Ελλάδα: ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΧΡΕΟΥΣ Ι

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΧΡΕΟΥΣ

Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

Του Θέμη Δελβιζόπουλου*

 

Αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, ο ελληνικός καπιταλισμός, πιεσμένος από τις νέες διεθνείς συνθήκες που παρουσιάστηκαν  μετά την κρίση του 73, και αδυνατώντας να εξυπηρετήσει ένα δυνατό διεκδικητικό κίνημα που γεννήθηκε με την πτώση της δικτατορίας, περνάει σε μια καινούρια περίοδο. Αδυνατώντας να αντέξει στον νέο διεθνή ανταγωνισμό παραδίνει τα όπλα. Συνθήκες που μέχρι τότε τον στήριζαν, όπως κρατικές επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές, δανειακές διευκολύνσεις μέσω των κρατικών τραπεζών, δεν είναι ικανές να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα του.

Σ’ αυτή τη φάση το καπιταλιστικό κράτος έρχεται για άλλη μια φορά αρωγός στην ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και την ενίσχυση της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους. Αναλαμβάνει το οικονομικό βάρος όλων εκείνων των τομέων του κεφαλαίου που απαξιώνονται λόγω ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών στην παραγωγή και της έντασης του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Ένα  ισχυρό πρόγραμμα κρατικής παρέμβασης μπαίνει σε ισχύ. Μια σειρά τράπεζες, βιομηχανίες και υπηρεσίες, κρατικοποιούνται. Το συγκρότημα Ανδρεάδη, το συγκρότημα Μποδοσάκη, τα διυλιστήρια και τα πετρέλαια Νιάρχου, τα ναυπηγεία, τα τσιμέντα, ένα μεγάλο τμήμα συγκοινωνιών, ορυχεία, έρχονται να προστεθούν στον ήδη μονοπωλιακό έλεγχο της ενέργειας μέσω της ΔΕΗ και των επικοινωνιών μέσω του ΟΤΕ. Μέσω του ελέγχου της Αγροτικής τράπεζας, κατευθύνει, προγραμματίζει  και  ελέγχει εμμέσως ένα μεγάλο τμήμα της αγροτικής παραγωγής.  Έτσι το Ελληνικό κράτος γίνεται ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης και διαχειριστής, παραγωγικών δυνάμεων, πίστης και υπηρεσιών μεταπολεμικά. Το 95% των τραπεζών, πάνω από το 65% της βιομηχανικής παραγωγής και το ίδιο περίπου των υπηρεσιών, το 95% της υγείας και των ασφαλίσεων περνάει στα χέρια του κράτους. Ο κρατικός καπιταλισμός παίρνει στην Ελλάδα την πιο καθαρή του μορφή.

Όλα αυτά βέβαια δεν έγιναν με το αζημίωτο. Τα πάντα εκτιμήθηκαν κοστολογήθηκαν και πληρώθηκαν με το παραπάνω στους πρώην ιδιοκτήτες τους. Το κράτος μέσω των κρατικών προϋπολογισμών καλέστηκε να στηρίξει  για ακόμα μια φορά το  παραπαίον σύστημα στις νέες συνθήκες.

Η αλλαγή των ιδιοκτησιακών σχέσεων στην Ελλάδα, όπως ήταν επόμενο επιδείνωσε ακόμα περισσότερο τις ήδη κακές συνθήκες της οικονομίας με πολλούς τρόπους. Αναγκασμένο το κράτος να στηρίζει,  αλλά να είναι και η ατμομηχανή της παραγωγής, γίνεται ιμάντας μεταβίβασης υπεραξίας από το σύνολο της κοινωνίας προς τους καπιταλιστές. Μέσω προμηθειών των δημοσίων επιχειρήσεων, μέσω ενός εκτεταμένου προγράμματος δημοσίων επενδύσεων με απ’ ευθείας ανάθεση έργων μελετών και κατασκευών, και ενισχύοντας τους με δάνεια από τις κρατικές τράπεζες με τη μορφή εγγυήσεων, οδηγείται από τότε σ’ ένα συνεχή  δανεισμό χωρίς πιθανότητα αποπληρωμής.  Από την δεκαετία του 80 οι ελλειμματικοί προϋπολογισμοί άρχισαν να παρουσιάζουν ήδη αδυναμία εξυπηρέτησης πληρωμών και κατά συνέπεια αύξηση των δανειακών αναγκών. Ταυτόχρονα χωρίς πρόγραμμα επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες και στηριγμένο μόνο στα χαμηλά μεροκάματα και στην εντατικοποίηση της εργασίας είναι αδύνατον να μεταβάλλει τον εις βάρος του διεθνή ανταγωνισμό. Έτσι  διεύρυνε ακόμα περισσότερο το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο διευρύνοντας ακόμα περισσότερο τις δανειακές ανάγκες της χώρας.

Το πιο σημαντικό όμως φαινόμενο που γέννησε αυτή η νέα περίοδος είναι ο νεποτισμός και η διαφθορά. Λέγεται ότι η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα. Η εξουσία που συνοδεύεται όμως με μια τεράστια ιδιοκτησία διαφθείρει απόλυτα στο τετράγωνο. Τα τυχαία και τυχάρπαστα ηγετικά στελέχη των κομμάτων μετατράπηκαν σε ιδιοκτήτες του «καταστήματος Ελλάς». Διαγκωνιζόμενοι για την πρωτοκαθεδρία, μετέτρεψαν σ’ ένα άτυπο κληρονομικό δικαίωμα την αναρρίχηση τους στα βουλευτικά έδρανα, και κατ’ επέκταση στην ιδιοκτησία του κράτους. Συνταγματικοί νόμοι ψηφίστηκαν για να κατοχυρώσουν  αυτόν τον τρόπο «ιδιοκτησιακής» διαχείρισης και ταυτόχρονα την ασυλία στη διαφθορά τους. Τα μεσαία στελέχη, αυτά που ανέλαβαν να επανδρώσουν την διαχείριση όλης αυτής της περιουσίας (διευθυντές γενικοί γραμματείς κλπ) μετατράπηκαν σε απόλυτους κυρίαρχους και δυνάστες της παραγωγής. Το γεγονός και μόνο ότι ήσουν μη εκλεγμένος πολιτευτής, σου έδινε το εισιτήριο της ικανότητας να διοικήσεις οποιονδήποτε οργανισμό, δεσμεύοντας με την υπογραφή σου τις τύχες χιλιάδων εργαζομένων και τεράστιων ποσών κεφαλαίου της κρατικής εταιρίας που διοικούσες.

Σαν συνέπεια και αποτέλεσμα αυτής της «ιδιοκτησιακής» σχέσης ο κομματικός συνδικαλισμός μετατράπηκε σε υπηρέτη και αρωγό όλου αυτού του νεποτισμού, πετώντας στα σκουπίδια τις εργατικές διεκδικήσεις. Η συναλλαγή και οι συμφωνίες με την εξουσία έγιναν ο κανόνας. Υψηλόβαθμα συνδικαλιστικά στελέχη έδιναν εξετάσεις περιμένοντας να μπουν στις λίστες των βουλευτικών και υπουργικών θώκων. Όλοι αυτοί και οι μεν και οι δε, ήξεραν το απλό. Η υπογραφή τους είχε το βάρος μερικών εκατομμυρίων μίζας. Μια τεράστια μηχανή διαπλοκής  στήθηκε μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας για να δίνει νομιμοφάνεια στις ρεμούλες. Η διαφθορά στο απόγειο της. Ο δικομματισμός στο φόρτε του. Όλες οι εκλογές που έγιναν από το 80 και μετά, έγιναν όλες με μια οσμή σκανδάλου. Παρ’ όλα αυτά η ομερτά ήταν η κυρίαρχη πολιτική. Η μια κυβέρνηση διαδεχόταν την άλλη παραγράφοντας τα προηγούμενα σκάνδαλα. Στηριγμένη πάνω σ’ αυτή τη σαπίλα και τη διαφθορά, η πολιτική του οικονομικού εκτελεστή των διεθνών τοκογλύφων βρήκε πρόσφορο έδαφος να καλλιεργηθεί.

Στην Ελλάδα λειτουργούσε από παλιά η πολιτική του οικονομικού εκτελεστή. Καλλιεργώντας τον φόβο στην συνείδηση των μαζών με όλα τα μέσα για «τον εξ ανατολών κίνδυνο», έσπρωχνε  την Ελλάδα στα νύχια των διεθνών τοκογλύφων σ’ ένα τρελό πανηγύρι αλόγιστων στρατιωτικών  εξοπλισμών ανταγωνισμού με την Τουρκία. Η κατάσταση αυτή  εντάθηκε  ιδιαίτερα μετά την κατάργηση της Αμερικάνικης βοήθειας και της ισορροπίας του 50-50 που είχε καθιερωθεί στα πλαίσια του ΝΑΤΟ μετά τον πόλεμο. Ένα μεγάλο πάρτι μίζας και δόλιου υπερδανεισμού είχε ήδη στηθεί πάνω σ’ αυτό το σενάριο. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό. Μπαίνοντας στην δεκαετία του 90, δεκαετία που σηματοδοτεί το πέρασμα του καπιταλισμού στη νέα περίοδο που λανσάριζε χρόνια η σχολή του Σικάγου, (ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, υπερχρέωσης κρατών, ιδιωτών και εταιριών, τζογάροντας έτσι στην κερδοφορία πλασματικού κεφαλαίου) έπρεπε να βρεθεί μια καινούργια ανάγκη η οποία θα γεννούσε νέες δυνατότητες δανεισμού. Η ανάγκη αυτή πήρε σάρκα και οστά στην νέα «μεγάλη ιδέα του Έθνους». Οι ολυμπιακοί αγώνες και ο ολυμπισμός γεννήθηκαν.

Το κλείσιμο των συμφωνιών και οι υπογραφές κάτω απ’ το τραπέζι για την πραγμάτωση της μεγάλης ιδέας όμως, χρειαζόταν μια πειθήνια κυβέρνηση η οποία, όχι μόνο δεν θα είχε αντιρρήσεις, αλλά θα ήταν και πειθήνιο όργανο τους, με το αζημίωτο βέβαια. Και αυτή βρέθηκε στο πρόσωπο ενός  ανεκδιήγητου  ανθρωπάκου. Του Σημίτη και της κυβέρνησης του. Συνδύαζε με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Χρησιμοποιώντας μια «σοσιαλλίζουσα» προοδευτική φρασεολογία με μια άκρως νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, μετατράπηκε στον κατάλληλο άνθρωπο την κατάλληλη στιγμή. Τα δειγματα διακυβέρνησης του φάνηκαν απ’ την αρχή, πραγματοποιώντας μια μεγάλη αναδιανομή του πλούτου υπέρ του κεφαλαίου, με ένα απίστευτο τζόγο στο χρηματιστήριο και την ίδρυση του μηχανισμού αποκρατικοποιήσεων των δημοσίων εταιριών μέσω τις εισόδου των στο χρηματιστήριο. Το μέλλον μας, είχε προδιαγραφεί με την άνοδο του Σημίτη στην εξουσία. Στρατιές διεθνών τζογαδόρων, τραπεζιτών, συμβούλων εταιριών και «προσωπικότητες» του τύπου του Σόρος και του Πόλσον άρχισαν να παρελάυνουν από την Ελλάδα και να γίνονται ομοτράπεζοι των μέχρι χθες πεινασμένων υπουργών και υπουργίσκων. Οι  συμφωνίες, οι μπίζνες, τα δάνεια, άρχισαν να πέφτουν σα βροχή ακολουθούμενα από την απαραίτητη βροχή από μίζες. Κάθε υπογραφή ζύγιζε ανάλογα με την συμφωνία που είχε κλειστεί. Η διαχείριση της μπίζνας του χρέους βρήκε μια στρατιά προθύμων για να μπει μπροστά. Μια νέα διαπλοκή δημιουργείται μεταξύ κράτους και μέσων μαζικής ενημέρωσης, στην ανάγκη πειθαναγκασμού και παραπληροφόρησης της κοινωνίας. Μεγαλοεργολάβοι γίνονται ιδιοκτήτες εφημερίδων και καναλιών με κρατικά δάνεια. Μια σειρά δημοσιογράφοι εξαγοράζονται από τα μυστικά κονδύλια υπουργείων οδηγώντας το χορό της παραπληροφόρησης. Το σκηνικό  για ένα άνευ προηγουμένου δόλιο υπέρδανεισμό έχει στηθεί.

Την ίδια περίοδο, όπου μαζί με την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, τον άκρατο δανεισμό κράτους εταιριών και ιδιωτών, (πιστεύοντας ότι έτσι θα ενισχύσει την παραγωγή), ο νεοφιλελευθερισμός  επένδυε όλη αυτή τη στρατηγική με μια ολοκληρωτικά αντιδραστική θεωρία. Το κράτος σαν μοχλός στήριξης  και ανάπτυξης της παραγωγής έπρεπε να καταργηθεί. Τα πάντα έπρεπε να ξεπουληθούν και η «ιδιωτική  πρωτοβουλία» να αφεθεί να λειτουργήσει με τους νόμους του ανταγωνισμού και της προσφοράς και ζήτησης. Το κοινωνικό κράτος να σαρωθεί και οι κοινωνικές παροχές να εξαφανιστούν στο βωμό της κερδοφορίας του ιδιωτικού κεφαλαίου. Το Κενσνιανό κράτος της προηγούμενης περιόδου έφθασε στο τέλος του. Η περίοδος είχε αλλάξει και ο ρόλος του είχε  τελειώσει. Ο μόνος ρόλος που του αναγνώριζαν πια ήταν να νομιμοποιεί το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και την κατάργηση του κοινωνικού κράτους. Έτσι για άλλη μια φορά το κράτος  καλείται να συμβάλλει στην κερδοφορία του κεφαλαίου, παίζοντας τον ακριβώς αντίθετο ρόλο της προηγούμενης περιόδου. Από τις κρατικοποιήσεις στις αποκρατικοποιήσεις. 

Το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας που είχε αποκτηθεί την προηγούμενη περίοδο είτε μέσω εξαγοράς από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε μέσω δανείων από κρατικές εγγυήσεις μπαίνουν στο στόχαστρο.  Πάνω σ’ αυτό το νέο πλαίσιο, στήνεται ένα δεύτερο γαϊτανάκι ρεμούλας και μίζας. Η κάθε «αποκρατικιποίηση» ξεπουλιόταν τόσο φθηνότερα, όσο μεγαλύτερη ήταν η μίζα. Η μια κυβέρνηση διαγκωνίζεται την άλλη, κατηγορώντας την για σκάνδαλα, προσπαθώντας να αναρριχηθεί στην εξουσία για να διαχειριστεί αυτή καλύτερα τις μίζες. Ένα νέο σκηνικό  διαπλοκής μεταξύ κράτους, οικονομικών παραγόντων, υμετέρων, φίλων και κουμπάρων αρχίζει να ξετυλίγεται παρασέρνοντας στο διάβα του το σύνολο της κρατικής γραφειοκρατίας.

Όλη αυτή η αλλαγή όπως είναι φανερό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Οι αντιστάσεις που δημιουργούνται στους κόλπους των εργαζομένων πρέπει να καμφθούν. Σε αυτόν τον ιερό αγώνα  καλούνται να συμβάλλουν όλοι οι διαπλεκόμενοι. Κυβέρνηση, συνδικάτα, δικαστική εξουσία, ΜΜΕ, οικονομικοί παράγοντες και αστική τάξη εξαπολύουν μια λυσσώδη επίθεση διαβολής των αγώνων, παραπληροφόρησης και διάβρωσης της συνείδησης των εργαζομένων στην προσπάθεια τους να πείσουν την κοινωνία για την αναποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα. Κάθε συλλογικότητα  κατασυκοφαντείται και η ατομικότητα και εσωστρέφεια εξιδανικεύεται. Οι νίκες που πετυχαίνουν οι κυβερνήσεις συνεπικουρούμενες από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία,  γεννάει ένα αίσθημα αλαζονείας και αποκοπής  ακόμα περισσότερο από την κοινωνία. Πιστεύουν ότι μπορεί να πετύχει τα πάντα. Οι εργαζόμενοι οδηγούμενοι από τα κόμματα της αριστεράς σε αγώνες οπισθοφυλακής και περιθωριακών κλαδικών διεκδικήσεων και καταλήγοντας από την μια οπισθοχώρηση στην άλλη, από την μια απογοήτευση στην άλλη, εγκατέλειπαν απογοητευμένοι συνδικάτα και κόμματα. Η ατομικότητα, ο καταναλωτισμός και μαζί η αδιαφορία και η απογοήτευση, φωλιάζουν για τα καλά στη συνείδηση της εργατικής τάξης και της κοινωνίας γενικότερα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 90 και μέχρι τη τέλεση των ολυμπιακών αγώνων, η ελληνική οικονομία φαίνεται να πετυχαίνει θαύματα. Σπρωγμένη από ένα ποταμό δανεικού χρήματος, δημόσιου και ιδιωτικού πετυχαίνει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξεως του 4, 5 και 6 %. Η αστική τάξη, αλλά και το σύνολο σχεδόν τον μεσοστρωμμάτων βοηθούμενα από μια καταιγιστική προπαγάνδα ακόμα και από μια μεγάλη μερίδα ευρωλάγνων «αριστερών» διανοουμένων, άρχισαν να πιστεύουν ότι η Ελλάδα έχει μπει στο κλαμπ των ισχυρών οικονομικών δυνάμεων. Πάνω σε αυτό το πλαίσιο οικοδομείται στα μυαλά του συνόλου σχεδόν της αστικής τάξης η συνείδηση ότι η ένταξη μας στην ζώνη του ευρω θα μας κάνει ακόμα πιο ισχυρούς οικονομικά. Αυτό ήταν και το κύκνειο  άσμα της ελληνικής οικονομίας. Μια οικονομία με ανύπαρκτη ανταγωνιστικότητα και ανεπαρκή παραγωγική βάση ήταν επόμενο έχοντας ενιαίο νόμισμα να  στραφεί στις εισαγωγές αφήνοντας στην τύχη της την παραγωγή, η στην καλύτερη περίπτωση μεταφέροντας την στους γειτονικούς παραδείσους των χαμηλών ημερομισθίων. Αυτό το κεφάλαιο του ευρω έχει αναλυθεί αρκετά καλά από έλληνες και ξένους οικονομολόγους….

ΑΘΗΝΑ 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ, Θέμης Δελβιζόπουλος, (Συνεργάτης του Πολιτικού Καφενείου), delvithemis@hotmail.com

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία καταχώρησης 16-04-2011, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=9473

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Απαράδεκτη η "εικαζόμενη συναίνεση"

Απαράδεκτη η "εικαζόμενη συναίνεση"

(Ανοικτή επιστολή καθηγητών ιατρικής στους Βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου)

 

Πέντε ειδικών ιατρών *


Αξιότιμοι κ.κ. Βουλευτές,

Στο προσχέδιο του νόμου «Δωρεά και μεταμόσχευση οργάνων και άλλες διατάξεις», άρθρο 9, παρ. 3, νομοθετείται η «εικαζόμενη συναίνεση» σύμφωνα με την οποία πραγματοποιείται η αφαίρεση ενός ή περισσοτέρων οργάνων από ενήλικο, «θανόν πρόσωπο» εφόσον, όσο ζούσε, δεν είχε εκφράσει την αντίθεσή του στην αφαίρεση αυτή. Με σαφέστερη διατύπωση, εφόσον νομοθετηθεί η «εικαζόμενη συναίνεση», θα πραγματοποιείται η αφαίρεση των ζωτικών οργάνων οποιουδήποτε ενήλικα στην περίπτωση που τεθεί γι’ αυτόν η διάγνωση του «εγκεφαλικού θανάτου», εάν αυτός δεν είχε δηλώσει γραπτώς, στην προγενέστερη ζωή του, την αντίθεσή του για τη λήψη των ζωτικών του οργάνων.

Θα πρέπει να καταστεί σαφές στον Ελληνικό λαό ότι ο «θανών δότης» (άρθρο 9) – από τον οποίον αφαιρούνται τα κατάλληλα προς μεταμόσχευση ζωτικά όργανα – είναι μόνον ο «εγκεφαλικά νεκρός» ασθενής, ο οποίος, όμως, αναπνέει ακόμη με τη βοήθεια του αναπνευστήρα, υποστηρίζεται με κατάλληλη φαρμακευτική υποστήριξη στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και στον οποίον επιτελούνται οι περισσότερες βιολογικές του λειτουργίες.

Ανεξάρτητα από τις αντιρρήσεις που εκφράζονται διεθνώς για την ταύτιση του «εγκεφαλικού θανάτου» με το βιολογικό θάνατο του ανθρώπου, με βάση ποιά λογική θα πρέπει να αποκαλύπτει ο κάθε Έλληνας πολίτης τις πεποιθήσεις του για μείζονα φιλοσοφικά θέματα, τα οποία σχετίζονται με τη ζωή και το θάνατο και τα οποία συνιστούν αυστηρά προσωπικά δεδομένα; Ποιά είναι εν προκειμένω η θέση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων;

Πολύ περισσότερο τίθεται πρόβλημα, όταν η γνωστοποίηση των πεποιθήσεων αυτών είναι δυνατόν να έχει συνέπειες στην επιλογή των ασθενών για εισαγωγή στις Μονάδες Εντατικής θεραπείας, οι οποίες ανεπαρκούν για την κάλυψη των αναγκών. Σε ανάλογη περίπτωση, ποιός θα προτιμηθεί για εισαγωγή; Αυτός για τον οποίον εικάζουμε ότι συναινεί στην αφαίρεση των ζωτικών του οργάνων ή αυτός, ο οποίος έχει δηλώσει αντίθεση στην αφαίρεση των οργάνων του; Εννοείται ότι θα προτιμηθεί ο υποτιθέμενος συναινών, οπότε γίνεται πλέον ανεπίτρεπτη διάκριση των ασθενών με κριτήριο τις φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις.

Η τακτική της  «εικαζόμενης  συναίνεσης» πάσχει εμφανώς από έλλειμμα δημοκρατικού φρονήματος και θα προκαλέσει μείζονες αντιδράσεις. Ποιός γιατρός θα τολμήσει να αφαιρέσει ζωτικά όργανα «εγκεφαλικά νεκρού» ασθενούς, εάν υπάρχει σαφής αντίρρηση των αμέσων συγγενών του; Συναίνεση υπάρχει μόνον όταν αυτή έχει δηλωθεί ρητώς και εγγράφως και όχι όταν τεκμαίρεται. Φαίνεται ότι από το ίδιο δημοκρατικό έλλειμμα έπασχαν και αυτοί, οι οποίοι μερικά χρόνια πριν είχαν χαρακτηρίσει τα ζωτικά όργανα των Ελλήνων «εθνικό πλούτο»!

Εάν οι προηγούμενοι προβληματισμοί δεν πείθουν για τη ματαίωση της νομιμοποίησης της «εικαζόμενης συναίνεσης», ας λάβουν υπ’ όψη τους οι εισηγητές του νόμου αυτού τη γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής της χώρας μας. Η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, στη συνεδρίασή της, στις 16 Δεκεμβρίου 2005, συζήτησε την πρόταση νόμου, η οποία είχε τότε κατατεθεί στη Βουλή για την «τροποποίηση και συμπλήρωση του ν.2737/1999 «Μεταμοσχεύσεις ανθρωπίνων ιστών και οργάνων και άλλες διατάξεις» απέρριψε την πρόταση για νομοθέτηση της «εικαζόμενης συναίνεσης».

Σύμφωνα με το σκεπτικό της Επιτροπής αυτής «..η ενδεχόμενη καθιέρωση του συστήματος της “εικαζόμενης συναίνεσης”, για την εξασφάλιση μοσχευμάτων από νεκρούς δότες, θα δυσκολέψει μάλλον, παρά θα διευκολύνει αυτόν τον σκοπό… Oι μεταμοσχεύσεις σήμερα βασίζονται στον θεσμό της δωρεάς οργάνων και ακριβώς γι’ αυτό περιβάλλονται με ιδιαίτερη κοινωνική αίγλη. Αν, στο θεσμό της δωρεάς, υποκατασταθεί μια απόλυτη κρατική επιταγή που επιβάλλει την αφαίρεση των οργάνων… οι μεταμοσχεύσεις μοιραία θα στερηθούν αυτή την αίγλη… Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι …η “εικαζόμενη συναίνεση” δεν έχει εφαρμοσθεί ποτέ σε χώρες που ήδη την έχουν καθιερώσει νομοθετικά (π.χ. Ισπανία)…».        

  

Με εξαιρετική τιμή

 

* Οι υπογράφοντες

1. Κ. Γ. Καρακατσάνης, Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ.

2. Ι. Κουντουράς, Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ.

3. Χρ. Γήτας, Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ.

4. Δημ. Τσαντήλας, Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ.

5. Νικ. Κωνσταντινίδης, Διευθυντής Ιατρός Ε.Σ.Υ.

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύθηκε την Τετάρτη, Απρίλιος 13, 2011,  http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1826

Μοίρα και χαρακτήρας

Μοίρα και χαρακτήρας

 

Walter Benjamin [Μτφρ. Radical Desire]


 

[…] Αν, συνεπώς μπορούμε να φτάσουμε σε μια έννοια της μοίρας, θα πρέπει να την διακρίνουμε ξεκάθαρα από αυτή του χαρακτήρα, πράγμα που με τη σειρά του δεν μπορεί να επιτευχθεί ωσότου η δεύτερη έννοια να έχει οριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια. Στη βάση αυτού του ορισμού, οι δύο έννοιες θα καταστούν εντελώς αποκλίνουσες· εκεί όπου υπάρχει χαρακτήρας είναι βέβαιο ότι δεν θα υπάρχει μοίρα, και ο χαρακτήρας δεν θα βρίσκεται στην περιοχή που ορίζει η μοίρα.

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να προσέξουμε ώστε να αποδώσουμε και τις δύο έννοιες σε σφαίρες στις οποίες δεν θα σφετερίζονται την βαθμίδα υψηλότερων σφαιρών και εννοιών, όπως συμβαίνει στην καθομιλουμένη. Διότι ο χαρακτήρας τοποθετείται συνήθως σε ηθικά συμφραζόμενα, ενώ η μοίρα [τοποθετείται] σε θρησκευτικά συμφραζόμενα. Θα πρέπει να εξορίσουμε τις έννοιες αυτές και από τις δύο περιοχές, αποκαλύπτοντας το σφάλμα της τοποθέτησής τους εκεί. Το σφάλμα αυτό πηγάζει, σε ό,τι αφορά την έννοια της μοίρας, μέσω της σύνδεσής της με αυτή της ενοχής. Έτσι, για να αναφερθούμε σε μια αντιπροσωπευτική περίπτωση, η κακοτυχία που επιβάλλεται απ' τη μοίρα γίνεται αντιληπτή ως ανταπόκριση του Θεού ή των θεών σε κάποια θρησκευτική παράβαση. Δημιουργούνται όμως αμφιβολίες σχετικά με αυτή την εικασία από το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία παράλληλη σχέση της έννοιας της μοίρας με την έννοια που αναπόφευκτα συνοδεύει αυτή της ενοχής στην σφαίρα της ηθικής: την αθωότητα.

Στην αρχαιοελληνική εξέλιξη της ιδέας της μοίρας, η ευτυχία που προσφέρεται στον άνθρωπο γίνεται αντιληπτή όχι ως ανταμοιβή για την αθώα συμπεριφορά στη ζωή, αλλά ως πειρασμός για την διάπραξη της χειρότερης παράβασης, της ύβρεως. Συνεπώς, δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στην μοίρα και την αθωότητα. Και – αυτό το ερώτημα πηγαίνει ακόμα βαθύτερα – έχει μήπως η μοίρα κάποια σχέση με την καλή τύχη, με την ευτυχία; Είναι η ευτυχία εγγενής κατηγορία της μοίρας, όπως χωρίς αμφιβολία είναι η κακοτυχία; Η ευτυχία είναι μάλλον αυτό το οποίο απελευθερώνει τον ευτυχή άνθρωπο από την εμπλοκή των Μοιρών και από το δίχτυ της δικής του μοίρας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χέλντερλιν αποκαλεί τους ευδαίμονες Θεούς "χωρίς μοίρα". Η ευτυχία και η ευδαιμονία λοιπόν δεν ανήκουν στη σφαίρα της μοίρας περισσότερο από όσο ανήκει η αθωότητα. Αλλά μια τάξη της οποίας οι μόνες εγγενείς έννοιες είναι αυτές της κακοτυχίας και της ενοχής, μια τάξη μέσα στην οποία δεν υπάρχει κανένα αντιληπτό μονοπάτι για την χειραφέτηση (διότι, στον βαθμό που κάτι είναι μοίρα είναι επίσης κακοτυχία και ενοχή) — μια τέτοια τάξη δεν μπορεί να είναι θρησκευτικού χαρακτήρα, άσχετα από το πόσο η παρεξηγημένη έννοια της ενοχής φαίνεται να δείχνει το αντίθετο.

Πρέπει λοιπόν να αναζητηθεί μια άλλη σφαίρα, στην οποία η κακοτυχία και η ενοχή και μόνο να έχουν βάρος, μια ζυγαριά όπου η ευδαιμονία και η αθωότητα θα αποδεικνύονται υπερβολικά ελαφριές και θα αιωρούνται στον αέρα. Αυτή η ζυγαριά είναι η ζυγαριά του νόμου. Οι νόμοι της μοίρας – κακοτυχία και ενοχή – εξυψώνονται από τον νόμο σε μέτρα του ατόμου· θα ήταν σφάλμα να νομίζουμε ότι το μόνο που υπάρχει στο νομικό πλαίσιο αναφοράς είναι η ενοχή· μπορεί να αποδειχθεί ότι κάθε νομική ενοχή δεν είναι παρά κακοτυχία. Λόγω σφάλματος, εξαιτίας της σύγχυσής της με την σφαίρα της δικαιοσύνης, η τάξη του νόμου – που δεν είναι παρά υπόλειμμα του δαιμονικού σταδίου της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν οι νομικές διατάξεις δεν καθόριζαν απλώς τις ανθρώπινες σχέσεις αλλά επίσης την σχέση τους με τούς θεούς – συντηρείται πολύ μετά από το χρονικό σημείο της επικράτησης πάνω στους δαίμονες. Δεν ήταν στον νόμο αλλά στην τραγωδία που το κεφάλι της ευφυίας υψώθηκε για πρώτη φορά από την ομίχλη της ενοχής, γιατί στην τραγωδία παραβιάζεται η δαιμονική μοίρα. Αυτό όμως δεν γίνεται επειδή η ατέρμονη ειδωλολατρική αλυσίδα ενοχής και εξιλέωσης ξεπερνιέται από την αγνότητα του ανθρώπου που έχει εξιλεωθεί για τα αμαρτήματά του, και που συμφιλιώνεται με τον καθαρό θεό.

Μάλλον, στην τραγωδία ο ειδωλολατρικός άνθρωπος γίνεται ενσυνείδητος για το γεγονός ότι είναι καλύτερος από τον θεό του, αλλά αυτή του η συνειδητοποίηση του κλέβει τη μιλιά, παραμένει άρρητη. Χωρίς να διακηρύξει τον εαυτό της, ψάχνει κρυφά να συγκεντρώσει δυνάμεις. Δεν μετρά δίκαια την ενοχή και την εξιλέωση στη ζυγαριά, αλλά τις συνυφαίνει αδιάκριτα. Δεν τίθεται ζήτημα της αποκατάστασης της "ηθικής τάξης του κόσμου"· μάλλον, ο ηθικός ήρωας, ακόμα σιωπηλός, ακόμα ανήλικος – ως τέτοιος αποκαλείται ήρωας – προσπαθεί να εξυψώσει τον εαυτό του ταρακουνώντας τον βασανισμένο κόσμο.

Το παράδοξο της γέννεσης της ευφυίας στην ηθική βουβαμάρα, στην ηθική νηπιακότητα, είναι το Υψηλό στην τραγωδία. Είναι μάλλον η βάση κάθε Υψηλού, στο οποίο εμφανίζεται η ευφυία και όχι ο Θεός.

– Η μοίρα αποκαλύπτεται, συνεπώς, στην οπτική της ζωής, ως καταδικασμένη, ως το να έχεις ουσιαστικά πρώτα καταδικαστεί και μετά καταστεί ένοχος. Ο Γκέτε εκφράζει και τις δύο φάσεις συνοπτικά στη φράση "ο φτωχός που τον άφησες να γίνει ένοχος". Ο νόμος δεν καταδικάζει σε τιμωρία, αλλά σε ενοχή. Η μοίρα είναι το πλαίσιο ενοχής για τους ζωντανούς.

(1919)

 

Σημείωση:

 

Το κείμενο καλό είναι να διαβαστεί σε συνάφεια με την (αλλιώς δυσνόητη) χρήση των εννοιών "μοίρα", "ενοχή", "απλή ζωή", καθώς και της έννοιας του "νόμου" στα εξής κείμενα, της περιόδου 1920-1921:

"Κριτική της βίας" (1921)

"Το δικαίωμα στη χρήση βίας" (1920)

"Το νόημα του χρόνου στο σύμπαν της ηθικής" (1921)

"Ο καπιταλισμός ως θρησκεία"(1921)

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011 http://radicaldesire.blogspot.com/2011/04/walter-benjamin_04.html

ΔΙΑΚΙΝΗΤΕΣ ΝΟΘΕΥΜΕΝΩΝ ΕΝΟΧΩΝ

ΔΙΑΚΙΝΗΤΕΣ ΝΟΘΕΥΜΕΝΩΝ ΕΝΟΧΩΝ

 Η ΑΘΩΩΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΩΣ ΝΕΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη*


 

Πιθανώς το πιο γνωστό παράδειγμα κινδυνολογίας και ελέγχου μέσω των ενοχών στην αμερικανική πολιτική να είναι μια διάσημη τηλεοπτική καμπάνια που αρχίζει με ένα μικρό κορίτσι που στέκεται σε ένα λιβάδι με πουλιά να κελαηδούν, ενώ εκείνο μαδάει τα πέταλα μιας μαργαρίτας. Το κορίτσι μετράει κάθε πέταλο αργά.

Όταν φτάσει στο "9", μια δυσοίωνη μεγαλόστομη ανδρική φωνή ακούγεται να μετρά την εκτόξευση ενός πυραύλου, και καθώς τα μάτια του κοριτσιού στρέφονται προς κάτι που βλέπει στον ουρανό, η κάμερα κάνει ζουμ μέχρι που το πρόσωπο του μικρού κοριτσιού γεμίζει την οθόνη, μέχρις ότου η οθόνη μαυρίζει. Όταν η αντίστροφη μέτρηση φτάσει στο μηδέν, η μαυρίλα αντικαθίσταται από ένα φλας και το πυρηνικό μανιτάρι μιας έκρηξης. Δεδομένου ότι η μαίνεται θύελλα, μια voice-over φωνή από τον Πρόεδρο Τζόνσον αναφέρει: «Αυτό είναι το διακύβευμα! Να κάνετε έναν κόσμο όπου όλα τα παιδιά του Θεού μπορούν να ζήσουν ή όλα θα πάνε στο σκοτάδι. Ή θα πρέπει να αγαπούν ο ένας τον άλλον, ή θα πρέπει να πεθάνουν». Μια άλλη φωνή έρχεται στη συνέχεια και λέει, «Ψηφίστε για Πρόεδρο Τζόνσον στις 3 Νοεμβρίου. Το διακύβευμα είναι πολύ υψηλό για να μπορείτε να μείνετε σπίτι».

Εάν στη θέση της πυρηνικής έκρηξης βάλετε τη χρεοκοπία και στη θέση του μικρού κοριτσιού τον «ανέμελο» ελληνικό Λαό που μαδάει τις δικές του μαργαρίτες, έχετε το δικό μας διακύβευμα και τον δικό μας Πρόεδρο. «Το διακύβευμα είναι πολύ υψηλό για να μην νοιώθετε ενοχές» ! Πώς μπορείτε να μην νοιώθετε ενοχές, αφού, «μαζί τα φάγαμε».

Στη θέση των ξεχασμένων αγροτικών μπλόκων, των απεργών που ταλαιπωρούν τους εμπόρους, στη θέση των φορτηγατζήδων,  των διαδηλωτών που διασαλεύουν την δημόσια κίνηση και τάξη, των ναυτεργατών που τορπιλίζουν την τουριστική ανάπτυξη κ.λπ. βάλτε τώρα ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Στην απέναντι όχθη βάλτε τον Μανώλη Καψή, τον Πάσχο Μανδραβέλη, τον Αλέκο Παπαδόπουλο, τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, τον αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης, την Κομισιόν, το περιοδικό FOCUS ή τις αγορές. Η ρητορική  είναι απαράλλαχτα μονότροπη και ίδια. Φταίτε, πρέπει να πληρώσετε! Είμαστε όλοι ένοχοι, άρα κι εσείς, άρα πρέπει να πληρώσετε. Αγόγγυστα, μάλιστα. Μην ακούσουμε τσιμουδιά. Αφού, είστε ένοχοι! 

Η αλήθεια είναι ότι στον προτεσταντισμό αυτή η ενοχοποίηση είναι σχεδόν έμφυτη. Είναι καταναγκασμός που εμφυτεύεται στο γερμανοτραφές νήπιο πακέτο μαζί με το «η εργασία απελευθερώνει» και το Deutschland Uber Alles.  Στο μυαλό του Γερμανού, η φτώχεια είναι δεδομένη ως βαριά ενοχή και ατομική ευθύνη. Είναι αυτο-μομφή και σοβαρή πιθανότητα αποκλεισμού από τον Παράδεισο!  Για την – στα καθ’ ημάς – απουσία αυτού του "θεάρεστου" καταναγκασμού οδύρεται ο πρόεδρος της Ένωσης Επιμελητηρίων κος Κασιμάτης. Τί κρίμα που ο Έλληνας δεν μπολιάζεται από βρέφος μ’ αυτήν την ενοχή. Η δουλειά μας, θα ήταν σήμερα ευκολότερη!

Βλέπεις, ευτυχώς στην ορθόδοξη καθ’ ημάς Ανατολή το παιχνίδι δεν μπορούσε ποτέ να είναι αυτόματο. Εκτός απ’ αυτούς, που ήδη εδώ και δεκαετίες, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, «ασπάστηκαν» τον προτεσταντισμό. Άλλωστε, φραγκοφορεμένους έσερνε πάντα μαζί του αυτός ο τόπος. Όμως αυτή τη φορά «κλήθηκαν» να παίξουν έναν νέο ρόλο.  


Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΧΟΠΟΙΗΣΗΣ

 

Σύμφωνα με την επιστήμη της Ψυχολογίας, η ενοχοποίηση ή στιγματισμός είναι μια κοινωνικο-ψυχολογική διαδικασία απαξίωσης και υποτίμησης με την οποία οι άνθρωποι στρέφουν την ενοχή και την ευθύνη μακριά από τους ίδιους, στοχεύοντας ένα πρόσωπο ή μια ομάδα άλλων ανθρώπων.

Είναι επίσης μια πρακτική με την οποία συναισθήματα θυμού και εχθρότητας, προβάλλονται – με την ψυχολογική σημασία του όρου – μέσω μη κατάλληλων αιτιάσεων, σε πρόσωπα άλλων.

Ο άνθρωπος ή η ομάδα στόχος, διώκεται και υφίσταται άστοχες επιθέσεις, κατηγορίες και κριτική, ενώ απορρίπτεται από αυτούς που ο κεντρικός υποκινητής καταφέρνει να επηρεάσει. Η παραμόρφωση, η αλλοίωση και η διαστρέβλωση είναι πάντα χαρακτηριστικά στοιχεία της όλης διαδικασίας.

Στη διαδικασία ενοχοποίησης, τα αισθήματα ενοχής, η επιθετικότητα, οι ευθύνες και τα πάθη, απομακρύνονται από μία ομάδα (ή ένα πρόσωπο) ώστε να εκπληρωθεί μια ασυνείδητη προσπάθεια αποφυγής ή «λύσης» των αρνητικών συναισθημάτων.

Είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι η διαδικασία στιγματισμού λαμβάνει χώρα με την μετατόπιση της ευθύνης και της πραγματικής ενοχής – σε κάποιον άλλο που προσφέρεται σαν στόχος ενοχοποίησης – τόσο από τον κεντρικό υποκινητή όσο και από τους υποστηρικτές του. Η ενοχοποίηση οικοδομείται σιγά-σιγά και μέσα από μια ακολουθία γεγονότων.

Η διαδικασία στιγματισμού απελευθερώνει τον κεντρικό υποκινητή – ή και τους υποστηρικτές του – από μια μορφή αυτο-δυσαρέσκειας, ενώ ταυτόχρονα του προσφέρει μια ναρκισσιστική αυτο-ικανοποίηση. Επιτρέπει εν τέλει μια φαρισαϊκή, δικαιοφανή και «ενάρετη» επιθετικότητα. Γι’ αυτό οι ενοχοποιητές τείνουν να έχουν εξαιρετικά τιμωρητική συμπεριφορά. Πίσω απ’ όλα αυτά μπορεί κανείς να διακρίνει μια πρωτόγονη διάθεση χωρισμού του καλού από το κακό. Κάτω από μια άλλη οπτική, οι ενοχοποιητές είναι ανασφαλή άτομα που οδηγούνται στο να αναβαθμίσουν το δικό τους status, απομειώνοντας την πραγματικότητα της ομάδας που έχουν στοχεύσει.

Μέσα από την εκπλήρωση αυτής της λειτουργίας, είδαμε τον τελευταίο καιρό, την πολιτική, δημοσιογραφική και οικονομική ελίτ, να στιγματίζουν βάναυσα ένα ολόκληρο λαό με τις κατηγορίες του «τεμπέλη», του «κοπρίτη», του «αντιπαραγωγικού» κ.λπ. και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η κεντρική γραμμή της ενοχοποίησης διέρχεται από την εργασία και τον τρόπο που ο Έλληνας την αντιλαμβάνεται. Από κοντά οι ιμάντες προώθησης της ενοχοποίησης, κρατικοδίαιτα στελέχη των κομματικών μηχανισμών, επικαλούνται ως άλλοθι έναν στεγνό και εργαλειακό ορθολογισμό, για να μετατοπίσουν την βαριά ευθύνη τους στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. 

 

Η ΑΥΤΟΜΟΜΦΗ

 

Τα θύματα της χειραγώγησης και της κατάχρησης εξουσίας, συχνά αισθάνονται υπεύθυνοι για την πρόκληση αρνητικών συναισθημάτων στους χειραγωγούς-ενοχοποιητές, με άμεσο επακόλουθο το άγχος.  Αυτή η αυτομοφή γίνεται συχνά ένα βασικό χαρακτηριστικό των θυμάτων της διαδικασίας ενοχοποίησης. Στην ψυχολογία υπάρχουν δύο κύριοι τύποι αυτομομφής.

α. Η συμπεριφορική αυτομομφή, όπου τα θύματα αισθάνονται ότι θα έπρεπε να έχουν κάνει κάτι διαφορετικό και ως εκ τούτου αισθάνονται υπαιτιότητα και

β. Η χαρακτηρολογική αυτομομφή, όπου τα θύματα θεωρούν ότι υπάρχει κάτι εγγενώς λανθασμένο με τον εαυτό τους, που τους αναγκάζει αλλά και αξίζει να του επιτεθούν.   

 Έτσι από στόχοι, μετατρέπονται σε υποστηρικτές της διαδικασίας.

Στις περιπτώσεις αυτές της αυτομομφής, μπορεί να αναγνωριστούν εμφανώς, οι συμπεριφορές όλων αυτών που αποδίδουν την πραγματικότητα της χώρας σε μια εγγενή «εθνική μεινοεξία».

Φταίει η ίδια η ταυτότητα τους και γι’ αυτό πασχίζουν να απαλλαγούν με κάθε τρόπο απ’ αυτήν, αλλά και να επιτεθούν γεμάτοι οργή σ’ αυτούς που ακόμη δεν «κατάλαβαν» το λανθασμένο στην ίδια την ύπαρξη τους.

 

Η ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ

 

Η μετατόπιση της ενοχής μπορεί να οδηγήσει στο φαινόμενο με τον τίτλο «kick-the-dog-effect», όπου τα άτομα ή οι ομάδες σε μια ιεραρχική δομή, ενοχοποιούν το άμεσα υφιστάμενο άτομο ή ομάδα και όλο αυτό μεταδίδεται προς τα κάτω στην ιεραρχία μέχρι το τελευταίο σκαλί (the dog). Πειραματικές μελέτες που διεξήχθησαν το 2009 απέδειξαν ότι η διαδικασία μετατόπισης της ενοχής, μπορεί να είναι τελικά μεταδοτική ακόμη και στους αμέτοχους παρατηρητές.

Η ενοχή είναι στενά συνδεδεμένη με τη «θεωρία της ετικέτας» με βάση την οποία όταν εκ προθέσεως χειραγωγοί κατηγορούν συνεχώς ένα άτομο (ή μια ομάδα) για ανύπαρκτα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα, μπορεί να προκληθούν παράλογες ενοχές σε ένα ασυνείδητο επίπεδο. Πρόκειται για μια τακτική προπαγάνδας που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο του νου, σε μια προσπάθεια να αξιοποιηθούν ενοχικές συμπεριφορές, ώστε να εγκατασταθεί μια αρνητική πραγματικότητα που θα «κανονικοποιήσει» τους ανθρώπους. Η ενοχή χρησιμοποιείται ως τεχνική κοινωνικού ελέγχου. Αυτή η τεχνική έχει σαν στόχο να οικοδομήσει μία αρνητική αποτίμηση των ανθρώπων, ώστε να αυξηθεί ο φόβος και η κινδυνολογία.

Η ενοχοποίηση με τη μορφή της δαιμονοποίησης – άλλων λαών – έχει χρησιμοποιηθεί από κυβερνήσεις εδώ και αιώνες, αυξάνοντας τις εθνικιστικές τάσεις. Ποτέ όμως μέχρι σήμερα, οι τεχνικές αυτές δεν χρησιμοποιήθηκαν από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς σε βάρος του ίδιου του λαού τους, οδηγώντας τον στον εθνομηδενισμό.

Η ενοχοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή εργαλειακής αντίληψης ανθρώπων, ομάδων και εθνών, με τρόπο ώστε να επηρεαστεί αρνητικά ο νους και να προκληθεί εν τέλει μείωση της αντικειμενικότητας και του ορθολογισμού τους.

Σύμφωνα με την Martha Nussbaum η «εργαλειοποίηση» είναι η διαδικασία  με την οποία μια αφηρημένη έννοια, όπως ο άνθρωπος ή ο λαός, αντιμετωπίζεται σαν να είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα ή φυσικό αντικείμενο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η  προσωπικότητα ή η ικανότητα να αισθάνονται, να αντιλαμβάνονται και να έχουν υποκειμενικές εμπειρίες.

Η εργαλειακή αντίληψη και άρα και η διαδικασία ενοχοποίησης είναι υπαρκτές, – υποστηρίζει επίσης η Nussbaum – εάν κάποιοi από τους ακόλουθους παράγοντες είναι παρόντες.

α. Όργανο – Εάν ο άνθρωπος, η ομάδα ή ο Λαός, αντιμετωπίζεται ως «εργαλείο» για τους σκοπούς κάποιου «ιδιοκτήτη»

β. Άρνηση της Αυτονομίας – Εάν ο άνθρωπος, η ομάδα ή ο Λαός, αντιμετωπίζεται σαν να του λείπει η ικανότητα να ενεργεί ή η αυτοδιάθεση.

γ. Αδράνεια – Εάν ο άνθρωπος, η ομάδα ή ο Λαός, αντιμετωπίζεται σαν να του λείπει η κοινωνική δομή.

δ. Ιδιοκτησιακό καθεστώς – Εάν ο άνθρωπος, η ομάδα ή ο Λαός, αντιμετωπίζεται σαν να ανήκει σε κάποιον άλλο.

ε. Υποκατάσταση – Εάν ο άνθρωπος, η ομάδα ή ο Λαός, αντιμετωπίζεται ως κάτι ανταλλάξιμο.

στ. Καταστρεπτέο – Εάν ο άνθρωπος, η ομάδα ή ο Λαός, αντιμετωπίζεται ως κάτι που επιτρέπεται να υποστεί βλάβη ή να καταστραφεί.

ζ. Άρνηση της υποκειμενικότητας – Εάν ο άνθρωπος, η ομάδα ή ο Λαός, αντιμετωπίζεται ως ένα αντικείμενο που δεν έχει ανάγκη ενδιαφέροντος για τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του.

           

ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

 

Εδώ βρίσκεται και το «κουμπί» του Μνημονίου και η θεμελιώδης του επιδίωξη, πριν ακόμη και από την οικονομική εξάρτηση, την πληρωμή των δανειστών κ.λπ.. Να καταστεί εφικτή, μέσω της ενοχοποίησης, η «πειραματική» διαμόρφωση ενός ολόκληρου Λαού ως ιδιόκτητο εργαλείο των δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης, δίχως καμιά δυνατότητα αυτενέργειας και αυτοδιάθεσης, βουτηγμένος μέσα σε ένα τέλμα καναπεδάτης αδράνειας και  όπου η εκποίηση, η ανταλλαγή ή ακόμη και η καταστροφή του είναι κάτι σχεδόν φυσιολογικό, αδιαφορώντας πλήρως για τα συναισθήματα και τις εμπειρίες των ανθρώπινων υπάρξεων που συνιστούν αυτή την ίδια την έννοια του Λαού !  

Πρόκειται κυριολεκτικά για μια "μηχανή" μετασχηματισμού του Λαού σε Αντικείμενο!

 Η λύση που προτείνει η ψυχολογία, είναι η επικέντρωση στην κατανόηση του τι συμβαίνει και στο ποιος είναι ο ενοχοποιητής. Μόνο η αναγνώριση της κατάστασης μπορεί να διακόψει τη διαδικασία. Προϋπόθεση βέβαια αυτού, είναι, ότι έχουμε εντοπίσει τον μηχανισμό στιγματισμού και μιλάμε ελεύθερα γι’ αυτό, αντί να συνεχίσουμε να είμαστε διαθέσιμοι στο στόχαστρο του.

Έτσι, αληθής στόχος ενός Λαϊκού κινήματος θα ήταν η αποενοχοποίηση πλατιών λαϊκών στρωμάτων απ’ αυτήν ακριβώς τη μηχανική του εγκλωβισμού και της ενοχοποίησης. Η παραδειγματική τιμωρία των πραγματικών ενόχων, θα συντελούσε επίσης στην αθώωση και στην αποκατάσταση της αυτενέργειας του Λαού. Άλλωστε αυτή η αθωωτική αυτενέργεια είναι κρίσιμη προϋπόθεση στην πορεία παραγωγικής και δημιουργικής ανασυγκρότησης του τόπου. Όπως ένας ενοχικός άνθρωπος, έτσι και ένας ενοχικός Λαός, μόνο φόβο, θυμό και βία μπορεί να παράγει.  Γι’ αυτό και στις παρούσες συνθήκες είναι πολύ πιο πιθανός ένας εμφύλιος πόλεμος, παρά μια γνήσια λαϊκή εξέγερση, γιατί με τόση προβολή συναισθημάτων οργής και θυμού στον απέναντι Άλλο, έχουμε φτιάξει για τα καλά το σχετικό εκρηκτικό κοκτέιλ. Και σ’ αυτήν την περίπτωση οι μόνοι που θα τη βγάλουν καθαρή είναι οι πραγματικοί ένοχοι.

Χρειαζόμαστε προς τούτο επειγόντως μια πλημμυρίδα αθωότητας. Μια αθώωση που θα αποτελέσει πολιτικό πρόταγμα. Κι ας είναι βέβαιο πως οι λογής ενοχοποιητές θα επιδιώξουν για στερνή φορά να ονομάσουν την αθώωση αυτή φτηνό λαϊκισμό.

Μα εμείς γνωρίζουμε – καθώς  ορίζει ο Ελύτης – ότι  «Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού»

Γι’ αυτό είναι βέβαιο ότι στο τέλος της διαδρομής, στο μεγάλο Πέρασμα, θα βγούμε πανηγυρικά αθώοι στις μομφές τους. Αληθώς δηλαδή επαν-αναστημένοι! Φτάνει μονάχα, να μας αφήσουν απάτητα τα μυριστικά μας χόρτα και θα το φέρουμε το γινόμενο, όταν αυτοί θα μείνουν στο χέρι με τις αφαιρέσεις !

 

* 15.01.11, ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ,   οικονομολόγος

Να σπάσει ο φαύλος κύκλος

Να σπάσει ο φαύλος κύκλος

 

Του Δημήτρη Καζάκη*



Μπορεί
το «τέλος της ιστορίας» να μην ήρθε για την παγκόσμια κοινότητα, αλλά είναι σίγουρο ότι πλησιάζει για την Ελλάδα και τον λαό της. Η επίσημη ένταξη και της Πορτογαλίας στον μηχανισμό στήριξης συνιστά ένα ακόμη θύμα της κρίσης του ευρώ και προμηνύει το τι θα ακολουθήσει αναφορικά με την Ισπανία, την Ιταλία, το Βέλγιο και άλλες χώρες της ευρωζώνης. Η εγκεφαλική επινόηση του ευρώ από μια χούφτα τραπεζίτες και εξαγορασμένους γραφειοκράτες αποδεικνύεται πολύ στενός κορσές για οικονομίες που βιώνουν ήδη καταστάσεις τραγικής ασφυξίας.

Όμως προέχει να διασωθούν οι τερατώδεις τράπεζες και το επινοημένο νόμισμά τους. Κι έτσι, με την οικονομία όλων των χωρών να έχει γίνει έρμαιο των αγορών και της ληστοσυμμορίας των τραπεζικών καρτέλ που κατέχουν το ευρώ, η πολιτική έχει κλειστεί μια για πάντα στα ανώτερα δώματα μιας εντελώς απρόσιτης, κρατικής και υπερκρατικής εξουσίας κεκλεισμένων των θυρών. Κανένα όριο, καμιά αναστολή, κανένα εμπόδιο δεν μπορεί να τίθεται σήμερα στις σύγχρονες μορφές της απολυταρχίας και μάλιστα της υπερεθνικής.

Η διαπλοκή οικονομίας και πολιτικής έχει γεννήσει στις κορυφές της την πιο άθλια μορφή κοινωνικού παρασιτισμού στο πρόσωπο μιας κρατικομονοπωλιακής ολιγαρχίας που αναπαράγεται και δικτυώνεται μέσα από τα πολυεθνικά μονοπώλια, τα θεσμικά κυκλώματα των χρηματαγορών, τους μηχανισμούς των διεθνών οργανισμών και την ηγετική γραφειοκρατία των επιμέρους κρατών. Η τυπική παραδοσιακή αντιπροσωπευτική δημοκρατία αποδεικνύεται πολύ στενή, άβολη, ακόμη και επικίνδυνη για τους κερδοσκοπικούς παροξυσμούς και τις επιχειρηματικές ορέξεις των σύγχρονων αρπακτικών της αγοράς. Κι έτσι σήμερα ό,τι δεν μπορεί να απαγορεύσει η κυβερνώσα ολιγαρχία διά της πυγμής, το ξεφτιλίζει, το ευνουχίζει και το συκοφαντεί σε τέτοιο βαθμό που μετατρέπεται σε μια καρικατούρα, άξια γενικής αποστροφής και χλευασμού. Δικαιώματα κατακτημένα με ποταμούς δακρύων και αίματος, σήμερα μετατρέπονται σε ιδιωτική ιδιοκτησία στο τραπέζι της συναλλαγής, όπως κάποτε ήταν η πολιτική ιδιότητα του «Ρωμαίου πολίτη» για τους άκληρους της αρχαίας Ρώμης. Η κομματική και πολιτική φαυλοκρατία έχει φτάσει πια στο απόγειό της. Τα επίσημα κόμματα επανέρχονται στη φυσική τους κατάσταση, ξαναγίνονται «κόμματα ισχυρών ανδρών», κλειστά κλαμπ κορυφής, απαλλαγμένα ακόμη και από τις παλιές τυπικές σχέσεις της ηγεσίας τους με τη μαζική τους βάση. Τίποτε περισσότερο από πολιτικές συμμορίες που απαλλαγμένες από το «πολιτικό κόστος» διαγκωνίζονται για τα λάφυρα της διακυβέρνησης.

«Ιδιωτική» η πολιτική

Η πολιτική ταυτίζεται ανοιχτά πια με τη διαχείριση και τη νομή της υπάρχουσας εξουσίας. Η πολιτική κατοχυρώνεται πια ως ιδιωτική υπόθεση, ως υπόθεση ατομικού βολέματος και επαγγελματικής καταξίωσης, ως προνομιακός χώρος δικτύωσης με κάθε λογής σκοτεινά συμφέροντα, ως συνώνυμο της πιο απροκάλυπτης σκοπιμότητας. Στη συνείδηση της κοινωνίας πρέπει να πεθάνει οριστικά η πολιτική ως υπόθεση σύγκρουσης κοινωνικών τάξεων, ως υπόθεση μαζικής διεκδίκησης και ικανοποίησης άμεσων αιτημάτων, ως υπόθεση συνολικής αντιπαράθεσης κοινωνικών προγραμμάτων και ιδεολογιών. Το σύνολο της πραγματικής κοινωνίας πρέπει να υποκύψει μια για πάντα στο ιδεατό, εξωπραγματικό άτομο, αποστειρωμένο από τις πιο άμεσες κοινωνικές και βιοποριστικές του ανάγκες, απαλλαγμένο από τα ιστορικά δεσμά μιας ασυμφιλίωτα ταξικής κοινωνίας.

● Ο ιδιώτης στην κοινωνία, η ιδιωτική πρωτοβουλία στην οικονομία, ο «ενεργός πολίτης» στην πολιτική. ● Η ανθρώπινη κοινωνία, η πραγματική κοινωνία των τάξεων, η κοινωνία των ανυπέρβλητων ανταγωνισμών στη βάση των πιο ζωτικών αναγκών του ανθρώπου, μετατρέπεται σε ένα εικονικό συνονθύλευμα ιδιωτών, σε μια εικονική «κοινωνία των πολιτών», όπου η ιδιώτευση αποτελεί την υπέρτατη αξία και η «συμμετοχή στα κοινά» μια απλή προέκταση της προσωπικής ιδιοτέλειας. Τα παλιότερα χρόνια η επιβολή του διαχωρισμού ιδιωτικού και δημόσιου βίου, η διάσπαση ανάμεσα σε «κοινωνία των ιδιωτών» και «κοινωνία των πολιτών», βασίστηκε στη δήθεν «ουδετερότητα» του κράτους και της εξουσίας, η οποία γνώρισε την κορύφωσή της στα φασιστικά καθεστώτα.

Γενική απονέκρωση

Σήμερα γίνεται με τη γενικευμένη αντιδραστική απονέκρωση ακόμη και των πιο στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων, μέσα από την ανοιχτή μετατροπή του κράτους και της εξουσίας σε αδίστακτο δυνάστη της εργαζόμενης κοινωνίας προς όφελος της αγοράς. Ο λαός, η κοινωνία, οι εργαζόμενοι δεν έχουν πια θέση και ρόλο στο σύγχρονο πολιτικό σύστημα, παρά μόνο ως υπεξούσιοι ενός εντελώς απρόσιτου, αποξενωμένου και απόμακρου συστήματος εξουσίας, ως άθλιοι υπήκοοι κρατικών και υπερκρατικών μηχανισμών, ολοκληρώσεων και οργανισμών, μακριά από κάθε έννοια δημοκρατικής αρχής. Ο κυρίαρχος συνασπισμός εξουσίας βρίσκεται σήμερα σε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Η ανάγκη να συνεχιστεί ο ίδιος «μονόδρομος», παρ' όλη την κρίση και την κοινωνική υποβάθμιση, δημιουργεί δυσκολίες ακόμη και στην ίδια την ομαλή δικομματική εναλλαγή. Τα παλιά κόλπα δεν επαρκούν. Έχουν εξαντληθεί πλέον οριστικά τα περιθώρια ακόμη και για εμπόριο αυταπατών ή ελπίδας. Τα «κόμματα εξουσίας» αντλούν πια τη δύναμή τους απευθείας από τη γενίκευση της πιο μεγάλης απόγνωσης, της μοιρολατρίας και των συσσωρευμένων προσωπικών αδιέξοδων της εργαζόμενης κοινωνίας.

Όρος πολιτικής ομαλότητας για τον συνασπισμό εξουσίας σήμερα δεν είναι η εξαγορά της κοινωνίας με αυταπάτες, ανέξοδες υποσχέσεις και φρούδες ελπίδες, αλλά η γενική της αποσύνθεση μέσα σε μια εξατομικευμένη «κοινωνία των πολιτών», στην οποία οι εργαζόμενες τάξεις και τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα θα πάψουν να έχουν συλλογικές και οργανωμένες απαιτήσεις στη βάση των πιο άμεσων βιοποριστικών τους αναγκών. Τίποτε περισσότερο από υποχείρια, υπήκοοι ή υποτελείς του εκάστοτε «μεγάλου άνδρα», ή «καταξιωμένου πολιτικού», όπως υποδεικνύεται κάθε φορά από τα κέντρα εξουσίας εντός και εκτός της χώρας.

Οριστικό τέλος στην περίοδο της αυταπάτης

Ο λαός και οι εργαζόμενοι σήμερα δεν έχουν ανάγκη να πειστούν για τα αδιέξοδα του κυρίαρχου συστήματος και των πολιτικών που επιτάσσει. Τα νιώθουν κάθε μέρα που περνά. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι μέσα στα υπάρχοντα πλαίσια και υπό το υπάρχον καθεστώς εξουσίας δεν έχουν καμιά ελπίδα. Η περίοδος των αυταπατών, των προσδοκιών και των ψευδαισθήσεων έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Δεν είναι καθόλου δύσκολο σήμερα να αντιληφθεί ο λαός, οι απλοί εργαζόμενοι την αδίστακτη εκμετάλλευση που υφίστανται, την ανάγκη να υπάρξει διεκδίκηση και πάλη για μια άλλη κατάσταση όπου θα πρυτανεύουν τα συλλογικά συμφέροντα και οι ανάγκες του. Σήμερα έχει γίνει φανερό ότι η ίδια η φύση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η οικονομία και η κοινωνία της χώρας μας απαιτεί ριζικά διαφορετικές λύσεις, λύσεις ενταγμένες σε μια πορεία συνολικής ρήξης με το καθεστώς

● της υπερεκμετάλλευσης της φτηνής εργατικής δύναμης, ● της διογκωμένης ανεργίας, ● της υποαπασχόλησης και της μαζικής φτώχειας, ● των ασύδοτων, επιδοτούμενων και κερδοσκοπικών επιχειρηματικών συμφερόντων, ● του πολιτικού αυταρχισμού, ● της γραφειοκρατικής αγκύλωσης, ● της διαφθοράς και του παρασιτισμού του κράτους, ● της ασφυκτικής πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής εξάρτησης.

Ακόμη και τα πιο επείγοντα προβλήματα της οικονομίας συμπυκνώνονται σήμερα στον τρόπο που κινητοποιούνται οι βασικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και πρωταρχικά οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, που αποτελούν άλλωστε την κύρια παραγωγική δύναμη. Γι' αυτό και οι αναπτυξιακές πολιτικές ξεχωρίζουν πρώτα και κύρια από τον τρόπο που μεταχειρίζονται τους εργαζόμενους. Απέναντι στις επίσημες αναπτυξιακές πολιτικές που μεταχειρίζονται τους εργαζόμενους ως κόστος και αναλώσιμο είδος, απαιτείται μια αναπτυξιακή προσπάθεια η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στους ίδιους τους εργαζόμενους.

● Να στηρίζει ουσιαστικά το εισόδημά τους και τροφοδοτείται από την πραγματική του αύξηση. ● Να κατοχυρώνει και να διευρύνει τις κατακτήσεις και τα δικαιώματά τους. ● Να βελτιώνει αποφασιστικά τους συνολικούς όρους διαβίωσης, εργασίας και κοινωνικής δράσης τους στην πόλη και την ύπαιθρο.

Επομένως η ανάγκη να στηριχθεί η εισοδηματική κατάσταση, το βιοτικό επίπεδο, τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα του εργαζόμενου δεν προέρχεται από κάποιο αίσθημα φιλανθρωπίας, ή «κοινωνικής δικαιοσύνης» ούτε συνιστά κάποιο είδος «παροχών», ή απλά μια «ανακατανομή της κοινωνικής πίτας». Αντίθετα αποτελεί μια βασική, θεμελιώδη προϋπόθεση για την ενεργοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, την αναγκαία ανόρθωση της οικονομίας και το αποφασιστικό σπάσιμο του φαύλου κύκλου της κρίσης.

Τα βασικά στοιχεία μιας πρότασης διεξόδου

Ποια πρέπει να είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της άμεσης πολιτικής πρότασης διεξόδου; Πρώτο: Στη σημερινή πολιτική κατάσταση, που υποτάσσει τα πάντα στο κίνητρο του ιδιωτικού κέρδους και στην αύξησή του, χρειάζεται να αντιπαρατεθεί μια ριζικά διαφορετική πολιτική η οποία πρέπει να βασίζεται σε νέα κριτήρια ανάπτυξης με επίκεντρο τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων για απασχόληση, για παιδεία, υγεία, κοινωνική εξασφάλιση, προστασία του περιβάλλοντος, δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και αποφασιστική συμμετοχή σ’ όλες τις διαδικασίες που τους αφορούν στην εργασία, την κοινωνία και την πολιτική. Εκεί που έχει οδηγηθεί η οικονομία από την κρίση, την πρόσδεσή της στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ, καθώς και από την εφαρμοζόμενη κυβερνητική πολιτική, δεν μπορούν να υπάρξουν ουσιαστικές και βιώσιμες λύσεις στα προβλήματα που τη μαστίζουν, αν δεν εντάσσονται σ' ένα συνολικό μακρόπνοο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης σε ανταγωνιστική κατεύθυνση με τα κριτήρια και τη λογική της εξαρτημένης ανάπτυξης και της ελεύθερης αγοράς.

Γι' αυτό και το να απαντήσει κανείς πειστικά στα πιο άμεσα προβλήματα των εργαζομένων, πρέπει αναγκαστικά να απαντήσει σ' αυτό το κεντρικό αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας, στο πρόβλημα της προοπτικής της. Διαφορετικά όλες οι προτάσεις για αυξήσεις μισθών, για περιορισμό της ανεργίας, για χτύπημα της ακρίβειας, κ.ο.κ., ακόμη κι όταν υποδηλώνουν αγαθές προθέσεις, δεν είναι παρά απλοϊκή δημαγωγία, δεν είναι παρά μια ακόμη προσπάθεια εξαπάτησης των εργαζομένων, όσο κι αν θέλει να την στολίζει κανείς με αριστερά, υπεραριστερά και ταξικά επίθετα. Είναι επείγουσα ανάγκη ένας νέου τύπου οικονομικός ρόλος του κράτους, που δεν θα είναι συμπληρωματικός της αγοράς, αλλά βασικός μοχλός μιας ριζικά διαφορετικής ανάπτυξης με κριτήριο τις άμεσες ανάγκες και τα συμφέροντα της εργαζόμενης κοινωνίας. Το βασικό ζητούμενο είναι το κράτος να μεταβληθεί από εικονικό σε πραγματικό εκπρόσωπο της κοινωνίας και μάλιστα εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων που η επιβίωσή τους εξαρτάται από την προσωπική τους εργασία.

Ειδικά σε μια περίοδο άγριου ανταγωνισμού στις αγορές το κράτος δεν μπορεί να εμφανίζεται «ουδέτερο» ούτε να «απέχει» από την άμεση παραγωγική διαδικασία. Αντίθετα, πρέπει να εξαναγκαστεί σε σαφή τοποθέτηση και αυτή να είναι με την πλευρά των αδυνάμων, των χαμένων του παιχνιδιού, των ανθρώπων του μόχθου, που στέκουν ανίσχυροι μπροστά στους επιχειρηματικούς γίγαντες. Και για να γίνει αυτό, το κράτος πρέπει να εξυγιανθεί, να κόψει τους δεσμούς του με τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, να γίνει εγγυητής των συλλογικών δικαιωμάτων και των άμεσων αναγκών των εργαζόμενων τάξεων και να αναδειχθεί σε βασικό, στρατηγικό μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας συνολικά.

Απεγκλωβισμός

Δεύτερο: Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική σε όφελος των εργαζομένων δίχως την πάλη για τον απεγκλωβισμό από το καθεστώς εξάρτησης της χώρας, δίχως την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Η χώρα πρέπει να πάψει να αποτελεί έρμαιο των ιμπεριαλιστικών τυχοδιωκτισμών στην περιοχή και ανά την υφήλιο. ● Πρέπει να πάψει να ασφυκτιά από τον ζουρλομανδύα των ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων.  ● Πρέπει να αποτινάξει το καθεστώς υποτέλειας και υποταγής στα μεγάλα αφεντικά.

Κύριο μέλημα της άρχουσας τάξης ήταν από παλιά η προσπάθεια να εμφανίζει το καθεστώς ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και υποτέλειας ως κάτι απολύτως «φυσικό», ως τη μοναδική «εγγύηση έναντι των εθνικών κινδύνων», ως «μονόδρομο ένταξης στην παγκόσμια οικονομία», ως αναγκαία «έκφραση της διεθνούς αλληλεξάρτησης». Στην πραγματικότητα η εξάρτηση είναι κάτι το «φυσικό» μόνο σε ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο κυριαρχεί η αρχή της ισχύος και της πυγμής, σε μια παγκόσμια αγορά όπου αναμετρώνται μονοπωλιακές δυνάμεις. Ενώ ο βασικός εθνικός κίνδυνος προέρχεται από αυτή την ίδια την εξάρτηση. Κι απ' αυτήν η χώρα μπορεί και πρέπει να απαλλαγεί. Γι' αυτό και η όποια υποτίμηση του προβλήματος της εξάρτησης, η όποια υποβάθμισή του για οιονδήποτε λόγο συνιστούν τυπική απολογητική του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας. Η παραγνώριση της εξάρτησης οδηγεί αναγκαστικά στην εγκατάλειψη προνομιακών πεδίων συσπείρωσης και μετώπων πάλης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Κανένα πρόβλημα της δημοκρατίας και της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί δίχως να αναδειχθεί πρώτα απ' όλα η ανάγκη πάλης ενάντια στο καθεστώς εξάρτησης, για την απαλλαγή από την αμερικανοκρατία και την αποδέσμευση από την Ε.Ε.

Κατάκτηση της δημοκρατίας

Τρίτο: Θεμελιακή προϋπόθεση μιας πολιτικής αναγέννησης της χώρας και του λαού της είναι η κατάκτηση της δημοκρατίας ως αφετηρία αντιμετώπισης των προβλημάτων της οικονομίας και της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει πρώτα και κύρια την κατοχύρωση και διεύρυνση της λαϊκής κυριαρχίας. ● Σημαίνει εξασφάλιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και κατάργηση όλων των διακρίσεων και αντιδημοκρατικών νόμων.  Σημαίνει την επιβολή ενός δημοκρατικού κοινωνικού ελέγχου σε όλα τα επίπεδα του συστήματος εξουσίας. ● Απαιτεί επίσης την προώθηση ενός κλιμακούμενου προγράμματος ουσιαστικής δημοκρατικής αποκέντρωσης θεμελιωμένης σε μια πραγματική λαϊκή τοπική αυτοδιοίκηση, όργανο και έκφραση του δικαιώματος της ελεύθερης αυτοοργάνωσης του λαού. Όμως πρώτα και κύρια απαιτείται ένα νέο λαϊκό δημοκρατικό σύνταγμα, το οποίο θα είναι έκφραση αλλά και προϋπόθεση της λαϊκής κυριαρχίας. Γι' αυτό και θα είναι προϊόν μιας Συντακτικής Συνέλευσης, μιας νέας Εθνοσυνέλευσης, που θα γεννηθεί απευθείας από τον ίδιο το λαό με μοναδική αποστολή την σύνταξη του νέου συντάγματος.

Το σύνταγμα αυτό θα βασίζεται στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του εργαζομένου στην εργασία, την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική. Θα αναδεικνύει το κράτος σε εγγυητή αυτών των δικαιωμάτων και των ελευθεριών και θα θεσμοθετεί την εθνικοποίηση και δημοκρατική εξυγίανση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αλλά και τη δημοκρατική αναδιοργάνωση και επαναπροσδιορισμό του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Κινητήρια δύναμη αυτής της πολιτικής πρότασης δεν μπορεί να είναι άλλη από το μαζικό κίνημα του ίδιου του λαού. Στην πράξη αυτή η πολιτική πρόταση δεν μπορεί παρά να είναι η προγραμματική βάση μιας ευρύτατης κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας με επίκεντρο τους εργαζόμενους, τους επαγγελματίες, τους αγρότες, τους μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες και τους νέους. Μόνο οι δικές τους οργανώσεις και ανεξάρτητες πρωτοβουλίες και να το μετατρέψουν σε μοχλό ανατροπής των κυρίαρχων συσχετισμών και χειραφέτησης της εργαζόμενης κοινωνίας. Το κοινωνικο-ταξικό μέτρο αποδοχής και επιτυχίας της δεν θα είναι το κυνήγι των ψήφων σε έναν φαύλο κύκλο στείρου κοινοβουλευτισμού, αλλά η στήριξη και η άμεση βοήθεια σε κάθε αγώνα, σε κάθε κίνημα του λαού, σε κάθε προσπάθεια, από όπου κι αν προέρχεται, με στόχο την απόσπαση κατακτήσεων, βελτιώσεων και αλλαγών υπέρ των εργαζομένων. Μια πολιτική πρόταση που δεν μπορεί να φανεί άμεσα χρήσιμη στις καθημερινές διεκδικήσεις του απλού κόσμου της εργασίας, στο άνοιγμα του δρόμου για έστω και περιορισμένες νίκες είναι ανεδαφική και αδιάφορη από τη σκοπιά των συμφερόντων του εργαζόμενου λαού.

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής.

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 14-04-11),  http://www.topontiki.gr/article/15767

Αργεντινή: ΧΡΕΟΣ ΣΤΟ ΔΝΤ – ΑΡΝΗΣΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

Το Πείραμα της Αργεντινής

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΣΤΟ ΔΝΤ και Η ΑΡΝΗΣΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

 

 


 

Στις αρχές του 2002, αμέσως μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης Δε λα Ρούα, το ποσοστό της φτώχειας φτάνει το 57,5% και της ακραίας φτώχειας στο 27,5%. Η ανεργία ξεπερνά το 21,5%. Τα ποσοστά αυτά αποτελούν αρνητικό ρεκόρ για την Αργεντινή. Μετά από εσωτερική ψηφοφορία στη βουλή, Πρόεδρος της χώρας αναλαμβάνει ο περονιστής Εδουάρδο Δουάλδε, στις 2 Ιανουαρίου του 2002.

Η Αργεντινή αδυνατεί να αποπληρώσει το χρέος της και ανακηρρύσει στάση πληρωμής του χρέους προς το Δ.Ν.Τ. και τους άλλους δανειστές. Καταργείται ο Νόμος της Μετατρεψιμότητας, το πέσο αποσυνδέεται από το δολάριο και υποτιμάται σχεδόν κατά 4 φορές. Τα χρήματα των καταθετών, που είχαν μπλοκαριστεί  στις τράπεζες, από δολάρια μετατράπηκαν σε πέσος και εξανεμίστηκαν. Αν κάποιος είχε καταθέσεις 100 δολαρίων, τώρα του είχαν απομείνει  25. Ένα εκατομύριο αποταμιευτές βλέπουν τις καταθέσεις τους να χάνουν την αξία τους.  Το δικαστικό σώμα καλείται να εκδικάσει  50.000 υποθέσεις ομάδων αποταμιευτών που διεκδικούν όλο το ποσό των καταθέσεών τους. Το θέμα των αποταμιευτών αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για όλες τις κυβερνήσεις μέχρι και σήμερα. Παράλληλα, κάθε επαρχία εκδίδει το δικό της νόμισμα. Κυκλοφορούν 17 διαφορετικά νομίσματα και το οικονομικό χάος μεγαλώνει. Ταυτόχρονα οι απαγωγές εξπρές, δηλαδή απαγωγές μικρής χρονικής διάρκειας, με λύτρα μικρά χρηματιστικά ποσά ή οικιακές συσκευές, αυξήθηκαν κατά 505%.

Οι ψυχασθένειες και οι καρδιοπάθειες βρίσκονται σε έξαρση μετά το 2001. Οι επισκέψεις σε ψυχιάτρους αυξήθηκαν κατά 50%, οι καρδιακές προσβολές 9πλασιάστηκαν και οι νεκροί από ασθένειες διπλασιάζονται. Από το 1999 ως το 2002, 20.000 πέθαναν από καρδιοπάθειες. (Ίδρυμα Ιατρικών Ερευνών Fundación Favaloro και Universidad de Massachussetts USA.) «Η θλιμμένη ψυχή μπορεί να σε σκοτώσει γρηγορότερα, πολύ γρηγορότερα απ’ ό,τι  ένα μικρόβιο», είχε σημειώσει κάποτε ο Στάινμπεκ.

Η κυβέρνηση Δουάλδε ακολουθεί τις συμβουλές του Δ.Ν.Τ. προσδοκώντας να ανακτήσει η Αργεντινή την εμπιστοσύνη των αγορών, γι’ αυτό και προστατεύει τις τράπεζες, που συνεχίζουν τις απαγορεύσεις αναλήψεων. Οι δημόσιες δαπάνες μειώνονται κατά 60%. Η λαϊκή δυσαρέσκεια όλο και μεγαλώνει. Στις 26 Ιουνίου του 2002, στην περιοχή Avellaneda του Buenos Aires, ομάδες διαδηλωτών κλείνουν το δρόμο διαμαρτυρόμενοι για την ανεργία και τη φτώχεια. Ακολουθεί σκληρή αστυνομική καταστολή με αποτέλεσμα να δολοφονηθούν 2 νεαροί, ενώ 33 άτομα τραυματίστηκαν από σφαίρες. Ο Δουάλδε καλεί εκλογές και παραιτείται. 

Τον Νοέμβριο του 2002, μετά από ένα έτος ακριβώς, αίρεται η εφαρμογή του Corralito και οι αναλήψεις γίνονται κανονικά, αλλά το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 64%.

Μέσα στα συντρίμια και το χάος που επικρατεί, τις εκλογές του 2003 κερδίζει ο Nestor Kirchner. Αναλαμβάνει την Προεδρία στις 25 Μαΐου του 2003 και κυβερνά τη χώρα ως τις 10 Δεκεμβρίου του 2007, ακολουθώντας μια φιλολαϊκή πολιτική, προσπαθώντας να χτίσει και πάλι τη χώρα μέσα από τα συντρίμια της. Διορίζει Υπουργό Οικονομικών και πάλι τον  Roberto Lavagna. Πάνω απ’ όλα, παγώνει την πληρωμή των χρεών προς το Δ.Ν.Τ. που ανέρχονται στα 9,8 δις, δίνοντας προτεραιότητα στις ανάγκες της χώρας. Το 2004 σε ομιλία του στον ΟΗΕ, ο Nestor Kirchner είπε: «Είναι αναγκαίο και επείγον να πραγματοποιηθεί ένας δομικός και ουσιώδης ανασχεδιασμός του Δ.Ν.Τ. Για να μπορεί να προβλέπει τις οικονομικές κρίσεις και να βοηθά στην επίλυσή τους. Το Δ.Ν.Τ. πρέπει να αλλάξει την πορεία που το έκανε από δανειστή για προώθηση των επενδύσεων, σε κερδοσκοπικό οργανισμό που απαιτεί προνόμια».  

Το Δεκέμβριο του 2005 ο Kirchner πλήρωσε με μία και μόνο δόση το χρέος της Αργεντινής προς το Δ.Ν.Τ. Για την πληρωμή χρησιμοποίησε τα διεθνή χρηματικά αποθέματα της Αργεντινής. Επίσης η πληρωμή προς το ΔΝΤ χρηματοδοτήθηκε και από τη Βενεζουέλα, που αγόρασε κρατικά ομόλογα αξίας 1,6 δις δολαρίων. Από τότε και έπειτα η κυβέρνηση της Αργεντινής δε θέλει να έχει καμιά σχέση με το Δ.Ν.Τ. Στις αποπληρωμές των χρεών βοήθησε και η Τράπεζα Banco Central de Argentina, αλλά και η χαμηλή τιμή του πέσο σε σχέση με το δολάριο (1 δολ.=3,89 πέσος).

«Το 2005 η Αργεντινή πλήρωσε το χρέος της προς το Δ.Ν.Τ. Ήταν μια πολύ καλή απόφαση! Γιατί το Δ.Ν.Τ. όταν μια χώρα του ζητά λεφτά, της βάζει προϋποθέσεις.  Ορίζει ποια είναι τα όρια της οικονομικής της πολιτικής. Κι εγώ θα σας έλεγα ότι οι ιδέες που έχει το Δ.Ν.Τ. δεν είναι καλές. Είναι ιδέες αυστηρές. Είναι οι ιδέες που στήριξαν τη Μετατρεψιμότητα. Το Δ.Ν.Τ. υποστήριξε την προηγούμενη πολιτική, που ήταν μια πραγματική καταστροφή. Έτσι, η καλύτερη σχέση με το Δ.Ν.Τ. είναι να μην του χρωστάς τίποτα. Γιατί αν κάποιος δεν χρωστά τίποτα στο Δ.Ν.Τ., δεν έχει και καμιά προϋπόθεση να εκπληρώσει. Έτσι λοιπόν, για να ανακτήσεις την κυριαρχία και τον εθνικό έλεγχο της οικονομικής πολιτικής, είναι θεμελιώδες να μην ζητήσεις λεφτά από το Δ.Ν.Τ. Γιατί είναι αδιόρθωτο! Θα πρέπει να υπάρχει στο Δ.Ν.Τ. κι ένα άλλος έταιρος, που να συμμετέχει και να αντιπροτείνει. Αλλά το καλύτερο είναι να μη του χρωστάς τίποτα! Είναι τα πιο ακριβά λεφτά που μπορείς να φανταστείς αυτά που δίνει το ΔΝΤ, λόγω του κόστους που προκύπτουν από τους όρους του», σχολιάζει ο Άλδο Φερέρ, οικονομικός αναλυτής και σημερινός Πρέσβης της Αργεντινής στη Γαλλία.

Με την πολιτική του υψηλού δολαρίου, η Αργεντινή τονώνει τις εξαγωγές της, μειώνονται οι εισαγωγές και τα προϊόντα της γίνονται ανταγωνιστικά στη διεθνή αγορά. Αποκομίζει κυρίως πολλά έσοδα από τις εξαγωγές σιτηρών μετά την άνοδο της τιμής τους παγκοσμίως. Παράλληλα, η βιομηχανία της Αργεντινής αναβιώνει, αφού τα προϊόντα της απορροφούνται πια από την εσωτερική αγορά. Από το 2003 ως το 2007, η ανάπτυξη βρίσκεται πάντα γύρω από το 9%, ενώ το 2008 έπεσε στο 6,8%.

Το 2008 το ΑΕΠ ξεπερνούσε το ΑΕΠ του 1998, φανερώνοντας ότι η οικονομική κρίση είχε πια τελειώσει. Ο ρόλος του κράτους αλλάζει σε σχέση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, αφού πια υπάρχει έλεγχος στην οικονομία με κρατικές παρεμβάσεις όταν χρειάζεται. Η κυβέρνηση ορίζει σταθερές τιμές σε προϊόντα της εγχώριας βιομηχανίας, μειώνοντας έτσι σημαντικά τις πράξεις κερδοσκοπίας. Δημιούργησε επίσης μια κρατική εταιρία ενέργειας και ίδρυσε κρατικής αεροπορική εταιρία, πηγαίνοντας αντίθετα στην πορεία που ορίζει ο νεοφιλελευθερισμός.

Με τον Nestor Kirchner, η Αργεντινή εισχώρησε στην ομάδα των Λατινοαμερικάνικων χωρών, που ακολουθούν μια διαφορετική οικονομική πολιτική, περισσότερο κοινωνική. Την ομάδα αυτή αποτελούσαν ο Ούγκο Τσάβες (Βενεζουέλα), ο Έβο Μοράλες (Βολιβία), ο Λούλα (Βραζιλία), ο Ραφαέλ Κορέα (Εκουαδόρ), ο Ταβαρέ Βάσκες (Ουρουγουάη) και η Μισέλ Μπατσελέ (Χιλή).

Το 2007, τις εκλογές κερδίζει η γυναίκα του Kirchner, η Cristina Fernández. Είναι η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος στην ιστορία της Αργεντινής. Η Cristina Fernández ακολούθησε ακριβώς την ίδια πολιτική που χάραξε ο άνδρας της, ο οποίος παρέμενε δίπλα της ως μέντοράς της μέχρι το θάνατό του τον Οκτώβριο του 2010.

Σήμερα τα προβλήματα εξακολουθούν να’ναι πολλά, αλλά δε θυμίζουν σε τίποτα τα σκληρά εκείνα χρόνια της οικονομικής κατάρρευσης. Η ανεργία στην Αργεντινή ανέρχεται στο 8,5%, ενώ η φτώχεια αγγίζει το 40% του πληθυσμού. Το 60% των φτωχών είναι κάτω των 20 ετών. Υπολογίζεται ότι μόνο στο Μπουένος Άιρες, οι φτωχοί ξεπερνούν τα 4 εκατ. Το 2009-2010 οι κλοπές αυτοκινήτων αυξήθηκαν κατά 20%. Επίσης η εγκληματικότητα συνεχίζει να μαστίζει κυρίως την πρωτεύουσα με 1,5 δολοφονίες ημερησίως.

Στις αρχές του 2010, το Δ.Ν.Τ. ανακοίνωσε ότι η Αργεντινή έχει τον 3ο υψηλότερο και πιο επικίνδυνο πληθωρισμό ανάμεσα σε 186 χώρες. (Κονγκό 31,2%, Βενεζουέλα 28%, Αργεντινή 15%). Η Αργεντινή δεν έχει ανακτήσει εντελώς την εμπιστοσύνη των Αγορών, αλλά καταφέρνει και βρίσκει δανειστές στo Club de Paris (Ταμείο Πιστωτών που εκπροσωπούν τις 19 μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου).Το Δ.Ν.Τ. επιμένει να ελέγξει τα οικονομικά του κράτους, αλλά δέχεται συνεχώς την άρνηση της κυβέρνησης.

 

ΠΗΓΗ: http://exandasdocumentaries.com/series/argentina/exandas-dept.php

Το επισφαλές δάνειο

Το επισφαλές δάνειο

 

Του Ηλία Σταμπολιάδη*


 

Επισφαλές δάνειο θεωρούμε εκείνο που ο δανειστής αναλαμβάνει κάποιον κίνδυνο όταν ο δανειζόμενος είναι σε αδύναμη θέση να ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής ζητάει ένα αυξημένο επιτόκιο έναντι άλλου ισχυρού δανειζόμενου. Σε περίπτωση που ο δανειζόμενος έχει περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να υποθηκευτούν τότε ο αδύναμος δανειολήπτης μπορεί να επιτύχει ένα μικρότερο επιτόκιο διότι στην προκειμένη περίπτωση ο ίδιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο μη  αποπληρωμής.

Κλασσικό παράδειγμα ενυπόθηκου δανείου είναι αυτό για αγορά ακινήτου, όπου το επιτόκιο κυμαίνεται γύρω στο 4% ενώ στην περίπτωση μη ενυπόθηκου δανείου το επιτόκιο είναι γύρω στο 8-10% για καταναλωτικά  δάνεια ενώ για τις πιστωτικές κάρτες ανεβαίνει γύρω στο 17%. Τις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα δανείζετο χρήματα, ή εξέδιδε ομόλογα, με υψηλό επιτόκιο λόγω του ελλείμματος στο ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών της αλλά και της μικρής παραγωγικότητα της σε σχέση με άλλα κράτη όπως η Γερμανία, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία.

 

Δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία ότι οι δανειστές και οι αγοραστές των ομολόγων γνώριζαν και γνωρίζουν την κατάσταση της Ελλάδος, όπως και άλλων χωρών και οι σύμβουλοι τους καθορίζουν όχι μόνο την κλίμακα αξιοπιστίας αλλά και το ποσοστό προσαύξησης του επιτοκίου, τα λεγόμενα spreads, έναντι του καλύτερου δανειζόμενου, π.χ. της Γερμανίας. Για τιμή των Ελληνικών spreads 900 μονάδες, το επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδος θα είναι χονδρικά 9% μεγαλύτερο από αυτό της Γερμανίας.

 

Όταν το τοκογλυφικό επιτόκιο  και η μωρία των Ελληνικών κυβερνήσεων οδήγησαν την Ελλάδα σε υπέρογκο χρέος, που πρακτικά είναι αδύνατο να πληρωθεί, τότε οι δανειστές και οι κάτοχοι Ελληνικών ομολόγων αποποιήθηκαν το ρίσκο που είχαν αναλάβει έναντι των υψηλών επιτοκίων και οδήγησαν τη χώρα  σε δανεισμό από την τρόϊκα  με χαμηλότερο επιτόκιο για την αποπληρωμή των χρεών.  Η τρόικα όμως, προς εξασφάλιση των χρημάτων της  ζήτησε αφενός τη δημοσιονομική διαχείριση του κράτους και αφετέρου υποθήκευσε την εθνική ανεξαρτησία, που την εξασφαλίζει η δανειακή σύμβαση, την οποία αποδέχθηκαν άμεσα  η κυβέρνηση και έμμεσα σύσσωμη η αντιπολίτευση.

 

Η  ενυπόθηκη δανειοδότηση της τρόϊκα δεν θα διατεθεί δια την οικονομική ανάπτυξη της χώρας αλλά για αποπληρωμή ΜΗ ενυπόθηκων δανείων που έγιναν με αντίστοιχο υψηλό επιτόκιο. Πέραν από την προδοσία, που συνιστά η αποδοχή της δανειακής σύμβασης, η κυβέρνηση συνεχίζει την ολοκλήρωση της με το να μην αποδέχεται την αναδιάρθρωση του χρέους, την αποπληρωμή του οποίου ανέλαβε ο μηχανισμός στήριξης έναντι υποθήκης της εθνικής μας ανεξαρτησίας.  Οι δανειστές και οι κάτοχοι ομολόγων εκ των πραγμάτων παύουν να έχουν οποιονδήποτε κίνδυνο και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται τα υψηλά επιτόκια που αρχικά είχαν απαιτήσει λόγω του κινδύνου μη αποπληρωμής που ανέλαβαν. Η αναδιάρθρωση του χρέους με όρους του καλύτερου δανειζόμενου από αρχής, αποτελεί δίκαιο αίτημα των Ελλήνων και όχι δείγμα ανεντιμότητας όπως θέλουν να το παρουσιάζουν. Εάν γίνει αυτό το πραγματικό χρέος θα πέσει στο 1/5 της λογιστικής του αξίας, πράγμα που θα επιτρέψει την αποπληρωμή του και θα εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Το αίτημα είναι προφανές και δίκαιο και θα μπορούσαμε να το διεκδικήσουμε ακόμη και στα πλαίσια του ΟΗΕ.

 

* Ηλίας Σταμπολιάδης, Πολυτεχνείο Κρήτης, 15 Απριλίου 2011.

Ο Καπιταλισμός ως Θρησκεία

Ο Καπιταλισμός ως Θρησκεία*

 

Walter Benjamin [Μτφρ.: Λεωνίδας Μαρσιανός]


 

…Τρία είναι τα χαρακτηριστικά τα οποία μπορούμε επί του παρόντος να αναγνωρίσουμε όσον αφορά τη θρησκευτική δομή του καπιταλισμού. Πρώτον, ο καπιταλισμός είναι μια καθαρά λατρευτική θρησκεία, ίσως η πιο ακραία που υπήρξε ποτέ. Όλα εντός του είναι φορείς νοήματος μόνο στο βαθμό που συνυφαίνονται με τη λατρευτική πρακτική, αλλά δεν γνωρίζει συγκεκριμένη δογματική ή θεολογία.

Απ' αυτή τη σκοπιά άλλωστε εξηγούνται οι θρησκευτικές αποχρώσεις που αποκτά ο ωφελιμισμός. Αυτή η συγκεκριμενοποίηση της λατρείας είναι συνδεδεμένη με το δεύτερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού: τη μονιμότητα της λατρείας.

Ο καπιταλισμός είναι το απόγειο μιας λατρείας sans [t] reve et sans merci.[1]. Δεν υπάρχουν "καθημερινές". Είναι σαν κάθε ημέρα να είναι εορτή, με την τρομακτική έννοια της εκδίπλωσης ολόκληρης της ιερής μεγαλοπρέπειας, της απόλυτης έντασης του λάτρη. Και τρίτον, η λατρεία αυτή είναι ενοχοποιητική. Ο καπιταλισμός είναι ενδεχομένως η πρώτη περίπτωση λατρείας που παράγει ενοχή, όχι εξιλέωση. Αυτό το θρησκευτικό σύστημα προελαύνει με τεράστια ορμή. Μια υπέρμετρα ένοχη συνείδηση, ανίκανη να εξιλεωθεί, κυριαρχεί στη λατρεία αυτή, με προοπτική όχι να εξιλεώσει την ενοχή, αλλά να την καταστήσει οικουμενική, να τη σφυρηλατήσει στη συνείδηση και εν τέλει να περιπλέξει τον ίδιο τον Θεό στην ενοχή, εγείροντάς του έτσι το συμφέρον της εξιλέωσης. Επιπλέον, το γεγονός της εξιλέωσης δεν αναμένεται να συμβεί χάρη στην ίδια τη λατρεία, ούτε εξαιτίας μιας μεταρρύθμισης της θρησκείας αυτής, η οποία θα έπρεπε να καταφύγει σε κάτι βέβαιο που θα περιείχε η τελευταία, ούτε ακόμη χάρη στην απάρνησή της.

Ενοικεί ακριβώς στην ίδια την ουσία αυτού του θρησκευτικού κινήματος, του καπιταλισμού, η αντοχή μέχρις εσχάτων, μέχρι τελικά να ενοχοποιηθεί πλήρως και ο Θεός ενώ η πραγματοποιημένη κατάσταση του κόσμου να γίνει η απόγνωση, γεγονός για το οποίο διακαώς ελπίζει ακόμα. Εκεί έγκειται και το ιστορικά ανήκουστο του καπιταλισμού, ότι θρησκεία πλέον δεν αποτελεί η αναμόρφωση της ύπαρξης αλλά ο κατακερματισμός της. Είναι η επέκταση της απόγνωσης σε θρησκευτική κατάσταση του κόσμου, απ' την οποία αναμένεται να εκπορευτεί η ίαση. Η υπερβατικότητα του Θεού έχει εκπέσει. Δεν είναι νεκρός, αλλά έχει ενωθεί με την ανθρώπινη μοίρα. Αυτή η διέλευση του πλανήτη ανθρώπου διαμέσου του οίκου της απόγνωσης προς την απόλυτη μοναχικότητα της τροχιάς του είναι το ήθος που εντοπίζει ο Νίτσε. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο υπεράνθρωπος, ο πρώτος που έχοντας επίγνωση της θρησκείας του καπιταλισμού ξεκινά την εκπλήρωσή της. Το τέταρτο χαρακτηριστικό της είναι ότι ο Θεός πρέπει πάντοτε να της αποκρύπτεται, ενώ η όποια αναφορά σε αυτόν να γίνεται μόνον όποτε η ενοχοποίησή του φτάνει στο ζενίθ. Η λατρεία τελετουργεί ενώπιον μιας άγουρης θεότητας· κάθε παράσταση της τελευταίας, κάθε σκέψη για αυτήν προδίδει το μυστικό της ανωριμότητάς της. …

Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε παρασιτικά στον χριστιανισμό της Δύσης – και πρέπει να τονιστεί όχι μόνο για την περίπτωση του Καλβινισμού, αλλά και για τα υπόλοιπα ορθόδοξα χριστιανικά ρεύματα – μέχρι το σημείο εκείνο όπου η ιστορία του χριστιανισμού έγινε αναγκαστικά η ιστορία του παρασίτου του, δηλαδή του καπιταλισμού….

Οι έγνοιες: μια πνευματική αρρώστια, προσιδιάζουσα στην καπιταλιστική εποχή. Πνευματικό (όχι υλικό) αδιέξοδο στη φτώχεια, τη μοναστική ζωή των πλανόδιων, των επαιτών. Μια κατάσταση τόσο αδιέξοδη, προκαλεί ενοχή. Οι "έγνοιες" είναι ο δείκτης αυτής της ένοχης συνείδησης που προκαλείται από το αδιέξοδο. "Έγνοιες" προκαλούνται από τον φόβο του συλλογικού, όχι του ατομικού-υλικού αδιεξόδου….

Εξαγορά φόνου [2] /Θησαυρός των καλών έργων/Αμοιβή οφειλόμενη στον ιερέα(.) Ο Πλούτων ως θεός του πλούτου. [3]

 

Σημειώσεις του μεταφραστή

 

[1] Χωρίς ανακωχή και χωρίς έλεος. Ο Benjamin έγραψε "sans reve…" που σημαίνει χωρίς όνειρο…" Οι επιμελητές της έκδοσης των απάντων του συγγραφέα, δεχόμενοι την πρόταση του Uwe Steiner, θεώρησαν παραδρομή του την αναγραφή reve αντί treve (ανακωχή). Οι άγγλος, πάλι, μεταφραστής αποδίδει: without dream or mercy (χωρίς όνειρο ή έλεος).

[2] Εξαγορά φόνου [Wergeld]: Θεσμός του τευτονικού δικαίου σύμφωνα με τον οποίο ο ανθρωποκτόνος αποζημίωνε χρηματικά τους συγγενείς του θύματος, εξασφαλίζοντας έτσι την περαιτέρω ατιμωρησία του.

[3] Εδώ επιχειρείται μια σύνδεση του αισθήματος ενοχής, της οικονομικής οφειλής, του θανάτου και της θρησκείας. Ο Πλούτων στην αρχαιοελληνική μυθολογία είναι ο φύλακας της πύλης του Άδη. Ο Πλούτων εμφανίζεται ως "θεός του επίγειου πλούτου" στον Φάουστ του Γκαίτε. Σημειωτέον δε ότι, στο δεύτερο μέρος του έργου αυτού, πράξη πέμπτη, εμφανίζονται επίσης και οι "Έγνοιες" και η "Οφειλή."

 

*  (1921) (απόσπασμα)

 

ΠΗΓΗ: Πανοπτικόν: Τετράδιο Ολικής Αντιπαράθεσης, Τεύχος 7, (Ιαν. 2005).

Η έξοδος της Αιτ/νίας…

Η έξοδος της Αιτ/νίας…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Σ’ όλη την Ελλάδα ανάβουν «σπίθες». «Σπίθες» διαμαρτυρίας. Για την αθλιότητα, που μας κατακλύζει και μας πνίγει. Και κάπου-κάπου, η «Σπίθα» γίνεται έκρηξη και πυρκαγιά. Και κάποιοι άλλοι μιλούν για σεισάχθεια. Το μέτρο, με το οποίο ο σοφός Σόλων απάλλαξε, στην αρχαία Αθήνα, απ’ το άχθος (=βάρος) της χρεοκοπίας ένα μεγάλο τμήμα του αθηναϊκού λαού.

Παντού, λοιπόν, «σπίθες» και «σεισάχθειες». Κι εδώ στην Αιτωλοακαρνανία «άκρα σιγή, σιωπή του τάφου», που λέει κι ο εθνικός μας ποιητής στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του.

Και να που, στο Αγρίνιο, βγήκε, πριν λίγες μέρες, στο δρόμο ένα δίδυμο ηλικιωμένων: Ένας παπάς κι ένας δάσκαλος. Και καλούσαν τον κόσμο σε αφύπνιση και συστράτευση για τη σωτηρία της πατρίδας.

Κι, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, άλλοι τους δέχονταν με ενθουσιασμό, άλλοι με συγκατάβαση και κάποιοι άλλοι με ειρωνεία ή και σκαιότητα:

-Καλά, τους είπαν κάποιοι, χάθηκαν οι νεότεροι να κάμουν αυτή τη δουλειά;

-Κι εμείς για τους νέους ψάχνουμε, τους αποκρίθηκαν. Να ξεσηκωθούνε και να μπούνε μπροστά. Κι εμείς να τους ακολουθήσουμε ή και να σταθούμε παράμερα. Για να χειροκροτούμε και να επευφημούμε τα λόγια τους και τις πράξεις τους. Αλλά, να που καθυστερούν πολύ! Και, μέχρι να ξεσηκωθούν, εμείς οι μεγαλύτεροι αισθανόμαστε ντροπή και φόβο!

-Και σαν τι ντρέπεστε και φοβάστε! τους είπαν.

-Φοβόμαστε, μήπως και συναρμολογηθούν τα οστά των ηρώων, που είναι θαμμένα στο Ηρώο του Μεσολογγίου. Και έρθουν και μας φωνάξουν:

«Εμείς, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, χύσαμε το αίμα μας και δώσαμε τη ζωή μας για την πατρίδα και την ελευθερία της! Κι εσείς οι απολιόρκητοι εθελόδουλοι, τη σκλαβώσατε στους ντόπιους απατεώνες και τους διεθνείς τοκογλύφους!

Πώς είναι δυνατόν, όταν, όπως θα ’λεγε κι ο Βάρναλης, «σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα, όπου σας έβρει, σας πατεί», εσείς να μένετε «άβουλοι και μοιραίοι αντάμα, προσμένοντας ίσως κάποιο θαύμα»!

Ποιοι περιμένετε να κάνουν το θαύμα! Πάντα οι…κάποιοι άλλοι”;

Τέτοια ακούνε και τέτοια αποκρίνονται ο παπάς με το δάσκαλο. Και συνεχίζουν την προσπάθειά τους. Και τον αγώνα τους…

Με την ελπίδα πάντα ότι οπωσδήποτε κάποιοι άλλοι, νεότεροι θα πάρουν τη σκυτάλη και θα μπούνε μπροστά!

Όπως ταιριάζει σε Έλληνες και σε πατριώτες. Αντάξιους απογόνους των ηρώων της Εξόδου!….


παπα-Ηλίας
, http://papailiasyfantis.wordpress.com, 15-4-2011

Δ.N.T.: Προς αναβίωση της αποικιοκρατίας;

Δ.N.T.: Προς αναβίωση της αποικιοκρατίας;

 

Του Παναγιώτη I. Kαραφωτιά


 

Mετά τις πρόσφατες καταγγελίες, που δεν διαψεύστηκαν, περί της «άνευ όρων» υπογραφής του Mνημονίου, δίχως καμμιά αναφορά σε πειστικές και υλοποιήσιμες προτάσεις για ανάκαμψη, καθώς και περί παρασκηνιακών εγχειρημάτων παγίδευσης της χώρας σε εθνικά επικίνδυνους συμβιβασμούς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αόρατος «εχθρός», με τη μορφή διαφθοράς και ηττοπάθειας, χωρίς ούτε ένα τελεσίγραφο ή πυροβολισμό, «εκπόρθησε» το εθνικό κάστρο. H «σφαγή» άρχισε με πρώτα θύματα τους οικονομικά ευάλωτους.

Έτσι, άρχισε ήδη η «άτακτη φυγή» νέων, ιδιαίτερα επιστημόνων, προς το εξωτερικό και ειδικότερα σε χώρες, όπου η «αφαίμαξη εγκεφάλων» έχει αναχθεί σε υψίστη στρατηγική επιστήμη, σε βάρος, όμως, της ανάπτυξης και προόδου της Πατρίδας, παραπέμποντας σε αποικιοκρατικές εποχές. Προφανώς, οι ηγεσίες της χώρας δεν φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει την τραγικότητα της κατάστασης. Nαρκισσευόμενες, εφησυχάζουσες και εθελοτυφλούσες σε ένα περιβάλλον γενικότερου κοινωνικού διχασμού, εκμαυλισμού και ιδεολογικής «αποχαύνωσης», που θυμίζει ανάλογες καταστροφικές ανθρωπογενείς συγκυρίες περιόδων εθνικής κρίσης, με έμβλημα το διαβόητο αντικοινωνικό: «Aς είναι καλά το δάσος και ας καίγονται τα δέντρα» ή το: «H Eλλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» (αλλά οι Έλληνες πεθαίνουν). Όσον αφορά το ρόλο ξένων παραγόντων, έχει πλέον συμπληρωθεί το παζλ, ιδιαίτερα μετά τη θλιβερή και ανίερη πράξη της Yπερδύναμης να αναγνωρίσει τα Σκόπια ως «Mακεδονία» και την αποικιοκρατική στάση του Δ.N.T., που θεωρείται, «δούρειος ίππος» της Yπερδύναμης.

Έχουν τελειώσει οι ψευδαισθήσεις περί ειλικρινούς φιλελληνικής πολιτικής της και έχει γίνει κοινή συνείδηση ότι από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, εκπονήθηκαν σχέδια που εξυπηρετούσαν αποκλειστικά συμφέροντα της Yπερδύναμης, αλλά στην περίπτωση της Eλλάδας, παρά τις τρομερές θυσίες για αυτήν, πέραν από τα εκατομμύρια μεταναστών, οι οποίοι συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξή της, με τη νέα «τάξη» που η Yπερδύναμη επέβαλε, η Χώρα προσδέθηκε με «συνοπτικές διαδικασίες» στο στρατηγικό και οικονομικό της άρμα και παγιδεύτηκε σε ένα φαύλο κύκλο θλιβερών συμβιβασμών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, αντί να πετύχει αειφόρα ανάπτυξη, πέτυχε να γίνει ουραγός στρατηγικών, που κατέληξαν στη συρρίκνωση του Έθνους και την αφαίμαξη πολύτιμου εργατικού δυναμικού, ενώ εγκάθετα φαύλα ηγετικά κυκλώματα, στο πλαίσιο αδιαφάνειας, αναξιοκρατίας και κοινωνικού αποκλεισμού, απεργάζονταν την ευημερία του λαού, ανάγοντας σε νέο «δόγμα» το: «Διάφθειρε και βασίλευε».

Ένα ακόμη αποτέλεσμα ήταν η άνευ όρων «υποταγή» της χώρας σε ξένες στρατηγικές επιταγές, σε βάρος, όμως, εθνικών ζωτικών συμφερόντων, αρχίζοντας από την Kύπρο, τα Ίμια, τα Σκόπια, τις συνεχιζόμενες προκλήσεις και επεκτατικές ενέργειες της Tουρκίας, και, τέλος, στις αγκυλώσεις πολιτικών και οικονομικών σκοπιμοτήτων του Δ.N.T., το οποίο, ανήκοντας στο γενικότερο σύστημα των οργανώσεων του O.H.E., έχει από τον καταστατικό του χάρτη χρέος να διευκολύνει αποφασιστικά τις χώρες που προσφεύγουν σε αυτό και όχι να λειτουργεί με αποικιοκρατικό πνεύμα. Kαι είναι περίεργο και λυπηρό ότι οι αρμόδιοι ηγέτες της χώρας με τους «ειδικούς» συμβούλους τους, που υπέγραψαν το Mνημόνιο, δεν έστερξαν να μελετήσουν και να αξιοποιήσουν τις ίδιες τις πρόνοιες του Δ.N.T., με τις οποίες η παρούσα Διοίκησή του βρίσκεται σε δραματική ανακολουθία.

Συγκεκριμένα, το άρθρο I περί των σκοπών του ΔNT στην παράγραφο (v) αναφέρει ότι ένας από τούς σκοπούς του Tαμείου είναι «να δημιουργεί εμπιστοσύνη στα μέλη, διαθέτοντάς τους προσωρινά τους γενικούς πόρους του Tαμείου υπό επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να τους δώσει την ευκαιρία να διορθώσουν ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών τους, χωρίς να καταφεύγουν σε μέτρα, που να είναι καταστροφικά για την εθνική ή διεθνή ευημερία». Eίναι, συνεπώς, δυνατόν, με τα μέτρα που επέβαλε στην Eλλάδα το Δ.N.T. και οι υπόλοιποι, να πετύχει η Χώρα τα όσα αυτό επαγγέλλεται ή το αντίθετο, δηλαδή να βυθιστεί σε οικονομικό και κοινωνικό μαρασμό με ανυπολόγιστες επιπτώσεις στη γαλήνη και ευημερία του λαού της;

Eίναι, πάντως, ενθαρρυντικό ότι συλλογικοί φορείς αλλά και διεθνούς κύρους προσωπικότητες έχουν ήδη αντιδράσει, δημιουργώντας βάσιμες ελπίδες για επίσημες μεθοδικές ενέργειες, ώστε να υπάρξει αναθεώρηση των όρων του Δ.N.T. και η Χώρα να εξέλθει σύντομα και ανώδυνα από την κρίση, που μπορεί να μετεξελιχθεί σε διεθνή με απρόβλεπτες συνέπειες.

 

* O Παναγιώτης I. Kαραφωτιάς είναι Kαθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Iνδιανάπολης, τ. Διευθύνων Σύμβουλος του Γραφείου OHE για Eλλάδα, Kύπρο και Iσραήλ.

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 01 Απρίλιος 2011, http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/842/dnt-pros-anabiose-tes-apoikiokratias-tou-panagiote-karaphotia.html