Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΩΣ ΑΓΟΡΑ

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΩΣ ΑΓΟΡΑ


Κείμενα: Π. Αντωνόπουλος, Α. Καλούσης, Γ. Κρεασίδης, Ντ. Ρέππα, Κ. Τουλγαρίδης

 

I) ΚΕΝΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Υποχρηματοδότηση με πολιτικά κίνητρα

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εφαρμόζοντας το πρώτο Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο, επιχειρεί μια διαρκή επίθεση με στόχο την απαξίωση,  την υποβάθμιση και εντέλει τη διάλυση της δημόσια και δωρεάν παιδείας. Εκρηκτική θα είναι η κατάσταση σε σχολεία και Πανεπιστήμια με τη νέα χρονιά.

Η ψήφιση του νόμου-εκτρώματος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση προμηνύει σεισμικές δονήσεις πολλών ρίχτερ. Ταυτόχρονα, το πρώτο κουδούνι θα βρει τα σχολεία με χιλιάδες κενά μια και φέτος είχαμε τους λιγότερους διορισμούς μεταπολεμικά (546  έναντι 2500 πέρσι). Με δεδομένο ότι συνταξιοδοτούνται 11.500 εκπαιδευτικοί, ο αριθμός  προσλήψεων  αναπληρωτών (16.220 από το Γενικό Κρατικό Προϋπολογισμό και 4.500 μέσω ΕΣΠΑ) καθώς και οι συμπράξεις μεταξύ Μ.Κ.Ο. και «Καλλικρατικών» δήμων για πρόσληψη εκπαιδευτικού προσωπικού καταδεικνύει την πρόθεση της κυβέρνησης για επέκταση και εδραίωση των ελαστικών σχέσεων εργασίας στο χώρο της εκπαίδευσης με συνθήκες γαλέρας. Παράλληλα, ήρθε η ώρα της αλήθειας για τις περσινές συγχωνεύσεις-καταργήσεις σχολείων. Δημιουργούνται τεράστια κενά εκπαιδευτικών  πολλές χιλιάδες χαμένες διδακτικές ώρες, σχολεία με περισσότερους μαθητές ανά τμήμα και με τους μαθητές στην επαρχία να διανύουν μεγάλες αποστάσεις. Ακόμη και  τα βιβλία δεν θα  είναι στα χέρια των μαθητών στην αρχή της σχολικής χρονιάς αφού μόλις πριν λίγες μέρες έγινε η απευθείας ανάθεση εκτύπωσης (10 εκατ. ευρώ) με αδιαφανείς διαδικασίες. Ταυτόχρονα, η υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης (2,7% του ΑΕΠ) οδηγεί το….manager με το νέο αυταρχικό  πλαίσιο λειτουργίας των σχολικών μονάδων, κάτι που έγινε φανερό και από τις διαδικασίες επιλογή τους. Την ίδια στιγμή, οι περικοπές που προβλέπει το μεσοπρόθεσμο (μείωση 150 ευρώ το μήνα καθαρά), με τις περικοπές από το νέο μισθολόγιο-σφαγείο να ακολουθούν, η αναδρομική ισχύ τους και ο κεφαλικός φόρος από την εφορία μέσα στο Σεπτέμβρη είναι η υφαρπαγή ενός μισθού μέχρι τα Χριστούγεννα. Αν η παραπάνω κατάσταση στην εκπαίδευση είναι βόμβα έτοιμη να εκραγεί, είναι σαφές ότι μπορεί να την απασφαλίσει η οργή και ο θυμός που δημιουργεί η νέα οικονομική αφαίμαξη των εκπαιδευτικών. [Επιδιώκουν το] «νέο» σχολείο της αγοράς, να ανοίξει τις πύλες του σε κάθε επίδοξο χορηγό και ιδιωτικοποιεί τη δημόσια εκπαίδευση. Απαραίτητος για τη λειτουργία του σχολείου αυτού, είναι ο Διευθυντής

II) ΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΝΩΣΗ ΣΤΗΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

Υψηλής ειδίκευσης αμάθεια σε μια εκπαίδευση που παύει να είναι δημόσια και δωρεάν. Τα τελευταία χρόνια μόνιμα επαναλαμβάνεται από τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ η ανάγκη για μια «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» για να ξεπεραστεί η κρίση στην παιδεία. Αυτό που ονομάζουν «κρίση» δεν είναι παρά οι αναντιστοιχίες της εκπαίδευση με τις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου. Το πλαίσιο αυτής αναπροσαρμογής περιγράφει η ΕΕ για λογαριασμό του κεφαλαίου συνολικά στην Ευρώπη σε μια σειρά από διακηρύξεις και ντοκουμέντα, με πιο καθοριστικό αυτό της Μπολόνια.

Φυσικά από τις διακηρύξεις στην πράξη υπάρχει απόσταση, είτε λόγω του αστάθμητου παράγοντα της σημερινής κρίσης είτε λόγω των αγώνων του κινήματος παιδείας. Έτσι μετά από κάθε νόμο για την παιδεία η συζήτηση ξεκινά από την αρχή και η προηγούμενη «μεταρρυθμιστική τομή» περνάει στην ιστορία μαζί με τους τσαλακωμένους υπουργούς παιδείας. Στη σημερινή συγκυρία, η ανάγκη αλλαγών είναι για το κεφάλαιο επιτακτική, καθώς επιχειρεί τη λεγόμενη «επανίδρυση του καπιταλισμού» προσπαθώντας να αντέξει ή και να ξεπεράσει την κρίση με μια βουτιά στη βαρβαρότητα.  Κρίσιμη πλευρά αυτής της πολιτικής είναι η αποχώρηση του κράτους από την παροχή των κοινωνικών υπηρεσιών, η κατάργηση της έννοιας του δημόσιου αγαθού. Το κόστος της εκπαίδευσης και της δημόσιας υγείας για παράδειγμα δεν αντιμετωπίζονται πια ως ανελαστικές δαπάνες. Θεωρούνται δαπάνες που μπορούν να καταργηθούν, για να εξοικονομηθούν πόροι για τις νέες προτεραιότητες, όπως η σωτηρία των τραπεζών, οι εξοπλισμοί ή η διόγκωση των μηχανισμών καταστολής.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως μια μεγάλη αγορά. Στις αρχές του 21ού αιώνα ένα 6% από το ακαθάριστο προϊόν στις χώρες του ΟΟΣΑ πήγαινε στην εκπαίδευση. Το 80% από αυτό ήταν δαπάνες της κρατικής χρηματοδότησης του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος. Αυτά τα ποσά αντιμετωπίστηκαν ως διαφυγόντα κέρδη για τη διεθνή βιομηχανία εκπαίδευσης που έχει έναν τεράστιο και διευρυνόμενο τζίρο.

Σε αυτό το πλαίσιο έρχεται η ριζική περικοπή δαπανών, από τα λειτουργικά έξοδα μέχρι το κόστος των προσλήψεων. Ακολουθεί η ιδιωτικοποίηση πλευρών της λειτουργίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, όπως η καθαριότητα ή το σχολικό βιβλίο και το πανεπιστημιακό σύγγραμμα, οι υποδομές και ο εξοπλισμός συνολικά. Παραπέρα ενισχύεται η απευθείας λειτουργία φορέων ιδιωτικής παιδείας όλων των βαθμίδων, γι’ αυτό και ο νόμος Διαμαντοπούλου προβλέπει τη συμμετοχή κολεγίων στην παροχή των πιστωτικών μονάδων που θα συνθέτουν τα πιστοποιητικά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, προσπερνώντας έτσι τη συνταγματική απαγόρευση των ιδιωτικών ΑΕΙ. Μια ακόμη διάσταση της ιδιωτικοποίησης είναι η άμεση εμπορευματοποίηση της έρευνας και η λειτουργία των ΑΕΙ με τρόπο που να εξυπηρετεί τις ανάγκες του κεφαλαίου, δίνοντας έτσι μια εναλλακτική λύση στο τεράστιο κόστος της λειτουργίας ενός πανεπιστημίου.

Η λειτουργία με ιδιωτικοοκονομικά κριτήρια και η προβολή της δήθεν ανάγκης τα εκπαιδευτικά ιδρύματα να είναι οικονομικά βιώσιμα, να «βγάζουν τα λεφτά» τους, καλύπτουν τη μετακύλιση του κόστους άμεσα στην κοινωνία. Είναι παράλογο να περιμένει κανείς άμεση οικονομική απόδοση από την εκπαίδευση. Το κέρδος δεν είναι παρά το μορφωτικό επίπεδο και ό,τι θετικό συνεπάγεται αυτό για την κοινωνία. Η γενικευμένη εμπορευματοποίηση οδηγεί σε μια πραγματικότητα όπου μπορεί τα σχολεία να παραμένουν κρατική υπηρεσία, η παιδεία όμως χάνει το δημόσιο χαρακτήρα της ως κοινωνικού αγαθού που παρέχεται δωρεάν.

Όσο για το αν παραμένει εκπαίδευση, αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση. Η εκπαίδευση της «επανίδρυσης του καπιταλισμού» έχει στρατηγικό ρόλο στη διαμόρφωση του νέου μοντέλου εργαζόμενου της εποχής των Μνημονίων. Η τεχνολογική εξέλιξη έχει οδηγήσει σε σημείο ώστε ο μηχανικός εξοπλισμός να ενσωματώνει ικανότητες που μόνο ο άνθρωπος εμφάνιζε στην παραγωγή, για παράδειγμα στο μηχανολογικό ή αρχιτεκτονικό σχέδιο ή ακόμη και στην υλοποίησή του, μέσα από τις προοπτικές που ανοίγει η πειραματική σήμερα τρισδιάστατη εκτύπωση. Παράλληλα όμως χρειάζονται ικανότητες χειρισμού, για τις οποίες αρκεί η διαχείριση πληροφοριών με περιορισμένο ορίζοντα και περιορισμένη αντίστοιχα διάρκεια ζωής. Είναι η διαφορά ανάμεσα στον προγραμματιστή και στο χειριστή ενός πακέτου λογισμικού. Από αυτόν απαιτούνται κατάρτιση χειρισμού υπολογιστή, πληροφορίες για το συγκεκριμένο πρόγραμμα, αλλά και η ικανότητα να τις ανανεώσει όταν θα έρθει η ώρα αναβάθμισης του προγράμματος. Όχι όμως και ολοκληρωμένες γνώσεις πληροφορικής. Επίσης υπάρχει στροφή στις ελαστικές σχέσεις εργασίας είτε πρόκειται για τον προγραμματιστή είτε για τον ταμία στο σουπερμάρκετ. Το κεφάλαιο φιλοδοξεί να γλιτώσει από τον πληρωμένο νεκρό χρόνο του οχτάωρου, τις γνώσεις μιας γενικής παιδείας που δεν αφορούν άμεσα τη μία ή άλλη τη δεξιότητα που απαιτεί η συγκεκριμένη δουλειά και πάνω απ’ όλα ζητά την εμπέδωση μιας νέας εργασιακής ηθικής. Αυτής που θέλει εργαζόμενους να δουλεύουν εντατικά, με κατάρτιση μιας χρήσης, για δουλειές μιας χρήσης, χωρίς δεσμεύσεις του εργοδότη, χωρίς δικαιώματα και χωρίς τυπικά προσόντα που ενισχύουν την αυτοπεποίθηση και τη διεκδίκηση.

Σε αυτό το πλαίσιο το βάρος στην εκπαίδευση πέφτει σε συγκεκριμένες δεξιότητες (γραφή, ανάγνωση, αριθμητική, ξένες γλώσσες και κυρίως αγγλικά και πληροφορική) που διδάσκονται πλέον από την Α‘ δημοτικού.

Αντί της γνώσης στο επίκεντρο μπαίνει η πληροφορία και η διαχείριση της. Αυτό εξυπηρετούν τα βιβλία με την πληθωρική ύλη ασύνδετων μεταξύ τους πληροφοριών και η διδακτική μεθοδολογία των εξετάσεων και των τεστ. Ολοκληρώνεται στο «νέο λύκειο» με το πρότζεκτ, την ερευνητική εργασία. Εκεί αντίθετα την έρευνα και την πρωτοβουλία του μαθητή που πρεσβεύει η επιστημονική θεωρία, το βάρος πέφτει στην παρουσίαση και διαχείριση του υλικού. Αυτό καθώς πρέπει να υλοποιηθεί στον περιορισμένο χρόνο του τετραμήνου και με περιορισμένη βοήθεια από έναν καθηγητή που επιβλέπει μεγάλο μαθητών, είναι πολύ πιθανό να είναι ετοιματζίδικο από το διαδίκτυο, βοηθήματα της αγοράς κ.ο.κ.

Την εξοικείωση με τη σκληρή εργασία φέρνουν το πολύωρο πρόγραμμα και οι εντατικοί ρυθμοί. Αυτοί διαμορφώνονται με επιλογές που ξεκινούν από τα 7ωρα της Α’ δημοτικού στα 800 πιλοτικά ολοήμερα μέχρι τον εξεταστικό μαραθώνιο του «νέου λυκείου». Ενισχυτικά λειτουργεί και η αλλαγή που θέλει το «τεχνολογικό λύκειο» να δίνει βάρος στη μαθητεία παρά στο μάθημα, δηλαδή στη νεανική εργασία με όρους παραγιού.

Η επιλογή στα πανεπιστήμια και τη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση για αντικατάσταση του πτυχίου από πιστοποιήσεις ατομικών και διαφοροποιημένων προγραμμάτων σπουδών και κατάρτισης, διασφαλίζει στο κεφάλαιο εργαζόμενους χωρίς μια ενιαία μορφωτική βάση και τα αντίστοιχα ενιαία εργασιακά δικαιώματα, την υπονόμευση δηλαδή της δυνατότητας διεκδίκησης συλλογικής σύμβασης εργασίας και συνδικαλιστικής ενοποίησης.

Κεντρική θέση σε αυτό το μοντέλο έχει ο αυταρχισμός που ουσιαστικά μεταφέρει το μοντέλο διοίκησης των επιχειρήσεων στην εκπαίδευση. Διευθυντικό δικαίωμα, ποινές, κατάργηση των εκλεγμένων οργάνων και άκριτη αποδοχή των εντολών, δημιουργούν ένα πλαίσιο χειραγώγησης και προετοιμασίας για την καπιταλιστική παραγωγή. Αποτελούν παράλληλα εγγύηση οπισθοδρόμησης, καθώς μάθηση και έρευνα χωρίς ελευθερία γνώμης και κριτικής δεν μπορεί να υπάρξει με δημιουργικό τρόπο.

Βέβαια αν έτσι το κεφάλαιο προσανατολίζει την εκπαίδευση σε αυτό που έχει ανάγκη, ένα εργατικό δυναμικό ευέλικτο, φτηνό και υποταγμένο, δε σημαίνει ότι γλιτώνει από τις αντιφάσεις. Η γενικευμένη στροφή από τη γνώση στις πληροφορίες δημιουργεί την ιδιομορφία μιας υψηλής εξειδίκευσης αμάθεια, που διασφαλίζει πολλά στο επίπεδο του κόστους και της κοινωνικής συνείδησης, αλλά δε συνιστά πλεονέκτημα στο ανταγωνιστικό περιβάλλον του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι συνειρμοί που γεννά το γεγονός ότι η Κίνα τείνει να περάσει σε επιστημονικές ανακοινώσεις τις ΗΠΑ δεν παραπέμπουν σε μια υπερδύναμη με ακλόνητη θέση.

Ακόμη χειρότερα η ριζική περικοπή των δαπανών για τη δημόσια εκπαίδευση σε οδηγεί πάντα το χέρι των γονιών βαθύτερα στην τσέπη που έτσι κι αλλιώς αδειάζει εύκολα και γεμίζει δυσκολότερα. Έτσι λχ οι συγχωνεύσεις σχολείων σε πολλές περιοχές δημιουργούν ανάγκες για μετακίνηση μαθητών, η οποία καθώς περνά στους χρεοκοπημένους δήμους, προσθέτει ένα ακόμη κοινωνικό πρόβλημα. Η μεγάλη μείωση των διορισμών αφήνει άδεια από προσωπικό τα ολοήμερα και σε αδιέξοδο τους εργαζόμενους γονείς. Για να ακολουθήσουν οι μαζικές προσλήψεις αναπληρωτών και ωρομισθίων με όρους ακόμη πιο «ελαστικούς», ενώ στο προσκήνιο ήρθε και με την πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ η αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών για να συμπληρωθούν τα κενά.

III) ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ

Φετίχ ο νέος ατομικός φάκελος προσόντων

Αντιμέτωπη με ιστορική μετάλλαξη βρίσκεται η θεσμική εκπαίδευση, πιο δειλά στις πρώτες βαθμίδες και πιο καθαρά στην τριτοβάθμια. Το σχολείο και ιδιαίτερα το Πανεπιστήμιο αλλάζουν ριζικά. «Ως πριν από λίγες δεκαετίες η βασική εκπαίδευση και τα προσόντα καθόριζαν τη θέση του καθενός στην κοινωνία περίπου για όλη του τη ζωή. Σήμερα όχι μόνο οι μηχανές (το φυσικό κεφάλαιο) αλλά και τα άτομα (το ανθρώπινο κεφάλαιο) μπορούν να καταστούν απαρχαιωμένα… Έτσι ο σκοπός του σχολείου δεν θα είναι πλέον να παράσχει ένα τελικό προϊόν για τη βιομηχανία» (Ρόλαντ Γκας, σύμβουλος ΟΟΣΑ σε εκπαιδευτικά θέματα). Η εκπαιδευτική διαδικασία δεν καθορίζεται πια από το «τι διδάσκεται ο εκπαιδευόμενος» αλλά από το «τι μπορεί να κάνει μετά την εκπαίδευσή του», που ορίζεται ως «μαθησιακά αποτελέσματα». Οι έννοιες αλλάζουν εντελώς. Το χρήσιμο στην αγορά εργασίας δεν είναι πια μια γνώση έστω και με τη μορφή κατάρτισης, αλλά πλήθος εξαιρετικά συγκεκριμένων δεξιοτήτων και πληροφοριών που μπορούν να αποδώσουν γρήγορα και οικονομικά το μέγιστο κέρδος για το κεφάλαιο σε πολλές και διαφορετικές εργασίες. Γι’ αυτό σε όλη τη βασική εκπαίδευση τα βιβλία επικεντρώνουν κυρίως σε συγκεκριμένες δεξιότητες, σε βάρος της γενικής παιδείας, στην πρωτοβάθμια μπήκαν τα Αγγλικά και οι υπολογιστές στην Α’ δημοτικού, στη δευτεροβάθμια το νέο Λύκειο είναι της εξειδίκευσης και της διαφοροποίησης ενώ στο Πανεπιστήμιο συντελείται η εκ βάθρων ανατροπή μια και οι σπουδές παύουν να έχουν ένα στοιχειωδώς ολοκληρωμένο, αναγκαίο περιεχόμενο αλλά γίνονται χυλός.

Σ’ αυτό το περιβάλλον ο εκπαιδευόμενος καλείται να γεμίσει το ατομικό του φάκελο με προσόντα και πιστοποιήσεις, φτιάχνοντας το ξεχωριστό εργασιακό του προφίλ. Μέχρι σήμερα, κάθε τίτλος σπουδών οδηγούσε σε συγκεκριμένα επαγγελματικά δικαιώματα και σε αντίστοιχα συλλογικά. Σήμερα, απόφοιτοι ίδιου τύπου Λυκείου και Πανεπιστημίου θα έχουν διαφορετικούς ατομικούς φακέλους προσόντων κι άρα καμία αντικειμενική βάση διεκδίκησης συλλογικού δικαιώματος. Η τεράστια αυτή ανατροπή που δε θα εξαρτάται από την ταξική πάλη αλλά θα αποκτά «αντικειμενική» βάση στα προσόντα των εργαζομένων, είναι βασικό όφελος και επιδίωξη του κεφαλαίου. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας για το εκπαιδευτικό κι εργατικό κίνημα. Η μάχη του περιεχομένου και της δομής των σπουδών αποκτά για πρώτη ίσως φορά στα μεταπολιτευτικά χρονικά τόσο κομβική σημασία γιατί δένεται άρρηκτα με τη βάση συσπείρωσης των εργαζομένων που πάντα ήταν το συλλογικό δικαίωμα.

 

IV) ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΟΡΟΙ, ΕΚΡΗΚΤΙΚΟ ΤΟ ΚΛΙΜΑ

Πανεκπαιδευτικό κίνημα αγώνα

Δεν έχει στοιχεία υπερβολής η εκτίμηση ότι η κυβέρνηση ενοποιώντας ως θύματα της πολιτικής της μαθητές, φοιτητές, εκπαιδευτικούς και μεγάλο κομμάτι των πανεπιστημιακών, δηλαδή το ζωντανό στοιχείο της εκπαίδευσης, δημιουργεί όρους για ένα επικίνδυνο πανεκπαιδευτικό κίνημα. Βιάζεται η κυβέρνηση να ξεμπερδεύει με κατακτήσεις δεκαετιών και έχει δημιουργήσει το πιο εκρηκτικό κλίμα των τελευταίων 40 χρόνων. Η χρονιά ξεκινά μέσα σε συνθήκες γενικευμένης δυσφορίας, αλλά και αγωνιστικής ετοιμότητας, όπως έγινε φανερό από τις διαδηλώσεις, μεγάλου όγκου, ενάντια στο νόμο Διαμαντοπούλου, την Τετάρτη σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Το εκρηκτικό κλίμα ενισχύεται γιατί η κυβέρνηση βρίσκεται στη δυσχερή θέση να επιτίθεται ταυτόχρονα σε όλα τα εμπλεκόμενα κομμάτια της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Η εκπαιδευτική πολιτική του ΠΑΣΟΚ στεγνή από κάθε μορφωτικό όραμα, σφραγισμένη από διοικητικό αυταρχισμό, υποτάσσει τα πάντα στη σταθερότητα του ευρώ και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Αυταπατάται η κυβέρνηση πιστεύοντας ότι νομοθετώντας στα μουλωχτά και δημιουργώντας νομικά τετελεσμένα θα αποφύγει την κοινωνική έκρηξη.

Το κίνημα έχει δημοκρατικές και αγωνιστικές παρακαταθήκες πολιτικών συγκρούσεων.  Η επιδίωξη του να σταματήσει το θανατηφόρο ηλεκτροσόκ της αγοράς είναι πρωταρχικός στόχος. Τώρα μάλιστα που η κυβέρνηση απομονώνεται, χάνει παραδοσιακά κοινωνικά της στηρίγματα και καταφεύγει στα κόμματα της Δεξιάς ζητώντας συναίνεση. Η δράση του κινήματος πρέπει να είναι άμεση και δυναμική με απαρέγκλιτο κριτήριο τη διασφάλιση των αναγκών και δικαιωμάτων εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτικών. Από αυτή την άποψη η πάλη πρέπει να είναι περισσότερο από ποτέ πανεκπαιδευτική, με κοινό πλαίσιο διεκδικήσεων, κοινό αγωνιστικό βηματισμό και με επιδίωξη να παίρνει όσο γίνεται παλλαϊκά χαρακτηριστικά με τη δραστική συμμετοχή του γονεϊκού κινήματος αλλά και ευρύτερα του εργατικού αναδεικνύοντας την πάλη για τη δημόσια και δωρεάν Παιδεία σε υπόθεση όλης της κοινωνίας.

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δε θέλει να έρθει σε πραγματική συνολική σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική και τους εκπροσώπους της γι’ αυτό δε θέτει συνολικούς πολιτικούς στόχους, κατακερματίζει τα προβλήματα και περιορίζεται σε επιμέρους άνευρες ανακοινώσεις επικοινωνιακής διαμαρτυρίας, προβάλει συντεχνιακές λογικές, όπως η ιδιαιτερότητα του εκπαιδευτικού επαγγέλματος.  Υπονομεύει έτσι, στην ουσία του τον αναγκαίο πανεκπαιδευτικό και πανεργατικό συντονισμό τόσο σε επίπεδο κοινών αιτημάτων όσο και σε αγωνιστικό σχεδιασμό. Αντιμετωπίζει το συντονισμό γραφειοκρατικά, μόνο κάτω από την ομπρέλα της κακόφημης ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ. Φυσικά, δεν απευθύνεται στην κοινωνία με τρόπο που να συμβάλλει στον ξεσηκωμό της και στον κοινό αγώνα.

Η ανάπτυξη ενός δυναμικού ρωμαλέου πανεκπαιδευτικού κινήματος με διασύνδεση  με την κοινωνία και συμβολή στο γενικότερο ξεσηκωμό της και στη δημιουργία ενός πανεκπαιδευτικού «μπλακ άουτ» θα κριθεί στη δυνατότητα να ξεπεράσει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και να συνευρεθεί κι οργανωθεί από τα κάτω. Θα κριθεί από την ικανότητα της μαχόμενης εκπαίδευσης να ανοίξει νέους δρόμους επικοινωνίας με κοινές συνελεύσεις των διαφορετικών κομματιών την ανάδειξη σχολείων και σχολών σε κέντρα αγώνα ευρύτερων κομματιών της κοινωνίας (μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών, γονιών, εργαζομένων), τη συμβολή και επικοινωνία με το κίνημα των πλατειών και εργασιακών χώρων αλλά και στην ανάπτυξη αποφασιστικών συγκρουσιακών μορφών διαρκείας τόσο απεργιακά όσο και με καταλήψεις σχολείων και σχολών αλλά και κέντρων διοίκησης και κρατικής εξουσίας (διευθύνσεις, περιφέρειες, Δήμους, Υπουργείο).

Η ανατροπή των Μνημονίων και του Μεσοπρόθεσμου, η διαγραφή του χρέους με έξοδο από το ευρώ και η ανατροπή της κυβέρνησης είναι στόχοι που διευρύνουν την αντίθεση στην εκπαιδευτική πολιτική. Ανοίγουν και δρόμους για πλατιές κοινωνικές συμμαχίες με τους εργαζόμενους γονείς που πλήττονται άμεσα, με το δημόσιο που χτυπιέται επίσης από το νέο μισθολόγιο, με την εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία που δέχεται επίθεση στο όνομα του χρέους και της σωτηρίας του ευρώ. Η δράση του κινήματος πρέπει να είναι άμεση και δυναμική με απαρέγκλιτο κριτήριο τη διασφάλιση των αναγκών και δικαιωμάτων εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτικών.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ (28.8.2011)

Πανελλ. Εξ.: Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΙΑΣ

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΙΑΣ ΣΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Οι πρώτοι, οι έσχατοι και η συνταγή της επιτυχίας

 

Του Χρήστου Κάτσικα


 

Η πίστη στη «φυσική ευφυΐα-χάρισμα» που διαφοροποιεί τους μαθητευόμενους μέσα στο σχολείο και αργότερα βέβαια στην κοινωνία, είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπιστεί για δύο κυρίως λόγους : α) Πρώτα – πρώτα γιατί είναι μια αντίληψη που στηρίζει και στηρίζεται πάνω στην κοινωνική ανισότητα και κάθε προσπάθεια αναίρεσης της αυθαίρετης αυτής πίστης προσκρούει σ’ αυτούς που από κυρίαρχη θέση δικαιώνουν αυτή την ανισότητα β) γιατί αυτό το ιδεολόγημα είναι πολύ παλιό, πολύ ισχυρό και ευρύτατα διαδεδομένο.

Η ανακοίνωση των επιτυχόντων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα συνοδεύεται κάθε φορά από την παρουσίαση των υποψηφίων εκείνων  που η επιτυχία τους «ξεδίπλωσε την τροχιά της» μέχρι  την κατάληψη των πρώτων θέσεων.

Οι «πρώτοι» και οι «πρώτες» των σχολών παίρνουν τη θέση τους στους «καταλόγους των αρίστων», ενώ από τον πρώτο η πρώτη των πρώτων αναζητιέται επίμονα να αναλύσει, στις «πίστες του θεάματος» των ΜΜΕ, τη συνταγογραφία της επιτυχίας του και τα σχέδιά του για το μέλλον.

Από τις κοινωνικές στις ατομικές διαφορές

Η παραδοσιακή αντίληψη που κυριαρχεί στα λόγια των αριστούχων, αντιλαμβάνεται τη διαφοροποιημένη επίδοσή τους – ιδιαίτερα σε σχέση με τους συμμαθητές τους που δεν πέτυχαν – σαν προϊόν της φιλομάθειας, επιμέλειας, εργατικότητας και μεθοδικότητας, σαν άμεση και φυσική συνέπεια των ατομικών διαφορών στις ικανότητες. Ανεπαίσθητα, με αριστοτεχνικό τρόπο, οι όροι του εκπαιδευτικού «παιχνιδιού» της επιλογής, σύμφωνα με τους οποίους η διαφοροποίηση εκφράζεται με τη μορφή μιας σειράς προτεραιότητας, μετασχηματίζονται σε ουσιαστικές ιδιότητες των «παικτών». Ασυναίσθητα αντιμετωπίζουν σαν ανισότητες φυσικών χαρισμάτων τις ικανότητες που είναι κοινωνικά καθορισμένες και εκλαμβάνουν σαν φυσικό τους χάρισμα ιδιότητες που είναι, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, απλά αποτέλεσμα της κοινωνικής τους βάσης.

Η ανάλυση της σχολικής επιτυχίας με όρους ατομικών ικανοτήτων, η προσγείωσή της στην πίστα της «θέλησης», των «στόχων», του «συστηματικού διαβάσματος», της «αποφασιστικότητας», γενικά της ατομικής προσπάθειας, ουσιαστικά διαγράφει με μια μονοκονδυλιά την αντικειμενική και υλική πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Στα πλαίσιο αυτό, η κοινωνική κληρονομιά μεταμορφώνεται σε ατομικό χάρισμα, σε προσωπική αξία. Πρόκειται για μια επιχείρηση φυσιοποίησης του κοινωνικού, μετατροπή ενός κοινωνικού αποκτημένου, μιας «κληρονομιάς» σε φυσικό χάρισμα.

Η προβολή του «παραδείγματος»

Τι σκοπό έχει η προβολή των «συνταγών της επιτυχίας» που συνοψίζονται μονότονα στο «καλό διάβασμα – ισχυρή θέληση» και παραπέμπουν στην ατομική προσπάθεια του υποψηφίου; Αυτοί που νομίζουν ότι μια προτροπή ή μια «οδηγία» θα αύξαινε σημαντικά τον αριθμό των μαθητών  που θα πρώτευαν, αγνοούν ότι στην ουσία, παρόμοιες ενέργειες θα πρόσθεταν απλά μια πληροφορία παραπάνω στις άλλες που καθημερινά μας κατακλύζουν.

Μια τέτοια «πληροφορία», όταν απευθύνεται σε όσους συνδέουν τα σχολικά τους αποτελέσματα με την αποτυχία, θυμίζει τις απεγνωσμένες προσπάθειες των ανθρώπων εκείνων που νομίζουν ότι συνεννοούνται με έναν ξένο, όταν μιλάνε αργά, δυνατά και καθαρά, ενώ ο καθένας μιλά τη δική του γλώσσα. Έτσι, η πληροφόρηση ή η προτροπή δεν επενεργούν αποτελεσματικά παρά σε όσους έχουν δεχτεί από το περιβάλλον τους τη διάχυτη προτροπή για μια τακτική πρακτική διαβάσματος ή σε εκείνους που η συστηματική και μακράς διάρκειας σχολική πράξη καλλιέργησε ανάλογες διαθέσεις και στάσεις.

Τα θύματα αποδέχονται τη μοίρα τους…

Έχει επισημανθεί ότι οι ευνοημένες κοινωνικές κατηγορίες βρίσκουν μέσα στην χαρισματική ιδεολογία μια αναγνώριση ως φυσικών των πολιτιστικών τους προνομίων, τα οποία έτσι μεταβάλλονται από κοινωνική κληρονομιά σε προσωπικό χάρισμα ή σε ατομική αξία. Αυτή η «αλχημεία» πετυχαίνει τόσο καλύτερα, όσο οι λαϊκές τάξεις, αντί να της αντιπαραθέσουν μια άλλη αντίληψη της επιτυχίας στο σχολείο, δέχονται ως δικιά τους τη θεωρία των ανώτερων κοινωνικών κατηγοριών περί φυσικών χαρισμάτων και βιώνουν τη μειονεκτική τους θέση ως αποτέλεσμα της προσωπικής τους μοίρας.

Το δράμα είναι πως αυτές οι ερμηνείες, αυτή η ιδεολογία των δώρων, θα ξαναλογαριαστούν από εκείνους μάλιστα που είναι θύματά της: οι μη ευνοημένοι θα πειστούν πως η σχολική αποτυχία τους προέρχεται από έλλειψη δώρων.

Σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους της εκπαίδευσης η ιδεολογία του φυσικού χαρίσματος, εκτός από το γεγονός ότι επιτρέπει στις ευνοημένες κατηγορίες τη δικαίωση αυτής της ιδιότητάς της, συμβάλλει συγχρόνως στο να φυλακίζει τα μέλη των μη προνομιούχων τάξεων μέσα στο πεπρωμένο που η κοινωνία τους επιφυλάσσει, οδηγώντας τα στο να εκλαμβάνουν σαν φυσικές ανικανότητες τις ιδιότητες που είναι απλώς αποτέλεσμα της κατώτερης κοινωνικής τους θέσης, και πείθοντάς τα έτσι ότι υπεύθυνη για την κοινωνική τους μοίρα (όλο και στενότερα δεμένη με τη σχολική τους μοίρα, καθώς προχωρεί ο εξορθολογισμός της κοινωνίας) είναι η ατομική τους φύση, που της λείπουν τα φυσικά χαρίσματα.

Ο «βαθμός» και η «αξία» του μαθητή

Η τρέχουσα αντίληψη της επίδοσης και του βαθμού που την απεικονίζει, είναι χαρακτηριστικό ιδεολογικό στοιχείο των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων. Με την έννοια ότι μέσω αυτής συσκοτίζεται η κοινωνική γένεση του εμπειρικού δεδομένου «επίδοση», και συνεπώς η ευθύνη του σχολείου στη γένεσή του,  και προβάλλει στη θέση της  η επίδοση ως έκφραση των δυνατοτήτων του μαθητή. Η αφετηρία της επίδοσης τοποθετείται στο εσωτερικό του μαθητή, στην ατομική του «ζώνη ευθύνης». Στο πλαίσιο αυτό ο βαθμός του μαθητή θεωρείται ότι απεικονίζει την αξία του. Στο μέτρο που ο καθένας θεωρείται ότι είναι υπεύθυνος για την αξία του, ο μαθητής είναι υπεύθυνος για το βαθμό του. Σαν να εξαρτιόταν αποκλειστικά από τις δυνατότητές του, δυνατότητες που έρχεται να σταθμίσει ο βαθμός.

Η έρευνα, όμως,  πάνω στον εκπαιδευτικό θεσμό έχει διαπιστώσει ότι η σχολική επίδοση είναι συνάρτηση της κοινωνικής προέλευσης των μαθητευομένων. Η παραδοσιακή αντίληψη που ερμήνευε τη σχολική επιτυχία με τις εγγενείς νοητικές ικανότητες και την αποτυχία με την απουσία τους, δέχτηκε συντριπτικά χτυπήματα στο επίπεδο της θεωρίας από δεκάδες αναλύσεις, μελέτες και στατιστικά στοιχεία, που απέδειξαν ότι η κοινωνική ανισότητα διευθύνει τη σχολική. Αυτό που λέμε νοημοσύνη, φαίνεται να είναι μια «ειδική ευαισθησία» που διαμορφώνει (ή δεν διαμορφώνει) στο παιδί το περιβάλλον του και με την οποία «ευαισθησία» αυτό «αντιλαμβάνεται» και «αντιδρά» στις εμπειρίες του. Αλλά αυτό είναι ζήτημα μαθησιακής παρέμβασης, είναι αγωγή που προέρχεται από το κοινωνικό περιβάλλον. Επομένως, η σχολική επιτυχία ή η αποτυχία δε γίνεται κατανοητή παρά μόνον εάν τη θεωρήσουμε ως ένα φαινόμενο κοινωνικά προσδιορισμένο.

Έμφυτη και αποκτημένη ευφυΐα

Η ικανότητα που ο πολιτισμός μας ονομάζει ευφυία, γράφει ο Καρλ Λιούγκμαν, επηρεάζεται από πάρα πολλούς παράγοντες, που αρχίζουν από τη διατροφή, τη βιολογική και ψυχολογική κατάσταση της μητέρας, του εμβρύου, το κοινωνικό περιβάλλον κ.λπ., δηλαδή με λίγα λόγια την ταξική προέλευση. Είναι καθαρά επιστημονική απάτη να ισχυρίζεται κανείς ότι μπορεί να απομονώσει όλους αυτούς τους συντελεστές, την επίδραση των περιβαλλοντικών παραγόντων και ν’ αποφανθεί σχετικά με την κληρονομικότητα της ευφυίας.

Παρ’ όλα αυτά όμως η βασική αντίληψη που είναι ριζωμένη μέσα κι έξω από το σχολείο, σε δασκάλους και εκπαιδευόμενους, στην κοινωνία όλη, είναι αυτή που εξηγεί την ανισότητα στη σχολική απόδοση σαν φυσική, καθώς την αποδίδει συγχρόνως στην έλλειψη ή ύπαρξη «φυσικών» χαρισμάτων στους μαθητευόμενους. Σύμφωνα μ’ αυτό το ιδεολόγημα, ο μαθητευόμενος που συνδέει τη σχολική του ζωή με επιτυχία στα σχολικά αποτελέσματα, είναι αυτός που έχει διαλεχτεί από την πρόνοια ή το μετά βίας λαϊκοποιημένο ομοίωμά της, τη φύση, και είναι «προορισμένος« για τη σχολική επιτυχία. Οι «άλλοι» που δεν τα «καταφέρνουν», προφανώς, σύμφωνα με την ίδια αντίληψη, δε δέχτηκαν την επίσκεψη του πνεύματος.

Παράλληλα, αποτέλεσμα του αδιόρατου τρόπου εγχάραξης της καλλιέργειας που κατακτιέται στον οικογενειακό κύκλο είναι η ενίσχυση της πεποίθησης ότι η επιτυχία του ευνοημένου παιδιού συνδέεται με τη «φυσική» του περιοχή. Το πολιτιστικό κεφάλαιο εμφανίζεται με τα χαρακτηριστικά του έμφυτου και του αποκτημένου, παρόλο που είναι κοινωνικό προϊόν. Του έμφυτου, όπως σημειώνει ο Μπουρντιέ, εφόσον η «φυσική υπεροχή» είναι στο βάθος ο τρόπος κάτω από τον οποίο εκδηλώνεται το «καλά αποκτημένο» πολιτιστικό κεφάλαιο, και του αποκτημένου, εφόσον δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπεξαιρέθηκε με κάποια κληρονομική δολιότητα.

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011, ΕΠΟΧΗ  Το είδα: Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011, http://youpayyourcrisis.blogspot.com/2011/08/blog-post_3228.html#more

Ο άγριος καπιταλισμός βγαίνει στους δρόμους

Ο άγριος καπιταλισμός βγαίνει στους δρόμους

 

Του David Harvey* Μετάφραση: Κων/νος Σ.


 

«Μηδενιστές και άγριους έφηβους» τους αποκάλεσε η Daily Mail: οι τρελοί έφηβοι, προερχόμενοι από κάθε κοινωνικό στρώμα που απελπισμένοι, αλόγιστα ξεχύθηκαν στους δρόμους εκτοξεύοντας τούβλα, πέτρες και μπουκάλια στους μπάτσους. Ενώ λεηλατούσαν από τη μια και βάζανε φωτιά από την άλλη, οδήγησαν τις Αρχές σε ένα φαιδρό κυνηγητό, όπου αυτές δεν ήξεραν ποιον να πρωτοπιάσουν, καθώς χάραζαν με tweets την πορεία τους από τον έναν στρατηγικό στόχο στον άλλον.

Η λέξη «άγριοι» με χτύπησε σαν αστροπελέκι. Μου θύμισε το πώς απεικονίζονταν οι κομμουνάροι στο Παρίσι το 1871, σαν άγρια θηρία, σαν ύαινες, που τους άξιζε να εκτελεστούν με συνοπτικές διαδικασίες στο όνομα της ιερότητας της ατομικής ιδιοκτησίας, της ηθικότητας, της θρησκείας και της οικογένειας. Και συνήθως αυτό γίνονταν. Όμως μετά, η λέξη μου έφερε στο μυαλό έναν άλλο συνειρμό: την επίθεση στα «άγρια ΜΜΕ» από τον Tony Blair, ο οποίος είχε βολευτεί τόσο καιρό στην αριστερή τσέπη του Rupert Murdoch, έως ότου αργότερα αντικαταστάθηκε, όταν ο Murdoch έχωσε το χέρι στη δεξιά του τσέπη για να τραβήξει τον David Cameron.

Θα υπάρξουν φυσικά οι συνηθισμένες υστερικές συζητήσεις ανάμεσα σε όσους ρέπουν στη θέαση των ταραχών ως ζήτημα καθαρής, αχαλίνωτης και αδικαιολόγητης εγκληματικότητας και όσους ανυπομονούν να θέσουν τα γεγονότα στο πλαίσιο της εναντίωσης, σε ένα περιβάλλον κακής αστυνόμευσης, συνεχιζόμενου ρατσισμού, αδικαιολόγητης δίωξης της νεολαίας και των μειονοτήτων, μαζικής ανεργίας των νέων, ακμάζουσας κοινωνικής αποστέρησης και βλακώδους πολιτικής λιτότητας που δεν έχει να κάνει με τα οικονομικά, αλλά με τη διαιώνιση και την παγίωση προσωπικού πλούτου και ισχύος. Μερικοί μπορεί ακόμα και να υπερθεματίσουν, καταδικάζοντας την έλλειψη νοήματος και τα αλλοτριωτικά χαρακτηριστικά μιας σειράς επαγγελμάτων και μεγάλου μέρους της καθημερινής ζωής, εν μέσω τεράστιων αλλά ανισομερώς κατανεμημένων δυνατοτήτων άνθησης του ανθρώπου.

Αν είμαστε τυχεροί, θα έχουμε επιτροπές και αναφορές που θα αναφέρουν ξανά ό,τι ειπώθηκε για το Brixton και το Toxteth στα χρόνια της Θάτσερ. Λέω «τυχεροί» γιατί τα άγρια ένστικτα του τωρινού πρωθυπουργού μοιάζουν περισσότερο εναρμονισμένα με τα κανόνια νερού, τα δακρυγόνα και τις πλαστικές σφαίρες, ενώ κάνει υποκριτικά από καθέδρας κήρυγμα για την απώλεια του ηθικού προσανατολισμού, την παρακμή των καλών τρόπων συμπεριφοράς και τον θλιβερό εκφυλισμό των οικογενειακών αξιών και της πειθαρχίας στις τάξεις των πλανημένων νεολαίων.

Όμως, το πρόβλημα είναι ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου ο καπιταλισμός ο ίδιος έχει γίνει ανεξέλεγκτα άγριος. Άγριοι πολιτικοί κλέβουν στα έξοδά τους, άγριοι τραπεζίτες κουρσεύουν το δημόσιο κορβανά, γενικοί διευθυντές, διαχειριστές των hedge funds και ιδιοφυΐες των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων λεηλατούν τον παγκόσμιο πλούτο, τηλεφωνικές και πιστωτικές εταιρίες φορτώνουν τους λογαριασμούς όλων με μυστήριες χρεώσεις, καταστηματάρχες αισχροκερδούν, και ανά πάσα στιγμή απατεώνες και κομπιναδόροι στήνουν παπατζιλίκια στα υψηλότερα κλιμάκια του επιχειρηματικού και πολιτικού κόσμου.

Εξαπάτησε και κλέψε!

Η πολιτική οικονομία της μαζικής ανέχειας, των ληστρικών πρακτικών που μοιάζουν με ληστεία, μέρα-μεσημέρι, ιδιαίτερα των φτωχών και ευπαθών, των άδολων και των νομικά απροστάτευτων, αποτελεί την ημερήσια διάταξη. Πιστεύει κανείς ότι είναι δυνατό να βρεθεί πια ένας τίμιος καπιταλιστής, ένας τίμιος τραπεζίτης, ένας τίμιος πολιτικός, ένας τίμιος καταστηματάρχης ή ένας τίμιος αστυνομικός διευθυντής; Ναι, υπάρχουν. Όμως, μονάχα ως μια μειοψηφία που όλοι οι άλλοι την θεωρούν ηλίθια. Βάλε μυαλό. Βγάλε εύκολα κέρδη. Εξαπάτησε και κλέψε! Οι πιθανότητες να πιαστείς είναι μικρές. Και εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν πολλοί τρόποι να θωρακίσεις τον προσωπικό σου πλούτο απέναντι στο κόστος της κατάχρησης.

Αυτό που λέω ίσως σοκάρει. Οι περισσότεροι από εμάς δεν το βλέπουμε επειδή δεν θέλουμε, επί της ουσίας, να το δούμε. Σίγουρα κανένας πολιτικός δεν τολμά να το πει και ο Τύπος θα το τύπωνε μόνο για να «θάψει» αυτόν που το ‘πε. Αλλά φαντάζομαι πως κάθε ταραξίας στους δρόμους γνωρίζει ακριβώς τι εννοώ. Κάνουν μονάχα ό,τι κάνουν όλοι οι άλλοι, αν και με διαφορετικό τρόπο – πιο κραυγαλέα και εξόφθαλμα στους δρόμους. Ο θατσερισμός απελευθέρωσε τα άγρια ένστικτα του καπιταλισμού (το «πνεύμα του ζώου» του επιχειρηματία όπως σεμνότυφα το ονόμασαν) και έκτοτε τίποτα δεν έχει εμφανιστεί για να τα χαλιναγωγήσει. Κουρέλιασε και κάψε (slash and burn) είναι τώρα το απροκάλυπτο σύνθημα των κυρίαρχων τάξεων παντού.
Αυτή είναι η νέα κανονικότητα στην οποία ζούμε. Με αυτό θα έπρεπε να ασχοληθεί η επόμενη μεγάλη εξεταστική επιτροπή. Όλοι, όχι μόνο οι ταραξίες, θα έπρεπε να απολογηθούν. Ο άγριος καπιταλισμός θα έπρεπε να δικαστεί για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα κατά της φύσης.

Δυστυχώς, αυτό είναι κάτι που τούτοι οι άμυαλοι ταραξίες δεν μπορούν να δουν ή να απαιτήσουν. Όλα συνωμοτούν στο να μας αποτρέψουν από το να το δούμε και να το απαιτήσουμε. Γι’ αυτό η πολιτική εξουσία φορά με τόση βιάση τα ιμάτια της αφ’ υψηλού ηθικότητας και της υποκριτικής επιχειρηματολογίας· ώστε κανείς να μη μπορέσει να δει πόσο γυμνά διεφθαρμένη και ηλίθια παράλογη είναι.

Όμως, υπάρχουν διάφορες αναλαμπές ελπίδας και φωτός στον κόσμο. Τα κινήματα των αγανακτισμένων (indignados) στην Ισπανία και την Ελλάδα, οι επαναστατικές τάσεις στη Λατινική Αμερική, τα κινήματα χωρικών στην Ασία, όλα αρχίζουν να βλέπουν πέρα από την απέραντη βρομιά και αγυρτεία που ένας αρπακτικός και άγριος παγκόσμιος καπιταλισμός έχει αμολήσει στον κόσμο. Τι χρειαζόμαστε οι υπόλοιποι από εμάς για να το δούμε και δρώντας να το αλλάξουμε; Πώς μπορούμε να κάνουμε μια νέα αρχή; Τι κατεύθυνση να ακολουθήσουμε; Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Όμως, ένα πράγμα ξέρουμε στα σίγουρα: μπορούμε να πάρουμε σωστές απαντήσεις μόνο κάνοντας τις σωστές ερωτήσεις.


* Ο David Harvey είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο City University of New York και συγγραφέας.

 

ΠΗΓΗ: New Left Project, www.ilesxi.wordpress.com Το είδα: Δευτέρα, 29 Αύγουστος 2011, http://www.edromos.gr/index.php…=46

Η κατάληξη της διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη

Θεωρία και πράξη:

Η διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη και η κατάληξή της

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη*


 

Ήδη πέρασαν 37 συναπτά χρόνια από την ιδρυτική διακήρυξη  της 3ης του Σεπτέμβρη. Η διακήρυξη αυτή, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι το αποτέλεσμα επίπονων και μακροχρόνιων θεωρητικών διεργασιών του ΠΑΚ στα χρόνια από την ίδρυσή του ως τη μέρα δημοσιοποίησης της την 3η του Σεπτέμβρη.

Ξεκίνησε από το πρώτο κείμενο του Ανδρέα Παπανδρέου μετά την έξοδό του από την Ελλάδα το 1968 και, μετά από βασανιστική επεξεργασία σε σεμινάρια, συνέδρια και ειδικές συνεδριάσεις, ολοκληρώθηκε μετά την τελική του επεξεργασία στο Καστρί (στο ξενοδοχείο Καστρί και το σπίτι Καστρί του Ανδρέα Παπανδρέου), για να διακηρυχθεί πια ως πολιτικό κείμενο αρχών ενός πολιτικού φορέα.[1] Με την αυτοοργάνωση, ως επαναστατική οργανωτική αρχή, ξεκίνησε η πολιτική του πορεία. Κατοχύρωνε τέσσερις βασικές αρχές: Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία, Κοινωνικοποίηση και Δημοκρατικές Διαδικασίες, που στην πορεία του Κινήματος δυσφημίστηκαν σκόπιμα, διαστρεβλώθηκαν κακόβουλα, στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν από τον Ανδρέα Παπανδρέου και στο τέλος – με την οριστική και τελεσίδικη επικράτηση της αντιλαϊκής νεοφιλελεύθερης πολιτικής στο Κίνημα επί Κώστα Σημίτη και  τώρα Γιώργου Παπανδρέου – πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων.

Όπως και να χαρακτηρίσει κανείς την 3η του Σεπτέμβρη και όσο και να θέλει να υποβιβάσει την αξία της, όπως προσπαθούν ανεπιτυχώς μερικοί, δεν μπορεί να απορρίψει με κανένα τρόπο τις αρχές που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν, οι οποίες έχουν διαχρονική αξία και των οποίων η ισχύς παραμένει αναλλοίωτη. Τελικά αποτελούν ακόμη και σήμερα ζητούμενο. Αγωνιστήκαμε σε ανύποπτο χρόνο, με πάθος και αυταπάρνηση από τις γραμμές του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ για τις αρχές αυτές, στη διαμόρφωση των οποίων πήραμε ενεργό μέρος, έως την απαρχή της καθοδικής του πορείας, που ξεκινάει νομοτελειακά μετά το 1977. 

Το Κίνημα στην πορεία του αντί να αλλάξει την κοινωνία, άλλαξε το ίδιο. Τελικά μεταλλάχτηκε σ’ ένα νεοφιλελεύθερο, σκληρό,  αντιλαϊκό κόμμα, στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Το σημάδεψε η «αριστερή φρασεολογία και η δεξιά πολιτική του πρακτική», που ξεκίνησε από τον ίδιο τον ιδρυτή του. Η εξέλιξή του αυτή δεν είναι τυχαία. Έχει τις αιτίες της. Η αρνητική του πορεία – και αυτό πρέπει να γίνει συνείδηση – ξεκινάει ήδη από τη στιγμή που ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου εδραιώνει ένα συγκεντρωτικό, προσωποπαγές, αρχηγικό κόμμα, θέτοντας τα θεμέλια για την σταδιακή ακύρωση όλων των διακηρυγμένων αρχών. Εκεί εντοπίζεται η προδιαγεγραμμένη καθοδική του πορεία, όπου πια διαπιστώνεται η οριστική απόκλιση της διακηρυγμένης θεωρίας από την πολιτική του πρακτική.

Ήδη από το 1977 έγραφα στην παραίτησή μου: «Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ, τα πρώτα αχνάρια, τις πρώτες αμυδρές ενδείξεις ότι ακολουθούμε λαθεμένη τακτική, άρχισα να αποκτώ με το κυνήγι των παλαιοκομματικών και τη μέθοδο που ακολουθούσε το Κίνημα τότε. Οι ενδείξεις έγιναν πια βεβαιότητα πριν από το Προσυνέδριο στις 16 Μαρτίου 1975 και ύστερα ό,τι ακολούθησε μετά απ’ αυτό. Από κει και πέρα μου ήταν τελείως ξεκάθαρο ότι ακολουθούμε καθοδική πορεία… Και δεν υπάρχει καμιά, μα καμιά απολύτως ένδειξη ότι ο κατήφορος αυτός θα σταματήσει». [2]

Αυτά έγραψα τότε και έτσι όπως τα έγραψα έτσι και χειρότερα εξελίχτηκαν τα πράγματα. Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε πια δια γυμνού οφθαλμού. Τώρα ακόμη και οι πιο άπιστοι Θωμάδες με καλή προαίρεση, διαπιστώνουν εκ των υστέρων με μεγάλη απογοήτευση, ότι το πάλαι ποτέ πατριωτικό, σοσιαλιστικό Κίνημα δεν έχει πια σωτηρία. Ας το πάρουν απόφαση εκείνοι που ακόμη προσδοκούν την ανάσταση των νεκρών. Δεν υπάρχει δυνατότητα ούτε για ανασυγκρότηση, ούτε για ανάκαμψη, ούτε για αναγέννηση, ούτε για επανίδρυση. Όλες οι προσπάθειες είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Και το λέει και το γράφει ένας άνθρωπος, που βίωσε σ’ όλες του τις φάσεις και σ’ όλα τα επίπεδα τον πολιτικό αυτό φορέα από μέσα και συνετέλεσε τα μέγιστα στη δημιουργία του.

Πώς είναι ένα αμπέλι που έχει πάθει φυλλοξήρα; Έτσι είναι και το ΠΑΣΟΚ. Δεν υπάρχει ελπίδα επιστροφής στις ρίζες. Φέρει μέσα του την νόσο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής από την οποία δεν υπάρχει γιατρειά και σωτηρία. Και πάλι γράφαμε: «Το ΠΑΣΟΚ σταδιακά και σταθερά μετατράπηκε σ’ ένα συνονθύλευμα αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, χωρίς αρχές, χωρίς ιδεολογικές βάσεις, χωρίς στοιχειώδη δημοκρατία, μ’ έναν λαϊκισμό που δημιουργούσε προσδοκίες, χωρίς πραγματικό αντίκρισμα».[3]

Ένας πολιτικός φορέας που χάνει το όραμά του, την ιδεολογία του, τους στρατηγικούς του στόχους, μετατρέπεται σε μηχανισμό, που σημαίνει ότι ο μόνος εναπομείνας στόχος είναι η κατάκτηση και η νομή της εξουσίας ως αυτοσκοπός. Που κι αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι πάλι ο προδομένος ελληνικός λαός θα σηκώσει το σταυρό του μαρτυρίου, πληρώνοντας τα ανομήματα μια ανάξιας και αφερέγγυας ηγεσίας και ενός ΠΑΣΟΚ που δεν είναι πια ΠΑΣΟΚ, αλλά νεοφιλελεύθερο, νεοταξικό ΑΝΤΙ – ΠΑΣΟΚ.

Αν σήμερα λοιπόν αναζητούμε κάποιον πολιτικό φορέα που να εκφράζει και να παλεύει με συνέπεια για τις αρχές και αξίες της 3ης του Σεπτέμβρη, αυτές σίγουρα δεν βρίσκονται πια στο ΠΑΣΟΚ. Οι αυταπάτες για όσους πίστεψαν στο όραμα έχουν ημερομηνία λήξης και  τα άλλοθι για τους καιροσκόπους τελείωσαν!  Φτάνει πια η απάτη και ο εμπαιγμός! Ήδη από τις αρχές της μεταπολίτευσης κατέγραψα, με βάση τις πολιτικές εξελίξεις, την παρακμιακή πορεία της χώρας μας, αναλύοντας τα τεκταινόμενα στο ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής.  Επειδή η μεταπολιτευτική πορεία καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από το ΠΑΣΟΚ, έχει σημασία να αναλύσουμε αυτή την πορεία και να επισημάνουμε σε ποιο βαθμό και σε τι μέγεθος προσδιόρισε τις μετέπειτα εξελίξεις στην Ελλάδα, για να φθάσουμε σ’ αυτή την παντελή και σε όλα τα επίπεδα κρίση. Γιατί η κρίση δεν είναι πρωταρχικά οικονομική, αλλά κυρίως κοινωνική, πολιτική και προ πάντων πολιτισμική. Και όταν λέμε κρίση πολιτιστική εννοούμε την παντελή εξαχρείωση και κατάπτωση των πνευματικών και ηθικών αξιών αυτού του τόπου, για χάρη της καταναλωτικής αποκτήνωσης και αποχαύνωσης με δανεικά.

Κανένας τομέας της δημόσιας ζωής δεν έμεινε αλώβητος. Παιδεία, δημόσια διοίκηση, δικαιοσύνη, εκκλησία, στρατός κ.λπ εκφυλίστηκαν τελείως και απαξιώθηκαν από την κοινωνία. Η διαπλοκή, η διαφθορά, ενώ πριν ήταν «προνόμιο» των ελίτ της οικονομίας και της πολιτικής, τώρα διαπέρασε ως επάρατος νόσος ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Ενώ παλιά υπήρχαν κάποιοι θύλακες αντίστασης σ’ αυτή την παρακμιακή πορεία, όπως δικαιοσύνη, εκκλησία, στρατός, αριστερά, τελικά τίποτε δεν έμεινε όρθιο, που πάνω του μπορεί να στηριχτεί, ως σανίδα σωτηρίας.

Η σημερινή κακοδαιμονία, την οποία συνοπτικά περιγράφουμε στα ανωτέρω, οφείλεται κατά βάση σ’ αυτή την πολιτική που διαμόρφωσε και εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ, μετά την μεταπολίτευση, με πρωτεργάτη φυσικά τον Ανδρέα Παπανδρέου. Στο ΠΑΣΟΚ απίθωσε ο ελληνικός λαός τις ελπίδες του για μια άλλη πορεία, που εκφράστηκε με το περίφημο σύνθημα «αλλαγή». Στο ΠΑΣΟΚ εναπόθεσε όλες του τις προσδοκίες για την ακύρωση και ανατροπή όλης της αντιδραστικής μετεμφυλιακής πολιτικής της δεξιάς. Είναι απύθμενο ψέμα ότι το ΠΑΣΟΚ δημιούργησε την εθνική συμφιλίωση. Εθνική συμφιλίωση δεν εδραιώνεται πάνω στο ατομικό συμφέρον.

Γιατί οι εξελίξεις διέψευσαν τις ελπίδες και τις προσδοκίες απ’ αυτό το Κίνημα, είναι ένα ερώτημα που απαιτεί την απάντησή του. Το πρώτο και σημαντικό πρόβλημα δημιουργήθηκε από την εφαρμογή κατ’ ουσίαν των ίδιων αξιών και προτύπων του κράτους της δεξιάς. Αυτή τη φορά με προοδευτικό πρόσημο. Ποιο ήταν αυτό; Απλούστατα ο Ανδρέας Παπανδρέου – και από κει πρέπει να ξεκινήσει κανείς – δημιούργησε σε αντιστοιχία προς το παλιό κράτος της δεξιάς, το κομματικό κράτος τους ΠΑΣΟΚ, άλωσε το κράτος και το μετέβαλε σε κτήμα του κόμματος, σε προσοδοφόρα φλέβα του κομματικού μηχανισμού του κόμματος της «αλλαγής». Γι' αυτό πολλοί δικαιολογημένα μιλούν για το τελευταίο κράτος του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Με βάση την αναξιοκρατία, την αυταρχική δομή, την αλαζονεία και την απαξίωση κάθε ηθικής αρχής, επέπεσε ο κομματικός μηχανισμός πάνω στο δημόσιο και το καταλήστεψε. Ότι δηλαδή αντιστοίχως είχε κάνει και η «επάρατη» δεξιά. Οι ίδιες μέθοδοι, οι ίδιες τακτικές. Αποκλειστικός στόχος να παραμένει ο Ανδρέας στην εξουσία με την εξαγορά ψήφων, που αποτελούσε διακαή πόθο και αυτοσκοπό. Το παρακράτος του ΠΑΣΟΚ εναλλάσσονταν στην εξουσία με το παρακράτος της Νέας Δημοκρατίας. Μπροστά στο ΠΑΣΟΚ φαντάζει τώρα η Νέα Δημοκρατία αριστερό κόμμα. Εκεί καταλήξαμε.

Επειδή μια τέτοια δεξιά πολιτική δεν ήταν δυνατό να εφαρμοστεί με στελέχη που δεν ήταν διατεθειμένα να προδώσουν τις διακηρυγμένες αρχές για μια άλλη πορεία εξυγίανσης της δημόσιας ζωής, έπρεπε να διαγραφούν η να περιθωριοποιηθούν και διαδοχικά να αντικατασταθούν με πειθήνια όργανα, πραιτοριανούς, που θα ακολουθούσαν πιστά τις εντολές του, με αντάλλαγμα προσωπικά οφέλη. Έτσι κατακλύστηκε το ΠΑΣΟΚ από δεκάδες χιλιάδες επιτήδειους καιροσκόπους από δεξιά και αριστερά, που το μόνο «ιδανικό» που τους διαπότιζε ως συνεκτικός κρίκος ήταν κυρίως η ιδιοτέλεια ή και μερικώς η αυταπάτη ότι επρόκειτο πράγματι για ένα κόμμα της αλλαγής. Βέβαια υπήρχαν στις γραμμές του και υπάρχουν ακόμη αφελείς,  που θέλουν να πιστεύουν σ’ αυτό, για συναισθηματικούς και άλλους λόγους ή που αρνούνται να αποδεχτούν ότι το ΠΑΣΟΚ έχει μεταλλαχθεί σ’ ένα αντιλαϊκό, νεοφιλελεύθερο κόμμα ή το χειρότερο απ’ όλα πιστεύουν ακόμη ότι μπορεί κάτι να αλλάξει.

Ολόκληρος πακτωλός χρημάτων από τη φορολογία και τα κοινοτικά προγράμματα (τα περίφημα πακέτα Ντελόρ) διοχετεύθηκαν στην εξυπηρέτηση ημετέρων και τη διασπάθιση σε καταναλωτικά αγαθά, δημιουργώντας έναν επίπλαστο παράδεισο. Το γνωστό και συνάμα γελοίο και υποκριτικό των τρωκτικών: «Επί Ανδρέα Παπανδρέου φάγαμε ψωμί!». Και δεν έφθανε μόνο αυτό, αλλά το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, κατασπατάλησε και τα χρήματα που προσπορίστηκε από δανεισμό για να φτιάξει αυτή την επίπλαστη κοινωνία της αφθονίας και να εξαπατά με τον τρόπο αυτό τον Έλληνα ψηφοφόρο, τον οποίο εξαγόραζε, υποθηκεύοντας το μέλλον των παιδιών του και των επερχόμενων γενεών. Εξάντλησε όλη τη δυναμική του Κινήματος, χωρίς κανένα αναπτυξιακό σχέδιο και καμία στρατηγική, ενώ είχε τα πάντα στη διάθεσή του.

Τον μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να εκλέγεται πρωθυπουργός. Καμία επένδυση σε παραγωγή, σε διαθρωτικές αλλαγές, σε παραγωγική εργασία. Τα πάντα στην κατανάλωση. Οι επενδύσεις στην πραγματική οικονομία ήταν πολύ περιορισμένες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ανέλαβε το κράτος του ΠΑΣΟΚ τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις, δήθεν για να τις εξυγιάνει και τις μεταπούλησε μετά φτηνά στους ιδιώτες επιχειρηματίες, αν δεν είχαν χρεοκοπήσει τελικά και δεν υπήρχε δυνατότητα σωτηρίας. Και πέρα απ’ όλα αυτά, που ήταν και το χειρότερο, δημιούργησε μια παρασιτική καταναλωτική νοοτροπία, βασισμένη πια στη διαπλοκή, τη διαφθορά και την πλήρη αναξιοκρατία. Και όλα αυτά στο όνομα του λαού και της «προοδευτικής παράταξης», με πρόσημο το σοσιαλισμό!

Το παράδειγμα αυτό ακολούθησε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, από την οποία βέβαια δεν είχαμε αξιώσεις να συμπεριφερθεί διαφορετικά. Η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, προχώρησε σε ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα: Τα έδωσε όλα στους διαπλεκόμενους, απλώς για να τον στηρίξουν στην εκλογή του ως πρωθυπουργό, αξίωμα που ονειρεύονταν ακόμη από την εποχή του Ομίλου Παπαναστασίου το 1962. Γεγονός είναι ότι τον ίδιο τον Κώστα Σημίτη και όλους τους χθεσινούς πρωτοκλασάτους ανέδειξε ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πολλοί από άγνοια, αλλά και από σκοπιμότητα το αποκρύβουν. Όλοι αυτοί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι όλη αυτή τη γενιά και ηγετική ομάδα των επίδοξων καιροσκόπων σοσιαλΗστών ανέδειξε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Τα υπόλοιπα ανέλαβαν στη συνέχεια οι διαπλεκόμενοι. (οι γνωστοί πια και μη εξαιρετέοι νταβαντζήδες εντός και εκτός Ελλάδας).

Εκτός απ’ όλα τα άλλα που έπραξαν οι προηγούμενοι ο Κ. Σημίτης έβαλε εμπρός συστηματικά (είχε αρχίσει νωρίτερα) την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας (τα ασημικά του δημοσίου, όπως λέγεται). Το χειρότερο όμως απ’ όλα είναι ότι επί εποχής της «ισχυρής Ελλάδας» του Σημίτη (αμέτοχος δεν είναι και ο Γιώργος Παπανδρέου καθόλου, ως άμεσος συνεργάτης του σε κρίσιμα Υπουργεία τότε), διορίστηκαν κατά χιλιάδες στις κρατικές υπηρεσίες, στα Πανεπιστήμια και στις καίριες θέσεις των ιδρυμάτων της πολιτείας, κυρίως δηλαδή στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, οι λεγόμενοι εκσυγχρονιστές. Όλοι αυτοί οι αναθεωρητές της ελληνικής ιστορίας, από την Αριστερά και τη δεξιά και απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, που κύριο μέλημα και κύριος στόχος τους ήταν και είναι (γι’ αυτό εξάλλου πληρώνονται οι περισσότεροι με παχυλές αμοιβές από τα χρήματα του φορολογούμενου Έλληνα (ανίδεου) πολίτη, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΜΚΟ), να αποδομήσουν το έθνος–κράτος, προς χάριν της παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης.

Και φτάνουμε στο τελικό στάδιο της «σοσιαλιστικής» πολιτικής, μετά το διάλειμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που συνέχισε πιστά την πορεία αυτή σε όλα τα μέτωπα, εκτός από συγκεκριμένα θετικά βήματα στην εξωτερική πολιτική, να έχουμε πια οφθαλμοφανή τα σημάδια της εθνομηδενιστικής πολιτικής του Γιώργου Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ με συνειδητά και μεθοδευμένα στρατηγικό σχέδιο για τη διάλυση του έθνους – κράτους και τη δημιουργία μιας πολυεθνικής και συνάμα πολυπολιτισμικής και συνάμα πολυφυλετικής και πολυεθνικής κοινωνίας, τύπου ΗΠΑ. (και μάλλον χειρότερα, γιατί εκεί τουλάχιστον σέβονται ή αναγκάζονται να σεβαστούν τη σημαία τους). Στόχος που επιδιώκει η νεοφιλελεύθερη και ανάλγητη παγκοσμιοποίηση του Γιώργου Παπανδρέου. Έτσι φτάσαμε, με τη συνειδητή πολίτική του στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην σκόπιμη επιτήρηση της Τρόικας.

Η τελική μου ετυμηγορία εν κατακλείδι: Ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου άνοιξε τον τάφο της Ελλάδας. Ο Κώστας Σημίτης έβαλε το φέρετρο μέσα και ο Γιώργος Α. Παπανδρέου προσπαθεί, αν δεν τον εμποδίσουμε, να βάλει την ταφόπλακα. Αυτή είναι η αλήθεια!

* Ο Δαμιανός Βασιλειάδης είναι εκπαιδευτικός, ηγετικό και ιδρυτικό στελέχος του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ, Γενικός Γραμματέας του ΠΑΚ Δυτικής Γερμανίας –Δυτικού Βερολίνου, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΚ, υπεύθυνος του Κέντρου Μελετών και Διαφώτισης (ΚΕΜΕΔΙΑ) επί ΠΑΚ και ΠΑΣΟΚ, επιφορτισμένος για τη συγγραφή της 3ης του Σεπτέμβρη.

                                                                                                              Αθήνα, 1.9.2011

Παραπομπές

[1] Πολλοί καλοθελητές υποστηρίζουν παραπλανητικά ότι το κείμενο της 3ης του Σεπτέμβρη το έγραψαν ο Κώστας Σημίτης και ο Κώστας Λαλιώτης και ορισμένοι άλλοι. Τίποτε απ’ αυτά δεν είναι αληθές. Το απόλυτα αληθές είναι ότι είναι ένα συλλογικό κείμενο, διαχρονικά διαμορφωμένο, όπως αναφέρω πιο πάνω. Φυσικά και η προσφορά του καθενός δεν είναι η ίδια.

[2] βλ. ΠΑΚ – ΠΑΣΟΚ, μύθος και πραγματικότητα, εκδ. «Βέγας», Αθήνα, Μάης 1977, σ. 12 – 13.

[3] Βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, Ο μύθος του Ανδρέα. ή οι θεωρητικές βάσεις της Ένωσης Κέντρου,  του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η πρακτική τους κατάληξη, εκδ. «εναλλακτικές εκδόσεις», Αθήνα 2007. Για όσους έχουν την αγαθή πρόθεση και τη θέληση να μάθουν την πραγματική αλήθεια, το βιβλίο αυτό τους δίνει τις πρώτες βοήθειες. Πολλές συμπληρωματικές αναλύσεις είναι αναρτημένες στο ιστολόγιό μου: www.damonpontos.gr. Ανάμεσα σ' αυτές δύο είναι οι πιο σημαντικές, που φέρουν τον τίτλο: Ο Ανδρέας Παπανδρέου, "Ο αρχιτέκτονας της διαφθοράς και ολετήρας της Ελλάδας". και  "Ο Ανδρέας Παπανδρέου, Νούμερο δύο και έπεται συνέχεια".

Κριτήρια της ιστορικής έρευνας, ανάλυσης, κλπ

Σκέψεις για τα κριτήρια της ιστορικής έρευνας, ανάλυσης και ερμηνείας

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

Κατά κοινή παραδοχή όλων των καλών ιστορικών όλων των εποχών (πλην κάποιων βαλκάνιων και ελλήνων «κριτικών» ιστοριογράφων) η καλή ιστοριογραφία είναι κατά βάση θουκυδίδεια (Romilly- Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη). Αυτό γιατί, μεταξύ άλλων: Ο Θουκυδίδης «τείνει στην απόλυτη αντικειμενικότητα του ερευνητή», θέτει τα Αντικειμενικά κριτήρια μιας καλής ιστοριογραφίας.

Οφείλει τη μεγάλη αξία του στο γεγονός πως κατόρθωσε: να «βλέπει τη λεπτομέρεια σε συνάρτηση με το σύνολο, παραθέτει και αξιολογεί «μόνο εκείνες τις πληροφορίες που αναφέρονται σε κάποιο σημαντικό σκοπό, εξετάζει ό,τι έχει γνώρισμα καθολικό, παραθέτει «προθέσεις» ή «γνώμες» διαχρονικής αξίας και ανεξαρτήτως των ατομικών περιπτώσεων. Εστιάζει την προσοχή του με αυστηρή ακρίβεια επί της ουσίας και με τρόπο που μας επιτρέπει «να εντοπίσουμε κάτω από τις επιμέρους πράξεις την ύπαρξη τάσεων, αιτίων και λογικών αλληλουχιών, που είναι ολοένα και πιο βαθιές και μακρινές, που η αληθοφάνειά τους παίρνει έτσι έναν χαρακτήρα  πιο γενικό», πιο ανεξάρτητο από τις περιστάσεις και τα πρόσωπα. Αυτές οι αλληλουχίες επαναλαμβάνονται τόσο περισσότερο όσο πιο αυστηρά έχουν αναχθεί στο ουσιώδες.

Κατά τη μετέπειτα  πρωτοχριστιανική περίοδο, ο Διονύσιος, επίσκοπος της Κορίνθου, καταγγέλλει σε επιστολή του ότι η Εκκλησία πλαστογραφεί συνεχώς τα αρχικά «Ευαγγέλια», μία πρακτική που οι χριστιανοί από την εμφάνισή τους έχουν αναγάγει σε επιστήμη (για μία λεπτομερέστερη παρουσίαση του φαινομένου  ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το  μνημειώδες έργο των Foote – Wheeler), ενώ ήδη έχει γίνει θλιβερή πραγματικότητα η εγγενής χριστιανική πολυδιάσπαση σε αυτοτιτλοφορούμενους «καθολικούς», «γνήσιους», «ορθόδοξους» από τη μία πλευρά και σε «αιρετικούς» από την άλλη, μία πολυδιάσπαση την οποία θα περιγελάσει  ο φιλόσοφος Κέλσοςστο ξεκίνημά τους ήσαν ολιγάριθμοι και είχαν ενιαία πίστη, αλλά στην συνέχεια πλήθυναν και εξαπλώθησαν και έκτοτε διασπώνται σε διάφορες αιρέσεις… και αλληλοκατηγορούνται σε βαθμό που αν υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσά τους αυτό είναι μόνο το όνομα, το οποίο βέβαια ντρέπονται να το εγκαταλείψουν αν και κατά τα άλλα βρίσκονται μεταξύ τους σε μία διαρκή αντιπαλότητα…», «Αληθής Λόγος», σελ. 57 – 58) αλλά και πολύ αργότερα ο Βολταίρος: «δεν είχαν προλάβει να τελειώσουν με το κήρυγμα του Χριστού και κατηγορούσαν ο ένας τον άλλον πως ήσαν αντίχριστοι… και φυσικά δεν υπήρξε ούτε μία από αυτές τις θεολογικές αντιδικίες που να μην στηριζόταν σε απάτες και παραλογισμούς».

Ένας  Σύριος, ο μαθητής του Ιουστίνου και αυτοαποκαλούμενος «βαρβαροφιλόσοφος» Τατιανός, τον οποίο ο Geffcken (105 – 107) αποκαλεί «ανατολίτη εχθρό της μόρφωσης» που «ψεύδεται προς τους άλλους και προς τον εαυτό του», στρατεύεται και αυτός στην Ρώμη κατά του «ειδωλολατρικού» πολιτισμού και στο έργο του «Προς Έλληνας» βομβαρδίζει με ύβρεις τους Έλληνες και τους Ρωμαίους που προφανώς θεωρεί ως κατεξοχήν αντιπρόσωπους του κόσμου που ο Τζεσούα  θέλει να καταστρέψει. Οι θεσμοί, η Επιστήμη, η Τέχνη, τα ήθη, η Θρησκεία είναι όλα… «γελοία», «ανόητα» και οι άνθρωποι που τα τιμούν «αλαζόνες», «ατάλαντοι», «επιπόλαιοι», «χαμένα κορμιά», οι μεγάλοι φιλόσοφοι είναι «υπερφίαλοι» και «πολυλογάδες».

Βεβαίως   το έθνος και κάθε έθνος θα πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό το αληθές (Δ. Σολωμός). Έβρισκα πάντοτε περίεργο πόσοι ασπάζονται δημοσίως και ενθέρμως την παραπάνω φράση ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν να μας αποδείξουν πως τα έθνη δεν υπάρχουν (ακυρώνοντας έτσι τις δυο από τις τρείς θεμέλιες λέξεις της φράσεως).  Στην προσπάθεια τους να δείξουν ότι είμαστε ένας λαός εθισμένος (αν όχι βασισμένος) στο ψεύδος, την απάτη και την λαθροχειρία ανατέμνουν ακούραστα όλους τους «εθνικούς μύθους», τους οποίους καταγγέλλουν (με αποδείξεις) ως ψέμματα. Ως προς αυτό βρίσκονται πιο πίσω και από τους πλέον πρωτόγονους λαούς, αφού αντίθετα με τους τελευταίους αγνοούν ότι ο μύθος δεν είναι ψέμα. Ο μύθος είναι πέραν της αλήθειας και του ψέματος. Είναι πίσω ακόμα και από τους ηθικολόγους παραμυθάδες ως προς τούτο: αντί να σκεφτούν ποτέ να εξετάσουν αν ο μύθος έχει μια θετική ηθική ή άλλη επιρροή, περιορίζονται στην καταγγελία του σαν ψέμα. Το τι σκέφτεται ένας λαός το δείχνει το περιεχόμενο των ιστοριών που πιστεύει, όχι η εγκυρότητα τους.

Το σημαντικό κατά τους μυθοδιώκτες διαφωτιστές μας δεν είναι ότι ο τάδε που παρουσιάζεται ως ήρωας αποτελεί θετική επιρροή: το σημαντικό είναι πως στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένα απλό κλεφτρόνι. Είναι σαν να κατηγορούν όποιον θαυμάζει έναν κινηματογραφικό ήρωα επειδή ο ηθοποιός που τον υποδύεται είναι παλιάνθρωπος. Αγνοούν το προφανές: ότι, δηλαδή, το έθνος το οποίο βλακωδώς οικτίρουν για την ηρωοποίηση του αυτή δεν θαυμάζει ένα (έστω υπαρκτό) κλεφτρόνι: θαυμάζει έναν (έστω ανύπαρκτο) ήρωα. Επομένως, «έχει την καρδιά του στην σωστή θέση» για να δανειστούμε μια έκφραση από τους αγγλοσάξονες φίλους μας. O Τσέστερτον το θέτει ως εξής: "Η λατρεία των ηρώων είναι σαφώς μια ευγενική και ανθρώπινη τάση: ο ήρωας μπορεί να είναι σκάρτος, η λατρεία του ποτέ."

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια  3ου Γυμνασίου Τρικάλων.

Email: ailiadi@sch.gr, http://blogs.sch.gr/ailiadi/, http://www.matia.gr,  (Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη) http://users.sch.gr/ailiadi.

Η εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας

Η εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας

 

Του Κώστα Βεργόπουλου*


 

Το δόγμα περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας διατυπώθηκε από τον Γερμανό υπουργό Σόιμπλε: η υπερχρέωση μιας χώρας οδηγεί αφεύκτως σε παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας στους πιστωτές. Η διατύπωση προκαλεί με τον κυνισμό της.

Ωστόσο, το δόγμα δεν ήταν άγνωστο στην οικονομική ιστορία ούτε στην ιδιαίτερη ιστορία μας από το 19ο αιώνα. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες ήσαν ταυτόχρονα και πιστωτές. Τα αισθήματα δεν απέκλιναν ποτέ από τις υλικές βλέψεις. Στη σημερινή παγκόσμια σκηνή δεν υπάρχει υπερχρεωμένη χώρα που να μην παραδίδεται βορά στις λέσχες πιστωτών. Για όσους πίστευαν ότι με την εταιρική σχέση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάτι αλλάζει, η υπόμνηση του Γερμανού υπουργού είναι απομυθοποιητική: να μην ανησυχεί κανείς, δεν αλλάζει απολύτως τίποτα.

Οι οφειλέτες συνεχίζουν να παραδίδονται ολοσχερώς στο κυριαρχικό έλεος των πιστωτών. Ακόμη και αν η Ευρώπη ανελάμβανε καθ’ ολοκληρίαν τα χρέη των περιφερειακών χωρών-μελών, τίποτα δεν θα την εμπόδιζε να επιβάλει, σε αυτές, τις κυριαρχικές επιλογές των πιστωτών. Ο νόμος του πιστωτή δεν έχει παύσει να ισχύει, ακόμη και μεταξύ εταίρων, ακόμη και αν τα χρέη δεν οφείλονται προς τρίτες χώρες, αλλά συνάπτονται μεταξύ εταίρων στο αυτό ευρωπαϊκό νόμισμα και εγχείρημα. Στο κάτω κάτω, παραμένει αυτονόητο ότι τα ελλείμματα στην οικονομία συνεπάγονται ελλείμματα στην εθνική κυριαρχία.

Ωστόσο, ενώ η Ευρώπη δεν καινοτομεί ως πιστώτρια δύναμη, ακόμη και έναντι των υπερχρεωμένων χωρών-μελών της, θα μπορούσε τουλάχιστον να εξασφαλίζει κάποιο πρόγραμμα απεμπλοκής από την τρέχουσα κρίση, με ρεαλιστικότερους, λυσιτελέστερους και αποτελεσματικότερους όρους, από ό,τι μέχρι σήμερα έχει γίνει στην ιστορία του διεθνούς χρέους. Αντ’ αυτού, η υπό ενοποίηση ήπειρος όχι μόνον δεν καινοτομεί ούτε σε αυτό το πεδίο, αλλά υστερεί ακόμη και από τη μέχρι σήμερα διεθνή πρακτική: η υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση από οποιαδήποτε άλλη στον κόσμο έναντι των πιστωτών της.

Αυτό οφείλεται στο ότι το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα αχρηστεύει τα εργαλεία προσαρμογής μιας χώρας στο διεθνή περίγυρό της. Η υποτίμηση του νομίσματος έχει καταστεί αδύνατη, καθ' ότι άνευ αντικειμένου, ενώ παράλληλα η δημοσιονομική πολιτική εξουδετερώνεται, λόγω της αξίωσης για συνταγματική απαγόρευση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Μοναδική εναπομένουσα οδός προσαρμογής για κάθε χώρα είναι πλέον η εκ των άνω διοργάνωση «ανταγωνιστικής ύφεσης», με την προσδοκία ότι η πτώχευση θα «σωφρονίσει» τους σπάταλους και οκνηρούς οφειλέτες.

Είναι δύσκολο σε υπερχρεωμένη χώρα να αρνηθεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας. Ωστόσο, εάν αυτό επιδεινώνει την κρίση σε όλους, τότε στερείται νοήματος, ακόμη και για τους πιστωτές. Η χώρα μας έχει την ιστορική τύχη και ατυχία ότι οι πιστωτές είναι ταυτόχρονα και εταίροι μας: αφ' ενός, αξιώνουν με κάθε μέσο την αποπληρωμή, αφ' ετέρου, επικαλούμενοι εταιρική σχέση, δυσχεραίνουν την προσαρμογή και ανάκαμψη της οικονομίας μας. Η τελική κατάληξη δεν είναι καλύτερη, αλλά χειρότερη από το 1930: τότε, η παγκόσμια οικονομία καταβυθίστηκε, στο μέτρο που εξαπολύθηκε παντού φαύλος κύκλος νομισματικών «ανταγωνιστικών υποτιμήσεων». Κάθε χώρα επεδίωκε την αναβάθμιση μέσω της κατατρόπωσης των εταίρων, μέχρις ότου αλληλοκατατροπώθηκαν όλες μαζί. Άραγε γίνεται σήμερα κάτι διαφορετικό; Ενώ το νομισματικό εργαλείο αποφεύγεται, χρησιμοποιείται η ύφεση ως δήθεν οδός προς απόκτηση διεθνούς ανταγωνιστικότητος, εις βάρος και πάλι των εταίρων. Ταυτόχρονα, το αυτό πράττουν οι τελευταίοι.

Η Γερμανία καθήλωσε το εργασιακό κόστος από το 2001, προκειμένου να κερδίζει ανταγωνιστικότητα εις βάρος των εταίρων. Η ίδια σήμερα επιβάλλει σε ολόκληρη την Ευρώπη τις επιλογές της. Εάν σήμερα η παγκόσμια και η ευρωπαϊκή οικονομία οδηγούνται εκ των άνω σε κατάρρευση, αυτό δεν είναι άσχετο με την επιβολή της ύφεσης σε όλες τις χώρες μαζί ως δήθεν μονόδρομου προς βελτίωση της εθνικής ανταγωνιστικότητος εις βάρος των εταίρων. Η επιδείνωση του χρέους χρησιμοποιείται σήμερα ως εργαλείο για την επιβολή υφεσιακών επιλογών, που δεν βελτιώνουν, αλλά αποσταθεροποιούν και συρρικνώνουν τα εισοδήματα.

Από την τραγική εμπειρία του 1930, χρησιμοποιείται σήμερα το αρνητικό σκέλος της, ενώ αγνοείται το θετικό δίδαγμά της: όσο οι πολιτικές υπαγορεύονται από τις αγορές, η κρίση δεν αντιμετωπίζεται, αλλά βαθαίνει. Μόνον η υιοθέτηση αντικυκλικών πολιτικών, η αποκατάσταση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων των κρατών επισπεύδει την απεμπλοκή από την κρίση. Με την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, ο Σόιμπλε προσβλέπει σε «φλουρί κωνσταντινάτο». Δεν υποψιάζεται ότι, χωρίς περιεχόμενο, η εθνική κυριαρχία δεν είναι παρά «άδειο πουκάμισο».

 

* kvergo@gmail.com

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011,  http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=304400

Δάσκαλε που δίδασκες και νόμους δεν εκράτεις

Δάσκαλε που δίδασκες και νόμους δεν εκράτεις

 

Του Κωνσταντίνου Δ. Γεώρμα*


 

Αυτό που η Ιστορία θα καταγρά­ψει για την παρούσα κρίση είναι ασφαλώς η διγλωσσία των κυρί­αρχων ελίτ (των πολιτικών υπαλλήλων των τραπεζών, όπως αναλύουν συχνά άλλες στήλες αυτής της εφημερίδας). Έτσι, με έκπληξη ανακαλύψαμε ότι η κ. Μέρκελ και ο κ. Σόιμπλε άλλα μας επιβάλλουν να πράξουμε και άλλες πολιτικές προωθούν στην ίδια τη χώ­ρα τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ μας επιβάλλονται περικοπές επιδομά­των, δημοσιονομική λιτότητα και περι­ορισμοί κρατικών επιδοτήσεων, οι Γερ­μανοί έκαναν τα αντίθετα!

Ας δούμε λοιπόν πού στηρίχθηκε η «επιτυχία της γερμανικής οικονομίας» μετά την κρίση του 2008.

1. Αύξησαν, έστω και λίγο, το επίδο­μα ανεργίας.

2. Μείωσαν τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που σχετίζονται με το επίδομα ανεργίας.

3. Ενίσχυσαν με προσωπικό τις Δημό­σιες Υπηρεσίες Απασχόλησης, έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση υπηρεσιών λό­γω της κρίσης.

4. Ενίσχυσαν τις δαπάνες για κατάρ­τιση, και μάλιστα με δύο πακέτα: ένα για τους προσωρινά εργαζόμε­νους, έτσι ώστε να μην εγκαταλείψουν τις επιχειρήσεις όπου εργάζονταν, και ένα δεύτερο επικεντρωμένο σε εργα­ζόμενους με χαμηλές δεξιότητες και εργαζόμενους μεγάλης ηλικίας.

5. Παρ’ όλη τη μικρή μείωση των μι­σθών, διατήρησαν τις συντάξεις στο ίδιο επίπεδο. Υπολογίζεται ότι κανονικά αυτές έπρεπε να έχουν μειωθεί κατά 2%.

6. Αύξησαν το επίδομα θέρμανσης από 91 ευρώ σε 142 ευρώ.

7. Αύξησαν το επίδομα παιδιού, με συνέπεια να ωφεληθούν από αυτό 15 εκατομμύρια ωφελούμενοι.

Βέβαια, το σημαντικότερο ήταν ότι οι άνθρωποι έθεσαν στόχους και προ­χώρησαν στην άμεση υλοποίησή τους με σαφή σχεδιασμό.

Αποφάσισαν ότι βασικό ζητούμενο είναι να παραμείνουν οι άνθρωποι στη θέση εργασίας τους, σχεδιάζοντας γι’ αυτό μία σειρά από μέτρα. Το κυριότε­ρο ήταν η μείωση του χρόνου εργασί­ας, με παράλληλη παραμονή των ερ­γαζομένων στη θέση εργασίας τους. Με αυτό τον τρόπο ενίσχυσαν το, ήδη υφιστάμενο, πρόγραμμα περιορισμέ­νου χρόνου εργασίας. Είναι ο γνωστός νόμος που είχε εισαχθεί με μεγάλες αντιδράσεις από τη συμμαχική κυβέρ­νηση.

Στη σημερινή του εκδοχή, ο νόμος προέβλεπε τη μείωση των ωρών απα­σχόλησης, ενώ η κυβέρνηση, με τη σειρά της, μέσω των Δημόσιων Υπηρεσιών Απασχόλησης κάλυπτε το 67% των μισθολογικών απωλειών (λόγω της μείωσης του χρόνου εργασίας) και από 50% έως 100% των εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Επί­σης, επέκτεινε το χρονικό όριο επι­δότησης στους 24 μήνες (μόνο στην Ελλάδα τα προγράμματα έχουν τον «μακροπρόθεσμο σχεδιασμό» του πεντάμηνου – μπας και προλάβουμε να βολέψουμε περισσότερους ημετέρους…).

Επειδή η γερμανική επιχειρηματι­κή τάξη δεν διαθέτει τα αρπακολλατζίδικα χαρακτηριστικά της δικής μας – όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία, μέ­σα από την κρίση πολλές επιχειρήσεις κοιτάνε πώς θα βγάλουν περισσότερα εις βάρος των εργαζομένων -, στο πρό­γραμμα συμμετείχαν επιχειρήσεις που είχαν πραγματικά προβλήματα.

Μέτρα στήριξης

Στην Ελλάδα, οι υπηρεσιακοί του υπουργείου Εργασίας (ξέρετε, αυτοί οι κακοί δημόσιοι υπάλληλοι!) έχουν κα­ταθέσει προτάσεις για τέτοιο πρόγραμ­μα από το… 2008! Αλλά, οι πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου, απασχολη­μένες καθώς είναι από τις εμφανίσεις στα ΜΜΕ και σε άλλες δραστηριότητες, έθεταν συνεχώς κωλύματα στην υλο­ποίησή του. Με επιμονή κάποιων έχει προχωρήσει κάτι, αλλά τα αποτελέσμα­τα αναμένονται ακόμη.

Στη Γερμανία, παράλληλα με τα αντικυκλικά μέτρα κοινωνικής προστασίας – διότι, όπως είναι γνωστό, η κοινωνική προστασία συνιστά αυτόματο σταθε­ροποιητή, και γι’ αυτό πρέπει να είναι ανεπτυγμένη – υπήρξαν και δράσεις για την προώθηση της μεταποίησης. Οι χρηματοδοτήσεις για την ενίσχυση των επιχειρήσεων ήταν 115 δισ. ευρώ. Από αυτά:

  15 δισ. ευρώ πήγαν στις μικρομε­σαίες επιχειρήσεις.

  Περίπου 22 δισ. ευρώ πήγαν στη στήριξη των εξαγωγών.

5 δισ. ευρώ πήγαν στην επιδότηση για αγορά καθαρών αυτοκινήτων.

Το μέτρο είχε βέβαια στόχο να βοη­θηθούν οι αυτοκινητοβιομηχανίες της χώρας και όχι να επιβαρυνθεί περαιτέ­ρω το ισοζύγιο πληρωμών βοηθώντας τους εμπόρους – όπως, δηλαδή, έγινε στην Ελλάδα. Επίσης, όλα αυτά επιβά­ρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό!

Οι οικογενειακές επιχειρήσεις

Ασφαλώς, για το γεγονός ότι η Γερ­μανία έχει σήμερα ανεργία γύρω στο 7% παίζουν ρόλο και άλλοι πα­ράγοντες. Η λειτουργία του κράτους είναι ένας από αυτούς. Ο άλλος έχει να κάνει με τη λειτουργία των επι­χειρήσεων.

Εδώ, θα αναφερθώ σε ένα μόνο ση­μείο. Στη Γερμανία, σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη έχουν παίξει οι μι­κρομεσαίες οικογενειακές επιχει­ρήσεις. Όπως γράφει και ο Ράτνερ, αυτές οι επιχειρήσεις συνδυάζουν τη σταθερότητα της οικογενειακής δομής με την παραγωγή προϊόντων πολύ εκλεπτυσμένων και με υψη­λή, ενίοτε, παραγωγική αξία. Έτσι, αυτές οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παράγουν προϊόντα που είναι δύ­σκολο να παραγάγουν οι αναδυόμε­νες αγορές.

Οι επιχειρήσεις αυτές – αντίθετα απ’ ό,τι κάνουν οι αντίστοιχες δικές μας – απασχολούν Γερμανούς εργαζόμε­νους. Επίσης – πάλι σε αντίθεση με τις δικές μας – επενδύουν σημαντικό μέρος των κερδών τους στην κα­τάρτιση του προσωπικού τους! Ειρήσθω εν παρόδω, σε έρευνα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Κατάρτιση, οι Έλληνες μικρομεσαίοι επιχειρηματίες είχαν απαντήσει ότι δεν θέλουν κατάρτιση του προσωπι­κού τους διότι οι υπάλληλοί τους θα ήξεραν περισσότερα από αυτούς! Τέλος, αυτές οι (γερμανικές) οικογε­νειακές επιχειρήσεις επενδύουν στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και όχι σε βραχυπρόθεσμα κέρδη (1).

 

Σημείωση: 1. Δύο είναι οι κύριες πηγές για το κείμενο αυτό. ILO, «Studies on Growth with Equity ». International Labour Organization-International Institute for Labour Studies , 2011. Επίσης: Steven Rattner , «The Secrets of Germany’s Success », Volume 4, Number 90, July/August 2011. Επίσης, μπορείτε να δείτε τις εκπομπές του Steve Evans στο BBC.

 

* Ο Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας είναι Δρος Κοινωνιολογίας – συγγραφέας.

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 25-08-11), http://www.topontiki.gr/article/20927

Κάτω τα χέρια από το πανεπιστημιακό άσυλο

Κάτω τα χέρια από το πανεπιστημιακό άσυλο!


Του Παναγιώτη Σωτήρη


 

Το προετοίμασαν από καιρό. Με άρθρα και επιφυλλίδες στις εφημερίδες. Με απευθείας συνδέσεις και τηλεοπτική διεκτραγώδηση των «καταστροφών». Με ερωτήσεις και παρεμβάσεις στη Βουλή. Με τερατολογίες και ανυπόστατα ψεύδη. Κοινός τόπος ένας: το πανεπιστημιακό άσυλο πρέπει να καταργηθεί.

Είναι προφανές ότι το πανεπιστημιακό άσυλο ενοχλούσε. Όχι τόσο για τα επεισόδια ή τις καταστροφές που επικαλούνται οι πολέμιοί του. Άλλωστε, η εμπειρία έχει δείξει ότι πολύ μεγαλύτερες καταστροφές και βίαιες συγκρούσεις έχουν γίνει σε χώρους εκτός ασύλου• μια βόλτα στα γήπεδα μπορεί να το αποδείξει. Αυτό που ενοχλούσε ήταν υπήρχαν χώροι όπου μπορούσε να αναπτυχθεί, χωρίς δικαίωμα παρέμβασης των δυνάμεων καταστολής, συλλογική δράση, ανατρεπτική ιδεολογική αναζήτηση και μαχητική κινηματική παρέμβαση. Ενοχλούσε το γεγονός ότι από τη μεταπολίτευση και μετά συνδικάτα, πολιτικές πρωτοβουλίες, κινήματα μπορούσαν να κάνουν συνελεύσεις μέσα στα πανεπιστήμια, να καταφεύγουν για να αποφύγουν τη αποδεδειγμένα δολοφονική βία των δυνάμεων καταστολής, να πραγματοποιούν εκδηλώσεις, διαμαρτυρίες, να στεγάζουν απεργίες πείνας.

Ενοχλούσε το γεγονός ότι το πανεπιστημιακό άσυλο επέτρεπε την απρόσκοπτη δράση του φοιτητικού κινήματος. Εγγυόταν την διεξαγωγή συνελεύσεων, επέτρεπε τις καταλήψεις, προστάτευε από τον κίνδυνο να εμφανιστεί με την παραμικρή κινητοποίηση ο εισαγγελέας ή ο διοικητής του οικείου αστυνομικού τμήματος «για τα περαιτέρω». Μπορούσε έτσι το φοιτητικό κίνημα όχι μόνο να οργανώνει μεγάλους και συχνά νικηφόρους αγώνες, όπως ήταν αυτός που ανέτρεψε τον ν. 815 ή το κίνημα ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Μπορούσε, και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο για τις κυρίαρχες δυνάμεις, να διαμορφώνει ένα παράδειγμα συλλογικής νικηφόρας ριζοσπαστικής δράσης που ακολουθούσαν κι άλλοι κλάδοι και κινήματα.

Σήμερα, είναι προφανές ότι τα επίσημα κόμματα επιδιώκουν να ξεμπερδεύουν με την ενοχλητική «ανορθογραφία» που ήταν το μαχόμενο φοιτητικό και ευρύτερα πανεπιστημιακό κίνημα. Γι’ αυτό και σκύλιασαν κυριολεκτικά για την κατάργηση του ασύλου. Ο νόμος δεν επιδιώκει μόνο την πλήρη άλωση του πανεπιστημίου από τις δυνάμεις της αγοράς αλλά και την πειθάρχηση του φοιτητικού κινήματος. Η καθιέρωση ανώτατου χρόνου σπουδών στέλνει σαφές μήνυμα: μην ασχολείστε με το συνδικαλισμό, μην κινητοποιείστε, μην δραστηριοποιείστε πολιτικά, γιατί δεν θα πάρετε πτυχίο.

Αναδεικνύεται μια βαθύτερη αντιδραστική μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος. Σε μια χώρα όπου η εικόνα του τανκ που εισβάλλει στο Πολυτεχνείο στοιχειώνει ακόμη τη συλλογική συνείδηση και το σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία, η Χούντα δεν τελείωσε το ’73» αντηχεί στις πλατείες της πάνδημης αγανάκτησης, η επιδίωξη είναι να ξεμπερδεύουν οριστικά με το δημοκρατικό κινηματικό κεκτημένο της μεταπολίτευσης. Γι’ αυτό ομονόησαν στη Βουλή, σε μια επίδειξη συναίνεσης, «σοσιαλιστές», «φιλελεύθεροι» και κοινοβουλευτικώς αναβαπτισμένοι νοσταλγοί της επταετίας. Γιατί ξέρουν ότι η επιχείρηση οικονομικής και ηθικής ταπείνωσης της κοινωνίας, η καταρράκωση κάθε έννοιας εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, η εκρηκτική εκτίναξη της ανεργίας σωρεύουν εκρηκτικά υλικά. Αναζητούν έτσι κινήσεις προληπτικής τρομοκράτησης και καταστολής. Και βέβαια κάθε άλλο παρά συμβολική θα είναι η εφαρμογή: ήδη εξαγγέλλονται αιτήματα αστυνομικής παρέμβασης για κάθε «παράπτωμα», από τις καταλήψεις έως και τη στέγαση… ανατρεπτική ιστοσελίδων.

Στο χέρι μας είναι να βγουν γελασμένοι. Όπως κάποτε ανατράπηκε η χούντα των συνταγματαρχών, έτσι πρέπει σήμερα να ανατραπεί και η δικτατορία των αγορών. Αυτή τη φορά τα τεθωρακισμένα της «μεταρρύθμισης» θα αναγκαστούν να κάνουν αναστροφή μπροστά στις πύλες των αγωνιζόμενων πανεπιστημίων.

 

ΠΗΓΗ: 31-8-2011, http://www.alfavita.gr/artrog.php?id=43665

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΙΙΙ

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ:

…. ο αντίθετος δρόμος της Αργεντινής και συμπεράσματα για την Ελλάδα – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ

Η προσέγγιση της κρίσης από την Αργεντινή ήταν εντελώς διαφορετική, από αυτήν της Ουρουγουάης. Επομένως θεωρούμε σκόπιμη μία μικρή αναφορά, έτσι ώστε να συμπεράνουμε ποια από τις δύο χώρες ακολούθησε το σωστότερο δρόμο – κρίνοντας αποκλειστικά και μόνο εκ του αποτελέσματος για τους Πολίτες (η έννοια «σωστό» δεν έχει απολύτως κανένα νόημα, εάν δεν εξετάζεται από την πλευρά του ποιόν ωφελεί και ποιόν ζημιώνει).     

Το Δεκέμβρη του 2001 η Αργεντινή κήρυξε στάση πληρωμών (άρθρο μας), η οποία αφορούσε τόσο τους εγχώριους, όσο και τους ξένους ιδιοκτήτες των ομολόγων της. Το συνολικό ποσόν, το οποίο όφειλε να αναδιαρθρωθεί, ήταν της τάξης των 100 δις $ (περί τα 70 δις €) – αν και η πρόταση αναδιάρθρωσης προς τους πιστωτές της δεν έγινε έως το 2004 και δεν ολοκληρώθηκε ούτε το 2005. Τελικά, οι ιθύνοντες της Αργεντινής πρότειναν στους δανειστές την εξόφληση ενός μέρους των απαιτήσεων τους, αναγκάζοντας τους «είτε να δεχθούν, είτε να το αφήσουν» (take it or leave it offer).   

Το 75% των δανειστών της Αργεντινής συμφώνησε να αποδεχθεί την πρόταση της κυβέρνησης, η οποία προέβλεπε διαγραφή χρεών (haircut) ύψους περί το 65% (μέσω επέκτασης του χρόνου αποπληρωμής, μείωσης της ονομαστικής αξίας και δόσεις με χαμηλά επιτόκια). Η διαμάχη μεταξύ της Αργεντινής και του 25% των πιστωτών της, οι οποίοι δεν αποδέχθηκαν την πρόταση της κυβέρνησης, συνέχισε μέχρι το 2010, όπου η Αργεντινή κατάφερε να ολοκληρώσει μία επόμενη συμφωνία – ενώ απομένουν ακόμη 7,5 δις $ χρέους, στις χώρες που εκπροσωπούνται από «το κλαμπ του Παρισιού».

Στην περίπτωση της Αργεντινής πρόκειται προφανώς για ένα «πιστωτικό γεγονός», το οποίο ενεργοποιεί τα CDS – ενώ η S&P αξιολόγησε της Αργεντινή με SD (Επιλεκτική χρεοκοπία), όπως ακριβώς την Ουρουγουάη  (Ελλάδα) και η Fitch με DD, ήδη από το 2001. 

Μετά την αναδιάρθρωση χρέους, η Ουρουγουάη εισήλθε αμέσως σε πορεία ανάπτυξης, επιτυγχάνοντας μέσους ρυθμούς αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ, της τάξης του 8% μεταξύ των ετών 2004 και 2008. Παραδόξως, η οικονομία της Αργεντινής αναπτύχθηκε ανάλογα βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στις υψηλότερες τιμές των εμπορευμάτων. Κατά τη διάρκεια λοιπόν της ίδιας χρονικής περιόδου, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της Αργεντινής ήταν 8,5% – παρά την «οικονομική ανεπάρκεια» των κυβερνητικών στελεχών της, καθώς επίσης την απομόνωση της από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Επομένως, η μορφή της αναδιάρθρωσης, είτε αυτή της Ουρουγουάης (soft), είτε αυτή της Αργεντινής (hard), δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, όσον αφορά την εξέλιξη των δύο χωρών – ενώ η Αργεντινή, σε αντίθεση με την Ουρουγουάη, κατάφερε τελικά να μειώσει στο μισό το δανεισμό της, με τεράστια οφέλη τόσο για τον προϋπολογισμό (τόκοι δανείων), όσο και για τους Πολίτες της.

Όσον αφορά δε τις αγορές, σε τελική ανάλυση κρίνουν και δανείζουν ανάλογα με τη προβλεπόμενη μελλοντική εξέλιξη της χώρας και όχι με βάση τις ζημίες τους από το παρελθόν – οπότε μία χώρα, η οποία επιλέγει το δύσκολο δρόμο (λιτότητα, ύφεση κλπ.), χωρίς καμία ελπίδα επιτυχίας όπως η Ελλάδα, είναι πολύ πιο δύσκολο να επανέλθει στις αγορές, από μία άλλη που επιλέγει ριζικές λύσεις (haircut κλπ.), οι οποίες εξασφαλίζουν τη μελλοντική της ανάπτυξη.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σχεδόν για τρία ολόκληρα χρόνια ασχολούμαστε με την οικονομική ενημέρωση, στο βαθμό που μπορούμε – με όλα τα τυχόν λάθη ή τις παραλείψεις μας. Σκοπός μας δεν είναι η απόδοση ευθυνών, οι κατηγορίες η/και η κριτική κανενός (θα ήταν μάλλον ανόητο), αλλά απλά και μόνο η ανάλυση όλων όσων συμβαίνουν ή έχουν συμβεί με κάποιες, ή δυνατόν «εποικοδομητικές» προτάσεις – αφού πιστεύουμε απόλυτα ότι, η γνώση είναι δύναμη, ενώ η άμεση Δημοκρατία απαιτεί πλήρη ενημέρωση των Πολιτών μίας χώρας (η οποία πρέπει να επιδιώκεται σε όλους τους «τομείς γνώσης» και όχι μόνο στα οικονομικά).

Περαιτέρω θεωρούμε ότι, η άμεση Δημοκρατία είναι η μοναδική λύση μας απέναντι στην παντοδυναμία του απολυταρχικού καπιταλισμού (κινεζικός δρόμος), ο οποίος διαδέχθηκε τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», καθώς επίσης απέναντι στην «δριμύτητα» του μονοπωλιακού καπιταλισμού – αυτού δηλαδή που προωθεί το «δυτικό» κυρίως Καρτέλ, σε πλήρη συνεργασία με τις αχόρταγες, ανεξέλεγκτες χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες δεν «συμπεριφέρονται» σύμφωνα με το «αόρατο χέρι» του A. Smith (αδυνατώντας προφανώς να λειτουργήσουν με τους κανόνες της ζήτησης και της προσφοράς, χωρίς αυτό να προϋποθέτει συνωμοσίες).

Στα πλαίσια τώρα της παραπάνω ανάλυσης της κρίσης της Ουρουγουάης, έχουμε την άποψη ότι, η μοναδική πλέον επιλογή της Ελλάδας είναι η ανάπτυξη ή η στάση πληρωμών – χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση. Εάν δεν εξασφαλιστεί άμεσα η ανάπτυξη για τη χώρα μας, με οποιονδήποτε εφικτό διακανονισμό αποπληρωμής των υποχρεώσεων της (άρθρο μας), οφείλουμε να προβούμε γρήγορα σε στάση πληρωμών, παραμένοντας δυστυχώς υποχρεωτικά στο χώρο του Ευρώ – διαφορετικά είναι πλέον φύσει αδύνατον να επιβιώσουμε (αν και δεν βλέπουμε σοβαρές προοπτικές επιβίωσης του Ευρώ, κρίνοντας από τις «ικανότητες» του περιπλανώμενου Ευρωθιάσου και τα συνεχή «ήξεις αφίξεις» της ανατολικογερμανίδας καγκελαρίου). 

Τέλος, τόσο η αισιόδοξα προβλεπόμενη (άρθρο μας – Πίνακας Ι) επιδείνωση της ύφεσης, όσο και οι εγκληματικές ιδιωτικοποιήσεις κάτω από τις σημερινές συνθήκες (με το χρηματιστήριο στο ναδίρ και τις αξίες «καταρρακωμένες»), απειλούν να μας οδηγήσουν δεκάδες χρόνια πίσω – εάν δεν μας καταδικάσουν σε μία νέα «κατοχή» της Ελλάδας, από τους συνήθεις δυτικούς εισβολείς και νεοαποικιοκράτες.

Όσον αφορά δε τις τράπεζες, η καταβαράθρωση των τιμών των μετοχών τους είναι η καλύτερη τεκμηρίωση σε σχέση με το τι πρόκειται να συμβεί σύντομα – κρίνοντας από την εμπειρία της Ουρουγουάης, από την ριζική αναδιάρθρωση που ακολούθησε, η οποία καταδίκασε χιλιάδες τραπεζοϋπαλλήλους στην ανεργία, καθώς επίσης από τις μάλλον «σκοτεινές» προθέσεις κάποιων «εταίρων» μας.

Εκτός αυτού, η απίστευτη μείωση της ονομαστικής αξίας της μετοχής της Alpha Bank, για παράδειγμα, από 4,70 € στα 0,30 € (σημερινή τιμή διαπραγμάτευσης της μετοχής 1,90 €), ταυτόχρονα με τον τεράστιο περιορισμό των Ιδίων Κεφαλαίων της κατά 2,5 δις € (στο 1,1 δις €), δεν προϊδεάζει για τα καλύτερα – ενώ μάλλον τεκμηριώνει ότι, έχουμε εισέλθει στην «τελική ευθεία». Προφανώς δε, η σημερινή κατάσταση επηρεάζει, μεταξύ άλλων, σε μεγάλο βαθμό τα δημόσια και τα άλλα ταμεία (συνταξιοδοτικά κλπ.), με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον τους.    

 

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 28. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2410.aspx

ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΙΙ

 ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ, Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΚΡΙΣΗ:

  το ξέσπασμα της καταιγίδας, η διαχείριση της, η αναδιάρθρωση των τραπεζών με τη βοήθεια του ΔΝΤ,… – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η κρίση ξεκίνησε το Δεκέμβριο του 2001, όταν η κυβέρνηση της Αργεντινής επέβαλλε στους κατοίκους της ελέγχους διακίνησης κεφαλαίων και «πάγωσε» τις καταθέσεις τους (το γνωστό «corralito»). Εκείνη τη στιγμή, οι δύο μεγαλύτερες ιδιωτικές τράπεζες της Ουρουγουάης αντιμετώπισαν προβλήματα ρευστότητας, λόγω της μεγάλης έκθεσης τους στην Αργεντινή. Στην πραγματικότητα βέβαια, οι δύο αυτές τράπεζες («υπεύθυνες» για το 20% των συνολικών καταθέσεων εντός του συστήματος) ανήκαν σε οικονομικούς ομίλους της Αργεντινής – οπότε ήταν εξαιρετικά ευαίσθητες στις εκεί συνθήκες.

Ειδικά η BGU, η νούμερο δύο τράπεζα της Ουρουγουάης σε όρους ενεργητικού, ήταν υποκατάστημα της μεγαλύτερης ιδιωτικής τράπεζας της Αργεντινής (Galicia) – ενώ είχε επικεντρώσει τις δραστηριότητες της σχεδόν αποκλειστικά στη λήψη καταθέσεων Αργεντινών υπηκόων, καθώς επίσης στο δανεισμό Αργεντινών, ιδιωτών και επιχειρήσεων. Όταν λοιπόν η Αργεντινή επέβαλλε ελέγχους διακίνησης κεφαλαίων και «πάγωμα» καταθέσεων, η BGU αφενός μεν απομονώθηκε από τα περιουσιακά της στοιχεία στην Αργεντινή, αφετέρου αντιμετώπισε εκροή καταθέσεων, εκ μέρους των Αργεντινών (οι νέες εστίες πυρκαγιάς στην Α. Ευρώπη, επίσης στην Τουρκία, οφείλουν να προσεχθούν ιδιαίτερα από τις Ελληνικές τράπεζες).

Μόνο τον Ιανουάριο του 2002, η BGU έχασε το 15% των συνολικών καταθέσεων της, αντιμετωπίζοντας αμέσως τεράστια προβλήματα ρευστότητας – με αποτέλεσμα η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης να υποχρεωθεί να σταματήσει τη λειτουργία της (απόσυρση αδείας στις 13. Φεβρουαρίου). Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί και στην Ελβετία, στο Λουξεμβούργο ή στη Μ. Βρετανία, σε περίπτωση ραγδαίας επιδείνωσης της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης ή των Η.Π.Α.

Η BC τώρα, η μεγαλύτερη τότε ιδιωτική τράπεζα της Ουρουγουάης, η οποία ήταν επίσης εκτεθειμένη στην οικονομία της Αργεντινής, λόγω του υψηλού δημοσίου χρέους της χώρας που κατείχε (ομόλογα), καθώς επίσης λόγω των δανείων της στον αργεντινό όμιλο εταιρειών BGdeN, του οποίου αποτελούσε υποκατάστημα, αντιμετώπισε ανάλογα προβλήματα ρευστότητας (μετά από κάποιες προσπάθειες ανακεφαλαιοποίησης της, μεσολάβησε η κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης, η οποία τελικά την «αναδιάρθρωσε»). Τις επόμενες εβδομάδες, έως το Μάρτιο του 2002, καθώς η οικονομική κρίση της Αργεντινής εξελισσόταν, το 12% των συνολικών καταθέσεων «εγκατέλειψε» την Ουρουγουάη (Πίνακας Ι). Παρά το ότι λοιπόν οι Αρχές βοηθούσαν τις τράπεζες, παρέχοντας τους ρευστότητα, ενώ είχε ανακοινωθεί επί πλέον από το ΔΝΤ ένα πρόγραμμα δανεισμού τους, η αρνητική δημοσιοποίηση των προβλημάτων άσκησε μεγάλες πιέσεις στο νόμισμα της χώρας, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αυξήσει τα περιθώρια διακύμανσης του από το 6% στο 12% – επιδεινώνοντας εξ αυτού τη θέση των τραπεζών.

Αν και ακολούθησε η υποτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ουρουγουάης, η οποία ως συνήθως συνοδεύεται από την αντίστοιχη μείωση της αξιολόγησης των τραπεζών, ενώ οι καταθέσεις μειώνονταν διαρκώς, η κυβέρνηση συνέχισε να ενισχύει τις τράπεζες – ακόμη και όταν η τρίτη μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα της χώρας αντιμετώπισε με τη σειρά της προβλήματα ρευστότητας. Εν τούτοις, όταν τον Ιούλιο τα επιτόκια δανεισμού της Ουρουγουάης (spreads) αυξήθηκαν υπερβολικά (έως και 20%, όσο περίπου τα ελληνικά σήμερα – 25% το Νοέμβριο του 2002), τα συναλλαγματικά της αποθέματα μειώθηκαν δραματικά (80%) και αφέθηκε ελεύθερη η ισοτιμία του νομίσματος (πέζο), το οποίο υποτιμήθηκε αμέσως κατά 27%, η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να ανακοινώσει το κλείσιμο των τραπεζών – για πέντε ημέρες (bank holidays).    

Στα τέλη Ιουλίου του 2002, το 38% των καταθέσεων είχε εγκαταλείψει το σύστημα, το πέζο είχε υποτιμηθεί κατά 57%, ενώ οι περισσότερες τράπεζες ήταν πρακτικά χρεοκοπημένες. Το 67% των καταθέσεων ήταν στα χέρια της κυβέρνησης, είτε στις κρατικές τράπεζες, είτε στις «κρατικοποιημένες», ενώ το 51% των καταθέσεων κατοίκων του εξωτερικού είχαν φύγει από τη χώρα. Την 1η Αυγούστου, μετά το κλείσιμο των τραπεζών, χιλιάδες άνθρωποι ακολούθησαν τα συνδικάτα σε μία τετράωρη γενική απεργία, η οποία κατέληξε σε λεηλασίες καταστημάτων και σε οδομαχίες, στις φτωχές περιοχές του Montevideo. Η κυβέρνηση αντέδρασε με την αποστολή χιλιάδων αστυνομικών, οι οποίοι τελικά απεκατέστησαν την ηρεμία. Ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, στις 16 Απριλίου του 2002, περί τους 100.000 διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί ξανά στην πρωτεύουσα της χώρας, με στόχο να διαμαρτυρηθούν για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της. Επίσης, στις 12. Ιουνίου μία 24ωρη γενική απεργία είχε νεκρώσει εντελώς τη χώρα – για πρώτη φορά μετά το 1984, όπου η τότε στρατιωτική κυβέρνηση ήταν λίγο πριν την πτώση της. Τόσο οι εργαζόμενοι, όσο και οι επιχειρηματίες απαιτούσαν πολιτικά μέτρα για την διατήρηση του κοινωνικού κράτους, της εθνικής βιομηχανίας και της ανάπτυξης της οικονομίας – διαμαρτυρόμενοι ταυτόχρονα για την αύξηση των φόρων (οι ομοιότητες με την Ελλάδα είναι προφανείς).       

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Στις αρχές Αυγούστου του 2002, το ΑΕΠ της Ουρουγουάης βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση (12% σε ετήσια βάση), οι επιχειρήσεις έκλειναν η μία μετά την άλλη και η ανεργία είχε εκτοξευθεί στα ύψη – το νόμισμα έχανε συνεχώς σε αγοραστική αξία και το δημόσιο χρέος, σε όρους δολαρίου, ξεπερνούσε πλέον τα ασφαλή επίπεδα. Ο άνθρωποι είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η επιδρομή εναντίον των τραπεζών (bank run) είχε αναγκάσει την κυβέρνηση να διακόψει τη λειτουργία τους – με αποτέλεσμα να προκληθούν μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Οι ξένες εφημερίδες έγραφαν ότι, η Ουρουγουάη θα χρειαζόταν ένα θαύμα για να αποφύγει την οριστική χρεοκοπία, δίνοντας πιθανότητες 1% σε κάτι τέτοιο.

Ειδικοί εκ μέρους των Η.Π.Α. (U. S. Treasury) είχαν καταφθάσει επειγόντως στη χώρα, με σκοπό να βοηθήσουν στην εύρεση λύσης. Η αιτία της μη ενασχόλησης του ΔΝΤ με το πρόβλημα της Ουρουγουάης, ήταν η απαίτηση του να βοηθήσει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι, η χώρα θα κήρυσσε στάση πληρωμών και θα μετέτρεπε όλα τα χρηματικά αποθέματα της (καταθέσεις) σε ομόλογα – ληστεύοντας προφανώς τους Πολίτες της, για να πληρώσει τους πιστωτές της. Η κυβέρνηση δεν συμφώνησε με τέτοιες μεθόδους, προτιμώντας να ζητήσει τη βοήθεια του U. S. Treasury – το οποίο είχε την απαιτούμενη εμπειρία, ενώ διατηρούσε καλές σχέσεις με τις κυβερνήσεις και των δύο χωρών.  Το ζητούμενο ήταν ουσιαστικά να σταματήσει η «τραπεζική επιδρομή», έτσι ώστε να εξασφαλισθεί ένα διάλειμμα στο σύστημα πληρωμών της χώρας – το οποίο θα εμπόδιζε τη μεγέθυνση της ζημίας που είχε προκαλέσει στην οικονομία της η κρίση της Αργεντινής. Αντίθετα με το ΔΝΤ, η επιτροπή των οικονομολόγων των δύο χωρών πίστευε ότι, η αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης θα έπρεπε να αναβληθεί για αργότερα – αφού θα είχε σταθεροποιηθεί η οικονομία της.

Παράλληλα θεωρήθηκε πως η επιδρομή στις τράπεζες οφειλόταν στην πεποίθηση των καταθετών σε σχέση με το ότι, η κεντρική τράπεζα δεν είχε τόσα χρήματα, όσες οι καταθέσεις τους (εύλογη, αφού καμία τράπεζα δεν διατηρεί τις καταθέσεις στα θησαυροφυλάκια της, αλλά μόλις το 2% στην κεντρική). Έτσι, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποσύρουν τα χρήματα τους το δυνατόν γρηγορότερα – πριν εξαντληθούν δηλαδή τα αποθέματα των τραπεζών. Αποφασίσθηκε λοιπόν ότι, η λύση ήταν η εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων – η κάλυψη τους δηλαδή κατά 100% με δολάρια. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατον για την κεντρική τράπεζα της Ουρουγουάης, επειδή δεν μπορούσε να δανεισθεί ένα τέτοιο ποσόν. Έτσι, η επιτροπή απευθύνθηκε στο ΔΝΤ για τη χρηματοδότηση, καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες να πείσει το Ταμείο για την επιτυχία του σχεδίου της. Στόχος της ήταν ένα δάνειο ύψους 1,5 δις $ – οπότε, εάν το ΔΝΤ συμφωνούσε να δώσει 500 εκ. $, τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να εξασφαλισθούν από την Παγκόσμια Τράπεζα, ως συνήθως σε συνεργασία με την IDB (InterAmerican Development Bank).  Το ΔΝΤ, όπως και οι δύο υπόλοιποι οργανισμοί, συμφώνησαν τελικά ενώ, επειδή η επιτροπή θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του σχεδίου της το άμεσο άνοιγμα των τραπεζών, ζητήθηκε δάνειο από το U. S. Treasury (bridge loan), έως ότου οι τρεις οργανισμοί ολοκληρώσουν τις απαραίτητες διαδικασίες έγκρισης. Έτσι, οι τράπεζες άνοιξαν πολύ γρήγορα, η επιδρομή των καταθετών δεν συνεχίσθηκε, η κρίση τελείωσε και η ανάπτυξη επανήλθε το 2003 (αύξηση του ΑΕΠ κατά 11% το 2004).

Αργότερα, το Μάιο του 2003, η κυβέρνηση της Ουρουγουάης συνεργάσθηκε με τους πιστωτές της, με στόχο την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους της. Η «προσφορά» των νέων «ομολόγων ανταλλαγής» ανακοινώθηκε στις 10 Απριλίου και ολοκληρώθηκε στις 29 Μαΐου, με την αποδοχή του 93% των πιστωτών. Από τα 5,4 δις $ δηλαδή αναδιαρθρώθηκαν τελικά τα 5 δις $, ενώ το ΔΝΤ υπολόγισε τον περιορισμό της αξίας των ομολόγων, λόγω της χρονικής τους μετάθεσης, στο -20%. Ουσιαστικά συμφωνήθηκε η αύξηση του χρόνου αποπληρωμής των ομολόγων του δημοσίου κατά πέντε έτη, χωρίς να μειωθεί η ονομαστική τους αξία (δεν υπήρξε διαγραφή χρέους – haircut) και χωρίς να υπάρξει καμία αλλαγή στα επιτόκια. Το χρέος προς το ΔΝΤ αποπληρώθηκε και η χώρα επανήλθε στις χρηματοπιστωτικές αγορές τον ίδιο χρόνο, μετά από πολύ σύντομη απουσία. Τέλος, παρά το ότι τα CDS υπήρχαν εκείνη την εποχή, δεν χρησιμοποιούνταν σε μεγάλη έκταση, οπότε δεν έγινε καμία συζήτηση σχετικά με το εάν η αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης αποτελούσε πιστωτικό γεγονός ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, η S&P αξιολόγησε την αναδιάρθρωση σαν SD (Selective DefaultΕπιλεκτική Χρεοκοπία), όπως την Ελληνική, ενώ η Fitch σαν χρεοκοπία (DDD) – ενώ τα επιτόκια δανεισμού της χώρας, παρά το ότι μειώθηκαν δραστικά, παρέμειναν έκτοτε σχεδόν διπλάσια, σε σχέση με αυτά πριν από την κρίση.

Η ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Σε σχέση με την εξυγίανση των τραπεζών, είναι σημαντικό να τις διαχωρίσει κανείς σε τρεις ομάδες, λόγω της φύσεως των προβλημάτων και των ιδιαιτεροτήτων τους: στις κρατικές (BROU και BHU), στις ιδιωτικές, στις οποίες επενέβη το δημόσιο (Banco Comercial, Banco MondevideoCaja Obrera και Banco de Credito), καθώς επίσης στις υπόλοιπες ιδιωτικές.

Οι κρατικές τράπεζες

Η BROU: Σαν αποτέλεσμα της κρίσης, η BROU έχασε περί το 66% των συνολικών καταθέσεων της εντός του 2002 – γεγονός που επιδείνωσε σημαντικά τη ρευστότητα της, ενώ έφερε στο φως τα προβλήματα του Ισολογισμού της, καθώς επίσης πολλά διαχειριστικά ελαττώματα, προερχόμενα από την «ελλειμματική εταιρική διακυβέρνηση» της. Με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, η τράπεζα υποχρεώθηκε σε ένα δραστικό πρόγραμμα εξυγίανσης, το οποίο συμπεριελάμβανε τα εξής: 

(α)  Το 2003 ιδρύθηκε μία εταιρεία διαχείρισης Ενεργητικού (Asset Management Company), με την εγγύηση του κράτους και με στόχο την κατηγορία των δανείων 4 και 5 (τα επισφαλή δάνεια στην Ουρουγουάη ονομάζονται δάνεια κατηγορίας 4 και 5 μέσα στο βιβλίο των τραπεζών, αντιπροσωπεύοντας τις δύο πιο επικίνδυνες κατηγορίες μεταξύ συνολικά πέντε). Σύμφωνα με το πρόγραμμα, τα δάνεια αυτά όφειλαν αφενός μεν να «αποσβεσθούν» λόγω πλήρους αδυναμίας είσπραξης τους, αφετέρου να «καλυφθούν» χρηματοπιστωτικά, εντός μίας περιόδου 5 ετών. Η τράπεζα υποσχέθηκε να ολοκληρώσει τη μεταφορά αυτών των δανείων προς την εταιρεία διαχείρισης Ενεργητικού, μέχρι το Δεκέμβρη του 2004.    

(β)  Η κυβέρνηση κάλυψε ένα ομόλογο δανεισμού της BROU (αφορούσε ένα εγγυημένο από το κράτος ομόλογο ύψους 776 εκ. $, το οποίο είχε εκδώσει η δεύτερη δημόσια τράπεζα, η BHU, η οποία δεν μπορούσε πλέον να το εξυπηρετήσει), ενώ η BHU υποσχέθηκε να το αποπληρώσει στο μέλλον.

(γ)  Η τράπεζα υποχρεώθηκε να διαφοροποιήσει μελλοντικά την εμπορική της δραστηριότητα, απασχολούμενη μόνο με προϊόντα βασιζόμενα στο πέζο (καθόλου με προϊόντα άλλων νομισμάτων).

(δ)  Το κόστος λειτουργίας της εξορθολογίστηκε, με στόχο τη μείωση του κατά 15% εντός των δύο επομένων ετών (απολύσεις προσωπικού κλπ.)

(ε)  Το τμήμα ρίσκου (credit risk management) και παροχής δανείων της τράπεζας, υποχρεώθηκε να περιορίσει ριζικά το ποσοστό των επισφαλειών στο μέλλον.

Η BHU: Τέλη του 2001, οι περισσότερες καταθέσεις της BHU (77%) ήταν σε δολάρια, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των δανείων της (94%) ήταν σε πέζος – «αναφερόμενες» σε οφειλέτες, τα εισοδήματα των οποίων (μισθοί κλπ.) ήταν σε πέζος. Όπως ήταν φυσικό, όταν ξέσπασε η κρίση και υποτιμήθηκε σημαντικά το εθνικό νόμισμα, η μεγάλη έκθεση της τράπεζας σε δάνεια είχε σαν αποτέλεσμα να φτάσει στο χείλος της χρεοκοπίας. Με τη βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας (το ΔΝΤ είχε αναλάβει τη μία κρατική τράπεζα, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα την άλλη), η BHU αναδιαρθρώθηκε ριζικά – υποχρεούμενη να μετατραπεί σε ένα μη τραπεζικό ίδρυμα, το οποίο δεν επιτρεπόταν πλέον να λαμβάνει νέες καταθέσεις (με εξαίρεση τις προθεσμιακές «καταθέσεις ταμιευτηρίου»). Εκτός αυτού, απαγορεύθηκε στην τράπεζα να παρέχει δάνεια υψηλότερα από το ποσόν των 50 εκ. $ συνολικά. Παράλληλα, η BHU αναγκάσθηκε να μειώσει δραστικά το κόστος λειτουργίας της, καθώς επίσης να δημιουργήσει συνθήκες απόλυτης διαφάνειας στον Ισολογισμό της.

Οι ιδιωτικές, «διασωθείσες» από το κράτος τράπεζες

Τον Ιανουάριο του 2003 η κυβέρνηση «εκκαθάρισε» τις δύο τράπεζες (Banco Comercial και Banco MontevideoCaja Pbrera), δημιουργώντας εξ αυτών μία καινούργια: τη Nuevo Banco Comercial (NBC). Τέλη Φεβρουαρίου η νέα αυτή τράπεζα εξέδωσε ομόλογα (CDs), για να χρηματοδοτήσει την εξαγορά των στοιχείων του Ενεργητικού των δύο «εκκαθαρισμένων» τραπεζών – με τα έσοδα εξ αυτών να οδηγούνται στη «μερική εξυπηρέτηση» των καταθέσεων των δύο προηγουμένων τραπεζών. Η τράπεζα άνοιξε τέλη Μαρτίου, ενώ μέχρι τα τέλη του έτους έγινε η τρίτη μεγαλύτερη της χώρας, αντιπροσωπεύοντας το 9,5% των συνολικών καταθέσεων του συστήματος. Από την άλλη πλευρά η τρίτη ιδιωτική τράπεζα, την οποία είχε διασώσει το κράτος, η Banco de Credito, τέθηκε τελικά σε εκκαθάριση, έκλεισε δηλαδή το Φεβρουάριο του 2003, μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες ανακεφαλαιοποίησης της. Επειδή τώρα η BCU ανήκε στις JP Morgan Chase, Dresdner Bank και Credit Suisse First Boston, ενώ έχασε το συνολικό Ενεργητικό της ύψους 800 εκ. $ όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να την κλείσει, η Ουρουγουάη καταδικάσθηκε τον Ιανουάριο του 2005 από το διεθνές εμπορικό επιμελητήριο, με έδρα το Παρίσι, σε αποζημίωση ύψους 120 δις $ προς τις τρεις ξένες τράπεζες-μετόχους.

Οι λοιπές ιδιωτικές τράπεζες

Ο τομέας αυτός του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης, αποτελούμενος από ένα μικρό δίκτυο κυρίως ξένων τραπεζών, αφέθηκε ουσιαστικά στην τύχη του – υποχρεούμενος να προσπαθήσει με δικά του μέσα να ανταπεξέλθει με την κρίση. Στην πραγματικότητα, οι ιδιωτικές τράπεζες που κατάφεραν να ανταπεξέλθουν με τα προβλήματα τους, ήταν οι μεγάλοι κερδισμένοι της κρίσης – ενώ δεν έγιναν σημαντικές αναδιαρθρώσεις ή μειώσεις στα μεγέθη τους. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί αναφέρεται στη δομή της τραπεζικής αγοράς, μετά τον Ιούνιο του 2004:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Η τραπεζική αγορά της Ουρουγουάης, τον Ιούνιο του 2004, σε εκ. $

Τράπεζα

Ενεργητικό

Ποσοστά επί συνόλου

 

 

 

BROU

4.941

42%

BHU

1.202

10%

NBC

1.057

9%

Σύνολο κρατικών τραπεζών

7.200

61%

 

 

 

Ιδιωτικές τράπεζες

4.568

39%

 

 

 

Γενικό σύνολο

11.768

100%

Πηγή: BHU – ΔΝΤ, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

Σύμφωνα με τον Πίνακα ΙΙ, οι κρατικές τράπεζες αντιπροσώπευαν στα τέλη Ιουνίου του 2004 περί το 61% του συνολικού Ενεργητικού του τραπεζικού συστήματος της Ουρουγουάης, με την κρατική BROU να παραμένει ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της αγοράς – αντιπροσωπεύοντας το 45% των συνολικών καταθέσεων, καθώς επίσης το 50% των συνολικών δανείων του συστήματος. Αν και οι συνολικές καταθέσεις τον Ιούνιο του 2004 ήταν μόλις το 61% των αντίστοιχων το Δεκέμβριο του 2001 («χάθηκε» δηλαδή το 39%), ανέκτησαν τα επίπεδα του Ιουλίου του 2002 – όπου είχαν κλείσει η τράπεζες (bank holiday). Όσον αφορά τις καταθέσεις των ξένων, έχουν μειωθεί πλέον στο 38%, σε σχέση με το επίπεδο τους πριν από την κρίση.   

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 28. Αυγούστου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Είναι σύμβουλος επιχειρήσεων με πολλά συγγράμματα και μελέτες, ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2410.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ