Νέο Σχολείο: "Παγίδα και ύπνωση" η μεταρρύθμιση

"Παγίδα και ύπνωση" η μεταρρύθμιση

 

Συνέντευξη του Χρήστου Τσολάκη [στη Φιλομήδα Δημολαΐδου]*


 

Τα τεκταινόμενα από το υπουργείο Παιδείας απογοητεύουν τον ομότιμο καθηγητή του ΑΠΘ Χρίστο Τσολάκη.

“Θέλουμε το σχολείο της παιδείας, το οποίο θα ετοιμάσει τον ελεύθερο άνθρωπο, που με τη σειρά του θα καταλύσει την αγορά εργασίας και θα στήσει μιαν άλλην δίκαιη”, τονίζει σε συνέντευξη που παραχώρησε στη “Θ” ο ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ Χρίστος Τσολάκης, ασκώντας σκληρή κριτική στα σχέδια του υπουργείου Παιδείας για το νέο λύκειο. 

Ο γνωστός παιδαγωγός-δάσκαλος δηλώνει ότι οι πρόσφατες ανακοινώσεις του υπουργείου Παιδείας τον απογοήτευσαν. Κατά την άποψή του το εκπαιδευτικό πρόβλημα πρέπει να το δούμε συνολικά, από το νηπιαγωγείο έως το πανεπιστήμιο. Οι αλλαγές σύμφωνα με τον κ. Τσολάκη πρέπει να αρχίσουν από χαμηλά. Μία αρχή θα μπορούσε να γίνει με την ίδρυση κέντρων του παιδιού, τα οποία θα δέχονται ελληνόπουλα, ιδίως των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων, από την ηλικία των 2,5 ετών και θα τους προσφέρουν γλωσσική αγωγή και παιδεία. 

 

Λιγότερα μαθήματα, μειωμένες ώρες διδασκαλίας – τουλάχιστον στις πρώτες δύο τάξεις λυκείου – επιλογή μαθημάτων, ερευνητικές εργασίες. Το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας για το νέο λύκειο μοιάζει ελκυστικό. Μήπως όμως κρύβει παγίδες; 

 

Πράγματι ακούγεται ευχάριστα από τον καθένα και προπάντων από τους μαθητές. Δεν ακούγεται όμως ευχάριστα από εκείνον που ανάλωσε 50 χρόνια στην εκπαίδευση και δίδαξε τόσο στη δευτεροβάθμια όσο και στην τριτοβάθμια προβληματιζόμενος διαρκώς πάνω στα επίμαχα εκπαιδευτικά μας θέματα. Ο προβληματισμός του γίνεται πιο οδυνηρός, διότι έζησε μεταρρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις ως μαθητής και συνεργάτης του Ε. Παπανούτσου και του Ι. Θ. Κακριδή και ως θιασώτης του εκπαιδευτικού δημοτικισμού και θαυμαστής του Δ. Γληνού, του Αλ. Δελμούζου, του Μ. Τριανταφυλλίδη. Σε αυτόν τα τεκταινόμενα από το υπουργείο Παιδείας φέρουν απογοήτευση, όταν μάλιστα βλέπει ότι ακόμη μία φορά προδίδεται η σοβαρότερη εκπαιδευτική κίνηση που έγινε στη χώρα μας κατά τον 20ό αιώνα, ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός. 

Όρθρος πνευμάτων και μέσα φως και έξαρση ψυχών και συνειδήσεων η παιδεία. Αυτό είναι το πρόβλημά μας και σε αυτό δεν απαντά η λεγόμενη μεταρρύθμιση του σημερινού λυκείου. Διότι δεν ορθρίζει ο λόγος του υπουργείου. Αντίθετα και ο ίδιος υπνώττει και τους άλλους οδηγεί στην ύπνωση, αφού παγιδεύει μαθητές και δασκάλους. Παγίδα και ύπνωση είναι ο περιορισμός των μαθημάτων και τα άλλα ηχηρά παρόμοια των υπουργικών ευαγγελισμών. Και βέβαια πρέπει να λιγοστέψουν τα μαθήματα, αλλά το πρόβλημα δεν βρίσκεται στον αριθμό τους. Βρίσκεται στα περιεχόμενα μάθησης, στην ποιότητα των διδακτικών εγχειριδίων, στους τρόπους διδασκαλίας και προπάντων στις επιδιώξεις της. Επιδιώκει αφύπνιση συνειδήσεων και ψυχών ή εκλαμβάνει το κεφάλι του παιδιού ως δοχείο, για να το γεμίσει και ύστερα να το μετρήσει με τη μεζούρα της αξιολόγησης, για να διαπιστώσει πόσο γέμισε, ώστε αναλόγως να αμειφθεί εισαγόμενο ή όχι στο πανεπιστήμιο; Δυστυχώς συμβαίνει το δεύτερο.

Συμφωνούμε και εμείς στον περιορισμό μαθημάτων, γιατί πιστεύουμε ότι οι γνώσεις πληθύνθηκαν τόσο πολύ κι αυτές πάλι παλιώνουν τόσο γρήγορα, γιατί έρχονται άλλες και άλλες, ώστε είναι άσκοπο να επιμένουμε στον παλαιό τρόπο απάντησής τους. Ματαιοπονούμε. Αυτό σημαίνει ότι το παραδοσιακό σχολείο “εξεμέτρησε το ζην”. 

Χρειαζόμαστε επομένως το νέο σχολείο στηριγμένο στη νέα πραγματικότητα, από την οποία εκπηγάζει η νέα φιλοσοφία, που ως κατηγορική προσταγή διδάσκει τη γύμναση των ψυχών και των πνευμάτων των νέων. Αυτός είναι ο σκοπός της εκπαίδευσης και αυτό οφείλει να είναι το όραμα μιας μεταρρύθμισης από την οποία έχει ανάγκη ο τόπος μας και η ανθρωπότητα: η προσφορά παιδείας. Γι’ αυτό το σκοπό ιδρύθηκαν τα σχολεία από καταβολής πολιτισμένων κοινωνιών και όχι για να υπηρετούν τις αγορές εργασίας και τα συμφέροντα των κερδοσκόπων και των καιροσκόπων, που τις έστησαν, για να πλουτίζουν και να απομυζούν τους λαούς. 

Και εδώ είναι που διολίσθησαν οι προγραμματιστές του υπουργείου Παιδείας. Το μεταρρυθμιστικό τους πρόγραμμα αποδέχεται τη σημερινή αγορά εργασίας και την υπηρετεί, ώστε η αδικία των αδίστακτων και ύποπτων μαζί εμπόρων των εθνών σε βάρος των λαών να διαιωνίζεται. Εδώ βρίσκεται και η δική μας διαφωνία: Θέλουμε το σχολείο της παιδείας, το οποίο θα ετοιμάσει τον ελεύθερο άνθρωπο, που με τη σειρά του θα καταλύσει την αγορά εργασίας και θα στήσει μιαν άλλην δίκαιη”. 

 

Μήπως όμως χωρίς την εξειδικευμένη γνώση, που προσφέρει το νέο λύκειο, υπήρχε κίνδυνος να αυξηθεί η παραπαιδεία; 

 

Μιλούμε για ένα λύκειο παιδείας και όχι για λύκειο που προετοιμάζει υποψηφίους για πανεπιστημιακές σχολές ή εργάτες για τις αγορές εργασίας. Αυτό όμως το λύκειο, για να ευοδωθεί, είναι ανάγκη να είναι αυτονομημένο και όχι εξαρτημένο από την τριτοβάθμια εκπαίδευση ή την αγορά εργασίας. Η εξάρτηση μεταβάλλει αυτομάτως το λύκειο σε πελώριο φροντιστήριο – προθάλαμο των πανεπιστημιακών σπουδών. Αυτή άλλωστε η εξάρτηση είναι η νοσογόνος εστία όλων των σημερινών προβλημάτων και αδιεξόδων της εκπαίδευσής μας. Έντονα το χρωμάτισαν προς αυτήν την κατεύθυνση η μεταρρύθμιση του νόμου 2525 (1997-2000) και η σημερινή. Βαρύ ολίσθημα. Η σημερινή μάλιστα είναι και η χειρότερη, διότι δρασκελίζει το κατώφλι του λυκείου και περνά και στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου. Μπαίνουν και εκεί τα φροντιστήρια. Και το ανήκουστο της χλεύης και της θρασύτητας των μεταρρυθμιστών: Δεν θα διδάσκεται η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία στην α’ κατεύθυνση της β’ και γ’ λυκείου. Δηλαδή τα περισσότερα ελληνόπουλα θα μένουν με τα Αρχαία Ελληνικά του γυμνασίου. Αιδώς, Αργείοι. 

 

Ο φαύλος κύκλος

 

Ποιο κατά την άποψή σας θα ήταν το ιδανικό λύκειο; 

 

Δεν θα απαντήσω ευθέως. Αποτελεί ως ερώτηση μέρος ενός προβλήματος, το οποίο θα το ιχνογραφήσω και μέσα από αυτήν την ιχνογράφηση θα βρείτε την απάντηση. Κάπως έτσι σέρνονται και σήπονται οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις, ψευδομεταρρυθμίσεις στην πραγματικότητα. Αυτοί που τις επιχειρούν δεν τις πιστεύουν στο βάθος. Κινούνται στην ομίχλη. Γι’ αυτό και δυσκολεύονται να δουν ολόκληρο το εκπαιδευτικό πρόβλημα, ένα μέρος του βλέπουν. Αυτή όμως η αδυναμία τους τούς καθιστά αυτομάτως και τους ίδιους μέρος του προβλήματος. Αλλά εκείνος που αποτελεί μέρος ενός προβλήματος αδυνατεί να το λύσει, διότι δεν το αντικρίζει στην ολότητά του. Αυτό συμβαίνει με το υπουργείο Παιδείας τα τελευταία χρόνια. Γι’ αυτό και παραπατά: Πότε δοκιμάζει τις μεταρρυθμίσεις στο λύκειο και πότε αλλού. Κι όμως το εκπαιδευτικό μας πρόβλημα πρέπει να το αντικρίσουμε συνολικά από τη νηπιακή ηλικία έως το πανεπιστήμιο. Ένα αυτό. Δεύτερον, να αρχίσουμε από χαμηλά τις αλλαγές. Πρέπει παραδείγματος χάριν να ιδρυθούν κέντρα του παιδιού, τα οποία θα δέχονται τα ελληνόπουλα, ιδίως των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων, από την ηλικία των 2,5 ετών και θα τους προσφέρουν γλωσσική αγωγή και παιδεία, μορφωτικά δηλαδή αγαθά που αδυνατούν να τα δώσουν οι οικογένειές τους. Θα μετριαστούν έτσι οι κοινωνικές διαφορές και η δημοκρατία μας θα κάμει ακόμη ένα βήμα προς την ολοκλήρωσή της. Θα προσφέρει από τη μικρή ηλικία σε όλα τα παιδιά της ίσες ευκαιρίες μόρφωσης. Τρίτον, να προσανατολίσουμε την εκπαίδευσή μας προς τον επ’ αληθείας πολιτισμό, δηλαδή προς την παιδεία. Σήμερα είναι προσανατολισμένη στην αγορά εργασίας. Το ίδιο έχει γίνει και με τα πανεπιστήμια. Είμαστε οι δεσμώτες των διαβόητων αγορών των εμπόρων της γης. Όσο πιστότερα ένα πανεπιστήμιο υπηρετεί αυτόν τον κίβδηλο κόσμο, τόσο διασημότερο θεωρείται. Άλλωστε αυτό λογίζεται πρόοδος και εκσυγχρονισμός: Οι αγορές να χρηματοδοτούν τα πανεπιστήμια και αυτά να προσανατολίζουν τις έρευνές τους στην υπηρεσία των αγορών. Φαύλος κύκλος. 

Ε, λοιπόν, αυτό το φαύλο κύκλο έρχεται να υπηρετήσει η σημερινή μεταρρύθμιση του λυκείου. Γι’ αυτό και τα λύκεια εξαρτήθηκαν από τα πανεπιστήμια. Όλα αυτά σημαίνουν ότι σκοπός της εκπαίδευσης σε αυτού του τύπου τις μεταρρυθμίσεις είναι η παραγωγή και η αναπαραγωγή των ανθρώπων που θα υπηρετούν τα αγοραία βιομηχανικά και τεχνολογικά δρώμενα. Είναι όμως γνωστό ότι ο εξαρτημένος άνθρωπος, ο άνθρωπος υπηρέτης του εμπορικού κατεστημένου είναι ξένος προς κάθε έννοια παιδείας. Από αυτόν τον άνθρωπο που θεραπεύει κρατούσες καταστάσεις, χωρίς να θέλει ή να μπορεί να τις μεταβάλει, όταν κακοφορμίζουν, δεν έχει να περιμένει φως η ανθρωπότητα. Δεν έχει μέλλον αυτός και μαζί του δεν έχει μέλλον και η ζωή. 

 

ΠΗΓΗ: 4-4-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=28377

 

* Άρθρο της εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ"

Από το τελευταίο έπος στον εθνομηδενισμό

Από το τελευταίο έπος στον εθνομηδενισμό 

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η Κύπρος πωλήθηκε το 1878 από τον σουλτάνο στους Άγγλους σε ένδειξη ευαρέσκειας για τη στάση της κραταιάς όσο και άθλιας τότε αυτοκρατορίας κατά το συνέδριο του Βερολίνου, οι αποφάσεις του οποίου απέτρεψαν την εκτόπιση των Οθωμανών από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Και η Ελλάδα φάνηκε τότε να επωφελείται, αφού απετράπη η δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας. Θα κέρδιζε όμως πολλαπλάσια, αν τον θρόνο του βασιλείου της δεν κατείχε πειθήνιο όργανο της βρετανικής πολιτικής, ο Γεώργιος Α΄, ο οποίος δεν αποδέχθηκε τη ρωσική πρόταση για την από κοινού κήρυξη του πολέμου κατά της Τουρκίας.

Κύλισαν τα χρόνια έγιναν πόλεμοι και πόλεμοι και έφθασε η ώρα που οι αυτοκρατορίες των νεοτέρων χρόνων κατέρρευσαν. Πρώτη κατά σειρά η οθωμανική. Τότε οι άπληστοι για ενεργειακούς πόρους δυτικοί βρήκαν την Ελλάδα ως την πλέον πρόσφορη προς εξυπηρέτηση των σχεδίων της. Ζήτησαν να αποβιβάσει στρατεύματα στις ακτές της Μικράς Ασίας, προκειμένου να επιβλέψει τον αφοπλισμό του οθωμανικού στρατού, ενός από τους ηττημένους του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Και εμείς ξεσηκωθήκαμε για την πραγμάτωση του πόθου της απελευθέρωσης των υποδούλων αδελφών μας χωρίς συναίσθηση των καταστάσεων: Τα τραύματα από τους απελευθερωτικούς πολέμους των ετών 1912-1913, τη βαθειά πληγή από τον εθνικό διχασμό εξ αιτίας ηγετών στην υπηρεσία των ξένων συμφερόντων, πληγή που ακόμη έχασκε, την αναξιοπιστία των “συμμάχων” και τα ιδιάζοντα συμφέροντά τους. Και υποστήκαμε την μεγαλύτερη συμφορά κατά την μακρόχρονη ιστορία του Γένους. Εκθεμελιώσαμε τον μικρασιατικό ελληνισμό από τις εστίες του τριών χιλιάδων ετών!

Δεν προλάβαμε να συνέλθουμε από τον αγώνα για την ενσωμάτωση του πλήθους των προσφύγων και κηρύχθηκε νέος πόλεμος που προκάλεσε η ταπεινωμένη από τον πρώτο Γερμανία. Ματώσαμε για μία ακόμη φορά υπέρ το δέον. Ματώσαμε και στην Κρήτη, όταν η χώρα μας είχε πλέον συνθηκολογήσει, για να δώσουμε στους Άγγλους τον χρόνο να ετοιμάσουν την άμυνα στο αφρικανικό μέτωπο. Και υποστήκαμε τα πάνδεινα από τους ωμοφάγους κατακτητές, που σήμερα ξανάρχονται ως θριαμβευτές να σύρουν την πατρίδα μας πίσω από το άρμα της οικονομικής ευρωστίας τους έχοντας λησμονήσει τις οφειλές τους όχι για τις ανθρώπινες ζωές που οι κλινικά σαδιστές στρατιωτικοί τους αφαίρεσαν από αμάχους, αλλά από το κατοχικό δάνειο και τον χρυσό που άρπαξαν με την υποδούλωση της χώρας μας.

Από το στρατόπεδο των νικητών μας είχαν δοθεί τότε πολλές υποσχέσεις. Η Βόρειος Ήπειρος και η Κύπρος θα ενσωματώνονταν στον εθνικό κορμό. Την πρώτη μας τη στέρησε ο “πατερούλης” Στάλιν, την άλλη οι άθλιοι αποικιοκράτες Άγγλοι, διότι δεν ήθελαν να απωλέσουν τόσο σημαντική βάση στον νευραλγικό χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Και για να μας αποδυναμώσουν προκάλεσαν τον εμφύλιο, γνωρίζοντας και την αρρωστημένη προδιάθεσή μας για εμφύλιες συρράξεις. Και καθώς η αυτοκρατορία τους κατέρρεε μας παρέδωσαν στην ανερχόμενη υπαρατλαντική δύναμη, η οποία ανέλαβε να μας θέσει υπό την ασπίδα “προστασίας” της, καθώς διατρέχαμε κινδύνους από τη γειτνίαση με τον κομμουνιστικό κόσμο. Μας έσυραν στο άντρο του ΝΑΤΟ, γευθήκαμε τις οδυνηρές συνέπειες του εμφυλίου επί δεκαετίες και απωλέσαμε οριστικά το δικαίωμα να ασκούμε εξωτερική πολιτική. Σιωπήσαμε κατ΄ εντολή τους, όταν ο Τίτο καλλιέργησε στους γείτονές μας το ιδεολόγημα περί Μακεδονίας, σιωπήσαμε, όταν οι Τούρκοι “σύμμαχοί” μας έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο του αφανισμού του ελληνικού πληθυσμού στην Ίμβρο και στην Τένεδο, υποκύψαμε στο σχέδιο εκτουρκισμού των Πομάκων. Και όταν, με καθυστέρηση, τολμήσαμε να φέρουμε το θέμα της Κύπρου στον ΟΗΕ, δεχθήκαμε τον ωμό εκβιασμό των νέων αφεντικών μας για να σταθούμε “φρόνιμοι”.

Τότε η ελληνική ψυχή έδειξε για μία ακόμη φορά το σθένος της. Την πρώτη Απριλίου 1955 άρχισε τη δράση της η ΕΟΚΑ, η εθνική οργάνωση Κυπρίων αγωνιστών. Οι συνθήκες δεν ήσαν για μία ακόμη φορά ευοίωνες. Ούτε ο όρος εθνικός ούτε, πολύ περισσότερο, ο ηγέτης της οργάνωσης Γεώργιος Γρίβας (Διγενής) ως εκ της εμπλοκής του στον ελληνικό εμφύλιο, μπορούσαν να εγγυηθούν τη σύμπνοια των Ελληνοκυπρίων. Κάποιοι θεωρούσαν πως οι αγώνες πρέπει να διεξάγονται για την εξάπλωση της ιδεολογίας. Η πατρίδα ως όρος επρόκειτο να εξασθενίζει με την πάροδο του χρόνου για να περιβληθεί με μανδύα απαξίας ακόμη και από εκείνους που την είχαν καπηλευθεί στο παρελθόν εξαπατώντας τον άδολο και φιλόπατρι λαό. Οι Άγγλοι, που θα εγκατέλειπαν κατά τα αμέσως προσεχή έτη το σύνολο των αποικιών τους, για να μας τιμωρήσουν συνεργάστηκαν με τους κεμαλικούς της Άγκυρας και προκάλεσαν τη λεηλασία και καταστροφή των πλήθους ρωμαίικων κτισμάτων της Πόλης, με συνέπεια να απομακρυνθούν από τις εστίες τους πολλοί Ρωμηοί.

Στην ΕΟΚΑ εντάχθηκαν κυρίως νέοι που ζούσαν πολύ κοντά στην Εκκλησία. Οι στρατολογήσαντες ήσαν σε πολλές περιπτώσεις ιερείς, που για μία ακόμη φορά χρεώθηκαν έναντι της Εκκλησίας για να πιστώσουν το Γένος. Αυτοί οι ιερείς κοινωνούσαν στους κρατούμενους αγωνιστές τα Άχραντα Μυστήρια από τα συρματοπλεγματα, καθώς απαγορευόταν η είσοδος στα στρατόπεδα, όπου οι κατακτητές εφάρμοζαν ναζιστικές μεθόδους βασανιστηρίων. Την πίστη των αγωνιστών και την αγάπη προς την πατρίδα μαρτυρούν περίτρανα συμβάντα καθ’ όλη τη διάρκεια του τετραετούς αγώνα και κυρίως κατά τις τελευταίες ημέρες ή ώρες της ζωής των καταδικασθέντων σε θάνατο. Θα παραθέσουμε μαρτυρίες με την ελπίδα να αισθανθούμε όλοι μας λίγη ντροπή για το σημερινό μας κατάντημα.

Ο Ανδρέας Ζάκος 24 ετών έγκλειστος και καταδικασμένος σε θάνατο είχε ζητήσει από την ΕΟΚΑ να μην εκτελέσει τον Άγγλο Τζων Κρήμερ, όταν οι Άγγλοι αρνήθηκαν την ανταλλαγή τους. Η ΕΟΚΑ ικανοποίησε την παράκληση του μελλοθανάτου, οι Άγγλοι όμως εξετέλεσαν τον “τρομοκράτη”, ο οποίος έγραψε από το κελλί στον αδελφό του: “Η ώρα του θανάτου πλησιάζει, μα στην ψυχή μας φωλιάζει ηρεμία…Στη θέση που βρισκόμαστε τώρα ούτε με το μικροσκόπιο δεν μπορούμε ν’ ανακαλύψουμε πού υπάρχει τραγωδία στον θάνατο…” 

Ο Στέλιος Μαυρομάτης 23 ετών έγραψε στους γονείς και στα αδέλφια του: “Τώρα που σας γράφω ευρίσκομαι μέσα στο σκοτεινό κελλί περιμένοντας με θάρρος τον δήμιο να ‘ρθη να με οδηγήση στον τόπο της εκτελέσεως. Αισθάνομαι τον εαυτό μου ισχυρόν και γαλήνιον, γιατί έχω τον Χριστό μέσα μου και είμαι βέβαιος πως θα με βοηθήση μέχρι τέλους…”

Ο Μιχάλης Κουτσόφτας 20 ετών έγραψε στη μητέρα του: “…Προσεύχομαι στην Υπεραγίαν Θεοτόκον να σας δώση θάρρος και ψυχραιμίαν, γιατί και Εκείνη έχασε τον Υιόν της. Ο Χριστός σταυρώθηκε, για να μας απαλλάξη από τα δεσμά, από την αδικίαν και από τον φόβον του θανάτου. Ανεστήθη και εδοξάσθη, ενώ οι παράνομοι παίρνουν την αιωνίαν κατάραν έως σήμερον…”

Ο Ανδρέας Παναγίδης 22 ετών και πατέρας τριών τέκνων έγραψε στην οικογένειά του: “… Κάποτε η μάννα σας θα σας αναπτύξη, γιατί εκτελέστηκα. Σας εύχομαι αγαπημένα μου παιδιά να γινήτε καλοί χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθήστε τον δρόμο της αρετής…”

Ο Ιάκωβος Πατάτσος, έφηβος ακόμη, κατά την πορεία του προς την αγχόνη έψαλλε, εν μέσω νεκρικής σιγής των φυλακισμένων, το τροπάριο “Ότε κατήλθες προς τον θάνατον”. Στο άκουσμα του γδούπου εκ του απαγχονισμού όλοι άρχισαν να τραγουδούν τον εθνικό μας ύμνο.

Εκεί στην Κύπρο μας, την αιματοβαμμένη από τη νεότερη προδοσία και την τόσο “μακρινή” μετά την εισβολή του Αττίλα, υπάρχουν ακόμη τα φυλακισμένα μνήματα. Όλα τα θεριά πασχίζουν να δημιουργήσουν τετελεσμένα που θα θέσουν τέρμα στην ελληνική κυριαρχία επί του νησιού. Δικοί μας υπέρμαχοι του σχεδίου Ανάν, άφωνοι όταν προηγουμένως οι μαυροντυμένες συγγενείς των αγνοουμένων έσερναν τα βήματά τους στις συνάξεις των ισχυρών, όταν έχυναν το αίμα τους οι Σολωμός και Ισαάκ, εργάζονται τώρα πυρετωδώς για να επιτύχουν την αποδόμηση του έθνους των Ελλήνων ταγμένοι στην υπηρεσία της νέας τάξης. Δεν έχουν διαβάσει ποτέ τους το ποίημα του κυπριακού ελληνισμού δια στόματος του εθνομάρτυρος αρχιεπισκόπου Κυπριανού (1821):

“Η Ρωμιοσύνη έν’ φυλή συνότζαιρη του κόσμου…

Η Ρωμιοσύνη έν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!”

“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 4-4-2011

Κίνημα χωρίς υποτακτικούς και υπάκουους

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΑΚΟΥΟΥΣ!

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Σπίθας ήταν ευθύς εξαρχής το πατριωτικό κάλεσμα που απεύθυνε προς όλο τον λαό ο Μίκης Θεοδωράκης. Ένα κάλεσμα αφύπνισης και αγώνα ενάντια σ' έναν εσωτερικό και εξωτερικό εχθρό που δεν επιδιώκει απλά να καθυποτάξει τη χώρα και το λαό της με τα όπλα, αλλά να εγκαθιδρύσει έναν πολύ χειρότερο ζυγό, μια δουλοπαροικία χρέους από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή για τις τωρινές και τις μελλοντικές γενιές. Πρόκειται για την μεγαλύτερη απειλή που γνώρισε ποτέ στην ιστορία του αυτός ο τόπος.

Τον περασμένο χρόνο ολόκληρη η χώρα βρέθηκε μπροστά σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Η πλειοψηφία του κοινοβουλίου ψήφισε υπέρ της επιβολής καθεστώτος κατοχής με πρόσχημα το δημόσιο χρέος. Απέναντι σ' αυτή την πλειοψηφία, έχουμε μια κοινοβουλευτική μειοψηφία που συμπεριφέρεται λες και δεν συνέβη τίποτε σημαντικό. Κι έτσι συνεχίζουν να ασκούν αντιπολίτευση όπως και πριν. Όμως, ο λαός γνωρίζει πολύ καλά το εξής: ένα καθεστώς κατοχής δεν εξωραΐζεται, δεν βελτιώνεται, δεν εξανθρωπίζεται, δεν μεταρρυθμίζεται. Μόνο ανατρέπεται από τον ίδιο τον λαό. Κι επομένως περίμενε εναγωνίως ένα εγερτήριο σάλπισμα, που μόνο ο Μίκης, με όλο το ιστορικό φορτίο που φέρει το όνομά του, οι αγώνες του και η πορεία του, τόλμησε να επιχειρήσει. Έβαλε τη σπίθα, όπως ο είπε ο ίδιος, και χιλιάδες αγωνιστές, δημοκράτες, προοδευτικοί, πατριώτες ανταποκρίθηκαν.

Όπως ήταν φυσικό το πρώτο ζήτημα που απασχόλησε την συγκρότηση της Σπίθας ήταν το οργανωτικό. Με ποιον τρόπο θα μπορούσε η Σπίθα να μετατραπεί σε οργάνωση ανοιχτή σε όλες τις μάχιμες δυνάμεις του λαού, να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και να βοηθήσει στην συγκρότηση εκείνου του παλλαϊκού μετώπου που θα μπορούσε να ανατρέψει το σημερινό καθεστώς; Ο ίδιος ο Μίκης είχε από την ιδρυτική της 1ης Δεκέμβρη ρίξει τις ιδέες της αυτοοργάνωσης και της άμεσης δημοκρατίας. Η ιδέες αυτές μίλησαν σε πολλές καρδιές. Δεν ήταν όμως όλοι έτοιμοι να επενδύσουν στην πρωτοβουλία, στην αυτενέργεια, στην ελευθερία της ζύμωσης και της δράσης που πρέπει να έχει μια αυθεντικά λαϊκή οργάνωση, όπως ήταν εξυπαρχής η Σπίθα.

Δυστυχώς υπήρξαν αντιλήψεις που εύκολα διολίσθησαν σε λογικές και πρακτικές εντελώς ξεπερασμένες και αντιδραστικές. Η σπίθα που θέλησε να ανάψει ο Μίκης έγινε στα χέρια τους ένα είδος άγιου λείψανου που περιφερόταν από εκκλησίασμα σε εκκλησίασμα για να το προσκυνήσουν οι πιστοί. Η αυτοοργάνωση και η άμεση δημοκρατία μπήκαν σε δεύτερη μοίρα. Προείχαν οι εντολές, οι ντιρεκτίβες και η πειθαρχία σ' αυτές. Το όνομα ενός αγωνιστή σαν τον Μίκη έγινε λατρευτικό αντικείμενο. Η υποταγή και η τυφλή υπακοή στην θέληση του Μίκη, όπως την εξέφραζαν οι «αντ’ αυτού», έγινε η ύψιστη αρετή. Έτσι είχαμε μια άκομψη προσπάθεια να μεταμορφωθούν οι Σπίθες, να εξοβελιστούν οι πιο ατίθασοι και οι πιο ανυπάκουοι, ώστε να μείνουν μόνο οι πιστοί και υπάκουοι. Είχαμε το φαινόμενο να σβήνουν, ή να διαλύονται μαζικές Σπίθες με δράση και άποψη, να προβοκάρονται, ακόμη και να προπηλακίζονται μη αρεστές Σπίθες και Σπιθιστές με σκοπό να αποχωρήσουν, προκειμένου να φυτρώσουν στη θέση τους αδύναμες, μικρές Σπίθες, τις περισσότερες φορές καθ' υπόδειξη ή με ενέργειες συγκεκριμένων ομάδων ή ατόμων οι οποίοι επιλέγουν ποιοι θα συμμετάσχουν σ' αυτές με βασικό κριτήριο το ποιος πειθαρχεί στις εντολές άνωθεν, ποιος είναι πιστός στον «Οδηγητή του Κινήματος» και στους ex officio εκπροσώπους του επί της γης.

Φτάσαμε στο σημείο να εξυμνείται ένα μοντέλο οργάνωσης που ερχόταν από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας. Φτάσαμε στο σημείο να συζητά η Σπίθα ένα πρότυπο οργανωμένης δράσης που θα μπορούσε εύκολα να συνοψιστεί στα παρακάτω λόγια: «Δεν είναι μολοντούτο απαραίτητο ο καθένας απ' αυτούς που αγωνίζονται για την θεωρία να ξέρει απόλυτα, ούτε να γνωρίζει με λεπτομέρειες κάθε μια από τις σκέψεις του αρχηγού του κινήματος. Το βασικό είναι να καλλιεργηθεί και ν' αναπτυχθεί σύμφωνα με ορισμένες ουσιαστικές αρχές της θεωρίας, λίγες ας είναι, μα οπωσδήποτε πρωταρχικές. Ακόμη κι αν δεν καταλάβει τελείως αυτές τις αρχές, είναι αρκετό να πεισθεί για την αναγκαιότητα της νίκης της θεωρίας και του κόμματός του. Ο στρατιώτης δεν είναι ανάγκη να ξέρει τα σχέδια των επιτελαρχών.

 Πρέπει λοιπόν να τον κρατήσουμε στα πλαίσια μιας αυστηρής πειθαρχίας και να του εμφυσήσουμε την πεποίθηση ότι τα αίτια της θεωρίας είναι δίκαια κι ότι για να επικρατήσει χρειάζεται να αναλωθεί ολόκληρος. Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ' έναν στρατό όπου όλοι οι στρατιώτες του θάταν στρατηγοί, προικισμένοι με ανώτερες ικανότητες; Ή τι χρησιμότητα θα είχαν για ένα κόμμα τα μέλη του, αν όλα ήταν «εξέχουσες» προσωπικότητες; Όχι, μας χρειάζονται απλοί στρατιώτες γιατί δίχως αυτούς δεν θα μπορέσουμε να πετύχουμε εσωτερική πειθαρχία. Μια «οργάνωση» απ' την ίδια της τη φύση, δεν θα μπορέσει να υπάρξει παρά μόνο με μια ανώτατη διοίκηση από μορφωμένους και με την πλατειά μάζα πίσω της που θα την καθοδηγεί περισσότερο το συναίσθημα

Μπορεί το παραπάνω απόσπασμα να το έγραψε ο Χίτλερ το 1928 και να αποτυπώνει την οργανωτική φιλοσοφία του ναζισμού, αυτό όμως δεν απέτρεψε ορισμένους από το να επαναφέρουν την ίδια λογική στα οργανωτικά τους σχέδια για την Σπίθα. Μόνο που αυτή την φορά τα εμφάνισαν ως θέληση του «Οδηγητή του Κινήματος» όπου όλοι οι άλλοι έπρεπε να πειθαρχήσουν.

Η επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη για το Οργανωτικό (1/4) αποδεικνύει ότι τα αγωνιστικά αντανακλαστικά που έχει οικοδομήσει κάποιος σε μια ολόκληρη ζωή γεμάτη αγώνες για τη δημοκρατία, για την λαοκρατία και για τη λευτεριά της Ελλάδας, δεν ατονούν με το πέρασμα του χρόνου. Η Σπίθα αν θέλει πραγματικά να συμβάλει καθοριστικά στη δημιουργία ενός αυθεντικού παλλαϊκού μετώπου, συνεχιστή των καλύτερων παραδόσεων της Φιλικής Εταιρείας και άξιο διάδοχο του ηρωικού ΕΑΜ, δεν έχει ανάγκη υποταχτικούς και υπάκουους. Δεν χρειάζεται ανθρώπους που πνίγουν την νοημοσύνη τους στο συναίσθημα, που αντί να σκέφτονται ελεύθερα ως αυτόφωτες προσωπικότητες ξέρουν μόνο να πειθαρχούν σε εντολές. Δεν μπορούν τέτοιοι άνθρωποι να σηκώσουν το βάρος ενός αγώνα ενάντια στην καταπίεση και στον εξανδραποδισμό της χώρας. Δεν μπορούν να κάνουν πράξη τα υψηλότερα ιδανικά από τα οποία μπορεί να εμπνευστεί ο λαός αυτής της χώρας.

Άνθρωποι σαν τον Μίκη και τη γενιά του το ξέρουν αυτό πολύ καλά. Το έμαθαν στην πράξη στις πόλεις και τα χωριά με το όπλο στο χέρι, στις φυλακές, στις εξορίες, στα απάνθρωπα βασανιστήρια επί δεκαετίες. Όποιος νόμιζε ότι τέτοιοι άνθρωποι, που στη ζωή τους «δέθηκαν με το ατσάλι» θα μπορούσαν να κολακευθούν με την αναγωγή τους σε Οδηγητές, ή αυτεξούσιους Ηγέτες που απαιτούν υποταγή, γελάστηκε οικτρά. Μόνο ανυπόταχτοι άνθρωποι μπορούν να σηκώσουν το βάρος ενός τέτοιου αγώνα. Μόνο όσων η συνείδηση δεν μπορεί να «συμμορφωθεί προς τας άνωθεν υποδείξεις». Μόνο ελεύθερες προσωπικότητες που δεν φοβούνται την ανοιχτή ζύμωση, την αναμέτρηση στο πεδίο των επιχειρημάτων και των ιδεών, μπορούν να βγουν μπροστά προτάσσοντας το συμφέρον του λαού. Και μόνο τέτοιες προσωπικότητες μπορούν να παράγουν μια νέου τύπου πειθαρχία, την πειθαρχία που επιβάλει η συνείδηση και ο σκοπός του αγώνα.

Η Σπίθα ξεκίνησε μ' αυτή τη λογική. Επιχειρούσε ευθύς εξαρχής μια νέα μορφή οργάνωσης, όπου όλοι μπορούν να είναι επιτελάρχες, όλοι στρατηγοί και όλοι προικισμένοι με ανώτερες ικανότητες. Όλοι μπορούν να είναι εξέχουσες προσωπικότητες, όχι με τις πλάτες ενός μηχανισμού, ούτε ελέω Υψίστου, αλλά με βάση την πραγματική συνεισφορά τους στη συλλογική σκέψη και πράξη.

Ξεκινάμε λοιπόν από την αρχή. Ξεκινάμε από την ιδρυτική αφετηρία της Σπίθας. Ξεκινάμε να οικοδομούμε μια οργάνωση δίχως Αρχηγούς και Οδηγητές, αλλά με ανεξάρτητους και ελεύθερους ανθρώπους που δοκιμάζονται στην συλλογική δράση στη βάση κοινών αρχών και στόχων. Μια οργάνωση όπου όλοι είναι συνδιαμορφωτές της ιδεολογίας και της πολιτικής της μέσα από την πιο ελεύθερη και ανοιχτή ζύμωση με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας στη βάση.

Σε μια τέτοια οργάνωση η ηγεσία κατακτάται και δεν διορίζεται, ούτε χρίζεται. Δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά απόδειξη της θεωρητικής και πρακτικής συμβολής της μέσα από ελεύθερες, ανοιχτές και πλήρως δημοκρατικές διαδικασίες, όπου συμμετέχουν όλοι με την ίδια βαρύτητα και ρόλο. Μόνο έτσι μπορούμε να έχουμε μια οργάνωση ελεύθερα σκεπτόμενων αγωνιστών οι οποίοι καθοδηγούνται από τη συνείδηση και τη γνώμη τους, χωρίς να γίνονται υποχείρια κανενός, ούτε να υποτάσσονται στο τυφλό συναίσθημα. Μόνο έτσι μπορούμε να αποκτήσουμε μια οργανωμένη δύναμη που να είναι ικανή να φέρει σε πέρας το τιτάνιο έργο της ανατροπής του σημερινού καθεστώτος και της αναγέννησης της χώρας, όπου για πρώτη φορά ο λαός, ο εργαζόμενος λαός και όχι όσοι ζουν από τον μόχθο και το αίμα του, θα γίνει αληθινά αφέντης στον τόπο του.

 

ΠΗΓΗ: 02-04-2011, http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=609

Ταξικότητα – Η περίπτωση της «Σπίθας»

Η κρίση είναι ταξική και η λύση αριστερή – Η περίπτωση της «Σπίθας»

 

Του Στέργιου Βασιλείου

 

 

Η όξυνση   της κρίσης εντείνει αναπόφευκτα τις ταξικές και πολιτικές αντιθέσεις του καπιταλισμού. Παράλληλα αναβιώνουν σειρά από φαινόμενα που είχαν ατονήσει όσο καιρό το σύστημα περνούσε εποχές απόλυτης πολιτικής κυριαρχίας και σχετικά ομαλής οικονομικής λειτουργίας. Η κρίση επαναφέρει στην επιφάνεια όχι μόνο βασικά θέματα πολιτικής αλλά καθαρότερα από κάθε άλλη φορά το ζήτημα της εξουσίας από την πλευρά της εργατικής τάξης ως ριζική λύση στην κρίση και στο αδιέξοδο του καπιταλισμού.

Η άρχουσα τάξη, προκειμένου να αποφύγει την αναβίωση παρόμοιων θεμάτων, ασκεί με όλα τα μέσα που διαθέτει ισχυρότατη ιδεολογική και πολιτική πίεση σε όλα τα στρώματα του ελληνικού λαού και ιδίως στην εργατική τάξη… Σε αυτές τις εφεδρικές λύσεις περιλαμβάνονται και κινήσεις που παίζουν το χαρτί της «σωτηρίας της πατρίδας» κάτω από το οποίο κρύβεται η σωτηρία του συστήματος. Μια τέτοια κίνηση είναι η Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών – Σπίθα την οποία εξήγγειλε ο Μίκης Θεοδωράκης

Η όξυνση   της κρίσης εντείνει αναπόφευκτα τις ταξικές και πολιτικές αντιθέσεις του καπιταλισμού. Παράλληλα αναβιώνουν σειρά από φαινόμενα που είχαν ατονήσει όσο καιρό το σύστημα περνούσε εποχές απόλυτης πολιτικής κυριαρχίας και σχετικά ομαλής οικονομικής λειτουργίας. Η κρίση επαναφέρει στην επιφάνεια όχι μόνο βασικά θέματα πολιτικής αλλά καθαρότερα από κάθε άλλη φορά το ζήτημα της εξουσίας από την πλευρά της εργατικής τάξης ως ριζική λύση στην κρίση και στο αδιέξοδο του καπιταλισμού.

Η άρχουσα τάξη, προκειμένου να αποφύγει την αναβίωση παρόμοιων θεμάτων, ασκεί με όλα τα μέσα που διαθέτει ισχυρότατη ιδεολογική και πολιτική πίεση σε όλα τα στρώματα του ελληνικού λαού και ιδίως στην εργατική τάξη.

 

Εφεδρικές λύσεις του συστήματος

 

Η πίεση της αστικής τάξης δεν μένει χωρίς αποτέλεσμα. Ορισμένα από τα φαινόμενα της πίεσης είναι και η παραγωγή νέων πολιτικοϊδεολογικών ρευμάτων στα πλευρά του συστήματος ως ενδιάμεσων εφεδρικών λύσεων για την περίπτωση αποτυχίας των τυπικών πολιτικών εκπροσώπων του.

Τα ρεύματα αυτά παίρνουν διάφορες μορφές, αλλά έχουν δύο βασικές ομοιότητες. Από τη μια δεν θίγουν την ύπαρξη του συστήματος και από την άλλη κινούνται σε λύσεις μέσα από το οπλοστάσιο του καπιταλισμού. Αυτό οδηγεί στη γέννηση νέων θολών πολιτικών φορέων, οι οποίοι κάνουν αγώνα δρόμου για να κλείσουν την αντίθεση ανάμεσα στο σύστημα και στον λαό, ειδικά δε στην εργατική τάξη.

Ο λαός βομβαρδίζεται με «τεχνοκρατικές» αναλύσεις της κρίσης και του χρέους, με τεχνικές λύσεις που θα μας βγάλουν από την κρίση «χωρίς να χάσουμε πολλά», ακόμη και δήθεν «επαναστατικές τεχνικές λύσεις», όπως ο λογιστικός έλεγχος του χρέους, το «κούρεμα», η ελεγχόμενη πτώχευση, η «πετυχημένη αναδιαπραγμάτευση, η «επιμήκυνση», κλπ.

Από τη στιγμή που η όποια λύση δεν συνδέεται με την ανατροπή του καπιταλισμού αλλά με την επίληση της κρίσης στα πλαίσια του συστήματος και με δικά του εργαλεία, στην ουσία γίνεται εφεδρική λύση του συστήματος.

Σε αυτές τις εφεδρικές λύσεις περιλαμβάνονται και κινήσεις που παίζουν το χαρτί της «σωτηρίας της πατρίδας» κάτω από το οποίο κρύβεται η σωτηρία του συστήματος.

 

Η Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών – Σπίθα

 

Μια τέτοια κίνηση είναι η Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών – Σπίθα την οποία εξήγγειλε ο Μίκης Θεοδωράκης. Η κίνηση αυτή στελεχώθηκε ταχύτατα από ορισμένους αριστερούς σε μια περίεργη ιδεολογικοπολιτική συνεύρεση με ανθρώπους του «πατριωτικού» εθνικιστικού φάσματος με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η μείξη δεν ήταν τυχαία, αφού για μεν τους αριστερούς πρόσφερε μια ανώδυνη «αριστερή» ή «αριστερούτσικη» λύση αντίστασης στο σύστημα, για δε τους «πατριώτες» μια λύση «σωτηρίας της Ελλάδος» από τους ξένους με ταυτόχρονη σωτηρία του συστήματος με το οποίο και την ταυτίζουν. Η κίνηση στην ουσία τόσο από τις θέσεις όσο και από τις πρακτικές της ακυρώνει κάθε αριστερό ή προοδευτικό προσανατολισμό και τον αντικαθιστά με αταξικό «εθνικό» περιεχόμενο.

Η Κίνηση αντιλαμβάνεται την κρίση και το δημόσιο χρέος ως εθνικοαπελευθερωτικό ζήτημα και όχι ως ταξικό, με αποτέλεσμα να προτείνει «εθνική απελευθέρωση» από τους δανειστές. Στη διακήρυξη αναφέρεται καθαρά ότι «η ουσιαστική εξάρτηση που μας έχει επιβληθεί, προσδίδει (…) τα χαρακτηριστικά ενός απελευθερωτικού αγώνα».

Σε αυτή τη βάση συγκροτείται η κίνηση.  Όμως η αντιπαράθεση είναι ταξική, όχι εθνική. «Εθνική» θα μπορούσε κανείς να την ονομάσει εμμέσως μόνο στον βαθμό που ταυτίζει το εθνικό με το ταξικό συμφέρον της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, εξαιρώντας τη μεγάλη και τη μονοπωλιακή αστική τάξη, τον κρατικό μηχανισμό και τους υπηρέτες της, που δυστυχώς είναι ακόμη πάρα πολλοί. Η οικονομική ολιγαρχία του τόπου με σύσσωμη την πολιτική της εκπροσώπηση ταυτίζεται με τους ξένους δανειστές και το μνημόνιο, συμμετέχει στη ληστεία του λαού και ιδίως της εργατικής τάξης και συμμαχεί εναντίον της με το ΔΝΤ. Η Ελλάδα της πλουτοκρατίας που κυβερνά διαχωρίζεται ταξικά από την Ελλάδα που αγωνίζεται εναντίον της.

Η ίδια η αναφορά του Μίκη στη διακήρυξή του ότι με τις αμυντικές δαπάνες «κόβουμε κάθε χρόνο δισεκατομμύρια από το υστέρημά μας και φτωχαίνουμε, για να κάνουμε πιο πλούσιους τους πλούσιους λαούς» (!) μας μετατρέπει σε εχθρούς όχι του ντόπιου και διεθνούς κεφαλαίου αλλά των άλλων λαών, προκειμένου να παρουσιάζει το πρόβλημα ως εθνικό! Παραβλέπει ότι οι άλλοι λαοί εξίσου με μας βιώνουν την κρίση και τους ονομάζει εκμεταλλευτές μας, ενώ από τα τεράστια κονδύλια των αμυντικών δαπανών μόνο το κεφάλαιο των χωρών αυτών κερδίζει. Οι λαοί τους κερδίζουν μόνο κρίση, λιτότητα, αυταρχισμό. Είναι συνεπώς εξ αρχής λάθος η τοποθέτηση για τον χαρακτήρα των αντιθέσεων τις οποίες παράγει η κρίση.

Δεν περνάει απαρατήρητη η υιοθέτηση από την κίνηση της γνωστής από παλιά θέσης της άρχουσας τάξης ότι «τρώμε περισσότερα από όσα καταναλώνουμε»! Έτσι προτείνει «να αλλάξει σε εθνικό επίπεδο η νοοτροπία μας. Το να ζούμε πάνω απ' τις δυνάμεις μας, να καταναλώνουμε περισσότερο από όσα παράγουμε, αυτή η τακτική δεν πάει άλλο»! Και συμπεραίνει το απίστευτο, ότι αυτό «μας οδηγεί σταθερά σε μεγαλύτερη εθνική και επομένως ατομική εξάρτηση και τελικά γενικευμένη πτώχευση, παρακμή, δυστυχία, ντροπή». Η απαλλαγή της άρχουσας τάξης για την κρίση και το χρέος και η καταδίκη του λαού ως υπαίτιου γι’ αυτή είναι πασιφανείς. Με τέτοια επιχειρήματα όμως μόνο η άρχουσα τάξη βγαίνει κερδισμένη.

Η κίνηση δεν παραλείπει να δίνει τα διαπιστευτήριά της στην αστική τάξη και στους ιμπεριαλιστές αναφέροντας στο πρόγραμμά της ότι «όσα προτείνουμε σήμερα θα πρέπει να είναι όχι μόνο καίρια αλλά και ρεαλιστικά και προ παντός δεν θα πρέπει να προκαλέσουν επικίνδυνους κραδασμούς σε μια εποχή εξαιρετικά λεπτή ως προς τους χειρισμούς και ευαίσθητη ως προς την ετοιμότητα τόσο του λαού όσο προ παντός και της χώρας μας να δεχθεί μεταβολές πάνω από το όριο των δυνατοτήτων της, μας υποχρεώνει να είμαστε προσεκτικοί και όσα προτείνουμε να είναι μέσα στα όρια του δυνατού λαμβάνοντας φυσικά υπ' όψιν τις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων, τις εθνικές δεσμεύσεις και την εξαιρετικά δύσκολη θέση της χώρας μας». Η προστασία του συστήματος και η αδιατάρακτη υποταγή στον ιμπεριαλισμό είναι πάνω απ’ όλα!

Έτσι είναι χωρίς περιεχόμενο η παρακάτω φράση της διακήρυξης ότι «Για λόγους εθνικής αξιοπρέπειας θα πρέπει η χώρα μας να αποχωρήσει από τον μηχανισμό στήριξης Ε.Ε. – ΔΝΤ και από το ΝΑΤΟ». Για λόγους αξιοπρέπειας! Όχι για τα εθνικά συμφέροντα τα οποία υποτίθεται βάζει πάνω απ όλα. Υποκρισία! Όταν λαμβάνεις υπόψη τις «εθνικές δεσμεύσεις», ακυρώνεις κάθε άρνησή τους. Για να μην έχουμε αυταπάτες, παρακάτω δεν προτείνει έξοδο από το ΝΑΤΟ, αλλά απάλειψη από τις συμφωνίες με αυτό μόνο «όσων θίγουν τα εθνικά μας συμφέροντα». Τα σχόλια περιττεύουν.

 

Αντιφάσεις

 

Παρότι στην αρχή της διακήρυξης ο Μίκης Θεοδωράκης λέει ότι «Το μοναδικό μου κίνητρο είναι να βοηθήσω να δημιουργηθεί ένα κίνημα και μια ζύμωση ιδεών, ανεξάρτητα και μακριά από το υπάρχον πολιτικο-κομματικό κατεστημένο», στις προτάσεις του για την έξοδο από την κρίση αναφέρει ότι «θα έπρεπε να συμφωνήσουν όλα τα κόμματα σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η οποία να κυβερνούσε έχοντας την ευρύτατη συναίνεση του εκλογικού σώματος»! Είναι να απορεί κανείς τι ακριβώς προτείνει και τι απορρίπτει!

 Επιπλέον η παράγραφος της διακήρυξης που λέει «Ποιος έχει συμφέρον να εξαλείψει τη λέξη και την έννοια «Έθνος», που αποτελεί την κύρια συγκολλητική δύναμη που μας ενώνει όλους, Δεξιούς, Κεντρώους, Αριστερούς, πλούσιους, φτωχούς, μορφωμένους, αμόρφωτους, όλους ανεξαιρέτως τους Έλληνες, που αν τύχει να ενωθούν όλοι μαζί και σχηματίσουν μια γροθιά, όπως έγινε στις 28 Οκτωβρίου του 1940, αποτελούν δύναμη που μπορεί όχι μόνο να αντισταθεί αλλά και να νικήσει;» αποτελεί αδιαμφισβήτητη άρνηση της ταξικής φύσης τη κρίσης και υπερ-υιοθέτηση της «εθνικής» θέσης. Εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι, θύματα και θύτες, τραπεζίτες, κυβερνήτες και λαός που έχει πτωχεύσει εξαιτίας τους λαός, όλοι μαζί σε ενιαίο εθνικό συμφέρον!!! Αυτό δεν απέχει και πολύ από το «Μαζί τα φάγαμε» – εσείς θα τα πληρώσετε του Πάγκαλου!

Τέλος ενώ στη διακήρυξη υιοθετείται η «άμεση δημοκρατία» των κινήσεων «Σπίθα» δήθεν σαν αντίδοτο στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία που παραπαίει, χωρίς όμως να θίγεται η οικονομική βάση του συστήματος, εκ των πραγμάτων η θέση αυτή βρέθηκε σε πλήρες αδιέξοδο μόλις επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί. Το αποτέλεσμα ήταν να ανατραπεί από τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη χωρίς καμιά δημοκρατική διαδικασία, όταν στην ομιλία του στη Θεσσαλονίκη, στις 27/2/2011, αναφέρθηκε στην «ανάγκη της ύπαρξης ενός εθνικού κέντρου (…) Κάποιες Σπίθες (…) θεωρούν ότι οι αποφάσεις που πήραν στην Γενική τους Συνέλευση είναι ανώτερες από τις οδηγίες της Συμβουλευτικής. Αυτό το είδος της Δημοκρατίας εγώ το θεωρώ Αναρχία». Η αναίρεση της αρχικής θέσης είναι φανερή.

Ένας νεολογισμός που προκαλεί εντύπωση είναι η υποστήριξη της θέσης στην κοινωνία για «Δίκαιη Ανισότητα». Και μόνο η αναφορά προκαλεί ανατριχίλα για τη νομιμοποίηση της ληστείας του λαού από το κεφάλαιο. Γιατί θα ήταν γελοίο να αναφέρεται κανείς σε συνθήκες καπιταλισμού στη διαλεκτική ερμηνεία του όρου στον οποίο παραπέμπει η βασική κομμουνιστική παραγωγική σχέση «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».

 

Οι εθνοκεντρικές θέσεις στην υπηρεσία του συστήματος

 

Η σκόπιμη απουσία αναφοράς της «Σπίθας» στην ταξική φύση της κρίσης γίνεται για να δέσει με τα μέτρα «εθνικής» εξόδου από την κρίση που προτείνει χωρίς να θιγεί το υπάρχον καθεστώς. Δεν είναι χωρίς νόημα οι προτάσεις του για καπιταλιστικού χαρακτήρα συνεργασία με άλλους ιμπεριαλιστές, όπως η Κίνα και η Ρωσία, για να αποδεσμευτεί η χώρα από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές! Από τη Σκύλα στη Χάρυβδη μας προτείνει ως λύση.

Ως προς το εσωτερικό της «Σπίθας» είναι φανερή η αταξικότητα αλλά και η εχθρική στάση προς την Αριστερά. Στο «τι μας ενώνει» απαντάει: «Η κοινή μας θέση απέναντι στην ξένη εξάρτηση και τα όργανά της. (…) Είμαστε Ριζοσπάστες Πατριώτες Προοδευτικοί. Και στόχος μας είναι η ανεξαρτησία της Ελλάδας και η ευτυχία του Ελληνικού Λαού. Όλα τα άλλα, Αριστερά, Δεξιά, Κεντρώοι, έρχονται μετά. Και ας τα κρατήσει καθένας μέσα του. Όχι μέσα στις Σπίθες». Εδώ στην πράξη ζητάει δήλωση απάρνησης της ιδεολογίας. Όταν όμως η Αριστερά καλεί τον λαό σε συσπείρωση και μάχη ανεξαρτήτως ιδεολογικής και πολιτικής τοποθέτησης, δεν υπονοεί ότι συγκροτεί μέτωπο ανεξαρτήτως ιδεολογίας και πολιτικής αλλά ακριβώς το αντίθετο.

 

Αταξικές λύσεις σε ταξικά προβλήματα δεν υπάρχουν

 

 Όποιος προσπαθεί να μετατρέψει τα ταξικά προβλήματα σε «εθνικά» και τα ζητήματα εξουσίας σε ζητήματα μεταξύ εθνών και λαών διολισθαίνει αντικειμενικά στις εφεδρείες του συστήματος. Η αυταπάτη ότι μέσα από την «εθνικοποίηση» της ταξικής αντίθεσης θα προέλθει η συσπείρωση του λαού και κατόπιν αντικειμενικά ο λαός θα υιοθετήσει από την πείρα του αριστερές θέσεις είναι μια παγίδα που νομίζουν ότι στήνουν για το σύστημα, στην οποία όμως θα ρίξουν τον λαό.

Άλλωστε ο θαυμασμός του Μίκη μέσα στη διακήρυξη για την πρακτική της δεξιάς-ακροδεξιάς κυβέρνησης της Ουγγαρίας έναντι του ΔΝΤ και για την «εργατικότητά» της(!) κλπ. είναι δείγμα μιας ολισθηρής τοποθέτησης αλλά και εκχώρηση εδάφους σε επικίνδυνους εχθρούς του λαού.  

 

Οι προτάσεις της «Σπίθας»

 

Το σύνολο των προτάσεων της κίνησης κινούνται μέσα στα πλαίσια του συστήματος και μας προβάλλουν έναν «καλό καπιταλισμό» με ανθρώπινο πρόσωπο, χωρίς διαφθορά και εξαρτήσεις. Θυμίζει έντονα διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη του ΠΑΣΟΚ που, παρότι προχωρούσε πολύ παραπέρα από τη «Σπίθα», αποτέλεσε το κύριο όπλο ποδηγέτησης και ευνουχισμού του λαϊκού κινήματος. Ακόμη και το σύνθημα με το οποίο κλείνει η διακήρυξη της «Σπίθας» ότι «Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» είναι γνωστό τι θυμίζει και προπαντός πόσο παραπλάνησε και εγκλώβισε τον λαό. Και τότε διαστρεφόταν ο ταξικός χαρακτήρας των προβλημάτων σε εθνικά μέσα από τον «ελληνικό δρόμο» για τον σοσιαλισμό. Αυτό που κραυγαλέα απουσιάζει πάντα είναι το θέμα της ταξικής εξουσίας.

Θέσεις για την κρίση και το χρέος όπως να μπουν «όλα τα κόμματα σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας», «εκμετάλλευση» κρατικής περιουσίας, «δίκαιο» φορολογικό σύστημα, πάταξη της φοροδιαφυγής, αναζήτηση άλλων πηγών με μικρό επιτόκιο, συμψηφισμό χρεών με τη δημιουργία κοινοπραξιών, σύναψη νέων συμφωνιών με τους ιμπεριαλιστές της Ρωσίας και Κίνας κλπ δεν είναι παρά οι εφεδρικές και αποδεκτές θέσεις του συστήματος, αρκεί να κρατηθεί ο λαός υπόδουλος. Όσο η κρίση και οι ταξικές αντιθέσεις θα οξύνονται τόσο οι θέσεις αυτές θα προβάλλονται ως σωτήριες για το «έθνος» και το λαό!

 

Το θέμα είναι τι προτείνει ο καθένας. Διόρθωση του καπιταλισμού ή ανατροπή του;

 

Η λύση για κάθε αριστερό κόμμα, κίνηση ή άτομο δεν είναι να επιλύσει τεχνικά το θέμα της κρίσης και του χρέους αφήνοντας άθικτη την εξουσία του κεφαλαίου. Μόνη διέξοδος είναι οι αριστερές λύσεις που ξεκινούν από την ποδηγέτηση του κεφαλαίου και την απόκρουση των πολιτικών του και φτάνουν μέχρι την ανατροπή της εξουσίας του και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για ταξική εργατική λύση και όχι για απολίτικη ή αταξική.

 

ΠΗΓΗ: 01-04-2011, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=9401

Τοπικοποίηση: Μια απάντηση παγκοσμιοποίηση ΙΙ

Τι χάθηκε – Τοπικοποίηση: Μια απάντηση στην παγκοσμιοποίηση – Μέρος ΙI

Παρουσίαση του Αλέκου Ζούκα στην εκδήλωση – συζήτηση με τον Γιώργο Κολέμπα*


Συνέχεια από το Μέρος Ι… Εν μέσω κομματικών αλληλοσπαραγμών, μισαλλοδοξίας και αποτυχημένων πολέμων και κινημάτων, ο Παν. Γεννάδιος θα συνεχίσει το έργο του και θα ολοκληρώσει το περίφημο Φυτολογικό Λεξικό του, το 1914, με πάνω από δέκα χιλιάδες φυτά, με αναφορές στις ιδιότητές τους, στην καλλιέργειά τους, τις παθήσεις τους και την αντιμετώπισή τους [6].

Η φτώχεια, βέβαια, σε βαθμό εξαθλίωσης της υπαίθρου είχε ήδη συγκινήσει τους διανοούμενους και λογοτέχνες της εποχής. Αρκετοί αποτύπωσαν στο έργο τους τη δυστυχία που επικρατούσε στην ύπαιθρο, άλλοι συμπαρατάχθηκαν με το μέρος των δυστυχισμένων εκθειάζοντας τον Κοινοτικό τρόπο ζωής όμως κανένας δεν βρέθηκε με το μέρος του κομματικού κράτους και των καπιταλιστικών του οραμάτων με ελάχιστες βέβαια εξαιρέσεις αυτών που ενέδωσαν στις μεγαλοϊδεατικές προσδοκίες της εποχής.

Αρκεί κανείς να ανατρέξει στο «Ζητιάνο» του Α. Καρκαβίτσα ή στον πρόλογο του Συνεταιρισμού της Κοινότητας Κοσκινά Καρδίτσας του 1908, που υπογράφει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης [7] προκειμένου να κατανοήσει τις συνθήκες που επικρατούν. Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον εμφανίζονται οι Ντίνος Μαλούχος και Κων/νος Καραβίδας, κύριοι εκφραστές του Κοινοτισμού ως εναλλακτικού σχεδιασμού της οικονομικής και διοικητικής οργάνωσης του κράτους.

«Το καθεστώς Βενιζέλου, επισημαίνει ο Μαλούχος, μετά το 1909 άφησε ελεύθερο το πεδίο δράσης στα νέα ιδεολογικά ρεύματα που έρχονταν από την Ευρώπη, όπως οι κοινωνιολόγοι, οι σοσιαλιστές, οι κομμουνιστές. Οι θεωρίες αυτές, τελευταίες αναλαμπές του ευρωπαϊκού πολιτισμού, δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοσθούν στην Ελλάδα, διότι η ελληνική πραγματικότητα ήταν πλατύτερη από τα σχήματα αυτά. Προσέκρουαν στην ψυχρή αδιαφορία των αγροτών, μικροεπαγγελματιών και άλλων λαϊκών τάξεων, δηλαδή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Παρόμοια ξενόφερτη, εντελώς θεωρητική, χωρίς πρακτικά αποτελέσματα προσπάθεια ανασυγκρότησης, υπήρξε αυτή των κομμουνιστών. Προσπάθεια άγονη, τουλάχιστον για την μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που αποτελείται από μικρονοικοκυραίους, αγρότες και επαγγελματίες, θεωρία που διδάσκει την πάλη του προλεταριάτου εναντίον των κεφαλαιούχων, την στιγμή που στην Ελλάδα το μεν προλεταριάτο είναι σχεδόν ανύπαρκτο, το δε κεφάλαιο διασκορπισμένο στα χέρια όλου σχεδόν του αγροτικού και μικροαστικού πληθυσμού» [8].

Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνοτρόφων στη Λάρισα 19/4/1920

Είναι η εποχή που αρθρώνονται οι πρώτες αμφισβητήσεις σχετικά με τον καπιταλιστικό προσανατολισμό της ανάπτυξης της χώρας, με κύριους εκπροσώπους τον Ντίνο Μαλούχο και τον Κωνσταντίνο Καραβίδα, κατ’ αρχή στο περιοδικό «Κοινότης». Οι αμφισβητήσεις αυτές πολύ γρήγορα πήραν το χαρακτήρα πολεμικής και πάλι εις μάτην. Τόσο ο Μαλούχος, που πέθανε πολύ νέος μόλις 33 ετών, με την αρθρογραφία του, όσο και ο Καραβίδας με τις πολυετείς έρευνες πεδίου, σχετικά με την αγροτική παραγωγή -κύρια στην Μακεδονία- επισήμαναν την εγκληματική αδιαφορία της πολιτικής με την έννοια της κομματοκρατίας και την αναπηρία του κοινοβουλευτικού μοντέλου διακυβέρνησης. Πιστεύοντας ακράδαντα στην άμεση δημοκρατία και στον Συνεταιριστικό – Κοινοτικό τρόπο οργάνωσης της υπαίθρου, θα αναλύσουν διεξοδικά τα μοντέλα παραγωγής, κύρια τους Συνεταιρισμούς, για τους γεωργούς, και τα Τσελιγκάτα για τους κτηνοτρόφους.

Ο Καραβίδας στο μνημειώδες έργο του τα «Αγροτικά» [9] θα αναλύσει διεξοδικά την κατάσταση της υπαίθρου ενώ με εκατοντάδες αναφορές του θα προσπαθήσει να τραβήξει την προσοχή των κυβερνώντων πάνω στο πρόβλημα της οικονομικής και δημογραφικής κατάρρευσης της υπαίθρου. Το αρχικό βιβλίο, υπό μορφή ογκώδους έκθεσης μερικών χιλιάδων σελίδων, που παραδόθηκε το 1929 ιδιοχείρως στον Υπουργό Εξωτερικών της Κυβέρνησης Βενιζέλου, ο υπουργός (μάλλον ο Μιχαλακόπουλος) το έχασε!!! «Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας ερεύνησε ενδελεχώς την νεοελληνική κοινότητα. Η σκέψη του μετατοπίστηκε από μια εξαντλητική και επιτυχή συλλογή πρωτογενούς υλικού στην ανάδειξη της κοινότητας σε μια «πραγματική ουτοπία» προορισμένη να συγκρουστεί στο χώρο της ιδεολογίας με άλλες «πραγματικές ουτοπίες». Ο Καραβίδας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κοινότητα όχι μόνο υπήρξε, αλλά διεκπεραίωνε λειτουργίες διοικητικές και παραγωγικές. Γηγενής αντικαπιταλιστικός θεσμός, δημιούργημα εν πολλοίς γεωοικονομικών παραγόντων, είναι αναγκαία σε κάθε στάδιο της τεχνικής εξέλιξης και κλειδί για την κατανόηση του νεοελληνισμού»[10].

Ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο εμφύλιος που ακολούθησε επέβαλαν άλλες προτεραιότητες και η ύπαιθρος για μια ακόμα φορά περιορίσθηκε στα απολύτως απαραίτητα. Ωστόσο οι διατροφικές ανάγκες της κατοχής και η φτώχεια ανάγκασαν το λαό ειδικά της υπαίθρου, για ένα μικρό δυστυχώς χρονικό διάστημα, να ξαναθυμηθεί μια πληθώρα πρακτικών και προϊόντων της φύσης όπως τα άγρια μπιζέλια, την μολόχα, διάφορα είδη κιχώριου (από την καβουρδισμένη και τριμμένη ρίζα του παράγονταν και ένα υποκατάστατο του καφέ), το πρωινό κατσαμάκι, τα σούρβα, διάφορες επίσης φυτικής προέλευσης βαφές: ριζάρι (Ερυθρόδανο), Λάπατο (αποξηραμένοι κόνδυλοι των ριζών έβγαζαν καφεκίτρινο χρώμα), καρύδι (το σαρκώδες περίβλημα του καρυδιού για βαφή), οι χλωρές φλούδες του μέλεγου ή μέλιου για την απολύμανση του νερού των πουλερικών κ.ο.κ. Σχεδόν κάθε αγροτικό νοικοκυριό ήταν και ένα μικρό εργαστήριο που συντηρούσε τα εργαλεία του, ύφαινε τα απαραίτητα στρωσίδια ή ρούχα, κατασκεύαζε τις αποθήκες και τους στάβλους του και επισκεύαζε τις ζημιές τους, με τους μπαχτσέδες του, τα οπωροφόρα του και τα λίγα οικόσιτα ζώα. Αντίστοιχα κάθε κτηνοτρόφος, ακόμα και οι νομάδες, είχε τον κήπο του δίπλα στα μαντριά του, έφτιαχνε τα τουλούμια του για το τυρί από δέρματα συνήθως κατσικιών, ξύλινες βαρέλες για νερό, οι γυναίκες ύφαιναν τα μαλλιά κ.ο.κ. Σήμερα οι εντατικές καλλιέργειες εξαφάνισαν την αυτάρκεια του αγροτικού νοικοκυριού και ένα από τα μεγάλα προβλήματα των κτηνοτρόφων είναι το … πετρέλαιο που χρειάζονται για να κάψουν τα μαλλιά των κοπαδιών.

Πριν τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο ήδη η κτηνοτροφία είχε αρχίσει να συρρικνώνεται και από εξαγωγική δύναμη που ήταν στις αρχές του αιώνα άρχισε να μην καλύπτει τις ανάγκες του πληθυσμού. Αυτό που δεν κατόρθωσαν οι πολεμικές συγκρούσεις και η πολιτική αστάθεια του πρώτου κυρίως μισού του 20ου αιώνα το κατάφερε ο Δυτικός προσανατολισμός των κυβερνήσεων. Η Α. Χατζημιχάλη [11] στα 1955 θα καταγράψει 1.839 τσελιγκάτα (κοινοπρακτικές μορφές οργάνωσης της κτηνοτροφίας) τα οποία ανήκουν σε 7.620 οικογένειες και αριθμούν 1.403.875 κεφάλια ζώα. Η καταγραφή αυτή αφορούσε μόνον τους Σαρακατσαναίους νομάδες κτηνοτρόφους στις περιοχές της θερινής τους διαβίωσης στα βουνά της Πελοποννήσου, Ηπείρου, Μακεδονίας, Στερεάς, Θεσσαλίας και Θράκης. Στα 1983 ο συνολικός πληθυσμός των ζώων της μεταβατικής κτηνοτροφίας στην Ελλάδα μόλις που φθάνει τα 630.000 [12] ζώα σ’ ολόκληρη τη χώρα, ενώ δεν έμεινε ούτε ένα τσελιγκάτο! Η κατάρρευση υπήρξε ραγδαία…

Η εκτατική (κοπαδιάρικη) κτηνοτροφία αντικαταστάθηκε σταδιακά από τα βιομηχανικά εκτροφεία προβάτων και βοοειδών που κι αυτά σήμερα δεν καλύπτουν ούτε το 30% της εγχώριας κατανάλωσης κρέατος. Δεν χρειάζεται νομίζω ν’ αναφερθώ στον διατροφικό εφιάλτη της Ευρώπης, τουλάχιστον αυτόν που ανακαλύπτει κατά καιρούς ο Τύπος (σκεφτείτε τι άλλο γίνεται που δεν το μαθαίνει ή το αποσιωπά) ούτε φαντάζομαι στην αναγνώριση των θεσσαλικών προϊόντων στην ιστορική τους πορεία. Κι αφού ούτε τα βιομηχανικά βουστάσια της Δανίας διαθέτουμε, ούτε ταΐζουμε τα ζώα ορυκτέλαια, ας προστατέψουμε τουλάχιστον τα υψηλής ποιότητας γεωργοκτηνοτροφικά μας προϊόντα και φυσικά ας στηρίξουμε (και στηριχτούμε) στην εκτατική μας κτηνοτροφία και στις μικρές εκτατικές καλλιέργειες που μπορούν να αποτελέσουν την μοναδική απάντηση στο σύγχρονο διατροφικό εφιάλτη. Η κάθοδος στο στίβο του παγκόσμιου ή και ευρωπαϊκού ανταγωνισμού, χωρίς την προστασία των προϊόντων και με κόστη παραγωγής πολλαπλάσια των ανταγωνιστών μας (λόγω ορυκτελαίων, οστεάλευρων κ.λ.π.), φαντάζει σαν απονενοημένο διάβημα.

Η Τοπική αυτοδιοίκηση μη ανθιστάμενη ουσιαστικά κι ακολουθώντας άκριτα τις επιλογές της κεντρικής εξουσίας, περιφρόνησε την παραγωγική φυσιογνωμία της περιοχής της και εγκατέλειψε το πρόβλημα στις δυνάμεις της αγοράς η παντοδυναμία της οποίας τείνει να υποκαταστήσει κάθε εθνικό σχεδιασμό σε οικονομικό επίπεδο. Αλλά και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΤΑ περιόρισε τις βασικές της λειτουργίες αφού «ο νεοέλληνας νομοθέτης δεν αξιώθηκε να καταλάβει πως η κοινότητα δεν ήταν μόνο διοικητική περιφέρεια αλλά εστία αναπτύξεως και εφαρμογής των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην πιο συγκεκριμένη τους εκδήλωση» [13]. Οι ρυθμίσεις των αγροτικών χρεών, τόσο σε αγρότες όσο και σε συνεταιρισμούς, παρά το ότι επιβάρυναν τον Έλληνα φορολογούμενο, έχουν αποδειχθεί ετεροχρονισμένες και αναποτελεσματικές. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να βελτιώσουν πρόσκαιρα το χαρτοφυλάκιο της ΑΤΕ και να συγκαλύψουν τις ευθύνες των κυβερνήσεων και των διοικούντων τον αγροτοσυνεταιριστικό χώρο.

Ζούμε στην εποχή όπου η ποσότητα θριάμβευσε υπέρ της ποιότητας με τις ποικίλες ανησυχητικές προεκτάσεις αυτής της διαπίστωσης. Σε όλους τους τομείς της ζωής και ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα αθροίζουμε ποσότητες ενώ καθημερινά χάνουμε γενετικό υλικό. Στην αμπελουργία για παράδειγμα, δεκάδες παλιές ποικιλίες αμπελιών αντικαταστάθηκαν από σύγχρονες ευρωπαϊκές μεγαλύτερης απόδοσης. Ο Αγιορείτης Ευλόγιος Κουρίλας διερεύνησε στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. εκατοντάδες ποικιλίες γνωστές στους αρχαίους, με τα ιδιαίτερα ονόματα και ιδιότητές τους [14]. Από αυτές ελάχιστες υπάρχουν σήμερα και μόνο σε παλιούς αμπελώνες, μη εκμεταλλεύσιμους, στα νησιά ή στα ορεινά της χώρας. Αρκετές ποικιλίες ελληνικών βοοειδών εξαφανίστηκαν χάριν των κρεατοπαραγωγών μοσχαριών υψηλής απόδοσης Σαρολέ, Λιμουζίν και άλλων. Ο Μόκας κι ο Φασούλας στους Καλαρύτες με τα δόντια κυριολεκτικά κρατάνε αμιγή τα κοπάδια τους με τα βραχύσωμα Καλαρυτινά (τα λεγόμενα Μπούτσκα), πρόβατα με τεράστια πλεονεκτήματα έναντι των άλλων.

Αγαπητοί φίλοι δεν σας κρύβω ότι αντιμετωπίζω με μελαγχολία όλη αυτή την υπόθεση. Δεν ξέρω αν υπάρχει πλέον χρόνος προκειμένου να ανατραπεί αυτή η πορεία. Ωστόσο πιστεύω πως το μεγαλύτερο κέρδος από τους προβληματισμούς αυτούς και από όλα αυτά τα κινήματα είναι πως κάποιοι άνθρωποι συνειδητοποιούν καθημερινά πως υπήρχε -και υπάρχει- κι άλλος δρόμος από αυτόν που ακολουθήθηκε. Μια διαφορετική πορεία που απελευθερώνει τον άνθρωπο από οικονομικά, πολιτικά ή άλλου είδους δεσμά και τον μεταμορφώνει σε κυρίαρχο της προσωπικής και κοινωνικής του ιστορίας. Κι αυτό είναι μια ιστορική αλήθεια που θα δυναμώσει την πίστη όσων κουράστηκαν να σέρνονται πίσω από τα τερτίπια του κοινοβουλευτισμού δηλαδή τις υποσχέσεις, τα διλήμματα και τους εκβιασμούς.

Αρκετά όμως ως εδώ και ευχαριστώ για την υπομονή σας.

 

 [7] 1908, Αλεξάνδρος Παπαδιαμάντης, τόμος Ε’, επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδόσεις Δόμος. «Το βιβλιάριον τούτο, το περιέχον το Καταστατικόν της νεωστί αποκαταστάσης Κοινότητος του μικρού χωρίου Κοσκινά της Καρδίτσης, μοι φαίνεται ως μία αίγλη φωτός, εν φαεινόν βήμα, εν εύηχον κήρυγμα προόδου, ευημερίας και αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Η αλλαγή εξουσίας και Κυβερνήσεως, και η φυσική εντεύθεν ανωμαλία, η ζύμωσις η εκ του κομματισμού προερχομένη, η ανεπάρκεια και αφροντισία των Ελληνικών Κυβερνήσεων, των λόγω μεν επαγγελλομένων εκάστοτε την λεγομένην αποκέντρωσιν, πράγματι δε εξασκουσών την συγκέντρωσιν μέχρις αποπνιγμού, και η γειτνίασις του συχνά πλημμυρούντος Παμίσου, όλα ταύτα συλλήβδην υπήρξαν αφορμή όπως μη διοικήται καλώς το χωρίον και φθίνη η Κοινότης. Χάρις τω Θεώ ανέτειλεν επ’ εσχάτων η ευεργέτις πρωτοβουλία νεαρών ευπαιδεύτων ανδρών, τέκνων του αυτού χωρίου, εις το πνεύμα των οποίων επήλθε φωτισμός και ευβουλία, προς άρσιν των κακών τούτων και το ανά χείρας βιβλιάριον δύναται να χρησιμεύση ως υπόδειγμα πώς πρέπει να διευθύνωνται εκασταχού αι κοινοτικαί περιουσίαι. Οι γεωργικοί πληθυσμοί της Θεσσαλίας και της Ελλάδος, οίτινες αποτελούσι την βάσιν της κοινωνίας, και πρέπει να σεμνύνωνται δι’ αυτό, ας λάβωσι διδάγματα και ας καρπωθώσιν ωφελήματα εκ του διαυγούς τούτου Καταστατικού, του περιποιούντος τιμήν εις εκείνους οίτινες το υιοθέτησαν και το κατήρτισαν, και, συν Θεώ αρωγώ, τάχ’ αύριον έσσετ’ άμεινον. Το μέλλον αναγκαίως θα είναι καλύτερον του παρελθόντος».

[8] Μελετόπουλος Μελέτης, ό. π.

[9] Κ. Δ. Καραβίδα «Αγροτικά», «Έρευνα επί της οικονομικής και κοινωνικής μορφολογίας εν Ελλάδι και εν ταις γειτονικαίς σλαυϊκαίς χώραις», Μελέτη Συγκριτική, Παράρτημα του ΣΤ» τεύχους του Γεωργικού Δελτίου, Αθήνα 1931.

[10] Σπύρος Κουτρούλης, «Ο κοινοτικός συνεργατισμός και ο Κ. Καραβίδας», Περιοδικό Άρδην τ. 44.

[11] Χατζημιχάλη Α.: «Σαρακατσάνοι», τ. Α., Αθήνα 1975.

[12] Ψυχογιός Δ., Παπαπέτρου Γιούλη: «ΟΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΩΝ», άρθρο στο «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ», Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα 1987.

[13] Νικόλαος Πανταζόπουλος «Κοινοτισμός και τοπική αυτοδιοίκηση», άρθρο στην εφ. MAKΕΔΟΝΙΑ, Κυριακή 07.11.2010.

[14] Ευλογίου Κουρίλα Λαυριώτου «Οι Αμπελώνες του Άθω» Θεσσαλονίκη 2001 (απόσπασμα από το έργο «Άθως, φως εν σκότει», Αθήνα 1935).

 

*…συγγραφέα του βιβλίου «Τοπικοποίηση: Μια απάντηση στην παγκοσμιοποίηση», που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 13 Μαρτίου στο Μύλο Ματσόπουλου από την κίνηση αποανάπτυξης τρικαλινών πολιτών.

 

ΠΗΓΗ: http://apokoinou.com/?p=319#comment-6

Τοπικοποίηση: Μια απάντηση παγκοσμιοποίηση Ι

Τι χάθηκε – Τοπικοποίηση: Μια απάντηση στην παγκοσμιοποίηση

 Μέρος Ι

Παρουσίαση του Αλέκου Ζούκα στην εκδήλωση – συζήτηση με τον Γιώργο Κολέμπα* 

 

Θα αναρωτιούνται, όπως είναι φυσικό, οι νεότεροι, δηλαδή όλοι όσοι μεγάλωσαν μέσα σ’ ένα καθεστώς επάρκειας ή, στην καλύτερη περίπτωση, ευμάρειας για το ποιος ήταν άραγε αυτός ο πλούτος σε προϊόντα, διατροφικά ή άλλα, που χάθηκε και κάτω από ποιες συγκεκριμένες συνθήκες; Ή, πιο συγκεκριμένα, ήταν τόσο απαραίτητα όλα αυτά τα προϊόντα που η εξαφάνισή τους από τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου να προβάλλεται σήμερα ως  πλήγμα στην ισορροπημένη ζωή και υγιεινή διατροφή του;

Η απάντηση στο τελευταίο αυτό ερώτημα είναι προφανής. Στη φύση δεν περισσεύει τίποτα, απαραίτητα για την διατροφή του ανθρώπου μπορεί να μην είναι τα λαθούρια, αλλά σίγουρα σε κάποια άλλη βιολογική αλυσίδα είχαν το ρόλος τους. Με την σταδιακή τους εξαφάνιση φτωχαίνει η βιοποικιλότητα ενός τόπου κι οπωσδήποτε θα εμφανισθούν οι συνέπειές της.

Ίσως ακόμα να σκέφτονται κάποιοι με μια δόση εφησυχασμού πως τελικά η εξέλιξη είναι αυτή που ρυθμίζει αυτού του είδους τις απώλειες και πως αυτό είναι μια εντελώς φυσιολογική διαδικασία, που ονομάζεται και Φυσική Επιλογή. Θα συμφωνούσα, πράγματι, με την τελευταία άποψη αν αυτό συνέβαινε σε ένα καθεστώς πλήρους ελευθερίας, αν δηλαδή η επιλογή ήταν αποτέλεσμα μιας απρόσκοπτης φυσικής διαδικασίας κι όχι της εντατικής ανθρώπινης παρέμβασης. Δυστυχώς όμως όπως θα φανεί στη συνέχεια δεν υπήρξε καμιά ελεύθερη επιλογή, αντιθέτως, ο χάρτης της σύγχρονης ελληνικής παραγωγής και ο κατάλογος των διατροφικών προϊόντων, διαμορφώθηκαν ως αποτέλεσμα της μεθοδικής αλλοίωσης της παραγωγικής φυσιογνωμίας της χώρας.

Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνοτρόφων στη Λάρισα 19/4/1920

Ωστόσο δεν ήταν μόνον η παραγωγική φυσιογνωμία της χώρας που αλλοιώθηκε στους δύο περίπου αιώνες ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Ή, καλύτερα, κι αυτή ακολούθησε με τη σειρά της ολόκληρο τον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό των ελληνικών κυβερνήσεων. Ο προσανατολισμός αυτός, από την δημιουργία του ελληνικού κράτους, και για ολόκληρο τον 19ο αιώνα μέχρι και τα μέσα του εικοστού, ήταν πρωτίστως πολιτικός, στραμμένος ακλόνητα προς την δύση, κυρίως Αγγλία και Γαλλία, και σπανιότερα Ρωσία[1]. Υπήρξαν βέβαια και ορισμένες περιπτώσεις που η προσήλωση αυτή είχε καθαρά ιδιοτελή κίνητρα ενώ κατά τα τέλη του 20ου αι. ο οικονομικός και μιλιταριστικός της χαρακτήρας. Επιπροσθέτως ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός των δυνάμεων αυτών μεταφέρονταν και στο εσωτερικό της χώρας με συνέπεια οι εγχώριες κομματικές αντιπαλότητες να παίρνουν ενίοτε πολεμικό χαρακτήρα ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που οδήγησαν τη χώρα σε εθνικές περιπέτειες.

Όμως η ελληνική ύπαιθρος ήταν αυτή που ιστορικά δοκιμάστηκε σκληρά. Μετά το αποτυχημένο Κίνημα των Ορλωφικών του 1770 γνώρισε την ανελέητη βιαιότητα των Οθωμανών, μεγάλες κωμοπόλεις που ανθούσαν από το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων καταστράφηκαν, αγροτικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, παραδόθηκαν στη λεηλασία, με λίγα λόγια η ύπαιθρος στα χρόνια εκείνα γνώρισε τη μεγαλύτερη καταστροφή, από την επικράτηση των Οθωμανών τον 15ο αι. Ωστόσο μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας είχαν ανασυνταχθεί, όπως φαίνεται από τις αναφορές διαφόρων περιηγητών και ιδιαίτερα στις εκθέσεις του Γάλλου προξένου Felix Beaujour[2], ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις των προϊόντων που κατείχαν αξιοσημείωτη θέση στο εξαγωγικό εμπόριο και στην ευρωπαϊκή αγορά. Οι περίφημες κάπες της Ζαγοράς που κατασκευάζονταν με γιδόμαλλο, που έφτανε στο Χορευτό με καΐκια από την περιοχή της Λειβαδιάς, κι αυτές των Καλαρυτών, διακινούνταν στην Ευρώπη αλλά και στους Έλληνες και Αλβανούς κτηνοτρόφους (μακριές μέχρι τον αστράγαλο) και κοντές (τα λεγόμενα κοντοκάπια) για τους ναυτικούς του Αιγαίου και της Αδριατικής. Τα υφαντουργεία του Τιρνάβου, προμήθευαν τον Οθωμανικό στρατό με τόνους τσόχες, αμπάδες, σερβέτες, και άλλα υφάσματα, ο Συνεταιρισμός των Αμπελακίων έβαφε και διακινούσε τα μεταξωτά νήματα σ’ ολόκληρη την Ευρώπη ενώ οι εξαγωγές των μαλλιών και δερμάτων είχαν φθάσει στο απόγειό τους. Η εξαιρετική, για την εποχή, επεξεργασία κάποιων προϊόντων καθώς και οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν προκάλεσαν την περιέργεια των Ευρωπαίων που «προσπάθησαν να βρουν το «μυστικό» της βαφής των νημάτων. Έστελναν δήθεν περιηγητές, που δεν ήταν παρά εμπορικοί κατάσκοποι, στα Αμπελάκια, στον Τύρναβο και αλλού κι έμαθαν τον τρόπο βαφής. Ο Beaujour τον περιγράφει με ακρίβεια χημικού. Προμηθεύτηκαν σπόρους ριζαριού, τους μετέφεραν στη Γαλλία, κυρίως στη Μασσαλία και στο Παρίσι, ακριβοπλήρωσαν Αμπελακιώτες τεχνίτες και τους πήραν στη Γαλλία. Με το ριζάρι της Γαλλίας, με τους Έλληνες τεχνίτες και με την επίβλεψη του διάσημου Λαβουαζιέ (Lavoiser), πατέρα της χημείας, προσπάθησαν να επιτύχουν καλές βαφές. Γίνονταν όλα σχολαστικά, με συνεχείς επαναλήψεις. Το αποτέλεσμα πάντα ήταν απογοητευτικό. Άλλο χρώμα έδινε το παραγόμενο στην Θεσσαλία ριζάρι με τον ήλιο και το νερό της Ελλάδας και άλλο στην Γαλλία χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις. Ο Λαβουαζιέ και οι άλλοι πρωτοπόροι της χημείας παράτησαν τελικά την προσπάθεια με τα χρωστικά φυτά και στράφηκαν στις χημικές βαφές. Και ανακάλυψαν τα χρώματα ανιλίνης». [3]

Ωστόσο η πανώλη των αρχών του 19ου αιώνα ανέκοψε αποφασιστικά αυτή την πορεία την οποία ανακοπή ολοκλήρωσαν τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 και οι, εξ αυτών, συχνές εκστρατείες των στρατευμάτων της Πύλης. Κάθε εκστρατευτική προπαρασκευή σήμαινε για τους κτηνοτρόφους και γεωργούς της υπαίθρου βαρύτατες απώλειες που κοντά σ’ αυτές θα πρέπει να υπολογιστεί και η τροφοδοσία -οικειοθελώς ή παρά τη θέλησή τους- των ελληνικών επαναστατικών σωμάτων.

Στην σύντομη πρωθυπουργία του ο Καποδίστριας (1828 – 1831) συνειδητοποίησε την ανάγκη ανασυγκρότησης της κατεστραμμένης αγροτικής οικονομίας και μεταξύ των άλλων μέτρων μετακάλεσε από τη Γαλλία τον Γρηγόριο Παλαιολόγο φιλόλογο και κυρίως γεωπόνο, μέλος της Κηποκομικής και της Γεωργικής Εταιρείας στο Παρίσι, ο οποίος έφτασε στην Ελλάδα με χρήματα, μηχανήματα και σπόρους για να βοηθήσει την ελληνική γεωργία. Εδώ ανέλαβε την διεύθυνση των Εθνικών Κτημάτων και του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθας. Η δολοφονία όμως του Καποδίστρια απομάκρυνε με σκαιό τρόπο τον Παλαιολόγο από τις θέσεις του και το αγροκήπιο ερήμωσε. Ωστόσο οι ιδέες του για την αγροτική ανασυγκρότηση της χώρας, μπολιασμένες με τις ιδέες του Σαιντ Σιμόν που είχαν – με προτροπή του Κοραή – αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους, πρώτα στο Πανεπιστήμιο, άρχισαν να κυκλοφορούν και στους αγροτικούς πληθυσμούς κυρίως μέσα από διαλέξεις, επαφές και αρθρογραφία, στο περιοδικό Αθηνά, που συνέχιζε ο Παλαιολόγος και μετά την απομάκρυνσή του.

Ο Παλαιολόγος υπήρξε ο άνθρωπος που πρώτος αυτός στη νεότερη Ελλάδα προσπάθησε να ανασυγκολλήσει τη χαμένη συνέχεια της γνώσης των αρχαίων γύρω από τα φυτά και τις ιδιότητές τους. Το Κεχρί (με το αλεύρι του εμπλούτιζαν το ψωμί), τα Κουκιά, ο Βίκος (πλούσια σε παραγωγή γάλακτος ζωοτροφή), ο Όροβος ή ρόβι (για την διατροφή των βοοειδών), το Φηγόπυρο ή μαυροσίταρο (όσπριο με το οποίο γίνονταν το κρίμνο ή ο χόνδρος δηλ. το ψιλό ή χονδρό πληγούρι), ο Θέρμος (ξεχασμένο και στα χρόνια του Παλαιολόγου όσπριο για ζωοτροφή που εμπλούτιζε με την καλλιέργειά του όπως και το κεχρί τα φτωχά εδάφη), [4] όπως και πολλά, ξαναήρθαν στην επιφάνεια σε σχέση και με τις ευρωπαϊκές επιδόσεις της καλλιέργειάς τους αλλά και σε σχέση με τις παρατηρήσεις των αρχαίων (Θεόφραστου, Διοσκουρίδη, Γαληνού και άλλων) για τη θρεπτική τους αξία και τις άλλες τους ιδιότητες. Με το ογκώδες δίτομο έργο του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία 1833 – 1835, αλλά και με τις δεκάδες μονογραφίες του με πρακτικές οδηγίες και καλλιεργητικές συμβουλές, άφησε για τις επερχόμενες γενεές μια σπουδαία παρακαταθήκη γνώσεων που στο σύνολό τους παραμένουν, δυστυχώς, επίκαιρες. Η ελληνική ύπαιθρος συνέχισε να παραδέρνει έρμαιο, αυτή τη φορά, των ομοεθνών μεγάλων γαιοκτημόνων οι οποίοι διαδέχθηκαν, στην κυριότητα της γης, τους αποχωρήσαντες Οθωμανούς.

Η αρπαγή της γης με διάφορα νομικά τερτίπια και το καθεστώς της δουλοπαροικίας των ακτημόνων, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία, θα συγκινήσει τον επαναστάτη και οραματιστή πολιτικό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο (στο διάστημα 1865 – 1883 εξελέγη δέκα φορές πρωθυπουργός) που ξεκίνησε το μεγάλο μεταρρυθμιστικό του σχεδιασμό από τη Θεσσαλία, η οποία ελευθερώθηκε επί πρωθυπουργίας του και η οποία με κατάλληλες υποδομές (σιδηρόδρομος, εγγειοβελτιωτικά έργα), με την αποκατάσταση των ακτημόνων και με συνδυασμένη αγροτική – βιομηχανική ανάπτυξη, θα μπορούσε να ξελασπώσει τη βαλτωμένη οικονομία της χώρας και να χορτάσει τον εξαθλιωμένο της πληθυσμό. Σ’ αυτό το ελπιδοφόρο περιβάλλον, έρχεται από την Αμερική -όπου σπούδασε φυσικές και φυσικοϊστορικές επιστήμες ο Παναγιώτης Γεννάδιος, γιος του λόγιου και διδάσκαλου του γένους Γεωργίου Γεννάδιου. Η δράση του υπήρξε πολυσχιδής, όντας Επιθεωρητής Γεωργίας στο Υπ. Εσωτερικών, την περίοδο 1880 – 1894, γράφει, επιμελείται και εκδίδει το μηνιαίο περιοδικό «Ελληνική Γεωργία» για 12 χρόνια αδιαλείπτως [5]. Γύρω από το περιοδικό συγκεντρώνονται αρκετοί επιστήμονες γεωπόνοι, χημικοί, βοτανολόγοι και άλλοι. Αν σκεφτεί κανείς τα μέσα της εποχής και την ανάγκη περιγραφής των ασθενειών με εικόνες (εδώ γίνονταν με σκίτσα) η προσπάθεια του Γεννάδιου φαντάζει τιτάνια!

Τον Κουμουνδούρο όμως ανατρέπει ο υπουργός του Χαρίλαος Τρικούπης με τη βοήθεια βουλευτών που εξυπηρετούσαν πρωτίστως τα συμφέροντα των μεγαλογαιοκτημόνων. Ο Τρικούπης θα διαχειριστεί το δάνειο των 5 εκ. φράγκων, που είχε συνάψει ο Κουμουνδούρος με τη Γαλλία, για τα εγγειοβελτιωτικά έργα στη Θεσσαλία, για ίδιο κομματικό όφελος. Τροποποιεί τη σύμβαση του σιδηροδρόμου και ορίζει πλάτος της γραμμής το ένα μέτρο (μετρική) κι όχι το διεθνές πλάτος του 1,44 μέτρα. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό για την Ελλάδα. Η μειονεκτική της θέση (τερματικός προορισμός) επέβαλε στη χώρα να πληρώνει παντού τις διελεύσεις των εμπορευμάτων της, από και προς την Ευρώπη, και να μην εισπράττει από κανέναν. Τώρα πληρώνει και την ενοικίαση των ξένων βαγονιών για τις μεταφορές της και την μεταφόρτωση τους στο μεθοριακό σταθμό του Πυργετού Λάρισας στα οθωμανικά τρένα. Η σκληρή του στάση στα συλλαλητήρια της εποχής, για την αποκατάσταση των ακτημόνων και ενάντια στις αυθαιρεσίες – με την ανοχή των αρχών – των τσιφλικάδων, παρακίνησε το Δημοτικό Συμβούλιο της Λάρισας στις αρχές του αιώνα, έπειτα από εισήγηση του Δήμαρχου Γαλάτη, να κηρυχθεί ο Τρικούπης πρόσωπο ανεπιθύμητο για τη Λάρισα και να μην ονομασθεί ποτέ οποιαδήποτε οδός ή μνημείο στο όνομά του.

Αντίθετα το Άγαλμα του Κουμουνδούρου καθώς και το όνομά του τιμούν την πρώτη οδό της πόλης. Θεωρώ πως είναι ντροπή, αν όχι ανοησία, άνθρωποι που δηλώνουν ιστορικοί, και ιδιαίτερα Θεσσαλοί, να αναφέρονται στον Τρικούπη με το χαρακτηρισμό «υποδειγματικός ηγέτης» υπερεκτιμώντας τις πολιτικές του δεξιότητες και παραβλέποντας το γεγονός πως η πολιτική τελικά, ακόμα και στην εξαιρετική περίπτωση, δεν είναι τίποτα παραπάνω από το μέσο, το «όχημα» δηλαδή που θα οδηγήσει τον άνθρωπο και την κοινωνία στην ευτυχία και όχι αυτοσκοπός…

[1] «Αυτό το φαινόμενο οφείλεται, σύμφωνα με τον (Ντίνο σ.δ.) Μαλούχο, (α) στον υλικό και ψυχικό κάματο που προήλθε από την Επανάσταση, (β) στην τεχνική και υλική υπεροχή της Δύσης, (γ) στην έλλειψη ντόπιας ιθύνουσας τάξης, ικανής να αντιμετωπίσει τα μετεπαναστατικά προβλήματα, (δ) στον ρόλο των εξ Ευρώπης Ελλήνων πολιτικών, (ε) στην ευνοϊκή για την Ελλάδα παρέμβαση των δυτικών δυνάμεων». Μελετόπουλος Μελέτης, «Ο Ντίνος Μαλούχος και η επιθεώρηση «Κοινότης»», Περιοδικό Άρδην, τ. 44., όπου και σπουδαίες πληροφορίες για τις δυσχέρειες και την «τύχη» των ιδεών του Κοινοτισμού στην Ελλάδα.

[2] Felix Beaujour «Πίνακας του εμπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία» (1787-1797), εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα 1974.

[3] Λάζαρος Αρσενίου «Η Θεσσαλία στην τουρκοκρατία», σελ. 76, Επικαιρότητα, Αθήνα 2010.

[4] Γρηγόριος Παλαιολόγος «Γεωργική και Οικιακή Οικονομία», τόμος 1ος, Ναύπλιο, εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας, 1833 και τόμος 2ος, Αθήνα, ο.π. 1835.

[5] «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ», «Σύγγραμμα κατά μήνα εκδιδόμενον, όργανον των συμφερόντων των απανταχού Ελλήνων κτηματιών, καλλιεργητών της γης και κτηνοτρόφων», υπό Π. Γενναδίου, έτος πρώτον, Αθήνα 1885.

[6] Π. Γ. Γενναδίου, «Φυτολογικόν Λεξικόν, περιλαμβάνον τα ονόματα, την ιθαγένειαν και τον βίον υπερδεκακισχιλίων φυτών, εν οις και τα λόγω χρησιμότητος ή κόσμου καλλιεργούμενα, των οποίων περιγράφονται και η ιστορία, η καλλιέργεια, τα προϊόντα και αι νόσοι», Αθήνα 1914.

*…συγγραφέα του βιβλίου «Τοπικοποίηση: Μια απάντηση στην παγκοσμιοποίηση», που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 13 Μαρτίου στο Μύλο Ματσόπουλου από την κίνηση αποανάπτυξης τρικαλινών πολιτών.

 

ΠΗΓΗ: http://apokoinou.com/?p=319#comment-6

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Σχολικές Βιβλιοθήκες και Εφηβική Λογοτεχνία

Σχολικές Βιβλιοθήκες και Εφηβική Λογοτεχνία

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

Όταν ένα παιδί γεννιέται σε μια εγγράμματη κοινωνία και ζει περικυκλωμένο από χιλιάδες γραπτά μηνύματα, ξεφυλλίζει βιβλία και περιοδικά, παρατηρεί συσκευασίες προϊόντων, βλέπει διαφημίσεις και ακούει ιστορίες, αποκτά φυσικά και αβίαστα πολύτιμες αναγνωστικές γνώσεις και εμπειρίες. Αρκεί να υπάρχει πάντα κοντά του ο έμπειρος ενήλικος, που θα το βοηθήσει να ξεκλειδώσει τα μυστικά του γραπτού λόγου.

Αρχικά οι γονείς, στη συνέχεια οι νηπιαγωγοί και λίγο αργότερα οι δάσκαλοι θα συντροφεύσουν το μικρό παιδί και αργότερα τον έφηβο σε ένα ταξίδι χωρίς τέλος, που αρχίζει με τη γέννηση και οδηγεί στη χαρά, την απόλαυση και, εν τέλει, στην τέχνη της ανάγνωσης. Η ανάγνωση ως απόλαυση κι όχι ως καταναγκασμός  μπορεί να προσφέρει εκείνο το λυτρωτικό βύθισμα στο απέραντο εσωτερικό μας πεδίο, αφού χάνεσαι στα βιβλία και βρίσκεις τον εαυτό σου. Γιατί,  όταν διαβάζει κανείς κάποιο δυνατό κείμενο έχει την εντύπωση πως βλέπει ένα πρόσωπο να διαγράφεται κάπου πίσω από τη σελίδα.

Το έντονο βίωμα, η αισθητική συγκίνηση, η ψυχική απόλαυση, η εσωτερική απελευθέρωση, το διανοητικό χόρτασμα, η πνευματική πλήρωση, η δημιουργική έγερση αμφισβήτησης και αμφιβολίας για βαλτωμένες βεβαιότητες, η τόνωση της αυτοπεποίθησης και παράλληλα της προσωπικής υπευθυνότητας, είναι μερικές μόνο από τις εξομολογήσεις ουσίας εφήβων, μακριά από ξύλινους λόγους και κουραστικές συμβατικές «κατασκευές»… Όταν επαναστατώ, γράφω για τους εφήβους… έχει πει ο Μάνος Κοντολέων και δεν είναι καθόλου τυχαία η ρήση του…

Προσωπικές ανησυχίες εφήβων, κοινωνικά και ψυχολογικά καθορισμένες: βαθύτερες ανάγκες για επικοινωνία, λυτρωτικό φως στα σκοτεινά αδιέξοδα της ψυχής,  εύρεση «ξέφωτου» στους δαιδαλώδης λαβυρίνθους του μπερδεμένου και πολύπλοκου ψυχισμού τους. Προσπάθεια διαμόρφωσης προσωπικής ταυτότητας μακράν της δοτής ταυτότητας που προσπαθούν να τους επιβάλλουν οι θεσμοί, οι νόρμες και τα καθιερωμένα μοντέλα ζωής του κόσμου των ενηλίκων: να τι ωθεί τους εφήβους στην ανάγνωση της λογοτεχνίας που τους αφορά. Γιατί το λογοτεχνικό βιβλίο είναι ένα από τα κλειδιά που ανοίγουν τον πλούτο του κόσμου στον άνθρωπο.

Η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Μάνου Κοντολέοντος, που φέρει τον τίτλο “Μάσκα στο Φεγγάρι” δικαιώνει πλήρως όσα γράφει στον πρόλογό του ο Κώστας Γεωργουσόπουλος: ότι δηλαδή ο συγγραφέας συνέλαβε  την ιδέα πως η παιδαγωγική διαδικασία, όταν δεν παγιδεύεται σε σχηματοποιήσεις και στείρες θεωρητικολογίες, δεν είναι τίποτε άλλο από μια τελετή μυήσεως και ότι σ’ αυτό το συναρπαστικό βιβλίο, όπου κυριαρχεί ένα φετίχ, μια μάσκα στο φεγγάρι, η εμπειρία της μυήσεως οδηγεί στη διαύγεια μιας λυτρωτικής ανατολής ηλίου.

Η λογοτεχνία για παιδιά και νέους έχει τη δύναμη να προετοιμάσει τους νεαρούς αναγνώστες, να τους δώσει τα εφόδια εκείνα που θα τους επιτρέψουν να ζήσουν, να ερωτευτούν , να θυμώσουν και να παθιαστούν, όχι σαν άβουλα όντα, αλλά σαν υπεύθυνα και ευαίσθητα άτομα. Παράλληλα όμως έχει τη δυνατότητα να τους μυήσει στην ιστορία της χώρας τους, της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου μέσα από το ιστορικό μυθιστόρημα για εφήβους.

Η θεματολογία των σχετικών βιβλίων σύγχρονης παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας είναι πλούσια. Γιατί , αν κάποτε υπήρχαν θέματα που ήταν σχεδόν απαγορευμένα για αναγνώστες νεαρής ηλικίας, σήμερα τέτοια απαγόρευση, θεωρητικά και πρακτικά, δεν ισχύει. Έτσι οι νεαροί αναγνώστες μπορούν να συναντήσουν στη λογοτεχνία πολλά από τα θέματα και τις πιεστικές ανησυχίες που τους απασχολούν.

Κάθε λογοτεχνικό κείμενο, εκτός από την αισθητική απόλαυση,  προσφέρει στον αναγνώστη και μία στάση ζωής. Μέσα από αυτή θα προτείνει πιθανές διεξόδους στα συναισθηματικά ή ψυχολογικά αδιέξοδα ή δρόμους για την κατανόηση καταστάσεων που ο καθένας έφηβος έχει ήδη ζήσει ή μπορεί να συναντήσει στο μέλλον. 

Εντελώς σχηματικά μπορούμε να πούμε, ότι η Σύγχρονη Παιδική και Εφηβική Λογοτεχνία από θεματολογική πλευρά χωρίζεται σε 3 κατηγορίες. 

1.  Κατηγορία  διαπροσωπικών σχέσεων και ατομικών προβλημάτων

Εντάσσονται τα βιβλία με τις θεματικές: Σχέσεις γονέων παιδιών (συγκρούσεις, διαζύγιο, υιοθεσία), Ερωτικό στοιχείοένστικτο, Σχέσεις δασκάλου μαθητή Μεταφυσικές αγωνίες του ανθρώπου (Γέννηση , ορφάνια, θάνατος), Εργαζόμενο παιδί, Παιδιά με ειδικές ανάγκες (Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των βιβλίων, αποτελεί σχετικά νέα θεματολογία για την Παιδική λογοτεχνία και εκδόθηκαν κυρίως μετά το 1980).

2. Κατηγορία  ευρύτερων κοινωνικών  προβλημάτων

Εντάσσονται τα βιβλία με τα ακόλουθα θέματα: Μετανάστευση, Ναρκωτικά AIDS, Τρομοκρατία,Ρατσισμός. Βία στα γήπεδα. Αρχαιοκαπηλία. Μέσα μαζικής επικοινωνίας, Τηλεόραση, Διαδίκτυο, Εθισμός στο διαδίκτυο.

Κατηγορία  οικουμενικών θεμάτων και  προβλημάτων. Εντάσσονται τα βιβλία με θέματα: Οικολογία – Φύση, Ειρήνη, Τεχνολογική εξέλιξη – Επιστημονική φαντασία, Βιβλία Φαντασίας – «Μαγείας» και Συμβόλων.

Συνήθως, οι εισηγήσεις των θεωρητικών ειδικών της εφηβικής λογοτεχνίας  άπτονται ποικίλων ζητημάτων: προσδιορισμός του περιεχομένου και της ορολογίας της εφηβικής λογοτεχνίας, τα υποείδη της και τα γνωρίσματά της,  οι διαχωριστικές γραμμές (εάν υπάρχουν) μεταξύ της εφηβικής λογοτεχνίας και της παιδικής λογοτεχνίας ή  της εφηβικής λογοτεχνίας και της λογοτεχνίας για ενηλίκους, διδακτικές προσεγγίσεις της εφηβικής λογοτεχνίας, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και επιλογές/σύστημα αξιών, εξουσία και εφηβεία, αυτοβιογραφία, ιστορία και εφηβεία, ιθαγένεια, εξωτισμός και εφηβεία, διαπροσωπικές σχέσεις και εφηβεία, κοριτσίστικη λογοτεχνία, σχέση μητέρας και κόρης, ταυτότητες, ανδρική-γυναικεία ταυτότητα, ομοφυλοφιλική, μαύρη ταυτότητα, παραβατικότητα, ερωτισμός και σεξουαλικότητα, σχέση με σώμα, γλώσσα της εφηβείας, αφηγηματικές τεχνικές κ.λπ.

Ο «ενδιάμεσος» ρόλος της λογοτεχνίας για εφήβους στα διλημματικά  σταυροδρόμια της νέας τους ζωής είναι κομβικός, πρωταρχικής σημασίας ως μέσου προσωπικής αναζήτησης και συνομιλίας με τον εσώτερό τους εαυτό, ως δρόμου θεραπευτικού τραυματικών καταστάσεων, ως απελευθερωτικού, ανοικτού ορίζοντα αισθητικής συγκίνησης και πνευματικής ανάτασης. Άρα, Λογοτεχνία και εφηβεία: μια σχέση ζωής; 

Βεβαίως, εφόσον και οι σχολικές βιβλιοθήκες  αποκτήσουν εμψυχωμένη ζωντάνια και από αποστεωμένα, αποστειρωμένα, απαρχαιωμένα φυλακτήρια βιβλίων, τεχνικά τακτοποιημένων και βιβλιοθηκονομικά οργανωμένων, άψυχων χώρων απρόσιτων στο μέσο μαθητή,  μετατραπούν σε εργαστήρια έρευνας, δημιουργικού και γόνιμου διαλόγου, άμεσης επικοινωνίας μεταξύ των μελών της σχολικής κοινότητας, σε πυρήνες δράσεων πολιτισμού, λόγου και τέχνης.

Δυστυχώς, ο απόμακρος και ταυτόχρονα διαβρωτικός ρόλος θεσμών και ανθρώπων στα ανώτερα επίπεδα της πυραμίδας της εκπαίδευσης έχει, εδώ και συναπτά έτη, δώσει πικρούς καρπούς, έχει  ήδη γίνει φανερός: η άγονη προσκόλληση στον τύπο μιας πνευματοκτόνας γραφειοκρατίας απομύζησε τους ζωτικούς χυμούς του σώματος της συνολικής, σφαιρικής μας παιδείας, καθιστώντας το άψυχο κουφάρι που κείτεται σε κοινή θέα όλων μας.

Ωστόσο και παρά τις εγγενείς δυστοκίες, θετική θα κρινόταν η συμβολή ενός υπεύθυνου βιβλιοθήκης, όμως πρωτίστως παιδαγωγού, εμψυχωτή, πομπού και δέκτη ταυτόχρονα μηνυμάτων, ανοιχτού μυαλού στις απεγνωσμένες εκκλήσεις, άλλοτε κραυγές, άλλοτε ψιθύρους της ευάλωτης εφηβικής ψυχής. Με εκπαιδευτικά προγράμματα, παρουσιάσεις λογοτεχνικών βιβλίων για εφήβους με καινοτόμους τρόπους, αγώνες δισσών ή αντιθέτων λόγων, παράθεση επιχειρημάτων, ιστορίες βιβλίου και ανάγνωσης, αντιπαραβολή αποσπασμάτων βιβλίων με αντιθετικό ή παρεμφερές περιεχόμενο, παρουσία και ενεργητική εμπλοκή των συγγραφέων και εικονογράφων στις παρουσιάσεις, αυθεντικές προσωπικές αφηγήσεις που τέρπουν και ξεκουράζουν μυαλό και ψυχή, θα μπορούσε κάτι φωτεινό να ξεπηδήσει από το εν γένει σκοτεινό τοπίο της εκπαίδευσης.

Το ευρύτερο μορφωτικό περιβάλλον αποτελεί μια πρόκληση για τις Σχολικές Βιβλιοθήκες, οι οποίες καλούνται να ανταγωνιστούν μια κοινωνική απαξίωση του μορφωτικού αγαθού. Η αγορά εργασίας με την χρησιμοθηρική της λογική οδήγησε σε μια εργαλειακή αντίληψη της γνώσης: χρήσιμη γνώση είναι μόνο αυτή που μπορεί να πιστοποιηθεί και να οδηγήσει έστω και στην θολή και αβέβαιη προσδοκία επαγγελματικής αποκατάστασης. Πώς να πείσει μια Σχολική Βιβλιοθήκη για την απόλαυση της ανάγνωσης, για την αισθητική, την νοημοσύνη των συναισθημάτων, για την αξία της μελέτης και της προσέγγισης του «περιττού», για την απρόσκοπτη καλλιέργεια του κριτικού πνεύματος; Για να το πετύχει αυτό στο μέτρο του δυνατού, διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις αίθουσες διδασκαλίας και στη Σχολική Βιβλιοθήκη δεν μπορούν να υπάρξουν.  Ο κυρίαρχος ρόλος της Σχολικής Βιβλιοθήκης είναι η αναζήτηση και η κριτική εξέταση της γνώσης, η διδασκαλία με εφαρμογή μαθητοκεντρικών – ενεργητικών προτύπων. Σε όλο τον κόσμο οι Σχολικές Βιβλιοθήκες στελεχώνονται από εκπαιδευτικούς υπευθύνους (Teacher Librarians), που πρώτα απ' όλα είναι εκπαιδευτικοί και κατά δεύτερο λόγο έχουν ειδικές γνώσεις σχολικής βιβλιοθηκονομίας. Στο εξωτερικό, μάλιστα, προσφέρονται από τα παιδαγωγικά τμήματα μεταπτυχιακά προγράμματα σχολικής βιβλιοθηκονομίας.

Είναι επίσης επιτακτική η ανάγκη για άμεση και έμμεση διασύνδεση των λογοτεχνικών βιβλίων για εφήβους με το νέο αναλυτικό πρόγραμμα. Το σπουδαίο ζητούμενο, σχεδόν διακύβευμα σύμφωνα με παιδαγωγούς και κοινωνιολόγους,  της ελληνικής λογοτεχνικής παιδείας αποτελεί η διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου: με την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης: «μέθεξη», συναισθηματική εμπλοκή, αισθητική απόλαυση μακριά από υπερβολικές φιλολογικές διυλήσεις και στημένους, σχεδόν σκηνοθετημένους διδακτισμούς. Περισσότερη έμφαση στην καλλιέργεια συναισθηματικής νοημοσύνης και λιγότερη επιμονή στην εξιχνίαση νοητικών σχημάτων και συγγραφικών-αφηγηματικών τεχνικών: γιατί απόλαυση της ανάγνωσης σημαίνει βίωμα, αδιαμεσολάβητη μεταφορά συγκίνησης, συναρπαστική «υφαρπαγή» στην ατμόσφαιρα άλλων εποχών, βύθισμα στους παράλληλους κόσμους της φαντασίας του συγγραφέα που είναι για τον έφηβο οδηγός, μύστης μα και δάσκαλος. Και τον δάσκαλό σου έχεις το δικαίωμα και την υποχρέωση να τον αμφισβητήσεις, διαλεγόμενος μαζί του για τη γοητεία μα και την ασχήμια της ζωής. «Γιατί δεν πρέπει ο ελεύθερος να μαθαίνει τίποτα δια της βίας σα δούλος… τα μαθήματα που μπαίνουν μες στην ψυχή με τη βία, δε στεριώνουν ούτε διατηρούνται μέσα της»
Πλάτωνα Πολιτεία VII,537 μετ. Ι. Γρυπάρη.
 

Στο φαινόμενο της γραφής και της ανάγνωσης, στην τέχνη του λόγου, αναρωτιέται κανείς: Ποιο μέγεθος προηγείται και ποιο έπεται; Μάλλον συμπλέκονται άρρηκτα μεταξύ τους. Σήμερα πολύς λόγος γίνεται από παράγοντες της εκπαίδευσης και της Παιδείας για Ανανέωση, καινοτομία, σχέση ΜΜΕ, Διαδικτύου και εφηβικής λογοτεχνίας. Από την άλλη μεριά παρατηρείται, σύμφωνα με έρευνες ειδικών, περιορισμός του φαινομένου της ανάγνωσης σε μικρές ηλικίες, κυριαρχία της ψυχαγωγίας υπό τη μορφή περισσότερο της διασκέδασης με τις αναμενόμενες διαφοροποιήσεις λόγων διαφορετικών ηλικιακών κατηγοριών (διάδοση ebooks, video clips, video games, τραγούδια, ταινίες, εικόνες, ηλεκτρονικά παιχνίδια). Υπό αυτές τις νέες συνθήκες δημιουργείται μια νέα σχέση ανάμεσα στον αναγνώστη και το βιβλίο. Στην ηλεκτρονική δημοσίευση των κειμένων ο αναγνώστης δεν ξεφυλλίζει, δεν πιάνει στα χέρια του το βιβλίο, δεν μυρίζει το χαρτί. Το βιβλιοπωλείο υφίσταται βέβαια ακόμη με την παραδοσιακή έννοια, εφόσον το βιβλίο υπάρχει και στο Διαδίκτυο ως υλικό αντικείμενο και η υλική του διάσταση συνίσταται στον τίτλο, την εικόνα του εξωφύλλου και ενδεχομένως σε κάποιο συνοδευτικό σχόλιο, αλλά το ηλεκτρονικό βιβλίο αρχίζει να καλύπτει ένα μεγάλο μέρος των απαιτήσεων του κοινού. Έτσι, η προώθηση και η αγορά του βιβλίου αποκτάει στις μέρες μας άλλες διαστάσεις. Πέρα από την ηλεκτρονική μορφή που αποκτάει το βιβλίο, αλλάζει και ο τρόπος διάθεσής του, είτε αυτό είναι έντυπο είτε ηλεκτρονικό, αφού ένα μεγάλο μέρος πια αγοράζεται όχι από τα παραδοσιακά βιβλιοπωλεία αλλά με τη βοήθεια του ηλεκτρονικού εμπορίου από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο.

Εξάλλου, «Οι μέλισσες πετάνε από λουλούδι σε λουλούδιαλλά μετά κάνουν το μέλι που είναι κατάδικο τους,δεν είναι πια ούτε θυμάρι ούτε μαντζουράνα», Μονταίν (Essais, I,XXVI).

Εποχή μετάβασης, ρευστότητας, αλλαγής δεδομένων, νέος τύπος ανθρώπου; Ποια η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου για εφήβους μέσα σε όλα αυτά; Μέσα στην μεταμοντέρνα πολυπλοκότητα των πολυπαραγοντικών κοινωνικών και ψυχολογικών φαινομένων; Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η λογοτεχνία, εκτός όλων των άλλων ζωτικών λειτουργιών της, είναι ένα διαχρονικό σύστημα επικοινωνίας των ανθρώπων. Ο λογοτέχνης αντλεί από τα βιώματά του, τις εμπειρίες του, τα συγκινησιακά και γνωστικά του αποθέματα σημασίες και νοήματα και τα καθιστά προσιτά και ζωντανά μέσα από το λόγο του. Τα νοήματα αυτά μεταφέρουν πολιτισμική ουσία και συνιστούν στάσεις ζωής. Αποτελούν μηνύματα του λογοτέχνη, πότε οικεία και άμεσα αναγνωρίσιμα και πότε έμμεσα και συγκαλυμμένα, τα οποία οι αναγνώστες προσλαμβάνουν με διαφορετικό τρόπο και εμπλουτίζουν με βάση τις δικές τους αναγνωστικές και γενικότερες εμπειρίες ζωής. Τα νέα δεδομένα της θεωρίας της λογοτεχνίας και της διδακτικής της σε συνδυασμό με τις Νέες Τεχνολογίες μπορούν να αξιοποιήσουν αυτά τα κειμενικά στοιχεία σε σχέση με τα εξωκειμενικά δεδομένα, τα βιώματα και τα στοιχεία που συγκροτούν εν γένει τον κοινωνικό και ψυχικό μικρόκοσμο των μαθητών μας.

Πάντως και πέρα από κάθε αμφιβολία, η στυγνή επιδίωξη της χρησιμοθηρίας στην παιδεία και την εκπαίδευση έρχεται συνήθως σε σύγκρουση και αντίθεση με την επίτευξη της ψυχοπνευματικής ισορροπίας. Δυσκολεύει, δημιουργεί προσκόμματα στην παιδαγωγική σχέση δασκάλου-μαθητή, ανατρέπει και ακυρώνει την υπέρτατη αξία του σεβασμού προς τον συνάνθρωπο κι όχι μόνο στο συγγενή, εμποδίζει τη μετάδοση πανανθρώπινων ιδανικών που εξευγενίζουν τον άνθρωπο, απαλείφει την ατομική υπευθυνότητα για τα κακώς κείμενα της κοινωνικής ζωής έναντι μιας προβληματικής, σχεδόν παθολογικής απρόσωπης συλλογικότητας.

Ωστόσο, η Λογοτεχνία για εφήβους σήμερα έχει κανείς, πολλές φορές, την αίσθηση ότι αιωρείται ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Υιοθετώντας την οπτική γωνία του εφήβου, οι συγγραφείς του είδους αποσκοπούν «στην όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη μετάβαση του αναγνώστη από τον κόσμο της αθωότητας στον κόσμο της ευθύνης και της αυτονομίας της προσωπικότητας, από την ηλικία της ανωριμότητας στην ωρίμανση», όπως το θέτει η πανεπιστημιακός Αντα Κατσίκη-Γκίβαλου. Σύμφωνα με την τελευταία, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, τα βιβλία της ξένης εφηβικής λογοτεχνίας χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σ' αυτά των οποίων τα θέματα εκκινούν από σύγχρονα προβλήματα και σ' εκείνα που ανήκουν στο χώρο του φανταστικού.

Τα θέματα της πρώτης κατηγορίας είναι ιδιαίτερα σκληρά: η κακοποίηση ενηλίκων, οι άστεγοι, η τρομοκρατία, οι μυστικές οργανώσεις, η βία μεταξύ εφήβων, ο διαβρωτικός κόσμος του λάιφ στάιλ, ο αλκοολισμός… Ενας μεγάλος αριθμός βιβλίων, επίσης, ασχολείται με τη γυναικεία σεξουαλικότητα, την ετεροφυλοφιλία αλλά και τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, την εγκυμοσύνη, τις εκτρώσεις, την αιμομειξία, καθώς τα ψυχολογικά αδιέξοδα των ηρώων διαπλέκονται με θέματα που σχετίζονται με το σώμα τους και την ταυτότητά τους.

Η παραπάνω θεματολογία αντιμετωπίζεται από τους έλληνες εκδότες ως πολύ προχωρημένη για τη δική μας κοινωνία, αλλά τον τελευταίο καιρό βλέπουμε κάποια μεταφρασμένα δείγματά της, όπως το «Πίκρα» του Νικ Χόρνμπι, το «Υπάρχω» του Κέβιν Μπρουκς ή το «Πρόσωπο της Σάρα» του Μέλβιλ Μπέρτζες (και τα τρία από τις εκδ. Πατάκη).

Στο σημείο αυτό η φράση του Χάιντεγκερ: «το δέντρο μεγαλώνει από τα κλαδιά του αλλά και από τις ρίζες του» έρχεται να μας θυμίσει τη στενή σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο απαιτείται μια γόνιμη σύνθεση, μια χρυσή τομή: γιατί η απόλυτη ρήξη με το παρελθόν συσκοτίζει το πολυσύνθετο παρόν και δυσχεραίνει τον, κατά το μάλλον ή ήττον, ορθολογικό σχεδιασμό του μέλλοντος…

Ήδη από το 1958, εξηγεί η Χάννα Άρεντ στο δοκίμιό της «η κρίση της εκπαίδευσης»: «Μου φαίνεται ότι ο συντηρητισμός νοούμενος ως συντήρηση, αποτελεί την ίδια την ουσία της εκπαίδευσης, η οποία έχει πάντοτε ως έργο της να περιβάλλει και να προστατεύει κάποιο πράγμα – το παιδί έναντι του κόσμου, τον κόσμο έναντι του παιδιού, το καινούργιο έναντι του παλαιού, το παλαιό έναντι του καινούργιου».

Αναμφίβολα, όλοι μας παίρνουμε μαθήματα, προσπαθώντας να γράψουμε για την παιδεία σε εποχή πνευματικού, κοινωνικού και οικονομικού αναβρασμού. Δεν μπορούμε να γράψουμε ή να μιλήσουμε εύκολα για ό,τι αγαπούμε πολύ και μας πληγώνει. Η αγάπη μας πολλές φορές κάνει την άποψή μας εξομολογητική ή παράπονο. Η εξομολόγηση είναι προσωπική, όπως είναι και το παράπονο. Σίγουρα, χρειάζεται λογική σκέψη, απόσταση και ψυχραιμία, για να μην προσθέσουμε ταραχή στην ταραχή αλλά, αντίθετα, να προσφέρουμε στήριγμα έστω κι αμυδρό. Γιατί "κάθε φορά που ο λόγος ξετυλίγει ένα γεγονός, ο κόσμος ξαναχτίζεται από την αρχή. Τίποτε δεν είναι τόσο μεγάλο όσο ο λόγος, ο οποίος δημιουργεί τόσα πολλά με τόσο λίγο." (E. Benveniste).

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.) /Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης  2ου ΕΠΑΛ Τρικάλων… ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadi, http://www.matia.gr

Κριτική στη νεοφιλελεύθερη εκπαιδ. πολιτική

Κριτική θεώρηση των βασικών σημείων της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής

 

Του Κώστα Θεριανού


 

Την περασμένη δεκαετία, έγιναν εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις σε διάφορες χώρες με κυρίαρχα χαρακτηριστικά:

 –  τη διοικητική αποκέντρωση των σχολείων μέσω της παροχής διοικητικής αυτονομίας σε επίπεδο σχολικής μονάδας,

–  την παροχή της δυνατότητας στους γονείς να επιλέγουν το σχολείο που θα παρακολουθήσουν τα παιδιά τους (parental choice),

–  τη χρηματοδότηση των σχολείων με κριτήριο τον αριθμό των μαθητών που εγγράφουν.

Πιο συγκεκριμένα, οι χώρες στις οποίες έγιναν μεταρρυθμίσεις σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η Αγγλία, η Ουαλία, οι Η.Π.Α., η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Σουηδία. Η εκπαιδευτική πολιτική της κάθε χώρας έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και παραμέτρους, των οποίων η αναλυτική παρουσίαση ξεφεύγει από τα πλαίσια αυτού του άρθρου. Η χρηματοδοτική αποκέντρωση στην Αγγλία και την Ουαλία έχει ολοκληρωθεί, στη Νέα Ζηλανδία βρίσκεται στην αρχή, ενώ στις Η.Π.Α. έχουν εμφανισθεί και άλλες μορφές αποκέντρωσης όπως τα ανάδοχα σχολεία (charter schools). Όμως, το κοινό σημείο που χαρακτηρίζει τις νεοφιλελεύθερες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν και γίνονται σε αυτές τις χώρες είναι η αναδιανομή της εξουσίας ανάμεσα στο κράτος, την τοπική αυτοδιοίκηση, τα σχολεία, τους γονείς και η αλλαγή του τρόπου χρηματοδότησης των σχολικών μονάδων.

Το κύριο επιχείρημα των κυβερνήσεων για τις μεταρρυθμίσεις αυτές είναι ότι αν το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργήσει σε συνθήκες ανταγωνισμού όπου:

·  το κάθε σχολείο θα προσπαθεί να προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες από τα άλλα προκειμένου να προσελκύσει περισσότερους μαθητές,

·   και το όλο σύστημα (σχολική μονάδα και εκπαιδευτικοί) αξιολογείται σε εθνικό επίπεδο τότε θα βελτιωθεί η ποιότητα του.

 Στο άρθρο εξετάζονται τα βασικά σημεία της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής.

 

1. Η ιδιωτικοποίηση και η λειτουργία της αγοράς στην εκπαίδευση

 

Ο όρος ιδιωτικοποίηση (privatization) χρησιμοποιείται προκειμένου να περιγράψει την απόδοση στον ιδιωτικό τομέα διαφόρων επιχειρήσεων όπως οι σιδηρόδρομοι, οι τηλεπικοινωνίες, η παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, νερού, φωταερίου, οι υπηρεσίες αποχέτευσης. Στην περίπτωση του εκπαιδευτικού συστήματος δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Δεν έχουμε το φαινόμενο της παραχώρησης σχολικών μονάδων σε ιδιώτες. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος χρηματοδότησης των σχολείων. Τα δημόσια σχολεία, στις νεοφιλελεύθερης έμπνευσης μεταρρυθμίσεις, δεν έχουν εξασφαλισμένη τη χρηματοδότηση τους από τον κρατικό προϋπολογισμό. Απαιτείται οι γονείς να τα επιλέγουν ως σχολεία στα οποία θα φοιτήσουν τα παιδιά τους προκειμένου να πάρουν χρήματα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το σχολείο πρέπει να πετυχαίνει και συγκεκριμένες θέσεις στους league tables που καταρτίζονται κάθε χρόνο προκειμένου να χρηματοδοτηθεί και να εξασφαλίσει τη συνέχεια της λειτουργίας του.

 Στην πραγματικότητα, τα εκπαιδευτικά συστήματα που προέκυψαν από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις δεν λειτουργούν πλήρως σε καθεστώς ελεύθερης αγοράς. Πρόκειται για περιορισμένη αγορά ή όπως τη χαρακτηρίζουν οι Le Grand και Barlett (1993) «ημι-αγορά» (quasi-market). Ο Levacic (1995: 167) θεωρεί ότι το βασικό χαρακτηριστικό της εκπαιδευτικής ημι-αγοράς είναι η παροχή της δυνατότητας στους γονείς να επιλέξουν το σχολείο που θα φοιτήσει το παιδί τους. Εμφανίζεται η τάση της επιλεκτικής χρηματοδότησης ορισμένων κοινωνικών υπηρεσιών, ανάλογα με τις επιλογές των καταναλωτών.

 Οι μεταρρυθμίσεις αυτές εφαρμόζουν το δόγμα from welfare to work, όπου η κρατική χρηματοδότηση των φορέων που παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες δεν είναι δεδομένη. Οι φορείς μπαίνουν σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, προκειμένου να μειωθεί το κόστος των υπηρεσιών που προσφέρουν και να βελτιωθεί η ποιότητα τους. Το κόστος μειώνεται, η βελτίωση της ποιότητας αποτελεί αντικείμενο προς έρευνα. Το δόγμα from welfare to work αποτελεί σύμφωνα με τον Mead (1997), σε βιβλίο του που φέρει αυτό τον τίτλο και που έχει εκδοθεί από το The Institute of Economic Affairs (ΙΕΑ), τη λειτουργική και οργανωτική αρχή που πρέπει να διέπει τις σύγχρονες κοινωνικές υπηρεσίες, ώστε να γίνουν αποδοτικές.

Στην πρόταση αυτή, υπάρχει η τάση να μετατραπεί η λειτουργία της κοινωνίας των πολιτών σε κοινωνία καταναλωτών. Η διεκδίκηση για περισσότερο και καλύτερο κράτος πρόνοιας μετατρέπεται σε καταναλωτική επιλογή. Η δύναμη της επιλογής του καταναλωτή αντικαθιστά τη λειτουργία των συνδικάτων, του κράτους, των πολιτικών κομμάτων και γενικότερα τις πολιτικές παρεμβάσεις και κοινωνικούς αγώνες.

 

2. To ζήτημα της διοίκησης της σχολικής μονάδας

 

Το ζήτημα της αποκέντρωσης του εκπαιδευτικού συστήματος και της αυτονομίας της σχολικής μονάδας πρέπει να αντιμετωπίζεται στο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος γενικότερα και του κάθε σχολείου ειδικότερα. Θεωρητικά, η ανάληψη διοικητικών ευθυνών από τη σχολική μονάδα σημαίνει μεγαλύτερη ελευθερία και ευελιξία κινήσεων από το σχολείο, μεγαλύτερη υπευθυνότητα των εκπαιδευτικών για το ρόλο τους.

Όμως, στις χώρες που έγιναν αυτές οι μεταρρυθμίσεις, τα σχολεία παραμένουν υπό την στενή επίβλεψη του κράτους, το οποίο προσδιορίζει το αναλυτικό πρόγραμμα που διδάσκουν, επιβλέπει τον τρόπο της πιστής εφαρμογής του με συστήματα εξωτερικής αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου (επιθεωρητές) και αξιολογεί τα σχολεία σε εθνικό επίπεδο με κύριο κριτήριο την επίδοση των μαθητών σε εθνικές εξετάσεις. Στη Μεγάλη Βρετανία η πολιτική της αυτονομίας των σχολικών μονάδων συνοδεύθηκε από την ίδρυση του Ofsted, ενός σώματος εξωτερικών αξιολογητών που ελέγχουν εξονυχιστικά το αν ο κάθε εκπαιδευτικός στο κάθε σχολείο ακολουθεί πιστά το Εθνικό Αναλυτικό Πρόγραμμα. Η σύνδεση της διοικητικής υπευθυνότητας και αυτονομίας του κάθε σχολείου με την επιλογή του από τους γονείς ως χώρο φοίτησης των παιδιών τους και η εξάρτηση της χρηματοδότησης του από τον αριθμό αυτών των επιλογών σημαίνει, ουσιαστικά, όχι την αυτονομία του σχολείου αλλά τον αυστηρότερο έλεγχο του από την κεντρική εξουσία.

Όπως παρατηρεί ο Andy Hargreaves (1994:7), η αυτοδιοίκηση του σχολείου μπορεί να είναι κάτι καλό ή κακό. Όταν δίνεται δυνατότητα λήψης αποφάσεων στα σχολεία αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καινοτομίες, ποικιλία και δυνατότητα του εκπαιδευτικού να ασκήσει καλύτερα το έργο του. Όμως, αν η αυτοδιοίκηση συνδεθεί με τη χρηματοδότηση του σχολείου, οδηγεί το σχολείο στον αγώνα για την επιβίωση. Όταν αυτός ο αγώνας γίνεται υπό καθεστώς αξιολόγησης του σχολείου με κριτήριο την επίδοση των μαθητών, τότε το σχολείο θα γίνει κέντρο προετοιμασίας για τις εξετάσεις και θα λειτουργεί ανταγωνιστικά με τα άλλα σχολεία.

Ένας από τους συνηθέστερους όρους της νεοφιλελεύθερης ρητορικής είναι το αυτοκυβερνώμενο σχολείο. Ο John Major, το 1995, δήλωνε ότι πρόθεση του είναι να γίνουν όλα τα βρετανικά σχολεία αυτοκυβερνώμενα (self governing) «εμπιστευόμενος τους διευθυντές, τους εκπαιδευτικούς και την ωριμότητα των γονιών να κάνουν τις καλύτερες επιλογές για την εκπαίδευση των παιδιών τους» (The Times 24 Αυγούστου 1995: 5). Το νεοφιλελεύθερο όραμα των «αυτοκυβερνώμενων σχολείων» (self governing schools) αναλύεται από τον Atkinson (1997) στο ομότιτλο  βιβλίο του, που εκδόθηκε από το διεθνές think tank του νεοφιλελευθερισμού The Institute of Economic Affairs (ΙΕΑ). Η χρήση του όρου στη νεοφιλελεύθερη ρητορική, με τρόπο που αγγίζει τα όρια του αναρχισμού, είναι καταχρηστική αφού τα σχολεία στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι αυτοκυβερνώμενα με την έννοια ότι έχουν το δικαίωμα να διδάξουν όποιο αναλυτικό πρόγραμμα θέλουν, με όποιες διδακτικές μεθόδους αποφασίσουν. 

Στη νεοφιλελεύθερη ρητορική και πολιτική, αυτοκυβερνώμενα σχολεία σημαίνει τα ανταγωνιζόμενα για την εύρεση πόρων, που ακολουθούν το προσδιορισμένο και εποπτευόμενο από το κράτος αναλυτικό πρόγραμμα. Πρόκειται για διπλό καταναγκασμό: οικονομικό (ανάγκη να εγγραφούν μαθητές) και κρατικό (αξιολόγηση για το τι εφαρμόζεται στο σχολείο). Αξίζει να επισημάνουμε ότι στη δίνη της νεοφιλελεύθερης ρητορικής περί αυτοκυβέρνησης των σχολείων, το σχολείο του Summerhill, που παραδοσιακά ακολουθούσε διαφοροποιημένο αναλυτικό πρόγραμμα από το Εθνικό Αναλυτικό Πρόγραμμα και δικές του μεθόδους διδασκαλίας (εκούσια έλευση των μαθητών στις τάξεις, μη ύπαρξη απουσιολογίου και ποινών, διαφορετικό τρόπο ενδοσχολικής αξιολόγησης), αξιολογήθηκε αρνητικά από τους επιθεωρητές εκπαίδευσης, επειδή δεν ακολουθούσε ακριβώς το εθνικό αναλυτικό πρόγραμμα (Ofsted, 6 Ιουνίου 1999).

 

3. Το ζήτημα των κουπονιών (vouchers), το δικαίωμα της επιλογής στην εκπαίδευση και η ιδέα της ελεύθερης εκπαιδευτικής αγοράς

 

Η ιδέα των κουπονιών αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 από κύκλους του Συντηρητικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας. Οι ιδέες της επιλογής στην εκπαίδευση και του ανταγωνισμού αποτελούν το βασικό ιδεολογικό οπλοστάσιο του νεοφιλελευθερισμού. Η Margaret Thatcher σχολιάζοντας τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε στο αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα ο Νόμος του 1988 γράφει:

Εισαγάγαμε την ανοικτή εγγραφή, η οποία επέτρεψε στα δημοφιλή σχολεία να αναπτυχθούν. Η ανοικτή εγγραφή διεύρυνε τις επιλογές των γονιών και εμπόδισε τις τοπικές αρχές να θέτουν όρια στην ανάπτυξη των καλών σχολείων προκειμένου να κρατήσουν αποτυχημένα σχολεία ανοικτά. Ουσιώδες στοιχείο της μεταρρύθμισης μας ήταν η χρηματοδότηση του σχολείου ανά μαθητή, δηλαδή τα χρήματα που διέθετε το κράτος σε κάθε μαθητή τον ακολουθούσαν όποιο σχολείο και αν επέλεγε να παρακολουθήσει. Με αυτό τον τρόπο, οι γονείς ψήφιζαν ανάλογα με το σχολείο που επέλεγαν για το ποιο σχολείο είναι καλό. Το καλό σχολείο κέρδιζε μαθητές. Το κακό σχολείο θα έπρεπε ή να βελτιωθεί ή να κλείσει. Έτσι, προχωρήσαμε σε μια δημόσια μορφή εκπαιδευτικού κουπονιού

(M. Thatcher 1993: 591). 

H πολιτική της Thatcher αποκρυσταλλώνεται στη φράση money follow choices (τα χρήματα ακολουθούν επιλογές). Όμως τι εννοούν οι νεοφιλελεύθεροι με τον όρο επιλογή και πως αυτή λειτουργεί στα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα;

Η επιλογή μέσων και χώρων αγωγής αποτελεί προοδευτική ιδέα και βασικό δικαίωμα του κάθε ανθρώπου. Η επιλογή έχει νόημα όταν το άτομο μπορεί να επιλέξει διαφορετικά σχήματα αγωγής, με διαφορετικά αναλυτικά προγράμματα και μεθόδους διδασκαλίας, ανεξάρτητα από την οικονομική του κατάσταση την κοινωνική τάξη, την πολιτική παράταξη ή το θρήσκευμα στα οποία ανήκει. Όταν το αναλυτικό πρόγραμμα των σχολείων καθορίζεται από το κράτος και οι επιλογές των ατόμων περιορίζονται μόνο στο ποιο σχολείο θα παρακολουθήσουν, το δικαίωμα στην επιλογή είναι φενάκη. Στην ουσία είναι προνόμιο των εύπορων και μορφωμένων γονιών που διαθέτουν επαρκή πληροφόρηση, μπορούν να την αξιολογήσουν και έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν την επιλογή τους.

Η επιλογή προϋποθέτει πληροφόρηση. Η πληροφόρηση που έχουν οι γονείς για τα σχολεία είναι οι πίνακες που δημοσιεύονται με την επίδοση των μαθητών του σχολείου. Στην Αγγλία και την Ουαλία, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η επίδοση των μαθητών είναι το μόνο ασφαλές κριτήριο επιλογής σχολείου από τους γονείς. Όμως, οι πίνακες με την επίδοση των μαθητών δεν επαρκούν ως πληροφορία και αποτελούν αντικείμενο πολιτικής προπαγάνδας. Για παράδειγμα, στις 4 Αυγούστου του 1996, η εφημερίδα Sunday Times δημοσίευσε συγκριτική επεξεργασία αυτών των πινάκων, η οποία έδειχνε ότι τα Grammar Schools είναι καλύτερα από τα Local Comprehensive. Αυτό που απέκρυψε η εφημερίδα είναι ότι τα σχολεία αυτά είναι άκρως επιλεκτικά, ελέγχουν το επίπεδο των μαθητών που εγγράφουν και έχουν υψηλό αριθμό αποβολών των μαθητών που δεν πηγαίνουν καλά. Επίσης, ένας δείκτης που θα έδειχνε ποια είναι η κοινωνική προέλευση του μαθητή είναι το δικαίωμα του να παίρνει δωρεάν γεύμα στο σχολείο. Μόνο το 2% των μαθητών των Grammar Schools έπαιρναν δωρεάν γεύμα, στοιχείο που δείχνει ότι οι μαθητές τους προέρχονταν από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Στο Σικάγο, τα καλύτερα δημόσια σχολεία έχουν εφαρμόσει αυστηρή πολιτική επιλογής των μαθητών τους. Έτσι, μπορεί η επίδοση τους στους εθνικούς διαγωνισμούς να είναι υψηλή, οι γονείς όμως μπορούν να εγγράψουν εκεί το παιδί τους μόνο κατόπιν εξετάσεων και όχι ελεύθερα, όπως διατείνονται οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί.

Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι στη Μεγάλη Βρετανία η έκδοση εθνικών πινάκων (league tables) με την κατάταξη των σχολείων ανάλογα με την επίδοση των μαθητών τους, προκειμένου να ξέρουν οι γονείς ποια είναι τα καλά σχολεία, επέφερε την πόλωση των σχολείων. Οι Benn και Chitty (1997: 51) παραθέτουν στοιχεία από περιοχές του Hampshire, του Newcastle, του Rothrman, του Oldham, του Manchester, όπου υπήρξε πόλωση των σχολείων σε «καλά» και «κακά» και ανταγωνισμός των καλών σχολείων με τρόπους όπου το ένα προσπαθούσε να δυσφημίσει το άλλο για να συγκεντρώσει περισσότερους μαθητές και να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Τα καλά σχολεία της περιοχής του Yorkshire απέβαλλαν πιο εύκολα μαθητές προκειμένου να κρατήσουν την καλή τους φήμη και την υψηλή τους θέση στους εθνικούς πίνακες επίδοσης. Σε καθεστώς ανταγωνισμού των σχολείων, ένα δυσλεκτικό παιδί, ένας ανήσυχος μαθητής με προβλήματα συγκέντρωσης, χωρισμένους γονείς, με κενά και μαθησιακές δυσκολίες, είναι «κακό μαντάτο» για το καλό σχολείο, κηλίδα που θα κοιτάξει να την ξεφορτωθεί (Vulliamy and Webb, 2000). Στο Λονδίνο, το 1995, οι Τοπικές Αρχές έκλεισαν ένα δευτεροβάθμιο σχολείο επειδή οι μαθητές του (στην πλειοψηφία τους φτωχά παιδιά από οικογένειες μεταναστών) βρίσκονταν πολύ κάτω από το μέσο όρο της επίδοσης στις εθνικές εξετάσεις. Ήταν ένα δημόσιο σχολείο, στο οποίο οι κυβερνώντες που διαμορφώνουν το εκπαιδευτικό σύστημα «και ξέρουν να επιλέγουν» δε θα έστελναν ποτέ τα παιδιά τους. Ήταν «ένα σχολείο για τα παιδιά των άλλων. Αυτών που δεν ήξεραν να επιλέξουν σχολείο».         

Ο Ball (1994: 146) υποστηρίζει ότι οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις διαμόρφωσαν ένα νέο κρυφό πρόγραμμα στα σχολεία. Η κοινότητα, η αλληλοβοήθεια, η ισότητα που διαπότιζε την ιδεολογία των ενιαίων σχολείων αντικαταστάθηκε από τον ανταγωνισμό και τις αξίες της αγοράς.

 

4. Το επιχείρημα της ελεύθερης εκπαιδευτικής αγοράς

 

Πολλοί θεωρητικοί του νεοφιλελευθερισμού ασκούν κριτική στο μοντέλο της Μεγάλης Βρετανίας και θεωρούν ότι, στην ουσία του, δεν αποτελεί ελεύθερη εκπαιδευτική αγορά. Εκεί οφείλονται και οι όποιες δυσλειτουργίες του. Αν και ο όρος ελεύθερη αγορά χρησιμοποιείται με διαφορετικό νόημα από διάφορους θεωρητικούς του νεοφιλελευθερισμού, θα σταθούμε στις ιδέες του James Tooley (2000), διευθυντή του Institute of Economic Affairs, ο οποίος αναπτύσσει την έννοια της ελεύθερης αγοράς στην εκπαίδευση στην ακραία της μορφή. Ο Tooley προτείνει το κράτος να μην έχει καμία εμπλοκή στην εκπαιδευτική πολιτική. Θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις μιας ελεύθερης εκπαιδευτικής αγοράς είναι:

– η ανυπαρξία κρατικής χρηματοδότησης,

– η ανυπαρξία ελέγχου των σχολείων από το κράτος,

– η ελεύθερη είσοδος στην εκπαιδευτική αγορά οποιουδήποτε επιθυμεί να παρέχει εκπαιδευτικές υπηρεσίες, ώστε να λειτουργήσει η προσφορά και η ζήτηση που θα ρυθμίσουν και την τιμή του εκπαιδευτικού προϊόντος. Έτσι, θα διασφαλισθεί η ποιότητα της εκπαίδευσης.   

Ο Tooley υποστηρίζει ότι η ελεύθερη εκπαιδευτική αγορά θα θέσει σε λειτουργία τις τρεις αρετές της Οικογένειας, της Ελευθερίας και της Φιλανθρωπίας, οι οποίες διασφαλίζουν την ποιότητα της εκπαίδευσης. Επίσης, θα ευνοήσει την ανάπτυξη σε όλο τον κόσμο των επώνυμων εκπαιδευτικών υπηρεσιών (brand name providers of schooling). Ο Tooley αντιμετωπίζει την εκπαίδευση όπως άλλες επιχειρήσεις και θεωρεί ότι όπως διαλέγουμε να μείνουμε σε ένα επώνυμο ξενοδοχείο όταν ταξιδεύουμε σε άλλη χώρα ή αγοράζουμε μια ακριβή μάρκα καφέ από το supermarket επειδή εμπιστευόμαστε την ποιότητα της, έτσι και οι γονείς θα μπορούν να επιλέξουν κάποιο από τα επώνυμα σχολεία που θα ανοίξει στην περιοχή τους.    

Ωστόσο, η επιλογή σχολείου δεν είναι το ίδιο με την επιλογή ξενοδοχείου ή μάρκας καφέ στο supermarket. Αν κάποιος επιλέξει ξενοδοχείο και δεν μείνει ικανοποιημένος από τις υπηρεσίες μπορεί την επόμενη ημέρα να παει σε άλλο. Αν δεν του αρέσει ο καφές μπορεί να αλλάξει μάρκα. Όμως, αν κάποιος διαλέξει σχολείο και δε μείνει ικανοποιημένος από την ποιότητα των σπουδών, δεν είναι εύκολο στη μέση της σχολικής χρονιάς να μετακινηθεί σε άλλο. Επίσης, η ποιότητα της εκπαιδευτικής υπηρεσίας δεν είναι κάτι που γίνεται άμεσα αντιληπτό ούτε εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από το φορέα που τη χορηγεί. Εξαρτάται, ίσως σε μεγαλύτερο βαθμό, και από  το μαθητή που «καταναλώνει» αυτές τις υπηρεσίες, από τη θέληση του, την στάση του απέναντι στη γνώση, τις ικανότητες του και το γνωστικό του υπόβαθρο.

Οι εγγυήσεις που μπορεί να παρέχει μια επώνυμη επιχείρηση, οποιασδήποτε μορφής, είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένες. Η επώνυμη επιχείρηση εγγυάται καλό επίπεδο υπηρεσιών. Ένα καλό ξενοδοχείο ή ένα καλό τουριστικό γραφείο μπορεί να εγγυηθεί την καλή ποιότητα του φαγητού, τον κλιματισμό, την καθαριότητα του δωματίου. Δεν μπορεί να εγγυηθεί τον καιρό και την ανυπαρξία ατυχημάτων που ενδεχομένως να καταστρέψουν το ταξίδι. Δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο τουρίστας θα περάσει όμορφες στιγμές με την παρέα του, θα βρει ερωτικό σύντροφο, δε θα τσακωθεί με τους φίλους του και δε θα χωρίσει με τη σύζυγο του. Ανάλογα, το επώνυμο σχολείο μπορεί να εγγυηθεί τον καλό εξοπλισμό των αιθουσών και τους έμπειρους εκπαιδευτικούς, όχι όμως το ζήλο του μαθητή για μάθηση, τις ικανότητες του ή την ποιότητα των σχέσεων που θα έχει με τους συμμαθητές του, τα βιώματα που θα προκύψουν από αυτές, ότι δε θα έχει προβλήματα της εφηβικής ηλικίας και δε θα χωρίσει με τη φίλη του. Παράγοντες αστάθμητοι που όμως όσοι έχουν μπει σε σχολική τάξη ξέρουν ότι επηρεάζουν άμεσα την επίδοση του μαθητή.  

Η πολιτική της εκπαιδευτικής αγοράς, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι διαμορφώνει μωσαϊκό εκπαιδευτικών επιλογών που ανταποκρίνεται στην ετερότητα των σύγχρονων κοινωνιών, στηρίζεται στη μεταμοντέρνα θεώρηση που αντιμετωπίζει τη σύγχρονη κοινωνία σαν άθροισμα ατόμων και ομάδων με διαφορετικές κουλτούρες και πολιτιστικές επιλογές. Ο Callinicos (1989), στην κριτική που ασκεί στο μεταμοντερνισμό, υποστηρίζει ότι ο κοινωνικός σχηματισμός συντίθεται βασικά από κοινωνικές τάξεις και όχι από ομάδες με πολιτισμικές διαφορές.

Με αφορμή αυτές τις παρατηρήσεις κλείνουμε επαναλαμβάνοντας μία αρκετά γνωστή ρήση του D. Hargreaves (1983): «πριν αναρωτηθούμε για το τι σχολεία θέλουμε πρέπει πρώτα να έχουμε ξεκαθαρίσει τι είδους κοινωνία θέλουμε».

   

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 

Atkinson, D. (1997) Towards Self-governing Schools. London: Institute of Economic Affairs.

Ball, S. (1994) Education Reform: a Critical and Post-structural Approach. Buckingham: Open University Press.

Bartlett, W. (1993) Quasi-markets and educational reforms. In J. Le Grand and W. Bartlett (eds) Quasi-markets and Social Policy. London: Macmillan.

Benn, C and Chitty, C. (1997) Thirty Years On. London: Penguin Books.

Callinikos, A. (1989) Against Postmodernism: a Marxist Critique. Cambridge University Press.

Hargreaves, A. (1994) Changing Teachers, Changing Times. Teachers’ work and culture in the postmodern age. London: Cassel

Hagreaves, D. (1983) The Challenge for the Comprehensive School: Culture, Curriculum and Community. London: Routledge and Keagan.

Levacic (1995) Local Management of Schools: Analysis and Practice. Buckingham: Open University Press.

Mead, L. (1997) From Welfare to Work. Lessons from America. London: Institute of Economic Affairs.

Thatcher, M. (1993) The Downing Street Years. London: Harper Collins.

Tooley, J. (1999) The Global Education Industry. London: Institute of Economic Affairs.

Vulliamy, G. και Webb, R. Stemming the tide of rising schools exclusions: problems and possibilities, British Journal of Educational Studies, Vol. 48, No 2, June 2000, pp. 119-133.

 

Σημείωση: Έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό ΡΩΓΜΕΣ ΕΝ ΤΑΞΕΙ, τ. 13. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την άδεια δημοσίευσης.

Πιέζουν για την πτώχευση

Πιέζουν για την πτώχευση

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Με νέα υποβάθμιση, αυτή τη φορά από τη S&P, υποδέχτηκαν οι αγορές τη «μεγάλη επιτυχία» της ελληνικής κυβέρνησης στη Σύνοδο Κορυφής της 25ης Μαρτίου. Η S & P απλώς ανταποκρίθηκε στις πιέσεις που άρχισαν να ασκούν σχεδόν από την επόμενη ημέρα οι αγορές και οι κερδοσκόποι στην Ελλάδα και την Πορτογαλία.

Αυτό που έκανε τον οίκο να υποβαθμίσει περαιτέρω την Ελλάδα και την Πορτογαλία ήταν ότι η επίσημη δήλωση της 25ης Μαρτίου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου «επιβεβαίωσε τις εκτιμήσεις που είχαμε δημοσιεύσει προηγουμένως, ότι η αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους είναι μια οιονεί προϋπόθεση για τον δανεισμό από τον ΕΜΣ», σύμφωνα με τη S & P. Κι αυτό, σύμφωνα πάντα με τον συγκεκριμένο οίκο, δημιουργεί ανησυχίες ότι η χώρα, που θα απευθυνθεί για δάνεια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης μετά το 2013, θα αναγκαστεί να αναδιαρθρώσει το χρέος της με ζημία των ιδιωτών.

Αυτό που ανησύχησε τον οίκο είναι η παρακάτω διατύπωση της επίσημης δήλωσης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου: «Πρόσβαση στη χρηματοπιστωτική βοήθεια του ΕΜΣ θα παρασχεθεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις στη βάση ενός μακροοικονομικού προγράμματος προσαρμογής και μιας αυστηρής ανάλυσης βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, η οποία θα διεξαχθεί από την Κομισιόν μαζί με το ΔΝΤ και με σύνδεσμο την ΕΚΤ. Το κράτος – μέλος που είναι δικαιούχος, θα πρέπει να θέσει σε εφαρμογή την κατάλληλη μορφή συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα, ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες και με τρόπο απόλυτα συμβατό με τις πρακτικές του ΔΝΤ».

Αν μεταφράσουμε όλα αυτά σε απλά ελληνικά, τότε ο ΕΜΣ δεν είναι ένας μηχανισμός για να αποφύγει το κράτος – μέλος τη χρεοκοπία, αλλά ένας μηχανισμός ελεγχόμενης πτώχευσης. Το κράτος – μέλος που θα προσφύγει σ’ αυτόν όχι μόνο θα αναγκαστεί να μπει υπό επίσημη κηδεμονία ανάλογη του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να του επιβληθούν, αλλά θα υποχρεωθεί να προβεί σε αναδιάρθρωση χρέους, όπου η Κομισιόν μαζί με το ΔΝΤ και την ΕΚΤ θα εκτιμήσουν τον τρόπο, αλλά και το «κούρεμα» που θα γίνει. Αυτό το νόημα έχει η «κατάλληλη μορφή συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα», που αναφέρεται στη δήλωση και εννοεί το κόστος από το ενδεχόμενο «κούρεμα» που θα επιμεριστεί στους ιδιώτες ομολογιούχους.

Το ερώτημα είναι το εξής: Γιατί έπρεπε η χώρα, η κοινωνία και η οικονομία της να υποστούν τα απανωτά μνημόνια για να καταλήξουμε στην επίσημη πτώχευση και στην αναδιάρθρωση του χρέους; Διότι αναδιάρθρωση του χρέους σημαίνει επίσημη πτώχευση, όπως κι αν την ονοματίσει κανείς.

 

«Οριακοί» μηχανισμοί

 

Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Η επίσημη δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ομολογεί ανοιχτά ότι ο ΕΜΣ είναι μηχανισμός ελεγχόμενων πτωχεύσεων, χωρίς όμως να παίρνει συγκεκριμένα μέτρα προστασίας των υπό χρεοκοπία κρατών – μελών. Οι λεπτομέρειες του μηχανισμού είναι άγνωστες και έχουν παραπεμφθεί για τη σύνοδο του Ιουνίου. Ενώ επίσημα η λειτουργία του θα ξεκινήσει μετά το 2013. Ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι.

Στην πράξη, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενίσχυσε, αντί να αποθαρρύνει με κάποιον τρόπο, την αβεβαιότητα στις αγορές και έτσι άνοιξε έναν νέο γύρο κερδοσκοπικών πιέσεων και επιθέσεων που είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσουν στην απόγνωση τόσο την Ελλάδα και την Ιρλανδία όσο και την Πορτογαλία. Άλλωστε στις λίγες ημέρες που ακολούθησαν τη σύνοδο της 25ης Μαρτίου οι αγορές φρόντισαν να μην αφήσουν κανένα περιθώριο στην Πορτογαλία από το να προσφύγει κι αυτή στον μηχανισμό στήριξης.

Οι πιέσεις οδήγησαν ξανά την ΕΚΤ να παρέμβει με αγορές ομολόγων και παροχή ρευστότητας προκειμένου η Πορτογαλία να μην αιτηθεί ακόμη επίσημα βοήθειας. Για πόσο αυτό θα γίνεται, κανείς δεν ξέρει. Πάντως όχι για πολύ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ΕΚΤ έχει εξαντλήσει ουσιαστικά κάθε δυνατότητα χρηματοδότησης και κινδυνεύει η ίδια με κατάρρευση. Εκτός αν μπει κι αυτή στον χορό του υπέρμετρου δανεισμού. Αυτός είναι ο λόγος που ο Τρισέ και τα στελέχη της ΕΚΤ ζητούν εναγωνίως να αναλάβει άμεσα το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Στήριξης την αναχρηματοδότηση του χρέους των υπό χρεοκοπία κρατών – μελών.

Όμως τόσο το ΕΤΧΣ όσο και ο ΕΜΣ, που θα τον αντικαταστήσει μετά το 2013, δεν διαθέτουν επαρκή χρηματοδοτικά μέσα. Τα 500 δισ. ευρώ σε ρευστό και εγγυήσεις δεν φτάνουν ούτε για «ζήτω». Μια πιο ρεαλιστική εκτίμηση ανεβάζει τα απαιτούμενα χρηματοδοτικά μέσα σε πάνω από 1,6 τρισ. ευρώ, προκειμένου να αντιμετωπίσει ο ΕΜΣ τις αναδιαρθρώσεις χρέους της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, που σίγουρα θα έχει ενταχθεί μέχρι τότε στον μηχανισμό, καθώς και να μπορεί να συμβάλει με αγορές ομολόγων άλλων χωρών, όπως η Ισπανία και το Βέλγιο.

Αν βέβαια υποθέσει κανείς ότι την Πορτογαλία θα ακολουθήσει η Ισπανία, πράγμα απολύτως βάσιμο, τότε οι ανάγκες στήριξης του ΕΜΣ θα ξεπεράσουν κατά πολύ τα 2 τρισ. ευρώ. Μπορεί η ευρωζώνη να διαθέσει περίπου το 20% του τωρινού ΑΕΠ της, σε πρώτη φάση, για να αποτρέψει την κατάρρευση των υπό χρεοκοπία χωρών και τα ανεπανόρθωτα ρήγματα στη συνοχή του ευρώ; Ακόμη κι αν το κάνει, θα γενικεύσει την ύφεση και τη δημοσιονομική δυσπραγία σε τέτοιο βαθμό, ώστε θα απειληθεί ακόμη και η ίδια η Γερμανία.

 

Προς νέο μνημόνιο από ΔΝΤ

 

Η Ελλάδα βγήκε από τη σύνοδο σε χειρότερη κατάσταση. Δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει ούτε την επιμήκυνση. Δεν υπήρξε κανενός είδους συγκεκριμένο σχέδιο αποτύπωσης των δεδομένων της επιμήκυνσης, εκτός από γενικές αναφορές και αόριστες δεσμεύσεις, οι οποίες κι αυτές παραπέμπονται για μετά τον Ιούνιο. Εκτεθειμένη η χώρα όσο ποτέ άλλοτε στις πιέσεις των αγορών, που γνωρίζουν από πρώτο χέρι ότι επίκειται αναδιάρθρωση του χρέους, η κατάστασή της χειροτερεύει ταχύτατα. Μάλιστα η τρίτη Ενδιάμεση Έκθεση του ΔΝΤ, που καθυστέρησε σκόπιμα και δόθηκε στην δημοσιότητα στις 16 Μαρτίου, αποκαλύπτει ότι υπάρχει στα σκαριά μηχανισμός επίσημης πτώχευσης της χώρας για τον οποίο κανείς δεν κάνει λόγο.

Πιο συγκεκριμένα, η έκθεση αναφέρει: «Η διοίκηση και το προσωπικό (του ΔΝΤ) έχουν την άποψη ότι παροχή χρηματοδότησης προς την Ελλάδα υπό την ΕΧΔ (Εκτεταμένη Χρηματοδοτική Διευκόλυνση) είναι δικαιολογημένη στη βάση των σοβαρών αναγκών του ισοζυγίου πληρωμών της Ελλάδας, η επίλυση των οποίων απαιτεί ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η διεύθυνση προτίθεται να προτείνει στο Δ.Σ. μια εκτεταμένη διευθέτηση, μετά την ακύρωση της υπάρχουσας συμφωνίας από τις αρχές, από τη στιγμή που θα επιτευχθούν ρυθμίσεις με τις κυβερνήσεις της Ε.Ε. και των Ευρωπαίων σχετικά με την παράταση της διάρκειας των δανείων τους. Μια εκτεταμένη διευκόλυνση υπό την ΕΧΔ θα προμηθεύσει την Ελλάδα με ένα χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής 10 ετών σχετικά με τις νέες εκταμιεύσεις (το πενταετές χρονοδιάγραμμα απόσβεσης για τις υπάρχουσες εκταμιεύσεις της βραχυπρόθεσμης διευκόλυνσης δεν θα αλλάξει)».

Με άλλα λόγια, το ΔΝΤ είναι έτοιμο να μετατρέψει την υπάρχουσα συμφωνία βραχυπρόθεσμης διευκόλυνσης σε μεσοπρόθεσμο μηχανισμό χρηματοδοτικής επέμβασης. Αυτό συνήθως γίνεται με νέο δάνειο και νέους όρους. Η διάρκεια αυτού του νέου μηχανισμού διευκόλυνσης υπολογίζεται για 10 χρόνια. Ο μηχανισμός αυτός έχει σχεδιαστεί για να οδηγεί τις χώρες υπό χρεοκοπία σε επίσημη πτώχευση, αφού πρώτα εξασφαλίσει την εκποίηση του δημόσιου πλούτου.

 

Ασύλληπτη εκποίηση

 

Δεν είναι τυχαίο που στην έκθεση του ΔΝΤ υπάρχει συγκεκριμένος πίνακας (ο Πίνακας 1), όπου συγκρίνονται τα προγράμματα αποκρατικοποιήσεων και εκποίησης που επιβλήθηκαν σε διάφορες χώρες. Ο πίνακας συγκρίνει τα πιο εκτεταμένα προγράμματα ιδιωτικοποίησης που έχουν εκτελέσει χώρες όπως το Περού και η Αργεντινή την εποχή της νεοσυντηρητικής λαίλαπας τη δεκαετία του ’90, αλλά και χώρες όπως η Ουγγαρία και η Εσθονία αμέσως μετά τη διάλυση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων και εκποίησης που απαιτείται από την Ελλάδα είναι τεράστιο ακόμη και με τα μέτρα των χωρών που αναφέραμε. Αυτό βέβαια που δεν αναφέρει η συγκεκριμένη έκθεση είναι τι απέγιναν οι χώρες όπου εφαρμόστηκαν τέτοια εκτεταμένα προγράμματα ιδιωτικοποίησης. Το Περού χρεοκόπησε καταμεσής αυτού του προγράμματος, το 1995, και από τότε δεν γλίτωσε την κηδεμονία του ΔΝΤ έως σήμερα. Η Εσθονία, που χαρακτηρίστηκε «Τίγρη της Βαλτικής», αφού μετατράπηκε σε χώρα ευκαιρίας για κάθε είδους επενδυτή, κατέρρευσε με πάταγο το 2008 σημειώνοντας πτώση πάνω από 30% μέσα σ’ έναν χρόνο. Από τον επόμενο χρόνο υποβάλλεται στις χημειοθεραπείες του ΔΝΤ και βρίσκεται σαν κοινωνία και οικονομία σε κώμα.

Η Ουγγαρία χρεοκόπησε δυο φορές. Μια με την ολοκλήρωση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων το 1998 και μια το 2009 που την οδήγησε στην αγκαλιά του ΔΝΤ. Όσο για την Αργεντινή, η περίπτωσή της είναι γνωστή. Χρεοκόπησε το 2001, αφού είχε δεχτεί την υπαγωγή της στον μηχανισμό της Εκτεταμένης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης που σκοπεύει το ΔΝΤ να επιβάλει και στην Ελλάδα.

 

Το ανεξέλεγκτο χρέος «σπρώχνει» σε αναδιάρθρωση

 

Απ’ ό,τι φαίνεται, η επίσημη πτώχευση της χώρας είναι κοντά υπό καθεστώς ελέγχου του ίδιου του ΔΝΤ σε συνεννόηση με την Ένωση και το ΔΝΤ. Δεν φαίνεται να υπάρχει η δυνατότητα από την ευρωζώνη ούτε καν νακαθυστερήσει αρκετά το μοιραίο, ώστε να προλάβει να εντάξει την Ελλάδα στον δικό της ΕΜΣ. Ο λόγος είναι απλός και γίνεται ολοφάνερος από τα στοιχεία του Πίνακα 2. 

Οι καθαρές δανειακές ανάγκες του Δημοσίου για το 2011 ανέρχονται σε σχεδόν 76 δισ. ευρώ. Από αυτά θα δοθούν από την τρόικα 46,5 δισ.ευρώ μέσα στον χρόνο. Αυτό αφήνει ένα έλλειμμα χρηματοδότησης περίπου στα 30 δισ. ευρώ. Πόθεν θα βρεθούν;

 

Πού θα τα βρούμε;

 

Η έκθεση του ΔΝΤ προβλέπει σταδιακή επέκταση των εντόκων γραμματίων του δημοσίου μέσα στο 2011 σε εννιάμηνα και δωδεκάμηνα. Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι μπορεί να αντληθεί ένα τέτοιο ποσό με έντοκα γραμμάτια, παρά το τεράστιο επιτοκιακό κόστος, το μόνο που θα κάνει είναι να το μετακυλίσει τους πρώτους μήνες του επόμενου χρόνου, του 2012. Με δεδομένη βέβαια την υπόθεση εργασίας ότι θα βρεθούν αγοραστές. Έτσι το 2012 θα πρέπει να αναχρη­ματοδοτηθεί αυτό το ποσό και να βρεθούν επιπλέον άλλα 77δισ. ευρώ. Με την τρόικα να είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει λιγότερο από 26 δισ. ευρώ. Πώς θα καλυφθούν τα υπόλοιπα;

Η κυβέρνηση και οι εκθέσεις των ελεγκτών μιλούν για άνοιγμα της Ελλάδας στις αγορές. Την προοπτική αυτή την αποκλείουν σήμερα όλοι οι αναλυτές των αγορών, αλλά και οι τρεις οίκοι αξιολόγησης, που είναι απολύτως βέβαιο ότι σε λίγο καιρό θα προβούν σε νέα υποβάθμιση της χώρας.

Όμως, ακόμη κι έτσι να είναι τα πράγματα, ακόμη κι αν η Ελλάδα κατορθώσει να βγει στις αγορές το 2012 και το 2013, τότε θα βρεθεί μπροστά σε μια ακόμη χειρότερη έκπληξη. Το 2014 οι καθαρές δανειακές ανάγκες του Δημοσίου εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 103 δισ. ευρώ και το 2015 τα 135 δισ. ευρώ, δηλαδή πάνω από το 51% του εκτιμώμενου ΑΕΠ του ίδιου χρόνου. Είναι ποτέ δυνατόν για μια οικονομία να καλύψει δανειακές ανάγκες αυτού του ύψους; Ούτε κατά διάνοια.

Ωστόσο, ακόμη κι αν πάρουμε ως σωστό το πιο μετριοπαθές σενάριο που εκθέτει το ΔΝΤ για την πορεία των δανειακών αναγκών του Δημοσίου, τότε βλέπουμε να διαμορφώνεται ένας άλλος μεγάλος κίνδυνος. Ο δανεισμός των ιδιωτικών τραπεζών.

 

Τράπεζες στο κόκκινο

 

Μέσα στο 2011 οι τράπεζες θα πρέπει να χρηματοδοτήσουν δικές τους δανειακές ανάγκες της τάξης των 53 δισ. ευρώ. Από πού θα βρεθούν; Προφανώς τα 30 δισ. ευρώ εγγυήσεις του Δημοσίου που παραχωρήθηκαν προσφάτως σ’ αυτές, δεν φτάνουν να καλύψουν τις ανάγκες των τραπεζών.

Εκτός αυτού, η κλιμάκωση έως το 2015 της ανάγκης αναχρηματοδότησης, ιδίως του βραχυπρόθεσμου δανεισμού των τραπεζών θα τις οδηγήσει να αναζητούν μέσα στο 2013 πάνω από 116 δισ. ευρώ, δηλαδή το47% του ετήσιου ΑΕΠ, το 2014 πάνω από 186 δισ. ευρώ, δηλαδή κοντά στο 74% του ΑΕΠ, ενώ το 2015 πάνω από 255 δισ. ευρώ, δηλαδή κοντά στο 96% του ΑΕΠ τον ίδιο χρόνο. Είναι ποτέ δυνατόν να βρεθούν αυτά τα δάνεια και μάλιστα σε βραχυπρόθεσμη βάση;

Η κατάσταση αυτή των τραπεζών δίνει μια κάπως διαφορετική τροπή στο χρέος, ενώ η διαρκής προικοδότησή τους με εγγυήσεις του Δημοσίου έχει στόχο να μεταφέρει το δικό τους χρέος στο δημόσιοχρέος. Ακόμη και το δημόσιο χρέος να είχαμε εξαφανίσει, ως διά μαγείας, οι δανειακές ανάγκες των εγχώριων τραπεζών αρκούν για να οδηγήσουν στην ολοκληρωτική κατάρρευση.

 

* O Δημήτρης Καζάκης είναι Οικονομολόγος – Αναλυτής

 

ΠΗΓΗ: «Το Ποντίκι», 31-3-2011. Το είδα: Σάββατο, 2 Απριλίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/04/blog-post_8311.html

Το μεγαλύτερο εθνικό σκάνδαλο

ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: Το μεγαλύτερο εθνικό σκάνδαλο

 

Του Γιάννη Μαύρου*

 

Διεξάγεται την Κυριακή 3 Απριλίου[1] το 9ο Συνέδριο του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών προς την Ελλάδα.  Δεκαέξι χρόνια μετά την ίδρυσή του από τον Μανώλη Γλέζο και δώδεκα ακάματους αντιστασιακούς, εν μέσω της πρωτοφανούς κρίσης που διέρχεται η χώρα και εν μέρει χάρη και στην προκλητική στάση της Γερμανίας απέναντί μας, το ζήτημα έχει λάβει πλέον μια ορισμένη δημοσιότητα.

Όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου υπογράφει Μνημόνια και δανειακές συμβάσεις που ξεφτιλίζουν τη Βουλή και ποδοπατούν το Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό και το Διεθνές Δίκαιο, παραιτούμενη «οριστικά και αμετάκλητα» από την εθνική κυριαρχία, παραδίδοντας τη χώρα στην οικονομική κατοχή της «τρόικας» και επιβάλλοντας μια οικονομική πολιτική όχι μόνο άδικη αλλά και αδιέξοδη, που οδηγεί σε φαύλο κύκλο ύφεσης, νέων αντιλαϊκών μέτρων και αυξανόμενου δημόσιου χρέους και – τέλος – σε άνευ προηγουμένου ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, τίθεται πια εκ των πραγμάτων το ερώτημα: γιατί δεν διεκδικούμε – επιτέλους – από τη Γερμανία αυτά που μας οφείλει από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή;

Εκτός από τους ανεκτίμητους αρχαιολογικούς θησαυρούς, που έκλεψαν οι κατακτητές από μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, οι οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα[2] συνίστανται στο διαβόητο «κατοχικό δάνειο» και τις πολεμικές επανορθώσεις που αποφάσισε η Συνδιάσκεψη των Παρισίων του 1945-46. Σύμφωνα με στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, η σημερινή αξία των οφειλών αυτών υπερβαίνει τα 160 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς να υπολογίζουμε τόκους!

Γιατί λοιπόν, αντί να απαιτήσουμε τα οφειλόμενα, όπως θα ήταν αυτονόητο υπό τις περιστάσεις, οδηγηθήκαμε ως πρόβατα επί σφαγή, στο έλεος των αγορών και της τρόικας, με τον πρωθυπουργό να δηλώνει ότι η διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών «δεν είναι του παρόντος»;! Γιατί τόση πια υποτέλεια; Ο δωσιλογισμός ακόμα και του Τσολάκογλου έχει όρια: ποτέ δεν δέχθηκε να απεμπολήσει επίσημα την εθνική κυριαρχία της χώρας… Πώς οδηγηθήκαμε από την «απελευθέρωση» και τη «μεταπολίτευση» στη σημερινή χρεοκοπία; Και δεν μιλάμε μόνο για την οικονομική χρεοκοπία. Χειρότερη είναι η πολιτική και ηθική χρεοκοπία. Γιατί τι άλλο είναι η σημερινή κατάντια του πολιτικού συστήματος, και ιδιαίτερα των κομμάτων που κυβερνούν τον τόπο τις τελευταίες δεκαετίες, τα οποία δεν συγκαλύπτουν απλώς το μεγαλύτερο εθνικό σκάνδαλο της μεταπολεμικής περιόδου, αλλά το συναποτελούν.

Το σκάνδαλο δεν είναι τόσο ότι η Γερμανία δεν πλήρωσε τα οφειλόμενα στην Ελλάδα, ενώ πλήρωσε τους Γιουγκοσλάβους, τους Πολωνούς, τους Τσέχους, τους Βέλγους και τους Ολλανδούς, όσο ότι καμία κυβέρνηση δεν το απαίτησε! Μόνο η ομηρία του πολιτικού συστήματος σε ξένα κέντρα – το σκάνδαλο της Siemens δεν αποτελεί παρά τη μερικώς ορατή κορυφή του παγόβουνου – μπορεί να «εξηγήσει» το φαινόμενο. Το αίσθημα ενοχής των κυβερνώντων και η αποφυγή ανάληψης των ευθυνών τους φτάνουν σε σημείο να μη δέχονται ούτε σε ακρόαση τον Γλέζο και τους εκπροσώπους του Εθνικού Συμβουλίου οι εκάστοτε πρωθυπουργοί και αρχηγοί αξιωματικής αντιπολίτευσης, αρνούμενοι να απαντήσουν ακόμα και σε έγγραφες εκκλήσεις!

Εν όψει των παραπάνω τίθεται στο συνέδριο πρόταση στρατηγικού αναπροσανατολισμού του Εθνικού Συμβουλίου. Μέχρι σήμερα, εκτός από τη διαφώτιση της κοινής γνώμης, κύριος σκοπός μας ήταν η «κινητοποίηση των ελληνικών αρχών» και, επικουρικά, του ελληνικού λαού. Έχοντας διαπιστώσει τα όριά μας ως «ομάδα πίεσης», πολλοί πιστεύουμε ότι προέχει η κινητοποίηση του ελληνικού λαού, που μόνο αυτή μπορεί να αναδείξει αρχές ικανές να τον εκπροσωπήσουν και να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τα δίκαια και τα συμφέροντά του.

 

*ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΥΡΟΣ, Μέλος του Εθνικού Συμβουλίου

 

Παραπομπές

 

[1]. Στο θέατρο «Άλφα» (Πατησίων και Στουρνάρη) στις 10 π.μ.

[2]. Οι οφειλές της προς τις οικογένειες των θυμάτων είναι ανυπολόγιστες. Μόνο για το ολοκαύτωμα του Διστόμου η ηθική βλάβη που έχει επιδικάσει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ξεπερνά τα 55 εκατομμύρια ευρώ.

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 2 Απριλίου 2011, http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=264485