Ο δημόσιος χαρακτήρας του ατομικισμού

Ο δημόσιος χαρακτήρας του ατομικισμού*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Η διαφαινόμενη αδυναμία της Ελλάδας να παρουσιάσει σημάδια οικονομικής ανάκαμψης επαναφέρει διαρκώς στο προσκήνιο την ανάγκη λήψης συγκεκριμένων μέτρων που θα συμβάλουν στην έξοδό της από την κρίση. Ως ένα από τα μέτρα παρουσιάζεται και η ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων. Το αναμενόμενο κέρδος από τις ιδιωτικοποιήσεις αφορά τόσο τα ποσά που θα εισρεύσουν στο δημόσιο ταμείο από την πώληση των επιχειρήσεων, όσο κι από την εξοικονόμηση χρημάτων χάρη στον εξορθολογισμό της λειτουργίας των αντίστοιχων εταιρειών, με τον περιορισμό του πλεονάζοντος προσωπικού και των υπέρογκων δαπανών.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 319, 16/5/2011.

Είναι ενδεικτική μάλιστα η παραδοχή από τα κόμματα εξουσίας της αδυναμίας τους να διαχειριστούν τις κρατικές επιχειρήσεις με κερδοφορία, επειδή δεν διαθέτουν τη δύναμη ή τη βούληση να τερματίσουν την υπαλληλική υπερφόρτωση των κρατικών επιχειρήσεων, προκειμένου να ικανοποιήσουν τους κομματικούς τους ψηφοφόρους. Παράλληλα, η κατάσταση επιβαρύνεται από την κακοδιαχείριση και την ιδιοποίηση των εταιρικών κονδυλίων από κατέχοντες καίριες θέσεις, που βρίσκονται σ’ αυτές χάρη στην υψηλή προστασία του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος.

Η αρρωστημένη λειτουργία ορισμένων κρατικών επιχειρήσεων, με τον τρόπο με τον οποίο υπεραπλουστευτικά προβάλλεται ή τονίζεται, όπως ο Ο.Σ.Ε., που προωθείται προς ιδιωτικοποίηση, ή η Ολυμπιακή, που ήδη ιδιωτικοποιήθηκε, παγιώνει μία αρνητική διάθεση των πολιτών απέναντι στη διατήρηση του κρατικού χαρακτήρα των συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Ο αρνητισμός αποτυπώνεται και στα αποτελέσματα της δημοσκόπησης που διενεργήθηκε από την εταιρεία «Public Issue» (http://www.publicissue.gr/1733/private-sector/), και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» της 30/4/2011 ( http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_100038_30/04/2011_440510). Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, η κοινή γνώμη φαίνεται να προκρίνει τον ιδιωτικό τομέα έναντι του δημόσιου και να θεωρεί σε ποσοστό 69% ότι πρέπει να ενισχυθεί έναντι του δημόσιου, ώστε να επιτευχθεί η οικονομική ανάκαμψη της χώρας. Αξιολογεί επίσης πως η λειτουργία εταιρειών που ιδιωτικοποιήθηκαν, όπως ο Ο.Τ.Ε. ή η Ολυμπιακή, έχει βελτιωθεί σε σχέση με τη λειτουργία τους υπό τον κρατικό έλεγχο. Θεωρεί σε ποσοστό 74% αναγκαίες τις ιδιωτικοποιήσεις, ενώ στο ερώτημα για τη μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων απαντά σε ποσοστό 58% ότι δεν πρέπει να διατηρηθεί.

Βέβαια, οι μεθοδεύσεις που ακολουθούνται στις δημοσκοπήσεις προκειμένου να καθοδηγηθεί η εξαγωγή των συμπερασμάτων σύμφωνα με τα συμφέροντα των φορέων ή των προσώπων για λογαριασμό των οποίων εκείνες διενεργούνται, είναι γνωστές. Μάλιστα η «Καθημερινή» παρεμβαίνει κατά τρόπο άκομψο στη συγκεκριμένη έρευνα της «Public Issue», καθώς επιλέγει να ομαδοποιήσει τις κατηγορίες απαντήσεων «σίγουρα πρέπει» και «μάλλον πρέπει» αναφορικά με την προοπτική άρσης της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων, ενώ ακριβώς το ίδιο μεθοδεύει και με τις κατηγορίες απαντήσεων «σίγουρα είναι αναγκαίες» και «μάλλον είναι αναγκαίες» αναφορικά με την αναγκαιότητα των ιδιωτικοποιήσεων. Η παρατυπία είναι εξόφθαλμη και δεν κολακεύει καθόλου μια εφημερίδα που αρέσκεται να θεωρεί εαυτόν «έγκριτο». Είναι εμφανές ωστόσο πως η διάθεση χειραγώγησης της κοινής γνώμης παραμερίζει την όποια ανάγκη προς διαφύλαξη της αξιοπιστίας. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Στο ίδιο μήκος ερμηνείας, ο πίνακας που παρουσιάζει τη στάση της κοινής γνώμης απέναντι στις ιδιωτικοποιήσεις και ξεκινά τις ταξινομήσεις του με κριτήριο τους κρατικούς οργανισμούς που συγκεντρώνουν τα υψηλότερα ποσοστά θετικών στάσεων απέναντι στην ιδιωτικοποίησή τους, θα ’ταν δυνατό πολύ εύκολα να αναστραφεί, και να προβάλει ευθύς την αντίστροφη εντύπωση της άρνησης απέναντι στο ενδεχόμενο των ιδιωτικοποιήσεων. Αντί, για παράδειγμα, να ταξινομούνται στις κορυφαίες θέσεις με κριτήριο τις θετικές γνώμες για την ιδιωτικοποίησή τους ο Ο.Σ.Ε. με 65%, τα καζίνα κι ο Ο.Π.Α.Π. με 64 και 60% αντίστοιχα, θα μπορούσε να παρουσιάζεται ανεστραμμένος ο πίνακας, με κριτήριο τις απορριπτικές θέσεις απέναντι στις ιδιωτικοποιήσεις. Σε μία αντίστοιχη αναστροφή η Ε.Β.Ο. και η Ε.Α.Β. θα προέβαλλαν ένα ισχυρό ρεύμα αντίστασης στην προοπτική των ιδιωτικοποιήσεων, αφού το ενδεχόμενο αυτό απορρίπτεται για τις συγκεκριμένες εταιρείες σε ποσοστό 62%, ενώ ακολουθούν η Εθνική Τράπεζα με 52% και τα λιμάνια με 51%. Είναι ενδεικτικό μάλιστα ότι στο κέντρο του πίνακα συσσωρεύονται αρκετοί κρατικοί φορείς, γύρω από τους οποίους η κοινή γνώμη εμφανίζεται διχασμένη σε σχέση με την προοπτική της ιδιωτικοποίησής τους, όπως συμβαίνει με τα ΕΛ.ΤΑ., τη Δ.Ε.Η. και την Αγροτική Τράπεζα.

Δεδομένου συνεπώς πως μία δημοσκόπηση είναι δυνατόν ν’ αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας ανάλογα με την οπτική και τις ιδεολογικές προτιμήσεις του κάθε αναγνώστη της, η «Καθημερινή» επιλέγει τουλάχιστον να προβάλει στον τίτλο της κι ένα «αντικειμενικότερο» στοιχείο, τη «θεαματική αλλαγή στάσης της κοινής γνώμης» υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων, σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Προκύπτει λοιπόν ότι η κοινή γνώμη φαίνεται να αλλάζει στάση ως προς την πιθανή ιδιωτικοποίηση κρατικών φορέων, απέναντι στους οποίους εκδήλωνε μέχρι πρότινος την επιθυμία να παραμείνουν κρατικοί. Το συμπέρασμα αυτό βρίσκει εφαρμογή στον Ο.Σ.Ε., στον Ο.Π.Α.Π. ή στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας η μεταστροφή της κοινής γνώμης είναι αντίστροφη: εδώ προτιμά πια τη διατήρηση της τράπεζας υπό κρατικό έλεγχο, κι όχι την ιδιωτικοποίησή της, όπως την προτιμούσε το 2005.

Αν θεωρηθεί έγκυρο το «αντικειμενικότερο» στοιχείο ως προς την αλλαγή στάσης της κοινής γνώμης, που προκύπτει από τη σύγκριση των παλαιότερων απόψεων με τις σύγχρονες, φαίνεται πως η σταδιακή μεταστροφή της κοινής γνώμης υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων πράγματι συντελείται. Είναι μάλιστα τέτοια η σύγχυση που έχει προκαλέσει η σχετική πολύχρονη προπαγάνδα, ώστε να προκρίνονται προς ιδιωτικοποίηση ακόμη και κρατικοί οργανισμοί ή επιχειρήσεις, όπως ο Ο.Π.Α.Π. και τα καζίνα, που όχι μόνο έχουν στην ουσία αμελητέο κόστος λειτουργίας, μα και αποφέρουν σημαντικά κέρδη στο δημόσιο. Παράλληλα, η άποψη που υποστηρίζει τις ιδιωτικοποιήσεις συμπορεύεται με εκείνη που επιζητά την άρση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων. Εδώ θα επιχειρούσαμε την εκτίμηση πως το ποσοστό υπέρ της άρσης της μονιμότητας μάλλον φτάνει στο ύψιστο σημείο του, χωρίς περαιτέρω αυξητική δυνατότητα, δεδομένου πως το ποσοστό που συνεχίζει να πιστεύει στην αναγκαιότητα της μονιμότητας καταγράφεται στο 38%, και αντιστοιχεί κατά πάσα πιθανότητα σε εργαζομένους που ανήκουν στον δημόσιο τομέα, άρα είναι επόμενο να επιθυμούν τη μονιμότητα ως εργασιακή τους σχέση.

Ο συνυπολογισμός των προηγούμενων δεδομένων οδηγεί σε συμπεράσματα κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά για την κοινωνική συνοχή. Η επιδίωξη της βελτίωσης των συνθηκών εργασίας καί στον ιδιωτικό τομέα, με όρους που ισχύουν στον δημόσιο, αντικαθίσταται από διάθεση να συμπαρασυρθούν τα εργασιακά δικαιώματα των δημόσιων υπαλλήλων στα τάρταρα, μαζί με εκείνα των ιδιωτικών. Ζητούμενο παύει να είναι η προαγωγή των συνθηκών εργασίας. Μόνος στόχος τίθεται η «προσαρμογή» των δημόσιων υπαλλήλων στις συνθήκες των ιδιωτικών, αντί για το αντίστροφο. Η υιοθέτηση του συγκεκριμένου στόχου από μια ευρεία πλειοψηφία φανερώνει μικρότητα, ζηλοφθονία, εμπάθεια, εντέλει μικρόνοια. Ο προσωπικός εγωισμός, στο πλαίσιο ενός θλιβερού ανταγωνισμού, καθοδηγεί τα μέλη των κοινωνιών, τα διχάζει και τα απομονώνει.

Με εξαίρεση λοιπόν φορείς που δραστηριοποιούνται σε τομείς σχετικούς με τη διαφύλαξη της ακεραιότητας της χώρας, όπως η Ε.Β.Ο. ή η Ε.Α.Β., οι υπόλοιποι δημόσιοι φορείς μοιάζει να προτείνονται προς ιδιωτικοποίηση από τη μερίδα εκείνη του κοινωνικού συνόλου που ακριβώς δεν εργάζεται σ’ αυτούς! Η μόνη κρατική (μερικώς) επιχείρηση που εξαιρείται από τον κανόνα είναι η Εθνική Τράπεζα. Δυστυχώς, ωστόσο, η συγκεκριμένη εξαίρεση μάλλον επιβεβαιώνει παρά αναιρεί τα παραπάνω συμπεράσματα. Κι αυτό γιατί προκύπτει πως η «ανοχή» απέναντι στην Εθνική Τράπεζα δεν φαίνεται με σχετίζεται με τη συνειδητοποίηση του εθνικού της ρόλου, ούτε με «την έντονη κριτική που διατυπώνεται για το τραπεζικό σύστημα και τη χρηματοδότηση της οικονομίας», σύμφωνα με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το ίδιο ρεπορτάζ της «Καθημερινής». Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, θα ’πρεπε να υπάρχει αντίστοιχη τοποθέτηση και απέναντι στην Αγροτική Τράπεζα ή το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Η «ανοχή» πιθανότατα συνδέεται με την ανάγκη των «αξιολογητών» της Εθνικής στην παρούσα δημοσκόπηση να διατηρήσουν τις καταθέσεις τους υπό την εγγυημένη ασφάλεια του κράτους. Η δε ανάγκη τούτη αποτυπώνεται τόσο ευκρινώς στην περίπτωση της Εθνικής και όχι των υπόλοιπων τραπεζών λόγω του μεγέθους της: με την Εθνική συναλλάσσεται μια συντριπτική πλειοψηφία καταθετών. Η «ευαισθησία» τους επομένως σχετίζεται απλώς με την εξυπηρέτηση του προσωπικού συμφέροντος, προβάλλοντας από μία διαφορετική σκοπιά τον ίδιο ατομικισμό των μελών της κοινωνίας.

Σε μία κοινωνία που θα έπρεπε να αναρωτιέται με ποιους τρόπους θα γινόταν δυνατή η αποδοτική λειτουργία των κρατικών επιχειρήσεων προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος, κατ’ αντιστοιχία με την αποδοτική τους λειτουργία υπό τη διοίκηση ιδιωτών, μοναδική μέριμνα πολλών μελών της αναφύεται η ισοπέδωση των υπόλοιπων μελών της, σε μία σχέση αδελφοκτόνου ανταγωνισμού. Σε τούτο τον διχασμό ποντάρουν οι πολιτικές που αποσκοπούν στον ενταφιασμό των εργασιακών δικαιωμάτων απαξιώνοντας τις κρατικές επιχειρήσεις, χωρίς να ενδιαφέρονται πραγματικά για καμία εξυγίανση και για κανέναν περιορισμό της κομματικοκρατίας. Είναι τυχαίο άλλωστε πως την ίδια στιγμή που απαξιώνουν τις κρατικές επιχειρήσεις δωρίζοντάς τες σε ιδιώτες, μεριμνούν για την ίδρυση ποικίλων «μη κυβερνητικών» οργανώσεων που δεν παράγουν παρά «ιδεολογία», προκειμένου να συνεχίσουν την «τακτοποίηση» των «ημετέρων»; Παράλληλα η προπαγάνδα σε βάρος του δημόσιου χαρακτήρα των κρατικών επιχειρήσεων αποφέρει τα πολυπόθητα για τους προπαγανδιστές αποτελέσματα, με τους πολίτες να «διεκδικούν», χωρίς να το αντιλαμβάνονται, την κατάλυση κάθε εργασιακού τους δικαιώματος, μέσα από έναν άθλιο αλληλοσπαραγμό. Σ’ αυτή την αξιοθρήνητη πορεία της μοναξιάς, της αποχής από τους κοινωνικούς αγώνες, της εμπέδωσης του «διαίρει και “δημοκράτευε”», το μόνο στοιχείο που διατηρεί τον δημόσιο χαρακτήρα του, μα δυστυχώς όχι για καλό, είναι ο νοσηρός ατομικισμός.

Ληστές και θύματα: Λόγος περί φιλανθρωπίας ΙΙ

Ληστές και θύματα. Λόγος περί φιλανθρωπίας – Μέρος ΙI

 

του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

5. Στο ανθρωπολογικό πεδίο.

Η ανιδιοτελής φιλανθρωπία γίνεται όχημα για τη μετάλλαξη του Ατόμου σε Πρόσωπο, επειδή δίνει τη δυνατότητα στο Άτομο να απελευθερωθεί από τα πάθη του.  

Από ένα σημείο και πέρα στην ανάπτυξη του Ατόμου, η εξωτερική ελευθερία του δεν μπορεί να διατηρηθεί, αν δεν ολοκληρωθεί σε εσωτερική πνευματική ελευθερία. Αν δηλαδή το Άτομο δεν απαλλαγεί από τα πάθη του. Μας το έδειξε ήδη η αρχαιοελληνική ατομικότητα, η οποία προσπάθησε, αλλά χωρίς επιτυχία, να κρατηθεί από το τραγικό «δέος» και τη φιλοσοφική «αρετή», προκειμένου να αποφύγει την αποσύνθεσή της.

Αποκαλυπτική είναι, απ’ αυτή την άποψη, η υπαρκτική εφαρμογή του φιλανθρωπικού αρχέτυπου. Η εφαρμογή του στον εαυτό μας, όπου: «Ληστές» είναι τα πάθη μας. «Θύμα» τους η ζωή μας. Αδιάφοροι «δικοί» μας: οι αξίες μας, τα πρότυπά μας. Υποτιμημένος «ξένος»: ο Εσταυρωμένος Υιός-Λόγος της Αγάπης. Και «παν-δοχείο» η εκάστοτε Εκκλησία του. Και ο νοών νοείτω.

Ρίζα των παθών είναι η φιλαυτία, σύμφωνα με την βυζαντινή ανθρωπογνωσία.[xiii] Γι’ αυτό κάθε αγώνας εναντίον τους τα κάνει ακόμα χειρότερα, αν αφήνει άθικτη τη φιλαυτία. Ο μόνος τρόπος να καρποφορήσει ο αγώνας εναντίον των παθών είναι η άρση της φιλαυτίας. Πράγμα αδύνατο δίχως την άσκηση της φιλανθρωπίας. Στο σημείο αυτό η βυζαντινή εμπειρία και γνώση είναι αξεπέραστη. Σοφά επεξεργασμένη είναι ανοιχτή και προσιτή σε όποιον δεν φοβάται να εκτεθεί στην επίδρασή της.

Παράδειγμα: Η έννοια της «αμαρτίας», ως πανανθρώπινης αρρώστιας. Η αυθεντική σημασία του παρεξηγημένου αυτού τεχνικού όρου της βυζαντινής ψυχιατρικής έχει χαθεί, μαζί με τόσα άλλα παλιά πράγματα υψηλής αξίας. Σήμαινε τη συνηθισμένη ανθρωπολογική μας κατάσταση, όπου ενώ έχουμε όλες τις αναγκαίες προδιαγραφές, για να γίνουμε πολίτες μιας Πολιτείας θεμελιωμένης στην απόλυτη πνευματική ελευθερία, μας αρέσει, αντίθετα, να κυλιόμαστε στην απόλυτη πνευματική δουλεία, σαν τους χοίρους στη λάσπη.

Η πιο τυπική συνιστώσα της «αμαρτίας» με αυτή τη έννοια, δηλαδή ως πάγιας ανθρώπινης κατάστασης, είναι ακριβώς η θεμελίωση της κοινωνικής θέσμισης και των τρεχόντων συλλογικών και ατομικών αποφάσεων, στη βιαιοπραγία, την ασπλαχνία και την αναισθησία. Και η πεποίθησή μας ότι είναι «φυσική» η «παρά φύσιν» αυτή κατάσταση. Ως βασική θεραπευτική αγωγή, εναντίον του ζοφερού αυτού ύπνου της ψυχής, η βυζαντινή ψυχιατρική συνιστά: ανιδιοτελή φιλανθρωπία σε γενναίες επαναληπτέες δόσεις. Δίχως την αγωγή αυτή καμιά αφύπνιση δεν θεωρείται εφικτή.

Ο νέος τύπος ανθρώπου, ο ασκητικός άνθρωπος της ανιδιοτελούς προσφοράς, είχε σαφή την επίγνωση ότι εισάγει στη ρωμαϊκή Οικουμένη μια τρίτη βαθμίδα πολιτειακής δικαιοδοσίας, έξω από τη σφαίρα των παθών. Ότι αντλώντας απ’ αυτήν το νόημα της ύπαρξής τους, οι πολίτες του Κόσμου και των Κοινών, καθίστανται ικανοί να παίρνουν αποφάσεις ελεύθερες από τις αντίστοιχες ενδοκοσμικές και ενδοκοινοτικές τους δουλείες.

Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται το μυστικό της εκπληκτικής, ως προς την έκταση και τη βιωσιμότητά της, βυζαντινής φιλανθρωπίας. Μαζί και της χιλιόχρονης μακροημέρευσης της μοναδικής «παγκοσμιοποίησης» στην ιστορία, η οποία ευτύχησε να αυτοθεσμιστεί.

6. Στο νεωτερικό παρόν.

Η Δύση χαμπάρι δεν πήρε, για ό,τι συνέβη στο ανατολικό ημισφαίριο της ρωμαϊκής Οικουμένης. Οπισθοδρομώντας στην δεσποτική-φεουδαρχική βαρβαρότητα, υποχρεώθηκε να ξαναπάρει το δρόμο του πολιτισμού από την αρχή.

Παρόλο που υπήρξε «τριτοκοσμική περιφέρεια» της ελληνικής Ανατολής,[xiv] ο δρόμος που πήρε, κάτω από τη βίαιη ώθηση του βορειοευρωπαϊκού ατομισμού, ήταν τελείως καινούργιος. Άσχετος και ξένος προς αυτόν που είχαν πάρει οι Έλληνες από τη μυκηναϊκή εποχή, για να καταλήξουν στη βυζαντινή Οικουμένη. Μιλώ για τον ειδικό δρόμο της Δύσης, ο οποίος μας έφερε στο νεωτερικό Άτομο και στο εθνοκρατικό πολιτειακό του οικοσύστημα.

Άτομα ήταν βεβαίως και τα δύο, τόσο το ελληνικό όσο και το νεωτερικό, αφού πρόταγμά τους ήταν η ατομική ελευθερία. Υπήρξε όμως διαμετρικά αντίθετη η κατεύθυνση της ανάπτυξής τους.

Το ελληνικό Άτομο επιδίωκε την εξωτερική ανάπτυξη της ατομικής ελευθερίας, μέσω της αδιαμεσολάβητης διαπροσωπικής διαβούλευσης, η οποία επεκτείνει την αυτεξουσιότητα από τον ένα στον άλλο τομέα της συλλογικής ζωής, μέχρι να συμπεριλάβει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

Το νεωτερικό Άτομο, αντίθετα, επιδιώκει την εσωτερική ανάπτυξη της ατομικής ελευθερίας του, την οποία και αντιλαμβάνεται ως ελευθερία ακώλυτης ικανοποίησης των ατομικών παθών. Για να την επιτύχει καινοτομεί την εξουδετέρωση της κοινωνικής επικινδυνότητας των παθών, μέσω της διαμεσολάβησης των διυποκειμενικών σχέσεων με απρόσωπα συστήματα, στα οποία και εναποθέτει, εξ ολοκλήρου, τη διαχείριση της κοινωνικής παθολογίας. Ο άλλος, ως πάσχων, ενδεής και αιτούμενος ελέους, υπόκειται έτσι σε καταστατική διαγραφή από τον υπαρκτικό ορίζοντα του νεωτερικού Ατόμου. Το υπαρκτικό κενό που παράγει η συστημική διαγραφή του Άλλου, αναπληρώνεται από την υπερτροφική ανάπτυξη του αυτοαναφορικού φαντασιακού: της «εσωτερικότητος».[xv]

Ήδη το νεωτερικό Άτομο κατόρθωσε να υλοποιήσει το ιδεώδες του: Έχει κατασκευάσει μια πλανητικού επιπέδου Τεχνόσφαιρα. Ασύλληπτη και ιλιγγιώδη, όχι μόνο σε έκταση, αλλά και σε πολυπλοκότητα. Έχει κλειστεί μέσα της, ακριβώς όπως το είχε συλλάβει στις σκοτεινές στοές της εκκοσμικευμένης μεσαιωνικής Γνώσης του: «ελεύθερο» από τη Φύση και τη Μεταφύση. Και προσπαθεί, εκεί μέσα, με ακαταπόνητη επινοητικότητα, να γεμίσει τον καταναλωτικό πίθο των Δαναΐδων. Να «ικανοποιήσει» τον αποθηριωμένο «όχλο των παθών».[xvi]

Η τραγωδία του νεωτερικού Ατόμου είναι ότι η επίτευξη του καταστατικού στόχου του πολιτισμού του και η ανθρωπολογική ολοκλήρωσή του, το έφερε ήδη μπρος στην ίδια αρρώστια, η οποία είχε συντρίψει το ελληνικό Άτομο: την κρίση της εξατομίκευσης: τον σχετικισμό, το κενό νοήματος, τον μηδενισμό. Αποσυντίθεται τώρα που η ακμαιότητά του είναι απολύτως αναγκαία. Τώρα που στους ώμους του στηρίζεται ολόκληρο Παγκόσμιο Σύστημα.

Όπως η Πόλις-κράτος είχε ξεπεραστεί από μια υπερπολεοκρατική Οικουμένη, η οποία ζητούσε ενιαία κρατική διαχείριση, ενώ το υποκείμενό της διαλυόταν, έτσι και τώρα: Το Έθνος-κράτος έχει ξεπεραστεί από την υπερεθνοκρατική Οικουμένη του και ζητείται η δημιουργία μιας υπερεθνικής-οικουμενικής κρατικής διαχείρισης, η βιωσιμότητα της οποίας απαιτεί εναρμόνιση με το εθνοκρατικό κεκτημένο. Κι όλα αυτά στα πλαίσια ενός Συστήματος, του οποίου η αναπαραγωγή καταστρέφει την εξωτερική του βάση: τη Βιόσφαιρα.

Χρειάστηκε να πετύχουν/αποτύχουν αιματηρότατες νεωτερικές επαναστάσεις, για να φτάσουμε εδώ. Εκατομμύρια νεκροί. Άπειρος βασανισμός και ποδοπάτημα του ανθρώπου. Το επαναστατικό ζητούμενο, σύστοιχο με το νεωτερικό πρόταγμα της φαντασιακής αυτοπραγμάτωσης, ήταν να ξεσηκωθούν τα θύματα. Να εξοντώσουν τους ληστές. Να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους. Και να επιβάλουν την τέλεια κοινωνία (της Λογικής ή της Ισότητας), η οποία ελλείψει ληστών και θυμάτων, δεν θα είχε, επιτέλους, ανάγκη την ανιδιοτελή φιλανθρωπία και τον εσταυρωμένο εκπρόσωπό της.

Παράλληλα οι «ληστές» του δυτικού καπιταλισμού, φοβούμενοι μην έχουν την τύχη των καρατομημένων ανατολικών συναδέλφων τους, έκαναν γενναίες σοσιαλδημοκρατικές παραχωρήσεις στα δικά τους «θύματα», χρηματοδοτώντας την οικοδόμηση εκτεταμένων προνοιακών συστημάτων, από τις συσσωρευμένες τριτοκοσμικές υπεραξίες (σύμφωνα με τις πλέον δημοφιλείς, κατά τον 20ο αιώνα, αναλύσεις του ιμπεριαλισμού). Μετά το 1989, που εξέλιπε το «αντίπαλο δέος», οι προνοιακές κατακτήσεις-παραχωρήσεις έχασαν το νόημά τους. Και «παίρνονται πίσω».

Το νέο ιστορικό περιβάλλον είναι φυσικά ο παράδεισος όλων των αρχετυπικών «ληστών»: παλιών και νέων, ατομικών και εταιρικών, κρατικών και παρακρατικών. Τα θύματά τους ατελείωτα. Πρώτα πρώτα είναι ο ίδιος ο κυρίαρχος νεωτερικός τύπος ανθρώπου, ο οποίος έχει προγραμματικά αποφασίσει ότι το είναι του συμπίπτει με τα πάθη του. Και ότι ζωή του είναι η λεηλασία της ψυχής του.

Είναι προφανές, ότι για να αντιμετωπιστούν τέτοιας απίστευτης έκτασης υπαρκτικά, κοινωνικά, πολιτικά, «περιβαλλοντικά» κλπ. προβλήματα, δεν αρκούν οι φιλανθρωπικές ασπιρίνες της εταιρικής, της ταξικής ή της «διεθνιστικής» σκοπιμότητας. Ούτε οι επιβεβλημένες από την ανάγκη αντιστάσεις στις αυτοκτονικές απορρυθμίσεις, της όποιας σοσιαλδημοκρατικής πρόνοιας στοιχειώνει ακόμη το εθνοκρατικό κεκτημένο.

Χωρίς μια πλανητικού μεγέθους προσφυγή στην ανιδιοτελή φιλανθρωπία, το μεταμοντέρνο μέλλον του γενναίου νεωτερικού μας κόσμου δεν προοιωνίζεται καθόλου λαμπρό.

7. Σύνοψη

Ανακεφαλαιώνοντας την ανάλυση του προβλήματος διαπιστώνουμε: α) Ότι έχει δύο όψεις ξεχωριστές και αδιάσπαστα ενωμένες: την υπαρκτική και την κοινωνική. Και β) ότι η λύση είναι προσωπική και στις δύο.

Κατόπιν τούτου ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας αξιότιμε αναγνώστη: Μήπως είσαι ληστής; Αν όχι προς τι η βιαστική απομάκρυνση από το θύμα (έξω σου και μέσα σου);

 

– Από τη συλλογή άρθρων «Περί φιλανθρωπίας». (Eκδοση art-emis, Αθήνα 2009 – www.artemisathens.org )

 

Παραπομπές

 [viii] Ξενώνες, ξενοδοχεία, ξενοκομεία, πανδοχεία, ονομάζονταν τα ιδρύματα τα οποία περιέθαλπαν κυρίως τους ξένους, εμπόρους, στρατιώτες, αιχμαλώτους, προσκυνητές, μεταξύ των οποίων και τους ντόπιους φτωχούς.

[ix] Εντυπωσιάζει τους συγχρόνους μας η πληθώρα των μοναστηριών στο Βυζάντιο και ειδικά μέσα στην πρωτεύουσα και στις άλλες μεγάλες πόλεις. Δεν γνωρίζουν ότι τα μοναστήρια, εκτός από τη σωτηρία της ψυχής των μοναχών, επιτελούσαν πλήθος άλλες κοινωνικές λειτουργίες, μεταξύ των οποίων το σύνολο των αναγκαίων για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής προνοιακών δραστηριοτήτων.

[x] Hans – Georg Beck, Η βυζαντινή χιλιετία, σ.348. (ΜΙΕΤ Αθήνα 1990.)

[xi] «Ξενοδοχεία καθ’ εκάστην πόλιν κατάστησον πυκνά, ίν’ απολαύσωσιν οι ξένοι της παρ’ ημών φιλανθρωπίας, ού των ημετέρων μόνον, αλλά και άλλων όστις αν ενδεηθή χρημάτων. Όθεν δ’ ευπορήσεις, επινενόηταί μοι… αισχρόν γαρ ει… τρέφουσιν οι δυσσεβείς Γαλιλαίοι προς τοις εαυτών και τους ημετέρους, οι δ’ ημέτεροι της παρ’ ημών επικουρίας ενδεείς φαίνονται…» (Juliani, quae superunt, έκδ. Hertlein σ. 553. Πρβ. Θεοφάνους Χρονογραφία, τ. Α’ σ.134. Αρχαίο κείμενο και μετάφραση αρχ. Ανανία Κουστένη. Εκδόσεις Αρμός. Αθήνα 2007.)

[xii] Για την τρίβαθμη ανθρωπολογική κλίμακα βλ. Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Μυσταγωγία, σ.240. Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήναι 1989.

[xiii] Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, Νόσος και θεραπεία στην Ορθόδοξη θεολογία. (Στο Ορθοδοξία και σύγχρονος κόσμος. Κέντρο Μελετών Ι.Μ. Κύκου. Λευκωσία 2006.)

[xiv] Γ. Κοντογιώργης, Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα, τ. Ι. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Αθήνα 2006.

[xv] «Η φαντασία είναι το αντίδοτο των Νέων Χρόνων κατά του δικού τους μηδενός: τα πλάσματά της προσφέρουν γενναιόδωρα στον άνθρωπο την δυνατότητα να αυτοπραγματωθεί δημιουργικά ως ελεύθερη ύπαρξι.» (Στ. Ράμφος, Γενάρχες πεπρωμένων, σ.23. Αρμός Αθήνα 2007.) Αλλά: Τι γίνεται αν το «δημιουργικά αυτοπραγματωμένο» φαντασιακό είναι αφύσικο, ανελεύθερο και απάνθρωπο; Για πόσο η φυσική πραγματικότητα θα είναι εφεκτική στον βιασμό της από την «αυτοπραγματούμενη» φαντασίωση;

[xvi] Έκφραση του Μεγάλου Φωτίου. (Ι. Ζηζιούλας, ό.π.)

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 22 Δεκέμβριος 2009, http://www.antifono.gr/portal/index.php/…..F%82

 

* Ο Θεόδωρος Ι. Ζιάκας γεννήθηκε το 1945, στο χωριό Κούρεντα (Δήμος Μολοσσών νομού Ιωαννίνων) και σήμερα ζει στην Αθήνα. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι δημόσιος υπάλληλος στον κλάδο της πληροφορικής. Από τη δεκαετία του 1980 μελετά θέματα κοινωνικής οντολογίας.

Ληστές και θύματα: Λόγος περί φιλανθρωπίας Ι

Ληστές και θύματα. Λόγος περί φιλανθρωπίας – Μέρος Ι

 

του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα*


 

Με τον όρο «φιλανθρωπία» [i] εννοούμε πράξεις ελέους (αρωγής, βοήθειας, υποστήριξης) στον πάσχοντα συνάνθρωπο. «Πάσχων» είναι ο ασθενής, ο πεινασμένος, ο άστεγος, ο φτωχός, ο αδικημένος, ο φυλακισμένος, ο πρόσφυγας, ο μετανάστης, ο ξένος και γενικά κάποιος που «έχει ανάγκη».

Ο πάσχων, ο αιτούμενος ελέους, υπάρχει σε κάθε πολιτισμό, απ’ όσους τουλάχιστον γνωρίζουμε. Γι’ αυτό και κάθε πολιτισμός έχει τη δική του θέσμιση της φιλανθρωπίας (νοηματοδότηση και πρακτική). Όπως σε όλα τα μεγάλα διαπολιτισμικά ζητήματα διακρίνουμε κι εδώ, από τη μια πλευρά, το καλό και το κακό (το ιδανικό και το αντι-ιδανικό) και από την άλλη πλευρά, το πραγματικό, ως βαθμό αποφυγής του κακού και ενσάρκωσης του καλού. Η διατύπωση του ιδανικού σε έναν πολιτισμό συμπυκνώνει και τη θεμελιώδη γνώση που έχει για το θέμα.

Καλούμενος να γράψω για τη φιλανθρωπία, αναλογίζομαι ότι μετέχω στον σημερινό παγκόσμιο πολιτισμό: τον νεωτερικό. Ότι ως Έλλην μετέχω, επίσης, στα υπολείμματα ενός άλλου οικουμενικού πολιτισμού. Έχω επομένως πρόσβαση τόσο στη νεωτερική όσο και στην ελληνική αντίληψη για τη φιλανθρωπία. Σ’ αυτή κυρίως τη δεύτερη θα ήθελα να αναφερθώ.

1. Στους αρχαίους Έλληνες.

Για τους αρχαίους Έλληνες η προστασία των πασχόντων ήταν δουλειά του Θεού και όχι της Πολιτείας. Άλλωστε απέναντι στον Θεό είμαστε όλοι ξένοι και φτωχοί[ii] αιτούμενοι ελέους. Βέβαια αν κάποιος ήταν ιδιαίτερα ευσεβής μπορούσε να δείξει έλεος στον ενδεή. Ο Θεός θα το εκτιμούσε και ίσως τον αντάμειβε.

Η ελληνική Πολιτεία ήταν ένα είδος εταιρείας πολιτών-οπλιτών, δηλαδή περήφανων εγωιστικών υποκειμένων εξ ορισμού. Ο καθένας θεωρούνταν αποκλειστικός υπεύθυνος για την αντιμετώπιση της όποιας κατάστασής του. Οι ιδιωτικές δυστυχίες δεν αφορούσαν την Πολιτεία, παρά μόνο στο μέτρο που ήταν αποτέλεσμα της συμμετοχής σε συλλογικές υποχρεώσεις (π.χ. στον πόλεμο). Η Πολιτεία μόνο για τις ατυχείς επιπτώσεις των συλλογικών δράσεων επιλαμβανόταν (π.χ. μέριμνα για τα ορφανά των πεσόντων πολεμιστών). Επίσης η σκοπιμότητα της συλλογικής αυτοσυντήρησης (πρόληψη ταραχών και στάσεων) οδηγούσε ενίοτε την Πολιτεία να παίρνει μέτρα κατά της φτώχειας (π.χ. παροχή γης και έμμισθης απασχόλησης). Φτώχεια υπήρχε πάντοτε. Η ζωή ήταν δύσκολη για τον φτωχό, αλλά μόνο στα χέρια του μπορούσε να ελπίζει. Αν ήταν γέρος, χωρίς παιδιά να τον κοιτάξουν, αλλοίμονό του.

Τα ίδια ίσχυαν για την αρρώστια. Η Πολιτεία νοιαζόταν μόνο αν η αρρώστια την αφορούσε ως σύνολο, όπως π.χ. στην περίπτωση, που αντάμειψε τον Ιπποκράτη με δια βίου σίτιση στο Πρυτανείο, επειδή έσωσε την Αθήνα από την πανούκλα. Οι ιδιώτες ασθενούντες δεν ήταν στην αρμοδιότητά της. Γι’ αυτούς ειδικά φρόντιζε ο Ασκληπιός (από τους πιο αγαπητούς θεούς των Ελλήνων), μέσω των ειδικών ιδρυμάτων του (ναών – Ασκληπείων) και των ειδικών υπαλλήλων του (ιερέων – ιατρών).

Όταν, λοιπόν, βλέπουμε τους Αθηναίους να στήνουν βωμό στον θεό Έλεον,[iii] αντιλαμβανόμαστε ότι εκτιμούν την αξία της θείας φιλανθρωπίας. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να βλέπουν την ανθρώπινη φιλανθρωπία σαν κάτι το μάλλον ασύμβατο με την αξιοπρέπεια του ελεύθερου ατόμου-πολίτη.

2. Στο Βυζάντιο.

Στην οικουμενική φάση του ελληνικού κρατικού συστήματος, την βυζαντινή, τα πράγματα εμφανίζονται ριζικώς διαφορετικά.

Το ανιδιοτελές συναίσθημα της φιλανθρωπίας έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία. Στη σφαίρα της βυζαντινής πίστης ο Θεός σχεδόν ταυτίζεται με τη φιλανθρωπία του, καθ’ ότι «αγάπη εστί». Έγινε μάλιστα το απόλυτο θύμα της ανθρώπινης αρρώστιας προκειμένου να τη θεραπεύσει. Ο χριστιανός καταξιώνεται στο μέτρο ακριβώς που ενσαρκώνει το φιλάνθρωπο παράδειγμα του Χριστού.

Η εμφύτευση του χριστιανικού παραδείγματος στο εσωτερικό του ελληνικού πολιτισμού μετατόπισε τον άξονα περιστροφής του προς την κατεύθυνση της ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας. Εκκλησία και Πολιτεία έχουν κάνει κοινή υπόθεσή τους τη φιλανθρωπία. Η βυζαντινή Οικουμένη εμφανίζεται έτσι ως η πρώτη φιλάνθρωπη κοινωνία της ιστορίας. [iv]

Ο κύριος όγκος του φιλανθρωπικού έργου ασκείται εκεί από την Εκκλησία, η οποία παριστάνει, με τον ένα ή τον άλλο βαθμό επιτυχίας, την ενσάρκωση της παραδειγματικής Πολιτείας στο εσωτερικό της ιστορικής Πολιτείας. Η βυζαντινή Πολιτεία, όπως και οι ιδιώτες, εμπιστεύονται την Εκκλησία στο μέτρο που οι υπηρέτες της (επίσκοποι και πρεσβύτεροι) και τα μέλη της (έγγαμοι και μοναχοί), εφαρμόζουν την εντολή του αρχηγού της[v] και δίνουν το παράδειγμα της ανιδιοτέλειας. Τέρατα ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας, όπως οι άγιοι Ακέραιος, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Νικόλαος Μύρων, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Αττικός, Ευφροσύνη, Θεοδόσιος, Ιωάννης ο Ελεήμων[vi], Ακάκιος[vii] και πλήθος άλλοι, καθιέρωσαν ως αδιαμφισβήτητη τεκμαρτή απόδειξη αγιότητας, δηλαδή ευθυγράμμισης με το ύψιστο ανθρωπολογικό υπόδειγμα, την ακαταπόνητη φιλανθρωπία.

Το Βυζάντιο ήταν, λοιπόν, «κράτος πρόνοιας». Κεντρικός θεσμός του βυζαντινού προνοιακού συστήματος ήταν τα μοναστήρια. Γύρω τους λειτουργούσαν ορφανοτροφεία, πτωχοκομεία, πτωχοτροφεία, νοσοκομεία, λεπροκομεία, γηροκομεία, γηροτροφεία, ξενοδοχεία[viii] και άσυλα αστέγων, Το κράτος συμμετείχε είτε αυτόνομα, συντηρώντας το ίδιο τέτοια ιδρύματα, είτε έμμεσα, χρηματοδοτώντας την προνοιακή λειτουργία των μοναστηριών. Απ’ αυτή την άποψη τα μοναστήρια «δεν ήταν παρά το μακρύ χέρι του κράτους», όπως λέει ο H.-G. Beck.[ix] Η όλη προνοιακή δραστηριότητα χρηματοδοτούνταν από τη φορολογία, από τις δωρεές και τις διαθήκες των ευσεβών ιδιωτών. Σ’ αυτήν πρέπει να προσθέσουμε τη σχετική δημοσιονομική πολιτική, όπως του καθορισμού οροφής στις τιμές των βασικών ειδών διατροφής, της επιδότησης του ενοικίου των φτωχών, τα δημόσια συσσίτια κλπ.[x]

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα αξιώματα που αναφέρονταν στη διαχείριση του προνοιακού συστήματος, όπως π.χ. του «Ορφανοτρόφου» και του «Πτωχοτρόφου», απολάμβαναν μεγάλη περιωπή. Κατείχαν μια πολύ υψηλή θέση στο αυτοκρατορικό Πρωτόκολλο.

Κάθε αυτοκράτορας που σέβονταν τον εαυτό του, θεωρούσε υποχρέωσή του να προσθέσει τη συμβολή του στο κοινωνικό οικοδόμημα της φιλανθρωπίας. Χαρακτηριστική, και αποκαλυπτική συνάμα, για τη χριστιανική προέλευση της φιλανθρωπίας ως κρατικού μελήματος, είναι μια επιστολή του αυτοκράτορα Ιουλιανού στον εθνικό αρχιερέα της Γαλατίας Αρσάκιο. Είναι ντροπή, του λέει, να μονοπωλούν οι χριστιανοί τη φιλανθρωπία. Και τον παρακινεί να τους συναγωνιστεί στην ίδρυση ξενοδοχείων.[xi]

Το χριστιανικό παράδειγμα είχε επηρεάσει και ονομαστούς μη χριστιανούς, ήδη από την προβυζαντινή εποχή. Ο Πλωτίνος π.χ. είχε μετατρέψει το σπίτι του σε ορφανοτροφείο.

3. Ο φιλανθρωπικός αρχέτυπος.

Ονομάζουμε ανιδιοτελή τη χωρίς ανταπόδοση φιλανθρωπία. Κάθε άλλη μορφή, π.χ. η δωρεά για να επωφεληθώ από τις φοροαπαλλαγές ή για να διαφημίσω την επιχείρησή μου, είναι ιδιοτελής φιλανθρωπία.

Μιλάμε βεβαίως για «φυσική», υπαρκτή εδώ και τώρα, και όχι «μεταφυσική» ανταπόδοση. Το επιχείρημα ότι η προσδοκία «μεταφυσικής ανταπόδοσης» κάνει και πάλι ιδιοτελή τη φιλανθρωπία, είναι επιχείρημα τυπικά σοφιστικό. Το «επιχείρημα» αυτό αρέσει πάρα πολύ σ’ εκείνους που φοβούνται μήπως αναδυθεί η ανιδιοτέλεια μέσα τους και τους υπονομεύσει το εγώ.

Το Βυζάντιο είχε πλήρη επίγνωση της διαφοράς. Την αξιοποίησε δε επωφελώς και στις τρεις βαθμίδες της χριστιανικής ανθρωπολογικής κλίμακας: Ο άνθρωπος του φόβου (ο «δούλος του Θεού») κάνει το καλό επειδή φοβάται την Κόλαση. Του θύμιζε λοιπόν την ύπαρξη της Κολάσεως. Ο άνθρωπος του κέρδους (το Άτομο, ο «μισθωτός εργάτης του Θεού») κάνει το καλό επειδή ελπίζει να κερδίσει τον Παράδεισο. Του υποσχόταν λοιπόν απλόχερα τον Παράδεισο. Το Πρόσωπο (ο «Φίλος του Θεού») κάνει το καλό επειδή αγαπά. Αυτόν δεν χρειαζόταν ούτε να τον φοβίσει ούτε να τον δελεάσει, γιατί αυτός ήταν η ψυχή του όλου συστήματος. [xii]

Όσο ο τρίτος αυτός τύπος ανθρώπου διατηρούσε την επιρροή του και οι μπαταρίες της ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας φορτίζονταν, το προνοιακό σύστημα λειτουργούσε ικανοποιητικά. Όσο η επιρροή του υποβαθμιζόταν παρήκμαζε. Τότε ο Σοφιστής (ο εγωτικός ατομικισμός) ταύτιζε την τρίτη βαθμίδα με την πρώτη, το Πρόσωπο με τον Δούλο, αποκτούσε το πάνω χέρι και η αποσύνθεση έπαιρνε τη σκυτάλη ακάθεκτη. Άσφαλτη ένδειξη ότι το σύστημα κινδύνευε πάντοτε ήταν η ανάλογη πάχυνση των διαχειριστών του. Ήταν μοιραίο, για τον λόγο αυτό, να καταρρεύσει κάποια στιγμή. Τίποτα δεν είναι αθάνατο στον μάταιο τούτο κόσμο. Κράτησε όμως χίλια χρόνια.

Η γνώση του θέματος εμπεριέχεται στον χριστιανικό αρχέτυπο της φιλανθρωπίας: την παραβολή του «Καλού Σαμαρείτη». Τα στοιχεία της είναι σε όλους γνωστά: οι ληστές, το θύμα, οι αδιάφοροι «δικοί» μας, ο φιλάνθρωπος ξένος και ο ξενοδόχος. Υπάρχει θύμα, επειδή προφανώς υπάρχουν ληστές. Η υποβαλλόμενη λύση έχει έτσι δύο σκέλη: Κυνηγήστε τους ληστές. / Περιθάλψτε το θύμα.

Το πρώτο απαιτεί μια ευνομούμενη – αντιληστρική Πολιτεία. Το δεύτερο απαιτεί σπλαχνικούς ανθρώπους («καλούς Σαμαρείτες») και κοινωνική πρόνοια («πανδοχεία»). Αλλά προσοχή: Η λύση προσκρούει α) στην αδιαφορία των «δικών» μας (των ταγμένων στην υπηρεσία της) και β) στην υποτίμηση του ξένου/κατώτερου (ο Σαμαρείτης είναι «μίασμα» για τον Ιουδαίο), από τον οποίο όμως «κατώτερο» και ξένο μπορούμε να περιμένουμε την ευσπλαχνία.

Φυσικά το ιδεώδες θα ήταν μια κατάσταση, όπου δεν υπάρχουν ληστές και άρα θύματα. Κάτι τέτοιο όμως θεωρούνταν ανέφικτο από τους Έλληνες, τόσο τους αρχαίους όσο και τους βυζαντινούς. Για τους πρώτους: πατήρ πάντων είναι ο πόλεμος. Για τους δεύτερους: άρχων του κόσμου τούτου είναι ο διάβολος (διαβολή – διαμάχη – πόλεμος). Είναι αδύνατο να εξαλειφθεί η βία. Το μέγιστο, που μπορεί να γίνει, είναι να καταστέλλεται η αυθαίρετη βία από τη νόμιμη βία.

Η πεποίθηση αυτή αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιοπολιτικού οπλοστασίου του αρχαίου και του βυζαντινού ελληνικού κόσμου.

4. Σε επίπεδο Οικουμένης.

Όσο μπορούσε να αναπαράγεται η πόλις-κράτος το πρόβλημα λυνόταν με τον τρόπο που ήδη εκθέσαμε. Λυνόταν, εννοείται, για τους έχοντες πολιτικά δικαιώματα: τους μετέχοντας κρίσεως και αρχής.

Από ένα σημείο όμως και πέρα η πόλις-κράτος είχε ξεπεραστεί, επειδή αδυνατούσε να διαχειριστεί την «παγκοσμιοποίση» της εποχής της: το οικουμενικό σύστημα που είχε δημιουργήσει η ανάπτυξή της. Η αδυναμία αυτή επικυρώθηκε από τον διαπολεοκρατικό Πελοποννησιακό πόλεμο και από την ανάπτυξη του σοφιστικού-σχετικιστικού πνεύματος, το οποίο αποσάθρωνε την ανθρωπολογική βάση του πολεοτικού συστήματος: την υπεύθυνη ατομικότητα. Αυτό το τελευταίο ήταν που καθιστούσε την αδυναμία ανήκεστη.

Τελικώς εφευρέθηκε κρατική μορφή διαχείρισης σε επίπεδο Οικουμένης, με τη ρωμαϊκή επινόηση της πολιτικής ιδιότητας δύο επιπέδων: Να είσαι πολίτης της πόλης σου, του Κοινού της καταγωγής σου. Και συγχρόνως να είσαι πολίτης της Ρώμης, της «Κοσμόπολης»: «ρωμαίος πολίτης» – «κοσμοπολίτης». (Πράγμα που δεν θα αλλάξει με την αντικατάσταση της παλιάς Ρώμης από τη νέα Ρώμη – Κωνσταντινούπολη.)

Το διώροφο πολιτειακό σχήμα δεν μπορούσε, ωστόσο, να εξασφαλίσει από μόνο του τη βιώσιμη αντιμετώπιση του προβλήματος. Πρώτον, γιατί δεν ήταν εύκολο να εφαρμοστεί στο επίπεδο της κοσμόπολης-κράτους η λύση που ίσχυε νωρίτερα στο επίπεδο της πόλης-κράτους. Και δεύτερο και σπουδαιότερο, γιατί η κρίση της εξατομίκευσης κατέστρεφε τον ανθρωπολογικό φορέα της αρχαιοελληνικής λύσης. Στο σημείο ακριβώς αυτό ήρθε να δώσει τη λύση της η παρεμβολή του χριστιανισμού, με την αναγωγή της ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας σε υπέρτατη κοινωνική και υπαρκτική αξία.

Στην ουσία ο χριστιανισμός παρεμβαίνει στον κινητήρα της καταρρέουσας ελληνικής ατομικότητας, για να μεταλλάξει τους εξαντλημένους ηρωικούς (ομηρικούς) ελκυστές της σε αυτοθυσιαστικό ηρωισμό νέου τύπου: υπέρ των πασχόντων αδιακρίτως. Με τον τρόπο αυτό ο χριστιανισμός κατορθώνει να συγκρατήσει το ελληνικό Άτομο, για να μη διαλυθεί τελείως. Και αφ’ ετέρου, το βοηθά να ανέλθει στη βαθμίδα του Προσώπου, όπου η συνταύτιση ελευθερίας και ανιδιοτελούς αγάπης, καθιστά την ατομική ελευθερία απρόσβλητη και την αγάπη αδούλωτη.

Στην ειδική αυτή βάση ο χριστιανισμός και η ελληνική ανθρωποκεντρική παράδοση, συνέπηξαν συμμαχία στους προβυζαντινούς χρόνους, για να πολεμήσουν από κοινού τη γνωστικίζουσα παγανιστική ιδιωτεία, την τόσο ελκυστική για τον σκεπτόμενο ανέστιο άνθρωπο. Η κοινή νίκη τους εναντίον του γνωστικισμού υπήρξε η βάση της μακράς φιλίας ελληνισμού και χριστιανισμού, πάνω στην οποία στηρίχθηκε η βιωσιμότητα του βυζαντινού ιστορικού σχήματος.

Παραπομπές

[i] Ως διανθρώπινη σχέση ο όρος είναι στην κυριολεξία του ανακριβής. Συνιστά καταχρηστική επέκταση της «θεϊκής φιλανθρωπίας», όπου και κυριολεκτείται. Επιπλέον μια πράξη «φιλανθρωπίας» δεν υποδηλώνει κατ’ ανάγκη «φιλία» προς τον ευεργετούμενο.

[ii] Διός εισιν άπαντες ξείνοι τε πτωχοί τε (Οδύσσεια ζ 207 και ξ 57).

[iii] Παυσανίας 1. 17. 1.

[iv]  Κ. Άμαντος, Η ελληνική φιλανθρωπία κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Διάλεξη υπέρ των προσφύγων της Μικράς Ασίας, στην Εταιρεία Βυζαντινών σπουδών, 22-10-1922. (ΑΘΗΝΑ Σύγγραμμα Περιοδικόν της Εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας, τ. 35 σ. 131. Αθήνησιν. Εκ του Τυπογραφείου Π.Δ. Σακελλαρίου, 1923.) Στο κείμενο αυτό παρέχεται πλούτος στοιχείων για τη φιλανθρωπία στο Βυζάντιο.

[v] «… πείνασα και μου δώσατε να φάω. Δίψασα και με ποτίσατε. Ξένος ήμουν και με περιμαζέψατε. Γυμνός και με ντύσατε. Αρρώστησα και με επισκεφθήκατε. Στη φυλακή ήμουν και ήρθατε …» (Ματθ. 25, 34.)

[vi] «Η ακαταπόνητος δράσις του (Ελεήμονος) υπέρ των δυστυχούντων εδείχθη προ πάντων, όταν μετά την άλωσιν της Ιερουσαλήμ υπό των Περσών (615 μ. Χ.) κατέφυγον άπειροι πρόσφυγες εις Αλεξάνδρειαν. Ίδρυσε νοσοκομεία και πτωχοτροφεία, ετοποθέτησε τους υγιείς εις ξενοδοχεία, εξηγόρασε αιχμαλώτους, διένειμε καθ’ εκάστην βοηθήματα εις τους προσερχομένους οιουσδήποτε απόρους, εφρόντισεν ακόμη και περί απόρων γυναικών επιτόκων. Λέγεται ότι έτρεφε πολλάκις 7500 πτωχούς. Είναι φανερόν πόσην επίδρασιν ηδύνατο να έχη το παράδειγμα του Ελεήμονος εις τον τότε χριστιανικόν κόσμον.». (Κ. Άμαντος, ό.π. σ. 135.)

[vii] «Ανάλογος προς την περίθαλψιν των πτωχών ήτο η πρόνοια περί των αιχμαλώτων, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος. Εκ των παλαιοτέρων ονομαστόν είναι το παράδειγμα του επισκόπου Αμίδης Ακακίου, όστις επώλησε κειμήλια της Εκκλησίας προς εξαγοράν παρά των στρατιωτών του Βυζαντίου Περσών αιχμαλώτων. “Αύτη η του θαυμαστού Ακακίου πράξις πλέον τον Περσών βασιλέα κατέπληττεν, ότι αμφότερα Ρωμαίοι μεμελετήκασι πολέμω τε και ευεργεσία νικάν”.». (Κ. Άμαντος, ό.π. σ. 137.)

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 22 Δεκέμβριος 2009, http://www.antifono.gr/portal/index.php/…..F%82

 

* Ο Θεόδωρος Ι. Ζιάκας γεννήθηκε το 1945, στο χωριό Κούρεντα (Δήμος Μολοσσών νομού Ιωαννίνων) και σήμερα ζει στην Αθήνα. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι δημόσιος υπάλληλος στον κλάδο της πληροφορικής. Από τη δεκαετία του 1980 μελετά θέματα κοινωνικής οντολογίας.

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Το επερχόμενο ακαδημαϊκό κραχ

Το επερχόμενο ακαδημαϊκό κραχ

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

«Δεν έχω να υποσχεθώ ούτε ένα ευρώ» δήλωσε με χαρακτηριστική αλαζονεία η κ. Διαμαντοπούλου σε πρόσφατη συνέντευξή της, προσπαθώντας να κερδίσει πόντους στο χρηματιστήριο του κυνισμού στο οποίο διαγκωνίζονται οι υπουργοί της κυβέρνησης. Άλλωστε, το Υπουργείο Παιδείας έχει ήδη προχωρήσει σε πραγματική «στάση πληρωμών» απέναντι στην Ανώτατη εκπαίδευση.

Οι τακτικοί προϋπολογισμοί των Πανεπιστημίων έχουν περικοπεί από 45% έως και… 70%. Πολλά ιδρύματα ξενοικιάζουν απαραίτητους χώρους για εργαστήρια, γραφεία και αίθουσες διδασκαλίας, ενώ δυσκολεύονται να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες τους για αναλώσιμα υλικά ή θέρμανση.

Οι διορισμοί 830 μελών εκλεγμένων μελών ΔΕΠ καθυστερούν προκλητικά με το Υπουργείο να υπόσχεται ολοκλήρωσή τους στην καλύτερη των περιπτώσεων μέσα σε πάνω από 3 χρόνια, εάν δεν υλοποιηθούν οι εξαγγελίες Ραγκούση για πλήρες πάγωμα των διορισμών. Οι νέες προκηρύξεις μελών ΔΕΠ έχουν παγώσει από το φθινόπωρο. Την ίδια ώρα τα περισσότερα Πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν κύμα συνταξιοδοτήσεων, καθώς αποχωρεί μεγάλο μέρος των πανεπιστημιακών που στελέχωσαν τα ιδρύματα στη δεκαετία του 1980. Ήδη σε κεντρικά πανεπιστημιακά τμήματα, όπως η Αρχιτεκτονική του ΕΜΠ, που έχει προχωρήσει σε αναστολή λειτουργίας σε ένδειξη διαμαρτυρίας, παρατηρούνται ελλείψεις δεκάδων μελών ΔΕΠ.

Οι πιστώσεις για συμβασιούχους διδάσκοντες του ΠΔ 407/80, ιδιαίτερα κρίσιμες για να μην καταρρεύσει το εκπαιδευτικό έργο των περιφερειακών πανεπιστημίων, περικόπηκαν φέτος κατά 16% σε σχέση με όσα προέβλεπαν οι προγραμματικές συμφωνίες που το ίδιο το Υπουργείο είχε συνάψει, ενώ για την επόμενη χρονιά ο ειδικός γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, κ. Παπάζογλου δήλωσε ότι «δεν έχει ιδέα» εάν θα δοθούν πιστώσεις, πόσες θα είναι και πότε!

Αυθαίρετες και παράνομες αποφάσεις του Υφυπουργού Πανάρετου, δημιουργούν προσκόμματα στη στελέχωση των πανεπιστημίων: ακυρώσεις διορισμών και εκλογών μελών ΔΕΠ, συχνά για φρονηματικούς λόγους, παραλογή απαίτηση για υποχρεωτική συμμετοχή εκλεκτόρων από το εξωτερικό (τα στιγμή που τα ιδρύματα δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τις μετακινήσεις των εκλεκτόρων του εσωτερικού), διαταγή για πάγωμα εξελίξεων όπου… επίκεινται εκλογές προέδρων τμημάτων.

Και βέβαια επιταχύνονται και τα σχέδια για τις συγχωνεύσεις και τις καταργήσεις τμημάτων είτε και ολόκληρων Πανεπιστημίων. Δεν είναι μόνο η ανακύκλωση των προτάσεων του περιβόητου Γρυσπολάκη για κατάργηση δεκάδων πανεπιστημιακών τμημάτων. Είναι και η ρητή δέσμευση της κυβέρνησης έναντι της Τρόικας ότι στο όνομα της εξοικονόμησης 1,1 δισ. ευρώ θα κλείσουν πανεπιστημιακές σχολές!

Όλα αυτά δείχνουν ότι είμαστε αντιμέτωποι με ένα επερχόμενο ακαδημαϊκό κραχ. Στα ΤΕΙ ήδη οι εκτιμήσεις είναι ότι το επόμενο ακαδημαϊκό έτος δύσκολα θα ξεκινήσει, ιδίως εξαιτίας των ελλείψεων σε έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό. Αλλά και τα Πανεπιστήμια δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι θα λειτουργήσουν κανονικά την επόμενη χρονιά ή ότι θα ολοκληρωθεί ομαλά το εκπαιδευτικό έργο χωρίς πιστώσεις, χωρίς συμβασιούχους, χωρίς διορισμούς.

Απέναντι σε όλα αυτά όσες και όσοι μέσα στα Πανεπιστήμια αρνούνται να γίνουν συνυπεύθυνοι στην απαξίωση και διάλυση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης οφείλουν να αναμετρηθούν με τις ευθύνες τους. Η αναπαραγωγή πρακτικών προσκόλλησης στην πολιτική εξουσία, η παθητική αναμονή των επόμενων χτυπημάτων του Υπουργείου, η ελπίδα ότι μπορεί και να αποφύγουμε τα χειρότερα, απλώς ενισχύει και νομιμοποιεί τον κυβερνητικό κυνισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι, η αγωνιστική κινητοποίηση καθίσταται πλέον μονόδρομος!

 

ΠΗΓΗ: 18-5-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=32909

Αγρίνιο: Ανακοίνωση-πρόσκληση

Ανακοίνωση-πρόσκληση

 

Των παπα Ηλία Υφαντή και Σωκράτη Ζαραβίνα*


 

 

Αγαπητοί συμπατριώτες,

Όλοι μας αγωνιούμε για την πρωτοφανή παγίδευση, στην οποία μας οδήγησαν οι ντόπιοι εφιάλτες και οι διεθνείς τοκογλύφοι (ΔΝΤ- ΕΚΤ- ΕΕ). Μας μιλούν για χρεοκοπία! Με την τακτική του «φωνάζει ο κλέφτης…».

Αφού η επαχθής χρεοκοπία είναι μια καλοστημένη απάτη. Με σκοπό να μας αναγκάσουν να αποδεχτούμε το ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων και πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας μας.

Το μνημόνιο, σύμφωνα με τη γνώμη έγκριτων νομικών και πνευματικών ανθρώπων είναι παράνομο και αντισυνταγματικό. Και, σε τελική ανάλυση, αποτελεί προδοσία, σε βάρος της πατρίδας μας και του λαού της.

Η πραγματικότητα αυτή τείνει να παγιωθεί στην καθημερινότητα και στην ψυχή μας, έτσι ώστε να μας συνθλίψει και να μας τρομοκρατήσει.

Δυστυχώς αρχιτέκτονας της καταβαράθρωσης αυτής είναι ο δικομματισμός και όσοι άμεσα οι έμμεσα παίζουν το ολέθριο παιχνίδι του.

Κατόπιν όλων αυτών, θεωρήσαμε υποχρέωσή μας να αντιδράσουμε πιο ενεργά και αποφασιστικά για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πολύμορφης και πολύπλευρης αυτής κρίσης (οικονομικής-πολιτικής-κοινωνικής).

Γι’ αυτό συγκροτήσαμε Κίνηση-Επιτροπή, με σκοπό την έξοδο από το αδιέξοδο, στο οποίο μας έχουν εγκλωβίσει. Τονίζουμε ότι η κίνησή μας αυτή είναι ανοιχτή σε κάθε υπεύθυνο πολίτη και καλόπιστο πατριώτη και δεν αποσκοπεί σε προσωπικά οικονομικά οφέλη και φιλοδοξίες.

Η μοναδική μας φιλοδοξία είναι να έχει συνέχεια, να ευαισθητοποιήσει και να ενημερώσει, σωστά, όσο γίνεται περισσότερους. Γιατί ο τόπος και το μέλλον των παιδιών μας δεν χρειάζονται απλά πολλούς. Αλλά μας χρειάζονται όλους!

Γι’ αυτό η προσωρινή γραμματεία της Κίνησης διοργανώνει συγκέντρωση-εκδήλωση, την Πέμπτη 2 Ιουνίου, ώρα:8.00 το απόγευμα, στην πλατεία Στράτου-Ειρήνης, στο Αγρίνιο.

 

Υ.Γ. Η Κίνηση εδρεύει, προσωρινά, στην οδό Διαλέτη, αριθ. 3 (1η πάροδος Παπαστράτου). Τηλ-φαξ: 26410-58015.

 

Ώρες επικοινωνίας: 11-1.00 το μεσημέρι. Και 7.00-9 το απόγευμα.

 

* ΠΑΠΑ-ΗΛΙΑΣ ΥΦΑΝΤΗΣ-ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΖΑΡΑΒΙΝΑΣ, δάσκαλος

Αγρίνιο Μάης 2011

Ασφάλεια και αλληλεγγύη: το δύσκολο στοίχημα

Ασφάλεια και αλληλεγγύη: το δύσκολο στοίχημα

 

Του Άγγελου Μανταδάκη

 

Η κατοικία απαξιώθηκε και συρρικνώθηκε. Οι γειτονιές γέρασαν. Άνοιξαν όλοι οι δρόμοι για την ανομία. Ο φόβος και η ανασφάλεια εγκαθίστανται σε κάθε γωνία των κεντρικών συνοικιών. Η υποβάθμιση των κέντρων των μεγάλων πόλεων είναι ευρωπαϊκό και όχι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.

Μόνο που στην υπόλοιπη Ευρώπη εδώ και αρκετά χρόνια προσπάθησαν να αρθρώσουν μια πολιτική αντιμετώπισης των προβλημάτων που δημιουργούνται στις κεντρικές περιοχές των πόλεων και δύσκολα ή εύκολα πέτυχαν σημαντικά πράγματα. Εμείς στην Ελλάδα, χάσαμε πολύτιμο χρόνο ασχολούμενοι με αλλότρια.

Για παράδειγμα με την αυθαίρετη δόμηση δεύτερης κατοικίας που τελικά έχει σφραγίσει τη ζωή μας.

Και όταν ακόμα, άρχισε να υπάρχει ένα ενδιαφέρον από την Πολιτεία – αφού ο Δήμος Αθηναίων ήταν πάντοτε αδύναμος, αναρμόδιος και αμήχανος – η τελευταία φάνηκε εντελώς ανέτοιμη να δώσει συγκεκριμένες κατευθύνσεις, για το πώς βλέπει να οργανώνονται αυτές οι συνοικίες. Επί πολλά χρόνια βλέπαμε σε ένα σημείο να γίνεται μια πεζοδρόμηση, κάπου αλλού να αναστηλώνεται ένα κτήριο. Ήταν μια πολιτική «σκόρπια» χωρίς σαφείς αρχές.

Μια από αυτές τις αρχές είναι ότι στις κεντρικές περιοχές της Αθήνας έπρεπε να διατηρηθεί πάση θυσία η κατοικία. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαν να οργανωθούν το ιστορικό κέντρο και οι πέριξ συνοικίες. Άλλες χρήσεις θα κυριαρχούσαν που θα οδηγούσαν τις γειτονιές μας σε νέα δεινά.

Η Αθήνα σε αντίθεση με άλλες μητροπόλεις, προσφερόταν για την εφαρμογή μιας τέτοιας αρχής. Ήταν μία πόλη με «μίξη χρήσεων» όπως λένε οι πολεοδόμοι. Η κατοικία παραδοσιακά συνδυαζόταν με άλλες χρήσεις που τις περισσότερες φορές τη συμπλήρωναν.

Το πλεονέκτημα αυτό δεν αξιοποιήθηκε. Το κέντρο αφέθηκε στη μοίρα του και οδηγήθηκε στην παρακμή. Σε αυτό συνέβαλε και το αμερικάνικου τύπου σχέδιο για την ανάπτυξη των προαστίων. Μέχρι στις αρχές του ΄60 η Αθήνα ήταν μια πόλη ανοικτή και ενωμένη. Με τον εξαμερικανισμό της όμως – φυγή στα προάστια, εγκατάλειψη του κέντρου – δημιουργήθηκε κοινωνικό σχίσμα.

Η πλούσια Αθήνα αναπτύχθηκε εξασφαλίζοντας τις κατάλληλες υποδομές. Η φτωχή που απομένει πίσω, μη διαθέτοντας τα μέσα να εξοπλιστεί κοινωνικά, με την Πολιτεία να μην κάνει επενδύσεις, υποβαθμίστηκε.

Η υποβαθμισμένη, φτωχή πόλη, δηλαδή η βάση για τη σημερινή εξέλιξη των κεντρικών περιοχών, είχε ήδη δημιουργηθεί. Το φαινόμενο των μεταναστευτικών εισροών, που εμφανίστηκε με ιδιαίτερη ένταση από τα μέσα του ΄90, άνοιξε  ένα νέο κεφάλαιο. Αλλά η ρίζα του «κακού» ήδη υπήρχε.

Η κατοικία απαξιώθηκε και συρρικνώθηκε. Οι γειτονιές γέρασαν. Άνοιξαν όλοι οι δρόμοι για την ανομία. Ο φόβος και η ανασφάλεια εγκαθίστανται σε κάθε γωνία των κεντρικών συνοικιών. Η εικόνα που εκπέμπει το κέντρο, δηλαδή η καρδιά της πρωτεύουσας άρα και της Ελλάδας, διαμορφώνει στάσεις, συμπεριφορές και αντιλήψεις σε όλη την κοινωνία.

Ο ΣΥΝ και γενικότερα η ανανεωτική, ριζοσπαστική αριστερά, οφείλουν να υπερασπιστούν  μια διπλή θεμελιακή αξία: την αλληλεγγύη συνδυασμένη με την ασφάλεια. Όλοι και όλες που κατοικούν στις περιοχές γύρω και εντός του κέντρου, έχουν το δικαίωμα να ζήσουν σε μια πόλη με ανθρώπινο πρόσωπο. Κατ΄ αρχήν ασφαλείς. Από αυτή την θέση αρχής δεν υπάρχουν για την αριστερά περιθώρια υποχώρησης.

Ορθά ο ΣΥΝ υπερασπίζεται τα δικαιώματα των ανθρώπων που έρχονται από ζώνες θανάτου και πείνας, αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα. Οι μετανάστες είναι στις ταξικές μας αναφορές. Μήπως όμως δεν είναι οι Έλληνες πολίτες που κατοικούν ή εργάζονται στις ίδιες περιοχές;  Δεν έχουμε την ίδια πολιτική και ηθική υποχρέωση και για αυτούς;

Το σημείο αυτό είναι και το πιο κρίσιμο για τον ΣΥΝ. Καταξιώθηκε ως δύναμη υπεράσπισης των δικαιωμάτων των απόκληρων που αποτελούν το σύγχρονο προλεταριάτο. Το έπραξε χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος. Αυτό τον τιμά. Τώρα οφείλει να αποδώσει τα ίσα. Να παρέμβει με πρωτοβουλίες τέτοιες που να διεκδικούν τον σεβασμό των δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών, άνεργων, χαμηλόμισθων, χαμηλοσυνταξιούχων, νέων, γυναικών που μοιράζονται με τους αλλοδαπούς τη μιζέρια των γκέτο. Με προτεραιότητα στην ελεύθερη πρόσβαση από και προς τις γειτονιές τους.

Μαζί με το επείγον πακέτο μέτρων και πολιτικών και παρεμβάσεων, χρειάζεται και ο κοινωνικός παράγοντας. Δηλαδή ένα κίνημα πολιτών, που θα σπάσει τον φόβο, θα διεισδύσει στα ενδότερα των υποβαθμισμένων συνοικιών και θα αποδιοργανώσει τις δομές της ανομίας, θα απαντήσει στην γκετοποίηση με δράσεις πολιτισμού. Ένα κίνημα πραγματικής αμφισβήτησης μιας απαράδεκτης κατάστασης από τα μέσα, που κατά το «Δεν πληρώνω» θα μπορούσε να ονομαστεί «Δεν φοβάμαι..».

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 15/05/2011,  http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=616321.  Το είδα: 16-05-2011, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=9604

Για το γκέτο της κεντρικής Αθήνας

Για το γκέτο της κεντρικής Αθήνας

 

Απόρρητη έκθεση της ΕΥΠ*

 

 

Ένα ευρύτερο κύκλωμα δραστηριοποιείται και εκμεταλλεύεται την ανάγκη των μεταναστών για να δημιουργήσει «στρατιά» πάμφθηνου εργατικού δυναμικού και να πετύχει τους ευρύτερους σχεδιασμούς του στις χώρες εγκατάστασης.

Πίσω από το ζήτημα των μεταναστών κρύβεται κάθε είδους εγκληματική δραστηριότητα. Γιατί είναι προφανές πως δεν έχει ο κάθε δυστυχισμένος τις 5 με 6 χιλιάδες ευρώ που εκτιμάται ότι κοστίζει η μεταφορά του.

Ένα ευρύτερο κύκλωμα δραστηριοποιείται και εκμεταλλεύεται την ανάγκη τους, για να δημιουργήσει «στρατιά» πάμφθηνου εργατικού δυναμικού και να πετύχει τους ευρύτερους σχεδιασμούς του στις χώρες εγκατάστασης.

Στα γκέτο μπορεί κανείς να κρύψει φυγόδικους, παράνομα προϊόντα, δραπέτες και ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο ανθρώπινος νους και η «φαντασία» όσων αποτελούν αυτό το πολυδαίδαλο κύκλωμα εκμεταλλευτών και σύγχρονων δούλων.

Η πλειονότητα των μεταναστών που βρίσκονται στη χώρα μας περνούν όλη την ημέρα στα φανάρια για μεροκάματο ενός ευρώ, διακινούνται με φορτηγά και διαθέτουν κινητά (!), ώστε το κύκλωμα να μπορεί να τους εντοπίσει. Οι διακινητές τους ελέγχουν την παραγωγικότητά τους, με απειλές και ξύλο, σε όσους δεν πιάνουν τους «στόχους»!

Τις τελευταίες εβδομάδες ο πρωθυπουργός είναι σε συνεχή επικοινωνία με τον Χρ. Παπουτσή και τον Μ. Οθωνα, καθώς η αστυνομία θα κληθεί να αναλάβει ένα σημαντικό τμήμα της επιχείρησης που έχει δρομολογήσει η κυβέρνηση για να δώσει ξανά ζωή στο κέντρο.

Ο Γ. Παπανδρέου συνεργάζεται τακτικά και με τον Γ. Ραγκούση, που έχει εκσυγχρονίσει τη νομοθεσία για τη μετανάστευση, αν και δεν εφαρμόζεται από τις εμπλεκόμενες κρατικές υπηρεσίες. Στο πλαίσιο αυτό, ο πρωθυπουργός θα επιδιώξει την ενεργό εμπλοκή της τοπικής αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών, ώστε να εντοπιστούν και να απομονωθούν ακραία στοιχεία και από τις δύο πλευρές.

Γιατί οι εικόνες ακροδεξιών να κυνηγούν μετανάστες, αποτελούν ντροπή για μία χώρα-μέλος της ΕΕ και του πολιτισμένου δυτικού κόσμου. Όπως δεν την τιμά βέβαια και η πραγματικότητα της «κατάληψης» του ιστορικού κέντρου της πρωτεύουσας με τους κατοίκους του να τελούν υπό διωγμό, στο έλεος των εγκληματιών.

 

1. ΔΟΥΛΕΜΠΟΡΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑ

 

«Τα δίκτυα διακίνησης μεταναστών, με μέλη τους στην Τουρκία, στην Ελλάδα και στην Ιταλία, χρησιμοποιώντας πλοιάρια, προσεγγίζουν παράλια της χώρας. Από εκεί οι μετανάστες μεταβαίνουν είτε απευθείας στα δυτικά παράλια, μέσω της Εγνατίας, είτε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, όπου παραμένουν λίγες ημέρες σε διάφορα διαμερίσματα και κατόπιν εξαφανίζονται, ενώ στις κατοικίες αυτές καταφθάνουν νέοι μετανάστες.

Πολλοί μετανάστες που εισέρχονται παράνομα στη χώρα μας μετακινούνται μαζικά από τα σύνορα με λεωφορεία και φορτηγά και συγκεντρώνονται κυρίως στην Ελευσίνα και στον Ασπρόπυργο. Με παρόμοιο τρόπο μετακινούνται προς τα δυτικά παράλια, κατά τις νυχτερινές ώρες, από όπου παραλαμβάνονται από πλοιάρια προκειμένου να μετακινηθούν στην Ιταλία.

Εκτιμάται ότι Σωματεία και Ενώσεις Αλλοδαπών με έδρα τη χώρα μας διαδραματίζουν ρόλο στο σύστημα διακίνησης παρουσιάζοντας στη δράση τους νομιμοφάνεια, υπό το προσωπείο των προεδρείων, προκειμένου να αποφύγουν τον έλεγχο των διωκτικών αρχών.

Θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη στοχοποίηση και καταπολέμηση αυτών των κυκλωμάτων, προκειμένου η δράση τους να καταστεί υψηλού ρίσκου. Όσο ο δρόμος για την Ευρώπη μέσω της Ελλάδας είναι εύκολος, τόσο τα κυκλώματα διακίνησης θα βρίσκουν πελάτες και η χώρα μας θα παραμείνει ελκυστική στις μεταναστευτικές ροές.

 

2. Ο «ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ» ΤΟΥ ΠΑΡΑΕΜΠΟΡΙΟΥ

 

«Μια σημαντική διάσταση του φαινομένου αποτελεί η μεθόδευση κοινοτήτων μεταναστών να διεισδύσουν με διάφορους τρόπους σε κεντρικές οικονομικές δραστηριότητες που συνδέονται με την εθνική οικονομία.

Τα τελευταία χρόνια προεδρεία και ενώσεις μεταναστών ισχυροποιούν τη θέση τους στο κομματικό-πολιτικό σκηνικό της χώρας, υποστηρίζοντας παράγοντες που μπορούν να ασκήσουν επιρροή στον κεντρικό κρατικό μηχανισμό.

Είναι πλέον διαπιστωμένη η δημιουργία επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, οι οποίες υποστηρίζονται και από Έλληνες και που απευθύνονται μόνο σε αλλοδαπούς, νόμιμους ή μη μετανάστες.

Η προσφορά προϊόντων και υπηρεσιών από τις επιχειρήσεις αυτές δεν προκαλεί κανένα ουσιαστικό όφελος για την εθνική οικονομία, καθόσον τα κέρδη εξάγονται στο εξωτερικό. Η ισχύς που αποκτούν σταδιακά τα πρόσωπα που ελέγχουν τις συγκεκριμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες είναι πολυδιάστατη.

Οι συγκεκριμένοι οικονομικοί παράγοντες υποστηρίζουν και ευνοούν την γκετοποίηση περιοχών, δημιουργούν δεσμούς και υποστηρίζονται από κοινότητες μεταναστών με συγκεκριμένο εθνολογικό και θρησκευτικό χαρακτήρα σε βαθμό που μπορούν να τις κινητοποιούν σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, προκαλώντας έμμεσα το κοινό αίσθημα γηγενών με φοβικά και κατ’ επέκταση ξενοφοβικά-ρατσιστικά σύνδρομα.

Δημιουργείται έτσι μια κίνηση που επιδιώκει να ασκήσει πολιτική πίεση για τη νομιμοποίηση του πληθυσμού των παράνομων μεταναστών που εκπροσωπούν, αποκλείοντας ωστόσο οποιαδήποτε προοπτική ενσωμάτωσης στην ελληνική κοινωνία.

 

3. Η ΜΑΦΙΑ ΤΟΥ REAL ESTATE

 

Έλληνες και αλλοδαποί επιχειρηματίες, καθώς και μεσιτικές εταιρείες διαβλέπουν στο κέντρο της Αθήνας μια επενδυτική προοπτική, εξετάζοντας την τωρινή κατάσταση με την υποβάθμιση συγκεκριμένων γεωγραφικών ζωνών, λόγω της συσσώρευσης μεγάλου αριθμού μεταναστών.

Προχωρούν, έτσι, στη λεγόμενη μεθοδευμένη απαξίωση με την γκετοποίηση ολόκληρων περιοχών και την αυξημένη παραβατικότητα, που προκαλεί φόβο και οδηγεί τους ημεδαπούς κατοίκους στο να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους.

Αποτέλεσμα είναι να πωλούνται σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές ή να ενοικιάζονται ως ξενώνες νεόφερτων αλλοδαπών, όπου διαμένουν υπό άθλιες υγειονομικές συνθήκες. Σε ομάδες 10-15 ατόμων έναντι ημερήσιου ποσού από 3 έως 10 ευρώ, δηλαδή με μηνιαίο ενοίκιο πολλαπλάσιο απ’ ό,τι θα πλήρωνε μια μέση οικογένεια.

Η κερδοσκοπία αυτή είναι ανεξέλεγκτη στο κέντρο της Αθήνας, με θύματα τόσο αλλοδαπούς όσο και γηγενείς που εξαναγκάζονται να εγκαταλείπουν τις περιοχές αυτές πουλώντας τις κατοικίες τους σε χαμηλές τιμές.

Παράλληλα, από ανοικτές πηγές πληροφόρησης, κυρίως δημοσιογραφικές, αναφέρεται ότι οι περισσότερες τράπεζες έχουν αποκλείσει τη δανειοδότηση για αγορά κατοικίας στις περιοχές αυτές – μέθοδος red lining -, με αποτέλεσμα η αγορά των κατοικιών αυτών να καθίσταται ανέφικτη από ημεδαπούς ή αλλοδαπούς με μόνιμα εισοδήματα, και με αυτόν τον τρόπο οι μοναδικοί αγοραστές να είναι πλέον είτε μεσιτικές εταιρείες είτε μεγαλοεπιχειρηματίες που διαθέτουν μετρητά.

Σε κυβερνητικό επίπεδο θα πρέπει να προωθηθεί, σε συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα, η παροχή κινήτρων για τη μετοίκηση ή παραμονή στις περιοχές που πλήττονται από την υποβάθμιση, ιδίως ημεδαπών και αλλοδαπών που διαθέτουν εισοδήματα για αξιοπρεπή διαβίωση, η παρουσία των οποίων θα συντελέσει στην ανάπτυξη και τη βελτίωση της εμπορικής δραστηριότητας.

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να επανεξεταστεί και η υφιστάμενη νομοθεσία σε ό,τι αφορά το καθεστώς ενοικίασης και χρήσης κατοικίας, προκειμένου να επισημανθούν τρωτότητες και αναφυόμενα προβλήματα και να προβλεφθούν αυστηρές κυρώσεις, έως και δήμευση.

 

ΠΗΓΗ: «E» 15/5(/2011),  ( * ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΥΠΑΣ ), http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11378&subid=2&pubid=63049019#. Το είδα: Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/05/real-estate.html

Χρειαζόμαστε ένα νέο Σόλωνα – Σεισάχθεια

Χρειαζόμαστε ένα νέο Σόλωνα – Σεισάχθεια

 

Συγγραφέας Σπ. Λαβδιώτης

 

 

 

Η Ελλάδα περιέρχεται σε δεινή κατάσταση και γι' αυτό το σύστημα της χρεοκρατίας ετοιμάζει "συγκυβέρνηση" με άγρια καταστολή. Τα προμηνύματα τα είδαμε στις 11 του μηνός με την ανελέητη επίθεση των ΜΑΤ κατά των διαδηλωτών.

Η αξιοθρήνητη συμπεριφορά των πολιτικών μας, των τιμητών του ψεύδους, της μηχανορραφίας, της ιδιοτέλειας και της ανομίας, υπήρξε η βασική αιτία της εξευτελιστικής de facto χρεωκοπίας της σύγχρονης Ελλάδας που με περισσό θράσος συνεχίζεται.

Το "επικυρωμένο" πρόγραμμα Ζάππειο ΙΙ, του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας, Αντώνη Σαμαρά, αποτελεί ένα άλλο πρόγραμμα, μια άλλη συνταγή παρόμοια των ολέθριων οικονομικών πολιτικών του παρελθόντος, που μας οδήγησαν στη σημερινή οικονομική άβυσσο, την μεγαλύτερη μετά από τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο.

Το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας για την έξοδο της χώρας από την κρίση, που χωρίς ντροπή ονομάσθηκε "επανεκκίνηση με δημιουργικό σοκ" και προκάλεσε την ικανοποίηση και τα χαμόγελα των βιομηχάνων και της ολιγαρχικής τάξης, αποτελεί μια κακή συνταγή επίλυσης των προβλημάτων που μαστίζουν την Ελληνική οικονομία.

Αυτή την πολιτική της κοινωνικής απορρύθμισης και της αδικίας επιθυμεί το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας να συνεχίζει, αλλάζοντας απλώς σκυτάλη και τον ρόλο της "μαριονέτας" σε αυτό το άθλιο δόγμα της παγκόσμιας διακυβέρνησης, που δεν είναι τίποτε διαφορετικό από την επανίδρυση της Μεσαιωνικής φεουδαρχίας. Γι' αυτό δεν έγινε καμία αναφορά στο πρόγραμμα, ότι υπάρχει και άλλη μια λύση που ονομάζεται "εξωτερική υποτίμηση" (external devaluation), γιατί αυτή συνεπάγεται την επιστροφή στο εθνικό μας νόμισμα, την δραχμή, το ευρώ της εποχής της ξακουστής αθηναϊκής δημοκρατίας.

Εμείς πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουμε μια κατά μέτωπον σύγκρουση με τους χρηματοδανειστές της χώρας, που αρχικώς θα προσπαθήσουν να μας αποκλείσουν από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, αλλά είμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε, διότι έχουμε τα επιχειρήματα και την τεκμηρίωση ενός αποτυχημένου προγράμματος αυστηρής λιτότητας, που ενώ καταδυναστεύει την κοινωνία, έχει αυξήσει το δημόσιο χρέος κατά 42 δις ευρώ μόνο το 2010!

Αυτή η κίνηση ίσως είναι επώδυνη για την Ελλάδα βραχυπρόθεσμα, αλλά είναι απίθανο ότι τα κόστη αυτά θα είναι μεγαλύτερα σε σύγκριση με τα πολλά χρόνια βαθιάς ύφεσης, στασιμότητας και μεγάλης ανεργίας, που προσφέρουν οι Ευρωπαϊκές αρχές. Κανένας ηγέτης με αίσθημα ευθύνης, ούτε ο δημοκρατικός λαός, πρέπει να αποδεχθεί αυτού του είδους την κατοχή και την τιμωρία για ολόκληρη την χώρα.

 

Σπύρος Λαβδιώτης, οικονομολόγος, μέλος της Πρωτοβουλίας Πολιτών ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ

 

16 Μαΐου 2011

Περί ιδιωτικοποίησης της πολιτικής και «αγορών»

Περί ιδιωτικοποίησης της πολιτικής και «αγορών»

 

Του Γιώργου Ρούση*


 

Η μέθοδος έχει καθιερωθεί και χρησιμοποιείται πια απροκάλυπτα. Για τους στοιχειωδώς γνωρίζοντες καταντάει γελοία και συνάμα εκνευριστική. Αναφέρομαι στη χρήση ασαφών, ουδέτερων όρων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για να υποδηλώσουν κάτι δίχως να προκαλούν τα αρνητικά αντανακλαστικά που θα προκαλούσε η σαφής αναφορά σε αυτό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το ξεπούλημα της λαϊκής περιουσίας στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Κάποτε γινόταν λόγος για πώληση ή έστω για ιδιωτικοποιήσεις. Τώρα πια για το ίδιο πράγμα δεν αναφέρεται ούτε καν ο όρος αποκρατικοποίηση, αλλά οι όροι «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας ή, ακόμη, ο πιο ασαφής όρος «δομικές αλλαγές».

Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τον όρο «αγορές», ο οποίος στην πραγματικότητα υποδηλώνει το τραπεζικό, χρηματιστηριακό κεφάλαιο, του οποίου, όπως άλλωστε για το σύνολο του κεφαλαίου, ο μοναδικός στόχος είναι το πάση θυσία κέρδος. Και, ακριβώς επειδή ο όρος και μόνον κεφάλαιο μπορεί να προκαλέσει αρνητικά αντανακλαστικά, συγκαλύπτεται.

Και συγκαλύπτεται διπλά, διότι και στην παρούσα φάση δεν είναι φιλόπτωχα ταμεία αλλά «αγορές», δηλαδή κατ' εξοχήν κεφαλαιοκρατικοί οργανισμοί, τόσο το ΔΝΤ όσο και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα, στα οποία προσφεύγει η Ελλάδα για να δανειστεί.

Ας δούμε όμως όσο πιο απλά γίνεται ποιος ο νέος αναβαθμισμένος ρόλος αυτών των περίφημων «αγορών», δηλαδή αυτού του κεφαλαίου, σε μια περίοδο κρίσης όπως η σημερινή.

Αν στον καπιταλισμό το κράτος είναι σαφώς όργανο της κυρίαρχης αστικής τάξης και ταυτόχρονα οργάνωση της κοινωνίας κάτω από την κυριαρχία αυτής της τάξης, ο κρατικός μηχανισμός και το πολιτικό προσωπικό του είναι ταυτόχρονα σχετικά αυτοτελείς από αυτήν την τάξη, παρ’ όλο που ο θεμελιακός τους σκοπός είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της.

Κατά την περίοδο της δομικής κρίσης του συστήματος που διανύουμε, το κεφάλαιο αναζητεί τρόπους για να αντιδράσει στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και στην υπερσυσσώρευσή του που προκαλούνται από τη νομοτελειακή τάση αποπομπής της ζωντανής εργασίας που το διακατέχει. Σε αυτό το πλαίσιο, από τη μια εντείνει την εκμετάλλευση και από την άλλη επιδιώκει να επεκτείνει τις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής εκεί όπου δεν ήταν ακόμη κυρίαρχες, κάτι που επεκτείνεται και στο να αναλαμβάνει το ίδιο ορισμένες κερδοφόρες δραστηριότητες τις οποίες μέχρι προ τινος διεκπεραίωνε το κράτος.

Ταυτόχρονα μετατοπίζεται προς το γρήγορο, εύκολο, αλλά συχνά ουσιαστικά πλαστό κέρδος των «χαρτιών» του τραπεζοχρηματιστηριακού κεφαλαίου. Αυτός είναι άλλωστε και λόγος που η κρίση σκάει πρώτα μύτη με τη μορφή φούσκας σε αυτό το επίπεδο και στη συνέχεια σε εκείνο της παραγωγής ή της λεγόμενης «πραγματικής οικονομιάς» – λες και η άλλη δεν είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καπιταλιστικής οικονομίας -, δίνοντας έτσι και μια εσφαλμένη εικόνα για τις βαθύτερες αιτίες της.

Ήδη με αυτούς τους τρόπους το κεφάλαιο αναβαθμίζει όχι μόνον την οικονομική αλλά και την πολιτική του θέση.

Όμως, κι εδώ κατά τη γνώμη μου έχουμε να κάνουμε με κάτι ποιοτικά διαφορετικό, αυτή η διαδικασία της ιδιωτικοποίησης αγγίζει σε μεγάλο βαθμό και το ίδιο το πολιτικό εποικοδόμημα. Με άλλα λόγια το κεφάλαιο αναλαμβάνει το ίδιο, μέσω κεφαλαιοκρατικών συγκροτημάτων ή οργανισμών που ελέγχει, όπως π.χ. το ΔΝΤ, σημαντικές πτυχές της διακυβέρνησης χωρών εκτοπίζοντας την πολιτική τάξη και μετατρέποντάς την σε απλό διεκπεραιωτή των αποφάσεων και εντολών του.

Στην πραγματικότητα συμβαίνει σε διεθνές επίπεδο κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη στην Ιταλία με τον Μπερλουσκόνι, ο οποίος, μαζί με ένα τμήμα του ιταλικού κεφαλαίου, αποφάσισε κάποια στιγμή ότι δεν χρειαζόταν πια τη μεσολάβηση της καταφθαρμένης ιταλικής πολιτικής τάξης και επεδίωξε και πέτυχε να κυβερνήσει άμεσα το ίδιο.

Κάτω από αυτό το νέο πλαίσιο όχι μόνον προσωπικότητες του τύπου Ντε Γκολ ή ακόμη Βίλι Μπραντ ή Κένεντι, οι οποίες είχαν σημαντικό λόγο στην κεφαλαιοκρατική διαχείριση, εκλείπουν, όχι μόνον οι εθνικές κυβερνήσεις οι οποίες μετατρέπονται σε ενδοτικούς δεύτερης κατηγορίας λογιστές του κεφαλαίου, πόσω μάλλον τα εθνικά κοινοβούλια, υποβαθμίζονται παραπέρα, αλλά ακόμη και διεθνείς πολιτικοί θεσμοί χάνουν από την όποια ισχύ τους υπέρ του ίδιου του κεφαλαίου, το οποίο ιδιωτικοποιεί και την πολιτική αναλαμβάνοντας άμεσα τη διαχείριση των υποθέσεών του. Αυτή η διαδικασία είναι βέβαιο ότι αποδυναμώνει κι, αυτήν ακόμη την αστική δημοκρατία, απομακρύνοντας ακόμη περισσότερο τα κέντρα λήψης αποφάσεων από τους λαούς.

Από την άλλη όμως αποδυναμώνει τα όποια προσχήματα ουδετερότητας μπορούσε ακόμη να έχουν τα εθνικά κράτη, ιδιαίτερα της περιόδου του κράτους πρόνοιας, και έτσι μπορεί να αξιοποιηθεί για να διευκολύνει τον απεγκλωβισμό από την ενσωμάτωση και να προβάλει πιο άμεσα τον βασικό στόχο ενάντια στον οποίο πρέπει να στρέφονται τα βέλη του λαϊκού κινήματος. Και αυτός ο στόχος δεν είναι άλλος από το ίδιο το κεφάλαιο. Ας αξιοποιήσουμε λοιπόν αυτό το στριπτίζ των αγορών = του κεφαλαίου, για να καταδείξουμε τον πραγματικό ένοχο των δεινών της ανθρωπότητας.

Ταυτόχρονα αυτή η διαδικασία αναδείχνει την αναγκαιότητα μιας παγκόσμιας επανάστασης στον βαθμό που το ίδιο το κεφάλαιο, το οποίο έτσι κι αλλιώς δεν έχει πατρίδα, συγκροτείται και λειτουργεί όλο και περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο.

 

* Ο Γιώργος Ρούσης είναι Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου grousis@ath.forthnet.gr

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 15  Μαΐου 2011, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=275449

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΙ

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ:

… η τράπεζα της Ελλάδος, τα αποθέματα του χρυσού και ορισμένα συμπεράσματα – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

 

Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) τώρα, η κεντρική δηλαδή τράπεζα της χώρας μας, είναι η εποπτική των εμπορικών τραπεζών και υποχρεωτικά ένας από τους μετόχους της ΕΚΤ – όπως όλες οι άλλες τράπεζες της Ευρωζώνης. Εν τούτοις, δεν ανήκει στο κράτος, όπως κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε ενώ, κατά έναν παράδοξο τρόπο (μοναδικό φαινόμενο παγκοσμίως), είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο. Η μετοχική της σύνθεση είναι η παρακάτω

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

 

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ

 

 

 

Μετοχική σύνθεση

8,93%

91,07%

Αριθμός Μετοχών

1,80 εκ.

18,10 εκ.

Αξία 14.05.11*

51,00 εκ.

519,90 εκ.

* Τιμή μετοχής 28,74 €

Πηγή: capital, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, η Ελλάδα συμμετέχει μόλις με 8,93% στο μετοχικό κεφάλαιο της ΤτΕ, ενώ όλοι οι υπόλοιποι μέτοχοι είναι άγνωστοι – με λιγότερο από 5% μερίδια, αφού διαφορετικά θα εμφανίζονταν στη μετοχική της σύνθεση.

Ιστορικά, η ΤτΕ ιδρύθηκε το 1927, επειδή η Εθνική Τράπεζα, η οποία είχε το δικαίωμα δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά, το εκδοτικό προνόμιο δηλαδή από το 1841 (ιδρύθηκε ουσιαστικά από τον οίκο Rothschild, σε συνεργασία με Έλληνες), δεν δέχθηκε να «τυπώσει» χρήματα για τη χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Στον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί εμφανίζονται ορισμένα μεγέθη της ΤτΕ, από τον επίσημο Ισολογισμό της:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙI: Οικονομικά στοιχεία της ΤτΕ από τον Ισολογισμό του 2010, σε €

Οικονομικά μεγέθη

2010

2009

 

 

 

Χρυσός και απαιτήσεις σε χρυσό

5.005.114.533

3.633.315.395

Απαιτήσεις έναντι του ΔΝΤ

908.925.790

947.530.824

Απαιτήσεις έναντι Γενικής Κυβέρνησης

200.915.553

270.390.666

Δάνεια προς Πιστωτικά Ιδρύματα Ευρωζώνης

97.668.800.000

49.655.100.000

Συμμετοχή στην ΕΚΤ*

468.140.047

435.391.713

Απαιτήσεις από ΕΚΤ**

1.131.910.591

1.131.910.591

Καθαροί τόκοι (έσοδα)

825.890.005

766.668.842

Καθαρά Κέρδη χρήσεως

190.452.292

228.160.613

Τραπεζογραμμάτια σε κυκλοφορία

21.748.281.800

20.886.044.900

Λογαριασμός Ειδικών Τραβηχ. Δικ. ΔΝΤ

905.348.233

851.675.401

Καθαρές υποχρεώσεις από το υπόλ. target-2

87.088.090.137

49.036.062.655

Προβλέψεις επισφαλειών

2.385.419.686

1.953.462.075

Ίδια Κεφάλαια

815.444.326

805.307.786

* Στο Κεφάλαιο, τα αποθεματικά και τις προβλέψεις

** Από τη μεταβίβαση συναλλαγματικών διαθεσίμων

Πηγή: ΤτΕ, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Ξεκινώντας την περιληπτική μας αναφορά στον Ισολογισμό της ΤτΕ από το χρυσό, ο οποίος διαφυλάσσεται από την κεντρική (μας;) τράπεζα, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ανέρχεται στους 111,7 τόνους (πηγή: WP) – παρά το ότι η Ελλάδα πούλησε στα τέλη του 2003 περί τους 20 τόνους, στην τιμή των 300 $ την ουγγιά (σημερινή αξία περί τα 1.500 $ η ουγγιά). Βέβαια, ο χρυσός αποκλειστικής ιδιοκτησίας του Ελληνικού κράτους δεν μπορεί να είναι αυτός που εμφανίζεται στο ενεργητικό της ΤτΕ, αφού η τράπεζα δεν είναι κρατική.

Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι η Ελλάδα, με κριτήριο το ποσοστό χρυσού σε σχέση με τα συνολικά αποθέματα αξιών της, κατατάσσεται διεθνώς στην 2η θέση, μετά την Πορτογαλία (ενώ διαθέτει τα ίδια σχεδόν αποθέματα χρυσού, με την πολύ μεγαλύτερη της Τουρκία). Σε απόλυτα μεγέθη, είναι η 30η στην παγκόσμια κατάσταση – αν και ουσιαστικά η 27η μεταξύ κρατών, αφού στον κατάλογο συμπεριλαμβάνονται το ΔΝΤ (3ο), η ΕΚΤ (12η) και η BIS (28η). Πρόκειται λοιπόν για ένα ακόμη θετικό στοιχείο για τη χώρα μας, το οποίο επίσης συνηγορεί στο ότι πρόκειται για μία πολύ πλούσια χώρα, την οποία πρέπει να προστατεύσουμε από τη λεηλασία που επιχειρείται. 

Ο Πίνακας ΙII που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός, με πάρα πολλά χρήσιμα συμπεράσματα (όπως για παράδειγμα τα ελάχιστα αποθέματα της Κίνας, της Ιαπωνίας κοκ, σε σχέση με τις Η.Π.Α. ή με τη Γερμανία κλπ. – κάτι που σε περίπτωση «νομισματικού κραχ» θα ήταν σημαντικό, αφού οι χώρες που δεν διαθέτουν αξιόλογα αποθέματα χρυσού θα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση):

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙII: Αποθέματα χρυσού σε τόνους και ποσοστό του στα συνολικά συναλλαγματικά αποθέματα ορισμένων χωρών.

Χώρα

2000

2010

Μερίδιο σε %

 

 

 

 

Η.Π.Α.

8.137,9

8.133,5

72,1

Γερμανία

3.468,6

3.402,5

67,4

Ιταλία

2.451,8

2.451,8

66,2

Γαλλία

3.024,6

2.435,4

65,7

Κίνα

395,0

1.054,1

1,5

Ελβετία

2.419,4

1.040,1

15,1

Ιαπωνία

763,5

765,2

2,7

Ρωσία

384,4

726,0

5,7

Ινδία

357,8

557,7

7,4

Πορτογαλία

606,7

382,5

79,6

Μ. Βρετανία

487,5

310,3

15,6

Τουρκία

116,3

116,1

5,6

Ελλάδα

132,6

111,7

76,5

Πηγή: Wikipedia

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Πρόσφατα, όταν η Γερμανία ζήτησε με θράσος από την Πορτογαλία να πουλήσει το χρυσό της, πριν ακόμη λάβει το πακέτο ενίσχυσης των 80 δις €, η κεντρική τράπεζα της χώρας είπε ότι ακόμη και αν τον πουλούσε, τα χρήματα θα πήγαιναν σε έναν ειδικό αποθεματικό λογαριασμό, τον οποίο δεν μπορεί κανείς να αγγίξει (!)

 

Συνεχίζοντας στο θέμα μας, από τον Ισολογισμό διαπιστώνονται οι στενές σχέσεις της ΤτΕ με το ΔΝΤ, ενδεχόμενα δάνεια της προς τις Ελληνικές Τράπεζες (97,6 δις € δάνεια προς πιστωτικά ιδρύματα της Ευρωζώνης, τα οποία υποθέτουμε ότι δεν είναι ξένα – όχι τουλάχιστον στο σύνολο τους), τα τραπεζογραμμάτια που ευρίσκονται σε κυκλοφορία στην Ελλάδα (χαρτονομίσματα κλπ. αξίας περίπου 20 δις € – μία υπερδιπλάσια ποσότητα σε σχέση με το 2002), καθώς επίσης το θέμα του target-2, το οποίο προβληματίζει τη γερμανική κεντρική τράπεζα, έτσι όπως το έχουμε ήδη επισημάνει (άρθρο μας).  

Επίσης από τον ίδιο Ισολογισμό διαπιστώνουμε ότι, ο συγκεκριμένος λογαριασμός της ΕΚΤ είναι επιβαρυμένος με περίπου 87 δις €, έναντι 49 δις € το 2009. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως μάλλον έχουν δίκιο οι Γερμανοί οικονομολόγοι, σε σχέση με τα ενδεχόμενα προβλήματα της χώρας τους (Bundesbank).

Κλείνοντας, διαπιστώνουμε ότι η ΤτΕ αξιολογείται από το χρηματιστήριο μόλις στο τριπλάσιο των καθαρών κερδών της του 2010 (!) ή στο 70% περίπου των Ιδίων Κεφαλαίων της – γεγονός που πιθανόν σημαίνει ότι, οι πάσης φύσεως επενδυτές διαβλέπουν κίνδυνο «απομείωσης» των κεφαλαίων της ΤτΕ, της τάξης του 30%.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Είναι μάλλον προφανές ότι η χώρα μας θεωρείται ως μία επικίνδυνη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, τόσο της Ευρωζώνης όσο και της λοιπής «Δύσης», ενώ γίνονται πολλές προσπάθειες «απασφάλισης» της – γεγονός που πιθανολογούμε ότι είναι προς όφελος της διαπραγματευτικής μας ικανότητας, αρκεί η Πολιτική μας να χειρισθεί επιτέλους σωστά τα πλεονεκτήματα που διαθέτουμε. Παράλληλα, επιχειρείται η λεηλασία του δημοσίου πλούτου της πατρίδας μας, με τη βοήθεια της τεράστιας εμπειρίας των συνδίκων του διαβόλου.

Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε ότι θα πρέπει να πάψουν άμεσα οι εσωτερικοί εμφύλιοι πόλεμοι – ειδικά οι «επιθέσεις αποδόμησης» εναντίον των συνδικαλιστών των επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα της χώρας μας. Καλώς ή κακώς, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ο στρατός που απαιτείται για την προστασία ενός κράτους, το οποίο ευρίσκεται σε μία «οικονομικά» εμπόλεμη κατάσταση.

Όπως λοιπόν όλοι όσοι δεν συμπαθούν, ενδεχομένως εύλογα, τη στρατιωτική εξουσία, συμβιβάζονται μαζί της όταν απειλούνται τα σύνορα της χώρας τους, έτσι και αυτοί που είναι αντίθετοι με την ασυδοσία κάποιων συνδικαλιστών θα πρέπει να συμβιβαστούν, όταν απειλείται η οικονομική λεηλασία του δημοσίου πλούτου. Η αντιμετώπιση του εχθρού προέχει, ενώ μπορούν κάλλιστα να λυθούν αργότερα τα εσωτερικά μας προβλήματα – φυσικά από εμάς και όχι από τους ξένους.        

Υποθέτουμε βέβαια ότι, εάν αποτύχει το πρόγραμμα του ΔΝΤ στην Ελλάδα, όπως φαίνεται να συμβαίνει σήμερα (πόσο μάλλον εάν αντισταθούν οι Έλληνες στην απίστευτη εισβολή του), τα πράγματα θα αλλάξουν ραγδαία – εις βάρος των όποιων εντολέων του. Επομένως, έχουμε την άποψη ότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να το διακινδυνεύσει – ενώ θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, «θεμιτά και αθέμιτα», για να επιτύχει τον τελικό σκοπό του.

Πιθανότατα δε, οι πρόσφατες «φιλικές» διαπιστώσεις των γερμανικών ΜΜΕ, τα οποία φαίνεται πως κατάλαβαν τους κινδύνους της χώρας τους από την «Ελληνική βόμβα», να εντάσσονται σε μία ευρύτερη στρατηγική «απασφάλισης» – πόσο μάλλον όταν η «μερκαντιλίστρια» καγκελάριος της ηγετικής δύναμης της Ευρώπης (άρθρο μας), έχει τα δικά της μυστικά σχέδια για τη χώρα μας.    

Στα πλαίσια αυτά, η Ελλάδα οφείλει είτε να απαιτήσει έναν βιώσιμο διακανονισμό του δημοσίου χρέους της (ενδεχομένως με τον παράλληλο «συμψηφισμό» των γερμανικών αποζημιώσεων), χωρίς τον αποκλεισμό της από τις αγορές και τη λεηλασία του εθνικού πλούτου της, είτε να αποφασίσει την άμεση στάση πληρωμών – παραμένοντας φυσικά εντός της Ευρωζώνης, αφού κανένας δεν μπορεί να απαιτήσει την έξοδο της.

«Ανάπτυξη ή χρεοκοπία» λοιπόν – με την ανάπτυξη να απαιτεί αφενός μεν την εκδίωξη του ΔΝΤ, αφετέρου την έντιμη και εφικτή αποπληρωμή του συνολικού δημοσίου χρέους μας, σε 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις, με επιτόκιο ίσο με αυτό που δανείζονται οι τράπεζες (με το βασικό της ΕΚΤ). Παράλληλα, αντιμετώπιση του πολιτιστικού μας προβλήματος, το οποίο γιγαντώθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια, είναι πολύ πιο σημαντικό από το οικονομικό και οφείλει να καταπολεμηθεί από όλους μας, το συντομότερο δυνατόν.   

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 15. Μαΐου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει πρόσφατα το βιβλίο «Η κρίση των κρίσεων», το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένα οικονομικά άρθρα του 2009.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2348.aspx