Γερμανική «τεχνογνωσία»: χωρίς εγγυήσεις ποιότητας

Γερμανική «τεχνογνωσία»· χωρίς εγγυήσεις ποιότητας…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Η ανυποληψία στην οποία οδήγησε την Ελλάδα το εντόπιο κατεστημένο πολιτικό σύστημα ευθύνεται για τους διαδοχικούς διασυρμούς της χώρας από τους Ευρωπαίους «εταίρους» της. Έχοντας υπερβεί κάθε όριο ευπρέπειας οι «εταίροι» επιμένουν να της συμπεριφέρονται ταπεινωτικά. Την πρωτοκαθεδρία στις αποικιοκρατικές δηλώσεις έχει επαξίως κερδίσει ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ο κ. Σόιμπλε δεν αφήνει πλέον καμία ευκαιρία να χαθεί χωρίς να επιβεβαιώσει μέσω δηλώσεών του τη γερμανική προφανώς πεποίθηση πως η Ελλάδα αποτελεί γερμανικό προτεκτοράτο.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 338, 1/3/2012.

Κορυφαία τοποθέτηση του κ. Σόιμπλε, ενδεικτική της αποθράσυνσής του, είναι η «υπόδειξή» του στη χώρα μας «να μην πάει στις κάλπες, αλλά να προτιμήσει μια κυβέρνηση τεχνοκρατών αλά Μόντι» (15/2/2012, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22767&subid=2&pubid=63617212), κατά το πρότυπο της Ιταλίας και του τεχνοκράτη πρωθυπουργού της κ. Μάριο Μόντι.

Όσες πιέσεις ασκούνται από τους κύκλους που εκπροσωπεί ο κ. Σόιμπλε έχουν κοινή τους συνισταμένη την απαίτηση των δανειστών της Ελλάδας να υπάρξουν ενυπόγραφες εγγυήσεις καταρχάς από τα «κόμματα εξουσίας» και κατόπιν απ’ όλα τα ελληνικά κόμματα πως, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, όποτε αυτές κι αν γίνουν, η Ελλάδα θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της απέναντι στους δανειστές της. «Οι ελληνικές υποσχέσεις δεν αρκούν», τόνισε ο κ. Σόιμπλε στη γερμανική εφημερίδα «Welt am Sonntag» (11/2/2012, http://news247.gr/oikonomia/oikonomika/soimple_den_arkoun_oi_yposxeseis_sas.1637696.html), ενώ επέμεινε αναφορικά με τη «δέσμευση των πολιτικών αρχηγών για τα μέτρα, ανεξάρτητα από την έκβαση των εκλογών», καθώς κι αναφορικά με τη «διασφάλιση της εφαρμογής διάσωσης της Ελλάδας» (11/2/2012, http://news247.gr/oikonomia/oikonomika/soimple_den_theloyme_na_vasanisoyme_toys_ellhnes.1636757.html).

Οι γερμανικές και οι λοιπές δορυφορικές τους ευρωπαϊκές αξιώσεις στο ζήτημα των γραπτών εγγυήσεων που θα όφειλαν να δώσουν τα ελληνικά κόμματα στο διευθυντήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποπνέουν καθεστωτισμό, αλαζονεία και διάθεση όχι προς συντροφική συμπόρευση, μα προς εξευτελισμό της ελληνικής πλευράς. Πέραν του παραλογισμού που κρύβει η εμμονή να ζητούνται εγγυήσεις από τα ελληνικά κόμματα, τη στιγμή που η όποια επικυρωμένη από την ελληνική Βουλή απόφαση θεωρείται αναξιόπιστη, κρύβει κι αφέλεια: αν φοβάται κανείς ότι η επίσημη απόφαση της ελληνικής πολιτείας είναι πιθανό να ανατραπεί, γιατί θα έπρεπε να ελπίζει ότι μια προφορική ή γραπτή δέσμευση των ελληνικών κομμάτων θα τα εμπόδιζε να αλλάξουν στάση προσφεύγοντας σε οποιαδήποτε επιχειρηματολογία; Προπάντων όμως η όλη συζήτηση γύρω από τις ελληνικές εγγυήσεις είναι κενή, γιατί δεν στηρίζεται σε καμία αμοιβαιότητα.

Όταν δύο πλευρές καλούνται να κλείσουν μια συμφωνία και να δεσμευτούν για την τήρησή της, η δέσμευση θα πρέπει προφανώς να είναι αμοιβαία. Ενώ όμως προαπαιτούμενο για την εκταμίευση κάθε δόσης προς την Ελλάδα είναι οι ελληνικές ενυπόγραφες εγγυήσεις, ο κ. Σόιμπλε, η χώρα του και οι ακόλουθοί της δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν με τη σειρά τους καμία δέσμευση! Σε επιστολή του προς τα μέλη του γερμανικού κοινοβουλίου, με την οποία ζητά απ’ αυτά να υπερψηφίσουν το δεύτερο πακέτο της ελληνικής «διάσωσης», ο κ. Σόιμπλε σχολιάζει πως «δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι ο δρόμος που έχει αποφασιστεί οδηγεί στην επιτυχία» (24/2/2012, http://www.skai.gr/news/politics/article/195701/den-apokleiei-trito-paketo-voitheias-o-soible-/). Αναφορικά με την απουσία οποιασδήποτε εγγύησης για την επιτυχία του ελληνικού «πακέτου στήριξης» υπερθεμάτισε και η Γερμανίδα καγκελάριος κ. Άγκελα Μέρκελ, προσκαλώντας στη γερμανική βουλή τους βουλευτές της χώρας της να εγκρίνουν τη νέα συμφωνία για την Ελλάδα (27/2/2012, http://www.inews.gr/102/merkel-den-yparchei-engyisi-gia-tin-epitychia-tou-ellinikou-paketou.htm). Απορίας άξιον: πώς είναι δυνατόν να επιμένει κανείς, και μάλιστα με μένος, για την εφαρμογή ενός προγράμματος «διάσωσης», την επιτυχία του οποίου δεν είναι σε θέση να την εγγυηθεί ούτε ο ίδιος;

Η ελληνική πολιτική, κινούμενη φοβικά, χωρίς ίχνος ψύχραιμης στάθμισης των εξελίξεων και διαπραγματευτικής ικανότητας, σέρνεται πίσω από τις πλέον ατιμωτικές γερμανικές αξιώσεις, χωρίς να τολμά να θέσει κι εκείνη τους όρους της. Εν προκειμένω, η απαίτηση των Γερμανών για τις «ενυπόγραφες εγγυήσεις» με τις οποίες η Ελλάδα θα δεσμευτεί πως θα τηρήσει τα μέτρα που της προτείνονται, θα έπρεπε να επισύρει την ελληνική απαίτηση να δεσμευτούν η Γερμανία και οι δορυφόροι της πως τα μέτρα που προτείνουν θα είναι για την Ελλάδα αποτελεσματικά! Σε περίπτωση που τα προτεινόμενα μέτρα εφαρμοστούν από την ελληνική πλευρά, χωρίς ωστόσο να επέλθει κάποια θετική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία, οι λαλίστατοι εμπνευστές των οικονομικών εκτρωμάτων οφείλουν να δεσμευτούν πως θα αναλάβουν το βάρος της ζημιάς που θα προκαλέσουν!

Μα είναι σε θέση ο δανειζόμενος να θέσει όρους στους δανειστές του; Πρόκειται για το «κλασικό» επιχείρημα που κραδαίνουν οι Έλληνες πολιτικοί προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο αιτιολογούν την υποχωρητικότητά τους. Όμως ο δανειζόμενος, εδώ και δύο χρόνια, έχει υποστεί μία ανελέητη αφαίμαξη εμπνεύσεως και συμφερόντων των δανειστών του, η οποία υποτίθεται ότι θα καθιστούσε τη χώρα ανταγωνιστική, και η οποία ωστόσο προκάλεσε ως μοναδικό της αποτέλεσμα μία θανατηφόρα ύφεση, που ’χει εκτοξεύσει την ανεργία στα ύψη, χωρίς να υπόσχεται καμία ανάκαμψη. Όταν λοιπόν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης πολιτικής τα διαπιστώνουν με την πάροδο του χρόνου ακόμη και ξένοι παρατηρητές, αντιλαμβανόμενοι το αδιέξοδο των σχετικών μέτρων, οι εμπνευστές της σχετικής πολιτικής για πόσο ακόμη θα πρέπει να μένουν στο απυρόβλητο, ασφαλείς πίσω από τα ελληνικά ενοχικά σύνδρομα, παρόλο που οι ίδιοι, ένοχοι για την καταστροφική πολιτική που επιβάλλουν στην Ελλάδα, θα ’πρεπε να απολογούνται και να αναλαμβάνουν τις ευθύνες των πολιτικών τους;

Ήδη τούτη τη στιγμή στη διεθνή κοινή γνώμη, και μετά από την ανελέητη εκστρατεία κυρίως γερμανικών μέσων ενημέρωσης περί «τεμπέληδων», «μη παραγωγικών» Ελλήνων, παρατηρείται μεταστροφή απέναντι στην Ελλάδα και στους πολίτες της. Η συνειδητοποίηση του οικονομικού παιχνιδιού, που επιχειρεί να συντρίψει τα μεσαία κοινωνικά στρώματα παγκοσμίως, αφυπνίζει διεθνώς τους λαούς. Ακόμη και γερμανικά μέσα ενημέρωσης πλέον, όπως η ηλεκτρονική «Zeit», αναλαμβάνουν την υπεράσπιση της Ελλάδας, επισημαίνοντας πως «δεν ήταν η Ελλάδα εκείνη που ωφελήθηκε περισσότερο από τα προγράμματα σωτηρίας, από το κοινό νόμισμα και την κοινή αγορά, αλλά η Γερμανία, η οποία, αν επέστρεφε στο μάρκο, θα έβλεπε τα προϊόντα της να ακριβαίνουν κατά 40%, λόγω της μείωσης των εξαγωγών» (11/2/2012, http://news247.gr/oikonomia/zeit_afhste_thn_ellada_hsyxh.1636435.html).

Κι ενώ η Γερμανία απροκάλυπτα πλέον επιχειρηματολογεί υπέρ της ανάγκης διάσωσης της ευρωζώνης και του ευρώ, με άλλα λόγια υπέρ των γερμανικών συμφερόντων, τα οποία κι εξυπηρετήθηκαν στο πλαίσιο της ευρωζώνης σε βάρος των υπόλοιπων μελών αυτής, δηλαδή καί της Ελλάδας, το ελληνικό πολιτικό σύστημα όχι μόνο δεν είναι σε θέση να αρθρώσει λόγο που θα θέσει σε επαναξιολόγηση τη συνολική λειτουργία της ευρωζώνης, δεδομένου πως τούτη οδήγησε σε κατάρρευση την ελληνική παραγωγή, μα δεν είναι καν σε θέση να αξιοποιήσει την απρόσμενη υποστήριξη που του παρέχεται σε θεωρητικό επίπεδο από φορείς στο εξωτερικό, ακόμη μάλιστα κι από φορείς στην ίδια τη Γερμανία. Αντί λοιπόν να κατευθύνεται προς τη ζωτική υπεράσπιση στην ύπαρξη της χώρας, η ελληνική πολιτική συνεχίζει να σύρεται πίσω από διαπιστώσεις τύπου Τόμσεν περί υπερβολικών αμοιβών των Ελλήνων εργαζομένων, οι οποίες δεν συνάδουν με την παραγωγικότητά τους.

Να εκμεταλλευόταν, άραγε, η ελληνική πολιτική τις μελέτες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.), σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα έρχεται πρώτη μεταξύ των χωρών της Ευρώπης σε ώρες εργασίας το χρόνο, με τους Έλληνες μάλιστα να εργάζονται κατά 40% περισσότερο σε σχέση με τους Γερμανούς (26/2/2012, http://www.newsbomb.gr/chrhma/story/116986/oi-ellines-oi-pio-sklira-ergazomenoi-stin-eyropi); Ούτε λόγος! Στον αντίποδα, οι πολιτικοί εκπρόσωποι της Ελλάδας υπομένουν «αναλύσεις» και «προτάσεις» όπως εκείνες που εκφέρει ο επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου κ. Πολ Τόμσεν περί μειώσεων στους μισθούς και τις συντάξεις των Ελλήνων, επειδή τάχα οι αποδοχές τους δεν αντιστοιχούν στην παραγωγικότητά τους. Και δεν βρίσκεται ούτε ένας επίσημος εκπρόσωπος της ελληνικής πολιτείας να επισημάνει στον κ. Τόμσεν πως η δική του ετήσια αμοιβή των 242.000 ευρώ (5/2/2012, http://news247.gr/kosmos/news/misthoi_35_ellhnwn_h_amoivh_toy_tomsen.1606001.html) είναι η μόνη που δεν συνάδει με την παραγωγικότητά του! Και δεν συνάδει, τόσο επειδή το δικό του παραγόμενο προϊόν είναι θεωρητικές οικονομικές «φούσκες», χωρίς την ουσιώδη προσφορά, για παράδειγμα, ενός φαρμάκου που θα έσωζε ανθρώπινες ζωές ή ενός τεχνολογικού επιτεύγματος που θα βελτίωνε τους όρους της ανθρώπινης ζωής, όσο κυρίως επειδή το θεωρητικό προϊόν του κ. Τόμσεν αποδεικνύεται εδώ και δύο χρόνια ακατάλληλο για την εκπλήρωση των στόχων τούς οποίους υποτίθεται πως υπηρετεί.

Αν αναλογιστεί, επιπλέον, κανείς πως το μοντέλο του κ. Τόμσεν έχει δοκιμαστεί ήδη και σε προηγούμενες διεθνείς κρίσεις, με αποτελέσματα εξίσου αποτυχημένα, δεν θα μπορούσε να βρει καμία δικαιολογία για την αστρονομική αμοιβή του αποτυχημένου, εντέλει, κ. Τόμσεν. Εκτός κι αν γίνει δεκτό πως ο κ. Τόμσεν είναι επιτυχημένος, επειδή εργάζεται προς όφελος όχι της Ελλάδας, παρά του οικονομικού κατεστημένου που εκπροσωπεί, και το οποίο τον ανταμείβει αφειδώς για τις υπηρεσίες του! Η προώθηση ωστόσο συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων από το παγκόσμιο καπιταλιστικό καθεστώς δεν σημαίνει πως η ελληνική πολιτική θα πρέπει να παραμένει αδιαμαρτύρητη και βουβή στον αδυσώπητο οικονομικό πόλεμο που μαίνεται. Οι θυσίες στις οποίες υποχρεώνονται οι Έλληνες είναι αδιέξοδες για τους ίδιους, και συμφέρουσες μόνο για όσους αποσκοπούν στην ισοπέδωση της Ελλάδας. Η αδυναμία των Γερμανών, γνωστών για την εγγυημένη ποιότητα των προϊόντων τους, να εγγυηθούν και την αποτελεσματική έκβαση των συγκεκριμένων μέτρων είναι περισσότερο από εύγλωττη. Οι Γερμανοί, όμως, μέσα στη γενικότερη αμηχανία, εξετάζουν ποικίλα ενδεχόμενα προς όφελός τους και μελετούν εναλλακτικά σενάρια για την περίπτωση της αποτυχίας των παρόντων. Είναι καιρός για την ελληνική πολιτική να απαγκιστρωθεί από την ατολμία της, να ενεργοποιήσει κάθε διαπραγματευτικό της όπλο και να υπηρετήσει τα ελληνικά συμφέροντα.

Περί ανταγωνιστικότητας & πράσιν' άλογα

Περί ανταγωνιστικότητας και άλλων συναφών πράσινων αλόγων

 

Του Κώστα Γεώρμα*


 

Ο Γκρέι στο βιβλίο Η Αλ Κάιντα και η νεωτερικότητα σημειώνει για τις επιδόσεις του ΔΝΤ: «Σίγουρα ο υποβιβασμός ενός σύγχρονου κράτους στο επίπεδο ενός τριτοκοσμικού καθεστώτος σε λιγότερο από μία δεκαετία είναι ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα. Ωστόσο οι πολιτικές του ΔΝΤ στην Αργεντινή δεν διαφέρουν από αυτές που έχει επιβάλει σε άλλες χώρες. Καθώς διαμορφώνει την πορεία του προχωρώντας από γκάφα σε γκάφα και από τη μία τσαπατσουλιά στην άλλη, οι στόχοι του ΔΝΤ δεν αλλάζουν σε όποια χώρα και αν εφαρμόζονται»[1]! Επίσης, ο υποφαινόμενος είχε σημειώσει παλιότερα:

«Γιατί αυτή η μονομανία… [στις συγκεκριμένες καταστροφικές πολιτικές] πέρα από τον προφανή λόγο ότι αυτού του είδους οι αναποτελεσματικές αντιλήψεις εξυπηρετούν κατά καιρούς συμφέροντα των ΗΠΑ και των συμμάχων τους; Μα γιατί αυτό είναι το εύκολο! Αντί να προχωρήσει στη μελέτη της ιδιαίτερης κατάστασης της κάθε χώρας και να συν-διαμορφώσει με τους δημόσιους θεσμούς της πολιτικές, μέτρα και ειδικά μοντέλα, η Τράπεζα [σ.σ.: στην περίπτωσή μας το ΔΝΤ] δρα κινούμενη από ιδεολογικό φανατισμό και με την ιεραποστολική διάθεση της εφαρμογής παντού ενός ορθού και μοναδικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου» [2].

Αυτά για όσους εξακολουθούν να ρωτούν «μα γιατί, αφού η οικονομία καταστρέφεται, αυτοί επιμένουν στην ίδια πολιτική;». Στα παραπάνω προστίθεται φυσικά μία απάντηση που έχει αναλυθεί επαρκώς στην εφημερίδα «Το Ποντίκι»: αυτό που βασικά τους ενδιαφέρει είναι τα λεφτά τους και η νομισματική τους σταθερότητα. Με τους όρους που επιβάλλουν και με την υφιστάμενη υφή των πολιτικών μας ελίτ, είναι σίγουρο ότι τα λεφτά τους θα τα πάρουν και με το παραπάνω και με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο, ακόμα και με τη σύληση του τάφου εντός του οποίου θα κείτεται η ελληνική κοινωνία και οικονομία.

Τέλος, την απάντηση στο ερώτημα συμπληρώνει μία διάσταση που δεν απασχολεί ιδιαίτερα τον δημόσιο διάλογο. Και αυτή δεν είναι άλλη από την απλή αλήθεια ότι δεν γνωρίζουν να κάνουν κάτι άλλο. Ούτε την εκπαίδευση διαθέτουν γι’ αυτό ούτε τις γνώσεις. Και σε τελική ανάλυση οι παχυλοί μισθοί τους και οι τρομακτικού ύψους ασφαλιστικές παροχές που απολαμβάνουν δεν τους επιτρέπουν να «δουν» την υφιστάμενη πραγματικότητα.

Όλοι οι υπαλληλίσκοι που έχουν διατελέσει κατά καιρούς στα ευαγή ιδρύματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του «αδελφού» οργανισμού της Παγκόσμιας Τράπεζας έχουν εμποτιστεί με τις οικονομικές αρχές της συναίνεσης της Ουάσινγκτον. Και σε αυτές τις αρχές κεντρικό ρόλο παίζει ο περιορισμός του κράτους, ώστε – μας λένε τόσο οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ όσοι και διάφορα άλλα εγχώρια παπαγαλάκια – να «απελευθερωθούν» κεφάλαια για την «πραγματική οικονομία», αλλά και η μείωση του εργατικού κόστους (άλλη αγαπημένη επωδός των νεοφιλελεύθερων και σοσιαλφιλελεύθερων ελίτ), ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα.

Η αναισχυντία αποτελεί το ανώτατο στάδιο των ξένων και ελληνικών ελητειών. Την ίδια ώρα που τα δισ. πετάνε προς διάφορες νήσους με εξωτικά ονόματα και προς Ελβετία μεριά (υπολογίζονται για το 2011 σε πάνω από 69 δισ.!), οι «φάροι της οικονομικής σκέψης» μάς μιλάνε για ανάγκες απελευθέρωσης κεφαλαίων! Την ίδια ώρα που μας μιλάνε για εργατικό κόστος, δεν μας λένε ότι το 20% πλέον του εργατικού δυναμικού της χώρας αποτελείται από μετανάστες, στη συντριπτική πλειονότητά τους παράνομους. Αν σε αυτούς συνυπολογίσουμε τη μαύρη εργασία των Ελλήνων, καταλαβαίνουμε πόσο σοβαρές είναι οι συνέπειες για τα ταμεία από διαφυγόντα έσοδα (εισφορές και φόροι) και τι περιορισμό του εργασιακού κόστους συνεπάγονται όλα αυτά. Και όχι τυχαία το γεγονός αποσιωπούν τόσο η ΓΣΕΕ όσο και ο ΣΕΒ και οι λοιποί κοινωνικοί εταίροι.

Επίσης, την ίδια ώρα που μιλάμε για ευελιξία στην αγορά εργασίας, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των εργοδοτών έχει επιβάλει εξοντωτικά ωράρια στους εργαζόμενους, ότι η μερική και εκ περιτροπής απασχόληση στις πλείστες των περιπτώσεων υποκρύπτει πλήρη απασχόληση, ότι οι διάφορες ρυθμίσεις στα εργασιακά καταστρατηγούνται σε καθημερινή βάση. (Ως γνωστόν, το ΣΕΠΕ, που υποτίθεται ότι θα καθίστατο «πυλώνας» στην καταπολέμηση της μαύρης εργασίας, έχει μετατραπεί από την κυβέρνηση σε κέντρο συλλογής στατιστικών δεδομένων και τηλεφωνικό κέντρο καταγγελιών!).

Οι ιστορίες από τους εργασιακούς χώρους είναι ανατριχιαστικές. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ιστορία εξαγωγικής εταιρείας, στην οποία ο επιχειρηματίας εξαναγκάζει τους εργαζόμενους να μένουν χωρίς λόγο μέχρι αργά για να του κάνουν παρέα και να πίνουν ουζάκι! Θα αναφέρω άλλο ένα στοιχείο, προς επίρρωση του επιχειρήματος που θα αναπτύξω παρακάτω: Καθημερινά, είμαστε αποδέκτες καταλόγων επιχειρηματιών που δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους αναφορικά με την απόδοση είτε του ΦΠΑ είτε των φόρων είτε των εργοδοτικών εισφορών. Μας κάνει εντύπωση ότι το γεγονός παραμένει ασχολίαστο. Από τις αρμόδιες υπηρεσίες όλους αυτούς τους κυρίους δεν μπήκε κανείς στον κόπο ποτέ να τους καλέσει; Ή να υποθέσουμε ότι το ζήτημα διευθετήθηκε, πολιτικά ή και με άλλους τρόπους, «αρμοδίως»;

Το κράτος ως φορέας ανταγωνιστικότητας

Τα παραπάνω αποτελούν, θεωρώ, την πεμπτουσία του προβλήματος της ανταγωνιστικότητας της χώρας. Το πρόβλημα της χώρας είναι ότι η τριαντακονταετής διακυβέρνηση της πασοκικής νοοτροπίας – που βέβαια εξέφραζε τη νοοτροπία ποικίλων πολιτικών σχηματισμών – έχει αφήσει πίσω της ένα διαλυμένο κράτος και μία παρακμιακή και λαμογιακή επιχειρηματικότητα.

Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας της χώρας δεν είναι οι μισθοί, είναι οι θεσμοί! Οι άρχουσες ελητείες και οι ανίκανοι τροϊκανοί γραφειοκράτες το γνωρίζουν αυτό, αλλά το παραβλέπουν γιατί αυτό απαιτεί εθνικό μακροχρόνιο σχεδιασμό: ελίτ που έχουν την αίσθηση του εθνικού συμφέροντος, ελίτ που, αντί να χαριεντίζονται στις τηλεοράσεις, ιδρώνει ο κώλος τους για να παραγάγουν προτάσεις και προγράμματα! Χρειάζεται ελίτ με ήθος και συνέπεια. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται ισχυρό κράτος!

Να τι αναφέρει ο Περουβιανός Ριβέρο: «Στην πράξη οι μόνες χώρες που έχουν κατορθώσει να ξεφύγουν από την υπανάπτυξη είναι εκείνες στις οποίες το κράτος, με το να καταστεί επιχειρηματίας, έχει προσφέρει την υποστήριξή του στους ικανούς καπιταλιστές με δυνητικά ανταγωνιστικά προτερήματα στις εξαγωγές» [3].

Το ότι το κύριο ζήτημα στην κατάκτηση της ανταγωνιστικότητας είναι η ύπαρξη στιβαρών θεσμών αποδέχονται και οι ίδιοι οι συντάκτες της Παγκόσμιας Έκθεσης Ανταγωνιστικότητας 2011-2012, οι οποίοι βέβαια μόνο για… φιλεργατισμό δεν μπορούν να κατηγορηθούν, αφού η Έκθεση αποτελεί μία από τις δραστηριότητες του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ[4].

Δεν θα περίμενε βέβαια κανείς από τους μεγαλόσχημους φάρους της ελληνικής γνώσης και της πολιτικής σκέψης, αυτά τα ανθρωπάκια που οδηγούν ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση και παρελαύνουν στα αγαπημένα τους μέσα ενημέρωσης ενημερώνοντάς μας ότι δεν μπήκαν καν στον κόπο να διαβάσουν το μνημόνιο, να έχουν ενσκήψει σε τέτοια κείμενα, των οποίων η ανάγνωση θα τους βοηθούσε άλλωστε και να διαπραγματευτούν.

Ας δούμε κάποια στοιχεία από την Έκθεση. Κατ’ αρχάς στις πρώτες θέσεις βρίσκονται χώρες με υψηλά επίπεδα μισθών και φορολογίας!

 ● Η Σουηδία κατέχει την τρίτη θέση.

 ● Η Φινλανδία την τέταρτη.

 ● Η Γερμανία την έκτη.

 ● Την όγδοη θέση κατέχει η Ολλανδία.

 ● Και την ένατη η Δανία.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι αυτές οι χώρες καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις παρότι τα προηγούμενα χρόνια αυξανόταν το εργασιακό τους κόστος[5]!

Όσον αφορά την Ελλάδα, σύμφωνα με τις απαντήσεις των Ελλήνων επιχειρηματιών, οι πέντε περισσότερο προβληματικοί παράγοντες για την επιχειρηματικότητα ήταν, κατά σειρά, η αναποτελεσματική κυβερνητική γραφειοκρατία, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η διαφθορά, οι φορολογικές ρυθμίσεις και η αστάθεια στις πολιτικές[6]. Ως έβδομος παράγοντας κατατάσσονται οι αυστηρές εργασιακές ρυθμίσεις, ενώ οι μισθοί ούτε καν αναφέρονται στην πρώτη δεκαπεντάδα. Ας δούμε και κάποιους προβληματικούς τομείς για την Ελλάδα, όπως αναφέρονται στην Έκθεση[7]:

ΔΕΙΚΤΗΣ

ΚΑΤΑΤΑΞΗ

(στις 142 χώρες)

1.03 Διοχέτευση δημοσίων κονδυλίων

102

1.04 Εμπιστοσύνη στους πολιτικούς

123

1.08 Κατασπατάληση κυβερνητικών δαπανών

131

1.09 Βάρος κυβερνητικών ρυθμίσεων

133

1.12 Διαφάνεια στη διαμόρφωση κυβερνητικών πολιτικών

109

3.02 Καταθέσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ

137

3.05 Γενικό δημόσιο χρέος

141

5.03 Ποιότητα εκπαιδευτικού συστήματος

120

5.08 Έκταση κατάρτισης προσωπικού

114

6.04 Έκταση και αποτέλεσμα φορολογίας

128

6.06 Αριθμός διαδικασιών για την έναρξη επιχείρησης

134

6.14 Εισαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ

131

7.01 Συνεργασία στις σχέσεις εργοδοτών – εργαζομένων

130

7.05 Ευελιξία στον καθορισμό των μισθών

135

7.06 Μισθοί και παραγωγικότητα

122

7.08 Διαρροή εγκεφάλων (Brain drain)

119

8.04 Ευκολία πρόσβασης σε δάνεια

111

11.03 Κατάσταση ανάπτυξης συστάδων επιχειρήσεων

115

12.03 Εταιρικές δαπάνες σε Έρευνα & Ανάπτυξη

129

12.04 Συνεργασία πανεπιστημίων – βιομηχανίας σε Ε&Α

120

Πραγματικά δεν θα θέλαμε να ταράξουμε τη ναρκισσιστική αυταρέσκεια των πολιτικών μας ταγών, τη σωρεία πανεπιστημιακών καθηγητών που αγωνιούν για να μας σώσουν αναλαμβάνοντας κυβερνητικούς θώκους, τους κατοικούντες σε… ουράνιες συχνότητες δημοσιογράφους, τους εκπροσώπους των κοινωνικών εταίρων που αγωνιούν εάν θα τους καταγγείλει το ΠΑΜΕ ότι τρώνε αστακούς ή εάν έχει κυκλοφορήσει κανένας νέος καλλιτεχνικός ουρητήρας στην αγορά της Νέας Υόρκης, τα μετριοπαθή μέτωπα λαμόγιων και ανικάνων που διοργανώνουν ημερίδες για να διαγνώσουν ότι το μέγιστο πρόβλημά μας είναι ο… λαϊκισμός, αλλά η ανταγωνιστικότητα δεν είναι ζήτημα της οικονομίας.

● Είναι ζήτημα κουλτούρας μίας ολόκληρης κοινωνίας.

● Είναι ζήτημα τρόπου ζωής και κατανάλωσης.

● Είναι ζήτημα σεβασμού προς το εγχώριο εργατικό δυναμικό, το οποίο μάλιστα η Έκθεση περί ανταγωνιστικότητας θεωρεί πως είναι ό,τι πιο πολύτιμο διαθέτουμε αυτή τη στιγμή!

● Είναι ζήτημα «μίας κοινωνίας με συνοχή, ενότητα και αλληλεγγύη, με αίσθημα δικαιοσύνης και κατανόησης στους αδυνάμους» [8].

● Είναι ζήτημα, όπως μας λέει ο Λας, της βαθιάς αίσθησης του ιστορικού χρόνου και της μέριμνας για τις επόμενες γενεές[9].

Και όπως αναφέρει ο – επίσης Λατινοαμερικάνος – μελετητής Μπρεσέρ – Περέιρα:

«Μία χώρα που είναι ανεπτυγμένη στον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό τομέα είναι ένα έθνος που υπηρετείται επαξίως από ένα ισχυρό κράτος, ικανό να ρυθμίζει μία ελεύθερη και αποδοτική αγορά. Συνεπώς το κράτος και η αγορά είναι θεσμοί της κοινωνίας – τα όργανά της για συλλογική δράση και τα κύρια εργαλεία για την επίτευξη των στόχων κάθε κοινωνίας. Το πρωτεύον όργανο είναι το κράτος. Η αγορά, κοινωνικά δομημένη και πολιτικά ρυθμιζόμενη, είναι το συμπλήρωμά του. Όσο πιο ισχυρός είναι ο ένας θεσμός, τόσο ισχυρότερος θα είναι ο άλλος» [10].

* Ο Κώστας Γεώρμας είναι Δρ. Κοινωνιολογίας – Συγγραφέας, Εισηγητής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης

Παραπομπές

[1] Τζον Γκρέι, Η Αλ Κάιντα και η νεωτερικότητα, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2004, σελ. 84.

[2] Βλέπε και την, προφητική επιτρέψτε μου να πω, ανάλυσή μου στο βιβλίο Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, Παγκοσμιοποίηση και φτώχεια. Τα ιδεολογικά πλαίσια και οι πολιτικές των διεθνών οργανισμών για την καταπολέμηση της φτώχειας, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2006, σελ. 75-84 και 293-295.

[3] Παράθεση από το βιβλίο Παγκοσμιοποίηση και φτώχεια, όπ. παρ. Για όποιον ενδιαφέρεται για το βιβλίο ας κοιτάξει Rivero de Oswaldo, The Myth of Development: The Non-viable Economies of the 21st Century, Zed Books, Λονδίνο, 2001.

[4] Για το πόσο φτωχός είναι ο λόγος περί ανταγωνιστικότητας στη χώρα μας αξίζει κάποιος να κοιτάξει προσεκτικά αυτή την έκθεση: World Economic Forum, The Global Competitiveness Report 2011-2012, Geneva, 2011.

[5] Βλέπε τα ενδιαφέροντα στοιχεία του ΟΟΣΑ http://stats.oecd.org/index.aspx?DatasetCode=ULC_QUA. Μειώσεις του εργασιακού κόστους έχουμε μετά την εκδήλωση της κρίσης (από το 2010) και όχι σε όλες τις χώρες. Για παράδειγμα στην Ολλανδία αυτό εξακολουθεί να αυξάνεται.

[6] The Global Competitiveness Report 2011-2012, Country/Economy Profiles, Greece.

[7] Το γεγονός ότι η Έκθεση θεωρεί ως προβληματικό έναν τομέα, δεν σημαίνει ότι αυτό υιοθετείται και από εμάς. Παραθέτουμε τα στοιχεία για να δείξουμε την απόσταση του διεθνούς, έστω και παγκοσμιοποιημένου διαλόγου, από τον εσωτερικό.

[8] Δημήτρης Ριζούλης (επιμ.), Η Δικαίωση. Οι μεγάλες αλήθειες του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, Εκδόσεις Δημοκρατία, 2012, σελ. 46.

[9] Christofer Lasch, The Culture of Narcissism. American Life in An Age of Diminishing Expectations, W.W. Norton & Company, 1979, σελ. 5.

[10] Βλέπε Carlos Bresser-Pereira, «Assault on the State and on the Market: Neoliberalism and Economic Theory», Estudos Avancados 23 (66), 2009.

 

 ΠΗΓΗ: ΤΡΙΤΗ, 28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012, http://topontiki.gr/article/31073

Ανατίναξη πρωτογενούς τομέα & ο μύθος της αυτάρκειας

Η ανατίναξη του πρωτογενούς τομέα και ο μύθος της αυτάρκειας

 

Του Δημήτρη Κοδέλα

 

 

Η οικονομική κρίση έχει ήδη αναδείξει ως μια βασική αιτία της το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στην χώρα τις τελευταίες δεκαετίες και το οποίο οδήγησε στην παραγωγική αποδιάρθρωση, στη βύθιση του πρωτογενή τομέα, στην εκτίναξη του εμπορικού ελλείμματος, στην αύξηση της εξάρτησης από τις αυξανόμενες εισαγωγές. Για τη γεωργία το ζήτημα παίρνει ευρύτερες διαστάσεις, αφού αφορά την ικανότητα διατροφής του πληθυσμού, την αποφυγή τελικά μιας επισιτιστικής κρίσης.

Ειδικά το ζήτημα της διατροφικής αυτάρκειας αναδεικνύεται σε μείζον λόγω:

α) της διαρκούς οικονομικής αιμορραγίας της χώρας λόγω του ελλείμματος στο ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων,

β) της αδυναμίας διαμόρφωσης οποιασδήποτε ανεξάρτητης πολιτικής, αν δεν αντιμετωπιστεί η αγροδιατροφική εξάρτηση,

γ) των έντονων διακυμάνσεων των διεθνών τιμών των τροφίμων[1] και στις οποίες αδυνατεί μια χώρα να παρέμβει όταν τα εισάγει. Το ζήτημα αυτό το κατανοεί πλέον o περισσότερος κόσμος, όταν αναρωτιέται πώς μπορεί να υπάρχει άλλη πορεία για τη χώρα, χωρίς να είμαστε παραγωγικοί;

Ελλειμματική γεωργία – «ελλειμματική» αυτάρκεια

Τα στοιχεία για τη γεωργία παρουσιάζουν εικόνα κατάρρευσης. Η παραγωγική αποδιάρθρωση οδήγησε σε ένα συνεχώς διογκούμενο έλλειμμα στο ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων το οποίο ξεπέρασε τα 3 δισ. ευρώ το 2008 (Πίνακας 1) [2]

Ανάμεσα στο 1998 και το 2008 το έλλειμμα του ισοζυγίου αγροτικών προϊόντων αυξανόταν με ετήσιο ρυθμό 10,9%. Συνολικά τη δεκαπενταετία 1994-2008 το έλλειμμα στα αγροτικά προϊόντα αυξήθηκε κατά 529%. To αγροτικό εισόδημα μόνο την πενταετία 2006-2010 μειώθηκε κατά 13,5% και στο διάστημα 2005-2010 η συνολική αξία φυτικής και ζωικής παραγωγής υπέστη μείωση κατά 28%.[3]

Σε βασικά διατροφικά είδη η χώρα έγινε ελλειμματική και το έλλειμμα σε αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα έφτασε τα τελευταία 10 χρόνια (2001-2010) αθροιστικά στο τρομακτικό ποσό των 23 δισ. Ευρώ! [4]

Χρόνια πληγή του αγροτικού ισοζυγίου αποτελούν το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, το έλλειμμα των οποίων, για το 2008, έφτασε τα 2,1 δισ. ευρώ. Το 99% των εισαγωγών αυτών των προϊόντων γίνεται από την Ε.Ε., αποκαλύπτοντας ποιος είναι ο κυρίως ωφελημένος από την αποδιάρθρωση της εγχώριας παραγωγής. Το αρνητικό ισοζύγιο όσον αφορά στην κτηνοτροφία εκτινάσσεται, μάλιστα, ακόμα παραπάνω, αν προστεθεί και το έλλειμμα στο ισοζύγιο των ζωοτροφών που έφθασε το 2008 τα 355 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 216 από χώρες της Ε.Ε.

Η πορεία αυτή είχε ως συνέπεια τον περιορισμό της αυτάρκειας σε βασικά προϊόντα και την αύξηση της διατροφικής εξάρτησης της χώρας. Στον πίνακα 2 [5]  φαίνεται πιο ειδικά η μεταβολή του βαθμού αυτάρκειας σε κρέας.

Ακόμα, όμως, και σε δυναμικούς κλάδους με αυξημένο εξαγωγικό ενδιαφέρον δεν είναι λίγα τα «παράδοξα». Έτσι, εξάγουμε λαχανικά αξίας 106 εκατ. ευρώ, ενώ εισάγουμε λαχανικά αξίας 122 εκατ. ευρώ. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι οι βασικές χώρες εισαγωγής λαχανικών ήταν η Ολλανδία με 29 εκατ. ευρώ, η Γερμανία με 18 εκατ. ευρώ, η Γαλλία με 16 εκατ. Ευρώ, η Ιταλία με 15,1 εκατ. ευρώ και το Βέλγιο με 15 εκατ. ευρώ! [6]

Συνολικά ο τομέας των φρούτων και λαχανικών, που θεωρείται ατμομηχανή των αγροτικών εξαγωγών καλύπτοντας περίπου το 33% των εξαγωγών, παρουσίασε την περίοδο 2000-2008 αύξηση των εισαγωγών με ετήσιο ρυθμό 24,4%, έναντι ρυθμού αύξησης των εξαγωγών της τάξης του 5,2 %. Στον τομέα του ελαιολάδου και λιπών φυτικής προέλευσης την περίοδο 2000-2008 παρουσιάζεται εντυπωσιακή αύξηση των εισαγωγών με ετήσιο ρυθμό 72,1%, ενώ οι εξαγωγές των αντίστοιχων προϊόντων παρουσίασαν μείωση κατά 5% ετησίως![7] Στα δημητριακά, από πλεόνασμα το 1994 φτάσαμε σε έλλειμμα 350 εκατ. ευρώ το 2008. Ζάχαρη και καπνός τείνουν να εξαφανιστούν… Η ανεξέλεγκτη εισαγωγή αγροτικών προϊόντων στη χώρα αποτυπώνει την πλήρη αποδιοργάνωση του αγροτικού τομέα, ως συνέπεια των συνεχών αντιαγροτικών μεταρρυθμίσεων της ΚΑΠ, της φιλελευθεροποίησης της αγροτικής οικονομίας και της κατάργησης των όποιων περιορισμών στις εισαγωγές.

Η οικονομική αιμορραγία δεν σταματά, όμως, εδώ. Στον τομέα των εισροών (αγροτικά εφόδια, μηχανήματα, λιπάσματα, ζωοτροφές, σπόροι) διαρκώς εδραιώνεται η κυριαρχία των πολυεθνικών. Για να έχουμε εικόνα για τι ακριβώς μεγέθη συζητάμε, οι επενδύσεις μόνο σε μηχανήματα και εξοπλισμό μεταφορών ξεπέρασαν το 2008 τα 20 δισ. ευρώ.[8]  Η εξάρτηση αφορά και στον τομέα της επιστήμης και τεχνολογίας. Τα εθνικά ερευνητικά ιδρύματα απαξιώνονται χρόνο με το χρόνο, ενώ προβλέπεται η περαιτέρω συρρίκνωσή ή και το κλείσιμό τους. Η όποια έρευνα χρηματοδοτείται πλέον, άρα και ελέγχεται, από εταιρίες.

Συμπερασματικά, η ελληνική γεωργία, και ειδικά οι μικρομεσαίοι αγρότες, βρίσκεται σε πορεία κατάρρευσης, εγκλωβισμένη στις αντιαγροτικές κατευθύνσεις της ΚΑΠ (που εκφράζει τους συμβιβασμούς και τα συμφέροντα των ισχυρών χωρών της Ε.Ε. στον ΠΟΕ), ανοχύρωτη απέναντι στα φθηνά τρόφιμα που παράγονται με υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης ή των εξαθλιωμένων αγροτών σε τρίτες χώρες και των υπερ-εντατικοποιημένων μορφών καλλιέργειας, πλήρως εκτεθειμένη στα διεθνή καρτέλ του αγροδιατροφικού τομέα και στη χρηματιστικοποιημένη γεωργία (πρώτες ύλες και τρόφιμα).

Από το χωράφι στο ράφι

Αν στόχος της γεωργίας είναι η κάλυψη των διατροφικών αναγκών του πληθυσμού, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο στο ζήτημα της «τυπικής» αυτάρκειας σε τρόφιμα αλλά και το κατά πόσο αυτά μπορούν να φτάσουν στο οικογενειακό τραπέζι.

Είναι γνωστή η ψαλίδα μεταξύ των τιμών παραγωγού και της τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής με την παρεμβολή πολλών μεσαζόντων. Ο παραγωγός αμείβεται φθηνά και ο καταναλωτής πληρώνει ακριβά. Αυτή η διαφορά σε συνθήκες κρίσης μπορεί να είναι ολέθρια, τόσο για τον παραγωγό όσο και για τον καταναλωτή. Από τη μια το αυξανόμενο κόστος καλλιέργειας και η χαμηλή ζήτηση οδηγούν σε μείωση των τιμών παραγωγού, με κίνδυνο να ενταθούν οι τάσεις εγκατάλειψης και υποκαλλιέργειας και από την άλλη ο καταναλωτής, με διαλυμένο το εισόδημα, αδυνατεί να προμηθευτεί βασικά διατροφικά αγαθά.

Εδώ έχει σημασία μια ειδική αναφορά στις μεγάλες αλυσίδες λιανικής πώλησης τροφίμων (super markets, cash and carry) οι οποίες στη χώρα μας παρουσίασαν την περίοδο 1992-2009 αύξηση του μέσου ετήσιου ρυθμού πωλήσεων 13%, με το 75% των συνολικών πωλήσεων να αφορούν τρόφιμα και ποτά. Μάλιστα, οι 5 μεγαλύτερες αλυσίδες του κλάδου καταγράφουν το 45% των συνολικών πωλήσεων, ενώ είναι συνεχή τα κρούσματα αισχροκέρδειας που καλύπτονται με διάφορους τρόπους (εκ των υστέρων πιστωτικά τιμολόγια έκπτωσης κ.ά.).[9] Έτσι, η εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων παρουσιάζει έντονα στοιχεία υπερσυγκέντρωσης και ελέγχου της διακίνησης τροφίμων από μια χούφτα εταιρίες.

Τελικά έχουμε διατροφική αυτάρκεια;

Σε ανακοίνωσή της με τίτλο «Αυτάρκεια αγροτικών-διατροφικών προϊόντων» (Γενάρης 1012) η ΠΑΣΕΓΕΣ καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «Το ποσοστό αυτάρκειας της χώρας σε μία σειρά βασικών αγροτικών-διατροφικών προϊόντων φυτικής και ζωικής παραγωγής για το έτος 2010, ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 94% περίπου». Η συγκεκριμένη είδηση αναπαράχθηκε από πλειάδα Μέσων Ενημέρωσης και μπλογκ, ακόμα και από μέσα και ανθρώπους της Αριστεράς. [10]

Δυστυχώς, το αισιόδοξο αυτό συμπέρασμα εξάγεται από τους πίνακες που παρατίθενται στην εν λόγω μελέτη, μόνο αν εγκαταλειφθεί κάθε επιστημονική μέθοδος και η κοινή λογική (δείτε το σχετικό γράφημα).

Βασικό στοιχείο αναξιοπιστίας του συμπεράσματος είναι ότι η αυτάρκεια της τάξης του 94% προκύπτει ως μέσος όρος των ποσοστών αυτάρκειας πολλών διαφορετικών (ούτε καν ομοειδών) σε διατροφική αξία και οικογενειακή κατανάλωση αγροτικών προϊόντων. Έτσι, φτάνουμε στο εξής παράλογο: το έλλειμμα σε βόειο κρέας (30% αυτάρκεια) να αντισταθμίζεται από την υπερπαραγωγή βρώσιμης ελιάς (600% αυτάρκεια)!

Ένας πιο ουσιαστικός τρόπος για να αναλύσουμε την αυτάρκεια των προϊόντων θα ήταν να εξετάσουμε την αυτάρκεια κάθε προϊόντος ή ομοειδών προϊόντων (π.χ. κρέας) σε σχέση με τη σημασία τους στη διατροφή και το πόσα χρήματα από τον οικογενειακό προϋπολογισμό δαπανώνται για αυτά.

Μελετώντας τα στοιχεία της ΕΣΥΕ από την έρευνα των οικογενειακών προϋπολογισμών για το έτος 2004/2005 θα παρατηρούσαμε ότι:

α) τα είδη διατροφής αποτελούν τη σημαντικότερη δαπάνη των νοικοκυριών, απορροφώντας το 17,4% (306 ευρώ) του μηνιαίου προϋπολογισμού.

β) Ανάμεσα στα διάφορα διατροφικά είδη μόνο το κρέας, τα γαλακτοκομικά και τα αβγά, στα οποία είμαστε με χαμηλό δείκτη αυτάρκειας, αφορούν το 40,48% (124 ευρώ) των εξόδων για διατροφή με ποσοστά 22,08% και 18,40% αντίστοιχα. Επομένως, τα είδη στα οποία δαπανάται μεγάλο μέρος του λαϊκού εισοδήματος είναι αυτά στα οποία παρουσιάζουμε χαμηλό βαθμό αυτάρκειας και υψηλή εξάρτηση από τις εισαγωγές. [11]

Η παραγωγική ανασυγκρότηση προϋπόθεση ανεξάρτητης πορείας

Η αναγνώριση των δυσκολιών και της ζημιάς που έχει επιφέρει η εδώ και τρεις δεκαετίες αναδιάρθρωση-αποδιάρθρωση της ελληνικής γεωργίας, δεν οδηγεί φυσικά στην αντίληψη της ψωροκώσταινας και του ραγιαδισμού, ούτε σημαίνει ότι είναι αδύνατη μια διαφορετική πορεία. Αντίθετα, οφείλουμε να εντοπίσουμε τον κρίσιμο ρόλο που έχει η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, για να ξεφύγουμε από την εξάρτηση και την απομύζηση.

Ειδικά εάν κάτω από την κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα οδηγηθούμε σε μια πορεία ρήξεων με την τρόικα και το διευθυντήριο των Βρυξελλών, τότε η παραγωγική ανασυγκρότηση με στόχο η οικονομία μας να σταθεί στα πόδια της και να καλυφθούν οι επισιτιστικές ανάγκες του πληθυσμού θα βρεθεί στην ημερήσια διάταξη και θα είναι – πιθανόν – όρος ύπαρξης της όποιας μεταβατικής νέας κατάστασης.

Αλλαγές στην αντιμετώπιση του υποσιτισμού και της πείνας

Το πρόβλημα του υποσιτισμού είναι ήδη εδώ. Τα φαινόμενα παιδιών που λιποθυμούν και των ουρών στα συσσίτια γίνονται πλέον εικόνες «συνηθισμένες». Η ραγδαία φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού θα γιγαντώσει το πρόβλημα. Η λεηλασία στους μισθούς και η διαρκώς αυξανόμενη ανεργία μετατρέπουν σε δυσπρόσιτα βασικά είδη διατροφής. Ακόμα και προϊόντα στα οποία έχουμε αυτάρκεια δεν μπορούν να φτάσουν σε ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη.

Επομένως, η αναγκαία ανασυγκρότηση της αγροτικής οικονομίας προϋποθέτει  ένα συνδυασμό πολιτικών με στοιχεία εθνικού σχεδιασμού, προστασίας της εγχώριας παραγωγής και ανάπτυξης (ειδικά της κτηνοτροφίας) με μοχλό τους μικρομεσαίους παραγωγούς, και κεντρικό στόχο την αυτάρκεια αγροτικών προϊόντων και την κάλυψη των διατροφικών αναγκών ολόκληρου του πληθυσμού. Παράλληλα, θα παίξουν σημαντικό ρόλο νέες αναγκαίες δομές στον αγροτικό χώρο με χαρακτηριστικά αποκέντρωσης και τοπικοποίησης, αλλά και μια νέα συλλογική-συνεταιριστική συνείδηση και οργάνωση. Θα απαιτηθεί στράτευση/αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού της χώρας (που αυτή τη στιγμή βρίσκεται απαξιωμένο) στην παραπάνω κατεύθυνση με ταυτόχρονη αναβάθμιση των ερευνητικών ιδρυμάτων και αξιοποίηση της εμπειρίας και της γνώσης των ανθρώπων του χωραφιού. Θα πρέπει να οικοδομηθεί μια νέα προσέγγιση-σχέση του παραγωγού με το προϊόν που παράγει και με τον καταναλωτή για τον οποίο προορίζεται.

Ενδεικτικά [12] κάποιες πιο συγκεκριμένες ενέργειες μπορούν να είναι:

* Μείωση του κόστους καλλιέργειας για να μειωθεί το κόστος παραγωγής και οι τιμές των προϊόντων με περιορισμό στις τιμές καυσίμων και ενέργειας.

* Κατώτατες τιμές παραγωγού.

* Κοστολογικός έλεγχος σε πολυεθνικές αγροτικών εφοδίων, στις μεταποιητικές βιομηχανίες και στις αλυσίδες λιανικής πώλησης.

* Εναλλακτικοί, φθηνοί, ήπιοι και όσο το δυνατόν πιο φιλικοί στο περιβάλλον και στον άνθρωπο τρόποι καταπολέμησης ασθενειών και λίπανσης, ώστε να παράγονται ασφαλή τρόφιμα.

* Δημιουργία δημόσιας βιομηχανίας φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων καθώς και μεταποιητικών βιομηχανιών με τη συμμετοχή και τον έλεγχο αγροτών και καταναλωτών.

* Σχεδιασμός εγχώριας κάλυψης της ζήτησης σε ζωοτροφές.

* Στήριξη της κτηνοτροφίας με κίνητρα για την απασχόληση νέων ανθρώπων σε ημιορεινές περιοχές.

* Πολιτικές και έργα ορθής διαχείρισης υδάτινων πόρων με κριτήριο τον κοινωνικό και ζωτικό χαρακτήρα του νερού.

* Περιορισμός και έλεγχος των μεσαζόντων, ενίσχυση λαϊκών αγορών, ενίσχυση δικτύων άμεσης διασύνδεσης παραγωγού-καταναλωτή.

* Δημοτικά προγράμματα αξιοποίησης ακαλλιέργητων εκτάσεων από ομάδες ανέργων.

* Άμεσο πρόγραμμα κάλυψης επισιτιστικών αναγκών ευπαθών κοινωνικών ομάδων.

* Αγορά προϊόντων από τους συνεταιρισμένους παραγωγούς και διάθεση στις ομάδες αυτές.

* Ανάπτυξη και στήριξη των κοινωνικών παντοπωλείων.

Τα παραπάνω μπορούν να εφαρμοστούν, βεβαίως, μόνο με μια πολιτική ρήξεων με την ΚΑΠ, σε συνδυασμό με αλλαγές και στην υπόλοιπη οικονομία (εθνικοποιήσεις, τράπεζες, ενέργεια κ.λπ.) και εντασσόμενες σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική διέξοδο της χώρας.

Παραπομπές

[1] Πρώτες ύλες και τρόφιμα αποτελούν πλέον χρηματιστηριακά προϊόντα. Κερδοσκοπικά κεφάλαια ύστερα από την φούσκα των ακινήτων κινήθηκαν στον τομέα των πρώτων υλών και των τροφίμων εκτοξεύοντας τις τιμές τους. Η αύξηση των τιμών οφείλεται και στον έλεγχο της εμπορίας βασικών τροφίμων από λίγες πολυεθνικές που μπορούν “παίζοντας” με την προσφορά και την ζήτηση και καθορίζοντας την τιμή τους.

2. Πηγή: Eurostat, ΕΣΥΕ. Η πτωτική πορεία από το 2009 και μετά έχει να κάνει αποκλειστικά με τον περιορισμό της κατανάλωσης που πλήττει τις εισαγωγές, λόγω της κρίσης και των μνημονίων λιτότητας.

3. Πηγή: Eurostat, 23.08.2011

4. Επεξεργασία στοιχείων ΕΣΥΕ

5. Πηγή: Eurostat

6. Πηγή: Κώστας Μελάς. Η αγροτική παραγωγή.

7. Πηγή: ΕΣΥΕ

8. Πηγή: Εθνικοί Λογαριασμοί – ΕΛ.ΣΤΑΤ.

9. Πηγή: ICAP, Έρευνα αγοράς των Super Markets, 15/2/2011 –ΠΑΣΕΓΕΣ

10. Ισοσελίδα iskra, Δημήτρης Καζάκης κ.ά.

11. Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ.

12. Στις προτάσεις που κωδικά διατυπώνονται ισχύει κυριολεκτικά το «ενδεικτικά». Είναι μόνο κάποιες από ένα σύνολο πολιτικών και δράσεων που απαιτούνται και οι οποίες χρήζουν περαιτέρω επεξεργασίας.

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 05 Μάρτιος 2012, http://edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=7795:…=51

Ο ρόλος του Χρήματος από το 1945 έως … ΙV

Ο ρόλος του Χρήματος. Από το 1945 ως την εποχή της μαϊμούς – Μέρος ΙV

 

Του Γιώργου Π. Τριανταφυλλόπουλου

 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙΙ

Οι λόγοι που ώθησαν τις κυρίαρχες τάξεις των χωρών αυτών για τη δημιουργία του ευρώ βρίσκονται στα λόγια του Στέφαν Κολινιόν, επικεφαλής της επιστημονικής επιτροπής του  Centro Europa Ricerche (CER) της Ρώμης: «Μια νομισματική ένωση δεν είναι σύστημα σταθερών ισοτιμιών. Η ουσία της νομισματικής ζώνης συνίσταται στην απεριόριστη πρόσβαση από όλες τις εμπορικές τράπεζες στην ρευστότητα της κεντρικής τράπεζας την ΕΚΤ. Το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα συλλέγει τις αποταμιεύσεις από παντού στη Ζώνη του Ευρώ και τις επενδύει οπουδήποτε βρίσκει κερδοφόρες ευκαιρίες.» (Eurointelligence, 22.04.2010).

Οι λόγοι επομένως δημιουργίας του ευρώ πρέπει πρωτίστως να αναζητηθούν στα τραπεζικά συμφέροντα και τον κυρίαρχο ρόλο τους στην οικονομική και πολιτική ζωή των αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης.

 Διάγραμμα 3

ΠΗΓΗ: https: / / stats.ecb.europa.eu / stats / download / bsi_ma_historical / bsi_ma_historical.zip

Στα δύο διαγράμματα που ακολουθούν βλέπουμε την μεταβολή σε όλα τα είδη χρήματος που έχουμε περιγράψει για το ευρώ και το γιέν, από το 1998 ως το 2008. Στα διαγράμματα παρατηρούμε την ίδια συμπεριφορά και των δύο παραπάνω νομισμάτων με το δολάριο, τη σχετική στασιμότητα στην ποσότητα του νομίσματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία και τη διόγκωση της ποσότητας όλων των υπόλοιπων μορφών χρήματος.

                                                                                                                                 

                                                                     Διάγραμμα 4

 

ΠΗΓΗ: http://www.boj.or.jp/en/type/stat/dlong/fin_stat/money/cdab0020.csv

 

Παρά την μη δημοσιοποίηση από την Federal Reserve τα στοιχεία συνέχισαν να συλλέγονται από ιδιώτες και στο διάγραμμα που ακολουθεί βλέπουμε τις μεταβολές στο Μ3 χρήμα και μετά την έναρξη της μη δημοσιοποίησης.

  

 


 Διάγραμμα 5

ΠΗΓΗ:http://www.nowandfutures.com/articles/20060426M3b,_repos_&_Fed_watching….

 Σε όλα τα παραπάνω διαγράμματα που αφορούν τις αναπτυγμένες χώρες παρατηρούμε τα ίδια χαρακτηριστικά. Μετά την οριστική αποδέσμευση των νομισμάτων από το χρυσό, το 1971, αρχίζει ουσιαστικά και η διόγκωση του Μ2 και του Μ3. Ιδιαίτερα δε η διόγκωση του Μ3 αρχίζει αυτή ακριβώς την εποχή για να αποτελέσει κατά το 2005 το 40% του συνολικού χρήματος όπως φαίνεται στο διάγραμμα 2. Την ίδια χρονιά το Μ2 αποτελούσε το άλλο 40% αφήνοντας στο χρήμα που βρισκόταν σε κυκλοφορία μόνο ένα 20%. Μέχρι το 2010 το ποσοστό του κυκλοφορούντος χρήματος στις ΗΠΑ ήταν πολύ κάτω από το ποσοστό αυτό. Το ίδιο παρατηρούμε για όλα τα νομίσματα των καπιταλιστικών κέντρων καθώς και για τα νομίσματα του Καναδά και της Αυστραλίας. Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990 αρχίζει μια απότομη αύξηση του Μ2 και του Μ3 σε όλα τα κυρίαρχα στις χρηματαγορές νομίσματα.

Στα επόμενα διαγράμματα βλέπουμε την προσφορά της στερλίνας καθώς και το Μ3 χρήμα στη Βρετανία σαν ποσοστό του ΑΕΠ.

                                                                   Διάγραμμα 6

 Διάγραμμα 7

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΧΡΗΜΑΤΟΣ Μ3 ΩΣ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΟΥ ΑΕΠ

 Παρατηρούμε και πάλι τη διόγκωση του Μ3 και για τη στερλίνα σε μεγέθη που αγγίζουν το 80% του ΑΕΠ μετά το 2004. Στο επόμενο διάγραμμα βλέπουμε την προσφορά χρήματος στις ΗΠΑ από το 1910 ως το 2010. Παρατηρούμε την άνοδο του προσφερόμενου χρήματος από τη δεκαετία του 1970 και μετά και την απόλυτα κατακόρυφη άνοδό του το 2009 μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.

 

Διάγραμμα 8


Στο επόμενο διάγραμμα βλέπουμε την εκατοστιαία μεταβολή της προσφοράς χρήματος και τις εκατοστιαίες μεταβολές του Μ1, Μ2 και Μ3 χρήματος στις ΗΠΑ από το 1960 ως το 2007.

 

Διάγραμμα 9

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.federalreserve.gov/releases/h6/hist/

Το πρώτο που παρατηρούμε στο διάγραμμα 9 είναι η συνεχής αύξηση  όλων των μορφών χρήματος σε όλο το παραπάνω διάστημα. Το Μ2 και Μ3 αυξάνουν τους ρυθμούς μεταβολής τους  από το 1960 ως το 1980 και κατόπιν οι ρυθμοί τους μειώνονται ως το 1992-93. Από τις χρονιές αυτές και μετά οι ρυθμοί αύξησής τους αυξάνονται πάλι γρήγορα ενώ οι ρυθμοί αύξησης του Μ1 παραμένουν χαμηλότεροι και γίνονται και αρνητικοί την περίοδο 1995-2000.

   

 

 

 

 

 

Στο επόμενο διάγραμμα βλέπουμε την προσφορά χρήματος Μ3 στη Βρετανία  (οι Βρετανοί το λένε Μ4) μεταξύ των ετών 1999 και 2008. Παρατηρούμε τους ταχύτατους ρυθμούς αύξησής του με ρυθμούς που ξεπερνούσαν και το 12% ετησίως ιδιαίτερα το 2005 και το 2006.

 Διάγραμμα 10


ΠΗΓΗ:http://www.marketoracle.co.uk/images/2008/uk-money-supply-growth-dec08.gif

 

Στο επόμενο διάγραμμα βλέπουμε τους ρυθμούς αύξησης του Μ4 για τη στερλίνα, του Μ3 για το ευρώ και του Μ2 για το δολάριο.

Διάγραμμα 11


ΠΗΓΗ: http://advisoranalyst.com/glablog/tag/economic-updates/

 

Εκείνο επομένως που μπορούμε να συμπεράνουμε από τα παραπάνω είναι μια εκρηκτική διόγκωση του χρήματος που δε βρίσκεται σε κυκλοφορία, που δεν υπάρχει δηλαδή ουσιαστικά, από τη δεκαετία του 1970 και μετά. Και μιλάμε κυρίως για τα χρήματα που αποτελούν τα διεθνή αποθεματικά και που είναι κι εκείνα των πλέον αναπτυγμένων χωρών. Το δολάριο, το ευρώ, τη στερλίνα και το γιεν.  Στο επόμενο διάγραμμα βλέπουμε το ύψος των παγκόσμιων αποθεματικών καθώς και το νόμισμα στο οποίο βρίσκονται.. 

 

Διάγραμμα 12


ΠΗΓΗ: http://globaleconomy.foreignpolicyblogs.com/tag/chinese-economic-nationa…

Παρατηρούμε αρχικά τη μεγάλη άνοδο των παγκόσμιων αποθεματικών μέσα στην πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα από 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια το 1999 σε 4,5 σχεδόν τρισεκατομμύρια δολάρια το 2009. Τα παγκόσμια αποθεματικά κυριαρχούνται από το δολάριο σε ποσοστό 60% περίπου με τη δεύτερη θέση να την κατέχει το ευρώ με ποσοστό 25% περίπου. Από τις αρχές του εικοστού αιώνα, οπότε και κυκλοφόρησε το ευρώ, παρατηρούμε μια συνεχή μείωση του ποσοστού των αποθεματικών σε δολάρια και μια αντίστοιχη αύξηση των αποθεματικών σε ευρώ.

Στο διάγραμμα που ακολουθεί βλέπουμε την αύξηση της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής και τη μεταβολή στο παγκόσμιο χρήμα από το 1945 ως το 2005.

                                                       Διάγραμμα 13

ΠΗΓΗ: goldnews.bullionvault.com/inflation_money_gol.

Στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον παραπάνω διάγραμμα βλέπουμε την απόλυτη αναντιστοιχία μεταξύ του χρήματος που βρισκόταν σε παγκόσμια κυκλοφορία και της πραγματικής παραγωγής, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και ιδιαίτερα μετά το 2000. Μια μεγάλη ανατροπή συντελέστηκε επομένως από τα μέσα της δεκαετίες του 1970. Το χρήμα δεν αποδεσμεύτηκε μόνο από το χρυσό ή τον άργυρο αλλά και από την παραγωγή, αποτελώντας πλέον ένα τελείως ιδιόμορφο εμπόρευμα.

Σε αντιδιαστολή με το παραπάνω διάγραμμα βλέπουμε στο επόμενο διάγραμμα το χρήμα που βρισκόταν σε κυκλοφορία και την ομαλή αύξησή του από το 1990 ως το 2008.

 

Διάγραμμα 14


ΠΗΓΗ: http://www.federalreserve.gov/paymentsystems/coin/data.htm

 

Στο τελευταίο διάγραμμα παρουσιάζουμε τα αποθεματικά των ανερχόμενων αγορών, σαν ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ, από το 1990 ως το 2009 όπως έχουν υπολογιστεί από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Παρατηρούμε τη ραγδαία άνοδο των αποθεματικών ιδιαίτερα των χωρών της Ασίας.

 

Διάγραμμα 15


ΠΗΓΗ: http://www.imf.org/external/pubs/ft/survey/so/2009/NUM100809A-1.gi

 

Η τεράστια διόγκωση του χρήματος με όλες τις μορφές του και η ανακάλυψη νέων από τη δεκαετία του 1970 και μετά εξυπηρετούσε συγκεκριμένα συμφέροντα και δεν ήταν καθόλου ουδέτερη ταξικά και κοινωνικά. Ήταν μια διαδικασία στην υπηρεσία του κεφαλαίου καθώς αυτό μετατρεπόταν με ταχύτατους ρυθμούς σε απολύτως παρασιτικό. Καθώς το παρασιτικό χρήμα, κυρίως με τη μορφή Μ3, διογκωνόταν η μεταφορά πλούτου από τις αναπτυσσόμενες στις αναπτυγμένες χώρες, από την εργασία στο κεφάλαιο και από τις πιο αδύνατες μερίδες του κεφαλαίου στις πιο ισχυρές έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις εντείνοντας στο έπακρο την ανισοκατανομή του πλούτου τόσο μεταξύ των τάξεων όσο και μεταξύ των διαφόρων ομάδων του κεφαλαίου και των διαφόρων χωρών. Φυσικά μια και αυτή η διόγκωση δε στηριζόταν και ούτε στήριζε κάποιο πραγματικό οικονομικό στοιχείο στην παραγωγή δημιουργούσε απλά φούσκες.

Όταν οι φούσκες άρχισαν να σκάνε το 2007 το κεφάλαιο απαιτεί τα πλασματικά χρηματικά του στοιχεία να μετασχηματιστούν σε πραγματικά μέσω της μεταφοράς πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο και μέσω της μεταφοράς των δημόσιων αλλά και των ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων σε αυτό. Μέχρι τώρα το επιτυγχάνει με την αμέριστη βοήθεια και συνδρομή των κρατών. Το αν θα ευοδωθούν όμως τελικά οι στόχοι του εξαρτάται αποκλειστικά από τη στάση των εργαζόμενων. Αυτοί και η συνείδησή τους είναι ο τελικός διαμορφωτής της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας.

* Άρθρα που ολοκληρώνουν την παρούσα ανάρτηση:

ΤΟ ΧΡΗΜΑ Ι:  http://eparistera.blogspot.com/2011/12/blog-post_28.html

ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΙΙ: http://eparistera.blogspot.com/2012/01/1800-1945.html

 

ΠΗΓΗ: Tue, 2012-03-06, http://aristeroblog.gr/node/548

Υπ.Παιδ.: Δυσφήμηση & επιβράβευση πανεπιστημιακών

Η Υπουργός Παιδείας, η δυσφήμηση και η επιβράβευση πανεπιστημιακών

 

Του Γιώργου Μαυρογιώργου*


 

Αξιότιμη κυρία Υπουργέ,

Παρακολουθώ με ανησυχία τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζετε  τις δικαιολογημένες αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί από σημαντική μερίδα πανεπιστημιακών, φοιτητών και εργαζομένων στα πανεπιστήμια εναντίον των πολύ αρνητικών εξελίξεων που δρομολογούνται με το νόμο 4009/11 για το ελληνικό πανεπιστήμιο. Έχετε επιδοθεί σε μια συστηματική δυσφήμηση όσων αντιδρούν και αποδίδετε ευθύνες στις πρυτανικές αρχές για τις καθυστερήσεις, τις ματαιώσεις και τις αναβολές που έχουν σημειωθεί, αν και γνωρίζετε ότι με το νόμο έχετε αφαιρέσει από τις πρυτανικές αρχές σημαντικές αρμοδιότητες για τις σχετικές διαδικασίες.

Έχετε αναβαθμίσει πρώην πρυτάνεις προσκείμενους σε σας – μετά τις αλλεπάλληλες παραιτήσεις – σε ρυθμιστές των εξελίξεων. Έχετε ήδη περιστείλει σημαντικές αρμοδιότητες από τις εκλεγμένες πρυτανικές αρχές. Παρόλα αυτά τους καταγγέλλετε για  ανομία, βία, κωλυσιεργία, αυθαιρεσία, πλημμελή άσκηση διοίκησης κ.α. και τους απειλείτε με κυρώσεις. Είναι πολλές οι έγκυρες αναλύσεις που έχουν δώσει πειστικές απαντήσεις στις αιτιάσεις σας. Δε θα ασχοληθώ με αυτό το θέμα, επί του παρόντος.

Θα επιχειρήσω, να μεταφερθώ, προς στιγμήν, στο δικό σας πλαίσιο αναφοράς για να ισχυριστώ  ότι η ίδια, ως Υπουργός, κατ επανάληψη  έχετε παρακάμψει θεμελιώδεις αρχές άσκησης πολιτικής και διοίκησης σε πολλά πεδία. Στα όσα, κατά καιρούς, έχουν δει το φώς της δημοσιότητας, θα προσθέσω  συγκεκριμένες προσωπικές επιλογές σας που συνιστούν και δυσφήμηση και επιβράβευση. Για να γίνω συγκεκριμένος:

Η δυσφήμηση

1. Έχετε, με  αποφάσεις στη διάρκεια της θητείας σας, ορίσει καθηγητή του Τμήματος ΦΠΨ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων:

• Αναπληρωτή του Γενικού  Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, ως  εκπροσώπου του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, στο ΕΣΥΠ

• Μέλος του ΔΣ του Ινστιτούτου Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος»(Ι.Τ.Υ.Ε.)

• Μέλος της επιτροπής για τη σύνταξη της Έκθεσης ΟΟΣΑ για την Εκπαίδευση στην Ελλάδα

• Πρόεδρος του Συμβουλίου επιλογής των Προϊσταμένων Διευθύνσεων Εκπαίδευσης

• Διευθυντή ΠΕΚ Ιωαννίνων

• Μέλος του Κεντρικού Επιστημονικού Συμβουλίου για την Πρόληψη και την Αντιμετώπιση της Θυματοποίησης και της Εγκληματικότητας των Ανηλίκων (ΚΕΣΑΘΕΑ) του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Δεν αποκλείεται να μας διαφεύγουν και άλλες θέσεις ή αρμοδιότητες κοινοτικών προγραμμάτων. Θα μου επιτρέψετε να ισχυριστώ ότι:

• Απασχολείτε ένα και μόνο μέλος ΔΕΠ ενός Τμήματος του Πανεπιστημίου σε πολλές και σημαντικές θέσεις, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα την πλημμελή άσκηση των διδακτικών, ερευνητικών και διοικητικών καθηκόντων στο ίδιο το Πανεπιστήμιο. Με τόσες αρμοδιότητες τον ακυρώνετε ως πανεπιστημιακό δάσκαλο. Δυσφημείτε τον εαυτό σας, τον ίδιο και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με τις επιλογές σας. Τώρα καταλαβαίνουμε γιατί ορισμένοι πανεπιστημιακοί πρώτης βαθμίδας, από άποψη έκτασης, μόλις που συμπληρώνουν συγγραφικό έργο 100 σελίδων! Με λίγα λόγια, οι επιλογές σας είναι εις βάρος του Πανεπιστημίου την ίδια στιγμή που η ίδια καλείτε τις πρυτανικές αρχές να εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία των πανεπιστημίων. Μη βιαστείτε να επικαλεστείτε τη νομιμότητα, πριν διαβάσετε το κείμενο μέχρι το τέλος.

• Λόγω συγκέντρωσης αρμοδιοτήτων στο πρόσωπο ενός και μόνο μέλους ΔΕΠ, είναι ανοικτό το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό πλέγμα εξουσιαστικών ή άλλων εξαρτήσεων, με πολλές αρνητικές προεκτάσεις για το όλο πεδίο των σχετικών δραστηριοτήτων. Η πολύχρονη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων και η κατοχή πολλών θέσεων συνδέεται με την ανάδειξη μιας κοινωνικής νομενκλατούρας που συμβάλλει στη διαμόρφωση ιδιότυπων κοινωνικών σχέσεων. Αγκαλιάζει όλη την ιεραρχική κλίμακα, επηρεάζει συμπεριφορές και δημιουργεί πολλαπλές εξαρτήσεις με εμφανή τον κίνδυνο του εκμαυλισμού, της εξαγοράς, του προσεταιρισμού, κ. α. . Ομάδες και άτομα, μέσα σε ένα κλίμα έξαρσης των πελατειακών σχέσεων  είναι εκτεθειμένα σε διαδικασίες προσεταιρισμού και ενσωμάτωσης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ακόμα και  οι διαδικασίες για την ανάδειξη των Συμβουλίων διοίκησης  εκτίθενται  σε πολλές θεατές και αθέατες στρεβλώσεις. Ας αφήσουμε στην άκρη την δυσκολία που έχει ένα και μόνο άτομο να ανταποκριθεί με στοιχειώδη επάρκεια σε όλες αυτές τις θέσεις. Εκτός, βέβαια, και πρόκειται για εικονικούς και συμβολικούς διακανονισμούς!

Η επιβράβευση

Έχετε επιλέξει για όλες τις παραπάνω θέσεις ένα μέλος ΔΕΠ το οποίο, όπως γνωρίζετε ή οφείλετε να γνωρίζετε, αντικειμενικά συνδέεται με σοβαρά ζητήματα που έχουν ανακύψει στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων:

• Έχει γίνει διαχειριστικός καταλογισμός εις βάρος του Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για το πρόγραμμα «Ένταξη Τσιγγανοπαίδων στο Σχολείο», για σειρά προβλημάτων στην υλοποίηση του προγράμματος με ευθύνη και του επιστημονικού υπεύθυνου. Το Πανεπιστήμιο βρίσκεται χρόνια τώρα σε μια περιπέτεια λόγω των παρατυπιών και των σοβαρών παραλείψεων που είχαν εντοπισθεί. Το Πρόγραμμα δεν ολοκληρώθηκε. Με απόφαση υφιστάμενης σε σας αρχής διακόπηκε η συνέχιση και η ολοκλήρωσή του. Το πανεπιστήμιο καλείται να πληρώσει τον καταλογισμό. Έκανε  αλλεπάλληλες ενστάσεις  για να αποφύγει τον καταλογισμό διακυβεύοντας το ενδεχόμενο να προσφέρει άλλοθι σε όσους δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους.

• Έχει γίνει διαχειριστικός καταλογισμός εις βάρος του Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων σε πρόγραμμα ΠΕΝΕΔ, για παρατυπίες και παραλείψεις που οφείλονται στον  επιστημονικό υπεύθυνο. Μάλιστα, από τη σχετική αλληλογραφία που υπάρχει στην Επιτροπή Ερευνών του Πανεπιστημίου, ο  επιστημονικός υπεύθυνος αποπειράθηκε, με έγγραφό του να παραπλανήσει την Επιτροπή Ερευνών, όταν εξέπνεαν οι σχετικές προθεσμίες, για τη διακοπή σύμβασης σε υποψήφια διδάκτορα επικαλούμενος ως λόγο το ότι η ΓΣΕΣ του Τμήματος ΦΠΨ δεν είχε δεχτεί, δήθεν, την υποψήφια για εκπόνηση διατριβής. Η αλήθεια ήταν ότι ο ίδιος ως πρόεδρος του Τμήματος και ως επόπτης είχε εισηγηθεί το θέμα στη ΓΣΕΣ και είχε εγκριθεί. Ο ίδιος είχε υπογράψει το σχετικό έγγραφο κοινοποίησης στον εαυτό του και στην υποψήφια τη σχετική θετική  απόφαση της ΓΣΕΣ. Δε μοιάζει απίστευτο;

Οικογενειοκρατία;

 Έχετε προσλάβει, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, στο Γραφείο της Ειδικής Γραμματέως του Ενιαίου Διοικητικού Τομέα Θεμάτων Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού, Εκπαίδευσης Ελληνοπαίδων Εξωτερικού, Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης και Αποκέντρωσης του Υπουργείου Παιδείας, τη θυγατέρα, σε θέση Ειδικού Συμβούλου. Προς τι οι διακηρύξεις  για πάταξη φαινομένων οικογενειοκρατίας, τη στιγμή που όσοι βρίσκεστε σε θέσεις εξουσίας τα εκτρέφετε και ζητάτε, ταυτόχρονα, με εντολή των υπηρεσιών σας τη διερεύνηση από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων σχετικής καταγγελίας για τη συγκεκριμένη περίπτωση; Δε μοιάζει φαρσοκωμωδία όλο αυτό, σε μια εποχή που έχετε βάλει το ελληνικό Πανεπιστήμιο στην πιο θλιβερή περιπέτεια της ιστορίας του; 

Κυρία Υπουργέ,

Γνωρίζετε (ή οφείλετε να γνωρίζετε) ότι από το Γραφείο του πρώην Υφυπουργού Παιδείας έχει διαβιβαστεί εντολή στο Πανεπιστήμιο για διερεύνηση των σχετικών ζητημάτων. Μοιάζουν όλα αυτά  με τις κωμικές διαδικασίες των λεγόμενων Εξεταστικών Επιτροπών της Βουλής. Αυτές τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των Υπουργών θα τις αλλάξετε με νόμους και με το Συμβούλιο Διοίκησης; Έχετε αντιληφθεί ότι για τα προβλήματα των πανεπιστημίων τη μεγάλη ευθύνη την έχετε εσείς και οι προκάτοχοι σας, με τους επίλεκτους συνεργάτες σας; Γεμίσατε τις πόλεις και τις κωμοπόλεις με πανεπιστήμια, για να ευνοηθούν ακόμη και προσωπικές στρατηγικές πανεπιστημιακών-στενών συνεργατών του Υπουργείου! Τώρα προγραμματίζετε συγχωνεύσεις/καταργήσεις. Εσείς, σήμερα, και άλλοι ομόλογοί σας στο παρελθόν, «κάνετε στραβά μάτια», εσείς παρεμβαίνετε, κωλυσιεργείτε, εσείς ανέχεστε, εσείς υποδαυλίζετε, εσείς υποθάλπετε, εσείς αδρανείτε. Και ύστερα οι ίδιοι δίνετε εντολές για διερεύνηση! Εσείς δεν επιτρέπετε στα Πανεπιστήμια την άσκηση διοίκησης. Εσείς και οι προκάτοχοί σας έχετε δημιουργήσει δίχτυ προστασίας  υπέρ συγκεκριμένων πανεπιστημιακών που περιφέρονται στα κέντρα λήψης αποφάσεων και παραβιάζουν κατ εξακολούθηση νόμους και δεοντολογίες. Τώρα καταλαβαίνω γιατί οι πρυτάνεις δεν άσκησαν τις σχετικές αρμοδιότητες που είχαν!  Όσοι κατά καιρούς είχατε τη θέση Υπουργού εκμεταλλευτήκατε το πανεπιστήμιο λες και είναι λάφυρο της εξουσίας σας.

Επινοήσατε, τα τελευταία χρόνια, ως κυβερνητική εξουσία τη λεγόμενη «ανοικτή διακυβέρνηση» για να αγοράσετε το άλλοθι των αυθαίρετων επιλογών. Αναρτάτε τις αποφάσεις  στη «Διαύγεια» για να εκφράσετε τον κυνισμό και την αλαζονεία της εξουσίας, σε μια εποχή που μας τρομοκρατείτε με τις βάρβαρες περικοπές, το φόβο, τα πλαστά διλήμματα, την ανεργία, τη χρεοκοπία και το «πανεπιστήμιο της αγοράς».

Μην  αξιοποιήσετε την περίπτωση που σας περιέγραψα για να συνεχίσετε την επίθεση δυσφήμησης κατά των πανεπιστημιακών. Οι μεμονωμένες περιπτώσεις δεν προσφέρονται για γενικευμένη κρίση. Δεν αναφέρω το όνομα του πανεπιστημιακού γιατί το ζήτημα δεν είναι οι συγκεκριμένες περιπτώσεις όσο οι  πρακτικές αυτών που ασκούν την εξουσία. Οι περιπτώσεις προσφέρονται μόνο για την ανατομία «προσωπικών ιστοριών» στα συμφραζόμενα συγκεκριμένων συγκυριών, με τη συνδρομή των εξουσιαστικών μηχανισμών. Θεωρούμε δεδομένο ότι στο ελληνικό πανεπιστήμιο η πλειονότητα των πανεπιστημιακών δεν έχει χάσει την ιδιότητα του πανεπιστημιακού ερευνητή και δασκάλου. Είναι αυτοί που κρατούν  ανοιχτό το όραμα για ένα άλλο δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Οι συγκεκριμένες αποφάσεις σας εκθέτουν. Επιβραβεύετε πρακτικές που απάδουν προς την ιδιότητα του ακαδημαϊκού δασκάλου. Επιβραβεύετε τον κυνισμό, την ανομία, την αυθαιρεσία, την ανευθυνότητα, την οικογενειοκρατία, τις πρακτικές  διασπάθισης του δημόσιου χρήματος και παραπλάνησης. Δεν επιβραβεύετε απλώς. Συνεχίζετε με τον πιο κυνικό τρόπο τις γνωστές άθλιες πολιτικές του πελατειακού συστήματος την ίδια στιγμή που απ τα τηλεοπτικά παράθυρα ευαγγελίζεστε τη ρήξη με το πελατειακό κράτος του παρελθόντος. Απειλείτε τους πρυτάνεις με αναστολή επιχορήγησης των πανεπιστημίων!  Και παρ όλα αυτά, διεκδικείτε αξιοπιστία για τις γενικότερες επιλογές της πολιτικής σας.  Έχουμε πολλούς λόγους να μη «δίνουμε φράγκο» στους ισχυρισμούς σας. Αυτό θα το διαπιστώσετε πολύ σύντομα εσείς, οι συγκυβερνώντες και οι συνεργάτες σας.

Για τη βασιμότητα των ισχυρισμών «επί των συγκεκριμένων», επικαλούμαι τις  δικές σας αποφάσεις, τις οποίες έχετε αναρτήσει στην κυνική διαφάνεια της «Διαύγειας», τα έγγραφα της Πρυτανείας, της Επιτροπής Ερευνών και του Τμήματος  ΦΠΨ. Μη ζητήσετε διερεύνηση των όσων σας γράφω. Σας υπενθυμίζω ότι την έχετε ζητήσει και, μάλιστα, για έναν πρόσθετο εξίσου σοβαρό λόγο. Αυτός δεν είναι του παρόντος. Προς το παρόν, με απασχολούν οι κραυγαλέες αντιφάσεις σας.

 

Σημείωση: Μόλις ακούστηκε η είδηση για ενδεχόμενη μετακίνηση της κ. Υπουργού!

 

* Γιώργος Μαυρογιώργος – Κάποτε, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – Σήμερα, συνταξιούχος σε καθεστώς μνημονίων

 

ΠΗΓΗ: 7-3-2012, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=59063

Μεταφυσικής αγώνας άγονος & το δώρο μαρτυρίας IΙ

Μεταφυσικής αγώνας άγονος και το δώρο της μαρτυρίας: διαδρομές στη σύγχρονη Φιλοσοφία της Θρησκείας – Μέρος ΙΙ

 

Του π. Ευάγγελου Γκανά


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Το πρόβλημα της επιστημολογικής αξιοπιστίας της εμπειρίας ως πηγής πεποιθήσεων

Βάζοντας εκ νέου τις θρησκευτικές εμπειρίες στο κέντρο της επιστημονικής έρευνας, αν και με τρόπο αμφιλεγόμενο που έγινε αντικείμενο εκτεταμένης κριτικής,  ο William James πυροδότησε μια συζήτηση που δεν έχει σταματήσει. Εδώ ούτε θα την συνοψίσουμε ούτε θα αναδείξουμε τις βασικές της πτυχές. Θα αρκεστούμε σε μια συγκεκριμένη αναφορά, το έργο του William Alston, και συγκεκριμένα το έργο του Perceiving God, γιατί αποτελεί σημαντική συμβολή στην επιστημολογική συζήτηση πάνω στο θέμα των θρησκευτικών εμπειριών.

Στη σύγχρονη αυτή συζήτηση λαμβάνεται συχνότατα ως δεδομένο,  από θρησκευόμενους και μη στοχαστές,  ότι οι εμπειρίες αυτές συνιστούν ένα τελείως υποκειμενικό φαινόμενο χωρίς καμιά γνωστική αξία. Ενάντια σ’ αυτή τη θεώρηση ο Alston θα υποστηρίξει πως η εμπειρική αίσθηση της παρουσίας του Θεού, αυτό που ονομάζει αντίληψη του Θεού, συνιστά μια σημαντική συμβολή στη θεμελίωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Πιο συγκεκριμένα, ο Alston προσπαθεί να τεκμηριώσει την άποψη πως ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρείται δικαιολογημένος για τις πεποιθήσεις που έχει περί Θεού, πεποιθήσεις που πηγάζουν από την αντίληψή του πως ο Θεός εμφανίζεται στη ζωή του και μάλιστα με συγκεκριμένες πράξεις: τον παρηγορεί, τον ενδυναμώνει, τον καθοδηγεί, του επικοινωνεί κάποιο μήνυμα, τον διατηρεί στη ζωή.

Στο βαθμό που η μυστική εμπειρία είναι μια εμπειρία που σχετίζεται με την αντίληψη, τότε, εξ απόψεως φαινομενολογίας, το ερώτημα κατά πόσον η μυστική εμπειρία αξιολογείται ως αυθεντική περί Θεού αντίληψη ανάγεται στο κατά πόσον το υποκείμενο της εμπειρίας θεωρεί πως έτσι έχουν τα πράγματα. Και το ερώτημα αυτό εγείρεται για τη μυστική εμπειρία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που εγείρεται και για τις αισθητηριακές εμπειρίες, κάνοντας έτσι δυνατό έναν ενιαίο χειρισμό της επιστημολογίας των δυο αυτών τρόπων εμπειρίας. Δείχνοντας με πειστικό τρόπο πως αδυνατούμε να δώσουμε μια απόδειξη της αξιοπιστίας των αισθητηριακών αντιλήψεων χωρίς να καταφύγουμε σε επιστημολογική κυκλικότητα  ο Alston αναδεικνύει πως η  κοινώς αποδεκτή υπόθεση πως έχουμε επαρκείς λόγους να εμπιστευόμαστε τις αισθητηριακές αντιλήψεις, αλλά όχι αυτές που υποβάλουν τη αίσθηση της παρουσίας του Θεού, είναι επιστημολογικά αστήρικτη.

Εδώ απαιτείται μια λεπτή παρατήρηση. Η θέση που υποστηρίζει ο Alston δεν έχει να κάνει με επιχειρήματα για την απόδειξη ύπαρξης του Θεού. Ούτε υποστηρίζει ότι η ύπαρξη του Θεού προσφέρει την καλύτερη εξήγηση για τα γεγονότα που ονομάζουμε θρησκευτικές εμπειρίες. Αυτό που υποστηρίζεται είναι πως άνθρωποι ορισμένες φορές έχουν κάποια αντίληψη του Θεού και μέσω αυτής αποκτούν αξιόπιστες αντιλήψεις για το Θεό. Αυτό δε σημαίνει πως ο Θεός παρουσιάζεται στον άνθρωπο πρωτίστως για να καταστήσει συγκεκριμένες αντιλήψεις αξιόπιστες. Αντίθετα, και  σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, ο Alston θεωρεί πως η κύρια σημασία των θρησκευτικών εμπειριών έγκειται στο ότι συνιστούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικής σχέσης ανθρώπου και Θεού, η οποία αποτελεί το θεμελιώδη σκοπό και την ολοκλήρωση της ανθρώπινης ζωής.

Το τελικό συμπέρασμα του βιβλίου δεν είναι πως οι θρησκευτικές εμπειρίες αποτελούν αδιάψευστη απόδειξη της ύπαρξης του Θεού, αλλά πως μπορούν βάσιμα και αξιόπιστα να χρησιμοποιηθούν ενισχυτικά σε μια αθροιστική και συνολική παράθεση επιχειρημάτων υπέρ παραδοσιακών θέσεων της χριστιανικής παράδοσης.

Επιστημολογία και δόγμα

Ένα βήμα πιο πέρα από το θέμα της αξιοπιστίας των θρησκευτικών εμπειριών ως πηγής πεποιθήσεων βρίσκεται η προοπτική της λεγόμενης Μεταρρυθμισμένης Επιστημολογίας (Reformed Epistemology). Εδώ θα αναφερθούμε συνοπτικά σε ορισμένες βασικές θέσεις  του Alvin Plantinga, που μοιάζουν καινοτόμες και τολμηρές, αλλά που στον γνώστη της χριστιανικής παραδόσεως θυμίζουν έντονα βασικές χριστιανικές θέσεις με αντιμεταφυσική χροιά.

Βασική θέση εκκίνησης του Plantinga είναι πως η πίστη στο Θεό, καθώς και τα υπόλοιπα βασικά άρθρα πίστης του χριστιανισμού, δεν προκύπτουν από κάποιες άλλες ακράδαντες πεποιθήσεις, ούτε από κάποια αδιάψευστα αποδεικτικά τεκμήρια. Αντίθετα αποτελούν βασικές πεποιθήσεις  που δομούν την όλη χριστιανική κοσμοεικόνα και τις πρακτικές που τη συνοδεύουν

Για τον Plantinga τα δόγματα προκύπτουν ως προϊόντα δυνατοτήτων που ενυπάρχουν στην ανθρώπινη φύση. Οι δυνατότητες αυτές, δημιουργημένες από το Θεό με σκοπό να οδηγούν τον άνθρωπο στην αλήθεια, παράγουν τις σωστές περί Θεού αντιλήψεις, με την προϋπόθεση ότι λειτουργούν με το σωστό τρόπο.

Η βασική δυνατότητα είναι για τον Plantinga η sensus divinitatis, έννοια που αντλείται από την καλβινιστική παράδοση, αλλά που έχει βάσιμες αναλογίες με τη βιβλική και πατερική παράδοση. Σύμφωνα με αυτή την τελευταία, η ενυπάρχουσα στον άνθρωπο δυνατότητα να σχετιστεί με το Θεό ονομάζεται νοερά ενέργεια και όταν λειτουργεί σωστά, κυρίως μέσω της προσευχής ως αδιάλειπτης μνήμης του Θεού, αλλά και της αέναης επιθυμίας να τηρείται το θέλημα του Θεού, δημιουργεί στον άνθρωπο αληθείς περί του Θεού αντιλήψεις. Ο άνθρωπος που βρίσκεται σε αυτή την πνευματική πορεία δεν επιλέγει συνειδητά, βάσει επιχειρημάτων και προτάσεων ή εξωτερικών τεκμηρίων τις πεποιθήσεις του, αλλά συνειδητοποιεί σταδιακά ότι αυτές ενυπάρχουν μέσα του.

Η sensus divinitatis δεν αναφέρεται σε μια στατική κατάσταση, μια άπαξ κατακτηθείσα αλήθεια, αλλά αντιθέτως απαιτεί μια συγκεκριμένη διαδικασία ωρίμανσης, είναι μια δυνατότητα που μπορεί να νοσήσει και να γίνει αφορμή για ψευδείς αντιλήψεις ή και να καταστεί τελείως ανενεργή.

Αυτό που στη θεολογική γλώσσα ονομάζεται αμαρτία έχει καταστροφικές συνέπειες για τον άνθρωπο υπό δύο έννοιες. Πρώτον, επιδρώντας στην ανθρώπινη συμπεριφορά προκαλεί ένα είδος τρέλας της θελήσεως, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να αποτυγχάνει να αγαπήσει το Θεό πάνω από οτιδήποτε άλλο. Δεύτερον προκαλεί συσκότιση των γνωστικών ικανοτήτων του ανθρώπου εισάγοντας μια μορφή τύφλωσης, έτσι που ο άνθρωπος αδυνατεί πλέον να διακρίνει τη δόξα του Θεού μέσα στη δημιουργία και την ιστορία.

Το τελικό συμπέρασμα του Plantinga είναι ότι η σωστή λειτουργία της sensus divinitatis αποτελεί προϊόν της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, το οποίο δεν παρακάμπτει όμως τις ανθρώπινες δυνατότητες, αλλά δρα μέσα από αυτές, αφού πρώτα τις θεραπεύσει.

Η μαρτυρία ως σύνολο πρακτικών μια κοινότητας που συγκροτείται από μιαν αφήγηση

Το έργο του Wittgenstein, αν και μη συστηματικό σε ό,τι αφορά το χώρο της Φιλοσοφίας της Θρησκείας  πυροδότησε συζητήσεις ιδιαιτέρως γόνιμες για το χριστιανό θεολόγο. Για τον Wittgenstein οι θρησκευτικές έννοιες και πεποιθήσεις νοηματοδοτούνται μέσα από μια σειρά πρακτικών οροθετημένων στο πλαίσιο μιας κοινότητας. Οποιοσδήποτε εκτός αυτής της κοινότητας και των πρακτικών που τη διαμορφώνουν αδυνατεί να αποδεχθεί ή να αρνηθεί τις πεποιθήσεις που γεννιούνται εντός της κοινότητας. Το να έχουμε τη λέξη «Θεός» δίχως τη γλώσσα εντός της οποίας ανήκει και από την οποία αντλεί το νόημά της είναι σα να έχουμε τον «ίππο» του σκακιού χωρίς το σκάκι, απλούστατα δεν έχουμε ιδέα τι να κάνουμε μ’ αυτόν.

Η εμπειρική επιβεβαίωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων είναι για τον Wittgenstein αδύνατη, αλλά και στην περίπτωση που ήταν δυνατή θα ήταν ατελέσφορη, αδυνατώντας να κάνει τις πεποιθήσεις αυτές αποδεκτές από το Λόγο. Εντελώς χαρακτηριστικά ο Wittgenstein παρατήρησε πως ακόμη κι αν όλες οι συζητήσεις γύρω από τον ιστορικό Ιησού έφταναν σ’ ένα αδιαμφισβήτητο consensus συμβατό με το εκκλησιαστικό δόγμα αυτό δε θα ήταν αρκετό για να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου.

Για τον Wittgenstein το τι θεωρούμε λογικό ή παράλογο, αποδεκτό ή απορριπτέο φανερώνεται στον τρόπο που σκεπτόμαστε και πράττουμε και μάλιστα ιδιαίτερα σε ότι αποδεχόμαστε ανεξέταστα. Μ’ αυτό δεν υπονοείται πως αδυνατούμε να θέσουμε ερωτήματα για συγκεκριμένα θέματα ή πως δεν μπορούμε να επινοήσουμε απαντήσεις, αλλά πως απλούστατα δεν το κάνουμε. Το να αναζητούμε την αδιάψευστη μεταφυσική θεμελίωση των πρακτικών της ζωής που θα καταδεικνύει την ορθολογικότητα των επιλογών μας θυμίζει σκύλο που κυνηγάει την ουρά του.

Στην ίδια γραμμή σκέψης, ο Alasdair MacIntyre θα υποστηρίξει πως ο Διαφωτισμός συσκότισε μέχρι τυφλώσεως τη δυνατότητα να συλλάβουμε την ορθολογική έρευνα ως δραστηριότητα ενσωματωμένη σε μια παράδοση. Τα κριτήρια της ορθολογικής δικαιολόγησης προκύπτουν στην πραγματικότητα μέσα από την ιστορική εξέλιξη, αποκτούν υπόσταση μέσα από μια διαδρομή συγκρούσεων και διαμάχης και αναδεικνύονται ως η υπέρβαση ορίων ή ελλείψεων εντός αυτής της παράδοσης. Αναζητώντας το περιεχόμενο της πρακτικής ορθολογικότητας και της δικαιοσύνης δεν θα ανακαλύψουμε ποτέ το ουδέτερο σημείο που προσφέρει μια θέα από το πουθενά (ή από παντού) στο οποίο θα  μπορούσαμε να σταθούμε με ασφάλεια προκειμένου να ερευνήσουμε τις ανθρώπινες πρακτικές, αλλά θα βρισκόμαστε πάντοτε  μέσα στην προοπτική που προσφέρει κάποια συγκεκριμένη παράδοση.

Κάνοντας ένα βήμα πιο πέρα, ο Stanley Hauerwas θα υποστηρίξει πως το γεγονός πως οι χριστιανικές πεποιθήσεις φέρουν έκδηλα αφηγηματικό χαρακτήρα δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε δευτερεύον. Η αφήγηση συνιστά τον καταλληλότερο, επιστημολογικά μιλώντας, τρόπο για να διαπραγματευτούμε ταυτόχρονα το θέμα της γνώσης του Θεού, του κόσμου και του εαυτού μας κι αυτό για τρεις λόγους. Πρώτον γιατί ο κόσμος και ό,τι αυτός περιέχει, των ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων, είναι ενδεχομενικός, δεν υπάρχει από ανάγκη ή από κάποια νομοτέλεια. Δεύτερον επειδή βρίσκεται σε συμφωνία με τη συνειδητοποίησή μας ότι είμαστε ιστορικά όντα. Και τρίτον, επειδή ο Θεός της χριστιανικής παράδοσης αποκαλύφθηκε μέσα από την ιστορία ενός λαού, του Ισραήλ, και ενός προσώπου, του Ιησού Χριστού.  Γίνεται έτσι φανερό πως η ιστορική τροπή,  που ονομάστηκε προσφυώς έκλειψη της βιβλικής αφήγησης, δηλαδή  η νεωτερική απόπειρα να εξαχθεί η ουσία του χριστιανισμού παραθεωρόντας, υπονομεύοντας ή αδιαφορώντας για τον αφηγηματικό χαρακτήρα του, αποτελεί διαστροφή της χριστιανικής παράδοσης.

Ο Hauerwas θεωρεί πως οι χριστιανοί υποκύπτουν συχνά στον πειρασμό να πουν περισσότερα απ’ όσα γνωρίζουν. Κατά τη γνώμη του το πράττουν είτε επειδή φοβούνται πως κατά βάθος δεν πιστεύουν αυτά που ισχυρίζονται πως πιστεύουν είτε επειδή αυτό που πιστεύουν (ή σωστότερα αυτό που πράττουν) δεν μπορεί να εξηγηθεί ορθολογικά, αλλά μόνο να δειχθεί, να γίνει αντικείμενο μαρτυρίας. Ο χριστιανός γίνεται μάρτυρας όχι με την άλωση του δημόσιου χώρου με τα όπλα της δημοκρατικής ρητορείας και τις δυνατότητες που του παρέχει το πολιτικό-νομικό σύστημα, αλλά ζώντας ως ζωντανό μυστήριο, δηλαδή ζώντας κατά τέτοιο τρόπο που η ζωή του να μην έχει κανένα νόημα αν ο Θεός δεν υπάρχει, αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί.

3. Προοπτικές

Οι εκτιμήσεις για τις μελλοντικές εξελίξεις αποτελεί αγαπημένη ενασχόληση των διανοούμενων, αλλά ταυτόχρονα και μια από τις πιο επονείδιστες, λόγω της συχνότατης διάψευσής τους. Εμείς θα αρκεστούμε σε μια εκτίμηση που φαίνεται να αντέχει, προς το παρόν, τη βάσανο της ιστορικής επαλήθευσης. Έχουμε κατά νου την καντιανή θεώρηση πως η μεταφυσική προέρχεται από έναν αρχέγονο πυρήνα, οργανωμένο σοφά, για την πραγμάτωση των μεγάλων σκοπών του ανθρώπινου βίου και ως εκ τούτου θα παραμείνει ανεξάντλητη ως αναγκαία, περισσότερο μάλιστα και από την επιστήμη την οποία συχνά πυκνά διαποτίζει με την αύρα της. Κίνητρό της είναι η αναζήτηση της ευδαιμονίας, η οποία, στα μάτια του Καντ, επέχει θέση ανθρωπολογικής σταθεράς.

Η μεταφυσική αυτή θεώρηση υποβαστάζει την επιδίωξη της ισχύος και πηγάζει από τον πεπερασμένο χαρακτήρα του ανθρώπου και του κόσμου του, από τη συνειδητοποίηση της θνητότητάς του. Η υπέρβαση της θα σήμαινε την υπέρβαση του πεπερασμένου χαρακτήρα κάθε ανθρώπινου εγχειρήματος ήτοι την εισβολή των εσχάτων, την οικοδόμηση του Παραδείσου. Ο άνθρωπος ακολουθώντας το δρόμο της μεταφυσικής καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι άλλοι οφείλουν να είναι όπως αυτός, να έχουν τις ίδιες αντιλήψεις μ’ αυτόν, τον ίδιο τρόπο ζωής. Το ατομικό συγκλίνει έτσι με το γενικό και η μεταφυσική καταλήγει να είναι το υπόβαθρο της αυτοδικαίωσής μας. Η ψυχανάλυση θα δει στη μεταφυσική την ανάγκη να είμαστε το κέντρο του κόσμου, να υπάρχει ο Θεός κι ο κόσμος ως εγγυητές της δικής μας ευτυχίας. Και η θεολογία θα δει στο «πρόβλημα του κακού» τη μεταφυσική έκφραση της βαθιά εδραιωμένης και ταυτόχρονα επηρμένης υπόθεσης ότι η πίστη στο Θεό είναι παράλογη αν δεν μας θέτει αυτομάτως στη μεριά των νικητών της ιστορίας.

Αλλά, όπως δείξαμε υπάρχει και ο δρόμος της μαρτυρίας. Περισσότερο δύσβατος και σίγουρα περισσότερο απάτητος στο διάβα της ιστορίας, ευάλωτος σε πειρασμούς και παλινωδίες, αλλά ταυτόχρονα δρόμος της ωριμότητας. Δρόμος που αποδέχεται την ενδεχομενικότητα της ύπαρξης μας, εκβάλλοντας έτσι σε μια ζωή ανοικτή στο μυστήριο και τη χάρη χωρίς να ξεχνά την οδύνη και το πάθος. Δρόμος που δεν παραθεωρεί την τραγική διάσταση του ανθρώπου, του όντος που πρέπει, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, να λαμβάνει αποφάσεις που ξεπερνούν τις δυνατότητες της σοφίας του.

Στην εκδοχή του C. S. Lewis για την ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής μάς αποκαλύπτεται ευδιάκριτα η σοφία του αρχαίου μύθου. Καθώς η Ψυχή διηγείται στην αδελφή της πως είναι παντρεμένη με ένα Θεό και ζει μαζί του σ’ ένα υπέροχο παλάτι αποκαλύπτει ταυτόχρονα πως ο Θεός έχει ρητώς δηλώσει πως η Ψυχή δεν πρέπει να δει ποτέ το πρόσωπό του ή να γνωρίσει το όνομά του και δεν πρέπει να φέρει οποιοδήποτε φως στη νυφική τους παστάδα. Τηρουμένων των αναλογιών μπορούμε να πούμε πως ο άνθρωπος καλείται να διατηρήσει μια σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης σ’ ένα Θεό-εραστή, ένα Θεό που προσφέρεται ελεύθερα και κενωτικά, αλλά που δεν θα βρεθεί ποτέ υπό την κατοχή του. Η σχέση καταστρέφεται όταν ο ερώμενος άνθρωπος υποκύπτει στη μέριμνα της γνώσης, όταν αποπειραθεί να διαλύσει το γνόφο της αγνωσίας, να ξεδιαλύνει το μυστήριο με το φως της ανθρώπινης γνώσης, βαδίζοντας μόνο με την όραση της αντίληψης και αδιαφορώντας για τη διαύγεια που του προσφέρει η προοπτική της μαρτυρίας .

Βιβλιογραφία

Σκοπίμως αποφύγαμε τις υποσημειώσεις για να μην  αποδώσουμε στο κείμενό μας έναν αυστηρά ακαδημαϊκό χαρακτήρα . Ο φιλέρευνος αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει τα πολλαπλά δάνεια μας από τη βιβλιογραφία που ακολουθεί, αλλά και να ανοιχτεί, μέσω αυτής σε πολύ γοητευτικότερες διαδρομές από τη δική μας.

● Alston William, Perceiving God. The epistemology of religious experience, Cornell University Press, 1991

Βuckley Michael J. , S.J., At the Origins of Modern Atheism, Yale University Press, 1987.

● Carlson Thomas, Postmetaphysical theology, in Vanhoozer Kevin (ed), The Cambridge Companion to Postmodern Theology, Cambridge University press, 2003

● Derrida Jacques, Μαρτυρία και Μετάφραση. Επιβιώνοντας ποιητικά, (μτφρ. Β. Μπιτσώρης), Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, 1996

  Hauerwas Stanley, The Peaceable Kingdom. A Primer in Christian Ethics, University of Notre Dame Press, 1983

  ——-, God Medicine and Suffering, Eerdmans, 1990

  ——-, A Cross-Shattered Church, Brazos Press, 2009

● Hebblethwaite Brian, In Defence of Christianity, Oxford University Press,2005

● Kearney Richard, The God who may be, Indiana University Press, 2001

● ———-,  On the Gift: A discussion between Jacques Derrida and Jean-Luc Marion, in Caputo John and Scanlon Michael (eds), God The Gift and Postmodernism

  ——-, Ξένοι, Θεοί και Τέρατα (μτφρ. Νίκος Κουφάκης), Ίνδικτος, 2006

● Κονδύλης Παναγιώτης, Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, Γνώση, 1983

● ——–, Ταυτότητα, ισχύς, πολιτισμός, περ Νέα Εστία τχ. 1769 Ιούλιος –Αύγουστος 2004

● Λιούις Κ.  Σ., Έρως και Ψυχή, (μτφρ. Ευνίκη Μίχα), Κέδρος, 2001

● MacIntyre Alasdair, Whose Justice? Which Rationality, University of Notre Dame Press, 1988

● Mann William  (ed), The Blackwell Guide to the Philosophy of Religion, Blackwell, 2005

Mανουσάκης I. Π., Θεός Φιλοσοφούμενος, Ελληνικά Γράμματα, 2004

● Marion Jean-Luc, In the Name: How to Avoid Speaking of “Negative Theology”, in Caputo John and Scanlon Michael (eds), God The Gift and Postmodernism, Indiana University Press, 1999

● ———, The Impossible for Man-God, in Caputo John and Scanlon Michael (eds), Transcendence and Beyond, Indiana University Press, 2007

● Plantinga Alan, Warranted Christian Belief, Oxford University Press, 2000

● Wainwright William (ed), The Oxford Handbook of Philosophy of religion, Oxford University Press, 2005

● Westphal Merold, Overcoming Onto-theology, in Caputo John and Scanlon Michael (eds), God the Gift and Postmodernism.

● Zagzebski Linda Trnkaus, Philosophy of religion. An historical introduction, Blackwell, 2007

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 21 Φεβρουάριος 2012, Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cogito τχ10 αφιέρωμα: Φιλοσοφία και Θρησκεία, Ιούλιος 2010, σελ. 36-41.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΛΕΥΚΗΣ ΨΗΦΟΥ και όχι μόνο…

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΛΕΥΚΗΣ ΨΗΦΟΥ

ΠΩΣ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΟ ΛΕΥΚΟ, ΤΟ ΑΚΥΡΟ ΚΑΙ Η ΑΠΟΧΗ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ; ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

 

Του Γεωργίου Αδαλή

 

Τι λέει ο εκλογικός νόμος και τι απαντά το υπουργείο σε ερώτημα Έλληνα πολίτη επ’ αυτού – Ποια κόμματα ευνοεί το Λευκό, το Άκυρο και η Αποχή! Για να σταματήσει επιτέλους η εκστρατεία παραπλάνησης του Ελληνικού Λαού!

Παρατηρούμε εδώ και ένα χρόνο, μια ευρύτατη προσπάθεια παραπλάνησης του εκλογικού σώματος, από συγκεκριμένα πολιτικά κέντρα εξουσίας, η οποία δυστυχώς αναπαράγεται από ανθρώπους οι οποίοι παρασύρονται από την λαμπερή κεντρική ιδέα των κέντρων αυτών!

Συγκεκριμένα, στο διαδίκτυο, κυκλοφορεί ειδικά το τελευταίο διάστημα, μια είδηση «μαϊμού» σχετικά με την λευκή ψήφο! «Λυτοί και δεμένοι» λοιπόν, καλούν τον κόσμο να ψηφίσει λευκό στις εκλογές, διότι όπως ισχυρίζονται, αν υπάρχουν 51% λευκά επί του συνόλου των ψηφισάντων, τότε οι εκλογές ή ακυρώνονται ή επαναλαμβάνονται ή το αποτέλεσμά τους είναι … αντισυνταγματικό, ανάλογα με την έκδοση που διαχέεται αυτή η εσφαλμένη πληροφορία στο διαδίκτυο.


Η αλήθεια απέχει παρασάγγας από αυτά που γράφονται!


Σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, η Λευκή ψήφος πλέον αθροίζεται και συν-προσμετρείται με τα Άκυρα. Δεν υπάρχει πιο ξεκάθαρη διατύ
πωση στο Φύλλο εφημερίδας της Κυβέρνησης (ΦΕΚ) της 7ης Φεβρουαρίου 2006, στο οποίο αναφέρεται ο νέος εκλογικός νόμος.

Πρόκειται για τον εκλογικό νόμο 3434/2006 (νόμος Παυλόπουλου), στο Άρθρο 1, του οποίου αναφέρεται ρητά ότι «τα λευκά ψηφοδέλτια ΔΕΝ προσμετρούνται στα έγκυρα».

Ξεκάθαρα, σε τέτοιο βαθμό που δεν επιτρέπει καμία αμφισβήτησή του! Προφανώς όμως αυτό δεν πτοεί τα κέντρα παραπλάνησης του εκλογικού σώματος, τα οποία διατείνονται ότι το 51% των Λευκών, ακυρώνει τις εκλογές!!!

Πουθενά, σε κανένα σημείο του νόμου 3434/06 δεν αναφέρεται το παραμικρό! Από κανένα άρθρο του Συντάγματος δεν προκύπτει κάτι ανάλογο!

Άσχετα με την προσωπική μου άποψη, αυτή είναι η πραγματικότητα!
Προσωπικά θεωρώ, ότι θα έπρεπε να υπήρχε μια πρόβλεψη για το λευκό και την σχέση του με τα έγκυρα ψηφοδέλτια και θα ήταν δημοκρατικά σωστό οι πολίτες, να έχουν τρόπο να εκφράσουν ότι κανένα κόμμα να μην μπορεί να σχηματίσει Κυβέρνηση, αν κι εφόσον κανένα δεν αντιπροσωπεύει την θέλησή τους! Συμφωνώ ότι αν το 51% των ψηφοφόρων, ψήφιζε λευκό, τότε θα έπρεπε να είχαμε επανάληψη των εκλογών στη χώρα! Το βρίσκω δίκαιο!

 Αυτή τη στιγμή όμως στη χώρα μας, δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο με το ισχύον νομικό καθεστώς που διέπει τις εκλογές στην Ελλάδα! Και σίγουρα, το να αναπαράγει κάποιος μια ψευδή ή φανταστική τέτοια δήλωση, έχει κάποιο σκοπό!

Το σίγουρο είναι, ότι αν το σύνολο των λευκών ήταν 99,99% και πήγαινε μόνο ο κ. Παπανδρέου για παράδειγμα να ψηφίσει το κόμμα του, τότε θα συγκέντρωνε το 100% των έγκυρων ψήφων και το κόμμα του θα λάμβανε ΚΑΙ τις 300 έδρες της βουλής!!!

Σας γράφω αυτό το υπερβολικό από κάθε άποψη παράδειγμα, για να κατανοήσετε ότι με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, ακόμη κι αυτό μπορεί να συμβεί, μιας και δεν υπάρχει ουδεμία πρόβλεψη για τέτοια ενδεχόμενα! Και ο σκοπός είναι ένας και μοναδικός! Να αυξήσουν τα ποσοστά τους τα κόμματα που θα μπουν στην Βουλή! Περισσότερο το πρώτο κόμμα, λιγότερο το δεύτερο και ούτω καθεξής! Πως γίνεται αυτό; H ερώτηση που τίθεται από εκατοντάδες αναγνώστες μας εδώ και καιρό και μας οδήγησε στο παρόν άρθρο είναι μία:

 

Aν ψηφίσω λευκό ποιος ευνοείται τελικά;


Σύμφωνα με όσα έγραψα προηγουμένως, αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα άκυρα και τα λευκά δεν προσμετρούνται στη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος. Το σίγουρο είναι ότι πριμοδοτούν το κόμμα που θα συγκεντρώσει το μεγαλύτερο ποσοστό. Αν και ένα άκυρο ψηφοδέλτιο, όπως και ένα λευκό, εκφράζουν διαμαρτυρία ή κάποιο λάθος του ψηφοφόρου που δεν ακολούθησε πιστά όσα λέει ο νόμος για τα ψηφοδέλτια.

Όπως και να έχει, η ψήφος αυτού που έριξε λευκό ή άκυρο, είναι δηλαδή μία ψήφος που λογικά δεν θα πήγαινε ποτέ στα κόμματα εξουσίας. Αυτό λέει η λογική τουλάχιστον!

Όμως, επειδή δεν καταμετρείται, ουσιαστικά βοηθάει το πρώτο κόμμα να επιτύχει πιο εύκολα τα όρια της αυτοδυναμίας. Σε δεύτερο βαθμό, βοηθά τα υπόλοιπα κόμματα που θα πιάσουν τελικά το πλαφόν του 3%, να εμφανίσουν υψηλότερο ποσοστό, από αυτό που πραγματικά θα είχαν εάν – ιδανικά – ψήφιζαν όλοι οι εκλογείς. Με απλά λόγια, αν τα λευκά προσμετρούνταν στα ΕΓΚΥΡΑ ψηφοδέλτια, θα έριχναν τα ποσοστά των κομμάτων! Τώρα αυτός που ψηφίζει ΛΕΥΚΟ διαμαρτυρόμενος ενάντια στα κόμματα, στην ουσία ΤΑ ΒΟΗΘΑ ΝΑ ΑΝΕΒΑΣΟΥΝ ΤΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΤΟΥΣ!!! Αυτό είναι η απόλυτη αλήθεια όσο παράδοξο κι αν ακούγεται!!!

Αυτό μάλιστα επετεύχθη , μετά από προσφυγές που έκαναν βουλευτές που δεν εκλέχτηκαν όσο ίσχυε παλιότερα τα λευκά να προσμετρούνται στα έγκυρα! Τις κέρδισαν στα δικαστήρια, δικαιώθηκαν, πήραν τις βουλευτικές έδρες με αποτέλεσμα να αναγκαστεί το κράτος να αλλάξει τον εκλογικό νόμο μιας και υπήρχαν δικαστικές αποφάσεις που στηρίζονταν σε αυτό.

Επί της ουσίας δηλαδή τα λευκά και τα άκυρα πλέον ΔΕΝ έχουν απολύτως καμία διαφορά με βάση τον εκλογικό μας νόμο, άσχετα αν η πρόθεση του ψηφοφόρου είναι διαφορετική!

Όσο για το θέμα της μη προσέλευσης της κάλπες αυτό έχει ως εξής:
Ο ψηφοφόρος που δεν πάει να ψηφίσει, το κάνει στην Ελλάδα περισσότερο κυρίως γιατί αρνείται να συμμετάσχει στην διαδικασία και λιγότερο γιατί το αμελεί ή αδυνατεί!

Επί της ουσίας, η πρακτική του «δεν ψηφίζω» βοηθά τους ισχυρούς κομματικούς μηχανισμούς και ειδικά τα κόμματα που την δεδομένη χρονική στιγμή, έχουν μεγαλύτερη εκλογική συσπείρωση!

Για παράδειγμα, αν η ΝΔ έχει μεγάλη εκλογική συσπείρωση ως κόμμα τότε όλο και περισσότεροι θα προσέλθουν να ψηφίσουν! Αν το ΠΑΣΟΚ έχει μικρή συσπείρωση τότε την μέρα των εκλογών θα υποστεί εκλογική συντριβή, πολύ απλά διότι μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων του δεν θα πάει να ψηφίσει.

Συνεπώς, η αποχή από τις εκλογές, βοηθά τα κόμματα που έχουν μεγάλη συσπείρωση κατά την άποψή μου άνω του 80%, ενώ τα κόμματα που θα πάνε στις εκλογές με συσπείρωση κάτω του 45%, θα υποστούν μια οδυνηρότατη εκλογική ήττα που όμοιά της δεν θα έχουν ξαναδεί!

Συνεπώς, με τα σημερινά δεδομένα του 2012, αν ένας ψηφοφόρος της ΝΔ που έχει υψηλό βαθμό συσπείρωσης δεν προσέλθει να ψηφίσει, τότε το κακό για το συγκεκριμένο κόμμα είναι μικρό! Αν όμως ένας ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ δεν προσέλθει τότε στην ουσία τιμωρεί το κόμμα του!

Αυτή είναι η πραγματική κατάσταση με τον εκλογικό μας νόμο και όλα τα άλλα που ισχυρίζονται κάποιοι, αποτελούν παραπλάνηση του Ελληνικού λαού και των ψηφοφόρων και όσοι το συνεχίζουν, χρειάζονται επειγόντως μια βρεγμένη σανίδα! Ο καθείς για τον λόγο που συνεχίζει να το κάνει! Είτε από άγνοια είτε για να προσκομίσει μεγάλο κομματικό όφελος από την άγνοια του κόσμου!

Και επειδή η εκστρατεία παραπληροφόρησης καλά κρατεί, και όλο και θα βρεθούν ορισμένοι που θα επιμείνουν στους ψευδείς ισχυρισμούς τους δημοσιεύουμε σήμερα, την απάντηση του υπουργείου Εσωτερικών, σε ερώτημα που είχε υποβάλει επισήμως, τον Αύγουστο του 2011, ο κ. Παντελής Γιαμαρέλλος, από όπου προκύπτει ο ψευδής ισχυρισμός, όσων υποστηρίζουν ότι με την λευκή ψήφο του 51% των ψηφοφόρων, μπορεί να ακυρωθούν οι εκλογές. Έτσι ώστε να σταματήσει εδώ και τώρα η αήθης αυτή εκστρατεία παραπλάνησης του Ελληνικού λαού από συγκεκριμένα κέντρα και παράκεντρα εξουσίας!

 

Σημείωση: Ο εκλογικός νόμος σε μορφή pdf: http://www.kedke.gr/uploads2006/N3434_06_ekloges.pdf

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012, http://enosi-aganaktismenon.blogspot.com/2012/02/blog-post_1360.html

Ο ρόλος του Χρήματος από το 1945 έως… της μαϊμούς ΙΙΙ

Ο ρόλος του Χρήματος. Από το 1945 ως την εποχή της μαϊμούς – Μέρος ΙΙΙ

 

Του Γιώργου Π. Τριανταφυλλόπουλου

 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ*

Στη Γερμανία μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το νόμισμά της, το ράιχσμαρκ, το οποίο είχε αντικαταστήσει το Rentenmark, βρέθηκε πάλι χωρίς αξία και το 1948 αντικαταστάθηκε χωρίς κλυδωνισμούς και χωρίς άνοδο των τιμών από το ντόϋτσμαρκ.  Η φθίνουσα παραγωγική ικανότητα της Βρετανίας υπονόμευσε το ρόλο της στερλίνας ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Η στερλίνα υποτιμήθηκε, ως προς το δολάριο, το 1949 και ξανά το 1967 επιτρέποντας έτσι στη Βρετανία να παραμένει ανταγωνιστική.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 το μισό, περίπου, του συνόλου του παγκόσμιου εμπορίου εξακολουθούσε να εκφράζεται σε στερλίνες αλλά ο διεθνής του ρόλος συνεχώς μειωνόταν. Μετά τη δεύτερη υποτίμηση, το 1967, η στερλίνα έπαψε να αποτελεί το δεύτερο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και μόνο το 20% του παγκόσμιου εμπορίου εκφραζόταν σε στερλίνες κατά τη δεκαετία του 1970.   

Ο άνισος καταμερισμός του παγκόσμιου αποθέματος χρυσού μετά τον πόλεμο, από τα παγκόσμια αποθέματα χρυσού αξίας 34 δισεκατομμυρίων δολαρίων τα 24 δισεκατομμύρια βρίσκονταν στην κατοχή των ΗΠΑ,  αλλά και οι ανάγκες του διεθνούς εμπορίου επέβαλαν την ύπαρξη μιας νέας νομισματικής συμφωνίας. Η συμφωνία που επιβλήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη συνάντηση που έγινε στο Bretton Woods το 1944, στην οποία συμμετείχαν 44 χώρες, καθόρισε σταθερές και προκαθορισμένες ισοτιμίες μεταξύ των νομισμάτων των διαφόρων χωρών με μια διακύμανση της τάξης του 1%. Χωρίς δηλαδή να έχουμε αναβίωση του κανόνα του χρυσού καθορίστηκαν απλά οι σταθερές ισοτιμίες των νομισμάτων. Οι Κεντρικές Τράπεζες των χωρών υποχρεώνονταν να στηρίζουν το νόμισμα της χώρας όταν δεχόταν πιέσεις με στόχο τη διατήρηση της ισοτιμίας του στα καθορισμένα επίπεδα.

«Το σύστημα Μπρέντον Γουντς, που θεμελιώθηκε το 1944, ενίσχυσε τη σχετική σταθερότητα των τιμών (την ανταλλακτική αξία του χρήματος). Το σύστημα έθεσε σταθερές τιμές συναλλάγματος μεταξύ του αμερικανικού δολαρίου και των άλλων νομισμάτων, δεδομένης της υποχρέωσης των ΗΠΑ να μετατρέπουν 35 δολάρια σε 1 ουγκιά χρυσού, αν δέχονταν τέτοιο αίτημα ξένων κυβερνήσεων ή νομισματικών αρχών» γράφουν οι Λαπαβίτσας και Itoh. 

Παράλληλα αποφασίστηκε η δημιουργία ενός Ταμείου, το οποίο θα μετεξελισσόταν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ως ύστατη λύση καταφυγής σε περίπτωση που οι Κεντρικές Τράπεζες εξαντλούσαν τις δυνατότητές τους στήριξης του νομίσματος. Κάθε χώρα μέλος συνεισέφερε ένα ποσό για τη δημιουργία του Ταμείου και το ποσό που μπορούσε να δανειστεί ήταν ανάλογο της συνεισφοράς της. Ουσιαστικά δηλαδή το Ταμείο ήταν ένας γρήγορος τρόπος δανεισμού.

Όταν μια χώρα κατέφευγε στο Ταμείο για την προμήθεια χρυσού ή σκληρού νομίσματος κατέθετε στο Ταμείο ίσης αξίας ποσό του νομίσματός της. Σε περίπτωση όμως καταφυγής στο Ταμείο μια σειρά από υποχρεώσεις αναλάμβανε η χώρα με αποτέλεσμα η λειτουργία του Ταμείου να είναι κάτι πολύ παραπάνω απ’ ότι περιγράψαμε εδώ, με το Ταμείο να γίνεται ουσιαστικά ένας οργανισμός που καθόριζε την οικονομική πολιτική της χώρας που κατέφευγε στη βοήθειά του. Το Ταμείο ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1947. Οι αρχικοί πόροι του Ταμείου ήσαν 2,75 δισεκατομμύρια δολάρια που προσέφεραν οι ΗΠΑ και 6,8 δισεκατομμύρια που προσέφεραν οι υπόλοιπες χώρες μέλη. Ποσό μικρό συγκρινόμενο ακόμη και με τα 12,5 δισεκατομμύρια δολάρια του Σχεδίου Μάρσαλ.

Το σύστημα του Bretton Woods στηριζόταν στην απόλυτη ηγεμονία των ΗΠΑ επί του καπιταλιστικού κόσμου. Μια ηγεμονία που  είχε σαν βάση της την οικονομική και παραγωγική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Μετά τον πόλεμο οι ΗΠΑ δεν κατείχαν απλά τα δύο τρίτα των επίσημων παγκόσμιων αποθεμάτων χρυσού αλλά πρωτίστως μια τεράστια παραγωγική ικανότητα.  Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο πλεονασματικός χαρακτήρας του εμπορικού ισοζυγίου των ΗΠΑ ανατράπηκε. Το 1971 οι ΗΠΑ αναστέλλουν τη μετατρεψιμότητα των δολαρίων σε χρυσό και προχωρούν σε υποτίμηση του δολαρίου σε σχέση με το χρυσό το 1971 και για δεύτερη φορά το 1973. Το σύστημα του Bretton Woods κατέρρευσε και η προσπάθεια δημιουργίας ενός συστήματος ισοτιμιών μέσα σε μια ευρεία ζώνη διακύμανσης δε μπόρεσε να σταθεροποιήσει την ισοτιμία του δολαρίου.

Έχουμε παρακολουθήσει σε προηγούμενα άρθρα  την ιστορική πορεία μεταβολών του χρήματος και δημιουργίας των τραπεζογραμματίων από το 1000 ως και τη δεκαετία του 1970. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μια σημαντική ανατροπή έγινε ως προς την ίδια την έννοια του χαρτονομίσματος και του χρήματος γενικότερα. Τον Αύγουστο του 1971 το δολάριο, το νόμισμα με το οποίο ήσαν συνδεδεμένα όλα τα άλλα νομίσματα, έπαψε να είναι ανταλλάξιμο με χρυσό. Ο ομφάλιος λώρος που συνέδεε το νόμισμα με το χρυσό ή τον άργυρο από γεννησιμιού του αποκόπηκε και τα νομίσματα συνέχισαν τον ανεξάρτητο από οποιοδήποτε εμπόρευμα πορεία τους, μετατρεπόμενα τα ίδια σε εμπόρευμα. Αυτό δεν ήταν φυσικά κάτι καινούριο.  Εκείνο που ήταν καινούριο ήσαν οι νέες μορφές χρήματος, και ιδιαίτερα η ένταση αυτών, που αναδύονταν και που συνδέονταν άρρηκτα με τη νέα φάση στην οποία εισερχόταν ο καπιταλισμός από τη δεκαετία του 1970.  

Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν φυσικά ξαφνική. Η εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομίας, ο διεθνικός χαρακτήρας της και οι πολιτικές ανατροπές στο διεθνή καταμερισμό της δύναμης είχαν αναδείξει, από τη δεκαετία του 1920, τον προβληματικό χαρακτήρα της σύνδεσης των νομισμάτων με το χρυσό. Στη συνέχεια θα παρακολουθήσουμε τη μοναχική και ενδιαφέρουσα πορεία του χρήματος από τη δεκαετία του 1970 και μετά. Πριν προχωρήσουμε πρέπει να κάνουμε κάποιες τεχνικές διευκρινήσεις για την καλύτερη παρακολούθηση των στοιχείων που θα παραθέτουμε.

Τι είναι τελικά το χρήμα μετά ιδιαίτερα την αποδέσμευσή του από το χρυσό; Παρότι υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις του θέματος μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο πως το χρήμα δεν είναι μόνο ένα μέσο ανταλλαγής αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Η πιο στενή έννοια του χρήματος είναι αυτή που ορίζει ως τέτοιο τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα που βρίσκονται σε κυκλοφορία συν τις καταθέσεις όψεως. Είναι δηλαδή εκείνο το χρήμα το οποίο συμμετέχει στην εξυπηρέτηση της παραγωγής και του εμπορίου και με το οποίο έχει σχέση η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων.

Η πιο ευρεία έννοια είναι αυτή που ορίζει ως χρήμα το άθροισμα των νομισμάτων που βρίσκονται σε κυκλοφορία, των νομισμάτων που βρίσκονται στα θησαυροφυλάκια τραπεζών, τις ταξιδιωτικές επιταγές, τις καταθέσεις κάθε τύπου, τα θεσμικά αμοιβαία κεφάλαια, τις βραχυπρόθεσμες συμφωνίες επαναγοράς και άλλα μεγαλύτερα ρευστά στοιχεία ενεργητικού.  Ανεξάρτητα πάντως από τον ορισμό του χρήματος εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι το πώς, όλα τα παραπάνω επηρεάζουν τις οικονομίες των διαφόρων χωρών και τη ζωή των δισεκατομμυρίων κατοίκων της γης. Θα δούμε τώρα τις κατηγορίες του χρήματος, όπως θα παρουσιαστούν παρακάτω.

Ως Μ0 ορίζεται το σύνολο του φυσικού χρήματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία μαζί με τους λογαριασμούς της Κεντρικής Τράπεζας. Ως Μ1 ορίζεται το άθροισμα του Μ0+τα ποσά των τρεχούμενων  λογαριασμών και των καταθέσεων όψεως. Είναι εκείνο δηλαδή το χρήμα το οποίο μπορεί να μπει γρήγορα σε κυκλοφορία. Ως Μ2 ορίζεται το Μ1+αμοιβαία κεφάλαια+αποταμιευτικοί λογαριασμοί+μικρές προθεσμιακές καταθέσεις (ως 100.000 δολάρια). Ως Μ3 ορίζεται το Μ2+μεγάλες προθεσμιακές καταθέσεις+τα ποσά της θεσμικής αγοράς χρήματος+αμοιβαία κεφάλαια ταμείων+ το σύνολο των συμφωνιών επαναγοράς+ πιστοποιητικά καταθέσεων.

Στο επόμενο διάγραμμα βλέπουμε τη μεταβολή στην παγκόσμια προσφορά χρήματος, σε όλες τις παραπάνω μορφές, από το 1971 ως το 2009.

Διάγραμμα 1 – ΠΗΓΗ: http://dollardaze.org/blog/?post_id=00082

 Στο παραπάνω διάγραμμα παρατηρούμε την αύξηση όλων των μορφών χρήματος από το 1971 και μετά, και την κατακόρυφη άνοδό του από το 2000 και μετά.

Ένα μέρος αυτής της αύξησης είναι αποτέλεσμα τις αυξημένης παραγωγής και του συνακόλουθα αυξημένου εμπορίου σε μια σειρά χωρών αλλά και παγκοσμίως.

Η αύξηση επομένως αυτή αντανακλά τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, της παραγωγής δηλαδή και του εμπορίου, για νομισματική κάλυψη των αναγκών του. Η αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής και του εμπορίου είχαν σαν αποτέλεσμα, για να εξυπηρετηθούν, από μεγαλύτερη ποσότητα χρήματος, από μεγαλύτερη ταχύτητα κυκλοφορίας ή και τα δύο.  Παρ΄ όλα αυτά παρατηρούμε πως το χρήμα Μ0, το χρήμα δηλαδή εκείνο το οποίο βρίσκεται σε ουσιαστική κυκλοφορία και οι μικρές καταθέσεις γνώρισαν μικρή αύξηση.

Αυτό είναι σε σημαντικό βαθμό το χρήμα που βρίσκεται στη διάθεση των εργαζόμενων και των οικονομικά ασθενέστερων τμημάτων του πληθυσμού. Η διόγκωση του χρήματος παρατηρείται στο Μ1 και Μ2. Αυτό φανερώνει μια αύξηση των παγκόσμιων καταθέσεων, την αύξηση δηλαδή του λιμνάζοντος χρήματος.

Στο επόμενο διάγραμμα  βλέπουμε την προσφορά, με τις παραπάνω μορφές τους, για το δολάριο. Από το 2005 η Federal Reserve σταμάτησε τη δημοσιοποίηση στοιχείων για το Μ3 με μια απόφαση με την οποία χαρακτήριζε ως ασήμαντη τη δημοσιοποίησή του σε σχέση με το κόστος συλλογής των στοιχείων. Φυσικά μόνο ασήμαντα δεν είναι τα παραπάνω στοιχεία μέσα στα οποία υπάρχουν εκείνα τα χρήματα που χρησιμοποιούνται στις χρηματαγορές, τα χρηματιστήρια, στα παράγωγα και σε όλες τις σύγχρονες μορφές μεταφοράς πλούτου από τις αναπτυσσόμενες χώρες στις αναπτυγμένες και από τους εργαζόμενους στην αστική τάξη.

 Διάγραμμα 2 – ΠΗΓΗ: http://www.federalreserve.gov/releases/h6/hist/

Το 2000 ένα νέο νόμισμα τέθηκε σε κυκλοφορία. Ήταν το ευρώ. Το νόμισμα 15 χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χώρες που αποτελούν τις χώρες κυκλοφορίας του ευρώ αποκαλούνται και ευρωζώνη.

 

* Άρθρα που ολοκληρώνουν την παρούσα ανάρτηση:

 

ΤΟ ΧΡΗΜΑ Ι:  http://eparistera.blogspot.com/2011/12/blog-post_28.html

ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΙΙ: http://eparistera.blogspot.com/2012/01/1800-1945.html

 

ΠΗΓΗ: Tue, 2012-03-06, http://aristeroblog.gr/node/548

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙV

Μεταφυσικής αγώνας άγονος & το δώρο της μαρτυρίας I

Μεταφυσικής αγώνας άγονος και το δώρο της μαρτυρίας: διαδρομές στη σύγχρονη Φιλοσοφία της Θρησκείας – Μέρος Ι

 

Του π. Ευάγγελου Γκανά


 

Η Φιλοσοφία της Θρησκείας, στις ποικίλες εκφάνσεις και προοπτικές με τις οποίες εμφανίζεται στις αρχές του 21ου αιώνα, αποτελεί αναμφισβήτητα καρπό των Νέων Χρόνων. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν διαθέτει παλαιότατες απαρχές και μια μακρόχρονη διαδρομή στην Ιστορία των Ιδεών. Ήδη η διαμάχη πλατωνισμού και σοφιστών θεωρείται ως η ιστορική μήτρα που έθεσε την ατζέντα της μεταγενέστερης συζήτησης.

Η εμφάνιση του χριστιανισμού και η συνάντησή του με την ελληνική φιλοσοφία αποτέλεσε μια άλλη σημαντική φάση αυτής της εξέλιξης και το ερώτημα του Τερτυλλιανού, «τι σχέση μπορεί να έχει η Ιερουσαλήμ με την Αθήνα;», παραμένει ανοικτό μέχρι και τις μέρες μας. Εξίσου σημαντική τέλος είναι η διαμόρφωση της σχολαστικής σκέψης ως πολεμικής απόκρισης  στην προβληματική που έθεσε η επανεμφάνιση του αριστοτελισμού με τη μορφή του αβερροϊσμού.

Αν όμως η Φιλοσοφία της Θρησκείας, στη σύγχρονη θεματική της, αποτελεί αναμφισβήτητα έναν καρπό των Νέων Χρόνων, αυτό που παραμένει  αμφισβητήσιμο είναι το κατά πόσον ο καρπός  αυτός, στη σημερινή μορφή και προβληματική του, συνιστά θρεπτική τροφή για το ανθρώπινο πνεύμα ή αντίθετα έναν αραιό και άνοστο χυλό όπως τόσα και τόσα προϊόντα της μαζικοδημοκρατικής σκέψης.

Το δοκίμιο αυτό έχει διπλό στόχο: αφ’ ενός, να αναδείξει πως το ποικιλόμορφο τοπίο της σύγχρονης συζήτησης μπορεί ίσως να ιδωθεί και να περιγραφεί κατά τρόπο περιεκτικό μέσα από την ανάδειξη της αντιπαράθεσης δύο συγκεκριμένων ιδεοτυπικών προοπτικών, της μεταφυσικής και της μαρτυρίας, και αφ’ ετέρου να υποστηρίξει πως είναι η δεύτερη προοπτική αυτή που αποτελεί το δρόμο προς μια, επώδυνη ίσως, αλλά σίγουρα γόνιμη πορεία προς την ενηλικίωση του ανθρώπινου πνεύματος.

1. Η μεταφυσική ως οντοθεολογία

Στη συνείδηση των περισσοτέρων ανθρώπων η μεταφυσική θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της θεολογίας. Και μόνο η νύξη για την  ύπαρξη θεολογικών προοπτικών βαθύτατα αντιμεταφυσικών προκαλεί έκπληξη και απορία. Σ’ αυτό συντείνει βέβαια το γεγονός πως η έννοια της μεταφυσικής είναι πολυχρησιμοποιημένη μεν, αλλά συνήθως ασαφώς προσδιορισμένη.

Ακολουθώντας ένα σαφή και περιεκτικό ορισμό μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η μεταφυσική στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα σε Υπερβατικό και Εμμενές, σε υπερεμπειρικό Εκείθεν και εμπειρικό Εντεύθεν, θεωρώντας το πρώτο ως την κατεξοχήν «αληθινή» και ανόθευτη πραγματικότητα και ταυτόχρονα ως την πηγή ηθικών-κανονιστικών αρχών. Στην προοπτική αυτή μπορεί να ποικίλει το τι θεωρείται ως το όντως Ον, αυτό όμως που παραμένει κοινό χαρακτηριστικό κάθε μεταφυσικής θεώρησης είναι η πεποίθηση πως στην ύψιστη κορύφωσή και έντασή του ο νους είναι σε θέση να το συλλάβει και να το εκφράσει σε ένα σύστημα προτάσεων. Η μεταφυσική εμφανίζεται έτσι ως η έμπρακτη απόδειξη της παντοδυναμία του Λόγου.

Όποιος θελήσει να αναζητήσει την ιστορία της μεταφυσικής αλλά και της κριτικής σ’ αυτήν θα διαπιστώσει ότι και οι δυο διαθέτουν μακρά διαδρομή. Εμείς θα αρκεστούμε εδώ στην ανάδειξη μιας αφετηριακής, αλλά καθοριστικής  στιγμής,  την οποία υποστήριξε με πειστικότητα η σύγχρονη έρευνα, επειδή συνιστά σημείο καμπής για την εξέλιξη της σύγχρονης  Φιλοσοφίας της Θρησκείας. Πρόκειται  για μια στροφή της ρωμαιοκαθολικής θεολογίας κατά τον πρώιμο 17ο αιώνα προς τη φιλοσοφία και την επιστήμη, στην προσπάθειά της να αρθρώσει επιχειρήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν την ασφαλή βάση για την υπεράσπιση των θρησκευτικών πεποιθήσεων ακόμα και από δυνητικούς άθεους. Με άλλα λόγια οι θεολόγοι αυτοί αποπειράθηκαν να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα που μέχρι τότε δεν είχε θέσει πρακτικά κανείς.  Το αποφασιστικά νέο στοιχείο σ’ αυτό το εγχείρημα ήταν η παραθεώρηση κάθε θρησκευτικής εμπειρίας και κάθε έννοιας παράδοσης και η συνακόλουθη πρόθεση να διατυπωθούν έλλογα  επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού αποδεκτά από όλους. Η τάση αυτή πυροδότησε μια σειρά πολύπλοκων εξελίξεων με τελική κατάληξη η ετερογονία των σκοπών, αδιάφορη, όπως πάντοτε, για τις ανθρώπινες προθέσεις, να προσφέρει  ως καρπό του αρχικού εγχειρήματος αντί για την εδραίωση της πίστης την ανάδυση της νεωτερικής αθεΐας.

Η θεολογική αυτή τάση, να παραμεριστεί δηλαδή η μαρτυρία της εκκλησιαστικής κοινότητας για ένα Θεό προσωπικό και ενσαρκωμένο, θα εκβάλλει τελικά στη γενικότερη τάση της νεωτερικής φιλοσοφίας να λαμβάνει το εγώ, την υποκειμενικότητα, τον ορθό Λόγο,  το απόλυτο πνεύμα, ή κάτι άλλο κάθε φορά, ως a priori θεμελιωμένο, με τελικό σκοπό, εκκινώντας από αυτό, να ορίσει τα όρια του δυνατού, τα όρια του ανθρώπινου κόσμου και της ανθρώπινης εμπειρίας.

Από την εποχή που οι Εβδομήκοντα μετέφραζαν τον περίφημο στίχο της θεϊκής αυτοαποκάλυψης στη φλεγόμενη βάτο ως «Εγώ ειμί ο Ων», ο κίνδυνος να καταστεί ο Θεός το αντικείμενο της ανθρώπινης σκέψης γινόταν ορατός. Αν το πρωτότυπο με το ταυτολογικό του περιεχόμενο, «Εγώ είμαι αυτός που είμαι», στόχευε να αναδείξει έναν Θεό που αρνείται να περιορίσει την ταυτότητά του στα όρια ενός ανθρώπινου ονόματος, η ελληνική απόδοση άνοιγε τον ασκό του Αιόλου για μια ουσιοκρατική ερμηνεία. Η οντοθεολογία, ως τοποθέτηση του Θεού εντός της επικράτειας του Είναι, ως το υψηλότερο βέβαια ον και το πιο σημαντικό, αλλά πάντως ως ένα από τα όντα, εμφανιζόταν πλέον ως δελεαστική δυνατότητα.

Η οντοθεολογική αυτή θεώρηση κλιμακώνεται κατά τους Νέους Χρόνους σε τρία στάδια: πρώτον, τη διατύπωση μιας γενικής θεωρίας του Είναι, δεύτερον, τη μονοσήμαντη (univocal) εφαρμογή αυτής της έννοιας του Είναι τόσο στο Θεό όσο και στα κτίσματα και τρίτον, την υπαγωγή και των δυο σε ένα θεμελιώδες σύστημα με βάση την έννοια της αιτίας και του αποχρώντος λόγου.

Ο υποψιασμένος παρατηρητής μπορεί να διαπιστώσει πως το μεταφυσικό αυτό πλαίσιο παραμένει ευδιάκριτο σε πλείστες όσες απόπειρες της σύγχρονης Φιλοσοφίας της Θρησκείας, παρ’ όλη την προγραμματικά αντιμεταφυσική ρητορική τους. Θα αρκεστούμε σε δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Όποιος ανατρέξει στις σύγχρονες συζητήσεις για θέματα όπως τα κλασσικά επιχειρήματα περί υπάρξεως του Θεού, η έννοια της παντοδυναμίας ή της παντογνωσίας του Θεού, η σχέση του Θεού με το χρόνο, το πρόβλημα του κακού κλπ., θα διαπιστώσει πως οι συζητήσεις αυτές, αν και εμφανώς επηρεασμένες από την αναλυτική φιλοσοφία, σε βαθμό που φέρουν τη μορφή πολύπλοκων λογικών συλλογισμών ή μαθηματικών αποδείξεων, δεν εκφεύγουν κατά βάθος από την οντοθεολογική θεώρηση, ανάγοντας το Θεό στην επικράτεια του Είναι, ως ένα ον ανάμεσα στα άλλα όντα.

Κάτι ανάλογο ισχύει και στην περίπτωση του χαϊντεγκεριανού εγχειρήματος. Αν στην πρώτη περίοδό του ο Χάιντεγκερ είχε ως προγραμματική φιλοδοξία του τον απεγκλωβισμό της φιλοσοφίας από τον ασφυκτικό κλοιό της οντοθεολογίας, μετά τη λεγόμενη στροφή του, θα αναγάγει τελικά την έλευση του ύστατου Θεού σ’ ένα συμβάν του Είναι, παραθεωρώντας συνειδητά τη ριζική ετερότητα και υπερβατικότητα του βιβλικού Θεού. Το θεϊκό υποβιβάζεται σε μια εκθαμβωτική ιερή λάμψη, προσιτή στους ελάχιστους μυημένους, τους ποιητές που ανάγονται σε θεϊκούς μύστες, υποβιβάζοντας έτσι τη σχέση Θεού-ανθρώπου σε ένα αμιγώς αισθητικό γεγονός.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε πως στην προοπτική της μεταφυσικής ως οντοθεολογίας ο Θεός παραμένει πάντα το αντικείμενο της ανθρώπινης σκέψης, ένα εννοιολογικό είδωλο, αόρατος καθρέφτης της ανθρώπινης κατανόησης και σκέψης κι ο άνθρωπος δέσμιος μιας ανθρωπομορφικής περί Θεού αντίληψης,  Και μια τελευταία παρατήρηση, ιδιαίτερα επίκαιρη στις μέρες μας. Η μεταφυσική θεώρηση, και ιδιαιτέρως στις νεωτερικές, εκκοσμικευμένες εκδοχές της, εκεί που την κεντρική θέση του Θεού παίρνουν πλέον η Φύση, ο Άνθρωπος, ο Ορθός Λόγος ή η Ιστορία, κάνει τον κόσμο αδιαπέραστο σε κάθε Θεό που θυμίζει τον προσωπικό Δημιουργό, το Νομοθέτη και φιλεύσπλαχνο Σωτήρα, αφήνοντας ανοικτό το δρόμο μόνο για μια επανεμφάνιση του παγανισμού, με πολυθεϊστική ή αθεϊστική μεταμφίεση.

2.Το δώρο της μαρτυρίας

Μιλώντας για τη μαρτυρία ως εναλλακτική θεώρηση στη Φιλοσοφία της Θρησκείας θα επιχειρήσουμε μια σύντομη αναφορά σε συγκεκριμένες συνεισφορές στη σύγχρονη συζήτηση που, ακόμα κι όταν μοιάζουν ενδεχομένως αποκλίνουσες,  πιστεύουμε πως εκβάλλουν τελικά στην ίδια κοίτη και μπορεί να ιδωθούν έτσι  κάτω από ένα γενικότερο ενοποιητικό πρίσμα και υπό κοινή προοπτική. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως οι κύριοι εισηγητές τους βρίσκονται σε ένα διάλογο εν εξελίξει. 

Η εμπειρία του αδυνάτου

Στο έργο του Jean Luc Marion μπορούμε να διακρίνουμε δυο κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά την κριτική της μεταφυσικής ως οντοθεολογίας για την οποία ήδη έγινε λόγος. Ο Marion όμως δεν παραμένει στο χώρο της άρνησης και της κριτικής. Ανατρέχοντας στα πρώτα στέρεα βήματα της χριστιανικής θεολογίας, προσπαθεί να αναδείξει ένα διαφορετικό δρόμο που διανοιγόταν από τότε. Σχολιάζοντας τη διαμάχη ανάμεσα στους έλληνες πατέρες και τους αιρετικούς του 4ου αιώνα (κατά βάση τους αρειανούς και τους ευνομιανούς), ο Marion θα επικεντρώσει την ανάλυσή του στα προβλήματα που δημιούργησε η άκριτη πρόσληψη του «ελληνικού» φιλοσοφικού ορίζοντα από ορισμένους θεολόγους. Πιο συγκεκριμένα μας δείχνει πως οι μεγάλοι πατέρες απελευθερώνουν το Θεό από κάθε έννοια συμπερίληψης, υπό την έννοια της παρουσίας εντός της επικράτειας του Είναι, τη στιγμή που οι αιρετικοί προσπαθούν ακριβώς  να εντάξουν και να περιορίσουν το Θεό στην παρουσία, αποδίδοντας του τα κατ’ αυτούς σωστά ονόματα και ορίζοντας, μέσω αυτών, την ουσία του, που μπορούσε να γίνει έτσι προσιτή στον άνθρωπο.

Προχωρώντας πέρα από κάθε κατάφαση ή άρνηση σχετικά με τα ιδιώματα του Θεού, πέρα από το σκοτάδι ή το φως, το σωστό ή το λάθος, ο Marion πιστεύει πως μπορούμε να αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε την ύπαρξη ενός Θεού που υπερβαίνει τη μεταφυσική επιλογή ανάμεσα σε παρουσία και απουσία. Αποδεχόμενοι το οντολογικό χάσμα που μας χωρίζει αμετάκλητα από το Θεό και λατρεύοντας τον ως τη μυστηριακή Τριάδα, χωρίς δηλαδή να αναλωνόμαστε στην άγονη προσπάθεια εννοιολογικής σύλληψης της θεϊκής ουσίας μέσω απόδοσης κατηγορημάτων, κινούμαστε σε μια τροχιά που μας οδηγεί στη λατρεία και στον ύμνο, σε μια μετάβαση από το πεδίο της θεωρίας σ’ αυτό της πράξης, από το μεταφυσικό επίπεδο στο λειτουργικό. Ο λόγος περί του Θεού δεν καταργείται, αλλά θεωρείται πλέον γόνιμος στο βαθμό που τοποθετείται ταπεινά στην υπηρεσία μιας αγάπης που υπερβαίνει τη γνώση.

Η μετάβαση αυτή από την εννοιολογική σύλληψη προς τη λειτουργική λατρεία καθιστά δυνατή την εμπειρία του αδυνάτου, σύμφωνα με τη βιβλική φράση τα αδύνατα παρά τοις ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί. Η εμπειρία αυτή είναι κατά τον Marion μια εμπειρία θάμβους και δέους, έκπληξης και γοητείας, χαρακτηρίζεται μάλιστα από το γεγονός ότι ο μάρτυρας της εμπειρίας βρίσκεται σε μια ιδιότυπη κατάσταση θεωρίας (με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου δηλαδή της οράσεως), εντός της οποίας αδυνατεί να καθορίσει, να ονοματίσει, να συλλάβει επαρκώς το αντικείμενο της εμπειρίας του. Το είδος αυτό της εμπειρίας, τόσο γνωστό από τη ζωή πολλών αγίων σε διαφορετικές εποχές και σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, παρόλη τη ριζική διαφορά και ασυνέχειά που το χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη εμπειρία, μπορεί υπό μια προοπτική να θεωρηθεί ανάλογο με άλλα, αποφασιστικής σημασίας, γεγονότα της ανθρώπινης ζωής: η γέννηση, ο θάνατος, ο έρωτας, η αρρώστια, η ένδεια, η ευτυχία, αλλά και ένα ιστορικό γεγονός, η θέα ενός πίνακα, το άκουσμα μιας μελωδίας, η εμπειρία του Άλλου.  Οι εμπειρίες και οι καταστάσεις αυτές, τόσο κοινότοπες ως κοινή ανθρώπινη περιουσία, μας καθιστούν ανίσχυρους να μιλήσουμε γι’ αυτές μ’ έναν τρόπο καθαρό, διαυγή και τελεσίδικο. Παρόλα αυτά όμως είναι  αυτές, οι ασύλληπτες εμπειρίες του αδυνάτου, που παίζουν τον πιο καθοριστικό, απόλυτο και διαμορφωτικό ρόλο στη ζωή μας.

Ο μάρτυρας

Με αφορμή ένα ποίημα του Paul Celan, o Jacques Derrida, σε μια ομιλία του που εκφωνήθηκε στην Αθήνα, έθεσε εκ νέου στο προσκήνιο το θέμα του μάρτυρα και της μαρτυρίας. Και λέμε εκ νέου γιατί οι απαρχές του εγχειρήματος βρίσκονται στη χαϊντεγκεριανή απόπειρα να αναλυθεί η αυθεντική ύπαρξη στο Είναι και Χρόνος.

Η αναφορά του Derrida στον Celan δεν είναι τυχαία. Σε μια εποχή που το ρεύμα του ιστορικού αναθεωρητισμού γίνεται κάτι περισσότερο από ορατό και μια μεγάλη συζήτηση και διαμάχη για το χαρακτήρα του Ολοκαυτώματος βρίσκεται σε εξέλιξη, η αναφορά στο στίχο του Celan, «κανείς δε μαρτυρεί για το μάρτυρα», προκύπτει αβίαστα.

Στην προοπτική του Derrida η λέξη «μαρτυρώ» δε σημαίνει αποδεικνύω, αλλά παίρνει μια έντονα δικανική χροιά. Σημαίνει ορκίζομαι πως είδα, άκουσα, άγγιξα, αισθάνθηκα, με άλλα λόγια ήμουν παρών και μαρτυρώ για κάποιο γεγονός που με συγκλονίζει, που δίνει νέα προοπτική στη ύπαρξή μου.

Η μαρτυρία αυτή μπορεί βέβαια να προσβληθεί και μόνο άγνωστη δεν μας είναι η τόσο ανθρώπινη εμπειρία της ψευδομαρτυρίας, εμπειρία που αποτυπώνεται εύστοχα στη ρωσική παροιμία «ψεύδεται σαν αυτόπτης μάρτυς». Το γεγονός αυτό αποτελεί διαχρονικά και το αυτονόητο όπλο κάθε αναθεωρητισμού που απορρίπτει όλες τις μαρτυρίες με το πρόσχημα ότι δεν θα γίνουν ποτέ αποδείξεις.

Για τον Derrida αυτός που μαρτυρεί είναι κάποιος μοναδικός και αναντικατάστατος, όσοι προσλαμβάνουν τη μαρτυρία του καλούνται να εισέλθουν στην τάξη του πιστεύειν. Αυτό που δεν εξετάζεται στην προοπτική του Derrida, αλλά έχει προφανή σημασία, είναι οι προϋποθέσεις της δυνατότητας να αναχθεί ο αποδέκτης της μαρτυρίας σε μάρτυρα, να γίνει μέτοχος της ίδιας εμπειρίας, να περάσει από την τάξει του πιστεύειν σ’ αυτή του μετέχειν και θεωρείν.

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 21 Φεβρουάριος 2012, Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cogito τχ10 αφιέρωμα: Φιλοσοφία και Θρησκεία, Ιούλιος 2010, σελ. 36-41.

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Σχέδιο Μάρσαλ I

Σχέδιο Μάρσαλ

 

Του Νίκου Μπογιόπουλου


 

Λέγεται ότι «την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές». Στην Ελλάδα, λόγω των συνθηκών που διαμόρφωσε η ταξική πάλη και οι αγώνες του επαναστατικού κινήματος, αυτό τους έχει πέσει κομματάκι δύσκολο.

Εντούτοις οι «νικητές» ποτέ δεν παραιτούνται από την προσπάθεια παραχάραξης της Ιστορίας. Ειδικά σε εποχές όπως η σημερινή, που το σύστημά τους «μπάζει», επιδίδονται στη διαστροφή της αλήθειας με όρους ασύστολης προπαγάνδας.

Αν, μάλιστα, στην προπαγάνδα τους προστεθεί και η αγραμματοσύνη των «παπαγάλων» που βάζουν μπροστά για να επιτευχθεί η αποκολοκύθωνση της Ιστορίας, τότε εκείνο που προκύπτει είναι εκτρωματικά γελοίο.

Εσχάτως, λοιπόν, έχουν ανοίξει το κεφάλαιο «σχέδιο Μάρσαλ». Όπου το σχέδιο Μάρσαλ ήταν κάτι το… καλόν, «έσωσε» τότε την Ελλάδα, και τώρα που η Ελλάδα είναι πάλι σε δύσκολη θέση «ευχής έργον» θα ήταν να είχαμε ξανά ένα «νέο σχέδιο Μάρσαλ»…

*

Για να μη μακρηγορούμε:

Το σχέδιο Μάρσαλ πράγματι ήταν «καλό». Όχι, όμως για την Ελλάδα του ελληνικού λαού. Ήταν «καλό» για τους απόντες από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και τους συνεργάτες των Γερμανών, που καθόλου δεν είχαν στο μυαλό τους τη βελτίωση των συνθηκών ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων παρά μόνο την αποκατάστασή τους στην εξουσία.

Το σχέδιο Μάρσαλ ήταν «καλό» ως αντεπαναστατικό σχέδιο του ιμπεριαλισμού για το στέριωμα του καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη και στην Ελλάδα.

Αυτός ήταν και ο λόγος, μιλώντας ειδικά για την Ελλάδα, που τα κεφάλαια του δόγματος Τρούμαν και του σχεδίου Μάρσαλ χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά εναντίον του λαϊκού κινήματος, για τη διατήρηση – και με στρατιωτικά μέσα – των πλουτοκρατών στην εξουσία και προς όφελος του προσωπικού θησαυρισμού των κεφαλαιοκρατών.

*

Τι ήταν, όμως, αυτή η περίφημη «αμερικανική βοήθεια» το μαρτυρά το γεγονός ότι εκατοντάδες προσωπικές και οικογενειακές επιχειρήσεις έγιναν εν μια νυχτί βιομηχανίες στην καθημαγμένη Ελλάδα με τα κεφάλαια του σχεδίου Μάρσαλ.

Μόνο δέκα βιομηχανίες, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Συντονισμού Γ. Καρτάλη, τον Απρίλη του 1952, είχαν «απορροφήσει το 60% των πιστώσεων» που εκταμιεύτηκαν σε εφαρμογή του σχεδίου Μάρσαλ.

Αλλα 200 εκατομμύρια μοιράστηκαν σε 50 βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις. Από τα χρήματα αυτά, που διασπαθίστηκαν απροκάλυπτα και που όσοι τα έλαβαν δεν πλήρωσαν ποτέ μια δραχμή, αναδύθηκαν, πολλές φορές μέσα από τους μαυραγορίτες και τους δοσίλογους, τα νέα τζάκια των αμερικανοθρεμμένων μεγαλοβιομηχάνων και μεγαλεμπόρων.

*

Οι ΗΠΑ, όπως ομολογούσε ο ίδιος ο Porter, ο απεσταλμένος του Τρούμαν στην Ελλάδα, έκαναν «μια τόσο μεγάλη επένδυση» στη χώρα και συνεργάστηκαν με μια ελληνική κυβέρνηση που «επικαλούμενη τον ίδιο της τον τεραστίων διαστάσεων αντικομμουνισμό ως επιχείρημα για την παροχή βοήθειας σε απεριόριστες ποσότητες (είχε) στόχο της… να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια ως μέσο για τη διαιώνιση μιας μικρής κλίκας από τραπεζίτες και εμπόρους, που αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα».

Περιγράφοντας δε την ελληνική άρχουσα τάξη, της οποίας τον κλάδο των εφοπλιστών αποκαλούσε «αργυρώνητους ηλίθιους», δε δίσταζε να προσθέτει ότι «είναι αποφασισμένη, πάνω απ' όλα, να προστατεύσει τα οικονομικά της προνόμια, όποιο κι αν είναι το κόστος σε ό,τι αφορά την οικονομική υγεία της χώρας».[1]

*

Ακόμα και οι εκτιμήσεις της εποχής ότι μόλις 500 οικογένειες των Αθηνών ελέγχουν την Ελλάδα αποδείχτηκαν… επιεικείς. «Λέγεται – ανέφερε ο Μαρκεζίνης – ότι 500 οικογένειες κυβερνούν την Ελλάδα, εγώ όμως πιστεύω ότι δεν φτάνουν καν τις πεντακόσιες, αλλά είναι μόνο 200». [2]  

Οσο για τη χρηματοδότηση του μεγάλου κεφαλαίου συνεχιζόταν με σκανδαλώδη τρόπο. Το βεβαιώνει και πάλι ο Porter, ο οποίος σημειώνει: «Οι βιομήχανοι δεν επένδυαν περιμένοντας "δανεικά κεφάλαια", αν και κατά διάφορες εκτιμήσεις είχαν χρυσές λίρες. Οι εμπορικές τράπεζες όχι μόνο δεν διέθεταν πιστώσεις, αλλά δανείζονταν από την Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου να πληρώσουν τους υπαλλήλους τους».

*

Αποτέλεσμα ήταν νέα μεγαλύτερα ελλείμματα και δημόσια χρέη που, ως συνήθως, επιχειρήθηκε να καλυφθούν είτε με άγριες φοροεπιδρομές στα πενιχρά εισοδήματα του λαού είτε με καινούργιους δανεισμούς.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, με τα μέλη της εγχώριας πλουτοκρατίας που αποτελούσαν «μέλη της κομψής διεθνούς κλίκας» από τον Οκτώβρη του '44 μέχρι τον Ιούνη του 1953 να έχουν ξεκοκαλίσει τα πάνω από 3,2 δισ. δολάρια της λεγόμενης «βοήθειας» (σ.σ.: με το σχέδιο Μάρσαλ να ανέρχεται περίπου στα 2 δισ. δολάρια, χωρίς εδώ να υπολογίζεται η άμεση στρατιωτική βοήθεια στο αστικό κράτος), με τους υπέρογκους εξοπλισμούς που άγγιζαν το 50% του προϋπολογισμού και με τη διατήρηση του υπέρογκου κρατικού καταπιεστικού μηχανισμού, είναι φανερό γιατί η «βοήθεια» και η «σωτηρία» δεν είχαν σχέση με το λαό, αλλά με τη σωτηρία του καπιταλιστικού συστήματος.

*

Το τίμημα, αντίθετα, για το λαό ήταν βαρύ. Και πληρώθηκε σε πολλά επίπεδα. Πληρώθηκε με τη φτώχεια, τη μετανάστευση εκατομμυρίων Ελλήνων, με τις ναπάλμ του Εμφυλίου, με τους «Νέους Παρθενώνες» και με μια δημοκρατία, που ο ίδιος ο Αμερικανός υπεύθυνος του σχεδίου στην Ελλάδα, ο Τζέιμς Γουόρεν, την περιέγραφε σε συνέντευξή του ως εξής:

«(Το σχέδιο Μάρσαλ ήταν)… μια πολύ αυστηρή συμφωνία, πολλές πτυχές της οποίας αποτελούσαν σαφή παρέμβαση στα εσωτερικά της Ελλάδας. Μπορεί κάλλιστα να πει κανείς ότι επρόκειτο όχι για απλή παρέμβαση, αλλά για επέμβαση στην εθνική κυριαρχία της χώρας».

Και παρακάτω:

«Η επιτυχία (σ.σ.: των «πατριωτών» κυβερνώντων – όπως τους αποκαλεί ο Αμερικανός) ήταν ότι έφεραν τους Αμερικανούς, όχι απλά ως συμβούλους, αλλά ως ελεγκτές και υπεύθυνους των αποφάσεων. Για τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα έπρεπε να καταπιεί την περηφάνια της και να αποδεχτεί ευρείες παρεμβάσεις. Αυτό ήταν το πνεύμα της συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών».[3]

*

Προφανώς, όταν τα παραπάνω τα δηλώνουν οι ίδιοι οι Αμερικανοί, εμείς δε χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτα περισσότερο, ούτε για το «σχέδιο Μάρσαλ», ούτε για τους… νοσταλγούς του.

***

[1] Paul A. Porter: «Ζητείται ένα θαύμα για την Ελλάδα – Ημερολόγιο ενός προεδρικού απεσταλμένου», έκδοση «Bήμα – Μαρτυρίες».

[2] Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940 – 1950, εκδόσεις «Θεμέλιο».

[3] Εφημερίδα «Καθημερινή», 17 Ιουνίου 2007.

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη 6 Μάρτη 2012, http://www2.rizospastis.gr/columnPage.do?publDate=6/3/2012&columnId=1821

 

Σημείωση admin για περισσότερες πληροφορίες: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF_%CE%9C%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B1%CE%BB