ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ, ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ

ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ, ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

Το μεγαλύτερο εμπόδιο σήμερα για τη σχεδιαζόμενη παγκόσμια διακυβέρνηση, για τη δικτατορία των αγορών δηλαδή, δεν είναι άλλο από την πατρίδα μας – ενώ η ελεγχόμενη χρεοκοπία είναι μία μεγάλη παγίδα

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Η «εσωτερική χρεοκοπία», μετά την αναβολή της απόφασης για την εκταμίευση της 6ης δόσης είναι μάλλον γεγονός – ενώ η Ευρώπη φαίνεται να επιλέγει αυτόν το δρόμο, για να επιβάλλει στην πατρίδα μας τη νεοφιλελεύθερη πολιτική των παιδιών του Σικάγου”.   

Άρθρο

 

Το αμερικανικό ινστιτούτο Strategic Forecast (STRATFOR), είναι γνωστό για την «εγγύτητα» των αναλυτών του, για τη στενή συνεργασία τους καλύτερα τόσο με τη CIA, όσο και με τις άλλες μυστικές υπηρεσίες. Εν τούτοις το καταστροφικό σενάριο, το οποίο συνέταξε πρόσφατα, σχετικά με το κόστος μίας ενδεχόμενης χρεοκοπίας της Ελλάδας για την Ευρωζώνη και τη Γερμανία, κυκλοφορεί στους υψηλότερους κύκλους της αμερικανικής πολιτικής – ενώ θεωρείται ότι, δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα. Η ιδιάζουσα ανάλυση του ινστιτούτου είναι σε γενικές γραμμές, σε ελεύθερη απόδοση και με πολλές δικές μας παρεμβάσεις, η εξής:

(α)  Η Γερμανία είναι αναγκασμένη να συνεργάζεται με τις γειτονικές χώρες της, επειδή αποτελούν τη μοναδική «αρένα», στην οποία είναι ακόμη ανταγωνίσιμη. Δηλαδή, με δεδομένο ότι το 75% των εξαγωγών της Γερμανίας οδηγείται στις χώρες της ΕΕ, ενώ η αδυναμία της να ανταγωνισθεί την Κίνα διεθνώς θεωρείται αυταπόδεικτη, είναι απολύτως εξαρτημένη από τις αγορές της Ευρώπης.

(β)  Οι Γερμανοί θέλουν να περιορίσουν τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό αποκλειστικά και μόνο στην οικονομία – επειδή, σε ένα πολεμικό πεδίο μάχης, δεν θα μπορούσαν ποτέ να επικρατήσουν απέναντι σε μία ενδεχόμενη συμμαχία των υπολοίπων ευρωπαϊκών κρατών. Επομένως, ένα πιθανό 4ο Ράιχ είναι δυνατόν να δημιουργηθεί, μόνο εάν χρησιμοποιηθούν οικονομικά όπλα.   

(γ)  Η Γερμανία χρησιμοποιεί τη μεγάλη οικονομική της δύναμη, για να ελέγξει την ευρωπαϊκή ήπειρο. Σαν αντάλλαγμα για τις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις, τις οποίες παρέχει στους «εταίρους» της, απαιτεί να διαμορφώσουν τις εσωτερικές οικονομίες τους, κατά το γερμανικό πρότυπο. Έτσι, «μεταλλάσει» η Γερμανία τις άλλες χώρες, σε γερμανικές αποικίες.

(δ)  Τα χρέη της Ελλάδας είναι κατά πολύ υψηλότερα, από αυτά που θα είχαν τη δυνατότητα να αντέξουν τόσο το κράτος, όσο και οι πολίτες του – οπότε μάλλον δεν θα εξοφληθούν ποτέ, ενώ υπάρχει κίνδυνος έντονων κοινωνικών αναταραχών. Για να μπορέσει λοιπόν να επιβιώσει η Ευρωζώνη, θα πρέπει η Ελλάδα να εγκαταλειφθεί στην τύχη της. Όμως, ο μεγαλύτερος φόβος των κυρίαρχων του πλανήτη, ο εφιάλτης της παγκόσμιας ελίτ καλύτερα και της χρηματοπιστωτικής μαφίας, δεν είναι άλλος από τις μεγάλες κοινωνικές εξεγέρσεις – οι οποίες θα μπορούσαν να κλιμακωθούν διεθνώς, με αφετηρία την Ελλάδα, εμποδίζοντας τη σχεδιαζόμενη δικτατορία των αγορών (παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση).  

(ε)  Η «ημέρα Χ», αυτή δηλαδή κατά την οποία η Ελλάδα θα αποχωρήσει από το Ευρώ, δεν πρόκειται να αποφευχθεί – με τεράστιες συνέπειες για το μέλλον του πλανήτη, εάν συμβεί με ενδεχόμενη άμεση πρωτοβουλία της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τη στάση πληρωμών εκ μέρους της.

(ε)  Τα 280 δις €, από τα συνολικά 350 δις € των χρεών του Ελληνικού δημοσίου, αφορούν κυρίως τράπεζες της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας. Η «Ελληνική βόμβα» οφείλει λοιπόν να «απασφαλισθεί», αφού διαφορετικά δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί η κατάρρευση του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η ημέρα της κρίσης

Την «ημέρα Χ», συνεχίζει η μελέτη, κατά την οποία η Ελλάδα θα αποχωρούσε από το ευρώ, θα ήταν απαραίτητη η ύπαρξη ενός «επενδυτικού κεφαλαίου» (fund), το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να κάνει ταυτόχρονα τα εξής τρία πράγματα:

(α)  Να διαθέσει περί τα 400 δις €, με στόχο να προστατευθούν οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, από τη «μετάσταση» της κρίσης – για να μπορέσουν δηλαδή να αντιμετωπίσουν την απώλεια των ομολόγων, καθώς επίσης όλων των λοιπών δανείων που έχουν δώσει στην Ελλάδα, αφού η αξία τους πλέον θα μηδενιζόταν.

(β)  Να διαθέσει 800 δις €, για να αποφευχθεί η κατάρρευση των ευρωπαϊκών τραπεζών – αφού την «ημέρα Χ» της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, θα προκαλούνταν μεταξύ άλλων καταστροφικές επιθέσεις (bank run) στις τράπεζες της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Ιρλανδίας και της Γαλλίας. Οι τράπεζες αυτές θα χρειαζόντουσαν εκατοντάδες δισεκατομμύρια, για να διατηρήσουν ασφαλή τα χρήματα των καταθετών τους.

(γ)  Να διαθέσει επί πλέον 800 δις €, για να καλύψει το κόστος χρηματοδότησης της Ιταλίας για τα επόμενα τρία χρόνια – αφού οι αγορές θα αποσύρονταν αμέσως από τις τοποθετήσεις τους σε ιταλικά ομόλογα, λόγω του ύψους του χρέους της Ιταλίας (περί το 120% του ΑΕΠ – με «μεθόδους ΔΝΤ», αντίστοιχες με αυτές που χρησιμοποιήθηκαν στην Ελλάδα, ενδεχομένως άνω του 150% του ΑΕΠ).

Κατά την άποψη λοιπόν των αναλυτών, η Ευρώπη χρειάζεται για να διασωθεί περί τα 2 τρις € (κατά το οικονομικό περιοδικό Forbes απαιτούνται 3,72 τρις €). Κατά συνέπεια, για όσο χρονικό διάστημα δεν υπάρχει αυτό το ποσό στα «ταμεία» της ΕΕ (EFSF κλπ.), η Ελλάδα δεν μπορεί να εγκαταλείψει το Ευρώ (επομένως, δεν της επιτρέπεται ούτε καν να χρεοκοπήσει). Το τελικό συμπέρασμα τώρα της μελέτης είναι το εξής:

Το σημερινό ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ευρωζώνης διαθέτει μόλις 440 δις € – μία τεράστια διαφορά, σε σχέση με τα απαιτούμενα 2 τρις €, τα οποία χρειάζεται για να χρηματοδοτηθεί μία ενδεχόμενη έξοδος της Ελλάδας από το κοινό νόμισμα. Αυτό σημαίνει ότι, οι χώρες της Ευρωζώνης θα πρέπει ξανά να συνεδριάσουν, για να αποφασίσουν τον πενταπλασιασμό των χρημάτων του EFSF”.   

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ

Όπως φαίνεται, η παραπάνω μελέτη του ινστιτούτου δεν συνυπολογίζει τα χρέη του ιδιωτικού τομέα – ειδικά αυτά στο εξωτερικό. Είναι όμως μάλλον αδύνατον να χρεοκοπήσει μία χώρα, χωρίς να συμπαρασύρει τις επιχειρήσεις της – εγχώριες και ξένες, συμπεριλαμβανομένων των προμηθευτών τους. 

Επίσης, η «διάγνωση» δεν έχει αποτιμήσει τα διάφορα χρηματοπιστωτικά όπλα μαζικής καταστροφής (CDS κλπ.) – με τα οποία στοιχηματίζουν οι κερδοσκόποι ανά τον κόσμο, υπέρ ή κατά μίας ελληνικής χρεοκοπίας. Τέλος, δεν έχει λάβει καθόλου υπόψη τις αντιδράσεις των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, με βάση την προηγούμενη τρομακτική εμπειρία της Lehman Brothers.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι, το κόστος θα μπορούσε εύκολα να ξεπεράσει τα 5 τρις € – ένα ποσόν που αντιστοιχεί σχεδόν στο 10% του παγκοσμίου ΑΕΠ ή πάνω από το 30% του Ευρωπαϊκού ΑΕΠ!

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, μας είναι πολύ δύσκολο να πιστέψουμε ότι, είναι δυνατόν να μας επιτραπεί το πείραμα της πτώχευσης, πριν δημιουργηθούν στην ΕΕ οι κατάλληλες συνθήκες – πόσο μάλλον της εξόδου από την Ευρωζώνη. Κάτι τέτοιο (εξαιρουμένων των πολιτικών συνεπειών, της πιθανής διάλυσης δηλαδή της ΕΕ), θα σηματοδοτούσε το τέλος του κοινού νομίσματος – στο οποίο είναι τοποθετημένο σχεδόν το 30% των παγκοσμίων συναλλαγματικών αποθεμάτων.  

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

Κατά την άποψη μας, η πολιτική εθνικής υποτέλειας δεν πρόκειται να μας οδηγήσει πουθενά – ενώ η εσωτερική χρεοκοπία είναι ήδη γεγονός, παρά τα «παραπλανητικά σχέδια «τύπου εύρηκα», με τα οποία απλά καθυστερεί το μοιραίο (ενώ η Ελλάδα απειλείται να μεταλλαχθεί σε προτεκτοράτο). Εάν λοιπόν δεν ακολουθήσει η στάση πληρωμών, με δική μας πρωτοβουλία, απλά θα δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος προετοιμασίας σε όλους τους υπολοίπους – στη βάση του αμερικανικού σεναρίου.

 

Για όσους δεν κατανοούν την ακριβή διαφορά μεταξύ της στάσης πληρωμών (ανεξέλεγκτη χρεοκοπία) και της ελεγχόμενης χρεοκοπίας (επιλεκτικής), ίσως να βοηθήσει ο (υπεραπλουστευμένος) παραλληλισμός με μία επιχείρηση, η οποία αδυνατεί να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της, λειτουργεί με μεγάλες ζημίες (ελλείμματα για το κράτος) και έχει χρέη, τα οποία ξεπερνούν κατά πολύ τον ετήσιο τζίρο της (ΑΕΠ για τα κράτη).

Η ουσιαστικά χρεοκοπημένη αυτή επιχείρηση, για να μπορέσει να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία της από τους πιστωτές της, καταθέτει αίτηση στο δικαστήριο (υπαγωγή στο άρθρο 99), για τη ρύθμιση των χρεών της. Επειδή όμως για τα κράτη δεν υπάρχει ανάλογη νομοθεσία, καταφεύγουν στη στάση πληρωμών – η οποία τα προστατεύει από τους πιστωτές τους, αφού κάνουν χρήση των δικαιωμάτων εθνικής κυριαρχίας τους.

Κατ’ επέκταση, δεν μπορεί κανένας να αγγίξει τη δημόσια περιουσία τους (πόσο μάλλον την ιδιωτική), ακόμη και εκτός συνόρων. Αυτό συνέβη και στην Ιταλία, η οποία κατάφυγε στο δικαστήριο της Χάγης εναντίον της Γερμανίας (Δίστομο), επειδή δεν μπορούσε να κατασχέσει γερμανικά περιουσιακά στοιχεία εντός Ιταλίας – παρά το ότι είχε αμετάκλητη δικαστική απόφαση, καταδικαστική για τη Γερμανία.    

Στη περίπτωση όμως της ελεγχόμενης χρεοκοπίας, οι πιστωτές συμφωνούν μεν για τη ρύθμιση των δημοσίων χρεών, συνήθως όμως έναντι εμπράγματων εγγυήσεων – ενώ επιτρέπεται στους διεθνείς συνδίκους πτώχευσης, όπως στο ΔΝΤ, να λειτουργούν απόλυτα κυριαρχικά, με στόχο να «συνεισφέρουν» στην εξόφληση των χρεών τόσο οι δημόσιες επιχειρήσεις (ιδιωτικοποιήσεις), όσο και οι πολίτες (υπερβολικοί φόροι, αντίστοιχοι με δήμευση περιουσίας).

Επομένως η ελεγχόμενη χρεοκοπία (επιλεκτική ή μη), ειδικά για ένα υπερχρεωμένο κράτος, είναι μία παγίδα τεραστίων διαστάσεων – την οποία κανένας στον κόσμο δεν θα παράβλεπε (η σύγκριση με την Ουρουγουάη είναι παραπλανητική, αφού το χρέος της ήταν μόλις 5 δις € – όσο τα ελλείμματα μας για 2 μήνες!). Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι, η Ελλάδα δεν έχει τόσο καταστραμμένα «αντανακλαστικά», οπότε θα τη διακρίνει έγκαιρα και θα αποφύγει τις δυσμενείς, εάν όχι απόλυτα καταστροφικές επιπτώσεις της.        

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είναι προφανές ότι μία τέτοια σοβαρή απόφαση, όπως η στάση πληρωμών, η οποία θα καταδίκαζε την Ελλάδα σε μία οδυνηρή περίοδο, (άρθρο μας), δεν είναι καθόλου εύκολο να ληφθεί από κανέναν. Εν τούτοις, οι εναλλακτικές λύσεις μας περιορίζονται σχεδόν καθημερινά, ενώ οι πιθανότητες να καταλήξουμε στο ίδιο σημείο, να χρεοκοπήσουμε δηλαδή εντελώς λεηλατημένοι από τους συνδίκους του διαβόλου, πάμπτωχοι, εξαθλιωμένοι και πεινασμένοι, αυξάνονται ανάλογα – ενώ δεν είναι ίσως εντελώς απίθανη, η «αναβίωση» ενός στυγνού απολυταρχικού καθεστώτος (δικτατορία

Εάν βέβαια είχαμε μία πολιτική ηγεσία, η οποία θα μπορούσε να δρομολογήσει, μεθοδικά και σωστά, τη διάσωση της Ελλάδας, έχοντας στη διάθεση της τα τεράστια διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα που αναφέραμε, δεν θα είμαστε υποχρεωμένοι να αυτοκτονήσουμε. Δυστυχώς όμως, εμείς τουλάχιστον δεν βλέπουμε πουθενά μία τέτοια ισχυρή πολιτική προσωπικότητα, όπως αυτή του καγκελαρίου της Γερμανίας, ο οποίος κατάφερε το 1953 όχι μόνο να σώσει τη χώρα του, αλλά, παράλληλα, να θέσει τις βάσεις για την οικονομική της παντοδυναμία.

Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε να τονίσουμε ότι, το μεγαλύτερο εμπόδιο σήμερα για τη σχεδιαζόμενη παγκόσμια διακυβέρνηση, για τη δικτατορία των αγορών δηλαδή, δεν είναι άλλο από την Ελλάδα. Για άλλη μία φορά η χώρα μας ευρίσκεται στο κέντρο των διεθνών εξελίξεων, έχοντας θέσει υπό σοβαρή  αμφισβήτηση τόσο το κοινό νόμισμα (αναδεικνύοντας τα τεράστια ελαττώματα του, αλλά και τις κυριαρχικές βλέψεις της Γερμανίας), όσο και το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα – καθώς επίσης τις αγορές, οι οποίες δεν φαίνεται να είναι ορθολογικές, όπως μέχρι στιγμής θεωρούνταν, αφού χρέωναν σχεδόν τα τελευταία δέκα χρόνια χώρες όπως την Ελλάδα, την Ιταλία και τη Γερμανία, με το ίδιο επιτόκιο!     

 

Συνέντευξη σε ραδιοφωνική γερμανοελληνική εκπομπή στη «West Deutsche Rundfunk»: http://ondemand-http.wdr.de/mediendb/fhe/audio/griechisch/radiopolis/2011/radiopolis_vasilios_viliardos_110924.mp3?dslSrc=http://ondemand-http.wdr.de/mediendb/fhe/audio/griechisch/radiopolis/2011/radiopolis_vasilios_viliardos_110924.mp3

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 03. Οκτωβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2444.aspx

Τα Μεσαιωνικά Πανεπιστήμια

Τα Μεσαιωνικά Πανεπιστήμια [Απόσπασμα από το βιβλίο της]

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*

 

 Μια ματιά σε οποιαδήποτε συλλογή Μεσαιωνικών ντοκουμέντων αποκαλύπτει το γεγονός ότι η λέξη «πανεπιστήμιο-universitas» σημαίνει απλώς έναν αριθμό, μια πολλαπλότητα, ένα σύνολο ανθρώπων. Ο όρος universitas, που συναντούμε στα μεσαιωνικά κείμενα, είναι κάτι αντίστοιχο ή ισοδύναμο με το ρωμαϊκό «collegium» (όρος του ρωμαϊκού δικαίου), αν και ο όρος universitas αναφέρεται αρχικά σε ενώσεις εμπόρων και καλλιτεχνών που συγκροτούνταν για την προώθηση των επαγγελματικών τους συμφερόντων, επαγγέλματα που η εμφάνισή τους σχετίζεται με την αναβίωση των πόλεων. Αυτή ακριβώς η διάκριση αφορά και το Πανεπιστήμιο, αφού και αυτού η εμφάνιση συμπίπτει χρονικά με την ανάπτυξη των πόλεων.

Στο τέλος του 12ου και στις αρχές του 13ου αι. βρίσκουμε τη λέξη universitas να σημαίνει συσσωματώσεις-ενώσεις είτε καθηγητών, είτε φοιτητών. Στην αρχή ποτέ δεν χρησιμοποιείται απολύτως για να δηλώσει τις «σχολαστικές» αυτές ενώσεις, αλλά πάντα η φράση είναι universitas magistrorum ή universitas Scholarium, ή ακόμη universitas magistrorum at Scholarium («ένωση» καθηγητών και φοιτητών) ή  universitas studium. Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι ο όρος universitas υποδηλώνει μόνο το σώμα των καθηγητών ή των φοιτητών κι όχι τον τόπο ή τα κτιριακά συγκροτήματα όπου ήταν εγκατεστημένο. Η λέξη που χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει αφαιρετικά τον ακαδημαϊκό θεσμό – δηλαδή τα σχολεία (σχολές) και την πόλη όπου βρίσκονταν – ήταν το studium generale. Το studium generale υποδηλώνει όχι τον τόπο όπου διδάσκονται όλες οι επιστήμες, οι γνωστές σε κείνη την εποχή, αλλά τον τόπο όπου οι φοιτητές απ’ όλα τα μέρη της Ευρώπης συγκεντρώνονται. Πραγματικά λίγα μεσαιωνικά studia κατείχαν τη δυνατότητα της παροχής γνώσεων πάνω σ’ όλους τους τομείς. Ακόμη και στο Παρίσι, στις μέρες του μεσουρανήματός του, δεν διδασκόταν καθόλου αστικό δίκαιο.

Αντίθετα, κατά τη διάρκεια του 13ου αι., η θεολογική παιδεία ήταν το αποκλειστικό προνόμιο του Πανεπιστημίου του Παρισιού και των Αγγλικών Πανεπιστημίων. Ο όρος studium generale έγινε κοινός μόνο ως το τέλος του 13ου αι. Τότε φαίνεται ότι αρχίζει να συμπυκνώνει στο άκουσμά του τρία χαρακτηριστικά: 1. Το σχολείο αυτού του είδους προσελκύει φοιτητές (Scholars) απ’ όλες τις χώρες, κι όχι μόνο από μια συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια. 2. Ότι ήταν χώρος ανώτερης εκπαίδευσης. Δηλαδή, ότι ένας τουλάχιστον απ’ τους ανώτερους τομείς γνώσεως (higher faculty) μπορούσε να διδαχτεί (θεολογία, νομική, ιατρική). 3. Αυτές οι επιστήμες διδάσκονταν από μεγάλο αριθμό καθηγητών. Απ’ αυτές τις ιδέες η πρώτη ήταν η πιο βασική: ένα studium generale ήταν σχολείο γενικής καταφυγής, αλλά απ’ την αρχή η σύστασή του δεν έγινε αποδεκτή βάσει νομικής κατοχύρωσης κάποιου καταστατικού χάρτη, αλλά βασίστηκε στο έθιμο και τη χρήση.

Εντούτοις, στην αρχή του 13ου αι., υπήρχαν τρία studia,  για τα οποία καθιερώθηκε κατεξοχήν ο όρος studium generale, και τα οποία απολάμβαναν έναν άνευ προηγουμένου σεβασμό: Το Παρίσι για τη θεολογία και τις ελεύθερες τέχνες, η Μπολώνια για τη νομική, και το Σαλέρνο για την ιατρική. Ένας καθηγητής που είχε διδάξει και είχε γίνει δεκτός στο καθηγητικό σώμα σε μια απ’ τις παραπάνω πόλεις ήταν σίγουρο ότι θα αποκτούσε έμμεση αναγνώριση και άδεια εισόδου για να διδάξει σ’ όλα τα κατώτερα studia της Ευρώπης. Αυτή η «οικουμενική» ισχύς του καθηγητικού τίτλου (magisterial title), συντέλεσε στο ν’ αποκτήσει η εμφάνιση των Πανεπιστημίων στην Ευρώπη μια αξιοσημείωτη ενότητα, που ιχνηλατείται στα κοινά σχολεία της συγκρότησής τους.

Σ’ όλο το 13ο αι., πολλά σχολεία, εκτός απ’ το Παρίσι και τη Μπολώνια, διεκδίκησαν τον τίτλο του studium generale. Πραγματικά- τουλάχιστον στην Ιταλία όπου ο όρος χρησιμοποιούνταν περισσότερο- υιοθετήθηκε από κάθε σχολείο που μ’ αυτό τον τρόπο ήθελε να υπαινιχτεί ότι πρόσφερε ισοδύναμη μόρφωση μ’ αυτή του Παρισιού και της Μπολώνια. Και βέβαια η επέκταση του τίτλου διευκολύνθηκε κι απ’ το γεγονός ότι τα περισσότερα απ’ τα νέα σχολεία ιδρύθηκαν από καθηγητές που είχαν διδάξει στα παλιότερα studia generalia. Η ιδέα ότι τα studia generalia  αποκτούσαν νόμιμη κι επίσημη  ίδρυση με την κατοχή στ’ αρχεία τους παπικής ή αυτοκρατορικής βούλας είναι μεταγενέστερη (μέσα 13ου αι.), και ίσχυσε αρχικά για την ίδρυση ή την σταθεροποίηση της θέσης υποδεέστερων studia σε σχέση με το Παρίσι και τη Μπολώνια (π.χ. 1224: Νεάπολη 1229, 1244-45: Toulouse). Αλλά σταδιακά το ειδικό προνόμιο του ius ubique docendi που μπορούσε να το απονέμει μόνο ο πάπας ή ο αυτοκράτορας επεκτάθηκε και στα πανεπιστήμια-αρχέτυπα (Μπολώνια-Παρίσι).

Το 1291-92, ακόμη κι αυτά επενδύθηκαν τυπικά με το ίδιο προνόμιο, με βούλες του Νικολάου IV.  Απ’ αυτήν την εποχή κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι το ius ubique docendi αποτελεί  την ουσία ενός stadium generale και ότι όποιο σχολείο δεν κατείχε αυτό το προνόμιο δεν μπορούσε να το αποκτήσει παρά μόνο με βούλα απ’ τον αυτοκράτορα ή τον Πάπα. Απομένει να δείξουμε τη σχέση ανάμεσα στους όρους «studium generale» και universitas. Απ’ την αρχή δεν υπήρχε καμιά απαραίτητη σύνδεση ανάμεσα στο θεσμό που δηλώνεται με τον όρο studium generale. Ενώσεις καθηγητών ή φοιτητών σχηματίστηκαν προτού ο όρος studium generale χρησιμοποιηθεί συχνά. Και σε λίγες περιπτώσεις τέτοιες ενώσεις είναι γνωστό ότι υπήρξαν σε σχολεία, τα οποία δεν έγιναν ποτέ studia generalia. Το Πανεπιστήμιο ήταν εξαρχής ένας «σχολαστικός σύνδεσμος» είτε καθηγητών (magisterial), είτε φοιτητών (scholarium). Τέτοιες ενώσεις (σύνδεσμοι, σωματεία), χωρίς καμία τυπική καθιέρωση από βασιλιά, πάπα, πρίγκηπα ή άλλη θρησκευτική ή κοσμική αρχή, υπήρξαν πηγαία προϊόντα εκείνου του ενστίκτου για συσσωμάτωση που σάρωσε σαν μεγάλο κύμα τις πόλεις της Ευρώπης κατά τον 11ο και 12ο αι.

Αλλά ειδικά στο Παρίσι και στη Μπολώνια οι «σχολαστικές ενώσεις» (scholastic guilds) απέκτησαν τέτοια ανάπτυξη και σπουδαιότητα που δεν παρατηρείται αλλού. Σχεδόν όλα τα δευτερεύοντα studia generalia που εμφανίστηκαν αυθόρμητα (universities spontanees), δηλαδή χωρίς παπικό ή αυτοκρατορικό καταστατικό χάρτη, δημιουργήθηκαν από καθηγητές ή φοιτητές που αποσπάστηκαν απ’ το Παρίσι ή τη Μπολώνια. Ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις που τα σπέρματα ενός πανεπιστημίου ή μιας ένωσης καθηγητών εμφανίστηκαν ανεξάρτητα απ’ την επίδραση αυτών των δύο, η περαιτέρω ανάπτυξή τους οφειλόταν περισσότερο ή λιγότερο σε συνειδητή μίμηση των «σχολαστικών ενώσεων» των δύο μεγάλων Πανεπιστημίων.

Τα δύο αυτά «αρχέτυπα» εμφανίστηκαν περίπου την ίδια εποχή ανάμεσα στο 1170-1200. Το Πανεπιστήμιο της Μπολώνια, με την ένωση των φοιτητών η οποία αναπτύχθηκε αργότερα απ’ την ένωση των καθηγητών του Παρισιού, συμπλήρωσε τη διαδικασία ανάπτυξης του οργανισμού του νωρίτερα. Και παρ’ όλο που και τα δύο αλληλοεπηρεάστηκαν κατά την ανάπτυξή τους, η Μπολώνια, κατά πάσα πιθανότητα άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στο Παρίσι απ’ ό,τι το Παρίσι στη Μπολώνια.

Όσον αφορά στην κατανομή της ακαδημαϊκής δύναμης στα άλλα Πανεπιστήμια ανάμεσα στην «ένωση των καθηγητών» (magisterial college) και στην «ένωση των φοιτητών» (student guild), υπήρχε μεγάλη ποικιλία. Ακόμη περισσότερο αυτή η κατανομή μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις χρονικές στιγμές. Έτσι μερικά studia πλησιάζουν σε κάποια φάση την «ένωση τύπου Μπολώνιας» και σε κάποια άλλη την «ένωση τύπου Παρισίων». Αν και μια κατάταξη των πανεπιστημίων σε student universities και master universities, θα έφερνε στο φως το παράξενο γεγονός ότι τα γαλλικά Πανεπιστήμια είναι περισσότερο παιδιά της Μπολώνιας απ’ ότι του Παρισιού κι ότι τα  Πανεπιστήμια της Σκωτίας σχετίζονται πιο στενά με τη Μπολώνια παρά με το Παρίσι ή την Οξφόρδη, εντούτοις θ’ αποκάλυπτε σ’ όλη του την έκταση το φαινόμενο της ένταξης των Πανεπιστημίων στο αστικό οργανωτικό και διανοητικό επίπεδο – διότι οι ευγενείς και η εκκλησία δεν συγκροτούσαν τέτοιους συλλόγους-ενώσεις.

Όπως ο γοτθικός καθεδρικός ναός, έτσι και το Πανεπιστήμιο υπήρξε προϊόν της μεσαιωνικής πόλης. Η ανάπτυξη των πόλεων το 12ο αι., προκάλεσε την παρακμή των παλιών μοναστηριακών σχολείων, των μόνων κέντρων κοσμικής και θεολογικής μαθήσεως κατά τους προηγούμενους αιώνες. Αυτά στις περιοχές βόρεια των Άλπεων υπερκεράστηκαν απ’ τα καθεδρικά σχολεία, που παρ’ όλη την προηγούμενη μακρόχρονη ύπαρξή τους, μόνο τώρα αρχίζουν ν’ αποκτούν σπουδαιότητα. Πολλά απ’ αυτά τα σχολεία γίνονται κέντρα ανώτερης μόρφωσης ενός είδους, που μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει η Ευρώπη και που οφείλεται στην πνευματική και πολιτιστική Αναγέννηση του 12ου αιώνα. Οι εγγραφές αυτών που διψούν για μόρφωση αυξάνονται σταθερά στα καθεδρικά σχολεία παράλληλα με τη βελτίωση και την αύξηση των προγραμμάτων σπουδών, και τελικά μερικά απ’ αυτά εξελίσσονται σε Πανεπιστήμια. Τέτοια καθεδρικά σχολεία έπαιξαν το ρόλο κεντρικού πυρήνα στην περίπτωση του Παρισιού. Μάλιστα φαίνεται ότι η παροχή απ’ τα Πανεπιστήμια, εκτός απ’ την ανώτερη (θεολογία, νομική, ιατρική) και στοιχειώδους μορφώσεως (βασικό πρόγραμμα, εισαγωγή στις παραδοσιακές 7 ελευθέριες τέχνες – trivium+quadrivium-: γραμματική, ρητορική, διαλεκτική/ αστρονομία, γεωμετρία, αριθμητική, μουσική), έχει κάποια σχέση με την παραγωγική προέλευσή τους απ’ τα καθεδρικά σχολεία.

Στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, το κυρίαρχο στοιχείο ήταν ακριβώς οι  «ελευθέριες τέχνες» (συνδετικό-κοινό στοιχείο όλων των Πανεπιστημίων), που αποτελούνταν σαν τομέας από νεαρούς καθηγητές, οι οποίοι έχοντας προετοιμαστεί έξι χρόνια τις δίδασκαν ενώ παράλληλα συνέχιζαν να σπουδάζουν θεολογία, νομική ή ιατρική. Μ’ άλλα λόγια η ομάδα διακανονισμού των υπολοίπων ήταν οι καθηγητές του trivium-quadrivium στη σύνδεσή της με τους ανώτερους τομείς (advanced degrees). Για την προαγωγή ενός καθηγητού των artes liberales, δηλαδή ενός artista  σε magister (doctor,professor), τίτλος που τον καθιστούσε ικανό να διδάξει θεολογία, νομική ή ιατρική, απαιτούνταν, εκτός από επιτυχείς εξετάσεις στον αντίστοιχο τομέα, και τυπική εισδοχή του στην «ένωση των καθηγητών».

Αυτή σήμαινε την αρχή της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Δεν υπήρχε στο δρόμο του κανένα νομικό κώλυμα να τον εμποδίσει για κάτι τέτοιο. Αυτό που χρειαζόταν ήταν μια κενή αίθουσα πάνω από μια ταβέρνα και αρκετούς ακροατές για να εξοικονομεί απ’ τα δίδακτρα τα έξοδά του. Στο Παρίσι πολλές τέτοιες αίθουσες βρίσκονταν στη Rue du Fouarre (άχυρο), ένα δρόμο στην Αριστερή όχθη του Σηκουάνα. Γι’ αυτό το μεσαιωνικό Πανεπιστήμιο χαρακτηρίστηκε ως κατεξοχήν κινητικός θεσμός (higlily mobile institution), πράγμα που, τουλάχιστον ως τα μέσα του 13ου αι., καθόρισε την ευρωπαϊκή του διάσταση. Βέβαια αργότερα, όταν πλούσιοι πάτρωνες και πρίγκηπες καθώς και δημοτικές αρχές παρείχαν τα υλικά μέσα για μια πιο ανθρώπινη διεξαγωγή των διαλέξεων, η μονιμότητα της θέσης του κτιριακού συγκροτήματος, κατατάσσεται στους παράγοντες που συντελούν στο ν’ αποκτήσει το Πανεπιστήμιο εθνικό (κατεύθυνση) χαρακτήρα. Τότε ακριβώς εμφανίζονται για τους πτυχιούχους λαμπρές ευκαιρίες: ανοίγονται θέσεις με μέλλον στο κράτος και την εκκλησία για τους εκπαιδευμένους θεολόγους και νομικούς, κι έτσι τα Πανεπιστήμια πρωτοστατούν στην εδραίωση της γραφειοκρατικής μηχανής των εθνικών μοναρχιών.

Ωστόσο, το 12ο αι. τα Πανεπιστήμια αποτελούσαν ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το Παρίσι και η Μπολώνια συγκέντρωναν φοιτητές απ’ ολόκληρη την Ευρώπη, για να γίνουν κοινωνοί μιας γνώσης που ήταν κοινή ευρωπαϊκή κληρονομιά και που το 12ο αιώνα παρουσιάζει μια ευρεία ανανέωση. Τα Μεσαιωνικά Πανεπιστήμια έλαβαν την αρχή τους παράλληλα με την ανανέωση της Μεσαιωνικής σκέψης κι επιστήμης που ονομάζεται Αναγέννηση του 12ου αι. Στην Ιταλία αυτή η Αναγέννηση εκφράστηκε περισσότερο μέσα απ’ την αναβίωση της μελέτης του Ρωμαϊκού Δικαίου, που άρχισε απ’ την Μπολώνια. Στη Γαλλία πήρε τη μορφή ενός ξεσπάσματος της διαλεκτικής και της θεολογίας, που βρήκε το ύστατο λίκνο του στο Παρίσι, κατά το 13ο αι.

Απ’ το 12ο αι. η εκπαιδευτική δραστηριότητα των μοναχών περνά στον κοσμικό «κλήρο». Σ’ όλον αυτό τον αιώνα, οι Ευρωπαίοι λόγιοι διψασμένοι για γνώση συρρέουν στην Ισπανική Χερσόνησο για ν’ αποκτήσουν τη σοφία των Αράβων, ενώ μια μικρότερη ομάδα έκανε ένα μακρινό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη για να μυηθεί στα μυστικά των Ελλήνων. Τη Σικελία επισκέφτηκαν λίγοι λόγιοι απ’ την Ευρώπη, αλλά εκεί οι Νορμανδοί βασιλείς ενθάρρυναν τους Μωαμεθανούς υπηκόους τους να συνεχίσουν την επιστημονική τους εργασία και τους Χριστιανούς να μεταφράσουν ή να συνοψίσουν βιβλία απ’ τα Αραβικά στα Λατινικά. Το Τολέδο στην Ισπανία, το Παλέρμο στη Σικελία, και η Κωνσταντινούπολη ήταν τα τρία σημεία απ’ τα οποία εισάγονταν η επιστημονική παράδοση στην Δ. Ευρώπη. Οι λόγιοι (scholars) του 12ου αι. αναζητούσαν απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, και τις περισσότερες απ’ αυτές θα μπορούσαν να τις βρουν μόνο στον Αριστοτέλη. Όμως αναμφίβολα ανάμεσα στις ποικίλες αναζητήσεις και στις συγκρουόμενες γνώμες των μεσαιωνικών στοχαστών τρία κεντρικά προβλήματα κατέχουν εξέχουσα θέση: α) η σχέση μεταξύ πίστης και λόγου, β) η αντίθεση μεταξύ της Πλατωνικο-Αυγουστινιανής και Αριστοτελικής  πνευματικής παράδοσης, και γ) κατά πόσο είναι πραγματικά τα πλατωνικά «αρχέτυπα» ή «universalia». Είναι φανερό ότι το τρίτο ερώτημα απορρέει κι έχει άμεση σχέση με το δεύτερο.

Στο 12ο αι. αυτοί που προσέγγιζαν τον γύρω τους κόσμο και σκέφτονταν ακολουθώντας την παλιότερη παράδοση ήταν γνωστοί ως «ρεαλιστές» (realists) – γιατί πίστευαν ότι τα universalia ήταν αληθινά, είχαν οντότητα. Όμως η γνώση και των «Φυσικών» του Αριστοτέλη, εκτός απ’ τα «Μεταφυσικά», την ηθική και τη Λογική του, που ήδη ήταν γνωστά, άνοιξε καινούργιες προοπτικές στην αντιμετώπιση του θέματος: η ολοκληρωμένη αριστοτελική παράδοση (αυτή η ολοκλήρωση συντελέστηκε σίγουρα ως το τέλος του 12ου αι.) προκάλεσε μια καινούργια άποψη για τα universalia: ότι δηλαδή υπήρχαν, αλλά μόνον όσον αφορά ξεχωριστά μέρη και η γνώση αυτών των ξεχωριστών αρχετύπων θα μπορούσε ν’ αποκτηθεί μελετώντας τα αντίστοιχά τους πράγματα μέσα στον κόσμο των φαινομένων. Οι μεσαιωνικοί φιλόσοφοι που έκλιναν προς αυτή την άποψη ονομάστηκαν moderate realists.

Μια τρίτη άποψη πάνω στο ίδιο θέμα διατυπώθηκε απ’ τον Rosselinus (αρχές 12ου αι.) και συνοψίζεται σε μια απλή φράση: universalia sunt nomina, δηλαδή τα καθολικά (οι γενικές έννοιες) είναι ονόματα. Ο Rosselinus υποστηρίζει ότι οι γενικές έννοιες δεν έχουν οντότητα, αλλά πρόκειται για flatus vocis, για απλές λέξεις, με τις οποίες σχηματίζουμε τις ταξινομήσεις εκείνες που μας χρειάζονται. Όμως για τη διάδοση και την εδραίωση αυτής της άποψης στη σχολαστική φιλοσοφία θα περάσουν σχεδόν δύο αιώνες. Κύρια αιτία γι’ αυτό στάθηκε το γεγονός ότι πολλοί εκκλησιαστικοί άνδρες θεώρησαν αυτή τη θεωρία επικίνδυνη, γιατί η έμφασή της στο μερικό αντί του γενικού φαινόταν να υπονοεί ότι η Καθολική εκκλησία δεν ήταν το μοναδικό παγκόσμιο σώμα, αλλά μάλλον μια τεράστια συνάθροιση μεμονωμένων ατόμων. Όμως, μιλώντας γενικά, όλοι οι φιλόσοφοι αυτής της περιόδου είναι γνωστοί σαν «σχολαστικοί», γιατί σχεδόν όλοι τους συνδέονταν με διάφορα σχολεία –  είτε μοναστικά, είτε καθεδρικά, είτε Πανεπιστήμια. Οι φιλόσοφοι του 12ου αι., μεθώντας απ’ τις φαινομενικά ατέλειωτες δυνατότητες του νου και της λογικής, έφτασαν σε άγνωστα ως τότε διανοητικά σύνορα, προχωρώντας τολμηρά  σε σχέση με τους προκατόχους τους.

Ο Peter Abelard (1079-1142) υπήρξε ο κορυφαίος λογικός φιλόσοφος του 12ου   αι. Γράφοντας αρκετές δεκαετίες πριν τη μεγάλη αποκάλυψη της αριστοτελικής σκέψης σε λατινική απόδοση, υιοθέτησε την αριστοτελική θέση στην ερώτηση σχετικά με την ύπαρξη των «universalia», αποδεχόμενος ένα μέσο ρεαλισμό (moderate realism). Ο Abelard πίστευε ότι τα «αρχέτυπα» δεν είχαν ξεχωριστή ύπαρξη, αλλά μέσω μιας αφαιρετικής διαδικασίας εξάγονται από κάθε ξεχωριστό πράγμα. Στο περίφημο έργο του «sic et Non», ο Abelard συνέλεξε γνώμες απ’ τη Βίβλο, τους Λατίνους πατέρες, τα εκκλησιαστικά συνέδρια, και τις κατά καιρούς αποφάσεις του παπισμού πάνω σε μια μεγάλη ποικιλία θεολογικών ζητημάτων, καταδείχνοντας ότι πολλές απ’ αυτές τις θεωρούμενες αυθεντίες πολύ συχνά διαφωνούσαν σε καίρια θρησκευτικά ζητήματα. Κι άλλοι πριν απ’ τον Abelard είχαν συλλέξει τέτοιες γνώμες για ποικίλα νομικά και θεολογικά θέματα αλλά όχι συστηματικά όπως αυτός. Ο Abelard στο «Sic et Non» εισάγει μια μέθοδο ερώτησης που αναπτύχθηκε και τελειοποιήθηκε αργότερα απ’ τους νομικούς του κανονικού δικαίου και τους φιλοσόφους.

Αλλά οι συνεχιστές της μεθόδου του ζητούν να συμβιβάσουν τ’ αντίθετα και φτάνουν σε συμπεράσματα, ενώ ο Abelard αφήνει πολλά απ’ τα κείμενά του χωρίς λύση κι έτσι προκαλεί την εχθρότητα ορισμένων συντηρητικών συγχρόνων του. Ο πιο δριμύς του κατήγορος ήταν ο Bernard του Clairvaux, ο οποίος πίστευε ότι η πίστη κατακτάται μόνο με τον μυστικισμό και τη διαίσθηση, παρά με τη λογική και την προσπάθεια εξεύρεσης λογικών στηριγμάτων της. Όμως ο St. Bernard του  Clairvaux (1090-1153) με την έμφαση που δίνει στην εσωτερική διαίσθηση αποτελεί εξαίρεση στην επικρατούσα σ’ όλο το 12ο αι. έμφαση στη λογική και την a priori αιτιολόγηση των φιλοσοφικών και θεολογικών προβλημάτων. Βέβαια αυτή η a priori λογική καταδικάστηκε αργότερα από πολλούς, απ’ την Αναγέννηση μέχρι σήμερα. Όμως είναι άδικο να κατηγορούμε σήμερα τους λογίους του 12ου αι. επειδή σπαταλούσαν τον καιρό τους σε επιδείξεις λεκτικής δεξιοτεχνίας, παίζοντας με τις λέξεις, ενώ αγνοούσαν τελείως βασικά γεγονότα του γύρω τους κόσμου, γιατί η μελέτη των λέξεων και των λογικών τους σχέσεων δεν ήταν χάσιμο χρόνου για τον 12ο αι.

Άλλωστε είναι αδύνατο να σκεφτούμε χωρίς λέξεις και εφόσον το νόημά τους δεν έχει καθοριστεί επακριβώς, η σκέψη μας είναι φυσικό να παίρνει μορφή μπερδεμένη. Είναι ακόμη αδύνατο να μελετήσει κανείς ένα αντικείμενο σοβαρά χωρίς να χρησιμοποιήσει λογικές τεχνικές και κατηγορίες, πάνω στις οποίες θα χτιστεί η επιστήμη. Επομένως, οι Ευρωπαίοι στοχαστές έπρεπε να μάθουν λογική προτού ασχοληθούν με τις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες. Και ακριβώς στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, στο κύριο πεδίο των πνευματικών συγκρούσεων στο Μεσαίωνα, άνθισε, αρχικά μα τον Γουλιέλμο του Σαμπώ και τον Peter Abelard, και αργότερα (όπως θα δούμε παρακάτω) με τους Albertus Magnus, Thomas Aquinas και  William Ockham, έφτασε στο ξέσπασμά της η ενασχόληση με τη λογική και τη διαλεκτική της θεολογίας και της φιλοσοφίας.

Eνδεικτική   Βιβλιογραφία

1) Abelson Paul, The seven liberal arts, Columbia Thesis, New York 1906.

2) The Cambridge medieval history, planned by J. B. Burys, ed by H. M. Guatkin, volume III: Germany and the western Europe, Cambridge 1924.

3) Cannon William Ragsdale, History of Christianity in the middle ages. From the fall of Rome to the Fall of Constantinople. Copyright 1960 by Abingdon Press, New York, Nashville.

4) Collection V Série “Histoire médiévale” dirigée par Georges Duby-Ch-M. de la Ron-ciere-Ph. Contamine-R. Delort. L’Europe eu Moyen Age (Documents expliques). Tome III: Fin XIII e siecle-fin XVe siècle, Librairie Armand Colin, Paris 1971.

5) Heer Friedrich, L’univers du Moyen Age, Traduit par l’allemand par Maurice de Gandillac, Librairie Fayard, Paris 1970.

6) Haskins Homer Ch., Studies in the history of Mediaeval Science, New York, Second Printing 1967, Copyright 1924.

7) Leff G., Medieval Thought (Pelican 1958).

8) Rashdall Hastings, The University of Europe in the middle Ages, New ed. by F. Powicke – A. Emden, Oxford 1964, τ.1-3.

9) Rowling Marjorie, Everyday life in Mediaeval times, μτφρ. απ’ το αγγλ. Έλλης Ι. Αγγέλου – Η καθημερινή ζωή στο Μεσαίωνα, εκδ. «Ωκεανίς» Τάκης Δρακόπουλος.

10) Stephenson and Lyon, Mediaeval History, fourth edition, New York, Evanston London.

11) Strayer Joseph R., and the late Dana C. Munro, The middle ages (395-1.500) 4th, ed. copyright by Appleton Gentury J. Grafts, Inc. New York 1959.

12) Verger Jacques, Les universités au moyen age. Presses, universitaires de France, 1973.

13) Warren C. Hollister, Mediaeval Europe, A short history, copyright 1964, London Sydney.

14) A source book of Medieval History, ed. by Frederic Austin Ogg. A. M. New York 1972.

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι Φιλόλογος-Ιστορικός, ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας, Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων.

Αν σας κόψουν το ρεύμα … και εμείς από τους ναούς

Αν σας κόψουν το ρεύμα, θα το κόψουμε και εμείς από τους ναούς

 

Του Σεβ. Μητρ. Μεσσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου

 

 

«Είναι αυτονόητο ότι δεν αντέχουμε άλλο», αναφέρει μεταξύ άλλων σε εγκύκλιο σημείωμα ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος, όσον αφορά την οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα μας.

Ο Μητροπολίτης Μεσογαίας στην εγκύκλιο του, λέει τα πράγματα με το όνομα τους, ενώ υπογραμμίζει ότι «κάποιοι μας διέσυραν διεθνώς και μας οδήγησαν στα στόματα των θηρίων αυτού του κόσμου είτε από επιπολαιότητα είτε ενδεχομένως και από ύποπτες σκοπιμότητες».

Η χάρις και η ευλογία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού εύχομαι να σκεπάζει όλους σας, την κοινωνία, το έθνος και την Εκκλησία μας.

Σκέφθηκα πολύ για να συντάξω αυτή την εγκύκλιο και να την απευθύνω στην αγάπη σας. Μέχρι την τελευταία στιγμή δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να το κάνω.

Τις τελευταίες όμως μέρες, μέσα στην κατάσταση του γενικευμένου πανικού που επικρατεί στην πατρίδα μας, των σπασμωδικών αποφάσεων των υπευθύνων διαχειριστών της ζωής και του μέλλοντός μας, την επαναλαμβανόμενη εναλλαγή υποσχέσεων και διαψεύσεων που έχουν τραυματίσει το ηθικό και την αξιοπρέπεια μας, τον καταιγισμό των χωρίς τέλος φορολογικών επιβαρύνσεων, δέχθηκα σωρεία τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων πολιτών της περιοχής μας που ζητούν απεγνωσμένα μία παρέμβαση και κάποια συμπαράσταση στο οικονομικό τους αδιέξοδο και δράμα.

Οι μισθοί και οι συντάξεις περικόπηκαν, αρκετοί απολύθηκαν, οι άνεργοι πληθύνονται, πολλοί στέγνωσαν οικονομικά. Και ξαφνικά μας ζητείται απειλητικά και εκβιαστικά να πληρώσουμε, επί πλέον φόρο για το σπίτι που μένουμε σαν να είναι το κράτος πλέον φτωχότερο από τους φτωχούς. Φτάσαμε, αντί τα έξοδά μας να γίνονται για το φαγητό, το σπίτι και τις ανάγκες μας, ό,τι ξοδεύουμε να πηγαίνει σε δύο φοβερές λέξεις: σε φόρους και σε χρέη.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το αίσθημα πνιγμού που διακατέχει ίσως και την πλειοψηφία των συμπολιτών μας, σίγουρα και αρκετούς από μας. Ποιός μπορούσε να φαντασθεί ότι ο υπέροχος και υπερήφανος λαός μας θα έφτανε σε αυτό το κατάντημα; Να έχει δώσει και την τελευταία σταγόνα του ιδρώτα του, του κόπου του, της αξίας του, και παρά ταύτα να έχουμε ως λαός διασυρθεί παγκοσμίως; Και τώρα χωρίς καμμία ελπίδα και εγγύηση να διεκδικεί το κράτος μας πιεστικά τα δάκρυα και το αίμα μας;

Είναι αυτονόητο ότι δεν αντέχουμε άλλο. Δεν είναι υπερβολή αυτό. Πρέπει όμως να το πούμε. Να το φωνάξουμε στα αυτιά των αρμοδίων: «Ως εδώ! Δεν μπορούμε άλλο. Βρέστε άλλες λύσεις. Ίσως πιο δύσκολες, αλλά πιο αποδοτικές, πιο έξυπνες και σίγουρα πιο ανθρώπινες. Αν δεν μπορείτε, ομολογήστε την αδυναμία σας.

Δεν είναι ντροπή να μην μπορεί κανείς. Είναι όμως απαράδεκτο να επιμένει στην ευθύνη της γενικευμένης καταστροφής μας. Μας φτιάξατε ένα κράτος που προσφέρει στον λαό πολύ λιγότερα από όσα του απαιτεί.

Πρέπει να το καταλάβετε∙ δεν είστε μόνο οφειλέτες στους δανειστές σας, είστε οφειλέτες και στον λαό που ταχθήκατε να υπηρετείτε. Αφού δεν καταφέρνετε την εθνική σωτηρία μέσα από πολιτική συνεργασία, αυτή θα προκύψει αναγκαστικά μέσα από λαϊκή απαίτηση και πρωτο­βουλία».

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Ήρθε η ώρα που πρέπει ο λαός να δείξει το διαμέτρημα της δύναμής του, να κάνει γνωστά τα όριά του. Ήρθε η ώρα όλοι μαζί να πάρουμε στα χέρια μας τις τύχες μας.

Όσο παραμένουμε αδρανείς, όσο μένουμε υποτελείς σε εσφαλμένες ή αβάσταχτες επιλογές, τόσο καθιστούμε τον εαυτό μας συνυπεύθυνο στον αργό αλλά βέβαιο υπαρκτικό εκφυλισμό μας. Αν δεν ξυπνήσουμε, τελειώσαμε. Δεν θα υπάρχει συνέχεια!

Καιρός πλέον να ξεσηκωθούμε. Τα πάντα πρέπει να αλλάξουν. Και επειδή δεν θα τα αλλάξουν κάποιοι άλλοι, πρέπει να μπούμε στο παιχνίδι όλοι.

Όποιος πονάει για την κατάσταση και αγαπάει την αλήθεια έχει θέση σε αυτή την αλλαγή. Κανείς δεν περισσεύει. Όλες οι ανατροπές, όλες οι μεγάλες αλλαγές έγιναν από ηρωικούς ανθρώπους, κυρίως νέους. Όχι από συμβιβασμένους ούτε από αγανακτισμένους, αλλά από υγιώς επαναστα-τημένους. Όλοι μαζί και πρέπει και μπορούμε και επιβάλλεται να αλλά-ξουμε με δική μας πρωτοβουλία το μέλλον μας. Όχι με βία, αλλά με δύναμη και αποφασιστικότητα.

Όχι με μηδενιστικές επιλογές, αλλά με καθαρότητα, ηρωισμό και εξυπνάδα. Σίγουρα και η δική μας ευθύνη ως λαού δεν είναι καθόλου μικρή. Συμφωνήσαμε με τις μικρονοϊκές πολιτικές επιλογές και τις κάναμε συνήθειες και νοοτροπία μας.

Η ανειλικρίνεια, η αδιαφορία, το βόλεμα, το εύκολο κέρδος, η προσβολή των θεσμών, η ύβρις κατά της πίστης και παράδοσής μας, η ασέβεια κατά του κράτους και των νόμων, οι αλόγιστες διεκδικήσεις αποτέλεσαν κομμάτια της ζωής του νεοέλληνα που δεν μας τιμούν καθόλου. Δεν μας φταίνε μόνον οι άλλοι είτε αυτοί λέγονται κερδοσκόποι είτε ξένα συμφέροντα είτε πολιτικοί.

Το δικό μας μερίδιο ευθύνης για το σημερινό μας κατάντημα δεν είναι ευκαταφρόνητο. Η λύση της μετάνοιας και αλλαγής είναι μονόδρομος.

Τους άλλους δεν μπορούμε να τους αλλάξουμε. Τη δική μας όμως νοοτροπία και ζωή έχουμε και τη δυνατότητα και την ευθύνη να τις διορθώσουμε. Ας αρχίσει ως επανάσταση αυτή η αλλαγή από τους εαυτούς μας. Αυτό είναι το πιο ηρωικό.

Ομολογώ ότι και ως Εκκλησία μας κάνανε κομμάτι του καταρρεόντος κρατικού συστήματος. Γι’ αυτό και συχνά μας παρερμηνεύει ο λαός. Αγκαλιάσαμε το κράτος, στηριχθήκαμε σε αυτό και τραυματίσθηκε η βαθειά σχέση μας με τον λαό. Τον υπηρετήσαμε μεν ως πονεμένο και φτωχό, αλλά δεν τον αγκαλιάσαμε ως κομμάτι της υπόστασής μας.

Τουλάχιστον δεν καταφέραμε να μας νοιώσει έτσι. Μολύνθηκε το γάλα της μάνας του, της Εκκλησίας, και απέστρεψε το πρόσωπό του από το στήθος της.

Αυτό είναι ο,τι χειρότερο υπάρχει. Ο λαός είναι ό,τι ιερώτερο έχουμε μετά τον Θεό και η Εκκλησία στη φύση της είναι η ανάσα του λαού. Αυτήν την ανάσα τελευταία στερηθήκαμε. Ήρθε η ώρα να ξαναρχίσει ο ζωτικός θηλασμός.

Δεν αμφισβητώ βέβαια ότι είμαστε και θύματα. Κάποιοι μας ξεγέλασαν. Κάποιοι διαχειρίσθηκαν τα θέματά μας με ένοχη ανικανότητα.

Κάποιοι μας διέσυραν διεθνώς και μας οδήγησαν στα στόματα των θηρίων αυτού του κόσμου είτε από επιπολαιότητα είτε ενδεχομένως και από ύποπτες σκοπιμότητες. Και να πού φτάσαμε! Ισοπεδωθήκαμε στο μηδέν της περιουσίας μας και στο τίποτα της αξιοπρέπειάς μας.

Παρά ταύτα δεν ψάχνουμε για ενόχους. Τώρα επειγόμαστε για λύσεις. Λύσεις όμως που δεν πατάνε τον λαό, αλλά ανασταίνουν την τιμή του. Ήρθε η ώρα που θα πρέπει όσοι παίρνουν αποφάσεις να καταλάβουν τι συμβαίνει στα σπίτια, στους δρόμους, στα μαγαζιά και στην καθημερινότητα. Τι συμβαίνει στις ψυχές μας. Αυτό δεν θα το μάθουν από την τρόϊκα ούτε από τις μεταξύ τους διαβουλεύσεις. Θα το μάθουν από τον λαό. Πρέπει την φωνή μας να την ακούσουν. Δεν γίνεται αλλιώς.

Θα ήθελα λοιπόν να πω σε όσους δεν μπορούν να πληρώσουν την λεγόμενη «έκτακτη εισφορά ακινήτων» να μη φτάσουν σε απόγνωση. Να ξέρουν ότι θα βρεθούμε όλοι ενωμένοι στο πλευρό τους και θα φωνάξουμε μαζί: «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος».

Ας καταλάβουν ότι δεν έχουμε. Δεν μπορούμε. Φτάσαμε στα όριά μας, αλλά αρνούμαστε να μας τελειώσουν. Αν αδρανήσουμε δεν θα το καταλάβουν. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός προφήτευσε πριν από διακόσια πενήντα χρόνια λέγοντας: «Θα σας βάλουν βαρύ και δυσβάσταχτο φόρο ακόμη και στα παράθυρα και στα κοτέτσια, αλλά όμως δεν θα προλάβουν».

Πράγματι, δεν θα προλάβουν! Μη λυγίσετε μπροστά στην οικονομική χρεωκοπία. Αυτήν ήδη τη ζούμε. Αρνηθείτε τη χρεωκοπία της αξιοπρέπειας, της ιστορίας, της εθνικής συνείδησης. Αυτά μπορούμε και πρέπει να τα διεκδικήσουμε μέχρι τελευταίας ρανίδας. Έστω τώρα, την τελευταία στιγμή.

Τα Μεσόγεια και η Λαυρεωτική είναι μια ευλογημένη περιοχή που μέχρι πρότινος έσφυζε από ανάπτυξη και ευημερία. Τον τελευταίο όμως καιρό όλο και πληθαίνουν αυτοί που με απόγνωση στρέφονται στην Εκκλησία η όπου βρουν, και εκλιπαρούν για συμπαράσταση και βοήθεια.

Πολλοί έχουν λυγίσει, έχουν οικονομικά γονατίσει. Δεν μπορούν να θρέψουν τα παιδιά τους. Έχασαν τον ύπνο τους. Ζουν την απειλή του παρόντος και με τον φόβο του μέλλοντος.

Έχουν ιδιοκτησίες, αλλά δεν έχουν χρήματα. Αυτοί πως θα πληρώσουν; Πού να τα βρουν; Θα τους πάρουν το σπίτι; Θα τους κόψουν το ρεύμα; Είναι δυνατόν να βυθίσουν στο σκοτάδι την Κερατέα η το Λαύριο που φιλοξενούν το μεγαλύτερο εργοστάσιο της ΔΕΗ στην πατρίδα μας;

Ό,τι και να συμβεί, αδελφοί μου, θα ήθελα να ξέρετε ότι η τοπική Εκκλησία μας θα δώσει τα πάντα για να σταθεί στο πλευρό σας. Αν σε έναν κόψουν το ρεύμα, εμείς θα το κόψουμε σε όλους τους ναούς.

Θα κάνουμε γάμους με κεριά στα χέρια και λειτουργίες με δάκρυα στα μάτια. Με κανέναν τρόπο δεν θα δεχθούμε, τη στιγμή που νοικοκυριά είναι βυθισμένα στο σκοτάδι, οι ναοί να λειτουργούν με αναμμένους τους πολυελαίους.

Όλοι μαζί λοιπόν τώρα, οφείλουμε να πιέσουμε τους εκπροσώπους μας περισσότερο από όσο τους πιέζουνε οι δανειστές.

Γιατί η ανάγκη μας για επιβίωση ξεπερνάει την ανάγκη τους να κυριαρχήσουν πάνω μας. Γιατί η αξιοπρέπειά μας αξίζει περισσότερο από τα πάσης φύσεως συμφέροντα.

Γιατί η εθνική μας υπερηφάνεια στηρίζεται σε μια ιστορία που όλοι τους ζηλεύουν. Γιατί την Ευρώπη την βλέπουμε περισσότερο ως οικογένεια που κατανοεί την δυσκολία των λαών παρά ως θηλιά που οδηγεί σε ασφυξία τις κοινωνίες.

Δεν μας έμεινε τίποτε άλλο από το να μεταμορφώσουμε ξανά την Ελλάδα σε πατρίδα μας, την ιστορία της σε ταυτότητά μας, τα παραδείγματα των προγόνων μας σε βιώματά μας και να επιστρέψουμε από τον ασύνετο νεοπλουτισμό στην αξιοπρεπή λιτότητα και ολιγάρκεια, από τις υποτελικές υποχωρήσεις στον ηρωισμό και από τον παγκόσμιο διασυρμό στην εθνική υπερηφάνεια και τον πανθομολογούμενο θαυμασμό. Έτσι, ο Θεός, όπως λέγει και ο λαός, δεν θα μας αφήσει, γιατί με αυτόν τον τρόπο δεν θα Τον έχουμε κι εμείς αφήσει.

Με πατρικές ευχές και την ελπίδα της αφύπνισης,

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικής ΝΙΚΟΛΑΟΣ

 

ΠΗΓΗ:  Δευτέρα, 03 Οκτώβριος 2011,  http://romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=9399:-q-q&catid=13

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ II

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ:

… τα πλεονεκτήματα μίας μικτής οικονομίας και ο κίνδυνος διάλυσης των Η.Π.Α. – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

  

Συνέχεια από το Μέρος Ι ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η άριστη μορφή κράτους ή πολιτεύματος, η πιο ευεργετική δηλαδή για την πλειονότητα του λαού και με το μικρότερο κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για εγωιστικούς σκοπούς, με βάση την αρχή της χρυσής μεσότητας, είναι ο συνδυασμός δημοκρατίας και ολιγαρχίας – όπου θα αποφεύγονται τόσο η φτώχεια, όσο και ο υπερβολικός πλούτος και όπου τα περισσότερα δικαιώματα θα εκχωρούνται στη μεσαία τάξη των πολιτών” (Αριστοτέλης).

Όπως διαπιστώσαμε αναλύοντας «επιγραμματικά» το σύστημα του κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού (σοσιαλισμός), δεν υπάρχουν «καταρρεύσεις», αλλά μετεξελίξεις. Έτσι λοιπόν, ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» δεν οδήγησε τις οικονομίες, στις οποίες εφαρμόσθηκε (με όποιον τρόπο), στον «γνήσιο κομμουνισμό», αλλά στον απολυταρχικό καπιταλισμό: στην παντοδυναμία δηλαδή ενός κρατικού μηχανισμού, μίας ολιγαρχίας καλύτερα, η οποία θέλει να ελέγχει τα πάντα «δικτατορικά» – δυστυχώς όχι σε συνδυασμό με τη δημοκρατία, όπως πρότεινε ο Αριστοτέλης. Αποδείχθηκε λοιπόν ότι επρόκειτο για μία ουτοπία, για μία φαντασίωση καλύτερα ή για ένα αυθαίρετο ευχολόγιο του εμπνευστή του.  

Από την άλλη πλευρά, η ελεύθερη αγορά, μέσα από υφέσεις, διαρκείς κρίσεις και πολιτικές ανακατατάξεις (με πρόσφατη τον εγκληματικό νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος επιβάλλεται με τη βοήθεια του ΔΝΤ, του ΝΑΤΟ κλπ.), φαίνεται να οδηγείται στο μονοπωλιακό καπιταλισμό: στην παντοδυναμία δηλαδή των αγορών (Καρτέλ, χρηματοπιστωτική μαφία), οι οποίες θέλουν επίσης να ελέγχουν τα πάντα δικτατορικά. Επομένως, ήταν επίσης μία ουτοπία του εμπνευστή της, του A.Smith, ο οποίος ισχυρίσθηκε εσφαλμένα πως, όταν οι άνθρωποι καλύπτουν τις ανάγκες τους, παύουν πια να συσσωρεύουν (άρθρο μας). Οι δύο αυτές σύγχρονες μετεξελίξεις, οι καρκινογόνες μεταστάσεις καλύτερα κάποιων περισσότερο ή λιγότερο υγιών «κυττάρων», φαίνεται ότι θα βρεθούν στο μέλλον αντιμέτωπες μεταξύ τους: αφού τόσο η μία, όσο και η άλλη, δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς να αναπτύσσονται και να επεκτείνονται. Εμείς έχουμε την άποψη ότι, το καταστροφικό αυτό ενδεχόμενο ίσως μπορεί ακόμη να αποφευχθεί, εάν περιορισθεί η ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, καθώς επίσης εάν αποτραπεί ο πόλεμος μεταξύ των πλεονασματικών με τα ελλειμματικά κράτη – έτσι ώστε να μεσολαβήσει εκείνο το χρονικό διάστημα, το οποίο χρειάζονται οι όποιες υγιείς δυνάμεις έχουν απομείνει στο σύστημα, οι απλοί πολίτες ουσιαστικά, καθώς επίσης οι  μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για να μπορέσουν να αντιστρέψουν την τάση. Εάν δε απαιτηθεί η βραχυπρόθεσμη επιστροφή στα εθνικά κράτη, κάτι που μάλλον φαίνεται απαραίτητο, δεν θα πρέπει να υπάρξει κανένας δισταγμός – αφού η σύγκρουση των δύο σημερινών κυρίαρχων συστημάτων θα σήμαινε ίσως την «αμετάκλητη» κατάρρευση ολόκληρης της ανθρωπότητας.  

Η ΜΙΚΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μεταξύ όλων των «εφαρμογών» της Δημοκρατίας, η ομοσπονδιακή οργάνωση ενός κράτους είναι η πλέον αποτελεσματική – καθώς επίσης η συγγενέστερη. Το ομοσπονδιακό σύστημα οριοθετεί και περιορίζει την απόλυτη κυριαρχία της κρατικής εξουσίας, επειδή την τεμαχίζει σε επί μέρους κομμάτια – παραχωρώντας στην κεντρική κυβέρνηση μόνο ορισμένα, ακριβώς προκαθορισμένα δικαιώματα. Είναι το μοναδικό μέσον, με το οποίο ελέγχεται όχι μόνο η εξουσία της πλειοψηφίας του λαού (κυβερνών κόμμα) αλλά, επίσης, η λαϊκή κυριαρχία” (Lord Acton).  Σύμφωνα με την παραπάνω «ρήση», η ομοσπονδιακή δομή ενός κράτους (όπως για παράδειγμα της Γερμανίας) είναι το πλέον εύφορο έδαφος για να ανθήσει η Άμεση Δημοκρατία. Στην περίπτωση δε της χώρας μας, θα μπορούσε να συμβεί, εάν οι περιφέρειες (Καλλικράτης) μετεξελίσσονταν σε ομοσπονδιακά κρατίδια – κάτι που δεν είναι πολύ δύσκολο στην εφαρμογή του, ενώ μπορεί να μας προφυλάξει από εσφαλμένες «λαϊκές ετυμηγορίες», οι οποίες παραδίδουν την απόλυτη εξουσία σε «κόμματα ενός ανδρός», τα οποία υπεξαιρούν την ψήφο με παραπλανητικές υποσχέσεις.  Περαιτέρω, διαπιστώνοντας ακόμη μία φορά την απίστευτη σοφία των προγόνων μας (παν μέτρον άριστον), έχουμε την άποψη ότι η μικτή οικονομία, στην οποία τόσο το κράτος, όσο και οι πολίτες, έχουν «μοιράσει» δίκαια, συνετά καλύτερα τις «εξουσίες» και τις δραστηριότητες μεταξύ τους, είναι η μοναδική ίσως λύση του προβλήματος. Παρά το ότι δε καταφέραμε να βαδίσουμε από τις φυλές στις πόλεις-κράτη, καθώς επίσης από τις πόλεις-κράτη στα εθνικά κράτη με απόλυτη επιτυχία, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε το ίδιο ούτε για τις διακρατικές ενώσεις, αλλά ούτε και για την παγκοσμιοποίηση – ενώ καμία νομισματική ένωση μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να επιβιώσει. Πολλοί από εμάς επιθυμούν πράγματι να γίνουν ευρωπαίοι πολίτες και στη συνέχεια πολίτες του κόσμου – αντί Έλληνες, Γερμανοί κλπ. Εν τούτοις, υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ των επιθυμιών μας, των υποσυνείδητων «ενστάσεων» μας, καθώς επίσης των δυνατοτήτων μας – μία απόσταση που απαιτεί πάρα πολύ χρόνο για να διανυθεί ομαλά.  

Το σύστημα της μικτής οικονομίας τώρα, σε συνθήκες άμεσης δημοκρατίας, είναι ίσως το μόνο που δεν έχει αποτύχει ακόμη, αφού έχει μερικώς εφαρμοσθεί μόνο στην Ελβετία – σε κάποια άλλη μορφή και στην Καλιφόρνια. Εδώ υπενθυμίζουμε μία φράση του F. D. Roosevelt, ο οποίος είχε πει ότι “Το σύστημα της ελεύθερης αγοράς δεν έχει αποτύχει στην εποχή μας, αλλά απλά δεν έχει γίνει ακόμη η προσπάθεια σωστής εφαρμογής του”. Στο συγκεκριμένο σύστημα, το κράτος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τους κανόνες λειτουργίας των επιχειρήσεων – ρυθμίζοντας την ελεύθερη αγορά, με κριτήριο το κοινό περί Δικαίου αίσθημα. Με τη βοήθεια επιτροπών ανταγωνισμού, οφείλει να διατηρεί το μέγεθος των επιχειρήσεων σε λογικά πλαίσια, καθώς επίσης να επιβλέπει με μεγάλη αυστηρότητα τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα – με τη βοήθεια μίας κεντρικής τράπεζας, η οποία είναι απαράδεκτο να ανήκει σε ιδιώτες (όπως δυστυχώς συμβαίνει με την Τράπεζα της Ελλάδας, τη Fed κλπ.).  Σε γενικές γραμμές λοιπόν, το κράτος πρέπει να απαγορεύει τη μόχλευση, τα παράγωγα επίσης, να υποχρεώνει τις τράπεζες να δανείζουν μόνο τις καταθέσεις τους, να τις διαχωρίζει σε εμπορικές-επενδυτικές (GlassSteagall), τεμαχίζοντας τις υπερβολικά μεγάλες, να διώκει τη φοροαποφυγή των πολυεθνικών (κατάργηση των off shore εταιρειών, έλεγχος των υπερτιμολογήσεων κλπ.), καθώς επίσης όλα όσα ευρίσκονται προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Από την άλλη πλευρά βέβαια, θα πρέπει να έχει στην αποκλειστική ιδιοκτησία του όλες τις κοινωφελείς επιχειρήσεις (ενέργεια, ύδρευση), ορισμένες στρατηγικές (λιμάνια), καθώς επίσης κάποιες «εν δυνάμει» κερδοφόρες (τον ΟΠΑΠ για παράδειγμα) – έτσι ώστε να μην εξαρτάται από τους επιχειρηματίες και να μπορεί να αντιπαρατίθεται μαζί τους.  Επειδή όμως το δημόσιο είναι συνήθως «επιρρεπές» στη διαφθορά, στη διαπλοκή, στην κακοδιαχείριση κλπ., οφείλουν οι πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στη λειτουργία του – ιδιαίτερα στον έλεγχο του. Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε ότι το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχει πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο του και πρέπει να αντικατασταθεί από ένα επόμενο: από τη Φιλελεύθερη, Άμεση Δημοκρατία, έτσι όπως αυτή εφαρμόζεται από την Ελβετία (άρθρο μας) και μάλλον προετοιμάζεται από τη Γερμανία – δυστυχώς δυσλειτουργεί στην Καλιφόρνια, από την οποία όμως οφείλουμε να αντλήσουμε διδάγματα (όπως και από κάποιες άλλες εξελίξεις στις Η.Π.Α., τις οποίες θα αναλύσουμε στη συνέχεια).

Πρώτη προτεραιότητα τώρα της φιλελεύθερης, άμεσης δημοκρατίας στη χώρα μας, οφείλει να είναι η δημιουργία εξειδικευμένων επιτροπών Πολιτών – οι οποίοι θα εκλέγονται σε ετήσια βάση με κλήρο, μεταξύ αυτών που θα υποβάλλουν αιτήματα επιλογής τους, ανάλογα με το γνωστικό πεδίο τους. Οι εθελοντικές αυτές επιτροπές, θα έχουν σκοπό τον έλεγχο όλων των δραστηριοτήτων του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών καταστάσεων, καθώς επίσης των Ισολογισμών των πολιτικών κομμάτων – κυρίως βέβαια των κομμάτων εξουσίας.  Φυσικά, όλες οι καταστάσεις και οι Ισολογισμοί των κομμάτων, καθώς επίσης του στενότερου ή ευρύτερου δημοσίου, με τα ανάλογα ενημερωτικά (όπως συμβαίνει με τις εισηγμένες εταιρείες), οφείλουν να προετοιμάζονται και να αναρτώνται με διαφάνεια στο διαδίκτυο – έτσι ώστε να είναι «προσβάσιμες» όχι μόνο στις επιτροπές, αλλά σε όλους τους ενδιαφερομένους για τη χώρα τους Πολίτες, όπως και στα ΜΜΕ.  Περαιτέρω, άλλες επιτροπές Πολιτών πρέπει να ελέγχουν τους εκάστοτε νόμους που ψηφίζονται από το Κοινοβούλιο, με τους σημαντικότερους από αυτούς να προϋποθέτουν δημοψηφίσματα – όπως συμβαίνει στην Ελβετία. Για παράδειγμα, η προσφυγή της χώρας σε έναν διεθνή οργανισμό, όπως στο ΔΝΤ, όφειλε να είναι απόφαση του συνόλου των Πολιτών της – επίσης όλοι οι νόμοι, οι οποίοι αφορούν σοβαρά θέματα των βουλευτών της (ευθύνες υπουργών κλπ.). Φυσικά το ίδιο ισχύει και για τις επιτροπές ελέγχου οικονομικών σκανδάλων του δημοσίου, έτσι ώστε να μην είναι οι ίδιοι αυτοί που ελέγχονται και ελέγχουν.

Κλείνοντας, όπως έχουμε αναφέρει και στο παρελθόν η Φιλελεύθερη, Άμεση Δημοκρατία οφείλει να στηρίζεται: (α)  Σε ένα σύνολο υγιών Θεσμών, οι οποίοι καθορίζουν επακριβώς το πλαίσιο, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται όλοι οι Πολίτες, ανταγωνιζόμενοι με ίσους όρους. (β)  Σε ένα σύνολο συνειδητών πολιτών, το οποίο να κατανοεί επαρκώς τις αρχές της Οικονομίας και της Δημοκρατίας ή, τουλάχιστον, να έχει διαμορφώσει ένα χαρακτήρα συνεπή προς το συγκεκριμένο «τρόπο ζωής» και, τέλος,   (γ)  Σε μία υψηλής ποιότητας ηγεσία, η οποία να μπορεί να κατευθύνει ορθολογικά το κράτος (όχι απλά να διαχειρίζεται το δημόσιο πλούτο), καθώς επίσης να διαφυλάσσει τη χώρα της, τουλάχιστον στις κρίσιμες στιγμές – χωρίς ποτέ να επιτρέπει σε τρίτους να την προσβάλλουν. Τα απολύτως απαραίτητα χαρίσματα που πρέπει να διαθέτει η ηγεσία αυτή δεν είναι άλλα από το να μπορεί να πείθει τεκμηριωμένα, να εμπνέει και να διδάσκει – να εκπαιδεύει δηλαδή τους κυβερνωμένους.  

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΙΣ Η.Π.Α.

Στο εσωτερικό της υπερδύναμης φαίνεται ότι «σιγοβράζει» μία εξέγερση – αρχικά εναντίον των μεγάλων τραπεζών και της Wall Street. Σε οκτώ Πολιτείες (μεταξύ των οποίων η Ουάσιγκτον, η Λουϊζιάνα, η Μασαχουσέτη και η Καλιφόρνια, στην οποία λειτουργεί η άμεση δημοκρατία), τα κοινοβούλια προετοιμάζουν την ίδρυση κρατικών εμπορικών τραπεζών. Με τις ενέργειες τους αυτές οι υπερχρεωμένες Πολιτείες θέλουν να επιτύχουν την παροχή περισσοτέρων δανείων για τις τοπικές οικονομίες τους (πραγματική αγορά) με χαμηλότερα επιτόκια – καθώς επίσης την εισροή των τραπεζικών κερδών στο δικό τους προϋπολογισμό. Το γεγονός αυτό προκλήθηκε από τη δυσαρέσκεια των Πολιτειών απέναντι στις μεγάλες τράπεζες οι οποίες, παρά το ότι διασώθηκαν με τα χρήματα των φορολογουμένων, αφενός μεν συνέχισαν να προσφέρουν μεγάλες προμήθειες στα στελέχη τους, αφετέρου δε περιόρισαν τα δάνεια τους στην πραγματική οικονομία – επιλέγοντας την κερδοσκοπία και τις χρηματιστηριακές επενδύσεις. Η «εξέγερση» αυτή, η οποία δεν προέρχεται από τους δρόμους (διαδηλώσεις), αλλά από τους εφοριακούς, από τους λοιπούς ΔΥ, από τις επιχειρήσεις και από τους κυβερνήτες των επί μέρους Πολιτειών, κερδίζει συνεχώς έδαφος – κυρίως επειδή οι κυβερνήσεις τους ευρίσκονται αντιμέτωπες με μία κλιμακούμενη ανεργία, με τεράστιες ζημίες προϋπολογισμών, καθώς επίσης με μεγάλα ελλείμματα στα συνταξιοδοτικά ταμεία. «Υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος για να σταθεροποιήσουμε ή/και να ισοσκελίσουμε τους προϋπολογισμούς μας: η ίδρυση κρατικών τραπεζών», αναφέρεται χαρακτηριστικά. «Η Καλιφόρνια είναι η μεγαλύτερη οικονομία των Η.Π.Α. Εν τούτοις, δεν είμαστε σε θέση να οδηγήσουμε τα δισεκατομμύρια των κρατικών μας εσόδων στην οικονομία της Πολιτείας μας, επειδή τα τοποθετούμε στις μεγάλες τράπεζες, οι οποίες κερδοσκοπούν ασύστολα με τα δικά μας χρήματα – στοιχηματίζοντας στο τέλος, με τη βοήθεια των παραγώγων, ακόμη και εναντίον των ομολόγων του δημοσίου μας». Σημείο αναφοράς των παραπάνω εξελίξεων φαίνεται πως είναι η τράπεζα της Β. Ντακότας – η μια και μοναδική κρατική τράπεζα των Η.Π.Α., η οποία ιδρύθηκε το 1919 και λειτουργεί έκτοτε κερδοφόρα. Η Πολιτεία της Βόρειας Ντακότας καταθέτει στο ινστιτούτο αυτό τα φορολογικά έσοδα της, απαιτώντας σαν αντάλλαγμα να διατίθενται για όσο το δυνατόν περισσότερα δάνεια στις τοπικές επιχειρήσεις. Η τράπεζα ελέγχεται βέβαια αυστηρά, αφού οι ισολογισμοί της αναλύονται τόσο από ανεξάρτητους ελεγκτές, όσο και από την ίδια την κυβέρνηση της Πολιτείας.  

Ένα ειδικό κρατικό πρόγραμμα καθορίζει τη συμμετοχή της δημόσιας τράπεζας στο δανεισμό τοπικών ταμιευτηρίων – τα οποία επίσης προωθούν την τοπική οικονομία. Η τράπεζα της Β. Ντακότας, η οποία λειτουργεί σαν συνεργάτης των υπολοίπων τραπεζών και όχι σαν ανταγωνιστής, αύξησε τον όγκο των δανείων της κατά 35% την περίοδο της κρίσης (2007-2010), όταν οι μεγάλες τράπεζες της Wall Street, την ίδια χρονική περίοδο, μείωσαν κατά 53% τα δάνεια τους.  Τα τελευταία δέκα χρόνια η κρατική τράπεζα έχει εμβάσει 300 εκ. $ κέρδη στο ταμείο της Πολιτείας, λειτουργώντας με απόδοση 19% επί των κατατεθειμένων κεφαλαίων της – όταν ο μέσος όρος του χρηματοπιστωτικού κλάδου των Η.Π.Α. απέδωσε μόλις 7,65%. Σαν αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων της κεντρικής τράπεζας, η ανεργία στη Β. Ντακότα διατηρείται στο 3,5% – όταν η αντίστοιχη στην Αλάσκα, η οποία παράγει τη διπλή ποσότητα πετρελαίου, ευρίσκεται στο 7,7%. Σύμφωνα τώρα με τοπικούς αναλυτές, “Οι πολιτικοί στην Ουάσιγκτον είναι έμμισθοι υπάλληλοι των τραπεζών. Οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες ελέγχουν περισσότερες καταθέσεις, από τις 45 επόμενες. Οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες των Η.Π.Α. μείωσαν, μεταξύ των ετών 2007 και 2010, τα δάνεια τους στην πραγματική οικονομία κατά 53%. Ο αριθμός των ταμιευτηρίων και των συνεταιριστικών τραπεζών μειώθηκε κατά 30% σε σχέση με το 1990 – στα 6.600 ιδρύματα.  Η Πολιτεία της Όρεγκον πρέπει, στο δυσκολότερο έτος από πλευράς ελλειμμάτων της ιστορίας της, να πληρώσει τόκους ύψους 13,5 εκ. $ στις Bank of America, Morgan Stanley και JP Morgan Chase για παράγωγα προϊόντα, με τα οποία χρηματοδοτήθηκαν κάποια έργα υποδομών. Εάν η Πολιτεία είχε μία κρατική τράπεζα, δεν θα υποχρεωνόταν να πληρώνει προμήθειες, ούτε τόσο υψηλά επιτόκια – επομένως, δεν θα επιβάρυνε τους πολίτες της με διαρκώς αυξανόμενους φόρους, οι οποίοι καταλήγουν ουσιαστικά στα ταμεία των τραπεζών”.

Για να κατανοήσουμε τη σημασία των κρατικών τραπεζών στο παράδειγμα της χώρας μας, αρκεί ίσως να αναφέρουμε ότι, οι τόκοι των δανείων που έχει λάβει η Ελλάδα υπολογίζονται σήμερα στα 17 δις € – 28 δις € το 2015, σύμφωνα με το μεσοπρόθεσμο. Οι ιδιωτικές τράπεζες, δανειζόμενες με 1,5% επιτόκιο από την ΕΚΤ, μας δανείζουν με μέσον όρο 6%, οπότε κερδίζουν, σε ύψος δανείων 350 δις €, περί τα 16 δις € εις βάρος μας – το οκταπλάσιο δηλαδή των εσόδων που θα αποφέρει ο νέος φόρος ακινήτων ή όσο σχεδόν οι μισθοί όλων των ΔΥ. Εάν όμως υπήρχε μία κρατική τράπεζα, ο προϋπολογισμός μας θα είχε κατά πολύ μικρότερα ελλείμματα – οπότε δεν θα απαιτούνταν νέοι φόροι ή απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Είναι όμως ποτέ δυνατόν να το επιτρέψει η σημερινή Ευρώπη των τραπεζών, η οποία λειτουργεί εις βάρος της Ευρώπης των Πολιτών της;  Επιστρέφοντας στις Η.Π.Α., από τη μία πλευρά οι πολίτες στους δρόμους διαδηλώνουν εναντίον των τραπεζών (Wall Street), ενώ από την άλλη οι Πολιτείες, στην πρωτεύουσα του καπιταλισμού, εξεγείρονται εναντίον της Ομοσπονδιακής κυβέρνησης και ιδρύουν δικές τους, κρατικές τράπεζες – έτσι ώστε να αποδεσμευθούν από τα νύχια της χρηματοπιστωτικής μαφίας, η οποία είναι «κατασκεύασμα» του μονοπωλιακού καπιταλισμού και της νεοφιλελεύθερης δικτατορίας.   Παράλληλα, με «ηγέτη» την Καλιφόρνια, συζητούνται σοβαρά αποσχίσεις και ανεξαρτητοποιήσεις αμερικανικών Πολιτειώνένα ενδεχόμενο που θα μπορούσε να οδηγήσει στην πλήρη διάλυση των Η.Π.Α., μέσα από αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις και επανάληψη των εμφυλίων πολέμων, ειδικά όταν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αποφασίσει να μεταναστεύσει μαζικά στις αγορές του μέλλοντος (Κίνα κλπ.).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όπως φαίνεται, η σταδιακή αλλαγή του συστήματος προς την κατεύθυνση της φιλελεύθερης, άμεσης Δημοκρατίας, σε καθεστώς μικτής οικονομίας, η οποία μπορεί να επιβιώσει χωρίς να απαιτείται αδιάκοπη ανάπτυξη, θα ήταν ένα σημαντικό βήμα προς ένα ασφαλές μέλλον – με μία «υποφερτά» περιορισμένη ελευθερία. Στα πλαίσια αυτά, όχι μόνο δεν θα έπρεπε να ιδιωτικοποιηθούν οι επιχειρήσεις αλλά, αντίθετα, να κρατικοποιηθούν οι κοινωφελείς, οι στρατηγικές και οι κερδοφόρες – ενώ υπάρχει μεγάλη ανάγκη ενίσχυσης της οικονομίας από κρατικές τράπεζες. Ολοκληρώνοντας, εάν η κρίση χρέους της Δύσης δεν αντιμετωπισθεί από όλες τις χώρες μαζί, σε συνθήκες συνεργασίας και όχι ανταγωνισμού, χωρίς εθνικιστικές «οπισθοδρομήσεις» και επεκτατικές βλέψεις, ο κόσμος θα βιώσει πολύ δύσκολες ημέρες – ημέρες αποκάλυψης. Έχοντας την άποψη ότι, η Ελλάδα ήταν αυτή που «πυροδότησε» τις αλλαγές, «ταράζοντας τα νερά» όπως συνέβαινε ανέκαθεν στην Ιστορία, θεωρούμε πως η επίλυση της Ελληνικής κρίσης έχει απόλυτη προτεραιότητα – ενώ ο τρόπος που τελικά θα επιλεχθεί, θα καθορίσει παράλληλα το μέλλον ολόκληρου του πλανήτη.

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 02. Οκτωβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2442.aspx

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ I

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ:

Η κλιμάκωση της πυρκαγιάς, η ουτοπία της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας, τα αδιέξοδα της ελεύθερης αγοράς, η απειλή του απολυταρχισμού… – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Έχουμε μάθει ότι, παρά τις καλές προθέσεις, καθώς επίσης παρά μία σωστή λειτουργικά Οργάνωση, η ηθική εντιμότητα δεν μπορεί να διατηρηθεί εντός ενός συστήματος, το οποίο καταστρέφει την προσωπική ελευθερία και την ατομική υπευθυνότητα. Οι σοσιαλιστές πιστεύουν σε δύο πράγματα, τα οποία είναι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, πιθανότατα δε αντικρουόμενα: στην ελευθερία και στην οργάνωση ” (F. A. Hayek E. Halevy).

Ανάλυση

Η χώρα μας είναι αντιμέτωπη με το χειρότερο εφιάλτη στην Ιστορία της, με την εισβολή του ΔΝΤ, του εντολοδόχου της χρηματοπιστωτικής μαφίας και του Καρτέλ δηλαδή, καθώς επίσης με τις απίστευτες επιθέσεις της Γερμανίας – κυρίως μέσω ενός άμετρου «γκεμπελικού» διασυρμού, με τη συμμετοχή κάποιων διατεταγμένων γερμανικών ΜΜΕ. Η Ελλάδα έχει ταυτόχρονα τεράστια προβλήματα ρευστότητας, δανεισμού και πολιτικής ανεπάρκειας, οπότε θεωρούμε ότι μόνο εμείς «υποφέρουμε» – ενώ ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος υποφέρει ελάχιστα ή και καθόλου. Μοναδική ίσως εξαίρεση υποθέτουμε ότι αποτελεί η αντίστοιχα υπερχρεωμένη Ιταλία (πολύ λιγότερο η Πορτογαλία, το Βέλγιο, η Ισπανία και η Ιρλανδία), η οποία ευρίσκεται επίσης στο στόχαστρο τόσο των αγορών, όσο και της Γερμανίας – γεγονός που μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε, μήπως η αλαζονική συμπεριφορά της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης οφείλεται στη δικαστική διαμάχη, σε σχέση με τις πολεμικές επανορθώσεις στη Χάγη – όπου «κατήγοροι» είναι από κοινού η Ιταλία και η Ελλάδα, κατηγορούμενος δε η Γερμανία.  

Εν τούτοις, μάλλον δεν είναι η χώρα μας αυτή που αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα προβλήματα, αφού η κρίση χρέους φαίνεται να οδηγεί όχι μόνο στη διάλυση της Ευρωζώνης, μετά την άκρως επιτυχημένη απόβαση του ΔΝΤ, αλλά και σε μία αντίστοιχη των Η.Π.Α. – μέσα από εξεγέρσεις, «αποσκιρτήσεις» και επικίνδυνες επαναστάσεις, μεταξύ άλλων λόγω της πολυπολιτισμικής δομής της υπερδύναμης. Δηλαδή, αφενός μεν απομακρύνεται συνεχώς η ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μέσα από τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, αφετέρου φαίνεται όλο και πιο πιθανή μία «απόσχιση» ορισμένων υπερχρεωμένων Πολιτειών των Η.Π.Α. – με αποτελέσματα που είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθούν, όπως θα αναλύσουμε στο τέλος του άρθρου μας. Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η Γερμανία γίνεται όλο και πιο «εθνικιστική» (αν και η ομοσπονδιακή δομή της μάλλον εμποδίζει την επάνοδο του εθνικοσοσιαλισμού), η Γαλλία παραπαίει, η Μ. Βρετανία επίσης, η Ευρωζώνη κινδυνεύει σοβαρά να «αποσυντεθεί» και οι Σκανδιναβικές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν με τη σειρά τους τις εταιρείες αξιολόγησηςFitch, αδυνατώντας να προσβάλλει το δημόσιο χρέος τους, επειδή είναι σχετικά χαμηλό, προειδοποιεί για υπερχρέωση των νοικοκυριών) – ενώ η Ελβετία, η μοναδική φιλελεύθερη, άμεση δημοκρατία του πλανήτη, στην οποία το κράτος είναι πραγματικά στην υπηρεσία του πολίτη, κινδυνεύει από πάρα πολλές πλευρές (άρθρο). 

Στην Ανατολική Ευρώπη, η οποία «βάλλεται» επίσης από το ΔΝΤ (στην πρώην Γιουγκοσλαβία είχε επιλεχθεί το «δόγμα του σοκ» – ή εισβολή του ΝΑΤΟ δηλαδή, όπως και στο Ιράκ), έχουν δημιουργηθεί νέες εστίες πυρκαγιάς, οι οποίες απειλούν τα μέγιστα τόσο το Αυστριακό όσο και το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα – ενώ τα μέταλλα, όπως ο χρυσός και το ασήμι, έχουν εισέλθει σε «πορεία χειραγώγησης». Παράλληλα, ορισμένες μεγάλες Πολιτείες των Η.Π.Α. αυτονομούνται, στη Ρωσία αναπτύσσεται μία ιδιάζουσα μορφή εθνικοσοσιαλισμού, ενώ η καταχρεωμένη Ιαπωνία αλλάζει συνεχώς κυβερνήτες, χωρίς να μπορεί να διαφύγει από την κρίση – στην οποία οδηγήθηκε τη δεκαετία του ’80 από τις Η.Π.Α.  Η Βραζιλία προσπαθεί να αντιδράσει, η Νότια Αφρική επίσης, στη λεηλατημένη Τουρκία κυριαρχεί ένας «εθνικοθρησκευτικός απολυταρχισμός», ενώ στη Β. Αφρική, καθώς επίσης στη Μέση Ανατολή, έχουν ξεσπάσει ή/και κυοφορούνται αιματηρές επαναστάσεις, εμφύλιοι και λοιποί πόλεμοι. Τέλος, η απολυταρχική Κίνα επεμβαίνει κυριαρχικά σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, ενώ ο συναλλαγματικός πόλεμος μαίνεται – γεγονότα και καταστάσεις που δεν μας προϊδεάζουν για ένα ειρηνικό μέλλον, αλλά μάλλον για συνθήκες αποκάλυψης. Επομένως, απαιτούνται επειγόντως λύσεις, για την καταπολέμηση των συνεχώς κλιμακούμενων «δυσλειτουργιών» διεθνώς. Οι λύσεις αυτές δε ίσως προϋποθέτουν  ένα διαφορετικό πολιτικοοικονομικό σύστημα – αφού τα παλαιότερα έχουν μάλλον ολοκληρώσει τον «κύκλο» τους. Φυσικά είναι πολύ πιθανόν η αποτυχία των συστημάτων να οφείλεται στη μη συνειδητή αντίδραση των ανθρώπων απέναντι στους φραγμούς, στους περιορισμούς της ελευθερίας καλύτερα, τους οποίους προϋποθέτει ή απαιτεί η κοινωνική συμβίωση. Επίσης, στην έμφυτη τάση κάποιων ανθρώπων για δύναμη και εξουσία – χαρακτηριστικά τα οποία στερούν από τους υπόλοιπους τα βασικά μέσα διαβίωσης και την ελευθερία τους.           

Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε σκόπιμο να αναλύσουμε τα υφιστάμενα συστήματα, έχοντας τη γνώμη ότι, οι διαφορετικές πολιτικές απόψεις των ανθρώπων, δεν οφείλονται στον τελικό στόχο. Ο στόχος αυτός είναι για τη συντριπτική πλειοψηφία ο ίδιος: η κοινωνική δικαιοσύνη, η μεγαλύτερη δυνατή ισότητα και η ασφάλεια. Οι «πολιτικές» διαφορές επικεντρώνονται κυρίως στο δρόμο που επιλέγεται, έτσι ώστε να φτάσουν κάποτε οι άνθρωποι στον ίδιο, εκ των προτέρων γνωστό τελικό στόχο, καθώς επίσης στην «ποσότητα/ποιότητα» της απαιτούμενης ελευθερίας. Με απλούστερα λόγια, δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, όσον αφορά τους τελικούς στόχους της κοινωνικής οργάνωσης, του πολιτεύματος δηλαδή που επιδιώκουν – αφού σχεδόν για όλους το ζητούμενο είναι η εξασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας και της ασφάλειας, σε συνθήκες ελευθερίας. Κάποιοι όμως θεωρούν ότι, για να επικρατήσουν τα κοινά για όλους «ιδανικά», θα πρέπει να ακολουθηθεί το σύστημα του σοσιαλισμού – ενώ κάποιοι άλλοι επιλέγουν τον καπιταλισμό, τον ολοκληρωτισμό ή ένα άλλο πολίτευμα. Ειδικότερα λοιπόν τα εξής:   

Η ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ένας πολιτικός, ο οποίος θα είχε την ιδέα να επιβάλλει στους ιδιώτες τον τρόπο, με τον οποίο θα χρησιμοποιούσαν τα κεφάλαια τους, δεν θα αναλάμβανε μόνο μία άσκοπη φροντίδα, αλλά θα επιζητούσε μία εξουσία, την οποία δεν μπορεί κανείς να εμπιστευθεί σε κανένα κοινοβούλιο και σε καμία κυβέρνηση – πόσο μάλλον σε ένα και μοναδικό άτομο. Μία τέτοια εξουσία δεν θα μπορούσε πουθενά άλλού να είναι τόσο επικίνδυνη, όσο στα χέρια ενός ανθρώπου, ο οποίος θα ήταν τόσο ανόητος και τόσο εγωιστής, ώστε να θεωρήσει τον εαυτό του ικανό να την ασκήσει” (Adam Smith). Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι (δεν επικεντρωνόμαστε στις πολιτικές παρατάξεις ή στους κομματικούς μηχανισμούς εξουσίας), οι οποίοι αυτοαποκαλούνται σοσιαλιστές – εννοώντας συνήθως ότι, πιστεύουν μέσα από την καρδιά τους στα ιδανικά του σοσιαλισμού. Οι άνθρωποι αυτοί δεν απασχολούν τις σκέψεις τους ή δεν θεωρούν ότι πρέπει να τις απασχολήσουν, σχετικά με ποιόν τρόπο είναι εφικτό να επιτύχουν πρακτικά την εφαρμογή ενός συστήματος, το οποίο θα τους εξασφαλίζει τα ιδανικά τους – δηλαδή, την κοινωνική δικαιοσύνη, τη μεγαλύτερη δυνατή ισότητα και την ασφάλεια. Αυτό που επιθυμούν, καθώς επίσης αυτό που γνωρίζουν είναι ότι, πρέπει με κάθε τρόπο να τα καταφέρουν.

Ένας περιορισμένος αριθμός τώρα αυτών των σοσιαλιστών δεν συνειδητοποιεί ότι, το βασικό «εργαλείο» για την επίτευξη της σοσιαλιστικής αλλαγής είναι η κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία – η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για άλλους σκοπούς, συχνά «μη συμβατούς» με τις επιθυμίες των ανθρώπων, όπως (παράδειγμα) για την καταπίεση ορισμένων ομάδων πολιτών, αντίθετων με το πολίτευμα. Η συγκεκριμένη μορφή οικονομικής οργάνωσης είναι λοιπόν ο στόχος όλων αυτών, οι οποίοι ουσιαστικά (συνήθως εν αγνοία τους) απαιτούν την αντικατάσταση της οικονομίας του κέρδους (ελεύθερη αγορά), από αυτήν της κάλυψης των ανθρωπίνων αναγκών (κεντρικός σχεδιασμός) – επομένως, των αγορών από το κράτος. Αναλυτικότερα, στη σοσιαλιστική οικονομία το κράτος προσπαθεί να προβλέψει τις ανάγκες των πολιτών, προγραμματίζοντας την κάλυψη τους στα πλαίσια του εφικτού (χωρίς δάνεια) από πολίτες, οι οποίοι ουσιαστικά εργάζονται όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι. Για παράδειγμα, εάν προβλέπει το κράτος ότι, οι πολίτες του θα χρειαστούν τον επόμενο χρόνο 1.000 τόνους πορτοκάλια και 500 τόνους μήλα, οργανώνει την παραγωγή και κατευθύνει τους αγρότες ανάλογα. Εάν όμως, όπως συνήθως συμβαίνει, οι πολίτες αλλάξουν ξαφνικά συνήθειες, τότε ο κεντρικός σχεδιασμός της παραγωγής αποδεικνύεται εντελώς λανθασμένος – κάτι που δεν συμβαίνει σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς, ή, εάν συμβεί, τότε το ρίσκο αναλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από τους ιδιώτες-επιχειρηματίες, οι οποίοι δεν προέβλεψαν σωστά και δεν προβληματίζει το κράτος.    

Συνεχίζοντας οι Γάλλοι συγγραφείς, οι οποίοι μετά την γαλλική επανάσταση τοποθέτησαν τις βάσεις, επάνω στις οποίες στηρίχθηκε ο μοντέρνος σοσιαλισμός, γνώριζαν με απόλυτη βεβαιότητα ότι, οι ιδέες τους θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν πρακτικά μόνο από ένα αυστηρό, δικτατορικό καθεστώς. Πολύ αργότερα, μετά την επανάσταση του 1848 δηλαδή, οι σοσιαλιστικές ιδέες υποχρεώθηκαν να ενωθούν με τις πανίσχυρες δυνάμεις της ελευθερίας – με στόχο την επίτευξη ενός «δημοκρατικού σοσιαλισμού», τον οποίο επιθυμούσαν οι περισσότεροι άνθρωποι. Εν τούτοις, οι σημαντικότεροι θεωρητικοί ηγέτες, παρά το ότι δήλωναν οπαδοί του δημοκρατικού σοσιαλισμού, γνώριζαν ανέκαθεν πολύ καλά πως η Δημοκρατία και ο Σοσιαλισμός έχουν έναν και μοναδικό κοινό παρανομαστή: την ισότητα. Ενώ όμως η Δημοκρατία αναζητάει την ισότητα μέσα από το δρόμο της ελευθερίας, ο Σοσιαλισμός προκρίνει την καταναγκαστική επιβολή της – με τη βοήθεια της δικτατορίας του προλεταριάτου, η οποία φυσικά δεν επιβάλλεται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες (εκλογές), αλλά με λαϊκές εξεγέρσεις και με αιματηρές επαναστάσεις.  Το ξεκίνημα της εφαρμογής του σοσιαλισμού στην πράξη, οδήγησε ουσιαστικά στη ρωσική επανάσταση, στον εθνικοσοσιαλισμό της Γερμανίας, στο σταλινισμό, στη μετέπειτα σοβιετική ένωση, στον κινεζικό κομμουνισμό, καθώς επίσης στις σημερινές εξελικτικές τους καταστάσεις: στον κατά κάποιον τρόπο «εθνικοσοσιαλιστικό» καπιταλισμό της Ρωσίας και στον απολυταρχικό καπιταλισμό της Κίνας. Παρά το ότι λοιπόν ο K.Marx θεωρούσε πως, η εξέλιξη της δικτατορίας του προλεταριάτου θα ήταν ο δημοκρατικός σοσιαλισμός, ο οποίος θα εξασφάλιζε σε όλους τους ανθρώπους κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα και πλήρη ασφάλεια, η σημερινή «κατάληξη» είναι εντελώς διαφορετική.  Ίσως οφείλουμε να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, ο K. Marx δεν ήταν ο «αρχιτέκτονας» του υπαρκτού σοσιαλισμού – αφού το φοβερό αυτό έργο το ανέλαβε ο Lenin. Το σημαντικότερο βιβλίο του άλλωστε, το «Κεφάλαιο», είναι ουσιαστικά το βιβλίο της κρίσης του καπιταλισμού, ενώ σε ολόκληρο το έργο του δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να αναφέρεται στην επόμενη ημέρα – στο πως δηλαδή θα έπρεπε να οργανωθεί και να λειτουργήσει το κράτος, μετά την κατάκτηση της εξουσίας από το λαό. Είχε γράψει απλά ότι, κατά τη «μεταβατική» περίοδο του σοσιαλισμού θα υπήρχε η δικτατορία του προλεταριάτου – μετά από αυτήν, ο γνήσιος κομμουνισμός.

Ουσιαστικά είχε αναφερθεί σε ένα αταξικό σύστημα, το οποίο θα καταργούσε την ατομική ιδιοκτησία – οπότε η κοινωνία θα ήταν ο ιδιοκτήτης όλων των μέσων παραγωγής. Δεν είχε όμως αναλύσει καθόλου τις «λεπτομέρειες», όπως για παράδειγμα το πώς ακριβώς η «κοινωνία» θα ήταν ο ιδιοκτήτης των εργοστασίων, κατά πόσο θα υπήρχε ή μη έντονη διαμάχη μεταξύ διαχειριστών και υφισταμένων, εάν θα μπορούσαν να προβλεφθούν οι ανθρώπινες ανάγκες, έτσι ώστε να σχεδιάζεται κεντρικά η κάλυψη τους, εάν πράγματι θα δραστηριοποιούνταν δημιουργικά οι άνθρωποι, χωρίς ιδιοτελή και ανταγωνιστικά κίνητρα, πως θα συμπεριφέρονταν οι πολιτικοί προϊστάμενοι (κόμμα) απέναντι στα απλά μέλη της κοινωνίας κοκ. Ανεξάρτητα πάντως από όλα αυτά, σήμερα, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», καθώς επίσης μετά την άνοδο του απολυταρχικού καπιταλισμού, φαίνεται πως έχουμε λάβει όλες τις απαντήσεις, ενώ έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς όλες οι δυσλειτουργίες αυτού του πολιτικού συστήματος – ειδικά η «ιδιάζουσα» σχέση του με την ελευθερία, καθώς επίσης η αδυναμία του να προετοιμάσει τον «γνήσιο κομμουνισμό» (ότι και αν εννοούσε ο χαρισματικός εμπνευστής του με αυτήν την έκφραση).

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Με εξαίρεση τα απόρθητα μονοπώλια, τα κέρδη είναι ταυτόχρονα η «κορωνίδα» και η «αχίλλειος πτέρνα» του καπιταλισμού – επειδή καμία επιχείρηση δεν μπορεί να κρατήσει μόνιμα τις τιμές της, πολύ επάνω από το κόστος. Με έναν μόνο τρόπο μπορούν να διαιωνίζονται τα κέρδη: η επιχείρηση, ή ολόκληρη η οικονομία, πρέπει συνεχώς να επεκτείνονται” (K. Marx). Αναμφίβολα, ένα από τα παρακλάδια της γαλλικής επανάστασης οδήγησε στην ιδιαίτερη οικονομία της ελεύθερης αγοράς, την οποία βίωσε με επιτυχία η δύση μέχρι σήμερα – μέσα από έναν «δημοκρατικό σοσιαλισμό», «κοινωνικό καπιταλισμό» κατά άλλους, ο οποίος, στηριζόμενος κυρίως στο νεωτεριστή επιχειρηματία, στον ανταγωνισμό, στην ανάπτυξη, στην ιδιοτέλεια, στη φορολογία και στο δανεισμό (παραγωγή χρημάτων από το πουθενά), σηματοδότησε μία εποχή τεράστιας υλικής προόδου, καθώς επίσης μεγάλης ευμάρειας για το μεγαλύτερο μέρος του δυτικού πληθυσμού.

Εν τούτοις, η κατωτέρω περιγραφή της εξέλιξης και του τέλους της ελεύθερης αγοράς (καπιταλισμού), με βάση την επιγραμματική παρουσίαση των αναλύσεων του K.Marx, φαίνεται να είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ: Με βάση το νομικό καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας, οι επιχειρηματίες είναι οι ιδιοκτήτες των θέσεων εργασίας, στο βαθμό που είναι οι κάτοχοι των μηχανών και του εξοπλισμού – χωρίς τα οποία οι άνθρωποι δεν μπορούν να εργασθούν. Εάν κάποιος δεν είναι διατεθειμένος να εργασθεί τις ώρες που απαιτεί ο επιχειρηματίας, ή με το μισθό που προσφέρει, δεν βρίσκει δουλειά. Όπως και κάθε άλλος μέσα στο «σύστημα», ο εργαζόμενος δεν έχει το δικαίωμα ή την ισχύ να ζητήσει περισσότερα, από όσο αξίζει ο χρόνος εργασίας του, σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού – ο οποίος έχει σήμερα δυστυχώς παγκοσμιοποιηθεί, με αποτέλεσμα ο Αμερικανός (για παράδειγμα) εργαζόμενος, να υποχρεωθεί κάποια στιγμή να ανταγωνισθεί τον Κινέζο «ομόλογο» του.  Το «σύστημα» είναι «δίκαιο», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι, οι εργαζόμενοι δεν είναι θύματα εκμετάλλευσης – επειδή υποχρεώνονται να εργάζονται περισσότερες ώρες και με χαμηλότερους μισθούς, εάν θέλουν να διατηρηθεί η επιχείρηση, η οποία τους προσφέρει εργασία.

Από την άλλη πλευρά τώρα, όλοι οι επιχειρηματίες έχουν κέρδη – αλλά και όλοι ευρίσκονται σε μεταξύ τους διαρκή ανταγωνισμό. Προσπαθούν λοιπόν να «συσσωρεύσουν», να επεκτείνουν δηλαδή την κλίμακα παραγωγής τους, εις βάρος των ανταγωνιστών τους. Η επέκταση όμως δεν είναι καθόλου εύκολη – μεταξύ άλλων επειδή απαιτεί περισσότερους εργαζομένους, η απόκτηση των οποίων σημαίνει ότι, πρέπει να αυξηθούν οι προσφερόμενοι μισθοί (οι επιχειρηματίες δηλαδή αναγκάζονται να «πλειοδοτήσουν» μεταξύ τους, για τις υπηρεσίες του εργατικού δυναμικού). Οι μισθοί λοιπόν τείνουν να αυξηθούν, η υπεραξία (κέρδος) ακολουθεί πτωτική πορεία (τα κέρδη διαβρώνονται από τους αυξανόμενους μισθούς), ο επιχειρηματίας εγκαθιστά στο εργοστάσιο του μηχανές, οι οποίες εξοικονομούν εργατικά χέρια και μειώνουν το κόστος, οι ανταγωνιστές του τον ακολουθούν και το ποσοστό κέρδους του συνεχίζει να μειώνεται – μέχρι το σημείο που η παραγωγή δεν είναι πλέον κερδοφόρα. Παράλληλα, η κατανάλωση περιορίζεται, αφού οι μηχανές αντικαθιστούν τους εργαζομένους και αυξάνεται η ανεργία ή μειώνονται οι μισθοί – οπότε η οικονομία εισέρχεται σε ύφεση (κρίση του καπιταλισμού), η οποία συνοδεύεται από χρεοκοπίες, με αποτέλεσμα να κλείνουν οι μικρότερες επιχειρήσεις.  

Μία καπιταλιστική κρίση όμως δεν σημαίνει ότι το «παιχνίδι τελείωσε» – το αντίθετο μάλιστα. Καθώς οι εργαζόμενοι χάνουν τις δουλειές τους, αναγκάζονται να αποδεχθούν χαμηλότερους μισθούς. Επειδή οι μηχανές ή οι μικρές επιχειρήσεις πωλούνται σε χαμηλές τιμές, οι μεγαλύτερες εταιρείες μπορούν να τις αποκτήσουν, πληρώνοντας πολύ λιγότερα από την αξία τους. Επομένως, η κρίση εξυπηρετεί ουσιαστικά την ικανότητα του «συστήματος» να επεκτείνεται – οπότε, είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί και όχι ο τρόπος, με τον οποίο αποτυγχάνει. Εν τούτοις, κάποια στιγμή ολόκληρη η διαδικασία φτάνει στο τέλος της, το οποίο περιγράφεται πάρα πολύ καλά από τον K. Marx ως εξής: “Μαζί με την αδιάκοπη μείωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου, οι οποίοι σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα σχεδόν τα πλεονεκτήματα αυτής της διαδικασίας «μετασχηματισμού», μεγαλώνει και το πλήθος εκείνων που βιώνουν τη φτώχεια, την καταπίεση, τη δουλεία, την εξαχρείωση και την εκμετάλλευση. Η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φθάνουν τελικά σε ένα σημείο, όπου είναι ασύμβατα με το καπιταλιστικό τους περίβλημα – με αποτέλεσμα να διαρρηγνύεται. Έτσι λοιπόν φθάνει το τέλος της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας, όπου οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται”. Σε κάθε κρίση λοιπόν, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις απορροφούν τις μικρότερες (ενδεχομένως αυτό να συμβεί και με τα κράτη, όπως παρατηρείται σήμερα), έως εκείνο το χρονικό σημείο, κατά το οποίο θα χρεοκοπήσουν τελικά ακόμη και οι βιομηχανικοί κολοσσοί – οπότε το σύστημα καταρρέει, αφού έχει εξαντλήσει την ίδια την πηγή της ενέργειας του: την υπεραξία (κέρδος). Αν και επιδρούν δε δυνάμεις, οι οποίες βοηθούν και παρατείνουν το τέλος του (όπως ίσως η διάσωση των τραπεζών σήμερα, από τους φορολογουμένους πολίτες των κρατών), ο «επιθανάτιος ρόγχος» είναι αναπόδραστος, ισχυρίζεται ο πνευματικός ηγέτης του σοσιαλισμού. 

 

Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 02. Οκτωβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com    * Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – ενώ έχει εκδώσει πρόσφατα το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Η κρίση των κρίσεων».

 ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2442.aspx

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

ΧΡΕΩΚΟΠΙΑ: ιδιαίτερα επικερδής επιχείρηση με χορηγούς

ΧΡΕΩΚΟΠΙΑ: Μια ιδιαίτερα επικερδής επιχείρηση με χορηγό τους εργαζόμενους

 

Του Λεωνίδα Βατικιώτη


 

Θέμα χρόνου και …τρόπου είναι πλέον η χρεοκοπία της Ελλάδας. Η τελική ρύθμιση των δύο αυτών παραμέτρων θα σημάνει μεν το τέλος των αλληλοαναιρούμενων και χαοτικών σεναρίων για το μέλλει γεννέσθαι με την ελληνική οικονομία και περισσότερο την ευρωζώνη. Θα σηματοδοτήσει όμως και την αρχή ενός νέου κύκλου αίματος στο εσωτερικό, μια πρωτοφανή, πολύ πιο βάρβαρη επίθεση στα κοινωνικά και εργασιακά μας δικαιώματα, ακόμη και σε σχέση με αυτήν που είναι σε εξέλιξη την τελευταία διετία από τους «μεσίτες» του ΠΑΣΟΚ.

Η χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας θα πάρει την μορφή ενός νέου, γενναίου κουρέματος του ελληνικού δημόσιου χρέους, ακόμη και της τάξης του 50%. Η προοπτική αυτή πρώτ’ απ’ όλα συνιστά την πιο παταγώδη πολιτική χρεωκοπία των κυβερνητικών σχεδίων που από την Άνοιξη του 2010 σερβίρονταν υπό την απειλή της χρεοκοπίας: Μνημόνιο ή χρεοκοπία, Μεσοπρόθεσμο ή χρεοκοπία κοκ. επαναλάμβανε κάθε τρεις και λίγο η κυβέρνηση και ο φιλικός της Τύπος για να φτάσουμε στο σημείο να έχουμε δεχθεί ήδη πλήθος Μνημονίων, ένα Μεσοπρόθεσμο ενώ ήδη ετοιμάζεται άλλο ένα «αναθεωρημένο» που θα κατατεθεί στον Οκτώβρη και η χρεοκοπία να είναι προ των πυλών. Τούτη, η αναπάντεχη φαινομενικά, εξέλιξη δεν σημαίνει ότι απέτυχαν. Η πέρα για αποτελεσματική επιχείρηση ξεφορτώματος των ελληνικών ομολόγων από τις γαλλογερμανικές τράπεζες, κατεδάφισης των εργασιακών δικαιωμάτων και ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, διαβεβαιώνει πως το ζητούμενο της ιδεολογικής τρομοκρατίας και των Μνημονίων δεν ήταν η αποφυγή της πτώχευσης αλλά η κοινωνική αναδιανομή και η μεταβίβαση του πλούτου από το εσωτερικό στο εξωτερικό της χώρας. Αυτή η επιχείρηση είναι σε εξέλιξη και πρόκειται για μια επιχείρηση που θα αποδειχθεί εξαιρετικά επωφελής απ’ όσους την «τρέχουν»!

Εκ πρώτης όψεως αυτή η εκτίμηση δεν δικαιολογείται. Πως είναι δυνατό να επωφεληθούν οι τράπεζες από ένα κούρεμα των ομολόγων που έχουν στα χαρτοφυλάκια τους, είναι το ερώτημα που τίθεται, από τη στιγμή που θα υποστούν απώλειες. Η απάντηση ωστόσο δεν βρίσκεται στο -80 ή το -50 που είναι οι υποθετικές απώλειες από μια απομείωση της τάξης του 20%, όπως αυτή που αποφασίστηκε με τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, ή του 50% που θα αποφασιστεί τους επόμενους μήνες. Η απάντηση βρίσκεται στο θετικό πρόσημο (!) που έχουν οι αφαιρέσεις της αποφασισμένης ή επικείμενης απομείωσης από την τιμή στην οποία σήμερα (!) διαπραγματεύονται στην δευτερογενή αγορά τα ελληνικά ομόλογα κι όχι φυσικά την ονομαστική τους αξία. Κι εδώ, βάσει του ότι η τιμή τους φτάνει στο 36% της ονομαστικής προκύπτει κέρδος, όχι ζημιά για το κηφηναριό των τραπεζιτών και των κερδοσκόπων! Γι’ αυτό το λόγο από τον Ιούλιο και μετά, σύμφωνα με ρεπορτάζ των New York Times που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 28 Σεπτέμβρη, έχει αυξηθεί η ζήτηση ελληνικών ομολόγων. Δίνεις δηλαδή 36 λεπτά και το αγοράζεις και μετά σου το επαναγοράζουν με 80 λεπτά, βάσει της συμφωνίας της 21ης Ιουλίου, ή με 50 λεπτά σε ένα ενδεχόμενο «γενναίο» κούρεμα. Στην μια περίπτωση κερδίζουν 44 και στην άλλη 14 λεπτά. Πως να μην γίνουν ανάρπαστα τα ελληνικά ομόλογα! «Η πέραση αυτού του εμπορίου είναι απλώς το τελευταίο σημάδι που δείχνει ότι η προσεκτικά δομημένη ανταλλαγή ομολόγων που συμφωνήθηκε μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα μπορεί να είναι μια πολύ πιο επωφελής συμφωνία για τους επενδυτές παρά για τους φορολογούμενους. “Ο καθένας ξέρει πως ήταν μια καλή συμφωνία για τις τράπεζες” δηλώνει ο Ότμαρ Ίσινγκ, κορυφαίος γερμανός οικονομολόγος που υπηρέτησε στην εκτελεστική επιτροπή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. “Δε θα βοηθήσει καθόλου την Ελλάδα”», δηλώνει στους New York Times. Και συνεχίζει η αμερικανική εφημερίδα: «Σύμφωνα με ένα άτομο με άμεση γνώση της συμφωνίας ανταλλαγής χρέους, περίπου 30% των επενδυτών που αναμένεται να συμμετάσχουν στην ανταλλαγή αγόρασαν τα ομόλογά τους μετά την 21η Ιουλίου. Δεν είναι οι αρχικοί κάτοχοι των ομολόγων – κατά βάση μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες – αλλά κυρίως κερδοσκόποι επενδυτές που επιδιώκουν να επωφεληθούν από την απότομη πτώση των τιμών των ελληνικών ομολόγων».

Επομένως κάθε άλλο παρά ζημιές θα εγγράψουν οι πιστωτές σε περίπτωση κουρέματος του δημόσιου χρέους. Η χρεοκοπία ωστόσο (γιατί περί αυτού θα πρόκειται όσο κι αν βγουν τα παπαγαλάκια να την εμφανίζουν σαν μια νέα, σπουδαία επιτυχία της κυβέρνησης Τσολάκογλου) η πέμπτη μάλιστα χρεοκοπία μετά απ’ αυτές του 1827, του 1843, του 1893 και του 1932 παρότι θα αποδειχθεί ευκαιρία για νέα κέρδη από την μεριά των πιστωτών, σε ό,τι αφορά τους εργαζόμενους και την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία θα αποδειχθεί τεράστια κοινωνική καταστροφή. Το σχέδιο με την κωδική ονομασία Εύρηκα όπως περιγράφτηκε στον Τύπο τις προηγούμενες μέρες (και το οποίο επεξεργάστηκε ιδιωτική εταιρεία συμβούλων) συμπυκνώνει τα σενάρια που αρχίζουν να σχηματοποιούνται στην ίδια την Γερμανία για το αντίτιμο που θα καταβάλει η Ελλάδα «των κάτω» για την χρεοκοπία. Στην πραγματικότητα, θα γίνει και με την χρεοκοπία ό,τι ακριβώς συνέβη και με τη «διάσωση», που αν και επωφελής για τους Γερμανούς, στο εσωτερικό πουλήθηκε …χρυσάφι κι αποτέλεσε χρυσή ευκαιρία για νέα μέτρα λιτότητας, που μας βυθίζουν στην εξαθλίωση. Καθόλου τυχαία δεν ήταν σε αυτό το πλαίσιο η δήλωση στο περιοδικό Business Week του γερμανού υπουργού Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, (ο οποίος συχνά στον Διεθνή Τύπο χαρακτηρίζεται κι ως «no-nonsense» ή «ο άνθρωπος που δε λέει τίποτε το περιττό» σε ελεύθερη μετάφραση) ότι «η Ελλάδα θα χρειαστεί 10 χρόνια για να βγει από την κρίση».

Το γερμανικό σχέδιο περιλαμβάνει τρεις κυρίως παραμέτρους. Αρχικά προβλέπει την μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων της Ελλάδας, που υπολογίζονται σε 125 δισ. ευρώ σε ένα χαρτοφυλάκιο, η διαχείριση του οποίου θα ανατεθεί στο εξωτερικό. Το ξεπούλημα δηλαδή της ελληνικής δημόσιας περιουσίας θα γίνει κατ’ ευθείαν από το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, με αποτέλεσμα να μείνουν όνειρα θερινής νυκτός οι ελπίδες που έθρεφαν οι έλληνες μαυραγορίτες, όπως για παράδειγμα μέλη και στελέχη του ΣΕΒ, ότι θα αρπάξουν και οι ίδιοι έστω και κάποια ψίχουλα από την πίτα. «Ούτε αυτά» προστάζει το Τέταρτο Ράιχ, με τη σύμφωνη γνώμη των δωσίλογων της κυβέρνησης Παπανδρέου.

Το δεύτερο σκέλος των «αντιποίνων» προβλέπει κατάληψη του υπουργείου Οικονομικών από γερμανούς τεχνοκράτες, οι οποίοι θα έχουν τον πρώτο και τελευταίο λόγο για κάθε δαπάνη του ελληνικού δημοσίου. Για κάθε ευρώ. Μοναδικό ζητούμενο θα είναι να εμφανίζονται πλεονάσματα σε κάθε χρήση που θα πάψει φυσικά να είναι ετήσια και θα γίνει μηνιαία! Κι αν εμφανίζονται ελλείμματα τότε δεν θα πληρώνονται ούτε μισθοί, ούτε συντάξεις! Το θεσμικό πλαίσιο το έχει ήδη ετοιμάσει η κυβέρνηση του Γιωργάκη Τσολάκογλου που πλέον χαρακτηρίζεται μεταβατική, λόγω και της αδυναμίας της να πετύχει όσα υποσχέθηκε. Η δημόσια επίπληξη της Μέρκελ στον Γιωργάκη, που άκουγε δίπλα της σαν κρετίνος, για την απογοήτευση που προκαλεί η Ελλάδα, σηματοδοτεί το τέλος της προστασίας που ανέκαθεν απολάμβαναν οι συνεργάτες και οι κουκουλοφόροι, όταν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Το χρηματοδοτικό κενό που εμφανίζεται μέχρι το τέλος του έτους ακόμη κι αν προχωρήσει το ξεπούλημα των 10 επιχειρήσεων, από τις οποίες αναμένουν να εισπράξουν 5 δισ. ευρώ, ακόμη κι αν εισπράξουν τα 23 δισ. από τα έκτακτα φορολογικά μέτρα (γεγονός αδύνατο, όπως έδειξε και η παράταση της προθεσμίας για την καταβολή της πρώτης δόσης του χαρατσιού που έληγε προχθές, Παρασκευή) απειλεί να καταβροχθίσει πριν απ’ όλους τα ανδρείκελα του υπουργικού συμβουλίου.

Πρόκειται για κενό που, απαιτείται να τονίσουμε, είναι πριν απ’ όλα δημιούργημα των πληρωμών για τόκους που θα φθάσουν τα 4 δισ. ευρώ και για ομόλογα που λήγουν αξίας 8,5 δισ. ευρώ. Όρος επομένως για την ανατροπή αυτού του εφιάλτη είναι η παύση πληρωμών και η διαγραφή του δημόσιου χρέους και η έξοδος φυσικά από το ευρώ, που θα λειτουργήσει προς όφελος των εργαζομένων. Πρόκειται για προοπτική που απεύχεται ολόκληρο το πολιτικό σύστημα από την κυβέρνηση Τσολάκογλου μέχρι την καθεστωτική Αριστερά (όπως έδειξαν οι πανομοιότυπες δηλώσεις της Παπαρήγα και του Τσίπρα) και φυσικά η οικονομική ελίτ που οδήγησε την Ελλάδα στη χρεοκοπία. Αλήθεια πόση υποκρισία θέλει για να δηλώνει κανείς ότι οι ωφελημένοι από την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ θα είναι οι απατεώνες, όπως έκανε την προηγούμενη Κυριακή ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας στον Αλέξη Παπαχελά (βλέπε Wikileaks); Παρεμπιπτόντως ως δική του συμβολή στον αγώνα για την κάθαρση του δημόσιου βίου δεν δίνει ο Απόστολος Ταμβακάκης στη δημοσιότητα τις μισθοδοσίες των δημοσιογράφων που «μπουκώνει» η Εθνική; Επίσης δεν μας λέει τι έκανε η Εθνική Τράπεζα τα χρήματα που μάζεψε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου πέρυσι; Αύξησε άραγε την κεφαλαιακή της επάρκεια με τα 2,8 δισ. ευρώ που συγκέντρωσε, όπως είχε προαναγγείλει; Είναι ερωτήσεις που δεν έγιναν από τον διευθυντή της Καθημερινής…

Τρίτο και πιο φαρμακερό είναι το μέτρο μετατροπής της Ελλάδας σε αποικία της Γερμανίας, μέσω της μετατροπής της σε μια απέραντη Ειδική Οικονομική Ζώνη. Ήδη σύμφωνα με πληροφορίες και δημοσιεύματα τουλάχιστον τέσσερις περιφερειάρχες έχουν προχωρήσει σε συζητήσεις με Γερμανούς που αφορούν το νομικό τρόπο κατά τον οποίο θα ξεπεραστούν οι τελευταίες ασήμαντες λεπτομέρειες για την υλοποίηση του σχεδίου, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στο όνομα της εγγύησης του ελεύθερου ανταγωνισμού την δημιουργία μακιλαδόρας εντός των γεωγραφικών ορίων της ΕΕ. Γι’ αυτό τον λόγο αντίστοιχες ζώνες που είχαν δημιουργηθεί στην Πολωνία, αμέσως μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», με το πέρας μιας μεταβατικής περιόδου που λήγει το 2012, θα καταργηθούν τουλάχιστον επισήμως και θα μεταφερθούν στην Ελλάδα. Οι έλληνες εργαζόμενοι έτσι γίνεται η προσπάθεια να μετατραπούν στα νέα θύματα, τους νέους ηττημένους της επέλασης του κεφαλαίου.

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ, 2-10-2011, 02/10/2011, http://leonidasvatikiotis.wordpress.com/2011/10/02/%…80/ 

Το θλιβερό τάνγκο Βενιζέλου

Το θλιβερό τάνγκο Βενιζέλου

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Ο κ. αντιπρόεδρος και υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Ε. Βενιζέλος στην πρόσφατη συνέντευξή του αναρωτήθηκε: «Υπάρχει έστω κι ένας Έλληνας πολίτης που πιστεύει ότι μπορούσαμε χωρίς κίνδυνο για τη χώρα, χωρίς δραματικό κίνδυνο για τις περιουσίες, τις δουλειές, τα εισοδήματα και τις προοπτικές των Ελλήνων, να πάρουμε άλλες αποφάσεις, πιο φιλικές, λιγότερο δύσκολες και δεν τις παίρνουμε;»

Προσωπικά αναρωτιόμαστε αν σήμερα υπάρχει έστω κι ένας Έλληνας πολίτης που πιστεύει ότι ο κ. Βενιζέλος και η κυβέρνησή του λένε την αλήθεια. Υπάρχει έστω και ένας που πιστεύει ότι αυτές οι απανωτές αποφάσεις στραγγίσματος του μέσου ελληνικού νοικοκυριού και της ελληνικής οικονομίας θα μας σώσουν από την επίσημη πτώχευση; Υπάρχει έστω και ένας αφελής που σήμερα να πιστεύει ότι υπάρχει μέλλον για τη χώρα ακολουθώντας αυτό τον μονόδρομο που σε κάθε βήμα του αποδεικνύεται καταστροφικός; Θυμάται άραγε κανείς τις δηλώσεις του κ. Παπανδρέου πριν από κάμποσους μήνες, που μας έλεγε ότι τα σενάρια αναδιάρθρωσης, σαν κι αυτό που μας επιβλήθηκε με τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, ισοδυναμούν με καταστροφή της χώρας; Σε συνέντευξή του στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro (15.11.10) ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου έλεγε για ένα πιθανό σενάριο αναδιάρθρωσης με «κούρεμα» του δημόσιου χρέους:

«Αυτό το σενάριο δεν συζητείται καν. Θα είναι καταστροφή για τους Έλληνες πολίτες, δεδομένων των θυσιών στις οποίες συναίνεσαν» και τόνιζε ότι θα είναι και «καταστροφή για την εμπιστοσύνη προς την Ευρώπη και το ευρώ». Και γεμάτος με προσποιητή αυτοπεποίθηση εξακολουθούσε: «Συνεχίζουμε στην ίδια κατεύθυνση. Διαψεύσαμε, ήδη, όσους υποστήριξαν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς της. Συνεχίζεται η προσπάθειά μας».

Τζάμπα μάγκες

Τότε ο πρωθυπουργός το έπαιζε και τζάμπα μάγκας απέναντι στη Μέρκελ, η οποία δήλωνε ότι η Γερμανία ήθελε να δει συμμετοχή και του ιδιωτικού τομέα στο κόστος μιας πιθανής αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας. Αυτό που υπονοούσε η Μέρκελ το είδαμε να συμβαίνει με τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, οι οποίες βασίζονται σε μια συμφωνία για εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων (PSI) με συμμετοχή ιδιωτικών τραπεζών και φαινομενικό «κούρεμα» κατά 21%. Όμως την εποχή εκείνη ο κ. Παπανδρέου καυτηρίαζε τη στάση του Βερολίνου και την πρόταση για συμμετοχή τραπεζών και επενδυτών στον μηχανισμό στήριξης κρατών – μελών της ευρωζώνης προειδοποιώντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στη χρεοκοπία μίας χώρας – μέλους. Η γερμανική κυβέρνηση έχει υποστηρίξει ότι οι τράπεζες, που χρηματοδοτούν χώρες με υψηλά επίπεδα χρέους, θα πρέπει να είναι έτοιμες να αναλάβουν το κόστος μιας πιθανής στάσης πληρωμών

Η θέση αυτή δημιούργησε έναν κύκλο υψηλότερων επιτοκίων για χώρες που φάνηκε ότι ήσαν σε δυσχερή θέση, όπως η Ιρλανδία ή η Πορτογαλία» παρατήρησε ο κ. Παπανδρέου και πρόσθεσε στον ίδιο τόνο: «Θα μπορούσε να δημιουργήσει μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία… Είναι σαν να λες σε κάποιον που βρίσκεται σε δεινή θέση ότι του αυξάνεις το φορτίο που έχει να σηκώσει». («Εξπρές», 16.11.10). Τα θυμάται αυτά κανείς; Τις θυμούνται αυτές τις δηλώσεις η κυβέρνηση και ο κ. Παπανδρέου σήμερα; Πώς γίνεται κι αυτό ακριβώς που ισοδυναμούσε με απόλυτη καταστροφή τότε αποτελεί την καλύτερη δυνατή λύση σήμερα; Πότε μας κορόιδευαν; Τι διαφορετικό από αυτό που καταδίκαζε και απευχόταν τότε ο κ. Παπανδρέου είναι οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου;

Θυμάται κανείς τις απανωτές δηλώσεις του προηγούμενου υπουργού οικονομικού κ. Παπακωνσταντίνου ότι «η αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας θα ήταν καταστροφή για την ευρωζώνη» («Κέρδος», 16.9.10); Και τόνιζε: «Είναι εντελώς εκτός συζήτησης η αναδιάρθρωση. Θα ήταν καταστροφή… Θα είχε επιπτώσεις στην ευρωζώνη… Ο λόγος που οι αγορές δεν έχουν ακόμη ανταποκριθεί είναι ότι περιμένουν να δουν αν μπορούμε να μείνουμε εντός της πορείας μας». Κι έτσι έπραξαν. Όσο περισσότερο έμενε εντός πορείας η κυβέρνηση τόσο περισσότερο βυθιζόταν το καράβι, τόσο περισσότερο αυξάνονταν οι πιέσεις των αγορών. Φτάσαμε στο σημείο τα ελληνικά ομόλογα να πληρώνουν ασφάλιστρα έναντι κινδύνου για χρεοκοπία τα υψηλότερα από την εποχή που επινοήθηκαν τα CDS. Τελικά, για ποιον δούλευε και δουλεύει αυτή η κυβέρνηση; Πότε θα τελειώσει αυτή η κοροϊδία; Πότε θα λογοδοτήσει κάποιος για όλα αυτά; Θυμάστε τον πρωθυπουργό που σε συνέντευξή του στον κατεξοχήν εκπρόσωπο του γερμανικού κιτρινισμού, την Bild (24.11.11), δήλωνε ανερυθρίαστα: «Σας υπόσχομαι ότι η Ελλάδα θα αποπληρώσει και το τελευταίο σεντ»; Αυτή τη διαβεβαίωση έδινε ο τζάμπα μάγκας πρωθυπουργός στη μακροσκελή συνέντευξή του, υπό τον τίτλο: «Στοιχηματίζετε ότι δεν θα πληρώσετε ποτέ τα χρέη σας, κ. Παπανδρέου;». Ο πρωθυπουργός επισημαίνει ότι «η ελληνική οικονομία έχει μεγάλη δυναμική και αυτή τη στιγμή βιώνει μία πραγματική έκρηξη των εξαγωγών της, χάρη στις διαρκείς δομικές μεταρρυθμίσεις και τις θυσίες που υπέστη ο ελληνικός λαός την προηγούμενη χρονιά και συνεχίζει να υφίσταται».

Όλα στους τοκογλύφους

Πού πήγε αυτή η «μεγάλη δυναμική» της ελληνικής οικονομίας με την «πραγματική έκρηξη των εξαγωγών της» – η οποία είναι δημιούργημα του γνωστού ταλέντου του κ. Γεωργίου, προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ, στη στατιστική μεθοδολογία – αλλά και η απόδοση των «δομικών μεταρρυθμίσεων» και των θυσιών «που υπέστη ο ελληνικός λαός την προηγούμενη χρονιά και συνεχίζει να υφίσταται»; Τι απέγιναν όλα αυτά; Τίποτε. Απλώς ήταν λόγια του αέρα. Το μόνο που μετρούσε και εξακολουθεί να μετρά για την κυβέρνηση είναι η υπόσχεση του πρωθυπουργού ότι «η Ελλάδα θα αποπληρώσει και το τελευταίο σεντ» στους τοκογλύφους δανειστές της και στις κυβερνήσεις τους. Έστω κι αν χρειαστεί να εξοντωθεί κοινωνικά και οικονομικά ο πληθυσμός της και να ακρωτηριαστεί ως χώρα. Αυτό το νόημα είχαν και οι δηλώσεις Βενιζέλου κατά την επίσκεψή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (22.9):

«Ο κόσμος – και δικαίως – νομίζει ότι η κρίση είναι αυτή που ζούμε, δηλαδή η περικοπή μισθών, συντάξεων, εισοδημάτων, η μείωση των προοπτικών που έχουν τα νέα παιδιά. Αλλά δυστυχώς αυτό δεν είναι η κρίση. Αυτό είναι μια προσπάθεια, πολύ σκληρή, που κάνουμε να προστατευθούμε και να αποφύγουμε την κρίση. Γιατί η κρίση θα είναι η Αργεντινή του 2000, δηλαδή η πλήρης διάλυση της οικονομίας, των θεσμών, του κοινωνικού ιστού και της παραγωγικής βάσης της χώρας. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, δυστυχώς, η ευρωζώνη αυτή τη στιγμή, δεν έχει το πολιτικό και θεσμικό επίπεδο που απαιτούν οι κρίσιμες περιστάσεις. Και η νευρικότητα που υπάρχει σε μεγάλες χώρες – χώρες που ηγούνται της ευρωζώνης – για δικούς τους εσωτερικούς λόγους ξεσπάει επάνω μας. Εμείς πρέπει να είμαστε απολύτως συνεπείς στις υποχρεώσεις μας, πρέπει να εκπληρώσουμε όλες τις υποχρεώσεις, για να μη χρησιμοποιούνται επιχειρήματα ή άλλοθι εις βάρος μας».

«Η τρομοκρατία της πείνας» και ο Καβάγιο

Καταρχάς θα πρέπει να πούμε στον μεγάλο και πολύ υπουργό μας να είναι πιο διαβασμένος όταν προσπαθεί να εκβιάσει τον λαό με πρόστυχα διλήμματα. Η Αργεντινή δεν κατέρρευσε το 2000, αλλά το 2001. Εκτός κι αν η αναφορά του κ. Βενιζέλου στην Αργεντινή του 2000 είχε άλλη λογική. Ανεξερεύνηται αι βουλαί του Υψίστου. Πόσω μάλλον του κ. Βενιζέλου, του γνωστού κατά κόσμον Μπενίτο, όπως πολύ εύστοχα τον έχει βαφτίσει ο Τζίμης Πανούσης.

Ας δούμε όμως αν η Αργεντινή του 2000, κατά Βενιζέλο, ή του 2001 οδηγήθηκε στην κατάρρευση γιατί ακολούθησε άλλη πολιτική. Τον Μάρτιο του 2001 περίπου 50 χιλιάδες κόσμου διαδήλωναν στους κεντρικούς δρόμους του Μπουένος Άιρες για την 25η επέτειο της στρατιωτικής χούντας.

Σύμφωνα με τους Financial Times (26.3.01), «πολλοί έκαναν συγκρίσεις ανάμεσα στη στρατιωτική χούντα του 1976 και το οικονομικό μοντέλο της αγοράς που ακολούθησε την επιστροφή στη δημοκρατία». Ένα πανό έγραφε: «Χούντα σημαίνει τρομοκρατία του αίματος. Αγορά σημαίνει τρομοκρατία της πείνας». Σας λέει τίποτε αυτό; Το ΔΝΤ βρισκόταν ήδη στον δεύτερο χρόνο παρέμβασής του στην Αργεντινή προκειμένου να τη «σώσει» από την κρίση χρέους και την κατάρρευση. Οι πολιτικές που απαιτούσε να επιβληθούν είχαν εκτινάξει την ανεργία στο 16%, το λαϊκό εισόδημα είχε βυθιστεί κατά 20%-30%, η εσωτερική αγορά πέθαινε κι όμως το χρέος αυξανόταν και η ύφεση βάθαινε.

«Λιτότητα ή κατάρρευση»

Τότε, σαν Ιππότης της Αποκαλύψεως πάνω σε μαύρο άλογο εμφανίζεται ο Ντομίνγκο Καβάγιο, εκ του Χάρβαρντ και επιφανής πολιτικός του κατεστημένου. Κάτι δηλαδή σαν τον δικό μας Μπενίτο. Αναλαμβάνει τα ηνία της οικονομίας τον Μάρτιο του 2001 και υπόσχεται ότι θα σώσει πάσει θυσία την Αργεντινή. Η κυβέρνηση του δίνει έκτακτες εξουσίες για να κινηθεί εν λευκώ. Το πρώτο που κάνει είναι να διαπραγματευτεί μια εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων (PSI) με τις τράπεζες – δανειστές της Αργεντινής, με το ΔΝΤ και την Ουάσιγκτον, στην οποία μάλιστα υπόσχεται ότι η χώρα του δεν πρόκειται να εγκαταλείψει ποτέ το δολάριο. Να σας θυμίσουμε ότι η Αργεντινή είχε κλειδώσει το δικό της νόμισμα με το δολάριο για τους ίδιους περίπου λόγους που και η Ελλάδα βρίσκεται υπό καθεστώς ευρώ.

Πριν εφαρμοστεί η πρώτη φάση της συμφωνίας PSI, ο μέγας και πολύς Καβάγιο ανακοινώνει ένα πρωτοφανές πρόγραμμα λιτότητας, φοροεπιδρομής και περικοπών σαν αυτό που ανακοίνωσε ο δικός μας Μπενίτο. Ο Αργεντινός ομόλογος του κ. Βενιζέλου το ονόμασε πρόγραμμα «μηδενικού πρωτογενούς ελλείμματος» και υποσχέθηκε ότι μέχρι το τέλος του ίδιου χρόνου τα δημοσιονομικά της Αργεντινής θα εμφάνιζαν πρωτογενή πλεονάσματα. Σας θυμίζει τίποτε αυτό;

Συνεχίζουμε: «Λιτότητα ή κατάρρευση» ήταν το δίλημμα που έθεσε στον λαό της Αργεντινής ο Καβάγιο, και το Economist (19.7.01) της εποχής το είχε αναδείξει σε κεντρικό του τίτλο. Λίγο νωρίτερα είχε προχωρήσει η πρώτη φάση της ανταλλαγής ομολόγων PSI με απόλυτη επιτυχία. Ο Καβάγιο δήλωνε περιχαρής: «Νικήσαμε όλους εκείνους που στοιχημάτιζαν εναντίον της Αργεντινής. Λύσαμε τις πιο επείγουσες ανάγκες μας και τώρα προχωρούμε μπροστά για το πιο σημαντικό: ανάπτυξη στην οικονομία της Αργεντινής» (The New York Times, 5.6.01). Υποτίθεται ότι με την ανταλλαγή και την επιμήκυνση της διάρκειας του χρέους που είχε πετύχει η κυβέρνηση της Αργεντινής, είχαν λυθεί οι πιο πιεστικές ανάγκες πληρωμής τοκοχρεολυσίων και έτσι θα μπορούσε με τα πλεονάσματα που θα εξασφάλιζε η αιματηρή λιτότητα να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη.

«Κούρεμα» 20%!

Μάλιστα, επίσημα η κυβέρνηση της Αργεντινής τότε έλεγε ότι είχε πετύχει ένα «κούρεμα» του χρέους της τάξης του 20%. Η αλήθεια ήταν ότι, λόγω των κρυφών τότε εγγυήσεων που είχε συμφωνήσει να πληρώσει στους τραπεζίτες, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είχε αυξηθεί κατά 28%. Μέσα σε δυο μήνες η ανέχεια σάρωσε κυριολεκτικά την αργεντίνικη κοινωνία και η ύφεση χτύπησε κόκκινο. Οι αγορές και το ΔΝΤ άρχισαν να πιέζουν για περισσότερα μέτρα, πιο αυστηρές περικοπές και πιο δραστική λιτότητα. Ο Καβάγιο σε μια κρίση πανικού έλεγε τον Ιούλιο του 2001: «Αν θέλουν [οι αγορές] μπορούν να προκαλέσουν την πτώχευση [της Αργεντινής]. Όμως η Αργεντινή δεν θα αποτελέσει την αιτία της πτώχευσης, οπωσδήποτε όχι. Η Αργεντινή θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, θα πληρώσει τους τόκους στο χρέος της».

Θα παραμείνουμε αμέτοχοι θεατές;

Σας θυμίζουν τίποτε αυτά τα λόγια; Να τι είπε ο κ. Βενιζέλος στην πρόσφατη συνέντευξη Τύπου: «Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος καθυστερήσεων, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος αντιφάσεων, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος εμπλοκών, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος κατά λάθος να οδηγηθούμε σε δραματικές εξελίξεις… Εμείς πρέπει να θωρακιστούμε απέναντι σε όλα αυτά. Και ο θώρακας είναι ένας και μόνο: Να εκπληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας».

Έλεγε τίποτε διαφορετικό ο Καβάγιο της Αργεντινής του 2001; Αντίθετα, διαβεβαίωνε, όπως κι ο κ. Βενιζέλος, ότι η «Αργεντινή θα επιστρέψει στην ανάπτυξη και, όταν αυτό γίνει, θα είναι πολύ έντονη». Και για να γίνει, εφάρμοζε την ίδια ακριβώς συνταγή: αδίστακτη λιτότητα, δραστικές περικοπές και γενικευμένη εκποίηση των πάντων μέσα από ιδιωτικοποιήσεις και γενικό ξεπούλημα. Ύστερα από οκτώ μήνες ως υπουργός οικονομικών της Αργεντινής, ο Καβάγιο το μόνο που είχε μάθει να λέει ήταν ότι «εμείς πρέπει να τηρούμε τις υποχρεώσεις μας» και να πετσοκόβει νοικοκυριά και οικονομία σε τέτοιο βαθμό, που έφτασε στις αρχές Δεκεμβρίου του 2001 να απαγορεύει τις αναλήψεις από τις τράπεζες για πάνω από 1.000 δολάρια τον μήνα και να εισάγει την πολιτική της δολαριοποίησης, δηλαδή την αντικατάσταση του εγχώριου νομίσματος από το ίδιο το δολάριο.

Εκφοβισμοί με το νόμισμα!

Στις 5 Δεκεμβρίου 2001 ο Καβάγιο δήλωνε ότι «αν η Αργεντινή το αποφασίσει, θα υπάρξει στην πράξη 100% χρήση του δολαρίου». Ήταν κι αυτή μια ακόμη κίνηση να εξευμενιστούν οι αγορές, που έβλεπαν την ύφεση να βαθαίνει και είχαν ήδη αρχίσει να ξεφορτώνονται μαζικά τα κρατικά ομόλογα της χώρας. «Όταν θα υπερβούμε τη χρηματιστική κρίση, η αντίληψη των αγορών ότι δεν μπορούμε να συμμορφωθούμε με τις υποχρεώσεις μας και ότι θα οδηγηθούμε σε πτώχευση και υποτίμηση, θα διαλυθεί. Και τότε θα είστε σε θέση να δείτε την οικονομική επανενεργοποίηση» (Agence France – Presse, 6.12.01).

Αυτή ήταν η τελευταία επίσημη δήλωση του Καβάγιο πριν από την ολοκληρωτική κατάρρευση της Αργεντινής προς τα τέλη Δεκεμβρίου 2001. Μήπως σας θυμίζει τίποτε; Μήπως εντελώς τυχαία σας θυμίζει τις δηλώσεις των δικών μας υπουργών με πρώτον τη τάξη τον κ. Βενιζέλο;

Η Αργεντινή, την οποία αρέσκεται να επικαλείται ο δικός μας Μπενίτο, κατέρρευσε γιατί οι υπουργοί και οι κυβερνήσεις της ήξεραν μόνο να «τηρούν τις υποχρεώσεις τους» απέναντι στις αγορές. Ούτε που διανοήθηκαν ποτέ να «τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους» απέναντι στον λαό που τους εκλέγει, αφελώς ποιών. Αν λοιπόν δεχτούμε ότι ο κ. Βενιζέλος ξέρει τι λέει, ακόμη κι όταν αναφέρεται στην Αργεντινή, τότε πόσο καιρό του δίνετε μέχρι να επιφέρει την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, όπως ακριβώς και ο ομόλογός του στην Αργεντινή Καβάγιο το 2001; Είναι μάλλον σίγουρο ότι η θητεία του κ. Βενιζέλου και της κυβέρνησής του δεν θα είναι μακροβιότερη του κ. Καβάγιο, ούτε και η κατάληξή τους καλύτερη.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη δική μας κατάσταση και σ’ αυτήν της Αργεντινής είναι το γεγονός ότι δίνεται μια τεράστια ευκαιρία στον ελληνικό λαό. Ίσως η τελευταία πριν επέλθει η πλήρης κατάρρευση, που έτσι κι αλλιώς προγραμματίζεται από τις αγορές και το πολιτικό προσωπικό της ευρωζώνης. ● Μήπως ο ελληνικός λαός θα πρέπει να μάθει να κάνει στάση πληρωμών προς το κράτος, την κυβέρνηση και τις αγορές, πριν υποστεί ο ίδιος παύση πληρωμών προς όφελος των δανειστών, των τραπεζών και των αγορών; ● Μήπως έτσι πάρει τις τύχες στα χέρια του, πριν τις παραδώσει ολοκληρωτικά στις δυνάμεις που του έχουν επιβάλει καθεστώς κατοχής και δουλοπαροικίας; ● Μήπως έτσι αρχίσει επιτέλους αυτός να εκβιάζει ώστε να σταματήσουν πια να τον εκβιάζουν με το πιστόλι στον κρόταφο; Είναι μια ιδέα. Άλλωστε τι έχει να χάσει ο λαός; Το παράδειγμα της Αργεντινής, που προσφάτως τόσο αγαπά να επικαλείται ο δικός μας Μπενίτο, δείχνει ξεκάθαρα πού πάει το πράγμα.

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι Οικονομολόγος – Αναλυτής.

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 30-09-11), http://www.topontiki.gr/article/22900

Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση που δε γίνεται

Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση που δε γίνεται: «Μικρές ιστορίες» Υπουργών και ειδικών
                                                       
Του Γιώργου Μαυρογιώργου*


 

Εκπαιδευτική πολιτική και οι ειδικοί

Είναι γνωστό ότι η άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής, για να είναι αποδεκτή, έχει ανάγκη από νομιμοποίηση, καθώς είναι ανοιχτή σε συγκρούσεις, αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις που ανάγονται σε αντιτιθέμενα κοινωνικά συμφέροντα. Στο πεδίο των συγκρούσεων που εκδηλώνονται στην εκπαίδευση και για την εκπαίδευση αναπτύσσονται διάφορες στρατηγικές  που επιδιώκουν τη συναίνεση, τη συγκατάθεση και την αποδοχή των μέτρων. Σημαντικό μέρος αυτής της διαδικασίας αναλαμβάνεται από επιτροπές ειδικών, ειδικούς συμβούλους, επιτελικά όργανα, κ.α. που συγκροτούνται κάθε φορά από τους πολιτικούς φορείς άσκησης της εκπαιδευτικής πολιτικής.

Οι σύμβουλοι και οι ειδικοί  που συγκροτούν τα διάφορα επιτελικά όργανα προσφέρουν πολλαπλές λειτουργίες, κι αυτό είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, όπως η γενικότερη κοινωνικοπολιτική συγκυρία, το κυβερνών κόμμα και το πρόγραμμά του, η δύναμη και τα προγράμματα των κομμάτων της αντιπολίτευσης, η κοινωνική δυναμική που αναπτύσσεται κάθε φορά, κ. ο.κ. Το έργο δηλαδή των ειδικών και των διάφορων επιτελικών οργάνων συντελείται, κάθε φορά, κάτω από συγκεκριμένους κοινωνικοπολιτικούς όρους και δέχεται την επίδραση της κοινωνικής δυναμικής και των ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικο-ιδεολογικών συγκρούσεων. Κατά συνέπεια, ο βασικός τους ρόλος δεν μπορεί να εξαντλείται στην προσφορά πρακτικών λύσεων για τις ανάγκες της ασκούμενης εκπαιδευτικής πολιτικής. Τα ράφια στενάζουν κάτω από το βάρος των εισηγητικών εκθέσεων. Τι βγαίνει όμως από αυτές; Πόσο επηρεάζουν τις διάφορες αποφάσεις; Τι ξέρουμε για τη λειτουργία των ειδικών στη λήψη των αποφάσεων; Μήπως, οι διαδικασίες στράτευσής  τους είναι ενδεικτικές των ορίων τους;

Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι εκπαιδευτικές αλλαγές αποφασίζονται, εφαρμόζονται ή και αναστέλλονται κάτω από πολύ συγκεκριμένες κάθε φορά κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και όρους. Υπάρχουν  ειδικοί που στρατεύονται για να προσφέρουν ιδεολογική νομιμοποίηση ειλημμένων αποφάσεων. Άλλοτε, οι ειδικοί μπορούν να περιγράφουν, να ερμηνεύουν την υφιστάμενη κοινωνικοοικονομική και εκπαιδευτική πραγματικότητα. Μπορούν να εμπνέονται από τις κοινωνικές διεκδικήσεις για πιο δημοκρατικό σχολείο. Να προσφέρουν επιστημονική βάση στις κοινωνικές διεκδικήσεις. Να υποδεικνύουν, να προωθούν και να στηρίζουν τις κοινωνικές διεκδικήσεις για εκπαιδευτική αλλαγή. Οι ειδικοί και τα επιτελικά  όργανα δεν έχουν αποφασιστικό χαρακτήρα και οι εισηγήσεις τους δεν υιοθετούνται πάντα από την πολιτική εξουσία, εκτός και αν είναι τόσο επεξεργασμένες, ολοκληρωμένες και πειστικές και «τις πάρει στα χέρια του» το εκπαιδευτικό κίνημα. Το ερώτημα είναι εάν υπάρχουν μεταρρυθμιστικές προτάσεις και, όταν αυτές υπάρχουν, εάν  υπάρχει και δυναμική εκπαιδευτικού κινήματος για ουσιαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Ενδεικτικές αναφορές στο παρελθόν: Η περίπτωση των «ομιλικών»

Ο Μπάμπης Νούτσος (2004) για την περίπτωση π.χ. της εκπαιδευτικής πολιτικής στην εποχή του Βενιζέλου έχει υποστηρίξει την άποψη ότι «είναι πραγματολογικό λάθος να αποδίδεται η σύλληψη, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή της βενιζελικής εκπαιδευτικής πολιτικής αποκλειστικά σχεδόν στον ίδιο τον Ε. Βενιζέλο, κατά πρώτο λόγο, και, κατά δεύτερο, στους εκάστοτε υπουργούς παιδείας των κυβερνήσεών του. Είναι, αντίθετα, πολλές και έγκυρες οι μαρτυρίες για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξαν σε διάφορες φάσεις αυτής της εκπαιδευτικής πολιτικής τόσο οι τρεις κορυφαίοι «ομιλικοί» διανοούμενοι όσο και άλλα μέλη του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» ή δημοτικιστές παιδαγωγοί. Η θέση αυτή δεν υπονοεί φυσικά πως ο Ε. Βενιζέλος και οι αρμόδιοι υπουργοί δεν είχαν «απόψεις» για το σχολείο και τη μεταρρύθμισή του ή, το χειρότερο, πως έδωσαν μόνο πολιτική έκφραση και κάλυψη σε προαποφασισμένες ερήμην τους εκπαιδευτικές επιλογές. Υπονοεί, αντίθετα, πως η βενιζελική εκπαιδευτική πολιτική είναι, ως σύλληψη και ως εφαρμογή, αποτέλεσμα σύνθετων και συχνά αντιφατικών σχέσεων ανάμεσα σε διανοούμενους και στη βενιζελική εξουσία». Θα χρειαστεί να διευκρινίσουμε, βεβαίως, εδώ, ότι ιστορική συγκυρία της βενιζελικής περιόδου όσο και η ίδρυση και  ανάδειξη του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» και των κορυφαίων «ομιλικών» διανοούμενων (Δ. Γληνού, Αλ. Δελμούζου και Μ. Τριανταφυλλίδη) στην υπόθεση των εκπαιδευτικών αλλαγών εκείνης της εποχής δεν αποτελεί συγκριτικό ιστορικό  προηγούμενο για τον τρόπο με τον οποίο σήμερα λειτουργούν οι ειδικοί και τα διάφορα επιτελικά όργανα. Οι «ομιλικοί» είχαν, με τις όποιες διαφοροποιήσεις τους, και ορισμένα κοινά ιδεολογικοπολιτικά προτάγματα  στα θέματα της εκπαίδευσης ( π.χ. το γλωσσικό). Σήμερα ποια είναι τα προτάγματα των ειδικών που στελεχώνουν  επιτελικά όργανα;

Η περίπτωση της «Επιτροπής Παιδείας» του 1957

Ο γνωστός ιστορικός της εκπαίδευσης, Αλέξης Δημαράς, όταν αναλύει την άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής στα 1957, με πρωθυπουργό τον Κων Καραμανλή, γράφει: «…συγκροτείται από την κυβέρνηση μια μεγάλη «Επιτροπή Παιδείας» με αποστολή να μελετήσει το εκπαιδευτικό πρόβλημα σε όλη του την έκταση…Η σύνθεση της Επιτροπής προδικάζει σε μεγάλο ποσοστό και το περιεχόμενο των πορισμάτων της: Είναι φανερή εδώ μια διάθεση «υπερκομματική» και ίσως «προοδευτική», αλλά η ηλικία των μελών της Επιτροπής (sic), οι ειδικότητές τους, η προέλευσή τους γενικότερα δικαιολογούσαν την ανησυχία πως οι προτάσεις της δεν θα ήταν αρκετά ριζοσπαστικές. Αυτό λίγο-πολύ επιβεβαιώθηκε, αν και η Έκθεση της Επιτροπής, συνολικά και πληρότητα έχει και σε πρακτικές λύσεις θα μπορούσε να οδηγήσει…Την ίδια εποχή που η Επιτροπή ανακοινώνει τα πορίσματά της η κυβέρνηση ασχολείται με το μήκος που θα έχουν οι «φούστες-περισκελίδες» των μαθητριών… Και όταν τελικά, τον επόμενο χρόνο νομοθετούνται μερικά μέτρα για την εκπαίδευση, ούτε η έκτασή τους, ούτε  το περιεχόμενό τους επιτρέπουν να θεωρηθεί πως πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη μεταρρύθμιση» (Δημαράς, 1974: νζ-νη). H περίπτωση της Επιτροπής του 1957 είναι φανερό πως δεν έχει τα ιδιαίτερα προσδιοριστικά στοιχεία της συμμετοχής  των «ομιλικών» στην άσκηση εκπαιδευτικής πολιτική  αλλά ούτε  είναι σημείο αναφοράς για ο τι ανάλογο συμβαίνει με τους ειδικούς και την άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής σήμερα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, πάντως, η σημείωση του Αλ. Δημαρά για τους δείκτες συγκρότησης της Επιτροπής. Όπως ισχυρίζεται προσδιοριστικοί παράγοντες είναι: η ηλικία, οι ειδικότητες και η προέλευση.

Το ΠΑΣΟΚ, τα τελευταία χρόνια, έχει σε όλους τους τόνους προβάλει την υπόθεση της ανοιχτής διακυβέρνησης, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας στη στελέχωση επιτροπών και οργανισμών για την άσκηση  της εκπαιδευτικής πολιτικής. Οι προηγούμενες ενδεικτικές αναφορές, μας επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι έχει συντελεστεί η θεσμική αναγνώριση των «ειδικών» και η σύνδεσή τους με την κρατική εκπαιδευτική πολιτική. Ο Αλ. Δημαράς (1979) αναζητώντας τα «πρόσωπα ή τις ομάδες που κατευθύνουν και συμβουλεύουν» τον Υπουργό Παιδείας σε ζητήματα εκπαιδευτικής πολιτικής, επισημαίνει ότι, συμβούλια ή επιτροπές ή «επιτελικά» επιστημονικά συμβουλευτικά όργανα  δραστηριοποιούνται από τις αρχές του 19ου αιώνα για το σχεδιασμό και τον προγραμματισμό εκπαιδευτικών αλλαγών. Το ενδιαφέρον είναι να εξετάζουμε κάθε φορά τους τρόπους με τους οποίους συνδέονται οι ειδικοί με τα κέντρα εξουσίας και άσκησης εκπαιδευτικής  πολιτικής. Αλλάζουν, προφανώς, οι μορφές επιστράτευσης ειδικών από τους φορείς της εξουσίας αλλά και οι τρόποι με τους οποίους οι ίδιοι οι ειδικοί αξιοποιούν τη συμμετοχή τους.

Τι συμβαίνει σήμερα με τους ειδικούς;

Τα τελευταία χρόνια, η αξιοποίηση των «ειδικών» έχει εξελιχθεί σε μια ιδιότυπη διακομματική  στράτευση και συνεργασία. Τα δύο κόμματα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), καθώς διαδέχονται το ένα το άλλο, με σαφείς δείκτες συναίνεσης και συνέχειας, επιδίδονται με ιδιαίτερη προσήλωση στην άσκηση μιας νεοφιλελεύθερης κατεδαφιστικής εκπαιδευτικής πολιτικής που ακυρώνει θεμελιώδεις δημοκρατικές κατακτήσεις και μετατρέπει την εκπαίδευση σε πεδίο ανταγωνιστικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών και εμπορευματοποίησης, με τους όρους που διαμορφώνουν οι ανεξέλεγκτες «δυνάμεις»  της  λεγόμενης ελεύθερης αγοράς. Μια σαφή ένδειξη γι αυτό αποτελεί η αποθεωτική προώθηση της αξιολόγησης στην εκπαίδευση. Κάνουμε την υπόθεση εργασίας (να το πω πιο απλά: μια και ζούμε σε  εποχή κερδοσκοπίας, «στοιχηματίζω») ότι οι λεγόμενες  Ανεξάρτητες  Αρχές Διασφάλισης Ποιότητας και Αξιολόγησης, διεθνείς οργανισμοί και προγράμματα (PIZA), κ.τ.ο. θα εξελιχθούν όπως οι  σημερινοί διεθνείς οίκοι αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας χωρών και τραπεζών. Θα κατατάσσουν, θα ιεραρχούν, θα υποβαθμίζουν ή θα αναβαθμίζουν,και εν γένει θα πιστοποιούν την αποτελεσματικότητα εκπαιδευτικών συστημάτων, ιδρυμάτων και μονάδων, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης  (τη δεκαετία που πέρασε έγινε συζήτηση για τους 16 δείκτες). Θα έρθει κάποια στιγμή που οι «αναδυόμενοι» οίκοι αξιολόγησης στην εκπαίδευση θα παρεμβαίνουν με ανεξέλεγκτο τρόπο στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής και οι  σημερινοί θιασώτες ειδικοί της αξιολόγησης θα κληθούν να απολογηθούν για τους σχεδιασμούς τους και τις προτάσεις τους. Οι παρεμβάσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης στην οικονομία έχουν δείξει ήδη το δρόμο των εξελίξεων. Ακόμα και οι λεγόμενοι ηγέτες-τοποτηρητές του νεοφιλελευθερισμού δυσανασχετούν και διαμαρτύρονται.

Αυτά που συμβαίνουν στην εκπαίδευση είναι πρωτόγνωρα για την ιστορία της εκπαίδευσης, από τη μεταπολίτευση  και μετά: Σαρωτικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων,  περικοπές μισθών,  συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων,  περικοπές δαπανών, κατάργηση ή απόσυρση δομών αντισταθμιστικών δράσεων, δραστικοί περιορισμοί διορισμών, το λεγόμενο «Νέο Σχολείο» (ο αείμνηστος Τρίτσης θα διαμαρτυρόταν για κλοπή της ιδέας που είχε προωθήσει ο ίδιος το 1987, όταν διαφήμιζε, στο πλαίσιο του  ‘Εθνικού διαλόγου για την Παιδεία’, με τον ίδιο τίτλο το δικό του ‘Νέο σχολείο’), τα περίφημα «νέα» αναλυτικά προγράμματα, το «σκάνδαλο των σχολικών βιβλίων», η κατάργηση των σχολικών βιβλιοθηκών, η φάρσα του «μείζονος προγράμματος επιμόρφωσης», η αποθέωση της «αυτοαξιολόγησης»(sic) σχολικών μονάδων (αλήθεια, το αυτοπαθές αυτό – σε ποιο πρόσωπο-υποκείμενο αναφέρεται;), οι συγχωνεύσεις του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, του ΟΣΚ, του ΚΕΕ, του ΟΕΠΕΚ, του ΙΠΟΔΕ ( τα τρία τελευταία πρόσφατη σχετικά σύλληψη ίδρυση των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ), η ουσιαστική κατεδάφιση του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου ( το ΠΑΣΟΚ του 1980 πιστώνεται με τις δημοκρατικές αλλαγές στο Πανεπιστήμιο. Το ΠΑΣΟΚ χρεώνεται την αλόγιστη διασπορά ΑΕΙ και ΤΕΙ σε όλη την επικράτεια. Το ΠΑΣΟΚ ενταφιάζει σήμερα το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο) κ.α.

Όπως έχουμε υποστηρίξει κι άλλοτε (Μαυρογιώργος, 2011), ο χώρος της εκπαίδευσης   βρίσκεται σε πεδίο «εμπόλεμης ζώνης». Η πολιτική εξουσία καταφεύγει στον αιφνιδιασμό, τον καταιγισμό, στη δυσφήμιση και στις απειλές, σε ευφημισμούς ανοικτής διαβούλευσης, στον κατακερματισμό των θεμάτων, τον προσεταιρισμό, στην αναδίπλωση, την αναβολή, τις επιτροπές ειδικών και την ακατάσχετη προτασεολογία. Έχοντας συμμάχους το σύνολο των κατασταλτικών, ιδεολογικών και συμβουλευτικών  μηχανισμών (νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική εξουσία, αστυνομία, συμβουλευτικά όργανα, κ.α.),  με όπλο την κυρίαρχη ιδεολογία, το Υπουργείο Παιδείας έχει πάψει να διαβουλεύεται με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών. Οι πολιτικές και οι πρακτικές που προωθούνται με το σημερινό ΕΣΠΑ είναι, μάλλον, πιο προκλητικές και πιο κυνικές. Ακόμα και σήμερα, μέσα στη δίνη των πολιτικών του «μνημονίου»,είναι ευδιάκριτο ότι όσοι συμμετέχουν στην υπόθεση διαμόρφωσης και άσκησης εκπαιδευτικής πολιτικής ενδιαφέρονται για την απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων και καταφεύγουν στην εκπόνηση νέων αλλεπάλληλων μελετών αμφίβολης εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Οι πολιτικές που χρηματοδοτούνται από το ΕΣΠΑ συνδυάζονται και συνυπάρχουν με τις πολιτικές που απορρέουν από την αδιάκριτη και βίαιη επιτήρηση που ασκείται από τους εγχώριους και διεθνείς δανειστές,  με όχημα το μνημόνιο. Με  την επικαιροποίηση  των διαδοχικών εκδοχών μνημονίου έχουμε μια άλλη μορφή ευδιάκριτης και ρητής επιτήρησης. Πρόκειται για «εισβολή».  Πρόκειται για μια βίαιη μορφή επιτήρησης των περικοπών με στόχο: την οριστική κατάργηση των πολιτικών του κράτους πρόνοιας και την μετατροπή της εκπαίδευσης από δημόσιο και κοινωνικό αγαθό σε αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

Είναι σαφές ότι αυτά που νομοθετούνται και επιβάλλονται στην εκπαίδευση (από το νηπιαγωγείο μέχρι και το Πανεπιστήμιο), τα τελευταία χρόνια, δε  συγκροτούν εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Ο σημερινός πρόεδρος του νεοσύστατου Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), ως μελετητής-ιστορικός της ελληνικής εκπαίδευσης (1821-1967), το γνωρίζει πολύ καλά αυτό και μας το τεκμηρίωσε με το σημαντικό  έργο του.  Όπως χαρακτηριστικά ισχυρίζεται: «Μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος δεν είναι η νομοθετική αντικατάσταση μιας διδακτικής μεθόδου με μιαν άλλη, ούτε το χτίσιμο σχολικών κτιρίων, ούτε η αύξηση των αποδοχών των δασκάλων, ούτε ακόμη η μεταβολή του ωρολογίου και του αναλυτικού προγράμματος. Αυτά, όσο σημαντικά και αν είναι, μπορεί να αποτελούν στοιχεία μιας μεταρρύθμισης ή να είναι απλές αλλαγές στα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός συστήματος που στην ουσία του μένει αμετάβλητο. Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι κάτι βαθύτερο: είναι η αλλαγή προσανατολισμού, είναι η κυριάρχηση ενός νέου πνεύματος… Μπορούμε να μιλούμε για μεταρρύθμιση ενός συστήματος μόνον όταν,… (και) όταν  μεταβάλλεται το σύστημα σε πλάτος και σε βάθος». Αυτά έγραφε ο Αλ. Δημαράς, όπως ο ίδιος σημειώνει, στην Εκάλη, το 1973, στο κλασικό έργο του, Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε (Δημαράς, 1973: κ΄).

Η πατέντα του «Ράβε-ξήλωνε» και «κόψε-ράψε στα μέτρα σου»

Είναι αλήθεια ότι ο  Αλ. Δημαράς  έχει   θητεία στο σχεδιασμό και στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Αν αρχίσουμε από το 1996, όταν Υπουργός Παιδείας ήταν ο σημερινός πρωθυπουργός, ο Δημαράς ήταν ο εμπνευστής και ο σχεδιαστής του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας (ΚΕΕ), αν κρίνουμε από τη μετέπειτα στελέχωσή του. Το ΚΕΕ, όπως προβλεπόταν, «λειτουργεί ως ανεξάρτητος ερευνητικός φορέας, ως εθνικό συντονιστικό όργανο για την εκπαιδευτική έρευνα και ως σύμβουλος του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων σε θέματα εκπαιδευτικής έρευνας». Ο Δημαράς είναι ο πρώτος πρόεδρος που διορίζεται στο ΚΕΕ, 1996-97. Αν και στις εκλογές του 1996 επικράτησε το ΠΑΣΟΚ, αντικαθίσταται από τον Αρσένη, Υπουργό Παιδείας τότε, για την περίοδο 1997-2000, για να επανέλθει στη θέση αυτή την περίοδο  2000-04. Πέραν των άλλων, είναι ο εμπνευστής και ο σχεδιαστής του  αρχικού σχεδίου του Εθνικού Απολυτηρίου (μια ιστορία ενδιαφέρουσα κι αυτή, έτσι όπως εξελίχθηκε στη συνέχεια, με την έξαρση των φροντιστηρίων και της έκδοσης των παρασχολικών βιβλίων). Το ΚΕΕ, κατά τη διάρκεια της θητείας του, έχει να επιδείξει διάφορες δραστηριότητες, αξιοποιώντας τον «πακτωλό» των κοινοτικών προγραμμάτων. Χρειάζεται ειδική εργασία για την ουσιαστική αποτύπωση του έργου του ΚΕΕ στη διάρκεια της μικρής του θητείας(1996-2011). Ενδεικτικά, εδώ, για τους σκοπούς αυτού του κειμένου (αφήνω ασχολίαστες τις συγκεκριμένες επιλογές), θα αναφέρουμε το πρόγραμμα του ΟΟΣΑ: Προσέλκυση, κατάρτιση και στήριξη των εκπαιδευτικών, με επιστημονικό υπεύθυνο τον τελευταίο (μέχρι το 2011,πριν από τη συγχώνευση) πρόεδρο του ΟΕΠΕΚ, Γ. Μπαγάκη. Την έρευνα: Ο Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968) και η ελληνική εκπαίδευση (ερευνητής: Σ. Μπουζάκης) και τη δράση Αποτύπωση του Ελληνικού Εκπαιδευτικού συστήματος στο επίπεδο της σχολικής μονάδας (2001-05, Επιστημονικός υπεύθυνος ο σημερινός Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, τότε αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΚΕΕ).

Δε γνωρίζουμε εάν και κατά πόσο τα δεδομένα της συγκεκριμένης  αυτής αποτύπωσης αξιοποιήθηκαν για τις  συγχωνεύσεις  σχολικών μονάδων που έγιναν πρόσφατα από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Άραγε, ο εμπνευστής και οι εκτελεστές του έργου της αποτύπωσης που ολοκληρώθηκε το 2005 πώς διαχειρίστηκαν τον ουσιαστικό ενταφιασμό αυτού του έργου, με τη  συμμετοχή τους στις αποφάσεις για τη συγχώνευση των σχολικών μονάδων; Είναι βέβαιο ότι τα δεδομένα εκείνης της αποτύπωσης έχουν ακυρωθεί και μάλλον το νεοσύστατο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) θα αναλάβει τη νέα αποτύπωση, μετά τις συγχωνεύσεις. Οι προϋποθέσεις για ένα τέτοιο εγχείρημα προσφέρονται. Εδώ εντοπίζουμε ορισμένες αποκαλυπτικές πτυχές: Ο εμπνευστής και πρώτος πρόεδρος του ΚΕΕ (1996) ορίστηκε από τη σημερινή Υπουργό Παιδείας υπεύθυνος και επόπτης της κατάργησης του ΚΕΕ και της συγχώνευσης εκπαιδευτικών οργανισμών σε νέο οργανισμό: το ΙΕΠ! Είναι ο οργανισμός που προέκυψε κάτω από την εποπτεία και τις προτάσεις  αυτού που στη συνέχεια με εισήγηση της κ. Υπουργού και απόφαση της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων, επανέρχεται, μετά από εφτά χρόνια, θεσμικά αναβαθμισμένος και αναλαμβάνει πρόεδρος. Προφανώς, είναι πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία για έναν έμπειρο ιστορικό της εκπαίδευσης και καταξιωμένο στους εκπαιδευτικούς κύκλους διανοούμενο, να σχεδιάζει τους επιτελικούς οργανισμούς στους οποίους να διορίζεται και πρόεδρος. Πολλές ενδείξεις, πάντως, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι Υπουργοί Παιδείας, ειδικοί και επιτελικά όργανα έχουν κάνει πατέντα το «ράβε-ξήλωνε» και το «κόψε και ράψε στα μέτρα σου». Λέτε οι σχεδιαστές να φτιάχνουν τα ιδρυτικά οργανισμών με την αίσθηση ότι θα κρατήσει χρόνια η θητεία τους;

Ιδιότυπη αναβάθμιση και επιτήρηση;

Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχουν και κάποιες μικρές λεπτομέρειες: Το διάστημα 2000-04, ο σημερινός πρόεδρος του ΙΕΠ , πρόεδρος τότε του ΚΕΕ, είχε ως αντιπρόεδρό του το σημερινό Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας. Πρόκειται για μια ουσιαστική αναβάθμιση και για τους δυο. Ο ένας από αντιπρόεδρος του ΚΕΕ εκτινάσσεται στη θέση του Γενικού Γραμματέα ενός αναβαθμισμένου ΥΠΔΜΘ. Ο άλλος αναβαθμίζεται ως πρόεδρος ενός νέου  νεοσύστατου υπεροργανισμού που απορροφά πολλούς οργανισμούς: του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Αντιπρόεδρος του νεοσύστατου ΙΕΠ έχει οριστεί ένας άλλος «ειδικός», ο κ. Δημόπουλος Κωνσταντίνος, σύμβουλος του Γενικού Γραμματέα του ΥΠΔΒΘ, από το Τμήμα Κοινωνικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής (της Κορίνθου) κι αυτός… Πώς να εξηγήσουμε το γεγονός της επιτήρησης του προέδρου του ΙΕΠ, από τα πάνω (Γενικό Γραμματέα) και από τα κάτω(έμπιστο σύμβουλο του Γενικού Γραμματέα); Έτσι, κάπως, συγκροτούνται, σήμερα, οι ομάδες των ειδικών και στελεχώνονται τα  επιτελικά όργανα για την άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής του «σοκ και του δέους», του «μνημονίου»-της επιτήρησης και της φάρσας του «Νέου Σχολείου» Στο όνομα της ανοικτής διακυβέρνησης, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας! Οι ιστορικοί του μέλλοντος, έτσι κι αλλιώς, θα έχουν πολύ περισσότερα  «τεκμήρια ιστορίας» από όσα αναφέραμε. Λέτε όλα αυτά να εξηγούνται με βάση την εκτίμηση που έχει κάνει παλαιότερα ο Αλ. Δημαράς (1979), σύμφωνα με την οποία η εκπαιδευτική πολιτική που ασκείται στην Ελλάδα δεν είναι πρωθυπουργική, κομματική ή κυβερνητική, αλλά είναι απλώς υπουργική;

Το θέμα έχει κι άλλες πλευρές. Σε επόμενο κείμενο θα προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε  κάποιες άλλες ενδείξεις για τους τρόπους με τους οποίους «φτιάχνουν οι ¨Έλληνες κυκλώματα κι ιστορία οι παρέες» στο πεδίο και πάνω στο «σώμα»   της εκπαίδευσης: το δίκτυο φαίνεται πως  διαθέτει «πυρήνες» ειδικών σε συγκεκριμένα πανεπιστημιακά Τμήματα, συνέδρια με εκδόσεις πρακτικών σε συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους, διαδικασίες έκδοσης και διανομής συγγραμμάτων στους φοιτητές, διανομή κοινοτικών προγραμμάτων   και εκδόσεις «Παραδοτέων», στελέχη επιτελικών οργάνων,  «αγορά» της εκπαίδευσης ενηλίκων. κ. α. Αλήθεια, ποιος είχε την ιδέα της μεταφοράς των δομών Διαβίου Μάθησης στο ΥΠΕΠΘ  για να έχουμε το ΥΠΔΒΜΘ; Θα μου πείτε  «ψάχνω ψύλλους στ άχυρα». Οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι βρισκόμαστε σε διαδικασία πτώχευσης κι εδώ ασχολούμαστε με τους ειδικούς και τα «δίκτυά» τους; Ξέρετε, όλο αυτό τον καιρό με βασανίζει εκείνη η ατάκα του κ. Πάγκαλου πως  «φταίμε όλοι». Πέρα από αυτό, ακούω τις υποσχέσεις του πρωθυπουργού για τις «θυσίες» που μας επιβάλλει, για τη διαφάνεια και τη «διαύγεια» και γλιστράω στο να τον εμπιστευτώ. Το τραγικό είναι ότι όταν ψάχνω τα εκπαιδευτικά πράγματα αποκαρδιώνομαι «εφ όλης της ύλης». Το πεδίο της εκπαίδευσης μου είναι πιο οικείο, σε σύγκριση με τα οικονομικά. Αλλά, εάν στην εκπαίδευση συμβαίνουν αυτά, στη λεγόμενη «ελεύθερη αγορά» των δανειστών-κερδοσκόπων και των δανειοληπτών  ποιες μορφές κανιβαλισμού κυριαρχούν; Άκου, ‘Μαζί τα φάγαμε»!!!

———————

* Παρακολούθησα τη σχετική συνεδρίαση της Επιτροπής (16.6.2011) και ήταν ενδιαφέρουσα. Η κ. Υπουργός απέφευγε να αναφέρεται  στο ΙΕΠ και μιλούσε για «το νέο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο…που ανοίγει νέα περίοδο…και νέο πνεύμα» (σκέφτηκα πως πρόκειται για το παραλήρημα του «νέου»: Νέο Σχολείο!). Ανάμεσα στα άλλα, υποστήριξε απόψεις συντήρησης και «ναφθαλίνης», όπως, π.χ. ότι η εγγύηση των επιλογών της βρίσκεται στο ότι οι υποψήφιοι (υπήρχαν και υποψήφιοι για δύο άλλες θέσεις) «δεν έχουν εμπλακεί σε κομματικές ή άλλες συγκρούσεις και δεν εκπροσωπούν κομματικούς χώρους. Δεν αναφέρθηκε στην προηγούμενη θητεία του υποψηφίου προέδρου ούτε στο γεγονός ότι ο ίδιος επόπτευε τη διαδικασία της κατάργησης και της συγχώνευσης. Υποστήριξε, πάντως, ότι «είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας ζων παιδαγωγός…» (παραλίγο να γράψω το παιδαγωγός με πι κεφαλαίο γιατί συμπλήρωσε  η ίδια «…με το πι κεφαλαίο». Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι ο παριστάμενος πρόεδρος του ΙΕΠ υποστήριξε ότι «το ΙΕΠ είναι μικρός, ευέλικτος και όχι αυτάρκης» (sic) ανεξάρτητος, πάντως, φορέας» με αρμοδιότητες στο «να βρίσκει τρόπους, όχι να απαντά το ίδιο, για να απαντά στα ερωτήματα του Υπουργείου…». Προφανώς, το ΙΕΠ (μια και δεν έχει αυτάρκεια) θα αναθέτει έργα σε εξωτερικούς φορείς!

Αναφορές

Δημαράς  Αλ., (1973) Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε. τομ Α΄, Ερμής Αθήνα.
Δημαράς  Αλ., (1974) Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε. τομ Β΄, Ερμής Αθήνα.
Δημαράς Αλ., (1979) «Υπουργείο Παιδείας και Εκπαιδευτική Πολιτική: Δοκίμιο Προβληματισμού», Σύγχρονα Θέματα, 4, σ. 3-8.
 Μαυρογιώργος, Γ. (2011) Το σχολείο και ο εκπαιδευτικός σε τροχιά διαρκούς  «επιτήρησης» και πάλης: Κοινοτικά Κονδύλια και Μνημόνιο, Εισήγηση στο συνέδριο της ΟΛΜΕ, 7-9.4.2011, Αγριά Βόλου .
Βλ. http://www.alfavita.gr/artro.php?id=29030
Νούτσος, Χαρ. (2004) Τα όρια του βενιζελικού εκσυγχρονισμού στη σχολική     γνώση  (1913-1931), Ανακοίνωση σε συνέδριο. Ανάκτηση από http://edu.pep.uoi.gr/cnoutsos/ben-sx.doc

* Ιστοσελίδα: http://pep.uoi.gr/gmavrog, email: gmavrog@cc.uoi.gr

ΠΗΓΗ: 26-9-2011, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=46232

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ 1911-2011

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ 1911-2011

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Συμπληρώθηκαν εκατόν έτη από τη στυγερή δολοφονία του μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανού Λαζαρίδη. Η δολοφονία εκείνη δεν ήταν μεμονωμένο συμβάν αλλά ψυχρή εκτέλεση στα πλαίσια των νεοτουρκικών προγραφών κατά προσώπων, τα οποία είχαν διακριθεί κατά τον Μακεδονικό αγώνα και τα οποία ήταν αναμενόμενο να πρωτοστατήσουν στην αντίσταση προς κάθε επιχείρηση εξόντωσης του πληθυσμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας, το οποίο δεν ήταν πρόθυμο να αφομοιωθεί από την νεοτουρκική ιδεολογία του παντουρκισμού.

Το κίνημα των Νεοτούρκων εκδηλώθηκε στη Ρέσνα, κοντά στο Μοναστήρι, με πρωταγωνιστές Τούρκους αξιωματικούς, οι οποίοι είχαν σπουδάσει σε γερμανικές στρατιωτικές σχολές και θεωρούνταν κατά κάποιο τρόπο εξευρωπαϊσμένοι, δηλαδή πολιτισμένοι. Βρήκε το κίνημα τον Αιμιλιανό επίσκοπο Πέτρας και επίτροπο του μητροπολίτη Πελαγονίας, με έδρα το Μοναστήρι, Ιωακείμ, ο οποίος είχε ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη κατ’ απαίτηση των οθωμανικών αρχών ως δρων επιζημίως προς τα συμφέροντα της χώρας. Στην ουσία δρούσε αντίθετα προς τα συμφέροντα των ισχυρών της εποχής, οι οποίοι, δια των προξένων τους στο Μοναστήρι, ανταγωνίζονταν διεκδικώντας τη μερίδα του λέοντα στη Βαλκανική μετά τη θεωρούμενη ως βέβαια αποχώρηση των Τούρκων από την περιοχή λίαν συντόμως. Και ήταν τότε ο Αιμιλιανός μόλις 29 ετών.

Σ’ αυτό το «παιδαρέλι» είχε εμπιστευθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο τη διαποίμανση νευραλγικής μητροπόλεως επί τριετία. Δυσκολευόμαστε να το κατανοήσουμε εμείς σήμερα, καθώς οι «αντράκλες» μας των 30 και πλέον ετών αδυνατούν να διεκπεραιώσουν κάποια απλή υπόθεση χωρίς την παρουσία του έμπειρου πατέρα. Αυτό το «παιδαρέλι» όρθωσε το ανάστημά του στους προκλητικούς Βουλγάρους, οι οποίοι είχαν την αμέριστη συμπαράσταση τόσο της Ρωσίας, όσο και της Αυστρίας, κινδύνεψε μάλιστα να θανατωθεί σε μία από τις πρόσωπο προς πρόσωπο αντιπαραθέσεις. Τότε στο Μοναστήρι των ζυμώσεων και της δόλιας διπλωματίας δεν υπήρχαν «Μακεδόνες». Στον αγώνα για την επικράτηση πρωταγωνιστούσαν Έλληνες και Βούλγαροι. Σήμερα ολοένα και περισσότερες οι φωνές των ενδοτικών σοφών «γερόντων» μουρμουρίζουν: Και τι πειράζει να τους παραχωρήσουμε το όνομα; 

Κατά την πανηγυρική εκδήλωση που ακολούθησε στο Μοναστήρι ο Αιμιλιανός είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Επειδή μητρική του γλώσσα ήταν η τουρκική, καθώς καταγόταν από την περιοχή του Ικονίου, όπου, όπως και σε όλη την Καππαδοκία οι Ρωμηοί είχαν υποχρεωθεί να πάψουν να μιλούν τη γλώσσα τους, προκειμένου να διατηρήσουν την πίστη τους, επελέγη από τους ισχυρούς της ημέρας να εκφωνήσει πανηγυρικό λόγο στη γιορτή της συμφιλίωσης, της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Και εκφώνησε τον λόγο ανεβασμένος σε πυροβόλο, που είχαν σύρει θριαμβευτικά οι επικρατήσαντες στρατιωτικοί σε κεντρική πλατεία. Και το συμβάν απαθανάτισε η φωτογραφική μηχανή των αδελφών Μανάκια από την Αβδέλλα Γρεβενών, αντιπάλων του Αιμιλιανού, καθώς είχαν προσχωρήσει στη ρουμανική προπαγάνδα, της οποίας τα νήματα στο Μοναστήρι κινούσε πρωτίστως το αυστριακό προξενείο και η μονή των Λαζαριστών, η οποία είχε καταστρώσει το δόλιο σχέδιο να μεταστρέψει τους πληθυσμούς της Βαλκανικής στην παπική Ουνία.

Πόσο αργούμε, εμείς οι καυχόμενοι για την εξυπνάδα μας, να συνειδητοποιήσουμε το πόσο καταχθόνια δρουν σε βάρος μας οι εχθροί μας! Είχαν περάσει λίγες ημέρες μετά την επικράτηση του κινήματος και οι αρχές της Θεσσαλονίκης έδωσαν πανηγυρική δεξίωση στον «Λευκό Πύργο», στην οποία είχαν παραστεί και Έλληνες από την πόλη, αλλά και εκδρομείς από την Αθήνα με επικεφαλής τον Δ. Ράλλη, τέως πρωθυπουργό και αρχηγό τότε της αντιπολίτευσης. Αυτός στην προσφώνηση του Ταλαάτ, εκ των πρωταγωνιστών του κινήματος, απάντησε με αποκαλύψεις για τη δράση των Ελλήνων αξιωματικών κατά τον Μακεδονικό Αγώνα και με παραχωρήσεις εθνικά επιζήμιες. Ο Αλέξανδρος Ζάννας καταθέτει στα απομνημονεύματά του ότι ο στρατηγός Χασάν Ταξίμ πασάς, ο μετέπειτα αρχηγός του τουρκικού στρατού που παρέδωσε τη Θεσσαλονίκη στον ελληνικό στρατό, αλβανικής καταγωγής, εστράφη προς τον πατέρα του Ζάννα λέγοντας: «Έχετε και άλλους τέτοιους πολιτικούς στην Ελάδα; Ύστερα απ’ ότι είπε ο Ράλλης, αλλοίμονο τι θα τραβήξετε εσείς οι Έλληνες από τους Νεότουρκους!». 

Δεν κύλισαν ούτε δύο χρόνια και τα αισθήματα των Νεοτούρκων έναντι των χριστιανικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας έγιναν πασίδηλα. Τότε το Πατριαρχείο εξέλεξε τον Αιμιλιανό ως μητροπολίτη Γρεβενών, επαρχίας, όπου είχε έντονη τη δράση η ρουμανική προπαγάνδα, λόγω του συμπαγούς πληθυσμού Βλάχων, και όπου ο σημαντικός πληθυσμός των εξισλαμισθέντων κατά καιρούς γηγενών, οι αποκαλούμενοι Βαλαάδες, είχαν, υπό την επήρεια της νεοτουρκικής προπαγάνδας, μεταστραφεί σε φανατικούς μισέλληνες. Οι εκπρόσωποι του νεοτουρκικού κομιτάτου είχαν συγκροτήσει συμμορίες από Βαλαάδες και ρουμανίζοντες Βλάχους, οι οποίοι τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό της επαρχίας. Μόνη ελπίδα τους η παρουσία του μητροπολίτη. Κι αυτός από την άφιξή του δεν έπαυε να περιοδεύει και να παρηγορεί τους σκλαβωμένους. Δύο φορές τον συνέλαβαν και με συνοδεία τον επανέφεραν στα Γρεβενά με ανυπόστατες κατηγορίες. Και όταν δολοφόνησαν οι συμμορίτες δάσκαλο ελληνικού σχολείου, ο Αιμιλιανός κάλεσε τους προκρίτους της χριστιανικής κοινότητας Γρεβενών σε σύσκεψη προς αντιμετώπιση της κρίσιμης κατάστασης. Αρκετοί απ’ αυτούς εκδήλωσαν πνεύμα δειλίας και ο Αιμιλιανός αισθάνθηκε μόνος! Αν και οι βιαιότητες των κρατούντων σε βάρος του ποιμνίου του και οι απειλές κατά του προσώπου του από τους εγκαθέτους του νεοτουρκικού κομιτάτου συνεχίζονταν, αποφάσισε νέα περιοδεία. Δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει. Δολοφονήθηκε, μαζί με τον διάκονό του Δημήτριο και τον αγωγιάτη τους Αθανάσιο, σε δασωμένη περιοχή από πολυμελή συμμορία Βαλαάδων και ρουμανιζόντων Βλάχων.

Οι Νεότουρκοι ήσαν φορείς του ευρωπαϊκού πολιτισμού! Δεν ζητούσαν την ανάκληση των «οχληρών» μητροπολιτών όπως οι Παλαιότουρκοι επί σουλτάνου. Αυτοί απλά αποφάσιζαν τον αφανισμό τους. Και όχι αφανισμό με εκτέλεση, αλλά με τη διαδικασία πρωτοχριστιανικού μαρτυρίου. Είχαν συντάξει, όπως και στην αρχή γράψαμε, πίνακα προγραφέντων προσώπων και είχαν αναθέσει σε επαγγελματίες δολοφόνους την εκτέλεσή τους. Στη συνέχει θα προέβαιναν και στη γενοκτονία των ακεφάλων «μαζών». Δεν πρόλαβαν, διότι οι ηγέτες των χριστιανικών λαών της Βαλκανικής έπραξαν μία φορά το ιστορικό τους χρέος. Έτσι το σχέδιο ετέθη σε εφαρμογή λίγο αργότερα στη Μικρασία με θύματα 1.500.000 Αρμενίους και 600.000 Ρωμηούς. Ακολούθησε η μεγαλύτερη διαχρονικά συμφορά του ελληνισμού: Ο ξεριζωμός του από τα εδάφη της Μικρασίας. Συγγενείς του Αιμιλιανού και τόσοι άλλοι Ρωμηοί πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς για τα χώματα που είχε ποτίσει με το μαρτύριό του ο λαμπρός γόνος της ευάνδρου Καππαδοκίας. Έφεραν μαζί τους τη γλώσσα τους την τουρκική και άκουσαν να τους αποκαλούν τουρκόσπορους! Και κει στην Αθήνα οι πολιτικοί συνέχιζαν και επι Βενιζέλου και αργότερα την ίδια πολιτική. Αγάπες με τους δημίους και καλλιέργεια τρόμου με τη σκέψη της επανόδου της Τουρκίας στη σουλτανική τρομοκρατία! Και θέριεψε το ευρωπαϊκό τέρας επί Κεμάλ και αφάνισε τον εναπομείναντα στην Πόλη ελληνισμό και εισέβαλλε στην Κύρπο, την οποία μισοκατέχει, και μας απειλεί καθημερινά και εμείς πιο Ευρωπαίοι ακόμη από τους σφαγείς μας προσφέρουμε κλάδο ειρήνης με ζεμπεκιές, κουμπαριές και καταθέσεις στεφάνων στο μαυσωλείο του σφαγέα μας! Και στρέφουμε τα βέλη, δια των πολιτικών μας, κατά της σκοταδιστικής Εκκλησίας, την οποία επιδιώκουμε να θέσουμε στο περιθώριο της ζωής μας!

Αιμιλιανέ, την ημέρα της συμπλήρωσης εκατόν ετών από το μαρτύριό σου ήρθα να προσκυνήσω το κενοτάφιό σου. Δεν βρήκα ούτε ένα λουλουδάκι. Συγχώρεσέ μας. Θα ξανάρθουν χρόνια που θα κινούμε ακόμη και με τα πόδια για τον τόπο που άφησες την τελευταία σου πνοή. Τώρα δεν έχουμε χρόνο. Ζούμε ακόμη, έστω και προς το τέλος του, το ευρωπαϊκό μας όνειρο.

 

                                                                        «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 03-10-2011

Ολοκληρωτισμός στην εκδοχή Έλληνα bobo

Ολοκληρωτισμός στην εκδοχή Έλληνα bobo

 

Του Νικόλα Σεβαστάκη


 

Στη Γαλλία εδώ και χρόνια ο χαρακτηρισμός bobo απευθύνεται σε εκείνα τα τμήματα της μορφωμένης και εύπορης μεσαίας τάξης που υιοθέτησαν επιλεκτικά προωθημένους πολιτιστικούς κώδικες ενώ συγχρόνως συμφιλιώθηκαν οριστικά με τη μοναδική πραγματικότητα του καπιταλισμού – ή, όπως θα άρεσε στους ίδιους να λένε, με την κοινωνία των ελεύθερων αγορών.

Πολιτικά, οι μποέμ μπουρζουά έκλιναν κυρίως προς το σύγχρονο κέντρο, προς την περίμετρο του σοσιαλφιλελευθερισμού, της σοφτ οικολογίας ή του συμπονετικού επεμβατισμού των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Γενεαλογικά, συνδέονται με την παλαιότερη κριτική στον ολοκληρωτισμό και στη συνέχεια με ορισμένες συμβολικές υποθέσεις, όπως η Βοσνία την εποχή των γιουγκοσλαβικών πολέμων ή το Θιβέτ. Μετά όμως τη χρυσή εποχή του ΄90, και κυρίως από το 2008 και το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης, αυτός ο χώρος αισθάνεται αποπροσανατολισμένος. Από εκεί που είχε πιστέψει ότι πλησιάζουμε στην εποχή του Υδροχόου, στην μεταπολιτική και συναινετική εποχή των χλιαρών αποχρώσεων και των ρυθμισμένων διαφορών, βρέθηκε σε καιρούς αυξημένης αγριότητας, σε μια περίοδο όπου επιστρέφουν τα «αρχαϊκά» υλικά προβλήματα και οι μεγάλες οξύνσεις και αντιθέσεις. Ζήτω, φυσικά, το ελεύθερο Θιβέτ, αλλά οι σύγχρονες πραγματικότητες προστάζουν στροφή προς τις … Κίνες αυτού του κόσμου! Όπου Κίνα σημαίνει οικονομικός δυναμισμός, τιθάσευση του εργατικού κόστους, πολιτική «αρμονία», πειθαρχημένο κοινωνικό εργοστάσιο.

Παράλληλα, λοιπόν, με την ανακάλυψη του καπιταλιστικού ρεαλισμού, ο κλονισμένος κόσμος των bobo άρχισε να επιδίδεται σε ασκήσεις αυτοκριτικής για τα προηγούμενα κύματα των ενθουσιασμών του: ασφαλώς το παρακάναμε με τον ηδονιστικό καταναλωτισμό, με τις επιπολαιότητες της άμεσης απόλαυσης και τη λατρεία των νεανικών στιλ, με τις ελευθεριακές μας αυταπάτες. Τώρα ας σοβαρευτούμε. Ας ανακαλύψουμε τις αξίες της προσπάθειας, της εργασίας, της λιτότητας. Ας δούμε, εν τέλει, τα καλά στοιχεία της κρίσης που δίνει την ευκαιρία για επαναξιολόγηση του do it yourself, της απλότητας και της μαγειρικής στο σπίτι.

Βεβαίως αυτός ο πρώτος πληθυντικός δημιουργεί κάποιο πρόβλημα: διότι περιλαμβάνει τόσο αυτούς που στην προηγούμενη περίοδο είχαν απλώς κάτι περισσότερο για να καταναλώσουν όσο και αυτούς που έφτιαχναν λίστες για το τι οφείλουμε να έχουμε καταναλώσει ή να έχουμε πράξει ως τα τριάντα ή τα σαράντα. Όποιος μάλιστα δεν είχε καμιά διάθεση ή δεν είχε τα χρήματα για να κάνει αυτά τα «δέκα» ή «είκοσι» απαραίτητα πράγματα, καταδικάζονταν στο πυρ το εξώτερον ως μιζεραμπιλιστής ή αναχρονιστικός.

Τον τελευταίο καιρό αναδύεται, λοιπόν, το είδος των bobos της κρίσης: ηθικολόγοι, όψιμοι υπερασπιστές των οικογενειακών αξιών και ηχηρά μετανοημένοι για τις «ανοησίες» της κουλτούρας του ΄68. Και αυτό συμβαίνει σε πολλές χώρες της Δύσης και όχι μόνο εις Παρισίους.

Αλλά στην Ελλάδα η κατάσταση των τελευταίων δυο ετών και η εμπειρία των Μνημονίων και της πολιτικής τους, δημιουργεί έναν ιδιαίτερο πολιτιστικό τύπο: τον ολοκληρωτικό bobo ή αλλιώς τον φανατικό και αυταρχικό «ορθολογικό μετριοπαθή». Αυτός ο πολιτιστικός τύπος αφομοιώνει με απίστευτη ταχύτητα αρχετυπικά στοιχεία της δεξιάς παράδοσης, ενώ συνεχίζει να καταναλώνει κάποιες από τις φιλελεύθερες ή αριστερές ευαισθησίες λ.χ. την αντιπάθεια για το εκκλησιαστικό ιερατείο ή το φλερτ με το ανώδυνο cultural chic. Το νέο πεδίο στο οποίο όμως συναντά κανείς τη βασική στράτευση αυτών των ανθρώπων είναι η βούληση για αποκατάσταση της ιεραρχικής τάξης, η αναζήτηση «των ικανότερων και των αρίστων» και ιδίως μια αλλεργία για τις υπερβολικές και επιβλαβείς πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες.

Η γλώσσα αυτού του αναγεννημένου δεξιού είναι γλώσσα επιρρεπής στα πειθαρχικά μέτρα και υπερευαίσθητη απέναντι σε κάθε γεύση «ανομίας»: είτε από το διπλανό τραπέζι (ω, οι αγενείς που καταστρέφουν τον κόσμο) είτε από το δρόμο, τα πανεπιστήμια, τις πλατείες. Παντού βλέπει αγένεια, αχαριστία, ανομία, ανωριμότητα. Και παντού υποπτεύεται ότι οι πολλοί παίζουν θέατρο ή τον κοροϊδεύουν με τις υποκριτικές οιμωγές τους: βεβαίως υπάρχει φτώχεια, ανεργία, κρίση, αλλά δεν είναι αυτό το κυρίως ζήτημα.

Όπως λέει και ο Στέλιος Ράμφος, το βασικό πρόβλημα είναι ότι επενδύουμε με αρνητικά αισθήματα το παρόν και δεν αυτομεταμορφωνόμαστε, δεν μεταβάλλουμε νοοτροπία. Η κρίση θεωρείται έτσι περισσότερο η ανορθολογική κραυγή ενός παιδιάστικου συναισθηματισμού παρά ένα κοινωνικό ή ένα ταξικό γεγονός.

Ηθική, ψυχολογία, αστυνομία: ιδού οι τρεις πυλώνες πάνω στους οποίους στήνουν τη δημόσια περιγραφή τους οι τελευταίοι σύμμαχοι του τραγικού διδύμου Παπανδρέου- Bενιζέλου.

Όταν και εάν πέσει τούτη η κυβέρνηση και αρχίσουν οι δυσκολίες του τοκετού της περιπόθητης εθνικής συνεννόησης, οι ίδιοι άνθρωποι έχουν και μια οδό διαφυγής: να καταγγείλουν τη στασιαστική κοινωνία και να ακολουθήσουν τη μνημονιακή εμιγκράτσια που προσπάθησε, αλλά τελικά έχασε από την «παράνοια» όλων των υπολοίπων. Ίσως μάλιστα ονειρεύονται κρυφά αυτό τον έσχατο μαρτυρικό ρόλο: το ρόλο του εσωτερικού εξόριστου σε μια χώρα που ποτέ δεν τους κατάλαβε πραγματικά.

Προς το παρόν, πάντως, φαίνεται να δίνουν όλες τους τις δυνάμεις για την εγκαθίδρυση του πασοκικού ψυχοβγαλτικού αναμορφωτηρίου, αποκαλύπτοντας καθημερινά νέα δείγματα «πειθαρχικού» πάθους…

 

ΠΗΓΗ: 29 Σεπτεμβρίου 2011,   http://www.rednotebook.gr/details.php?id=3302 Το είδα: http://parallhlografos.wordpress.com/2011/10/01/…bobo/