τι εντοπίζει η συγκεκριμένη έκθεση ως προς τους παράγοντες που συντέλεσαν καθοριστικά στην ελληνική κρίση:

«Ως μέλος της Ευρωζώνης, η Ελλάδα έχει ουσιαστικά παραχωρήσει όλα τα μακροοικονομικά εργαλεία πολιτικής που εν δυνάμει θα μπορούσαν να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση.

Πρώτον, λόγω των περιορισμών που επιβλήθηκαν από τις συνθήκες της Ε.Ε. και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως επίσης και τις ογκούμενες πιέσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε δρακόντεια μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας – το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που ήταν δικαιολογημένο, δηλαδή μια αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική.

Δεύτερον, ενώ απαγορευόταν η παροχή οποιασδήποτε νομισματικής υποστήριξης στο ελληνικό δημόσιο ταμείο, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας δεν είναι επίσης σε θέση να υποστηρίξει την οικονομία ή το τραπεζικό σύστημα.

Τρίτον, δεν είναι πια δυνατή η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μέσα από την υποτίμηση της ονομαστικής αξίας του νομίσματός της. Αυτός ο τελευταίος περιορισμός θέτει την Ελλάδα σε ακόμα χειρότερη θέση από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες και τις αναδυόμενες αγορές που έχουν αντιμετωπίσει ανάλογες χρηματοπιστωτικές κρίσεις…

Όχι μόνο μια καθορισμένη διαδικασία υποτίμησης μισθών και τιμών είναι πολύ περισσότερο επίπονη από μια νομισματική υποτίμηση, αλλά ένα πρόσθετο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές και τα τρέχοντα εισοδήματα πέφτουν κατ’ αυτή τη διαδικασία, η αξία του χρέους… παραμένει αμετάβλητη, ώστε η πραγματική επιβάρυνση του χρέους να αυξάνεται».

Το γεγονός ότι εντός της ευρωζώνης και της Ε.Ε. η Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη θέση από οποιαδήποτε άλλη χώρα του «Τρίτου Κόσμου» αντιμετώπισε κρίση χρέους ανάλογη με τη δική μας, έχει οδηγήσει στο σημερινό αδιέξοδο. Κι αυτό ανεξάρτητα από την επιβολή του μνημονίου, που έτσι ή αλλιώς είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για την επίσημη πτώχευση της χώρας.

Δεν είναι όλοι που αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα της κατάστασης, ούτε τη σημασία του καθεστώτος της χρεοκοπίας. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι στην εποχή των διεθνών αγορών κεφαλαίου με διαστάσεις που κάνουν τα κράτη ακόμη και τα πιο μεγάλα να ωχριούν, οι πόλεμοι, οι κατακτήσεις και οι υποδουλώσεις λαών και χωρών δεν γίνονται τόσο με πολιτικοστρατιωτικά μέσα, αλλά πρωτίστως με οικονομικά. Όποιος δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα, τότε αδυνατεί να κατανοήσει σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε.

Επομένως κάνε άλλο ζήτημα σήμερα δεν είναι πιο άμεσο, επείγον και πιο σημαντικό από το να απαντήσει κανείς άμεσα και πρακτικά το ερώτημα:

 

Τι κάνουμε με το δημόσιο χρέος;

 

Όσο κι αν αποφεύγουν να απαντήσουν οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, όσο κι αν η αντιπολίτευση αναζητά διέξοδο σ’ έναν ανούσιο, ανέξοδο και ατελέσφορο «αντιμνημονιακό» αγώνα, το ερώτημα αυτό θα συνεχίζει να στοιχειώνει όλους μας και τη χώρα μαζί. Και σ’ αυτό το ερώτημα – δυστυχώς ή ευτυχώς – δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Ή το πληρώνεις ή δεν το πληρώνεις! Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

Η απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι οικονομική, αλλά πρωτίστως πολιτική. Κι αυτό το λένε όλοι οι επιφανείς μελετητές του ελληνικού δημόσιου χρέους από την εποχή του μεσοπολέμου ακόμη. Όταν ο Ξεν. Ζολώτας έγραφε το 1931 ότι ο περιορισμός της υφιστάμενης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδος «δεν είναι επιστημονικόν πρόβλημα, αλλ’ αποτελεί ζήτημα επιδεξίου χειρισμού, επιτυχών διαπραγματεύσεων και ευνοϊκών συνθηκών εις την διεθνήν αγοράν κεφαλαίου,» γνώριζε πολύ καλά ότι η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους είναι πρωτίστως ζήτημα συσχετισμού δύναμης στις διεθνείς αγορές και αποφασιστικότητας μιας χώρας να τα βάλει με τους ισχυρούς. Επιπλέον την εποχή εκείνη για να υποστηρίξει κανείς την ακύρωση των χρεών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα του Ελευθερίου Βενιζέλου που βάδιζε ολοταχώς προς την επίσημη χρεωκοπία του 1932, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Η επίκληση του προφανούς, δηλαδή της ακύρωσης του χρέους, αποτελούσε ιδιωνυμικό αδίκημα στην Ελλάδα. Και μόνο η διατύπωση αυτής της πρότασης αρκούσε για να χάσει κάποιος σαν τον Ξ. Ζολώτα την καθηγητική του έδρα και να συρθεί στα δικαστήρια με το ιδιώνυμο. Και μόνο η αναφορά στην άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελούσε προσβολή εναντίον των «εθνικών συμφερόντων», που τότε όπως και σήμερα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των χρηματιστών, των τοκογλύφων και των μεγάλων δυνάμεων που τους στήριζαν στις απαιτήσεις τους έναντι της χώρας. Η χρεωκοπία του 1932, η καταστροφή και ο φασισμός που την ακολούθησε αποτέλεσε την αναπόδραστη συνέπεια των κυρίαρχων πολιτικών που αρνήθηκαν την μονομερή ακύρωση των χρεών της χώρας.

Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί αναγκαστικά σ’ αυτήν την κατάληξη είναι εκείνος που ξεκινά με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βρει κανείς με τους δυνατούς μέσα από διαπραγματεύσεις και προσαρμογές στις απαιτήσεις τους. Ενώ ο μόνος δρόμος, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, όσο επίπονος ή αντίξοος κι αν είναι, που μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή για το λαό και τη χώρα, είναι να κάνουμε το ανήκουστο: να αρνηθούμε το χρέος και να τα βάλουμε με τους δυνατούς βασισμένοι στη δύναμη ενός ρωμαλέου πλειοψηφικού λαϊκού κινήματος. Η ιστορία δεν έχει δείξει άλλον δρόμο. Όσο κι αν διάφοροι κατά καιρούς ονειρεύονταν «μέσους δρόμους», ή «μέσες λύσεις».

Για να προσεγγίσει ορθά κανείς το πρόβλημα της χρεωκοπίας και του δημόσιου χρέους οφείλει να ξεκαθαρίσει από ποια σκοπιά το αντιλαμβάνεται. Αν ξεκινά από τη σκοπιά των δανειστών και το μόνο που τον απασχολεί είναι τι μπορεί να πετύχει μέσα από μια συμφωνία μαζί τους, τότε είναι λογικό να τον απασχολεί το ύψος του δημόσιου χρέους στο ΑΕΠ και το επιτόκιο δανεισμού. Όμως ο δανειστής δεν νοιάζεται για το πού θα βρεθούν τα λεφτά για να εξυπηρετηθεί το χρέος, ούτε τον ενδιαφέρει αν προέρχονται από το υστέρημα του λαού και της οικονομίας. Γι’ αυτό και το κριτήριο όλων εκείνων που μιλάνε για αναδιάρθρωση με «κούρεμα» του δημόσιου χρέους είναι η υφιστάμενη υποχώρηση της τρέχουσας αξίας των ελληνικών ομολόγων στην αγορά. Δηλαδή τι μπορεί ή τι δέχεται να χάσει ο δανειστής. Τίποτε περισσότερο.

Όλοι οι αναλυτές που μιλάνε για ρύθμιση του χρέους μέσα από μια μείωσή του της τάξης του 10, 20, 30, 40, 50%, ανάλογα από το τι θα βγάλει η διαπραγμάτευση με τους ομολογιούχους, μένουν απλά σε εικασίες και ανέξοδες προβλέψεις. Κανένας όμως από αυτούς δεν μπήκε στον κόπο να υπολογίσει και να μας πει πόση εξυπηρέτηση χρέους μπορεί να αντέξει η ελληνική οικονομία και ο κρατικός προϋπολογισμός στην παρούσα κατάστασή τους. Πόση εξυπηρέτηση χρέους μπορούν να αντέξουν χωρίς να οδηγηθούμε στη λιτότητα, τις περικοπές και τα ξεπουλήματα αφενός και αφετέρου στον φαύλο κύκλο ενός νέου δανεισμού; Κανείς, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει μπει στον κόπο να κάνει και να μας παρουσιάσει τέτοιους υπολογισμούς.

Κι όμως η ουσία του όλου ζητήματος είναι ακριβώς εκεί. Πώς μπορούμε να αποφασίσουμε πόσο δημόσιο χρέος στο ΑΕΠ είναι σε θέση να αντέξει η ελληνική οικονομία και ο κρατικός προϋπολογισμός, αν δεν βρούμε πρώτα το μέγεθος της εξυπηρέτησης στο οποίο μπορούν να ανταποκριθούν χωρίς να συνθλίβουν τα λαϊκά εισοδήματα, να συμπιέζουν την εσωτερική αγορά, να περικόπτουν διαρκώς κρίσιμες δαπάνες για την κοινωνία και την οικονομία; Ο λόγος που δεν το κάνουν αυτό όσοι μιλούν για αναδιάρθρωση με «κούρεμα» είναι γιατί πολύ απλά δεν τους καίγεται καρφί. Νοιάζονται μόνο για τη «χασούρα» των δανειστών, αν δεν είναι πράκτορες των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό και μιλάνε για το τι είναι «δίκαιο» να περικοπεί από το δημόσιο χρέος και τι δεν είναι με βάση μια πιθανή συμφωνία μαζί τους. Κουβέντα για το αν η όποια «δίκαιη» συμφωνία τους μπορεί να εξυπηρετηθεί από την ελληνική οικονομία και το κράτος χωρίς να γυρίσουμε ξανά μανά στα ίδια: λιτότητα και πάλι λιτότητα, μαζί με νέα δάνεια για να πληρωθούν τα παλιά δάνεια.

 

Τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα

 

Για να γίνει κατανοητό αυτό που λέμε, ας δούμε τα υπάρχοντα στοιχεία. Από πού προκύπτει ότι η χώρα έχει οδηγηθεί σε χρεωκοπία; Όπως είπαμε από το βάρος της ετήσιας εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Οι δυο πιο συνήθεις δείκτες με βάση τους οποίους μετριέται αυτή η επιβάρυνση είναι συγκρινόμενη με τις εισπράξεις από τις εξαγωγές της οικονομίας και με το σύνολο των δημοσίων εσόδων. Έτσι το 2009 με συνολική εξυπηρέτηση δημόσιου χρέους 84 δις ευρώ, οι εισπράξεις από τις εξαγωγές (εμπορεύματα + υπηρεσίες) ανήλθαν σε 42,2 δις ευρώ, ενώ το σύνολο των δημοσίων εσόδων στα 55,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ανήλθε σχεδόν στο διπλάσιο των εισπράξεων από τις εξαγωγές της χώρας και σχεδόν στο 150% των δημοσίων εσόδων.

Αν τώρα πάρουμε τις αντίστοιχες εκτιμήσεις για ολόκληρη τη δεκαετία του 2000-2009, τότε τι έχουμε; Με συνολική εξυπηρέτηση 450 δις ευρώ περίπου, είχαμε για την ίδια περίοδο σύνολο δημοσίων εσόδων γύρω στα 477 δις ευρώ. Έτσι η συνολική εξυπηρέτηση του τρέχοντος δημόσιου χρέους ανήλθε στο 94% του συνόλου των δημοσίων εσόδων της δεκαετίας. Την ίδια περίοδο το σύνολο των εισπράξεων της ελληνικής οικονομίας από τις εξαγωγές της (εμπορεύματα + υπηρεσίες) ανήλθαν σχεδόν στα 400 δις ευρώ. Επομένως η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ανήλθε στο 112% των εισπράξεων από το σύνολο των εξαγωγών της δεκαετίας. Με αυτούς τους δείκτες εξυπηρέτησης το δημόσιο χρέος στο τέλος της δεκαετίας (31/12/2009) έφτασε να είναι περίπου 300 δις ευρώ, ή το 125% του ΑΕΠ.

Πόσο πρέπει να κατέβει η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ώστε να πάψει αφενός η λιτότητα και αφετέρου να σπάσει ο κύκλος του νέου δανεισμού; Κανείς δεν έχει απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα απ’ όσους μιλάνε για αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα», ή για διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους. Στη δεκαετία του ’80 οι μελέτες για το χρέος είχαν δείξει ότι μια οικονομία του επιπέδου των χωρών της Λατινικής Αμερικής, όπως Χιλή, Αργεντινή, Βραζιλία, Μεξικό, μπορεί να αντέξει μια εξυπηρέτηση της τάξης του 10% έως 20% επί των εξαγωγών. Αν πάρουμε αυτό το μέτρο και το εφαρμόσουμε στην ελληνική οικονομία με βάση τα δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας, θα διαπιστώσουμε τα εξής: Για να κατέβει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στο 20% επί των εισπράξεων από τις εξαγωγές, θα πρέπει το συνολικό δημόσιο χρέος να πέσει στο 22% του ΑΕΠ από 125% που ήταν στο τέλος του 2009. Για την εξυπηρέτηση αυτού μειωμένου δημόσιου χρέους θα απαιτείται το λιγότερο ένα 4% του ετήσιου ΑΕΠ με την προϋπόθεση ότι οι ρυθμοί μεταβολής του θα είναι τουλάχιστον οι ίδιοι της τελευταίας δεκαετίας.

Που θα βρεθεί αυτό το 4% του ετήσιου ΑΕΠ; Είτε μέσα από ένα πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού, το οποίο κάθε χρόνο θα πρέπει να είναι τουλάχιστον τόσο. Είτε, στην περίπτωση κρατικού ελλείμματος, μέσα από νέο δανεισμό, ο οποίος για να μην οδηγήσει σε έναν νέο φαύλο κύκλο υπερχρέωσης θα πρέπει να πληροί δυο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: Αφενός, να γίνεται σε εθνικό νόμισμα και όχι σε ξένο σκληρό συνάλλαγμα, όπως είναι το ευρώ, ή άλλο παγκόσμιο νόμισμα από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Κι αφετέρου, να αντλείται από την εσωτερική αγορά όπου η εθνικοποίηση των μεγαλύτερων τραπεζών που κατέχουν τον βασικό όγκο της αγοράς, αλλά και της κεντρικής τράπεζας, εξασφαλίζει την ρύθμιση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα.

Αν επιχειρήσει κανείς να ανεβάσει τον πήχη στο 40% του υπάρχοντος δημόσιου χρέους, τότε θα πρέπει να εξασφαλίζει γύρω στο 8% ετήσια από το ΑΕΠ της χώρας για την εξυπηρέτησή του. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι το ΑΕΠ γνωρίζει ρυθμούς μεταβολής τουλάχιστον της προηγούμενης δεκαετίας. Βέβαια η άντληση αυτού του 8% από τον κρατικό προϋπολογισμό, ή από την εγχώρια τραπεζική αγορά, μάλλον θα αποτελέσει πρόβλημα έστω και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες. Όποια σενάρια υπολογισμών και να κάνει κανείς σε παρόμοια συμπεράσματα θα καταλήξει.

Για να μπορέσει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους της χώρας να πέσει σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε να είναι υποφερτή για την οικονομία και τον προϋπολογισμό, χωρίς λιτότητες, περικοπές ζωτικών δαπανών και ξεπουλήματα, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να πληροί τις εξής βασικές προϋποθέσεις:

 Πρώτο: Μονομερής διαγραφή άνω του 80% του υπάρχοντος δημόσιου χρέους.

Δεύτερο: Έξοδος από το ευρώ και εισαγωγή εθνικού νομίσματος.

Τρίτο: Εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών με πρώτη την Τράπεζα της Ελλάδος.

Σε κάθε άλλη περίπτωση η χώρα είναι αδύνατον να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο του δημόσιου χρέους, ακόμη κι αν το «κουρέψει» σε μεγάλο ποσοστό. Θα παραμείνει αιχμάλωτη των εξωτερικών και των εσωτερικών ελλειμμάτων και εξαρτημένη από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

 

Μια ρεαλιστική προσέγγιση

 

Βέβαια το πραγματικό ερώτημα είναι το εξής: Μπορεί στ’ αλήθεια μια οικονομία με τους πόρους της ήδη κατασπαταλημένους και λεηλατημένους να προχωρήσει γρήγορα σε παραγωγική ανασυγκρότηση, η οποία απαιτεί πολλαπλάσιες επενδύσεις και δαπάνες από το δημόσιο, έχοντας ταυτόχρονα να εξυπηρετεί έστω κι αυτό το 4% ή έστω ένα ακόμη μικρότερο ποσοστό επί του ΑΕΠ; Κατά τη γνώμη μου όχι. Τουλάχιστον για μια δεκαετία η ελληνική οικονομία, αφού πρώτα ξεφύγει από το δόκανο του ευρώ, θα χρειαστεί ότι έχει και δεν έχει από άποψη χρηματοδοτικών πόρων προκειμένου να πετύχει την παραγωγική της ανασυγκρότηση. Όχι μόνο δεν θα της περισσεύει τίποτε, αλλά θα χρειαστεί πρόσθετους πόρους από το εξωτερικό για να εξασφαλίσει τεχνογνωσία, τεχνολογία και εφαρμογές για μια σύγχρονη ανάπτυξη της δικής της παραγωγής.

Εδώ βρίσκεται και η διαφορά της μη αναγνώρισης και άρνησης του χρέους από όλες τις άλλες προτάσεις που επικεντρώνονται απλά στη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του. Δεν μιλάμε φυσικά για τις προτάσεις αναδιάρθρωσης του χρέους με «κούρεμα» και μάλιστα εντός του ευρώ. Αυτές δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να πρακτορεύουν συγκεκριμένα συμφέροντα των διεθνών δανειστών και των οργάνων τους στο ΔΝΤ, την ΕΕ και την ΕΚΤ. Μιλάμε για προτάσεις που μένουν μόνο στο μέγεθος του δημόσιου χρέους, χωρίς να απαντάνε στο κρίσιμο ερώτημα της εξυπηρέτησης: πόση εξυπηρέτηση μπορεί να σηκώσει η ελληνική οικονομία, ο λαός και τα δημόσια οικονομικά του;

Η διαφορά τους με τη δική μας πρόταση δεν έγκειται όπως παραπλανητικά συχνά λέγεται στο ότι εκείνοι επιζητούν τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους, ενώ εμείς τη διαγραφή ολόκληρου του χρέους. Η αληθινή διαφορά βρίσκεται στο ότι η πρόταση για μη αναγνώριση και άρνηση του δημόσιου χρέους ξεκινά από μια διαφορετική αφετηρία. Ξεκινά από την ανάγκη ανατροπής της σχέσης οφειλέτη-δανειστή υπέρ της χώρας μας. Ξεκινά από την τεκμηρίωση της ανάγκης το κράτος και η χώρα να μην αναγνωρίσει το υπάρχον δημόσιο χρέος, να μην αναγνωρίσει το σύνολο των υποχρεώσεών της, όχι απαραίτητα για να το διαγράψει ολόκληρο, αλλά για να αλλάξει ριζικά τους συσχετισμούς δύναμης με τους δανειστές. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιλέξει η χώρα και ο λαός της ποιο μέρος του χρέους αντέχει να πληρώσει, πότε, υπό ποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ποιο το όφελος. Χωρίς να δυναμιτιστεί η προσπάθεια ανασύνταξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Χωρίς δηλαδή να πάθει ότι και η Αργεντινή, η οποία ενώ διέγραψε το 70% του χρέους της το 2003 αναγνώρισε τις οφειλές της για το 30%, το οποίο έτσι ή αλλιώς δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει ευθύς εξαρχής. Τώρα σέρνεται ξανά πίσω στο κατώφλι του ΔΝΤ.

Όπως είμαστε σήμερα κάθε επιχείρηση διαπραγμάτευσης του χρέους θα οδηγήσει αναγκαστικά σε όλο και ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις, σε χειρότερους εκβιασμούς από τις αγορές και κυρίως από εκείνους τους κερδοσκόπους που ξέρουν πώς να εκμεταλλεύονται χώρα υπό χρεωκοπία και στη διεθνή ορολογία ονομάζονται επενδυτικά κεφάλαια γύπες. Διαπραγμάτευση του χρέους υπό αυτές τις συνθήκες σημαίνει οικιοθελή παράδοση στους γύπες των διεθνών αγορών.

Σ’ αυτήν άλλωστε την αναδιαπραγμάτευση του χρέους σέρνεται και η κυβέρνηση, αφού τσακιστεί κάθε αντίσταση ή αντίρρηση μέσα από το ξεπούλημα της χώρας.

 

Ποια είναι η λύση;

 

Αν λοιπόν δεν είναι αυτή η λύση, τότε τι μπορούμε να κάνουμε;

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να αλλάξει το οτιδήποτε, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πολιτική, αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα απ’ όλα ο βρόγχος του δημόσιου δανεισμού, αν δεν ξεφύγει η χώρα από τη θανάσιμη λαβή των δανειστών της. Όποιος το αγνοεί αυτό απλά ονειροβατεί, εκτός κι αν είναι αβανταδόρος των τραπεζών και των κερδοσκόπων στην προσπάθειά τους να αποπροσανατολίσουν τον απλό κόσμο.

Μια ριζικά διαφορετική πολιτική που ξεκινά στη βάση των αληθινών συμφερόντων του λαού και της χώρας οφείλει να ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής τα στοιχειώδη: Το χρέος δεν το δημιούργησε ο λαός.

Τα δανεικά δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού και της χώρας.

Ο δανεισμός χρηματοδότησε τη λεηλασία του τόπου και μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που σήμερα ρίχνει τη χώρα και τον λαό της στον Καιάδα του ΔΝΤ.

Ο λαός δεν χρωστά, του χρωστάνε. Δεν μπορεί λοιπόν να του ζητιέται να πληρώσει τον «λογαριασμό του χρέους» που άλλοι δημιούργησαν και επωφελήθηκαν από αυτό.

Το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι ένα επαναστατικό ή σοσιαλιστικό μέτρο, αλλά ένα βαθιά λαϊκό δημοκρατικό μέτρο που απαντά όχι μόνο στην αδυναμία της αποπληρωμής του σημερινού δημόσιου χρέους της χώρας, αλλά και στον χαρακτήρα αυτού του χρέους. Δηλαδή στο γεγονός ότι ανήκει – τουλάχιστον κατά 75% – σε διεθνείς κερδοσκόπους και τοκογλύφους κατόχους ομολόγων που δεν μπαίνουν σε καμμιά διαπραγμάτευση εκτός κι αν τους συμφέρει.

Αυτό δείχνει η εμπειρία 286 επίσημων χρεωκοπιών κρατών από το 1824 έως το 2009. Δεν υπήρξε ούτε μια περίπτωση που κάποιο κράτος να ανάγκασε σε συμβιβασμό τους ομολογιούχους του χρέους του μέσα από διαπραγματεύσεις και κραδαίνοντας την απειλή της παύσης των πληρωμών. Δεν υπήρξε ούτε μια περίπτωση που ένα κράτος να μπήκε σε διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης του χρέους του και να την έβγαλε καθαρή. Να πέτυχε δηλαδή να απαλλαγεί από τα αρπακτικά που κατέχουν τα ομόλογα του χρέους του. Ούτε μία περίπτωση.

Γι’ αυτό και μου κάνει μεγάλη εντύπωση η ευκολία με την οποία κάποιοι – ακόμη και μέσα στην λεγόμενη ριζοσπαστική αριστερά – διολισθαίνουν στη λογική της αναδιαπραγμάτευσης.

Το καίριο ζήτημα δεν είναι η παύση πληρωμών, αλλά η αναγνώριση η μη του χρέους. Από την στιγμή που θα κάνεις το λάθος να το αναγνωρίσεις, είτε προχωρήσεις σε παύση πληρωμών και διαπραγμάτευση, είτε σε μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, την έχεις πατήσει. Γιατί αναγνώριση του χρέους σημαίνει αναγνώριση των έννομων δικαιωμάτων των ομολογιούχων πάνω στη χώρα σου. Σημαίνει ότι τους αναγνωρίζεις το δικαίωμα να σε κυνηγάνε εσαεί για τα ομόλογα που έχουν στα χέρια τους. Σημαίνει ότι απεμπολείς το όπλο του "απεχθούς χρέους" με βάση το διεθνές δίκαιο, καθώς και το θεμελιώδες δικαίωμα του λαού σου στη δική του αυτοδιάθεση και κυριαρχία, η οποία δεν μπορεί να απειλείται από καμμιά ξένη δύναμη, οικονομική, πολιτική, ή στρατιωτική.

Αυτός είναι ο λόγος που, σύμφωνα με την άποψή μου, το κεντρικό ζήτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι η παύση πληρωμών και η διαπραγμάτευση ή μη, η μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, αλλά η μη αναγνώριση του χρέους και των υποχρεώσεών του από τον λαό, ως χρέος "απεχθές", ως μοχλός κατάλυσης της κυριαρχίας της χώρας. Από εκεί και πέρα φυσικά μπορεί να δει κανείς κατά περίπτωση τι θα κάνει κατά περίπτωση. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι καμιά απαίτηση δεν θα υπονομεύσει την πορεία του λαού, δεν θα υποθηκεύσει το μέλλον του και ούτε θα θέσει τη χώρα υπό καθεστώς ομηρίας.

Τέλος, η άρνηση πληρωμής του χρέους είναι μόνο η αρχή, η αναγκαία αφετηρία για μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία που απαιτεί:

1.      Απαλλαγή της χώρας από το καθεστώς της νέας κατοχής από την ΕΕ και το ΔΝΤ, κατάργηση του άθλιου «μνημονίου» που έχει υπογράψει και νομοθετήσει η κυβέρνηση.

2.      Μονομερής άρνηση της πληρωμής του χρέους ώστε να γλυτώσουμε από την επικείμενη πτώχευση – που προετοιμάζει η «τρόικα» και η κυβέρνηση – και να διασώσουμε μισθούς, συντάξεις και λαϊκές αποταμιεύσεις.

3.      Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους ώστε να δούμε τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος επωφελήθηκε από αυτές.

4.      Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσους διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα. Με αναδρομική ισχύ. Όποιος, νομικό ή φυσικό πρόσωπο, έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και η περιουσία του να δημευθεί.

5.      Έξοδο από τη ζώνη του ευρώ. Όσο η χώρα βρίσκεται μέσα στην ΟΝΕ είναι εκτεθειμένη σε κάθε είδους πιέσεις, στους εκβιασμούς και στις επιδρομές της διεθνούς κερδοσκοπίας και λειτουργεί ως αναλώσιμο είδος για τα διευθυντήρια της ευρωζώνης.

6.      Εθνικοποίηση των μεγάλων πιστωτικών ιδρυμάτων, με πρώτη και κύρια την τράπεζα της Ελλάδας, για τον έλεγχο της οικονομίας, τον επαναπροσανατολισμό της πιστωτικής πολιτικής και τον έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων. Κατάργηση όλων των μορφών επιχειρηματικής «συγκάληψης», όπως οι υπεράκτιες εταιρείες (offshore), οι εταιρείες συμμετοχών (holding) κοκ.

7.      Ανάδειξη του κράτους σε βασικό μοχλό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας με πρώτη την εθνικοποίηση των παλιών ΔΕΚΟ και υπηρεσιών που ιδιωτικοποιήθηκαν. Ένα κράτος που πρέπει να πάψει να αποτελεί φέουδο μιας παρασιτικής οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας η οποία σήμερα κυβερνά τη χώρα.

8.      Παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, η οποία δεν θα στηρίζεται σε ξένους και ντόπιους κερδοσκόπους επενδυτές, κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και μονοπώλια, αλλά στις ανάγκες και στο εισόδημα των εργαζομένων, στη δυναμική και την πρωτοβουλία των ζωντανών παραγωγικών δυνάμεων του τόπου.

9.      Την αλλαγή του μονομερούς προσανατολισμού της χώρας και την απαλλαγή της από τα δεσμά που της έχουν επιβληθεί. Χρειάζεται η χώρα και ο λαός να ανοιχτούν επιτέλους στη διεθνή ζωή, να αξιοποιήσουν δυνατότητες και ευκαιρίες μέσα από την αναζήτηση νέων διεθνών ερεισμάτων, επαφών και σχέσεων με όλους τους λαούς της Ευρώπης και του κόσμου, δίχως ανισότιμες σχέσεις, δίχως καταναγκασμούς, επιβολές και μονοπωλιακές εξαρτήσεις.

Η διάσωση της χώρας δεν μπορεί να επιτευχθεί με τον λαό στον «γύψο» ούτε με «εθνικές» ή «υπερκομματικές» κυβερνήσεις εκφασισμού της πολιτικής ζωής. Η διέξοδος από την κρίση απαιτεί περισσότερη και όχι λιγότερη δημοκρατία.

Απαιτεί τον λαό στο προσκήνιο, όχι θεατή και θύμα των εξελίξεων.

Απαιτεί μια νέα εξουσία με τον λαό στα κέντρα των αποφάσεων και όχι ένα διεφθαρμένο σύστημα κυβερνητικής απολυταρχίας.

Απαιτεί την κατάκτηση της δημοκρατίας μέσα από την αυθεντική κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.

Ποιος μπορεί να το κάνει αυτό;

Μόνο αν αφυπνιστεί και κινητοποιηθεί η μεγάλη πλειοψηφία του λαού, των εργαζομένων, των μικρομεσαίων και των νέων μπορεί να αποτραπεί η καταστροφή και χαραχτεί μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου του ίδιου του λαού και της χώρας. Αυτή η αφύπνιση δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός κόμματος, ή μιας μόνο πολιτικής παράταξης. Χρειάζεται επειγόντως η δημιουργία ενός μεγάλου κοινωνικοπολιτικού μετώπου ολόκληρου του λαού για τη διάσωση της χώρας ώστε να ξεφύγουμε από το καταθλιπτικό μονόδρομο της καταστροφής, της λεηλασίας και της υπερχρέωσης.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν μπορεί να είναι υπόθεση απλώς και μόνο ορισμένων οργανώσεων, ή κομμάτων, αλλά αφορά όλες τις πολιτικές δυνάμεις που στρατεύονται στην υπόθεση των εργαζομένων, έχει ανάγκη το σύνολο των δυνάμεων του λαού πέρα και πάνω από κομματικές τοποθετήσεις και ιδεολογικές διαφορές.

Είναι το μέτωπο των εργαζομένων, των νέων, των μικρομεσαίων, των αγροτών, του συνόλου του παραγωγικού δυναμικού του λαού για μια ριζικά διαφορετική πορεία.

Είναι μέτωπο για την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία ενάντια στην μετατροπή της χώρας σε αποικία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, ενάντια στο καθεστώς κατοχής από τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ και τις ντόπιες κυβερνήσεις των δωσιλόγων.

Ένα τέτοιο μέτωπο για τη σωτηρία της χώρας και την αναγέννηση της μπορεί και πρέπει να υπολογίζει στη συνδρομή των δοκιμαζόμενων λαών των υπολοίπων χωρών της Ευρώπης αλλά και του κόσμου.

Είναι χρέος όλων μας, πρώτα και κύρια όλων των δυνάμεων που θέλουν να μιλούν εξ ονόματος των αδικημένων αυτής της κοινωνίας, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να ανταποκριθούμε στη ζωτική ανάγκη προώθησης ενός τέτοιου μετώπου με σκοπό τη σωτηρία του λαού και την αναγέννηση της χώρας.

 

Δημοσιεύθηκε στο Hellenic Nexus, τεύχος 47, Δεκέμβριος 2010