ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ

ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ:

 

Οι τρόποι αντιμετώπισης της κρίσης, η εξέλιξη των επιτοκίων, οι κίνδυνοι από τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, η λογική των ευέλικτων επενδύσεων, οι δέκα χώρες με τα ασφαλέστερα ομόλογα και οι προοπτικές της Ελλάδας

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Ο πληθωρισμός, σαν αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών παραγόντων (μεταξύ άλλων της υπερβάλλουσας προσφοράς χρημάτων από τις κεντρικές τράπεζες, της αύξησης των τιμών των πρώτων υλών, όπως το πετρέλαιο, παράλληλα με αυτήν των εμπορευμάτων, των ακριβότερων εισαγωγών, κατά περίπου 7,8% το 2010 από την Ασία κλπ), λειτουργεί, υπό προϋποθέσεις, προς όφελος των οφειλετών και εις βάρος των δανειστών.

Η σταδιακή μείωση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων (πληθωρισμός) είναι μακροπρόθεσμα υπέρ των οφειλετών (ελλειμματικές χώρες και υπερδανεισμένα κράτη, επιχειρήσεις ή νοικοκυριά) – εφ όσον βέβαια τα «εισοδήματα» τους (το ΑΕΠ για τα κράτη), ακολουθούν την πορεία του πληθωρισμού. Είναι δε εις βάρος των δανειστών, εάν τα χρήματα τους ή οι επενδύσεις τους δεν αποδίδουν περισσότερο, από το ρυθμό μείωσης της αγοραστικής τους αξίας.

Κατ’ επακόλουθο, ο ελεγχόμενος πληθωρισμός (σταδιακή, περιορισμένη μείωση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων), επιδιώκεται κυρίως από τους οφειλέτες, ενώ ο επίσης ελεγχόμενος αποπληθωρισμός (αύξηση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων, λόγω μείωσης των τιμών) από τους δανειστές – οι οποίοι υπερασπίζονται εξ αυτού τις πάσης φύσεως πολιτικές λιτότητας, όπως αυτές που επιβάλλονται στις υπερχρεωμένες χώρες (Ελλάδα, Ιρλανδία κλπ), από εκείνα τα πλεονασματικά κράτη-δανειστές, τα οποία προσπαθούν να «κατοχυρώσουν» την οικονομική τους εξουσία (Γερμανία, Κίνα κλπ), «ασφαλίζοντας» παράλληλα τα δάνεια τους. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, «σημειώνει» τις διαφορές μεταξύ των κρατών, «επιμερίζοντας» τα σε ευρύτερες περιοχές αντικρουόμενων συμφερόντων:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Πλεονασματικές – Ελλειμματικές χώρες σε δις $ – Εκτιμήσεις 2009

 

Α/Α

Χώρα

Ισοζύγιο

Α/Α

Χώρα

Ισοζύγιο

 

 

 

 

 

 

1

Κίνα

297,10

1

Η.Π.Α.

-419,90

2

Ιαπωνία

140,60

2

Ισπανία

-74,47

3

Γερμανία

135,10

3

Ιταλία

-66,57

4

Νορβηγία

55,32

4

Γαλλία

-56,13

5

Ρωσία

48,97

5

Καναδάς

-36,13

6

Ολλανδία

42,72

6

Ελλάδα

-34,30

7

Νότια Κορέα

42,67

7

Μ. Βρετανία

-32,68

8

Ταϊβάν

42,57

8

Ινδία

-31,54

9

Ελβετία

35,91

9

Αυστραλία

-29,89

10

Κουβέιτ

32,01

10

Βραζιλία

-24,30

11

Μαλαισία

30,46

11

Πορτογαλία

-23,38

12

Σουηδία

29,50

12

Ιράκ

-19,90

13

Σαουδική Αραβία

26,50

13

Τουρκία

-13,96

14

Σιγκαπούρη

25,35

14

Ν. Αφρική

-11.53

15

Χονγκ Κονγκ

18,40

15

Μεξικό

-10.12

Πηγή: The World Factbook

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος          

Περαιτέρω η δεκαετία μας, η οποία ξεκίνησε με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, είναι η εποχή των προσπαθειών αναθέρμανσης των ανεπτυγμένων δυτικών Οικονομιών – είτε με τη βοήθεια της αυξημένης προσφοράς χρήματος, είτε με τον περιορισμό των φόρων. Ο όρος που συνηθίζεται για την περιγραφή αυτής της «μεθοδολογίας» είναι «επαναπληθωρισμός» (reflation) και χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο, απέναντι στον αποπληθωρισμό (deflation). Οι Η.Π.Α., ένα εξαιρετικά ελλειμματικό κράτος δηλαδή, είναι η χώρα που ακολουθεί κυρίως αυτήν την, μάλλον επικίνδυνη, οικονομική πολιτική, στην προσπάθεια της να αποφύγει την «ιαπωνική ασθένεια» της τελευταίας εικοσαετίας – με επόμενη τη Μ. Βρετανία.

Πρόκειται ουσιαστικά για το ακριβώς αντίθετο της λέξης «υποπληθωρισμός» (Disinflation), η οποία χαρακτηρίζει μία μείωση του ρυθμού αύξησης των τιμών – έναν περιορισμό δηλαδή των «τιμολογιακών» πληθωριστικών πιέσεων (προφανώς και του ΑΕΠ), ο οποίος όμως δεν καταλήγει σε αποπληθωρισμό (ύφεση, αρνητικό ΑΕΠ). Ο υποπληθωρισμός (disinflation) χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο στον υπερπληθωρισμό (hyperinflation) – ο οποίος είναι μία αντίστοιχα επικίνδυνη ασθένεια για την Οικονομία (καταστροφική, σύμφωνα με τον Keynes), όπως ο αποπληθωρισμός.

Συνεχίζοντας, θεωρείται ότι ξεκίνησε η εποχή του μεγάλου «επαναπληθωρισμού» (reflation), περισσότερο στις Η.Π.Α. και λιγότερο στην Ευρώπη, επειδή το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα έχει υποστεί σοβαρότατες ζημίες – ενώ δεν έχει θεραπευτεί φυσικά η κρίση των τραπεζών. Οι κεντρικές τράπεζες της «δύσης» οι οποίες, κατά την άποψη μας, είναι οι πλέον επικίνδυνες όλων σήμερα, συνεχίζουν να τροφοδοτούν με μεγάλες ποσότητες χρημάτων το σύστημα (άρθρο μας), στην προσπάθεια τους ουσιαστικά να γεμίσουν ξανά με αέρα τη «φούσκα», η οποία «έσπασε» το 2008 (μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers) – παρά τις διαβεβαιώσεις του παρελθόντος, σε σχέση με την «έγκαιρη απόσυρση» της υπερβάλλουσας ποσότητας χρήματος, η οποία θα μπορούσε να καταλήξει σε υπερπληθωρισμό.  

Η «υπερβάλλουσα» αυτή προσφορά χρημάτων στο σύστημα, από τις κεντρικές τράπεζες, είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών των εταιρικών μετοχών και των εμπορευμάτων (commodities), καθώς επίσης την «επαναφορά» του ρυθμού ανάπτυξης στις ισχυρότερες οικονομίες (περί το 3,5% στη Γερμανία, 3% στις Η.Π.Α. κλπ). Εν τούτοις, είναι μάλλον απίθανο να επιδιορθωθούν με αυτή τη μέθοδο οι «βλάβες» που υπέστη το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα, επανερχόμενο στην ομαλότητα του παρελθόντος – ενώ παραμένει ανοιχτή η «παγίδα των ομολόγων», με τις «αγορές» να αυξάνουν τα επιτόκια δανεισμού των κρατών (spreads), στην εύλογη προσπάθεια τους να προστατεύσουν την αγοραστική αξία των χρημάτων τους (πόσο μάλλον όταν η εμπιστοσύνη των καταναλωτών έχει υποστεί μεγάλο πλήγμα – γεγονός που τεκμηριώνεται από την «καταναλωτική αποχή» των αμερικανών ή την αποφυγή επενδύσεων των γερμανών, όπου 500 χιλιάδες άτομα «εξαργύρωσαν» ήδη τις μετοχές τους το 2010).   

Ειδικότερα, τόσο τα χαμηλά βασικά επιτόκια, όσο και τα συνεχώς αυξανόμενα χρέη των δυτικών Οικονομιών, είναι μεν σε θέση να αναθερμάνουν την Οικονομία, αλλά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να επιλύσουν το πρόβλημα: την υπερχρέωση της δύσης. Κατά την άποψη μας δε, το να προσπαθεί κανείς να καταπολεμήσει τα χρέη, με νέα χρέη (για παράδειγμα με ευρωομόλογα), απλά αναβάλλει το πρόβλημα για το μέλλον – με ενδεχομένως καταστροφικές πλέον συνέπειες για το σύστημα.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, οι ασθενέστερες οικονομίες της δύσης, ειδικότερα αυτές που ανήκουν στην Ευρωζώνη και δεν έχουν τις δυνατότητες χάραξης μίας «αυτόνομης» πολιτικής χρήματος (Ιρλανδία, Ελλάδα, Βέλγιο, Ισπανία, Πορτογαλία κλπ), δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το «αντίδοτο» – βυθιζόμενες, η μία μετά την άλλη, στον αποπληθωρισμό. Πόσο μάλλον αυτές που είναι στα νύχια του ΔΝΤ, η πολιτική του οποίου είναι εκ των πραγμάτων αποπληθωριστική και εις βάρος της ανάπτυξης – ενώ οι υψηλοί φόροι, στους οποίους υποχρεώνονται, δημιουργούν ένα εξαιρετικά εκρηκτικό μίγμα στασιμοπληθωρισμού (φορολογικός πληθωρισμός, με έντονη ύφεση και συνεχώς μεγαλύτερη ανεργία) το οποίο, σε συνδυασμό με την (καλώς ή κακώς) επιβαλλόμενη μείωση των εισοδημάτων του μεγαλύτερου μέρους των Πολιτών τους, τις οδηγεί σε μία άνευ προηγουμένου καταστροφή.          

Συμπερασματικά λοιπόν και χωρίς καμία διάθεση περιττής καταστροφολογίας διαπιστώνουμε ότι, επάνω από τη δύση έχουν μαζευτεί τεράστια, σκοτεινά σύννεφα, τα οποία προαναγγέλλουν μία επερχόμενη, πολύ μεγαλύτερη καταιγίδα, από αυτήν που ζήσαμε στο πρόσφατο παρελθόν.

Φυσικά, όσον αφορά τουλάχιστον τους επενδυτές, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να παραμένουν στο λιμάνι, χωρίς να τολμούν να βγουν στο πέλαγος με το «σκάφος» τους. Οφείλουν όμως να μην απομακρύνονται πολύ από την ακτή, έτσι ώστε να είναι σε θέση να επιστρέψουν γρήγορα – προτού ξεσπάσει η καταιγίδα, βυθίζοντας τα πλοία που αψήφησαν εντελώς τον κίνδυνο. Δηλαδή, οι τοποθετήσεις τους πρέπει να είναι ευέλικτες και βραχυπρόθεσμες, έτσι ώστε να εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες, χωρίς να αναλαμβάνουν υψηλό ρίσκο.

Όσον αφορά δε τα υπερχρεωμένα, ασθενέστερα και ελλειμματικά κράτη, οφείλουν να αναζητήσουν το συντομότερο δυνατόν μία ριζική λύση στα προβλήματα τους, πριν βυθιστούν εντελώς στο τέλμα του στασιμοπληθωρισμού και αντιμετωπίσουν το τέρας της ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας.

 

ΤΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ

 

Η αυξημένη προσφορά χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες της δύσης (reflationquantitative easing), η οποία χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο απέναντι στο φόβο του αποπληθωρισμού (deflation), «απορροφάται» από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες στην αγορά (πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις κλπ), με τη «βοήθεια» των χαμηλών επιτοκίων – τα οποία σήμερα είναι σχεδόν μηδενικά.

Μπορεί όμως να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση στο μέλλον, ειδικά όταν οι πληθωριστικές πιέσεις, τόσο από τις υπέρ-θερμαινόμενες οικονομίες (Γερμανία, Ασία), όσο και από τις πρώτες ύλες ή τα εμπορεύματα, «απειλήσουν» τα ισχυρά δυτικά κράτη με υπερπληθωρισμό; Επίσης, όταν οδηγήσουν τα αδύναμα κράτη σε ταυτόχρονη ύφεση με πληθωρισμό; (στη Μ. Βρετανία σημειώθηκε περιορισμός του ΑΕΠ κατά 0,5% και πληθωρισμός 3,7%). Κυρίως δε, θα παραμείνει το «υπερβάλλον» κεφάλαιο στη δύση, όταν οι αποδόσεις του εκεί είναι χαμηλότερες, ενώ είναι συνδεδεμένες με πολύ υψηλότερο ρίσκο;    

Ειδικότερα, από ιστορικής πλευράς, τόσο τα οικονομικά, όσο και τα κοινωνικά συστήματα, προσανατολίζονται στους αντικειμενικά περιορισμένους «συντελεστές παραγωγής» (φύση, εργασία, κεφάλαιο). Ο καπιταλισμός του 19ου αιώνα λοιπόν χαρακτηρίσθηκε από τη μαζική αύξηση των αναγκών κεφαλαίων στη δύση, τα οποία συμβάδιζαν με τις απαιτήσεις της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης. Δηλαδή, οι συνεχώς περισσότερες βιομηχανίες που κατασκευάζονταν, καθώς επίσης η τεράστια ανοικοδόμηση και τα έργα υποδομής, απαιτούσαν διαρκώς πιο πολλά χρήματα – με αποτέλεσμα να τα λαμβάνουν μόνο όσοι εξυπηρετούσαν καλύτερα τις ανάγκες των ιδιοκτητών κεφαλαίων (αυτοί δηλαδή που «προσέφεραν» υψηλότερα επιτόκια, είχαν καλύτερη πιστοληπτική ικανότητα, παρουσίαζαν μεγαλύτερες προοπτικές ανάπτυξης ή κερδοφορίας  κλπ).  

Τις περασμένες δεκαετίες συνέβη ουσιαστικά κάτι αντίστοιχο, στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης. Λόγω του «ανοίγματος» των αναπτυσσομένων οικονομιών, οι αγορές διευρύνθηκαν ραγδαία – οπότε αυξήθηκαν οι κεφαλαιακές ανάγκες, σε τεράστιο βαθμό. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις επεκτάθηκαν σε χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα, η Βραζιλία κλπ, αυξάνοντας τόσο τα μεγέθη, όσο και τις ανάγκες τους σε κεφάλαια – με αποτέλεσμα τα «οφέλη για τους μετόχους» (shareholder value) να αναδειχθούν σε κεντρική τους επιδίωξη, αφού μόνο έτσι μπορούσαν να προσελκύσουν περισσότερα ξένα κεφάλαια.

Συνέβη επομένως αυτό που κάποτε είχε προβλέψει ο Χόμπσον, θέτοντας την εξής ερώτηση στον εαυτό του: «Όταν η πλειονότητα τω ανθρώπων αδυνατεί να αγοράσει όλα τα προϊόντα που παράγονται στην αγορά, επειδή τα εισοδήματα της είναι πολύ μικρά λόγω της άνισης κατανομής τους, πως είναι δυνατόν ένας λογικός καπιταλιστής να επενδύσει σε εξοπλισμό, ο οποίος θα παρήγαγε ακόμη περισσότερα αγαθά, σε μία ήδη παραφορτωμένη αγορά, χωρίς προοπτικές ανάπτυξης και κερδοφορίας;». Η απάντηση του, η οποία σηματοδοτούσε τη γένεση του καπιταλιστικού επεκτατισμού, ήταν απλούστατη: «Οι αυτόματες αποταμιεύσεις των πλουσίων μπορούσαν να επενδυθούν με έναν τρόπο που θα τις αξιοποιούσε, χωρίς το συνακόλουθο πρόβλημα της αυξημένης εγχώριας παραγωγής. Θα μπορούσαν να επενδυθούν στο εξωτερικό».            

Όπως φαίνεται λοιπόν, αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι μόνο η εισαγωγή του δράματος – το «πρελούντιο» όπως θα λέγαμε στη μουσική. Αναλυτικότερα, για τα επόμενα χρόνια προβλέπεται μία «μαζική» αύξηση των επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες (επομένως μία άνευ προηγουμένου έξοδος των κεφαλαίων από τη δύση), οι οποίες θα επικεντρωθούν τόσο στην βιομηχανοποίηση, όσο και στις υποδομές τους – με αποτέλεσμα την αντίστοιχη αύξηση της ζήτησης κεφαλαίων εκ μέρους τους.

Από την άλλη πλευρά, οι πηγές προέλευσης των κεφαλαίων, οι αποταμιεύσεις, θα περιορίζονται συνεχώς, λόγω της αύξησης του μέσου όρου ζωής στις δυτικές κοινωνίες – αφού οι ηλικιωμένοι αποταμιεύουν πολύ λιγότερα, σε σχέση με τους νεώτερους. Παράλληλα, θα αυξάνονται οι απαιτήσεις από την κοινωνική ασφάλιση, επειδή όλο και περισσότεροι θα εντάσσονται στους συνταξιούχους ασφαλισμένους – ενώ όλο και λιγότεροι στο ενεργό εργατικό δυναμικό, μεταξύ άλλων λόγω της υφιστάμενης υπογεννητικότητας.

Πρόκειται λοιπόν για μία πολύ σημαντική «δομική» αλλαγή του καπιταλισμού, εις βάρος της ανεπτυγμένης «δύσης» (Η.Π.Α., ΕΕ, Ιαπωνία), αφού αντιστρέφονται τα «δεδομένα». Δηλαδή, ενώ οι περασμένες δεκαετίες στη «δύση» χαρακτηρίζονταν από συνεχώς μειούμενες επενδύσεις, απέναντι στις οποίες ευρίσκονταν αυξημένες αποταμιεύσεις, σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Από την εποχή των πλεονασμάτων λοιπόν των παγκοσμίων αποταμιεύσεων, εισερχόμαστε στην εποχή των πλεονασμάτων των επενδύσεων, με την παράλληλη μείωση των υφισταμένων αποταμιεύσεων.

Επομένως, η περίοδος των χαμηλών επιτοκίων, η οποία διήρκεσε περίπου 30 έτη, φτάνει στο τέλος της – ακολουθούμενη προφανώς από μία εποχή, κατά την οποία το κεφάλαιο θα γίνεται όλο και πιο ακριβό. Η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού είναι μάλλον δεδομένη, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται για τις επιχειρήσεις με περιορισμένα Ίδια Κεφάλαια – κυρίως βέβαια για τα υπερχρεωμένα κράτη, τα οποία σύντομα θα βρεθούν αντιμέτωπα με κατά πολύ μεγαλύτερα προβλήματα, αφού το τέλος της εποχής των χαμηλών επιτοκίων συμπίπτει με τον υπερδανεισμό της «δύσης».

Όσον αφορά δε τις τράπεζες, η αύξηση των επιτοκίων θα λειτουργήσει προσθετικά στις ήδη υψηλές επισφάλειες τους, με αποτέλεσμα να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τα δάνεια τους – τόσο προς τους καταναλωτές, όσο και προς την πραγματική οικονομία. Το γεγονός αυτό θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις επενδύσεις, ιδιαίτερα την οικοδομική δραστηριότητα, εντείνοντας τις «υφεσιακές» πιέσεις και σηματοδοτώντας το ξεκίνημα ενός νέου «κύκλου του διαβόλου».  

 

Η ΒΡΑΧΥΠΡΟΘΕΣΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ

 

Υπάρχουν φυσικά και άλλα «δεδομένα», τα οποία συνηγορούν υπέρ της αύξησης των επιτοκίων. Ένα από αυτά, το οποίο συμπεραίνεται από τα παραπάνω, είναι η μελλοντική προσπάθεια της δύσης να συγκρατήσει την έξοδο των κεφαλαίων προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Ένα δεύτερο, είναι η βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση των χρεών επιχειρήσεων και κρατών, η οποία θα ωθήσει υποχρεωτικά τις τιμές (επιτόκια) προς τα επάνω – σαν αποτέλεσμα της αυξημένης ζήτησης, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Γερμανίας που ακολουθεί.

Ο Πίνακας ΙΙ αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες των γερμανικών επιχειρήσεων οι οποίες, έχοντας μικρότερα Ίδια κεφάλαια από αυτά των ανταγωνιστών τους, θα αναζητήσουν περισσότερα χρήματα – πριν βρεθούν αντιμέτωπες με μεγαλύτερο κόστος, όταν θα αρχίσουν να αυξάνουν τα επιτόκια:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Κεφαλαιακή δομή δείγματος αντιπροσωπευτικών επιχειρήσεων 2009, χωρίς τράπεζες και ασφάλειες

 

Χώρες

Ίδια Κεφάλαια

Μακροπρόθεσμες Υπ.

Βραχυπρόθεσμες Υπ.

 

 

 

 

Γερμανία

23%

40%

37%

Ισπανία

26%

47%

27%

Ιταλία

28%

45%

27%

Γαλλία

30%

39%

31%

Ιαπωνία

37%

32%

31%

Κίνα

37%

21%

41%

Η.Π.Α.

38%

43%

19%

Μ. Βρετανία

38%

34%

28%

Ινδία

39%

38%

23%

Ελλάδα*

42%

35%

22%

* Από τις επιχειρήσεις του ΧΑΑ 20, εκτός τραπεζών και holding

Πηγή: McCinsey & Company

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα ΙΙ, οι γερμανικές εταιρείες έχουν πολύ μικρά Ίδια Κεφάλαια. Επίσης, υψηλές συγκριτικά βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις,  γεγονός που σημαίνει ότι, θα χρειασθούν σύντομα νέα, επί πλέον χρήματα – πόσο μάλλον εάν συνεχίσουν να επεκτείνονται στις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Από την άλλη πλευρά, το γερμανικό δημόσιο χρέος, όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί, είναι βραχυπρόθεσμα χρηματοδοτημένο – οπότε θα απαιτήσει επίσης μεγαλύτερα κεφάλαια,

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Διαπραγματεύσιμα ομόλογα του γερμανικού δημοσίου (συνολικού ύψους 1,1 τρις €), με ημερομηνία καταγραφής τις 12.12.2010

 

Χρόνος λήξης

Ποσοστό επί του συνόλου

 

 

0-2    έτη

34%

2-5    έτη

26%

5-10   έτη

25%

10-30 έτη

15%

Σημείωση: Η μέση απόδοση των ομολόγων είναι 1,86% – μία αύξηση των επιτοκίων μόλις κατά 150 μονάδες βάσης, θα σήμαινε αύξηση των τόκων κατά 14,4 δις € ετησίως, σύμφωνα με τη σημερινή δομή του γερμανικού χρέους. Η Γερμανία θα χρειασθεί δάνεια ύψους 302 δις € για το 2011 – η Ιταλία και η Γαλλία ακόμη περισσότερα.

Πηγή: McCinsey & Company

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Κλείνοντας, ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η χρηματοδότηση τόσο των επιχειρήσεων, όσο και των κρατών είναι βραχυπρόθεσμη – κυρίως λόγω των συνεχώς χαμηλότερων επιτοκίων του παρελθόντος. Στην περίπτωση όμως που θα αλλάξει η τάση, γεγονός που προβλέπεται να συμβεί πολύ σύντομα, η δομή αυτή των χρεών θα προκαλέσει αφενός μεν άνοδο του κόστους δανεισμού, αφετέρου δε θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τα επιτόκια, λόγω της μεγαλύτερης ζήτησης που θα ακολουθήσει.

 

Ο ΥΠΕΡΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

 

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τόσο η υπερχρέωση, όσο και η προβλεπόμενη «μετανάστευση» των κεφαλαίων στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, θα δυσχεράνει τις προσπάθειες εξόδου των ισχυρών κρατών από την χρηματοπιστωτική κρίση, με τη βοήθεια του «επαναπληθωρισμού» (reflation) – ενώ θα λειτουργήσει υπέρ της αύξησης των επιτοκίων. Ο Πίνακας ΙV τώρα είναι χαρακτηριστικός, σε σχέση με τους τόκους που καλούνται σήμερα να πληρώσουν τα κράτη – όταν τα βασικά επιτόκια των δυτικών κεντρικών τραπεζών είναι σχεδόν μηδενικά.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: Τόκοι χρηματοδότησης των ελλειμμάτων προϋπολογισμού, στις χώρες του ΟΟΣΑ* για το 2010 (εκτιμήσεις), σε ποσοστά επί του ΑΕΠ

 

Χώρα

Τόκοι σε ποσοστά επί του ΑΕΠ

 

 

Ιρλανδία

5,5%

Ελλάδα

5,3%

Ιταλία

4,3%

Βέλγιο

3,3%

Πορτογαλία

2,9%

Γερμανία

2,2%

Γαλλία

2,1%

Μ. Βρετανία

2,1%

Η.Π.Α.

1,7%

Ισπανία

1,6%

Ιαπωνία

1,2%

Σουηδία

0,7%

Δανία

0,5%

Καναδάς

0,4%

* Ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 1,7%

Πηγή: ΟΟΣΑ

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Από τον Πίνακα ΙV διαπιστώνουμε σχετικά εύκολα, αφενός μεν ποιες χώρες είναι σε δύσκολη θέση, αφετέρου το πρόβλημα που θα δημιουργηθεί σε πολλές άλλες, εάν υποχρεωθούν να διασώσουν τον ασθενή ιδιωτικό τους τομέα (Μ. Βρετανία. Ισπανία κλπ), με την ταυτόχρονη αύξηση των επιτοκίων δανεισμού.   

Συνεχίζοντας, θεωρούμε σκόπιμο να συμπληρώσουμε τον Πίνακα V, στον οποίο αναφέρονται οι πιο ασφαλείς χώρες, όσον αφορά τις τοποθετήσεις σε ομόλογα του δημοσίου τους.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Οι 10 πλέον ασφαλείς χώρες για τους διεθνείς επενδυτές, το 2010

 

Α/Α

Χώρα

Μονάδες βάσης πιστωτικών παραγώγων

 

 

 

1

Νορβηγία

23

2

Φιλανδία

34

3

Σουηδία

34

4

Ελβετία

41

5

Η.Π.Α.

42

6

Χονγκ Κονγκ

45

7

Δανία

46

8

Αυστραλία

50

9

Γερμανία

59

10

Σαουδική Αραβία

75

Πηγή: Financial Times

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Από τον Πίνακα V φαίνεται καθαρά ότι, οι πλέον ασφαλείς χώρες παραμένουν οι Σκανδιναβικές για τους επενδυτές – παρά το μεγάλο κοινωνικό κράτος τους. Η Γερμανία είναι η μοναδική χώρα της Ευρωζώνης με παρουσία στον πίνακα προτίμησης, έχοντας όμως χάσει σε σχέση με το παρελθόν (ήταν στην 5η θέση) – γεγονός που οφείλεται κυρίως στην κρίση χρέους, η οποία «μαστίζει» τη ζώνη του Ευρώ, χωρίς δυστυχώς να αναζητούνται ριζικές λύσεις. Εάν συνυπολογίσουμε δε την παγίδα των ομολόγων, στην οποία φαίνεται να είναι εκτεθειμένες οι ευρωπαϊκές τράπεζες, η κατάσταση θα γίνει «αποπνικτική» για την ηγετική δύναμη της Ευρωζώνης –  φυσικά και για όλες τις υπόλοιπες. 

Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι δεν θα υπάρξει συμμαχία των δύο υπερδυνάμεων, των Η.Π.Α. δηλαδή με την Κίνα – γεγονός που θα έκανε ακόμη δυσκολότερη τη θέση της Ευρώπης (άρθρο μας). Εν τούτοις, επειδή είναι ένας «αστάθμητος παράγοντας», ο οποίος όμως οφείλει να συνυπολογισθεί στο σχεδιασμό των περαιτέρω «βημάτων» της ΕΕ (τα οποία πρέπει να πάψουν πλέον να καθυστερούν επικίνδυνα), δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να τον παραβλέψουμε. Ιδιαίτερα επειδή ένα τέτοιο σενάριο «ταιριάζει» με το παρελθόν – όπου η τότε «παρακμάζουσα» Μ. Βρετανία συμμάχησε με τις Η.Π.Α., εξελισσόμενη στη συνέχεια σε «προτεκτοράτο» της υπερδύναμης.

 

ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

‘Όπως έχουμε τονίσει πολλές φορές στο παρελθόν θεωρούμε ότι η χώρα μας, εάν δεν οδηγούταν στο ΔΝΤ (άρθρο μας), θα μπορούσε κάλλιστα να ανταπεξέλθει με τα προβλήματα της Οικονομίας της – τα οποία θα προέκυπταν, ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Απαραίτητη προϋπόθεση θα ήταν βέβαια η θέληση να αντιμετωπισθούν ενεργητικά και υπεύθυνα – τόσο από τους Πολίτες, όσο και από την κυβέρνηση μας, χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση τρίτων (ΔΝΤ, ΕΕ).

Θα μπορούσε ίσως να ισχυρισθεί κανείς ακόμη ότι, η κρίση μάλλον ωφέλησε, παρά έβλαψε την Ελλάδα, αφού το βασικότερο πρόβλημα της ήταν η σχεδόν τριακονταετής «κακοδιαχείριση», η λεηλασία καλύτερα του κράτους, από μία «ομάδα» ιδιοτελών «πολιτικών», οι οποίοι «σφετερίζονταν» την εξουσία για την εξουσία – με τη βοήθεια φυσικά ενός αριθμού ιδιοτελών επιχειρηματιών, ΜΜΕ και απλών πολιτών, οι οποίοι αποκόμιζαν οφέλη από τη στήριξη που παρείχαν, στα πλαίσια μίας «συλλογικής» διαπλοκής και διαφθοράς (άρθρο μας). Ουσιαστικά βέβαια το σημαντικότερο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το οικονομικό, αλλά το πολιτισμικό – πιθανότατα σαν επακόλουθο της «υποδούλωσης» της χώρας μας για πάρα πολλούς αιώνες, σε έναν κατά πολύ χαμηλότερο, ασιατικό «πολιτισμό».   

Ευτυχώς λοιπόν, παραδόξως με τη βοήθεια της κρίσης (με την έννοια ότι δεν είναι το μοναδικό κράτος σήμερα, το οποίο αντιμετωπίζει προβλήματα επιβίωσης) προσφέρεται μία μοναδική δυνατότητα στην Ελλάδα, να επιλύσει «δομικά» προβλήματα πολλών δεκαετιών. Επίσης, η κρίση βοήθησε να συνειδητοποιήσουν οι Πολίτες της ότι, με την ψήφο τους, επιλέγουν αυτούς που διαχειρίζονται τα οικονομικά του σπιτιού τους, ενώ φροντίζουν για το μέλλον των παιδιών τους – καθώς επίσης τόσο για την ελευθερία, όσο και για την κοινωνική «δομή» ή την εθνική τους κυριαρχία, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλών συνόρων της πατρίδας τους.       

Περαιτέρω, για να μπορέσει η Ελλάδα να λειτουργήσει σωστά, αξιοποιώντας στο έπακρο τόσο το φυσικό, όσο και τον ανθρώπινο πλούτο της, χωρίς να λεηλατηθεί από τους συνδίκους του διαβόλου, οφείλει να παραμείνει ενωμένη σε όλα τα επίπεδα της (συναίνεση των πολιτικών κομμάτων, πειθαρχία των Πολιτών, υιοθέτηση κάποιων επώδυνων αλλά απαραίτητων μέτρων με δική της πρωτοβουλία κλπ). Επίσης, να εκμεταλλευθεί όλες τις δυνατότητες που έχει στη διάθεση της, λαμβάνοντας θαρραλέες αποφάσεις – όπως η διαγραφή μέρους των χρεών της, των επαχθών φυσικά, διαπραγματευόμενη σωστά με τους δανειστές της και παραμένοντας μέλος της Ευρωζώνης (μέχρι τη στιγμή που ενδεχομένως θα αποσύρονταν όλα μαζί τα κράτη-μέλη ή θα λαμβάνονταν ριζικές αποφάσεις).

Άλλωστε ο προϋπολογισμός επιτρέπει την περαιτέρω διατήρηση της αυτονομίας της χώρας μας, αφού τα έσοδα μπορούν να καλύψουν όλες τις δαπάνες – με εξαίρεση τα υψηλά χρεολύσια, καθώς επίσης τους τοκογλυφικούς τόκους, οι οποίοι επιβαρύνουν δυσανάλογα την εξόφληση των χρεών μας.

Ο Πίνακας VΙ που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός, σε σχέση με τη θέση της χώρας μας η οποία, όπως έχουμε επανειλημμένα αναφέρει, έχει το μικρότερο συνολικό χρέος στην Ευρωζώνη – καθώς επίσης πάρα πολλά δημόσια περιουσιακά στοιχεία:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ VI: ΑΕΠ, έσοδα και δαπάνες σε εκ. € – ποσοστά επί του εκάστοτε ΑΕΠ

 

Στοιχεία

2009

% επί ΑΕΠ

2010 (Εκτιμήσεις)

% επί ΑΕΠ

 

 

 

 

 

ΑΕΠ

237.494

 

236.100

 

 

 

 

 

 

Έσοδα

48.491

20,42%

52.700

22,32%

 

 

 

 

 

Δαπάνες

 

 

 

 

Μισθοί

17.989

7,57%

15.790

6,69%

Ασφάλιση*

16.875

7,11%

15.089

6,39%

Συντάξεις

6.487

2,73%

6.230

2,63%

Λειτουργικές**

9.425

3,97%

8.702

3,69%

 

 

 

 

 

Ενδιάμεσο σύνολο

50.776

21,38%

45.811

19,40%

 

 

 

 

 

ΠΔΕ

9.588

4,04%

9.000

3,81%

Τόκοι

12.325

5,19%

13.209

5.59%

* Ασφάλιση, περίθαλψη, κοινωνική προστασία

** Λειτουργικές, επιχορηγήσεις, καταναλωτικές

Πηγή: Προσχέδιο προϋπολογισμού 2011

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα VI, τα δημόσια έσοδα υπερκαλύπτουν το 2010 τις δαπάνες για μισθούς, ασφάλιση, συντάξεις και επιχορηγήσεις, καθώς επίσης ένα μέρος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Μία καλύτερη δε διαχείριση των δαπανών, χωρίς περαιτέρω «επιδείνωση» των φόρων, σε συνδυασμό με την αύξηση των εσόδων, μέσα από την καλύτερη λειτουργία του δημοσίου, θα έλυνε ένα μεγάλο μέρος των προβλημάτων μας. Σε κάθε περίπτωση, ο δανεισμός μας από τους ΔΝΤ-ΕΕ εξυπηρετεί μόνο την αποπληρωμή των πιστωτών μας – όπως τεκμηριώνεται από τις υποχρεώσεις μας απέναντι τους.

Σε σχέση τώρα με τα επί μέρους μεγέθη του Πίνακα VI, καθώς επίσης με τον τρόπο που μπορούν να διαμορφωθούν, τα εξής:    

(α)  Η αύξηση των δημοσίων εσόδων: Θα μπορούσε να προέλθει τόσο από την αποτελεσματικότερη λειτουργία του δημοσίου, όσο και από την άνοδο του ΑΕΠ. Έχοντας εξαγωγές της τάξης των 25,76 δις $ το 2007 (άρθρο μας), έναντι 50,72 δις $ της Πορτογαλίας, θα μπορούσαμε προφανώς να τις διπλασιάσουμε, επιτυγχάνοντας μία αύξηση του ΑΕΠ μας κατά 20 δις € (μόνο από τις εξαγωγές).

Με έσοδα που αντιστοιχούν στο 22,32% του ΑΕΠ μας το 2010, η άνοδος του κατά 20 μόνο δις €, θα συνεισέφερε στον προϋπολογισμό περί τα 4,46 δις € – περίπου δηλαδή όσο και η μείωση των μισθών, συντάξεων, ασφαλιστικών εισφορών και επιχορηγήσεων που δρομολογήθηκε το 2010, προκαλώντας ύφεση της τάξης του -4,5% (η οποία ουσιαστικά μας κόστισε ονομαστική απώλεια του ΑΕΠ κατά 10 δις € – επομένως εσόδων κατά 2,2 δις €, συν το κόστος της ανεργίας). Εάν απλά προσθέσουμε τα δύο αυτά νούμερα, τότε θα μπορούσαμε να είχαμε 6,66 δις € περισσότερα έσοδα, χωρίς να χρειασθούν καθόλου περικοπές.    

(β)  Οι μισθοί: Δαπανήθηκαν 15,79 δις € σε καθαρούς μισθούς, οι οποίοι αφορούν το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων (760.000). Επομένως, ο μέσος καθαρός μισθός του εκάστοτε ΔΥ ανέρχεται (2010) στα 20.776 € ετήσια ή στα 1.731 € μηνιαία (12 μήνες). Μία ενδεχόμενη περικοπή τους κατά 20%, θα «εξοικονομούσε» 3,15 δις € ετήσια, συν τις ανάλογες κρατήσεις – ήτοι περί τα 6,3 δις €, περιορίζοντας τους καθαρούς μισθούς στα επίπεδα του 2003 (12,079 δις €). Όμως, ποτέ μέχρι σήμερα οι εργαζόμενοι δεν αποδέχθηκαν μείωση των ονομαστικών αμοιβών τους, ενώ θα είχε αρνητικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη και στο ΑΕΠ της Ελλάδας.

Εναλλακτικά θα μπορούσε να επιλέξει κανείς τις απολύσεις – αυτών βέβαια που προσλήφθηκαν με «κομματικά κριτήρια», χωρίς να είναι απαραίτητοι. Εν τούτοις, δεν νομίζουμε ότι θα ήταν ένα περισσότερο αποτελεσματικό μέτρο, αφού θα επιβάρυνε κατ’ αρχήν τον προϋπολογισμό, με τα κόστος των ανέργων και στη συνέχεια τα νοικοκυριά – τα οποία θα έπρεπε να φροντίζουν τους ανέργους από τα δικά τους έσοδα ή περιουσιακά στοιχεία.

Το ίδιο ποσόν χρημάτων θα μπορούσε να «εξοικονομηθεί» από τη φορολόγηση των πολυεθνικών επί του τζίρου τους, κατά το παράδειγμα της Ουγγαρίας – κάτι που θα ήταν ασφαλώς προτιμότερο, αφού δεν θα επιβάρυνε άδικα τους Έλληνες Πολίτες, οπότε δεν θα είχε «επακόλουθα» στην κατανάλωση και στο ΑΕΠ της Ελλάδας

(γ) Οι συντάξεις και οι επιχορηγήσεις: Θεωρούμε κοινωνικά άδικο τον περαιτέρω περιορισμό των συντάξεων, ενώ οι «επιχορηγήσεις» θα μπορούσαν να μειωθούν ανάλογα με τους μισθούς – ήτοι κατά 20% (1,74 δις €).    

(δ) Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων: Όπως γνωρίζουμε, ο κρατικός προϋπολογισμός περιλαμβάνει δύο «σκέλη»: τον Τακτικό Προϋπολογισμό (ΤΠ) και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ). Οτιδήποτε χρεώνει κάποιος δημόσιος φορέας (Υπουργείο κτλ.) στον Τακτικό Προϋπολογισμό, πρέπει να εγγραφεί σε κάποιον ΚΑΕ (Κωδικός Αριθμός Εξόδου) και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αντίθετα, ότι χρεώνει κάποιος φορέας στο ΠΔΕ, εγγράφεται σε κάποια ΣΑΕ (Συλλογική Απόφαση Έργου) και δεν ανήκει στη «δημοσιευτέα ύλη» της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.

Το ποιά ακριβώς είναι τα «νομικά πρόσωπα» (Κρατικά ΝΠΙΔ και Α.Ε. του Δημοσίου στην πλειοψηφία τους), στα οποία τελικά καταλήγουν τα χρήματα του ΠΔΕ, υπάρχει μόνο σε εσωτερικά έγγραφα κάθε Υπουργείου, τα οποία δεν δίνονται στη δημοσιότητα (είναι σχεδόν αδύνατον να τα βρει κάποιος πολίτης). Αρκετοί Πολίτες όμως, όταν ακούν τη λέξη «Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων», νομίζουν ότι πρόκειται για χρήματα που οδηγούνται αποκλειστικά σε δημόσια έργα. Στην πραγματικότητα βέβαια, ένα μεγάλο μέρος του ΠΔΕ αποτελεί τη μισθοδοσία των κρατικών «λειτουργών», οι οποίοι απασχολούνται στα Κρατικά ΝΠΙΔ και στις Α.Ε. του Δημοσίου (πιστεύεται ότι οι διαδικασίες εδώ δεν είναι τόσο διαφανείς, ενώ εξυπηρετούνται άλλοι, μάλλον «παραπολιτικοί» σκοποί).

Ειδικά όσον αφορά τα Κρατικά ΝΠΙΔ και τις Α.Ε. του Δημοσίου, πρόκειται για την προσπάθεια του κράτους να «συνδυασθεί» η ευελιξία του ιδιωτικού τομέα, με τη θεσμική και οικονομική ενίσχυση από το Δημόσιο (εποπτεία από τον αρμόδιο υπουργό, ίδρυση αποκλειστικά με κεφάλαια ή/και με περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, το οποίο καταβάλλει επίσης τυχόν ελλείμματα κλπ) – κάτι που συνεπάγεται την υπαγωγή τους σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αρχών και αξιών.

Φυσικά, το γεγονός της πραγματικής και «νοητικής» σύνδεσης με το δημόσιο τομέα, ουσιαστικά «νοθεύει» τη λειτουργία τους, ως προς την «αμιγώς» υπαγωγή τους στους κανόνες της  ιδιωτικής οικονομίας – ενώ θα έπρεπε να επιβάλλει την τήρηση κανόνων  δεοντολογίας και γενικών αρχών περί διαφάνειας και λογοδοσίας της διαχείρισης δημοσίου χρήματος.

Χωρίς να επεκταθούμε σε περισσότερες «ιδιότυπες» λεπτομέρειες, θεωρούμε ότι μία περισσότερο «ορθολογική» διαχείριση του ΠΔΕ, στο οποίο «εισρέουν» αρκετά χρήματα από την ΕΕ, μειώνοντας τα ελλείμματα του (περί τα -7,5 δις € το 2009), θα μπορούσε να εξοικονομήσει τουλάχιστον 30% στον προϋπολογισμό, χωρίς να επηρεάσει τα έργα του δημοσίου – ήτοι, περί τα 2,7 δις €.

(ε)  Οι τόκοι: Φαίνεται ότι, το μέσο επιτόκιο για συνολικό δανεισμό του δημοσίου περί τα 340 δις €, διαμορφώθηκε στο 3,89% το 2010. Εάν υποθέσουμε ότι, το επιτόκιο θα αυξηθεί κάποια στιγμή στο 5,3% (δάνειο μηχανισμού στήριξης), τότε ο προϋπολογισμός θα επιβαρυνθεί στο μέλλον με περίπου 18 δις € (4,8 δις € περισσότερα από το 2010), συν το κόστος των ελλειμμάτων των επομένων ετών – ενώ υπάρχει ο φόβος περαιτέρω αυξήσεων των επιτοκίων, όπως αναλύσαμε στο κείμενο μας.

Επομένως, θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να καλυφθούν οι τόκοι, εάν δεν μηδενισθεί το χρέος με τη δική μας συμβολή (άρθρο μας) ή εάν δεν περιορισθεί με τη διαγραφή μέρους του – σύμφωνα φυσικά με τα «δικαιώματα μας» (επαχθές χρέος από την «πολιτική διαφθορά» και τις υπερτιμολογήσεις των πολυεθνικών), ταυτόχρονα με την εύλογη εξόφληση των γερμανικών αποζημιώσεων, οι οποίες υπολογίζεται ότι ξεπερνούν σημαντικά τα 70 δις € (ενδεχομένως πλησιάζουν τα 160 δις €).

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Είναι εμφανές ότι, ο προϋπολογισμός μας έχει τη δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα της χώρας μας – ενώ μπορούν να αυξηθούν τα έσοδα κατά τουλάχιστον 6,66 δις € χωρίς επί πλέον φόρους, καθώς επίσης να μειωθούν οι δαπάνες κατά 10,74 δις € – έστω με μεγάλες προσπάθειες εκ μέρους όλων μας, κυρίως βέβαια της κυβέρνησης μας. Συνολικά δηλαδή, τα έσοδα θα μπορούσαν να ανέλθουν στα 59 δις €, ενώ οι δαπάνες (χωρίς τους τόκους) στα 44 δις € (στα επίπεδα περίπου του 2004). Η διαφορά εσόδων-εξόδων, τα πρωτογενή πλεονάσματα δηλαδή ύψους 15 δις € (5,77% επί ενός εφικτού ΑΕΠ, ύψους 260 δις €), θα μας επέτρεπαν την πληρωμή ανάλογων τοκοχρεολυσίων – με αποτέλεσμα να πάψει επιτέλους να αυξάνεται το δημόσιο χρέος, αρχίζοντας να μειώνεται σταδιακά.     

Επομένως, έχουμε την ευκαιρία να ξεφύγουμε από την κρίση, ανακτώντας την εθνική μας κυριαρχία, καθώς επίσης δημιουργώντας εκείνες τις προϋποθέσεις ανάπτυξης, τις οποίες έχει απόλυτη ανάγκη η χώρα μας. Έτσι, θα μπορούσαμε να γίνουμε πράγματι η ωραιότερη, η πλουσιότερη, καθώς επίσης η πιο πολιτισμένη χώρα της Ευρώπης (άρθρο μας) – αρκεί φυσικά να βιαστούμε, με έργα και όχι με λόγια, πριν μας εμποδίσουν οι προβλεπόμενες εξελίξεις (τόσο στους τομείς των επιτοκίων, όσο και σε αυτούς των δανειακών κεφαλαίων).   

Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι, η επαναγορά ομολόγων εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου από τη δευτερογενή αγορά, με έκπτωση 20-30%, με τη βοήθεια του μηχανισμού στήριξης (EFSF), έτσι όπως σχεδιάζεται σήμερα, είναι μάλλον αδύνατον να λειτουργήσει. Η επιτυχία του «σχεδίου» αυτού προϋποθέτει την ύπαρξη αγορών χαμηλού διανοητικού επιπέδου, τις οποίες μπορεί κανείς να «ξεγελάσει» – γεγονός που θεωρούμε ότι αποτελεί μεγάλη πλάνη, κρίνοντας από τις μέχρι σήμερα «κινήσεις» αυτών που «κατευθύνουν» τα διεθνή κεφάλαια. Εκτός αυτού, τέτοιες «κινήσεις» δεν προαναγγέλλονται, αφού τότε η αξία των ομολόγων, «ενδυναμωμένη» από τις καλύτερες προοπτικές εξόφλησης τους, αυξάνεται ανάλογα – όπως εύκολα αποδεικνύεται από τη μείωση των Ελληνικών spreads, ερμηνεύοντας την ταυτόχρονα.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 27. Ιανουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.x-hellenica.gr/PressCenter/Articles/2270.aspx

Κατρακυλάμε συνεχώς στα εθνικά θέματα

Κατρακυλάμε συνεχώς στα εθνικά θέματα

 

Του Βασίλειου Μαρκεζίνη

[Συνέντευξη στο Νίκο Μελέτη]


 

Με την προειδοποίηση ότι, «από την απαράδεκτη συναινετικότητα, κυλάμε στην εύκολη παράδοση» ο ακαδημαϊκός Βασίλειος Μαρκεζίνης παρεμβαίνει στις πολιτικές εξελίξεις με τη συνέντευξή του στο «Εθνος της Κυριακής». Ο γνωστός ακαδημαϊκός, απαντώντας στις ερωτήσεις που θέσαμε υπόψη του, περιγράφει το δυσμενές πλαίσιο που διαμορφώνεται για τα εθνικά ζητήματα, υποβάλλει προτάσεις και απευθύνεται προς την κοινή γνώμη, με το μήνυμα ότι το μνημόνιο δεν σημαίνει και αποδοχή απεμπόλησης κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Τέσσερα χρόνια μιλάτε και γράφετε με κεντρικό μοτίβο την ιδέα ότι η εξωτερική μας πολιτική δεν είναι ελληνική αλλά ξενοκίνητη. Πού στηρίζετε αυτήν τη μελαγχολική σκέψη;


Σε τέσσερα επιχειρήματα. Πρώτον: στο γεγονός ότι, ενώ η Αμερική μάς χαρακτηρίζει συνεχώς «στρατηγικούς εταίρους», δεν παύει ούτε στιγμή να κινείται εναντίον των συμφερόντων μας. Θυμηθείτε τον ρόλο της στα Ιουλιανά, στη δικτατορία, στην επιχείρηση της Κύπρου το ’74, στην προσπάθεια να εμποδίσει τον ερχομό του Ανδρέα το ’81, στον πόλεμο κατά της Σερβίας, στη βοήθεια προς την πΓΔΜ (ακόμα και στη σύνταξη των επιστολών των Σκοπιανών προς την ελληνική κυβέρνηση), στην αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου (με όλες τις συνέπειες που αυτή μπορεί να έχει μια μέρα για εμάς), στις συνεχείς προσπάθειες να εμποδίσει τις πρωτοβουλίες μας στο πεδίο των αγωγών, στα εμπόδια που έθεσε στην πρόθεσή μας να προμηθευτούμε ρωσικούς οπλισμούς. Θυμηθείτε, λοιπόν, αυτές και τόσες άλλες περιπτώσεις και θα δείτε πόσο αφερέγγυα, κυνική και αδίστακτη είναι η «φίλη» αυτή χώρα στις δημόσιες σχέσεις της. Οποιος θεωρεί άδικη αυτή την κρίση, ας διαβάσει την Wikileaks για να δει τους Αμερικανούς μέσα από τα δικά τους λόγια!

Δεύτερον: φοβάμαι όμως ακόμη περισσότερο εκείνους τους Ελληνες – πολιτικούς, δημοσιογράφους και κρατικά επιδοτούμενους (απαράδεκτο σε στιγμές μεγάλης φτώχειας) οργανισμούς (ως, π.χ., το ΕΛΙΑΜΕΠ) που πείθουν τον εαυτό τους ότι συμφέρει την πατρίδα τους να είναι οι ίδιοι αρεστοί (αν όχι, ίσως, και υποχωρητικοί) στους Αμερικανούς. Οι κυνικά διακείμενοι θα μπορούσαν να διατυπώσουν τη γνώμη ότι οι φαντασιώσεις αυτές δεν διαφέρουν και τόσο από την εγκληματική άγνοια του συμφέροντος της πατρίδας μας, αλλα ας το αφήσουμε αυτό γι’ άλλη συζήτηση.

Τρίτον: φοβάμαι την αυξανόμενη λαιμαργία των Τούρκων, ορατή σε όλα τα σύγχρονα πεδία δράσης τους και γνωστή υπό το όνομα «νεο-οθωμανισμός», η οποία λαμβάνει τρομακτική υποστήριξη από τους Αγγλοσάξoνες.

Τέλος, με ανησυχεί η (επιτυχημένη) επικοινωνιακή πολιτική της παρούσας κυβέρνησης, η οποία χρησιμοποιεί την οικονομική κρίση τόσο ως μοχλό εκφοβισμού και πειθάρχησης των δυστυχούντων συμπολιτών μας όσο και ως δικαιολογία για μια πιθανή απεμπόληση των εθνικών δικαιωμάτων μας. Και αν τολμήσει κάποιος να διατυπώσει άλλη σκέψη, αμέσως θα τον «λεκιάσουν» ως φιλοπόλεμο. Αυτή δεν είναι δημοκρατία, είναι τρομοκρατία!


Αναφέρεστε σε κάτι συγκεκριμένο;


Σε δύο χτυπήματα που προβλέπω ότι θα έλθουν απανωτά. Το πρώτο το προβλέπω εδώ και καιρό. Αναφέρομαι στη συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο. Το δεύτερο είναι το μειονοτικό «θέμα» στη Θράκη, το οποίο σιγά σιγά μεταμορφώνεται σε «πρόβλημα» πρώτου μεγέθους, αν και λίγοι το καταλαβαίνουν και ακόμη λιγότεροι θέλουν καν να το σκέφτονται!
Για περισσότερες λεπτομέρειες ως προς το πρώτο θέμα, παραπέμπω στο αποκαλυπτικό άρθρο των κ. Λυγερού και Κωνσταντακόπουλου στον «Κόσμο του Επενδυτή» της 27ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με «άκρως απόρρητο» κείμενο του υπουργείου Εξωτερικών, το περιεχόμενο του οποίου και ο δημόσια μη γνωστός τρόπος γενέσεώς του, όμως, είναι ενδεικτικά του πώς δουλεύει (ή δεν δουλεύει) το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Επιπλέον, η υβριστική αντίδραση του εκπροσώπου του τελευταίου αποδεικνύει -για πολλούς- ότι ο συντάκτης του κειμένου ευθαρσώς προειδοποίησε τους διαπραγματευτάς μας για τους κινδύνους που συνεπάγονται για τα εθνικά συμφέροντα αυτά που συζητούν με τους Τούρκους.

Για το «Θρακικό Πρόβλημα» παρατηρώ τρία πράγματα. Πρώτον: το θέμα των μειονοτικών ομάδων της Θράκης ?και υπενθυμίζω ότι είναι τρεις, όχι μία? όπως άλλωστε και το θέμα της πΓΔΜ, το έχουμε κάνει πιο δυσχερές εμείς οι Ελληνες, είτε με το να αφήνουμε την κατάσταση να χειροτερεύει μόνη της με την πάροδο του χρόνου είτε με το να ενεργούμε οι ίδιοι με κομματικά ή προσωπικά κριτήρια. Περαιτέρω, με το να φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε σε μειονοτικές ομάδες δικαιώματα που επιβάλλουν όχι μόνο οι διεθνείς μας υποχρεώσεις αλλά και ο ίδιος ο πολιτισμός μας και συγχρόνως να είμαστε εξαιρετικά ενδοτικοί στις δραστηριότητες του Τουρκικού Προξενείου της Κομοτηνής.
Δεύτερον: δεν βλέπω, αλλά και αμφιβάλλω εάν υπάρχουν σχέδια για το μέλλον, όταν οι Τούρκοι, έχοντας (με τη βοήθειά μας) «λύσει» τα προβλήματά τους στο Αιγαίο, στρέψουν την προσοχή τους στη Θράκη, όπως μας έχει ήδη προειδοποιήσει ο κ. Νταβούτογλου.
Είναι αίσχος πλην όμως αληθές το να πει κανείς ότι μια τέτοια εξέλιξη (εμμέσως) ενθαρρύνεται από το ελληνικό κράτος το οποίο συνεχώς: (α) παραχωρεί τις εξουσίες του σε θεσμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης χωρίς να διασφαλίσει ότι ακραίοι κύκλοι που κινούνται στους κόλπους και των κομμάτων δεν θα τους μετατρέψουν σε θεσμούς «αυτονομίας» ειδικά σε περιοχές που τους ευνοεί η συγκέντρωση πληθυσμού, (β) παραβλέπει τη δημογραφική εξέλιξη στην περιοχή, η οποία ΔΕΝ ευνοεί τους Ελληνες χριστιανούς.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, πόσος άραγε χρόνος θα χρειαστεί προτού οι Τούρκοι αρχίσουν να μιλούν περί «αυτόνομου» ή «ανεξάρτητου κρατιδίου (το οποίο σε πρώτη φάση θα περιλαμβάνει τις ελληνικές μουσουλμανικές περιοχές και σε δεύτερη θα προσθέσει τους γειτονεύοντες μουσουλμάνους της Βουλγαρίας) με βάση τις αρχές του Κοσσυφοπεδίου; Βεβαίως, τις αρχές αυτές οι Αγγλοσάξονες τις απορρίπτουν όταν δεν τους συμφέρουν (βλ. αίτημα Σέρβων της Βοσνίας).  Σίγουρα, όμως, θα έβλεπαν με «καλό μάτι» οτιδήποτε ευχαριστούσε τη «φίλη Τουρκία».

Και μία τελευταία σκέψη-ερώτηση: κινδυνολογώ χωρίς λόγο; Οχι. Προειδοποιώ, δεν κινδυνολογώ.
Αλλά, και αν ακόμη το δεύτερο συμβαίνει στα μάτια όσων εξ επαγγέλματος έχουν την πρόθεση να παρεξηγούν και την ικανότητα να απλοποιούν, αναλαμβάνω την ευθύνη των απόψεών μου, μια και θεωρώ αναγκαίο αυτά τα θέματα να συζητηθούν εγκαίρως και ευρέως και να μην αποφασίζονται από μια κυβέρνηση που, προφανώς πλέον, δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει τη στήριξη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού!


Οι απόψεις σας αυτές πιστεύετε ότι μπορεί να έχουν απήχηση και να βρίσκουν υποστηρικτές;

Θα ήθελα να πιστεύω ότι η καλοζωία, ο καταναλωτισμός και ο υλισμός της εποχής μας, σε συνδυασμό με τη συμφεροντολογία ενός εν πολλοίς ανυπόληπτου Τύπου, δεν έχουν διαβρώσει εντελώς τη φιλοπατρία και τη λεβεντιά της πατρίδας μου. Αλλά, και αν κάνω λάθος, δεν με νοιάζει. Γιατί υπάρχουν στιγμές στη ζωή κάθε ανθρώπου ?εξαιρουμένων, βεβαίως, των φιλοχρήματων οπορτουνιστών? όπου έκαστος κάνει αυτό που του υπαγορεύουν η συνείδησή του, η παράδοσή του, η φιλοπατρία του και η όση συναίσθηση καθήκοντος μπορεί να έχει.

Τι σημαίνει αυτό; Aς μην ξεχνάμε ότι μπορεί να υπογράψαμε -καλώς ή κακώς – το μνημόνιο, που συνεπάγεται απαράδεκτους περιορισμούς στην άσκηση της οικονομικής μας πολιτικής. Ουδέποτε όμως, εξ όσων γνωρίζω, υπογράψαμε μνημόνιο που μας αναγκάζει να απεμπολήσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα.

Ως εδώ, λοιπόν, κύριοι και μη παρέκει! Η στιγμή που αυτό το σύνθημα θα γίνει δεκτό πλησιάζει και θα ακουσθεί τρανταχτά στους δρόμους.

 

Ερχονται χτυπήματα σε Θράκη και Αιγαίο.

 

Για να επανέλθουμε στο Καστελόριζο: η τμηματική, ας την ονομάσουμε έτσι, διαπραγμάτευση θεωρείτε ότι διευκολύνει την επίλυση των προβλημάτων των δύο χωρών;

Οχι, για δύο λόγους.Πρώτον: γιατί πάντα λέγαμε, μέχρις ότου άλλαξε τα πράγματα ο κ. Σημίτης στη Μαδρίτη, ότι εμείς ένα πρόβλημα παραδεχόμαστε μόνο και αυτό ήταν το πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας. Σταδιακά, η λίστα de facto διευρύνθηκε, όπως ήθελαν οι Τούρκοι, οι οποίοι ιστορικά πορεύονται «σιγά σιγά», χωρίς όμως ποτέ να κάνουν πίσω!

Εάν έτσι, λοιπόν, μας κληροδότησαν τα Ιμια και τη Μαδρίτη, τότε πρέπει και εμείς να διατυπώσουμε τα δικά μας «παράπονα» και αυτά δεν αφορούν μόνο τα ζητήματα του Πατριαρχείου που εξάλλου είναι θέματα θρησκευτικών ελευθεριών. Και, ενδεχομένως, θα συμπλήρωνα: «Εφόσον θέλετε να συμπεριφέρεστε έτσι, δεν βλέπουμε για ποιον λόγο εμείς πρέπει να σπεύδουμε, όπως κάκιστα πράττει σήμερα ο κ. Δρούτσας (εντείνων την πολιτική Μπακογιάννη), να πρωτοστατούμε στον ευρωπαϊκό χώρο για την αποδοχή σας ως πλήρους μέλους της ΕΕ».

Αναφορικά τώρα με το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου, εάν δεχτούμε να το αποσυνδέσουμε από τα Δωδεκάνησα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αργότερα η Τουρκία θα εμφανίσει την περιοχή ως νησίδες που επικάθονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα, με απώτερο σκοπό να τους αρνηθεί το δικαίωμα να διεκδικήσουν τη δική τους Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Μπορεί, δηλαδή, η ελληνική παραχώρηση (σήμερα) να διευκολύνει την Τουρκία (αύριο) να επικαλεστεί την αρχή της αναλογικότητας, για να αποκτήσει το υπέδαφος μεγάλης θαλάσσιας περιοχής που από καιρό (και με σχετική ευκολία) οφείλαμε να είχαμε διεκδικήσει και κατοχυρώσει εμείς. Εναλλακτικά ή και επιπλέον οι Τούρκοι θα προσπαθήσουν να εφαρμόσουν στο Καστελόριζο τις ίδιες αρχές που προσπαθούν να μας πείσουν να δεχθούμε ως βάση του διαμελισμού του Αιγαίου. Οπως, λοιπόν, πρότεινα σε πρόσφατη επιστολή που έγραψα με τον Ελληνοαμερικανό καθηγητή κ. Καριώτη, η Ελλάς πρέπει να προχωρήσει στην οριοθέτηση της ΑΟΖ της, τουλάχιστον με την Κυπριακή Δημοκρατία.


Λέτε συχνά ότι η «παράδοση» θα παρουσιασθεί στο κοινό ωραιοποιημένη. Πώς το φαντάζεστε ακριβώς;


Πρώτα απ’ όλα θα βασίζεται σε δύο πυλώνες: τα χρήματα και τους φόβους των ταλαιπωρημένων συμπολιτών μας. Ο πρώτος θα υπερβάλλει πόσο θα ωφεληθούμε από τις γεωτρήσεις.

Ο δεύτερος πυλώνας θα είναι η παρούσα «μουγκαμάρα» των φοβισμένων Ελλήνων που θα υποστούν καταιγισμό δημοσιευμάτων για το πόσο αναγκαίο είναι να δώσουμε ένα τέλος σε μια ατυχή σειρά «πολεμικών συρράξεων» -όπως πρόσφατα και τόσο άστοχα χαρακτήρισε η κυρία Μπακογιάννη την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως και την Επανάσταση του 1821- που αδίκως οι «γλαφυροί πατριώτες» -βλέπε φανατισμένοι προγονοί μας- κατ' επανάληψη παρερμήνευσαν!

Βεβαίως, τι μπορεί ο «κακόμοιρος» Ελληνας να αντιτάξει σ’ έναν τέτοιο καλά χρηματοδοτούμενο -γιατί «λεφτά υπάρχουν» για τέτοιες προσπάθειες- πόλεμο; Θα μπει, λοιπόν, στο καβούκι του, δίκαια θα γίνει ακόμη πιο κυνικός και, δίκαια πάλι, θα ονειρεύεται την ημέρα που αυτός πια θα επιβάλλει από τα κάτω τη δίκαιη τιμωρία.

 

Τι ακριβώς θα κάνατε διαφορετικό από ό,τι πράττει σήμερα ο κ. Δρούτσας;

Εννοείτε τον κ. Παπανδρέου, μια και ο κ. Δρούτσας, ως γνωστόν, είναι ετερόφωτος επιστάτης των πρωθυπουργικών διαταγών.

Πρώτον: θα προκαλούσα -δεν θα απέφευγα- μια δημόσια συζήτηση για όλα αυτά τα θέματα. Το σκότος αρέσει μόνο στους συνωμότες.

Δεύτερον: θα αντέκρουα αυτή την αηδή και συνεχώς προβαλλόμενη φενάκη, από τις γνωστές επιδοτούμενες δεξαμενές σκέψης ότι η Τουρκία τάχα άλλαξε και αιφνιδίως μεταβλήθηκε σε επιστήθια φίλη μας.

Τρίτον: θα καθυστερούσα την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ, επικαλούμενος το συμφέρον της Ευρώπης να μην κληρονομήσει τα προβλήματα που -καθ’ ομολογίαν του ίδιου του κ. Νταβούτογλου- θα έφερνε μαζί της μια πλήρης ένταξη.

Τέταρτον: θα προετοίμαζα, με διάφορους τρόπους, τη μονομερή διακήρυξη των δικαιωμάτων μου στην ΑΟΖ μας και μετά θα προχωρούσα στην οριοθέτησή της.

Πέμπτον: εν συνδυασμώ με τα ανωτέρω, θα ενίσχυα τις δικές μας διαπραγματευτικές δυνατότητες, πλησιάζοντας όλους όσοι μπορούν να μας βοηθήσουν, και δεν θα βασιζόμουν μόνο σ’ αυτούς που μας εγκατέλειψαν στο παρελθόν.

Εκτον: μαζί με όλα τα προηγούμενα, θα ξαναέδινα στους συμπατριώτες μου αυτοπεποίθηση, ενισχύοντας την πίστη τους στο παρελθόν τους, την ιστορία και τη θρησκεία τους, και θα «ξήλωνα» τάχιστα την προπαγάνδα ξένων αλλά και Ελλήνων, η οποία έχει δημιουργήσει αυτό το «κόμπλεξ» ενοχής και κατωτερότητας που μας διακατέχει απέναντι στην Τουρκία.

Τέλος, θα προειδοποιούσα τόσο τους ενδοτικούς πολιτικούς όσο και τα δημοσιοϋπαλληλικά (και επιδοτούμενα) «ακαδημαϊκά δεκανίκια» τους ότι με την παρούσα συμπεριφορά τους πλησιάζουν το οριακό σημείο όπου η πολιτική ευθύνη ενδέχεται να μετατραπεί σε ποινική.

                                                                                                       

ΠΗΓΗ: «E» 8/1/2011, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11378&subid=2&pubid=49734948

Πολιτικό χρέος για την Αριστερά η σύνθεση

Πολιτικό χρέος για την Αριστερά η σύνθεση

 

Της Σοφίας Σακοράφα – Συνέντευξη

[στον Μιχάλη Σιάχο]


 

«Υπάρχει ένα πολιτικό χρέος για τις δυνάμεις της Αριστεράς: να αφουγκραστούν και να κατανοήσουν ότι η κοινωνική ανάγκη για σύνθεση υπερβαίνει την πολιτική λογική του κατατεμαχισμού. Η σύνθεση, όμως, προϋποθέτει κοινή δράση, κοινό μέτωπο. Από τα κάτω ισχυροποιείται η κοινή δράση, από τα πάνω, όμως, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις», τονίζει μιλώντας στον Δρόμο η ανεξάρτητη βουλευτής Σοφία Σακοράφα.

Αναφερόμενη στην πρωτοβουλία για τη σύσταση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) για το χρέος, σημειώνει ότι «σε λίγες ημέρες θα βγει και το κείμενο διακήρυξης, μαζί με τις πρώτες υπογραφές από Ελλάδα κι εξωτερικό», υπογραμμίζοντας ότι «στρατηγικός στόχος είναι η απελευθέρωση δυνάμεων από το φόβο του μονόδρομου». Μιλώντας για την κρίση του πολιτικού συστήματος επισημαίνει ότι «προσπαθεί να αναδιατάξει δυνάμεις. Ήδη έχει παρουσιαστεί μια έντονη κινητικότητα στην κατεύθυνση της διατήρησής του, της διάσωσής του». Σε ό,τι αφορά τις πρωτοβουλίες οργάνωσης πολιτών απέναντι σε συγκεκριμένα ζητήματα, υπογραμμίζει ότι είναι «οι πυρήνες ενός κινήματος που αυτοργανώνεται κάθετα και θέτει αιτήματα» και συμπληρώνει ότι «αυτό που είναι κρίσιμο να γίνει, είναι αυτά τα κινήματα να συνδεθούν κι οριζόντια, ώστε να μπορέσουν να εξελιχθούν σε δύναμη κρούσης και να αναδείξουν πολιτικές λύσεις».

 

Το πολιτικό σύστημα βρίσκεται στο επίκεντρο της κριτικής και της αμφισβήτησης. Πολλοί ζητούν τη σαρωτική κατεδάφισή του. Βλέπετε μια καινούργια διάταξη στο πολιτικό τοπίο; Τι χρειάζεται για να γίνει αυτή;


To πολιτικό σύστημα, ακριβώς επειδή γνωρίζει αυτήν την κρίση, προσπαθεί να αναδιατάξει δυνάμεις. Ήδη έχει παρουσιαστεί μια έντονη κινητικότητα στην κατεύθυνση της διατήρησής του, της διάσωσής του. Αναμφισβήτητοι πυλώνες του είναι οι μηχανισμοί προπαγάνδας που προσπαθούν –και μέχρι σήμερα το καταφέρνουν– να εμπεδώσουν το δόγμα του μονόδρομου, την αντίληψη της συνένοχης κοινωνίας και φυσικά τη λογική του κοινωνικού αυτοματισμού.

Κρίσιμο παραμένει, εάν από την άλλη μεριά θα διαμορφωθεί μία πρόταση με διαφορετικό προσανατολισμό, μια πρόταση πειστική και ταυτόχρονα δυναμική. Και με απόλυτη αγωνία και ειλικρίνεια σας λέω, εάν όχι σήμερα τότε πότε… Υπάρχει ένα πολιτικό χρέος για τις δυνάμεις της Αριστεράς: να αφουγκραστούν και να κατανοήσουν ότι η κοινωνική ανάγκη για σύνθεση υπερβαίνει την πολιτική λογική του κατατεμαχισμού. Η σύνθεση, όμως, προϋποθέτει κοινή δράση, κοινό μέτωπο. Από τα κάτω ισχυροποιείται η κοινή δράση, από τα πάνω, όμως, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις.

Η στάση σας στο Μνημόνιο ανέσυρε στην επιφάνεια ζητήματα συνείδησης, πειθαρχίας, κομματικών πιέσεων, ρόλου του βουλευτή, μετατροπής των Κοινοβουλευτικών Ομάδων σε λόχους. Πώς αποτιμάτε σήμερα όλα αυτά; Στην καθημερινότητά σας, στη Βουλή, στη σχέση με τον κόσμο είχατε προβλήματα;


Σήμερα οι επιλογές της κυβέρνησης βρίσκονται σε απόλυτη αναντιστοιχία με την κοινωνία, για το λόγο αυτό άλλωστε έχει δώσει συγκεκριμένο περιεχόμενο στη διαδικασία του «κατά συνείδηση». Κατά συνείδηση για την κυβέρνηση σημαίνει καθ’ υποταγή. Καθ’ υποταγή στο ΔΝΤ και σε ξένα πολιτικά διευθυντήρια.

Η συνείδηση όμως και η πειθαρχία στην πολιτική έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο κι αναφορά. Το περιεχόμενο είναι οι πολιτικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει κανείς και η αναφορά του είναι πάντα η ίδια η κοινωνία, που του έδωσε την εντολή υλοποίησης αυτών των δεσμεύσεων. Η πολιτική μου επιλογή, από το Μνημόνιο και μετά, ακουμπάει με απόλυτη συνέπεια σε αυτά τα δύο κι αυτό αναγνωρίζεται από ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, μεταξύ των οποίων και ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Η λειτουργία μου στη Βουλή έχει πολλά προβλήματα, ακριβώς γιατί είμαι εκτός κάποιας Κοινοβουλευτικής Ομάδας (Κ.Ο.) και για τους ανεξάρτητους δεν προβλέπονται από τον Κανονισμό αυτά που προβλέπονται για τις Κ.Ο. Τονίζω, όμως, ότι αυτή η τεχνική δυσκολία δεν πρέπει να οδηγήσει στη σύσταση Κ.Ο. από τους ανεξάρτητους. Ακόμη κι εάν αυτό εξυπηρετεί τη μορφή, τη διαδικασία δηλαδή, υπονομεύει το περιεχόμενο, την πολιτική δηλαδή. Θεωρώ εγκληματικό για να έχω κάποιες διευκολύνσεις παραπάνω, να συμπράξω με πολιτικούς που μας χωρίζει η άβυσσος.

Θεωρώ, ταυτόχρονα, εξαιρετικά επικίνδυνο στις μέρες μας, με πρόσχημα διαδικαστικά θέματά να καταλύονται διαχωριστικές γραμμές. Εκτός κι αν αυτό για κάποιους είναι ένας πιλότος για τα μελλούμενα. Τότε δεν είναι απλώς επικίνδυνο, αλλά και πολιτικά χυδαίο.


Στη Βουλή θέσατε το ερώτημα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) του χρέους. Πείτε μας περισσότερα για την ιδέα και την πρωτοβουλία…


Καταρχήν δεν ανακαλύπτουμε τον τροχό. Η ΕΛΕ έχει συσταθεί σε κράτη με διαφορετικά χαρακτηριστικά και με σημαντικά αποτελέσματα. Στόχος είναι αυτή η επιτροπή να αναδείξει ποιο μέρος του χρέους είναι παράνομο ή απεχθές και να το αρνηθούμε. Στόχος, δηλαδή, δεν είναι εάν η Ελλάδα μπορεί να πληρώσει το χρέος, αλλά τι πρέπει να πληρώσει από αυτό.

Η ΕΛΕ είναι μια επιτροπή διεθνής, που αποτελείται από ειδικούς λογιστές του χρέους και των δημόσιων οικονομικών, από νομικούς, οικονομολόγους, αντιπρόσωπους των εργατικών οργανώσεων και μέλη των οργανώσεων την κοινωνίας των πολιτών. Θα είναι ανεξάρτητη από τα πολιτικά κόμματα, αλλά δεν θα αποκλείει τη συμμετοχή πολιτικών.
Η ΕΛΕ θα διασφαλίζει την πρόσβαση σε εξειδικευμένη γνώση και θα εγγυάται τον δημοκρατικό έλεγχο, καθώς και το υπόλογο όλων των εμπλεκομένων.
Είναι αυτονόητο ότι για να επιτύχει το στόχο, θα πρέπει να έχει πλήρη πρόσβαση στις συμβάσεις δημόσιου χρέους από τη μεταπολίτευση, συμπεριλαμβανομένων των εκδόσεων ομολόγων, αλλά και χρέους που είναι διμερές, πολυμερές, ή άλλης μορφής. Θέλω να τονίσω ότι δεν μιλάμε για μια επιτροπή περιχαρακωμένη, αλλά για μια επιτροπή δυναμική, που θα πλαισιωθεί από την ίδια την κοινωνία.

Το ζητούμενο είναι αφενός η ενημέρωση του ελληνικού λαού, αφετέρου η με καλύτερους όρους διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους πιστωτές της, αλλά και η απόδοση ευθυνών σε όσους δημιούργησαν αυτήν την κατάσταση.
Διαφάνεια, ενδυνάμωση της Ελλάδας κι απόδοση ευθυνών είναι το τρίπτυχο αυτής της τακτικού χαρακτήρα πρότασης.  Ο στρατηγικός, όμως, στόχος είναι η απελευθέρωση δυνάμεων από το φόβο του μονόδρομου. Η ΕΛΕ, επί της ουσίας, είναι ένα τακτικό βήμα στα όρια των αστικών θεσμών και της διαφάνειας και παράλληλα ένα στρατηγικό βήμα συγκρότησης ενός κινήματος με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Σε λίγες ημέρες θα βγει και το κείμενο της διακήρυξης, μαζί με τις πρώτες υπογραφές από Ελλάδα κι εξωτερικό.

Πολλές φορές υπάρχουν αντιδράσεις στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, άλλοτε αυθεντικές κι άλλοτε συνδεμένες με χειρισμούς που επιδιώκουν να εγκλωβίσουν το ριζοσπαστισμό στο πλαίσιο του δικομματισμού. Από την άλλη, η Αριστερά προσπαθεί συχνά να εκμεταλλευτεί, κυρίως εκλογικά, τις διαφοροποιήσεις. Υπάρχει προοπτική μέσα από τέτοιες εύκολες συναντήσεις;


Η ελληνική κοινωνία έχει φτάσει στην πιο δύσκολη φάση της από τη μεταπολίτευση και μετά. Αυτό βοηθά, ώστε να αναγνωρίζει πιο εύκολα και τις κινήσεις ενσωμάτωσης αλλά και τις εκλογικές συμμαχίες που δεν έχουν πολιτικό βάθος. Και τις αναγνωρίζει γιατί πολύ απλά βλέπει ότι η επόμενη ημέρα παραμένει ίδια.

Αυτή τη στιγμή η κοινωνία βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά κι από ευκαιριακές συγκολλήσεις κι από επικοινωνιακούς ελιγμούς εκτόνωσης. Βρίσκεται πιο μπροστά, γιατί η ανάγκη της είναι μεγάλη. Κι αυτή η ανάγκη ορίζει το μέτρο κάποιων συμμαχιών. Και το μέτρο σήμερα δεν είναι ούτε η διαχείριση, ούτε η συγκόλληση, αλλά η προοπτική της ανατροπής, η οποία όμως προϋποθέτει ισχυρό μέτωπο.


Οι φωνές ενάντια στο Μνημόνιο και το χρέος πληθαίνουν. Σιγά-σιγά διαμορφώνονται εναλλακτικές προτάσεις για το τι θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση και το κράτος. Υπάρχουν, άραγε, προτάσεις για το τι πρέπει να κάνει η κοινωνία σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο; Αν μιλάμε για συλλογική δράση, τι είδους κινήματα, τι αντιδράσεις χρειαζόμαστε;

 

Για πολλά χρόνια είτε από απογοήτευση, είτε από στρεβλή αντίληψη περί κατακτήσεων, ο ατομικισμός και η αφασία ήταν στην πρώτη γραμμή.

Σήμερα, λοιπόν, αυτό που είναι ικανό να συσπειρώσει, είτε είναι τα διόδια, είτε η προστασία του δημόσιου χώρου, είτε αύριο οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, είτε η άρνηση του απεχθούς χρέους, είτε οι αγρότες της Στυλίδας είναι οι πυρήνες ενός κινήματος που αυτοργανώνεται κάθετα και θέτει αιτήματα.

Προσωπικά είμαι αντίθετη στην περιγραφή χαρακτηριστικών, στην ερώτηση τι είδους κίνημα χρειαζόμαστε. Νομίζω, άλλωστε, ότι αυτή η αυστηρή περιγραφή έχει οδηγήσει σε περιχαρακώσεις, ενώ σήμερα είναι η εποχή της πολύμορφης αυτοργάνωσης.
Αυτό που είναι κρίσιμο να γίνει, είναι αυτά τα κινήματα να συνδεθούν κι οριζόντια, ώστε να μπορέσουν να εξελιχθούν σε δύναμη κρούσης και να αναδείξουν πολιτικές λύσεις. Και βέβαια, όσο πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις βρίσκονται μέσα στα κινήματα αυτά, τόσο πιο ριζοσπαστική θα είναι και η πολιτική λύση που θα διεκδικήσουν.

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 24 Ιανουάριος 2011 11:32, http://edromos.gr/index.php?option=….temid=51

Λυκοκρατία…

Λυκοκρατία…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

«Η δημοκρατία δεν είναι χριστιανική»!…

Τόνισε, μεταξύ άλλων, ο Πρωθυπουργός στην ομιλία του προς τους Τούρκους πρέσβεις, στο Ερζερούμ. Και έχει δίκιο! …

Γιατί βέβαια η «δημοκρατία» του ελλαδικού δικομματισμού, προφανώς, δεν είναι χριστιανική. Ούτε ασφαλώς των, λεγόμενων, χριστιανοδημοκρατικών ή σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης. Ή του δημοκρατικού και ρεπουμπλικανικού κόμματος των ΗΠΑ, κλπ.

Γιατί ουσιαστικά πρόκειται για ολιγαρχίες. Εκ των οποίων κάποιες – όπως η πλειονότητα των Ελλήνων πρέπει να έχει αντιληφθεί – είναι κλεφτοκρατίες και ληστοκρατίες. Κι ακόμη πιο πέρα εφιαλτοκρατίες….

Κι ακόμη, αν θέλετε ούτε το πολίτευμα της Εκκλησίας – όπως προϋποθέτει το όνομά της – είναι δημοκρατικό. Γιατί η, λεγόμενη, Ιερά Σύνοδος, είναι μια αυτοαναπαραγόμενη ολιγαρχία. Ο καθένας δεσπότης – όπως και η λέξη υποδηλώνει και η πραγματικότητα, συχνά, αποδεικνύει μπορεί να είναι ένας τύραννος. Κι όσο για τον πατερούλη του καθολικισμού, τον Πάπα; Είναι ένας απόλυτος – κατά τα μεσαιωνικά πρότυπα – μονάρχης.

Για να είναι μια δημοκρατία χριστιανική, πρέπει, βασικά, να μην είναι κάλπικη, αλλά αληθινή. Και είναι αληθινή, όταν συντεταγμένες της είναι η ελευθερία και η κοινωνική δικαιοσύνη.

Όπως ακριβώς την προσδιόρισε ο Χριστός, όταν στους μαθητές του, που ονειρεύονταν εξουσίες και προνόμια, είπε χαρακτηριστικά:

Οι κοσμικοί άρχοντες καταπιέζουν και καταληστεύουν τους λαούς. Και θέλουν από πάνω να παρουσιάζονται και ευεργέτες τους…

Εσείς όμως δεν θα κάνετε το ίδιο! Εσείς δεν θα ληστεύετε, αλλά θα προσφέρετε στους λαούς. Κι, αντί να είστε αφεντικά, θα είστε υπηρέτες τους”!…

Και τέτοια δημοκρατία υπήρχε στην πρωτοχριστιανική κοινωνία. Όπου ήταν όλα για όλους κοινά. Και δεν υπήρχε κανένας φτωχός ανάμεσά τους. Γιατί ο καθένας πρόσφερε σύμφωνα με τις δυνάμεις του και έπαιρνε ανάλογα με τις ανάγκες του….

Και κάτω απ’ αυτό το πρίσμα ούτε η αθηναϊκή ούτε ούτε ρωμαϊκή δημοκρατία ήταν αληθινές. Δεδομένου ότι περιορίζονταν στις μειοψηφίες των ελευθέρων πολιτών, οι οποίοι είχαν στο εξευτελιστικό περιθώριο τις συντριπτικές πλειοψηφίες των δούλων…

Έχει, λοιπόν, δίκιο ο Πρωθυπουργός… Η οποιαδήποτε κάλπικη «δημοκρατία» σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι χριστιανική.

Κι αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι σύγχρονες κάλπικες «δημοκρατίες» πολεμούν με λύσσα το Ευαγγέλιο. Συγκεκαλυμμένα ή και απροκάλυπτα. Και προσπαθούν με κάθε τρόπο να το θάψουν. Όπως οι πάλαι ποτέ ομοϊδεάτες τους έκαμαν για τον ίδιο το Χριστό.

Γιατί το Ευαγγέλιο – και, κατά συνέπεια, η χριστιανική δημοκρατία – δίνει απόλυτη προτεραιότητα στον Άνθρωπο. Γεγονός, που χαλάει τη μισάνθρωπη συνταγή του καπιταλιστικού Μεσαίωνα. Η Ιερή εξέταση του οποίου θέλει να δολοφονεί ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Προκειμένου να σωριάζει ολοένα και περισσότερο το μαμωνά…

Για να μπορεί, έτσι, η λυκόστανη της λυκοκρατίας να ληστεύει όσο γίνεται περισσότερο ασύδοτα και ν’ ασωτεύει, όσο γίνεται περισσότερο πλουσιοπάροχα…

 

παπα-Ηλίας, http//papailiasyfantis.wordpress.com, 26-1-2011

Χρυσ. Σταμούλη: Έρως και θάνατος II

Χρυσ. Σταμούλη: Έρως και θάνατος*

 

Του Θεόφιλου Αμπατζίδη

 

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ   ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ:

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ,

Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης,

Ακρίτας 2009, σελ.434.

 

 Λίγα βιβλία, ιδίως της νεοελληνικής θεολογικής μας παραγωγής, κομίζουν την ποιότητα αλλά και την βαρύτητα του θεολογικού προβληματισμού, που συναντά ο αναγνώστης στον ανά χείρας τόμο.

Ο γνωστός για τις ευαισθησίες του εκδοτικός οίκος του «Ακρίτα», φιλοξενεί στον καλαίσθητο αυτό τόμο μονογραφία του καθηγητή Σταμούλη που θέτουν ευθύς εξαρχής τον αναγνώστη αντιμέτωπο με την γόνιμη δυναμική της ορθόδοξης θεολογίας, αλλά και τον ρόλο που καλείται να παίξει σήμερα.

Με προσφυή αφετηρία την αριστοτεχνική περιγραφή της διακεκριμένης ταινίας «Οι ζωές των άλλων», του Florian von Donnersmark, αφορμάται ο συγγραφέας στη «Μεθιστορία» του σε μια πράξη περισσότερο κατανόησης και έπειτα ερμηνείας – με κλειδί πάντοτε την ορθόδοξη θεολογία – της παθολογίας του συστήματος και της ανάγκης δραπέτευσης απ’ αυτό. Μια κατανόηση του τρόπου με τον οποίο κάθε κοινωνία, περισσότερο ή λιγότερο, μεταποιεί το δυναμικό περιεχόμενο της ζωής σε σύστημα, ταυτόχρονα με την απαίτηση, έστω μόνον (;) των χαρισματικών και ριψοκίνδυνων, απεξάρτησης απ’ αυτό. Η πίστη και η αγάπη, αποσπασμένες από την ελευθερία του προσώπου, καταλήγουν υπηρετικές του συστήματος, του «τέρατος της αφομοιωμένης ειδωλολατρίας και υποκρισίας» (σελ. 72). Έτσι που η αποδόμηση, ακόμη και η πιο σκληρή ή η πιο ιδεολογικοποιημένη, όπως αυτή του M. Onfray, μοιάζει με επιτακτική ανάγκη.

Η κατανόηση της αποδομητικής τάσης της μετανεωτερικότητας ως πλεονέκτημα για την άσκηση ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας (ο όρος του συγγραφέα από παλαιότερο βιβλίο του), πέρα από ότι μας βρίσκει απολύτως αλληλέγγυους, συνιστά εφαλτήριο δημιουργικής πνοής της θεολογικής σκέψης, μακριά από φοβικά και ενοχικά σύνδρομα προδοσίας της Ορθοδοξίας ή αλλοίωσης της φυσιογνωμίας της. Πράγματι, μπορεί πτυχές της πατερικής σκέψης που ταυτίζονται με ποιμαντικά προβλήματα του καιρού της να είναι σήμερα εν πολλοίς ξεπερασμένες (σελ. 80). Αυτό όμως δεν σημαίνει την υιοθέτηση μιας μετα-πατερικής θεολογίας αποκομμένης από την ιστορική της διαδρομή. Το τελευταίο μοιάζει, κατά το συγγραφέα, με «επιστημονική αίρεση» (σελ. 80). Παρ’όλα αυτά, η ανάγκη για μια θεολογία «υψηλού ρίσκου» που θα τολμά να καταδείξει τις νοσηρές αγκυλώσεις του εξιδανικευμένου παρελθόντος ή τις άνευρες συμβολοποιήσεις του, μοιάζει με σανίδα σωτηρίας για τη σημερινή ορθόδοξη θεολογία.

Συνεκτικός ιστός ενότητας του «θεολογείν», σ’ όλη την έκταση του βιβλίου, παραμένει ο πολιτισμός της σάρκωσης που επιτρέπει στον Σταμούλη, όχι μόνον την ανασημασιοδότηση της πλατωνικής και ντεριντιανής «χώρας», αλλά και την έξοδο από την ενδημική του συστήματος με βάση το πρόσωπο του σαρκωθέντος Λόγου, που ζωοποιεί τα σύμβολα.

Στο πλαίσιο αυτό κατανοείται και η ποιμαντική ειδωλολατρία του καιρού μας η οποία χαρακτηρίζεται από την ψυχολογική ανάγκη βεβαιοτήτων, που αποστεώνουν τη ζωή και εξορκίζουν, ψυχαναγκαστικά, τον πόνο, μπρος την επιδίωξη ενός πλασματικού πνευματικού νιρβάνα. Μια πνευματικότητα που αρνείται, στις συνέπειές της, τη σάρκωση, την ολοποιητική δυναμική της ζωής εγκεντρισμένη στην πρόσληψή της από τον Λόγο, είναι φυσικό να δογματίζει, αιώνες πριν τον Διαφωτισμό και από μια ριζικά ανεστραμμένη αφετηρία, την απόσχιση της πραγματικότητας σε ιερή και βέβηλη, την αποϊεροποίηση του κόσμου. Και χρειάζεται να αφιερώσει ο συγγραφέας μέρος από τις καλύτερες σελίδες του βιβλίου του, στην ανασκευή των παρεξηγήσεων που φαίνεται να φυλακίζουν τη θεολογική σκέψη στην προαναφερθείσα διελκυστίνδα.

Με τέτοια προαπαιτούμενα μπορούμε να κατανοήσουμε τη θεολογία  του πολιτισμού ως εκθεολόγηση του πολιτισμού της σάρκωσης, ως δεξίωση όλων των εκφάνσεων της ανθρώπινης ζωής στην προοπτική της μεταμόρφωσής τους, δια της σχέσεως με το Πρόσωπο του Σαρκωθέντος, ως συνέχεια και προέκταση της δημιουργίας.

Με απόλυτη σαφήνεια καταφάσκει ο ορθόδοξος διανοητής και δογματολόγος ότι «ο Χριστός ήλθε και για τον πολιτισμό» (σελ. 123), χωρίς να ταυτίζει ή να εγκλωβίζει τον Χριστό στην ιστορία. Η απόρριψη τόσο του υπεριστορισμού όσο και του υπερεσχατολογισμού, μοιάζει να συνιστά τη χρυσή τομή καταξίωσης της δημιουργίας και της ιστορίας, όπως φωτίζονται και ζωοποιούνται από την παρεμβολή των εσχάτων στο κοσμικό γίγνεσθαι.

Στο κρίσιμο κεφάλαιο για τη φύση του έρωτα – κατά τη γνώμη μας το πιο δημιουργικό – ο συγγραφέας, με καθοδηγητικό νήμα και πάλι τη σάρκωση και τη συνακόλουθη αποδοχή της ύλης και του ανθρώπινου σώματος, εκφράζει μια ριζοσπαστική θεολογία, γόνιμη αλλά και προκλητική, με στόχο την «αποκατάστασή» τους, – άρα και του ανθρώπου ως προσώπου συνολικά – στις ολοποιητικές δυνατότητες και ορθόδοξες διαστάσεις τους. Δυστυχώς, μετά από δεκαετηρίδες νεοπατερικής αναγέννησης και επιστημονικής εμβάθυνσης, το ζήτημα του έρωτος παραμένει θεμελιώδες taboo και παράγοντας αποστέωσης της εν Χριστώ ζωής.

            Με έκδηλη παρρησία και συστηματική ακρίβεια ο Σταμούλης θα ξεκαθαρίσει πως δεν είναι άλλο πράγμα ο έρωτας και άλλο η αγάπη (σελ. 148-149), ούτε ότι η αγαπητική τάση του ανθρώπου, ο έρως, είναι ένα αρνητικό γεγονός, που πρέπει να εξαφανισθεί στο τέλος μιας στωικής απάθειας. Αυτή η «ολιστική κατανόηση και καταξίωση του ενός και μόνου έρωτα» αναδεικνύει τον τελευταίο ως «δυνατότητα για τη φανέρωση και τη γνώση τόσο του ανθρώπινου προσώπου όσο και του θεϊκού», sic (σελ. 149). (Στο πλαίσιο αυτό η δίωξη και ο προπηλακισμός όσων πίστεψαν και έγραψαν για την ενότητα και τη γνωσιοθεωρητική του αναφορικότητα, όπως ο καθηγητής Γιανναράς, μόνον ως προϊόν ενός αθεολόγητου πουριτανισμού και μιας εξουσιαστικής αντιμετώπισης της πνευματικότητας μπορούν να κατανοηθούν).

Δεν είναι εφικτό να παρακολουθήσουμε, στα ασφυκτικά περιθώρια ενός βιβλιοκριτικού δοκιμίου, την ανάπτυξη της σκέψης του συγγραφέα αλλά και την πατερική και επιστημονική της πλαισίωση, στην περιγραφή της ενοχοποίησης της ύλης, του σώματος, της επιθυμίας και της ηδονής. Στη δαιμονοποίηση της σεξουαλικής ζωής, την αφαίρεση του μυστηριακού της περιεχομένου και την κατανόηση της άσκησης και της πνευματικότητας ως στέρησης, έλλειψης ή απόρριψης. Ο αναγνώστης μπορεί να τα δει όλα αυτά, κι αν ακόμη διατρέξει και μόνον, τις σελίδες του βιβλίου.

 Εκεί που πρέπει κάπως να σταθούμε είναι στο πρόβλημα – που με πρωτοποριακότητα για τα ακαδημαϊκά μας δεδομένα – αναδεικνύει ο συγγραφέας: Αυτό της διαφοροποίησης της πατερικής παράδοσης στο ζήτημα της εκθεολόγησης του ανθρώπινου έρωτα. Είναι, λοιπόν, ο έρωτας προϊόν της πτώσης και της αμαρτίας; Συνιστά μεταπτωτική συγκατάβαση του Θεού ή ανήκει στην προαιώνια βουλή και επιλογή Του, εξ ου και η δημιουργία των ανθρώπινων φύλων αλλά και των φύλων των ζώων; Μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ερωτική δύναμη στη δημιουργία, πριν την πτώση του ανθρώπου και την αμαρτία;

Στα προαναφερθέντα ερωτήματα ακόμη και η πατερική σκέψη παρουσιάζει αποκλίσεις που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, διαιωνίζονται και σήμερα. Αυτονόητα, δεν είναι ίδιες οι θέσεις του Κυρίλλου Αλεξανδρείας ή του Χρυσοστόμου, μ’ εκείνες του Γρηγορίου Νύσσης, του Βασιλείου Αγκύρας ή και του Μαξίμου ακόμη. Αν και, απαρέγκλιτα, κανείς από τους πατέρες δεν διδάσκει την οντολογικοποίηση του κακού, τον εντοπισμό του στην κτίση, το σώμα και τις λειτουργίες του, εν τούτοις δεν ταυτίζονται ως προς το εάν ο έρωτας και οι διαφυλικές σχέσεις είναι προϊόν της πτώσης ή συνιστούν αυτονόητα αμαρτία. (Αν και ως προς το δεύτερο τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα).

Το ζήτημα για τον συγγραφέα, προφανώς και για τη θεολογία και την ορθόδοξη παράδοση, παραμένει ανοικτό. Η ιστορία του προβλήματος απόρριψης του έρωτος από μερίδα των πατέρων κατανοείται, είτε ως απάντηση σε αιρετικές αλλά και ενδοεκκλησιαστικές ομάδες που υποσκάπτουν τον μοναχισμό και την παρθενία, είτε ως εξουσιαστική απαίτηση του άγαμου κλήρου για έλεγχο  της πνευματικής (και όχι μόνον) ζωής. Η ανάλυση αυτή, μολονότι έχει τεράστια σημασία, δεν εξαντλεί την κατανόηση του φαινομένου σήμερα. Εκείνο που, ίσως, χρειάζεται είναι η πληρέστερη θεολογική κατανόηση της δημιουργίας, της πτώσης και της αμαρτίας και, εξάπαντος, της άσκησης στο σημερινό πολιτισμικό περιβάλλον, που μπορεί να καταξιώσει την ύλη, το σώμα και τον έρωτα, ταυτόχρονα με τον απεγκλωβισμό του ανθρώπου από την αμαρτία. Και αυτό φαίνεται να’ ναι το στοίχημα του συγγραφέα.

Ίσης πρωτοποριακότητας αλλά και δυσκολίας με το ζήτημα του έρωτος φαίνεται πως είναι εκείνο του θανάτου. Γι’ αυτό, άλλωστε, αποτελούν νοηματικό αλλά και λογοτεχνικό δίδυμο, το οποίο ο συγγραφέας υιοθετεί και στον τίτλο του βιβλίου του. Ύλη αδίδακτη ο θάνατος. Και έτσι όπως οι μαθητές την φοβούνται, την αποστρέφονται και την ξορκίζουν, ξορκίζει  – όμως χωρίς καμιά διάκριση μαθητείας – και ο τρυφηλός μας πολιτισμός την παρουσία του, με πράξεις υστερίας και τρόμου, υπό τον μανδύα, πάντοτε, του καθωσπρεπισμού. Κι’ όμως, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, η εξορία του θανάτου σημαίνει ξόρκι της ζωής. Γιατί μέχρι την εσχατολογική του κατάργηση (έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος), παραμένει σχολείο και στίβος για να μάθουμε τη ζωή, τόσο πριν όσο και μετά την παρουσία του.

Στη συνέχεια ο καθηγητής Σταμούλης καταπιάνεται με ένα διαχρονικά ακανθώδες, αλλά ταυτόχρονα και εξαιρετικά σύγχρονο στην επαναδιατύπωσή του, πρόβλημα: Το πρόβλημα του κακού και της πτώσης. Στον 21ο αιώνα της ανθρωπολογίας το ζήτημα αναδιατυπώνεται με όρους που θέτει η σύγχρονη επιστήμη. Πρόκειται στην ουσία περί αμφισβήτησης και άρνησης της ιστορικότητας της πτώσης από τη μεριά των φυσικών επιστημών και της πρόκλησης που η θέση αυτή συνεπάγεται για έναν γόνιμο και σύγχρονο θεολογικό λόγο. Μια πρόκληση που, συγγραφέας, την αναλαμβάνει στο έπακρο, προκείμενου να επανατοποθετήσει μια σειρά από θεολογικά ζητήματα όπως: τη φύση και το νόημα του προπατορικού αμαρτήματος, την κληρονομική και ενοχική του διάσταση, την ύπαρξη και το νόημα του κακού, το πρόβλημα της θεοδικίας και τόσα άλλα. Ανατέμνοντας  χειρουργικά έναν διάλογο που μόλις ξεκίνησε στην ελληνόφωνη Ορθοδοξία, ξαναθυμίζει σημαντικότατες πατερικές παραμέτρους όπως: Την εγγενή αδυναμία αυθυπαρξίας του κτιστού, άρα και τη δυνατότητα του θανάτου προπτωτικά στην περίπτωση διακοπής της σχέσης κτιστού-ακτίστου, το απροϋπόθετο της σάρκωσης, την απενοχοποίηση του Θεού για το κακό και το θάνατο, αλλά και την απενοχοποίηση του ανθρώπου για τον τελευταίο, μια και δεν τον εισήγαγε ο άνθρωπος αλλά συνιστά ιδίωμα της κτιστότητος.

Ο συγγραφέας φαίνεται ότι ακολουθεί στο ζήτημα αυτό τη θέση του Μάξιμου του Ομολογητή και ευάριθμων σύγχρονων ερμηνευτών του, περί μη ιστορικότητας της συγκεκριμένης βιβλικής διήγησης. Αν και η άποψη αυτή, πέρα από την καταφανή της τόλμη και ριζοσπαστικότητα, δεν είναι άμοιρη προβλημάτων τα οποία επιχειρήσαμε να δείξουμε αλλού, δεν παύει να αποτελεί, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επεξεργασίας της από τον Σταμούλη, όχι μόνον γόνιμη και δημιουργική παρέμβαση, αλλά και ικανή συνεισφορά στη σύγχρονη θεολογική ανθρωπολογία και τις προκλήσεις της.

Στα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, ο συγγραφέας θέτει σε κίνηση τη νέα χριστοκεντρική αρχιτεκτονική, αυτή που θα καταδείξει τον πολιτισμό της σάρκωσης. Όμως, για να κτίσεις πρέπει πρώτα να γκρεμίσεις. Να απο-δομήσεις όλες τις βεβαιότητες του συστήματος, τις παραδεδομένες αγκυλώσεις, τις φθαρμένες αποσκευές. Η ευκαιρία, όμως, μιας τέτοιας αποδόμησης δεν μπορεί παρά να είναι ανοικτότητα και ετοιμότητα διαλόγου, με το σήμερα των ραγδαίων εξελίξεων. Η ετοιμότητα να ανακαλύψεις τον μαργαρίτη, όπου κι αν αυτός βρίσκεται. Ακόμη και μέσα στην αμφισβήτηση ή την άρνηση.

Έτσι, ο θεολόγος μας, ξεκινά έναν δύσκολο μα και ελπιδοφόρο διάλογο με κάθε χώρο του επιστητού, με τη «νέα αθεΐα» και τους bright και ιδιαιτέρως με τον κύριο εκπρόσωπό της, τον M. Onfray. Η δίστομη μάχαιρα της κριτικής του θα στηλιτεύσει το νέο δογματισμό και ολοκληρωτισμό, στην απολυτότητα με την οποία ο Γάλλος στοχαστής εκφράζει τις απόψεις του, θα αναδείξει, όμως, ακόμη και σ’ αυτήν, την πρόκληση αποδόμησης κατεστημένων βεβαιοτήτων της Ορθοδοξίας. Η ίδια πρόκληση αποδόμησης αναφαίνεται στο τέλος της βεβαιότητας και της απολογητικής στράτευσης που, δια στόματος Prigogine, εκφράζει η επιστήμη, στην αγωνία της για τη νοηματοδότηση του υπαρκτού. Κατά συνέπεια, η δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης δεν μπορεί παρά να εκκινεί από την ανοικτότητα και ετοιμότητα ενός διαλόγου-συνάντησης, με οτιδήποτε κομίζει την αγωνία της ύπαρξης για νόημα, σκοπό και αλήθεια. Είτε αυτή εκφράζεται μέσα από την ποίηση ενός Hoelderlin και την οντολογική της ερμηνεία από τον Heidegger, είτε από την συνάντηση του ορθόδοξου με τον ξένο στη σημερινή κοινωνία της πολυπολιτισμικότητας, είτε από τον αγώνα ενάντια στην κυριαρχία του ηθικισμού, που συνιστά αφαίμαξη της εν Χριστώ αγάπης και ελευθερίας, δηλαδή του εκκλησιαστικού ήθους.

Σ’ έναν τόμο, όπως αυτός, τετρακοσίων και πλέον σελίδων, πληθώρα ζητημάτων μπορούν να τεθούν και να συζητηθούν. Το σημαντικό όμως είναι ότι, με το πέρας της ανάγνωσης, δεν ενεργοποιείται η «επαγγελματική διαστροφή» του ειδικού για ατέρμονες συζητήσεις, αλλά μπολιάζεται ο μέσος αναγνώστης με  εκείνην την γονιμοποιητική αύρα  η οποία τον οδηγεί στη σημασία ή την ανασημασιοδότηση όσων συνιστούν τα μέγιστα της ζωής.

 

* Σύναξη 115 (2010), σ. 101-103.

                                                                          Με ευχαριστίες για τη φιλοξενία,

                                                                              Αμπατζίδης  Θεόφιλος.
 

Σημείωση admin: Ο Θεόφιλος Αμπατζίδης  είναι θεολόγος-εκπαιδευτικός.

Για μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία… Ι

  Για μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία…

 

Συνέντευξη του (οικονομολόγου) Δημήτρη Καζάκη

στην Παρέμβαση*


 

O Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος-αναλυτής με επαγγελματική διαδρομή σε επιχειρήσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αρθρογραφεί σε τακτική βάση στην εφημερίδα Ποντίκι, στο περιοδικό Hellenic Nexus και στην ιστοσελίδα inprecor.gr

Έχει επίσης καίριο ρόλο στη συγκρότηση της πρωτοβουλίας Σεισάχθεια**

Ακολουθεί, το κείμενο της συνέντευξης:

Ερώτηση: Η κρίση στην Ευρώπη εμφανίζεται ως κρίση χρέους των κρατών της Ευρώπης. Η παροχή νέων δανείων λύνει ή παρατείνει το πρόβλημα με μεταφορά στις επόμενες γενιές;

 

Απάντηση: Η κρίση χρέους των κρατών της Ε.Ε. και ιδιαίτερα της ευρωζώνης δεν είναι προϊόν μιας κακής δημοσιονομικής πολιτικής. Ούτε προϊόν των κρατικών ελλειμμάτων. Μην ξεχνάμε ότι την τελευταία δεκαετία, την δεκαετία του ευρώ, είχε αναχθεί σε θρησκευτικό πιστεύω ο σχεδόν ισοσκελισμένος προϋπολογισμός, ο χαμηλός πληθωρισμός και ο αντίστοιχα χαμηλός δανεισμός. Τίποτε από όλα αυτά δεν επιτεύχθηκε, γιατί; Διότι η οικονομία δεν υπακούει σε άνωθεν διαταγές και υποδείξεις, ούτε μπορούν όλες οι εθνικές οικονομίες να μπουν στο ίδιο καλούπι πολιτικής. Όσο περισσότερο επιχειρούσαν αυτά τα χρόνια να φορέσουν με τη βία ένα κοινό νόμισμα και μια ενιαία πολιτική σε όλα τα κράτη, τόσο περισσότερο η οικονομία εξεγειρόταν διογκώνοντας τα ελλείμματα στην παραγωγή, στο ισοζύγιο, στο κράτος. Κι όσο περισσότερο γινόταν αυτό, τόσο η Γερμανία αξιοποιούσε το τεράστιο παραγωγικό δυναμικό της για να προσαρτήσει την εσωτερική αγορά των κρατών-μελών και άλλο τόσο οι τράπεζες κερδοσκοπούσαν πουλώντας δάνεια σε ιδιώτες και κράτη για να καλυφθούν οι αυξανόμενες τρύπες σε οικονομίες και προϋπολογισμούς. Έτσι φτάσαμε σήμερα στο σημείο να έχουμε μια Γερμανία με εμπορικά πλεονάσματα που αντιστοιχούν – λίγο ως πολύ – στα τεράστια εξωτερικά ελλείμματα σχεδόν όλων των άλλων οικονομιών της ευρωζώνης, αλλά και τράπεζες με κυριολεκτικά τερατώδες μέγεθος. Σήμερα οι τράπεζες στην ευρωζώνη έχουν ενεργητικά 3 με 4 φορές μεγαλύτερα από το συνολικό ΑΕΠ όλων των κρατών-μελών. Οι τράπεζες και όχι τα κράτη είναι σήμερα ο συλλογικός εκφραστής της οικονομίας της ευρωζώνης. Βασικός μοχλός της υπερδιόγκωσης των τραπεζών ήταν το κοινό νόμισμα και η ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου που επέτρεψε σ’ αυτές να συγκεντρώσουν στα ταμεία τους την ρευστότητα ολόκληρης της ευρωζώνης και να την αποδώσουν πίσω στην οικονομία με την μορφή δανείων. Όμως, για να μπορούν οι πολύ μεγάλες Γερμανικές και άλλες επιχειρήσεις, όπως και κυρίως οι τράπεζες να αναπτύσσονται, πρέπει το σύνολο των κρατών και των ιδιωτών να βυθίζεται στα ελλείμματα και στα χρέη. Αυτό το «μοντέλο» πνέει σήμερα τα λοίσθια και αποτελεί το βασικό υπόστρωμα της κρίσης χρέους που βιώνει η ευρωζώνη.

 

Ερώτηση: Πώς επιχειρούν τα όργανα της ευρωζώνης και της ΕΕ να αντιμετωπίσουν αυτή την κρίση;

 

Απάντηση: Ακολουθώντας την πεπατημένη. Από την αρχή της κρίσης διαπίστωσαν ότι πάνω από το 50% των ενεργητικών των μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών της ευρωζώνης, σχεδόν 17 τρις ευρώ, είναι χαρτιά χωρίς αξία, χωρίς αντίκρισμα στην αγορά και δάνεια που δεν μπορούσαν πια να εξυπηρετηθούν. Το κόστος αυτής της χασούρας έπρεπε να φορτωθεί στα κράτη και διαμέσου αυτών στους λαούς της ευρωζώνης. Αυτό και γίνεται σήμερα με τις πολιτικές λιτότητας. Όμως δεν τους αρκεί αυτό. Για να γίνουν επενδύσεις, να επανεκκινήσει η οικονομία, χρειάζεται οι τράπεζες να αρχίσουν ξανά να δανείζουν. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να υπάρξουν κράτη και ιδιώτες που μπορούν να δανειστούν χωρίς να κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν. Κι εδώ βρίσκεται το αδιέξοδο. Όσο περισσότερα μέτρα άγριας λιτότητας και περικοπών παίρνουν τόσο περισσότερο οι χώρες βυθίζονται σε μια χρόνια ύφεση, που από τα πράγματα σημαίνει μεγαλύτερα ελλείμματα στην παραγωγή και την οικονομία. Άρα μεγαλύτερες ανάγκες δανεισμού από κράτη και οικονομίες που βρίσκονται ήδη στο χείλος της χρεοκοπίας. Για να βγουν από τον φαύλο κύκλο επιχειρούν τώρα να δυναμώσουν τον από τα πάνω διοικητικό έλεγχο της οικονομίας. Κι έτσι εκεί που το παλιό Σύμφωνο Σταθερότητας όχι μόνο απέτυχε, αλλά λειτούργησε και ως καταλύτης της κρίσης, τώρα επιχειρούν να προωθήσουν την «οικονομική διακυβέρνηση», δηλαδή την ακόμη πιο αυστηρή, ανελαστική επιβολή των ίδιων πολιτικών που δημιούργησαν το αδιέξοδο. Έτσι φτάσανε στο σημείο να ζητάνε την τιμωρία με εξοντωτικές ποινές και ρήτρες όποιου κράτους τολμά να συντάξει το δικό του προϋπολογισμό χωρίς να ενσωματώνει τις υποδείξεις των οργάνων της ζώνης. Η ίδια η δημοσιονομική κυριαρχία των κρατών-μελών καταργείται σε όλα τα επίπεδα. Είναι ποτέ δυνατό μια τέτοια λύση να έχει καλό αποτέλεσμα για τις οικονομίες και τους λαούς, ιδίως των πιο αδύναμων χωρών της ευρωζώνης;

 

Ερώτηση: Γιατί μέχρι τώρα δεν έχουμε δει ένα μηχανισμό πανευρωπαϊκής λύσης η οποία θα προστατεύει τα κράτη – μέλη από την «κερδοσκοπία» των αγορών αλλά και θα δημιουργεί το πλαίσιο για την ανάπτυξη;

 

Απάντηση: Γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτός ο μηχανισμός «πανευρωπαϊκής λύσης» θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Θα κάνει ακόμη πιο δύσκολη, έως ακατόρθωτη την ανάκαμψη ακόμη και των ισχυρών οικονομιών της ευρωζώνης, ενώ θα απειλεί να τις συμπαρασύρει στον όλεθρο της χρεοκοπίας. Ο μηχανισμός αυτός ήταν και παραμένει απαίτηση πρώτα και κύρια των πιο κερδοσκοπικών κύκλων της αγοράς. Κι αυτό για έναν πολύ απλό λόγο. Σε ένα περιβάλλον εξαιρετικής αστάθειας και υψηλού ρίσκου για έναν επενδυτή στην αγορά ομολόγων, τι θα αποζητούσε αυτός με όλο του το είναι; Να έρθουν οι πιο μεγάλες οικονομίες και τα πιο ισχυρά κράτη να εγγυηθούν ακόμη και τις πιο επικίνδυνες τοποθετήσεις τους σε χαρτιά σαν της Ελλάδας και των άλλων χωρών υπό χρεοκοπία. Πώς μπορεί να το κατορθώσει αυτό; Με το να δημιουργηθεί ένας πανευρωπαϊκός μηχανισμός διαχείρισης πτωχεύσεων. Αν παρατηρήσουμε τις κινήσεις της αγοράς όλο αυτό το διάστημα, θα διαπιστώσουμε ότι πιέζει διαρκώς προς αυτή την κατεύθυνση εκτινάσσοντας τα επιτόκια και τα spread κάθε φορά που οι ηγέτες της ευρωζώνης δεν προχωρούν αρκετά γρήγορα στη δημιουργία αυτού του μηχανισμού. Για παράδειγμα, από τις αρχές του 2010, ίσως και νωρίτερα, πολλοί γνωστοί κερδοσκόποι των αγορών, όπως είναι ο Τζόρτζ Σόρος είχαν τοποθετηθεί υπέρ του ευρωομολόγου. Τότε για τις αρχές της ευρωζώνης, ειδικά για τη Γερμανία και τη Γαλλία, ήταν κάτι το ανήκουστο. Σήμερα, μετά από αφόρητες πιέσεις των αγορών, συζητούν τις λεπτομέρειες έκδοσής του. Κι ο λόγος είναι απλός: Η έκδοση κοινού ομολόγου για όλες τις χώρες της ευρωζώνης είναι η πραγματοποίηση της πιο τρελής φαντασίωσης των πιο κερδοσκοπικών κύκλων της διεθνούς αγοράς. Είναι κάτι στο οποίο έχουν επενδύσει από την αρχή της κρίσης.

Πρώτα και κύρια γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν τα κεφάλαια που έχουν τοποθετήσει ακόμη και στα κρατικά ομόλογα χρέους εκείνων των χωρών που απειλούνται άμεσα με πτώχευση, όπως π.χ. είναι η Ελλάδα.

Δεύτερο, τους δίνεται η ευκαιρία να ανοιχτούν με ασφάλεια στην αγορά ομολόγων της ευρωζώνης και να μετατρέψουν τη «διάσωση» των υπό πτώχευση χωρών σε τεράστια ευκαιρία για εκ του ασφαλούς κερδοσκοπία.

Τρίτο, μπορούν να κερδοσκοπήσουν με επιτόκια υψηλότερα από αυτά που δανείζεται σήμερα η Γερμανία, η οποία μαζί με τη Γαλλία εκδίδουν τον μεγαλύτερο όγκο ομολόγων στην ευρωζώνη.

Τέταρτο, με το ευρωομόλογο αποκτούν όλα τα πλεονεκτήματα που έχει κάθε τυπικός δανειστής. Δεν θα έχουν πια να κάνουν απευθείας με κράτη, τα οποία προστατεύονται έναντι των δανειστών τους με ασυλία λόγω άσκησης εθνικής κυριαρχίας. Δεν χρειάζεται ούτε καν να μπλέξουν με τις εθνικές νομοθεσίες. Χάρις στα υπερεθνικά και υπερκρατικά όργανα της ευρωζώνης οι δανειστές μπορούν να αισθάνονται σίγουροι ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να τους σηκώσει κεφάλι. Είναι στο απόλυτο έλεός τους.

Γι’ αυτό και προσωπικά μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση που υπάρχουν σήμερα αριστερές, προοδευτικές και γενικά αντιμνημονιακές δυνάμεις, οι οποίες χειροκροτούν το ευρωομόλογο και τον πανευρωπαϊκό μηχανισμό. Αν δεν συμβαίνει κάτι άλλο πολύ βρόμικο, σίγουρα έχουν χάσει τα μυαλά τους μέσα στα ιδεολογήματα περί «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

Άλλωστε θα πρέπει να έχουμε καθαρό ότι αυτό που συμβαίνει στην ευρωζώνη δεν οφείλεται σε επιδρομή κερδοσκόπων της αγοράς. Οι κερδοσκόποι είναι σαν τις ύαινες. Ορμούν εκεί όπου υπάρχει ήδη κουφάρι. Και το κουφάρι της ευρωζώνης δημιουργήθηκε από το κοινό νόμισμα και τις κοινές πολιτικές που διόγκωσαν σε βαθμό απίστευτου παρασιτισμού τις τράπεζες και γενικά τις αγορές κεφαλαίου. Κι επειδή, όπως έχουν ορθά επισημάνει πολλοί αναλυτές διεθνώς, η κρίση αυτή έχει πολλά κοινά με την κρίση του 1929, τότε η μόνη λύση είναι να κάνουμε ότι έκαναν και τότε: εγκατέλειψαν τις λογικές του κοινού παγκόσμιου χρήματος (τον χρυσό κανόνα) και εθνικοποίησαν τις πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης. Τότε το έκαναν κάτω από το βάρος των απανωτών χρεοκοπιών και της ανόδου των εργατικών και λαϊκών αγώνων. Μόνο με την επαναφορά του πεδίου αναφοράς πρωταρχικά στο επίπεδο της εθνικής οικονομίας υπάρχει η δυνατότητα να αντιμετωπιστεί και η σημερινή κρίση, ιδίως προς όφελος των λαών και των εργαζομένων.

 

Ερώτηση: Η ΕΕ στην ουσία είναι μια οικονομικού τύπου ένωση. Οι εξελίξεις που σχετίζονται με την κρίση, μπορούν να θεωρηθούν ως η αρχή εμφάνισης φυγόκεντρων τάσεων ή μήπως θα ενισχύσουν την αποφασιστική αρμοδιότητα του ευρωπαϊκού κέντρου;

 

Απάντηση: Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια τι θα συμβεί. Το σίγουρο είναι ότι η ευρωζώνη, αλλά και η Ε.Ε. όπως την έχουμε γνωρίσει θα πάψει να υπάρχει. Επίσημα λένε ότι θέλουν να πάνε σε μια ακόμη πιο σφικτή οικονομική και πολιτική ένωση, που θεωρούν ως απάντηση και στην κρίση. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η προσπάθεια όσο προωθείται, τόσο περισσότερο θα γενικεύει τις καταστάσεις χρεοκοπίας, ακόμη και στις πιο ισχυρές οικονομίες, τόσο περισσότερο θα βαθαίνει τις διαδικασίες της κρίσης. Είναι τυχαίο που η Πορτογαλία, το «οικονομικό θαύμα» των πρώτων χρόνων της ευρωζώνης, έχει μπει από το 2004 σε μια χρόνια ύφεση από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει μέχρι σήμερα; Είναι τυχαίο που όσο πιο αυστηρές γίνονται οι πολιτικές που εφαρμόζονται τόσο πιο κοντά φέρνουν αυτή τη χώρα στο χείλος της επίσημης πτώχευσης; Σε κάθε περίπτωση οι οικονομικές ενώσεις λειτουργούν ως «διαπασών» της κρίσης. Έτσι ήταν πάντα, έτσι είναι και σήμερα.

 

Ερώτηση: Πόσο πιθανή είναι μια διάσπαση του Ευρώ σε δύο ζώνες;

 

Απάντηση: Όλα δείχνουν ότι ένα πολύ σοβαρό ενδεχόμενο. Γίνεται ήδη πολύ έντονη συζήτηση για την υιοθέτηση κάποιου συστήματος παράλληλων νομισμάτων στην ευρωζώνη. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση πιέζει και το ΔΝΤ. Τι σημαίνει αυτό; Ό,τι οι πιο αδύναμες και υπό καθεστώς χρεοκοπίας χώρες θα αναγκαστούν να υιοθετήσουν ένα δικό τους ξεχωριστό μαλακό ευρώ, το οποίο μπορεί να υποτιμά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έναντι του σκληρού ευρώ που θα συνεχίσουν να έχουν οι ισχυροί εταίροι. Με αυτόν τον τρόπο οι κεντρικές αρχές της ζώνης θα αποκτήσουν την ευχέρεια να εκδώσουν επιπλέον νόμισμα, που σήμερα απαγορεύεται, και να διοχετεύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις στην περιφέρεια χωρίς να θιγεί ο «σκληρός πυρήνας». Όπως καταλαβαίνει κανείς, με τον τρόπο αυτό το μαλακό ευρώ θα λειτουργήσει ως κατοχικό νόμισμα για όποια οικονομία το υιοθετήσει. Κατά τη γνώμη μου η υιοθέτηση του ευρωομολόγου, αλλά και του πανευρωπαϊκού μηχανισμού, θα κάνει αναπότρεπτη την μετάβαση σε κάποιου είδους τέτοιο σύστημα παράλληλων νομισμάτων εντός της ευρωζώνης. Και φυσικά οι πρώτοι υποψήφιοι της εφαρμογής θα είμαστε εμείς.

Από κει και πέρα, μέσα στην κρίση διαφαίνονται τα σημάδια δημιουργίας δυο ζωνών επιρροής μέσα στην Ε.Ε. Από τη μια, η ζώνη επιρροής των ΗΠΑ, όπου προσφάτως εντάχθηκε και η Γαλλία, με βασικό στόχο την μετεξέλιξη της Ε.Ε. και του ευρώ σε μια ζώνη ευρωατλαντικού χώρου, η οποία θα είναι συνδεδεμένη με την NAFTA και την Κίνα. Από την άλλη, η ζώνη επιρροής της Γερμανίας, η οποία αναπτύσσει μια δική της ξεχωριστή στρατηγική που κοιτά κυρίως προς την Μεσευρώπη, δηλαδή την Κεντρική Ευρώπη και τη Ρωσία. Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής γίνεται πολύ έντονη συζήτηση στα Γερμανικά επιτελεία για το ενδεχόμενο της δημιουργίας μιας ιδιαίτερης, στενής οικονομικής ζώνης γύρω από την Γερμανία, όπου το δικό της νόμισμα (ευρώ ή άλλο) θα είναι κοινό. Σ’ αυτή την πορεία θεωρούν ότι μπορεί να ακολουθήσουν τη Γερμανία χώρες όπως η Ολλανδία, η Αυστρία, η Τσεχία, η Πολωνία, η Δανία και κάποιες ακόμη, που θεωρούνται όμορες οικονομίες και εύκολα προσαρτήσιμες στη Γερμανική οικονομία. Όλα αυτά βέβαια είναι σχεδιασμοί χωρίς τον ξενοδόχο. Κι ο ξενοδόχος είναι αφενός η πρωτοφανής κρίση και φυσικά οι λαοί που δεν έχουν πει ακόμη το λόγο τους.

 

Ερώτηση: Πως κρίνετε τους μέχρι σήμερα χειρισμούς της κρίσης από την κυβέρνηση με οικονομικούς όρους; Πολλοί αναλυτές δεν βρίσκουν λύση στο πρόβλημα συσσώρευσης χρέους και ανύπαρκτης ή αναιμικής ανάπτυξης. Υπάρχει τελικά ρεαλιστική πολιτική πρόταση ανάπτυξης από την ελληνική κυβέρνηση;

 

Απάντηση: Καταρχάς η κυβέρνηση, ετούτη και η προηγούμενη, όταν αντιλήφθηκαν ότι βρίσκονται μπροστά στο ενδεχόμενο της επίσημης πτώχευσης, είχαν να επιλέξουν: Τα συμφέροντα των δανειστών, ή τα συμφέροντα του λαού και της χώρας; Επέλεξαν τα πρώτα και έκτοτε ότι κάνουν είναι με πρωταρχικό γνώμονα τα συμφέροντα των δανειστών. Θυσιάζοντας δίχως δεύτερη σκέψη τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του εργαζόμενου λαού αυτής της χώρας. Κι έτσι εκεί που μας παραμύθιαζαν για «οικονομικά θαύματα» και για «ισχυρές Ελλάδες», σήμερα μας μιλούν για μια ψωροκώσταινα σε τέτοια κατάντια που δεν μπορεί να θέσει ούτε κόκκινες γραμμές, ούτε καν να υπερασπιστεί την τυπική κυριαρχία της έναντι των δανειστών της.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αν ήθελε η κυβέρνηση θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του χρέους και μάλιστα με «κούρεμα» ήδη από τον Οκτώβριο του 2009. Δεν υπήρχε κανένα θεσμικό εμπόδιο στο να το κάνει. Κατά τη γνώμη μας δεν θα έλυνε το πρόβλημα, αλλά τουλάχιστον θα απέτρεπε το ΔΝΤ και το καθεστώς της τρόικας. Άλλωστε την αναδιάρθρωση την συζητά σήμερα με την τρόικα και μάλιστα φαίνεται διατεθειμένη να δεχτεί την επιμήκυνση του χρέους, η οποία σύμφωνα με τον κ. Πάγκαλο είναι μια πιο ήπια λύση. Πιο ήπια για ποιον; Για τον πιστωτή ή για τον οφειλέτη; Όπως γνωρίζει όποιος έχει δανειστεί από τράπεζα, η επιμήκυνση της αποπληρωμής ενός χρέους είναι πιο ήπια λύση για τον δανειστή και η πιο επώδυνη αναδιάρθρωση που μπορεί να υποστεί ο οφειλέτης. Γιατί λοιπόν η κυβέρνηση συζητά σήμερα την επιμήκυνση, αλλά δεν την συζητούσε πριν την επιβολή του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης;

Ο λόγος είναι απλός. Οι τράπεζες, οι δανειστές, το ΔΝΤ, η ΕΕ και η ΕΚΤ θέλησαν να επιβάλουν για πρώτη φορά ένα επίσημο θεσμοθετημένο καθεστώς πεονίας, όπου ένας ολόκληρος λαός υποθηκεύεται προκειμένου να πληρωθεί ένα χρέος το οποίο είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Κι αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά, ανατρέποντας κάθε αρχή τυπικής ισοτιμίας και δημοκρατίας στις διεθνείς σχέσεις. Γι’ αυτό και η δανειακή σύμβαση που υπέγραψε η κυβέρνηση δεν έχει ιστορικό προηγούμενο, όταν καν στην εποχή της αποικιοκρατίας.

Το μνημόνιο εξασφαλίζει ότι η Ελλάδα θα βιώνει τον θανατηφόρο συνδυασμό χρεοκοπίας και χρόνιας ύφεσης για πολλά-πολλά χρόνια. Ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος να απαντήσει κανείς σ’ αυτό το αδιέξοδο είναι μόνο ένας: να ανακτήσει η χώρα τα μέσα και τα εργαλεία πολιτικής, που έχασε λόγω ένταξης στο ευρώ, ώστε να έχει μια πιθανότητα παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας της. Αφού βέβαια απαλλαγεί μια και καλή από την μέγγενη του δημόσιου χρέους.

 

Ερώτηση: Υπάρχει «αριστερή» πρόταση για την Ευρωπαϊκή κρίση, πέρα από κλισέ και ιδεολογήματα που πολλές φορές είναι όχι μόνο αντιφατικά αλλά και ανεφάρμοστα;

 

Απάντηση: Πριν από χρόνια όταν όλοι, σε δεξιά και αριστερά, είχαν αποσβολωθεί από την παγκοσμιοποίηση και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όσοι ειδικοί δεν είχαν ακόμη χάσει τα μυαλά τους, ή δεν είχαν πουληθεί ψυχή τε και σώματι, έγραφαν το 2000 τα εξής προφητικά: «Η εξαφάνιση, προς το συμφέρον των επικυρίαρχων κρατών, της άμιλλας των ελεύθερων και ανεξάρτητων κρατών του κάθε κυρίαρχου λαού,… θέτει αμέσως σε κίνδυνο ολόκληρη την κατά 15 φορές άνοδο των πραγματικών μισθών που έχει σημειωθεί από την εποχή της γέννησης της ανταγωνιστικής διεθνούς αγοράς εργασίας στη δεκαετία του 1820. Ο μόνος οφθαλμοφανής τρόπος να αποτραπεί αυτή η αναμενόμενη σε παγκόσμιο επίπεδο επιστροφή σε επίπεδα μισθών εξαθλίωσης και πεονίας χρέους είναι με συνταγματικό τρόπο να μην επιτραπεί στις επικυρίαρχες χώρες να καθορίσουν τις εσωτερικές οικονομικές πολιτικές των άλλων χωρών. Μόνο κάτω από μια τέτοια θεσμοθετημένη δέσμευση μπορούμε να διατηρήσουμε μια ελεύθερη και ανεξάρτητη διεθνή άμιλλα ανάμεσα στους λαούς και έτσι να αποφύγουμε την μόνιμη μαζική καταπίεση που είναι σίγουρο ότι θα προκύψει από την αναδυόμενη παγκόσμια αυτοκρατορία.» Οι ειδικοί αυτοί ήταν αρκετά δημοκράτες για να γνωρίζουν αυτό που ισχύει από την εποχή της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης: Για να εξασφαλιστεί η διεθνής ειρήνη, πρέπει πριν απ’ όλα να παραμεριστούν όλες οι εθνικές τριβές που μπορεί να υπάρχουν. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο όταν κάθε λαός είναι ανεξάρτητος και αφεντικό στο δικό του σπίτι. Με την ΕΕ δεν υπάρχει ούτε η ελάχιστη πιθανότητα μιας τέτοιας προοπτικής, μιας και έχει θεμελιωθεί στην κατάλυση της κυριαρχίας των λαών. Κι επομένως δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους προοδευτική, δημοκρατική λύση στην κρίση της, εκτός από τη διάλυσή της υπέρ της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας των λαών που είναι φυλακισμένοι στο εσωτερικό της. Αν αριστερή πρόταση σημαίνει πρώτα και κύρια διεκδίκηση της δημοκρατίας για το λαό και υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, τότε είναι σίγουρο ότι αριστερή πρόταση σε επίπεδο ΕΕ δεν μπορεί να υπάρξει. Αν αριστερή πρόταση εννοούν κάποιοι την ενσωμάτωση στον κοσμοπολιτισμό των αγορών, των κερδοσκόπων, του κεφαλαίου και των τραπεζών που πασχίζουν να επιβάλουν καθεστώς ανοιχτών συνόρων ώστε με τεράστια ευκολία να εκμεταλλεύονται, να διαλύουν και να εκποιούν λαούς και χώρες, τότε αυτή κατά τη γνώμη μου δεν είναι αριστερή πρόταση. Έστω κι αν οι φορείς της επικαλούνται ποικίλα αντικαπιταλιστικά, λαθραία ταξικά και διεθνιστικά συνθήματα. Ο διεθνισμός των ανοιχτών συνόρων ήταν πάντα και παραμένει μια συγκαλυμμένη απολογητική υπέρ του ιμπεριαλιστικού ζυγού.

 

Ερώτηση: Τι σημαίνει πραγματικά η επιμήκυνση του χρέους για τη χώρα μας; Γιατί πανηγυρίζουν κυβερνητικοί παράγοντες και φιλοκυβερνητικά μέσα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

 

Απάντηση: Όταν βλέπετε να πανηγυρίζουν κυβέρνηση και επίσημη προπαγάνδα να ξέρετε ότι κάτι πολύ άσχημο ετοιμάζουν για τους εργαζόμενους, το λαό και τη χώρα. Επιμήκυνση είναι η διαδικασία με την οποία ο δανειστής συμφωνεί να σου επιμηκύνει το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του δανείου σου. Κι αυτό γιατί το κάνει; Μια για έναν και μόνο λόγο: γιατί δεν μπορείς να πληρώσεις το δάνειό σου μέσα στο αρχικό χρονοδιάγραμμα. Αυτό συμβαίνει και με την Ελλάδα. Θα ρωτήσει κανείς: μα γιατί τώρα; Γιατί συζητάνε για νέο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής 8 μόλις μήνες μετά το μνημόνιο; Δεν ήξεραν από την αρχή ότι το αρχικό χρονοδιάγραμμα δεν βγαίνει; Το ήξεραν πάρα πολύ καλά. Απλά πρώτη προτεραιότητα τότε ήταν να επιβληθεί το μνημόνιο και η δανειακή χωρίς πολύ σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις. ‘Άλλο να λες για τρία χρόνια σκληρής λιτότητας με 2 χρόνια αποπληρωμή του δανείου των 110 δις ευρώ και άλλο να μιλάς από την αρχή για 11 συναπτά έτη κηδεμονίας και μνημονίου, όπως συζητάνε τώρα. Επιπλέον η επιμήκυνση θα προσθέσει μεγαλύτερα κόστη στην αποπληρωμή του δανείου. Έτσι αν υποθέσουμε ότι πάρουμε και τα 110 δις ευρώ του δανείου, προβλεπόταν αρχικά να πληρώσουμε γύρω στα 127 δις ευρώ. Με την επιμήκυνση που συζητούν τώρα, ακόμη κι αν κρατήσουν ίδιο το μέσο επιτόκιο, θα μας κοστίσει το λιγότερο 170 δις ευρώ. Κι αυτό χωρίς να υπολογίσουμε τις τυχόν εμπράγματες εγγυήσεις που είναι πολύ πιθανόν να συνοδεύσουν την επιμήκυνση του χρέους. Παράλληλα με την επιμήκυνση του δανείου της τρόικας, εξετάζεται και η δυνατότητα επιμήκυνσης και του συνολικού χρέους της χώρας με αντικατάσταση των κρατικών ομολόγων που λήγουν μέσα στα επόμενα δυο με τρία χρόνια, με ευρωομόλογα έκδοσης ΕΚΤ ή Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Στήριξης. Κι αυτή η επιμήκυνση θα έχει τα ίδια αποτελέσματα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα έχουμε λόγο σαν χώρα ούτε καν για την έκδοση των ομολόγων. Όλα θα αποφασίζονται σε κεντρικό επίπεδο. Εμείς θα καλούμαστε μόνο να πληρώνουμε είτε με τη δουλειά και το εισόδημα των λαϊκών στρωμάτων, είτε με την εκποίηση της περιουσίας του κράτους και του πλούτου της χώρας.

 

Ερώτηση: Τι επιπτώσεις θα έχει μια πιθανή χρεοκοπία ή αναδιάρθρωση του χρέους για τους πολίτες – δανειολήπτες;

 

Απάντηση: Η περίοδος της αναδιάρθρωσης συνοδεύεται από μερική ή ολική παύση πληρωμών του δημοσίου προς το εσωτερικό, κυρίως σε μισθούς, συντάξεις, προμήθειες, κοκ, από προληπτικό κλείσιμο των τραπεζών ώστε να αποφευχθούν οι μαζικές αναλήψεις μετρητών, από δεσμεύσεις στην χρηματική κυκλοφορία και τις καταθέσεις. Αυτό δεν είναι εικασία. Είναι κάτι που έχει συμβεί επανειλημμένα σε όλες τις χώρες που προχώρησαν σε αναδιάρθρωση του χρέους υπό το ΔΝΤ. Ο αστάθμητος παράγοντας είναι το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται σιδηροδέσμια εντός του ευρώ και υπό τη συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση. Αυτό δεν επιτρέπει να προβλέψει κανείς τις μορφές και τους τρόπους που θα επιβληθούν αυτές οι καταστάσεις. Ειδικά οι ιδιώτες δανειολήπτες επειδή θα αντιμετωπίσουν το μεγαλύτερο πρόβλημα από όλους, μιας και τα δάνειά τους θα συνεχίσουν να τρέχουν, το πιθανότερο είναι να υπάρξει μια ρύθμιση των δόσεών τους έτσι ώστε να επιμηκυνθεί και γι’ αυτούς η εξυπηρέτηση του χρέους προς τις τράπεζες. Για πόσο, κανείς δεν μπορεί να πει.

 

Ερώτηση: Γνωρίζουμε όλοι ότι το οικονομικό πρόβλημα είναι υπαρκτό. Τι έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση όταν εξελέγη; Έπρεπε να δανειστεί από άλλες πηγές ή ακόμα ακόμα να αρνηθεί το χρέος; Είναι ρεαλιστικό το τελευταίο και τι επίπτωση θα είχε μια τέτοια κίνηση εκ μέρους της χώρας μας;

 

Απάντηση: Έχω αναφερθεί στο τι θα μπορούσε να είχε κάνει η κυβέρνηση. Το να αρνηθεί να πληρώσει το χρέος, αν και άκρως επιθυμητό, δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτή η κυβέρνηση. Κι αυτό γιατί θα προϋπέθετε ότι θα έβγαινε ανοιχτά και θα έλεγε την αλήθεια στον λαό και θα ζητούσε τη συνδρομή του, την αγωνιστική, μαχητική στήριξή του. Διότι χωρίς έναν λαό στους δρόμους, δεν μπορείς να τα βάλεις με το διεθνές σύστημα τοκογλυφίας. Φαντάζεστε ότι μπορεί να υπάρξει μια κυβέρνηση από κόμματα κυβερνητικής εναλλαγής που θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο; Προσωπικά το θεωρώ, όνειρο χειμερινής νυχτός. Οι κυβερνήτες μας, τωρινοί και παλιότεροι, τρέμουν πολύ περισσότερο την αλήθεια και το «πεζοδρόμιο», όπως περιφρονητικά ονομάζουν έναν λαό που διεκδικεί αγωνιστικά τα δίκαιά του, παρά το καθεστώς κατοχής. Άλλωστε οι πρωτοκλασάτοι των κομμάτων του κατεστημένου, μαζί με τα επιχειρηματικά συμφέροντα που τους στηρίζουν, έχουν επενδύσει πολλά λεφτά σε κρατικά ομόλογα. Έχουν επενδύσει αδρά στην αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας χωρίς «κούρεμα», όπως λέει και ξανελέει η κυβέρνηση. Έχουν δηλαδή επενδύσει στην επιμήκυνση του χρέους. Είναι ποτέ δυνατόν να πάνε κόντρα στα συμφέροντά τους; Όχι βέβαια.

Θα μπορούσε να δανειστεί η χώρα από άλλες πηγές; Μα το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό: ο δανεισμός. Κι όχι η πηγή ή το κόστος δανεισμού. Όταν το 97% των νέων δανείων της χώρας πηγαίνει στην εξυπηρέτηση παλιότερων δανείων, καταλαβαίνει κανείς ότι απ’ όπου κι αν δανειστείς, με όποιον όρο κι αν δανειστείς, με όσο χαμηλό επιτόκιο κι αν πετύχεις, η υπερχρέωση θα συνεχίζεται επ’ άπειρο. Οπότε το βασικό πρόβλημα είναι να σταματήσεις να δανείζεσαι. Ή τουλάχιστον να σταματήσεις να δανείζεσαι από τις διεθνείς αγορές για να πληρώνεις παλιότερα δάνεια.

Είναι ρεαλιστικό κάτι τέτοιο; Νομίζω ότι είναι κάτι πολύ παραπάνω από ρεαλιστικό, είναι απολύτως αναγκαίο. Χωρίς μια τέτοια κίνηση είναι αδύνατο να γλυτώσουμε την άβυσσο της χρεοκοπίας. Κι εφόσον είναι αναγκαίο, οφείλουμε να το κάνουμε ανεξάρτητα ρίσκων ή απειλών. Εκτός κι αν έχουμε αποφασίσει να ρίξουμε την χώρα και το λαό της στον Καιάδα. Είναι κι αυτή μια απολύτως ρεαλιστική λύση.

Τι θα πάθει η χώρα αν το κάνει; Τίποτε σοβαρό. Πέρα από τις πολυποίκιλες πιέσεις και απειλές που ένας λαός ενωμένος και αποφασισμένος μπορεί να τις αντιμετωπίσει σχετικά εύκολα, το μόνο σίγουρο που θα πάθουμε είναι ότι θα μηδενιστεί η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας στις διεθνείς αγορές. Μα ήδη το έχουμε πάθει αυτό. Επιπλέον τα στοιχεία λένε ότι αν εξαφανιστούν οι δανειακές υποχρεώσεις από τον προϋπολογισμό, το κρατικό έλλειμμα είναι απολύτως αντιμετωπίσιμο ακόμη και την υπάρχουσα παρασιτική δομή του κράτους που έχουμε σήμερα χωρίς να χρειαστεί να προσφύγουμε σε εξωτερικό δανεισμό.

Όσο για τους λοιμούς, σεισμούς, κατατρεγμούς που θα επιπέσουν σε τούτη την άμοιρη τη χώρα και σε τούτον τον άμυαλο λαό που θα τολμήσει να τα βάλει με τους διεθνείς τοκογλύφους, θα σας καλούσα να δείτε τι έπαθε η Ισλανδία που εδώ και σχεδόν δυο χρόνια ο λαός της δεν επιτρέπει στην κυβέρνησή του να φέρει το ΔΝΤ και να πληρώσει το χρέος.

Και μιλάμε για ένα νησί στον βόρειο αρκτικό με μερικές εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους. Η Ισλανδία ούτε απομονώθηκε, ούτε υπέστη άλλη συμφορά από αντίποινα, που σημειωτέον θα μπορούσαν εύκολα να της είχαν επιβληθεί μιας και βρίσκεται έξω από τις διεθνείς ροές εμπορίου, ενώ σαν οικονομία έχει μόνο δυο πόρους: την αλιεία και τον τουρισμό. Δεν έγινε τίποτε. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Και πρέπει να σημειώσουμε ότι τα δανειακά κεφάλαια που διακυβεύονται στην Ισλανδία είναι μεγαλύτερα από το δημόσιο χρέος της Ελλάδας.

 

Ερώτηση: Ποια είναι η δική σας πρόταση για έξοδο από την κρίση;

 

Απάντηση: Είναι αυτή που κάθε απλός Έλληνας πολίτης, κάθε απλός εργαζόμενος καταλαβαίνει ως ηθική και δίκαιη. Άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα, άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές, ώστε να σταματήσει ο φόρος αίματος τον οποίο καταβάλλουν η χώρα και ο λαός στους διεθνείς τοκογλύφους και κερδοσκόπους.

Αυτή είναι η μόνη λύση για να σωθεί η χώρα από την καταστροφή και να διασώσουν οι εργαζόμενοι τα εισοδήματά τους, τη δουλειά τους, τις συντάξεις και τα δικαιώματά τους. Είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει προοπτική για τους νέους, τους αγρότες, τους επαγγελματίες, τους μικρομεσαίους. Είναι ο μόνος τρόπος για να γλυτώσει η χώρα από την πτώχευση και την καταστροφή που οργανώνουν ήδη η κυβέρνηση, η ΕΕ και το ΔΝΤ.

Άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα σημαίνει άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές. Σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε κανενός είδους απαίτηση που θα επιτρέψει στους δανειστές της χώρας να τη δημεύσουν, να την κατασχέσουν, να τη λεηλατήσουν. Σημαίνει ότι σταματάμε να πληρώνουμε δάνεια που έχουμε πληρώσει διπλά και τρίδιπλα. Σημαίνει ότι διαγράφουμε μονομερώς όλες τις οφειλές που υπήρξαν προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας εις βάρος της χώρας και του λαού της. Σημαίνει ότι αρνούμαστε επιτέλους να ματώνουμε για δάνεια που έρχονται από το 1880, αλλά οι αγορές και οι μεγάλοι «εταίροι» μας έχουν επιβάλει να τα πληρώνουμε έως σήμερα. Σημαίνει πολύ απλά ότι σταματάμε να πληρώνουμε τα κερατιάτικα στους διεθνείς και ντόπιους τοκογλύφους.

Ο ελληνικός λαός οφείλει να προχωρήσει σε άρνηση της πληρωμής του χρέους όχι γιατί θέλει να βλάψει κανέναν ή να «φάει» τα λεφτά των δανειστών του. Οφείλει να το κάνει γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να σταθεί στα πόδια του, για να διεκδικήσει τη χώρα του από τις αγορές και τα αρπακτικά τους, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, για να λυτρωθεί επιτέλους από το διεφθαρμένο σύστημα που τον κυβερνά. Γι’ αυτό και αιτήματα που αφορούν δάνεια τα οποία συνήφθησαν καλή τη πίστει και συνέβαλαν αποδεδειγμένα στην ανάπτυξη της χώρας, ο λαός δεν θα αρνηθεί να συζητήσει την ικανοποίησή τους. Στη βάση του αμοιβαίου οφέλους. Ιδίως αν συνδέονται με χρήματα μικροκαταθετών και ασφαλιστικών ταμείων, που έτσι κι αλλιώς δεν υπερβαίνουν το 15% του σημερινού δημόσιου χρέους. Πάντα με βασική προϋπόθεση ότι καμιά τέτοια απαίτηση δεν θα υπονομεύσει την πορεία της χώρας, δεν θα υποθηκεύσει το μέλλον της και ούτε θα θέσει τη χώρα υπό καθεστώς ομηρείας. Αν είναι να χάσει κάποιος, αυτός σίγουρα δεν θα είναι ο λαός και η χώρα.

Όμως η άρνηση πληρωμής του χρέους είναι μόνο η αρχή, η αφετηρία για μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία που απαιτεί:

Την έξοδο από τη ζώνη του ευρώ και την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος που να εκφράζει τη δυναμική μιας νέας οικονομικής πορείας της χώρας προς όφελος του λαού. Η καταστροφή δεν μας περιμένει αν φύγουμε από το ευρώ, αλλά όσο παραμένουμε υποτελείς στο ευρώ. Η χώρα θα πάψει να είναι έρμαιο κάθε είδους πίεσης, εκβιασμού και επιδρομής της διεθνούς κερδοσκοπίας, θα πάψει να είναι αναλώσιμο είδος των αγορών, μόνο αν ανακτήσει τον έλεγχο του νομίσματος και της οικονομίας της.

Την εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών, με πρώτη την Τράπεζα της Ελλάδας, με σκοπό τον έλεγχο της οικονομίας, τον επαναπροσανατολισμό της πιστωτικής πολιτικής, το χτύπημα της χρηματιστικής αγυρτείας και τον έλεγχο της κίνησης των κεφαλαίων.

Την ανάδειξη του κράτους σε βασικό μοχλό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας με πρώτη την εθνικοποίηση των παλιών ΔΕΚΟ, των υποδομών και των υπηρεσιών που ιδιωτικοποιήθηκαν. Ένα κράτος που πρέπει να πάψει να αποτελεί φέουδο μιας παρασιτικής οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας η οποία σήμερα κυβερνά τη χώρα.

Την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, η οποία δεν θα στηρίζεται σε ξένους και ντόπιους κερδοσκόπους επενδυτές, κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και μονοπώλια, αλλά στις ανάγκες και στο εισόδημα των εργαζομένων, στη δυναμική και στην πρωτοβουλία των ζωντανών παραγωγικών δυνάμεων του τόπου.

Την αλλαγή του μονομερούς προσανατολισμού της χώρας και την απαλλαγή της από τα δεσμά που της έχουν επιβληθεί. Χρειάζεται η χώρα και ο λαός να ανοιχτούν επιτέλους στη διεθνή ζωή, να αξιοποιήσουν δυνατότητες και ευκαιρίες μέσα από την αναζήτηση νέων διεθνών ερεισμάτων, επαφών και σχέσεων με όλους τους λαούς της Ευρώπης και του κόσμου, δίχως καταναγκασμούς, επιβολές και μονοπωλιακές εξαρτήσεις.

Η διάσωση της χώρας δεν μπορεί να επιτευχθεί με τον λαό στον «γύψο» ούτε με «εθνικές» ή «υπερκομματικές» κυβερνήσεις εκφασισμού της πολιτικής ζωής. Η διέξοδος από την κρίση απαιτεί περισσότερη και όχι λιγότερη δημοκρατία.

Απαιτεί τον λαό στο προσκήνιο, όχι θεατή και θύμα των εξελίξεων.

Απαιτεί μια νέα εξουσία με τον λαό στα κέντρα των αποφάσεων και όχι ένα διεφθαρμένο σύστημα κυβερνητικής απολυταρχίας.

Απαιτεί την κατάκτηση της δημοκρατίας μέσα από την αυθεντική κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.

Είναι η ώρα για να οικοδομηθεί ένα νέο ΕΑΜ, μια νέα Φιλική Εταιρεία, μια νέα Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας. Μόνο με τη δημιουργία ενός μεγάλου κοινωνικοπολιτικού μετώπου ολόκληρου του λαού για τη διάσωση και την αναγέννηση της χώρας μπορούμε να ξεφύγουμε από τον καταθλιπτικό μονόδρομο της καταστροφής, της λεηλασίας και της υπερχρέωσης. Αυτό είναι σήμερα το κυρίαρχο εθνικό, πατριωτικό και συνάμα ταξικό καθήκον για τον εργάτη, τον αγρότη, τον μικρομεσαίο.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν είναι υπόθεση απλώς και μόνο ορισμένων οργανώσεων ή κομμάτων, αλλά αφορά το σύνολο του λαού πέρα και πάνω από κομματικές τοποθετήσεις και εξαρτήσεις. Ένας ενωμένος και αποφασισμένος λαός δεν έχει να φοβηθεί τίποτα και κανέναν, δεν μπορεί να τον σταματήσει καμιά απειλή, κανένα αντίποινο των αγορών. Όποτε ο λαός αποφάσισε να ενωθεί και να διεκδικήσει τα δίκαιά του δεν υπήρξε καμιά δύναμη που να μπόρεσε να του σταθεί εμπόδιο.

Αντίθετα οι αγορές, οι τραπεζίτες, οι κερδοσκόποι και το πολιτικό τους προσωπικό έχουν κάθε λόγο να φοβούνται. Και είναι αλήθεια ότι τρέμουν σήμερα στην ιδέα μιας αυθεντικής λαϊκής αφύπνισης. Όχι μόνο γιατί ένας αποφασισμένος και ενωμένος λαός δεν υπήρξε ποτέ εύκολος αντίπαλος για την αντίδραση, αλλά γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι ένας τέτοιος αγωνιστής λαός δεν θα βρεθεί μόνος του, απομονωμένος, αλλά σχεδόν αμέσως θα σταθούν δίπλα του, σύμμαχοι και συναγωνιστές, και οι άλλοι λαοί της Ευρώπης, οι Πορτογάλοι, οι Ισπανοί, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί και άλλοι που στενάζουν το ίδιο κάτω από την μπότα της υπερεθνικής χρηματιστικής απολυταρχίας.

Από όλους τους χώρους που έχω κινηθεί έως σήμερα, εντός και εκτός της αριστεράς, ο μόνος φορέας που υπηρετεί οργανωμένα τους παραπάνω στόχους με συνέπεια και μέσα στα μέτρα του δυνατού είναι η πρωτοβουλία πολιτών για τη συγκρότηση μετώπου για τη σωτηρία του λαού και την αναγέννηση της χώρας με την επωνυμία Σεισάχθεια. Δεν γνωρίζω καμμιά άλλη πρωτοβουλία, μέτωπο ή συσπείρωση που να έχει ανοιχτεί σε τόσο πλατύ κόσμο πάνω σε μια τόσο συγκεκριμένη βάση στόχων και αιτημάτων. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που αγκαλιάζει και αγκαλιάζεται από απλούς πολίτες χωρίς προαπαιτήσεις ιδεολογικής ή αριστερής καθαρότητας, χωρίς πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, με μόνο μία θεμελιώδη προαπαίτηση: την ενεργή στράτευση στους παραπάνω κοινούς στόχους. Φιλοδοξία μας είναι να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός αυθεντικά Παλλαϊκού Μετώπου μέσα στον ίδιο το λαό, από τον ίδιο το λαό, που θα αναλάβει να λυτρώσει τον τόπο με τον τρόπο που αναφέραμε.

 

**  "Η πρωτοβουλία για την συγκρότηση μετώπου για τη σωτηρία του λαού και την αναγέννηση της χώρας με την επωνυμία Σεισάχθεια, ιδρύθηκε στις 17 Οκτωβρίου του 2010 μέσα από μια σύσκεψη ανεξάρτητων κινήσεων, επιτροπών και αγωνιστών στον κινηματογράφο Ααβόρα. Αντικείμενο αυτής της συνάντησης ήταν η ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών και ο συντονισμός σε πανελλαδική κλίμακα δραστηριοτήτων και τοπικών κινήσεων και πρωτοβουλιών με κύριο άξονα τη μη αναγνώριση του χρέους και την άρνηση πληρωμής του στους δανειστές εδώ και τώρα, ώστε να σταματήσει ο φόρος αίματος τον οποίο καταβάλλουν η χώρα και ο λαός στους διεθνείς τοκογλύφους και κερδοσκόπους.

Η πάλη για τη μη αναγνώριση του χρέους συνδέεται με την πάλη για:

– Την έξοδο από τη ζώνη του ευρώ και την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος,

– Την εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών με στόχο τον έλεγχο της οικονομίας και της κίνησης των κεφαλαίων,

– Την ανάδειξη του κράτους σε βασικό μοχλό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης,

– Την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας που θα στηρίζεται στις ανάγκες και στο εισόδημα των εργαζομένων,

– Την απαλλαγή της χώρας από τα δεσμά που της έχουν επιβληθεί.

Στην βάση αυτή συγκροτήθηκε η πρωτοβουλία Σεισάχθεια που έχει σαν βασικό στόχο να συμβάλει στο μέτρο των δυνάμεών της στη δημιουργία ενός Παλλαϊκού Μετώπου στην βάση των παραπάνω αιτημάτων. Στην προσπάθεια αυτή η Σεισάχθεια βοηθά στη συγκρότηση τοπικών επιτροπών σε χώρους εργασίας και κατοικίας με σκοπό την προώθηση και την πάλη πάνω στη βάση των κεντρικών διεκδικήσεων της πρωτοβουλίας. Μέχρι σήμερα έχουν συγκροτηθεί 12 τέτοιες επιτροπές σε περιοχές της Αθήνας και πάνω από 20 σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Κάθε επιτροπή είναι πλήρως αυτοκέφαλη και έχει ως βασικό καθήκον την πολύ πλατιά ενημέρωση και την οργάνωση όλων για τις μικρές και μεγάλες μάχες που έχουμε όλοι μπροστά μας μέχρι την ανατροπή του σύγχρονου καθεστώτος κατοχής. Στην πρωτοβουλία και τις τοπικές επιτροπές εντάσσεται ελεύθερα όποιος θέλει, ανεξάρτητα ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων. Με άλλα λόγια η πρωτοβουλία διέπεται από καθαρώς ΕΑΜικά χαρακτηριστικά και υπερβαίνει τους ιδεολογικούς διαχωρισμούς δεξιάς-αριστεράς, θέτοντας τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους σύγχρονους δωσίλογους και τους συνεργούς τους σε δεξιά και αριστερά, από τη μια και από την άλλη, στις δυνάμεις που μάχονται στ’ αλήθεια και στην πράξη για την ανατροπή του καθεστώτος κατοχής. Κάτι που δεν μπορεί να γίνει μόνο με την καταγγελία του υπάρχοντος χωρίς να συνοδευτεί από τα συγκεκριμένα αιτήματα τα οποία συγκροτούν την πρωτοβουλία. Με αυτή την έννοια η πρωτοβουλία δέχεται στους κόλπους της τους πάντες με μόνο μία προαπαίτηση: την συνειδητή στράτευση στους βασικού στόχους της, χωρίς να χρειάζεται πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, ή δήλωση αποκήρυξης της αλλοτινής τους διαδρομής."

 

* Αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα www.eparembasis.blogpost.com  στις 24/1/2010

Καταλύτης το Καστελόριζο

Καταλύτης το Καστελόριζο

 

Του Κώστα Ανδριανόπουλου

 

 

Καστελόριζο λοιπόν. Με τη δική του σημασία στα πράγματα, τη δική του ακροτελεύτια θέση στην αλυσίδα των νησιών που περιβάλλουν την Τουρκία. Όταν οι διαφορές με την Τουρκία εντοπίζονται στις υπερπτήσεις, παραβιάσεις, ασκήσεις ΝΑΤΟ, όταν η κυβέρνηση μιλάει πονηρά για διαφορές στο Β. Αιγαίο, περνάει απαρατήρητο.

Όμως μια πιο προσεκτική, πιο σφαιρική ματιά στο χάρτη και η οπτική αλλάζει. Το Καστελόριζο, 72 μίλια από τη Ρόδο, βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας. 150 μίλια μακριά από την Κύπρο, συνδέει Ελλάδα και Κύπρο, εμποδίζει την προεκβολή της Τουρκίας στη Μεσόγειο. Το Καστελόριζο στέκεται ανάμεσα στον Νταβούτογλου και στα σχέδιά του να γίνει η Τουρκία ναυτικό κράτος με προσπέλαση και ρόλο στη Μεσόγειο, με δικό της ευρύ, εδραιωμένο χώρο αποκλειστικών δικαιωμάτων.

Όμως μια πιο προσεκτική, πιο σφαιρική ματιά στο χάρτη και η οπτική αλλάζει. Το Καστελόριζο, 72 μίλια από τη Ρόδο, βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας. 150 μίλια μακριά από την Κύπρο, συνδέει Ελλάδα και Κύπρο, εμποδίζει την προεκβολή της Τουρκίας στη Μεσόγειο. Το Καστελόριζο στέκεται ανάμεσα στον Νταβούτογλου και στα σχέδιά του να γίνει η Τουρκία ναυτικό κράτος με προσπέλαση και ρόλο στη Μεσόγειο, με δικό της ευρύ, εδραιωμένο χώρο αποκλειστικών δικαιωμάτων.

Διαρκείς οι βλέψεις της Τουρκίας για το Καστελόριζο. Ελάχιστοι θυμούνται πως το σχέδιο Άτσεσον για την επίλυση του κυπριακού, το 1964, πρόβλεπε παραχώρηση του Καστελόριζου στην Τουρκία. Ότι κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του σχεδίου Ανάν για την Κύπρο, επιχειρήθηκε να εισαχθεί το Καστελόριζο στις συζητήσεις, χωρίς επιτυχία. Ή ότι τη δεκαετία του ’70 όταν ακόμα ζούσε η Δέσποινα Αχλαδιώτη, (κυρά της Ρω) στις βραχονησίδες γύρω από το Καστελόριζο, τα επεισόδια τύπου Ίμια, με ανάρτηση τουρκικών σημαιών ήταν συχνά. Πρόσφατα οι έρευνες της Τουρκίας στην περιοχή, μέσα και από νορβηγικά πλοία, ήταν από τα πιο σοβαρά επεισόδια της ελληνοτουρκικής διένεξης.

Σήμερα το Καστελόριζο συνδέεται με το ζήτημα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Ας μην ξεχνάμε ότι ΑΟΖ δεν σημαίνει μόνο κοιτάσματα, οικονομικά συμφέροντα κ.λπ. Στη διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ, συγκλίνουν τα κράτη, γενικεύουν τις προσεγγίσεις τους, στήνονται οι συμμαχίες και οι αντιμαχίες, ανοίγει το παιχνίδι της δημιουργίας προϋποθέσεων, ζωογονείται η διπλωματία. Εν κατακλείδι γύρω απ’ αυτά ασκείται η πολιτική. Εν προκειμένω μέσα από το Καστελόριζο επεκτείνεται η ελληνική ΑΟΖ, έως επαφής μ’ αυτήν της Κύπρου. Πράγμα που καταρχήν διευκολύνει την εξαγγελία, οριοθέτηση, την υποστασιοποίησή της και στη συνέχεια δημιουργεί έναν τεράστιας σημασίας άξονα γεωστρατηγικής αλληλοβοήθειας ανάμεσα σε Ελλάδα και Κύπρο. Αν η Ελλάδα παραιτηθεί από το δικαίωμα του Καστελόριζου να έχει ΑΟΖ, όπως πιεστικά, ανυποχώρητα, κατ’ απόλυτο τρόπο, χωρίς δηλαδή να σηκώνει καμία συζήτηση, επιμένει η Τουρκία τότε εκτός της συρρίκνωσης, η Ελλάδα αποκόπτεται από την ΑΟΖ Κύπρου. Στο τρίγωνο Κρήτη-Τουρκία-Κύπρος ανοίγει ένας τεράστιος χώρος κυριαρχίας της Τουρκίας, που επεκτείνεται μέχρι να συναντήσει την ΑΟΖ Αιγύπτου. Στο χώρο αυτό γίνεται λόγος για ύπαρξη κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

Τώρα εκείνο που ισχύει στην πράξη είναι ότι η Τουρκία με την συνδρομή της Αμερικής, υποχρέωσαν την Ελλάδα να μιλά για υφαλοκρηπίδα και μόνο, όχι για ΑΟΖ (που διακηρύσσεται μονομερώς, καλύπτεται από το δίκαιο της θάλασσας, το οποίο επιπλέον ορίζει με σαφήνεια χωρίς εξαιρέσεις ότι τα νησιά έχουν ΑΟΖ). Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ δασκαλεμένα πάνω στη γραμμή των εθνικών παραχωρήσεων, μας βομβαρδίζουν καθημερινά από τα τηλεπαράθυρα, ότι δεν έχει σημασία η ΑΟΖ, αλλά η υφαλοκρηπίδα. Ο ίδιος ο Παπανδρέου στη Βουλή, έφερε σαν επιτυχές παράδειγμα της εμμονής του για οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας από το δικαστήριο της Χάγης, απόφαση του δικαστηρίου σε διένεξη Μάλτας-Λιβύης γύρω από ένα μικρό νησί, όπου σύμφωνα πάντα με τον κ. Παπανδρέου η έννοια της υφαλοκρηπίδας υπερκάλυψε την ΑΟΖ. Μόνο που ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ξέχασε να ενημερώσει το κοινοβούλιο πως η Χάγη αποφάσισε σε βάρος του νησιού.

Η κυβέρνηση επέλεξε τη ρότα των μυστικών συνομιλιών. Δεσμεύει μονόδρομα την Ελλάδα, παρακάμπτει εθνικά δικαιώματα στην ΑΟΖ. Είναι βέβαιο, πως τα γεγονότα θα πληθύνουν, καθώς και ο επαναπροσανατολισμός των πολιτών γύρω απ’ το ζήτημα.

 

ΠΗΓΗ: «Ο ΔΡΟΜΟΣ», Δευτέρα, 24 Ιανουάριος 2011 11:31, http://edromos.gr/index.php?option=com_k2….temid=51

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΡΙΑ ΡΟΜΙΓΥ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΡΙΑ ΡΟΜΙΓΥ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Απεβίωσε προ μηνός η διαπρεπής Γαλλίδα Ζακλίν ντε Ρομιγύ, η οποία επί εξήντα και πλέον έτη ερεύνησε συστηματικά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, μετέφρασε στη γαλλική τα έργα των Ελλήνων κλασικών συγγραφέων και συνέγραψε σημαντικά έργα σχετικά με το πνεύμα αυτών, από τα οποία αρκετά μεταφράστηκαν και στην ελληνική γλώσσα. Ευτυχώς στην περίπτωσή της δεν μας διέκρινε η γνωστή νεοελληνική αβελτηρία.

Την εκλιπούσα είχε τιμήσει η Ακαδημία Αθηνών υποδεχθείσα αυτήν ως μέλος της, ενώ η Πολιτεία της έδωσε την ελληνική υπηκοότητα το 1995 και την ανακήρυξε πρέσβειρα του ελληνισμού το 2001. Βέβαια ελάχιστα ήταν η Ρομιγύ γνωστή στο ευρύ κοινό της χώρας μας. Οι θέσεις της δεν παρουσίαζαν ενδιαφέρον για τους υπευθύνους των διαύλων, οι οποίοι έχουν στερή την απόφαση να μην αφήσουν ταινία διαφθοράς γυρισμένη στις ΗΠΑ που να μη την προβάλουν προς “τέρψη” και “καλλιέργεια” του Νεοέλληνα!

Η Ρομιγύ δεν είναι το σπανιότατο άνθος της ερήμου. Αρκετοί άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων κατά καιρούς, φιλόλογοι, ιστορικοί, αρχαιολόγοι και άλλων ειδικοτήτων έδειξαν απέραντη την αγάπη τους προς τον πολιτισμό και το έργο των προγόνων μας. Το μελέτησαν και το ανέδειξαν ωσάν να ήσαν εκείνοι οι κληρονόμοι τους. Αλλά είναι οι κληρονόμοι τους, σπεύδουν κατά καιρούς να τονίσουν κάποιοι δικοί μας: Ο ελληνικός πολιτισμός ξεπέρασε τα όρια του ελληνισμού και απετέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη μετέπειτα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Καυχόμαστε υπέρμετρα γι’ αυτό και συχνά αντιμέτωποι με τις αδυναμίες που καλλιεργήσαμε μέσα μας ξιφουλκούμε κατά των Ευρωπαίων (σαν να μην είμαστε και εμείς τέκνα της ίδια ηπείρου) κραδαίνοντας τις πατρογονικές μας δάφνες και υπενθυμίζοντας τη συνήθη τροφή των “δενδροβίων” προγόνων τους! Ενέργειες για γέλια και για κλάμματα!

Κληρονόμος του αρχαίου ελληνικού πνεύματος υπήρξε η Ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία ή Ρωμανία, η πλέον μακρόχρονη αυτοκρατορία (χιλιετής) στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτή επεκράτησε να λέγεται, μετά την πτώση της Βυζάντιο, καθώς δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται. Το πρώτο που επιδίωξε να αποκομίσει από αυτή την αυτοκρατορία η αναδυόμενη από το σκότος του Μεσαίωνα Δύση ήταν ο τίτλος της, που δεν έπρεπε να θυμίζει την ειρηνική μετάβαση από τη λατινική και ειδωλολατρική Ρώμη στην ελληνική, έστω και με καθυστέρηση τριών αιώνων, και χριστιανική Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη). Γι’ αυτό κάποιος ιστορικός Φράγκος επινόησε τον όρο Βυζάντιο, όνομα που είχε δώσει σε αποικία ο Βύζας ο Μεγαρεύς αιώνες προ Χριστού. Το δεύτερο που επιχειρήθηκε ήταν να αφαιρέσουν από την αυτοκρατορία τους τίτλους κληρονομιάς του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Και πρώτοι ήσαν εκείνοι που, όταν πλέον η αυτοκρατορία υπό τα πλήγματα των εχθρικών στιφών και τα κρίματα των πολιτών της κατέρρεε, έριξαν το σύνθημα για επιστροφή στην πηγή που είχε στερέψει από αιώνες στερέψει. Ως νέοι Ιουλιανοί ήθελαν να απαγορεύσουν στους χριστιανούς Ρωμαίους (Ρωμηούς) την προσπέλαση προς τους θησαυρούς των αρχαίων Ελλήνων αγνοώντας τον αγώνα που έδωσαν οι πατέρες της Εκκλησίας με επικεφαλής τους τρείς Ιεράρχες για την ελευθερία κτήσης της θύραθεν παιδείας. Αγνόησαν το ότι η Άννα η Κομνηνή (12ος αιών) και ο Ευστάθιος, επίσκοπος Θεσσαλονίκης (12ος αιών) στα γραπτά τους άφησαν απτά δείγματα δεξιότητας και στην ομηρική γλώσσα οκτώ ολόκληρους αιώνες μετά τον θεολόγο και ποιητή άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό. Και καθώς οι Ρωμηοί δεν έδειχναν διάθεση να τους ακολουθήσουν πήραν τον δρόμο για τη Δύση, προκειμένου να προσφέρουν τις διαφωτιστικές τους υπηρεσίες στα παλάτια των ηγεμόνων με το αζημίωτο βέβαια. Και κανένας νεότερος δεν διερωτήθηκε ποτέ: Πού τα βρήκαν εκείνοι τα κείμενα των κλασικών που παρέλαβαν μαζί τους στη Δύση; Ποιοί τα μετέγραφαν και τα ξαναμετέγραφαν υπομονετικά επί δέκα αιώνες; Όχι μόνο δεν προβάλλουν τους ακάματους και ταπεινούς μοναχούς των ορθοδόξων κοινοβίων, αλλά τους περιλούζουν με πλήθος “κοσμητικών” επιθέτων, όπως σκοταδιστές, φανατικούς, εχθρούς της ελεύθερης σκέψης, υπέρμαχους της θεοκρατίας! Και προβάλλουν τους Άραβες ως εκείνους που διέσωσαν κατά τους αιώνες 8ο-10ο τα βιβλία των αρχαίων κλασικών. Και δεν αναρωτούνται στο διάστημα που μεσολάβησε (4ος-8ος αιώνες) ποιοι και πού μετέγραφαν τα κείμενα; Ευτυχώς σύγχρονες έρευνες έδειξαν πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι η Ρωμανία επί αιώνες μεταλαμπάδευε εκτός από το ορθόδοξο χριστιανικό πνεύμα και το πνεύμα των αρχαίων κλασικών στη Δύση. Άνθρωποι όπως ο Άγγλος Ράνσιμαν, ο Γάλλος Λεμέρλ και αρκετοί άλλοι αποκαθιστούν με επιμέλεια τη μεγάλη αδικία κατά της Ρωμανίας, την οποία εξύφαναν το επικρατήσαν στη Δύση φραγκικό πνεύμα σε συνεργασία με το Βατικανό, που στην Ανατολή έβλεπε τους μισητούς γι’ αυτό “σχισματικούς”. Όσο για τους Άραβες, όταν μετά από μερικές γενιές αφομοιώθηκαν πλήρως οι εξισλαμισθέντες Ρωμηοί της Μέσης Ανατολής, γνωρίζουμε πόσο ασχολήθηκαν πλέον με τους κλασικούς της αρχαιότητας.

Οι διανοούμενοι στη Δύση επιχειρούσαν κατά τον 15ο αίώνατην έξοδό τους από την τυραννία, πολιτική και θρησκευτική, των δυνάμεων που κυριαρχούσαν κατά τον Μεσαίωνα. Το αρχαίο ελληνικό πνεύμα προβαλλόταν εμπρός τους ως το πνεύμα του φωτός και της ελευθερίας. Αγνοούντες το πνεύμα της χριστιανικής Ορθοδοξίας, καθώς το αγνοούσαν και οι φωτιστές τους που εγκατέλειψαν τη Ρωμανία στο ψυχορράγημά της, πίστεψαν πως βρήκαν στα αρχαία κείμενα την ελεύθερη συνείδηση έναντι της πλημμυρισμένης από ενοχές συνείδησης στα πλαίσια του δυτικού χριστιανισμού (Μπέρτραντ Ράσσελ). Ουσιαστικά ο αγώνας δόθηκε σε θρησκευτικό πεδίο, με απώτερο σκοπό την επανεισαγωγή των ελευθερίων ηθών του αρχαίου κόσμου σε μια ανέραστη λόγω του τρόμου της Ιερής εξέτασης κοινωνία. Εδώ έγκειται η τραγική παρεξήγηση του πνεύματος των αρχαίων κλασικών. Όλοι οι μεγάλοι πρόγονοί μας, τραγικοί ποιητές, φιλόσοφοι, στοχαστές και ιστορικοί, αν και έζησαν σε ειδωλολατρική κοινωνία κατάφεραν σαφώς να υπερβούν τις λαϊκές δοξασίες και να αρθούν σε ύψη στοχασμού δυσθεώρητα. Πέρα από την ηθολογία περί του «καλού καγαθού» πολίτη μας προσέφεραν και την αξία του μέτρου επισημαίνοντας τις συνέπειες εκ της υπερβολής (ύβρεως), η οποία επιφέρει την θεία τιμωρία. Φυσικά καθώς αγνοούσαν το πρόσωπο μικρή ήταν η συμβολή τους σε τομείς όπως η φιλανθρωπία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ουσιώδης ελευθερία, η του πνεύματος. Το έλλειμμά τους ανεπλήρωσαν οι πατέρες της Εκκλησίας, πλην όμως τα συγγράμματά τους είχαν περιληφθεί στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων από τους φωτιστές της Δύσης, όταν το Βατικανό συνέτασσε τον Index librorum prohiborum. Έτσι η Δύση έχασε την ευκαιρία να επανέλθει στη σωστή τροχιά. Αποτέλεσμα της άστοχης τάσης προς επάνοδο στο πνεύμα του αρχαίου κόσμου ήταν η σταδιακή μετατόπιση από την κατάφαση προς τον Θεό (Αναγέννηση) στην κριτική στάση έναντι αυτού αρχικά, στην αμφισβήτηση και στην άρνησή του αργότερα (Διαφωτισμός).

Η Δύση γεύτηκε από αιώνες τους πικρούς καρπούς της αποστασίας. Εμείς υπό τον σκληρό ζυγό του Οθωμανού δυνάστη αργήσαμε πολύ να αντιληφθούμε τις κοσμογονικές μεταβολές. Καθώς αισθανθήκαμε κάποτε μειονεκτικά έναντι των φωτισμένων της Δύσης σπεύσαμε να υιοθετήσουμε με ταχύτητα αστραπής, παρά το ράθυμο που εν γένει μας διακρίνει, τις επελθούσες μεταβολές. Με περισσό πάθος στραφήκαμε κατά της πατροπαράδοτης πίστης μας και ρίξαμε το σύνθημα, με ηγέτη τον Κοραή: Εμπρός ολοταχώς προς τα πίσω! Αποτέλεσμα: Ξεχαρβαλώσαμε τη γλώσσα μας! Αγνοούμε το πνεύμα των προγόνων μας, από τα ήθη των οποίων επιλεκτικά υιοθετούμε τον αφροδισιασμό και τον διονυσιασμό! Πολεμήσαμε ως άκρως ενοχλητική τη ρωμηοσύνη και επιχειρήσαμε να ξαναφορέσουμε χλαμύδα! Μήπως το μόνο που πετύχαμε είναι να γίνουμε φαιδροί και περίγελως των πάντων; Τί άραγε να λένε για μας όλοι αυτοί που αγάπησαν και αφιέρωσαν τη ζωή τους στην προβολή του ελληνικού πολιτισμού;   

 

                                                                        “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 25-01-2011

ΤΕΧΝ. ΕΠ. ΕΚΠ.: ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

 

Του Δημήτρη Καρυώτη

 

 

Οι τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζονται από μεγάλες ανατροπές στο χαρακτήρα και στη δομή των περισσότερων επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Η τερατώδης ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών δημιούργησε νέα δεδομένα. Πολλές επαγγελματικές δραστηριότητες, που άλλοτε απαιτούσαν εμπειρικές γνώσεις ή γνώσεις επιπέδου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, συρρικνώθηκαν δραματικά, ενώ στις περισσότερες οι τεχνολογικές εξελίξεις ανάγκασαν τους εργαζόμενους να κάνουν αγώνα δρόμου για να μπορέσουν να παραμείνουν ενεργοί στην επαγγελματική τους δραστηριότητα. Αυτοί που δεν τα κατάφεραν άλλαξαν αντικείμενο εργασίας ή έμειναν άνεργοι.

Η νέα πραγματικότητα, για αυτή την κατηγορία των επαγγελμάτων, απαιτεί καλές θεωρητικές γνώσεις για την κατανόηση των νέων δεδομένων και την ανάπτυξη δεξιοτήτων στις εφαρμογές των νέων τεχνολογιών, που είναι διάσπαρτες πλέον σε όλα τα σύγχρονα επαγγέλματα.

Η εποχή που κάποιος μάθαινε το  επάγγελμά του εργαζόμενος δίπλα σε κάποιον έμπειρο επαγγελματία έχει περάσει χωρίς επιστροφή.

Είναι αναγκαίο πλέον ο νέος άνθρωπος να έχει όλες τις γενικές γνώσεις που απαιτούνται, όχι μόνο για να μπορεί να κατανοήσει το γνωστικό αντικείμενο ενός επαγγέλματος σήμερα, αλλά να μπορεί να κατανοήσει και να αφομοιώσει τις τεχνολογικές εξελίξεις που θα έλθουν αύριο.   

Αυτή η νέα πραγματικότητα οδηγεί στην αναγκαιότητα καθιέρωσης 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με παράλληλη μετακίνηση της επαγγελματικής εξειδίκευσης για μετά την 12χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση.

Η Δευτεροβάθμια εκπαίδευση πρέπει να μετατραπεί σε ένα Πολυτεχνικό Σχολείο, που να είναι απαλλαγμένο απ’ το σημερινό εξετασιοκενρικό του χαρακτήρα, με αυτοδύναμο εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό ρόλο, που δεν θα λειτουργεί ως προθάλαμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Το σχολείο αυτό πρέπει να έχει ως αντικειμενικούς στόχους:

1)    Την κατάκτηση της γενικής γνώσης που έχει ανάγκη ο νέος άνθρωπος  για να  μπορεί να κατανοήσει τον κόσμο και φυσικά τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις.

2)   Την ανάπτυξη μιας ευρύτερης παιδείας με την κατάκτηση των πολιτισμικών αξιών της ανθρωπότητας.

3)   Την ανάπτυξη της κριτικής του ικανότητας.  

Μέσα στο πρόγραμμα αυτού του σχολείου πρέπει να διαχέονται οι βασικές γνώσεις των σύγχρονων επιστημών και τεχνολογιών, που πολλές απ’ αυτές μπορεί να διδάσκονται και μέσω εργαστηριακών μαθημάτων.

Στα πλαίσια αυτού του σχολείου πρέπει να υπάρχει ένα σύγχρονο δίκτυο που με επιστημονικούς τρόπους να αναδεικνύει τα ενδιαφέροντα και τις κλίσεις των μαθητών, για να μπορούν οι ίδιοι στη συνέχεια να επιλέξουν, ανάλογα με τις δυνατότητες και τα ενδιαφέροντά τους, τον τομέα επαγγελματικών δραστηριοτήτων που προτιμούν.

Είναι αυτονόητο ότι στο σχολείο αυτό πρέπει να εφαρμόζεται ένα δίκτυο ενίσχυσης των «αδύνατων» μαθητών, λειτουργικά και δομικά ενταγμένο μέσα στη λειτουργία του σχολείου.

Το εκπαιδευτικό προσωπικό αυτού του σχολείου, πρέπει να είναι μόνιμο, οργανικά ενταγμένο μέσα στη σχολική μονάδα. Αυτό σημαίνει την κατάργηση του θεσμού των ωρομισθίων και την ελαχιστοποίηση των αναπληρωτών εκπαιδευτικών μόνο για τις έκτακτες ανάγκες.

 

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Το σχολείο της Επαγγελματικής εκπαίδευσης θα λειτουργεί μετά απ’ το 12χρονο σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Το επαγγελματικό σχολείο θα είναι διετές, δημόσιο ενταγμένο στο Υπουργείο Παιδείας, με μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό και όρους λειτουργίας του δημόσιου σχολείου της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Οι τομείς και οι ειδικότητες πρέπει να καλύπτουν τους τομείς και τις ειδικότητες των σημερινών σχολείων ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ με την προσθήκη και άλλων που θα κριθούν αναγκαίες,

Οι απόφοιτοι του Επαγγελματικού Σχολείου πρέπει να έχουν ξεκάθαρα Επαγγελματικά δικαιώματα.

Ο στόχος αυτού του σχολείου πρέπει να είναι η εκπαίδευση των μαθητών για την απόκτηση ολοκληρωμένων γνώσεων (θεωρητικών και δεξιοτήτων) ενός ολοκληρωμένου γνωστικού αντικειμένου που ορίζεται ως επάγγελμα.

Οι απόφοιτοι του Επαγγελματικού Σχολείου, μετά την απόκτηση του πτυχίου, προσλαμβάνονται σε επιχειρήσεις του Δημόσιου και Ιδιωτικού τομέα, με ευθύνη της Πολιτείας και με εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, για την απόκτηση του απαραίτητου χρόνου προϋπηρεσίας που οδηγεί στην απόκτηση της άδειας άσκησης επαγγέλματος. Όλο το διάστημα αυτό έχουν πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα.

Το σχολείο της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης πρέπει να ενσωματώσει στη λειτουργία του και όλους τους διάσπαρτους, σήμερα, θεσμούς της κατάρτισης (ΙΕΚ, ΚΕΚ κλπ).

Οι δραστηριότητές του στον τομέα αυτό πρέπει να είναι:

Α) Εξειδικεύσεις μέσα στα πλαίσια των επαγγελματικών ειδικοτήτων των αποφοίτων της διετούς επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Β) Επανακατάρτιση παλιών αποφοίτων για τις νέες τεχνολογικές εξελίξεις στο επάγγελμά τους

Όλοι οι υπόλοιποι θεσμοί κατάρτισης πρέπει να καταργηθούν.

 

ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΛΜΕ

Από τα μέχρι τώρα δημοσιοποιημένα κείμενα του Υπουργείου Παιδείας προκύπτει ότι στις προθέσεις του είναι να καταργήσει τους θεσμούς των ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ, που λειτουργούν στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και να ιδρύσει ένα τύπο Τεχνολογικού Λυκείου που θα ενσωματώνει τους καταργούμενους τύπους σχολείων με την δυνατότητα ενός μεταδευτεροβάθμιου έτους εξειδίκευσης.

 

Είναι γνωστό ότι και η ΟΛΜΕ, στις προτάσεις της για την Τεχνική Εκπαίδευση από το 2006, έχει μια αντίστοιχη πρόταση κατά το μέρος που αφορά την σημερινή πραγματικότητα στην προοπτική για την δημιουργία «…ενός πραγματικού Ενιαίου Λυκείου, που θα αξιοποιεί τα θετικά χαρακτηριστικά του Πολυκλαδικού Λυκείου, στο πλαίσιο της καθιέρωσης της 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης ….». Επίσης η πρόταση της ΟΛΜΕ αναφέρει ότι «Για τη δημιουργία αυτού του Ενιαίου Λυκείου απαιτείται σαφές χρονοδιάγραμμα, ώστε να αποκτά πρακτικό αντίκρισμα και η όποια δέσμευση της Πολιτείας.».

Μέχρι την καθιέρωση ενός Ενιαίου Λυκείου ως μοναδικού τύπου σχολείου η ΟΛΜΕ προτείνει «…την ύπαρξη μεταβατικού σταδίου, που είναι αναγκαίο για την ουσιαστική αναβάθμιση και ισότιμη ένταξη της ΤΕΕ στη λυκειακή βαθμίδα.»

Στην κατεύθυνση αυτή προτείνει «Να δημιουργηθεί μια και μόνο δομή επαγγελματικής εκπαίδευσης σε λυκειακό επίπεδο μετά το γυμνάσιο, σχεδιασμένη στην κατεύθυνση της καθιέρωσης 12χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης.». Και συνεχίζει «Για αυτό είναι απαραίτητη η υπαγωγή στο ΥΠΕΠΘ όλων των σχολικών μονάδων που προσφέρουν σήμερα τεχνικό-επαγγελματική εκπαίδευση και ανήκουν σε άλλα υπουργεία (ΟΑΕΔ, ΟΤΕΚ, Υγείας, Γεωργίας). Είναι απαραίτητη, επίσης, η κατάργηση των μεταγυμνασιακών ΙΕΚ και κάθε άλλης μορφής επαγγελματικής εκπαίδευσης ή κατάρτισης πριν τα 18 χρόνια του μαθητή και μέχρι την ολοκλήρωση του 12ετούς υποχρεωτικού κύκλου εκπαίδευσης.»

Για το Μεταλυκειακό έτος ειδίκευσης η πρόταση της ΟΛΜΕ αναφέρει: «Θα πρέπει το επίπεδο β (2) να χορηγείται με την αποφοίτηση από το λύκειο και το επίπεδο γ (3) να το χορηγεί μια εκπαιδευτική δομή ενταγμένη στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα και να μην αφεθεί στο θολό περιβάλλον των ΙΕΚ και ΚΕΚ και των λοιπών δομών κατάρτισης αλλά και βορά στον ιδιωτικό τομέα. Γι’ αυτό θα πρέπει να δημιουργηθεί Μεταλυκειακό Έτος Ειδίκευσης, με την ευθύνη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οργανικά ενταγμένο στο Λύκειο της ΤΕΕ, που θα αξιοποιεί την υποδομή και το εκπαιδευτικό προσωπικό των επαγγελματικών λυκείων, και θα περιέχει το σύνολο των ειδικοτήτων που παρέχονται σήμερα.»

 

Είναι σαφές ότι οι προθέσεις του Υπουργείου Παιδείας θα κριθούν με βάση τις παραπάνω προτάσεις της ΟΛΜΕ που ανοίγουν τον δρόμο για αναβάθμιση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στη κατεύθυνση για την καθιέρωση υποχρεωτικής 12χρονης εκπαίδευσης με την καθιέρωση στη λυκειακή βαθμίδα ενός τύπου σχολείου στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

 

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να παρθούν πολύ συγκεκριμένα μέτρα και να διατεθούν όλοι οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι για να υπάρξει ως αποτέλεσμα η αναβάθμιση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Άλλωστε πρέπει να συνειδητοποιηθεί απ’ όλους ότι η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση είναι ακριβή υπόθεση.

Α. Μαθητικό δυναμικό.

Προϋπόθεση της προσπάθειας αναβάθμισης της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης αποτελεί η φοίτηση σ’ αυτήν μαθητικού δυναμικού που να έχει κατακτήσει το σύνολο των προαπαιτούμενων γνώσεων που είναι απαραίτητες για την κατανόηση και κατάκτηση των νέων γνωστικών αντικειμένων.

 

Η σημερινή πραγματικότητα.

Είναι γνωστό ότι στα σχολεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης συσσωρεύεται το σύνολο των μαθητών της υποχρεωτικής εκπαίδευσης που χαρακτηρίζονται ως «αδύνατοι μαθητές».

Ανέκαθεν η Τεχνική Εκπαίδευση απευθύνονταν σε μαθητές των κατώτερων οικονομικά στρωμάτων του Ελληνικού πληθυσμού, που στα τελευταία χρόνια συμπληρώθηκαν με τους παλιννοστούντες και τους οικονομικούς μετανάστες.

Έτσι κι’ αλλιώς τα κομμάτια αυτά του πληθυσμού δεν  έχουν την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στο τεράστιο οικονομικό βάρος της προετοιμασίας για την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Όσον αφορά τους παλιννοστούντες  και τους αλλοδαπούς μαθητές εκτός απ’ τη  οικονομική ανέχεια, ανασταλτικός παράγοντας αποτελεί και το πρόβλημα της γλώσσας, μιας και οι υποδομές υποστήριξης αυτών των μαθητών ήταν και εξακολουθούν να είναι ανύπαρκτες.

Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς δεν μπορούν να καταγράψουν τις σκέψεις τους στο χαρτί και η γραφή τους είναι ασύντακτη. Επίσης πολλοί απ’ αυτούς δεν έχουν καταχτήσει τις τέσσερες πράξεις της αριθμητικής.

Εκ’ των πραγμάτων είναι αδύνατον να παρακολουθήσουν το επίπεδο των γενικών μαθημάτων που διδάσκονται στη Λυκειακή βαθμίδα και των γνωστικών αντικειμένων που απαιτούνται για τα σύγχρονα επαγγέλματα.

Για την πλειοψηφία των μαθητών της Τεχνικής Εκπαίδευσης είναι ίσως η μοναδική ευκαιρία για κοινωνική ένταξη, έστω και με την μορφή του φτηνού απασχολίσιμου εργατοτεχνικού προσωπικού

 

Πως φτάσαμε ως εδώ.

Με την θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής εννιάχρονης εκπαίδευσης και την κατάργηση των ενδιάμεσων εξετάσεων απ’ το Δημοτικό στο Γυμνάσιο και απ’ το Γυμνάσιο στο Λύκειο το σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από επιλεκτικό έγινε μαζικό.

Η θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής εννιάχρονης εκπαίδευσης, στο τέλος της 10ετίας του 1970 και το άνοιγμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε περισσότερους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αποτέλεσαν το όχημα για τη μετάβαση σε ένα ανθρώπινο δυναμικό ικανό να στελεχώσει την οικονομική πραγματικότητα της χώρας σ’ ένα τοπίο που  το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η απαρχή της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας.

Η μετάβαση, όμως,  απ’ το επιλεκτικό στο μαζικό σχολείο  έγινε με άναρχο τρόπο, χωρίς την οικονομική και πολιτική στήριξη σε θεσμούς και υποδομές, που ήταν και είναι απαραίτητες για την κατάχτηση απ’ το σύνολο των μαθητών του ελάχιστου επιπέδου γνώσεων, στο τέλος της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Είναι σαφές ότι ο στόχος αυτός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τον δάσκαλο ή τον καθηγητή της τάξης, γιατί, κατά γενική ομολογία, αυτός είναι αναγκασμένος να προχωράει στην εκπαιδευτική διαδικασία με βάση τον μέσο όρο της τάξης. Έτσι οι «αδύνατοι» μαθητές, όσοι δεν απομακρύνονται απ’ το σχολείο ως μαθητική διαρροή, περνάνε απ’ τις τάξεις συσσωρεύοντας γνωστικά κενά αντί για γνώσεις.

Έτσι η συσσώρευση «αδύνατων» μαθητών απ’ το Δημοτικό έως το Γυμνάσιο, λόγω έλλειψης ουσιαστικών θεσμών και υποδομών ενίσχυσης για την κάλυψη των βασικών τους εκπαιδευτικών κενών, οδηγεί στην αναγκαστική μετακύλυση του προβλήματος στη λυκειακή βαθμίδα. Η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών αυτών, όσοι δεν εγκαταλείψουν το σχολείο ως μαθητική διαρροή, συσσωρεύεται αναγκαστικά στα σχολεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, με τα γνωστά αποτελέσματα της ουσιαστικής αδυναμίας παρακολούθησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Η προσπάθεια ενίσχυσης των μαθητών αυτών στα πλαίσια της λυκειακής βαθμίδας αποτελεί ημίμετρο, γιατί δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν τα εκπαιδευτικά κενά, που συσσωρεύτηκαν από καταβολής σχολείου.

 

Η αντιμετώπιση του προβλήματος

Στην ουσία το πρόβλημα της αναβάθμισης της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης αποτελεί ουσιαστικό πρόβλημα αναβάθμισης του συνόλου της Εκπαίδευσης απ’ την είσοδο του μαθητή στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Στα πλαίσια αυτής της αναβάθμισης απαιτούνται εκπαιδευτικοί θεσμοί υποστήριξης αλλά και υποδομές που θα στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλεται να ξεκινούν απ’ την είσοδο του μαθητή στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η πολιτεία οφείλει να ενσωματώσει τον θεσμό της ενίσχυσης των «αδύνατων» μαθητών μέσα στον θεσμό του σχολείου. Για τον σκοπό αυτό επιβάλλεται να καλυφτούν οι σχολικές μονάδες με το κατάλληλο μόνιμο προσωπικό, αλλά και με τις υποδομές υποστήριξης που απαιτούνται.

 

Β. Εκπαιδευτική Διαδικασία

1. Μαθήματα Γενικής Παιδείας

Η διδασκαλία των μαθημάτων της Γενικής Παιδείας πρέπει να συνδυάζει την αναγκαιότητα των γνώσεων που απαιτείται να πάρουν οι μαθητές, σε συνδυασμό με τις αντικειμενικές γνωστικές ιδιαιτερότητες που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Οι δρόμοι κατανόησης των γνώσεων είναι διαφορετικοί για τους μαθητές που επιλέγουν ή αναγκάζονται να επιλέξουν την Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση.

Πρέπει να γίνεται προσπάθεια η διδασκαλία των μαθημάτων να γίνεται με πιο παραστατικούς τρόπους, τα βιβλία να έχουν παραδείγματα και ασκήσεις μέσα απ’ την καθημερινή πραγματικότητα της ζωής, που να παραπέμπουν και να εκμαιεύονται απ’ τον τομέα και ειδικότητα που παρακολουθεί ο κάθε μαθητής. Τα μαθήματα των φυσικών επιστημών να εμπεριέχουν πολλές εργαστηριακές ασκήσεις και να γίνεται προσπάθεια το μάθημα να περνάει μέσα απ’ το εργαστήριο.

 

2. Μαθήματα Ειδικοτήτων.

Το βασικό πρόβλημα στη διδασκαλία των μαθημάτων των ειδικοτήτων είναι ο διαχωρισμός τους σε Θεωρία και Εργαστήριο.

Επί σειρά ετών ένα γνωστικό αντικείμενο που χαρακτηρίζεται ως μάθημα ειδικότητας διαχωρίζεται σε θεωρία, που διδάσκεται από κάποιον εκπαιδευτικό και σε εργαστήριο που διδάσκεται τις περισσότερες φορές από άλλον ή άλλους εκπαιδευτικούς.

Πριν το 1998 η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών που δίδασκαν την θεωρία δεν συμμετείχαν καθόλου στην διδασκαλία του εργαστηριακού μαθήματος. Τα δύο κομμάτια αντιμετωπίζονταν σαν δυο ξεχωριστά γνωστικά αντικείμενα !!!!! Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μεταδίδεται ξεχωριστά η γνώση στους μαθητές χωρίς να συγχρονίζεται η εκπαιδευτική διαδικασία της θεωρίας με αυτή του εργαστηρίου. Έτσι επικράτησε η λάθος αντίληψη, τόσο στους μαθητές όσο και στους εκπαιδευτικούς, ότι πρόκειται για δυο ξεχωριστά γνωστικά αντικείμενα. Με τον τρόπο αυτόν συντηρήθηκε για χρόνια η λαθεμένη αντίληψη του διαχωρισμού της θεωρίας απ’ την πράξη, τόσο στην κοινωνία (που αντικειμενικά για ιστορικούς λόγους είχε την αντίληψη του πρακτικού τεχνίτη) όσο και μέσα στα σχολεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στο μαθητικό και στο εκπαιδευτικό προσωπικό.

Απ’ το 1999 και μετά, έγινε μια προσπάθεια σύνθεσης στη διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου με την καθιέρωση μεικτού μαθήματος (Θ+Ε), που στην αρχή οι δυο κλάδοι βαθμολογούνταν ξεχωριστά για να υπολογιστεί ο Μ.Ο του μαθήματος, στη συνέχεια με την καθιέρωση ενιαίας βαθμολογίας.

Αυτό δεν έλυσε το πρόβλημα γιατί εξακολουθεί να υπάρχει διαχωρισμός στην εκπαιδευτική διαδικασία μιας και το μάθημα γίνεται στις περισσότερες των περιπτώσεων από διαφορετικούς εκπαιδευτικούς.

Το πρόβλημα επέτεινε ο κτηριακός και συνεπακόλουθα ο διοικητικός διαχωρισμός των σχολικών μονάδων της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, σε κύρια σχολική μονάδα όπου διδάσκονται τα θεωρητικά μαθήματα και σε Σχολικό Εργαστηριακό Κέντρο (ΣΕΚ) όπου διδάσκονται τα εργαστηριακά μαθήματα. Το πρόβλημα το επιτείνει το γεγονός ότι τα ΣΕΚ εξυπηρετούν, πολλές φορές, στην ίδια βάρδια περισσότερα από ένα σχολεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος

Επιβάλλεται να θεσμοθετηθεί η ενοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας έτσι ώστε ένα γνωστικό αντικείμενο που αποτελεί μεικτό μάθημα (Θ+Ε) να γίνεται από έναν εκπαιδευτικό. Εξαίρεση να μπορεί να υπάρχει μόνο στην περίπτωση που υπάρχει ανυπέρβλητο εμπόδιο με την κάλυψη του υποχρεωτικού ωραρίου των εκπαιδευτικών ή άλλο αντικειμενικό πρόβλημα. Αν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, για κάποια περίπτωση, αυτό θα πρέπει να αιτιολογείται με έγγραφο του σχολείου προς την προϊσταμένη αρχή.

Στη περίπτωση που ο διαχωρισμός  των επιμέρους κλάδων ενός γνωστικού αντικειμένου δεν είναι δυνατόν να ξεπεραστεί, επιβάλλεται να υπάρχει πολύ καλή συνεργασία των εκπαιδευτικών που διδάσκουν τους κλάδους του γνωστικού αντικειμένου. Η εκπαιδευτική διαδικασία στην περίπτωση αυτή πρέπει να ελέγχεται και να υποβοηθείται απ’ το σχολείο και τους θεσμούς υποβοήθησης του εκπαιδευτικού έργου.

Εννοείται ότι στον σχεδιασμό της ενοποίησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας θα ενταχθούν και οι εκπαιδευτικοί που διατίθενται εξ’ ολοκλήρου στα Σχολικά Εργαστηριακά Κέντρα (Διευθυντής, Τομεάρχες, Υπεύθυνοι Εργαστηρίων), που στην περίπτωση αυτή οι θεωρητικές ώρες του γνωστικού αντικειμένου θα πραγματοποιούνται στις εγκαταστάσεις του ΣΕΚ και κατά προτεραιότητα στην αίθουσα του εργαστηρίου αν αυτό είναι εφικτό απ’ το πρόγραμμα λειτουργίας.

Επίσης μέσα στις αίθουσες των εργαστηρίων πρέπει να διδάσκονται οι θεωρητικές ώρες όλων των αντίστοιχων Μεικτών Μαθημάτων και απ’ τους εκπαιδευτικούς που δεν είναι υπεύθυνοι εργαστηρίου, αν αυτό είναι εφικτό απ’ το πρόγραμμα τόσο του εργαστηρίου, όσο και του εκπαιδευτικού.

Στην περίπτωση που το θεωρητικό τμήμα του γνωστικού αντικειμένου δεν είναι εφικτό να διδαχθεί στην αίθουσα του εργαστηρίου, επιβάλλεται να υπάρχει οργανωμένη τάξη στο κτήριο που στεγάζεται η σχολική μονάδα ή στο ΣΕΚ,  με μέσα προβολής (βιντεοπροβολέας μέσω Η/Υ κλπ), αλλά και βασικά εποπτικά μέσα και πινακίδες προσομοίωσης.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι διδασκαλία σε θεωρητικό μάθημα ειδικότητας σε αίθουσα με μόνο εφόδιο τον πίνακα διδασκαλίας δεν είναι εφικτό.   

 

Γ. Υποδομές

1. Κτηριακή Υποδομή

Η αρχιτεκτονική δομή των σχολικών μονάδων της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης πρέπει να υπηρετεί την ενοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Επιβάλλεται η κατασκευή κτηρίων, όπου για κάθε αίθουσα Εργαστηρίου να υπάρχει οργανικά δεμένη με το εργαστήριο και αίθουσα διδασκαλίας. Ο αντικειμενικός στόχος είναι, για την διδασκαλία του θεωρητικού τμήματος του γνωστικού αντικειμένου να υπάρχει άμεση πρόσβαση στα εποπτικά μέσα και στους προσομοιωτές, που ούτως ή άλλως βρίσκονται στο εργαστήριο, αλλά και στον υπόλοιπο εξοπλισμό του εργαστηρίου που μπορεί να προσφερθεί για επίδειξη αν το επιβάλει η εκπαιδευτική διαδικασία.

Σήμερα άλλωστε, όπου είναι δυνατόν (θέμα χώρου), μέσα στα εργαστήρια υπάρχει οργάνωση τάξης με θρανία που εξυπηρετεί την ανάπτυξη των εργαστηριακών ασκήσεων, αλλά σε πολλά ΣΕΚ και των ωρών της θεωρίας του αντίστοιχου γνωστικού αντικειμένου.

Η πραγματικότητα

Το σχολείο της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης αποτελείται από δυο ξεχωριστά κτηριακά συγκροτήματα.

Α. Το κτήριο της σχολικής μονάδας

Το κτήριο της σχολικής μονάδας της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, συνήθως στις μεγάλες πόλεις, το μοιράζονται δυο σχολικές μονάδες της ΤΕΕ ή και με σχολική μονάδα Γενικής κατεύθυνσης.

Ως επί το πλείστον αποτελείται από αίθουσες διδασκαλίας που ως εφόδιο για την εκπαιδευτική διαδικασία έχουν μόνο τον πίνακα. Από πολλές απουσιάζει και η ……. μπρίζα ρεύματος κοντά στον πίνακα για να υπάρχει η δυνατότητα από κάποιον εκπαιδευτικό να συνδυάσει το μάθημα με κάποια προβολή.

Στην καλλίτερη περίπτωση το σχολείο διαθέτει έναν ή δυο βιντεοπροβολείς μέσω Η/Υ και άλλα τόσα Γραφοσκόπια για προβολή Διαφανειών. Απουσιάζουν παντελώς τα εποπτικά μέσα και οι προσομοιωτές. Άλλωστε δεν μπορεί να υπάρχει τέτοιος εξοπλισμός όταν οι αίθουσες διδασκαλίας είναι γενικής χρήσης, όπου εναλλάσσονται μαθητές διαφόρων τμημάτων και ειδικοτήτων και φυσικά δεν παρέχουν καμία ασφάλεια αφού στην συντριπτική πλειοψηφία τους δεν κλειδώνουν.

Είναι προφανές ότι σ’ αυτά τα κτήρια με την συγκεκριμένη υποδομή δεν μπορούν να γίνουν μαθήματα ειδικοτήτων. Ακόμη και στα μαθήματα γενικής παιδείας είναι εξαιρετικά δύσκολο ο εκπαιδευτικός να προσπαθήσει να κάνει το μάθημά του ποιο παραστατικό με την χρήση εποπτικών μέσων. Δεν είναι δυνατόν ο εκπαιδευτικός για μια διδακτική ώρα να μεταφέρει και να στήνει τόσο τα εποπτικά μέσα προβολής όσο και τον υπόλοιπο εποπτικό εξοπλισμό, που  χρειάζεται για το μάθημα της ημέρας.

Αντιμετώπιση του προβλήματος

Είναι αναγκαίο να οργανωθούν αίθουσες διδασκαλίας για κάθε γνωστικό αντικείμενο ή για ομάδα ομοειδών γνωστικών αντικειμένων. Οι αίθουσες αυτές πρέπει να διαθέτουν προδιαγραφές προβολής με σταθερή εγκατάσταση βιντεοπροβολέα μέσω Η/Υ, με εξοπλισμό αναπαραγωγής ήχου. Παράλληλα οι αίθουσες αυτές πρέπει να διαθέτουν εποπτικό εξοπλισμό που να καλύπτουν τα γνωστικά αντικείμενα που διδάσκονται σ’ αυτές.  

 

Β. Το κτήριο του Σχολικού Εργαστηριακού Κέντρου.

Όλα τα Σχολικά Εργαστηριακά Κέντρα λειτουργούν σε αυτοτελή κτηριακά συγκροτήματα που, στις περισσότερες των περιπτώσεων, είναι απομακρυσμένα απ’ το κτήριο της σχολικής μονάδας.

Τα περισσότερα απ’ αυτά εξυπηρετούν περισσότερες από μια σχολική μονάδα και λειτουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, που μπορεί να φτάσει έως τις 10:30 μμ για τα ΣΕΚ που εξυπηρετούν νυχτερινά σχολεία.

Αυτά τα κτηριακά συγκροτήματα πρέπει να κατασκευάζονται με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές, που να καλύπτουν την λειτουργία των εργαστηρίων των ειδικοτήτων. Στην ουσία πρόκειται για πολυβιομηχανικά κτήρια. Αυτά τα συγκροτήματα πρέπει να κατασκευάζονται πλέον, έτσι ώστε να αποτελούν το μοναδικό σχολικό συγκρότημα της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.

Σήμερα πολλά απ’ αυτά λειτουργούν σε παντελώς ακατάλληλα κτήρια, που δεν καλύπτουν παρά ελάχιστες απ’ τις προδιαγραφές λειτουργίας των εργαστηρίων που φιλοξενούν, τόσο από άποψη χώρων όσο και από άποψη τεχνολογικής υποδομής υποστήριξης των χώρων των εργαστηρίων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Δυτική Αττική (περιοχή Θριασίου Πεδίου, Μεγαρίδα, Λιόσια), όπου απ’ τα τέσσερα (4) ΣΕΚ που λειτουργούν, μόνο το ένα (Ελευσίνα) είναι σχολικό κτήριο που κατασκευάστηκε για τον συγκεκριμένο ρόλο και αυτό …… με προδιαγραφές κτηρίου που σχεδιάστηκε για τα Γρεβενά !!!! Είναι προφανές ότι και αυτό σήμερα δεν καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες.

 

1. Εργαστηριακές Αίθουσες

Οι αίθουσες αυτές πρέπει να καλύπτουν πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές για να μπορούν να φιλοξενήσουν τόσο τον εργαστηριακό εξοπλισμό που είναι απαραίτητος για κάθε γνωστικό αντικείμενο, αλλά και τον μέγιστο αριθμό μαθητών, που με τα σημερινά δεδομένα δεν πρέπει να ξεπερνούν τους 20.

Για εργαστηριακούς χώρους που η επιφάνειά τους είναι κάτω απ’ την προβλεπόμενη ελάχιστη επιφάνεια, επιβάλλεται να υπάρχει αναλογική μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη, απ’ το μέγιστο προβλεπόμενο όριο.

Πρέπει να κατανοηθεί ότι η ελάχιστη αναγκαία επιφάνεια ανά μαθητή, για τα εργαστήρια, αποτελεί βασικό στοιχείο ασφάλειας, τόσο για τους εκπαιδευόμενους μαθητές, όσο και για τον έλεγχο και διασφάλιση του εργαστηριακού εξοπλισμού.

Βέβαια η ελάχιστη επιφάνεια ανά μαθητή πρέπει να προδιαγράφεται ξεχωριστά για κάθε γνωστικό αντικείμενο, άρα και για κάθε εργαστήριο, διότι δεν είναι ο ίδιος βαθμός επικινδυνότητας σε κάθε περίπτωση.

2. Εργαστηριακός Εξοπλισμός

Για κάθε γνωστικό αντικείμενο επιβάλλεται να υπάρχει αναλυτικός κατάλογος του αναγκαίου εξοπλισμού που είναι απαραίτητος, τόσο για την εκπαιδευτική διαδικασία (εργαστηριακός εξοπλισμός, εποπτικά μέσα προσομοιωτές), όσο και ο εξοπλισμός ασφαλείας.

Η καταγραφή αυτή του εξοπλισμού πρέπει να περιλαμβάνει:

1) Αναλυτικές προδιαγραφές κάθε συσκευής – οργάνου – εργαλείου, που να καλύπτει τους επιδιωκόμενους εκπαιδευτικούς στόχους.

2) Τον ελάχιστο αριθμό του εξοπλισμού που είναι απαραίτητος για την εκπαίδευση του μέγιστου αριθμού των μαθητών.

3) Κωδικοποίηση (μοναδικός αριθμός ονομαστικού) για κάθε συσκευή – όργανο – εργαλείο – υλικό, για κάθε εργαστήριο που θα αποτελεί την βάση καταγραφής του κάθε υλικού στο μητρώο υλικού του κάθε εργαστηρίου.

Το σύνολο των προδιαγραφών αυτών πρέπει να είναι στη διάθεση κάθε σχολικής μονάδας της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.

 

Η πραγματικότητα

Υπάρχει μια αρχική εργασία απ’ το Υπουργείο Παιδείας προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά είναι ελλιπής, αποσπασματική και με αρκετά λάθη.

 

Διαδικασία και Πόροι Εξοπλισμού Εργαστηρίων

Με την ίδρυση μιας ειδικότητας σε μια σχολική μονάδα πρέπει να προβλέπεται η άμεση χρηματοδότηση απ’ το Υπουργείο Παιδείας για τον βασικό εργαστηριακό εξοπλισμό που απαιτείται, με βάση τις προδιαγραφές, για τη λειτουργία της.

 

Η πραγματικότητα

Συνήθως ιδρύονται ειδικότητες, αλλά και σχολικές μονάδες, χωρίς καμιά επιχορήγηση. Δεν καλύπτονται  ούτε τα πιο βασικά και απαραίτητα εργαλεία και υλικά που χρειάζονται για να λειτουργήσουν τα εργαστήρια της ειδικότητας. Η επιχορήγηση για τις ανάγκες ενός νέου εργαστηρίου συνήθως, γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης του Σχολείου με τον Δήμο και την αντίστοιχη σχολική επιτροπή. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται μέσα στο σχολείο για την περικοπή των αναγκών άλλων εργαστηρίων για να ενισχυθεί το εργαστήριο της νέας ειδικότητας. Δεν είναι τυχαίο που σε κάθε ΣΕΚ μεγάλο μέρος του εργαστηριακού εξοπλισμού, των προσομοιωτών και εποπτικών μέσων, είναι κατασκευασμένα απ’ τους εκπαιδευτικούς με την βοήθεια των μαθητών. Δεν είναι λίγες οι φορές που για τις ανάγκες αυτές των εργαστηρίων οι εκπαιδευτικοί έχουν βάλει δικά τους χρήματα.

 

Επιβάλλεται να κατασκευαστεί μια βάση δεδομένων υλικού κατά εργαστήριο και σχολική μονάδα που να αποτελεί το Μητρώο Υλικού του κάθε εργαστηρίου. Με την τεχνολογία που προσφέρει το διαδίκτυο, η εικόνα αυτή μπορεί να φτάνει στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας που πρέπει να είναι επιφορτισμένη με την οργάνωση και τον επιμερισμό των πόρων κατά σχολική μονάδα, ανάλογα με τις προδιαγραφόμενες πραγματικές ανάγκες.

 

Δ. Διοικητική Κατάσταση

Είναι γνωστό ότι υπάρχει μια δισυπόστατη διοίκηση στα σχολεία της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, που πολλές φορές δημιουργεί προβλήματα συντονισμού, αλλά και αντιπαλότητες.

Η διπλή διοίκηση αφορά την Σχολική Μονάδα και το αντίστοιχο Σχολικό Εργαστηριακό Κέντρο που εξυπηρετεί τη Σχολική Μονάδα.

Η διπλή διοίκηση στη σημερινή πραγματικότητα είναι αναγκαία γιατί:

α) Υπάρχει χωροταξικός διαχωρισμός των κτηριακών υποδομών της σχολικής μονάδας της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, απ’ αυτές του αντίστοιχου Σχολικού Εργαστηριακού Κέντρου που την εξυπηρετεί. Πολλές φορές η απόσταση μεταξύ τους είναι τέτοια που δημιουργείται η αναγκαιότητα τα δυο συγκροτήματα (σχολικής μονάδας και ΣΕΚ) να δημιουργούν εντελώς ξεχωριστά ωρολόγια προγράμματα που απαιτούν μαθητές και εκπαιδευτικούς να παρευρίσκονται άλλες ημέρες στη σχολική μονάδα και άλλες ημέρες στο ΣΕΚ, σαν να επρόκειτο για ξεχωριστά σχολεία που διδάσκουν διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα.

β) Η πλειοψηφία των ΣΕΚ εξυπηρετούν περισσότερες από μια εκπαιδευτικές μονάδες της Τεχνικής Εκπαίδευσης.

Είναι εκ’ των πραγμάτων αδύνατον να καταργηθεί αυτή η διοικητική δομή. Η πιθανή κατάργηση της διοικητικής δομής του ΣΕΚ (που ακούγεται ως φήμη), θα οδηγήσει σε παράλυση της λειτουργίας των εργαστηρίων και συνακόλουθα προβλήματα στην υποδομή τους, που θα προκληθούν από την έλλειψη συντονισμού και ελέγχου, με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο για την εκπαιδευτική διαδικασία όσο και για την μεγάλη περιουσία των ΣΕΚ.

 

Η προσπάθεια πρέπει να επικεντρωθεί στην ενοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στα μεικτά μαθήματα (Θ+Ε) των τομέων και των ειδικοτήτων, έτσι ώστε να αποκτηθεί η αναγκαία κουλτούρα της συνεργασίας.

 

Ε. Εκπαιδευτικό Προσωπικό.

Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις επιβάλουν την συνεχή ενημέρωση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στις νέες τεχνολογίες που προστίθενται στα γνωστικά αντικείμενα των επαγγελμάτων. Τα νέα αυτά γνωστικά αντικείμενα πρέπει να μπαίνουν έγκαιρα στην εκπαιδευτική διαδικασία της Τεχνικής Επαγγελματικής εκπαίδευσης. Οι εξελίξεις αυτές επιβάλουν συνεχή αναμόρφωση του εργαστηριακού εξοπλισμού των εργαστηρίων, καθώς και την ανάπτυξη νέων εκπαιδευτικών μεθόδων. Παράλληλα τα νέα γνωστικά δεδομένα πρέπει να ενσωματώνονται άμεσα, τόσο στα αναλυτικά προγράμματα, όσο και στη βιβλιογραφία.

Θα ήταν λογικό το Υπουργείο Παιδείας να είχε αναπτύξει ένα ευρύτατο δίκτυο επιμορφώσεων που να καλύπτει τις ανάγκες των εκπαιδευτικών.

Όμως οι επιμορφώσεις, όλα τα προηγούμενα χρόνια ήταν λιγοστές, αποσπασματικές, χωρίς σχέδιο. Σχεδόν ανύπαρκτες, αν λάβει κανείς υπόψη του τις πραγματικές ανάγκες.

Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στον νέο εργαστηριακό εξοπλισμό που παραλήφθηκε τη διετία 2006 – 2008 δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ !!! Οι εκπαιδευτικοί προσπαθούν μόνοι τους να εντάξουν τον εξοπλισμό αυτόν στην εκπαιδευτική διαδικασία.

 

Επιβάλλεται η ανάπτυξη ενός κεντρικού συστήματος επιμορφώσεων απ’ το Υπουργείο Παιδείας, με καθορισμένους εκπαιδευτικούς στόχους. Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών πρέπει να σχεδιάζεται απ’ το Υπουργείο Παιδείας και να διεξάγονται με την ευθύνη των ιδρυμάτων της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι επιμορφώσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν υποχρεωτικά και τις αντίστοιχες δεξιότητες.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να προβλέπεται εκπαιδευτική άδεια για τους εκπαιδευτικούς που συμμετέχουν σε διαδικασία πολύμηνης επιμόρφωσης ή οικονομική αποζημίωση για βραχυχρόνιες επιμορφώσεις που διεξάγονται εκτός ωραρίου λειτουργίας του σχολείου.

Επίσης πρέπει να οργανωθεί ένα δίκτυο επιμόρφωσης νέων ή άπειρων σε κάποιο γνωστικό αντικείμενο συναδέλφων. Η επιμόρφωση αυτή πρέπει να απευθύνεται σε  εκπαιδευτικούς που πρέπει να διδάξουν για πρώτη φορά κάποιο γνωστικό αντικείμενο ή πρέπει να χρησιμοποιήσουν για πρώτη φορά εργαστηριακό εξοπλισμό.

Οι επιμορφωτές, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να είναι έμπειροι εκπαιδευτικοί απ’ την ίδια ή όμορη Σχολική μονάδα ή και από άλλη Διεύθυνση εκπαίδευσης αν παραστεί ανάγκη.

Η επιμόρφωση αυτή πρέπει να διεξάγεται στην αρχή του σχολικού έτους. Αν η επιμόρφωση διεξαχθεί εκτός ωραρίου εργασίας ή εκτός έδρας των εκπαιδευτικών, πρέπει να προβλέπεται οικονομική αποζημίωση, τόσο για τους επιμορφωτές, όσο και για τους  εκπαιδευτικούς που θα επιμορφωθούν.

Τελειώνοντας αυτό το σημείωμα πρέπει να υπογραμμίσω ότι η αναβάθμιση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, ως αναπόσπαστο κομμάτι συνολικά της εκπαίδευσης, δεν είναι θέμα καλών προτάσεων ή καλών προθέσεων. Αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή μιας και συνδέεται άμεσα με την χρηματοδότησή της και κατ’ επέκταση με τα ποσά που προβλέπονται απ’ τον προϋπολογισμό του κράτους, τόσο σε απόλυτα νούμερα, όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Η απόλυτη μείωση της χρηματοδότησης που προβλέπει ο φετινός προϋπολογισμός για την εκπαίδευση προδικάζει την υποβάθμιση του Δημόσιου Σχολείου.

Τα μέτρα και οι πολιτικές, που αναφέρθηκαν σ’ αυτό το σημείωμα, επιβάλλουν αυξημένους πόρους σε ανθρώπινο δυναμικό, πόρους λειτουργίας και υλικοτεχνικής υποδομής.

Αντί γι’ αυτό βιώνουμε, εκτός απ’ τη μείωση των αποδοχών μας, την κατάργηση υποστηρικτικών θεσμών του σχολείου (ενισχυτική διδασκαλία – ΠΔΣ – ΤΑΔ κ.λ.π), την επερχόμενη συγχώνευση σχολικών μονάδων που θα δημιουργήσει γκετοποιημένα σχολεία, την αύξηση των μαθητών ανά τμήμα.

Η επερχόμενη νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση θα κριθεί από τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς και την κοινωνία,  με βάση τις πραγματικές ανάγκες αναβάθμισης του σχολείου, στο οποίο φοιτούν, αναγκαστικά ή όχι, τα παιδιά των φτωχότερων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας  και ζητούν μια κοινωνική διέξοδο μέσα απ’ αυτό.

 

23-1-2011

Αποκαλυπτικά: βίαιες συγχωνεύσεις σχολείων

Αποκαλυπτική συνέντευξη για βίαιες συγχωνεύσεις σχολείων  από τις 24-12-2010

 

Του Παναγιώτη Α. Μπούρδαλα


 

Ο εν λόγω εκπαιδευτικός και συνδικαλιστής αποκάλυψε παραμονή των Χριστουγέννων μεγάλο μέρος του μυστικού σχεδίου που εξυφαίνετο στα «σκοτεινά» του ΥΠΔΜΘ:

Ι) Η συνέντευξη αυτή αναρτήθηκε χθες 23-1-2011 στην Αποικία, είναι 14 λεπτών και αξίζει να τη δείτε: Συνέντευξη με τον Π. Μπούρδαλα για βίαιες συγχωνεύσεις σχολείων από τις 24-12-2010, myattacktvgr | 24 Δεκ 2010. Η απόδειξη μέσα σε ένα μήνα με δύο δόσεις μέχρις στιγμής:


ΙΙ) Στις 14 Γενάρη μέρα κινητοποιήσεων των εκπαιδευτικών το ΥΠΔΜΘ είχε μαζέψει τους περιφερειακούς Δ/ντές Εκπ/σης στην Αθήνα και με συνοπτικό Δελτίο Τύπου επιβεβαίωνε τις προθέσεις του και φυσικά και την εν λόγω συνέντευξη!!! Δείτε σχετική ανάρτηση εδώ: Υπουργείο Παιδείας: Συγχωνεύσεις Σχολείων και δημιουργία Σχολικών

ΙΙΙ) Όπως ήδη είναι γνωστό η διαβούλευση του ΥΠΔΜΘ άρχισε την Παρασκευή 23-1-2011 και τελειώνει σήμερα… Τόση Δημοκρατία έχουμε ανάγκη. Το ΥΠΔΜΘ βγάζει την «κουκούλα» για το κλείσιμο – γιγάντωση των σχολείων.