Αναζητώντας το χαμένο νόημα, ένα χαμένο κέντρο

Αναζητώντας το χαμένο νόημα, ένα χαμένο κέντρο…

 

[Με αφορμή μια επιστολή διαμαρτυρίας της ΠΕΘ προς το Υπουργείο Παιδείας και άλλες δημόσιες τοποθετήσεις]

 

Της Διοικούσας Επιτροπής του «ΚΑΙΡΟΥ»


 

Ι. Η δημοσιογράφος (;)

Διαβάζουμε, όχι χωρίς έκπληξη παραμονές Χριστουγέννων, άρθρο σε αθηναϊκή εφημερίδα – που φέρει την υπογραφή της Ισμήνης Χαραλαμποπούλου – με τίτλο: Νέα πρόταση βόμβα από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο: Μάθημα Θρησκευτικών με επισκέψεις σε τζαμιά. «Με το σκεπτικό ότι το μάθημα στη σημερινή του μορφή αποτελεί κατήχηση, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο προτείνει να διδάσκονται οι μαθητές βασικές αρχές  του Ισλάμ, του βουδισμού και του καθολικισμού για να μη νιώθουν «άβολα» (!) όταν έρχονται σε επαφή με αλλόθρησκους». [1] Η δημοσιογράφος (;) προφανώς θεωρεί ότι απευθύνεται σε αδαείς ή αστοιχείωτους.

Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η προκλητική άγνοια και αποσιώπηση του γεγονότος, ότι οι μαθητές στα ελληνικά σχολεία και των τριών βαθμίδων διδάσκονται στο μάθημα των Θρησκευτικών, εδώ και πάρα πολλά χρόνια ,τις βασικές αρχές όχι μόνο «του Ισλάμ, του βουδισμού και του καθολικισμού» αλλά και πολλών άλλων θρησκειών; Είναι προϊόν άγνοιας, απαιδευσιάς, ηθελημένης στρέβλωσης ή υπαγορευμένου λαϊκισμού; Το βέβαιο είναι ότι, φλερτάροντας με την αθλιότητα, αναμοχλεύει τα πάθη της ελληνικής ψυχής -όπου και το υπαρκτό πρόβλημα της ξενοφοβίας [2]– και προσδοκά δημοσιογραφική επιτυχία, ήτοι θόρυβο και λάσπη· που δεν αργεί να έλθει…

 

ΙΙ. Η επιστολή διαμαρτυρίας της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ)

 

Διαβάζουμε λίγο πιο κάτω, όχι χωρίς περίσκεψη, ότι «Η  Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) εξέφρασε την αντίθεσή της με τις απόψεις του συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου» και ότι επίσης «απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας στην υπουργό Παιδείας κ. Άννα Διαμαντοπούλου  για τον τρόπο συγκρότησης της ομάδας εργασίας του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου». Κι ανατρέχουμε στην επιστολή από όπου ερανίζουμε τα εξής: «Με έκπληξή μας διαπιστώσαμε ότι όλα τα μέλη της ομάδας αυτής (και τα 15) ανήκουν στο νεοϊδρυθέντα, πανελλήνιο θεολογικό Σύνδεσμο ΚΑΙΡΟΣ, ως μέλη, ή συνεργάζονται μαζί του ή εκφράζουν και αποδέχονται τις απόψεις του συνδέσμου ως προς το χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει η διδασκαλία του Μαθήματος των Θρησκευτικών, δηλ. αποδέχονται το θρησκειολογικό, πολιτιστικό-ιστορικό χαρακτήρα (….). Είναι γνωστό και με προηγούμενο Υπόμνημά μας προς εσάς, ότι η Ένωσή μας ιδιαιτέρως τονίζει ότι ο χαρακτήρας της διδασκαλίας του ΜτΘ πρέπει να είναι Ορθόδοξος Χριστιανικός Θεολογικός, αυτός που καταχρηστικώς και κατ' αναλογίαν ονομάζουν πολλοί ομολογιακό.»

 

ΙΙΙ. Η αναγκαιότητα για μια διευρυμένη διδασκαλία του Χριστιανισμού και του εν γένει θρησκευτικού φαινομένου στις ιστορικές, πολιτισμικές, ερμηνευτικές και κοινωνικές διαστάσεις τους.

 

Αναρωτιόμαστε: είναι ποτέ δυνατόν η Θεολογία και η διδασκαλία της να γίνει ερήμην της Ιστορίας, αδιαφορώντας για το πώς αυτή η Θεολογία ενέπνευσε και σαρκώθηκε σε πολιτισμό, ή εν αγνοία της πραγματικότητας, ότι κάθε λαός όπου γης αναζήτησε την Αλήθεια μέσα από τους δικούς του θρησκευτικούς δρόμους, που καλό θα ήταν να γνωρίζουν και να κατανοούν οι μαθητές μας; Η απάντηση είναι προφανής και όχι μόνο για τον ειδήμονα αλλά και τον στοιχειωδώς σκεπτόμενο. Εάν έτσι -αποκομμένους από την ιστορία, τον πολιτισμό και το διάλογο των θρησκειών- αντιλαμβάνεται η ΠΕΘ τη φύση και το χαρακτήρα, όχι μόνο του μαθήματος αλλά και της ίδιας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γιατί άραγε δεν αποστέλλει αντίστοιχες επιστολές διαμαρτυρίας για να εγκαλέσει και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, για παράδειγμα, η οποία, όπως διαβάζουμε [3], μόλις προχθές βράβευσε νέους που διακρίθηκαν σε διαγωνισμό «Νέοι – Εκκλησία – Πολιτισμός», ή ακόμη το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τις πλείστες όσες διοργανώσεις του και συμμετοχές (περιττεύουν οι παραπομπές) σε εκδηλώσεις πολιτισμικού και κοινωνικού χαρακτήρα, αλλά κυρίως και κατ’ εξοχήν για τον επίσημο διάλογο που τόσο αυτό όσο και όλες οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες διεξάγουν με τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις ακόμη και με τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ; Θα αφήσουμε τους μαθητές μας έξω από αυτόν τον διάλογο;

 

IV. Η διγλωσσία της ΠΕΘ

 

Η ΠΕΘ που υπεραμύνεται του «Ορθόδοξου Χριστιανικού Θεολογικού» χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών -«αυτόν που καταχρηστικώς και κατ' αναλογίαν ονομάζουν πολλοί ομολογιακό»-, η ΠΕΘ που διαμαρτύρεται εγγράφως στην Υπουργό Παιδείας και καταγγέλλει «ως παράλογο και απολύτως αντιδημοκρατικό» τον αποκλεισμό της από την επιτροπή σύνταξης των νέων Προγραμμάτων Σπουδών -υποδεικνύοντας μάλιστα τον Σύμβουλο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου κ. Σταύρο Γιαγκάζογλου ως τον εμπνευστή της δόλιας επιχείρησης για την αλλοίωση του χαρακτήρα του μαθήματος-, είναι αυτή η ίδια ΠΕΘ που με Υπόμνημα (αρ. Πρ. 137/11-6-2010) το οποίο κατέθεσε προς την Υπουργό Παιδείας [4] υποστηρίζει τα ακριβώς αντίθετα! Εκεί λοιπόν, στο Υπόμνημα, άλλα λέει… Σταχυολογούμε ενδεικτικά:

α. «Το ελληνικό µάθηµα έχει ως βασικό κορµό τη γνωριμία και την οικείωση µε την ορθόδοξη Παράδοση, διδάσκονται όμως και άλλες θρησκείες του κόσµου, καθώς και ποικίλες κοσµοθεωρήσεις.».

β. «Με βάση το ανωτέρω πλαίσιο οι σκοποί του µαθήµατος των Θρησκευτικών είναι οι εξής:

1. Η γνωριμία και η βιωµατική προσέγγιση των μαθητών/τριών µε την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία και πρόταση ζωής. Η παρουσίαση στους νέους µας της συμβολής της Εκκλησίας στην ιστορία, τον πολιτισμό, τη διαμόρφωση της ταυτότητας και της ατοµικής και κοινωνικής ζωής των Ελλήνων.

2. Η γνωριµία µε τις άλλες χριστιανικές εκκλησίες και οµολογίες και η διερεύνηση του ρόλου του Χριστιανισµού στην ιστορία της Ευρώπης και του κόσµου.

3. Η παρουσίαση στους µαθητές/ριες των κυριότερων από τα υφιστάµενα θρησκεύµατα, µε κατά το δυνατόν αµερόληπτο και αντικειµενικό τρόπο και µε σεβασµό στις ιδιαίτερες αντιλήψεις και αξίες τους.

4. Η παρουσίαση, εκτός των θρησκευτικών, σηµαντικών φιλοσοφικών αντιλήψεων και στάσεων ζωής, από αυτές που σηµάδεψαν την πνευµατική ιστορία της ανθρωπότητας.»

γ. «Η θρησκευτική διδασκαλία στο σχολείο δεν υποκαθιστά την εκκλησιαστική κατήχηση, αλλά έχει ως σκοπό να καταστήσει τους μαθητές/ριες ικανούς να οικοδοµήσουν ελεύθερα τη δική τους ορθόδοξη θρησκευτική συνείδηση, φιλοσοφία και στάση ζωής και να αποκτήσουν την ικανότητα να διαλέγονται και να προβληµατίζονται πάνω σε θρησκευτικά και ηθικά ερωτήµατα».

δ. «Η Ορθόδοξη πατερική Θεολογία, όχι απλώς στέργει και συγκατανεύει στον οφειλόµενο σεβασµό έναντι της θρησκευτικής ετερότητας, ως πραγµατικότητας της ανθρώπινης ζωής, αλλά όντας ριζοσπαστικότερη από τις άλλες κοσµοθεωρίες, βλέπει τον «ξένο» ως εικόνα Θεού και προσδιορίζει τη στάση της απέναντι στον «άλλο», µε το κριτήριο της ανιδιοτελούς αγάπης, κατά το πρότυπο της αγαπητικής κοινωνίας των προσώπων της Αγίας Τριάδας. Με αυτό το δεδοµένο, βασική επιδίωξη της θρησκευτικής εκπαίδευσης είναι η εµφύτευση του σεβασµού στα δικαιώµατα όλων των ανθρώπων µε διαφορετικές πίστεις και αντιλήψεις. Για τον σκοπό αυτό, η διδασκαλία των άλλων θρησκειών θα πρέπει να είναι απαλλαγµένη από αρνητικά στερεότυπα, επιφανειακές κρίσεις, προκαταλήψεις και ανακριβείς πληροφορίες, ώστε να προάγει την αλληλοκατανόηση και τον αλληλοσεβασµό. Συγχρόνως θα πρέπει να αναπτύσσει την κριτική σκέψη των νέων σχετικά µε πιθανά αρνητικά στοιχεία των θρησκειών και να ενθαρρύνει ένα διάλογο γνωριµίας, που βασίζεται στην αλήθεια και όχι σε τεχνητά κατασκευασµένες συγκρητιστικές αντιλήψεις. Για τον σκοπό αυτό είναι απαραίτητη η συγκριτική γνώση του δόγµατος, της ηθικής, της λατρείας και της κοινωνικότητας των διαφόρων θρησκευµάτων και του Ορθόδοξου Χριστιανισµού

ε. «Είναι βεβαίως επιτακτική ανάγκη το µάθηµα να εκσυγχρονιστεί, µε σύγχρονα αναλυτικά προγράµµατα, σταθερά και µε σαφήνεια προσανατολισµένα στους στόχους που περιγράφηκαν προηγουµένως. Με βιβλία ανανεωµένα και ελκυστικά προς τον µαθητή, µε περιεχόµενο εµπεριστατωµένο, απλό, σαφές, περιεκτικό. Με εκπαιδευτικούς τακτικά επιµορφούµενους σχετικά µε τις νέες µεθόδους διδασκαλίας µε κατάλληλους επιµορφωτές. Με αίθουσες διδασκαλίας και υλικό εφάµιλλο της καθηµερινής τεχνολογικής πραγµατικότητας σε κάθε τάξη και βαθµίδα. Το νέο σχολείο, λοιπόν, που οραµατιζόµαστε και οργανώνουµε, ας πατήσει σε βάσεις γερές και δοκιµασµένες και ας προάγει ανθρωπιστικές αξίες που θα αναδείξουν προσωπικότητες, ικανές να δροµολογήσουν τη νέα ελληνική πραγµατικότητα.»

Βοηθήστε μας συνάδελφοι της ΠΕΘ να καταλάβουμε. Τι είναι όλα τα παραπάνω; «Λόγια για λόγια κι άλλα λόγια…»; Πότε εννοείτε τι· όταν διαμαρτύρεστε ή όταν υπομνηματίζεσθε; Πότε είναι το «ναι ναι» και πότε το «ου ου»; Πείτε μας, με ποια κριτήρια αλλάζετε πλεύση και επιχειρηματολογία; Ποιον νομίζετε πως μπορείτε να ξεγελάσετε με τούτη την απροκάλυπτη διγλωσσία; Και γιατί «μνημονετε» με τόση ευκολία –χωρς περίσκεψιν, χωρς λύπην, χωρς αδ σεις πρώτοι του Υπομνήματός σας;

 

V. Γιατί, αλήθεια, η ΠΕΘ δεν συμμετέχει στην επιτροπή σύνταξης νέων Προγραμμάτων Σπουδών για την υποχρεωτική εκπαίδευση;

 

Αντιπαρερχόμενοι την ανακρίβεια και το ψεύδος «ότι όλα τα μέλη της ομάδας αυτής (και τα 15) ανήκουν στο νεοϊδρυθέντα, πανελλήνιο θεολογικό Σύνδεσμο ΚΑΙΡΟΣ», καθώς και την ανεπίτρεπτη – για νοήμονες και φυσικά καλής προαίρεσης ανθρώπους – διαστρέβλωση των απόψεων του ΚΑΙΡΟΥ για το χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών,[5] ας εξετάσουμε γιατί στ’ αλήθεια δεν συμμετέχει – παρότι διαμαρτύρεται εντόνως για τη μη συμμετοχή της- στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων που συγκροτήθηκε με ευθύνη του Υπουργείου για τη συγκρότηση νέων Προγραμμάτων Σπουδών στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Είναι γεγονός ότι η ΠΕΘ -στη διαμαρτυρόμενη τουλάχιστον εκδοχή της- παραμένει εγκλωβισμένη σε μία επιστημονικά αστήρικτη και θεολογικά αδικαίωτη επιλογή, η οποία αντιλαμβάνεται τη Θεολογία και τη διδασκαλία της ως ένα περίκλειστο και παγιωμένο στη στασιμότητά του σύστημα που δικαιούται να αγνοεί το παρόν. Είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται ότι, εμμένοντας σε αυτόν τον απομονωτισμό και την κλειστοφοβική αντίληψη για τη Θεολογία και τη διδασκαλία της στο δημόσιο σχολείο, αυτοαποκλείεται με δική της ευθύνη από το Γενικό Πλαίσιο Βασικών Αρχών και Προσανατολισμών που έθεσε το Υπουργείο Παιδείας, δηλώνοντας εξ αρχής ότι «το Πρόγραμμα Σπουδών οφείλει να διαχειριστεί μια σειρά από εντάσεις που δημιουργεί σήμερα η ταχύτατη μεταβολή κοινωνικών, εργασιακών, επικοινωνιακών κ.ά. χαρακτηριστικών της Ελληνικής πραγματικότητας· μιας μεταβολής που δεν επιτρέπει να δει κάποιος το μέλλον αποκλειστικά με όρους παρελθόντος»; Φυσικά και το αντιλαμβάνεται…

Είναι γνωστό σε όλους ότι η επιτροπή σύνταξης νέων ΠΣ συστάθηκε ύστερα από δημόσια πρόσκληση συμμετοχής σε αυτήν που απηύθυνε το Υπουργείο Παιδείας μέσα από μια ανοικτή -ήδη από τον Ιούνιο 2010- και προσβάσιμη στον οποιονδήποτε -μέσα από την επίσημη ιστοσελίδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου- διαδικασία εγγραφής στο Μητρώο εμπειρογνωμόνων. Εύλογα γεννάται το ερώτημα: Μπήκε, άραγε, κάποιο από τα μέλη της διαμαρτυρόμενης για αποκλεισμό ΠΕΘ σε αυτήν την ανοικτή διαδικασία; Αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις, μάλλον όχι. Διότι, όσοι έκαναν τον κόπο και μπήκαν σε αυτήν τη διαδικασία, διαπίστωσαν ότι σε αυτήν τη «φόρμα εγγραφής» τα στοιχεία που καταγράφει ο ενδιαφερόμενος δεν αφορούν στη συνδικαλιστική του δράση ή τη συμμετοχή του σε οποιαδήποτε Ένωση ή Σύνδεσμο, αλλά  στην επιστημονική συγκρότηση και την εκπαιδευτική του εμπειρία. Αντί όμως η ΠΕΘ να προσαρμοσθεί με τα επιστημονικά και εκπαιδευτικά κριτήρια που ισχύουν πλέον, συνηθισμένη ίσως σε ήθη άλλων εποχών, τι κάνει; Διαμαρτύρεται και φωνασκεί, ειρωνεύεται [6] και λασπολογεί, απαιτώντας από την Υπουργό «λόγω αρχαιότητας να… διαταχθεί» (!) η συμμετοχή της σε αυτήν. Ενώ, αντίθετα, θα όφειλε με ευθύτητα να αναρωτηθεί και να απολογηθεί – πρώτα στα ίδια τα μέλη της – είτε για την πιθανή ολιγωρία είτε για τον αυτοαποκλεισμό της. Επίσης θα όφειλε, πριν απαιτήσει τόσο εμφατικά και απόλυτα τη συμμετοχή της στην επιτροπή, να απαντήσει ξεκάθαρα στην ερώτηση: Με ποιους όρους και προϋποθέσεις διεκδικεί αυτή τη συμμετοχή; Με αυτούς της διαμαρτυρόμενης επιστολής ή με αυτούς του προαναφερθέντος και άρτι διαγραφέντος από τη μνήμη της Υπομνήματος;

 

VI. Πού άραγε στοχεύουν και πού οδηγούν οι αήθεις επιθέσεις των ημερών;

 

Η προσωπική επίθεση στον Σύμβουλο των Θεολόγων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου κ. Σταύρο Γιαγκάζογλου και η επιχείρηση σπίλωσης του έργου του είναι προφανές ότι, ενώ τον περιέχει και τον στοχοποιεί, τον υπερβαίνει κατά πολύ. Αυτό που καίρια επιχειρείται να βληθεί είναι το πνεύμα που κομίζει και υπηρετεί: της έντιμης, διακριτής και δημιουργικής σύνθεσης – σε ένα τόσο νευραλγικό πεδίο, όπως αυτό της δημόσιας θρησκευτικής εκπαίδευσης – με στόχο την ανάκτηση της χαμένης αξιοπρέπειας ενός μαθήματος, που κάποιοι θερμόαιμοι υπερασπιστές του – ίσως και ανεπίγνωστα – το καθιστούν γραφικό, συρρικνωμένο, καχεκτικό, αναντίστοιχο με την εποχή του, κι εντέλει απόν ή εξοβελιστέο από το δημόσιο χώρο…

Σε μια εποχή που βρισκόμαστε όλοι – ατομικά και συλλογικά – αντιμέτωποι με τη διεθνή απαξίωση της πατρίδας μας και το φάσμα μιας πολυδιάστατης χρεοκοπίας να στέκει απειλητικό εμπρός μας, αναρωτιόμαστε: τι άλλο θα πρέπει να συμβεί, για να τολμήσουμε να αντικρίσουμε τον εαυτό μας – ατομικό και συλλογικό – όπως πράγματι είναι; [7] Μέχρι πότε θα αναπαράγουμε αυτό το κράμα μεγαλομανίας και μειονεξίας που συνθέτει την περίφημη «νεοελληνική μας ταυτότητα»; Μέχρι πότε θα κυριαρχεί στο δημόσιο λόγο αυτό το άθλιο μείγμα λαϊκισμού και μισαλλοδοξίας που εκμαυλίζει συνειδήσεις; Μέχρι πότε οι πνευματικοί θεσμοί και οι επιστημονικές ενώσεις θα ασκούνται υποκριτικά στη διγλωσσία, προδίδοντας έτσι και το πνεύμα και την επιστήμη που εκπροσωπούν; Πότε, επιτέλους, θα ξαναβρούμε το χαμένο νόημα, εκείνο το χαμένο κέντρο;

 

 

* Η ΔΙΟΙΚΟΥΣΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ

– για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης»

 

Κωνσταντίνου Μιλτιάδης, Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ

Μόσχος Δημήτριος, Λέκτορας του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ

Παπαδόπουλος Γιώργος, Θεολόγος

Μαυροκωστίδης Γρηγόριος, Θεολόγος

Αμπατζίδης Θεόφιλος, Θεολόγος

Παπασωτηρόπουλος Xριστόφορος, Θεολόγος

Καζλάρη Πηγή, Θεολόγος

Σταματέλου Nόνη, Θεολόγος

Αργυρόπουλος Ανδρέας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

 

Παραπομπές

 

[1] Βλέπε: http://www.protothema.gr/greece/article/?aid=96848&acpn=2.

[2] Είναι πραγματικά ανησυχητικό να αναπαράγεται ακόμη και από ποιμενάρχες της Εκκλησίας του Χριστού «του ουκ έχοντος που την κεφαλήν κλίναι» (Μτ 8,20) και γεννηθέντος «εν φάτνει αλόγων δια την ημών σωτηρίαν», στάσεις ξενοφοβίας και ρατσισμού με φράσεις -δημόσιες- όπως: «Γι’ αυτό που λέγεται, ότι το μάθημα των Θρησκευτικών έχει έναν κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα, έχω να πω το εξής: Η θρησκειολογία διδάσκεται στην θεολογική Σχολή. Και όταν λέμε θρησκειολογία, εννοούμε στοιχεία των άλλων θρησκειών. Τώρα, γιατί ο μαθητής του γυμνασίου πρέπει να ξέρει τι διδάσκει ο βουδισμός ή τι διδάσκει ο μωαμεθανισμός, αυτό δεν το καταλαβαίνω. Δεν βρίσκω απαραίτητο, το παιδάκι του γυμνασίου να διδαχτεί θρησκειολογία. Βέβαια, εμείς δεχτήκαμε και δεχόμαστε όλους εκείνους, οι οποίοι ήρθαν στην Ελλάδα σαν μετανάστες από την πόρτα και όχι από την σκεπή. Εκείνους δηλαδή που ήρθαν νόμιμα. Τους δεχτήκαμε και τους σεβόμαστε. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα μαζί τους και συνυπάρχουμε μαζί τους. Όμως, η παρουσία τους εδώ δεν θα αλλάξει την δική μας ταυτότητα και τον δικό μας τρόπο ζωής. Σε όποιον αρέσει. Εγώ σέβομαι τον άλλον, την πίστη του κάθε ανθρώπου και όταν διδάσκεται το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία, μπορεί ο μουσουλμάνος, ο βουδιστής ή ο ινδουιστής να απέχει από το μάθημα, όχι όμως, να αλλάξουμε εμείς την ταυτότητά μας, εξαιτίας της παρουσίας μαθητών με διαφορετικά θρησκεύματα» (βλέπε: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=4329, αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Φωνή της Ξάνθης», 28-12-2010).

Αλήθεια, σεβασμιώτατε, ο υιός του ανθρώπου εισήλθε «από την πόρτα», «νόμιμα» ή «ώσπερ ξένος και αλήτης»; Και οι προτροπές του Μεγάλου Βασιλείου: «Δος τω αδελφώ και τω ξένω. Μήτε τον αδελφόν αποστραφής, και τον ξένον αδελφόν οικείον ποίησαι. Μη πρόκρινε τον φίλον από του αλλοτρίου… Πάντες συγγενείς, πάντες αδελφοί, ενός πατρός έκγονοι πάντες» (Ομιλία ρηθείσα εν Λακίζοις, PG 31, 1441A-1441B), σε ποιον απευθύνονται;   

[3] Βλέπε: http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/holysynod.asp?id=1256&what_sub=d_typou

[4] Βλέπε από την ιστοσελίδα της ΠΕΘ: http://www.petheol.gr/Genui/ipomnima.pdf. Στην εν λόγω ιστοσελίδα          μπορεί κανείς να αναζητήσει όλα τα κείμενα, αποσπάσματα των οποίων παραθέτουμε σε εισαγωγικά.

[5]       Βλέπε τη Διακήρυξη του ΚΑΙΡΟΥ στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου:

                http://www.kairosnet.gr/joomla/index.php?option=com_content&view=article&id=2:2010-04-23-16-50-54&catid=9:declaration&Itemid=10

[6]       Βλέπε Ανακοίνωση-Απάντηση που εξέδωσε η Γραμματεία της ΠΕΘ στις 20-12-2010 και κοινοποίησε στο δικτυακό τόπο: http://www.esos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=10827:oi-theologoi-apantoun-ston-simboulo-tou-paidagogikou-institoutou&Itemid=1796.

[7]       Κάποιοι βέβαια, το τολμούν. Πρόσφατα, για παράδειγμα, ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος σε ομιλία του με θέμα «Εθνική φυσιογνωμία και Ορθόδοξη Οικουμενικότητα στη σημερινή Ελλάδα», με μια αυτοκριτική διάθεση και εντιμότητα που σπανίζει, επισημαίνει: «Καταντήσαμε περπατούσες εγκυκλοπαίδειες δογματικής, οσφραινόμαστε έναν αιρετικό από μίλια μακριά, κι αν δε βρούμε, βαφτίζουμε εύκολα κάποιους», προσθέτοντας πιο κάτω: «Ίσως να έχει φτάσει ο καιρός για την "ήττα" της Ορθοδοξίας. Μια ήττα που θα δώσει τη δυνατότητα για να βάλουμε αρχή, νέα αρχή, που δε θα στηρίζεται στη δύναμη και την εξουσία που υπόσχονται νίκες και κυριαρχίες, αλλά στην αξιοποίηση της αποτυχίας, στο κέρδος που ανθίζει από την αποδοχή της αστοχίας". (βλέπε: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=4351)

Νίκος Τεμπονέρας: 20 χρόνια μετά

Νίκος Τεμπονέρας: 20 χρόνια μετά

 

Του Μιχάλη Βασιλάκη* (Ομιλία)


 

Συναγωνιστές, φίλοι και σύντροφοι

Θέλω κατ΄ αρχήν να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μας στην ΟΛΜΕ-ΔΟΕ, τους φοιτητές και σπουδαστές που μας παραχώρησαν βήμα χαιρετισμού σ’ αυτή  την αγωνιστική συγκέντρωση. Αυτές οι ευχαριστίες δεν έχουν να κάνουν με κάποια τυπική ευγένεια, αλλά με ουσιαστικούς πολιτικούς λόγους.

Γιατί αποδείχνεται πως μπορεί να υπάρχει δημιουργική επικοινωνία ανάμεσα σε κοινωνικές μαζικές συλλογικότητες και πολιτικές συλλογικότητες, ανεξάρτητα από διαφορές απόψεων, αντιθέσεων ακόμη και συγκρούσεων. Γιατί επιβεβαιώνεται μέσα από’ αυτή την επικοινωνία κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Ότι η ταξική πάλη είναι και αναγνωρίζεται σαν η δημιουργική δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης. Γιατί επιβεβαιώνεται πως η δημιουργικά ολοκληρωμένη εξέλιξη της ταξικής πάλης μπορεί να συντελείται μέσα στις μαζικές κοινωνικές οργανώσεις σε όλα τα επίπεδα. Αυτό μάλιστα είναι βασική υποχρέωση και καθήκον των πολιτικών συλλογικοτήτων.

Ο στενός κομματισμός το ίδιο με τον απολíτικo και αποιδεολογικοποιημένο κεντρισμό με όλους και με όλα, όχι μόνο δημιουργεί προβλήματα στην κοινωνική κινητικότητα αλλά ουσιαστικά οδηγεί στην απαγόρευση της ταξικής πάλης, δηλαδή της κοινωνικής εξέλιξης.

Γι’ αυτό, δύο χρόνια πριν ζητήσαμε, παρακαλέσαμε τους εκπαιδευτικούς φορείς  ΟΛΜΕ-ΔΟΕ, φοιτητές και σπουδαστές ν’ αναλάβουν την ευθύνη αυτής της συγκέντρωσης μνήμης και τιμής σ΄ ένα αγωνιστικό σύμβολο της γνώσης και της εργασίας, το Νίκο Τεμπονέρα όχι τυχαία.

Τα πρώτα ιδιαίτερα χρόνια από τη θυσία του Νίκου, γίναμε αποδέκτες μιας έντονης και μάλλον όχι αθώας κριτικής.  Πως και γιατί έναν αφοσιωμένο κομμουνιστή τον παρουσιάζαμε απλά σαν έναν προοδευτικό, δημοκρατικό άνθρωπο. Στην κριτική αυτή απαντήσαμε με την πιο πάνω θέση μας και με το σκεπτικό ότι ο σοσιαλισμός  – το ιδανικό της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, θα μπορέσει να υλοποιηθεί τότε μόνο όταν οι φορείς αυτών των ιδεών και σαν ατομικές προσωπικότητες εμπνεύσουν, τις πιο πλατιές προοδευτικές δημοκρατικές μάζες της κοινωνίας, δηλαδή την πλειοψηφία ων δυνάμεων της εργασίας.

Αν ήταν εδώ ο Τεμπονέρας, αν μπορούσε να μας μιλήσει με την γλώσσα των ζωντανών ν’ απευθυνθεί σε μας τώρα, θα μας έλεγε:

«Δεν θέλω να με τιμάτε  σαν θύμα, γιατί τέτοιο δεν υπήρξα. Ήξερα το κόστος των ιδεών μου, των αξιών της εργασίας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και κατέθεσα αγόγγυστα τη ζωή μου σ’αυτά. Γιατί δεν ήθελα να υστερήσω από κανέναν από σας, γιατί στη θέση μου μπορεί νάταν ο καθένας από σας.»

Και είναι αυτό η βαθειά συνείδηση του λαού και της νεολαίας που είκοσι χρόνια μετά συνομήλικοι του Νίκου αλλά και αγέννητοι το ’91 ενώνονται στο σύνθημα:

«ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΓΩΝΕΣ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ, ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΔΕΙΧΝΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΤΕΜΠΟΝΕΡΑΣ»

Εκφράζει αυτό την ακλόνητη  και συνειδητή πεποίθηση λαού και νεολαίας, ότι αυτός ο δρόμος του ΝΙΚΟΥ ΤΕΜΠΟΝΕΡΑ, είναι ο δρόμος της δικής τους νίκης.

Γι’ αυτό και μόνο η λέξη ΤΕΜΠΟΝΕΡΑΣ σκορπά τον τρόμο στους στρατηγούς των ανέμων του Πολύδωρα. Γι αυτό ο κ. Μητσοτάκης θεώρησε τον Τεμπονέρα αρχή του τέλους της εξουσίας του.

Αγαπητοί φίλοι και συναγωνιστές.

Όσο κι αν το ’91 απέχει πολύ από το 2011 οι αναλογίες τους δυστυχώς είναι έκδηλες, τόσο στο οικονομικό, κοινωνικό και ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο όσο και στους συνασπισμούς εξουσίας του τότε και του σήμερα.

Το φαινόμενο Κοσκωτά εκείνης της περιόδου έμεινε ουσιαστικά πολιτικά και κοινωνικά αδιερεύνητο γιατί συσκοτίστηκε από την ποινικολαγνεία των αρχαγγέλων της κάθαρσης που οδήγησε τον τότε Πρωθυπουργό στο ειδικό δικαστήριο!

Από όποια άποψη αν το δει κανείς σήμερα, αυτό το φαινόμενο, δεν ήταν παρά μια εξαιρετικά πρώιμη επιχείρηση χρηματιστηριακής δόμησης και λειτουργίας της οικονομίας και κοινωνίας. Βρήκε απέναντί της όλα τα παλιά εξουσιαστικά τζάκια που πανικοβλήθηκαν από τον κίνδυνο παραγκωνισμού τους στην νομή της εξουσίας από τους καινούργιους νονούς του χρήματος, του χρηματιστηριακού κεφαλαίου που αναδυόταν με τους πιο επιθετικούς όρους στο πρόσωπο του Κοσκωτά. Όμως πριν ακόμη καταδικαστεί ο Κοσκωτάς γιατί παράγαγε και διέθετε αξίες από το μηδέν ως ιδιωτικό Χρηματιστήριο, ο δρόμος που άνοιξε, απόκτησε τα θεσμικά του θεμέλια από την διαχείριση του ’90-93 για να ολοκληρωθεί σαν οικονομικό και κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα μέχρι το 2004 και να οδηγηθεί στην κατάρρευση το 2009-2011.

Το   ’92 για όσους μπορούν να παρακολουθήσουν την πολιτική ιστορία του τόπου χωρίς να χάνονται σε λεπτομέρειες και σκοπιμότητες της συγκυρίας, ήταν χρονιά ορόσημο για τις εξελίξεις στο νεοελληνικό, κοινωνικό σχηματισμό. Ήταν χρονιά ορόσημο για την ΕΥΡΩΠΟΙΗΣΗ του εθνικού νομίσματος, της δραχμής, μέσα στο πρόπλασμα του ΕΥΡΩ, το νομισματικό ευρωκαλάθι. Η με τεχνοκρατικούς  δημοσιονομικούς όρους διατήρηση της δραχμής  σ’αυτό το ευρωκαλάθι για την τελική μετάλλαξή του σε  ευρώ το 2000, απαιτούσε εξαιρετικά βίαιες, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές προσαρμογές, ανάλογες των σημερινών της κατοχικής διεθνούς αρμοστείας.

Η εθνική εξυγίανση τότε, ίδια με τη σημερινή.

Ξεπούλημα του δημόσιου παραγωγικού ιστού, λουκέτα στη βιομηχανία, ξεθεμελίωμα της κοινωνικής ασφάλισης, μετατροπή της δημόσιας διοίκησης σε ομάδες μεσιτών, μετατροπή της εκπαίδευσης σε προνόμιο από δικαίωμα, πυρ ομαδόν στις εργατικές κατακτήσεις, τις εργασιακές σχέσεις, σε κάθε πραγματική κοινωνική αξία της εργασίας.

Ο Πρωθυπουργός του τότε συνασπισμού εξουσίας, ο κ. Μητσοτάκης, δήλωσε μόλις χθες, ότι σήμερα αισθάνεται απόλυτα δικαιωμένος για την πολιτική του ’90-93καθώς έχει πλήρως υιοθετηθεί σήμερα. Σ΄αυτή βέβαια περιλαμβάνεται και η δολοφονία Τεμπονέρα.

Συμφωνούμε. Γιατί οι δυνάμεις του σημερινού συνασπισμού εξουσίας της ηγετικής ομάδας Παπανδρέου στο ΠΑΣΟΚ με στήριγμα τον Καρατζαφέρη, είναι ίδιος με τον συνασπισμό εξουσίας της δικής του Πρωθυπουργίας που διαλύθηκε από τα ορμητικά κύματα του μαθητικού κινήματος που πλήρωσε το κόστος των αγώνων του με το αίμα του Ν. Τεμπονέρα. Βέβαια ο σημερινός συνασπισμός εξουσίας είναι πιο στέρεος με διεθνικά πολιτικά στηρίγματα τους κατοχικού χαρακτήρα εξουσιαστικούς μηχανισμούς του μνημονίου, πιο επιθετικός, πιο αδηφάγος, με πολυπλόκαμους μηχανισμούς πολιτικής τρομοκρατίας του λαού και μανιπουλαρίσματος της λαϊκής αγανάκτησης. Η ελλειμματικότητα της βοναπαρτικής εξουσίας καλύπτεται από τις στρατιές των εκατοντάδων πρωθυπουργικών συμβούλων, μάναντζερ διακυβέρνησης όπως τους ονομάζουν, που υποκαθιστούν κυβέρνηση εμφανίζοντας την ως ανδρείκελα  και εθνικό κοινοβούλιο, το οποίο εκθέτουν συνειδητά, βάναυσα και σκόπιμα στα μάτια του λαού.

Στον ίδιο ρόλο και ο καταιγισμός μιας εξοργιστικά χυδαίας και χοντροκομμένης προπαγάνδας από τους καλοπληρωμένους αλλά άξεστους εκπροσώπους του παρασιτισμού στα Μ.Μ.Ε.

Κεντρικός τους στόχος να μας κάνουν να νοιώθουμε ντροπή επειδή είμαστε εργαζόμενοι, επειδή θέλουμε μόρφωση.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, το Αλαφουζέϊκο, το Ψυχαρέϊκό και οι άλλοι βαρόνοι της αποπληροφόρησης έχουν βάλει την εργασία και την εργατική τάξη στη θέση των Εβραίων στην περίοδο του ναζισμού και του ολοκαυτώματος. Οι εργαζόμενοι με σταθερές σχέσεις εργασίας, οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ, το δημόσιο, πρέπει να νιώθουν το λιγότερο εθνικοί προδότες, επειδή αρνούνται ν’ αποδεχτούν τον νεοφεουδαρχισμό στις εργασιακές σχέσεις τύπου Κούνεβα, υπονομεύοντας έτσι τον σύγχρονο  παπανδρεϊκό πατριωτισμό του ΕΡΖΕΡΟΥΜ που κατάκλυσε τις τηλεοπτικές οθόνες για τρείς μέχρι σήμερα μέρες.

Όμως ας δούμε αυτό τον  πατριωτισμό όχι σαν καλοπληρωμένη προπαγάνδα των ΜΜΕ με συγκεκριμένους στόχους την κλιμάκωση της επίθεσης στα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα, αλλά από τι έγινε στην πραγματικότητα.

Ο Ερντογάν στο πιο κρίσιμο ζήτημα που συνδέεται και με συγκρούσεις  συμφερόντων στην ανατολική Μεσόγειο, το Κυπριακό, έθεσε ορθά κοφτά ζήτημα αποδιεθνοποίησής του. Να φύγει από τα πλαίσια του ΟΗΕ και να συζητηθεί  στα πλαίσια τετραμερούς διάσκεψης Τουρκία – Ελλάδα, Ελληνοκύπριοι – Τουρκοκύπριοι με τον εγγυητικό ρόλο της Αγγλίας!. Το τί σημαίνει αυτό  είναι σ’ όλους φανερό. Ο Παπανδρέου στην δημόσια τοποθέτησή του δεν απάντησε αν και από τα διπλωματικά θέσμια ήταν η έπρεπε να ήταν από τα πριν ενημερωμένος γι αυτή τη θέση του Ερτογάν.. Το ερώτημα είναι αν συζητήθηκε και αν συμφωνήθηκε κιόλας  ένα τέτοιο πλαίσιο στην τρίωρη μεταξύ τους συνάντηση. Ο Παπανδρέου οφείλει ν’ απαντήσει. Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!!! Αν δεν απαντήσει του επιστρέφεται ο ρόλος του «εθνικού» μειοδότη που απεύθυνε πρόσφατα στους αντιπάλους του.

Κλείνω με μια αναφορά στην εκπαίδευση που εργάτης της ήταν  ο Νίκος Τεμπονέρας, βάζοντας ένα ερώτημα.

Ένας πολύ καλός, άριστος  μαθητής ακόμη και του καλύτερου γενικού Λυκείου της χώρας, χωρίς να περάσει από το σαδιστικό κλίβανο της φροντιστηριακής προπόνησης  πριν ακόμη και από την Γ΄ Γυμνασίου. Ποιός θά΄ναι ο άριστος βαθμός που μπορεί να πετύχει στις  Πανελλαδικές εξετάσεις!. Μετά λόγου γνώσεως το άριστα του θάναι το 15.

Το backround δηλαδή η βάση του γνωσιολογικού περιεχομένου του απολυτηρίου του λυκείου με δυσκολία κάτω απο αυτά τα δεδομένα προσεγγίζει το 6½.

Άρα ή σχολείο δεν υπάρχει, ή οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι διαστροφικά σαδιστικές και ταξικός Προκρούστης για τη νεολαία. Πιο από τα δυο ισχύει; Ισχύουν και τα δύο.

Το γνωσιολογικό περιεχόμενο για τις ανάγκες της επιχειρηματικοποιημένης Ανώτατης εκπαίδευσης  του απολυτηρίου του Γενικού Λυκείου καταχτιέται και προσδιορίζεται έξω από το σχολείο και μάλιστα εχθρικά προς το σχολείο , ενώ το γνωσιολογικό περιεχόμενο στην Τεχνική Επαγγελματική εκπαίδευση είναι ανύπαρκτο.

Αν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση του σχολείου με τη γενική έννοια του εκπαιδευτικού συστήματος θα λέγαμε ότι συνειδητά οδηγήθηκε στην  αναρχοαυτόνομη μορφή από  τη μια και στο ακραία αυταρχικό, συγκεντρωτικό και ταξικό περιεχόμενο από την άλλη. Αυτή είναι η κρίση του που χρησιμοποιείται για  να ισοπεδωθεί και το εκπαιδευτικό σύστημα και η εκπαίδευση σαν δημόσιο αγαθό και σαν έννοια. Να μπουν στη θέση των τίτλων σπουδών των πτυχίων, των διπλωμάτων του αυτοτελούς εκπαιδευτικού συστήματος -κατάκτηση της κοινωνίας εκατοντάδων χρόνων- , οι πιστωτικές μονάδες των εφήμερων και αναλώσιμών εξειδικεύσεων, για να φτηνύνει ακόμη περισσότερο η εργατική δύναμη, η εργασία, να κοντύνουν οι διεκδικήσεις μας , να εξαφανιστούν τα όνειρά μας.

Αγαπητοί φίλοι,

Κανείς σήμερα δεν δικαιούται να επικαλείται  άλλοθι για την κρίση που δέρνει το λαό και τη χώρα.

Η ξενική κατοχική αρμοστεία και κατάρρευση-χρεοκοπία αλληλοσυμπληρώνονται, είναι φαινόμενα αλληλοτροφοδοτούμενα. Όταν δεν θάναι δυνατόν να γδάρουν άλλο το λαό, θα κηρύξουν τη χώρα σε πτώχευση για να χορτάσουν με το αίμα του.

Η εργατική τάξη, ο λαός, η νεολαία, έχουν τη δύναμη να την αντιμετωπίσουν αρκεί να τα αρνηθούν και τα δύο.

Να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις, στις δυνάμεις της εργατικής τάξης του λαού, της νεολαίας και όχι στις πολιτικές επιταγές κα τα πολιτικά δεκανίκια των Στρός-Καν, Τρισέ- Ζιμπάο – Ομπάμα – Σαρκοζί – Μέρκελ.

Η ανεξάρτητη ισότιμη συμμετοχή στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας του επαναπροσδιορίζεται, μπορεί να μην είναι δορυφόρος κανενός.

Οι αντινεοφιλελεύθερες, προοδευτικές, δημοκρατικές εθνικοανεξαρτησιακές δυνάμεις, και οι δυνάμεις της αριστεράς που γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν στην αγωνιστική ιστορία του λαού από την αντίσταση μέχρι σήμερα έχουν το πρώτο λόγο και τις πρώτες ευθύνες.

 

* Ο Μιχάλης Βασιλάκης είναι γραμματέας του ΕΑΜ.

 

Σημείωση από το ΜτΒ: Ο δολοφονημένος ήρωας καθηγητής Νίκος Τεμπονέρας ήταν μέλος του ΕΑΜ. Έτσι οι ΟΛΜΕ και ΔΟΕ που παρέλαβαν πριν δύο χρόνια την διοργάνωση του πολιτικού μνημόσυνου  από το ΕΑΜ, δίνουν ως πολιτικά αυτονόητο το πολιτικό δικαίωμα και για ομιλία εκ μέρους του ΕΑΜ.

 

Τόσα χρόνια αγώνα λαού και νεολαίας, τον δρόμο τον δείχνει ο Νίκος Τεμπονέρας”, το σύνθημα αυτό δόνησε την ατμόσφαιρα και κυριάρχησε στις εκδηλώσεις μνήμης για τον Νίκο Τεμπονέρα, το απόγευμα της Κυριακής (Σ. Σ. 9-1-2011 και ώρα 18.00),  που διοργάνωσε για δεύτερη χρονιά η ΟΛΜΕ και ΔΟΕ.

Φορείς, συλλογικότητες, σωματεία, φοιτητικοί σύλλογοι  εκπαιδευτικοί και πλήθος εργαζομένων και νεολαίας, συγκεντρώθηκαν για να αποτίσουν φόρο τιμής στον Νίκο Τεμπονέρα, καθώς συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από τη δολοφονία του.

Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν με ομιλίες του Δημήτρη Μπράτη  (ΔΟΕ) και του Ηλία Παπαχατζή (ΟΛΜΕ). Ακολούθησε ομιλία του γραμματέα του ΕΑΜ Μιχάλη Βασιλάκη, και χαιρετισμός εκ μέρους φοιτητικών Συλλόγων του Πανεπιστημίου.

Στη συνέχεια επακολούθησε πορεία μέχρι το παράρτημα του πανεπιστήμιου.

 

ΠΗΓΗ: Posted by eamgr στο 12 Ιανουαρίου, 2011, http://eamgr.wordpress.com/2011/01/12…..B1/

Για την σημερινή Ελλάδα….

Ερωτήματα, σκέψεις, προτάσεις για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην σημερινή Ελλάδα

 

Του Σωτήρη Γουνελά*


 

Υπάρχει μια σειρά από γεγονότα των τελευταίων χρόνων που γεννούν όχι απλώς απορίες για την συνολική πολιτική κατάσταση της χώρας αλλά απαιτούν μια σε βάθος προσέγγιση και μελέτη μακριά από στερεότυπες αντιλήψεις και συνήθεις εκτιμήσεις. Εν μέσω μιας γενικής δημοσιογραφικής μονομέρειας εξαρτημένης από την προσκόλληση στην επικαιρότητα, όσο εφήμερη κι αν είναι, και η οποία εξάλλου, εξηγεί συνήθως τα πάντα πολύ «ρεαλιστικά» και πολύ «κοινωνικά» (όταν δεν τα εξηγεί «λαϊκιστικά») και μιας πολιτικής γλώσσας ξύλινης τις περισσότερες φορές, που επαναλαμβάνει αενάως τα ίδια, είμαστε υποχρεωμένοι όσοι υπηρετούμε το Λόγο (με κεφαλαίο και με μικρό λάμδα), παρακάμπτοντας την κυρίαρχη νοοτροπία να σκεφτούμε, να βρούμε και να περιγράψουμε την πραγματικότητα.

Δυστυχώς, εδώ και χρόνια, εν μέσω των πάμπολλων διαιρέσεων, εξειδικεύσεων και αποσπασματικών λόγων, γνώσεων και προτάσεων, η πραγματικότητα, είτε αναγόμενη στα νοητά, είτε περιοριζόμενη στα αισθητά και στην επεξεργασία τους (κατά το μάλλον και ήττον επιστημονική εντός και εκτός εισαγωγικών) παρουσιάζεται αναδιπλασιασμένη και σε εικονική πραγματικότητα, η οποία σε πολλές περιπτώσεις έρχεται να υπερκαλύψει την άλλη. Έτσι στους ποικίλους διχασμούς και μερισμούς που παρουσιάζει η ελληνική κοινωνία προστέθηκε και αυτός ο «δυϊσμός»: πραγματικότητα και εικονική πραγματικότητα. Ωστόσο, όταν λέμε πραγματικότητα δεν πρέπει να εννοούμε κάτι σαν σύνολο ή ανταλλαγή διαφόρων ατομικών απόψεων που κυκλοφορούν στον αέρα, μέσα από διαξιφισμούς ιδεολογικούς, συναισθηματικούς ή παθολογικούς, αλλά να την εννοήσουμε ως προερχόμενη από μια συνολική παιδεία, εμπειρία και καλλιέργεια χάρη στις οποίες μπορούμε να κρίνουμε και να διακρίνουμε, να «διαβάσουμε» τα γεγονότα, χωρίς να χαθούμε στις ερμηνείες τους, οι οποίες συχνά παρακάμπτοντας την λεγόμενη κοινή λογική προσκολλώνται σε συναισθηματική, κομματική, ιδεολογική, θεωρητική ή δημοσιογραφική μονομέρεια. Στις περιπτώσεις αυτές καταλήγουμε να μιλούμε για πράγματα που απλώς φανταζόμαστε, ανάλογα με την ηλικία, τη γενιά, τη συναισθηματική φόρτιση της σύνδεσης μας με το τάδε κόμμα, τον στενό ή ευρύ ορίζοντά μας, το οικογενειακό περιβάλλον ή το κοινωνικό στρώμα από το οποίο προερχόμαστε κλπ.

Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι τα τελευταία χρόνια οι αφορμές που τροφοδοτούν αυτή την φανταστική αίσθηση της πραγματικότητας για το μεγαλύτερο αριθμό ελλήνων προέρχονται από την εικονική πραγματικότητα, μέσα στην οποία περιλαμβάνεται όχι μόνο η τηλεόραση αλλά και τα πάσης λογής θεάματα, ο κινηματογράφος και η μουσική-θέαμα. Αυτή η τελευταία κυρίως, αντλεί τα θέματά της από το αμερικανικό σύμπαν μιας ποπ και ροκ κουλτούρας και υποκουλτούρας που δεν φαίνεται να πολυσχετίζεται με την ιστορία της χώρας, την απώτερη κυρίως, τους μύθους του γένους, τις μνήμες, τους αγώνες και τις θυσίες, τα βιώματα και τις εμπειρίες μας. Πρέπει βέβαια να ειπωθεί αμέσως ότι το γενικό πρόσταγμα σε όλα έχει η διαφήμιση, πράγμα άλλωστε που δημιουργεί ολοκληρωτική και επιβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στη διαφήμιση και την κατανάλωση. Εν μέσω όλων αυτών, τον τελευταίο καιρό κυριαρχεί έντονα μια αντίληψη μόνιμης «επαναστατικότητας» απέναντι σε ο,τιδήποτε παγιωμένο μέσα από την ιστορία, πνευματική και άλλη, μια διάθεση ανατροπής και αμφισβήτησης κάθε «κατορθωμένης παράδοσης» στο όνομα των νέων τάσεων, της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, της ευρωπαϊκής Κοινότητας, σε συνδυασμό με μια επερχόμενη απαξίωση των παραδοσιακών προτύπων σε όλα σχεδόν τα επίπεδα ζωής. Ισχύει στην περίπτωση αυτή η ρήση της Σιμόνης Βέιλ ότι «το όπιο του λαού» δεν είναι η θρησκεία (Μαρξ) αλλά η «επανάσταση».

Επόμενο είναι να δημιουργείται ειδικά στις νεώτερες γενιές μια χαοτική διανοητική κατάσταση, που προσπαθεί από τη μία να χωρέσει μέσα της ό,τι κληρονομημένο φτάνει ξέπνοο ως τις μέρες μας, ό,τι γηγενές και παλαιότερο, αγκυροβολημένο στα μύχια της ψυχής και από την άλλη, έναν βομβαρδισμό συγκρουόμενων συναισθημάτων, αμφισβητήσεων, ερωτημάτων, αποριών και αδιεξόδων που άλλοτε με ελκυστική ενδυμασία, άλλοτε αποκρουστική και δυσάρεστη πολιορκούν τον σημερινό Έλληνα, του αποσπούν την προσοχή συχνά σε ανόητα πράγματα, τον εθίζουν σε μια ενασχόληση με ζητήματα πεζής καθημερινότητας που έρχονται και σκεπάζουν την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων.

Εν μέσω λοιπόν μιας τέτοιας κατάστασης ο Έλληνας διάγει αφηρημένο βίο. Από τη μία η υπόστασή του φέρει και μεταφέρει μνήμες και αλήθειες που έρχονται από χιλιόχρονες παραδόσεις (όχι αποκλειστικά ελληνικές), αφομοιωμένες πλήρως στα κατάβαθα της ψυχοσωματικής οντότητας, από την άλλη προσπαθεί να μιμηθεί τα ποικίλα παγκοσμιοποιημένα δρώμενα και βεβαίως να ενσωματωθεί στον νεώτερο ευρωπαϊκό και αμερικάνικο πολιτισμό. Γεννιέται έτσι μέσα από αυτή τη σύγχυση μια μετεώριση, μια ψυχική αδράνεια, μια αναποφασιστικότητα και εν τέλει μια αδιαφορία για το πρακτέο. Αυτά συνδυάζονται τέλεια με μια άκρως διαδεδομένη συμπλεγματική κατάσταση έναντι των ξένων που δεν επιτρέπει να λειτουργήσει  η χώρα παρά στη βάση μιας συναισθηματικής παθολογίας σε συνδυασμό με άκρατο ατομοκεντρισμό. Αποτέλεσμα: αδυναμία αντιμετώπισης των πραγματικών προβλημάτων, μετάθεση σε άλλη σφαίρα, αναβλητικότητα, συστηματική απόσειση ευθύνης, ωχαδερφισμός, φυγή στη διασκέδαση (μέγα πρόβλημα τα τελευταία χρόνια), αυτοκαταστροφικότητα, που θεωρείται απελευθέρωση λόγω άκριτης εισαγωγής ξένων προτύπων. Στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαπίστωση:

η ιθύνουσα τάξη (πολιτικοί, οικονομικοί παράγοντες, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες) δεν διαθέτει κοινό πνευματικό άξονα, κοινή παραδοχή ορισμένων σταθερών αληθειών, αλλά προσπαθεί πολλές φορές απεγνωσμένα να προσαρμοστεί απλώς (αν όχι και κατόπιν εντολής) σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο γίγνεσθαι, σε μια «ροή» που ορισμένοι γάλλοι διανοούμενοι ταυτίζουν με την ίδια την ουσία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ούτε άξονας κοινός υπάρχει, ούτε κοινή παραδοχή. Ειδικά στον στίβο της πολιτικής (αν και θα μπορούσε να προσθέσει κανείς και σε πολλούς άλλους), κυριαρχεί μια εγωτική ρύθμιση συμπεριφορών, ακόμη κι αν στοιχειωδώς κάποια «κοινή γραμμή» χαρακτηρίζει το εσωτερικό των κομμάτων. Αλλά ακόμη και αυτή η «κοινή γραμμή» σε περίοδο κρίσης φαίνεται να καταστρατηγείται λόγω ατομοκεντρικών βλέψεων και εξουσιαστικής μανίας.

Το πράγμα είναι πολύ πιο σοβαρό απ’ όσο φαίνεται. Ούτε χρειάζονται βαθυστόχαστες αναλύσεις. Η καταπληκτική αδιαφορία για το περιβάλλον – όρος που δεν φαίνεται να αντικαθιστά επάξια τους όρους «φύση» ή «κτίση» οι οποίοι θεωρούνται παλαιάς κοπής – που οδήγησε στις καταστροφικές πυρκαγιές που γνώρισε η χώρα πρόσφατα και η αδυναμία επί εικοσαετία και πλέον να βρεθεί λύση στο θέμα των σκουπιδιών μιας τερατούπολης σαν την Αθήνα, με καθημερινά προβλήματα υπερπληθυσμού, αλλά και γενικότερα όλης της χώρας, είναι αρκετά για να δείξουν πώς αντιμετωπίζεται η πραγματικότητα στην Ελλάδα.

Αν προσθέσουμε και ένα είδος αναρχίζουσας τάσης που κατέχει τους νεοέλληνες, και που συνήθως την αποδίδουν σε ένα υπέρμετρο αίσθημα ελευθερίας, η εικόνα συμπληρώνεται. Ωστόσο, είναι άλλο πράγμα να ζείς αναρχούμενος και περιφερόμενος απορρίπτοντας τα πάντα με την ευκολία προπαντός του εφηβισμού σου και άλλο να φροντίζεις με το πέρασμα του χρόνου να χαλιναγωγείς το αχαλίνωτο εγώ σου, να το στρέφεις στη δημιουργία ενός αληθινά ελεύθερου εαυτού, είτε βάσει αρχαιοελληνικών και χριστιανικών παραδόσεων, είτε της σύνθεσης τους με σύγχρονες θεωρίες και πραγματικότητες, ώστε όχι μόνο να γίνεις όντως άνθρωπος, αλλά να συμβάλλεις στην διαμόρφωση μιας κοινωνίας όπου τα μέλη της ελαχιστοποιούν τις άμετρες επιθυμίες τους και δεν αφήνουν τον «σκολιόν ίππον» του πλατωνικού Φαίδρου να ρυθμίζει τα πράγματα. Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνηση. Εάν συνδέουμε τον αληθινό άνθρωπο με την ατομοκεντρική ελευθερία, όπως νοείται μέσα από την ευρωπαϊκή φιλοσοφία, εάν αυτό το κάνουμε σε μια χώρα με τις καταβολές του αρχαίου και του ορθόδοξου χριστιανικού πολισμού, αλλά και την ανατολίτικη νοοτροπία, όση από αυτήν απομένει ακόμη, κλονίζουμε παμπάλαιες ισορροπίες βίωσης της κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία μέχρι πρόσφατα στηριζόταν σε προσωπικές σχέσεις και δεν ήταν αποτέλεσμα απρόσωπων νομικίστικων ρυθμίσεων. Οι τελευταίες αυτές είναι αποτέλεσμα αφηρημένων διανοητικών αναζητήσεων στη δυτική Ευρώπη και διεργασιών που ανήκουν σε άλλη πνευματική ιστορία. Η ιστορία αυτή δεν έχει σχέση με την ελληνική ιστορία. Στην Ελλάδα δεν ζήσαμε ούτε Μεταρρύθμιση, ούτε Διαφωτισμό, ούτε Αντιμεταρρύθμιση, ούτε Αναγέννηση, ούτε θρησκευτικούς πολέμους, ούτε Γαλλική επανάσταση. Πώς μπορούμε με τόση ευκολία να παραθεωρούμε αν όχι να αποσιωπούμε την αληθινή όψη της ιστορίας μας και να αναγκάζουμε έναν λαό να υποταχτεί σε αφηρημένες γενικές συντεταγμένες του νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού; Το ευρωπαϊκό μοντέλο ή καλύτερα καλούπι αρμόζει σε αυτούς τους λαούς που το γέννησαν και ανάμεσα σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα. Τα περί της αρχαίας Ελλάδας που γέννησε τη Δημοκρατία των Νεωτέρων χρόνων είναι μυθεύματα, γιατί απλούστατα η Δημοκρατία εκείνη ελάχιστη σχέση έχει με τα δημοκρατικά συστήματα των νεωτέρων κοινωνιών. Θα δώσω ένα παράδειγμα:

ο Χέγκελ γράφει ότι ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα εγκλωβισμένο ανάμεσα στην «φτώχεια, τα βάσανα, την οργή, την ψυχρότητα, την αδιαφορία, τη φρενίτιδα των παθών» κ.λ.π. Και τα χαρακτηριστικά της ζωής του είναι «ανησυχία, κινητικότητα, ορέξεις και αγωνία και φόβος», όταν λοιπόν ισχύουν αυτά ο άνθρωπος γυρεύει μια περιοχή «υποστασιακότερης αλήθειας» όπου «η αντίθεση και αντίφαση εν γένει, όποια μορφή κι αν μπορεί να πάρει, δεν έχει … πια καμιά αξία και ισχύ» (όλες οι παραπομπές στον Χέγκελ του Παπαϊωάννου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1992, σσ. 108-109). Η περιοχή που αναζητά ο Χέγκελ και μετά από αυτόν η Ευρώπη (ακόμη κα μέσω Μαρξ) είναι το Κράτος, είναι μια Πολιτεία όπου το «εγώ» γίνεται «εμείς».

Στην Ελλάδα, με βάση τις παραδόσεις της, η περιοχή αυτή είναι η Εκκλησία και μέσα από τα βιώματα που αποκτούμε εκεί βγαίνουμε έξω στην κοινωνία και μεταφέρουμε την κατάσταση της Εκκλησίας. Αυτή είναι η κανονική πραγματικότητα. Η αληθινή κοινωνία προσώπων, όπου ζυγίζεται η ελευθερία του ενός και του άλλου πάνω στο Πρόσωπο του Χριστού-Λόγου, με γνώμονα την «κένωση» και το σταύρωμα του εγώ και της ατομικής αυτοκαταξίωσης είναι η ορθόδοξη Εκκλησία, όσο λειτουργεί και πραγματώνει την Αλήθεια της ενανθρώπησης, η μάλλον του θεανθρώπου, όσο υλοποιείται η θεανθρωπία των μελών της. Εκεί στη Δύση για πολλούς και διάφορους λόγους που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ, αυτή η κοινωνία προσώπων στην Εκκλησία από μια στιγμή και ύστερα χάθηκε, το σχίσμα Καθολικισμού-Προτεσταντισμού έσπρωξε τα πράγματα σε μια αποεκκλησιοποίηση που έβαλε στη θέση της Εκκλησίας των προσώπων την πολιτεία των ατόμων που βέβαια θέλουν (;) να γίνουν κοινωνία του «εμείς».

Το σκέτο άτομο, είτε το λέει ο Χέγκελ είτε όχι, ειδικά στον ελληνικό χώρο, όταν του αφαιρέσεις κάθε παραδοσιακή δυνατότητα υπέρβασης, ενεργεί ανταγωνιστικά, τείνει να καταλάβει τη θέση του άλλου, τείνει να αυτοβεβαιωθεί, να ξεχωρίσει εις βάρος του άλλου. Ένας άνθρωπος για να καταστεί όντως ελεύθερος, με πνευματική έννοια πρώτιστα και δευτερευόντως με πολιτικοκοινωνική, χρειάζεται γενναία σπουδή, μελέτη, παίδευση, εμπειρία ζωής, υπακοή σε πανανθρώπινες αλήθειες, συντροφικότητα, μεγαλοψυχία, ευρυχωρία νου και καρδιάς. Αλλιώς η ελευθερία του είναι εξάρτηση του περιρρέοντος κοινωνικού χάους, του αποπροσανατολισμού, της μόνιμης αμφισβήτησης των πάντων, στο όνομα κατά βάθος μιας ακραίας ατομοκρατίας ή ενός διάχυτου μηδενισμού. Είναι κάτι σαν ιστορικό παράδοξο ότι η καθιέρωση της ατομοκρατίας στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες συνδυάστηκε με οργάνωση της κοινωνίας χωρίς μεταφυσικές αρχές και εμπειρίες, επομένως χωρίς υπέρβαση του ατομικοποιημένου εγώ, άρα χωρίς δυνατότητα αληθινής σχέσης με τον άλλο. Σε κοινωνίες σαν την ελληνική η οποία μέχρι προχθές στηριζόταν σε χριστιανική πίστη και κοινοτική νοοτροπία, σε σχέσεις προσώπων, ο επιζητούμενος εξευρωπαϊσμός ατομικοποιεί τον άνθρωπο επί τα χείρω, σχεδόν τον εξαγριώνει. Απαιτείται μια μελέτη σε βάθος της λειτουργίας των παθών σε λαούς μεσογειακούς, με άλλη ιστορία και άλλα ήθη για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι μέλει γενέσθαι όσον αφορά την ενσωμάτωσή μας στο αμερικανοευρωπαϊκό πρότυπο, με τα προβλήματα μάλιστα που εκρηκτικά παρουσιάστηκαν στις μέρες μας.

Έρχομαι στην περιβόητη Οικονομία της Αγοράς. Η προώθησή της στο κέντρο της ζωής μας συνεπάγεται:

α) μια μόνιμη εξάρτηση των πάντων από τους οικονομικούς παράγοντες

β) μια πίεση στους πολίτες να διαθέτουν χρήματα για να αγοράζουν

γ) μια εδραίωση της κατανάλωσης ως καθημερινής μέριμνας και πραγμάτωσης

δ) μόνιμη αγωνία εξεύρεσης χρημάτων

ε) αντικατάσταση των πραγματικών αναγκών του ανθρώπου με πλαστές ανάγκες που προωθεί το σύστημα της Οικονομίας της Αγοράς, ένα σύστημα που σκοπεύει σχεδόν αποκλειστικά στο κέρδος και μέσα από το οποίο όλα μετατρέπονται σε εμπόρευμα

στ) μια πολύ μεγαλύτερη ανάγκη ρευστού παρά την ύπαρξη «πλαστικού χρήματος» που λίγο πολύ αντιστοιχεί σε φανταστικό χρήμα, αφού αυτό το πλαστικό δεν νοείται παρά ως μόνιμη δανειοδότηση του πολίτη και συνακόλουθα συνεπάγεται σταθερό πλουτισμό των Τραπεζών

ζ) τον σταθερό απανθρωπισμό του Έλληνα, ο οποίος παύει να συναισθάνεται, παύει να βλέπει τον άλλο ως συνάνθρωπο και αρχίζει να τον θεωρεί «παραγωγική μονάδα» ενταγμένη στο σύστημα, αφηρημένη ύπαρξη, αν όχι κάτι που ενοχλεί τη δική του σταθερή εξασφάλιση και το δικό του συμφέρον.

Οι εξαγγελίες των κομμάτων, οι προσπάθειες να κυβερνήσουν, οι συνεννοήσεις μεταξύ τους που έχουν υποτίθεται ως βάση το Σύνταγμα της χώρας, εγκλωβίζονται μέσα από αυτή τη σύγχυση και τον εσωτερικό διχασμό των Ελλήνων που τανύονται ανάμεσα στον γηγενή εαυτό τους (με όλα όσα συνεπάγεται ιστορικά, κληρονομικά, πνευματικά κλπ. συστατικά) και σε εκείνον που σχηματίζει το πλέγμα της παγκόσμιας κοινότητας και πρώτιστα της ευρωπαιοαμερικανικής. Αντανάκλαση αυτής της σύγχυσης και του διχασμού αποτελεί η κατάσταση στην παιδεία, όπου ο Έλληνας πληρώνει διαρκώς για μια παιδεία που χαρακτηρίζεται «δωρεάν». Πέρα από το οικονομικό ζήτημα το είδος της παιδείας που παρέχεται δικαιολογεί κάθε παραστράτημα, κάθε ανικανότητα μαθητών ή φοιτητών, βάζοντας στο πανεπιστήμιο κάθε χρόνο πλειάδα απροετοίμαστων μέσω του συστήματος των δεκάδων σχολών που ξεφύτρωσαν τα τελευταία χρόνια σε όλη την επικράτεια. Είτε αυτό έγινε για λόγους ψηφοθηρικούς και δημαγωγικούς, είτε για να καλυφθούν κοινωνικά κενά, το βέβαιο είναι ότι μια πανεπιστημιακή σχολή απαιτεί ειδική οργάνωση και στελέχωση και συγκεκριμένες ανάγκες, με πρώτη την ανάγκη μετοχής σε συγκεκριμένο πεδίο γνώσης και καλλιέργειας που λαμβάνει υπ’ όψιν της το έμψυχο υλικό υποψήφιων σπουδαστών, την κατάσταση της κοινωνίας, την ήδη ως τότε παρεχόμενη εκπαίδευση και τον τρόπο ένταξης της νέας σχολής εκεί, το γνωστικό επίπεδο σπουδαστών και καθηγητών και βέβαια το βαθμό απορρόφησης τους επαγγελματικά κλπ.

Φταίει ίσως ένας μόνιμος επαρχιωτισμός έναντι των ξένων, ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας που αντιδιαστέλλει την Ελλάδα ως «καθυστερημένη» (λόγω Τουρκοκρατίας κυρίως) με τις ευρωπαϊκές χώρες ως «προηγμένες», τη στιγμή που το μοντέλο ανάπτυξης των χωρών αυτών έχει από χρόνια αμφισβητηθεί, αφού ο δυτικός πολιτισμός «αναπτυσσόμενος» επιφέρει τεράστια αλλοίωση στη φύση-κτίση, με τα αποτελέσματα που βλέπουμε όλοι στις μέρες μας. Άλλωστε, μεγάλοι διανοητές στα μέσα περίπου του εικοστού αιώνα είχαν καταγγείλει την μονόπλευρη ανάπτυξη, τεχνικοοικονομική κυρίως, στους αντίποδες κάθε ουσιαστικής πνευματικής καλλιέργειας του ανθρώπου. Το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός μετά την Αναγέννηση παρήγαγε τον άνθρωπο-άτομο και την θετικιστική-ρασιοναλιστική γνώση, σημάδεψε μια ανεπανόρθωτη ίσως διακοπή κάθε Συνέχειας με την προηγούμενη ιστορία του κόσμου (μέσα και η βυζαντινή «οικουμένη») και μια σταθερή εκτροπή από κάθε πνευματικό άξονα και προπαντός τον χριστιανικό (Τα ζητήματα αυτά έχω αναπτύξει περισσότερο στο βιβλίο Ο αντιχριστιανισμός, Αρμός, 2009).


Η κατάσταση αυτή γεννά μια σειρά από ερωτήματα:


α) ενδιαφέρεται η τάξη των πολιτικών (και δη οι κεφαλές) να υπηρετήσουν όντως τον λαό, όχι προπαγανδιστικά, εξουσιαστικά, πελατειακά, ρουσφετολογικά, παραπλανητικά, αλλά εξηγώντας του τα πραγματικά προβλήματα και αναλαμβάνοντας τις ευθύνες της – κάνοντας δηλαδή μια σε βάθος αυτοκριτική που να δείχνει συνάμα το βαθύ πολιτικό διχασμό που σοβεί στη χώρα από την εποχή της διαμάχης βασιλικών-βενιζελικών;

β) Μπορούν τα αριστερά κόμματα και δη τα κομμουνιστικά να παραδεχτούν ότι δεν μπορεί στην Ελλάδα να μεταφερθεί το αντικληρικαλιστικό πνεύμα που επικράτησε στη Γαλλική Επανάσταση, αλλά χρειάζεται να συνδεθεί η σημερινή κατάσταση με το πνεύμα της ελληνικής Επανάστασης που κάθε άλλο ήταν παρά αντιεκκλησιαστικό και αντίχριστο;

γ) Μια τέτοια μετατόπιση θα εξασφάλιζε μια τουλάχιστον κοινή βάση διαλόγου όλων των πολιτικών, θα επανέφερε στοιχειωδώς τη σχέση ή την αναζήτηση σχέσης σε ιστορικά πνευματικό επίπεδο και παράλληλα θα αποσπούσε από τα δεξιά κόμματα την αποκλειστικότητα μιας δεδομένης σχέσης με την Εκκλησία.

δ) Δοθέντος ότι η «ανάπτυξη» των θεωρούμενων προηγμένων χωρών έφερε το περιβάλλον στο χείλος της καταστροφής, θα μπορούσε να αρχίσει μια μεγάλη συζήτηση για το είδος ανάπτυξης που πρέπει να εφαρμοστεί στην Ελλάδα, τη στιγμή μάλιστα που υπολειπόμαστε πολύ των άλλων και αυτό έχει τα θετικά του; Εννοείται ότι σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να αμφισβητηθεί ριζικά ο καταναλωτισμός των Ελλήνων και η απαράδεκτη σχέση του Έλληνα με το «περιβάλλον».

ε) Αφού η ευρωπαϊκή κοινότητα καλλιεργεί το δόγμα της πολυπολιτισμικότητας γιατί δεν «επενδύουμε» σ’ αυτό για να προωθήσουμε την ιδιαιτερότητα της πνευματικής μας παράδοσης που διαφοροποιείται από τη Δύση ιστορικά και πνευματικά, έστω και αν χρειάζεται να την «ανακαλύψουμε» εκ νέου; Πότε θα καταλάβουμε ότι έχουμε άλλες αφετηρίες από εκείνες των δυτικοευρωπαίων;

στ) Σε όποια ευρωπαϊκή χώρα κι αν πάς συναντάς μια σταθερή μέριμνα για ό,τι την αφορά ιστορικά ως χώρα, βλέπεις την περιποίηση των μνημείων της, των κοινόχρηστων χώρων, των δημόσιων κτιρίων, το ενδιαφέρον για το παρόν ως χώρο και ως χρόνο σε σύνδεση με το παρελθόν και με άνοιγμα στο μέλλον. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι εμείς είμαστε αρχαιότεροι εκείνων – πράγμα που άλλωστε αληθεύει – και ότι η παράδοσή μας συνδέει τον άνθρωπο όχι μόνο με το σήμερα, το παρελθόν και το μέλλον αλλά και με την αιωνιότητα (αρχαιοελληνική παράδοση και χριστιανική τουλάχιστον), αυτή η πλευρά, η «αιωνιότητα» δεν φαίνεται να μας απασχολεί ενεργητικά, όπως δεν φαίνεται να μας απασχολεί ενεργητικά και η παράδοση (όχι το φολκλόρ) με όλα όσα συνεπάγεται. Αυτό όμως σημαίνει ότι έχει σπάσει η αλυσίδα και οι σπασμένοι κρίκοι δημιουργούν αυτό το ασύνδετο των κομματιών (παρόν-παρελθόν-μέλλον) και την περιρρέουσα αρρυθμία.

Κατακλείδα: Μπορούμε σήμερα λήγοντος το 2010 να εξακολουθούμε να μιλούμε με τους όρους «Δεξιά» και «Αριστερά» στην Ελλάδα, τη στιγμή που οι απορρέουσες από αυτούς ιδεολογίες έχουν προ πολλού εξατμιστεί ή καταποθεί από τον οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποιημένης Οικονομίας, που μονάχα απρόσωπες καταστάσεις γνωρίζει και αυτές διαχειρίζεται μηδενίζοντας τις αληθινά ψυχοσωματικές και πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων ή μετατρέποντάς τες σε ρηχά συναισθηματικά και σεξουαλικά σχήματα;

Πουθενά δεν μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς ριζικό επανασχεδιασμό και αποκατάσταση των διαστάσεων της πολιτικής, αποκατάσταση νοημάτων και σημασιών προτού είναι αργά και προτού η κατάσταση της χώρας εξελιχτεί εις βάρος της ζωής όλων μας. Είμαστε στα πρόθυρα μιας τέτοιας εξέλιξης.


πηγή: (antifono.gr με ευγενική παραχώρηση από το περιοδικό Νέα Ευθύνη, τχ. 2/2010 )

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 10 Ιανουάριος 2011 07:00, http://www.antifono.gr/portal/… e28897.html

 

* Ο Σωτήρης Γουνελάς είναι συγγραφέας και πρώην διευθυντής της «ΣΥΝΑΞΗΣ».

 

Το είδα και: Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011, http://amethystosbooks.blogspot.com/2011/01/blog-post_4655.html

Νόημα των διαρθρωτικών αλλαγών τρόικας και ΓΑΠ

Τι σημαίνουν οι διαρθρωτικές αλλαγές που επιδιώκει η τρόικα και η κυβέρνηση;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

(Μέρος Α΄)

Μετά από το 3ο κατά σειρά επικαιροποιημένο μνημόνιο, την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου για τα εργασιακά και την ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2011, έχουμε μπει σε νέα περίοδο. Το ζητούμενο δεν είναι τόσο οι περικοπές και οι μειώσεις, όσο η δραστική αλλαγή των όρων διάθεσης και αναπαραγωγής της εργασίας. Είναι μέρος των «διαρθρωτικών αλλαγών» που ζητάνε επίμονα οι κηδεμόνες του ΔΝΤ, της ΕΕ και της ΕΚΤ.

Το συνολικό καθεστώς προστασίας και δικαιωμάτων της εργατικής δύναμης ανατρέπεται εκ βάθρων. Ο εργαζόμενος μετατρέπεται σιγά-σιγά σε επιχειρηματία του εαυτού του, της εργατικής του δύναμης, δίχως καμμιά δυνατότητα συνδικαλιστικής ή άλλης εκπροσώπησης. Η ίδια η εργασιακή σχέση χάνει το ιδιαίτερο καθεστώς που είχε κατακτήσει μέχρι σήμερα για να μεταβληθεί στην πράξη πρώτα και κατόπιν σε επίπεδο νομοθεσίας σε μια ακόμη σχέση ιδιωτικού δικαίου. Ο εργαζόμενος δεν είναι πλέον τίποτε περισσότερο από ένας ιδιώτης που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ένα έργο έναντι συγκεκριμένου αντιτίμου. Σε λίγο ακόμη και η έννοια του μισθού θα χαθεί για να αντικατασταθεί με την πολλαπλά μεθερμηνευόμενη έννοια της αμοιβής.

Πολύ σύντομα οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι δεσμευτικές συλλογικές συμβάσεις θα αποτελέσουν παρελθόν για την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Έτσι ή αλλιώς έχει ήδη συμβεί αυτό στον ιδιωτικό τομέα, όπου στην πράξη δεν υπάρχει κανενός είδους κατοχύρωση ή προστασία. Μαζί μ’ αυτές θα χαθούν και τα συνδικάτα. Ολόκληρος ο παραδοσιακός τρόπος συγκρότησης των συνδικάτων στην Ελλάδα χάνει το αντικείμενό του. Ιδίως σε συνθήκες μιας μόνιμης τεράστιας ανεργίας, η οποία επισήμως ξεπερνά τις 600 χιλιάδες και ανεπίσημα τους διπλάσιους απασχολούμενους. Η ίδια η εργατική τάξη της χώρας βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Όταν ουσιαστικά ένας στους τρεις μισθωτούς βρίσκεται σε κατάσταση μερικής ή ολικής ανεργίας, είναι μάλλον αστείο να μιλά κανείς για οργανωμένη τάξη. Και είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι με τέτοια ανεργία κανείς εργαζόμενος δεν μπορεί να νιώθει ασφαλής, ούτε μπορεί στα σοβαρά να διεκδικήσει κάτι καλύτερο για τον εαυτό του και το σύνολο.

 

Η φτώχεια και η ανέχεια ως οικονομικό κίνητρο

 

Το σύστημα της μισθωτής εργασίας γεννήθηκε όταν η εργατική δύναμη απέκτησε την ιδιότητα του εμπορεύματος. Στην αρχαιότητα ο θύτης, αυτός δηλαδή που λόγω ανέχειας αναγκαζόταν να δουλέψει για άλλον, ήταν συνώνυμο της πιο απόλυτης εξαχρείωσης. Συχνά σε χειρότερο επίπεδο από τον δούλο. Με την «οικονομία της αγοράς» αυτό το πιο εξαχρειωμένο σύστημα βιοπορισμού του ανθρώπου μετατράπηκε σε κανόνα επιβίωσης για την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού.

Το σύστημα της μισθωτής εργασίας ενώ συνέτριψε όλες τις προηγούμενες δοξασίες, όλες τις προηγούμενες ρομαντικές αυταπάτες για την «προσωπική δουλειά» και τα ωφελήματα της, τις θρησκευτικές αγκυλώσεις και τις ηθικές αναστολές, έφερε μαζί του την δική του ξεδιάντροπη ηθική: Για πρώτη φορά η πείνα, η ανέχεια, η άμεση φυσική και κοινωνική εξαθλίωση τεραστίων μαζών αποτέλεσαν το πρώτο και καθαριστικό στοιχείο για την ανάπτυξη του σύγχρονου πολιτισμού της κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας και της μισθωτής εργασίας.

Έως τότε η φτώχεια και η εξαθλίωση απεικόνιζαν τα όρια της κοινωνίας, αποτελούσαν την απόδειξη πως η κοινωνία δεν διαθέτει την απαιτούμενη παραγωγική ικανότητα για να θρέψει τoν πληθυσμό της. Η φτώχεια, δηλαδή, ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης πολιτισμού, του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών ικανοτήτων της κοινωνίας. Αντίθετα, στο σύστημα μισθωτής εργασίας η μαζική φτώχεια και η εξαθλίωση αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του πολιτισμού, για την ανάπτυξη των παραγωγικών ικανοτήτων και των δυνατοτήτων της κοινωνίας. Αποτελεί, δηλαδή, το φυσικό πλαίσιο, το κοινωνικό κίνητρο για την ύπαρξη της περιλάλητης «αγοράς εργασίας» και κατά συνέπεια της ανάπτυξης του αστικού πολιτισμού.

Στα πρώτα ιστορικά βήματα του καπιταλισμού η αξία του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» δεν αντιστοιχούσε σε τίποτε περισσότερο από τις φυσικές ανάγκες του μεμονωμένου εργάτη, δηλαδή σ’ αυτά που χρειαζόταν ο εργάτης «για να ζει, να εργάζεται και να διαιωνίζεται.» [1]  O μεγάλος φυσιοκράτης και υπουργός οικονομικών των Λουδοβίκων, Τυργκό, έγραφε προς τα τέλη του 18ου αιώνα: «Ο κοινός εργάτης που δεν έχει παρά μόνο τα χέρια του και την τέχνη του, κατορθώνει ν’ απολαμβάνει κάτι μόνο εφόσον καταφέρνει να πουλήσει σ’ άλλους την εργασία του. Την πουλά περισσότερο ή λιγότερο ακριβά, αλλά αυτή η τιμή, όσο κι αν είναι περισσότερο ή λιγότερο υψηλή ή χαμηλή, δεν εξαρτάται μονάχα απ’ τον ίδιο: προκύπτει απ’ την συμφωνία που συνάπτει μ’ εκείνον που καταβάλει το τίμημα για την εργασία του. Ο τελευταίος τον πληρώνει όσο πιο λίγο μπορεί και καθώς έχει την δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε μεγάλο αριθμό εργατών, προτιμά αυτόν που δουλεύει με τα λιγότερα. Οι εργάτες επομένως είναι αναγκασμένοι να μειώσουν την τιμή, καθώς βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Σε κάθε είδους εργασία δεν μπορεί να μην συμβεί και πραγματικά αυτό συμβαίνει έτσι ώστε ο μισθός του εργάτη να περιορίζεται στα όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την δική του συντήρηση[2]  Ήταν η εποχή που οι μεγάλες μάζες της φτωχολογιάς της υπαίθρου και των πόλεων, μετατρέπονταν με την βία σε κοινούς εργάτες, στοιβαγμένοι μέσα σε βιομηχανικά γκέτο και σε ποικίλα άσυλα για φτωχούς, που τα αποκαλούσαν «κοινωνικά νεκροταφεία» ή «ζωντανούς τάφους». Ο Κάρολος Ντίκενς, αλλά κι άλλοι συγγραφείς αυτής της εποχής, απέδωσαν με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο την πρωτόγνωρη αθλιότητα, που χαρακτήριζε την περίοδο αυτή γένεσης της εργατικής τάξης.

John McNab

Όταν, όμως, ο απλός εργάτης λυτρώθηκε από την προσωπική του εξάρτηση στον συγκεκριμένο εργοδότη, βγήκε από τα γκέτο και γλύτωσε από τα άσυλα για φτωχούς, αντιμετώπισε την ανελέητη πραγματικότητα της «ελεύθερης αγοράς». Τότε βρέθηκε μπροστά στην ανάγκη ν’ αντιδράσει στα μεγάλα ρίσκα και στους συντριπτικούς κινδύνους, που αντιμετωπίζει όποιος κινείται στην αγορά και ιδίως όποιος «φέρνει στην αγορά για να πουλήσει το ίδιο το δικό του τομάρι, ξέροντας ότι το μόνο που τον περιμένει είναι το – γδάρσιμο» [3]. Να βρει, δηλαδή, τρόπους να συνυπολογιστεί στην «τιμή της εργασίας» του, ο κίνδυνος να μείνει ανήμπορος από εργατικό ατύχημα, ο κίνδυνος να μείνει άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο κίνδυνος ν’ αρρωστήσει και να μείνει χωρίς δουλειά κι ο κίνδυνος της απόλυτης εξαθλίωσης όταν γέρος κι ανήμπορος δεν θα μπορεί πλέον να συντηρεί τον εαυτό του.

Έτσι γεννήθηκε το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης, ως αναγκαία αμυντική διεκδίκηση όχι απλά του μεμονωμένου εργάτη, αλλά του συνόλου της τάξης. Μια αμυντική διεκδίκηση όχι μόνο ή κύρια ενάντια στην απληστία της εργοδοσίας, αλλά πρωταρχικά ενάντια στην έμφυτη ασυδοσία της αγοράς γενικά. Αν με τα αιτήματα για καλύτερο μεροκάματο, λιγότερες ώρες δουλειάς και καλύτερες συνθήκες εργασίας, η εργατική τάξη στράφηκε ενάντια στο κεφάλαιο ως εργοδοσία, με το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης στράφηκε ενάντια στην ίδια τη βάση ολόκληρου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την ίδια την αγορά. Μόνο έτσι η αξία της «εργατικής δύναμης», τα όρια αναπαραγωγής της «ικανότητας προς εργασία», λυτρώθηκαν από το επίπεδο των φυσικών αναγκών επιβίωσης του μεμονωμένου εργάτη και τέθηκαν σε νέα βάση, σε συλλογική κοινωνική βάση, δηλαδή στη βάση των συλλογικών κοινωνικών αναγκών της εργατικής τάξης.

Η διεκδίκηση της κοινωνικής ασφάλισης λειτούργησε αποφασιστικά ώστε οι εργάτες να υπερβούν την μεμονωμένη διαπραγμάτευση των όρων πώλησης της προσωπικής τους εργατικής δύναμης. Ο εργάτης συνειδητοποίησε ότι η διαιώνισή του δεν μπορεί να ‘ναι το ίδιο «όπως διαιωνίζεται με την αναπαραγωγή του είδους κάθε έμβιο ον» [4]. Αντίθετα, αν ήθελε να γλυτώσει απ’ την καταθλιπτική μιζέρια, που τον καταδικάζει το «μεροδούλι-μεροφάι», έπρεπε άμεσα κι αποφασιστικά να δέσει οργανικά τ’ ατομικά του συμφέροντα κι ανάγκες, με τις συλλογικές κοινωνικές ανάγκες και συμφέροντα της δικής του ιδιαίτερης τάξης. Μόνο σ’ αυτή τη βάση θεμελιώθηκε η συνείδηση σε πλατιά στρώματα εργατών για την ανάγκη οργάνωσής τους στο συνδικάτο, όχι απλά σαν συλλογική άμυνα απέναντι στην εργοδοσία, αλλά σαν κάτι πολύ περισσότερο: ως συγκροτημένη έκφραση μιας ιδιαίτερης κοινωνικής τάξης, των πωλητών του εμπορεύματος εργατική δύναμη, με ιδιαίτερες συλλογικές ανάγκες και συμφέροντα. Έτσι ο εργάτης μπόρεσε να ξεπεράσει την κατάσταση «υποζυγίου», στην οποία τον είχε καταδικάσει εξαρχής το κεφάλαιο κι άρχισε να μετατρέπεται σε κοινωνικό υποκείμενο.

Απ’ αυτή την άποψη δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα πρώτα συλλογικά μέτρα κοινωνικής ασφάλισης, αναπτύχθηκαν απ’ τα ίδια τα εργατικά συνδικάτα ήδη απ’ τον 18ο αιώνα. Πρόκειται στην ουσία για «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», που αναλάμβαναν την συντήρηση των αρρώστων, των ηλικιωμένων, μαζί και τις χήρες με τα ορφανά. Η συγκρότηση πανεθνικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, κυρίως τις πρώτες τρεις δεκαετίες του 19ου αιώνα συνδεόταν οργανικά και με την ανάγκη για ισχυρά «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», που θα κάλυπταν το σύνολο της εργατικής τάξης. Έτσι, στην προγραμματική διακήρυξη του «Μεγάλου Εθνικού Ενοποιημένου Συνδικάτου» (Grand National Consolidated Trades Union), που δημιουργήθηκε απ’ τους ίδιους τους εργάτες τον Φεβρουάριο του 1834 στο Λονδίνο, ως συλλογική οργάνωση των επιμέρους συνδικάτων κι εργατικών οργανώσεων της εποχής, διαβάζουμε: «Μεγάλα πλεονεκτήματα πρόκειται να προκύψουν απ’ την δημιουργία, σε κάθε περιφερειακό τομέα, ενός ταμείου για την υποστήριξη των αρρώστων και των ηλικιωμένων.» [5] 

Βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή που η εργατική τάξη έκανε τα πρώτα βήματά της στην «απόσπασή» της απ’ τις υπόλοιπες τάξεις, στρώματα και θεσμούς της αστικής κοινωνίας κι έτσι θεωρούσε πως μπορούσε να «λύσει» τα προβλήματά της μόνο κι αποκλειστικά με «ίδια μέσα». Κάτι άλλωστε που αποτελεί και μια από τις πρώτες εκδηλώσεις ενός χαρακτηριστικού ταξικού φιλότιμου, μιας ιδιαίτερης υπερηφάνειας κι αξιοπρέπειας της τάξης, η οποία θεωρούσε ότι είναι στοιχειώδης υποχρέωσή της να στηρίξει τα «δικά της» αδύναμα μέλη, παρά να τ’ αφήσει έρμαια της φροντίδας της επίσημης κρατικής ελεημοσύνης, της ιδιωτικής φιλανθρωπίας και των «ανθρώπινων αποθηκών», όπως πολύ εύστοχα αποκαλούσαν τα φτωχοκομεία.

Από τότε η ίδια η κοινωνική ασφάλιση αποτελούσε για κάθε εργάτη μια άμεση, συνεχής πρακτική εκδήλωση της ταξικής του αλληλεγγύης, όχι μόνο ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της τάξης του, αλλά κι ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές της τάξης του. Η καταβολή απ’ το δικό του προσωπικό υστέρημα στο «κοινό ταμείο», ήταν και παραμένει η έμπρακτη απόδειξη αυτής της ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα στον μεμονωμένο εργάτη και την τάξη του, αποτελεί την πρακτική επιβεβαίωση της οργανικής σύνδεσης των δικών του προσωπικών αναγκών και συμφερόντων, με τις συλλογικές ανάγκες και συμφέροντα της τάξης του. Αυτή τη πρακτική εκδήλωση της ταξικής αλληλεγγύης μέσα απ’ την κοινωνική ασφάλιση, ήταν κάτι που μέτρησε ιδιαίτερα το κεφάλαιο και το κράτος του, όταν αναγκάστηκε να εξετάσει στα σοβαρά την αναγκαιότητα εφαρμογής «κοινωνικής πολιτικής».

Ωστόσο, όταν ο ανελέητος χαρακτήρας της «ελεύθερης αγοράς» ποδοπάτησε τις αρχικές ουτοπικές προσδοκίες της εργατικής τάξης, τότε αυτή συνειδητοποίησε ότι τα διαθέσιμα «ίδια μέσα» της τάξης, οι συγκροτημένες «αδελφότητές» της, αλλά και τα διάφορα «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», δεν ήταν καθόλου αρκετά για ν’ αντιμετωπιστεί – πόσο μάλλον να ξεπεραστεί – η κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια, το φάσμα της ανέχειας, που την στοιχειώνουν εξυπαρχής. Άρχισε, λοιπόν, να συνειδητοποιεί την ανάγκη επίμονης συλλογικής και οργανωμένης πάλης για την διεκδίκηση όλων εκείνων των αναγκαίων πόρων και μέσων, που είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση των πιο άμεσων κι επειγόντων προβλημάτων της. Κι έτσι οι έως τότε οργανωμένες «αδελφότητες» της εργατικής τάξης, μετατράπηκαν σε πλατιές μαχητικές διεκδικητικές οργανώσεις, σε πραγματικά συνδικάτα της τάξης- όργανα της ταξικής πάλης.

Έτσι σφυρηλατήθηκε η άποψη στους εργάτες ότι η κοινωνική ασφάλιση είναι αποκλειστικά δική τους υπόθεση κι επομένως η συνολική της διαχείριση αφορά αποκλειστικά τους ίδιους και τα συνδικάτα τους. Την εργοδοσία και το κράτος δεν τους αφορούσε παρά μόνο στον βαθμό της εξοικονόμησης «πρόσθετων πόρων». Έτσι έθεσε τα θεμέλια η μισθωτή εργασία για την συγκρότησή της σε οργανωμένη τάξη, που προϋπέθετε την οργάνωσή της σε συνδικάτα και την εξασφάλισή της απέναντι στην ανέχεια και την ανεργία. Σήμερα κλείνει ο ιστορικός κύκλος με την εργατική τάξη να κινδυνεύει να τα χάσει όλα.

 

Η εργασία ως κόστος της επιχείρησης

 

Στα 1786 ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του δόγματος της «ελεύθερης αγοράς», ο εξαιρετικά προσφιλής στα αστικά σαλόνια της εποχής αιδεσιμότατος Τζόζεφ Τάουνσεντ, έγραφε: «Φαίνεται να συνιστά νόμο της φύσης το γεγονός ότι οι φτωχοί πρέπει να είναι ως ένα βαθμό δίχως προστασία… Όταν κάποιος αισθάνεται ή φοβάται την πείνα, η επιθυμία να κερδίσει το ψωμί του προδιαθέτει ήσυχα το νου να αντιμετωπίσει τις πιο μεγάλες δοκιμασίες και γλυκαίνει ακόμη και την πιο σκληρή δουλειά.»[6] Πειθάρχηση των εργαζομένων με όπλο την πείνα, αυτή είναι η φύση της «ελεύθερης αγοράς» από τον 18ο αιώνα έως σήμερα. Γι’ αυτό και η δημοκρατία που βασίζεται σε τέτοιους «φυσικούς νόμους», δεν μπορεί παρά να «αποτελεί το ίδιο και το αυτό με την πλουτοκρατία», όπως έγραφε στα 1918 ο Οσβαλντ Σπένγκλερ [7].

Ολόκληρη η δομή και η συγκρότηση της εργατικής τάξης δημιουργήθηκε ιστορικά για να αντιταχθεί σ’ αυτήν την χειραγώγηση με όπλο την πείνα και την ανέχεια. Σήμερα επιστρέφουμε στο ίδιο σημείο. Μετά την επιβολή της ευλύγιστης εργασίας, περάσαμε από τους απασχολήσιμους, στους επιχειρηματίες της εργατικής δύναμης, που εργοδότης τους είναι η ίδια η αγορά εργασίας και εργάζονται όταν υπάρχει δουλειά και για όσο υπάρχει δουλειά. Το κυνήγι του μεροκάματου, η δεύτερη δουλειά, τα ατελείωτα ωράρια, οι διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις, δεν αφήνουν περιθώρια ούτε καν για ελεύθερο χρόνο. Σήμερα, τουλάχιστον 7 στους 10 Έλληνες δεν διαθέτουν καθόλου ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό τους και για την οικογένειά τους. Η ζωή τους εκτός εργάσιμου ωραρίου είτε είναι προέκταση της δουλειάς, είτε είναι τόσο λίγη όπου μόλις και μετά βίας μπορούν να ανταπεξέλθουν στις βασικές υποχρεώσεις του νοικοκυριού τους και να ξεκουραστούν. Για το σημερινό εργαζόμενο το 24ωρο γίνεται όλο και πιο στενό για να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ταυτόχρονα όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αναγκάζονται να εργάζονται στις άδειές τους, μιας και οι διακοπές αποτελούν ένα ολοένα και πιο μακρινό όνειρο, ιδίως για την εργατική οικογένεια. Η πλειοψηφία των Ελλήνων εργαζομένων σήμερα πηγαίνει διακοπές λιγότερο τακτικά και για μικρότερο διάστημα, απ’ ότι συνέβαινε μια γενιά πριν.

Ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι μόνο ανύπαρκτος, αλλά δέχεται και μια ανοιχτή επίθεση συκοφάντησης. Ο χρόνος μακριά από τη δουλειά, έξω από τον εξαναγκασμό του βιοπορισμού, θεωρείται πολυτέλεια, ή στην καλύτερη περίπτωση ένα αναγκαίο κακό για την αναπλήρωση των χαμένων δυνάμεων του εργαζόμενου. Η διεκδίκηση του ελεύθερου χρόνου αντιμετωπίζεται περίπου ως συνώνυμο της τεμπελιάς. Στον εργαζόμενο σήμερα δεν αναγνωρίζονται παρά μόνο δυο βασικές ανάγκες, η ανάγκη για δουλειά και η ανάγκη για επιβίωση. Με αυτόν τον τρόπο ο εργαζόμενος χάνει την ανθρώπινη υπόστασή του και υποβαθμίζεται σε κατάσταση υποζυγίου. Την ίδια ώρα οι ανάγκες για ψυχαγωγία, πολιτισμό και επικοινωνία γίνονται αντικείμενα της πιο αισχρής διαστροφής και εκμετάλλευσης προς όφελος του κέρδους.

Πολύ σύντομα ακόμη και τα τελευταία ψήγματα κοινωνικής ασφάλισης που έχουν απομείνει θα εξαφανιστούν. Οι συντάξεις θα υποβαθμιστούν στο επίπεδο μιας ελάχιστης κοινωνικής παροχής. Δεν υπάρχουν πια κοινωνικά δικαιώματα που είναι κατοχυρωμένα για όλους τους εργαζόμενους, παρά μόνο μια άθλια φτωχοπρόνοια για όσους «έχουν πραγματικά ανάγκη», η οποία εξαρτάται από την εκάστοτε κρατική και ιδιωτική φιλανθρωπία.

Έχουμε φτάσει σε μια εποχή όπου η βαθιά κρίση της κεφαλαιοκρατίας αδυνατεί να εξασφαλίσει ακόμη και τα ελάχιστα μέσα προς το ζην για τον εργαζόμενο. Ο μισθός, η αμοιβή της εργασίας δεν μπορεί πλέον να καλύψει ούτε καν τις βασικές ανάγκες του εργαζόμενου και της οικογένειάς του. Γι’ αυτό και δεν αντιμετωπίζεται πλέον από το κράτος και την εργοδοσία ως μέσο βιοπορισμού, αλλά αποκλειστικά και μόνο ως στοιχείο του επιχειρηματικού κόστους. Η βιωσιμότητα της επιχείρησης είναι πέρα και πάνω από την βιωσιμότητα του εργατικού νοικοκυριού. Κι έτσι έχουμε την εξής απόλυτη διαστροφή: δεν είναι οι επιχειρήσεις και η οικονομία που πρέπει να προσαρμοστούν στις ανάγκες βιοπορισμού της εργαζόμενης κοινωνίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Η ίδια η έννοια της οικονομίας έχει ταυτιστεί με τις επιχειρήσεις και επομένως όλες οι ανάγκες της κοινωνίας μετρούνται με βάση τα κόστη και τα οφέλη που προσθέτουν στις επιχειρήσεις. Η ίδια η ιδιωτική επιχείρηση έχει μεταβληθεί επίσημα πια σε πρότυπο οργάνωσης της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής. Ο ολοκληρωτισμός που αναδύει αυτή η πρακτική κάνει τις χούντες και τα φασιστικά καθεστώτα να μοιάζουν παρωχημένα.

 

(Μέρος Β΄)

 

Τα μέτρα που παίρνονται σήμερα ενάντια στην εργασία δεν είναι μια απλή επίθεση του κεφαλαίου, όπως συνηθίζουν να λένε όσοι αρνούνται να δουν κατάματα την πραγματικότητα. Δεν πλήττονται μόνο ή απλά οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων, αλλά αλλάζει ριζικά το σύνολο των όρων αναπαραγωγής και απασχόλησης της εργατικής δύναμης σήμερα στην Ελλάδα. Η εργαζόμενη οικογένεια σήμερα χάνει κάθε δυνατότητα οικογενειακού προγραμματισμού, δεν γνωρίζει αν και κατά πόσο θα έχει δουλειά, δεν γνωρίζει αν και πώς θα μορφώσει και θα αποκαταστήσει τα παιδιά της, δεν έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύσει ούτε καν για το εγγύς μέλλον, δεν μπορεί να συνέλθει από τα απανωτά χτυπήματα που δέχεται και η προοπτική της φαντάζει σκοτεινή. Πολύ σύντομα ακόμη και αυτή η μικρή ακίνητη περιουσία στο χωριό και την πόλη, που αποτέλεσε ιστορικά αποκούμπι για πολλά λαϊκά νοικοκυριά, είτε θα εξανεμιστεί, είτε θα μεταβληθεί σε ασήκωτο βάρος υπό καθεστώς άγριων και συνεχών φοροεπιδρομών και διαρκούς εισοδηματικής συμπίεσης. Τίποτε πλέον δεν είναι βέβαιο, εκτός από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι χωρίζονται πια σε δυο μεγάλες μερίδες, σε εκείνους με δουλειά χωρίς μέλλον και σε εκείνους με μέλλον χωρίς δουλειά.

Μπορεί να υπάρξει συγκροτημένη κοινωνία υπό τέτοιες συνθήκες; Φυσικά όχι. Το κοινωνικό περιθώριο, η μαζική εξαθλίωση, η εγκληματικότητα, η μετατροπή πλατιών στρωμάτων σε αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε «κουρελοπρολεταριάτο» με αντίστοιχη κοινωνική ζωή και συνείδηση, απορροφά πλέον μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Αυτό που ορισμένοι ονομάζουν αντεργατική επίθεση του κεφαλαίου και της κυβέρνησης, ή εργατικό μεσαίωνα, υπερβαίνει κατά πολύ τα συνηθισμένα όρια της τάξης και των συμφερόντων της. Δεν ξεριζώνεται απλά η εργατική τάξη, αλλά μαζί της και ολόκληρη η κοινωνία, ενώ οι συνέπειες ξεπερνούν τις επιπτώσεις στην εργασία και τις απολαβές. Αποκτούν διαστάσεις ανθρωπιστικής καταστροφής. Γι’ αυτό και το να επιμένει κανείς- όπως κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ, του ΣΥΝ, αλλά και άλλων δυνάμεων της αριστεράς- να την αντιλαμβάνεται σαν μια τυπική αντεργατική επίθεση ή πολιτική, όσα αντικαπιταλιστικά-ταξικά πρόσημα κι αν της προσθέτουν, αποτελεί το λιγότερο επιχείρηση απολογητικής και συσκότισης του πραγματικού περιεχομένου της όλης κατάστασης.

cometstarmoon

 Η ριζική ανατροπή των όρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης

 

Σύμφωνα με τον επικεφαλής των ελεγκτών του ΔΝΤ, Πολ Τόμσεν, οι «διαρθρωτικές αλλαγές» στην εργασία χρειάζονται για τον εξής βασικό λόγο: «Με τον τρόπο που η Ελληνική αγορά εργασίας λειτουργούσε συνεισέφερε σε μια δυσανάλογη αύξηση σε μισθούς την τελευταία δεκαετία και σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας. Έτσι οι μισθοί χρειάζεται να συμβαδίζουν περισσότερο με την παραγωγικότητα. Κατά την μεσοπρόθεσμη περίοδο, οι εξελίξεις στους μισθούς της Ελλάδας θα πρέπει να καθορίζονται από την βελτίωση της παραγωγικότητας. Μια πιο ανοιχτή και πιο δυναμική αγορά εργασίας θα προσφέρει περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης καθώς το επιχειρηματικό περιβάλλον βελτιώνεται, οι επενδύσεις αυξάνονται και η οικονομία επεκτείνεται[8]

Πίνακας 1: Ειδικός βάρος της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη

Έτος

 

2001

 

2002

 

2003

2004

2005

2006

 

2007

2008

 

2009

EURO15

 

100,0

 

100,0

 

100,0

100,0

100,0

100,0

 

100,0

100,0

 

100,0

Κέρδη

 

2,9

 

2,9

 

3,2

3,2

3,3

3,3

 

3,3

3,3

 

3,5

Αμοιβές

 

1,4

 

1,5

 

1,6

1,7

1,8

1,8

 

1,9

2,0

 

2,0

ΑΕΠ

 

2,1

 

2,1

 

2,3

2,4

2,4

2,5

 

2,5

2,6

 

2,6

Ιδιωτικές επενδύσεις

 

1,6

 

1,8

 

2,0

1,9

1,7

1,8

 

1,8

1,7

 

1,7

Πηγή: Eurostat

Τι σημαίνει αυτό; Η επιβολή μιας πιο ανοιχτής και πιο δυναμικής αγοράς εργασίας, κατά τα λεγόμενα του Τόμσεν, δεν αφορά απλά και μόνο στην ενίσχυση του επιχειρηματικού κέρδους. Έχει σχέση πρώτα και κύρια με την αλλαγή συνολικά του μοντέλου ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι στα πλαίσια της παγκόσμιας κρίσης η χρεοκοπία του ελληνικού εξαρτημένου καπιταλισμού δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Το εξαρτημένο κρατικομονοπωλιακό σύστημα του καπιταλισμού στην Ελλάδα δεν μπορεί να αναταχθεί σε δική του αυτοτελή οικονομική και αναπτυξιακή βάση. Τουλάχιστον με την μορφή και τον χαρακτήρα που είχε μέχρι σήμερα. Και δεν έχουν άδικο.

Ας δούμε τον πίνακα 1 για να αντιληφθούμε τις βασικές παραμέτρους του προβλήματος. Το βασικό «συγκριτικό πλεονέκτημα» της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη ήταν η συγκριτικά υψηλή κερδοφορία σε βάρος όχι μόνο των αμοιβών της εργασίας, αλλά και των επενδύσεων. Αν από το ειδικό βάρος των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα σε σύγκριση με εκείνο της ευρωζώνης, το οποίο ποτέ δεν έφτασε ούτε καν το αντίστοιχο ποσοστό του ΑΕΠ της χώρας στην ευρωζώνη, αφαιρέσουμε το μερίδιο των ιδιωτικών επενδύσεων στην οικοδομή, τότε το ποσοστό των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα σε όλους τους άλλους τομείς δεν ανέβηκε ποτέ πάνω από το 0,3% του συνόλου των αντίστοιχων επενδύσεων στην ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος του ΑΕΠ τροφοδοτήθηκε από μια  εσωτερική ζήτηση που στηρίχθηκε στο δανεισμό και την κρατική κατανάλωση μέσα από μεγάλα έργα, κοινοτικά προγράμματα, κρατικές προμήθειες και ελλείμματα.

Πίνακας 2: Αποζημίωση και παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ως % της ευρωζώνης

Έτος

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Ευρωζώνη

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

Αποζημίωση εργαζομένων

41,0

40,0

44,2

46,6

50,0

51,2

52,4

55,0

57,0

57,5

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παραγωγικότητα της εργασίας

ανά ώρα

65,0

67,3

69,3

70,7

71,8

69,7

67,3

68,0

69,3

70,2

Παραγωγικότητα

της εργασίας

ανά εργαζόμενο

83,1

86,8

89,7

91,6

91,9

89,7

89,4

89,0

90,8

89,8

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια έδωσαν τη δυνατότητα στο μεγάλο κεφάλαιο να κερδοσκοπήσει σε βάρος της εργασίας με κάθε δυνατό τρόπο. Είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία του πίνακα 2 που συγκρίνει την παραγωγικότητα και τις αποζημιώσεις της εργασίας στην Ελλάδα ως ποσοστό της ευρωζώνης. Από τον πίνακα συνάγουμε ότι ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα κινήθηκε την δεκαετία του ευρώ λίγο πιο κάτω από το μέσο επίπεδο της ευρωζώνης, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα κινήθηκε σημαντικά πιο κάτω. Με άλλα λόγια για να παράγει ο εργαζόμενος στην Ελλάδα νέα προϊόντα και υπηρεσίες στην Ελλάδα χρειαζόταν να εργαστεί κατά 25% περισσότερο από τον μέσο εργαζόμενο της ευρωζώνης. Κι αυτό οφείλεται στον εξαιρετικά χαμηλό δείκτη παραγωγικού εκσυγχρονισμού και επενδύσεων που επιτρέπει στην εργοδοσία και το κεφάλαιο να καλύπτει τις διαφορές παραγωγικότητας με τον μέσο όρο της ευρωζώνης μέσα από την υπερεργασία του εργαζόμενου. Την ίδια ώρα που οι μέσες αμοιβές των εργαζομένων στην Ελλάδα κινούνται πολύ πιο χαμηλά όλων των δεικτών της παραγωγικότητας, μόλις λίγο πάνω από το 50% του μέσου όρου της ευρωζώνης. Για ποια σύνδεση αμοιβής και παραγωγικότητας μπορεί να γίνει λόγος;

Η κατάσταση αυτή δεν οδήγησε μόνο στην αποσύνθεση της όποιας παραγωγικής βάσης του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και σε μια τεχνητή διόγκωση της εσωτερικής ζήτησης που δεν βασίστηκε σε πραγματική άνοδο της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών στρωμάτων. Χαρακτηριστικός από αυτή την άποψη είναι ο πίνακας 3. Την δεκαετία του ευρώ τα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα γνώρισαν μια πρωτόγνωρη κατάσταση κοινωνικής εξαθλίωσης. Για πρώτη φορά το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο δεν ήταν αρκετό για να καλύψει την αντίστοιχη μέση καταναλωτική δαπάνη ανά κάτοικο. Τι σημαίνει αυτό; Τα λαϊκά νοικοκυριά και οι εργαζόμενοι για πρώτη φορά έφθασαν στο σημείο να μην μπορούν να καλύψουν με τις μέσες αποδοχές τους τις βασικές καταναλωτικές τους δαπάνες. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από το 60 με 70% του πληθυσμού που διαθέτει εισοδήματα μέχρι το μέσο καθαρό διαθέσιμο εθνικό εισόδημα είναι κάτω από το όριο φυσιολογικής επιβίωσης, δηλαδή δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με ίδια μέσα. Επομένως το να μιλά κανείς αυτή την περίοδο μόνο για 20% κάτω από όριο φτώχειας στην Ελλάδα, είναι εντελώς πλασματικό γιατί υπολογίζει μόνο το πόσοι διαθέτουν εισόδημα κάτω από το 50% του μέσου επιπέδου. Όταν ακόμη και με το μέσο εισόδημα δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα, δεν μπορείς να χρηματοδοτήσεις τις βασικές κοινωνικές σου ανάγκες, τότε η έννοια της απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης αλλάζει δραματικά και αποκτά πολύ ευρύτερα χαρακτηριστικά.

Πίνακας 3: Δαπάνη, εισόδημα, δανεισμός και αποταμίευση ανά κάτοικο (σε ευρώ)

Έτος

 

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Τελική δαπάνη κατανάλωσης

Ευρώ

17.400

17.900

18.500

19.000

19.700

20.400

21.100

21.700

21.700

Ελλάδα

12.000

13.000

13.700

14.700

15.700

16.900

18.100

19.300

19.500

Καθαρό διαθέσιμο εθνικό εισόδημα

Ευρώ

20.400

21.000

21.200

22.200

22.800

23.900

25.000

24.600

23.000

Ελλάδα

12.100

12.700

13.700

14.600

15.100

16.100

17.000

17.600

17.100

Καθαρός δανεισμός

Ευρώ

-100

-100

Ελλάδα

-1.400

-1.700

-1.700

-1.500

-1.700

-2.000

-2.700

-3.100

-2.700

Καθαρή αποταμίευση

Ευρώ

1.600

1.500

1.500

1.700

1.600

1.900

2.200

1.800

700

Ελλάδα

0

-300

0

0

-600

-800

-1.200

-1.700

-2.400

Πηγή: Eurostat

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν η έξαρση του ιδιωτικού δανεισμού, όπως άλλωστε φαίνεται και στον πίνακα. Το εισοδηματικό έλλειμμα που δημιούργησαν οι περιοριστικές πολιτικές καλύφθηκε από την προσφυγή στο δανεισμό. Εκτός από αίσθημα πλασματικής ευφορίας που δημιούργησε σε ορισμένα στρώματα, οδήγησε σχεδόν το σύνολο των εργαζομένων σε ένα νέο είδος σύγχρονης δουλοπαροικίας μέσα ένα ιδιότυπο σύστημα πεονίας. Ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα δεν δουλεύει πια για να ζήσει ο ίδιος και η οικογένειά του, αλλά για πληρώνει τα δάνειά του. Μπορεί σ’ αυτές τις συνθήκες να μιλάμε στα σοβαρά για αυξήσεις του μισθού, για καλύτερες δουλειές και για αντιμετώπιση της ανεργίας αν πρώτα και πάνω απ’ όλα δεν γλυτώσει ο εργαζόμενος από αυτό το σύστημα πενίας; Αν δεν απαλλαγεί εδώ και τώρα από τα χρέη του;

Μια ακόμη πολύ βασική συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η πλήρης αδυναμία του λαϊκού νοικοκυριού και του εργαζόμενου να αποταμιεύσει. Και χωρίς ροπή προς καθαρή αποταμίευση από τα λαϊκά στρώματα δεν είναι δυνατόν να υπάρξει επαρκής ροή πόρων για επενδύσεις και ανάπτυξη κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς. Ολόκληρη την δεκαετία του ευρώ η ροπή προς καθαρή αποταμίευση ήταν αρνητική για την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ολόκληρη η εργαζόμενη Ελλάδα έτρωγε όλα αυτά τα χρόνια από τα έτοιμα, από αυτά που είχε βάλει στην άκρη για ώρα ανάγκης, από αυτά που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζαν το μέλλον το δικό της και των παιδιών της. Και τα έτρωγε όχι μόνο για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες της, για τις οποίες το μέσο εισόδημά της δεν επαρκούσε, αλλά όλο και περισσότερο για να πληρώνει τα δανεικά της.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat [9] η Ελλάδα είναι μία από τρεις χώρες με το χαμηλότερο ποσοστό του πληθυσμού της με τραπεζικές καταθέσεις. Το ποσοστό των κατοίκων που διαμένουν σε νοικοκυριά με ιδιόκτητους τραπεζικούς λογαριασμούς ήταν για όλες τις χώρες της Ε.Ε. των 27 πάνω από 80%, με τρεις εξαιρέσεις: την Βουλγαρία (17,1%), την Ρουμανία (24,6%) και την Ελλάδα (29,9%). Ενώ το ποσοστό των νοικοκυριών με ιδιόκτητους τραπεζικούς λογαριασμούς υπερβαίνει το 95% σε 15 από τις 27 χώρες της Ε.Ε.. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα είναι η τρίτη χώρα στην Ε.Ε. σε ποσοστό υπερχρεωμένων νοικοκυριών ειδικά όσον αφορά τις πιστωτικές κάρτες και της καθυστέρησης πληρωμής δόσεων για δάνεια κατοικίας. Με άλλα λόγια η Ελλάδα από άποψη εισοδηματικών δεδομένων βρίσκεται ήδη στο επίπεδο των πιο φτωχών και διαλυμένων οικονομιών της Ε.Ε., ενώ από την άποψη της υπερχρέωσης βρίσκεται στο επίπεδο των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ε.Ε..

Πίνακας 4: Μερίδια κερδών και μισθών στο ΑΕΠ (%)

 

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ

ΕΕ-27

37,9

38,1

38,3

38,5

39,0

39,1

39,4

39,6

39,8

38,9

Ευρωζώνη

38,7

39,4

39,4

39,5

40,0

40,0

40,2

40,5

40,5

39,6

Ελλάδα

54,8

55,2

53,4

54,7

55,0

55,0

55,0

54,5

54,0

54,2

Μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ

ΕΕ-27

49,9

50,0

49,9

49,6

49,0

48,8

48,3

48,0

48,5

49,8

Ευρωζώνη

49,4

49,0

49,0

48,9

48,3

48,0

47,6

47,3

48,0

49,3

Ελλάδα

33,2

32,7

35,4

34,8

34,7

34,2

34,5

34,6

36,2

35,1

Βαθμός εκμετάλλευσης (%)

ΕΕ-27

76,0

76,2

76,7

77,6

79,6

80,1

81,6

82,5

82,0

78,1

Ευρωζώνη

78,3

80,4

80,4

80,8

82,8

83,3

84,4

85,6

84,4

80,3

Ελλάδα

165,0

169,0

151,0

157,2

158,5

160,8

159,4

157,5

149,2

154,4

Πηγή: National Accounts, Eurostat

Κάτι που οφείλεται πρώτα και κύρια σε μια εντελώς αντιπαραγωγική, αντικοινωνική και παρασιτική σχέση ανάμεσα στις μισθούς και τα κέρδη στην ελληνική οικονομία. Αυτό φαίνεται και από τα στοιχεία του πίνακα 4. Στην Ελλάδα το ποσοστό των κερδών στο ΑΕΠ της χώρας είναι σημαντικά υψηλότερο τόσο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αλλά και της Ε.Ε. Κατά μέσο όρο την δεκαετία του ευρώ κυμάνθηκε άνω του 50%, ενώ ο μέσος όρος της ευρωζώνης κυμάνθηκε άνω του 38%, ενώ της Ε.Ε. άνω του 37%. Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα για ολόκληρη την δεκαετία του ευρώ είχε ρεκόρ ποσοστού κερδών στο ΑΕΠ σε σύγκριση με όλες τις χώρες της ευρωζώνης και της Ε.Ε..

Αυτό είχε ως συνέπεια την καθήλωση αφενός των αμοιβών, αλλά και την συγκριτική εκτόξευση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων στην Ελλάδα. Έτσι για κάθε 100 ευρώ που πληρώνεται ο εργαζόμενος στην Ελλάδα το κεφάλαιο αποκομίζει κατά μέσο 158 ευρώ σε κέρδη, ενώ στο επίπεδο της Ε.Ε. γύρω στα 79 ευρώ και στην ευρωζώνη 82 ευρώ κατά μέσο όρο σ’ ολόκληρη την δεκαετία. Με άλλα λόγια ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης στην Ελλάδα είναι σχεδόν διπλάσιος από τον μέσο όρο της Ε.Ε. και της ευρωζώνης. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι από τα κέρδη στην Ελλάδα επενδύονται λιγότερα από το 1/3 σε σύγκριση με τον μέσο όρο των επενδυόμενων κερδών στην Ε.Ε. και στην ευρωζώνη.

Αυτός ο τρόπος εξαρτημένης και παρασιτικής ανόδου της οικονομίας μπήκε σε κρίση και έφτασε στο τέλος του με την χρεοκοπία που ζει η χώρα και ο λαός της. Δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο. Οι τράπεζες και οι κεφαλαιαγορές δεν μπορούν να δανείσουν όπως δάνειζαν, ενώ τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να δανειστούν άλλο. Το ίδιο και το κράτος. Τι μπορεί να γίνει; Μπορεί να υπάρξει μια άνοδος της ελληνικής οικονομίας στη βάση που υπήρξε μέχρι σήμερα; Όχι. Οι επιλογές μπροστά στην ελληνική κοινωνία είναι δύο: Ή διαγράφουμε τα χρέη αυτού του τρόπου ανάπτυξης, αντιστρέφουμε την σχέση κερδών-αμοιβών υπέρ των εργαζομένων και αναλαμβάνει το κράτος την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, ή η οικονομία της χώρας τίθεται στην απόλυτη διάθεση των εξωτερικών αγορών χωρίς καμιά δυνατότητα εσωτερικής ανάπτυξης ακόμη και στην βάση που υπήρξε μέχρι σήμερα. Αυτό το δεύτερο είναι το μοντελάκι που ράβει πάνω στη χώρα και στους εργαζόμενους το ΔΝΤ και η ΕΕ.

Η λογική του απλή. Εφόσον δεν μπορούν να υπάρξουν εσωτερικές πηγές συσσώρευσης, μιας και οι αποταμιεύσεις εξανεμίστηκαν, τα εισοδήματα συμπιέζονται και τα δάνεια έφτασαν στο όριό τους, τότε αυτό που μένει είναι η ενίσχυση της «εξωστρέφειας» της ελληνικής οικονομίας. Εφόσον δηλαδή δεν μπορεί να επιβιώσει ολόκληρη η χώρα και η οικονομία της, ας επιβιώσει μόνο εκείνο το κομμάτι που εξυπηρετεί απευθείας τις εξωτερικές αγορές και μπορεί να επιβιώσει μέσα από τις εξαγωγές. Με δεδομένη όμως την ουσιαστική ανυπαρξία παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία, οι εξαγωγές για τις οποίες μιλάνε είναι κατά κύριο λόγο υπηρεσίες μεταφορών και εμπορίου, καθώς και μεταπρατικές δραστηριότητες ορισμένων επιχειρήσεων σε συνδυασμό με ξένους πολυεθνικούς ομίλους.

Την ενίσχυση αυτού του τύπου των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων είχε σαν στόχο το πολυνομοσχέδιο για τα εργασιακά και γενικά οι «διαρθρωτικές αλλαγές» στην εργασία. Μόνο επιχειρήσεις που εξαρτώνται από πολυεθνικές, ή δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό, ωφελούνται από μια τέτοια ρευστοποίηση της εργασία και των αμοιβών της. Όποιες επιχειρήσεις εξαρτώνται από την εσωτερική αγορά είναι σίγουρο ότι τα μέτρα αυτά θα αποτελέσουν την χαριστική βολή γι’ αυτές. Κι αυτό γιατί θα οδηγήσουν τους ήδη αρνητικούς τζίρους στο ναδίρ.

Όμως μια τέτοια ανάπτυξη είναι ζήτημα αν θα μπορέσει να απασχολήσει το 50% του υπάρχοντος κυκλώματος της οικονομίας και με βία το 60% της υπάρχουσας απασχόλησης. Τα υπόλοιπα τι θα γίνουν; Πώς θα επιβιώσει το υπόλοιπο 50% της οικονομίας που αφορά την συντριπτική πλειοψηφία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα; Πως θα επιβιώσει το 40% της απασχόλησης που περισσεύει; Γι’ αυτό και λέμε ότι η ελληνική οικονομία ως τέτοια δεν έχει ούτε παρών, ούτε μέλλον. Μόνο θύλακες απόλυτα εξαρτημένοι από την ζήτηση στο εξωτερικό έχουν κάποια προοπτική μέσα σε μια κατάσταση γενικευμένης χρεοκοπίας επ’ αόριστον.

Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε μια συστηματική αποσύνθεση των σχέσεων στην οικογένεια και την κοινωνία, καταρρακώνει την προσωπικότητα, τα δικαιώματα και τις ανάγκες του ατόμου. Ταυτόχρονα, το καθεστώς φτηνής «ευλύγιστης» εργασίας, το οποίο βασίζεται στην εντατική υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης μέσα από τη διαρκή συμπίεση του «εργατικού κόστους», την εντατικοποίηση της εργασίας και την επιμήκυνση του εργάσιμου χρόνου, ιδίως στις θέσεις εργασίας όπου απαιτείται υψηλή εξειδίκευση, αποτελεί βασικό αντικίνητρό για την πραγματική άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, την είσοδο της καινοτομίας, της επιστήμης και της τεχνολογίας στην παραγωγή, καθώς και την βελτίωση της οργάνωσης, ώστε να πάψει ο βαθμός αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας να παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός. Αυτή η υπερεκμετάλλευση του εργαζόμενου αποτελεί την κύρια αιτία που ο βαθμός αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη και διεθνώς και κινείται μόλις στο 70%. Όσο το κεφάλαιο βρίσκει φτηνή και βολική τη μετατροπή του εργαζόμενου σε «λάστιχο», τόσο πιο δαπανηρή και ασύμφορη του φαντάζει η αναγκαία βελτίωση της τεχνικής και οργανωτικής υποδομής της παραγωγής.

Κατά συνέπεια σήμερα ειδικά δεν μπορεί να μιλά κανείς για αντιμετώπιση της ανεργίας, για σταμάτημα των απολύσεων, για σημαντική αύξηση των μισθών, χωρίς να απαντά πολύ συγκεκριμένα στο αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας. Τι είδους κοινωνία και οικονομία θέλουμε; Όποιος δεν απαντά άμεσα και συγκεκριμένα σ’ αυτό το ερώτημα βάζει ουσιαστικά πλάτες στις πολιτικές που κατά άλλα φαίνεται να καταδικάζει.

 

Υπόθεση των εργαζομένων

 

Επομένως, η άμεση και πρακτική ανάγκη για κλιμάκωση του αγώνα πρέπει να γίνει υπόθεση της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων. Αυτός πρέπει να είναι ο άμεσος στόχος και το κεντρικό καθήκον για μια συνδικαλιστική πρωτοβουλία που επιδιώκει στ’ αλήθεια να διαδραματίσει θετικό ρόλο στην προσπάθεια συντονισμού των συνδικαλιστικών δυνάμεων και των σωματείων. Πώς μπορεί να γίνει αυτό;

1. Η πάλη της εργατική τάξης και των συνδικάτων δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη ανατροπή του μνημονίου και των κυβερνητικών πολιτικών. Η καρδιά του προβλήματος δεν βρίσκεται στα επιμέρους μέτρα και τις πολιτικές που εξαγγέλλονται και θα εξαγγέλλονται διαρκώς, αλλά σ’ αυτό καθαυτό το καθεστώς πτώχευσης που επιβάλλεται στη χώρα μας από την ΕΕ, το ΔΝΤ και τις διεθνείς αγορές. Πρέπει να ενδιαφέρει το εργατικό κίνημα η αποικιοκρατική κηδεμονία της χώρας ή του αρκεί απλώς να αντιτίθεται στις πολιτικές που εκπορεύονται από αυτήν; Η απάντηση σ’ αυτό το δίλημμα διαχωρίζει σήμερα καθαρά τις αυθεντικά ταξικές δυνάμεις του εργατικού κινήματος από όλες εκείνες που αυτοϊκανοποιούνται με το να μιλούν στο όνομά του. Εκτός κι αν θεωρεί κανείς στα σοβαρά ότι η χώρα είτε αποικία είτε όχι είναι το ίδιο και το αυτό. Μόνο που η εργατική τάξη δεν υπήρξε ποτέ τόσο κοντόφθαλμη ώστε να μην ενδιαφέρεται για τη χώρα της. Κι αυτό γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι η ίδια η ύπαρξή της δεν έχει νόημα ούτε αντίκρισμα σε μια χώρα που τίθεται υπό καθεστώς κατοχής και σε διαδικασία ξεπουλήματος. Συνεπώς τα αιτήματα του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος σήμερα πρέπει να ξεκινούν με την ανάγκη να σταματήσει άμεσα και να αποτραπεί κάθε απόπειρα, κάθε επιχείρηση επιβολής καθεστώτος επίσημης πτώχευσης και κηδεμονίας από την ΕΕ και το ΔΝΤ.

2. Τι σημαίνει «ανυπακοή» απέναντι στις επιταγές της ΟΝΕ, της ΕΕ, του ΔΝΤ; Τι ακριβώς ζητά από τον εργάτη, από τον εργαζόμενο να κάνει η «ανυπακοή»; Τι ακριβώς πρέπει να παλέψει; Στην πράξη το κάλεσμα σε «ανυπακοή» είναι ένα καθαρά δημαγωγικό σύνθημα, το οποίο θεωρεί ως δεδομένο το καθεστώς που επιβάλλουν η ΟΝΕ, η ΕΕ και το ΔΝΤ, ενώ αρκείται απλώς να αντιπαρατίθεται στις εκάστοτε εντολές τους. Ταυτόχρονα δημιουργεί αυταπάτες στις μάζες, διότι αρνείται να δει ότι πίσω από τις διάφορες εντολές και τις ντιρεκτίβες υφίσταται ένα αδυσώπητο καθεστώς επικυριαρχίας, που θεμελιώνεται στις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις της χώρας με την ΟΝΕ, την ΕΕ και το ΔΝΤ. Με αυτόν τον τρόπο οδηγείται στην απολογητική αυτών των μηχανισμών του ιμπεριαλισμού, μιας και αντιλαμβάνεται το όλο πρόβλημα μόνο στο επίπεδο των εντολών και των ντιρεκτίβων και όχι σ’ αυτό καθαυτό το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που επιβάλλουν στη χώρα και στον λαό της. Πολύ περισσότερο σήμερα που η υποταγή στο ευρώ, στην ΕΕ και στο ΔΝΤ αποδεικνύεται καταστροφική για τη χώρα και τους εργαζόμενους. Αντί λοιπόν για «ανυπακοή» οι εργαζόμενοι και το εργατικό κίνημα πρέπει να θέσουν ως άμεσο στόχο την απαλλαγή από το ευρώ και την ΟΝΕ στην προοπτική της αποδέσμευσης από την ΕΕ, όχι για να συρθεί η χώρα στο ΔΝΤ, αλλά για να αποτραπεί η πτώχευση και το ξεπούλημά της.

3. Η προσπάθεια για την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων εδώ και τώρα με κάθε μορφή αγωνιστικής δράσης, τόσο σε επίπεδο πρωτοβάθμιων σωματείων όσο και δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων συνδικάτων, είναι απαραίτητη. Ωστόσο βασικό μέλημα αυτής της κλιμάκωσης πρέπει να είναι η εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής συμμετοχής και κινητοποίησης των εργαζομένων. Δίχως την αυξημένη συμμετοχή οι κινητοποιήσεις και οι απεργίες δεν συντελούν στην κλιμάκωση αλλά στην αποκλιμάκωση των αγώνων και στην αποθάρρυνση των πιο πλατιών μαζών. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να βρίσκονται κάθε φορά οι πιο κατάλληλες μορφές πάλης που επιτρέπουν σε όλους, αν αυτό είναι δυνατό, τους εργαζομένους την ενεργό συμμετοχή τους στην κλιμάκωση του αγώνα. Δεν υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο «επαναστατικές» μορφές πάλης. Δεν υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο «ριζοσπαστικές» δράσεις. Ο ριζοσπαστισμός κάθε μορφής κινητοποίησης εξαρτάται πρώτα και κύρια από το μέγεθος και τον παλμό της συμμετοχής των πιο πλατιών μαζών.

4. Ο αγώνας που βρίσκεται μπροστά στην εργατική τάξη και το κίνημά της είναι πολύ δύσκολος και απαιτητικός. Από την προσπάθεια για κοινή δράση όλων των εργαζομένων κανείς δεν περισσεύει. Η μαζική απεργιακή κινητοποίηση όλων των εργαζομένων δεν μπορεί να γίνει χωρίς ή πολύ περισσότερο ενάντια στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Πρέπει να εξαντλήσουμε κάθε δυνατότητα για να συνεχίσει η ηγεσία της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ να βρίσκεται στους δρόμους. Δεν πρέπει να διευκολύνουμε την προσπάθεια της άρχουσας τάξης να οικοδομήσει το δικό της ενιαίο μέτωπο κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να υποστείλουμε έστω και στο ελάχιστο την κριτική μας προς αυτές τις ηγεσίες ή να την κάνουμε πιο ήπια.  Όμως, το να σνομπάρει κανείς τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ αλλά και γενικότερα τα τριτοβάθμια σωματεία ή να τα ανταγωνίζεται στο όνομα της καταλυτικής κριτικής που πρέπει να ασκεί στις ηγεσίες τους οδηγούν αναγκαστικά στην υπονόμευση της κλιμάκωσης των αγώνων. Η ιστορία δείχνει ότι η οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης μπορεί να ξεκινά από τα πρωτοβάθμια σωματεία, αλλά δεν μπορεί να κλιμακωθεί παρά μόνο με τη συμμετοχή της πανεθνικής οργάνωσης της τάξης μέσα από τα τριτοβάθμια συνδικάτα. Μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί η συμμετοχή και η κοινή πάλη όλων των εργαζομένων. Κλιμάκωση των αγώνων χωρίς την ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ δεν μπορεί να υπάρξει, τουλάχιστον όσον αφορά στο σύνολο της εργατικής τάξης. Διαφορετικά η όποια συνδικαλιστική πρωτοβουλία θα καταλήξει να είναι ένα ακόμη ΠΑΜΕ, που συμβάλλει όχι στην κλιμάκωση αλλά στην αποκλιμάκωση, στη διάσπαση και τον κατακερματισμό των δυνάμεων της εργατικής τάξης.

5. Η ανάγκη κινητοποίησης των ευρύτερων δυνατών μαζών και περιφρούρησης του αγώνα έτσι ώστε να γίνει υπόθεση όλων των εργαζομένων επιβάλλει να απαιτήσουμε την άμεση αποβολή των κομματικών μπλοκ από τα συνδικάτα. Τα κόμματα και οι διάφορες πολιτικές συνιστώσες έχουν κάθε δικαίωμα να οργανώνουν τις δικές τους πορείες και κινητοποιήσεις. Όμως δεν έχουν κανένα δικαίωμα να διασπούν με τα δικά τους μπλοκ τις κινητοποιήσεις και τις πορείες των συνδικάτων. Αυτή η μόδα που καθιερώθηκε στη δεκαετία του ’90 και ενθαρρύνθηκε από την ίδια την ηγεσία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, προκειμένου να ανταγωνιστεί τις κομματικές συναθροίσεις του ΠΑΜΕ, πρέπει επιτέλους να εκλείψει. Οι δυνάμεις των κομμάτων πρέπει να συμμετέχουν στα συνδικάτα με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχουν όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι. Όσο διαρκεί αυτή η τραγωδία, στην οποία οι διάφορες πολιτικές και κομματικές παρατάξεις ανταγωνίζονται με τα μπλοκ τους για να κερδίσουν τις εντυπώσεις μέσα στις κινητοποιήσεις των συνδικάτων, τόσο μεγαλύτερη αποστροφή θα γεννούν στις πλατύτερες μάζες των εργαζομένων.

6. Σε μια περίοδο όπου κυριαρχούν οι αναίτιες απολύσεις και οι διαρκείς διώξεις εργαζομένων και συνδικαλιστών, αυτό που κύρια θα κρίνει τις σχέσεις εμπιστοσύνης μιας συνδικαλιστικής πρωτοβουλίας, ενός συνδικάτου με τις μάζες των εργαζομένων είναι οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης μ’ εκείνους που κάθε φορά την έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Ο αδικημένος εργαζόμενος, ο απολυμένος, ο διωκόμενος μπορεί και πρέπει να βρει στήριγμα σ’ ένα ενιαίο μέτωπο δράσης και αλληλεγγύης, ανεξάρτητα από το ποιος είναι αυτός ή σε τι πιστεύει. Ανεξάρτητα, δηλαδή, από το αν είναι «δικός μας» ή όχι. Το πώς στέκεται κανείς απέναντι σ’ αυτά τα «μικρά» καθημερινά προβλήματα των εργαζόμενων κρίνει τις σχέσεις εμπιστοσύνης και εγκαρδιότητας που οικοδομεί στην πράξη μια συνδικαλιστική πρωτοβουλία, ένα συνδικάτο. Διαφορετικά, ο συνδικαλιστής που αδιαφορεί ή κινητοποιείται μόνο για τους «δικούς του» ή τον απασχολούν μόνο τα «μεγάλα» ζητήματα της πολιτικής δεν διαφέρει σε τίποτε από έναν γραφειοκράτη εργατοπατέρα. Κι ας τονίζει όσο θέλει την ταξική του αναφορά.

 

Παραπομπές

 

[1]  William Petty, Political Economy of Ireland, London, 1672, σ. 64.

[2]  Turgot, Anne Robert Jacques, Baron De L’ Aulne, Reflections on the Formation and the Distribution of Riches (1770), 1898, σ. 8.

[3]  Κάρλ Μάρξ, Το Κεφάλαιο, τομ. πρώτος (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1978), σελ. 189

[4]  W. Petty, ο.π.

[5]  M. Beer, A History of British Socialism, vol. I, (London: G. Bell & Sons, 1929), p. 342.

[6]  Joseph Townsend, A Dissertation on the Poor Laws by a well-wisher to Mankind, 1786, σ. 35.

[7]  Oswald Spengler, The Decline of the West, vol. two, p. 401.

[8] IMF Survey Magazine,17/12

[9] Eurostat, Over-indebtedness of European households in 2008, issue 61/2010.

 

 

ΠΗΓΗ (Μέρος Α΄): 7 Ιανουαρίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/19065

ΠΗΓΗ (Μέρος Β΄):10 Ιανουαρίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/19067

Καλή Χρονιά «Κοπρίτες»

Καλή Χρονιά «Κοπρίτες»

 

Του Γιάννη Μπορμπότη*

 

 

 «Οι Δημόσιοι Υπάλληλοι είναι κοπρίτες». Αυτό είπε με λίγα λόγια ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ κ. Πάγκαλος στις 30 Δεκέμβρη του 2010. Μήπως ο κ. Πάγκαλος έχασε τα λογικά του και βρίζει του υπαλλήλους του κράτους; Μήπως υπερέβαλε και δεν ήθελε να πει αυτό ακριβώς; Μήπως δεν εκφράζει την κυβέρνηση αλλά είναι προσωπική του άποψη; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να απαντήσουμε αρνητικά.

Η προκλητική αυτή δήλωση έρχεται σαν τη δεύτερη επικαιροποιημένη δόση (καιροί μνημονίου γάρ) του «όλοι μαζί τα φάγαμε». Σε απόλυτη συνεννόηση με το ΠΑΣΟΚ αλλά και με πλήρη επίγνωση του τι λέει, ο κ. Πάγκαλος μπήκε μπροστά (έχει άλλωστε το απαραίτητο …πολιτικό εκτόπισμα) στη μάχη που δίνει η «σοσιαλιστική» μας κυβέρνηση από τη μία να ρίξει το φταίξιμο για την κατάσταση της χώρας στους δημοσίους υπαλλήλους και από την άλλη να προωθήσει την τακτική του «διαίρει και βασίλευε» ανάμεσα στους εργαζόμενους.     

Οι πολιτικοί που εδώ και δεκαετίες δημιούργησαν ένα κρατικό μηχανισμό κομμένο και ραμμένο για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου, οι master chef του ρουσφετιού, οι αρχιτέκτονες των στεγανών κομματικών στρατών, οι πλασιέ της εμετικής λογικής «θα σου δώσω να μου δώσεις» εκμεταλλευόμενοι το δικαίωμα στη εργασία έχουν το θράσος να στοχοποιούν τους εργαζόμενους ως υπεύθυνους για το δικό τους τερατούργημα.

Στην αποκάλυψη της αλήθειας θα μας βοηθήσουν οι αριθμοί και τα ποσοστά. Βλέπετε τα αριθμητικά στοιχεία, όταν βολεύουν, διατυμπανίζονται από τους πολιτικούς και προβάλλονται από τα ΜΜΕ μέχρι που να τα βλέπουμε στα όνειρά μας (εφιάλτες καλύτερα). Όταν όμως οι αριθμοί δεν δείχνουν αυτό που θέλουν; Τότε «τουμπεκί».

Ακριβώς αυτό έγινε με την πολυδιαφημισμένη απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων που έγινε το περασμένο καλοκαίρι. Η κυβέρνηση θα αποδείκνυε με αυτό τον τρόπο το υπερδιογκωμένο κράτος και τα εκατομμύρια των δημοσίων υπαλλήλων. Δυστυχώς, για αυτούς, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι και για αυτό κατάπιαν τη γλώσσα τους. Τα δικά τους στοιχεία έδειξαν τελικά ότι οι εργαζόμενοι στο δημόσιο είναι 625.738 μόνιμοι και 53.833 αορίστου χρόνου, από τους οποίους 202.000 στην εκπαίδευση και 93.000 στα νοσοκομεία, τομείς με τεράστια κενά σε ανθρώπινο δυναμικό.

Δανειζόμενος στοιχεία από τη στήλη του «Ημερόδρομου» στον Ριζοσπάστη με αυτούς τους αριθμούς και σύμφωνα με την «Εκθεση Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» προκύπτει ότι η Ελλάδα κατέχει το τέταρτο χαμηλότερο ποσοστό δημοσίων υπαλλήλων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση με 11,4. Μόνο η Ιρλανδία με 11% (ούτε αυτή απέφυγε το μηχανισμό στήριξης), η Ολλανδία με 10,7% και η Γερμανία με 10,2% βρίσκονται πιο χαμηλά. Η Ελλάδα έχει, αναλογικά με το σύνολο των εργαζομένων, το 1/3 των δημοσίων υπαλλήλων σε σύγκριση με τις «χώρες πρότυπα» του πρωθυπουργού Σουηδία και τη Δανία (30% και 29% αντίστοιχα) και περίπου το 1/2 σε σύγκριση με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτά τα ποσοστά παραμένουν σταθερά εδώ και τριάντα χρόνια.

Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δόθηκε στη δημοσιότητα τη Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010 καταρρίφθηκε και το άλλο ανήθικο επιχείρημα περί τεμπέληδων Ελλήνων.  Όπως προκύπτει, οι Έλληνες εργαζόμενοι δουλεύουν 2.120 ώρες το χρόνο και καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι Γερμανοί έρχονται προτελευταίοι με 1.432 ώρες και οι Ολλανδοί τελευταίοι με 1.389 ώρες. Δεύτεροι μετά τους Έλληνες, έρχονται οι Τσέχοι (1.992 ώρες).

Μια άλλη αξιοσημείωτη παρατήρηση από την ίδια έκθεση αφορά στην έκταση της μερικής απασχόλησης στις χώρες μέλη της ΕΕ. Στη Γερμανία, παραδείγματος χάριν, το 26,3% του εργατικού δυναμικού δουλεύει υπό καθεστώς μερικής εργασίας, ενώ στην Ολλανδία το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 48,2% του εργατικού δυναμικού. Στην Ελλάδα το ποσοστό των εργαζομένων σε καθεστώς μερικής εργασίας είναι 6%. Από τα παραπάνω ποσοστά μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί η Γερμανία και η Ολλανδία εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά ανεργίας αφού ένας μερικά εργαζόμενος (με μία ώρα δουλειά τη βδομάδα) βγαίνει από τον κατάλογο των ανέργων ενώ επί της ουσίας είναι άνεργος.

Η προπαγάνδα ψεύδους και λασπολογίας θα συνεχιστεί αφού είναι απαραίτητη για να δικαιολογηθούν τα μέτρα εναντίον του λαού και των εργαζομένων. Η ξεφτίλα τους όμως δεν έχει όρια όταν χρησιμοποιώντας  τα ίδια τα δικά τους στοιχεία αποδεικνύονται ψεύτες. Καλή ενημέρωση συνδυασμένη με δράση σε όλους τους τομείς θα πρέπει να είναι η δική μας απάντηση.

Η περασμένη χρονιά ήταν γεμάτη πολύμορφους αγώνες που ίσως να μην είχαν τα αποτελέσματα που θέλαμε. Το πρώτο βήμα όμως έγινε και το μικρό βήμα θα γίνει μεγαλύτερο, ο βηματισμός θα ανοίξει και θα γίνει τρεχαλητό με τόση ορμή και δύναμη που θα παρασύρει τα πάντα στο διάβα του. Ας γίνει η νέα χρονιά σταθμός στους αγώνες, ένα λιθαράκι έως την ανατροπή του καθεστώτος εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Μέχρι “να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση”…

Καλή χρονιά «κοπρίτες»!!!!

 

* (Ο) Μπορμπότης Γιάννης (είναι) Μέλος του ΔΣ της ΕΛΜΕ Κέρκυρας (και) Μέλος Γραμματείας Εκπαιδευτικών ΠΑΜΕ Κέρκυρας

 

ΠΗΓΗ: 10/01/2011 – 16:45, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=19383

Εμείς και το Ισλάμ I

Εμείς και το Ισλάμ

 

Του Βλαση Aγτζιδη*


 

Οι ραγδαίες κοινωνικές εξελίξεις έφεραν ξαφνικά την ελλαδική κοινωνία μπροστά σε πρωτοφανείς αλλαγές και προκάλεσαν μια ιδιαίτερη αμηχανία που από πολλούς ερμηνεύτηκε ως δυσανεξία. Αυτό κυρίως φαίνεται στην περίπτωση των πολυάριθμων μουσουλμάνων που ξαφνικά τα τελευταία χρόνια «γέμισαν» το αθηναϊκό τοπίο. H Ελλάδα έχει ήδη μετατραπεί σε αποθήκη «λαθραίων» ανθρώπων και ψυχών με την υπογραφή της Συνθήκη του Δουβλίνου ΙΙ (2003) και τη σχετική αδιαφορία των Δυτικών μας συμμάχων. H Ελλάδα είναι πλέον και με την υπογραφή της, το buffer state της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ελλαδική κοινωνία, που για γενιές συγκροτήθηκε μονοεθνικά, κλήθηκε ερήμην της να συμφιλιωθεί με τις νέες συνθήκες. Φαίνεται ότι δεν δέχεται εύκολα την αλλαγή, όπου τώρα πια σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνονται γυναίκες με μαντίλες, αν όχι και αρσενικοί σύζυγοι συνοδευόμενοι από, περισσότερες της μιας, συζύγους.

Το φαινόμενο είναι πολυσύνθετο και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αφορισμούς. Είναι ένα ζήτημα που έχει δύο πλευρές. Η πρώτη συνδέεται με την ύπαρξη μιας παλαιάς και αναγνωρισμένης μουσουλμανικής μειονότητας που απαρτίζεται από Τούρκους, Πομάκους και Ρομά. Η θρησκευτική αυτή μειονότητα καλύπτεται από τη Συνθήκη της Λωζάννης και χαίρει απόλυτου θρησκευτικού σεβασμού. Η δεύτερη σχετίζεται με την πρόσφατη μουσουλμανική μετανάστευση από χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου (αραβικές, Ιράν, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Μπανγκλαντές). Αυτό είναι ένα φαινόμενο σε εξέλιξη που ακόμα βρίσκεται στην αρχή του.

Τα ζητήματα που προκύπτουν εντάσσονται με δύο διαφορετικούς άξονες:

α) Την ιδεολογική αντίληψη των Ελλήνων για το ισλάμ και

β) την κοινωνική αλλαγή που προκαλείται με την έλευση των μουσουλμανικών πληθυσμών.

Η Ελλάδα έγινε έθνος-κράτος με μια εξέγερση των απόκληρων χριστιανών, καθοδηγούμενων από Διαφωτιστές, ενάντια σε μια ισλαμική απολυταρχική αυτοκρατορία, η οποία αποδέχονταν τους Λαούς της Βίβλου (χριστιανούς και Εβραίους) μόνο για λόγους φορολογικής απομύζησης και δεν τους αναγνώριζε το δικαίωμα του πολίτη.

Ιστορικά, το Ισλάμ επεκτάθηκε στον ελληνο-ορθόδοξο κόσμο μέσω της κυρίαρχης τουρκικής εκδοχής, στερώντας του χώρο και εξισλαμίζοντας πληθυσμούς. Δηλαδή, η σχέση των σύγχρονων Ελλήνων – οι οποίοι αποτελούν μετεξέλιξη των παλιών Ρωμιών στην εποχή της νεωτερικότητας – με το Ισλάμ εμπεριέχει το τραύμα.

Οι πρόσφατες γενοκτονίες (1914-1923) που διεπράχθησαν από τον τουρκικό εθνικισμό κατά των χριστιανικών κοινοτήτων της νεοτουρκικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων της Ανατολής), έγιναν στο όνομα του Ισλάμ. Ακόμα και ο αντικληρικαλιστής Μουσταφά Κεμάλ, θα κηρύξει την περίοδο 1919-1922 Τζιχάντ (ιερό μουσουλμανικό πόλεμο) «κατά των απίστων» για να αντιμετωπίσει τον ελληνικό στρατό που είχε αποβιβαστεί στη Σμύρνη, τους Πόντιους αντάρτες στον Βορρά και τους Αρμενίους στο μέτωπο του Καυκάσου. Και να επιλύσει οριστικά το εθνικό ζήτημα της Αυτοκρατορίας με την «Τελική Λύση» της εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών.

Επίσης, και το πογκρόμ του ’55 στην Πόλη έγινε με θρησκευτικούς όρους, όπου οι πιστοί λούμπεν μουσουλμάνοι προκάλεσαν τη Νύχτα των Κρυστάλλων εις βάρος της ελληνικής, αρμενικής και εβραϊκής μειονότητας.

Οι κοινωνικές συνθήκες είναι αυτές που δημιουργούν το πρόσφορο έδαφος για να ανθήσουν ιδεολογίες αποκλεισμού και ειδικά στα φτωχότερα στρώματα.

Η έλευση, με τον χαοτικό τρόπο που γνωρίζουμε, ενός ακμαίου νεαρού πληθυσμού – σε μεγάλο βαθμό μουσουλμανικού – σαφώς περιθωριοποιεί τα φτωχά ελληνικά στρώματα, τα οποία στην περίοδο κρίσης που διανύουμε εξαθλιώνονται με ταχύτατους ρυθμούς. Οι νέοι μετανάστες είναι διατεθειμένοι να ξεπουλήσουν την εργατική τους δύναμη πολύ φθηνότερα και χωρίς πολλές απαιτήσεις. Κάτι που η εργατική παράδοση των δυτικών χωρών δεν το επιτρέπει. Άρα, αντικειμενικά λειτουργούν ως ανταγωνιστές στο πεδίο της εργασίας. Σε εποχές που οι εργασιακές ευκαιρίες μειώνονται, αυτό δημιουργεί περισσότερες τριβές και εντάσεις. Το τελευταίο δεδομένο είναι και το πλέον επικίνδυνο, που ευνοεί τη διάδοση των ακροδεξιών απόψεων σε εργατικά στρώματα και δεν αντιμετωπίζεται βέβαια με τις ηθικιστικές κραυγές της Αριστεράς μας.

Νομίζω ότι βαθμιαία και ειδικά όταν καταλαγιάσει η μεγάλη αναταραχή που ζούμε και αποκτήσει ο χώρος μια καινούργια κοινωνική ισορροπία, θα αποκτήσει ο παραδοσιακός κάτοικος της Ελλάδας εκείνη την απαραίτητη εμπειρία που θα τον κάνει περισσότερο ανεκτικό. Όμως μπορεί η οικονομική κατάρρευση να τον οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη απελπισία και στροφή προς την ασφάλεια του συνηθισμένου…

 

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι ιστορικός.

 

ΠΗΓΗ: Hμερομηνία δημοσίευσης: 06-01-11, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_06/01/2011_427703

Π. ΒΗΧΟΣ: ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΑΡΤΥΡΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΑΡΤΥΡΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ

Για την υπόθεση που αφορά τον κύριο Παναγιώτη Βήχο του Αθανασίου

 

Του Δημήτρη Πατέλη*

 

 

Χανιά 10.1.2011.

Προς:

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ

Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών,

Αντιεισαγγελέα Εφετών,

Κύριο Δημήτριο Ασπρογέρακα.

Κυρ. Λουκάρεως 14 και Λεωφ. Αλεξάνδρας.

 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΑΡΤΥΡΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ

Για την υπόθεση που αφορά τον κύριο Παναγιώτη Βήχο του Αθανασίου.

Κύριε Εισαγγελεύ,

Με αίσθημα ευθύνης έναντι του κοινωνικού συνόλου, που απορρέει από το λειτούργημα του πανεπιστημιακού δασκάλου, θεωρώ υποχρέωσή μου να απευθυνθώ προς Εσάς και προς το Σεβαστό Τριμελές Εφετείο Αθηνών δια του παρόντος υπομνήματος.

Γνωρίζω τον κύριο Παναγιώτη Βήχο από το 1991 και ιδιαίτερα από τότε που ήταν Γενικός Γραμματέας του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου (Π.Μ.Σ.).

Είναι άνθρωπος πολύπλευρα ανεπτυγμένος και καλλιεργημένος ως προσωπικότητα, με συναίσθηση της κοινωνικής του αποστολής και ενεργό παρουσία στην πολιτιστική ζωή, στα καλλιτεχνικά δρώμενα και στην κοινωνική δράση της χώρας.

Ο κ. Βήχος είναι εξαίρετος καλλιτέχνης και παιδαγωγός (διδάσκει μουσική), με σημαντική συνεισφορά καλλιτεχνική ζωή και συνεργασίες με σημαντικότατους καλλιτέχνες. Παίζει πιάνο, σαξόφωνο, κλαρίνο, φλάουτο και Ακορντεόν. Έχει σπουδάσει Θεωρία, Αρμονία, Αντίστιξη, Ενορχήστρωση και επί 44 χρόνια εργάζεται επαγγελματικά ως Μαέστρος και Πιανίστας (πλήκτρα).

Είναι χαρισματικός άνθρωπος, με ευρύτατο φάσμα κοινωνικών και καλλιτεχνικών ευαισθησιών. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης (ΠΑΠΟΚ) από κοινού με τους Μάνο Χατζηδάκη, Μελίνα Μερκούρη, το χαράκτη και ζωγράφο Τάσσο και άλλους κορυφαίους διεθνούς φήμης πνευματικούς ανθρώπους.

Έχει πλουσιότατο συγγραφικό έργο. Έχει συγγράψει οκτώ βιβλία υψηλού επιπέδου, ιστορικού, φιλοσοφικού, καλλιτεχνικού και κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου. Αρθρογραφεί σε πληθώρα εντύπων.

Είναι ιδρυτής του δημοφιλέστατου ιστοτόπου “Πολιτικό Καφενείο”.

Ο κ. Βήχος έχει συνδέσει το όνομά του με την καλλιτεχνική, πνευματική και κοινωνικοπολιτική δημιουργία της χώρας. Δεν διακρίνεται μόνο λόγω της υψηλής και πολύπλευρης καλλιέργειάς του, αλλά και λόγω της κοινωνικής ευαισθησίας και του ήθους του. Είναι ένας μαχόμενος δημιουργός.

Κύριε Εισαγγελεύ,

Επιτρέψτε μου υπό την ιδιότητα του παιδαγωγού να σταθώ στη συνδεόμενη με το κύρος του Θεσμού της Δικαστικής Εξουσίας ηθική και διαπαιδαγωγητική πλευρά της υπόθεσης. Οι εις βάρος του κ. Π. Βήχου κατηγορίες, για όσους γνωρίζουν το πνευματικό επίπεδο, το ήθος, τα υψηλά κίνητρα και την όλη προσωπικότητά του, στην καλύτερη περίπτωση ηχούν ως κακόγουστο αστείο, είτε ως παρεξήγηση. Παρόμοιες κατηγορίες συνάδουν με άτομα που ελαύνονται μόνον από ποταπά κίνητρα. Είναι οξύμωρη η αίσθηση από την όλη τροπή, δεδομένου ότι γνωρίζει το πανελλήνιο με τι αυτοθυσία, παρρησία και ανιδιοτέλεια αγωνίσθηκε ο ίδιος ακριβώς κατά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων. Δεδομένων μάλιστα των αποφάσεων που έχουν προηγηθεί και του 2235/2010 (22.10.2010) Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απεφάνθη ρητώς και κατηγορηματικώς να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του κ. Π. Βήχου, τι νεώτερο μπορεί να αντλήσει το Σεβαστό Τριμελές Εφετείο Αθηνών από την πολλάκις αξιολογηθείσα δικαστικώς (από 21.12.2006) έκθεση εργαστηριακής εξέτασης, η οποία τίθεται εκ νέου ως (μοναδικό μάλιστα) αναγνωστέο έγγραφο στο από 24.8.2010 Κλητήριο Θέσπισμα;

Είναι γνωστή (ακόμα και στους πρωτοετείς φοιτητές του Πολυτεχνείου) η τεχνική ευκολία αμέσου ή εξ' αποστάσεως παρεισφρήσεως και κατασκευής ποικιλόμορφων στοιχείων (π.χ. cookies), σε σκληρούς δίσκους Η/Υ, σε ιστοσελίδες και φόρουμ από τρίτους (και μέσω διοχετευόμενου στο διαδίκτυο αυτοματοποιημένου λογισμικού) ακόμα και από μετρίων ικανοτήτων χάκερ, εν αγνεία του κατόχου και διαχειριστή των ως άνω φορέων. Μπορεί άραγε να διασύρεται οιοσδήποτε με την επίκληση παρόμοιας αξιοπιστίας “επιβαρυντικών στοιχείων”, που αφορούν μάλιστα προ πολλών ετών αποσπασθέν από τον κάτοχο μαγνητικό αποθηκευτικό μέσο; Και τι εικόνα αποκομίζει η νέα γενιά από τέτοιου τύπου διασυρμό;

Στη διάθεσή σας για κάθε διευκρίνηση ή πληροφορία.

 

Με τιμή 

 

Πατέλης Δημήτριος του Σπυρίδωνος

Επίκουρος Καθηγητής

Πολυτεχνείου Κρήτης,

Επίσημος Διερμηνέας Προεδρίας Δημοκρατίας.

 

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ  ΚΡΗΤΗΣ

ΓΕΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΤΟΜΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

GR  731 00, ΧΑΝΙΑ

Δημήτριος Πατέλης του Σπυρίδωνος, Επίκουρος Καθηγητής

Τηλ. εργασίας : (28210)–37267,

Πομποδέκτης Τηλεομοιοτυπίας εργασίας: (28210)–37579/37843.

Τηλ. Οικίας:(28210)-41633,  κιν.6937396757

Ηλεκτρονική διεύθυνση: dpatelis@science.tuc.gr

 

 

ΠΗΓΗ: 10-01-2011-01:29:26,

http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=9098

 

ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Στο προηγούμενο άρθρο, στο οποίο παραθέσαμε τρία πρόσφατα συμβάντα με κεντρικά πρόσωπα μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, θέσαμε ως κατακλείδα το ερώτημα, αν η διοικούσα Εκκλησία είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις των καιρών. Την απάντηση θα διευκολύνει ιστορική αναδρομή σε αξιοσημείωτα συμβάντα από την παλιγγενεσία ώς το πρόσφατο παρελθόν.

Αρχές του 1833 ο γραμματέας της Επικρατείας (υπουργός των Εσωτερικών) Ρίζος Νερουλός και ο λόγιος (τονίζεται κατά κόρον αυτό) κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, οπαδοί του Κοραή και θερμότατοι θιασώτες του δυτικού “διαφωτισμού” υπέβαλαν στον Μάουρερ, έναν από την τριάδα (τρόικα στη νεοελληνική) των αντιβασιλέων και αρμόδιο επί των εκκλησιαστικών θεμάτων εισήγηση για την ανακήρυξη της Εκκλησίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ως αυτοκέφαλης. Αν όντως αυτή είναι η ιστορική αλήθεια και οι δύο προαναφερθέντες δεν δέχθηκαν προηγουμένως την πίεση του Μάουρερ, ώστε να ενεργήσουν όπως ενήργησαν, το γεγονός μαρτυρεί την ενδημούσα στη χώρα μας προδιάθεση για ξεπούλημα Εκκλησίας και πατρίδας από εκείνους που έχουν “φωτιστεί” από τα “φώτα” της Εσπερίας. Ο Μάουρερ άδραξε την ευκαιρία και συνέστησε επιτροπή, στην οποία μετείχαν και δύο επίσκοποι αλλά πρωταγωνίστησε ο Φαρμακίδης. Η επιτροπή εργάστηκε πυρετωδώς, με συνοπτικές διαδικασίες και σε σύντομο χρονικό διάστημα υπέβαλε σχέδιο κανονισμού διοίκησης της υπό ίδρυση αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Ο κανονισμός εγκρίθηκε τάχιστα και στις 23 Ιουλίου 1833 δημοσιεύθηκε στο Ναύπλιο η «διακήρυξις περί της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας». Ουδεμία επαφή με το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε προηγηθεί. Η ενέργεια αυτή σαφώς αποκλίνουσα από το κανονικό δίκαιο συνιστούσε σχίσμα, το οποίο διήρκεσε ώς το 1850.    

Επί της ουσίας: Οι επίσκοποι της ελεύθερης Ελλάδας, ολιγογράμματοι ασφαλώς, σύρθηκαν πίσω από τον λόγιο Φαρμακίδη, τον εκφραστή του δυτικού πνεύματος και συνήργησαν στην κίνηση ακραίας περιφρόνησης της Μητέρας Εκκλησίας. Ολιγογράμματος ήταν και ο άγιος Σπυρίδων, πλην όμως στην Α΄ οικουμενική Σύνοδο δεν παρέλυσε μπροστά στον λόγιο αιρεσιάρχη Άρειο! Στη συνέχεια, όταν η αρχή όρισε τον Φαρμακίδη γραμματέα της ιεράς Συνόδου της αυτοκέφαλης Εκκλησίας, αποδέχθηκαν τα μέλη αυτής να πορευθούν κατά τις υποδείξεις του, δηλαδή της Πολιτείας, ως εκπρόσωποι νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου! Έτσι δεν αντέδρασαν ούτε και όταν η φράγκικη εξουσία διέλυσε 412 από τα 450 μοναστήρια, προπύργια του απελευθερωτικού αγώνα κατά Μακρυγιάννη. Ο Φαρμακίδης ανταμείφθηκε από την Πολιτεία για τις υπηρεσίες του και εκλέχθηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο των Αθηνών.

Η Ιεραρχία πορεύθηκε με προϊούσα την σύμπλευση προς την Πολιτεία. Η επιχείρηση εκδυτικισμού του λαού σε συνεργία των ξένων “προστατών” μας και των εντολοδόχων τους εξυφάνθη υπό τα απαθή βλέμματα της Ιεραρχίας, η οποία όφειλε να αναλάβει την πρωτοβουλία για την κήρυξη παλαϊκής αντίστασης κατά της υποτέλειας σε νέο κατακτητή, ύπουλο και πιό επικίνδυνο από τον Τούρκο. Αντ’ αυτής ανέλαβαν το βάρος του αγώνα κάποιοι απλοί άνθρωποι του λαού όπως ο ολιγογράμματος μοναχός Παπουλάκος (1770-1861) και ο Κοσμάς Φλαμιάτος (1786-1852). Παραθέτουμε άκρως επίκαιρο απόσπασμα από ομιλία του πρώτου, ο οποίος επί έτη περιόδευε στην Πελοπόννησο ως ιεροκήρυκας: “Είναι ντροπή μας ένα γένος που με το αίμα του πύργωσε τη λευτεριά του, που περπάτησε τη δύσκολη ανηφοριά, να παραδεχτή πως δεν μπορεί να περπατήσει στον ίσιο δρόμο άμα ειρήνεψε κι ότι δεν ξέρουμε εμείς να συγυρίσουμε το σπίτι, που με το αίμα μας λευτερώσαμε, αλλά ξέρουν να το συγυρίσουν εκείνοι που δεν πολέμησαν, εκείνοι που πάνε να μας αποκόψουνε από τον Χριστό και πασχίζουν να μας ρίξουν στη σκλαβιά άλλων αφεντικών, που ’ναι πιό δαιμονισμένοι από τους Τούρκους”.

Ο Παπουλάκος κατέστη επικίνδυνος τόσο για την Πολιτεία, όσο και για την Ιεραρχία (αχ, πόσο επώδυνο είναι να σου υπενθυμίζει το χρέος κάποιος “τιποτένιος”). Η πρώτη έστειλε το 1852 τον Γενναίο Κολοκοτρώνη (αχ, όνομα χωρίς πράμα), γυιό του γέρου του Μωρηά να συλλάβει τον Παπουλάκο με την κατηγορία της “καλογερικής συνωμοσίας”! Διψασμένος όμως ο λαός της Αθήνας έσπευσε να τον αντικρύσει όταν το πλοίο, που μετέφερε τον επικίνδυνο “αντικαθεστωτικό” έφθασε στον Πειραιά, γι’ αυτό και η εξουσία έσπευσε να τον εγκλείσει στις φυλακές του Ρίου. Παραπέμφθηκε στο κακουργοδικείο των Αθηνών με την κατηγορία της “στάσεως κατά του καθεστώτος”! Εξ αιτίας των αντιδράσεων ανεβλήθη η δίκη και τελικά έτος αργότερα, λόγω της γενικής κατακραυγής του αγνού λαού, δόθηκε χάρη σε όλους τους κατηγορουμένους. Ο Παπουλάκος όμως παραπέμφθηκε, για τον περαιτέρω πειθαρχικό του έλεγχο, στην Ιερά Σύνοδο, η οποία αποφάσισε να εγκλεισθεί σε μόνιμο περιορισμό του στην Μονή Παναχράντου στην Άνδρο, όπου η φήμη του έλκυε για πολύ καιρό κόσμο καθημερινά και ιδιαίτερα τις εορτάσιμες ημέρες. Κοιμήθηκε οσιακά το βράδυ της 18 προς 19 Ιανουαρίου 1861.

Φλαμιάτος είχε υψηλή μόρφωση, αγωνίστηκε για την ανεξαρτησία των Ιονίων νήσων από τους Άγγλους και εξορίστηκε γι’ αυτό από τούς τελευταίους. Ερχόμενος στην ελεύθερη Ελλάδα αγωνίστηκε για την απαλλαγή της χώρας από την επήρεια του αγγλικού κόμματος. Κήρυξε την Ορθοδοξία πού εβάλλετο εκείνα τα χρόνια από τη Βαυαροκρατία, κατέκρινε τις αντιεκκλησιαστικές πράξεις της Πολιτείας γι’ αυτό και φυλακίστηκε (1852) στο Ρίο. Εκάρη μοναχός στη φυλακή και λίγες μέρες μετά πέθανε.

Η Ιεραρχία συνέχιζε να πορεύεται δέσμια της Πολιτείας! Κατά τον εθνικό διχασμό (1916-1918) οι ιεράρχες εκδήλωσαν αισθήματα φιλοβασιλικά (οι πλείστοι) ή φιλοβενιζελικά αντί να επέμβουν, ώστε να διασώσουν την ενότητα του λαού, ο οποίος εσύρετο ως πρόβατα προς σφαγήν για τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων. Αποτελέσματα: Η ανεπανάληπτη τραγωδία της Μικρασίας και το παλαιοημερολογικό ζήτημα, δημιούργημα του κομματικού πατριάρχη Μελετίου.

Ήρθε ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος και η κατοχή. Δύο αρχιεπίσκοποι, οι Χρύσανθος και Δαμασκηνός, έδειξαν το μεγαλείο του κλήρου, όταν αυτός αίρεται στο ύψος των περιστάσεων. Ο Χρύσανθος υπήρξε ο πρώτος αντιστασιακός, καθώς αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση, που όρισαν οι κατακτητές. Ο άλλος όρθωσε το ανάστημά του, όταν οι Γερμανοί γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να επιστρατεύσουν Έλληνες για εργασία στη Γερμανία. Αρκετοί ήσαν όμως οι μητροπολίτες που εγκατέλειψαν τις έδρες τους. Όλοι έπρεπε, με βάση τους κανόνες της Εκκλησίας, να καθαιρεθούν! Μετά το τέλος του πολέμου και την έναρξη του εμφυλίου η Ιεραρχία, για να φανεί αρεστή στους κρατούντες, καθαίρεσε μόνο δύο: Τους μητροπολίτες που είχαν βγεί στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Πώς άραγε βλέπει η σημερινή Ιεραρχία τον ανδριάντα του καθηρημένου μητροπολίτη Ιωακείμ στην κεντρική πλατεία της Κοζάνης; (Το ότι αργότερα ανεκλήθη η απόφαση της καθαίρεσης δεν διόρθωσε και πολύ την αρχική μονομερή απόφαση).

Ήρθε κάποτε και η ξενοκίνητη, όπως σχεδόν όλοι πλέον παραδεχόμαστε, χούντα των συνταγματαρχών (σαν να μην υπήρξε τίποτε άλλο ξενοκίνητο στη χώρα μας ούτε και σήμερα υφίσταται!). Έδειξε η χούντα ευθύς τις προθέσεις της να προβεί και στη “κάθαρση” του εκκλησιαστικού χώρου. Ελάχιστες οι φωνές διαμαρτυρίας που ακούστηκαν εκ μέρους της Ιεραρχίας για την αφαίρεση του πολυτιμοτέρου δώρου του Θεού στον άνθρωπο: Της ελευθερίας. Πολλοί ιεράρχες συμπορεύθηκαν με τους επίορκους αξιωματικούς και άλλοι εσιώπησαν δίκην ιχθύος! Και ανεκλήθη μεν η χούντα, όταν οι πάτρωνές της εκτίμησαν ότι έφερε σε πέρας το έργο που της είχαν αναθέσει, οι εχθροί όμως της Εκκλησίας, εμφορούμενοι τόσο από το παραδοσιακό αντιεκκλησιαστικό μένος των αντιχριστιανικών ιδεολογιών, όσο και από το νέο της παγκοσμιοποίησης βρήκαν πρώτης τάξεως ευκαιρία να στραφούν κατά της Εκκλησίας μη κάνοντες διάκριση (και γιατί να κάνουν;) μεταξύ προσώπων και θεσμού, ο οποίος για όλους αυτούς είναι ενδοκοσμικός, γι’  αυτό και τον θέλουν στην υπηρεσία των εκάστοτε κρατούντων.

Η Ιεραρχία έδειξε, και αυτό είναι το θλιβερότερο, να αντιδρά μόνο μπροστά στον κίνδυνο απώλειας της εκκλησιαστικής περιουσίας, την οποία κάποτε θα χάσει. Μήπως είναι καιρός να σκύψει επάνω από τα πλείστα όσα προβλήματα που σωρεύτηκαν μετά τη μεταπολίτευση; Μήπως πρέπει να αποστασιοποιηθεί από την νόμο κρατούσα Πολιτεία και να μην εκδηλώνει ανησυχία ή φόβο για τυχόν χωρισμό, που και αυτός μάλλον θα έρθει; Ας αναθέσει σε επιτροπή να ερευνήσει και γνωστοποιήσει στον λαό την περιουσία που η Εκκλησία προσέφερε στην Πολιτεία και πώς αυτή αξιοποιήθηκε ώς τώρα. Ας καταγγείλει το άκρως αντιπνευματικό σύστημα της κοινωνικής αδικίας, με τους θιασώτες του οποίου συμπορεύτηκε για αρκετές δεκαετίες δίνοντας στον λαό την ψευδή εντύπωση ότι τα “ιδανικά” του συμπίπτουν εν πολλοίς με τους λόγους του Ευαγγελίου, το οποίο καταδικάζει τον πλούτο, όσο κανένα άλλο κείμενο στην επιφάνεια του πλανήτη. Και να είναι βέβαιοι οι σεβαστοί πατέρες ότι ο λαός δεν θα τους γυρίσει την πλάτη, όπως το κάνει σήμερα απληροφόρητος και επηρεασμένος από την καθημερινή προπαγάνδα κατά της πίστεως.

Τα αίτια τα γνωρίζουμε. Τόλμη απαιτείται. Τόλμη για αυτοκριτική αρχικά και χάραξη νέας πορείας, ευαγγελικής πλέον, κατά των εχθρών της πίστεως και των λαών.

                                                                       

“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 10-01-2011

Η εκπαιδευτική πολιτική … σε ειδική αποστολή!

Η εκπαιδευτική πολιτική … σε ειδική αποστολή!

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΣΤΙΣ «ΕΙΔΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ»

 

Του Χρήστου Κάτσικα


 

Φαντάζει, αλήθεια, παράδοξο. Σε μια περίοδο που οι παρεμβάσεις, οι αλλαγές, οι νόμοι  του Υπουργείου Παιδείας πέφτουν σαν το χαλάζι, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, το ανώτατο θεσμοθετημένο εκπαιδευτικό όργανο, βρίσκεται στα …αζήτητα. Όχι μόνο αυτό.

Την ίδια ώρα που εξαγγέλλονται και υλοποιούνται οβιδιακές αλλαγές σε όλα «τα μήκη και τα πλάτη» της σχολικής εκπαίδευσης το Υπουργείο Παιδείας προχωρά στην «υποτίμηση» του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου μέσα από την συγχώνευση του με τον Οργανισμό Επιμόρφωσης (ΟΕΠΕΚ) και το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας (Κ.Ε.Ε) και την αναδιάρθρωση της δομής και των λειτουργιών του.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Π.Ι.) είναι ο παλαιότερος ερευνητικός και συμβουλευτικός φορέας σε ζητήματα παιδείας και με το έργο του συμβάλλει ουσιαστικά στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής από το ΥΠ.Ε.Π.Θ. Ως ανεξάρτητη δημόσια υπηρεσία, ιδρύθηκε το 1964 (Ν. 4379/1964) από τον  τότε Πρωθυπουργό και Υπουργό Παιδείας Γεώργιο Παπανδρέου. Ως νέος θεσμός, αποτέλεσε μετεξέλιξη και συγχώνευση προϋπαρχόντων συμβουλευτικών οργάνων του Υπουργείου και οργανώθηκε έχοντας ως υπόδειγμα την εσωτερική οργάνωση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήματα αρμοδιοτήτων στα οποία υπηρετούν Σύμβουλοι και Πάρεδροι).

Σύμφωνα και με μεταγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις (Ν. 2525/1997, 2640/1998, 2817/2000, 2909/2001, 2986/2002 και 3194/2003) οι αρμοδιότητες του Π.Ι είναι:

– Η επιστημονική έρευνα, η μελέτη θεμάτων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της εκπαιδευτικής πράξης.

 

–  Η επεξεργασία και υποβολή προτάσεων για θέματα Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας, Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Επιμόρφωσης και Αξιολόγησης, Ποιότητας της Εκπαίδευσης και Ειδικής Αγωγής και η χάραξη κατευθύνσεων για το σχεδιασμό και προγραμματισμό της εκπαιδευτικής πολιτικής.

–  Η παρακολούθηση της εξέλιξης της εκπαιδευτικής τεχνολογίας και η προώθηση της εφαρμογής της στην εκπαιδευτική πράξη.

–  Ο σχεδιασμός και η μέριμνα για την εφαρμογή  προγραμμάτων επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών καθώς και η αξιολόγησή τους.

–  Η εισήγηση για  τη συγγραφή βιβλίων για τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς, καθώς και η λήψη μέτρων για τη βελτίωση των μεθόδων της διδακτικής πράξης και γενικότερα του εκπαιδευτικού έργου.

Με βάση το νόμο 1566/85 ο οποίος είναι ακόμη σε ισχύ, το Π.Ι. καταρτίζει τα Προγράμματα Σπουδών. Ωστόσο οι εξαγγελίες της Υπουργού Παιδείας για αλλαγές των αναλυτικών προγραμμάτων στη Λυκειακή βαθμίδα (από τη σχολική χρονιά 2011/12) έφεραν, στις αρχές του φετινού Φθινοπώρου, στην επιφάνεια ένα σχέδιο αναλυτικού προγράμματος για τις τρεις τάξεις του Λυκείου το οποίο συντάχθηκε από μια ενδεκαμελή επιτροπή «ειδικών» αποτελούμενη από εξωθεσμικούς παράγοντες, η οποία ανέλαβε το ρόλο του συντονισμού και της επιστημονικής καθοδήγησης για τη σύνταξη των Προγραμμάτων Σπουδών.

Τι συμβαίνει; Γιατί το Υπουργείο Παιδείας δείχνει να παραγκωνίζει το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο;

Για να καταλάβουμε τους λόγους αρκεί να πάρουμε υπόψη όσα συμβαίνουν τον τελευταίο χρόνο στην «Ελλάδα των μνημονίων». Είναι φανερό ότι η οικονομική κρίση χρησιμοποιείται σαν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για την υλοποίηση εκπαιδευτικών πολιτικών που αποτελούσαν χρόνια τώρα προσδοκίες, κατευθύνσεις και επιδιώξεις του ΟΟΣΑ, του Διευθυντηρίου της Ε.Ε. και των επιτελείων των δυο μεγάλων αστικών κομμάτων. Αυτό μπορεί κανείς εύκολα να το καταλάβει διαβάζοντας αφενός τις «οδηγίες» της απορρόφησης των κονδυλίων του Γ΄ ΚΠΣ (ΕΣΠΑ) όπως αυτές εξειδικεύονται στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ 2007-2013) και αφετέρου τη «θεραπευτική αγωγή» που προτείνουν για την ελληνική εκπαίδευση ο ΟΟΣΑ (Έκθεση “Greece – Economic Surveys – 2009, 4ο Κεφάλαιο για την Παιδεία) και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πληροφόρησης για την Εκπαίδευση «Ευρυδίκη» (Αριθμοί-κλειδιά της εκπαίδευσης στην Ευρώπη – 2009) .

Αυτή η «ιερή συμμαχία» βρίσκει ευκαιρία τώρα να κάνει πραγματικότητα τα πιο νεοφιλελεύθερα όνειρά της τα οποία προβάλλει άλλοτε ως μέτρα σωτηρίας για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και άλλοτε σαν συνέπεια της οικονομικής κρίσης.

Στα πλαίσια αυτά θεσμοί όπως το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο αντιμετωπίζονται ως βαρίδια από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας το οποίο αγκομαχά να «τρέξει» μια σειρά νομοθετημάτων στην εκπαίδευση (που αλλάζουν το DNA της) και δεν έχει την πολυτέλεια του παραμικρού εσωτερικού διαλόγου – αντιλόγου και καθυστερήσεων από τις «χρονοβόρες» επιτροπές του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

 

ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ

 

Στα πλαίσια αυτά, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το Υπουργείο Παιδείας προχωρά στη σύσταση «ειδικής» ομάδας για την εκπαίδευση, η οποία θα αναλάβει να οργανώσει και να υλοποιήσει όλες τις παραπάνω επιδιώξεις. Η ειδική αυτή ομάδα, η οποία θα κινηθεί έξω και πάνω από τους ίδιους τους θεσμοθετημένους φορείς του Υπουργείου Παιδείας (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας, Διευθύνσεις προσωπικού Α/βάθμιας και Β/βάθμιας εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Διευθύνσεις Σπουδών του Υπουργείου Παιδείας, Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης κλπ) προβλέπεται από το νέο «Μνημόνιο 3».  Συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Δράσεις για την τέταρτη αξιολόγηση» και με τον εύηχο τίτλο «Αναβάθμιση  του εκπαιδευτικού συστήματος» προβλέπεται πως  « η κυβέρνηση συστήνει μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου  2011, μια ανεξάρτητη ειδική ομάδα εκπαιδευτικής πολιτικής με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος (πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση) και της αποτελεσματικότερης χρήσης πόρων»!!

Μιλάμε ουσιαστικά και τυπικά για «εκτέλεση συμβολαίου μετάλλαξης – διάλυσης», με αυστηρώς λογιστικά κριτήρια, του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα (όποιου είχε απομείνει)  της σχολικής εκπαίδευσης, των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών, των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών, των διορισμών και των προσλήψεων.

Η ακολουθούμενη πολιτική και η ενεργοποίηση της «ειδικής» ομάδας θα οδηγήσει στην προώθηση των καταργήσεων και συγχωνεύσεων  σχολείων, τη μείωση των θέσεων εργασίας με την παύση των διορισμών αλλά και τις μαζικές μετακινήσεις εκπαιδευτικών, την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων με τη σύνδεση του μισθού των εκπαιδευτικών με τις επιδόσεις των μαθητών, την αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών, την κατάργηση κάθε θεσμού στήριξης της μαθησιακής προσπάθειας, καθώς και τη δραστική μείωση των κονδυλίων για τα λειτουργικά έξοδα των σχολείων.

Ιδιαίτερο εργαλείο στα χέρια της «ειδικής» ομάδας θα αποτελέσει το κείμενο «Αναβάθμιση της διοίκησης της εκπαίδευσης» που ετοιμάζεται το υπουργείο Παιδείας να μετατρέψει σε νομοσχέδιο και να το φέρει στη Βουλή για ψήφιση τον Ιανουάριο του 2011. Πρόκειται ουσιαστικά για τη μεγαλύτερη επιχείρηση αναδιάρθρωσης του συστήματος διοίκησης της σχολικής εκπαίδευσης,  μια συνολική αναδιοργάνωση της ως τώρα πυραμίδας διοίκησης-εποπτείας και ελέγχου της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών και προσαρμογής στη νέα «καλλικρατική» δομή της δημόσιας διοίκησης.

Παράλληλα έχει προαναγγελθεί νέο «Πρόγραμμα Σπουδών» για όλο το φάσμα της σχολικής εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά: «ανοιχτό και ευέλικτο», «συνοπτικό», «διαθεματικό» και φυσικά «παιδαγωγικά διαφοροποιούμενο». Ουσιαστικά προαναγγέλλεται η αντικατάσταση των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών από ένα μίνιμουμ «μετρήσιμων εκπαιδευτικών στόχων»… επεξεργασίας ΟΟΣΑ.

Πρόκειται για τα πρώτα βήματα για το σπάσιμο του ενιαίου των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και την προσαρμογή του σχολείου στη λογική των δεξιοτήτων και όχι της μόρφωσης. Ουσιαστικά ως προτεραιότητες για το «Νέο Σχολείο» προβάλλονται οι βασικές κατευθύνσεις της ΕΕ και το πνεύμα της υπαγωγής της γνώσης στο επίπεδο της δεξιότητας. Εδώ ακριβώς βρίσκονται ενσωματωμένες οι κεντρικοί πυλώνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη «Βελτίωση των Ικανοτήτων για τον 21ο Αιώνα»: η «ικανότητα στη χρήση της ελληνικής γλώσσας», στο «χειρισμό των μαθηματικών εννοιών» και των «δεξιοτήτων στις φυσικές επιστήμες και την τεχνολογία», μαζί με την «ψηφιακή τεχνολογία» και τη «γλωσσομάθεια».

Είναι προφανές ότι μιλάμε για βάθεμα της εκπαίδευσης της ακριβοπληρωμένης αμάθειας!

Αυτά είναι τα σχέδια του Υπουργείου Παιδείας. Το εάν θα γίνουν πράξη εξαρτάται αποκλειστικά από τη στάση όσων θίγονται από αυτά. Κοντολογίς εξαρτάται από τη στάση των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων που στέλνουν τα παιδιά τους στη δημόσια σχολική εκπαίδευση, των εκατοντάδων χιλιάδων μαθητών που φοιτούν σ΄ αυτήν καθώς και των δεκάδων χιλιάδων εκπαιδευτικών που εργάζονται σ΄αυτήν. Απαιτείται ενότητα θεωρίας (Όχι στο σχολείο της αγοράς και της ακριβοπληρωμένης αμάθειας), ενότητα θέλησης (αγώνας μαζικός πανεκπαιδευτικός) και ενότητα δράσης (όλοι μαζί μπορούμε). Εάν αυτό επιτευχθεί (και μπορεί να επιτευχθεί) τότε τα όνειρα του Υπουργείου Παιδείας θα γίνουν οι εφιάλτες του.

 

ΠΗΓΗ: 09/01/2011 – 09:36, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=19243

ΜΕΤΑΘΕΣΕΙΣ: ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ ΣΤΟ ΥΠ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ;;;

ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ; … ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΘΕΣΕΙΣ

 

Του Παναγιώτη Ντούλα*


 

« Από κει που μας χρωστούσαν μας πήραν και το βόδι»

 

Σε ένα κείμενο που διέρρευσε χτες 08-01-2011 από την AB με τίτλο «Κείμενο εργασίας για θέματα μεταθέσεων, τοποθετήσεων και αποσπάσεων» περιγράφονται αλλαγές στις υπηρεσιακές μεταβολές που συζητιούνται στην Επιτροπή που υποτίθεται ότι θα εξορθολόγιζε τις όποιες αδικίες (πχ μη μοριοδότηση αποσπάσεων).

Το κείμενο μάλλον πρόκειται περί αστείου, σε  κάποια  σημεία  του  που  επισημαίνουμε  παρακάτω, αλλά εμείς θα το αντιμετωπίσουμε σοβαρά περιμένοντας και μια επίσημη ενημέρωση. Αλήθεια, οι αιρετοί μας και οι εκπρόσωποι ΟΛΜΕ, ΔΟΕ πού βρίσκονται;;; Χωρίς άλλα σχόλια, λοιπόν, το κείμενο για τις μεταθέσεις προτείνει, μεταξύ άλλων:

– Τη θέσπιση 11 ενιαίων για Α’ Βάθμια και Β’ Βάθμια κατηγοριών σχολείων ανάλογα με το βαθμό δυσκολίας (που καθορίζεται με διάφορα αντικειμενικά μετρήσιμα κριτήρια).  Η κατάταξη στα σχολεία γίνεται μετά από πρόταση του ΚΥΣΔΕ που λαμβάνει υπόψη τις εισηγήσεις της ΟΛΜΕ, ΔΟΕ και ΠΥΣΔΕ. Οι εισηγήσεις έχουν γίνει;;; Αν ναι, δημοσιοποιήθηκαν στον κλάδο ή στις κατά τόπους ΕΛΜΕ; Λαμβάνονται υπόψη ή απλά κατατίθενται για την ιστορία;;;

– Η πρώτη από τις κατηγορίες(πχ τα σχολεία της Αθήνας τώρα), δηλ η κατηγορία Α’ θα πιάνει 0 μόρια δυσμενών συνθηκών με κλιμάκωση μέχρι την τελευταία κατηγορία ΙΑ’, που θα πιάνει 10 μόρια για κάθε χρόνο υπηρεσίας.

– Στη συνέχεια προσθέτει το εξής εκπληκτικό: «Οι μονάδες λόγω δυσμενών συνθηκών στην έδρα του σχολείου όπου υπηρέτησαν υπολογίζονται μόνο για την αμέσως επόμενη μετάθεση ή τοποθέτηση των εκπαιδευτικών»!!!!! Δηλ, σε απλά ελληνικά οι μονάδες δυσμενών συνθηκών, αμέσως μετά την μετάθεση ή τοποθέτηση κάποιου σε σχολείο, διαγράφονται και η μέτρηση των μορίων δυσμενών συνθηκών ξεκινά πάλι από το 0 ενώ μέχρι τώρα υπολογίζονταν για όλη την εκπαιδευτική μας σταδιοδρομία!!!

Πχ ,  έστω 2 εκπαιδευτικοί Α και Β.

Ο Α έχει υπηρετήσει 5 χρόνια σε μια περιοχή δυσκολίας Η’ = 7 μόρια και, επειδή δεν καταφέρνει να πάρει μετάθεση για την περιοχή που θέλει, παίρνει μετάθεση για μια άλλη περιοχή, πχ μια κοντινή περιοχή δυσκολίας Δ’ = 3 μόρια. Μετά από 2 χρόνια υπηρεσίας στην καινούργια περιοχή ζητά ξανά μετάθεση για τον τόπο του(πχ Γ’ Αθηνών). Έχει 7 χρόνια υπηρεσίας επί 2,5(το χρόνο) = 17,5 από την προϋπηρεσία. Επειδή όμως τα μόρια της πρώτης περιοχής όπου δούλεψε διαγράφονται, έχει μόρια δυσμενών συνθηκών 3 επί 2 = 6 μόρια, δηλ ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΡΙΩΝ 17,5+6= 23,5.

Ο Β διορίζεται και υπηρετεί σε μια περιοχή δυσκολίας Η’ = 7 μόρια για 3 χρόνια. Μόλις ολοκληρώσει την υποχρεωτική τριετία του (άλλο μεγάλο θέμα αυτή η τιμωρία…) ζητά μετάθεση κι αυτός για τον τόπο του (πχ Γ’ Αθηνών). Έχει 3 χρόνια προϋπηρεσίας επί 2,5 (το χρόνο)=7,5 από την προϋπηρεσία. Από τα μόρια δυσμενών συνθηκών έχει 3 χρόνια επί 7 μόρια = 21 μόρια(χωρίς να υπολογίζεται η τελευταία χρονιά που, με το τελευταίο νόμο, λαμβάνεται διπλά), δηλ ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΡΙΩΝ 7,5+21 = 28,5.

Ο Β με 3 χρόνια στον ίδιο τόπο (όπου ο Α πέρασε 5 χρόνια + άλλα 2 κάπου αλλού) παίρνει τη μετάθεση!!! Αυτό δε συνιστά απλώς πρωτοφανή αδικία, δεν είναι απλά παράλογο αλλά ενδεχομένως να είναι και αντισυνταγματικό.

– Το κείμενο συνεχίζει με την επόμενη πρόταση: «Οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούν σε σχολεία της έδρας τους (δηλ εκεί που είναι δημότες) δε λαμβάνουν μονάδες δυσμενών συνθηκών». Ουσιαστικά, αποκλείει τη μετάθεση για κάποιον που υπηρετεί στον τόπο του. Επίσης, σε συνδυασμό με το προηγούμενο εδάφιο τινάζει στον αέρα τη διαδικασία των τοποθετήσεων.

Πχ έστω 2 εκπαιδευτικοί Α και Β που ζητούν οργανική(είτε πρώτη τοποθέτηση είτε βελτίωση θέσης) στη διαδικασία των τοποθετήσεων.

Ο Α με 15 χρόνια υπηρεσίας στην περιοχή που είναι δημότης έχει 15 επί 2,5 = 37,5 μόρια. Δε λαμβάνει κανένα μόριο δυσμενών συνθηκών, αφού υπηρετεί στο δήμο του, άρα έχει ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΡΙΩΝ =  37,5 μόρια.

Ο Β έρχεται με μετάθεση στην ίδια περιοχή. Έχει 5 χρόνια υπηρεσίας στην προηγούμενη περιοχή (πχ περιοχή Η’ = 7 μόρια) και, με βάση τα δύο προηγούμενα εδάφια, έχει 5 χρόνια επί 2,5 = 12,5 μόρια προϋπηρεσίας. Από τα μόρια δυσμενών συνθηκών έχει 5 επί 7 = 35 μόρια. ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΡΙΩΝ 12,5 + 35 = 47,5 μόρια.

Δηλ ο Α που είναι 10 χρόνια παλαιότερος τουλάχιστον από το Β, ο Α που μπορεί να έχει φτάσει στις εσχατιές της Ελλάδας για να γυρίσει στον τόπο του, ΔΕ ΘΑ ΕΧΕΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΟΤΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΟΡΓΑΝΙΚΗΣ ΘΕΣΗΣ ή ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΘΕΣΗΣ.

Σε ποια λογική ή ηθική διάσταση εδράζεται αυτό;

Μπορεί κανείς να μας εμποδίσει να σκεφτούμε ότι είναι φωτογραφική διάταξη που εξυπηρετεί κάποιες σκοπιμότητες;

Μπορεί κανείς να μας εμποδίσει να σκεφτούμε ότι στο βωμό της εξυπηρέτησης σκοπιμοτήτων θυσιάζεται για χρόνια η αξιοκρατία στον κλάδο 200.000 εργαζόμενων εκπαιδευτικών όσον αφορά τις υπηρεσιακές μας μεταβολές;;;

– Και τελειώνει με το κερασάκι της δηλητηριώδους αυτής τούρτας: «Ο χρόνος που αφορά μακροχρόνιες (πέραν του μηνός) αναρρωτικές άδειες με αποδοχές, άδειες κυήσεως και λοχείας, ..…. θεωρείται ότι διανύθηκε σε σχολείο Α’ κατηγορίας» (δηλ παίρνει 0 μόρια). Όποιος είχε την ατυχία πχ να πάθει πνευμονία ή όποια κοπέλα είχε την καταστροφική και ανήκουστη έμπνευση να κάνει παιδιά τιμωρείται για αυτό και δεν παίρνει κανένα μόριο για εκείνη την περίοδο. Ουσιαστικά, επειδή οι ηλικίες 25-40 στις οποίες διορίζεται η συντριπτική πλειοψηφία των συναδελφισσών είναι και οι ίδιες ηλικίες στις οποίες μια γυναίκα μπορεί συνήθως να τεκνοποιήσει, τις δίνει την … προοδευτική (και φιλοδημογραφική…)  επιλογή είτε να δουλέψουν στο σχολείο είτε να μείνουν στο σπίτι!

Ελπίζουμε η διαρροή της ΑΒ να μην είναι σοβαρή βάση συζήτησης της Επιτροπής γιατί αλλιώς θα πρόκειται για τορπίλη στην αξιοκρατία και τη διαφάνεια που είχαμε κατακτήσει σαν κλάδος στο θέμα των μεταθέσεων-τοποθετήσεων και σε ό,τι αφορά τα σημεία που επισημάνθηκαν.

Αλλιώς, οι αιρετοί και οι εκπρόσωποί μας πρέπει άμεσα να τοποθετηθούν για το τι συμβαίνει και τι λέγεται εκεί μέσα σε αυτήν την Επιτροπή, να αποκαλύψουν και να καταγγείλουν ποιος σκέφτεται και γράφει αυτά τα πράγματα.

Θα συμφωνήσουν τα ΔΣ της ΔΟΕ-ΟΛΜΕ (και των κατά τόπους ΕΛΜΕ και Συλλόγων) με αυτό;

Θα ανεχτούν αυτήν την αδικία οι δεκάδες χιλιάδες των συναδέλφων τους οποίους αφορά άμεσα αυτό το κείμενο;;;

 

Εάν είναι να περάσουν τέτοιες ρυθμίσεις, τότε να απαιτήσουμε να μείνει το ισχύον καθεστώς σε αυτά τα θεματα των μεταθεσεων-τοποθετησεων που είναι απείρως πιο δίκαιο, συνταγματικό και, κυρίως, ΛΟΓΙΚΟ.

 

ΕΛΕΟΣ!

 

* Ο Παναγιώτης Ντούλας είναι πρόεδρος της Β΄ ΕΛΜΕ Δωδεκαννήσου

 

 

Κάλυμνος, 09-01-2011