Η χώρα καταρρέει!

Η χώρα καταρρέει! Πολιτικές εξελίξεις το Σεπτέμβρη!

ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ Ή ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥΣ;

 

Του Παναγιώτη Λαφαζάνη


 

Το ναυάγιο των επιλογών κυβέρνησης – αστικού πολιτικού κατεστημένου – τρόικας αφήνει πίσω του κυριολεκτικά συντρίμμια και ερείπια. Ένας "κατάμαυρος" Σεπτέμβρης και Φθινόπωρο ετοιμάζονται να διαδεχθούν ένα πολύ δύσκολο καλοκαίρι!

Το μεσοπρόθεσμο μνημονιακό πρόγραμμα ρημάζει τα πάντα. Η ύφεση έχει πάρει ιστορικά πρωτοφανείς εφιαλτικές διαστάσεις. Η ανεργία καλπάζει σε ουράνια ύψη! Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις βάζουν μαζικά λουκέτο! Εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες πνίγονται! Ο προϋπολογισμός παρά τα σκληρά μέτρα και εξαιτίας τους, για άλλη μια φορά έχει εκτροχιαστεί και βρίσκεται εκτός των επίσημων στόχων! Νέα επαχθή μέτρα, στο πλαίσιο ενός μακάβριου φαύλου κύκλου, προετοιμάζονται ενόψει ΔΕΘ!

Την ίδια ώρα ακόμα και αυτές οι απαράδεκτες αποφάσεις της έκτακτης συνόδου της 21ης Ιούλη βρίσκονται και αυτές στον αέρα, ενώ η μια μετά την άλλη οι "βόρειες" χώρες της ΕΕ ζητάνει εγγυήσεις για να συμμετάσχουν στο β΄χρηματοδοτικό πακέτο, προεξοφλώντας και επιβεβαιώνοντας, έτσι, την αποτυχία των μνημονιακών προγραμμάτων, την βέβαιη επικείμενη "κηδεμονευόμενη" χρεοκοπία της χώρας αλλά και την αποσύνθεση της ΕΕ!

Η Ελλάδα, έχει πλέον μετατραπεί κανονικά σε μια από τις χειρότερης μορφής "αποικίες" των κυρίαρχων της ΕΕ, πρώτα από όλα του Γερμανικού ιμπεριαλισμού και του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Πρώτη, ίσως, φορά μια κυβέρνηση και ένα ολόκληρο πολιτικό κατεστημένο έχουν μετατρέψει μια χώρα σε "μπανανία" και "προτεκτοράτο" του πλέον, ίσως, βρώμικου ιμπεριαλιστικού μπλοκ, παραδίνοντας την προς γενική λεηλασία, ληστεία και διάλυση.

Όπως έχει δείξει η πρόσφατη ιστορία σε ανάλογες ιστορικά δύσκολες και κρίσιμες ώρες, που πέρασε ο τόπος, το ελληνικό αστικό κατεστημένο, είτε συμμετείχε ενεργά στην παράδοση της χώρας και στον εξανδραποδισμό του λαού είτε λιποτακτούσε και έμενε άφωνος "παρατηρητής" και επομένως συμμέτοχος των εγκλημάτων!

Σε τέτοιες κρίσιμες ιστορικές ώρες σαν τη σημερινή, όπως σε άλλους χαλεπούς καιρούς, μόνο από την Αριστερά μπορεί να προκύψει μια μεγάλη εθνική και κοινωνική πρωτοβουλία διεξόδου, σωτηρίας, επιβίωσης και τελικά λύτρωσης και αναγέννησης της χώρας και του λαού.

Μπορεί η σημερινή Αριστερά και οι ηγεσίες της (αλλά και ο κόσμος της) να αναλάβουν μια νέα μεγάλη σωτήρια πρωτοβουλία;

Μπορεί ξανά η Αριστερά, όπως στην περίοδο '41 – '44, όπως, επίσης, και στη δικτατορία, να μπει μπροστά στις σημερινές διαφορετικές αλλά πολύ κρίσιμες στιγμές και με τις επιλογές της να ξανααναδειχθεί σε ηγεμονική εθνική και λαϊκή δύναμη, η οποία θα ανακόψει τον κατήφορο και θα ανοίξει ελπιδοφόρους δρόμους για τον τόπο;

Η σύγχρονη Αριστερά, κάτω από προϋποθέσεις, μπορεί!

Μπορεί, εφόσον όλες οι δυνάμεις της, με τη συμβολή και του κόσμου της Αριστεράς, αλλάξουν σε βάθος, τολμήσουν, επικαροποιήσουν και ριζοσπαστικοποιήσουν τις ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές τους.

Το πρώτο και κύριο που χρειάζεται η σύγχρονη Αριστερά είναι να εγκαταλείψουν εδώ και τώρα όλες οι δυνάμεις της τις λογικές είτε της περιχαράκωσης, της απομόνωσης και του "εμφυλίου πολέμου" είτε των επικοινωνιακών σχέσεων, των εξετάσεων, και της ομηρίας στο κατεστημένο και τα δόγματά του.

Αυτήν την ώρα η Αριστερά, μαζί με τη συμπαράταξή της και μέσα από αυτήν, οφείλει να αμφισβητήσει τις τρεις θεμελιώδεις συναινετικές επιλογές του αστικού κόσμου.

– Τη συναίνεση για την κανονική αποπληρωμή του κρατικού χρέους και τη φρούδα ελπίδα ότι μια "λύση" για το χρέος μπορεί να προκύψει μέσα από τα σπλάχνα του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού συστήματος της ΕΕ και της "παγκοσμιοποίησης". Η λύση για το χρέος μπορεί να προκύψει μόνο με το εργαλείο της διακοπής αποπληρωμής του!

– Τη συναίνεση γύρω από τα "ιερά και απαραβίαστα" του ευρώ και της ΕΕ, τα οποία συνιστούν τους σύγχρονους οδοστρωτήρες του χρηματιστικού κεφαλαίου.

– Τη συναίνεση ότι η Ελλάδα, ως μικρή χώρα, δεν αντέχει να ανοίξει μέτωπα με τους ισχυρούς, ενώ κάθε προσπάθεια διεξόδου από την κρίση σε εθνικό επίπεδο είναι καταδικασμένη, αν όχι αντιδραστική!

Μπορεί σήμερα η ελληνική Αριστερά, στις βασικές, τουλάχιστον, εκφάνσεις της, να κάνει αυτές, πέραν των πολλών άλλων, τις υπερβάσεις για μια νέα προοδευτική πορεία;

Αν η σημερινή Αριστερά δεν μπορέσει, τότε θα σαρωθεί από τις γρήγορες εξελίξεις αλλά το χειρότερο θα σαρωθεί ο τόπος και ο λαός από ακόμα πιο αντιδραστικές εκτροπές, στις οποίες θα κινδυνεύουν να παίρνουν μέρος πολλά από τα συντρίμμια των σημερινών αριστερών δυνάμεων!

ΠΑΝ. ΛΑΦΑΖΑΝΗΣ

 

ΠΗΓΗ: http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=4447:2011-08-20-18-00-37&catid=83:aristera&Itemid=200

Φαιδρότητα ψυχής

Φαιδρότητα ψυχής: 

ΔΕΚΑ απαντήσεις σε 10 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΝΔΥΛΗ*

Συνέντευξη του (+) Παναγιώτη Κονδύλη στον Marin Terpstra



* Τον Σεπτέμβριο του 1993 έγινε στο πανεπιστήμιο του Nijmegen (Ολλανδία) ένα συμπόσιο αφιερωμένο στο έργο του Π. Κ. Με την ευκαιρία αυτή ο Π. Κ. έδωσε την παρακάτω συνέντευξη στον Marin Terpstra, καθηγητή στο Nijmegen, όπου αναφέρεται σε κεντρικά σημεία της σκέψης του. Η συνέντευξη θα δημοσιευτεί προσεχώς τόσο στην Ολλανδία όσο και στη Γερμανία (Deutsche Zeitschrift für Philosophie, 42, 3 [1994, σ. 51-62]), καθώς και στο Βέλγιο (De uil van Minerva)
.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κύριε Κονδύλη, είσθε κατ' αρχήν συγγραφέας μερικών εκτεταμένων μελετών πάνω σε σημαντικές επόψεις της δυτικής ιστορίας των ιδεών και της δυτικής σκέψης. Γράψατε για φιλοσόφους και για τους στοχασμούς τους, και επιμεληθήκατε δύο ανθολογίες με κείμενα φιλοσόφων. Όμως έχετε γράψει και ένα συστηματικό έργο, που εκθέτει τις βασικές φιλοσοφικές σας θέσεις. Επί πλέον, προ παντός στα τελευταία χρόνια, πήρατε τον λόγο και σε πολιτικές συζητήσεις. Πώς θα χαρακτηρίζατε περισσότερο τον εαυτό σας: ως ιστορικό, ως φιλόσοφο ή ως πολιτικό στοχαστή; Κι αν μπορείτε να ταυτίσετε τον εαυτό σας
με καθέναν από τους τρεις αυτούς τύπους, πώς ξεπερνάτε τις αναπόφευκτες εντάσεις ανάμεσα σε τούτες τις επιστήμες;


ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το πώς χαρακτηρίζει κανείς τον εαυτό του ή το πώς χαρακτηρίζεται από τους άλλους είναι δευτερεύον και συχνά τυχαίο. Πάνω απ' όλα ενδιαφέρει το τι λέει και το αν έχει κάτι να πει. Στο πλαίσιο της επιστημονικής μου δραστηριότητας είμαι ένας παρατηρητής των ανθρωπίνων πραγμάτων, ένας αναλυτής της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Ωστόσο δεν επιθυμώ να κατανοήσω και να παρουσιάσω την ανθρώπινη συμπεριφορά από τη σκοπιά «της» φιλοσοφίας, «της» πολιτικής, «της» κοινωνιολογίας, ή «της» ιστορίας, αλλά ακριβώς το αντίστροφο: πρόθεση μου είναι να κάμω πρόδηλη την ενότητα των βασικών της δομών και την εσώτερη λογική της εκδίπλωσής της στους τομείς της φιλοσοφικής, πολιτικής, κοινωνικής και ιστορικής πράξης. Όταν οι άνθρωποι δραστηριοποιούνται φιλοσοφικά δεν συμπεριφέρονται διαφορετικά απ' ό,τι όταν ενεργούν πολιτικά και κοινωνικά. Τι κάνουν δηλαδή; Λαμβάνουν μία θέση, η οποία συμφωνεί με τις θέσεις μερικών ανθρώπων και συνάμα στρέφεται εναντίον άλλων δεν υπάρχει, άλλωστε, λόγος για να υιοθετήσει ή να πρωτοδιατυπώσει κάποιος μια θέση, αν δεν θεωρεί ορισμένες άλλες ως εσφαλμένες ή βλαβερές. Απ' αυτό καταλαβαίνουμε γιατί ποτέ δεν πρόκειται να εκπληρωθεί το όνειρο ή η αξίωση ισχύος των (πλείστων) φιλοσόφων, οι οποίοι πιστεύουν ότι «η» φιλοσοφία, ως προνομιούχα δραστηριότητα sui generis, θα μπορούσε να δείξει στον υπόλοιπο κόσμο την οδό της αρμονίας. Η δομή της φιλοσοφικής πράξης υπερφαλαγγίζει τις φιλοδοξίες όσων πράττουν ως φιλόσοφοι. Παρά τις διαβεβαιώσεις εκείνων, οι οποίοι επιδιώκουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο της ερμηνείας και εγείρουν τη φωνή τους στο όνομα «της» φιλοσοφίας, δεν υπήρξε ίσαμε σήμερα ενιαία φιλοσοφία• ήδη γι' αυτόν τον λόγο δεν τίθεται ζήτημα πραγμάτωσης «της» φιλοσοφίας —και κάτι τέτοιο πρέπει να αναμένεται τόσο λιγότερο, όσο περισσότερο οι φιλοσοφικές θεωρίες εμφανίζονται ως κανονιστικές επιταγές. Το ίδιο πεπρωμένο θα έχουν και πολιτικές ή κοινωνικές θεωρίες, οι οποίες καθοδηγούνται από κανονιστικές αντιλήψεις και επιθυμίες.

Αν απεναντίας ξεκόψει κανείς απ' αυτές τις τελευταίες και διαπιστώσει τον ενιαίο χαρακτήρα της ανθρώπινης πράξης με την. παραπάνω έννοια, τότε μπορεί να χρησιμοποιήσει μιαν ενιαία εννοιολογία και να διαρρήξει τα όρια μεταξύ των επιστημών, θεωρώντας τες κατά κάποιο τρόπο όλες μαζί εκ των έξω. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται οι ίδιοι τεχνικοί όροι ανεξάρτητα από τον ιδιαίτερο τομέα, τον οποίο πραγματεύεσαι εκάστοτε. Επίσης δεν επιτρέπεται να αναμιγνύονται κατά βούληση και αρέσκεια τα πάντα με τα πάντα' ο μεταμοντέρνος χυλός είναι ευκολοχώνευτος, όμως δεν αποτελεί θρεπτική τροφή. Όταν περιγράφουμε την εκάστοτε συμπεριφορά, αναζητούμε και διερμηνεύουμε — για να μιλήσουμε με τον Max Weber — το νόημα που συνδέει μαζί της το αντίστοιχο υποκείμενο, και ακριβώς αυτό το νόημα αρθρώνεται σε έννοιες, προ παντός όταν πρόκειται για πράξη σε μορφή θεωρίας. Κινούμαστε έτσι ταυτόχρονα πάνω σε δύο επίπεδα, όμως αυτό δεν γεννά αναγκαστικά κάποιον φαύλο κύκλο. Ποιες έννοιες πρέπει, τώρα, να χρησιμοποιηθούν στο περιγραφικό μεταεπίπεδο; Τούτο αποτελεί για μένα καθαρά ζήτημα τεχνικής σκοπιμότητας. Τις περίπλοκες ορολογίες, που μοιάζουν με κινέζικα, τις έχω σε μικρή υπόληψη' όμως, από την άλλη μεριά, ακριβώς αν κάποιος επισκοπεί κάμποσες επιστήμες ταυτόχρονα και εργάζεται στον ιδιαίτερο τομέα τους, έχει την υποχρέωση να είναι καλά εξοικειωμένος με το ειδικό τους λεξιλόγιο• η λογιστική της σύγχρονης διεξαγωγής πολέμου δεν περιγράφεται με τα εννοιολογικά εργαλεία της εγελιανής Λογικής, μολονότι αυτή έχει αξιώσεις καθολικότητας. Οι κεντρικές έννοιες του περιγραφικού μεταεπιπέδου, τις οποίες, έχω αναλύσει στο βιβλίο μου Ισχύς και Απόφαση, κατά κανόνα είναι τέτοιες, ώστε συνηθίζονται λίγο-πολύ σ' όλες τις sciences humaines και ευτυχώς δεν έχουν χάσει την επαφή τους με τη ζωντανή γλωσσική χρήση. Βεβαίως, το περιγραφικό τους νόημα πρέπει να εξηγηθεί ιδιαίτερα, εφ' όσον μάλιστα, εξ αιτίας της προϊστορίας τους, έχουν ηθική-κανονιστική φόρτιση.

Μια τελευταία παρατήρηση: όποιος αντιλαμβάνεται τις θεωρίες ως μορφές συμπεριφοράς δικαιούται πολύ λιγότερο από άλλους να λησμονεί τον τεχνητό-πλασματικό χαρακτήρα των εννοιών και των νοητικών κατασκευών. Ως άνθρωπος ωστόσο, δηλαδή ως πεπερασμένος νους, δεν μπορεί να τον ξεπεράσει ολότελα, το ίδιο όπως και δεν .μπορεί να πηδήξει πάνω από τον ήσκιο του. Το μόνο που βοηθεί εδώ είναι η πάντοτε άγρυπνη συνείδηση, της πλασματικότητας, η αυστηρή διάκριση και η κατά το δυνατόν εναργής αντιδιαστολή του επιπέδου της ανάλυσης από το επίπεδο των πραγματικών διαδικασιών. Φυσικά, γι' αυτά τα πράγματα δεν υπάρχουν συνταγές και μεθοδολογικές οδηγίες, που θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν και να γίνουν κοινό κτήμα ανεξάρτητα από την ατομική ποιότητα, δηλ. την παιδεία, την εναισθητική ικανότητα και τον πλούτο συνειρμών του κάθε ερευνητή. Μέτρο της επιτυχίας παραμένει το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα μετριέται με την απάντηση στο ερώτημα: πόσα και πόσο σημαντικά εμπειρικά φαινόμενα, πόση ζωντανή ιστορία κατάφερα να κάμω μ' αυτόν τον τρόπο πιο κατανοητή; Το ερώτημα τούτο μπορεί να ηχεί αφελές στα άκρως εκλεπτυσμένα αυτιά των σύγχρονων επιστημολόγων και μεθοδολόγων, όμως εγώ θα επιθυμούσα να κρατηθώ σε ερωτήματα αφελή και στοιχειώδη.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τα μάλλον ιστορικά κύρια έργα σας πραγματεύονται μερικά μεγάλα φαινόμενα της σκέψης μέσα στην ιστορία της: τη γένεση της διαλεκτικής, το φαινόμενο του Διαφωτισμού και του συντηρητισμού, την εξέλιξη της κριτικής της μεταφυσικής στην πορεία των αιώνων. Τι σας ώθησε να ερευνήσετε αυτά ειδικά τα φαινόμενα; Διαφαίνεται κάποια συνάφεια μεταξύ τους;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Τα ιστορικά μου έργα περιέχουν μια θεωρία των ευρωπαϊκών Νέων Χρόνων. Αποτελούν εκάστοτε αναλύσεις βασικών πνευματικών και κοινωνικοπολιτικών απόψεων της εκπληκτικής αυτής εξέλιξης, η οποία εκβάλλει στη σημερινή πλανητική μας ιστορία. Στις εργασίες μου για την παρακμή του αστικού πολιτισμού και για την πλανητική πολιτική μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού υπεισήλθα λεπτομερέστερα στο πλαίσιο της κοινωνικής ιστορίας, μέσα στο οποίο θα πρέπει να τοποθετηθούν οι προγενέστερες αναλύσεις μου πάνω στην ιστορία των ιδεών, και ανέφερα τους λόγους που επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι οι ευρωπαϊκοί Νέοι Χρόνοι, ως ιστορική εποχή με ειδοποιά γνωρίσματα, τελείωσαν, μολονότι οι βαθύρριζες πνευματικές μας έξεις δεν θέλουν να το αντιληφθούν αυτό. Αλλά τούτο αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα. Για ν' απαντήσω στο ερώτημα σας, προσθέτω ότι ένα βασικό μου μέλημα στα ιστορικά μου έργα είναι να τεκμηριώσω χειροπιαστά την ερμηνευτική γονιμότητα της γενικής μου θεώρησης των ανθρωπίνων πραγμάτων. Αν μια ορισμένη θεώρηση καταφέρνει να υπαγάγει σ' έναν κοινό παρονομαστή και να συλλάβει με ενιαίο τρόπο θέματα και φαινόμενα που από πρώτη όψη απέχουν πολύ μεταξύ τους, τότε προφανώς έχει πολλά πλεονεκτήματα. Μια μεθοδολογικά προσανατολισμένη σύγκριση έργων όπως Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Συντηρητισμός ή Θεωρία του Πολέμου θα έδειχνε, πιστεύω, στον προσεκτικό αναγνώστη πώς επιχειρώ τη διάρρηξη των ορίων μεταξύ των επιστημών, για την οποία μίλησα προηγουμένως. Εδώ βέβαια δεν πρόκειται μονάχα, και αφηρημένα, για την «ορθή μέθοδο»• το ουσιαστικό σημείο είναι οι εμπράγματες θέσεις που στέκουν πίσω από τη μέθοδο και που μόνον αυτές την καθιστούν γόνιμη. Η κάποτε αποθαρρυντική για τον αναγνώστη έκταση και διεξοδικότητα των ιστορικών μου έργων οφείλεται στην επιδίωξη μου να καταδείξω τη γονιμότητα της μεθοδολογικής προσέγγισης φωτίζοντας ολότητες. Μονάχα όπου ένα όλο ερμηνεύεται δίχως κενά μπορεί κανείς να έχει ως έναν βαθμό πεισθεί για τη βασιμότητα και τη νηφαλιότητα της ερμηνείας, ενώ οι προκαταλήψεις, είτε συνάπτονται με κανονιστικά ζητήματα είτε αναφέρονται σε ζητήματα περιεχομένου, κατά κανόνα συμβαδίζουν με την επιλεκτική διαπραγμάτευση του υλικού. Αυτό συνεπάγεται ότι μια ενδεχόμενη ανασκευή των πορισμάτων μου νομιμοποιείται μονάχα πάνω στη βάση τουλάχιστον εξ ίσου εκτεταμένων αναλύσεων του υλικού.

Μια λέξη για την εργασία μου πάνω στη γένεση της εγελιανής διαλεκτικής, την οποία αναφέρατε. Εδώ αρχικά προείχε το ενδιαφέρον μου να φωτίσω την προϊστορία του μαρξισμού και των κοσμοθεωρητικών προϋποθέσεων της μαρξιστικής φιλοσοφίας της ιστορίας. Η θετική και αρνητική αντιπαράθεση με τον μαρξισμό στο επίπεδο της θεωρίας και με το κομμουνιστικό κίνημα στο επίπεδο της πολιτικής πράξης υπήρξε κεντρική εμπειρία στην πνευματική και προσωπική μου ζωή. Όποιος έχει παρόμοιες εμπειρίες θα βρει εύκολα τα ίχνη της αντιπαράθεσης αυτής μέσα στα κείμενα μου.

 

Η συνέχεια της συνέντευξης και φυσικά οι 8 επόμενες ερωτο-απαντήσεις στις σελίδες στο Μανιτάρι του Βουνού με ένα απλό κλικ… εδώ.

Το μεγάλο καλοκαίρι συνεχίζεται

Το μεγάλο καλοκαίρι της Ελληνικής Αντίστασης συνεχίζεται

Ενωμένοι στους δρόμους ξανά από τις 3 του Σεπτέμβρη

 

Του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη*

 

«Ήρθανε χρόνοι δίσεχτοι και μήνες οργισμένοι»

(Δημοτικό τραγούδι)

 

Αυτά που ζει η Αθήνα τούτο το καυτό καλοκαίρι τα έχει ξαναζήσει μόνο σε πολύ κρίσιμες στιγμές της ιστορίας μας. Μετά τις 29 Ιουνίου η Ελλάδα έχει παραδοθεί σε ξένη κατοχή και ολοκληρωτική διάλυση με τον ίδιο τρόπο που το ’41 παραδόθηκε στις στρατιές των Ναζί.

 

Οι 155 εντολοδόχοι του ΔΝΤ, που υπερψήφισαν το «μεσοπρόθεσμο», είναι υπόλογοι απέναντι στην ιστορία γιατί μας επέβαλαν να γίνουμε ζητιάνοι και δούλοι μέσα στην ίδια την χώρα μας, την οποία οι διεθνείς τοκογλύφοι αντιμετωπίζουν σαν υποθηκευμένο οικόπεδο. Αυτοί που εκτελούν την γενοκτονία των Ελλήνων γνωρίζουν ότι το «πείραμα» δεν θα πετύχει εάν δεν μας μετατρέψουν σε εξαθλιωμένους υπανθρώπους. Οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι της πρωτοφανούς απελπισίας που έχει κυριεύσει τον ελληνικό λαό καθώς ακούγονται καθημερινά προβλέψεις και σενάρια, το ένα φρικαλεότερο από το άλλο.

Ο ίδιος ο Άλεξ Βέμπερ, πρώην πρόεδρος της Bundesbank, εκτιμά ότι η Ελλάδα θα βολοδέρνει μέσα σε έναν οικονομικό, κοινωνικό και γεωπολιτικό εφιάλτη τουλάχιστον για τριάντα χρόνια, τρεις δηλαδή δεκαετίες, που σημαίνει μια ολόκληρη γενηά χαμένη.

Η υπάρχουσα πολιτική τάξη γνωρίζει ότι δεν διαθέτει πλέον καμμία νομιμοποίηση από την κοινωνία, γι’ αυτό διατάσσει κυνικά τους πραιτωριανούς της να καταστέλλουν δολοφονικά τον εξεγερμένο λαό, τη νεολαία, τους συνταξιούχους, ανυπεράσπιστους άνδρες και γυναίκες. Η μαζική άρνηση των αντιστασιακών να συμμετάσχουν στην καθιερωμένη φιέστα για την πτώση της χούντας, στις 24 Ιουλίου, σηματοδοτεί την κατάντια των θεσμών και το έκνομο της πολιτικής κατάστασης σήμερα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο αγώνας των Ελλήνων για ψωμί, παιδεία, ελευθερία και δημοκρατία είναι μονόδρομος, όπως έχει ξανασυμβεί στην ιστορία μας.

Για άλλη μια φορά, η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον της Ευρώπης αφού, παλεύοντας σήμερα για την πατρίδα μας, παλεύουμε και για τις πατρίδες όλων των λαών της Ευρώπης, όλων των λαών του κόσμου που έχουν γίνει τα πειραματόζωα των Επικυρίαρχων.

Με την επιχείρηση αυτή, να παραδοθεί η χώρα στους ιδιώτες κερδοσκόπους, το μεταπολιτευτικό πολιτικό καθεστώς της χώρας καταρρέει, αυτοκτονεί, θυσιάζεται ολόκληρο για τα ξένα συμφέροντα. Το είδαμε στην πορεία αυτών των μηνών και αυτό θα συνεχιστεί γιατί είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Μπορεί αυτά τα οικονομικά συμφέροντα να είναι τεράστια και να φαίνονται πανίσχυρα, αλλά σύντομα θα μείνουν γυμνά από πολιτική νομιμοποίηση στα μάτια των περισσότερων Ελλήνων. Οι μέρες της πολιτικής κυριαρχίας τους μέσα από την μάσκα της «δημοκρατικής νομιμότητας» έχουν τελειώσει ανεπιστρεπτί και θα φανεί και στους πιο δύσπιστους ότι καμμιά συνιστώσα του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί τα κυρίαρχα συμφέροντα του ελληνικού λαού.

Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της πατρίδας μας μετά το τέλος της γερμανικής κατοχής, που όλο το παραδοσιακό πολιτικό δυναμικό είναι εχθρικό ή ανίκανο να προστατεύσει τα συμφέροντα του λαού και της χώρας.

Ο λαός, αντιδρώντας ενστικτωδώς, άρχισε λοιπόν να αποδεσμεύεται από τις καθεστωτικές δυνάμεις που καταστρέφουν την Ελλάδα και έκανε το πρώτο βήμα μέσα σ’ ένα κύμα οργής και αγανάκτησης.

Στις 29 Ιουνίου, τα κόμματα της άτυπης, αλλά ουσιαστικής, συγκυβέρνησης, ΠΑΣΟΚ-ΛΑΟΣ-ΔΗΣΥ, παρέδωσαν την χώρα στα χέρια των οικονομικών εκτελεστών της και τα αντίστοιχα της αντιπολίτευσης, όλα τα αριστερά και δεξιά θλιβερά απομεινάρια ενός πολιτικού κόσμου που σαπίζει πνίγοντάς μας στα απόβλητά του, εγκατέλειψαν απροστάτευτο τον λαό στην φασιστική κατασταλτική βία των πραιτωριανών.

Θα γραφτεί στις πιο μαύρες σελίδες της ελληνικής ιστορίας (όπως την βραδιά του Πολυτεχνείου) η παντελής απουσία των «ταγών» αυτής της χώρας από το Σύνταγμα όταν νεαρά παιδιά, που τα είπαν για άλλη μια φορά «αλήτες», και αγανακτισμένοι πολίτες υπεράσπιζαν άοπλοι την τιμή και το μέλλον αυτής της πατρίδας, κάτω από καταιγισμό βομβών κρότου-λάμψης, δακρυγόνων και καρκινογόνων χημικών απαγορευμένων από διεθνείς συνθήκες, κάτι που έκανε και τους πιο έμπειρους ανταποκριτές να μιλούν για «την πρωτοφανή πολεμική κατάσταση» που ζούσαμε όλοι.

Πού ήταν οι βουλευτές της αντιπολίτευσης, οι οποίοι έπρεπε να είναι δίπλα στον μαχόμενο λαό; Οι προσωπικότητες της αριστεράς; Οι ακαδημαϊκοί, οι αναγνωρισμένες πνευματικές «περσόνες» που ξημεροβραδιάζονται στα κανάλια, οι επιστημονικοί σύλλογοι, οι μητροπολίτες, ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος;

Χάθηκε μια ιδιαίτερη ευκαιρία να συντελεσθεί η μεγάλη πολιτική ανατροπή, να δικαιωθεί ο ανυπέρβλητος αγώνας ενός ολόκληρου λαού για τόσες εβδομάδες, να σωθεί η χώρα, να ανοίξει ο δρόμος για μεγάλες αλλαγές σε όλη την Ευρώπη, γιατί ο λαός προδόθηκε από όλους και αφέθηκε γυμνός σε μια άνιση μάχη απέναντι σε θωρακισμένους ματατζήδες.

Αυτό έγινε, όχι γιατί δεν πέταξαν τις ασπίδες τα ΜΑΤ, όπως φώναζαν ευρηματικά οι νέοι της πάνω πλατείας επί μέρες, αλλά γιατί «πέταξαν την ασπίδα» και δεν προστάτεψαν τους πολίτες το ΚΚΕ, ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, η ΝΔ, η Αλέκα, ο Αλέξης και ο Αντώνης, η ΓΣΕΕ, το ΠΑΜΕ και η ΑΔΕΔΥ. Η αριστερά, η οποία στηριζόταν κάποτε στο πνεύμα της εαμικής αντίστασης και στην συνέχεια οικειοποιήθηκε το φωτοστέφανο του Πολυτεχνείου, έπεσε από το εθνικό βάθρο της όταν, μετά την ένταξη στην ΕΟΚ, παραδόθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στην λογική των «πακέτων» και της παγκοσμιοποίησης.

Με λειψό ιδεολογικό οπλοστάσιο στην φαρέτρα της απέναντι στις δυσοίωνες πλευρές της νεωτερικότητας και μέτριες πολιτικές προσωπικότητες στις τάξεις της, στάθηκε μακριά, αν όχι απέναντι, στις ανάγκες και τα προβλήματα του ελληνικού λαού σε θεμελιώδη ζητήματα: το ξέσπασμα της μαζικής μετανάστευσης, την «τρομοκρατία», την αγωνία για την εθνική υπόσταση, τον φονταμενταλισμό κλπ. Αν η αριστερά σήμερα δεν έχει καταλάβει ακόμα ότι έχει γίνει πραξικόπημα, δεν υπάρχει δημοκρατία και κοινοβούλιο, μόνο τύποις, και ότι μια απάνθρωπη και παράνομη εξουσία δυναστεύει τον τόπο, τότε δεν χρειάζεται να υπάρχει. Ας ολοκληρωθεί με κάθε τυπικό η επίσημη ταφή της.

Η αυτόνομη εκδήλωση της δίκαιης οργής του λαϊκού κόσμου για τα μνημόνια και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας από την κοινοβουλευτική συμμορία των 155 είναι πολύ επικίνδυνη για το καθεστώς. Έπρεπε συνεπώς το κίνημα της αγανάκτησης να στιγματιστεί ως φορέας ακραίων πολιτικών συμπεριφορών, αν όχι ως προϊόν προβοκάτσιας. Γι’ αυτό τον λόγο το σενάριο της προβοκάτσιας προβλήθηκε αποκλειστικά και συνεχώς από όλα τα κανάλια με στόχο κυρίως το κομματικά ανεξέλεγκτο τμήμα της λαϊκής οργής.

Τόσο οι μεταξύ  των διαφόρων κουκουλοφόρων και των άλλων δορυφόρων τους πραγματικές ή εικονικές συγκρούσεις, όσο και η «εκ των πραγμάτων» συνεργασία τους στη δημιουργία βίαιων επεισοδίων «κατά του καθεστώτος και της αστυνομίας του», έδωσαν λοιπόν το απαραίτητο πρόσχημα και κυρίως, την ακόμα πιο απαραίτητη εκ των υστέρων νομιμοποίηση στην άγρια καταστολή του λαϊκού κινήματος μέσω της ασύδοτης ρίψης χημικών από τις δυνάμεις των ΜΑΤ.

Τα κατοχικά επιτελεία, ντόπια και ξένα, φοβούνται την ανεξέλεγκτη, πλέον, λαϊκή αγανάκτηση και επιστρατεύουν όλα τα όπλα και τεχνάσματά τους για να την δυσφημίσουν και να την αποτρέψουν.

Είναι άμεση ανάγκη, λοιπόν, να διακρίνουμε την πραγματική πολιτική προβοκάτσια στις σημερινές συνθήκες από την αυθόρμητη, δικαιολογημένη, λαϊκή οργή.

Μέσα σ’ αυτό το έκτρωμα, όλοι όσοι πολέμησαν ηρωϊκά με υπέρτερες δυνάμεις σε μια Αθήνα αλαφιασμένη, γκρίζα από τις φωτιές, πνιγμένη από τα χημικά, συνειδητοποίησαν πολύ καλά ένα πράγμα: Είμαστε μόνοι και μόνοι μας θα σωθούμε από το τρομερό κακό που αντιμετωπίζουμε. Μετά από τις τελευταίες δραματικές εξελίξεις, η επιβίωση της χώρας και του λαού έχουν περάσει στα χέρια της ίδιας της κοινωνίας και του αυτο-οργανωμένου λαϊκού κινήματος.

Είναι δεδομένο ότι αυτές οι αδίστακτες εχθρικές δυνάμεις που έχουμε απέναντί μας δεν θα λυγίσουν μόνο και μόνο από την άρνηση του ελληνικού λαού να αποδεχθεί τα τετελεσμένα και δεν θα παραιτηθούν χωρίς σύγκρουση. Έσπασαν το μνημόνιο σε Μνημόνιο 1 και Μνημόνιο 2, πέρασαν μια Δανειακή Σύμβαση που ουσιαστικά είναι άκυρη και τώρα με το «μεσοπρόθεσμο» θέλουν την πραγματική περιουσία, τον δημόσιο πλούτο.

Η ξαφνική άσκηση «καταστολής ταραχών σε κατοικημένες περιοχές» ελληνικών και αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, που έγινε στις αρχές Ιουνίου στο Δροσάτο του Κιλκίς, συνδέεται άμεσα με το Σύνταγμα που «έβραζε» εκείνες τις μέρες.

Αλλά και από κυβερνητικά χείλη έχει αρχίσει να καλλιεργείται συστηματικά ο φόβος των τανκς. Πέρα από καθεστωτικούς διανοούμενους, δημοσιογραφικά παπαγαλάκια και στελέχη όπως ο Πάγκαλος, ο ίδιος ο πρωθυπουργός στην σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών μίλησε για «πραξικόπημα». Παράλληλα και ταυτόχρονα, ξένες μυστικές υπηρεσίες κάνουν αναφορά σε «κίνδυνο πραξικοπήματος στην Ελλάδα λόγω της οικονομικής κατάστασης και της απαξίωσης των θεσμών»!

Πολλοί εκτιμούν ότι η Ελλάδα θα αποτελέσει το πεδίο δοκιμής και πιο ακραίων κατασταλτικών σχεδίων, καθώς η EUROGENDFOR, που έχει την έδρα της στην Ιταλία, είναι έτοιμη να ξεκινήσει για την Ελλάδα όπου θα έχει την πρώτη της μεγάλη επέμβαση ενάντια σε λαό της Ε.Ε.

Το καθεστώς ωθεί, με την αγριότητα των μεθόδων που χρησιμοποιεί, πολλούς απελπισμένους και εξαγριωμένους πολίτες στην βίαιη αντίδραση, ακόμα και στην ένοπλη εξέγερση, ώστε να εξουδετερωθεί η αστυνομία και η κυβέρνηση να αποκτήσει το απαραίτητο πρόσχημα και κυρίως, την ακόμα πιο απαραίτητη εκ των υστέρων νομιμοποίηση στην άγρια καταστολή του λαϊκού κινήματος με την χρήση στρατιωτικών δυνάμεων.

Είναι σίγουρο ότι οι ευρωκράτες, το ΝΑΤΟ, οι τραπεζίτες και όλα τα κέντρα εξουσίας της άτυπης «παγκόσμιας διακυβέρνησης» έχουν συνυπολογίσει την περίπτωση που ο ελληνικός στρατός θα αρνηθεί να πολεμήσει ενάντια στον ίδιο τον λαό, ή, το χειρότερο γι’ αυτούς, τι θα συμβεί εάν σώματα του στρατού ενωθούν με ένοπλα τμήματα του λαού. Όλα αυτά τα ενδεχόμενα είναι ορατά για τις ζοφερές εποχές που έρχονται και θα πρέπει και το λαϊκό κίνημα να τα λάβει εγκαίρως υπ’ όψιν του.

Το μεγαλύτερο μέρος της κινδυνολογικής προπαγάνδας που αναμεταδίδουν καθημερινά τα παπαγαλάκια των χουντοκάναλων αφορά την περίπτωση η χώρα να αρνηθεί το επαχθές χρέος, όπως ζητούν οι αγανακτισμένοι στις πλατείες. Αυτό είναι ό,τι χειρότερο για τους τραπεζίτες, τους τοκογλύφους και τους δανειστές, αλλά όχι για τους λαούς σε ανάλογες περιπτώσεις, όπως αυτή του Ισημερινού που είναι αρκετά γνωστή.

Οι εκλογές, που πιθανότατα θα γίνουν έως τον Οκτώβριο, με το υπάρχον Σύνταγμα και σύστημα, ή, ακόμα χειρότερα, ένα δημοψήφισμα που δεν θα θέτει ξεκάθαρα το ΟΧΙ στα Μνημόνια, θα είναι κατά πάσα πιθανότητα ατελέσφορες, δεν θα δώσουν την επιθυμητή λύση. Η αξιοποίηση των εκλογών μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες προϋποθέτει τοπικές κοινωνίες επαρκώς αφυπνισμένες και συντονισμένες για να στηρίξουν το εγχείρημα αλλά και κεντρικό μηχανισμό ικανό να οργανώσει μια τέτοια συλλογική προσπάθεια. Κάτι που δεν φαίνεται εφικτό τους επόμενους μήνες για το κίνημα των πλατειών και τις σοβαρές συλλογικότητες που θα επιχειρήσουν να το εκφράσουν.

Το υπάρχον πολιτικό σύστημα ξέρει πολλά βρώμικα κόλπα για να υποκλέψει ξανά την ψήφο και των αγανακτισμένων ακόμα που το μουντζώνουν έξω από την Βουλή: κομματικά μορφώματα, καθεστωτικά αναχώματα και προβεβλημένες προσωπικότητες θα στρατευθούν για να παίξουν αυτό το παιχνίδι. Έχουν ακόμα περιθώρια και μέσα για καθεστωτικές παγίδες, πολιτικές μαριονέττες και ψυχολογικό αποπροσανατολισμό. Το πρώτο βήμα έγινε με την επιστράτευση ολόκληρου του κομματικού μηχανισμού του ΠΑΣΟΚ και την ουσιαστική πρωθυπουργοποίηση Βενιζέλου.

Όμως, το μεσοπρόθεσμο και οποιαδήποτε νέα φοροεπιδρομή μαθηματικά θα αποτύχουν, όπως και το μνημόνιο. Το κατοχικό καθεστώς δεν θα αντέξει για πολύ απέναντι στην λαϊκή οργή, όσο κι αν προσφύγει στην ολοκληρωτική βία ή επιχειρήσει να διασωθεί με εκλογικά παιχνίδια και πλαστά διλήμματα.

Όλα αυτά θα έχουν ημερομηνία λήξης μόλις το λαϊκό κίνημα οργανωθεί σωστά και εφ’ όσον δεν κουραστεί πρόωρα επιδιώκοντας λάθος στόχους.

Ο λαός μπορεί με την μαχητική παρουσία του να αποκρούσει την εναντίον του επίθεση από την κοινοβουλευτική ολιγαρχία, τους Επικυρίαρχους και τους διεθνείς τοκογλύφους και να οικοδομήσει ένα μεγάλο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο για την αναγέννηση της χώρας, την τιμωρία των ενόχων, την άρνηση του χρέους και την κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και εθνικής ανεξαρτησίας.

Τα όσα σημαντικά έγιναν τον Ιούνιο, μπορεί ν' άφησαν ένα αίσθημα ανεκπλήρωτου στους περισσότερους αλλά ήταν η αρχή ενός μεγάλου δρόμου για την απελευθέρωση ξανά της χώρας και έδωσαν την δυνατότητα για να οικοδομηθούν σταθερά θεμέλια για ό,τι θα επακολουθήσει.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν πρόκειται να κάνουμε πίσω, αλλά συνεχίζουμε ακάθεκτοι και ενωμένοι με ένα κεντρικό σύνθημα: ΠΑΡΤΕ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΙ ΦΥΓΕΤΕ ΑΠΟ ΕΔΩ. Η πτώση αυτής της ξενόδουλης κυβέρνησης πρέπει να γίνει ο κεντρικός στόχος και το ενιαίο πολιτικό αίτημα του κινήματος τις ημέρες που έρχονται. Αν ο λαός καταφέρει να ρίξει τους σημερινούς δοσίλογους, το κατοχικό σύστημα θα βγει τραυματισμένο βαριά και, πέρα από τις οποιεσδήποτε στημένες μετεκλογικές «λύσεις» που θα έρθουν , θα είναι ετοιμόρροπο, ενώ το λαϊκό κίνημα θα έχει περισσότερα όπλα στα χέρια του για την τελική έφοδο.

Είναι φανερό ότι, όσο προχωράει η κατοχή, θα σχηματιστούν 2 σαφή μέτωπα. Το μικρόψυχο στρατόπεδο των καθεστωτικών και των δοσιλόγων, και ένα πλατύ λαϊκό εθνικό απελευθερωτικό μέτωπο. Αυτό ακριβώς είναι το σημερινό κυρίαρχο εθνικό, πατριωτικό και συνάμα ταξικό καθήκον όλου του ελληνικού λαού και αυτό καλούνται να υλοποιήσουν όλες οι αντιστασιακές συλλογικότητες! Και αυτό είναι ένα δύσκολο χρέος γιατί η ελληνική κοινωνία μόλις ξύπνησε από μια περίοδο μακράς πολιτικής και πολιτιστικής παρακμής.

Έτσι, ο λαός μας οδηγείται αναγκαστικά σε μια αντίδραση, μια αλληλεγγύη και αυτοθυσία που ανάλογη είδε η πατρίδα μας το 1940… και το 1821. Και μάλιστα για να επιβιώσουμε τώρα, πρέπει να ξεπεράσουμε τις τότε αδυναμίες και να ολοκληρώσουμε το 1821 για μια Ελλάδα εθνικά ανεξάρτητη και κυρίαρχη, με λαϊκή εξουσία, πραγματική δημοκρατία, χωρίς κομματοκρατία, «ανήκομεν εις την Δύση» ή στην «νεο-οθωμανική Ανατολή», χωρίς πάτρονες, χρέη, ΔΝΤ, επιτηρητές και Μνημόνια.

 

* Hellenic Nexus, τ.55, Αύγουστος 2011

ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΙΙΙ

       ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ:

Η επιστροφή στον κανόνα του χρυσού φαίνεται να είναι μία από τις λύσεις για την καταπολέμηση των μανιοκαταθλιπτικών αγορών, της υπερχρέωσης, των κρίσεων, του υπερπληθωρισμού και της δικτατορίας των τραπεζών – κυρίως όμως, για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης

Ανάλυση και ιστορική αναδρομή – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΧΡΥΣΟΥ

Ο σκοπός των εθνικών αποθεμάτων χρυσού, αυτών δηλαδή που διατηρεί μία χώρα στα δικά της ή ξένα θησαυροφυλάκια, ήταν στο παρελθόν το αντίκρισμα απέναντι στα χαρτονομίσματα και στα κέρματα που έθετε σε κυκλοφορία (κανόνας του χρυσού). Σήμερα όμως, τα εθνικά αποθέματα χρυσού χρησιμοποιούνται αφενός μεν σαν ρεζέρβα για εποχές κρίσης, αφετέρου για την εξισορρόπηση του ρίσκου των διακυμάνσεων του δολαρίου.

Ακριβώς για το δεύτερο αυτό λόγο, η τιμή του χρυσού αυξάνεται αυτόματα, όταν μειώνεται η αξία του δολαρίου και το αντίθετο. Εκτός των παραπάνω λόγων, τα αποθέματα του χρυσού προσδίδουν σε μία χώρα μεγάλη ανεξαρτησία, αφού ο χρυσός μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανά πάσα στιγμή σαν ανταλλακτικό μέσον – ενώ δεν «χρεοκοπεί» (πλήρης απαξίωση) ποτέ. 

Τα τελευταία χρόνια, ο μεγαλύτερος αριθμός των κεντρικών τραπεζών παγκοσμίως μείωσε ριζικά τα αποθέματα του χρυσού που διατηρούσε, με στόχο των περιορισμό των δημοσίων χρεών. Κατά μέσον όρο λοιπόν, το μερίδιο του χρυσού στα συναλλαγματικά αποθέματα των κρατών μειώθηκε από 60% το 1980, στο 10% το 2006. Οι χώρες με τα μεγαλύτερα αποθέματα χρυσού, έχουν αποφασίσει να μην διαθέτουν στην αγορά το κίτρινο μέταλλο, χωρίς προηγουμένως να έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους – έτσι ώστε να αποφεύγονται οι μεγάλες διακυμάνσεις στην τιμή του.

Στις 26. Σεπτεμβρίου του 1999, οι 15 ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες (μεταξύ των οποίων και η ΕΚΤ), ψήφισαν στην Ουάσιγκτον την ονομαζόμενη «Central Bank Gold Agreement» (CBGA 1), η οποία ρύθμιζε τον όγκο των πωλήσεων χρυσού για τα έτη 1999-2004. Με βάση τη συγκεκριμένη συμφωνία, οι 15 κεντρικές τράπεζες επιτρεπόταν να πουλούν ανά έτος χρήσης (άρχιζε στις 27.09 κάθε χρόνο), έως 400 τόνους χρυσού. Στα πλαίσια της επόμενης συμφωνίας (CBGA 2), η οποία αφορούσε την επίσης πενταετή περίοδο 2004-2009, οι ποσότητες αυξήθηκαν στους 500 τόνους ετήσια – ενώ αργότερα (CBGA 3, 2009-2014), συμφωνήθηκαν ξανά 400 τόνοι.

Περαιτέρω οι πλεονασματικές χώρες (ειδικά η Γερμανία φυσικά), αύξησαν τα αποθέματα τους σε χρυσό, μέσω της «μεταφοράς» (αγοράς) των αποθεμάτων χρυσού άλλων κρατών – τα οποία έτσι πλήρωναν για τις «ελλειμματικές» εισαγωγές τους. Στο παράδειγμα της Γερμανίας, επειδή η κεντρική τράπεζα της δεν ήθελε να δημιουργήσει νέους αποθηκευτικούς χώρους (θησαυροφυλάκια) ή/και να χρεωθεί με το μεταφορικό κόστος, ο χρυσός τοποθετήθηκε στις εγκαταστάσεις της Fed Νέας Υόρκης (εκεί φυλάσσονται, εκτός από το Fort Knox, 550.000 ράβδοι χρυσού, ιδιοκτησίας περίπου 60 κρατών – μία ράβδος ισοδυναμεί με 12,5 κιλά), στην Τράπεζα της Αγγλίας στο Λονδίνο και στην Τράπεζα της Γαλλίας στο Παρίσι.

Κατά την άποψη μας, πρόκειται για ένα αρκετά «αξιοσημείωτο» γεγονός με πολλές δυνητικές «μεταφράσεις», αφού οι τρεις τράπεζες ανήκουν στις πρώην δυνάμεις κατοχής της Γερμανίας – πόσο μάλλον αφού η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας, η κρατική Bundesbank, αρνείται συστηματικά να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες, για τα πραγματικά αποθέματα της.

Ειδικά όσον αφορά την αποθήκευση του χρυσού τόσων πολλών χωρών στις Η.Π.Α., αξίζει να σημειώσουμε ότι, πολλοί θεωρούν πως «βάλλαμε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα». Εκτός αυτού, το συγκεκριμένο γεγονός δημιουργεί αρκετούς προβληματισμούς, αφενός μεν όσον αφορά το μέγεθος της επιρροής της υπερδύναμης παγκοσμίως, μόνο και μόνο λόγω της αποθήκευσης του χρυσού, αφετέρου την «πλανητική» καταστροφή που θα μπορούσε να προκαλέσει μία ενδεχόμενη οικονομική κατάρρευση των Η.Π.Α. – μέσα από εσωτερικές κοινωνικές αναταραχές, εμφυλίους πολέμους, φυλετικές διαμάχες, εθνικιστικές εξάρσεις ή οτιδήποτε άλλο.       

Συνεχίζοντας, τα αποθέματα χρυσού που διατηρούνται στις τράπεζες παγκοσμίως υπολογίζονται στους 30.000 τόνους – ενώ η μεγαλύτερη ποσότητα χρυσού που εξορύχθηκε εντός ενός έτους ήταν 165.000 τόνοι (2009). Τα περισσότερα αποθέματα χρυσού ανήκουν σε ιδιώτες – όπου μόνο στην Ινδία, για παράδειγμα, υπολογίζονται περίπου στους 20.000 τόνους.

Ολοκληρώνοντας, το 70% του χρυσού παγκοσμίως επεξεργάζεται από τους κοσμηματοπώλες, το 11% από τη βιομηχανία (ειδικά την ηλεκτρονική) και την ιατρική (θεραπεία δοντιών), ενώ μόλις το 13% από τις τράπεζες και τους ιδιώτες επενδυτές – για μονεταριστικούς λόγους, στη μορφή νομισμάτων και ράβδων.   

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με κριτήριο την παραπάνω ιστορική αναδρομή και ανάλυση των ιδιαιτεροτήτων του κίτρινου μετάλλου, σε σχέση με τα κυκλοφορούντα νομίσματα (χάρτινα, μεταλλικά και ειδικά τα «ψεύτικα» λογιστικά, τα οποία πλησιάζουν στο 90% των συνολικών), δεν μπορεί παρά να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι, η επιστροφή στον κανόνα του χρυσού θα μπορούσε να είναι ίσως η μοναδική λύση για την καταπολέμηση των μανιοκαταθλιπτικών αγορών, της υπερχρέωσης, των κρίσεων, του υπερπληθωρισμού και της δικτατορίας των τραπεζών – κυρίως όμως, για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης.

Με την επιστροφή στον κανόνα του χρυσού είναι δυνατόν να αποφευχθούν οι συναλλαγματικοί και λοιποί πόλεμοι, στους οποίους μάλλον θα οδηγηθούμε πολύ πιο σύντομα από όσο φανταζόμαστε – αφού υποθέτουμε ότι χώρες, όπως η Κίνα για παράδειγμα, δεν θα υπομένουν για πολύ ακόμη την κλοπή των αποταμιεύσεων τους από τις Η.Π.Α. ή από οποιοδήποτε άλλο κράτος. Φυσικά η ισοτιμία δεν μπορεί να είναι η ίδια με αυτήν του Bretton Woods, αφού έκτοτε έχουν αυξηθεί κατά πολύ τόσο τα περιουσιακά στοιχεία, όσο οι ανάγκες σε χρήματα, αλλά και το ΑΕΠ πολλών κρατών.     

Ειδικά όσον αφορά την Ευρωζώνη, η οποία κατά την υποκειμενική μας άποψη δεν πρόκειται να διατηρηθεί για πολλά χρόνια ακόμη (εκτός εάν ενωθεί άμεσα πολιτικά και δημοσιονομικά – κάτι που φυσικά ευχόμαστε, αλλά δεν το πιστεύουμε, όσο κυριαρχεί ο εχθρός της Ευρώπης), τυχόν επιστροφή της στα εθνικά νομίσματα, παράλληλα με την εισαγωγή του κανόνα του χρυσού για όλα, θα μπορούσε να διευκολύνει κάπως τη μετάβαση – η οποία είναι μάλλον ανέφικτη, χωρίς μία τέτοια σύνδεση και «ασφαλιστική δικλείδα».

Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος επείγει για τη Δύση, η οποία δεν θα αποφεύγει για πολύ ακόμη την καταστροφή (χρεοκοπίες επί μέρους κρατών, υπερπληθωρισμούς, αθετήσεις πληρωμών, πολέμους κλπ.) αφού, όπως φαίνεται από τον Πίνακα V («δυτικό χρέος» 27.999 δις €), οκτώ μόλις δυτικές χώρες είναι υπεύθυνες για το 75% σχεδόν των παγκοσμίων χρεών (υπολογίζονται στο 80% του συνολικού ΑΕΠ).

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Πρωταθλητές δημοσίων χρεών σε δις €, για το έτος 2010 – συγκριτικά με το παγκόσμιο ΑΕΠ, συνολικού ύψους 47.081 δις €

Χώρα

Δημόσιο Χρέος

Ποσοστό στο παγκόσμιο ΑΕΠ

 

 

 

Η.Π.Α.

10.040

21,32%

Ιαπωνία

9.840

20,90%

Γερμανία

2.080

4,42%

Ιταλία

1.843

3,91%

Βραζιλία

1.822

3,87%

Γαλλία

1.591

3,38%

Μ. Βρετανία

1.351

2,87%

Ινδία

900

1,91%

Κίνα

799

1,70%

Ισπανία

639

1,36%

Καναδάς

615

1,30%

 

 

 

Σύνολα

31.520

66,37%

Πηγή: Κομισιόν, ΔΝΤ, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Η θέση αρκετών δυτικών χωρών, όπως οι Η.Π.Α., η Γερμανία και η Μ. Βρετανία, είναι πολύ χειρότερη από τις υπόλοιπες, αφού αφενός μεν έχουν μεγάλο ιδιωτικό χρέος, αφετέρου μηδαμινή δημόσια περιουσία, έχοντας ιδιωτικοποιήσει τα πάντα.

Ολοκληρώνοντας, αντί ο περιπλανώμενος Ευρωθίασος να μας οδηγεί συνεχώς σε αδιέξοδους δρόμους, χωρίς προοπτική και τέρμα (άρθρο μας), επιτρέποντας στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο να κερδοσκοπεί εις βάρος όλων των Πολιτών της δύσης (οι οποίοι οδηγήθηκαν κυριολεκτικά στο ικρίωμα από μία σειρά ανεπαρκών κυβερνήσεων), θα ήταν καλύτερα να αναζητήσει, από κοινού με τις υπόλοιπες παγκόσμιες δυνάμεις, ένα καινούργιο χρηματοπιστωτικό σύστημα – ικανό και κατάλληλο να ανταπεξέλθει ειρηνικά με τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί παγκοσμίως.       

Εάν η επαναφορά του κανόνα του χρυσού θα συντελούσε πράγματι σε κάτι τέτοιο (δυστυχώς δεν θα είχε μόνο πλεονεκτήματα, αλλά και αρκετά μειονεκτήματα – ειδικά εάν ήταν «μονομερής», όπως στο παρελθόν), πριν ακόμη οι Πολίτες αναλάβουν μόνοι τους τα ηνία, επιλέγοντας οι ίδιοι το συγκεκριμένο ανταλλακτικό μέσον και χωρίς να ρωτήσουν κανέναν (επαναφέροντας παράλληλα τόσο τις αχόρταγες τράπεζες, όσο και τα «άπατρη» κερδοσκοπικά κεφάλαια, στην αρχική τους κατάσταση), δεν είμαστε προφανώς σε θέση να το γνωρίζουμε με σαφήνεια.

Αυτό όμως που πιστεύουμε απόλυτα, είναι η ανάγκη αλλαγής του υφιστάμενου χρηματοπιστωτικού συστήματος – η οποία πρέπει να είναι μεθοδική μεν αλλά ταυτόχρονα γρήγορη, ριζική και με γνώμονα το συμφέρον της συντριπτικής πλειοψηφίας των Πολιτών, το οποίο δυστυχώς δεν είναι ταυτόσημο με αυτό των κυβερνήσεων, της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ και των τραπεζών.   

Κλείνοντας, οφείλουμε να επισημάνουμε την πιθανότητα μίας ραγδαίας, τεχνητής (χειραγωγημένης) υποχώρησης της τιμής του χρυσού, επειδή πιθανολογούμε πως οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες δεν θα θελήσουν να χάσουν το υπέρτατο προνόμιο της παραγωγής χρημάτων από το πουθενά – την «κότα με τα χρυσά αυγά» καλύτερα, η οποία τους διευκολύνει σημαντικά στη «ληστεία» κρατών και Πολιτών.

 

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright),  Αθήνα, 21. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com     

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων»

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2405.aspx

ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΙΙ

ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ:

Η επιστροφή στον κανόνα του χρυσού φαίνεται να είναι μία από τις λύσεις για την καταπολέμηση των μανιοκαταθλιπτικών αγορών, της υπερχρέωσης, των κρίσεων, του υπερπληθωρισμού και της δικτατορίας των τραπεζών – κυρίως όμως, για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης

Ανάλυση και ιστορική αναδρομή – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

http://www.casss.gr/Images_PressCenter/20110821/BVV.jpg

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ

Όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν (άρθρο μας), ο αμερικανικός όμιλος GATA (Gold AntiTrust Action Committee), κατέθεσε το Φεβρουάριο του 2002 (λίγο αργότερα ξεκίνησε παραδόξως η άνοδος των τιμών του χρυσού, μετά από πάρα πολλά χρόνια σταθερής διατήρησης της ισοτιμίας του), στο δικαστήριο της Βοστόνης, αγωγή εναντίον του αμερικανικού αποθετηρίου, της κεντρικής τράπεζας των Η.Π.Α. (Fed), καθώς επίσης διαφόρων μεγάλων τραπεζών. Κατηγορούμενοι ήταν πολιτικοί, όπως ο πρώην Πρόεδρος B. Clinton και ο πρώην υπουργός οικονομικών L. Summers, ο διοικητής της Fed κ. A. Greenspan, καθώς επίσης οι πολυεθνικές τράπεζες, μεταξύ των οποίων η BIS, η J.P.Morgan, η Chase Manhattan, η Citigroup, η Goldman Sachs και η Deutsche Bank.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η κυβέρνηση των Η.Π.Α., σε συνεργασία με τις ηγετικές τράπεζες του κλάδου, είχε «χειραγωγήσει» από το 1994 και μετά την τιμή του χρυσού, με στόχο τη διατήρηση της σε χαμηλά επίπεδα. Ο στόχος των τραπεζών ήταν η επίτευξη μεγάλων κερδών, ενώ η κυβέρνηση των Η.Π.Α. αποσκοπούσε στην παραπλάνηση του υπολοίπου κόσμου, σε σχέση με την ισχύ του δολαρίου – το οποίο ουσιαστικά διατηρούταν τεχνητά υπερτιμημένο, έτσι ώστε να παραμένει παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, χωρίς τον ανταγωνισμό των υπολοίπων νομισμάτων. Ειδικότερα, η αγωγή αναφερόταν, μεταξύ άλλων, στα εξής:

(α)  Η τιμή του χρυσού δεν επιτρεπόταν να αυξηθεί, επειδή κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με «σήμα κινδύνου» προς τις διεθνείς αγορές, σε σχέση με τον πληθωρισμό του αμερικανικού νομίσματος. (β)  Μία ενδεχόμενη αύξηση της τιμής του χρυσού, θα πρόδιδε τη διεθνή αδυναμία του δολαρίου. (γ)  Θα έπρεπε να προστατευθούν από δυνητικές ζημίες τόσο οι τράπεζες, όσο και τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία δανείζονταν με χαμηλότοκα ομόλογα χρυσού, διαθέτοντας εξ αυτού πολύ χαμηλά αποθέματα του κίτρινου μετάλλου – κάτι που θα συνέβαινε, θα ζημιώνονταν δηλαδή οι τράπεζες, εάν αυξανόταν η τιμή του χρυσού. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, το ξεκίνημα της παρούσας χρηματοπιστωτικής κρίσης συνέπεσε με τη ραγδαία άνοδο της τιμής του χρυσού – ένα όχι και τόσο τυχαίο γεγονός.  

Συνεχίζοντας, χωρίς καμία αμφιβολία, ο χρυσός αποτελεί ακόμη ένα αξιόπιστο βαρόμετρο του πληθωρισμού ενός νομίσματος («εκτύπωση» δυσανάλογων ποσοτήτων χρήματος, με αποτέλεσμα την υποτίμηση του), εάν δεν μπορεί κανείς να εξασφαλίσει τεχνητά τη διατήρηση του σε χαμηλή τιμή, σε σχέση με το συγκεκριμένο νόμισμα (εν προκειμένω, το δολάριο). Αναμφίβολα λοιπόν, η αύξηση της τιμής του χρυσού σε σχέση με το δολάριο, «τεκμηριώνει» την αστάθεια του νομίσματος. Επομένως, εάν η αμερικανική κυβέρνηση ήταν σε θέση να ελέγξει την τιμή του χρυσού (σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο που συνέταξαν οι δικηγόροι της GATA), μπορούσε να ελέγξει επίσης την ισοτιμία του δολαρίου – εξαπατώντας τον υπόλοιπο πλανήτη. Συνεπώς, ο χρυσός ήταν ανέκαθεν, ενώ συνεχίζει να είναι, ένα «πολιτικό» μέταλλο. Περαιτέρω, οι τράπεζες έλαβαν τότε μέρος στο, χωρίς καμία αμφιβολία εξαιρετικά πολύπλοκο αυτό παιχνίδι, με στόχο την αποκόμιση υπερκερδών. Η επεξήγηση αυτής της «υπόθεσης εργασίας» είναι η εξής:

(α)  Στα χαρτιά, δανείζονταν οι εμπορικές τράπεζες χρυσό, από την εκάστοτε κεντρική τράπεζα, με πολύ χαμηλό επιτόκιο (περί το 1%). (β) Τον χρυσό αυτόν που δανείζονταν, τον πουλούσαν αργότερα «ανοιχτά» στις  αγορές, χωρίς την ανάληψη κανενός ρίσκου – αφού γνώριζαν ότι, η τιμή του θα διατηρούνταν σταθερή (κάτι που προφανώς δεν ισχύει για τίποτα στον κόσμο, εάν δεν «χειραγωγείται» η τιμή του). (γ)  Στη συνέχεια, επένδυαν τα έσοδα από την «ανοιχτή» πώληση του χρυσού σε κρατικά ομόλογα (ανοιχτή θεωρείται μία πώληση ενός αντικειμένου, ακόμη και αν δεν είναι στην κατοχή σου, αλλά το αγοράζεις όταν πρέπει να το επιστρέψεις – πρόκειται λοιπόν για πραγματικό «αέρα») – ή συμμετείχαν στις κερδοσκοπικές αγορές των παραγώγων, οι οποίες υπόσχονταν τεράστια κέρδη, με χαμηλές επενδύσεις (μόνο το 2005, η J. P. Morgan κατείχε παράγωγα αξίας 25 τρις $).

Εάν λοιπόν δεν συνέβαινε κάτι απρόβλεπτο, οι τράπεζες που συμμετείχαν σε αυτό το παιχνίδι (Colpo Grosso) κέρδιζαν στην κυριολεξία τεράστια ποσά. Εάν όμως κατέρρεαν τα χρηματιστήρια ή εάν αυξανόταν η τιμή του χρυσού, τον οποίο είχαν δανεισθεί και όφειλαν να επιστρέψουν αργότερα, τότε οι τράπεζες θα έχαναν αντίστοιχα τεράστια ποσά, οδηγούμενες στη χρεοκοπία – πόσο μάλλον αφού, μαζί με την άνοδο της τιμής του χρυσού, θα αυξάνονταν και οι τόκοι που πλήρωναν για τις ποσότητες που είχαν δανεισθεί, σε επίπεδα που θα αδυνατούσαν να πληρώσουν. Η GATA ανέφερε επίσης ότι, μεταξύ των ετών 1998 και 2001 η ζήτηση του χρυσού ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από τις ετήσιες ποσότητες εξόρυξης, γεγονός που όφειλε να οδηγήσει στην αύξηση της τιμής του. Κατά την ίδια, το κέρδος του Καρτέλ των τραπεζών, με τη βοήθεια της χειραγώγησης της τιμής του χρυσού, ήταν της τάξης των 42 δις $. Φυσικά η αγωγή απορρίφθηκε από το αμερικανικό δικαστήριο, το οποίο θεώρησε ότι ο κατήγορος δεν είχε έννομο συμφέρον! Εμείς βέβαια δεν μπορούμε να έχουμε σαφή άποψη, αν και οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, τα τελευταία δέκα χρόνια η τιμή του χρυσού σχεδόν οκταπλασιάστηκε (από τα 250 $ στα 1.870 $) – κάτι που μάλλον θα πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά, σχετικά με την πραγματική ισοτιμία του δολαρίου και την μητέρα των κρίσεων που προβλέπεται.    

Όπως λοιπόν γράφαμε το 2010, “Εάν συνειδητοποιήσουμε ότι, η άνοδος της δύσης, η ανάπτυξη και η πρόοδος της, κυρίως εις βάρος άλλων λαών, στηρίχθηκε στο τραπεζικό σύστημα, στην πίστωση καλύτερα, με την ταχυδακτυλουργική δημιουργία νέων χρημάτων από το πουθενά, ενδεχομένως να καταλάβουμε ότι τα θεμέλια, επάνω στα οποία οικοδομούμε αδιάκοπα το μέλλον μας, δεν είναι τόσο σίγουρα, όσο νομίζουμε. Ίσως λοιπόν κάποια στιγμή πάψει ο πλανήτης να ανταλλάσσει τα χωρίς αντίκρισμα χαρτονομίσματα, με τα «πραγματικά» προϊόντα της φύσης και με την εργασία, σε μη ισορροπημένες, «χειραγωγημένες» από το Καρτέλ, ισοτιμίες ανταλλαγής – πόσο μάλλον όταν οι συνολικοί τόκοι επί των συνεχώς αυξανομένων χρεών, για τους οποίους δεν «κατασκευάζονται» παραδόξως νέα χρήματα (ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα της διαδικασίας), ξεπεράσουν τα συνολικά κεφάλαια, τα οποία ολόκληρη η ανθρωπότητα οφείλει στους, ελάχιστους σχετικά, κυρίαρχους του σύμπαντος.”  

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

Η τιμή του χρυσού αυξάνεται συνεχώς από το 2001 και εντεύθεν, ενώ είναι πολύ πιθανόν να καταγράψει επίπεδα ρεκόρ, αφού πολλοί υποθέτουν πως εισερχόμαστε με μεγάλη ταχύτητα στη φάση του υπερπληθωρισμού – η οποία ενδεχομένως θα συνοδευθεί από την πλήρη απαξίωση των χαρτονομισμάτων, σε ένα χρονικό διάστημα που κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει. Η τιμή μίας ουγγιάς χρυσού (31,1 γραμμάρια) έχει ανέλθει στα 1870 $ (περί τα 1.300 €), ενώ ακριβαίνει σχεδόν καθημερινά. Η αιτία δεν είναι ουσιαστικά η άνοδος της αξίας του χρυσού, αλλά το ότι τα χρήματα (τόσο τα χαρτονομίσματα, όσο και τα πολλαπλάσια τους λογιστικά), με τα οποία πληρώνουμε το χρυσό, χάνουν συνεχώς σε αξία. Όπως λέγεται, στην αρχαία Ρώμη κόστιζε ένα ακριβό ένδυμα της εποχής, με τη ζώνη του και ένα ζευγάρι σαντάλια, μία ουγγιά χρυσού. Σήμερα, 2000 χρόνια αργότερα, κοστίζουν σχεδόν το ίδιο σε χρυσό, μία ουγγιά δηλαδή (1.870 $), ένα ακριβό κοστούμι, η ζώνη και ένα ζευγάρι παπούτσια.

Επομένως, ο χρυσός δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβός, παρά το ότι η τιμή του έχει οκτααπλασιαστεί σε δολάρια, μέσα στα δέκα τελευταία χρόνια (αν και σε ελβετικά φράγκα έχει «μόλις» τριπλασιαστεί – γεγονός που δημιουργεί ορισμένες μεγάλες, «διπλής ανάγνωσης» απορίες). Εάν δε σημειώσουμε ότι, τον Ιανουάριο του 1980 μία ουγγιά χρυσού κόστιζε περί τα 850 $ (αποπληθωρισμένα σήμερα 2.300 $), τότε δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μία ακόμη υπερβολή (φούσκα) της εποχής μας. Απλούστατα, η χειραγώγηση της τιμής του χρυσού ήταν η αιτία της μέχρι πρόσφατα χαμηλής ισοτιμίας του – κυρίως απέναντι στο δολάριο και δευτερευόντως απέναντι στο ευρώ. Εάν δε υπολογίσει κανείς τι αγόραζε πριν από μερικά χρόνια με 340 δραχμές, με ένα μάρκο ή με ένα δολάριο, συγκρίνοντας το με τι αγοράζει σήμερα, θα κατανοήσει την τεράστια «υποτίμηση» των χαρτονομισμάτων – επομένως το πραγματικό μέγεθος του πληθωρισμού, το οποίο τοποθετείται σε αρκετά υψηλά επίπεδα στο χώρο του ευρώ (πολύ υψηλότερα στο χώρο του δολαρίου, πολύ χαμηλότερα στην Ελβετία ή στη Νορβηγία – τη μοναδική ευρωπαϊκή χώρα με θετικό προϋπολογισμό).

Εκτός αυτού, όσο δεν προβλέπεται άνοδος του ευρώ, λόγω της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, επίσης όχι άνοδος του δολαρίου, λόγω των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων των Η.Π.Α., δεν μπορεί λογικά να αναμένεται «φυσιολογική» (μη χειραγωγημένη) μείωση της τιμής του χρυσού (αν και ποτέ δεν πρέπει να κάνουμε προβλέψεις, για αξίες που διαπραγματεύονται σε μανιοκαταθλιπτικές, έντονα κερδοσκοπικές αγορές).  Περαιτέρω, χωρίς καμία αμφιβολία ο χρυσός αποτελεί ανέκαθεν τη βασική μονάδα μέτρησης της κατάστασης μίας Οικονομίας – επομένως, του συναλλάγματος (νομίσματος) της. Το Ευρώ, δέκα χρόνια μετά την εισαγωγή του, χάνει απέναντι στο χρυσό περί το 15% ετησίως – αν και οι μεταβολές αυτές μπορούν να υπολογιστούν μόνο σε ευρύτερα χρονικά διαστήματα, όπου η αγορά αφενός μεν ισορροπεί, αφετέρου δεν είναι δυνατόν να χειραγωγηθεί. Η συμπεριφορά του δολαρίου είναι κατά πολύ χειρότερη – γεγονός που τεκμηριώνει ακόμη μία φορά τη δυσμενέστερη οικονομική θέση των Η.Π.Α., σε σύγκριση με την Ευρωζώνη. Η πτώση της αξίας του Ευρώ, η οποία ουσιαστικά οφείλεται στον πληθωρισμό, τοποθετείται επίσημα στο 2-3% ετησίως. Εν τούτοις, όπως αναφέραμε, με κριτήριο την τιμή του χρυσού, ο πληθωρισμός τα τελευταία δέκα έτη στην Ευρωζώνη ήταν κατά μέσον όρο 15% ετησίως – ποσοστό που εμείς τουλάχιστον, κρίνοντας από την αύξηση του κόστους ζωής, θεωρούμε πολύ πιο αντιπροσωπευτικό από τις μάλλον «ιδιοτελείς» μετρήσεις της Κομισιόν.

Συνεχίζοντας, μόλις πριν από μερικά έτη επιτρέπεται να αγοράζουν χρυσό και ασήμι οι Κινέζοι – κάτι που έχει οδηγήσει τους περισσότερους στην απόκτηση και αποταμίευση των δύο ευγενών μετάλλων. Έκτοτε δεν εξάγεται καθόλου κινεζικός χρυσός στο εξωτερικό, αφού δεν φθάνει για την κάλυψη των τοπικών αναγκών. Με δεδομένο λοιπόν ότι η Κίνα είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς χρυσού παγκοσμίως, ο μηδενισμός των εξαγωγών της θα περιορίσει σημαντικά τις ποσότητες του χρυσού – πόσο μάλλον αφού η εξόρυξη χρυσού μειώνεται διεθνώς. Στον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί φαίνονται τα (επίσημα) αποθέματα χρυσού ορισμένων κρατών:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙII: Αποθέματα χρυσού σε τόνους και ποσοστό του στα συνολικά συναλλαγματικά αποθέματα ορισμένων χωρών.

Χώρα

2000

2010

Μερίδιο σε %

 

 

 

 

Η.Π.Α.

8.137,9

8.133,5

72,1

Γερμανία

3.468,6

3.402,5

67,4

Ιταλία

2.451,8

2.451,8

66,2

Γαλλία

3.024,6

2.435,4

65,7

Κίνα

395,0

1.054,1

1,5

Ελβετία

2.419,4

1.040,1

15,1

Ιαπωνία

763,5

765,2

2,7

Ρωσία

384,4

726,0

5,7

Ινδία

357,8

557,7

7,4

Πορτογαλία

606,7

382,5

79,6

Μ. Βρετανία

487,5

310,3

15,6

Τουρκία

116,3

116,1

5,6

Ελλάδα

132,6

111,7

76,5

Πηγή: WP-IMF, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Η ζήτηση του χρυσού, στο 2ο τετράμηνο του 2011, ανήλθε στους 919,8 τόνους (44,5 δις $). Η Κίνα και η Ινδία ήταν οι κυριότεροι αγοραστές, με συνολικά 52% της παγκόσμιας ζήτησης σε ράβδους χρυσού και νομίσματα – 55% για τη βιομηχανία κοσμημάτων.  Η ζήτηση εκ μέρους της Ινδίας αυξήθηκε κατά 38% σε σχέση με το αντίστοιχο τετράμηνο του προηγούμενου έτους (παρά την άνοδο της τιμής), ενώ της Κίνας κατά 25% – γεγονότα που δεν μπορεί να θεωρηθούν τυχαία. 

Η Ελλάδα, με κριτήριο το ποσοστό χρυσού σε σχέση με τα συνολικά αποθέματα αξιών της, κατατάσσεται διεθνώς στην 2η θέση, μετά την Πορτογαλία (ενώ διαθέτει τα ίδια σχεδόν αποθέματα χρυσού, με την πολύ μεγαλύτερη της Τουρκία). Σε απόλυτα μεγέθη, είναι η 30η στην παγκόσμια κατάσταση – αν και ουσιαστικά η 27η μεταξύ κρατών, αφού στον κατάλογο συμπεριλαμβάνονται το ΔΝΤ (3ο), η ΕΚΤ (12η) και η BIS (28η). Ειδικά όσον αφορά το ΔΝΤ, κρίνοντας από τη συμπεριφορά της Ν. Κορέας (στην εποχή του ΔΝΤ, οι κάτοικοί της υποχρεώθηκαν να λιώσουν το χρυσό από τα κοσμήματα τους για να τον δώσουν στο κράτος, έτσι ώστε να αποφευχθεί η χρεοκοπία του), υποθέτουμε ότι ένα μεγάλο μέρος των αποθεμάτων χρυσού που διαθέτει προέρχεται από τις «επιδρομές» του. 

Συνεχίζοντας στην Ελλάδα, ο χρυσός που έχει στην κατοχή της είναι ένα ακόμη θετικό στοιχείο, το οποίο επίσης συνηγορεί στο ότι, πρόκειται για μία πολύ πλούσια χώρα, την οποία πρέπει να προστατεύσουμε από τη λεηλασία που επιχειρείται (ελπίζοντας βέβαια ότι ο ελληνικός χρυσός δεν έχει πουληθεί από τις κυβερνήσεις εν αγνοία μας, δεν έχει δοθεί σαν εγγύηση στους τοκογλύφους-δανειστές μας και υπάρχει πράγματι στα θησαυροφυλάκια της, δυστυχώς μη κρατικής, ΤτΕ).  Περαιτέρω, οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες στον κόσμο πουλούσαν μέχρι το 2007 μεγάλες ποσότητες χρυσού – με στόχο να διατηρήσουν χαμηλή την τιμή του, όπως αναφέραμε παραπάνω. Εκτός αυτού, οι τράπεζες εμπόδιζαν ανέκαθεν την επιστροφή στον κανόνα του χρυσού, δημιουργώντας μυστικά Καρτέλ με επί πλέον στόχους αφενός μεν τη χειραγώγηση της τιμής του, αφετέρου να καταστήσουν μη ελκυστικό το χρυσό, σαν επενδυτικό προϊόν, στους ιδιώτες. Μεταξύ άλλων, είχε απαγορευθεί στις Η.Π.Α. η κατοχή χρυσού για πολλές δεκαετίες – ενώ θεωρείται ότι τα αποθέματα του χρυσού (Πίνακας ΙΙΙ), έτσι όπως καταγράφονται από τις κεντρικές τράπεζες, δεν είναι σωστά. Υπάρχουν μάλιστα αρκετές ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες τόσο οι Η.Π.Α., όσο και η Γερμανία ή άλλα κράτη, δεν διαθέτουν καθόλου αποθέματα σε χρυσό. Τέλος, αρκετοί ειδικοί ισχυρίζονται ότι, σύντομα θα απαγορευθεί ξανά η κατοχή χρυσού – αφού διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η αυστηρότατη επίβλεψη του χρυσού που αγοράζεται από τους ιδιώτες, στα κράτη που διαμένουν. Ο Πίνακας ΙV καταγράφει την πρόσφατη εξέλιξη των τιμών των δύο βασικότερων μετάλλων, με ιστορική «ανταλλακτική» χρήση:

ΠΙΝΑΚΑΣ IV: Η εξέλιξη των τιμών του χρυσού και του ασημιού, σε δολάρια ανά ουγγιά

Μέταλλο*

20.08.2001

2006

2008

19.08.2011

 

 

 

 

 

Χρυσός**

250

500

1.000

1.853

Ασήμι***

5

10

20

43

* Τιμές κατά προσέγγιση και στρογγυλοποιημένες, επειδή προέρχεται από διάγραμμα, ** Ο χρυσός σχεδόν οκταπλασιάστηκε από το 2001 σε δολάρια, ενώ μόλις τριπλασιάστηκε σε ελβετικά φράγκα. *** Ακολουθεί τις τιμές του χρυσού (ο αντιβασιλέας των νομισμάτων), ενώ έχει πολύ περισσότερες χρήσεις.

Πηγή: Ελβετία, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Κλείνοντας, ίσως οφείλουμε να συμπληρώσουμε ότι, εάν υπολογίσει κανείς τα δάνεια της Κίνας (1,2 τρις $) ή της Ιαπωνίας (0,91 τρις $) σε χρυσό, σε σχέση με τις 20.08.2001 (τιμή μίας ουγγιάς 250 $), θα συμπεράνει αβίαστα πόσα χρήματα έχουν χάσει οι δύο αυτές χώρες. Σε όρους χρυσού λοιπόν τόσο η Κίνα, όσο και η Ιαπωνία, επίσης οι υπόλοιποι δανειστές των Η.Π.Α. (Μ. Βρετανία, Βραζιλία, Γερμανία, τράπεζες, επενδυτικά κεφάλαια, συνταξιοδοτικά ταμεία, Fed κλπ.) έχουν χάσει πάνω από το 80% των απαιτήσεων τους – αφού για παράδειγμα η Κίνα, με τα 1,2 τρις $ που έχει δανείσει στις Η.Π.Α., αγοράζει 7,5 φορές λιγότερο χρυσό, από αυτόν που θα αγόραζε το 2001 (μείον τους τόκους). Ενδεχομένως λοιπόν πρόκειται για τη μεγαλύτερη, νόμιμη ληστεία όλων των εποχών – μεγαλύτερη και από αυτήν της Lehman Brothers.

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright),  Αθήνα, 21. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com     

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων»

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2405.aspx

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ Ι

ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ:

Η επιστροφή στον κανόνα του χρυσού φαίνεται να είναι μία από τις λύσεις για την καταπολέμηση των μανιοκαταθλιπτικών αγορών, της υπερχρέωσης, των κρίσεων, του υπερπληθωρισμού και της δικτατορίας των τραπεζών – κυρίως όμως, για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης

Ανάλυση και ιστορική αναδρομή – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

«Με εξαίρεση εκείνες τις εποχές, στις οποίες ίσχυε ο κανόνας του χρυσού, έχουν χρησιμοποιήσει πρακτικά όλες οι κυβερνήσεις στην Ιστορία το αποκλειστικό δικαίωμα τους να εκδίδουν χρήματα, για να λεηλατήσουν και να εξαπατήσουν τους Πολίτες-υπηκόους τους» (F. A. von Hayek).  «Χωρίς την ύπαρξη του κανόνα του χρυσού, δεν υπάρχει καμία δυνατότητα προστασίας των αποταμιεύσεων από τον περιορισμό της αγοραστικής τους αξίας, σαν αποτέλεσμα του υπερπληθωρισμού» (A. Greenspan – το 1966, πριν ακόμη γίνει μέλος της άρχουσας τάξης).  «Ο χρυσός είναι χρήμα και τίποτα άλλο….Ο χρυσός είναι το πραγματικά μοναδικό χρήμα – με εξαίρεση το ασήμι» (J. P. Morgan).

«Η Utah είναι η πρώτη Πολιτεία των Η.Π.Α., η οποία αναγνώρισε πρόσφατα τόσο τα χρυσά, όσο και τα ασημένια νομίσματα, σαν επίσημα μέσα συναλλαγών – αρκετές άλλες ομοσπονδιακές Πολιτείες έχουν ήδη ανακοινώσει ότι θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της. Μήπως θα έπρεπε να τις μιμηθεί και η Ελλάδα; Μπορεί κανείς να ισχυρισθεί τεκμηριωμένα ότι, η κατάσταση δεν θα γίνει αισθητά χειρότερη, εάν δεν συμβεί κάτι ριζικά διαφορετικό;».

 Κατά τη διάρκεια της Ιστορίας όλοι σχεδόν οι ηγεμόνες προσπαθούσαν, ξανά και ξανά, να προωθήσουν στους υπηκόους τους άχρηστα χαρτονομίσματα, αντί πραγματικών χρημάτων. Το γεγονός αυτό κατέληγε πάντοτε σε καταστροφικές αποτυχίες, αφού η συγκεκριμένη «τακτική» των κυβερνώντων προκαλούσε σταθερά υπερπληθωρισμό – ο οποίος οδηγούσε στη φτώχεια, στην παρακμή, στις κοινωνικές εξεγέρσεις και στους πολέμους.

Με βάση τις εμπειρίες αυτές οι περισσότεροι ηγεμόνες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, τόσο η διαρκής ασφάλεια των αποταμιεύσεων (η προστασία της αγοραστικής αξίας τους δηλαδή), όσο και η ειρήνη, ήταν τότε μόνο δυνατόν να υπάρξουν, εφόσον τα χαρτονομίσματα αντιπροσώπευαν πραγματικές αξίες – απλούστερα, εάν απέναντι σε ένα χαρτονόμισμα ή σε κάποιο άχρηστο μεταλλικό κέρμα, υπήρχε κάποια δεδομένη αξία. Έτσι λοιπόν υιοθετήθηκε ο κανόνας του χρυσού, σύμφωνα με τον οποίο κάθε χώρα μπορούσε να εκδώσει τόσα χρήματα (χαρτονομίσματα και κέρματα), όσο χρυσό διατηρούσε στα θησαυροφυλάκια της – με μία ορισμένη «ισοτιμία ανταλλαγής»      

Μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και συγκεκριμένα από το 1800 έως το 1914, μία από τις πιο «οικονομικά σταθερές» εποχές της Ιστορίας, όλα τα σημαντικά νομίσματα παγκοσμίως ήταν συνδεδεμένα με το χρυσό. Επειδή δε η ποσότητα του χρυσού ήταν περιορισμένη, δεν μπορούσαν να εκδοθούν περισσότερα χρήματα –  οπότε δεν ήταν δυνατόν να δημιουργηθούν οι υπερβολές (φούσκες), οι οποίες χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη εποχή (οφείλονται προφανώς στην αλόγιστη πιστωτική επέκταση, μέσα από τη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά, την οποία προκαλεί/προωθεί σκόπιμα το αχόρταγο και ανεξέλεγκτο πλέον τραπεζικό σύστημα).  

Όλες οι χώρες λοιπόν ήταν υποχρεωμένες να διαχειρίζονται με σύνεση τα οικονομικά τους, να διατηρούν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς δηλαδή, ενώ τόσο οι τράπεζες, όσο και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο εν γένει, ήταν αδύνατον να κερδοσκοπήσουν εις βάρος των υπολοίπων «συντελεστών παραγωγής» – πόσο μάλλον των ίδιων των κρατών και κατ’ επέκταση των φορολογουμένων Πολιτών τους, όπως δυστυχώς συμβαίνει σήμερα, σε μία έκταση άνευ προηγουμένου.

Περαιτέρω, το «ευγενές μέταλλο» διαχωρίστηκε από τα χρήματα, έπαψε δηλαδή να ισχύει ο κανόνας του χρυσού, το 1914 – επειδή ο εξοπλισμός για τη διεξαγωγή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου απαιτούσε τεράστιες ποσότητες χρημάτων, για τις οποίες δεν υπήρχαν τα ανάλογα αποθέματα χρυσού. Εάν λοιπόν είχε διατηρήσει κανείς τον κανόνα, είναι προφανές ότι δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος – για τη χρηματοδότηση του οποίου, ειδικά η Fed (η οποία ιδρύθηκε το 1913), εκτύπωσε κατά πολύ περισσότερα χαρτονομίσματα, από όσα «δικαιούταν», πλημμυρίζοντας στην κυριολεξία τις αγορές.

Όπως συνέβη και πρόσφατα, έτσι και τότε (η υπερπαραγωγή άχρηστου χρήματος συνέχισε δυστυχώς μετά το τέλος του 1ου παγκοσμίου πολέμου), οι τράπεζες είχαν στη διάθεση τους υπερβολικά μεγάλες ποσότητες χρήματος από τις κεντρικές τους – χρήματα που προωθούσαν στους πελάτες τους με τη μορφή φθηνών (χαμηλού επιτοκίου) πιστώσεων. Οι πελάτες τους αυτοί με τη σειρά τους επένδυαν τα «άχρηστα» χαρτονομίσματα στις χρηματαγορές – με στόχο την αποκόμιση γρήγορων κερδών, τα οποία δεν μπορούσε να τους προσφέρει η πραγματική οικονομία.

Επειδή τώρα είχε καταργηθεί ο κανόνας του χρυσού, οι ποσότητες του χωρίς αντίκρισμα χρήματος συνέχισαν να αυξάνονται – ενώ κάθε χώρα είχε εντελώς διαφορετικούς κανόνες «εκτύπωσης», ανάλογους με τις δικές της ανάγκες. Κατ’ επέκταση, οι τιμές των μετοχών αυξάνονταν, τα ακίνητα ακολουθούσαν ανοδική πορεία και τα δάνεια εκτοξεύθηκαν στα ύψη – παρασύροντας ξανά όλες τις «αξίες» (μετοχές, εμπορεύματα κλπ.) σε μία παράλογα ανοδική τροχιά.  

Έτσι λοιπόν, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, η αγορά μετοχών των Η.Π.Α. ήταν τόσο υπερβολικά αποτιμημένη που ήταν αδύνατον να αποφευχθεί το «σπάσιμο της φούσκας» – συνέβη τη γνωστή «μαύρη Πέμπτη», στις 24. Οκτωβρίου του 1929. Εκατομμύρια Αμερικανοί έχασαν σε μία ημέρα όλα τους τα υπάρχοντα, ενώ τα αποτελέσματα του κραχ για ολόκληρο τον κόσμο ήταν καταστροφικά. Ακολούθησε φτώχεια, δυστυχία, πείνα και κοινωνικές αναταραχές, οι οποίες κατέληξαν στη Μεγάλη Ύφεση και στο φασισμό – όπου κυρίως ο Χίτλερ στη Γερμανία, αλλά και ο Μουσολίνι στην Ιταλία ή ο Φράνκο στην Ισπανία, θέλησαν να οδηγήσουν την Ευρώπη στην έξοδο από την κρίση.  

Ο τελικός προορισμός ήταν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ο οποίος καταδίκασε εκατομμύρια ανθρώπους στο θάνατο – χρηματοδοτούμενος ξανά από τις ίδιες τράπεζες, οι οποίες είχαν προκαλέσει την καταστροφική χρηματοπιστωτική φούσκα, είχαν διευκολύνει το φασισμό και ήταν υπεύθυνες για όλα τα δεινά της μετέπειτα εποχής.

Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο επικράτησε η σύνεση στον πλανήτη, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη θέσπιση του κανόνα του χρυσού στο Bretton Woods των Η.Π.Α. – όπου όλα τα νομίσματα είχαν αντίκρισμα σε δολάρια και τα δολάρια σε χρυσό. Ακολούθησαν δεκαετίες ανάπτυξης και προόδου στη Δύση, οι οποίες όμως ουσιαστικά έφθασαν στο ζενίθ τους τη δεκαετία του 1970 – όπου καταργήθηκε ξανά ο κανόνας του χρυσού, λόγω των τεράστιων χρηματικών αναγκών των Η.Π.Α., οι οποίες δυστυχώς «επέλεξαν», ερήμην των Πολιτών τους, τη διεξαγωγή νέων πολέμων.

Έκτοτε, αργά αλλά σταθερά, οι τράπεζες άρχισαν να εκτυπώνουν ακόμη μία φορά χρήματα χωρίς αντίκρισμα, συνεχίζοντας τη λεηλασία των υπολοίπων συντελεστών παραγωγής – με αποτέλεσμα να χρεώνονται συνεχώς όλα τα κράτη, με αφετηρία το 1980, να εμφανιστούν ξανά οι κρίσεις, να γίνονται όλο και πιο μεγάλες, όλο και πιο συχνές, όλο και πιο «μανιοκαταθλιπτικές». Μία συνεχώς μικρότερη περίοδος ανάπτυξης εντάσεως ανεργίας, ακολουθείται έκτοτε από μία διαρκώς μεγαλύτερη περίοδο ύφεσης, με αποτελέσματα που δεν είναι καθόλου δύσκολο να προβλεφθούν.

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗ

Όπως αναφέραμε ήδη, η κατάργηση του κανόνα του χρυσού οδηγεί αξιωματικά στην υπερχρέωση, αφού τα κράτη (αλλά και οι ιδιώτες) παύουν να διαχειρίζονται συνετά τα οικονομικά τους – εξοφλώντας τις συνεχώς αυξανόμενες υποχρεώσεις τους με φρεσκοτυπωμένα χρήματα χωρίς αντίκρισμα (οι ιδιώτες με δάνεια και «υποσχετικές πληρωμών»). Ο Πίνακας Ι αναφέρεται στις περιόδους χρέωσης των Η.Π.Α., οι οποίες ουσιαστικά δεν διαφέρουν σημαντικά από τις αντίστοιχες των υπολοίπων χωρών της Δύσης – με την Ιαπωνία να κρατάει τα «σκήπτρα» (δημόσιο χρέος στο 230% σχεδόν του ετήσιου ΑΕΠ της):

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ιστορική κατανομή του δημοσίου χρέους των Η.Π.Α., συνολικού ύψους 14,3 τρις $

Περίοδος

Πρόεδρος

Ποσοστό επί του συν. χρέους

*Χρέος

 

 

 

 

Έως το 1981

Προ Reagan

7,0%

1,01

1981-1989

Reagan

13,2%

1,89

1989-1993

Bush senior

10,5%

1,50

1993-2001

Clinton

9,8%

1,40

2001-2009

Bush junior

42,7%

6,11

2009-2010

**Obama

16,8%

2,39

 

 

 

 

Σύνολα

 

100%

14,3

 * Αύξηση χρέους σε τρις $, ** Εντός ενός μόνο έτους ξεπέρασε την οκταετία Reagan ενώ, εάν δεν συμβεί κάτι εξαιρετικό, θα ξεπεράσει ακόμη και τον Bush junior.

Σημείωση: Ο μεγαλύτερος πιστωτής των Η.Π.Α. είναι η Fed, αφού κατέχει το 11,6% του δημοσίου χρέους – ήτοι 1,66 τρις $. Ακολουθεί η Κίνα (1,20 τρις $) και η Ιαπωνία (0,91 τρις $).  Πηγή: New York Times,  Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως συμπεραίνουμε από τον Πίνακα Ι οι Η.Π.Α., έως και το 1981, συσσώρευσαν χρέη ύψους μόλις 1,01 τρις $ – γεγονός που συνέβη και στις περισσότερες άλλες χώρες της Δύσης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Από το 2001 όμως μέχρι το 2009 το δημόσιο χρέος έφτασε στα ύψη, αφού αυξήθηκε κατά 6,11 τρις $ – μία κατάσταση που συνεχίζει να υφίσταται, μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Obama. Το γεγονός αυτό δεν μας επιτρέπει μεγάλες ελπίδες για το μέλλον, όσο και αν ακούγεται το αντίθετο – αφού η αντιστροφή της τάσης είναι, κατά την άποψη μας, εξαιρετικά δύσκολη.

Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί, στον οποίο εμφανίζεται η αύξηση των δαπανών της υπερδύναμης μεταξύ 2001 και 2011 στους κυριότερους τομείς της οικονομίας της, τεκμηριώνει σε κάποιο βαθμό την άποψη μας:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Αύξηση των δαπανών στις Η.Π.Α., μεταξύ 2001 και 2011, σε δις $

Τομείς

2000

2011

Ποσοστό αύξησης

 

 

 

 

Συντάξεις

409

748

+82%

Υγεία

352

882

+150%

Άμυνα

341

910

+167%

Πηγή: Κυβέρνηση των Η.Π.Α., Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Οι δαπάνες των Η.Π.Α. για τις συντάξεις (προϋπολογισμός 2011) αντιστοιχούν στο 20% των συνολικών ετησίων δαπανών ύψους 3,8 τρις $, για την Υγεία στο 23% και για την άμυνα στο 24% – με όλες τις υπόλοιπες να ανέρχονται στο 33% (η Παιδεία είναι ουσιαστικά σχεδόν εξ ολοκλήρου ιδιωτικοποιημένη). Απέναντι στις δαπάνες του προϋπολογισμού τώρα, τα ετήσια έσοδα είναι μόλις 2,2 τρις $ – εκ των οποίων το 53% προέρχεται από το φόρο εισοδήματος, το 37% από τα κοινωνικά ασφάλιστρα και το 10% από άλλες πηγές.

Το έλλειμμα λοιπόν προϋπολογίζεται για το 2011 στο 1,6 τρις $ – με αποτέλεσμα να αυξηθεί το χρέος στα 15,9 τρις $, ξεπερνώντας για πρώτη φορά το 100% του ΑΕΠ της υπερδύναμης (αν και κατά την άποψη μας είναι πολύ υψηλότερο, πόσο μάλλον εάν συνυπολογίσει κανείς τα χρέη των επί μέρους Πολιτειών). Επομένως, η απόφαση της S&P να υποτιμήσει την πιστοληπτική ικανότητα των Η.Π.Α. ήταν απόλυτα σωστή – αν και υποθέτουμε ότι άνοιξε τον «Ασκό του Αιόλου», ιδιαίτερα όσον αφορά τη διατραπεζική αγορά, προκαλώντας εκ νέου μία άνευ προηγουμένου κρίση εμπιστοσύνης (πόσο μάλλον εάν αυξηθούν τα επιτόκια του δανεισμού των Η.Π.Α., τα οποία είναι σχετικά χαμηλά – της Ιαπωνίας επίσης, αφού ευρισκόμενα στο 1%,  είναι παραδόξως τα μικρότερα στον πλανήτη).         

Συνεχίζοντας υπενθυμίζουμε ότι, η τελική κατάληξη του καπιταλισμού ήταν ανέκαθεν ο πληθωρισμός ή/και η χρεοκοπία – επειδή τα χρέη δεν μπορούν να μειωθούν με άλλον τρόπο, εκτός από την απαξίωση των χρημάτων. Η μοναδική σήμερα χώρα που δεν μπορεί να χρεοκοπήσει (οπότε ο πληθωρισμός είναι μονόδρομος) είναι οι Η.Π.Α. – αφού διαθέτουν το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους διεθνώς σε δολάρια. Επομένως, μπορούν να πληρώνουν όλες τις οφειλές τους τυπώνοντας νέα χρήματα – γεγονός όμως που οδηγεί στην σταδιακή μείωση της αγοραστικής τους αξίας. 

Ολοκληρώνοντας, η σημερινή κατάσταση στις Η.Π.Α. θυμίζει τις αρχές της δεκαετίας του 1980 – όπου όμως, σε αντίθεση με τις παρούσες συνθήκες, η υπερδύναμη δεν ήταν ακόμη χρεωμένη. Εκείνη την εποχή, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο, η οικονομία της συρρικνώθηκε (ύφεση, μείωση του ΑΕΠ) κατά 8% σε ετήσια βάση – ένα μάλλον τρομακτικό ποσοστό. Το κράτος τότε ανακοίνωσε μεγάλα προγράμματα στήριξης της οικονομίας, μείωσε τη φορολογία, περιόρισε τα βασικά επιτόκια και αγόρασε τα επισφαλή δάνεια πολλών προβληματικών τραπεζών – όπως ακριβώς συνέβη πρόσφατα.

Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών των δημοσίων προγραμμάτων, το ΑΕΠ αυξήθηκε το 1981 κατά 8,4% – ταυτόχρονα όμως με τον πληθωρισμό, ο οποίος εξακοντίσθηκε στα ύψη. Έτσι η Fed (P.Volcker) αναγκάσθηκε να αυξήσει δραστικά τα επιτόκια, οδηγώντας την οικονομία ξανά σε ύφεση – από την οποία τελικά διασώθηκε μετά το ξεπούλημα όλων των δημοσίων επιχειρήσεων (ιδιωτικοποίηση των πάντων), με αποτέλεσμα αργότερα, μεταξύ άλλων, να μην έχει η κυβέρνηση σχεδόν καμία ουσιαστική εξουσία (αλλά ούτε και τα μέσα για να διαχειριστεί μία κρίση προς όφελος των πολλών ή να μειώσει το τεράστιο δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα).

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright),  Αθήνα, 21. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com     

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων»

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2405.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

ΑΕΙ … και οι ερμηνείες περί «αγοράς»

Ο νέος Νόμος για την Ανώτατη  Εκπαίδευση και οι ερμηνείες περί  «αγοράς»

 

Του Νικήτα Χιωτίνη


 

Ο νέος Νόμος για την Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα, σηματοδοτεί κατά τον πλέον εύγλωττο τρόπο, τη στροφή που επιχειρείται όχι μόνο στον προσανατολισμό του νεοελληνικού κράτους και της νεοελληνικής κοινωνίας, αλλά και στον προσανατολισμό που επιχειρεί η «Δύση» να επιβάλει στην παγκόσμια κοινότητα.  Τα κεντρικά ζητήματα είναι η έννοια της «Αγοράς» και η έννοια της «Παιδείας», ζητήματα που ορίζουν την έννοια της ανάπτυξης και της εξέλιξης της ανθρωπότητας, τελικώς την ίδια την υπαρξιακή της διάσταση. 

Αναφερθήκαμε στο ρόλο της «Δύσης» για την παραπάνω επιχειρούμενη «στροφή». Εδώ θα πρέπει να επικεντρωθούμε περαιτέρω στους πρωταγωνιστές της, στις  ΗΠΑ και  στην Αγγλία. Και οι δύο αυτές χώρες έχουν   ιστορικούς  λόγους, λόγους που αφορούν στην   ίδια  την ύπαρξή τους, που τους οδήγησαν σχεδόν νομοτελειακώς σε αυτές τις επιλογές.  Οι  ΗΠΑ είναι το πρώτο – ίσως και το μόνο – κράτος που δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε «κοσμικά»: παρά την αρχική στήριξή της σε δάνειες παραδόσεις και πνευματικότητες (με κυρίαρχες την ελληνική και την χριστιανική) γρήγορα τις εγκατέλειψε χάριν ενός «κοσμικού» τρόπου ζωής: παραγωγή και  κατανάλωση, παραγωγή για την κατανάλωση και κατανάλωση για την παραγωγή και ευδαιμονία εξαρτώμενη από αυτές. Είναι φυσικό να μην μπορεί να δεί τίποτε άλλο. Η Αγγλία  έχει ιστορικώς στηριχτεί στις αποικίες της. Χάνοντάς τες στράφηκε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, κυριάρχησε σε αυτό – οι ΗΠΑ δεν ξέφυγαν αυτής της κυριαρχίας – και   προσπαθεί να επιβληθεί τώρα με αυτό παγκοσμίως, αλλάζοντας ή καλλίτερα διαστρέφοντας την μέχρι τώρα Ιστορία του Ανθρώπου.

Πρώτα απ’ όλα ο νέος αυτός Νόμος τιτλοφορείται «Οργάνωση Ανώτατης Εκπαίδευσης, Ανεξάρτητη Αρχή για τη διασφάλιση και πιστοποίηση της ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση». Ο τίτλος αυτός τα λέει όλα. Δεν μιλάμε για Παιδεία, μιλάμε για Εκπαίδευση. Η διαφορά είναι τεράστια. Στη  πρώτη περίπτωση θα οργανώναμε μια κυψέλη δημιουργίας Σκέψης, αυτή πάνω στην οποία στηρίχτηκε μέχρι τώρα η Ιστορία του Ανθρώπου. Στη δεύτερη περίπτωση στοχεύουμε στην εκπαίδευση ανθρώπων που θα στελεχώσουν την «αγορά» και εδώ βρίσκεται ο άλλος πυλώνας του επαναπροσδιορισμού των στόχων του Ανθρώπου. «Αγορά» στη προκειμένη περίπτωση είναι η «παραγωγή» καταναλωτικών προϊόντων, πηγή της ορισθείσης από την νεωτερικότητα έννοια της «ευτυχίας» – έννοια με την οποίαν ούτε ο μαρξισμός διαφωνούσε – «αγορά» είναι και η ολοένα και περισσότερο αυτονομούμενη από την κοινωνία και τις ανάγκες του Ανθρώπου «οικονομία», «οικονομία» που έχει καταδήλως κυριαρχήσει και της πολιτικής, καλλίτερα θα λέγαμε πως την έχει καταργήσει. Μακράν βεβαίως της Αγοράς όπως την εισήγαγαν οι Έλληνες, ως τόπο  έκφρασης της κοινωνίας και Πολιτικής συζήτησης – όπου Πολιτική η έκφραση των συλλογικών στόχων αναζήτησης του ουσιώδους. Ο νέος αυτός νόμος είναι και ιδιαιτέρως ευφυής, καθόσον δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης  των προθέσεών του στη πράξη. Οργανώνει και την «Ανεξάρτητη Αρχή διασφάλισης και πιστοποίησης της ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση».  Πρόκειται όμως πράγματι περί Ανεξάρτητης Αρχής; Στο άρθρο 72 του κατατεθέντος σχεδίου Νόμου αναφέρεται σαφώς πως «Το ανώτατο διοικητικό όργανο της Αρχής είναι το Συμβούλιο. Το Συμβούλιο της Αρχής συγκροτείται από δεκαπέντε μέλη, τα οποία ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» και συμπληρώνει: «Τα μέλη του Συμβουλίου απολαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας».

Φαντάζομαι πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερος σχολιασμός περί αυτού. Αυτή λοιπόν η «ανεξάρτητη» Αρχή θα καθορίζει την έννοια της ποιότητας στα Ανώτατα αυτά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και θα αξιολογεί τους πάντες και τα πάντα, θα καθορίζει και τα σχετικά με τις   χρηματοδοτήσεις των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ. Ας υποθέσουμε λοιπόν πως αυτή η «ανεξάρτητη» Αρχή κρίνει πως ποιότητα και αξιοσύνη για ένα Πανεπιστήμιο είναι η άμεση πρόσβαση στην αγορά εργασίας των αποφοίτων του. Σε αυτήν την περίπτωση όμως τα Τμήματα Καλών Τεχνών, Ανώτερων Μαθηματικών, θεωρητικής Φυσικής, Φιλοσοφίας και τόσα άλλα, που δεν δίνουν άμεση, αλλά ενίοτε μήτε και μακροπρόθεσμη πρόσβαση στην «αγορά» όπως την εννοούμε σήμερα, αλλά σε μιαν άλλην Αγορά, αυτή που δημιουργεί την Ιστορία, τα Τμήματα αυτά λοιπόν θα κλείσουν;

Με αυτά Κυρίες (κυρίως)  και Κύριοι του Υπουργείου Παιδείας δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, να είστε βέβαιοι πως υπηρετείτε και μάλιστα κακεκτύπως τις επιδιώξεις της Νεωτερικότητας, ακριβώς τη στιγμή της δύσης της. Η Ελλάς ευτύχησε μέχρι τώρα να μην την έχει εμπεδώσει, παρόλες τις προσπάθειες των μέχρι τώρα διορισμένων ή μη  πολιτικών της. Δεν βρίσκω τον «στρατηγικό» λόγο να σπεύσουμε τώρα ασθμαίνοντας να υιοθετήσουμε κάτι που καταδήλως είναι πλέον παρωχημένο. Με άλλο Τρόπο αναπτύσσονται οι νέες κρατικές οντότητες που θα κυριαρχήσουν στο παγκόσμιο στερέωμα – αν δεν έχουν ήδη κυριαρχήσει, καθόσον με όπλα του δυτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος το έχουν φέρει προ της κατάρρευσής του. Το θέατρο της Ιστορίας μεταφέρεται στην Ανατολή που στηρίζεται στις οικουμενικής εμβέλειας Παραδόσεις της, εις πείσμα των προσπαθειών της (αγγλοαμερικανικής) Δύσης να την αποπροσανατολίσουν.

Η Ελλάς είναι μια χώρα στην οποίαν στηρίχτηκε η Ευρώπη – η οποία Ευρώπη δεν διανοείτο και εξακολουθεί να μη διανοείται να υπάρξει χωρίς αυτήν – και η οποία Ελλάς κομίζει επίσης οικουμενικής εμβέλειας ιδιοπροσωπία. Ας την αφήσουμε ήσυχη να αναπτυχθεί όπως της έταξαν οι πραγματικοί ταγοί της, από τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, μέχρι τον Ρήγα, τον Μακρυγιάννη, τον   Δραγούμη, τον Σικελιανό, τον Πικιώνη, τον Θεοδωράκη και τους υπόλοιπους  μεγάλους διανοητές-εκφραστές του συλλογικού της ασυνείδητου,  ων ουκ έστι αριθμός.

 

7-8-2011

Το αμείλικτο μένος για το Πανεπιστήμιο

Το αμείλικτο μένος για το Πανεπιστήμιο

 

Του Δημήτρη Α. Σεβαστάκη*


 

Πολλοί πανεπιστημιακοί δημοσιεύουν ενδιαφέροντα ή και εξαιρετικά κείμενα, αντιδικώντας με το νέο νόμο για τα ΑΕΙ. Προσπαθούν να εξηγήσουν με όρους ενός αχαλίνωτου ουμανισμού, ή με όρους μιας δομημένης αλλά ακαδημαϊκής επιχειρηματολογίας, προβλήματα που δεν είναι καθόλου αυτονόητα για τον εξωπανεπιστημιακό πολίτη.

Συχνά αντιμετωπίζουν μια ανεξήγητη, κυρίως διαδικτυακή, επιθετικότητα. Απαντούν. Μόνο που απαντούν – φοβάμαι – σε λάθος ερώτημα. Το κέντρο της σοβαρής διαμάχης δεν είναι μια πολιτική «αβλεψία», μια τεχνοκρατική αδεξιότητα στην κατασκευή του νόμου. Ούτε η θεμελίωση ενός μεγάλου πολιτιστικού εγκλήματος που συντελείται με τη στρατηγική ανάσχεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στις πεινασμένες «αγορές» από κρατικοδίαιτους και ευρωδίαιτους επιχειρηματίες, που θέλουν τα ερευνητικά προγράμματα για τον εαυτό τους και, δυνητικά, τους φοιτητές για πελάτες τους. Ούτε, νομίζω, το πρόβλημα βρίσκεται στην «προπαγανδιστική αποτελεσματικότητα» του κυβερνητικού επιτελείου που έρχεται να συναντήσει και να εκμεταλλευτεί υπαρκτά και σοβαρά προβλήματα πανεπιστημιακής κακοδιοίκησης ή παραφθοράς.

Το πρόβλημα νομίζω ότι εκφράζεται με μια πολύπλευρη αποκαθηλωτική μέριμνα, μια βαθύτερη κοινωνική εμπάθεια προς το Πανεπιστήμιο. Εκεί πρέπει κανείς να αναζητήσει το κέντρο του προβλήματος. Ισως πρέπει να επισημάνω ότι σφοδρές επιθέσεις δέχεται το Πανεπιστήμιο κυρίως από τις υπώρειες της φθίνουσας μεσαίας τάξης. Γιατί; Πιθανόν γιατί το Πανεπιστήμιο αποτελεί ένα από τα τελευταία μεγάλα εννοιολογικά σχήματα, που πρέπει να θρυμματιστεί μέσα στον κοινωνικό εμφύλιο και τις ποικίλες προσωπικές και συλλογικές διαψεύσεις. Και η πιο διαψευσμένη αφήγηση είναι η ίδια η «νέα» μεσαία τάξη, που η ανέλιξή της πολιτικά και οικονομικά κορυφώθηκε τη δεκαετία του '90. Πολιτιστικά η «τάξη» αυτή θεμελιώθηκε σε μια τηλεοπτική «αιτιοκρατία», σε μια γρήγορη και αλματική μυθοπλαστική και αξιωματική υπέρβαση:

Ο νέος μέσα από μια ευνοϊκή σύμπτωση (ερωτική στην τηλεόραση, κομματική ή χρηματιστηριακή στη ζωή) ανέρχεται και πλουτίζει. Η νέα μεσαία τάξη αυτοαξιολογήθηκε όπως ακριβώς αξιολογούν στα τηλεπαιχνίδια, όπως επιλύουν τις δραματουργικές αντιθέσεις τα σίριαλ, με τη μαζική φαντασίωση της ανόδου στο φωτεινό πουθενά.

Πολλά από τα (διαψευσμένα πλέον) μέλη της απεχθάνονται κάτι που δεν εξαγοράζεται, αλλά δουλεύεται: τη μόρφωση, τη βαθιά καλλιέργεια, τη δεύτερη σκέψη, τη δύσκολη κριτική σύνθεση. Στη θέση τους θέλουν τη γραμματειακή βεβαίωση μόρφωσης, την περιληπτική πολυμάθεια, την προφάνεια, την προσχωρητική κατανόηση. Όχι φυσικά πως τα Πανεπιστήμια είναι μόνο ή οι μόνοι χώροι λογιοσύνης, αλλά είναι οι πιο ισχυρά θεσμισμένες προϋποθέσεις λογιοσύνης. Με μια σχετικά ήπια ταξικότητα επιτρέπουν στο ταλέντο, ακόμα και του φτωχού, να ανέλθει.

Η νέα μεσαία τάξη εκπαιδεύτηκε να μη θέλει το κοπιώδες ταλέντο, αλλά το υπέρλαμπρο ζωδιακό τεκμήριο. Σ’ ένα βαθμό, έτσι εκφράστηκε και η δική της άνοδος: μέσα από έναν ανάστροφο συλλογικό ναρκισσισμό. Αρκτικόλεξα λοιπόν, φόρμες συμπλήρωσης και αριθμήσεις ποιοτήτων και πάθους. Αυτό είναι το νέο Πανεπιστήμιο που χρειάζεται. Μια νέα μαζική ψευδαίσθηση, όπου ο καθρέφτης θα λέει ότι «είσαι ο πιο ωραίος» και η πραγματικότητα θα αποδεικνύει ότι είσαι ο πιο ηλίθιος.

Ναι, το Πανεπιστήμιο κουβαλάει προβλήματα που οι φοιτητές τα αισθάνονται στην πρώτη τους επαφή με αυτό και τους διδάσκοντες. Ανελαστική και δυσκίνητη ακαδημαϊκότητα, μη διαθεσιμότητα προσωπικού, συχνά ψυχρή και αυτοσυντηρητική διδασκαλία, απίθανη ανοργανωσιά, υλική φτώχεια, βλακώδεις ή πονηρούς ανταγωνισμούς και υπόγειες συνδέσεις παρεών.

Ναι, είναι αυτά τα προβλήματα που επιβαρύνουν το Πανεπιστήμιο και τους πνευματικούς ανθρώπους με ένα υπέρμετρα γραφειοκρατικό, φθοροποιό βάρος από περιττές συγκρούσεις και σπατάλες.

Ναι, είναι αυτά που συχνότατα δεν επιτρέπουν να συνεννοηθείς μετοχικά σε μια πνευματική και ποιητική εγρήγορση, όπως η διδασκαλία. Και είναι αυτά τα προβλήματα που με ένα τυφλό μένος ενισχύουν και καλλιεργούν η ίδια η πυρηνική σύλληψη του νόμου αλλά και οι συχνοί βωμολοχικοί τσαμπουκάδες εναντίον του Πανεπιστημίου και της πολιτιστικής συνθήκης που εγκλείει.

 

* Ζωγράφος, επ. καθηγητής ΕΜΠ,  dsevastakis@arch.ntua.gr

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011, http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=303868

Δημ. πανεπιστήμιο υπόθεση της κοινωνίας

Η μάχη για το δημόσιο πανεπιστήμιο, υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Η κυβέρνηση ετοιμάζεται να προχωρήσει στην ψήφιση του νομοσχεδίου διάλυσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τον ίδιο πραξικοπηματικό τρόπο που ούτως ή άλλως πολιτεύεται το τελευταίο διάστημα. Τη μόνη νομιμοποίηση της κίνησής της έχει αναζητήσει στα αρνητικά αντανακλαστικά ενάντια στην ακαδημαϊκή κοινότητα, εκμεταλλευόμενη και υπαρκτές παθογένειες του πανεπιστημιακού χώρου, τις οποίες το πανεπιστημιακό κίνημα έχει καταγγείλει από καιρό.

Υποστηρίζει ότι οι διαμαρτυρίες προέρχονται από τους πρυτάνεις που θέλουν να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, τους καθηγητές που δεν θέλουν να κρίνονται, τις κομματικές φοιτητικές παρατάξεις που θέλουν να συναλλάσσονται με τις πρυτανικές αρχές. Την ίδια ώρα, προβλήματα που έχει δημιουργήσει η ίδια η πολιτική της, όπως είναι η μεγάλη ανεργία των πτυχιούχων, σπεύδει να τα αποδώσει στο υποτιθέμενο… σοβιετικό (!) μοντέλο σχεδιασμού που επικράτησε, όπως μας είπε χτες ο κ. πρωθυπουργός. Ο στόχος είναι προφανής: η κυβέρνηση επιδιώκει οι αντιδράσεις να θεωρηθούν υπόθεση μόνο της πανεπιστημιακής κοινότητας και των φοιτητικών παρατάξεων, ενώ η ίδια παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των αναγκών της κοινωνίας για καλύτερη ανώτατη εκπαίδευση.

Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι το νομοσχέδιο αυτό θα έχει, ούτως ή άλλως, καταστροφικές επιπτώσεις πρώτα από όλα για την κοινωνία, για τους φοιτητές, για τους μελλοντικούς φοιτητές, για τις οικογένειές τους, αλλά και για τους εργαζομένους συνολικά.

Πρώτα από όλα, είναι προφανές ότι ακόμη και η σημερινή κουτσουρεμένη δωρεάν παιδεία διακυβεύεται. Ο ορίζοντας της δημοσιονομικής ασφυξίας, των περικοπών και της λογικής του επιχειρηματικού πανεπιστημίου είναι η γενίκευση των διδάκτρων και στο προπτυχιακό επίπεδο. Η ελληνική οικογένεια που βάζει βαθιά το χέρι στην τσέπη και πριν τις πανελλαδικές εξετάσεις αλλά και μετά καλύπτοντας μεγάλο μέρος του κόστους σπουδών (σίτιση, στέγαση), τώρα θα κληθεί πολύ σύντομα να πληρώσει και δίδακτρα.

Επιπλέον, είναι προφανές ότι η κυβέρνηση μεθοδεύει να υπάρχουν σημαντικά λιγότερες διαθέσιμες θέσεις στα δημόσια πανεπιστήμια και ΤΕΙ, ιδίως εάν σαρωθούν ή μαραζώσουν οριστικά τα περιφερειακά ιδρύματα. Όταν ολοκληρωθεί ο περιβόητος πανεπιστημιακός «Καλλικράτης», οι διαθέσιμες θέσεις θα είναι πολύ λιγότερες από όσες προσφέρονται τώρα. Η δυνατότητα να ελπίζει κάποια/ος ότι θα βελτιώσει τη θέση της/του μέσα από την ανώτατη εκπαίδευση θα περιοριστεί σημαντικά. Αυτό θα σπρώξει τους νέους είτε στους κάθε λογής εμπόρους των «κολεγίων» είτε, χειρότερα, στην ανεργία άνευ έστω και κάποιων τυπικών προσόντων. Την ίδια ώρα ολόκληρες περιοχές θα στερηθούν την πολιτισμική και αναπτυξιακή ώθηση που έδινε η παρουσία ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενισχύοντας τάσεις ερήμωσης της υπαίθρου.

Άλλωστε, η εικόνα που ήδη θα συναντήσουν οι φοιτητές επιστρέφοντας στα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ για το νέο ακαδημαϊκό έτος θα είναι τουλάχιστον αποκαρδιωτική. Οι αλλεπάλληλες περικοπές στους τακτικούς προϋπολογισμούς θα οδηγήσουν σε έλλειψη στοιχειωδών αναλώσιμων υλικών, σε αδυναμία επισκευών, σε κτίρια χωρίς θέρμανση. Την ίδια ώρα η παρατεταμένη αδιοριστία των εκλεγμένων μελών ΔΕΠ και οι τεράστιες περικοπές πιστώσεων για συμβασιούχους διδάσκοντες θα σημαίνουν ότι χιλιάδες μαθήματα δεν θα προσφερθούν και αρκετά Τμήματα δεν θα μπορούν να προσφέρουν ολοκληρωμένα προγράμματα σπουδών.

Έπειτα, το νομοσχέδιο διαλύει την ίδια την έννοια του πτυχίου. Τα διετή ή τριετή πτυχία και η λογική των τριών κύκλων σπουδών θα σημαίνουν ότι οι νέοι δεν θα βγαίνουν στην αγορά εργασίας με στοιχειώδη επαγγελματικά δικαιώματα, αλλά με απλές βεβαιώσεις σπουδών. Ο κόπος και η προσπάθεια για να μπουν στα πανεπιστήμια θα ανταμείβεται με ακόμη περισσότερη ανασφάλεια και έλλειψη κατοχύρωσης. Το άγχος και το κυνήγι μιας θέσης στον ήλιο δεν θα σταματούν ποτέ. Η γενιά της ανεργίας, η γενιά που και θα ζήσει χειρότερα από τους γονείς της, θα λαμβάνει και με τυπικούς όρους τίτλους σπουδών «μειωμένων προσδοκιών».

Αλλά και η κατάργηση της αυτοδιοίκησης των πανεπιστημίων και των δημοκρατικών συμμετοχικών θεσμών μόνο αρνητικές συνέπειες θα έχει. Προσπαθεί να αποτρέψει τη δυνατότητα μέσα στο πανεπιστήμιο να υπάρχουν κινήματα για τη βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και των συνθηκών σποδών και διαβίωσης, ενώ φαλκιδεύει τη δυνατότητα των πανεπιστημιακών δασκάλων να διδάσκουν με παρρησία και μεράκι. Επιπλέον, απειλεί να ακυρώσει τη δυνατότητα των πανεπιστημίων να λειτουργούν ως χώροι παραγωγής γνώσης και κριτικής σκέψης. Οι επιχειρηματίες ή οι πολιτευτές που θα αποτελέσουν τα «εξωτερικά μέλη» του Συμβουλίου Διοίκησης δύσκολα θα ενδιαφέρονται για τη μελέτη του πολιτισμού, την ανάπτυξη ελεύθερου λογισμικού, την ακριβή μέτρηση της ανεργίας και της υποαπασχόλησης, τις φτηνές και οικολογικές λύσεις στη διαχείριση των απορριμμάτων. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα εξασφαλίζουν φτηνότερες μελέτες για τις «επενδύσεις» τους. Στην Ελλάδα που θεωρεί εναλλακτικές καλλιέργειες τα… φωτοβολταϊκά και σπεύδει να σχεδιάσει αυτοκινητοδρόμους την ίδια ώρα που διαλύει το σιδηρόδρομο και τις δημόσιες συγκοινωνίες, που θεωρεί τη βασική έρευνα εξωτικό είδος, που θεωρεί ότι τα γράμματα, ο πολιτισμός και η ιστορική μνήμη έχουν νόημα μόνο ως τουριστικά προϊόντα, το Πανεπιστήμιο της κριτικής σκέψης και της κοινωνικά προσανατολισμένης έρευνας θεωρείται περιττή πολυτέλεια.

Όσο για την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, αυτή δεν πρόκειται να φέρει την «ευταξία» στα Πανεπιστήμια. Ποιος γονιός θα κοιμάται πιο ήσυχος όταν ξέρει ότι ανά πάσα στιγμή, επειδή έτσι έκρινε ένας αστυνομικός διευθυντής ή ένας εισαγγελέας, οι πανεπιστημιακοί χώροι θα γίνονται θάλαμοι αερίων και ξυλοδαρμών όπως αυτοί που ζήσαμε στην Πλατεία Συντάγματος;

Για όλους αυτούς τους λόγους το πραγματικό θύμα των αλλαγών που θέλει να επιβάλει η κυβέρνηση του Μνημονίου δεν θα είναι κάποιες συντεχνίες ή κάποιες παρατάξεις, αλλά ολόκληρη η κοινωνία. Είναι προς το συμφέρον της εργαζόμενης πλειοψηφίας τα κυβερνητικά σχέδια για μια ανώτατη εκπαίδευση συρρικνωμένη, φτωχότερη, ιδιωτικοποιημένη και πολύ πιο αυταρχική να μείνουν στα χαρτιά. H μάχη για ένα πραγματικά Δημόσιο Δωρεάν Δημοκρατικό Πανεπιστήμιο οφείλει να γίνει υπόθεση όλων μας.

 

ΠΗΓΗ: 24-08-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=43027

Αβέβαιο είναι πλέον το μέλλον του ευρώ

Αβέβαιο είναι πλέον το μέλλον του ευρώ

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Κανένας δεν μπορεί πλέον να στοιχηματίσει με βεβαιότητα ότι το ευρώ θα συνεχίσει να είναι και στο μέλλον το κοινό νόμισμα των δεκαεφτά χωρών-μελών της ΕΕ, που είναι σήμερα και, μάλιστα, με τάση διαρκούς επέκτασης και σε άλλα κράτη που συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η οικονομική θύελλα που μαίνεται εδώ και τρία χρόνια στην Ευρώπη απειλεί να προσλάβει τα χαρακτηριστικά πολιτικοκοινωνικού κυκλώνα, που δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο – ούτε το ευρώ ούτε καν την ίδια την ΕΕ!

Οι φυγόκεντρες δυνάμεις που επικρατούν στην Ευρωζώνη είναι πλέον εξόφθαλμες, ορατές από τον καθένα. Από την περασμένη εβδομάδα, τα επιτόκια δανεισμού της Ιταλίας και της Ισπανίας στα δεκαετή κρατικά ομόλογα έφτασαν στο 6,5%, ξεπερνώντας κάθε όριο από το… 1997, όταν, δηλαδή, η ιταλική λιρέτα και η ισπανική πεσέτα ήταν δύο πολύ αδύναμα εθνικά νομίσματα. Το χειρότερο είναι ότι ξεπέρασαν και το όριο που μόλις είχε υπερβεί πέρσι η Ελλάδα είχαν τεθεί σε κίνηση οι μηχανισμοί τελικής υπαγωγής της υπό καθεστώς Μνημονίου!

Μόνο που στην περίπτωση της Ισπανίας και ιδίως της Ιταλίας δεν υπάρχει καμία δυνατότητα «διάσωσής» τους μέσω της επιβολής καθεστώτος Μνημονίου. Τα οικονομικά μεγέθη τους δεν είναι διαχειρίσιμα στο πλαίσιο της πολιτικής των Μνημονίων.

Οι «μεγάλοι» χρωστούν τα πολλά

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Βάσει των επίσημων στοιχείων της ΕΕ για το δημόσιο χρέος των κρατών της Ευρωζώνης το 2010 –σημειωτέον ότι κατά το 2011 η κατάσταση επιδεινώνεται ραγδαία στον τομέα αυτό για όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης–, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας δεν έφτανε ούτε στο 4% του συνολικού δημόσιου χρέους των κρατών της Ευρωζώνης. Το συνολικό χρέος των δεκαεφτά χωρών-μελών της ανήλθε πέρσι στα 7,84 τρις ευρώ.

Αν προστεθεί το δημόσιο χρέος και των δύο υπόλοιπων κρατών που έχουν περάσει υπό καθεστώς Μνημονίου, βλέπουμε ότι το συνολικό δημόσιο χρέος της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας ανέρχεται στο 8% του συνολικού δημό­σιου χρέους της Ευρωζώνης.

Με την Ιταλία, όμως, να χρωστά 1,84 τρις ευρώ και την Ισπανία να χρωστά άλλα 640 δις, η κλίμακα αλλάζει εντελώς. Οι δύο χώρες έχουν μόνες τους το… 30% του δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης!

Ο πολύς κόσμος δεν έχει συνειδητοποιήσει, επιπλέον, ότι η «καρδιά» του ηγεμονικού πυρήνα της ΕΕ και της Ευρωζώνης, η Γερμανία και η Γαλλία, είναι ταυτόχρονα και οι μεγάλοι κρατικοί οφειλέτες, καθώς, λόγω του μεγέθους της οικονομίας τους, το δημόσιο χρέος τους απογειώνεται στη… στρατόσφαιρα: Η Γερμανία χρωστούσε το 2010 το ασύλληπτο ποσό των… 2,08 τρις ευρώ, ενώ η Γαλλία 1,6 τρις! Στο 83,2% του ΑΕΠ της ανερχόταν το δημόσιο χρέος της Γερμανίας, που… κουνά το δάχτυλο στους πάντες  – σημειωτέον ότι μόλις 60% είναι το ανώτατο επιτρεπτό όριο από το Σύμφωνο Σταθερότητας… –, και στο 81,7% του ΑΕΠ βρισκόταν το δημόσιο χρέος της Γαλλίας.

Γερμανία και Γαλλία, δηλαδή, έχουν από κοινού το… 44% του δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης! Το 8% έχουν οι «μπατίρηδες» Έλληνες, Πορτογάλοι και Ιρλανδοί· το 44% οι πλούσιοι Γερμανοί και Γάλλοι! Και μας βρίζουν και μας εξευτελίζουν κι από πάνω! Ωραίοι είναι…

Οι τράπεζες ισχυρότερες από τα κράτη!

Οι δήθεν «ιστορικές» αποφάσεις της έκτακτης Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης στις 21 Ιουλίου αποδείχτηκαν… μπούρδες! Εντελώς ανεπαρκείς, δηλαδή, για να αναχαιτίσουν την επέκταση των κερδοσκοπικών επιθέσεων εναντίον των κρατικών ομολόγων της Ισπανίας αλλά ακόμη και της Ιταλίας, ρίχνοντας παράλληλα και τις πρώτες προειδοποιητικές βολές εναντίον της Γαλλίας!

Από την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υποχρεώθηκε να αρχίσει να αγοράζει ισπανικά και ιταλικά κρατικά ομόλογα, προσπαθώντας να αναχαιτίσει την άνοδο των επιτοκίων δανεισμού των δύο χωρών. Μάταιος κόπος, κατά τη γνώμη μας…

Το πρόβλημα είναι βαθύτατα δομικό. Στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, όπου τα κράτη δανείζονται από τις ιδιωτικές τράπεζες και όχι από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή από άλλα κράτη, δεν υπάρχει λύση!

Πόσω μάλλον που, αφενός, οι τράπεζες επιβάλλουν στα κράτη όσο υψηλά επιτόκια θέλουν και, αφετέρου, όταν οι τράπεζες πέφτουν έξω στα τυχοδιωκτικά χρηματοοικονομικά παιχνίδια τους, υποχρεώνουν τις κυβερνήσεις των κρατών να τις διασώζουν με λεφτά των φορολογουμένων και, στη συνέχεια, μόλις διασωθούν, επιτίθενται σαν ύαινες και κατασπαράζουν τα κράτη της Ευρωζώνης –και όχι μόνο–, οδηγώντας τα προς τη χρεοκοπία! Γδέρνουν αδίστακτα τα κράτη που τις διέσωσαν!…

Όσο συνεχίζεται αυτή η πολιτική, δεν υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να ανακάμψουν οι οικονομίες των κρατών. Οι τράπεζες με τον τρόπο αυτό καθίστανται πολύ ισχυρότερες από τα κράτη. Οι τράπεζες, μάλιστα, κερδοσκοπούν έτσι εκ του ασφαλούς, αφού τα μεν κέρδη τους είναι δικά τους, τις δε ζημίες τους τις… κοινωνικοποιούν μέσω των κυβερνήσεων και τις φορτώνουν στις πλάτες των λαών…

Μόνη λύση ο δανεισμός από την ΕΚΤ

Τεχνοκρατικά, λύση υπάρχει μέσα στο πλαίσιο του συστήματος. Είναι απλούστατη, προϋπήρχε του ευρώ και εφαρμόζεται από τις κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και όλων των χωρών του κόσμου: Τα κράτη της Ευρωζώνης πρέπει να δανείζονται πρωτίστως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τους πολίτες τους, μέσω της έκδοσης ομολόγων προσιτών στο ευρύ κοινό!

Δεν ανακαλύψαμε απολύτως τίποτε. Επαναφέρουμε αυτό που υπήρχε σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης πριν από την εισαγωγή του ευρώ και των κυριολεκτικά διεστραμμένων κανόνων λειτουργίας της ΕΚΤ.

Είναι απλούστατο: Η ΕΚΤ θα δανείζει τα κράτη μακροπρόθεσμα –για δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνια– με χαμηλό επιτόκιο, έχοντας ως κύριο γνώμονά της την ανάπτυξη των εθνικών οικονομιών, και όχι το κέρδος. Στη βάση πολιτικών κριτηρίων, όταν παρουσιά­ζονται ιδιαίτερες δυσκο­λίες σε ένα ή σε περισσότερα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, θα μπορούν να τροποποιούνται προσωρινά ή μονιμότερα οι όροι του δανεισμού για να βοηθιούνται οι χώρες.

Παράλληλα, πρέπει, αφενός, να εκδοθεί ευρωομόλογο και, αφετέρου, να επιτραπεί η διάθεση των εθνικών κρατικών ομολόγων απευθείας στο αποταμιευτικό κοινό, και όχι μόνο στις τράπεζες, όπως γίνεται από τότε που εισήχθη το ευρώ.

Αντί να ακούμε τις ανοησίες και τα αίσχη των απατεώνων κερδοσκόπων στη δευτερογενή αγορά για επιτόκια των ελληνικών ομολόγων της τάξης του… 15% ή και του 25% (!), ανάλογα με τη διάρκειά τους, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες θα έτρεχαν να τα αγοράσουν με επιτόκιο μόλις 5%, ιδίως εάν η κυβέρνηση Παπανδρέου, η πιο εχθρική προς το λαό κυβέρνηση που υπήρξε ποτέ στη χώρα αυτή, προχωρούσε σε μια τέτοια κίνηση, προτού διασύρει διεθνώς και εξευτελίσει παντελώς τη χώρα…

Απαιτούνται ριζικές ανατροπές

Η ανωτέρω πρόταση είναι απολύτως εντός του συστήματος. Δεν έχει τίποτε το προοδευτικό. Αποκλείεται, όμως, να γίνει δεκτή, παρόλο που συνιστά εφικτή λύση. Οι λόγοι της απόρριψής της είναι πολλοί.

Πρώτα πρώτα, η ΕΚΤ είναι τράπεζα που ανομολόγητα έχει ως ύψιστη αποστολή της την υπεράσπιση των συμφερόντων των τραπεζών, και όχι των χωρών και των λαών της Ευρώπης. Οι ιδιωτικές τράπεζες θα χάσουν εκατοντάδες δις ευρώ κέρδη, εάν αρχίσει να δανείζει τα κράτη η ΕΚΤ, και όχι αυτές.

Δεύτερον, οι πολιτικοί ηγέτες των ευρωπαϊκών χωρών είναι πρωτίστως δέσμιοι των συμφερόντων των τραπεζών της χώρας τους, οι οποίες θα χάσουν πολλά χρήματα, εάν οι καταθέτες πάρουν τμήμα των καταθέσεών τους από τις τράπεζες για να δανείσουν το κράτος και να σώσουν τη χώρα, αγοράζοντας κρατικά ομόλογα. Καμία διάθεση δεν έχουν, λοιπόν, οι πολιτικοί ηγέτες να εκδώσουν κρατικά ομόλογα, που να μπορεί να τα αγοράσει ο κάθε πολίτης.

Τρίτον, λυσσαλέα αντιστέκεται η Γερμανία στην έκδοση ευρωομολόγων και, αν τελικά υποχωρήσει, υπό το κράτος της επικείμενης κατάρρευσης της Ευρωζώνης, θα κάνει τα πάντα για να στραγγαλίσει στην πράξη το μέτρο αυτό, περιορίζοντας δραστικά τον όγκο των ευρωομολόγων που θα εκδοθούν, ώστε οι θετικές συνέπειές του να είναι σχεδόν περιθωριακές.

Υπό το κράτος αυτών και πολλών άλλων, το μέλλον του ευρώ δεν διαγράφεται καθόλου ρόδινο…

 

Δημοσιεύτηκε: περιοδικό Επίκαιρα: 11/08/2011

 

ΠΗΓΗ: 17/08/2011, http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=27253&category_id=100