Έντεκα οπτικές στη «νέα» δομή του «Λυκείου»

Έντεκα εξειδικευμένες  οπτικές στη «νέα» δομή του «Λυκείου»

 

Του Παναγιώτη Μπούρδαλα*

 

 

Μετά την εξαγγελία (μόνο) της δομής του «Νέου» Λυκείου και μελετώντας και συζητώντας μπορούμε με τα μάτια ανοικτά να σημειώσουμε ενδεικτικά:

α) Η νέα δομή αποτελεί μια ήττα της πολιτικής της ηγεσίας του ΥΠΔΜΘ:  Δεν κατάφερε να διαλύσει πλήρως την δομή του Λυκείου όχι ενοποιώντας το με το Γυμνάσιο, αλλά μηδενιστικά αποδομώντας το. Έτσι η λογική των πάρα πολλών επιλεγόμενων μαθημάτων ναυάγησε. Οδηγήθηκε σε ένα περίεργο δομικό συγκερασμό δεσμών, εθνικού απολυτηρίου και τον ξεπερασμένο διαχωρισμό «κλασσικού-πρακτικού» Λυκείου.

Και επιπρόσθετα δεν έχουμε ακόμα συνυπολογίσει τις δομικές αλλαγές στο «Τεχνικό Λύκειο» που έρχεται, την ώρα που στην ΤΕΕ ειδικότητες θα … φεύγουν….

Ηττήθηκε και γιατί η κατακραυγή ήταν γενική η οποία να σημειωθεί βγήκε και έξω από τα εκπαιδευτικά όρια, αλλά και γιατί το σχολείο εκείνο της πλήρους αποδόμησης ήταν και ακριβό….

β) Πρόσδεση Λυκείου με ΑΕΙ: Εισαγωγικά να σημειώσουμε ότι δεν πάμε σε ενοποίηση της γνώσης σε Γυμνάσιο-Λύκειο, αλλά σε θεσμοθέτηση για άλλη μία φορά της σαφούς διάκρισής της. Δεν πάμε δηλαδή σε υποχρεωτικό «ενιαίο» και δημιουργικό, συνεργατικό σχολείο που θα απευθύνεται ισότιμα στη γνώση, τις δημιουργικές τεχνικές δεξιότητες και την πολιτισμική και δημοκρατική αγωγή. Αντίθετα γίνεται πιο εξειδικευμένο, πιο «ξύλινο» και προσδένεται ακόμη πιο γερά με το Πανεπιστήμιο. Εκτός των εισαγωγικών φαίνεται ότι θα προσμετράται και o βαθμός του Λυκείου, πιθανά με συντελεστές όλων ή των δυο τελευταίων τάξεων.  

Ακόμη και αν τηρηθεί η επικοινωνιακή πολιτική ότι ίσως σε κάποια τμήματα (ΤΕΙ;) θα υπάρχει ελεύθερη είσοδος, στα ΑΕΙ δημιουργείται και άλλο φίλτρο (1ο προπαρασκευαστικό έτος) που φυσικά δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογία αποδέσμευσης. Αντίθετα οδηγεί σε «λυκειοποίηση» του έτους αυτού και ακόμη μεγαλύτερη απαξίωση των πτυχίων (λέγε με Μπολόνια…).

γ) Η μείωση του αριθμού των μαθημάτων είναι σε μεγάλο μέρος απάτη. Παραδείγματος χάρη στην Α΄ Λυκείου δημιουργείται εξάωρο μάθημα «φυσικών επιστημών», όταν στην ίδια τάξη η Φυσική ήταν 2/3 ώρες και η χημεία 2 και μάλιστα χωρίς τη Βιολογία που έρχεται από την Β΄. Ομοίως στην ίδια τάξη τα τρία φιλολογικά μαθήματα (Αρχαία, Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία) που διδάσκονται τώρα όλα μαζί σε 9 ώρες και τα θεωρεί ως ένα μάθημα με 9 ώρες! Παρόμοια η Άλγεβρα και Γεωμετρία των 2 + 3/2=5/4 ώρες ονομάζεται μαθηματικά με 5 ώρες.

Παραλλαγή της «απάτης» έχουμε και στη Β΄ Λυκείου, π.χ. με συγχώνευση Νεοελληνικής Γλώσσα και Λογοτεχνίας (2+2=4 ώρες) σε ένα μάθημα «Νέα Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία» των 5 ωρών ή όπως στα μαθηματικά των 6 ωρών της μιας κατεύθυνσης και 3 της άλλης που δημιουργήθηκαν από Άλγεβρα και Γεωμετρία των 2+2=4 ωρών.

δ) Αν και το ζήτημα είναι να συνυπάρχουν και στο Λύκειο – στην κατεύθυνση να συναποτελεί υποχρεωτική βαθμίδα με το Γυμνάσιο – όλα τα «γνωστικά» πεδία, οφείλουμε να σημειώσουμε τα μαθήματα – θύματα του «Νέο Λυκείου»:

Στη Α΄ Λυκείου: η Πληροφορική και η Τεχνολογία, όπως και όλα τα παλιά επιλεγόμενα. Οι αρχές Οικονομίας μεταφέρονται στη Β’ Λυκείου.    

Στη Β΄ Λυκείου: Τα Υποχρεωτικά μαθήματα αυξήθηκαν σε 6 στη Β΄ Λυκείου από 3 που είχε το προσχέδιο. Οι ξένες γλώσσες και η Φυσ. Αγωγή «ξεφούσκωσαν», αφού όλοι είχαν διαφωνήσει με το ρόλο που επεφύλασσε το σχέδιο Ι. Τα Θρησκευτικά εν τέλει έγιναν  μονόωρο, αλλά έμειναν υποχρεωτικά αφού αλλάζει το περιεχόμενό τους. Το ερώτημά μας για την Γεωμετρία αναβαθμίζεται και αναμένει επί του περιεχομένου την απάντησή του.    

Στη Γ΄ Λυκείου: Εδώ έχει τελειώσει η ενιαία γνώση με εξαίρεση μόνο τα Νέα ελληνικά και πλαγίως της Ιστορίας (ερώτημα το περιεχόμενο). Θρησκευτικά και Ξένη Γλώσσα είναι επιλεγόμενα, αλλά δεν φαίνεται να έχουν τύχη, αφού «συναγωνίζονται» μαθήματα εμβάθυνσης για τις εισαγωγικές. Όλα τα άλλα μαθήματα είναι πακέτο στις τρεις κατευθύνσεις. Μόνο το διευρυμένο 5ωρο μάθημα της Κοινωνιολογίας είναι κοινό στις δυο κατευθύνσεις.    

ε) Ένας μαθητής στο Λύκειο είναι δυνατόν να μη διδαχτεί ποτέ Βιολογία (εκτός και αν υπάρξουν κάποια κεφάλαια στο νέο μάθημα) και Πληροφορική, αφού δεν διδάσκονται στη Α΄ Λυκείου και είναι επιλεγόμενα στις Β΄ και Γ΄.

στ). Οργανικές θέσεις: Η ήττα του ΥΠΔΜΘ επί της δομής στο σχέδιο Ι μετά την ολική κατακραυγή οδήγησε στην διατήρηση πολλών οργανικών θέσεων στο Λύκειο, αφού λίγα μαθήματα καταργήθηκαν και λιγότερα  έγιναν επιλεγόμενα. Άρα καμμία μάχη δεν πάει χαμένη.

ζ) Κερδισμένοι τυπικά σε ώρες είναι φυσικοί, χημικοί, οικονομολόγοι και γυμναστές, ενώ αναβαθμίζονται οι κοινωνιολόγοι. Μαθηματικοί και φιλόλογοι (συνυπολογίζοντας Α΄ και Β΄ ανάθεση ως έχουν) δεν ζημιώνονται. Μεγάλοι χαμένοι οι πληροφορικοί, οι ξενόγλωσσοι, οι Βιολόγοι, οι τεχνολόγοι και οι θεολόγοι.

Όμως χρειάζεται να προσθέσουμε το γεγονός ότι και οι κερδισμένες ειδικότητες μπορούν να βγουν χαμένες στο τέλος, εάν στο σχεδιαζόμενο νομοσχέδια για την Τεχνική Εκπαίδευση έχομε (βίαιη ή θεσμική) ροή μαθητικού δυναμικού έξω από το τεχνικό λύκειο με παράλληλη ροή από το Γενικό Λύκειο στο «νέο» Τεχνικό Λύκειο….

η) Αν και δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο όλων, άρα και των ενοποιημένων,  μαθημάτων η λογική του «σχολείου της αμάθειας» που έχει εφαρμοστεί σε αγγλοσαξονικό επίπεδο μας οδηγεί στη σοβαρή υπόνοια ότι θα κατέβει από το όποιο επιστημονικό επίπεδο στο εκλαϊκευμένο (και πιθανά προπαγανδιστικό) επίπεδο το μάθημα των «φυσικών επιστημών» στην Α΄ Λυκείου. Εάν αυτό συνδεθεί και με τον πιθανό εξοβελισμό της Γεωμετρίας στο μάθημα των «μαθηματικών», τότε η ήδη υποβαθμισμένη πολλαπλά Γεωμετρία (υποβάθμιση στο Δημοτικό, εγκατάλειψη στερεομετρίας στο Γυμνάσιο, ενδοσχολικό στην υπάρχουσα Β και Γ Λυκείου) θα υποβαθμίσει πλήρως και τα εναπομείναντα στοιχεία πολυεπίπεδης σκέψης.

Στο δικό μας πολιτισμικό επίπεδο υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να χαθούν τα αρχαία στην Α΄ Λυκείου, ενώ έχουν εξαφανιστεί πλήρως στην Β΄ και Γ΄ Λυκείου (τώρα  2+1=3 ώρες)… Την ίδια στιγμή στο φιλοσοφικό  επίπεδο πάμε στο απόλυτο μηδέν ακόμα  και στην θεωρητική κατεύθυνση (τώρα 2 ώρες στη Γ Λυκείου).

θ) Εξετεστικό: Εάν οι πληροφορίες και εκτιμήσεις που ακούγονται για χρήση τραπεζών θεμάτων, όχι για ελεύθερη διακίνηση θεμάτων αλλά για «σταθμισμένη» υποχρεωτική χρήση σε ενδοσχολικές ή περιφερειακές εξετάσεις επαληθευτούν τότε το Λύκειο θα αποτελεί και «κλίνη του Προκρούστη» όσον αφορά τη ροή του μαθητικού δυναμικού. Σε περίπτωση μάλιστα που προκριθεί η αναβάθμιση των ερωτήσεων κλειστού τύπου στο επίπεδο του (εκπαιδευτικού) ΑΣΕΠ θα αποτελεί ταυτόχρονα διάλυση της σκέψης των μαθητών, της … τσέπης των εκπαιδευτικών (λέγε με ατομική και σχολική αξιολόγηση και νέο μισθολόγιο), αλλά και της ύπαρξης των σχολικών μονάδων (λέγε με εκπαιδευτικές συγχωνεύσεις και Καλλικράτη…).

ι) Ερευνητικές εργασίες (3+2+2 ώρες): Κατ’ αρχήν η «καινοτόμα» πρόταση αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί αρνητικά, εκτός και εάν μπουν φίλτρα στο περιεχόμενο των εργασιών. Υπό όρους (π.χ. μη υπολογισμό για ΑΕΙ, περιεχόμενο, κλπ) και προϋποθέσεις (έλλειψη βιβλιοθηκών κλπ) μπορεί να παίξει το ρόλο της όασης μέσα σε ένα Λύκειο που θα βογγά, λόγω και όλου του υπόλοιπου ενδοσχολικού και κυρίως κοινωνικού-πολιτικού-εργασιακού τοπίου. Αν μάλιστα βαθμολογούνται και συνυπολογίζονται για τα ΑΕΙ, ας φανταστούμε την πιθανή βιομηχανία που θα ακολουθήσει…. Επί πλέον η υποχρεωτική ανάρτησή τους (μιλάμε για χιλιάδες αναρτήσεις) στο διαδίκτυο δεν θα τις ανακυκλώσει σε επίπεδο σε επίπεδο εξευτελιστικό;

Οι «παροικούντες» γνωρίζουμε ότι εφαρμόζονται στα ιδιωτικά Λύκεια. Εκεί όμως έχουν όλα τα υλικοτεχνικά μέσα, την οικονομική ευμάρεια, αλλά κυρίως εκεί πηγαίνουν οι μαθητές της elite, που συνήθως κουβαλούν μεγάλο μορφωτικό κεφάλαιο. Όταν καταργείται η ενισχυτική διδασκαλία στην υποχρεωτική εκπαίδευση, τεμαχίζεται η γνώση, αυξάνονται οι μετακινήσεις των μαθητών, η χρηματοδότηση βουλιάζει, οι δήμοι έχουν χρέη, η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών αφήνεται στην ατομική τους πρωτοβουλία πως θα πετύχει; Μήπως το ΥΠΔΜΘ τις ετοιμάζει για τους χρεοκοπημένους δήμους και  τα γεράκια χορηγούς;

ια) Φροντιστήρια μαθητών: Είμαστε σχετικά νωρίς αφού θα πρέπει να συνυπολογίσουμε το εξεταστικό σε όλη του την έκταση, το περιεχόμενο των μαθημάτων, τη κατάργηση κάθε μορφής ενισχυτικής διδασκαλίας στους μαθητές που κουβαλούν μικρό μορφωτικό κεφάλαιο. Ακόμα αναμένουμε και την νέα πολιτική στην Τεχνική εκπαίδευση, που θα αναγγελθεί μετά το Πάσχα. Θα μείνουν εκεί όλοι οι μαθητές μέσα στη β/βάθμια εκπ/ση μαζί με γενική παιδεία ή θα αυξηθεί το μοντέλο των ΕΠΑΣ με πολύ περισσότερες ειδικότητες εκτός Τεχνικού Λυκείου; Με άλλα λόγια πόσοι μαθητές θα έχουν δικαίωμα εισόδου στα ΑΕΙ τελειώνοντας τη μεταγυμνασιακή εκπ/ση; 

Πάντως μπορούμε μέσω της πείρας να πιθανολογήσουμε αύξηση των φροντιστηρίων στους μαθητές που θα παλέψουν για είσοδο στα ΑΕΙ. Έχει εξαγγελθεί ότι θα συνυπολογίζονται οι βαθμοί του Λυκείου (εθνικό απολυτήριο;) στην είσοδο των ΑΕΙ. Έτσι, παρότι μειώνονται τα 6 μαθήματα των εισαγωγικών πιθανά σε 4 στις μετά το Λύκειο εισαγωγικές, αλλά εισάγεται και η μετάβαση από το προπαρασκευαστικό 1ο έτος στα ΑΕΙ-ΤΕΙ στο επιθυμητό τμήμα, εκτιμούμε την αύξηση της τάσης  για εξωσχολικά φροντιστήρια.

Βεβαίως εισάγονται στην Β΄ και Γ΄ Λυκείου επιλεγόμενα μαθήματα «εμβάθυνσης» και το ΥΠΔΜΘ θεωρεί ότι με αυτά θα αμβλύνει την τάση. Παρ’ ότι δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια τα 4 μαθήματα των εισαγωγικών, τους μεταβλητούς συντελεστές βαρύτητας, αλλά και σε ποια ύλη θα διαγωνίζονται οι μαθητές μόνο το γεγονός ότι πρόκειται για δύο μόνο ώρες συνεκτιμούμε ότι η τάση δεν θα μειωθεί. Εξάλλου θα γιγαντωθεί στο 1ο – προπαρασκευαστικό έτος στα ΑΕΙ. Όλα αυτά βεβαίως για όσους θα έχουν οικονομικές δυνατότητες και φυσικά να καταφέρνουν να παίρνουν και «Εθνικό» Απολυτήριο. Οι υπόλοιποι;

Πάτρα, 31-3 και 14-4-11

 

* Ο Παναγιώτης Μπούρδαλας είναι αυτή την εποχή αιρετός στο ΠΥΣΔΕ Αχαΐας.

ΚΑΙΡΟΣ-ΠΟΣΔΕΠ: Ανακριβειών Έλεγχος

Ανακριβειών Έλεγχος

 

Απάντηση του  «Καιρού» προς την ΠΟΣΔΕΠ  (σχετικά με την ανακοίνωσή της για το νέο Λύκειο)

 

 

Αθήνα, 9 Απριλίου 2011

Είναι λυπηρό να διαπιστώνει κανείς πόσο εύκολα μπορεί ένας σοβαρός και επίσημος φορέας σαν την ΠΟΣΔΕΠ μπορεί να εκτεθεί από άγνοια και προχειρότητα. Σε ανακοίνωσή της (http://www.posdep.gr) για το νέο λύκειο προδίδεται για έλλειψη στοιχειώδους  ενημέρωσης ως προς το ρόλο και τη σημασία της θρησκευτικής εκπαίδευσης όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη όπως από τους πλέον επίσημους ευρωπαϊκούς φορείς της εκπαίδευσης έχει εκφραστεί τα τελευταία χρόνια.

Δεν τους παραπέμπουμε κάπου, γιατί καταλαβαίνουμε οτι αν τους ενδιέφερε να έχουν ουσιαστική και εμπεριστατωμένη άποψη για τα ζητήματα αυτά, το πιο εύκολο που θα μπορούσαν να κάνουν θα ήταν να απευθυνθούν σε οποιονδήποτε γνωστό ή άγνωστο συνάδελφό τους πανεπιστημιακό των Θεολογικών Σχολών Αθήνας ή Θεσσαλονίκης, και να αντλήσουν από αυτόν όσες πληροφορίες θα τους ήταν επαρκείς. Ίσως όμως να μην έχουν ακόμη αποδεχτεί οτι η Θεολογία είναι Επιστήμη και ως τέτοια αναγνωρίζεται παγκοσμίως από αυτούς που γνωρίζουν τα στοιχειώδη, καθώς επίσης  οτι οι Θεολογικές Σχολές  δεν προετοιμάζουν κατηχητές, ιερείς ή δασκαλάκους, αλλά επιστήμονες που μοιράζονται ισότιμα μαζί με άλλους ένα μεγάλο μέρος από το βάρος της δημόσιας εκπαίδευσης αγωνιζόμενοι να στηρίξουν την ανθρωπιστική παιδεία των αυριανών πολιτών. Δε σκοπεύουμε ούτε να απολογηθούμε, ούτε να τους πείσουμε. Δε μπορούμε όμως να σιωπήσουμε και να μην υπερασπιστούμε σθεναρά το δικαίωμά μας να  υπάρχουμε, όταν με προχειρότητα, που σημειωτέον δεν συνάδει με τη θέση τους και την ιδιότητά τους, εκφράζονται υποτιμητικά για το μάθημα των Θρησκευτικών συμπαρασύροντας μια ομάδα εκπαιδευτικών αλλά και τους πανεπιστημιακούς δασκάλους, οι οποίοι είμαστε βέβαιοι οτι πολλοί από αυτούς δεν θα αισθάνονται και πολύ άνετα με την άποψη την οποία εκφράζουν.

Τέλος οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η κριτική απέναντι στο νέο λύκειο δεν μπορεί να μοιάζει με το παιχνίδι της κολοκυθιάς (Ιστορία, Τέχνη, Πολιτισμός ή Θρησκευτικά;) γιατί εγκυμονεί τον κίνδυνο να παραβλέπονται ουσιώδη ζητήματα που ενδεχομένως να υπάρχουν από την απουσία και της Τέχνης και του Πολιτισμού και των Θρησκευτικών και άλλων μαθημάτων. Το ζήτημα κατά τη γνώμη μας δεν είναι να στριμωχτούν στην πόρτα του Λυκείου όσα περισσότερα μαθήματα γίνεται για να μη θιγούν χρόνια συντεχνιακά συμφέροντα. Το ζήτημα είναι να προσπαθήσουμε όλοι μαζί και ο καθένας από τη θέση του και με τις δυνάμεις που διαθέτει να συμβάλει θετικά στη διαμόρφωση μιας πρότασης στην κατεύθυνση μιας ανθρωποκεντρικής και σύγχρονης εκπαίδευσης μακριά από στερεότυπα και προκαταλήψεις, μιας εκπαίδευσης που θα σέβεται και θα τιμά το μαθητή, το δάσκαλο, το σχολείο.

Και σε αυτή την κατεύθυνση πραγματικά πιστεύουμε οτι δεν περισσεύει κανείς…

 

Μετά τιμής

Η Διοικούσα Επιτροπή του «Πανελληνίου Θεολογικού Συνδέσμου-ΚΑΙΡΟΣ-για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης»

Αμπατζίδης  Θεόφιλος, Θεολόγος (Κοζάνη)

Αργυρόπουλος Ανδρέας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων (Μυτιλήνη)

Καζλάρη Πηγή, Θεολόγος (Λάρισα)

Κωνσταντίνου Μιλτιάδης, Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ (Θεσσαλονίκη)

Μαυροκωστίδης Γρηγόρης, Θεολόγος (Θεσσαλονίκη)

Μόσχος Δημήτρης, Λέκτορας του Τμήματος  Θεολογίας του ΕΚΠΑ (Αθήνα)

Παπαδόπουλος Γιώργος, Θεολόγος (Αθήνα)

Παπασωτηρόπουλος Χριστόφορος, Θεολόγος (Πάτρα)

Σταματέλλου Νόνη, Θεολόγος (Ιωάννινα)

 

Υ.Γ. Είναι λυπηρό να σας τονίσουμε οτι, όπως φαίνεται από την ανακοίνωση του νέου Λυκείου, η Ιστορία δεν έχει τις ίδιες ώρες με τα Θρησκευτικά σε καμία τάξη, όπως ανακριβώς γράφετε στην ανακοίνωσή σας! Συγκεκριμένα για την Ιστορία: Α’ λυκείου, 2 ώρες υποχρεωτικά/Β’ λυκείου, 2 ή 4 ώρες υποχρεωτικά ανάλογα με την κατεύθυνση /Γ’ λυκείου, 2 ή 5 ώρες ανάλογα με την κατεύθυνση δηλ. συνολικά 6-11 ώρες και στις τρεις τάξεις.

Θρησκευτικά: Α’ λυκείου, 2 ώρες υποχρεωτικά/Β’ λυκείου, 1ώρα υποχρεωτικά σε όλες τις κατευθύνσεις/ Γ΄  λυκείου, 2 ώρες επιλεγόμενο δηλ. συνολικά 3 ώρες υποχρεωτικά και 2 κατ’ επιλογήν (5). Πόσο ίδιος φαίνεται να  είναι ο αριθμός των ωρών της Ιστορίας με των Θρησκευτικών; (!)

«Νέο Λύκειο»: Ο εξοβελισμός των Φυσικών Επιστημών

Ο εξοβελισμός των Φυσικών Επιστημών από το «Νέο Λύκειο» στοχεύει στην εκμηδένιση της μορφωτικής δυνατότητας των λαϊκών στρωμάτων

 

Του Νίκου Γαλάνη*

 

Οι φυσικές επιστήμες από την αρχή της εμφάνισής τους επέδρασαν καταλυτικά στην ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή βοήθησαν στην ταχύτερη εξέλιξη των μέσων παραγωγής (μηχανές, εργαλεία κ.α.) και στη συσσώρευση μιας παραγωγικής πείρας, από τον άνθρωπο στην κατεύθυνση της διασφάλισης ποιοτικότερων όρων διαβίωσης.

Η επίδραση τους όμως δε σταματά μόνο στο επίπεδο του οικοδομήματος της κοινωνίας, αλλά διαχέεται σε όλους τους τομείς και εκφάνσεις του εποικοδομήματος.  

Η επιστημονική μέθοδος και ανάλυση των φυσικών επιστημών (υπόθεση, πείραμα, επιβεβαίωση) μπόλιασε και τροφοδότησε όλες τις άλλες επιστήμες, δίνοντάς τους όλα εκείνα τα θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία, με τα οποία οδηγήθηκαν σε μια πορεία εμβάθυνσης της γνώσης, δηλαδή σε μια πληρέστερη προσέγγιση της ενότητας και πολυπλοκότητας του υλικού κόσμου που υπάρχει αντικειμενικά.

Αποτέλεσμα αυτής της αλληλεπίδρασης ήταν το ξεπέρασμα της μεταφυσικής ερμηνείας του κόσμου, καθώς και η γέννηση του διαλεκτικού υλισμού, δηλαδή της επαναστατικής κοσμοθεωρίας που μελετά τους γενικούς νόμους κίνησης και ανάπτυξης του φυσικού και κοινωνικού κόσμου, όπως επίσης και την αντανάκλασή τους στην ανθρώπινη γνώση.

Καθώς λοιπόν η ανθρώπινη γνώση αντανακλά τον πραγματικό κόσμο, δε μπορεί παρά να αναπτύσσεται κάτω από την επίδραση των νόμων της λειτουργίας του φυσικού και κοινωνικού κόσμου. Με αυτή την έννοια η μελέτη και η κατανόηση των νόμων που διέπουν πρωταρχικά το φυσικό κόσμο είναι απαραίτητη προϋπόθεση και για την ανάλυση των νόμων που διέπουν τον κοινωνικό κόσμο, αφού αυτός είναι η ανώτατη μορφή εξέλιξης του υλικού κόσμου. Ακολουθώντας έτσι την επιστημονική μεθοδολογία, ο άνθρωπος όχι μόνο κατανοεί τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει, αλλά μπορεί να τον υποτάσσει και να τον αναπτύσσει προς τις κατευθύνσεις που υπηρετούν την κοινωνική εξέλιξη και την ανθρώπινη πρόοδο.

Σε αυτήν την κατεύθυνση, κάθε προοδευτική κοινωνική δύναμη, αναγνωρίζοντας την παραπάνω συμβολή των φυσικών επιστημών, πρέπει να προτάσσει την πλατιά διδασκαλία τους σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης. Γιατί αυτή αφυπνίζει τη συνείδηση, δίνει τη δυνατότητα της ερμηνείας των φαινομένων, της καλλιέργειας της κριτικής σκέψης και του στοχασμού.

Η διδασκαλία δηλαδή των φυσικών επιστημών είναι εκείνη που εξοπλίζει τους μαθητές με τις απαιτούμενες γνώσεις, οι οποίες θα τους επιτρέψουν την ένταξή τους στην κοινωνία με όρους αναζήτησης της αιτιότητας της ποικιλομορφίας των φυσικών και κοινωνικών φαινομένων. Με αυτόν τον τρόπο, αποδυναμώνεται το πρότυπο της σκέψης που επιβάλλει η κυρίαρχη αστική τάξη, το οποίο δεν αναζητά την αιτιότητα ούτε τη σύνδεση των φαινομένων, αλλά απεναντίας κατευθύνει στην παθητική αποδοχή όλων των ιδεολογημάτων και αξιών της αστικής κυριαρχίας, με αποτέλεσμα την κοινωνική απόρριψη και περιθωριοποίηση των πολλών.

Στο «Νέο Λύκειο» που σχεδιάζεται, εξοβελίζεται η διδασκαλία των φυσικών επιστημών και συγκεκριμένα:

Ø  Στην Α’ του Λυκείου τα μαθήματα της Φυσικής, Χημείας και Βιολογίας ενοποιούνται σε ένα μάθημα. Ακολουθείται έτσι η κατεύθυνση του υποβαθμισμένου Αγγλοσαξονικού σχολείου, όπου οι φυσικές επιστήμες έχουν ως μοναδικό διδακτικό σκοπό την εκλαΐκευση ορισμένων φαινομένων του φυσικού κόσμου κι όχι τη συστηματική μελέτη των αιτίων που τα γεννούν και τα αναπτύσσουν καθώς και την αλληλοσύνδεσή τους στα πλαίσια της άρρηκτης ενότητας του υλικού κόσμου.

Ø   Στη Β’ του Λυκείου απουσιάζει εντελώς η διδασκαλία των φυσικών επιστημών από τη Θεωρητική Ενότητα (Κατεύθυνση Β), ενώ ακόμα και στη Θετική Ενότητα (Κατεύθυνση Α) η διδασκαλία τους υποβαθμίζεται, με το κατ’ επιλογήν μάθημα. Ένα μάθημα δηλαδή που αποτελεί μορφωτικό θεμέλιο υποβαθμίζεται, αποπροσανατολίζοντας τους μαθητές. Έτσι η γνώση αντικαθίσταται από την αποσπασματική πληροφορία την οποία έρχονται να υπηρετήσουν τα νεφελώδη προγράμματα που αφορούν στις ξένες γλώσσες.

Ø  Τέλος, στη Γ’ του Λυκείου ενισχύεται περαιτέρω ο εξοστρακισμός των φυσικών επιστημών, αφού ακόμα λιγότεροι μαθητές θα είναι σε θέση να ακολουθήσουν τη Θετική Ενότητα, λόγω της συστηματικής υποβάθμισης της διδασκαλίας τους στις δύο προηγούμενες σχολικές τάξεις. Συνακόλουθα, η ελλιπής αφομοίωση των βασικών εννοιών των φυσικών επιστημών αναγκαστικά θα οδηγήσει στην αναζήτηση της εξωσχολικής βοήθειας του φροντιστηρίου και του ιδιαιτέρου, δηλαδή στην αύξηση της παραπαιδείας. Συνεπώς ενισχύονται οι ταξικοί φραγμοί στη γνώση που οδηγούν στη μαθητική απόρριψη και κοινωνική περιθωριοποίηση των μαθητών από τα χαμηλά στρώματα.

 Είναι λοιπόν προφανές ότι ο εξοβελισμός των Φυσικών Επιστημών από το «Νέο Λύκειο» έρχεται να συμπληρώσει το παζλ των στυγνά αντιλαϊκών μέτρων και να περιορίσει τη μορφωτική δυνατότητα των πλατιών εργατολαϊκών στρωμάτων να ερμηνεύσουν το φυσικοκοινωνικό κόσμο, καθηλώνοντάς τους έτσι σε μια υποτακτική συμπεριφορά.

Απέναντι σε αυτή την αντιδραστική – από κάθε άποψη – κατεύθυνση οφείλουμε να αντισταθούμε, με ένα ενιαίο διεκδικητικό αγώνα, που θα συσπειρώνει τόσο τους άμεσα ενδιαφερομένους (καθηγητές, μαθητές, γονείς), όσο και το σύνολο των εργαζομένων. Γιατί η κατοχύρωση των λαϊκών μορφωτικών, εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων απαιτεί – πρώτα απ’ όλα – αφυπνισμένη συνείδηση και ενωτική πάλη.

 

* Ο Νίκος Γαλάνης είναι Χημικός Δ/θμιας Εκπαίδευσης, Μέλος της Αγωνιστικής Παρέμβασης Εκπαιδευτικών Ν. Ηρακλείου

 

ΠΗΓΗ: 13-4-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=29370

Το "νέο Λύκειο" δεν είναι ούτε νέο ούτε Λύκειο

Το "νέο Λύκειο" δεν είναι ούτε νέο ούτε Λύκειο

 

Του Χρήστου Κάτσικα


  

Πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι με το οποίο το Υπουργείο Παιδείας καταδίκασε με οριστικό κλείσιμο περισσότερες από 1000 σχολικές μονάδες, την ίδια ώρα που «στρώνoνται τα υλικά» για την «κατασκευή» του πιο αυταρχικού οικοδομήματος (αυτοαξιολόγηση – αξιολόγηση – νέα δομή στη διοίκηση – εκπαιδευτικός «καλλικράτης») ανακοινώθηκε το λεγόμενο «Νέο Λύκειο».

Δεν υπάρχει Εξεταστικό σύστημα, τα τελευταία τριάντα χρόνια, που να μην περιλάμβανε στην Εισηγητική του Έκθεση σαν στόχους και σαν δικαιολογητικό λόγο της θέσπισής του : τον περιορισμό της παραπαιδείας, την  αντικειμενική και αξιοκρατική επιλογή των μαθητών, την ισότητα ευκαιριών, το άνοιγμα των πανεπιστημίων, το τέλος του «ασφυκτικού εναγκαλισμού» του Λυκείου από τις απαιτήσεις των εξετάσεων για το πανεπιστήμιο, την φραστική καταδίκη της έμφασης στην απομνημόνευση. Τα αποτελέσματα των «υποσχετικών» τα γνωρίζουμε σήμερα πολύ καλά.

Ωστόσο το Υπουργείο Παιδείας δεν έχασε την ευκαιρία, στα πλαίσια των ανακοινώσεων για το «Νέο Λύκειο», να φρεσκάρει τις ίδιες υποσχετικές, με στόχο την εξαπάτηση της κοινής γνώμης που αγκομαχά από τα ανοιχτά ρήγματα του σημερινού σχολείου, ρήγματα τα οποία έχουν σκάψει οι ίδιοι οι σημερινοί επίδοξοι «μεταρρυθμιστές». Οι ίδιοι που έκλεισαν σε μια νύκτα 1050 σχολεία πάντα στα πλαίσια του συνθήματός του «Πρώτα ο μαθητής».

Λιγότερα μαθήματα, ερευνητικές εργασίες, ελεύθερος χρόνος!  Αυτά είναι, μαζί με τις χιλιοπαιγμένες υποσχετικές, τα νέα συνθήματα του Υπουργείου Παιδείας. Να ξεκαθαρίσουμε πρώτα πρώτα ότι το Υπουργείο Παιδείας είναι άσσος στις ταχυδακτυλουργίες. Η μείωση των μαθημάτων έγινε, τουλάχιστον σε ένα μέρος, με την παλιά διαφήμιση των σαμπουάν (2 σε 1, 3 σε 1 κλπ). Πήρε τρία φιλολογικά μαθήματα (Αρχαία, Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία) που διδάσκονται στο σημερινό Λύκειο 9 ώρες και τα «βάφτισε» ένα με τις ίδιες ώρες. Πήρε άλλα τρία μαθήματα (Φυσική, Χημεία και Βιολογία) και τα «βάφτισε» πάλι ένα.

Να πούμε, βέβαια, ότι τα τελευταία πολλά χρόνια, υπήρχαν πλήθος μαθήματα στο Λύκειο και αυτό δεν ήταν ότι καλύτερο καθώς δεν πατούσε σε κάποια πραγματική ανάγκη των μαθητών αλλά σε άλλες «ανάγκες». Ωστόσο το κύριο ζήτημα δεν είναι τόσο τα λιγότερα ή τα περισσότερα μαθήματα που διδάσκεται ένας μαθητής, αλλά η κατεύθυνση, τα περιεχόμενα μάθησης, η ποιότητα των διδακτικών εγχειριδίων, οι τρόποι διδασκαλίας και προπάντων οι επιδιώξεις της.

Όσον αφορά στην υποσχετική για περισσότερο ελεύθερο χρόνο των μαθητών αυτό μόνο πικρό γέλιο μπορεί να προκαλέσει. Η διάρθρωση του «νέου λυκείου» και οι νέοι όροι πρόσβασης στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ μετατρέπουν το «νέο λύκειο» σε μαραθώνιο πολλών εμποδίων και εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς ότι αυτή η κατάσταση είναι το έδαφος που λιπαίνει την εξαφάνιση του ελεύθερου χρόνου.

Όσο για το λεγόμενο σχέδιο έρευνας το λιγότερο που έχουμε να πούμε είναι ότι δεν φυτρώνουν τριαντάφυλλα στο τσιμέντο (σύμφωνα με την πολύ εύστοχη παρατήρηση της Νίνας Γεωργιάδου) και δεν έχει κανείς παρά να θυμηθεί τις «συνθετικές δημιουργικές εργασίες»που προέβλεπε ο αλήστου μνήμης ν. Αρσένη. Την ίδια ώρα που οι βιβλιοθήκες των σχολείων κλείνουν αντί να εμπλουτίζονται και η έρευνα έχει κηρύξει πτώχευση το «σχέδιο έρευνας» που θα μοριοδοτείται θα καταντήσει είτε ένα γκουγκλάρισμα με copy paste είτε θα ανοίξει νέο κύκλο εργασιών στον κλάδο των project makers

Να το ξεκαθαρίσουμε κι ας μην υπάρχει καμιά αυταπάτη: Αυτό που θα αντιμετωπίσουν πρώτα οι μαθητές τον Σεπτέμβριο θα είναι ένα φθηνό Λύκειο, με περισσότερους μαθητές στην τάξη, χωρίς Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη (ΠΔΣ), με εκπαιδευτικούς πιεσμένους από τη μείωση των μισθών και την δραματική αλλαγή των εργασιακών τους σχέσεων,  χωρίς νέα βιβλία, με εξαιρετικά περιορισμένες λειτουργικές δαπάνες,  και με ένα ωρολόγιο πρόγραμμα υποταγμένο πλήρως στο νέο σύστημα εισαγωγής που ψώνισε το Υπουργείο Παιδείας από τα καλάθια προσφορών των χρησιμοποιημένων και χιλιοαποτυχημένων συστημάτων πρόσβασης.

Το «νέο Λύκειο» είναι μια παραλλαγή του παλιού Κλασικού – Πρακτικού με στοιχεία δεσμών και του Εθνικού Απολυτηρίου που είχε εξαγγελθεί την περίοδο 2005/6. Ουσιαστικά έχουμε μια αναδιάταξη του ωρολογίου προγράμματος η οποία εξυπηρετεί το νέο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα οι όροι και οι προϋποθέσεις εισαγωγής στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ όχι μόνο δεν υπόσχονται άμβλυνση των φροντιστηρίων αλλά αντίθετα λιπαίνουν το έδαφος για νέες αποικίες φροντιστηρίων στο Α΄ Πανεπιστημιακό έτος.

Όποιος έχει μάτια να δει και την τιμιότητα να πιστέψει στα μάτια μπορεί εύκολα να καταλάβει ότι το «νέο Λύκειο» λιπαίνει το έδαφος για ένταση των ταξικών φραγμών, για διαφοροποίηση των προγραμμάτων σπουδών, για αποσπασματικότητα των γνώσεων που οδηγεί στην απομόρφωση.

 

* Ο Χρήστος Κάτσικας είναι μέλος του συντονιστικού οργάνου ου ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ / αντιτετράδια της εκπαίδευσης

 

ΠΗΓΗ: 14-4-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=29458

ΕΛΕ: ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ για την κρίση

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

 

[Από το] ΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


 

 

Τελευταία έχει αρχίσει μια μαζική διαφημιστική εκστρατεία της ρεφορμιστικής Αριστεράς (δηλαδή της Αριστεράς που δεν αμφισβητεί το ίδιο το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και της έκφρασής της στον γεωγραφικό μας χώρο, της Ε.Ε.) για την προβολή μιας δήθεν «λύσης» στη βαθιά και κάθε μέρα επιδεινούμενη κρίση που μαστίζει τον Ελληνικό λαό.

Σύμφωνα με την προτεινόμενη λύση που συνυπογράφουν όχι μόνο γνωστοί «ειδικοί» από τον ρεφορμιστικό χώρο, αλλά και κάποιοι που χρησιμοποιούν την αντικαπιταλιστική ρητορική όπως ανάλογα χρησιμοποιεί ο Γιωργάκης τη σοσιαλιστική, το αίτημα για Λογιστικό Έλεγχο του Χρέους, το λιγότερο, αποτελεί «ταξικό όργανο πάλης», ενώ, στην καλύτερη περίπτωση,  θα μπορούσε να οδηγήσει, αν γίνει κοινωνικά ευρέως αποδεκτό, στη διέξοδο από την κρίση. Στην πραγματικότητα, δεν ισχύει ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο και, αντίθετα, η πρόταση για τον Λογιστικό Έλεγχο του Χρέους είναι όχι μόνο πρακτικά αδύνατη σε μη εξεγερσιακές συνθήκες και ανεπιθύμητη σε εξεγερσιακές, αλλά και διπλά αποπροσανατολιστική, εφόσον αποπροσανατολίζει τόσο για τα πραγματικά συστημικά αίτια της κρίσης, όσο και για τον πραγματικό τρόπο εξόδου από αυτή.

Είναι πρακτικά αδύνατη σε μη εξεγερσιακές συνθήκες γιατί απαιτεί τη σύμπραξη των ελίτ στη διενέργεια του Λογιστικού Ελέγχου. Όπου άλλωστε έγινε παρόμοιος λογιστικός έλεγχος υπήρχε τουλάχιστον η συμπαράσταση του κυβερνώντος κόμματος (Ισημερινός κ.λπ.), ή όπου κηρύχθηκε τμήμα ή και ολόκληρο το χρέος παράνομο ή απεχθές, αυτό έγινε μετά από απόφαση της κυβερνώσας πολιτικής ελίτ. Στην Ελλάδα είναι φανερό ότι κανένα από τα κόμματα εξουσίας δεν πρόκειται να συναινέσει, για προφανείς λόγους, σε μια διαδικασία λογιστικού ελέγχου του χρέους, όση πίεση και αν αναπτυχθεί «από κάτω», εκτός βέβαια αν η πίεση αυτή οδηγήσει στη δημιουργία εξεγερσιακών συνθηκών.

Είναι ανεπιθύμητη σε εξεγερσιακές συνθήκες: Όμως,  ακόμη και αν το προσεχές παραπέρα βάθεμα της κρίσης οδηγήσει πράγματι σε εξεγερσιακές συνθήκες, θα ήταν πράγματι γελοίο το αίτημα των εξεγερμένων να ήταν η… διενέργεια Λογιστικού Ελέγχου (που δυνητικά θα μπορούσε να καταλήξει στη διαγραφή κάποιου μέρους του Χρέους),  αντί να είναι η ανατροπή της κοινοβουλευτικής Χούντας και η ανάδειξη μιας Κυβέρνησης Λαϊκής Ενότητας, όπως έχουμε προτείνει, η οποία θα προχωρούσε:

– πρώτον,  σε δημοψήφισμα για την ακύρωση ΟΛΩΝ των μέτρων που επέβαλλε η Χούντα σε σχέση με (ή με αφορμή) το Χρέος και οδήγησαν στην κατεδάφιση κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών και,

– δεύτερον, στη λήψη των απαραίτητων μέτρων για τη δημιουργία των προϋποθέσεων μιας αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης, χωρίς εξαρτήσεις από Χρέη και τις ξένες και ντόπιες ελίτ (βλ. άρθρο Τ. Φωτόπουλου, «Η αποχώρηση από την ΕΕ μονόδρομος για την έξοδο από την κρίση και την αυτοδύναμη οικονομία», περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία τεύχος 22). Η ικανοποίηση αυτών των προϋποθέσεων θα έκανε δυνατή τη μελλοντική δημιουργία μιας εναλλακτικής κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης που θα την έλεγχαν άμεσα οι συνελεύσεις των πολιτών και των εργαζόμενων.

Είναι αποπροσανατολιστική όσον αφορά τα αίτια της κρίσης, εφόσον δεν συζητάει καν τα συστημικά αίτιά της, αλλά απλά μια συνέπειά της: το Χρέος. Όμως, τα αίτια της χρόνιας οικονομικής κρίσης είναι δομικά και ανάγονται στη διαστρεβλωμένη οικονομική δομή που δημιούργησε το σύστημα της οικονομίας της αγοράς γενικά και η ενσωμάτωση της χώρας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς ειδικότερα, μέσα από την ΕΕ και την ΟΝΕ. Η κρίση αυτή συγκαλυπτόταν σε ολόκληρη την Μεταπολίτευση, αρχικά από τις επιδοτήσεις κ.λπ. της ΕΕ, οι οποίες δινόντουσαν όχι βέβαια για να μας βοηθήσουν αλλά για να αποκρύψουν την παράλληλη αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής της χώρας, στην οποία οδήγησε το άνοιγμα και η απελευθέρωση των αγορών που μας επέβαλε η ΕΕ και, στη συνέχεια, από τα εύκολα δάνεια με χαμηλό επιτόκιο που επέτρεπε η είσοδός μας στην Ευρωζώνη.

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση επομένως απλώς λειτούργησε σαν καταλύτης για να εκδηλωθεί η συστημική κρίση της Ελλάδος και όχι σαν η αιτία της, όπως υποθέτουν οι «Μαρξο-Κεϊνσιανές» αναλύσεις πίσω από την  πρόταση για Λογιστικό Έλεγχο. Η ουσιαστική αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής, αναπόφευκτα, οδήγησε στη δημιουργία μιας «καταναλωτικής κοινωνίας χωρίς παραγωγική βάση» και στη συνεχή αύξηση του εξωτερικού χρέους (και, συνακόλουθα, του δημόσιου τομέα), το οποίο έφτασε στα σημερινά εκρηκτικά επίπεδα.

Είναι λοιπόν φανερό ότι κάποια μελλοντική, τυπική η άτυπη, χρεοκοπία ήταν προαποφασισμένη όταν επιβαλλόταν το Μνημόνιο και ο στόχος των ελίτ από την αρχή ήταν, από τη μια μεριά, να ξεζουμίσουν όσο μπορούσαν περισσότερο τα λαϊκά στρώματα ώστε να ελαχιστοποιήσουν τις ζημιές των κατόχων των ομολόγων, και, από την άλλη, να ολοκληρώσουν τις «διαρθρωτικές» αλλαγές της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οι οποίες  δεν είναι παρά η υλοποίηση των «4 ελευθεριών» του Μάαστριχτ (δηλαδή η «απελευθέρωση» των αγορών  κεφαλαίου, εργασίας, αγαθών και υπηρεσιών), και κυρίως να μας αναγκάσουν στο ξεπούλημα του εθνικού πλούτου, όπως κάνουν άλλωστε παντού οι δανειστές, είτε λέγονται ΔΝΤ, είτε ΕΕ.

Είναι αποπροσανατολιστική όσον αφορά τον τρόπο εξόδου από την κρίση, εφόσον ανάγει σε πανάκεια τη μερική ή ολική διαγραφή του Χρέους, την οποία (υποθετικά) θα μπορούσε να φέρει ο Λογιστικός Έλεγχός του! Το Χρέος, όμως, δεν είναι η αιτία της βαθιάς και επιδεινούμενης κρίσης, όπως υποστηρίζουν ανόητες συνωμοσιολογικές «θεωρίες» τύπου «Σοκ και Δέος» ρεφορμιστών «αναλυτών». Ακόμη και αν αύριο μας χάριζαν οι πιστωτές μας ολόκληρο το Χρέος θα ήταν θέμα χρόνου να ξαναβρεθούμε στην ίδια θέση, εφόσον παραμέναμε στην ΕΕ και διατηρούσαμε τις αγορές μας ανοικτές και απελευθερωμένες, όπως αυτή επιβάλλει!

Επομένως, ο μοναδικός τρόπος διεξόδου από την κρίση περνά μέσα από τη δημιουργία μιας εντελώς διαφορετικής παραγωγικής και καταναλωτικής δομής, η οποία θα επέτρεπε την οικονομική αυτοδυναμία (όχι αυτάρκεια) του ελληνικού λαού, σε ένα πλαίσιο οικονομικής δημοκρατίας όπου ο ίδιος ο λαός, και όχι οι ντόπιες και ξένες ελίτ, ελέγχουν τα  μέσα παραγωγής και την οικονομική διαδικασία. Αυτό θα δημιουργούσε τις συνθήκες για τη μόνιμη οικονομική απεξάρτηση, σε πρώτο στάδιο ξεκινώντας από την ίδια τη χώρα, με τη μονομερή έξοδο από την ΕΕ και τον εξαναγκασμό των ντόπιων και ξένων ελίτ να πληρώσουν αυτές το Χρέος, εφόσον άλλωστε αυτές το δημιούργησαν και όχι βέβαια τα λαϊκά στρώματα τα οποία κανένας δεν τα ρώτησε ποτέ.

Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρο το χρέος είναι μη νομιμοποιημένο και όχι, όπως υποστηρίζουν οι υποστηρικτές του Λογιστικού Ελέγχου, κάποιο μέρος αυτού που οφείλεται σε καταχρήσεις, μίζες κ.λπ., το οποίο αν το έβρισκε κάποια Επιτροπή μετά από κάμποσα χρόνια, θα μπορούσαμε να το κηρύξουμε παράνομο ή απεχθές και κατόπιν να ζητήσουμε από τις ντόπιες και ξένες ελίτ να το διαγράψουν! Επομένως, μετά το δημοψήφισμα για την κατάργηση όλων των μέτρων, από θέση ισχύος πια, θα απαιτούσαμε τη διαγραφή μεγάλου μέρους του Χρέους δηλώνοντας αδυναμία να το πληρώσουμε, χωρίς ανόητους λογιστικούς ελέγχους, αλλά με μια απλή διαδικασία Στατιστικού Ελέγχου των μακροοικονομικών μεγεθών της χώρας. Μέσω αυτής της διαδικασίας είναι δυνατό να δειχθεί η αδυναμία πληρωμής του Χρέους, που επιβάλλει την ανάγκη για το «κούρεμά» του. Συγχρόνως, να επιβληθεί μια άγρια φορολόγηση περιουσίας στους προνομιούχους που θα πλήρωναν το υπόλοιπο Χρέος.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν την «Αλβανοποίηση» της Ελληνικής οικονομίας, όπως υποστηρίζουν οι κομισάριοι του συστήματος, αλλά, αντίθετα, την αποφυγή της Λατιναμερικανοποίησής της, μέσα από ένα νέο διεθνισμό, ο οποίος υιοθετεί μεν τις βασικές αρχές του παραδοσιακού διεθνισμού της Αριστεράς, αλλά και τον υπερβαίνει διότι θεμελιώνεται στις αυτοδύναμες οικονομικές δημοκρατίες των λαών (βλ. σχετικές παραγράφους για την οικονομική ένωση των αυτοδύναμων οικονομιών και τον νέο διεθνισμό στο σχετικό άρθρο του Τ. Φωτόπουλου, «Η Λατινοαμερικανοποίηση του Ευρωπαϊκού «Νότου», περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία, τ. 22)

13 ΑΠΡΙΛΗ 2011

 

* Διεθνές δίκτυο Περιεκτικής Δημοκρατίας: www.inclusivedemocracy.org • περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία: www.inclusivedemocracy.org/pd • Επικοινωνία: peridimok@gmail.com

Το απεχθές χρέος

Το απεχθές χρέος

 

Του Ηλία Σταμπολιάδη*


 

Αγαπητοί συνάδελφοι δοθείσης της πρότασης δημιουργίας δεξαμενών σκέψης θα ήθελα να προσθέσω μερικές απόψεις για το πρόβλημα του χρέους. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου αυθεντία επί του θέματος, όχι τόσο επειδή δεν είμαι οικονομολόγος αλλά κυρίως επειδή δεν έχω στη διάθεση μου όλα τα απαραίτητα στοιχεία που γνωρίζουν μόνο όσοι έχουν διατελέσει  υπουργοί οικονομικών ή ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι σε εμπιστευτικές θέσεις.

Είμαι σίγουρος  ότι δεν τα γνωρίζουν ούτε βουλευτές του κοινοβουλίου παρά το γεγονός ότι όλοι τους έχουν πάρει θέση επί του θέματος με την ψήφιση ή όχι του μνημονίου. Επειδή όμως, σαν Έλληνας πολίτης, πρέπει να έχω άποψη διότι σύντομα θα μου ζητηθεί να την εκφράσω με την ψήφο μου, προσπαθώ να τη δημιουργήσω από τα στοιχεία που όλοι γνωρίζουμε και τα όσα συμβαίνουν γύρω μας με κριτήριο τη λογική και τις φυσικές σχέσεις των πραγμάτων.

Καταρχήν θα πρέπει να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος και για αυτό θα δανειστώ τα μαθηματικά συναδέλφων.

·        Για τα δέκα εκατομμύρια Ελλήνων στην Ελλάδα το χρέος, των περίπου 350 δις,  αντιστοιχεί σε τριάντα πέντε χιλιάδες  (35000 €) στον καθένα μας ή 175000 για μία οικογένεια με δύο παιδιά και έναν παππού, όσο κοστίζει περίπου ένα μέσο διαμέρισμα 100 μ2. Αυτό σημαίνει ότι για να ξεπληρώσουμε θα πρέπει όλοι να πουλήσουμε τα σπίτια μας [1].

·        Εάν θεωρήσουμε μία καλή τιμή 3000 € ανά στρέμμα γης καλλιεργήσιμης ή άγονης τότε θα πρέπει να πουλήσουμε 117000 τετραγωνικά χιλιόμετρα όταν όλη η Ελλάδα είναι 130000 περίπου [2].

·        Με τιμή χρυσού 1400 $ ανά ουγγιά θα χρειαστούμε 11000 τόνους χρυσού, που υπερβαίνουν όλα τα γνωστά και πιθανά αποθέματα χρυσού στην Ελλάδα.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πως δημιουργήθηκε ένα τόσο υπέρογκο χρέος τη στιγμή που τα κλεμμένα και οι μίζες δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 10 δις €. Για να απαντήσω στο ερώτημα αυτό έκανα έναν απλό λογαριασμό. Ένα ομόλογο του 1985 αξίας ενός δις για 25 έτη με επιτόκιο 17,5%  στο τέλος του 2010 θα χρειαζόταν 56 δις για την εξόφληση του [3]. Έχει εκδώσει ο Ανδρέας παρόμοια  ομόλογα [4].

Το επιτόκιο 17,5% ακόμη και εάν αντιπροσώπευε την αξία του χρήματος το1985 είναι υπερβολικό για τα επόμενα χρόνια.  Εκτός του ότι είναι τοκογλυφικό υπό οιεσδήποτε συνθήκες,  σύμφωνα με τον Σόλωνα ένα επιτόκιο μεγαλύτερο του 6% είναι σίγουρο ότι οδηγεί τον δανειολήπτη σε κατάρρευση και το είχε απαγορεύσει [5]. Εάν θεωρήσουμε ότι μετά το 1985 το επιτόκιο πέφτει κατά 1% ετησίως μέχρι το 4,5%, που θεωρείται λογικό, τότε το ίδιο ομόλογο του 1 δις το 1985 θα χρειαζόταν μόνο 6,9 δις για την εξόφληση του το 2010. Τα υπόλοιπα μέχρι τα 56 δις που απαιτεί το επιτόκιο του 17,5% είναι καθαρή τοκογλυφία που είναι άδικο να το πληρώσει ο Ελληνικός λαός.

Η διαφορά είναι όσα ψάχνουν να βρουν τώρα ξεπουλώντας δημόσια περιουσία, αν και η γλωσσική τους ξεδιάντροπη αλλοίωση μιλάει για αξιοποίηση. Χωρίς αμφιβολία το χρέος αυτό δεν αποτελεί το κόστος όσων φάγαμε μαζί με τον Πάγκαλο, διατηρουμένης της αναλογίας της μερίδας του λέοντος και ακόμη δεν αντιστοιχεί σε πραγματικό χρήμα που μπήκε στη χώρα. Είναι πλασματικό, καθαρά λογιστικό χρέος, που δεν αντιπροσωπεύει τίποτε  περισσότερο από αριθμούς καταχωρημένους σε χαρτιά τα οποία μας καλούν να εξοφλήσουμε με εμπράγματες αξίες.

Επιπλέον σύμφωνα με απόφαση του ΟΗΕ ένα χρέος θεωρείται απεχθές και ο λαός ενός κράτους δεν υποχρεούται να το πληρώσει όταν συντρέχουν τρεις όροι [6], [7]:

·        Έγινε εν αγνοία του λαού. (Μέχρι πρότινος έλεγαν ότι λεφτά υπάρχουν)

·        Δεν χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη της χώρας αλλά σπαταλήθηκε προς όφελος των κρατούντων που το συνήψαν. (Τα χρησιμοποίησαν για να μείνουν στην εξουσία)

·        Οι δανειστές γνώριζαν την κατάσταση της χώρας. (Οι ίδιοι μαγείρευαν τα δεδομένα για λογαριασμό των δικών μας φαύλων)

Προφανώς και οι τρείς αυτοί όροι πληρούνται στην περίπτωση της Ελλάδος και η άρνηση της σημερινής κυβέρνησης για  παύση πληρωμών και αναδιαπραγμάτευση του χρέους δηλώνει συνεργεία  στη δημιουργία του και συνιστά προκλητική υπεράσπιση των συμφερόντων των δανειστών έναντι των Ελλήνων πολιτών σε βαθμό προδοσίας. Να φανταστεί κανείς ότι χώρες σαν τον Ισημερινό έχουν κάνει χρήση των ευεργετικών διατάξεων του ψηφίσματος του ΟΗΕ, το έκανε και ο Ιωάννης Μεταξάς [7], αλλά ακόμη και οι ΗΠΑ, ένα χρόνο πριν την επέμβαση στο Ιράκ, όταν αναγνώρισαν ως απεχθές το χρέος που δημιούργησε ο Σαντάμ και απάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την μετέπειτα, διορισμένη από αυτούς, κυβέρνηση του Ιράκ [6].

Αυτοί οι συλλογισμοί  είναι η δική μου συμβολή στη δεξαμενή σκέψης και προτείνονται δύο πράγματα, αφενός να ανοίξουν οι λογαριασμοί του κράτους ώστε να φανεί το εύρος της τοκογλυφίας και αφετέρου να φύγει η διαχείριση των Ελληνικών πραγμάτων από τα χέρια όλων όσων είναι συνυπεύθυνοι ή συνεχιστές της νοοτροπίας που δημιούργησε  το χρέος .

 

* Ηλίας Σταμπολιάδης, Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, 12-4-2011

 

Πηγές:

[1] Πέτρος Σταυρουλάκης, προσωπική επικοινωνία.

[2] Δάφνη Μανουσάκη, εσωτερικά μηνύματα Πολυτεχνείου Κρήτης, TUC mailer

[3] A.J. Merret, A. Sykes, Capital budgeting & company finance, Longman Group, London 1971.

[4] Τράπεζα της Ελλάδος, Αποπληρωμή μέρους ομολόγου Α. Παπανδρέου, Ιούλιος 2010

[5] Σπύρος Λαβδιώτης, Το ολέθριο “ Η Ελλάδα ανήκει στη Δύση”,   http://spiros26.files.wordpress.com/2009/10/ceb7-ceb5cebbcebbceacceb4ceb1-ceb1cebdceaecebaceb5ceb9-cf83cf84ceb7-ceb4cf8dcf83ceb7.pdf  

[6]  Deptocracy, http:\\deptocracy.gr  

[7] Δημήτρης Καζάκης,  http://www.youtube.com/watch?v=Pgb71Hxi8hE&feature=player_embedded#at=49

 

Σημείωση:

Προς αποφυγή των αρνητικών εντυπώσεων που προσπαθούν να δημιουργήσουν ορισμένοι, με γλωσσικά δήθεν επιχειρήματα παρά με ουσιαστική τοποθέτηση στα λεγόμενα, θεωρώ απαραίτητο να αναφέρω τα ακόλουθα.

Ο όρος επαχθές, που με κατηγορούν ότι θα έπρεπε να είχα χρησιμοποιήσει αλλά δεν το έκανα λόγω ασχετοσύνης,  προέρχεται από το επί + άχθος  (βάρος) [1] που σημαίνει δυσβάσταχτος. Εάν ο λαός μας, με την ακόρεστη απληστία που του προσάπτουν, είχε δημιουργήσει ένα τόσο δυσβάσταχτο χρέος (επαχθές)  τότε ηθικά θα ήταν υποχρεωμένος να κάνει τις απαραίτητες θυσίες για να το ξεπληρώσει. Όσοι μάλιστα προθυμοποιούντο  με πακέτα σωτηρίας να τον βοηθήσουν στην αποπληρωμή θα ήταν πραγματικοί σωτήρες . Αυτή είναι και η θέση της κυβέρνησης, η οποία ποτέ δεν είπε ότι το χρέος δεν είναι δυσβάσταχτο (επαχθές) και μάλιστα κατηγόρησε την προηγούμενη για αυτό ενώ η ίδια υπερηφανεύεται ότι βρήκε σωτήρες στους οποίους μάλιστα  ανέθεσε τη διαχείριση της χώρας μίας και αυτή είναι ανίκανη. 

Ο όρος απεχθές που εγώ χρησιμοποίησα προέρχεται από το από + έχθος (μίσος) [1] που σημαίνει μισητό, αντιπαθές. Με την ανάλυση στο άρθρο μου απέδειξα και όλοι συμφώνησαν τόσο με την αιτιολόγηση όσο και με τις προτάσεις μου, ότι το χρέος αφενός μεν είναι υπέρογκο και ως εκ τούτου επαχθές αφετέρου δε ότι δεν είναι αποτέλεσμα χρήματος που εισήλθε στη χώρα και χρησιμοποιήθηκε προς όφελος του λαού και επιπλέον ότι στο ακατανοήτως μεγαλύτερο ποσοστό του είναι αποτέλεσμα λογιστικών καταχωρήσεων και τοκογλυφίας . Ως εκ τούτου είναι μισητό και ανεπιθύμητο και επομένως απεχθές.

Πόσες φορές σαν ιδιώτες δεν διαφωνήσαμε και δεν διεκδικήσαμε, για το γαμώτο της υπόθεσης, ακόμη και ένα  € διότι το θεωρήσαμε δίκαιο;  Τώρα λοιπόν που απαιτούν από μας ένα ποσό, που αποδεδειγμένα είναι προϊόν τοκογλυφίας και διαφθοράς και μάλιστα τόσο μεγάλο που θα επιρρεάσει την ζωή τριών γενεών Ελλήνων, γιατί να μην διαμαρτυρηθούμε και να το κρίνουμε απεχθές; Το χρέος αυτό είναι απεχθές ακόμη και αν δεν ήταν επαχθές και θα μπορούσαμε να το εξοφλήσουμε ανώδυνα.   

[1] Τεγόπουλος – Φυτράκης , Ελληνικό Λεξικό, Ελευθεροτυπία , 1993.

Ποίημα ανέσπερο -του Γιάννη Ποτ.

Ποίημα ανέσπερο

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου


 

Το ποίημα ανατέλλει ανέσπερο

στου εαυτού μου την οίηση

Καθώς ακούγονται στου γαλαξία

                                    τις σπείρες

οι οιμωγές των αστεριών

Ανατέλλει το ποίημα ανέσπερο

Όταν ανομολόγητες οι επιθυμίες μου

χορεύουν στο αλωνάκι των πόθων

Όταν μετεωρίζεται το βήμα της ψυχής μου,

στον  απόηχο του κεραυνού

 

Ανέσπερο ανατέλλει το ποίημα

όταν γλύφει τις πληγές του ο λογισμός

Καθώς φουντώνει το ασυνείδητο

στο καμίνι των δοξασιών μου

Όταν η αιώνια μετάνοια

            στο τραγούδι του Γκιώνη

απαιτεί συγχώρεση

 

Κι’ όταν αλαλάζει η αδυναμία

μπρός στην είσοδο της σκοτεινής σπηλιάς

Κι’ όταν λικνίζεται το παράλογο

στην αιώρα των άστρων

Το ποίημα ανατέλλει ανέσπερο

στου εαυτού μου την οίηση

 

Πως αλλιώς;

Αφού η ποίηση πεφταστέρι του λογισμού

Αφού η ποίηση στιλβηδόνα της αγωνίας

Αφού η ποίηση απόχη της αλήθειας

Αφού η ποίηση ίαμα στις αμφισημίες

 

Πως αλλιώς;

Αφού η ποίηση βροντή και πόθος,

                           νόστος και ταξίδι

κόμπος στο λαιμό,

                           γροθιά στο στομάχι

και εξομολόγηση

 

Γι’ αυτό ακριβώς

Όσο η ποίηση ένας δακρυσμένος κλόουν

Το ποίημα θα ανατέλλει ανέσπερο

στου εαυτού μου την οίηση

 

                                         24 Δεκεμβρίου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Αυτο-οργάνωση των ίδιων των λαϊκών δυνάμεων …

Η αυτο-οργάνωση των ίδιων των λαϊκών δυνάμεων θα φέρει την τελική συντριβή του καθεστώτος χρεοκρατίας

 

Του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη*

 

«Οι ανύποπτοι αθώοι, πολύ εύκολα πλήττονται και συντρίβονται, από τη γρηγορούσα πολυμήχανη κακία. Οι αμοραλίστες κατισχύουνε. Αλλά θαρθούνε άλλοι ενάρετοι, γρηγορούντες αυτοί, από τα παθήματα των ανύποπτων να τους τιμωρήσουνε. Δεν διαφεύγουνε την τιμωρία οι κακοποιοί, η «μάχαιρα» που δώσανε, τους ανταποδίδεται….

Οι φαύλοι επικρατούνε και συντρίβουνε τους αθώους, κατόπιν έρχονται άλλοι επιζώντες και τους τσακίζουνε. Κάποιος λαθεμένος υπολογισμός, κάποια λεπτομέρεια που δε μελετήθηκε καλά και, παράλληλα, η πληγωμένη αίσθηση της αρετής, συνεγείρει και συντάσσει τις αντίρροπες τάσεις που κινητοποιούνε τις αμυντικές κοινωνικές δυνάμεις για την τελική συντριβή των σκοτεινών δυνάμεων».

[Μάκβεθ του Σαίξπηρ, εισαγωγή Στάθη Πρωταίου, Εκδόσεις Δαρεμά, 1963]

Η ελληνική κοινωνία και το ελληνικό έθνος έχουν υποστεί μια βαριά ήττα, αποτέλεσμα της ενσυνείδητης προδοσίας του πολιτικού κατεστημένου. Οι συνθήκες που βιώνουμε σήμερα είναι πρωτόγνωρες και οι όροι της ζωής όλων μας θα αναθεωρηθούν εκ βάθρων, προς την χειρότερη οργουελλική δουλοκρατία, αν δεν αντισταθούμε.

Οι Έλληνες βρισκόμαστε στην πιο κρίσιμη αναμέτρηση της νεώτερης ιστορίας μας και οφείλουμε να αγωνιστούμε για να πάρουμε πίσω την πατρίδα μας, αλλιώς θα χαθούμε σαν ελεύθερο έθνος και θα αφομοιωθούμε ξανά για αιώνες σε νέους υπερκρατικούς μηχανισμούς (νέα τάξη, νεο-οθωμανισμός).

Η αίσθηση ότι οι ιθύνοντες γνώριζαν πως η χώρα επρόκειτο να ξεπουληθεί με τους όρους του Μνημονίου και ότι ο εξαρχής στόχος της κυβέρνησης ήταν να μας οδηγήσει σε ένα παγκοσμίου πρωτοτυπίας καθεστώς δουλοπαροικίας, διευρύνεται καθημερινά.

Οι πολίτες, επίσης, έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι χρειάζονται να γίνουν ρηξικέλευθα βήματα που θα κατοχυρώσουν εξ αρχής την εθνική ανεξαρτησία και την λαϊκή κυριαρχία. Ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αγωνιά για να κατοχυρώσει τις προϋποθέσεις της αυτο-οργάνωσης του ίδιου του λαού.

Το διακύβευμα της σωτηρίας της πατρίδας και του λαού, της αναγέννησης της χώρας, είναι πολύ σημαντικό για να το αφήσουμε στα χέρια της υπάρχουσας κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας, η οποία μας παρέδωσε στα εκτελεστικά αποσπάσματα των διεθνών τοκογλύφων.

Η πολιτική κατάσταση και ό,τι συμβαίνει στη χώρα μας δεν επιδέχεται λύσεις «από τα πάνω», που θα εμφανιστούν με έτοιμες συνταγές και παραδοσιακούς τρόπους οργάνωσης.

Δυστυχώς, όμως, υπάρχουν ακόμα πολλοί που θέλουν να γίνουν «σωτήρες» και πολλοί που θέλουν να βρουν «Σωτήρα». Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος της παρέμβασης συνωμοτικών δυνάμεων που θα προκαλέσουν «πορτοκαλί εξεγέρσεις» με αποπροσανατολιστικό χαρακτήρα ώστε να δώσουν την ευκαιρία μέσα από το χάος στα νεοταξικά επιτελεία να επιβάλουν προκατασκευασμένες εξελίξεις.

Παρόμοια σκηνικά είδαμε να δημιουργούνται στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού και της παγκοσμιοποίησης με τα κινήματα Otpor (Αντίσταση) το 2000 στο Βελιγράδι, το Mjaft (Αρκετά) το 2002 στα Τίρανα, την «επανάσταση Subr» το 2006 στην Λευκορωσία και κάποια «κινήματα» της Αφρικής (2010-2011), που συνδέονται με τον Σόρος και αμερικανικά thinktanks.

Πρέπει να το προσέξουμε ιδιαίτερα αυτό: την διαφορά, δηλαδή, μεταξύ της πατριωτικής αυτο-οργάνωσης του λαού και των «πορτοκαλί» κινημάτων και «αντιαυταρχικών» ΜΚΟ, που επιχορηγούνται από Ιδρύματα όπως το NED  (National Endowmentfor Democracy) και την περίφημη USAID.

Οι λύσεις θα έρχονται μέσα από την καθημερινή αυτο-οργάνωση, η οποία όσο περνάει ο καιρός θα αναβαθμισθεί από ένα απλό κινηματικό επίπεδο σε αντιμετώπιση άμεσων αναγκών για τα οξυμένα προβλήματα επιβίωσης των δοκιμαζόμενων στρωμάτων.

Άνθρωποι άξιοι και με ιδέες υπάρχουν αλλά δεν μιλούν όσο δεν υπάρχουν οι συνθήκες. Και αυτό που λέμε ΣΥΝΘΗΚΕΣ είναι ο ίδιος ο λαός. Όταν ο λαός καταλάβει τι του συμβαίνει και αποδεσμευθεί από τις υπάρχουσες κομματικές αγκυλώσεις, τότε θα ενεργοποιηθούν πάρα πολλές δυνάμεις και θα ξεμυτίσουν στην Αγορά του Δήμου με προτάσεις και ιδέες που δεν φανταζόμαστε σήμερα.

Όσο για την κατάλληλη ώρα, εμείς θα την δημιουργήσουμε, εμείς θα καταφέρουμε αυτό που λένε συνήθως οι ιστορικοί «ώριμες συνθήκες». Και όταν καταλάβουμε πώς πρέπει να δουλέψουμε μέσα από τις άμεσες εμπειρίες, τα εμπόδια, τα πισωγυρίσματα, τα προχωρήματα, τότε θα δούμε το κίνημα να λαμβάνει εκθετικές διαστάσεις. Αυτό το ξέρει ο ίδιος ο λαός που λέει: «όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος».

Είναι φανερό ότι σε όλη την χώρα έχει σημάνει ένας γενικός ξεσηκωμός χιλιάδων πολιτών που θέλουν να αγωνιστούν ενάντια στην οικονομικο-πολιτική κατοχή με προϋποθέσεις «δημοκρατικής αυτονομίας» μέσα από ανοικτές αυτό-οργανωμένες διαδικασίες.

Ο περισσότερος κόσμος, και ιδίως η νεολαία, δεν θέλει κανένα κομματικό «καπέλωμα» και οποιονδήποτε προκαταβολικό αποκλεισμό, αντίθετα απαιτεί την λήψη αποφάσεων μέσα σε πλαίσια που σέβονται την αρχή της άμεσης δημοκρατίας και της ανακλητότητας.

Η βάση και η αρχή για ένα νέο ξεκίνημα, με προοπτική ρήξης και επανάκτησης της πατρίδας, είναι το ξεπέρασμα του κλίματος ατομικοποίησης και πολιτικού μηδενισμού και η χειραφέτηση από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, τις σποραδικές αντιδράσεις με τις απεργίες-«περατζάδες», τους διαχωρισμούς σε δεξιά και αριστερά μέτωπα.

Στις σημερινές συνθήκες δεν υπάρχουν περιθώρια για ατέλειωτες ιδεολογικές συζητήσεις, σκληρές διαχωριστικές γραμμές ή να απαιτούμε να… διαφωτισθεί πλήρως ο ελληνικός λαός για να ξεσηκωθεί όταν μας παίρνουν την γη μας και την ζωή μας, σπιθαμή προς σπιθαμή από λεπτό σε λεπτό και μας οδηγούν με το μαρτύριο της σταγόνας στην ιστορική εξαφάνιση.

Το ζήτημα είναι πώς θα γλυτώσει η χώρα και ο λαός μας την καταστροφή και η μόνη σωστή πολιτική είναι αυτή που θα συσπειρώσει τον λαό, θα σταματήσει τους διαχωρισμούς και θα τον κάνει να φύγει από την απογοήτευση για να παλέψει μαζικά κατά του μνημονίου και της κατοχής.

Η Ελλάδα δέχεται μια ολοκληρωτική επίθεση, προμελετημένη, προσχεδιασμένη σε όλα τα επίπεδα: οικονομική, πολιτική, πολιτιστική με ΔΝΤ, Μνημόνια, Καλλικράτη, «εχθροπάθεια», «κώδικα τροφίμων», αλλαγή του κοινωνικού ιστού της χώρας.

Οι Έλληνες θα είμαστε και πάλι στην πρώτη γραμμή του νέου μεγάλου παγκόσμιου πολέμου των λαών με τις ολιγαρχικές δυνάμεις που άρχισε. Γι’ αυτό μας επέβαλαν το πιο επαχθές Μνημόνιο που δεν έχει εφαρμοσθεί σε καμμιά άλλη χώρα του κόσμου, ακόμα και αν έχει μεγαλύτερο χρέος από την χώρα μας.

Εμείς είμαστε το αίμα αυτού του τόπου. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορούμε να κάνουμε εμείς. Εμείς θα φτιάξουμε πάλι τις συνθήκες για να ξανάρθει το φως στην Ελλάδα.

Προσπαθούν να μας κοιμίσουν με τα πουλημένα κανάλια που ελέγχουν, μέχρι να μας πάρουν οι τραπεζίτες και οι διεθνείς τοκογλύφοι την γη μας και ό,τι μας απέμεινε. Όμως, απέναντι στις στρατιές των συντεταγμένων προπαγανδιστών κατεβαίνει από παντού η «κλεφτουριά» του διαδικτύου. Η κρίσιμη μάζα υπάρχει αλλά μένει να βρει το οργανωτικό πλαίσιο και την πολιτική κατεύθυνση.

Μας φοβόντουσαν πάντα γιατί είχαμε αυτό το αρχέγονο ένστικτο της ελευθερίας, αλλά και την απάντηση της λογικής στα αδιέξοδα του σήμερα.

Απέναντι στο Σοκ της τοκογλυφίας αντιπαραθέτουμε την Σεισάχθεια (σείω το άχθος, δηλ. αποσείω το χρέος) … της αρχαίας Αθήνας και απέναντι στο Δέος της ολιγαρχίας υπάρχει η  Άμεση Δημοκρατία που οι πρόγονοί μας θέσπισαν.

Μας φοβήθηκαν το ’21, το ’40, με το ΕΑΜ, το ’50, με την ΕΟΚΑ και αργότερα με το μεγάλο πολιτικο-πολιτιστικό ξεσηκωμό του ’60-’70. Μακρονήσια, εκτελεστικά αποσπάσματα, κρεμάλες, αστυνομοκρατία, χούντες, προδοσίες δεν μπόρεσαν να μας λυγίσουν. Μας τσάκιζε, όμως, πάντα η διχόνοια και η έλλειψη στρατηγικού σχεδίου, το μόνιμο σαράκι των προδοτών και των ουτιδανών «ηγετών».

Σήμερα, όλοι καταλαβαίνουμε ότι το Μνημόνιο συνιστά και επιδιώκει ολοφάνερα την ολοκληρωτική μας Γενοκτονία – οικονομική, εδαφική, πολιτιστική.

Αυτή η πολιτική εξουσία πρέπει να φύγει γρήγορα, οι εξοντωτικές συμβάσεις που έχει υπογράψει να ακυρωθούν και η χώρα να μπει σε αναγεννησιακή πορεία.

Όταν σαλπίσει το κάλεσμα, όταν θα υπάρχει το σχέδιο και η οργάνωση, τότε, όπως είπε ο Μίκης Θεοδωράκης, ή θα γίνουμε ήρωες, ή ραγιάδες.

 

[*Ομιλία στην εκδήλωση για τα 7 χρόνια του Hellenic Nexus, στη Στοά του Βιβλίου, την Παρασκευή 8 Απριλίου 2011].

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 12 Απριλίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/04/blog-post_5938.html

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου ΙΙΙ

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

7. Οι τρεις βασικές διαστάσεις του ζητήματος

 

Βασική μας θέση είναι πως τα πράγματα πήραν αυτή τη διάσταση επειδή το αληθινό πρόβλημα αφενός αφορούσε την κρίση στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου αλλά, αφετέρου, επειδή πυροδότησε και ευρύτερες διεργασίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Ελλάδα είναι χώρα της Ευρωζώνης, κατά συνέπεια η συγκεκριμένη κρίση, η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της παγκόσμιας ύφεσης, δεν μπορούσε να έχει μόνο «τοπικά» αποτελέσματα.

Σ’ ότι αφορά την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, η αδυναμία εκπόνησης μιας εναλλακτικής αστικής στρατηγικής από την ελληνική άρχουσα τάξη εκτιμήθηκε αρνητικά από τις διεθνείς χρηματαγορές με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια διαδικασία απόσυρσης της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών οίκων απέναντι στον ελληνικό καπιταλισμό. Με άλλα λόγια το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος (άλλωστε όπως δείξαμε κι άλλες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα) αλλά δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα: η απαξίωση που γνώρισε ο ελληνικός καπιταλισμός από τις διεθνείς αγορές και η συνολικότερη διεθνή διάσταση της κρίσης. Ας τα δούμε αυτά τα δύο ζητήματα πιο αναλυτικά.

Σε σχέση με τις αγορές σχηματίστηκε η εκτίμηση πως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι πιθανό να μπει σε πορεία υποβάθμισής του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας στο επόμενο διάστημα και κατά συνέπεια ενείχε κινδύνους η επένδυση σε αυτόν και γι’ αυτό η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια . Αυτό είχε την αντανάκλασή του και στο τραπεζικό σύστημα: οι τράπεζες αναζητούν στο εξωτερικό κεφάλαια για τη συντήρηση της ζήτησης αλλά η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας συντελεί στη διαμόρφωση των υψηλών επιτοκίων δανεισμού (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 248). Γιατί, όμως συμβαίνει αυτό; Η κατεύθυνση κεφαλαίων στο χώρο της χρηματοπιστωτικής σφαίρας συμπυκνώνουν μια πρόβλεψη εμπεριέχοντας ένα σημαντικό στοιχείο ρίσκου: οι αγορές κάνουν μια εκτίμηση για τη μελλοντική παραγωγή υπολογίζοντας σε ένα δικαίωμα στο μελλοντικό εισόδημα που αναμένεται να προέλθει από αυτή την παραγωγή. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως δεν υπάρχει τρόπος που να εγγυάται ότι τα κέρδη αυτά όντως θα πραγματοποιηθούν. Έτσι από τη στιγμή που οι αγορές σχηματίζουν την εντύπωση πως οι συνθήκες που επικρατούν σε μια χώρα (και σε αυτό συμπεριλαμβάνονται παράγοντες όπως η στρατηγική της αστικής τάξης αλλά και οι αντιστάσεις των κυριαρχούμενων στρωμάτων) δεν διασφαλίζουν την αρχικά προβλεπόμενη κερδοφορία τότε «υποβαθμίζουν» τη συγκεκριμένη χώρα μέσω της μαζικής εκροής κεφαλαίων ή/ και μέσω της ανόδου των επιτοκίων (Ιωακείμογλου 2010β).

Σ’ ότι αφορά τη διεθνή της διάσταση η ελληνική κρίση έχει να κάνει με το ευρώ και τους ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η προσπάθεια αρκετών ευρωπαϊκών χωρών ήταν να δημιουργήσουν ένα ισχυρό νόμισμα που σταδιακά θα λειτουργούσε ως το παγκόσμιο αποταμιευτικό νόμισμα. Πράγματι η πορεία του ευρώ θα είναι αποβεί ιδιαίτερα ικανοποιητική κερδίζοντας σημαντικά μερίδια στις παγκόσμιες αγορές. Έτσι στις διεθνείς αγορές χρεογράφων το ευρώ το Δεκέμβριο του 2007 εκφράζει το 32,7% της συνολικής αξίας τους σε σχέση με το 21,7% που εξέφραζε το 1999. Αντίστοιχα η συμμετοχή του δολαρίου μειώθηκε από 46,8% το 1999 σε 43,2% το 2007. Το 2004 το 19% των συναλλαγών σε συγκεκριμένα χρηματο- οικονομικά προιόντα (spot, swaps, outiright) ήταν σε ευρώ, με το δολάριο να κυριαρχεί με ποσοστό 44% και τη βρετανική λίρα στο 8,5% και το γιεν στο 10%. Το πιο σημαντικό όμως, είναι η παρουσία του ευρώ στο σύνολο των παγκόσμιων αποθεματικών. Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία το 2007 το 63,9% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων ήταν σε δολάρια ΗΠΑ (έναντι 71% το 1999), το μερίδιο του ευρώ κυμαινόταν στο 26,5%, (έναντι 17,9% το 1999), η στερλίνα περιοριζόταν στο 4,7%, (έναντι 2,9% το 1999), και το γιεν στο 2,9% (έναντι 6,8% το 1995). (Μελάς 2010: 35). Συμπερασματικά το ευρώ κατόρθωσε να παρουσιάσει μια σημαντική δυναμική, χωρίς βεβαίως να μεταβληθεί στο κύριο αποθεματικό νόμισμα, η οποία συντέλεσε στο να περιοριστεί, έστω και ανισόμετρα, η παρουσία των άλλων νομισμάτων. Η εξέλιξη αυτή θα συναντήσει την αντίδραση των αντίπαλων σχηματισμών, πόσο μάλλον που το ευρώ από το διάστημα της δημιουργίας του ανατιμήθηκε πλειστάκις έναντι του δολαρίου και της λίρας.

Η κρίση στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως κερκόπορτα όχι μόνο για να αντληθούν κερδοσκοπικά κέρδη από τον ακριβό δανεισμό αλλά επίσης για να μετατραπεί η κρίση της Ελλάδας σε κρίση του Ευρώ. Στο εσωτερικό της Ευρωζώνης αυτό αποτυπώθηκε στις πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας. Η Γαλλία βλέποντας τον κίνδυνο που δημιουργούνταν θέλησε να βοηθήσει την Ελλάδα, όχι βέβαια για λόγους φιλευσπλαχνίας αλλά διότι φοβήθηκε πως η κρίση στη συνέχεια θα επεκτεινόταν και στην Πορτογαλία και την Ισπανία με αποτέλεσμα να επέλθει η κατάρρευση του κοινού νομίσματος. Η Γερμανία από την πλευρά της έχει εκτιμήσει πως τα ιδιαίτερα συμφέροντά της εκφράζονταν μέσω της υφιστάμενης κατάστασης όπου όντας η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα είχε καταφέρει να ηγεμονεύσει ως εξαγωγική δύναμη στο χώρο της ευρωζώνης. Διαφορετικά ειπωμένο, η περαιτέρω εξαγωγική διείσδυση της Γερμανίας δε βασίστηκε στις ονομαστικές ανταλλακτικές αξίες των βασικών αποθεματικών νομισμάτων αλλά στην τεχνολογική καινοτομία, όπου διατήρησε την πρωτοπορία της σε συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους (αυτοκινητοβιομηχανία, χημική βιομηχανία, μηχανολογικός εξοπλισμός), στο διευρυμένο τομέα των κεφαλαιακών αγαθών καθώς και στην καθήλωση των μισθών (Χωραφάς 2010: 12- 13). Το αποτέλεσμα ήταν μεταξύ 2000 και 2010 η Γερμανία να έχει συσσωρεύσει ένα πολύ μεγάλο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, μόνο το 2007 ήταν της τάξης του 8%. Αυτό συνέβη γιατί στο διάστημα αυτό οι μεν εξαγωγές πολλαπλασιάστηκαν αλλά η εσωτερική ζήτηση έμεινε στάσιμη σημειώνοντας μια ανεπαίσθητη αύξηση του 0,2% ετησίως. Η ασήμαντη αύξηση της εσωτερικής ζήτησης οφείλεται στη στασιμότητα της πραγματικής αμοιβής της εργασίας, 0,4%- κατά πολύ μικρότερη της αύξησης της παραγωγικότητας. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μέσα σε μια δεκαετία ένα προϊόν να στοιχίζει 25% περισσότερο αν έχει παραχθεί στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Πορτογαλία και την Ισπανία , 23% στην Ιρλανδία και 13% στη Γαλλία ενώ στη Γερμανία η τιμή του έχει παραμείνει σταθερή (Φλάσμπεκ 2010: 57).

Κατά συνέπεια για τη Γερμανία οποιαδήποτε βοήθεια προς την Ελλάδα θεωρήθηκε πως θα λειτουργούσε ως αφορμή για να περιοριστούν τα κέρδη των γερμανικών επιχειρήσεων αφού αυτό θα συνέβαλε ανασχετικά και στις διαφορές παραγωγικότητας ενώ θα δημιουργούσε και εσωτερικά προβλήματα στη Γερμανία αφού ο εξαγωγικός της θρίαμβος στηρίχτηκε και σε πολιτικές λιτότητας, ενός εύρους που δε γνώρισαν οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Διαφορετικά ειπωμένο ο γερμανικός καπιταλισμός συμφώνησε να συμμετάσχει στο ευρώ θεωρώντας πως οι άλλοι σχηματισμοί χάνοντας το όπλο των υποτιμήσεων δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τη δική του υψηλή παραγωγικότητα σε συνδυασμό με τη μισθολογική συγκράτηση. Όταν οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής άρχισαν να γίνονται ορατές υπήρξε η εκτίμηση πως είναι προτιμότερο να πιεστεί η ελληνική οικονομία παρά να τεθεί σε αμφισβήτηση το όλο πλαίσιο που επέφερε πολύ μεγάλα κέρδη στη Γερμανία. Διαφορετικά ειπωμένο με την υιοθέτηση του ευρώ η Γερμανία φάνηκε να παίρνει μια επιλογή «επικέντρωσης» των δραστηριοτήτων της εντός της ευρωζώνης. Γι’ αυτό και το 43% των εξαγωγών της γίνεται ενός της νομισματικής ένωσης.

Υπάρχει βεβαίως και μια τρίτη, πρόσθετη, διάσταση η οποία δεν έχει πάρει ακόμα σαφή χαρακτηριστικά αλλά εκτιμούμε πως στο προσεχές μέλλον θα απασχολήσει τη γενικότερη ριζοσπαστική σκέψη. Ξεκινώντας από την Ελλάδα, η οποία παρεμπιπτόντως πάντοτε αποτελούσε μια δυτική ανορθοδοξία με το δυναμικό εργατικό κίνημα, την ισχυρή αριστερή παράδοση και το μετατοπισμένο πιο προς τ’ αριστερά πολιτικό σύστημα, φαίνεται να επιδιώκεται η μετάβαση σε μια νέα φάση για τους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς.

Η σημερινή κρίση αποδεικνύει πως η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους δεν εμφανίζει αντίρροπες τάσεις ούτε μέσω των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής (εφαρμογή των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων) ούτε μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών (χρήση της πληροφορικής στην παραγωγή, νέοι αυτοματισμοί, βιοτεχνολογία). Ταυτόχρονα το γεγονός πως σημαντικό μέρος της επέκταση της συσσώρευσης συνδέθηκε με την ανάπτυξη των υπηρεσιών, δηλαδή σε χώρους έντασης εργασίας, δημιούργησε όρια στην αύξηση της παραγωγικότητας. Έπειτα η δυναμική παρουσία στο διεθνή καταμερισμό εθνικών σχηματισμών χαμηλού κόστους εργασίας αλλά αυξημένων δεξιοτήτων του συλλογικού εργαζόμενου εργασίας (πχ Κίνα, Ινδία) αντικειμενικά πίεσε τα ηγεμονικά κράτη δημιουργώντας συνθήκες μειωμένης κερδοφορίας. Τέλος η κατεύθυνση ενός τμήματος των παραγωγικών κερδών στο χώρο του χρηματοπιστωτικού συστήματος λειτουργούσε ανασταλτικά στην υιοθέτηση ευρύτερων παραγωγικών και εργασιακών αναδιαρθρώσεων.

Η κρίση που εμφανίστηκε στις ΗΠΑ το 2007-2008 με τη μορφή της φούσκας στις αξίες των ακινήτων συμπύκνωσε όλα τα προηγούμενα προβλήματα. Ακριβώς επειδή η χρηματοπιστωτική επέκταση λειτουργούσε ως προ-επικύρωση παραγωγής μελλοντικών αξιών και κερδών, εμπεριείχε το κίνδυνο της απότομης διόρθωσης και της μαζικής απαξίωσης χρηματο-οικονομικών τίτλων που σε συνδυασμό με την υποβόσκουσα τάση υπερσυσσώρευσης οδήγησαν στην παγκόσμια οικονομική κρίση.

Το πρόβλημα, ωστόσο, με τη συγκεκριμένη οικονομική κρίση είναι πως δεν αποτελεί παρά την (επαν) ενεργοποίηση της κρίσης του 1973 η οποία δεν είχε επιλυθεί αλλά απλώς αναβληθεί, αφού διατηρήθηκαν τα κρισιακά στοιχεία σε μια λανθάνουσα κατάσταση. Όπως έχει δείξει ο Μπρένερ η οικονομική επένδυση στις ΗΠΑ, την ΕΕ και την Ιαπωνία σε όλους τους δείκτες (μεγέθυνση του προϊόντος, επένδυση, απασχόληση, μισθοί) επιδεινώνεται συνεχώς από το 1973 (Brenner 2002; Brenner 2008) – βλ. και τα στοιχεία των πινάκων 3 και 4 του παραρτήματος. Για τον Μπρένερ το πρόβλημα εστιάζεται στην ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ αμερικανικών, ιαπωνικών και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και δεδομένου πως τα μεγέθη είναι απαγορευτικά για αποσύρσεις παγίου κεφαλαίου δημιουργείται πτώση στο μέσο ποσοστό κέρδους των παραγωγικών τομέων, γεγονός που οδηγεί σε επιβράδυνση των επενδύσεων και σε συμπίεση των μισθών. Η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης συνέβαλε στην αποτροπή κατάρρευσης της κερδοφορίας αλλά δεν την απεκατέστησε στα προ του ’74 ύψη. Έτσι, το πρόβλημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου επιχειρήθηκε να επιλυθεί μέσω της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης που θα χρηματοδοτούνταν από την επέκταση του δανεισμού, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία μιας σειράς από χρηματοπιστωτικές φούσκες. Η αποτυχία της αστικής στρατηγικής ήταν πως επένδυσε καθοριστικά σε μια κατεύθυνση «μεγέθυνσης του χρέους». Με αυτό τον τρόπο υπήρχε η εκτίμηση πως οι καπιταλιστές θα έβγαζαν κέρδη από τα δάνεια που παρείχαν στους εργαζόμενους και από την άλλη πως με αυτό τον τρόπο θα ενισχυόταν η ζήτηση καπιταλιστικών εμπορευμάτων (Wolff 2008). Εν τούτοις, oι πρόσφατες εξελίξεις έδειξαν πως μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να δώσει απάντηση στη δομική κρίση του καπιταλισμού.

Σταθήκαμε λίγο πιο διεξοδικά στα θέμα της παγκόσμιας κρίσης για να δείξουμε το βάθος των προβλημάτων και τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησαν οι μέχρι τώρα «λύσεις». Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι πως η κρίση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά ότι η Ελλάδα εντάσσεται με ένα ιδιόμορφο τρόπο μέσα σε αυτή. Ακολουθείται με διαλεκτικό τρόπο η πορεία «ελληνική κρίση – κρίση του ευρώ – παγκόσμια κρίση» και αντίστροφα. Σε κάθε περίπτωση, και εδώ η Ελλάδα λειτουργεί ως «πειραματόζωο», είναι απαραίτητη η ανεύρεση νέων τρόπων αναστροφής της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί ως επιλογή είναι η κατεύθυνση της αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Αυτό δε σημαίνει πως δε θα συνεχίσει να κυριαρχεί η σχετική υπεραξία αλλά πως θα υπάρξει μεγάλη μείωση της συμμετοχής της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο με παράλληλη αύξηση του χρόνου της απασχόλησης. Γι αυτό και στην Ελλάδα τα μέτρα δεν περιορίζονται σε μια νέα περίοδο λιτότητας αλλά εκφράζουν την τάση κατάργησης κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών, με πρόσχημα την έλευση της κρίσης.


8. Υπάρχει περίπτωση τα συγκεκριμένα μέτρα να οδηγήσουν στην ανάκαμψη;

 

Βάση των όσων αναφέραμε εκτιμούμε πως τα συγκεκριμένα μέτρα που λήφθηκαν όχι μόνο δεν θα συντελέσουν στη μείωση του ελλείμματος αλλά το πιο πιθανό είναι πως θα βυθίσουν τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Καταρχήν τα μέτρα δεν αποφασίστηκαν για τους λόγους που προβλήθηκαν, αφού όπως είδαμε το όλο ζήτημα είναι αρκετά διαφορετικό, και κατά προέκταση είναι δύσκολο να υπάρξει αντιστοίχηση μεταξύ μέτρων και στόχων. Από εκεί πέρα ανακύπτουν και άλλα θέματα. Η βασική αντίληψη περί δημοσιονομικής εξυγίανσης στηρίζεται στην άποψη πως με περιορισμό της συνολικής ζήτησης θα ακολουθήσει κρίση των πωλήσεων με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών και στη συνέχεια αναθέρμανση της αγοράς. Αυτό που δεν πρέπει να γίνει, υποστηρίζουν οι θιασώτες της κυβερνητικής πολιτικής, είναι μια αύξηση των μισθών γιατί τότε θα περιοριστούν τα κέρδη και επομένως οι επενδύσεις και στη συνέχεια η απασχόληση. Ωστόσο αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό, όχι για λόγους νοημοσύνης αλλά επειδή πρόκειται για σαφώς ταξικές πολιτικές, είναι πως η αύξηση των κερδών και των επενδύσεων γίνεται εφικτή μόνο αν το βάρος της οικονομικής πολιτικής κατευθύνεται στην επέκταση της συνολικής ζήτησης. Σε αντίθετη περίπτωση τα «φθηνά» εμπορεύματα θα μείνουν απούλητα, οι επιχειρήσεις θα περιορίσουν την παραγωγή τους, η ανεργία θα αυξηθεί και η ύφεση θα βαθύνει.

Γιατί θα συμβεί αυτό; Πολύ απλά γιατί η μείωση των μισθών θα επιφέρει μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά τη συνολική ζήτηση και μέσω αυτής τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Οι επιχειρήσεις διαπιστώνοντας πως το παραγωγικό τους δυναμικό δεν χρησιμοποιείται επαρκώς δεν έχουν λόγω να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις – πόσο μάλλον που στην περίπτωση της Ελλάδας ένα μεγάλο τμήμα του αποθέματος του παγίου κεφαλαίου συσσωρεύθηκε πρόσφατα. Το αποτέλεσμα θα είναι να μειωθεί η συμβολή όλων των συνιστωσών της εσωτερικής ζήτησης με άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, γεγονός που θα συντελέσει στην περαιτέρω μείωση της εσωτερικής ζήτησης κοκ. Η χειρότερη, δε, προοπτική θα είναι η δυσκολία που θα έχει η ελληνική οικονομία να επανέλθει στην αρχική της κατάσταση ακόμα και όταν, κάποτε, αυξηθεί η ζήτηση. Κι αυτό γιατί μέχρι τότε θα έχει καταστραφεί ένα τμήμα του κεφαλαιακού αποθέματος,, θα έχουν πτωχεύσει αρκετές επιχειρήσεις ενώ ένα τμήμα του εργατικού δυναμικού που θα βρίσκεται στην ανεργία θα έχει χάσει τις γνώσεις και τις δεξιότητές του (Ιωακείμογλου 2010α:).

Συμπερασματικά η μείωση των εισοδημάτων δεν θα λύσει το πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, θα δημιουργήσει πληθώρα νέων ζητημάτων (Θανασούλας 2010: 13). Στον δε τραπεζικό τομέα θα αυξηθεί η επισφάλεια των τραπεζών με συνέπεια τη νέα περιστολή της ρευστότητας στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας (Λαπατσιώρας- Μηλιός 2010: 12)


9. Συμπέρασμα

 

Όπως έχει δείξει η «Σχολή Αλτουσέρ» η ιδιαιτερότητα του πολιτικού είναι πως συμπυκνώνει την ταξική πάλη σε όλα τα επίπεδα. Υπό αυτή την έννοια τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα δεν είναι απλώς μια οικονομικού χαρακτήρα απάντηση στην κρίση, αλλά μια σαφής πολιτική στρατηγική που εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Η ελληνική άρχουσα τάξη βρίσκεται μέσα σε μια δίνη η οποία αποτελεί προϊόν πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ταξικής πάλης: την αδυναμίας συνέχισης του συγκεκριμένου τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, των αντιφάσεων που έχει δημιουργήσει η χρήση του ευρώ στο πλαίσιο της παγκόσμιας κρίσης, της ανάγκης συμμόρφωσης όλων των εθνικών σχηματισμών με τις κατευθύνσεις των ισχυρών ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, της προσπάθειας σε διεθνή κλίμακα ανεύρεσης ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκτιμούμε πως τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηριστούν από προσπάθειες των εθνικών αστικών τάξεων για συστηματική και εντατική μετακύλιση του κόστους της κρίσης στον κόσμο της ζωντανής εργασίας. Σε αυτό οι οργανωμένες, πολιτικά και συνδικαλιστικά, μορφές εκπροσώπησης των λαϊκών συμφερόντων θα κληθούν να σχεδιάσουν αποτελεσματικές στρατηγικές ανάσχεσης της επίθεσης του κεφαλαίου. Το μέλλον, πέραν του ότι διαρκεί πολύ, προοιωνίζεται και πολύ ενδιαφέρον…

 

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/details.php?id=2057

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου ΙΙ

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου – Μέρος ΙΙ

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου


Συνέχεια από το Μέρος Ι

5. Μύθος 3: Η (υποτιθέμενη) αύξηση των μισθών οδήγησε σε ραγδαία μείωση των εξαγωγών

 

Το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς είναι πως ακόμα και αν δεχτούμε, ως υπόθεση εργασίας, πως υπάρχει πραγματική αύξηση των μισθών αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε πτώση της ανταγωνιστικότητας. Κι αυτό γιατί ακόμα και αν δεν λάβουμε υπόψη μας τις μεθοδολογικές παρατηρήσεις που κάναμε στην προηγούμενη παράγραφο, η παραγωγικότητα της εργασίας προς το μο της ΕΕ 15 έχει αυξηθεί περισσότερο απ’ ότι οι μισθοί (19% έναντι 14%). Κατά συνέπεια το πρόβλημα δεν πρέπει να εστιάζεται στους μισθούς. Ταυτόχρονα είναι λάθος να θεωρείται πως το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας είναι τωρινό πρόβλημα – πόσο μάλλον πως γι’ αυτό φταίει η άνοδος των μισθών.

Ας το εξετάσουμε αυτό λίγο πιο αναλυτικά. Για να θεωρήσουμε πως τώρα υπάρχει κρίση ανταγωνιστικότητας αυτό σημαίνει πως σε κάποια, πολύ πρόσφατη, χρονική φάση αυτό το πρόβλημα δεν υπήρχε και γι’ αυτό η ελληνική οικονομία γνώριζε σημαντική ανάπτυξη. Ωστόσο σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία η σχέση εξαγωγών προς εισαγωγές για την περίοδο 1960 – 1989 παρουσιάζει ορισμένες, όχι σημαντικές, αυξομειώσεις κυμαινόμενη μεταξύ 1/3 και 1/2,5. Η σαφής αυτή υπεροχή των εισαγωγών αντανακλά ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν οδήγησε στην πτώχευση της χώρας ούτε σε κάποια αντίστοιχη οικονομική καταστροφή. Στη συνέχεια η δεκαετία 1990- 1999 χαρακτηρίστηκε από μια παγίωση της σχέσης στο 1/2,5. Τέλος για την περίοδο 2000- 2009 μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα:

α) παρατηρείται μια περιορισμένη διολίσθηση της σχέσης εξαγωγών/ εισαγωγών η οποία κυμαίνεται γύρω από το ύψος του 1/3. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ένταση του τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και ειδικότερα με τις πιέσεις που δέχθηκε η ελληνική οικονομία λόγω της ένταξής της στη ζώνη του ευρώ από εθνικούς σχηματισμούς με υπέρτερη παραγωγικότητα αλλά και σε αυτή καθ’ αυτή τη χρήση του ευρώ ως ακριβού νομίσματος για τις συναλλαγές με τις χώρες εκτός ευρωζώνης. β) Σε κάθε περίπτωση πάντως η δεκαετία αυτή δε φαίνεται να χαρακτηρίζεται από κάποια δραστική μείωση των εξαγωγών, τέτοιας τάξης που να δικαιολογεί τη λήψη αντίστοιχης εμβέλειας μέτρων όπως αυτά που αποφάσισαν από κοινού Κυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Τ’ ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατακόρυφης μείωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας φαίνεται και από τα υπάρχοντα στοιχεία που αφορούν την εξέλιξη της συμμετοχής των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές, στις εξαγωγές των χωρών της ζώνης του Ευρώ καθώς και στις εξαγωγές στο σύνολο των χωρών της ΕΕ. Ωστόσο ούτε αυτά τα στοιχεία δείχνουν κάποια βαθιά κρίση εξαγωγών. Υπάρχουν διακυμάνσεις οι οποίες οφείλονται σε συγκυριακούς λόγους αλλά όλα κινούνται σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια. Έτσι την περίοδο 2000 – 2008 η συμμετοχή των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές κυμαίνεται μεταξύ 0,016 και 0,018 του συνόλου, στις εξαγωγές των χωρών της ΟΝΕ από 0,048 μέχρι 0,059 και στις εξαγωγές των χωρών της ΕΕ από 0,037 μέχρι 0,049 Βεβαίως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως ακόμα και για το μέγεθος της Ελλάδας οι επιδόσεις αυτές είναι πολύ χαμηλές. Δε θα διαφωνήσουμε πως ο ελληνικός καπιταλισμός δεν αντλεί τη δυναμική του από τη βιομηχανία αλλά σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν δείχνουν κάποια καθίζηση των εξαγωγών.


6. Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα;

 

Το πραγματικό πρόβλημα έχει να κάνει με το μοντέλο ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας που υιοθέτησε η ελληνική αστική τάξη μεταπολεμικά. Το βάρος δινόταν πρωταρχικά στον εφοπλισμό, άλλωστε η Ελλάδα παραμένει σταθερά η πιο ισχυρή ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, και στην ανάπτυξη του κατασκευών (πέραν της κατασκευαστικής ανοικοδόμησης της χώρας αξίζει να αναφερθεί και η πολύ σημαντική παρουσία των ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών στη Β. Αφρική και στη Μ. Ανατολή) και του τουρισμού και μόνον δευτερευόντως και υποτελώς στη βιομηχανία και μάλιστα στην εξαγωγική εκδοχή της. Στη συνέχεια και με την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ ΕΕ την όλη αυτή κατεύθυνση ενίσχυσαν και οι κοινοτικοί πόροι.

Το τουριστικό συνάλλαγμα, τα έσοδα από τον εφοπλισμό και οι πόροι από την ΕΟΚ συντελούν αποφασιστικά στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Διαφορετικά ειπωμένο το σχετικά αδύνατο σημείο του ελληνικού καπιταλισμού που ήταν η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας του, το αντιστάθμιζε το γεγονός της πολύ ισχυρής ναυτιλιακής παρουσίας, της ανάπτυξης της τουριστικής βιομηχανίας και των πόρων από την ΕΟΚ/ ΕΕ που σε σημαντικό βαθμό κατευθύνονταν στο κατασκευαστικό κεφάλαιο.

Στη δεκαετία του ’90 το ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα των διεθνών αγορών που έφερε η νίκη του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, (το φαινόμενο που για ορισμένους ονομάστηκε «παγκοσμιοποίηση») ενέτεινε τις πιέσεις απέναντι στην ελληνική οικονομία. Η λύση που επιλέχτηκε για να ανταπεξέλθει στα νέα δεδομένα δεν ήταν κάποιας μορφής τεχνολογικής μετασχηματισμός ή μια ριζική αναδιαμόρφωση του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, όπως υπήρξε ο φορντισμός στο παρελθόν, πέραν της υιοθέτησης ορισμένων μορφών εργασιακής ευελιξίας. Αντίθετα δόθηκε βάρος στη συνέχιση του ίδιου μοντέλου με ταυτόχρονη ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων (μείωση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν, αυξήσεις μικρότερες από την άνοδο της παραγωγικότητας) καθώς και μέσω της αξιοποίησης της φτηνής μεταναστευτικής εργασίας. Είναι δε χαρακτηριστικό πως σε μια περίοδο έντονης κεφαλαιακής διεθνοποίησης η Ελλάδα είναι η χώρα με πολύ λίγες άμεσες επενδύσεις προς το εξωτερικό και αυτές σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών της Βαλκανικής.

Η ένταξη στην ΟΝΕ, η πραγματοποίηση μεγάλων κατασκευαστικών έργων, η διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων το 2004, δεν διαφοροποίησαν αυτή την στρατηγική αλλά την ενίσχυαν. Ταυτόχρονα συνεχίστηκαν διάφορες παράλληλες μορφές ενίσχυσης του συνασπισμού εξουσίας και των στηριγμάτων του όπως η ανοχή στην παραοικονομία (η οποία αισίως έφτασε στις αρχές του 21ου αιώνα το 28,5% του ΑΕΠ), η διαπλοκή μονοπωλιακών μερίδων και κρατικού μηχανισμού με αποτέλεσμα την υπερκοστολόγηση δημόσιων έργων κοκ.

Τα προβλήματα άρχισαν να οξύνονται όταν εμφανίστηκε μείωση των ευρωπαϊκών πόρων, πτώση των εσόδων από τον τουρισμό, αύξηση του δανεισμού για να καλυφτεί το κόστος που δημιουργούσε η προνομιακή μεταχείριση στην ανάληψη δημόσιων έργων από συγκεκριμένους μονοπωλιακούς ομίλους (πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σκανδάλου της Ζήμενς), σταθερά υψηλά κόστη στρατιωτικών δαπανών κυρίως λόγω ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδιασμών και υποχρεώσεων, υπερκοστόλογηση δημόσιων δαπανών (ενδεικτικό παράδειγμα η λειτουργία του νοσοκομειακού τομέα με ότι αυτός περιλαμβάνει: φάρμακα, ιατρικά μηχανήματα, ιατρικές εξετάσεις που εκτελούνται από τον ιδιωτικό τομέα λόγω αδυναμίας τέλεσής τους από τον δημόσιο), αλλαγή νηολογίου για τους έλληνες εφοπλιστές και κατεύθυνση προς το κυπριακό νηολόγιο. Ταυτόχρονα η ένταξη στην ΕΕ σχηματισμών χαμηλότερης κόστους εργασίας (των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών) ενέτεινε την εικόνα της μειωμένης ελληνικής παραγωγικότητας αφού αυξήθηκε περισσότερο ο ανταγωνισμός εντός της ίδιας οικονομικής ολοκλήρωσης. Εξέλιξη που έπληξε κυρίως τους ελληνικούς παραδοσιακούς κλάδους έντασης εργασίας (κλωστοϋφαντουργία, ένδυση, υπόδηση) με συνέπεια είτε την πτώχευση επιχειρήσεων είτε την μετοίκησή τους σε χώρες της Βαλκανικής. Σημαντικό επίσης ρόλο έπαιξε και ο υψηλός πληθωρισμός που παρουσίασε η Ελλάδα σε σχέση με τον μ.ο των χωρών της Ευρωζώνης. Ίσως κάποιος να μη δώσει σημασία θεωρώντας πως ένας πληθωρισμός της τάξης του 3,5% δεν αποτελεί κάτι σημαντικό. Δεν είναι έτσι, όμως, δεδομένου πως στις χώρες του ευρώ ο πληθωρισμός κυμαινόταν περίπου στο 2,2%, πράγμα που συνιστούσε μια διαφορά της τάξης του 70%. Στη διάρκεια μια δεκαετίας αυτή η απόκλιση συνέβαλε ουσιαστικά στην μείωση της ελληνικής ανταγωνιστικότητας.

Το τραπεζικό κεφάλαιο από την πλευρά του επιχείρησε να ασκήσει πιέσεις στις επιχειρήσεις προς την κατεύθυνση έντονων αναδιαρθρώσεων, ωστόσο αυτό προσέκρουσε στην αδυναμία αρκετών εταιρειών να ενσωματώσουν τόσο σημαντικές αλλαγές στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης με αποτέλεσμα συχνά να παράγονται αποδιαρθρωτικά αποτελέσματα. Έτσι από ένα σημείο και μετά θα δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος αφού η κρίση οδήγησε στον περιορισμό των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις, πράγμα που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την ύφεση κοκ.

Όλα αυτά θα κάνουν πολύ έντονη την παρουσία τους και στην αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας η οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου ακολούθησε μακροχρόνια ανοδική πορεία μέχρι το 2004 και αυτό σε σημαντικό βαθμό σχετίζεται και με την σημαντική αύξηση των επενδύσεων, (πρώτη μεταξύ των χωρών της ΕΕ για την περίοδο 1996- 2004) σε μηχανολογικό εξοπλισμό (Ιωακείμογλου- Μηλιός 2006: 590- 591) . Από εκεί και πέρα κάθε πρόσθετη μονάδα επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο συνοδευόταν από μικρότερη αύξηση του παραγόμενου προϊόντος. Πρόκειται για το τέλος ενός επενδυτικού κύκλου ο οποίος χαρακτηρίστηκε από τη χρήση νέων τεχνολογιών στον εισαγόμενο από το εξωτερικό μηχανολογικό εξοπλισμό. Ο συγκεκριμένος κύκλος ξεκίνησε το 1996 και από 25% που ήταν η σχέση προϊόντος/ κεφαλαίου το 1995 έφτασε στο 28,5% το 2005. Από το 2006 η άνοδος ανακόπηκε και μετατράπηκε σε πτώση το 2008 (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009).

Το συνολικό αποτέλεσμα είναι πως βοηθούσης και της παγκόσμιας ύφεσης η ελληνική οικονομία από το 2005 αρχίζει να εμφανίζει έντονα στοιχεία συστολής. Έτσι η εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε σταθερές τιμές, υπήρξε ανοδική κατά την περίοδο 1996-2004, παρουσίασε κάμψη από το 2005 και κατέστη στην συνέχεια έντονα πτωτική. Σύμφωνα, δε, με τις προβλέψεις, το ΑΕΠ θα μειωθεί, σε σταθερές τιμές, κατά περίπου 2% το 2010. Ο ετήσιος ρυθµός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε από 4,0% το 2007 στο 2,9% το 2008 και στο -2% το 2009. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4,0% το 2008 ενώ το 2007 είχε παρουσιάσει άνοδο 2,7%.

Στο επίπεδο της κρατικής διαχείρισης η κρίση συμπυκνώθηκε στην άνοδο του δημόσιου ελλείμματος από 6,6% που ήταν το 2008 στο 12,9% του ΑΕΠ στο 2009. Αυτό οφείλεται σε μια σημαντική μείωση των εσόδων και των επιστροφών εσόδων (περίπου 4%), καθώς και στην αύξηση των δημοσίων δαπανών (περίπου 2/%). Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ σε όλη τη περίοδο 2002- 2008 τα δημόσια έσοδα σημείωναν κάθε έτος αύξηση, το 2009 για πρώτη φορά θα σημειωθεί μείωση 1,1 δις. ευρώ.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα θα πρέπει να διαβάσουμε τα ακόλουθα δεδομένα:
Σε ότι αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών η πρώτη διαπίστωση που κάνουμε έχει σχέση με το εμπορικό έλλειμμα. Παρατηρούμε πως υπάρχει μια μείωση του ελλείμματος μέχρι το 2004, όπου και λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε μια σημαντική οικονομική ανάπτυξη, στη συνέχεια το έλλειμμα αυξάνει και το 2008 βρίσκεται στα επίπεδα του 2000, για να μειωθεί ξανά το 2009 λόγω της από-διεθνοποίησης που προκαλεί η παγκόσμια ύφεση. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ενός τέτοιου εύρους κρίση εξαγωγών που να δικαιολογεί, έστω και από αστική σκοπιά, την ένταση των μέτρων που ελήφθησαν. Επίσης αν λάβουμε υπόψη μας και την παράμετρο των καυσίμων, η Ελλάδα ως ενεργειακά εξαρτημένη χώρα θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από πλευράς εμπορικού ισοζυγίου αν δεν είχε να αντιμετωπίσει και αυτό το πρόβλημα. Έπειτα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο παράγοντας του σχετικά υψηλότερου πληθωρισμού που σε καθεστώς σταθερών ονομαστικών ισοτιμιών οδήγησε στη σταδιακή απώλεια ανταγωνιστικότητας πολλών ελληνικών προϊόντων καθώς και η άνοδος των εισαγωγών που οφείλεται τόσο στην οικονομική μεγέθυνση που συνέβαλε στην αύξηση της ζήτησης για εισαγόμενα προϊόντα όσο και στις επενδύσεις σε εισαγόμενο μηχανολογικό εξοπλισμό (Μηλιός 2010).

Με αντίστοιχο τρόπο με το εμπορικό έλλειμμα κινείται και η εξέλιξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μείωση μέχρι το 2004, αύξηση μέχρι το 2008, ξανά μείωση του 2009. Ωστόσο θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως το έλλειμμα κινείται στη μετά 2004 περίοδο σε πολύ πιο υψηλά επίπεδα από ότι στην πριν του 2004. Αυτό από τη μια επαναεπιβεβαιώνει πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ξαφνική κρίση εξαγωγών και από την άλλη δείχνει πως οι υπόλοιποι δείκτες εμφανίζουν μια υπέρτερη υστέρηση. Ο πρώτος λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο θεωρούμε πως είναι η πτώση των ταξιδιωτικών εισπράξεων η οποία είναι σχεδόν συνεχής από το 2000 μέχρι το 2009- παρά τη διοργάνωση των Ολυμπιακών που θα περίμενε κανείς, (και γι’ αυτό άλλωστε, υποτίθεται, πως ανέλαβε η χώρα αυτό δυσβάστακτο κόστος), να λειτουργήσει ενισχυτικά για τον τουρισμό. Εκτιμούμε πως σημαντικός παράγοντας σε αυτή την εξέλιξη θα πρέπει να είναι η υιοθέτηση του (ακριβού) ευρώ. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την μείωση των τρεχουσών μεταβιβάσεων, δηλαδή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Παρατηρούμε πως η ολοκλήρωση του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης λειτουργεί αρνητικά σε αυτό τον δείκτη.

Αυτό που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η κρίση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναδεικνύει μια σημαντικότατη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν της αλλά και με τον μ.ο τω χωρών της ευρωζώνης. Πρόκειται για μια κρίση που αγγίζει και την Ισπανία και την Πορτογαλία φέρνοντας στην επιφάνεια παρόμοια οικονομικά προβλήματα. Συγκεκριμένα την περίοδο 2006- 2009 το ελληνικό έλλειμμα κινείται σταθερά σε διψήφια νούμερα ενώ την περίοδο κατά μέσο όρο οι χώρες της ευρωζώνης κινούνται μεταξύ +0,4% και -0,8%, το έλλειμμα της Πορτογαλίας βρίσκεται σταθερά στο 10% και της Ισπανίας κυμαίνεται μεταξύ 7% και 10% (European Economy 2009). Κατά συνέπεια δεν είναι ούτε το έλλειμμα, ούτε το χρέος, ούτε η ανεργία το βασικό ζήτημα αλλά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που αναδεικνύει ευρύτερα προβλήματα παραγωγικότητας.

Η κρίση ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαπλέχθηκε με την παγκόσμια κρίση κάνοντας δυσχερή τον μέχρι τότε ρόλο των ελληνικών τραπεζών. Τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης ήταν σε θέση να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δανειζόμενα από το εξωτερικό έτσι ώστε να ικανοποιηθεί η αυξανόμενη ζήτηση για συνάλλαγμα. Με τον τρόπο αυτό αντικαθιστούσαν και τις εισροές για τις αγορές κρατικών ομολόγων και μετοχών που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ευρώ συνέβαλαν στην κάλυψη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο η έλλειψη ρευστότητας των ξένων τραπεζών που προήλθε από την κρίση συντέλεσε στην αδυναμία εξεύρεσης φθηνού χρήματος για τις ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 247).

Περνώντας στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών το βασικό πρόβλημα που διαπιστώνουμε αφορά το έλλειμμα από επενδύσεις χαρτοφυλακίου και ειδικά σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια. Η περίοδος 2000- 2004 χαρακτηρίζεται από μια σχετική σταθερότητα και το έλλειμμα διατηρείται στο 5-6%. Στη συνέχεια η υπερθέρμανση της οικονομίας με την αύξηση του ΑΕΠ έχει ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του ελλείμματος στο 1,8% το 2006, αλλά από το 2007 παρατηρείται ραγδαία άνοδος με αποτέλεσμα το 2009 να φτάσει το έλλειμμα στο 11,7%. Εκτιμούμε πως η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες: μείωση του πραγματικού ΑΕΠ το 2009 λόγω της ύφεσης, αύξηση της προσφυγής σε δανεισμό λόγω της κόστους των δημόσιων έργων που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, μείωση της φορολογικών εσόδων τόσο λόγω της οικονομικής συστολής που έφερε η παγκόσμια ύφεση και στην Ελλάδα όσο και λόγω της μείωσης της φορολόγησης των επιχειρήσεων.

Όλα τα παραπάνω έχουν, όπως είναι φυσικό, συνέπειες στο χρέος. Από το 2006 υπάρχει αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους, το 2009 παρατηρείται μια σημαντική μεγέθυνση αυτού καθ’ αυτού του χρέους, ενώ από το 2007 αυξάνεται το χρέος σημαντικά και σε απόλυτους αριθμούς. Πάνω σε αυτό θέλουμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις:

Η πρώτη είναι πως η αύξηση της χρέους αποτελεί σοβαρό ζήτημα το οποίο δεν είναι εύκολο να παρακαμφθεί. Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική αστική τάξη που φανερώνει την κρίση του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που είχε υιοθετηθεί τα προηγούμενα (πολλά) χρόνια. Τα διαθέσιμα στοιχεία φανερώνουν πως ενώ η δεκαετία 2000- 2009 χαρακτηρίζεται από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην ουσία αυτό δεν βελτιώνει την κατάσταση της οικονομίας αφού, η ανάπτυξη αυτή κατευθύνεται στην αποπληρωμή των τόκων, ενώ αν λάβουμε υπόψη και την πληρωμή των χρεολυσίων τότε δημιουργείται ένα έλλειμμα που οδηγεί σε νέα προσφυγή σε δανεισμό. Η κρίση του 2009 που θα χαρακτηριστεί από αρνητική ανάπτυξη θα εκτινάξει την ελλειμματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η συνολική εικόνα επιδεινώνεται αν αναλογιστούμε πως πολλά ληξιπρόθεσμα δάνεια θα πρέπει να πληρωθούν μέσα στην περίοδο 2011- 2013 ενώ ο μέσος όρος αποπληρωμής των δανείων θα μειωθεί από τα 10 στα 7 χρόνια.

Ωστόσο, κι αυτή είναι η δεύτερη παρατήρηση, δεν πρόκειται για κάτι το ιστορικά πρωτοφανές, ούτε πρέπει να γίνονται συσχετίσεις με το 1898 ή το 1932 που οι ιστορικές συνθήκες ήταν εντελώς διαφορετικές ( απουσία, κοινού νομίσματος, μικρότερος βαθμός διεθνοποίησης για την ελληνική οικονομία- άρα μικρότερη επίδραση στη διεθνή οικονομία από τις δύο χρεωκοπίες). Έπειτα όπως φαίνεται και το 2002 και το 2003 η κατάσταση ήταν σαφώς πιο επιβαρυμένη αφού οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους ήταν υψηλότερες. Εξάλλου σχεδόν όλο το χρέος (97%) είναι σε ευρώ κατά συνέπεια δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις του ευρώ με το δολάριο, το γιεν και τη λίρα και δεν τίθεται θέμα ανεπάρκειας συναλλάγματος (Βεργόπουλος 2009) ενώ το 75% βρίσκεται στην κατοχή ευρωπαϊκών τραπεζών οι οποίες για προφανείς λόγους δεν θα επιθυμούσαν μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας. Τέλος το 75% του χρέους είναι με σταθερό επιτόκιο και το 25% με κυμαινόμενο κατά συνέπεια η επίδραση των αγορών αφορά κυρίως τα νέα δάνεια (Σταθάκης 2010). ..

 

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/details.php?id=2057

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ