Αρχείο κατηγορίας Παιδεία και προπαίδεια

Παιδεία και προπαίδεια

Οι Υπολογιστές στην εκπαίδευση: Μύθοι και …

Οι Υπολογιστές στην εκπαίδευση: Μύθοι και πραγματικότητες

 

του Ευτύχη Παπαδοπετράκη*

 

«Το να δει το παιδί και να πάρει πληθώρα πληροφοριών και εικόνων, αυτό δε συνιστά σοφία, παρότι ο σοφός ξέρει πολλά. Και ο ρόλος του σχολείου δεν είναι να διδάξουμε τα παιδιά μια ολόκληρη επιστήμη αλλά προέχει να τα βοηθήσουμε να μάθουν να σκέφτονται, να μάθουν να μαθαίνουν. Στο βαθμό που αυτό δεν επιτυγχάνεται, η πληθώρα των μη οργανικών εν τέλει γνώσεων είναι άχρηστη.»

 

Το όνειρο του Δρ Έβανς

Ο Δρ Έβανς, ψυχολόγος και επιστήμονας της πληροφορικής, γοητευμένος από την επιστημονικοτεχνική επανάσταση και ιδιαίτερα από τις προοπτικές που άνοιγαν για την ανθρωπότητα οι δυνατότητες των Η/Υ, πρόβλεπε, στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, «εργάσιμη εβδομάδα είκοσι ωρών και σύνταξη στα πενήντα», πριν φτάσει το 2000.

Τη θέση αυτή, 30 χρόνια μετά, ούτε η πιο αριστερή πτέρυγα του εργατικού κινήματος έχει τολμήσει να προτείνει ως στόχο πάλης στο εργατικό κίνημα, το οποίο παλεύει για να μη χάσει τα κεκτημένα της δεκαετίας του ‘70.

Ένα χρόνο μετά το 2000, η εργάσιμη εβδομάδα δεν έχει ουσιαστικά ανώτερο όριο ωρών εργασίας -η εργοδοσία δεν δίνει ούτε το 35ωρο!- και από τον εργαζόμενο, ακόμη και σε βαριά και ανθυγιεινά και ανεξαρτήτως φύλου, ζητείται δουλειά μέχρι τα 65 (!), ενώ η σύνταξη τείνει προς εξαφάνιση.

Μήπως ο Δρ Εβανς ήταν ένας έξαλλος ουτοπικός οραματιστής; Μάλλον όχι. Ως βαθύς γνώστης στον τομέα του, δεν είχε εκτιμήσει και υπολογίσει λάθος τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών. Τότε;

Υπάρχουν δύο κύριες ερμηνείες. Ή ο Δρ Εβανς είχε στο βάθος του μυαλού του την ανομολόγητη (!) άποψη ότι μέχρι το 2000, ο καπιταλισμός θα έχει ανατραπεί από την εργατική τάξη, η οποία απελευθερώνοντας την κοινωνία στο σύνολό της, αφού δεν είναι τάξη μόνο για τον εαυτό της όπως έλεγε και ο γέρο Μαρξ, θα θέσει στην υπηρεσία όλης της κοινωνίας την επιστήμη και την τεχνολογία στο σύνολό τους. Ή σκεφτόταν αταξικά, εξωκοινωνικά. Δεν διέκρινε δηλαδή ότι στον καπιταλισμό η κυρίαρχη τάξη, ως μοναδικός κάτοχος των μέσων παραγωγής, οικειοποιείται προς όφελός της, και με μοναδικό γνώμονα τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας των κεφαλαίων της, κάθε επιστημονική ανακάλυψη.

  Σε σχέση με τους υπολογιστές στο χώρο της παιδείας ο Δρ Εβανς διαπίστωνε στα τέλη του ‘70 ότι: «Μια από τις μεγαλύτερες, παρθένες ακόμη, αγορές στον κόσμο είναι ο χώρος της παιδείας»,«Οι πρώτες εταιρείες που θα ρίξουν στην αγορά διδακτικούς κομπιούτερ τσέπης θα πραγματοποιήσουν τεράστια κέρδη και, όσο κι αν ακουστούν από 'δώ κι από κει τα ανήσυχα μουρμουρητά του κράτους και των εκπαιδευτικών για τους πιθανούς κινδύνους, ο χρυσοφόρος χείμαρρος θα παραμερίσει κάθε μορφή διαμαρτυρίας». για να συμπληρώσει με νόημα ότι

Ωστόσο τέτοιοι υπολογιστές τσέπης δεν εμφανίστηκαν ακόμη μαζικά. Αντίθετα ο χώρος νεολαίας, και από τις πιο μικρές και τρυφερές ηλικίες, έχει πράγματι κατακλυστεί από υπολογιστές τσέπης για παιδικά παιγνίδια απερίγραπτης, κατά κανόνα, βαρβαρότητας και άθλιας αισθητικής. Οι κίνδυνοι για την πνευματική και σωματική υγεία των παιδιών δεν είναι «πιθανοί» αλλά πραγματικοί και ιατρικά διαπιστωμένοι: από ακραίες μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς, μέχρι εξάρτηση και επιληπτικές κρίσεις. Όμως ο χρυσοφόρος χείμαρρος, με την αρωγή των κυβερνήσεων, παραμερίζει κάθε μορφή διαμαρτυρίας των ανθρώπων της παιδείας και διάφορων κοινωνικών φορέων.

Ανακύπτει λοιπόν αβίαστα το ερώτημα:

 

Είναι δυνατόν στο ευαίσθητο χώρο της νεολαίας και της παιδείας, ο καπιταλισμός να λειτουργήσει ως μη καπιταλισμός; Να ξοδέψει δηλαδή, ή και να επιτρέψει, προνομιακά ώστε οι δυνατότητες των μηχανών αυτών να τεθούν πράγματι στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου και όχι του μέγιστου κέρδους; Απολύτως όχι, μια τέτοια λογική θα ήταν αντίθετη στη φύση του, ιδιαίτερα σήμερα στην ακραία νεοφιλελεύθερη εκδοχή του.

Στο χώρο της παιδείας έχουν εισβάλει, με τεράστιες κρατικές χρηματοδοτήσεις (ουσιαστικά προς τις κατασκευάστριες εταιρίες), οι προσωπικοί υπολογιστές εφοδιασμένοι με εκπαιδευτικά λογισμικά και συνδεδεμένοι με το διαδίκτυο. Τεράστια ποσά επίσης διατίθενται για την ανάπτυξη της αγοράς εκπαιδευτικού λογισμικού, στα πλαίσια ερευνητικών προγραμμάτων στα πανεπιστήμια. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου προγράμματος που χρηματοδοτήθηκε στη χώρα μας (από το περίφημο δεύτερο «πακέτο»), η χρηματοδότηση ήταν 8 εκατομμύρια ανά λεπτό λογισμικού!

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

 

Μια ιστορία με σημασία1

 

Ο κύριος Χ, καθηγητής της Πληροφορικής σήμερα σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο, με σπουδές στη Νέα Υόρκη, επισκέφθηκε πρόσφατα την πόλη των φοιτητικών του χρόνων και θέλησε να δει από κοντά πώς είχαν εξελιχθεί τα σχολειά στις ΗΠΑ. Επισκέφθηκε πρώτα τις φτωχογειτονιές της Ν. Υ. και έμεινε έκπληκτος: Τα σχολειά είχαν αλλάξει δομή, ήταν πιο καθαρά και παντού υπήρχαν Η/Υ με τα παιδιά του κατώτερου θεού, κατά κανόνα μαύρων και ισπανόφωνων, μπροστά στις οθόνες ν' αυτομορφώνονται (;) με μανία.

 

Επισκέφτηκε μετά τα σχολεία στις συνοικίες των πλουσίων και έμεινε δύο φορές έκπληκτος: Τα σχολεία είχαν παραμείνει κλασικά, οι αίθουσες με το μαυροπίνακα, με τους χάρτες και τις εικόνες στους τοίχους, τα τμήματα ολιγάριθμα, τα εργαστήρια, οι βιβλιοθήκες, τα γυμναστήρια πλουσιοπάροχα, κλπ.

 

Ο υπολογιστής είναι φιλικός, έξυπνος, ομιλητικός…

 

Αναμφίβολα ο Η/Υ είναι μια μηχανή. Τι είδους όμως μηχανή είναι;

Όταν ο άγριος ακόμα πρόγονός μας έφτασε με ένα ραβδί το φρούτο που δεν έφτανε με το χέρι του, πραγματοποίησε μια καταπληκτική εφεύρεση: επιμήκυνε το χέρι του. Τη γνώση αυτή τη δίδαξε με το παράδειγμα (ο προφορικά αρθρωμένος λόγος άργησε να εμφανιστεί) στις επόμενες γενιές. Όταν το ραβδί χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός, πολλαπλασίασε αφάνταστα τη μυϊκή του δύναμη. Εκατομμύρια χρόνια μετά όταν ο Αρχιμήδης ανακάλυψε το φυσικό νόμο που διέπει το φαινόμενο αυτό, αναφώνησε (σε πείσμα αντιλήψεων του Αριστοτέλη για την κινούσα δύναμη) πως θα μπορούσε να κινήσει και τη γη. Είναι η πρώτη φορά που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί με τόση σαφήνεια τις τεράστιες δυνατότητες που του δίνει η απλή και μόνο γνώση των νόμων της φύσης. Η συντριπτική πλειοψηφία των μηχανών, που από τότε σκάρωσε ο άνθρωπος, ακολουθούν τη γραμμή αυτή της επέκτασης την μυϊκών και αισθητηριακών (μικροσκόπια, τηλεσκόπια) δυνατοτήτων του ανθρώπινου σώματος, μέχρι ολικής αντικατάστασής του.

Η άλλη κατηγορία μηχανών, αυτές που χειρίζονται γενικά πληροφορίες, άργησαν να έλθουν στο προσκήνιο της ιστορίας. Εμφανίστηκαν την κλασική αρχαιότητα ως αυτόματοι μετρητές αποστάσεων (οδόμετρα), ή και επεξεργαστές πληροφοριών με σταθερό αλγόριθμο, ενσωματωμένο σε πολύπλοκα συστήματα γραναζιών, όπως ο ημερολογιακός υπολογιστής των Αντικυθήρων. Εδώ για πρώτη φορά εμφανίζεται τμήμα εισόδου δεδομένων, τμήμα επεξεργασίας και τμήμα εξόδου. Οι αριθμομηχανές, τύπου Pascal, ή και πιο εξελιγμένες, κινούνται στην ίδια λογική. Το γενικό χαρακτηριστικό στις μηχανές αυτές είναι ότι η κίνηση πραγματοποιείται στο μακρόκοσμο, είναι ορατή, και καταναλώνουν μηχανική ενέργεια. Οι μηχανές αυτές, σ' αντίθεση με τις προηγούμενες, αναλαμβάνουν να εκτελέσουν ανθρώπινες λειτουργίες, όχι πλέον μυϊκές ή αισθητηριακές αλλά νοητικές.

Το γενικό χαρακτηριστικό στις σημερινές υπολογιστικές μηχανές είναι ότι η κίνηση πραγματοποιείται στο μικρόκοσμο, αφού κινούνται μόνο ηλεκτρόνια, είναι κατά συνέπεια αόρατη, καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια, υλοποιούν απεριόριστο αριθμό από αλγόριθμους με ασύλληπτες ταχύτητες και το αποτέλεσμα στην έξοδό τους μπορεί να είναι κείμενο, εικόνα, ήχος ή και συνδυασμός όλων αυτών. Τα χαρακτηριστικά αυτά αποτελούν μια αντικειμενική βάση για την ανθρωπομορφική ορολογία που έχουν καθιερώσει οι κατασκευάστριες εταιρείες, ωστόσο η ορολογία αυτή καλύπτει, για τον πολύ κόσμο και κύρια τα παιδιά, τις μηχανές αυτές με ένα πέπλο μυστηρίου στα όρια του δέους. Και το δέος εξαφανίζει κάθε ενδιάθετο ψήγμα κριτικής θεώρησης.

Ο υπολογιστής μου είναι φιλικός! Μα η φιλία αποτελεί μια βαθιά κοινωνική αμοιβαία σχέση στη βάση της ισοτιμίας με πολύ έντονη την ψυχολογική φόρτιση, χαρακτηριστικά που δεν προσιδιάζουν σε μια μηχανή.

Ο υπολογιστής μου είναι έξυπνος! Μα η εξυπνάδα είναι δώρο της κοινωνίας στον άνθρωπο, προσιδιάζει μόνο σ' ένα κοινωνικό άτομο. «Η εξυπνάδα δεν είναι άλλο, στην πραγματικότητα, γράφει ο Ε. Ιλένκοφ, από τη διανοητική κουλτούρα της ανθρωπότητας, μετασχηματισμένη σε προσωπική «ιδιοκτησία», σε αρχή δραστηριότητας του προσώπου. Είναι ο εξατομικευμένος διανοητικός πλούτος της κοινωνίας.»

Είναι άλλο πράγμα μια έξυπνα κατασκευασμένη μηχανή – και οι Η/Υ είναι αναμφισβήτητα τέτοιοι – και άλλο μια έξυπνη μηχανή. Η ζωή είναι πάντα ασύγκριτα πιο έξυπνη από τον πιο έξυπνο προγραμματιστή, πόσο μάλλον από τη μηχανή που προγραμματίζει. Ναι, αλλά ο Η/Υ νίκησε τον πρωταθλητή του κόσμου στο σκάκι! Πράγματι, μόνο που ο πρωταθλητής δεν έπαιξε με τη συγκεκριμένη μηχανή αλλά με όλους τους μέχρι τότε πρωταθλητές κόσμου, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του, αφού με αυτά τα δεδομένα είχε προγραμματιστεί.

Ο κατάλογος είναι μακρύς για να εξαντληθεί στο πλαίσιο ενός μικρού άρθρου, αλλά πρέπει να πούμε ακόμη για την εξομοίωση (ή και προσομοίωση) της πραγματικότητας και την εικονική πραγματικότητα ότι και εδώ η ορολογία εύκολα παραπλανεί. Δεν πρόκειται για την πραγματικότητα αλλά για αυτό που νομίζει (ή θέλει να νομίζει, ή ενδεχομένως να θέλει να περάσει) ότι είναι η πραγματικότητα, αυτός που έφτιαξε το αντίστοιχο πρόγραμμα. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, αυτό που πιστεύει η επιστήμη τη στιγμή που φτιάχνεται το πρόγραμμα ότι είναι η πραγματικότητα. Και δεν μιλάμε βέβαια για το επίπεδο της έρευνας ή της εκπαίδευσης επιστημόνων, όπου οι δυνατότητες και η αξιοποίηση των Η/Υ είναι εκπληκτικές, ή για περιοχές της πραγματικότητας, όπου η μόνη δυνατότητα προσπέλασης είναι η εξομοίωση (π.χ. μικρόκοσμος ή μεγάκοσμος κλπ), αλλά για τη χρήση τέτοιων προγραμμάτων ή εικονικής πραγματικότητας για τη διδασκαλία, και μάλιστα εισαγωγική, βασικών επιστημονικών εννοιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ή και το Γυμνάσιο. Για το Λύκειο και για ορισμένες έννοιες, όπως η έννοια του ορίου στα Μαθηματικά, ίσως υπάρχουν κάποιες δυνατότητες. Αλλά το να «διδάξεις» την έννοια του παραλληλεπιπέδου (το παράδειγμα δεν είναι ούτε φανταστικό ούτε υποθετικό) με χρήση εικονικής πραγματικότητας, με ηλεκτρόδια στα χέρια και κάσκα στο κεφάλι, σε παιδιά του δημοτικού, γιατί έτσι θα μάθουν λέει πιο γρήγορα τις ιδιότητες του παραλληλεπιπέδου, αυτό δεν είναι μόνο λάθος από γνωσιοθεωρητική άποψη είναι επικίνδυνο και για τη σωματική υγεία των παιδιών.

 

Ο ιμπεριαλισμός της εικόνας

 

Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, λέει μια παλιά Κινέζικη παροιμία. Την εποχή που διατυπώθηκε ήταν πράγματι σοφή, εικόνες προσέφερε μόνο η φύση και το καλλιτεχνικό χέρι του ζωγράφου. Σχεδόν αποκλειστικός φορέας της πληροφορίας ήταν ο λόγος, προφορικός ή γραπτός. Με την αφήγηση ο ακροατής αναπλάθει την εικόνα, την προσωπική του εικόνα, τη διαμεσολαβημένη δηλαδή από τη προσωπικότητά του και την ψυχολογική κατάσταση και φόρτιση της στιγμής. Και υπάρχει εδώ σημαντικό στοιχείο δημιουργικότητας, μια λειτουργία σημαντική της σκέψης, της οποίας η εκπαίδευση άρχιζε με της γιαγιάς τα παραμύθια από τη νηπιακή ηλικία. 

Η εφεύρεση της φωτογραφικής μηχανής, του κινηματογράφου και η εξέλιξη των δυνατοτήτων της τυπογραφίας έβαλαν για τα καλά την εικόνα όχι μόνο στην καθημερινή μας ζωή αλλά και στην εκπαίδευση. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, με την τηλεόραση και τους προσωπικούς υπολογιστές, η εικόνα έχει αντικαταστήσει το λόγο ίσως κατά την αναλογία της Κινέζικης παροιμίας, ίσως και περισσότερο. Η παρουσία της εικόνας εκεί που ο λόγος πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο, μπορεί να εξοικονομεί σχολικό χρόνο, όμως στερεί από το μαθητή τη γόνιμη διαδικασία της ανάπλασης από το λόγο της δικιάς του εικόνας. Έτσι, ατομικά ο κάθε μαθητής δεν αναπτύσσει τη δημιουργική του φαντασία, και το σύνολο φτωχαίνει σε συλλογική φαντασία, επέρχεται δηλαδή ένα είδος ομογενοποίησης, αφού όλοι την ίδια εικόνα θα έχουν στο μυαλό τους.

Σε ότι αφορά δε τις θετικές επιστήμες, μια εικόνα μπορεί να αξίζει όσο χίλιες λέξεις, αλλά χίλιες λέξεις που δεν περιέχουν κανένα στοιχείο συλλογισμού! Όμως ο συλλογισμός, ο λογικός δηλαδή συμπερασμός, αποτελεί αναπόσπαστο οργανικό στοιχείο των επιστημονικών γνώσεων, είτε πρόκειται για προεπιστημονικές εμπειρικές στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο είτε πρόκειται για γνώσεις οργανωμένες σε αξιωματικό σύστημα, ανεξάρτητα από το βαθμό της αυστηρότητας του συστήματος αυτού, στο Λύκειο. Το να δει το παιδί και να πάρει πληθώρα πληροφοριών και εικόνων, αυτό δε συνιστά σοφία, αν και ο σοφός πρέπει να ξέρει πολλά. Και ο ρόλος του σχολείου δεν είναι να διδάξουμε τα παιδιά μια ολόκληρη επιστήμη αλλά προέχει να τα βοηθήσουμε να μάθουν να σκέφτονται, να μάθουν να μαθαίνουν. Στο βαθμό που αυτό δεν επιτυγχάνεται, η πληθώρα των μη οργανικών εν τέλει γνώσεων είναι άχρηστη. 

Η χρυσή τελικά αναλογία εικόνας-λόγου δεν είναι δεδομένη και ο μόνος που μπορεί να έχει την πιο ολοκληρωμένη εκτίμηση γι' αυτήν είναι ο ζωντανός δάσκαλος, στα χέρια του οποίου ο Η/Υ μπορεί να είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο.

 

Μπορεί ο υπολογιστής να αντικαταστήσει το Δάσκαλο;

 

Ας συζητήσουμε το θέμα για τις τρυφερές ηλικίες του Δημοτικού και του Γυμνάσιου. Εδώ έχουμε να κάνουμε με παιδιά. Τί είναι όμως το παιδί;

Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Vygotsky, το παιδί δεν μπορεί να κατανοηθεί ως μικρογραφία του ενήλικου ούτε η διάνοιά του αποτελεί σμίκρυνση της διάνοιας του ενήλικου. Το δρόμο της εξέλιξής του μπορούμε να τον κατανοήσουμε μόνο αν τον σκεφτούμε στους κοινωνικούς του όρους. Και ο δρόμος της εξέλιξης αυτής δεν είναι αυτός της σταδιακής κοινωνικοποίησης που μεταβιβάζεται στο παιδί απ' έξω, αλλά η σταδιακή εξατομίκευση, που γεννιέται στη βάση της κοινωνικής του υπόστασης. Το παιδί θα πάρει, θα οικειοποιηθεί, από το σύνολο της διανοητικής κουλτούρας της κοινωνίας των μεγάλων, ό,τι εξατομικεύσει ως οργανικό μεν μέλος της, αλλά διατηρώντας ακέραια όλα τα στοιχεία της αυτοτέλειάς του. Η εξατομίκευση δε αυτή πραγματοποιείται μέσα στα πλαίσια της ζωντανής βιωματικής αλληλεπίδρασης του παιδιού με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον στην ολότητά τους. Στο πλαίσιο της σχολικής πραγματικότητας δεσπόζουσα είναι η αλληλεπίδραση δασκάλου-μαθητή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άλλες. Και ο δάσκαλος σ' αυτό το δίπολο δεν αντικαθίσταται. Η αλληλεπίδραση μηχανής-μαθητή, που πολλοί ισχυρίζονται ότι με κατάλληλα δομημένα προγράμματα επιτυγχάνουν, είναι άλλος ένας μύθος: Ο μαθητής δεν αλληλεπιδρά φυσικά με τη μηχανή αλλά μέσω της μηχανής με τη σκέψη του προγραμματιστή, σκέψη όμως αποστεωμένη και κλεισμένη σε κουτάκια, όσες εναλλακτικές δυνατότητες κι αν έχει προβλέψει. Αλήθεια, αν το παιδί έχει φάει στυφά δαμάσκηνα, είναι άκεφο και συμπεριφέρεται αλλόκοτα, πώς θα το «καταλάβει» ο υπολογιστής, για να αναπροσαρμόσει τη «συμπεριφορά» του; Τέτοιες «αλληλεπιδράσεις» μόνο στην τυποποίηση της σκέψης και του παιδιού, στον ακρωτηριασμό δηλαδή της ευφυίας του, μπορούν να οδηγήσουν. Μόνο εκεί μπορεί να οδηγήσει η έστω και μερική αντικατάσταση του δασκάλου.

 

Τελικά όλα μύθος;

 

Φυσικά και όχι. Οι υπολογιστές και οι δυνατότητες που ανοίγουν (πολυμέσα, διαδίκτυο-επικοινωνία, πρόσβαση και χειρισμός τεράστιου όγκου πληροφοριών, κ.τ.λ.) στο δάσκαλο είναι κάτι το απόλυτα πραγματικό. Σε ό,τι αφορά δε το μαθητή υπάρχει κατά τη γνώμη μας μια προϋπόθεση, ένα κρίσιμο σημείο, μετά το οποίο ο υπολογιστής μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο για τη εξατομίκευση της διανοητικής κουλτούρας της εποχής του. Και η προϋπόθεση αυτή δεν είναι άλλη από την κατάκτηση ενός ολοκληρωμένου και αυτόνομου τρόπου σκέψης και ότι το παιδί έχει μάθει να μαθαίνει.

 

Βασική θεωρητική βιβλιογραφία προετοιμασίας για μια κριτική θεώρηση των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση:

 

1.    Schaff, A.:1973, Language and Cognition, McGraw-Hill, N, Y, (Μετάφραση Αλάτση) εκδ. Κ, I Ζαχαρόπουλος, Αθήνα .

2.    Vygotski, L.:1934, Σκέψη και Γλώσσα, (μετάφραση, Α. Ρόδη), εκδ.Γνώση, Αθήνα 1988.

3.    Εβαλντ Ιλένκοφ: Τεχνοκρατία και ανθρώπινα ιδεώδη στο σοσιαλισμό, εκδ. Οδυσσέας

4.    Christopher Evans: Η επανάσταση των κομπιούτερ, εκδ. Γαλαίος

5.    V. Pekelis: Melanges cybernetiques, editions de Moscou

 

1 Ο κύριος Χ διηγήθηκε την παραπάνω ιστορία σε σχετική ημερίδα του Συλλόγου ΔΕΠ του Παν/μίου Πατρών, την άνοιξη του 2000.

 

Σημείωση: Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο http://www.edupame.gr/ (ΠΑΜΕ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ)

 

* Ο Ευτύχης Παπαδοπετράκης είναι λέκτορας του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει διδακτορικό τίτλο στην Ιστορία των Μαθηματικών και μάστερ στη Διδακτική τους. 

 

Η βόμβα για τα κολέγια…

 

Η βόμβα για τα κολέγια…

 

Του  Γιώργου Κ. Καββαδία*

 

Η σημαντική αποκάλυψη από το «Εθνος της Κυριακής» του περιεχομένου του Προεδρικού Διατάγματος που προωθεί η κυβέρνηση για την αναγνώριση των πτυχίων που χορηγούν κολέγια και Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών που συνεργάζονται με ξένα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Μόνο που οι ρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση είναι ακόμα πιο ευνοϊκές για τους ιδιοκτήτες από αυτές που είχαν παγώσει για έναν και πλέον χρόνο, μετά τις αντιστάσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Πρόκειται για ρυθμίσεις που αμφισβητούν το Ελληνικό Σύνταγμα και εναρμονίζονται με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, στην οποία επισημαίνεται ότι «το άρθρο 16 του Ελληνικού Συντάγματος δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής προκειμένου περί σπουδών παρεχομένων βάσει συμφωνιών δικαιοχρήσεως, εφόσον αυτές δεν εντάσσονται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα». Ετσι αφαιρείται από το ελληνικό κράτος το δικαίωμα ελέγχου στο πρόγραμμα σπουδών των κολεγίων που αποτελούν παραρτήματα ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Αρκούν 300 τετραγωνικά ως ελάχιστος χώρος για τη στέγαση κάθε κολεγίου!

Ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου για την εκ των πραγμάτων ακαδημαϊκή ισοτίμηση των πτυχίων και των διπλωμάτων, για διεκδίκηση των ίδιων θέσεων στην αγορά εργασίας από πτυχιούχους του δημοσίου πανεπιστημίου και διπλωματούχους κολεγίων 3ετούς φοίτησης αμφιβόλου ποιότητος. Στην πράξη υποβαθμίζονται τα εργασιακά δικαιώματα, οι απολαβές, τα κεκτημένα των πτυχιούχων των ελληνικών πανεπιστημίων. Κοντολογίς, φαινομενικά αναβαθμίζονται τα ιδιωτικά κολέγια, ουσιαστικά υποβαθμίζονται τα δημόσια πανεπιστήμια.

Η σχεδιαζόμενη αναβάθμιση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων έρχεται να καλύψει την αποτυχία της κυβέρνησης να αναθεωρήσει το Σύνταγμα και το άρθρο 16. Επιδιώκει να θεσμοθετήσει πραξικοπηματικά και παραβιάζοντας το Σύνταγμα τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Αποτελεί τον «δούρειο ίππο» για την κατάργηση του άρθρου 16 του Συντάγματος και την πλήρη ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης.

Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική στο πλαίσιο της ΕΕ όπως αποτυπώθηκε στη Διακήρυξη της Μπολόνια (Ιούνιος 1999) και στο Ανακοινωθέν των Υπουργών της Ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής στην Πράγα (Μάιος 2001) επιδιώκει έναν τριπλό στόχο: την υποταγή της εκπαίδευσης στους νόμους της αγοράς, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων με βάση το μοντέλο της ελαστικής εργασίας και την κατάργηση κάθε κεκτημένου εργασιακού δικαιώματος που αφορά τον χρόνο και τις συνθήκες εργασίας, την αμοιβή-μισθό, τη σύνταξη και ασφάλιση, την προστασία από την ανεργία κ.ά.

Όσον αφορά τους διαπρύσιους κήρυκες της ίδρυσης μη κρατικών και μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, χρειάζεται να τονίσουμε ότι πρώτα απ' όλα τα μόνα ιδιωτικά πανεπιστήμια που μπορούν να ιδρυθούν στην Ελλάδα είναι τα γνωστά χαμηλής στάθμης παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων. Πρόκειται για τα λεγόμενα ΚΕΣ, «κολέγια», και άλλα που κάθε χρόνο «αλιεύουν» «πελάτες» από τις στρατιές των «αποτυχημένων» στις πανελλήνιες εξετάσεις που έχει δημιουργήσει η κυβερνητική πολιτική με τη «βάση του 10». Επίσης, τα «μη κρατικά – μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια» είναι φθηνά σε υποδομές. Ιδιωτικά πανεπιστήμια με ακριβά δίδακτρα. Παρέχουν σπουδές ταχύρρυθμες, φθηνές και τυποποιημένες.

Γι' αυτό είναι αναγκαία η ανάπτυξη ενός ευρύτατου μορφωτικού – πολιτιστικού κινήματος που να εναντιώνεται στην εκπαίδευση της αγοράς και των επιχειρήσεων, μιας εκπαίδευσης που προκρίνει στη θέση της μόρφωσης και της ολοκληρωμένης γνώσης την εκμάθηση δεξιοτήτων, τη συσσώρευση πληροφοριών και ασπόνδυλες γνώσεις. Ένα κίνημα που θα υπερασπίζεται τη γνώση ως κοινωνικό αγαθό και δικαίωμα όλων.

 

* Ο Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι φιλόλογος, ερευνητής εκπαιδευτικής πολιτικής και συγγραφέας.

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin

Δίνουν «παράσταση» με την Παιδεία

Δίνουν «παράσταση» με την Παιδεία

 

Του Χρήστου Κάτσικα*

 

Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Μπαμπινιώτης δεν τσιγκουνεύτηκε εύηχες λέξεις και «ζεστές» εκπαιδευτικές προτάσεις που μπορεί να πιάνουν τα στασίδια των media, μπορεί να δείχνουν ότι αφουγκράζονται αγωνίες εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων, ωστόσο κινδυνεύουν να αποδειχθούν αμφίσημες προτάσεις.

Η υπερκατανάλωση, από τη μεριά του κ. Καθηγητή, προτάσεων του τύπου «απαλλαγή των μαθητών και των οικείων τους από το άγχος της αποτυχίας και της ανασφάλειας», «λύκειο που θα δίνει διέξοδο στις δεξιότητες του μαθητή», «μείωση του διδακτικού χρόνου», «περικοπές στη διδακτέα ύλη και τις εξετάσεις», «υποχρεωτική διετή φοίτηση στο νηπιαγωγείο», «δημιουργία ζώνης πολιτισμού», «ελεύθερη εισαγωγή σε ΑΕΙ και ΤΕΙ χαμηλής ζήτησης», μπορεί, αν δεν συνοδευτούν με το «πώς», το «τι» και το γιατί», να αποτελέσουν «σαβούρα» δεδομένων σε ένα πεδίο που είναι γεμάτο από τα αποκαΐδια εξαγγελιών που στο παρελθόν και στο παρόν μετέτρεψαν το σχολείο σε λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας της ακριβοπληρωμένης αμάθειας.

  Είναι σαφές ότι οι διακηρύξεις καλών προθέσεων, το «μπούκωμα» με επιδέξια λόγια από μόνο του, όταν είναι ασύμφωνο με τα έργα, γίνεται τραγούδι των Σειρήνων για την υφαρπαγή της συναίνεσης σε μια περίοδο που σταδιοδρομεί στους επικοινωνιακούς χειρισμούς, καθώς χειραγωγείται από τον προεκλογικό ανταγωνισμό.

Επειδή ζούμε σε μια εποχή που το παλιό επανέρχεται μεταμφιεσμένο σε νέο, επειδή είμαστε πλέον ιστορικά «πεπειραμένοι» από προηγούμενες μεταρρυθμιστικές «εφορμήσεις» (που εξίσου επαγγέλθηκαν έναν εκπαιδευτικό κήπο της Εδέμ, εξίσου προετοιμάστηκαν από «ειδικούς με ανοικτά μυαλά» και εξίσου σερβιρίστηκαν με τη «μαγειρική» του λόγου όπως π.χ. της περιόδου 1997-98) οφείλουμε να υποβάλουμε ορισμένους προβληματισμούς οι οποίοι δεν είναι καθόλου ρητορικοί:

Με ποιον προϋπολογισμό θα υλοποιηθεί η υποχρεωτική διετής φοίτηση στο νηπιαγωγείο, όταν είναι γνωστό ότι οι όροι, με τους οποίους προχώρησε η κυβέρνηση και το ΥΠΕΠΘ μόλις πέρυσι στην καθιέρωση της μονοετούς υποχρεωτικής φοίτησης στο νηπιαγωγείο, απογείωσαν σε ποσοστό περίπου 80% σε έναν χρόνο τις εγγραφές στην ιδιωτική προσχολική εκπαίδευση;

Με ποιον τρόπο θα απαλλαγούν οι μαθητές και οι οικογένειές τους «από το άγχος της αποτυχίας και της ανασφάλειας», όταν είναι γνωστό ότι το Λύκειο των «περιφερειακών τεστ» που οραματίζεται ο κ. Μπαμπινιώτης δυναμώνει τους εργολάβους των εξετάσεων και τη φροντιστηριακή προσφυγιά, την οικονομική αιμορραγία των οικογενειών και τις σχολικές ανισότητες;

Η πρόταση για «ελεύθερη εισαγωγή σε ΑΕΙ- ΤΕΙ χαμηλής ζήτησης» μήπως δεν αποτελεί παρά το σύννεφο σκόνης για να καλυφθεί η κρυφή ατζέντα των περιφερειακών τεστ σε όλες τις τάξεις του Λυκείου, η προτεινόμενη δηλαδή από τον κ. Καθηγητή νέα τεχνολογία εξετάσεων, η οποία θα διώξει πρόωρα τους μαθητές από τα μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα;

Με ποιον τρόπο θα απαλλαγούν οι μαθητές και οι οικογένειές τους από το άγχος της ανασφάλειας, όταν είναι γνωστό ότι μόνο το κόστος της εισόδου σε τριτοβάθμια σχολή εκτός τόπου μόνιμης κατοικίας τινάζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς στον αέρα, ενώ η πλήρης ρευστοποίηση των τίτλων σπουδών και οι λεγεώνες των ανέργων πτυχιούχων θρυμματίζει κάθε συνταγή επιβίωσης;

Για ποια αυτονομία του Λυκείου γίνεται αναφορά, όταν είναι γνωστό ότι αυτή υπονομεύεται και υποθηκεύεται στη χώρα μας από την πλήρη απαξίωση του απολυτηρίου του Λυκείου στην αγορά εργασίας;

Για ποιον μορφωτικό ρόλο του Λυκείου μιλάει ο κ. Καθηγητής, όταν μόνο η εισαγωγή των ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής- μονοδιάστατης λογικής που προκρίνει, μπορούν να αποτελέσουν ένα «δώρο» από τα αποδυτήρια στην αποδόμηση της γνώσης μέσα στο σχολείο;

Με βάση ποιον προϋπολογισμό θα λειτουργήσει το «ολοήμερο Γυμνάσιο», οι «ζώνες πολιτισμού», οι «αθλητικές δραστηριότητες», η «εκμάθηση ηλεκτρονικών υπολογιστών» και άλλα εύηχα που εξαγγέλλονται με επιτηδευμένη αφέλεια, όταν οι δημόσιες δαπάνες για την παιδεία στη χώρα μας κονταίνουν χρόνο με τον χρόνο αντί να αυγατίζουν; Κάτι τελευταίο. Η γλώσσα από μέσο επικοινωνίας γίνεται μέσο άσκησης μαγείας. Ο κ. Καθηγητής δεν μπορεί να προσποιείται το άγαλμα του Κολοκοτρώνη στη Σταδίου που μένει ασάλευτο δείχνοντας τον δρόμο. Όσο καλό και να είναι το «παίξιμο» του νέου πρωταγωνιστή η «παράσταση» με την παιδεία που δίνει η κυβέρνηση έχει φτάσει σε εκείνο το οριακό σημείο που αρκεί το φτέρνισμα ενός θεατή για να μετατραπεί σε ιλαροτραγωδία..

ΠΕΔΙΟ ΓΕΜΑΤΟ με αποκαΐδια εξαγγελιών που στο παρελθόν και στο παρόν μετέτρεψαν το σχολείο σε λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας της ακριβοπληρωμένης αμάθειας

 

* Ο Χρήστος Κάτσικας είναι εκπαιδευτικός, ερευνητής, συγγραφέας, e-mail: xkatsikas@xkatsikas.gr

 

ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ, ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 16 Ιουλίου 2009,

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artID=4526922

Τι δε λέει ο κ. Μπαμπινιώτης

Τι δε λέει ο κ. Μπαμπινιώτης

 

Του Στέλιου Μαρίνη*

 

Εννέα «κακά» της Παιδείας μας εντόπισε ο κ. Μπαμπινιώτης σε πρόσφατο άρθρο του στο ΒΗΜΑ (1). Περιληπτικά αυτά είναι η έλλειψη αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος, η ανεπαρκής εκπαίδευση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η απαξιωμένη Τεχνική-Επαγγελματική εκπαίδευση, η απαξίωση του εκπαιδευτικού, η μετατροπή του Λυκείου σε κακό φροντιστήριο και η αναγόρευση των φροντιστηρίων σε θεσμό, το ξεπερασμένο και απωθητικό πρόσωπο του σχολείου, οι εκπαιδευτικές ανισότητες των σχολικών μονάδων, η διαχρονική υποτίμηση του ρόλου της παιδείας από μέρους της πολιτείας και η απουσία πολιτικής – κομματικής σύγκλισης στα ζητήματα της εκπαίδευση.

(1) ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (5/7/2009) (Σ. Σ. Στο τέλος του άρθρου του κ. Στ. Μαρίνη, παραθέτω ως admin όλη τη συνέντευξη στο ΒΗΜΑ  του κ. Γ. Μπαμπινιώτη)

Σε γενικές γραμμές υπάρχει ευρύτερη συμφωνία στον ένα ή στον άλλο βαθμό με τις περισσότερες από τις επισημάνσεις του άρθρου, όμως, αφενός είναι ουσιαστικά ανώδυνες -και σ' αυτό συμβάλλει και το ύφος του άρθρου που αποφεύγει έντονες αιχμές – αφετέρου, χωρίς βαθύτερη ανάλυση των αιτίων τους, ανοίγουν ποικίλους ακόμη και αντίθετους μεταξύ τους δρόμους. Στο κείμενο που ακολουθεί προτείνονται πεδία συζήτησης που βρίσκονται έξω από τη φιλοσοφία του «διαλόγου» στο ΕΣΥΠ.

Πιο συγκεκριμένα: Ενώ δεν έχει υπάρξει η παραμικρή προετοιμασία για αξιολόγηση του συνολικού εκπαιδευτικού συστήματος, ήδη από την Υπουργία Αρσένη υπάρχει το θεσμικό υπόβαθρο για τη θεσμική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Στο ζήτημα της αξιολόγησης τα συλλογικά όργανα της εκπαιδευτικής κοινότητας αντιδρούν σθεναρά με επιχειρήματα που είναι παντελώς άγνωστα στην κοινή γνώμη, που πληροφορείται συνήθως μόνο με τίτλους. Πέρα απ' αυτό, ακόμη και εκείνοι που υποστηρίζουν την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αντιλαμβάνονται ότι πρέπει πρώτα να γίνει η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος συνολικά, να ακολουθήσουν οι αναγκαίες τομές και ύστερα να αποπειραθεί κάποιος την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

Η απαξίωση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΤΕΕ) είναι γεγονός. Εκείνο όμως που συνήθως προσπερνιέται με συνοπτικές διαδικασίες είναι το κατά πόσο είναι σωστό αυτός ο διαχωρισμός των παιδιών σε εκείνους που θα προχωρήσουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και σε εκείνους που θα λάβουν τεχνική – επαγγελματική εκπαίδευση δεν πρέπει να είναι πρώιμος. Οι ραγδαίες εξελίξεις της τεχνολογίας απαιτούν εργαζόμενους που επειδή θα έχουν ευρύ φάσμα γενικών γνώσεων και στέρεα βάση στα μαθήματα γενικής παιδείας, θα μπορούν να αντεπεξέλθουν στα εκάστοτε νέα δεδομένα. Η ΟΛΜΕ έχει θέσει στόχο το ενιαίο Λύκειο και μετά απ' αυτό την παρακολούθηση σχολών ΤΕΕ. Κανείς διάλογος δεν έχει γίνει για τη θέση αυτή με την πολιτεία ή το ΕΣΥΠ.

 Τέλος, αιτία της φροντιστηριοποίησης του Λυκείου και της ενδυνάμωσης των Φροντιστηρίων είναι ο εξεταστικοκεντρικός χαρακτήρας του σχολείου. Πώς αυτός θα υποχωρήσει με περισσότερες εξετάσεις σε όλες τις τάξεις του, όπως έχει δηλώσει ότι θα προτείνει  ο κ. Μπαμπινιώτης;

Όμως, ο απωθητικός χαρακτήρα του σχολείου, αλλά και γενικότερα η αναποτελεσματικότητά του, καθώς και οι εκπαιδευτικές ανισότητες  είναι δύο κρίσιμα σημεία στα οποία υστερούν δραματικά οι τοποθετήσεις του κ. καθηγητού και σ' αυτά θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας.

Προβλήματα έχουν όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα σε όλο  τον κόσμο. Αναζητώντας στο Google σελίδες που να περιέχουν την ακριβή φράση: «problems of education system» βρίσκει κανείς 53 ιστοσελίδες από πάρα πολλές χώρες. Η ταχύτατη εξέλιξη της τεχνολογίας δυσχεραίνει αφάνταστα την παρακολούθησή της από τη θεσμική εκπαίδευση. Ο όγκος των πληροφοριών που λαμβάνουν οι μαθητές εκτός σχολείου είναι ασύλληπτα μεγαλύτερος από εκείνον των σχολικών μαθημάτων, πολύ ελκυστικότερος χάρη στην εικόνα που τις συνοδεύει, πολύ ευκολότερα αφομοιώσιμος, δεν απαιτεί προσπάθεια, είναι στα μάτια του παιδιού σημαντικότερος γιατί αποτελεί μέσο για την κοινωνική του ένταξη σε παρέες και σχέσεις, έχει άμεσο και όχι μελλοντικό αντίκρισμα. Επιπλέον, μικραίνει το διαθέσιμο «χώρο» για γνώσεις στον εγκέφαλο, καθώς η παθητική πρόσληψη γνώσης δε διευρύνει την ικανότητα του εγκεφάλου για περισσότερες γνώσεις, σε αντίθεση με την ενεργητική.

Για να ανταγωνιστεί το σχολείο αυτόν τον αντίπαλο πρέπει να δώσει κίνητρα. Τα κίνητρα πρέπει να δοθούν κυρίως από την κοινωνία. Όσο στην κοινωνία μας θα επικρατούν οι πομφόλυγες, όσο θα διαπρέπουν για παράδειγμα στη μουσική όχι οι ταλαντούχοι, εργατικοί και μελετημένοι, αλλά τα δημιουργήματα των κάθε λογής ριάλιτι, όσο το κύρος θα ταυτίζεται με το χρήμα και την αναγνωρισιμότητα, όσο το μέλλον των παιδιών μας θα είναι η ανεργία ή η υποπαπασχόληση, όσο θα υποχωρεί η πνευματική δημιουργία, οι ιδέες, η αισθητική, οι κοινωνικοί αγώνες, το σχολείο θα βρίσκεται σε μεγάλη αμηχανία και δυσπραγία.

Υπάρχει όμως ένας τομέας υπεροχής της διδασκαλίας που μπορεί να αποτελέσει κάποιο ανάχωμα. Είναι η ανθρώπινη επαφή. Αυτή που δεν τη δίνει η τηλεόραση, ενώ τη δίνει στρεβλά το ίντερνετ. Αλλά για να μπορέσει αυτή να αποτελέσει πράγματι στοιχείο που να βοηθάει την εκπαιδευτική διαδικασία θα πρέπει η αναδιάρθρωση του σχολικού προγράμματος να δώσει έμφαση στον άνθρωπο. Με ένα εξοντωτικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών η δυνατότητα ανθρώπινης επαφής γίνεται σχεδόν αδύνατη.

Με την απειλή των εξετάσεων να επικρέμαται, ο ρόλος του δασκάλου – καθοδηγητή αλλοιώνεται. Με την προσπάθεια να στραφούν οι «αδύνατοι» στην εγκατάλειψη των σχολείων γενικής παιδείας, μέσω της άμεσης ή έμμεσης απόρριψης, οι ρόλοι δασκάλου – μαθητή γίνονται σχέσεις εξουσίας εξουσιαζόμενου. Να που πρέπει να στραφεί η συζήτηση, αν πράγματι μας ενδιαφέρει η βελτίωση της εκπαίδευσης και όχι να πιστεύει κανείς ότι απλώς εισάγοντας κάποιες καινοτομίες θα αλλάζει η κατάσταση.

Το δεύτερο σημείο που διαφεύγει ουσιαστικά από τις σκέψεις του κ. καθηγητού είναι οι εκπαιδευτικές ανισότητες, παρά το ότι τις μνημονεύει, αλλά με τρόπο που ακυρώνεται από το σύνολο των θέσεών του. Ελπίζω να αδικώ τον κ. Μπαμπινιώτη και θα χαρώ να με διαψεύσει θέτοντας ως ζήτημα πρώτης προτεραιότητας που θα προηγηθεί κάθε αλλαγής στο σύστημα πρόσβασης η δημιουργία ζωνών εκπαιδευτικής προτεραιότητας και σε περιοχές της χώρας και μέσα σε κάθε σχολείο. Χωρίς τέτοιες προβλέψεις που θα εξασφαλίσουν πράγματι σε κάθε παιδί όλα τα μέσα για να προοδεύσει η όποια αλλαγή θα δημιουργήσει ένα ψευδώνυμο σύστημα πρόσβασης όπως ακριβώς το σημερινό, δηλαδή ένα νέο σύστημα απόρριψης με όρους ταξικούς.

Ένα σύστημα πρόσβασης, το οποιοδήποτε σύστημα πρόσβασης, θα είναι επιτυχημένο στον τομέα αυτό όταν κάθε παιδί σπουδάζει ή μαθαίνει τέχνη ή επάγγελμα που να του ταιριάζει. Κι αυτό θα γίνει πειστικό μόνο όταν πολλά παιδιά γιατρών ή βιομηχάνων γίνουν υδραυλικοί γιατί έχουν τις αντίστοιχες δεξιότητες και κλίσεις και πολλά παιδιά εργατών ή μεταναστών γίνουν γιατροί και δικηγόροι.

 

ΠΗΓΗ: http://www.tritiopsi.gr/?p=4507

 ……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Τα εννιά κακά της Παιδείας μας

 

Του Γεωργίου Μπαμπινιώτη**

 

Ασχολούμενος πολλά χρόνια με την Παιδεία μας σε όλες τις βαθμίδες, τελευταία δε- λόγω τού Εθνικού Διαλόγου- περισσότερο εντατικά και σε μεγαλύτερη έκταση και βάθος, διαπιστώνω- όχι για πρώτη φορά ούτε καν πρώτος- ορισμένες έκδηλες αδυναμίες, που αν δεν αρθούν δεν θα μπορέσει ποτέ να ορθοποδήσει η Εκπαίδευσή μας. Θα αναφερθώ επιγραμματικά σ΄ αυτές, σε ό,τι θα μπορούσε να ονομασθεί «τα εννιά κακά τής Παιδείας μας», αφήνοντας για επόμενο κείμενό μου τους τρόπους αντιμετώπισής τους. 1Εχουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν αξιολογείται! Δεν γνωρίζουμε δηλαδή με υπεύθυνο, επιστημονικό, συστηματικό και επαναλαμβανόμενο τρόπο τις αδυναμίες και τις δυνάμεις τού συστήματος με το οποίο μορφώνουμε τα παιδιά μας. Ετσι δεν μπορούμε να παρεμβαίνουμε διορθωτικά και να το βελτιώνουμε. Λειτουργούμε, κατά κανόνα, εμπειρικά. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα βαδίζει από χρόνια σχεδόν με αυτόματο πιλότο!

2 Έχουμε τους εκπαιδευτικούς μας ανεπαρκώς καταρτιζομένους στα Πανεπιστήμιά μας και σπανίως επιμορφούμενους στην Εκπαίδευση. Δεν τους ετοιμάζουμε δηλαδή όσο και όπως πρέπει για εκπαιδευτικούς στα πανεπιστήμιά μας κι αφού μπουν στην Εκπαίδευση δεν υπάρχει τακτική, περιοδική, υποχρεωτική επιμόρφωση, κατάλληλα οργανωμένη και με παροχή κινήτρων. Ακατάρτιστος και ανεπιμόρφωτος εκπαιδευτικός (σε συνδυασμό με τις αδυναμίες τού εκπαιδευτικού μας συστήματος) δεν εγγυάται καμιά ποιότητα στην Παιδεία μας…

3 Έχουμε μια Τεχνική- Επαγγελματική Εκπαίδευση εκπαιδευτικά και κοινωνικά απαξιωμένη. Φαίνεται σαν να τη θεωρούμε κατάλληλη μόνο για παιδιά ενός κατώτερου Θεού! Αποτέλεσμα: η συσσώρευση υποψηφίων για σπουδές στα Πανεπιστήμια και, κατ' επέκταση, οι στρατιές ανέργων, υποαπασχολουμένων και υπαμειβομένων πτυχιούχων.

4 Έχουμε «πετύχει» μια γενικότερη κοινωνική απαξίωση τού δασκάλου. Η ελληνική κοινωνία δεν εμπιστεύεται τον δάσκαλο, όπως άλλωστε δεν εμπιστεύεται τον δικαστή, τον παπά, τον γιατρό, τον δημόσιο υπάλληλο κ.ά. Η αναξιοπιστία αυτή οδηγεί στην αναζήτηση όλο και περισσότερων δικλίδων ασφαλείας. Έτσι φτάσαμε σ' ένα αδιάβλητο μεν αλλά αναξιόπιστο και απάνθρωπο σύστημα εξετάσεων για τα πανεπιστήμια που από τη μια υπονόμευσε την έγκυρη φυσική αξιολόγηση τού μαθητή από τους δασκάλους του μέσα στο σχολείο κι από την άλλη μετέτρεψε το Λύκειο σε φροντιστήριο, χωρίς μάλιστα να εμπιστεύεται τη δουλειά που γίνεται σ' αυτό.
5 Έχουμε το φροντιστήριο να παίζει τον ρόλο τού Λυκείου και, στην πράξη, να υποκαθιστά το Σχολείο σε βαρύτητα, αξιοπιστία και φοίτηση. Από τη στιγμή που μια καίρια αυτοτελή μορφωτική βαθμίδα που ήταν το Λύκειο τη μετατρέψαμε σε προπαρασκευαστικό για τα Πανεπιστήμια σχολείο (χωρίς όμως να μετράει η φοίτηση και η επίδοση των μαθητών σ' αυτό!..), στρέψαμε τους μαθητές σ' ένα άλλο προπαρασκευαστικό «σχολείο», το φροντιστήριο, το οποίο- με όρους ιδιωτικής οικονομίας- λειτουργεί καλύτερα από το δημόσιο σχολείο και κατάφερε μάλιστα να γίνει και θεσμός!

6 Έχουμε ένα ξεπερασμένο εκπαιδευτικό σύστημα σχολείου, το οποίο απωθεί τους μαθητές (σχετική έρευνα έχει δείξει ότι οι μαθητές μας αισθάνονται αδιαφορία, καταπίεση, πλήξη έως απογοήτευση από το σχολείο!). Δεν αγαπούν οι μαθητές μας το σχολείο ούτε θέλουν να βρίσκονται σ' αυτό, γιατί πιστεύουν ότι όπως λειτουργεί δεν τους προσφέρει τίποτε ενδιαφέρον και σημαντικό για τη ζωή τους.

7 Έχουμε μεγάλες εκπαιδευτικές ανισότητες στη σχολική μας εκπαίδευση. Σχολεία χωρίς ή με εναλλασσόμενους δασκάλους, με εξαιρετικά ανόμοιες και αβοήθητες μαθητικές ομάδες, σχολεία διοικητικώς ανοργάνωτα και εκπαιδευτικώς ανυποστήρικτα. Σχολεία στο έλεος τού Θεού που λειτουργούν με τον πατριωτισμό κάποιων δασκάλων.

8 Εχουμε μια Πολιτεία που διαχρονικά στην Παιδεία και στον πολιτισμό δεν δίνει καμιά προτεραιότητα, όπως φαίνεται και από τα οικονομικά μεγέθη που διαθέτει στον Προϋπολογισμό. Παιδεία και πολιτισμός όχι μόνο έχουν διαχωρισθεί στη συνείδησή μας, αλλά έχουν υποβαθμισθεί θεσμικά, οικονομικά και κοινωνικά, με αποτέλεσμα να έχουν συσσωρευθεί με τον καιρό όγκοι προβλημάτων, τα οποία έχουν τελικά καταστεί και δυσεπίλυτα.

9 Εχουμε μια Παιδεία που, σε πολιτικό-κομματικό επίπεδο, είναι «πεδίο συγκρούσεων» αντί να αποτελεί «πεδίο συγκλίσεων». Σε όλες τις προηγμένες χώρες, αν υπάρχει ένα πεδίο που προχωρεί με σύγκλιση απόψεων, με συμπληρωματικότητα και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, είναι η Παιδεία. Στη χώρα μας αποτελεί αντιθέτως πεδίο τεχνητού και αδικαιολόγητου κομματικού ανταγωνισμού, με ανυπολόγιστο κόστος για την ανάπτυξη τού τόπου σε όλα τα επίπεδα (κοινωνικό, οικονομικό, εθνικό).
Οι στρεβλώσεις, που πολύ αδρομερώς περιέγραψα, έχουν τόσο εδραιωθεί στη συνείδηση τού κόσμου, ώστε όταν μιλάς για μια δραστική συνολική αντιμετώπισή τους, σε κοιτούν ανήσυχα, ενίοτε τρομαγμένα, άλλοτε δύσπιστα, συχνά συγκαταβατικά, συμφωνώντας ωστόσο όλοι ανεξαιρέτως- να το πούμε κι αυτό- ότι είναι ανάγκη να γίνουν. Ενοχλεί ίσως όλους μας το ξεβόλεμα… Αλλά έχουμε άλλη διέξοδο ή άλλα περιθώρια;

 

** Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΠΗΓΗ: Γεώργιος Μπαμπινιώτης | TO BHMA |  Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=277062&ct=6&dt=05/07/2009

Εδώ τα τραγανά καλά πτυχίααα!

Εδώ τα τραγανά καλά πτυχίααα! Με τη βούλααα!

 

Του Βένιου Αγγελόπουλου*

 

Νομιμοποιούνται λοιπόν σαράντα Κολλέγια και χιλιάδες Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών να πουλάν πτυχία, σύμφωνα με την τελευταία υπουργική απόφαση. Κάθε επιχειρηματίας (εφόσον διαθέτει πτυχίο) μπορεί να πουλάει επίφαση Παιδείας στους γονείς που θέλουν να εφοδιάσουν το παιδί τους με ένα χαρτί.

Υπό την εποπτεία (υποτίθεται) του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Παιδείας. Διδακτήρια με ωραίο χαρτί περιτυλίγματος (σύμβαση με το πανεπιστήμιο του Σάουθ Νορχάμπτον, πολυτελή γραφεία, κάποιοι διάσημοι πανεπιστημιακοί κράχτες στο επιτελείο – και υποαμειβόμενοι επιστήμονες για τη λάντζα της καθημερινότητας).

Κάποιοι το θεωρούν νομοτέλεια: «ουδείς ποτέ ανέστειλε την πρόοδο και την εξέλιξη» (Το Βήμα, 1 Ιουλίου). Νομοτέλεια βεβαίως, αλλά μέσα στη νοοτροπία της ιδιωτικοποίησης των πάντων, της αναγωγής των πάντων σε εμπόρευμα: Παιδεία, Υγεία, και αύριο Εξουσία. Όποιος πληρώνει αγοράζει: γνώσεις, υπηρεσίες, υπηρέτες, κόμματα, και βάλε. Και αγοράζει επί πιστώσει, με τα λεφτά των άλλων, που τα διαχειρίζεται επιτηδείως. Και απαιτεί και επιδοτήσεις, ιδίως σε εποχές κρίσης: Αυτά που σπατάλησαν και καρπώθηκαν οι λίγοι, οι πολλοί καλούνται να τα πληρώσουν κι από πάνω.

Αν μια χώρα δεν θεωρεί την Παιδεία κοινωνική επένδυση, επένδυση στη νεολαία της, επένδυση στο μέλλον, αν την εγκαταλείπει στα χέρια των ιδιωτών (όσο καλοπροαίρετοι νάναι κάποιοι απ' αυτούς), σημαίνει ότι παραιτείται. Κι όταν αυτό γίνεται υπούλως κατακαλόκαιρο και σε τέλος θητείας (και σε αντίφαση με όσα είχε διακηρύξει ο Υπουργός πριν τρεις μήνες), αυτό δηλώνει απερίφραστα ότι η κυβέρνηση φοβάται αντιδράσεις και εξυπηρετεί συμφέροντα. Και ότι η Παιδεία και το μέλλον της χώρας λίγο την απασχολεί: την απασχολεί το τι θα αρπάξει όσο είναι ακόμα στα πράματα.

Όμως η Παιδεία, η Δημόσια Δωρεάν Παιδεία, είναι υπόθεση του καθένα, και συνάμα υπόθεση όλων. Κι ο καθένας οφείλει να αντιδράσει. Όσο καθυστερεί να συγκροτηθεί ένα Μέτωπο Παιδείας, που θα την υπερασπίζεται και θα επιχειρεί απαντήσεις στην απόγνωση της νεολαίας μας, τόσο η κατάσταση θα δυσκολεύει.

Οι καιροί ου μενετοί.

 

* O Βένιος Αγγελόπουλος είναι εκπρόσωπος της Συσπείρωσης Πανεπιστημιακών στην ΠΟΣΔΕΠ, ang@math.ntua.gr,

 

ΠΗΓΗ: «Σας στέλνω μια πρώτη αντίδραση (315 λέξεις) στην υπουργική απόφαση για την αναγνώριση των Κολλεγίων. Θα δημοσιευτεί στην Ελευθεροτυπία (μάλλον αύριο Πέμπτη). β α»

 

Ο σουρεαλισμός … στην εκπαίδευση

Ο σουρεαλισμός και η πρακτική αξιοποίησή του στην εκπαίδευση

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*

 

Ο σουρεαλισμός (η υπέρβαση δηλαδή της πραγματικότητας, η απελευθέρωση της δημιουργικής φαντασίας), περισσότερο από τεχνοτροπία, είναι μια αυθεντική έκφραση των βαθύτερων ανθρώπινων πόθων και επιδιώξεων που δεν παρεμποδίζονται από τον έλεγχο της λογικής και της συνείδησης, και σαν τέτοια ανταποκρίνεται πιο άμεσα στις αρχέγονες κινήσεις της ανθρώπινης ψυχής, οι οποίες δεν έχουν προφτάσει να επικαλυφθούν στο παιδί από τα επάλληλα στρώματα της καθημερινής (ρεαλιστικής) πραγματικότητας, όπως συμβαίνει στον ενήλικα.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι ο χώρος του σουρεαλισμού είναι ένας χώρος κατεξοχήν «παιδικός», με την έννοια ότι ο καλλιτέχνης για να δημιουργήσει θα πρέπει να ξαναγίνει παιδί. Χαρακτηριστικά απ' αυτή την άποψη είναι τα παραδείγματα μεγάλων καλλιτεχνών όπως ο Μιρό, ο Κλε κ.ά., το έργο των οποίων εκφράζει όλη τη φρεσκάδα της παιδικής φαντασίας. Φυσικά, ο θεματολογικός αυτός χώρος δεν καλύπτεται αποκλειστικά από τον σουρεαλισμό, αλλά και από άλλα σύγχρονα καλλιτεχνικά κινήματα και τεχνοτροπίες που στοχεύουν στην έκφραση του αυθεντικού, χωρίς την τροχοπέδη των γνωστών προτύπων.

Αυτονόητο θεωρείται επίσης ότι ο σουρεαλισμός δεν πρέπει να νοείται σαν συγκεκριμένη τεχνοτροπία μόνο, ούτε ακόμα περισσότερο να περιορίζεται στη διερεύνηση ή ανάλυση του παράλογου, αλλά να χρησιμοποιείται σαν εικαστική δυνατότητα που απελευθερώνει τις ενδόμυχες κλίσεις του δημιουργού και ιδιαίτερα του παιδιού. Θα μπορούσε βέβαια να πει κάποιος ότι τα περιθώρια του άγνωστου έχουν στενέψει εξαιρετικά στην εποχή μας, με την αλματώδη ανάπτυξη της επιστήμης που επεξέτεινε τα όριά της στη σφαίρα του διαστήματος και των διαπλανητικών ταξιδιών, ή με την πληθώρα των πληροφοριών που μας βομβαρδίζουν καθημερινά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Το θέμα όμως δεν είναι τόσο η διερεύνηση του αγνώστου, όσο ο τρόπος με τον οποίο θα διερευνηθεί εικαστικά ακόμα και το γνωστό, μια που η γνήσια εικαστική αντίληψη στηρίζεται βασικά στην πρωτοτυπία του δημιουργού.

Τα παραπάνω θέματα μπορούν ν' αποτελέσουν μια πρώτη απόπειρα προσέγγισης του σουρεαλιστικού χώρου έκφρασης. Τα επόμενα ερωτήματα μπορούν να τεθούν στα παιδιά ώστε να λειτουργήσουν ως αφορμές αυθεντικής, γνήσιας και αυθόρμητης καλλιτεχνικής δημιουργίας:

1) Πώς φαντάζεστε το σύμπαν.

2) Πώς φαντάζεστε τον γαλαξία μας.

3) Πώς φαντάζεστε έναν άλλο κατοικημένο πλανήτη.

4) Πώς φαντάζεστε μια εγχείρηση.

5) Πώς φαντάζεστε ένα κομπιούτερ που εξετάζει ασθενείς.

 

 Θεματολογικός Χώρος: Η εικαστική εργασία στα άλλα μαθήματα της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

 

Ήδη πολλά από τα θέματα που έχουμε αναφέρει ανήκουν ή συμπλέκονται με χώρους άλλων μαθημάτων και μπορούν να μεθοδευτούν κατά τις ώρες των μαθημάτων αυτών ως πολύπτυχα ή συμμετοχές, δημιουργώντας έτσι έναν πιο έντονο προβληματισμό και συμβάλλοντας στην καλύτερη κατανόησή τους. Χρειάζεται, βέβαια, οι εκπαιδευτικοί, ιδιαίτερα της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, να είναι επαρκώς πληροφορημένοι για τον τρόπο οργάνωσης αυτών των μεθοδεύσεων και πρακτικών.

Ως οπτική παράσταση ένα οποιοδήποτε μάθημα δεν θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να είναι αυστηρά και άκαμπτα ορθολογιστικό, αλλά να συμπληρώνεται από εικαστικές ασκήσεις με τη μορφή πολύπτυχων ή συμμετοχών. Δεν αποκλείεται κατά τη μεθόδευση να γίνουν και λάθη, γι' αυτό χρειάζεται να γίνεται τακτικά αξιολόγηση της μεθόδου και της πρακτικής της ώστε να προσαρμόζεται στις ανάγκες του μαθήματος. Θεωρούμε αυτονόητο ότι η υπομονή και η επιμονή σ' αυτή τη διαδικασία αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την επιτυχία του εγχειρήματος.

 Για το Νηπιαγωγείο, οι συμμετοχές μπορεί να είναι χρωματιστά γράμματα ή αριθμοί ή ελεύθερα γεωμετρικά σχήματα ή αποτυπώματα χεριών ή τυπώματα χαραγμένης πατάτας και άλλων αντικειμένων.

 

Μεθοδεύσεις στα διάφορα μαθήματα

 

Θρησκευτικά. Στο μάθημα των θρησκευτικών μπορούν να γίνουν πολύπτυχα ή συμμετοχές με επιλογή θεμάτων από την πλουσιότατη θρησκευτική μας ιστορία (Παλαιά και Καινή Διαθήκη, κλπ.).

Ελληνικά. Και για το μάθημα αυτό υπάρχουν χιλιάδες θέματα από τη Λογοτεχνία. Μπορούν όμως να μεθοδευτούν, με την μορφή πολύπτυχων, και γραφικές ασκήσεις, δίνοντας έτσι μια πιο ευχάριστη και συμμετοχική μορφή στο μάθημα.

Μαθηματικά. Εδώ προσφέρεται ιδιαίτερα η Γεωμετρία. Οι μαθητές, χρησιμοποιώντας γεωμετρικά όργανα, μπορούν να κάνουν διάφορες ασκήσεις, οι οποίες συγκεντρώνονται τελικά στον πίνακα ως πολύπτυχα. Για τον ίδιο σκοπό, προσφέρονται φυσικά και οι διάφορες αριθμητικές πράξεις, πράγμα που έχει σαν αποτέλεσμα την πληρέστερη κατανόηση του μαθήματος, ανάλογα με την τάξη όπου ανήκουν τα παιδιά. Μετά τη συγκέντρωση των εργασιών, θα πρέπει να εντοπίζονται από τα ίδια τα παιδιά όσες ασκήσεις έχουν λυθεί σωστά. Είναι καλύτερα οι εργασίες να είναι ανώνυμες.

Φυσική και Χημεία. Κι εδώ μπορούν να γίνουν πολύπτυχα ανάλογα με το θέμα που πραγματευόμαστε σε κάθε μάθημα. Ως θεματολογικός χώρος τα μαθήματα αυτά είναι πλουσιότατα και προσφέρουν καταπληκτικές ευκαιρίες για εικαστικές ανακαλύψεις και προβληματισμό.

 

Το ίδιο μπορούμε να πούμε για τα φυσιογνωστικά μαθήματα, για την Ιστορία, για την Γεωγραφία. Στο τελευταίο αυτό μάθημα, η γραφική άσκηση (ένας χάρτης, π.χ. της Πελοποννήσου ή της Λέσβου) δεν θα πρέπει να γίνεται ποτέ σαν αντιγραφή από το βιβλίο, αλλά μονάχα σαν απομνημονευθείσα παράσταση του ζητούμενου αντικειμένου, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα που θα προκύψει. Μέσα από τα πολύπτυχα, το παιδί θα έχει την ευκαιρία εκ των υστέρων να παρατηρήσει τα ενδεχόμενα λάθη του, χωρίς να του τα επισημάνουμε εμείς και – το κυριότερο – χωρίς να δείξουμε ότι υποτιμούμε την προσπάθειά του.

 Σ' αυτό το σημείο, μπορούμε νομίζω να ξαναθυμηθούμε ένα γενικό παιδαγωγικό κανόνα: βασική μέριμνα του εκπαιδευτικού πρέπει να είναι η εδραίωση της πεποίθησης του μαθητή ότι ενδεχόμενη αποτυχία της προσπάθειάς του δεν θα επιφέρει αρνητικές συνέπειες που θα μειώσουν την προσωπικότητά του. Όταν το πνεύμα αυτό αποτελέσει γενικό παιδαγωγικό κλίμα στην αίθουσα διδασκαλίας, τα αποτελέσματα, όσον αφορά την απόδοση των παιδιών, είναι εντυπωσιακά και πολύ πιο καρποφόρα από κάθε υπόδειγμα που θα δουν.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Από το Μάθημα της  Ζωολογίας με  θέμα την κότα. Τα παιδιά έχουν ενημερωθεί γύρω απ' το θέμα και στη συνέχεια καλούνται ν' αποδώσουν την παράσταση στο χαρτί. Δεν θα πρέπει να τη ζωγραφίσουν βλέποντας την εικόνα στο βιβλίο ή στον πίνακα, αλλά όπως την έχουν συλλάβει μέχρι εκείνη τη στιγμή και όπως μπορούν να την αποδώσουν -καλά ή άσχημα, χωρίς προσχέδια και σβησίματα- απευθείας με μαρκαδόρο. Ακόμα κι αν η προσπάθεια αποτύχει, εμείς ενθαρρύνουμε το παιδί λέγοντάς του ότι δεν έχει σημασία και ότι την άλλη φορά θα τα καταφέρει καλύτερα. Το πιο πιθανό ωστόσο είναι ότι, οποιαδήποτε μορφή καρικατούρας κι αν χρησιμοποιήσει, το παιδί θα καταφέρει ν' αποδώσει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αντικειμένου.

 Εκείνο που είναι απολύτως βέβαιο είναι ότι το πολύπτυχο και οι συμμετοχές συμβάλλουν με τη συλλογικότητά τους στη σωστή αντίληψη του θέματος. Έτσι, σε λίγο καιρό, διαπιστώνουμε μ' ευχάριστη έκπληξη ότι έχουν αποχτήσει μεγάλη ευχέρεια και ευστοχία στην απόδοσή του. Σε περίπτωση τώρα που το ίδιο θέμα -η κότα- δοθεί σαν άσκηση στο μάθημα των Καλλιτεχνικών, δεν επιμένουμε τόσο στην απόδοση των χαρακτηριστικών της γνωρισμάτων, αλλά εξηγούμε στα παιδιά ότι μπορούν να χειριστούν το θέμα τους εντελώς ελεύθερα, νομιμοποιώντας έτσι και παραστάσεις του αντικειμένου εντελώς εξωπραγματικές και ρίχνοντας το βάρος της άσκησης στη δημιουργική φαντασία του κάθε παιδιού.

Το ίδιο παράδειγμα μπορεί να έχει εφαρμογή τόσο στην πρωτοβάθμια, όσο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και σε κάθε είδους θέματα. Οι δυσκολίες βέβαια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ίσως να είναι μεγαλύτερες όταν οι μεθοδεύσεις και πρακτικές αυτές δεν έχουν εξοικειώσει με το πνεύμα αυτό τα παιδιά από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά νομίζω ότι ο επιδέξιος εκπαιδευτικός μπορεί να τις ξεπεράσει με κατάλληλους παιδαγωγικούς χειρισμούς.

Οπωσδήποτε, η  αισθητική παιδεία είναι αναγκαίο πνευματικό εφόδιο για ολόκληρη τη ζωή των παιδιών και δεν μπορεί να υποκατασταθεί από κανένα άλλο είδος γνώσης ή επίτευξης στον κοινωνικό χώρο (χρήμα, δόξα, κλπ.). Επιδίωξη συνεπώς του εκπαιδευτικού δεν είναι η ανακάλυψη «ταλέντων», αλλά η καλλιέργεια των ενδιάθετων δυνάμεων κάθε παιδιού, η εξαφάνιση των αναστολών που το εμποδίζουν να εκφραστεί, και η εδραίωση της πεποίθησής του ότι φέρει μέσα του -φύσει και δυνάμει- έναν καλλιτέχνη.

 

 Θεματολογικός χώρος: Έμμεση παρατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος.    

Από την ΣΤ΄ Δημοτικού και πάνω. Πολύπτυχα.

 

Η παρατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, προκειμένου ν' αποδοθεί εικαστικά, πρέπει πάντα να γίνεται με έμμεσο τρόπο. Έτσι, αν τα παιδιά έχουν εργαστεί, με τις μεθόδους που αναλύουμε στην παρούσα εργασία, από το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό, εφαρμόζουμε την έμμεση παρατήρηση από την ΣΤ΄ Δημοτικού, ειδάλλως την μεταθέτουμε για την Β΄ Γυμνασίου. Η εισαγωγή του εξωτερικού περιβάλλοντος στον εικαστικό χώρο μεθοδεύεται μ' ένα τυπικό σχέδιο. Περιγράφουμε στα παιδιά ένα λιτό τοπίο που αποτελείται από μια λουρίδα γης με τρία δέντρα, ένα κομμάτι θάλασσα , ένα νησάκι στο πέλαγος  και ένα-δύο σύννεφα στο φόντο του ουρανού. Εξηγούμε στα παιδιά ότι το τμήμα της γης δεν πρέπει να' ναι ομοιόμορφο (όπως η αμμουδιά για παράδειγμα), αλλά να έχει διάφορες λεπτομέρειες -εξογκώματα, πέτρες, σκιές- , όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά απλώς γιατί στην προκείμενη περίπτωση επιδιώκουμε κάποια πολυμορφία. Τους λέμε ότι τα δέντρα μπορούν να είναι διαφορετικά μεταξύ τους, προσφέροντάς τους έτσι την ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν άλλο χρώμα και σχήμα (ελιά, κυπαρίσσι, πλάτανος, πεύκο κ.λ.π.), και ότι η θάλασσα θα έχει ανοιχτότερα χρώματα στο βάθος (έστω με οριζόντιες λουρίδες) και σκουρότερα προς τα εμπρός, ώστε να δημιουργείται μια σκηνική αίσθηση βάθους.

Το τοπίο αυτό συγκεντρώνει πολλά τυπικά στοιχεία που μπορούν να συναντήσουν τα παιδιά στις ελληνικές παραλίες και μπορούμε να το επαναλάβουμε με διάφορες παραλλαγές, μεταθέτοντάς το π.χ. στο θεματικό χώρο του παράλογου (όπου θα πετύχουμε σουρεαλιστικό αποτέλεσμα, προσωποποίησης, κ.λ.π.) ή στη γεωμετρική τέχνη αργότερα. Το τοπίο -που θα γίνει με θερμά χρώματα ή με ψυχρά: ένα ηλιοβασίλεμα, στην πρώτη περίπτωση, όπου τα πάντα παίρνουν τις αποχρώσεις του κόκκινου (με μενεξεδιές και κίτρινες ανταύγειες), ή μια καλοκαιριάτικη μπόρα με μπλε και γκρίζα επίπεδα, θα ολοκληρωθεί επιτυχώς.

Το ίδιο θέμα το χρησιμοποιούμε στο Λύκειο σε γεωμετρική απόδοση -με χρώματα ή ασπρόμαυρο- και  σκοπός μας είναι να παρακινήσουμε τον μαθητή να παρατηρεί, όποτε του τύχει, τα στοιχεία που συγκεντρώνει ένα τοπίο. Και στην περίπτωση αυτή, το υπόδειγμα (αν χρειαστεί να υπάρξει) είναι λιτό και τυπικό όπως στο παραπάνω σχέδιο. Στο θέμα του χρώματος, τα παιδιά έχουν προετοιμαστεί κατά κάποιον τρόπο από τις μικρότερες τάξεις του Δημοτικού και ξέρουν ότι τα βουνά π.χ. δεν είναι καφέ ή η θάλασσα τυπικά γαλάζια, όπως τους τα δείχνει ο γεωγραφικός χάρτης συμβατικά, αλλά ότι ο χρωματισμός των αντικειμένων είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων: του φωτός (πρώτα απ' όλα), της απόστασης, των καιρικών συνθηκών, κ.λ.π. Στη ζωγραφική, ανάλογα με το τι θέλει να εκφράσει ο καλλιτέχνης, η χρωματικά ρεαλιστική απόδοση των αντικειμένων δεν έχει συνήθως αποφασιστική σημασία (εφόσον δεν φωτογραφίζουμε, αλλά ζωγραφίζουμε) και μπορεί να υποστεί όσες παραλλαγές θέλουμε, ακόμα και να έρθει σε κατάφωρη αντίθεση με την πραγματικότητα. Για να καταλάβει κανείς τον εμπρεσιονισμό, θα πρέπει να θυμάται πάντα ότι βασική επιδίωξη του εμπρεσιονιστή καλλιτέχνη ήταν ν' αποδώσει τα πράγματα σε μια συγκεκριμένη στιγμή της μέρας (ή της νύχτας) όπως αυτά φαίνονταν κάτω απ' το φως εκείνης ακριβώς της στιγμής (στην πραγματικότητα ο εμπρεσιονισμός δεν ήταν παρά μια μελέτη του φωτός). Αυτό σημαίνει ότι το χρώμα δεν είναι στατικό στοιχείο και ότι υπόκειται σε παραλλαγές και διαβαθμίσεις (στην ποικιλία των αποχρώσεων που υπάρχουν στη φύση) σύμφωνα πάντα με το τι θέλει να εκφράσει ο καλλιτέχνης (ας θυμηθούμε το χρώμα στους «Πατατοφάγους» του Βαν Γκογκ ή το «Γεύμα δίπλα στο ποτάμι» του Μανέ).

Θα παρατηρήσει πιθανόν κάποιος ότι μ' αυτό τον τρόπο απομακρυνόμαστε από την πραγματικότητα. Για ποια πραγματικότητα όμως μιλάμε; Αν πρόκειται για την πραγματικότητα της φωτογραφικής ή νατουραλιστικής απεικόνισης, τότε θα συμφωνήσουμε, διότι πιστεύουμε ότι η ζωγραφική είναι κάτι διαφορετικό από τη φωτογραφία ή τον στείρο ακαδημαϊσμό. Χωρίς να αποκλείουμε καμμιά τεχνοτροπία (ο Νταλί, παράλληλα με τα «ρευστά ρολόγια» του, έχει και υπέροχους νατουραλιστικούς πίνακες), σκοπός μας εδώ είναι να παραμερίσουμε τις αναστολές ή να προλάβουμε τον αποπροσανατολισμό των παιδιών από τη συμβατική αντίληψη που κυριαρχεί για τη ζωγραφική, εξαιτίας των κακότεχνων, ρεαλιστικών δήθεν, έργων που κατακλύζουν τις διάφορες γκαλερί, από όπου προμηθεύονται τα έργα που στολίζουν τα σαλόνια τους πολλοί άνθρωποι. Θέλουμε να βοηθήσουμε τα παιδιά ν' απαλλαγούν από παρόμοια εικαστικά «αρχέτυπα» και να μάθουν ν' αντιμετωπίζουν χρωματικά το κάθε έργο με βάση τις ψυχολογικές τους ανάγκες για έκφραση, προσεγγίζοντάς τες. Η θάλασσα μπορεί να είναι μπλε, σμαραγδένια, ανοιχτογάλαζη, σταχτιά, ασημένια, αλλά μπορεί να είναι και κόκκινη, πορτοκαλιά, κίτρινη ή ό,τι άλλο θέλουμε. Το δίδαγμα των μεγάλων κινημάτων της ζωγραφικής είναι ότι μας απελευθερώνουν από την δουλική μίμηση της πραγματικότητας και δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι εμφανίστηκαν μετά την ανακάλυψη της φωτογραφίας.

 

 Θεματολογικός χώρος: Διερεύνηση στοιχείων της φύσης & στυλιζάρισμα.

Από την Δ΄ Δημοτικού και εξής. Πολύπτυχα.

 

Η διερεύνηση των στοιχείων της φύσης γίνεται σε πολλούς θεματολογικούς χώρους, αλλά το στυλιζάρισμά τους είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο και συγγενεύει κάπως με την τεχνική της μονοκοντυλιάς και των ιερογλυφικών: καταλήγει δηλαδή σε μια συμπυκνωμένη γραφή. Το στυλιζάρισμα, ξεκινώντας από το σχήμα και την κίνηση του εικαστικού αντικειμένου, μπορεί να επεκταθεί μέχρι την έκφρασή του, δημιουργώντας έτσι το αρχέτυπό του.

Η ζωγραφική και το σχέδιο μας δίνουν μια λεπτομερειακή αντίληψη των πραγμάτων (έμψυχων και άψυχων) που μας περιβάλλουν. Το στυλιζάρισμα αποτελεί προσπάθεια κωδικοποίησης της εικόνας τους, που τα στερεί μεν από τα ειδικά εκείνα χαρακτηριστικά που τα εξατομικεύουν, προσδίδοντάς τους, από την άλλη, τα βασικά στοιχεία που τα απολυτοποιούν και τα γενικεύουν. Η απλοποίηση είναι το κυριότερο εκφραστικό μέσο για το στυλιζάρισμα και ανταποκρίνεται στην έμφυτη εικαστική αντίληψη του πρωτόγονου και του παιδιού. Ολοκληρωμένη μορφή στυλιζαρίσματος συναντούμε σε όλους σχεδόν τους αρχαίους πολιτισμούς. Πασίγνωστες είναι οι στυλιζαρισμένες παραστάσεις των αιγυπτιακών τάφων, των ελληνικών αγγείων (ιδίως των μελανόμορφων), των κυκλαδικών ειδωλίων, της γλυπτικής των Ατζέκων, κ.λ.π., όπου το στυλιζάρισμα αποκτά μια καταπληκτική σαφήνεια και απλότητα, συνοψίζοντας το ουσιώδες με απαράμιλλη ένταση και εκφραστικότητα.

Στους ανατολικούς πολιτισμούς, όπως λ.χ. στον κινεζικό, το στυλιζάρισμα οδηγείται σιγά-σιγά σε μια καταπληκτική τελειότητα μέσω της δεξιοτεχνίας. Τα πάντα στην κινεζική ζωγραφική (και όχι μόνο σ' αυτή) υπακούουν στη λογική του στυλιζαρίσματος ενσωματώνοντας ακόμα και τα ιμπρεσσιονιστικά ή άλλα φευγαλέα στοιχεία της πραγματικότητας, εμπλουτισμένα φυσικά από την προσωπική σφραγίδα κάθε αξιόλογου δημιουργού. Ανάλογη αντίληψη έχουμε και σ' ένα μεγάλο μέρος της βυζαντινής τέχνης, σε αντίθεση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό όπου το στυλιζάρισμα ήταν πιο διακριτικό και προσωπικό.

Τα παιδιά είναι από την ίδια τη φύση τους επιδεκτικά στο να ερευνήσουν και ν' αναπτύξουν έναν τέτοιο κώδικα που τα βοηθά να συλλάβουν τις πρωταρχικές μορφές των πραγμάτων σε συνδυασμό με τις ικανότητες που διαθέτουν σ' αυτό το στάδιο της ζωής τους -έναν κώδικα που, διαμέσου της συλλογικότητας, τους δίνει την δυνατότητα να συλλάβουν και να κατανοήσουν τη σημασία της λαϊκής τέχνης και της συμβολής που είχε αυτή στην ανάπτυξη όλων των μεγάλων πολιτισμών.

Από τα θέματα για στυλιζάρισμα που θ' ακολουθήσουν, καλό είναι, ώσπου να κατανοηθεί η μέθοδος, ορισμένα από αυτά να σχεδιάζονται δύο ή τρεις φορές. Σ' αυτό το στάδιο η ενημέρωση από μέρους του δασκάλου μπορεί να διευκολύνει την άσκηση.

1) Θάλασσα με κύματα και λίγος ουρανός.

2) Οργωμένο κομμάτι γης και ουρανός.

3) Ανοιξιάτικο λιβάδι.

4) Χωράφι με ξερά χόρτα.

5) Κομμάτι πάρκου.

6) Σύννεφα βροχής.

7) Συννεφάκια σε ξάστερο ουρανό.

8) Έναστρος ουρανός.

9) Κομμάτι βραχώδους γης.

10) Δέντρο με φύλλα.

11) Δέντρο με γυμνά κλαδιά.

12) Κομμάτι γης με στάχυα.

13) Κλήμα με σταφύλια.

14) Δέντρα με φρούτα.

15) Ελιά γεμάτη καρπό.

16) Κυπαρίσσια.

17) Φλόγες φωτιάς.

18) Βροχερό τοπίο με αστραπές.

19) Κύματα που σπάνε στα βράχια.

20) Καπνός που ανεβαίνει στον ουρανό.

 

Τα θέματα είναι ανεξάντλητα και μπορούν να μεθοδεύονται προοδευτικά, αποκτώντας πιο σύνθετο περιεχόμενο, ανάλογα με την εξέλιξη των παιδιών.

 

Συμπερασματικό σχόλιο

 

Οι θεματολογικοί χώροι που αναπτύξαμε -συνοπτικά εξ ανάγκης- είναι χώροι εικαστικής διερεύνησης και σπουδής από μέρους των παιδιών, αλλά και των ενηλίκων. Και για μεν τα παιδιά, οι εκπαιδευτικοί θα τα βοηθήσουν να μεθοδεύσουν όσο γίνεται καλύτερα τους χώρους όπου καλούνται να δουλέψουν, αξιοποιώντας τις ενδιάθετες ικανότητές τους. Οι ενήλικες όμως, αφού πρώτα ενημερωθούν επαρκώς και επιλέξουν τους χώρους που τους ενδιαφέρουν περισσότερο προσωπικά, καλό είναι, πριν αφοσιωθούν σ' αυτούς, να εργαστούν σε δύο τρία θέματα από κάθε θεματολογική περιοχή για ν' αποκτήσουν πρακτική εμπειρία και ν' αναπτύξουν την τεχνική τους. Οι φοιτητές και οι σπουδαστές των παιδαγωγικών σχολών, πρέπει να έχουν τόσο θεωρητικές όσο και εμπειρικές γνώσεις από κάθε θεματολογική περιοχή  και από κάθε τεχνική μεθόδευση. Οι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί που αποδέχονται τις μεθοδεύσεις και πρακτικές αυτές έχουν κάθε δυνατότητα να επιζητήσουν και ν' αναπτύξουν την μεταξύ τους συνεργασία.

Σχετικά με το παιδικό σχέδιο και τα στοιχεία που επιζούν από αυτό σε κάθε πολιτισμό, το θέμα της επίδρασης της παιδικής ζωγραφικής στη σύγχρονη τέχνη είναι πάντα επίκαιρο και εξαιρετικά ενδιαφέρον. Εξάλλου, ακόμη και ο χώρος του «τετριμμένου» και της Νεκρής Φύσης (βάζουμε εισαγωγικά στον όρο τετριμμένο γιατί στην τέχνη δεν υπάρχει τίποτε, όσο ασήμαντο κι αν είναι, που να μην επιδέχεται καλλιτεχνική αναπαράσταση) προσφέρεται ως ερέθισμα για την παιδική καλλιτεχνική φαντασία και για του λόγου το αληθές ας θυμηθούμε την «παλιά Καρέκλα» του Βαν Γκογκ.

 

Επίλογος

 

Η εγκυρότητα μιας μεθόδου, πέρα από την οποιαδήποτε θεωρητική της θεμελίωση, κρίνεται κυρίως από την δυνατότητα της εφαρμογής της και από τα αποτελέσματα αυτής της εφαρμογής. Αν οι προϋποθέσεις που απαιτεί μια ανθρώπινη δραστηριότητα -οι γνώσεις, τα υλικά μέσα, ο χρόνος σπουδών, κλπ.- είναι πολλές και δύσκολες, τότε αναγκαστικά ο αριθμός εκείνων που θ' ασχοληθούν με το αντικείμενό της είναι μικρός και περιορισμένος. Αυτό συμβαίνει με τις διάφορες επιστήμες -ιατρική, νομική, φυσική, οικονομία, κλπ.-, αλλά και με ορισμένους καλλιτέχνες που ασχολούνται επαγγελματικά με το έργο τους. Αν, αντίθετα, οι προϋποθέσεις αυτές είναι ελάχιστες και δεν δημιουργούν δυσκολίες στη γενικότερη ανάπτυξη ή τον επαγγελματικό προσανατολισμό των ανθρώπων, τότε ο αριθμός αυτός θα μπορούσε να είναι πολύ μεγάλος και ν' αγκαλιάζει όλα τα στρώματα ενός λαού. Μιλάμε φυσικά για την καλλιτεχνική δραστηριότητα στις διάφορες μορφές της και ιδιαίτερα για την περιοχή εκείνη των τεχνών που ονομάζονται εικαστικές.

Πράγματι, οι δυσκολίες εδώ, σε σύγκριση με τον χώρο των επιστημών, είναι ελάχιστες, γιατί η ενασχόληση με τις εικαστικές τέχνες δεν απαιτεί σωρεία ειδικών γνώσεων και εδράζεται βασικά στην έμφυτη προδιάθεση (ή κλίση) του ανθρώπου για δημιουργική έκφραση. Ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι αποδεικνύεται από τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα των πρωτόγονων λαών ή -στην εποχή μας- των λαϊκών καλλιτεχνών. Ποιες γνώσεις διέθεταν οι πρωτόγονοι καλλιτέχνες των σπηλαίων της Αλταμίρα ή οι λαϊκοί ζωγράφοι του αναστήματος του Θεόφιλου ή του γάλλου τελωνοφύλακα Ρουσσώ- για ν' αναφέρουμε δύο μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα; Και το ερώτημα έρχεται μόνο του: Γιατί οι άνθρωποι δεν ασχολούνται με τις εικαστικές τέχνες σήμερα ή -για να είμαστε ακριβέστεροι- γιατί ο αριθμός εκείνων που ασχολούνται, αποδίδοντας αυθεντικά -επαγγελματικά και ερασιτεχνικά- είναι τόσο μικρός σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό κάθε χώρας, αφού η δυνατότητα εικαστικής έκφρασης είναι αναμφισβήτητα έμφυτη στον καθένα;

Η εμπεριστατωμένη απάντηση στο ερώτημα αυτό θα απαιτούσε πάρα πολύ χώρο. Θα περιοριστούμε συνεπώς σε δυο μόνο αιτίες: η πρώτη αφορά το γενικό αντιπνευματικό και αντικαλλιτεχνικό κλίμα μέσα στο οποίο περνούν τη ζωή τους οι άνθρωποι, συμπιεζόμενοι κάτω από τις οικονομικές συνθήκες που εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους -συνθήκες που κάθε άλλο παρά ευνοούν μια οποιαδήποτε καλλιτεχνική καλλιέργεια- και η δεύτερη ξεκινάει από μια πλατειά διαδεδομένη παρεξήγηση που εξακολουθεί να καλλιεργείται ακόμα, που είναι συνέπεια του καταμερισμού της εργασίας και της εξειδίκευσης, και που θεωρεί την ενασχόληση με τις εικαστικές τέχνες ως προνόμιο μονάχα των προικισμένων ή των «ταλέντων», προϋποθέτοντας χρόνια ειδικών σπουδών στις σχολές Καλών Τεχνών αν όχι και οικονομική ανεξαρτησία, αφού, σύμφωνα με την επίσης διαδεδομένη "δοξασία", τα καθαρά καλλιτεχνικά επαγγέλματα δεν είναι κατά κανόνα οικονομικά προσοδοφόρα.

Χωρίς ν' αρνιέται κανείς την έννοια του ταλέντου ή της μεγαλοφυΐας σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας (επιστήμης, τέχνης, πολιτικής, ακόμα και του εμπορίου), εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ο εξοστρακισμός μιας ενδιάθετης ανθρώπινης δυνατότητας από τη μεγάλη πλειοψηφία μιας ανθρώπινης κοινότητας, διαμέσου ιδεολογικών και κοινωνικών μηχανισμών ή προκαταλήψεων: της δυνατότητας του ατόμου να εκφράζεται καλλιτεχνικά ολοκληρώνοντας έτσι το νόημα της ύπαρξής του. Εκείνο που πιστεύουμε εμείς είναι ότι δε χρειάζεται να είναι κανείς ταλέντο ή μεγαλοφυΐα για να μπορέσει να εκφραστεί καλλιτεχνικά σε ορισμένες στιγμές της ζωής του ή κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου του (που συνήθως δεν ξέρει πώς να τον διαθέσει ή αναγκάζεται να βρίσκει συχνά ψυχοφθόρες διεξόδους), και ότι αρκεί να πάψει να πιστεύει στην παρεξήγηση που αναφέραμε για να μπορέσει να ξαναβρεί και ν' ανασύρει από μέσα του τη δυνατότητά του για καλλιτεχνική δημιουργία που έχει καταχωνιαστεί -αλλά δεν παύει να υπάρχει- κάτω απ' το σωρό των χρησιμοθηρικών ασχολιών της ζωής του. Το γεγονός αυτό συμβαίνει συχνά σε ενήλικα άτομα που για τον άλφα ή βήτα λόγο (σύνταξης, αναπηρίας, κλπ.) έπαψαν να ασκούν το επάγγελμά τους και βρίσκονται αντιμέτωποι με την απραξία και το χρόνο. Έτσι εξηγείται η ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού ερασιτεχνών καλλιτεχνών (αυτούς που λέμε «λαϊκούς» ή «ασπούδαχτους»), μερικοί από τους οποίους είναι πολύ αξιόλογοι και πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια. Μερικοί απ' αυτούς τους καλλιτέχνες, ιδίως οι πιο ανενημέρωτοι (το υπογραμμίζουμε αυτό), επιδείχνουν συνήθως μια αυθεντική πρωτοτυπία και εφευρετικότητα στη χρήση των υλικών και στο πλάσιμο της φόρμας που μας αφήνει κατάπληκτους, ενώ πολλοί άλλοι -οι περισσότεροι και υποτίθεται οι πιο υποψιασμένοι- πέφτουν θύματα των κυρίαρχων εικαστικών προτύπων (των «ρεαλιστικών»), παράγοντας αφειδώς χαλκομανίες για τις συνοικιακές (αλλά και κεντρικές) γκαλερί.

Πέρα λοιπόν από την βασική παρεξήγηση για την οποία μιλήσαμε και την οποία θεωρούμε  τροχοπέδη για την εικαστική ενασχόληση των ανθρώπων, πρέπει ν' απαλλαγούμε επίσης και από την εσφαλμένη αντίληψη για το πώς πρέπει να ζωγραφίζουμε. Κι εδώ νομίζω πως μπαίνει το θέμα των μεθοδεύσεων που προτείνω και οι οποίες απευθύνονται κυρίως στα παιδιά.

Όταν μιλάμε για μεθοδεύσεις δεν εννοούμε έναν οποιοδήποτε κώδικα καμωμένο IN ABSTRACTO και ξεκινώντας από ορισμένα αισθητικά πρότυπα, αλλά για ένα σύστημα που προσπαθεί να αναπτύξει και να αξιοποιήσει, βάσει των πιο σύγχρονων επιστημονικών δεδομένων της παιδικής ψυχολογίας, τις έμφυτες εικαστικές δυνατότητες κάθε ατόμου. Με άλλα λόγια, οι μεθοδεύσεις που προτείνουμε και οι οποίες έχουν δοκιμαστεί ήδη αρκετά από την εμπειρία, δεν αποτελούν ένα είδος «τυφλοσούρτη» προς χρήση των άσχετων, αλλά μια οδηγητική αρχή που για να αποδώσει χρειάζεται την ενεργητική συμμετοχή, τις γνώσεις και τη φαντασία του εκπαιδευτικού.

Δε χρειάζεται νομίζω να επιμείνει κανείς ιδιαίτερα  ν' αποδείξει τι σημασία μπορεί να έχει για την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας μας η συστηματική και σε όσο γίνεται ευρύτερη κλίμακα εφαρμογή μιας μεθόδου που ανταποκρίνεται ακριβώς στις δυνατότητες του παιδιού και στοχεύει στην αβίαστη και προοδευτική ανάπτυξη της εικαστικής του αίσθησης και στις ανάγκες του για δημιουργική έκφραση. Σαν εκπαιδευτικοί είμαστε επίσης σε θέση να γνωρίζουμε τον καθοριστικό ρόλο της εκάστοτε γνωστικής μεθόδου για την πνευματική ανάπτυξη των παιδιών, καθώς και το ρόλο που έπαιξαν πάνω σ' αυτό οι σύγχρονες θεωρίες για την ψυχολογία του παιδιού και τη σωστή μεθόδευση στη διαδικασία της μάθησης. Ήδη τα σχολικά προγράμματα βασίζονται πάνω σ' αυτές και έχουν εγκαταλειφθεί οι ξεπερασμένες μέθοδοι του παρελθόντος. Και αφού αυτό συμβαίνει στο χώρο της μάθησης (στη διαδικασία για την εκμάθηση της γλώσσας, για παράδειγμα), δεν πρέπει να επιμένουμε σε παρωχημένες και ατελέσφορες μεθοδεύσεις στο χώρο της εικαστικής παιδείας.

Οι μεθοδεύσεις που προτείνουμε έχουν το πλεονέκτημα να μην παραβιάζουν τη φυσική διαδικασία για την εικαστική ανάπτυξη του παιδιού, αλλά αντίθετα προσπαθούν να την υπηρετήσουν, ακολουθώντας βήμα προς βήμα τα στάδια της εξέλιξής του. Και απ' αυτή την άποψη, νομίζουμε ότι αξίζουν τον κόπο να προσελκύσουν το ενδιαφέρον  των Εκπαιδευτικών.

 

Τα εικαστικά στάδια του παιδιού είναι τα ακόλουθα:

 

α) Η κατάκτηση του χώρου (από 1 ½ μέχρι 2 ½ ετών). 

β) Η ανακάλυψη του ρεαλισμού (από 2 ½ και πάνω).

γ) Ο καθορισμός του χώρου (από 5 ετών περίπου).

δ) Το γέμισμα του χώρου (από 8 ετών περίπου).

ε) Το γεωμετρικό σχέδιο ή το στυλιζάρισμα (ώριμο από το 15ο έτος).

 

Η οργάνωση του μαθήματος της Αισθητικής Αγωγής

 

Κατά την οργάνωση του μαθήματος της αισθητικής αγωγής μας απασχολεί η συγκέντρωση και ταξινόμηση των αναγκαίων γνώσεων, που τείνουν προς κάποιους σκοπούς ή -προτιμότερα- στόχους, ώστε ο κάθε εκπαιδευτικός που ασχολείται με την παιδεία αυτή -ο νηπιαγωγός, ο δάσκαλος, ο καθηγητής καλλιτεχνικών μαθημάτων ή και άλλης ειδικότητας- να μπορεί να εργαστεί μεθοδικά και γόνιμα.

Επιδιωκόμενοι Στόχοι

Α. Παιδαγωγική ανάπτυξη (γιατί απευθυνόμαστε στα παιδιά και στους νέους και συνεπώς απαιτούνται γόνιμοι και αβλαβείς μέθοδοι επικοινωνίας μαζί τους).

Β. Πολιτιστική ανάπτυξη (γιατί σκοπός μας είναι η σύνδεση του παιδιού με την τέχνη).

Γ. Κοινωνική προσαρμογή (γιατί προετοιμάζουμε τον αυριανό πολίτη που θα συμμετέχει ισότιμα και υπεύθυνα στην κοινωνική ζωή).

Ας δούμε αυτούς τους στόχους αναλυτικότερα.

1ος. Η υιοθέτηση αντιαυταρχικής, παιδοκεντρικής παιδαγωγικής, δεν συνεπάγεται σε καμιά περίπτωση απουσία κανόνων σχολικής συμπεριφοράς και συνεπώς δε θα πρέπει να συγχέεται με την αναρχία -μια σύγχυση που σπάνια, βέβαια, γίνεται από μέρους του δασκάλου. Εκείνο που διαφοροποιεί την αντιαυταρχική παιδαγωγική από την δασκαλοκεντρική είναι το βασικό γεγονός ότι οι κανόνες δεν λειτουργούν μονοδρομικά -δηλαδή σαν προσταγές ή υποχρεώσεις προς και για τους μαθητές μόνο -αλλά παλινδρομικά, εγκαθιδρύοντας έτσι μια σιωπηρή συμφωνία ανάμεσα στα δύο μέρη, όσον αφορά το ρόλο του καθενός στον εκπαιδευτικό χώρο, η βάση της οποίας εδράζεται στην κατάργηση των σχέσεων εξουσίας που καλλιεργούσε η παλιά παιδαγωγική και στο σεβασμό της αυτονομίας και της προσωπικότητας εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων.

Ο αυταρχισμός, ακόμη κι αν δεν ήταν αποτυχημένος σαν εκπαιδευτική μέθοδος, δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να γίνει αποδεκτός στη σφαίρα της τέχνης, όπου τον καθοριστικό ρόλο στη δημιουργική δραστηριότητα του καλλιτέχνη τον έχει η ελευθερία επιλογής της έκφρασής του. Κανένας δεν μπορεί ν' αναγκάσει το άτομο να συγκινηθεί -από χαρά, λύπη, ομορφιά, κλπ.- και συνεπώς να δημιουργήσει.

2ος. Να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι γέφυρες για μια δια βίου επαφή με τις εικαστικές τέχνες και την αισθητική αγωγή. Είναι φανερό ότι ο στόχος αυτός προϋποθέτει τον προηγούμενο, γιατί αυτός μπορεί να καλλιεργήσει το ενδιαφέρον και την αγάπη για την αισθητική και την τέχνη. Κατά συνέπεια, κάθε πίεση διαμέσου της βαθμολογίας ή οποιασδήποτε άλλης μεθόδου, δημιουργεί υποσυνείδητη αποστροφή που συχνά ακολουθεί το άτομο σ' όλη του τη ζωή. (Ας μην ξεχνάμε τι γινόταν με τη σχολαστική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών ή των νεοελληνικών -της λογοτεχνίας- στα παλιά Γυμνάσια).

3ος. Η μελέτη και η γνώση του περιβάλλοντός μας, ιδιαίτερα του πολιτιστικού στην προκειμένη περίπτωση, είναι αναγκαία προϋπόθεση στην εκπαιδευτική μας δραστηριότητα. Αν δεν είμαστε επαρκείς σ' αυτόν τον τομέα, κινδυνεύουμε να βρεθούμε εκτός τόπου και χρόνου, οσοδήποτε αξιόλογη κι αν είναι η καλλιτεχνική μας κατάρτιση. Σαν πολιτιστικό μας περιβάλλον πρέπει να εννοούμε την αντίληψη που έχει διαμορφωθεί στο λαό μας για την τέχνη, καθώς και τη χρησιμότητα που αποδίδει στη γνώση της τέχνης και της αισθητικής. Σ' αυτό θα πρέπει επίσης να συμπεριλάβουμε τα υλικοτεχνικά μέσα που διαθέτουμε και να δούμε ποια είναι η σχετική κατάρτιση των εκπαιδευτικών γενικά και η δική μας ειδικότερα. Ποια ήταν η πολιτιστική κληρονομιά του λαού μας και τι έχει απομείνει απ' αυτήν, μας είναι λίγο-πολύ γνωστό. Γνωστό μας είναι επίσης ότι οι σημερινές συγκυρίες δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές. Εκείνο που έχει σημασία ωστόσο είναι να μπορέσουμε, γνωρίζοντας την πραγματικότητα και με τα ελάχιστα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας, να υπερκεράσουμε τις οποιεσδήποτε δυσκολίες και να συμβάλλουμε στην αναβάθμιση του πολιτιστικού μας περιβάλλοντος.

4ος. Η διάπλαση ατόμων με ενδιαφέρον και αγάπη για το συνάνθρωπό τους είναι στόχος που εδράζεται στα δημοκρατικά ιδεώδη μιας Πολιτείας και αποβλέπει στην προετοιμασία του αυριανού πολίτη που είναι σε θέση να ενταχθεί ελεύθερα στο κοινωνικό σώμα και να συνεργαστεί με τους άλλους. Αν δεν επιτευχθεί αυτός ο στόχος, το κοινωνικό κόστος είναι διπλό: και για την Πολιτεία και για το άτομο.

5ος. Σεβόμαστε τη φύση του παιδιού, όταν αναγνωρίζουμε ένα απ' τα κυριότερα χαρακτηριστικά της, που διακρίνει άλλωστε όλα τα ζώα και ιδιαίτερα τα ανώτερα θηλαστικά στα οποία ανήκει το είδος μας, και το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στην παιδική ηλικία αλλά συνοδεύει τον άνθρωπο, με διάφορες μορφές, σ' όλη του τη ζωή: το παιχνίδι. Το κατεξοχήν ανθρώπινο αυτό χαρακτηριστικό, η παλιά παιδαγωγική αντίληψη προσπαθούσε να το περιορίσει, φτάνοντας κάποτε μέχρι το σημείο να το καταργεί κυριολεκτικά, με ολέθρια, όπως ήταν φυσικό, αποτελέσματα. Η σύγχρονη παιδαγωγική  όσον αφορά τη διάπλαση του χαρακτήρα, προσπαθεί να το ενσωματώσει όσο γίνεται περισσότερο μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η ρήση «Το παιδί μαθαίνει παίζοντας», δεν αποτελεί πλέον λεκτικό παράδοξο, αλλά βαθύτατη αλήθεια που ανταποκρίνεται γενικά στην ανθρώπινη φύση, όπως απέδειξε η σύγχρονη επιστήμη.

Παιχνίδια υπάρχουν πολλά και διαβαθμίζονται ανάλογα με την ηλικία του παιδιού: παιχνίδια κινητικά, που λειτουργούν εκτονωτικά -στις πολύ μικρές ηλικίες- ,αλλά και παιχνίδια στατικά που οξύνουν την περιέργεια, καλλιεργούν τη φαντασία και διευρύνουν την πνευματική ανάπτυξη του παιδιού (τεχνικές κατασκευές, παζλς, σκάκι, κλπ). Από κανένα ωστόσο δε λείπει εντελώς το δημιουργικό στοιχείο.

Τα εικαστικά παιχνίδια είναι κατεξοχήν δημιουργικά παιχνίδια, γιατί ξεκινούν από το καλλιτεχνικό ένστικτο του ανθρώπου που περικλείει όλη τη γκάμα των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Η τεχνολογική ανάπτυξη υπόσχεται πολλά σ' αυτόν τον τομέα, αρκεί να ενσωματωθούν σωστά στην εκπαιδευτική διαδικασία και πρακτική.

6ος. Ο σεβασμός της προσωπικότητας του παιδιού είναι απαραίτητη προϋπόθεση τόσο για την ομαλή του ανάπτυξη, όσο και για την αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής πρακτικής και αποτελεί συνάρτηση των αναγκών του -κυρίως της ανάγκης του για αυτοεπιβεβαίωση και αυτοεκτίμηση. Αυτονόητη είναι εδώ η σημασία του περιβάλλοντος (οικογένεια, σχολείο, κοινωνικές συναναστροφές) για την αποφυγή συμπλεγμάτων μειονεκτικότητας και άλλων αρνητικών παραγόντων.

7ος. Η κοινωνικοποίηση του παιδιού και ο εμπράγματος εκδημοκρατισμός του επιτυγχάνεται κατά κύριο λόγο μέσα από τη συμμετοχή. Η έννοια του «ανήκειν» αποτελεί βασική προϋπόθεση κοινωνικής συμμετοχής, χωρίς την οποία είναι αδύνατο να υπάρξουν και να λειτουργήσουν οι ενότητες «ομάδα», «τάξη», «έθνος». Η έννοια «πολίτης του κόσμου» είναι η ανώτερη βαθμίδα αυτής της κλίμακας. Στη δική μας περίπτωση, με τα οργανωμένα ομαδικά παιχνίδια, με ποικιλία συμμετοχής, κινητικότητας και αυτοσυγκέντρωσης που εφαρμόζουμε, η ένταξη στο κοινωνικό σώμα εξασφαλίζεται ομαλά. Για να ολοκληρωθεί ωστόσο η κοινωνικοποίηση του παιδιού, πρέπει να υπάρξει και το άνοιγμα του σχολείου στο κοινωνικό περιβάλλον, πράγμα που επιτυγχάνεται με τις διάφορες σχολικές εκδηλώσεις: καλλιτεχνικές εκθέσεις, καλλιτεχνικά ημερολόγια με έργα παιδιών, βιβλία γραμμένα και διακοσμημένα από τα ίδια, διαμόρφωση χώρων, θεατρικές παραστάσεις, κλπ.

8ος. Η παροχή επαρκών πληροφοριών συνδέεται αυτονόητα με την ενημέρωση του ίδιου του εκπαιδευτικού τόσο στο γενικότερο εκπαιδευτικό επίπεδο, όσο και σε θέματα της εικαστικής παιδείας.

9ος. Η πνευματικά αναβαθμισμένη εκτόνωση αποτελεί τον κυριότερο στόχο της δουλειάς μας. Μέσα από την καλλιτεχνική έκφραση και δημιουργία, ο μαθητής απαλλάσσεται από τις συναισθηματικές εντάσεις, διοχετεύοντας τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του -ακόμη και τ' αδιέξοδά του- σ' ένα χώρο που δεν τον απειλεί, αλλά αντίθετα τον επιβεβαιώνει και τον καθαίρει. Η λυτρωτική διαδικασία της τέχνης δρα ευεργετικά, μεταβάλλοντας τις φοβίες ή την επιθετικότητα σε καλλιτεχνική μορφή.

10ος. Η χειραφέτηση του μαθητή επιτυγχάνεται προοδευτικά με την διακριτική ενθάρρυνση, όπου και όταν υπάρχει τέτοια ανάγκη -ιδίως στην αρχή. Ο στόχος αυτός εξαρτάται από το περιεχόμενο των μεθοδεύσεών μας και από την καλή εφαρμογή των προηγούμενων στόχων. Η ανάγκη ενθάρρυνσης εκλείπει όταν ο μαθητής δεν έχει δισταγμούς για την επιτυχία της δουλειάς του.

11ος. Η σύγχρονη παιδαγωγική δεν θεωρεί, όπως αναφέραμε, την καλή βαθμολογία ή όποιες άλλες διακρίσεις παρέχονταν από το σχολείο, σαν παιδαγωγική αμοιβή. Παιδαγωγική αμοιβή είναι η ικανοποίηση που νιώθει το παιδί όταν ανταποκρίνεται στις ικανότητές του, όταν η εργασία που αναλαμβάνει στο πλαίσιο του μαθήματος, διεκπεραιώνεται με επιτυχία, δίνοντάς του την αίσθηση της ανακάλυψης και της δημιουργίας. Η αυτοπεποίθηση που αποκομίζει απ' αυτή τη δραστηριότητα το γεμίζει χαρά και κάνει τις άλλες «αμοιβές» να φαντάζουν – και να είναι – απατηλά υποκατάστατα.

12ος. Η παρακίνηση για προβληματισμό προϋποθέτει περιθώρια πρωτοβουλίας από μέρους του μαθητή και σχολικό κλίμα που να τον ευνοεί από μέρους του δασκάλου. Η περιέργεια και η τάση για έρευνα είναι έμφυτες ιδιότητες στο παιδί και δε χρειάζονται παρά μια μικρή ώθηση για να λειτουργήσουν. Με βάση λοιπόν τη μεθόδευση που αναφέραμε στους άλλους στόχους και κυρίως ανάλογα με το περιεχόμενο της εργασίας που θα τους αναθέσουμε, μπορούμε να ξυπνήσουμε τις ενδιάθετες δυνάμεις των μαθητών.

13ος. Η προσαρμογή της συμπεριφοράς μας, με διαρκή αυτοέλεγχο και απόρριψη τυχόν υπαρχόντων αυταρχικών στοιχείων (τα οποία ασφαλώς ελλοχεύουν λίγο-πολύ μέσα σε όλους εμάς που έχουμε υποστεί την παλιά αυταρχική εκπαίδευση) αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης, κατανόησης και αγάπης στο σχολικό χώρο. Είτε το θέλουμε, είτε όχι, αποτελούμε, λόγω ηλικίας και ρόλου, πρότυπο για το παιδί, σύμφωνα δε με τις διαπιστώσεις της σύγχρονης ψυχολογίας, καλός, παραγωγικός εκπαιδευτικός είναι εκείνος που μπορεί να προκαλέσει τα αισθήματα εκτίμησης των μαθητών του. Στο δούναι-λαβείν της γνώσης, η αγάπη και ο θαυμασμός είναι ο κυριότερος συντελεστής.

14ος. Το να μπει η τέχνη λειτουργικά στη ζωή του παιδιού -τη σχολική και την εξωσχολική- αποτελεί ασφαλώς τον απώτερο και πιο φιλόδοξο στόχο μας. Παρά το γεγονός ότι οι γενικότερες κοινωνικές συνθήκες δεν ευνοούν ιδιαίτερα αυτή την επιδίωξη, θέλω να πιστεύω πως αν εργαστούμε σωστά κατά τα κρίσιμα παιδικά χρόνια του μαθητή, πολλά μπορούμε να πετύχουμε.

15ος. Η ανάπτυξη των καλλιτεχνικών δεξιοτήτων και ικανοτήτων του παιδιού επιτυγχάνεται μέσα από το σύνολο των στόχων που αναφέραμε. Μπορούν όμως να υπάρξουν και προσωπικές μεθοδεύσεις των εκπαιδευτικών.

16ος. Η αξιολόγηση του έργου μας, το αν, δηλαδή, και κατά πόσον μπορέσαμε να ενσωματώσουμε στη δουλειά μας τους πιο πάνω στόχους, το πώς λειτούργησαν οι μεθοδεύσεις μας και τι ποσοστό επιτυχίας είχαμε, είναι νομίζω επιβεβλημένη. Έτσι θα μπορέσουμε να συμπληρώσουμε τυχόν ελλείψεις ή να βελτιώσουμε περισσότερο τις μεθόδους μας.  Έχω τη γνώμη ότι, αν ο εκπαιδευτικός γνωρίζει καλά τους στόχους του και βιώνει το περιεχόμενό τους, είναι σε θέση να τους εφαρμόσει μ' επιτυχία.

Τα σεμινάρια, και προπαντός οι δειγματικές διδασκαλίες, είναι σε θέση, κατά τη γνώμη μου, να διαλύσουν προκαταλήψεις με ελιτίστικη αφετηρία, που καλλιεργήθηκε επίμονα στον τόπο μας κατά τη διάρκεια του αιώνα μας και έχει αποδυναμώσει την πολιτιστική λαϊκή μας παράδοση -μια παράδοση χιλιετηρίδων.

Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική απ' αυτή που μας είχαν κάνει να πιστεύουμε. Η τέχνη είναι ανθρώπινη δυνατότητα, συνυφασμένη με την ίδια την ύπαρξή μας, και μπορεί ν' αναβλύζει από μέσα μας όπως αναβλύζει η χαρά, η λύπη, ο έρωτας, η νοσταλγία, ο πόθος της ελευθερίας. Δεν πρόκειται σ' όλες τις περιπτώσεις για πολύπλοκη διαδικασία και δεν απαιτεί τεράστιο απόθεμα γνώσεων όπως η επιστήμη, γιατί το κύριο χαρακτηριστικό της δεν συνδέεται με τις γνωστές λειτουργίες της νόησης, αλλά με τις ενδιάθετες σε κάθε άνθρωπο δυνάμεις της αίσθησης -της εικαστικής αίσθησης. Ότι η τέχνη λειτουργεί μ' αυτό τον τρόπο δεν χρειάζεται καμιά επιχειρηματολογία για ν' αποδειχτεί. Αρκεί να σκεφτούμε τις αριστουργηματικές τοιχογραφίες μέσα σε σπηλιές (της Αλταμίρα κ.λ.π.) που κατασκευάστηκαν πριν από 40.000 χρόνια, σε μια εποχή δηλαδή που ο άνθρωπος δεν διέθετε καμιά άλλη γνώση εκτός από το ένστικτό του.

Η τέχνη λοιπόν είναι ένα αγαθό με το οποίο είναι προικισμένος ο κάθε άνθρωπος δια βίου, και δεν αποτελεί σπάνιο δώρο της Φύσης, αλλά κοινή δυνατότητα για όλους, όπως η ομιλία. Η λειτουργία της, που έχει θυμική προέλευση, είναι ανεξάρτητη από την πνευματική υποδομή του ανθρώπου και μπορεί να εκφραστεί με τους ίδιους όρους που εκφράζεται μια ευχή ή μια κατάρα, η αγανάχτηση, ο θαυμασμός, ο φόβος και όλα τ' ανθρώπινα συναισθήματα. Είναι καιρός, ίσως, να πάψουμε να μιλάμε περί ξεχωριστών ταλέντων και ιδιαίτερης εύνοιας της Φύσης προς ορισμένα μόνο άτομα -κάτι που αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις μυθοπλασία που αποπροσανατολίζει εκατομμύρια ανθρώπους. Ότι υπάρχουν βέβαια μερικοί άνθρωποι που έχουν κάποια μεγαλύτερη κλίση προς τις τέχνες και την Επιστήμη ή ότι μερικοί άνθρωποι δείχνουν ιδιαίτερη αγάπη και αφιερώνουν τη ζωή τους ολοκληρωτικά στην τέχνη, αυτό μπορεί να είναι σωστό κατά ένα μέρος (αν και οι περιβαλλοντικές συνθήκες παίζουν και πάλι αποφασιστικό ρόλο στο θέμα της επιλογής), αλλά δεν σημαίνει ότι ο καλλιτεχνικός χώρος είναι προνόμιο ή κτήμα των ολίγων ή των εκλεκτών, όπως λένε, γιατί απλούστατα ένας παρόμοιος ισχυρισμός διαψεύδεται αμέσως από την ύπαρξη και μόνο της λαϊκής πολιτιστικής παράδοσης όλων των λαών, που δεν δημιουργήθηκε φυσικά από τους ολίγους. Κάτι περισσότερο μάλιστα: και οι ολίγοι σ' αυτή την παράδοση στηρίζονται και απ' αυτή αντλούν τα στοιχεία της έμπνευσής τους.

Η εικαστική αίσθηση υπήρχε ανέκαθεν διάχυτη στο λαό μας και εκφράστηκε με πολλούς και διάφορους τρόπους: από κάθε κορίτσι που κεντούσε ή ύφαινε τα προικιά του, από κάθε μάστορα κεραμέα, ξυλουργό, χτίστη, σιδηρουργό, μαρμαρά, πράγμα που έχει αναγνωριστεί απ' όλους τους ειδικούς και τα αποτελέσματά της τα βλέπουμε κάθε τόσο στις εκθέσεις, τα εργαστήρια και τα μουσεία μας.

Από όλα όσα εκτέθηκαν μέχρι τώρα, οδηγούμαστε σε ορισμένες διαπιστώσεις που έχουν σχέση με τη γενική διδακτική, την ειδική διδακτική του μαθήματος των εικαστικών τεχνών και άλλους στόχους της εκπαιδευτικής διαδικασίας στον τόπο μας. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι:

1) Ότι με τη μεθόδευση  το παιδικό σχέδιο παρουσιάζεται εντελώς αξιοποιημένο και καταξιωμένο στα μάτια των παιδιών, του κοινού, καθώς και στη συνείδηση των Εκπαιδευτικών.

2) Ότι αξιοποιείται ακόμη και το σχέδιο παιδιών που χαρακτηρίζονται «ειδικώς εκπαιδεύσιμα», εντάσσοντάς τα μέσα στο σύνολο των άλλων παιδιών και αποδείχνοντας τις εικαστικές τους δυνατότητες.

3) Ότι παραμερίζεται σχεδόν αυτόματα κάθε εικαστική αναστολή για την έκφραση των παιδιών και, παράλληλα, κάθε επιτήδευση, δεδομένου ότι το ίδιο το παιδί διαπιστώνει μόνο του πως του είναι περιττή.

4) Μεθοδεύεται αβίαστα η απαραίτητη πορεία που προϋποθέτει η σύγχρονη παιδαγωγική, από την ενθάρρυνση ξεκινώντας και φτάνοντας μέχρι τη χειραφέτηση. Διαφορετικά, τα παιδιά παραμένουν σ' ένα στάδιο σύγχυσης που δεν ευνοεί την ανάπτυξή τους.

5) Ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται και βιώνουν εύκολα την αξία της συμμετοχής σε συλλογικές δραστηριότητες και επομένως κοινωνικοποιούνται ευκολότερα, παραμερίζοντας τις πιθανότητες αδυναμίας ένταξης που οδηγούν σε περιθωριακές καταστάσεις σαν αυτές που σημαδεύουν τόσο έντονα την εποχή μας.

6) Ότι οι μεθοδεύσεις είναι τόσο απλές, ώστε ο κάθε επαρκής εκπαιδευτικός να μπορεί να τις εφαρμόσει. Αρκεί να παρακολουθήσει δυο-τρεις δειγματικές διδασκαλίες και να συμπληρώσει τον κύκλο της ενότητας με στοιχειώδη ενημέρωση.

7) Ότι η εργασία αυτού του κύκλου που θα εφαρμόζει ο δάσκαλος με τους μαθητές του, αποτελεί γι' αυτόν την καλύτερη και πιο προσιτή παιδεία τέχνης και αισθητικής αγωγής, δίνοντάς του ταυτόχρονα το συναίσθημα ότι εργάζεται αποδοτικά.

8) Ότι τα παιδιά εξοικειώνονται ταχύτατα να δουλεύουν σε διαφορετικά μεγέθη σχεδίου.

9) Ότι είναι η πιο ταχύρρυθμη εξάσκηση για την εξέλιξη του σχεδίου κάθε παιδιού, πράγμα που γίνεται εμφανές από μάθημα σε μάθημα, αν δεν μεσολαβήσουν παιδαγωγικά λάθη (άσκοπα σχόλια, επιλογές και διακρίσεις της εργασίας μερικών μαθητών, κ.λ.π.).

10) Ότι στην ίδια τη μεθόδευση περιέχεται και κίνηση, αφού το παιδί σηκώνεται για να τοποθετήσει τη συμμετοχή του στο γενικό έργο της τάξης. Το γεγονός αυτό, παράλληλα με την εξάσκηση των χεριών του, καθώς κόβει και κολλάει τη συμμετοχή του, αποτελούν αναγκαία στοιχεία για το παιδί και καλλιεργούν την αυτοπεποίθησή του.

11) Ότι γίνεται ανάλυση της άρθρωσης ενός έργου, ακόμα πιο πολύπλοκου, μέσα απ' τα στάδια που ακολουθεί η κατασκευή του, την οποία σιγά-σιγά το παιδί γίνεται ικανό να την κατανοήσει και θεωρητικά.

12) Ότι είναι η πιο κατάλληλη μέθοδος για να κατανοηθεί η λαϊκή τέχνη από τα παιδιά -και από τους μεγάλους- και να μπορέσει να ξαναλειτουργήσει με αυθεντικό λαϊκό τρόπο και όχι λαϊκίστικα. (Η παρουσίαση λαϊκών καλλιτεχνών από την τηλεόραση τα τελευταία χρόνια είναι πολύ ενθαρρυντική και θα μπορούσε να έχει ευρύτερη απήχηση αν συνδυαζόταν με ένα είδος συνεργασίας μεταξύ των καλλιτεχνών αυτών και των ενημερωμένων πλέον δασκάλων).

13) Ότι η μεθόδευση αυτή ενώνει το σχολείο με το κοινωνικό περιβάλλον του παιδιού, δεδομένου ότι στις σχολικές κατασκευές (ζωγραφική, ανάγλυφο, τρισδιάστατα έργα ) το παιδί συμμετέχει πολλές φορές και έχει τη χαρά να καλεί τους φίλους του και τους δικούς του στην έκθεση που ενδεχομένως θα οργανωθεί από το σχολείο του.

14) Ότι με αυτό τον τρόπο περιορίζεται η ανάγκη του να συνδεθεί με άλλους, ακατάλληλους πιθανόν, χώρους, μια που δεν έχει περιθώρια χρόνου, συντηρεί ζωντανό το ενδιαφέρον του και νιώθει υπαρξιακά δικαιωμένο.

15) Ότι μέσα απ' αυτές τις ασχολίες η ψυχική του εκτόνωση είναι τεράστια και ανταποκρίνεται στη φυσική του έφεση για παιχνίδι.

16) Ότι η εργασία του μένει στο σχολείο, περιορίζοντας έτσι τις αρνητικές επιπτώσεις αντιπαιδαγωγικών σχολίων και παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να γίνουν αν ήταν υποχρεωμένο να εργάζεται στο σπίτι.

17) Ότι αυτή η εργασία μπορεί να εφαρμοστεί με τα πιο φτηνά και απλά υλικά.

18) Ότι μπορεί να εφαρμόζεται σε οποιοδήποτε αριθμό μαθητών μιας τάξης, καθώς και στα μονοθέσια σχολεία.

19) Ότι μπορεί ακόμα να εφαρμοστεί αποτελεσματικά  από την Α΄ Δημοτικού μέχρι το Λύκειο και τις Ανώτατες Παιδαγωγικές Σχολές (απλώς στην κάθε περίπτωση θα έχουμε διαφορετικό αποτέλεσμα στο θέμα της αρτιότητας).

20) Ότι μ' αυτό τον τρόπο σταματά ο ψυχοφθόρος ανταγωνισμός μεταξύ των παιδιών, αποφεύγεται η έπαρση μερικών και ο εξοστρακισμός των περισσότερων.

21) Ότι δημιουργείται καλλιτεχνικό υλικό για το σχολείο που το στολίζει και το κάνει οικείο στα παιδιά -ένα υλικό δηλαδή που τα προβληματίζει, τα διδάσκει σιωπηρά και τα ψυχαγωγεί.

22) Ότι ευνοεί την ομαδική άμιλλα που είναι ασφαλώς πολύ χρήσιμη, όχι μονάχα από τάξη σε τάξη, αλλά και από σχολείο σε σχολείο.

23) Ότι προμηθεύει σε κάθε σχολείο καλλιτεχνικό υλικό που μπορεί να δημοσιευτεί με τη μορφή καρτ-ποστάλ ή ημερολογίου, ενισχύοντας έτσι οικονομικά συλλόγους γονέων και δίνοντας τη δυνατότητα στα παιδιά να προβάλλονται στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

24) Ότι με τις μεθοδεύσεις αυτές μπορεί ν' αποδοθεί κάθε θεματολογικός ή τεχνοτροπικός προβληματισμός. Μπορούν ν' αποδοθούν, λόγου χάρη, λαογραφικά και κοινωνικά θέματα, θέματα περιβάλλοντος, ιστορίας, διαχρονικών σχολών τέχνης (όπως εξπρεσιονισμός, σουρεαλισμός, κ.λ.π.).

25) Ότι οι μεθοδεύσεις αυτές μπορούν να έχουν εφαρμογή και έξω απ' το σχολείο -στα Κέντρα Νεότητας, για παράδειγμα- εφόσον δεν υπάρχει πρόβλημα ηλικίας του συμμετέχοντος.

26) Ότι το υλικό αυτών των μεθοδεύσεων, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως μοντέλο προσωπικής (ατομικής) εργασίας, και σε επόμενο στάδιο να επαναληφθεί με διαφορετικά υλικά (δηλ. να γίνει υφαντό, κέντημα, ανάγλυφο, διακοσμητικό μοτίβο, κ.λ.π.).

Από τις παραπάνω διαπιστώσεις, μπορεί νομίζω να αξιολογηθεί άνετα και το μάθημα της εικαστικής παιδείας, μια που οι περισσότερες εντάσσονται στο πλαίσιο των γενικών στόχων της Παιδαγωγικής. Η θεωρία και οι στόχοι της παιδαγωγικής διαδικασίας αποτελούν την συνείδηση της πράξης. Χωρίς αυτή τη συνείδηση, ο εκπαιδευτικός-καλλιτέχνης οδηγείται στα τυφλά, πράγμα που συνήθως καταλήγει στη σύγχυση ή την αυθαιρεσία, παίρνοντας κάποτε τη μορφή της αυθεντίας του εκφραστή της, με αποτέλεσμα να έρχεται σε σύγκρουση -και αντιδικία- με την σύγχρονη σκέψη. 

Οι αλήθειες, όποιες κι αν είναι -επιστημονικές, τεχνολογικές, καλλιτεχνικές- στην πρωτογενή τους μορφή είναι απλές και συνεπώς μπορούν να τεκμηριωθούν και να μεταδοθούν. Στον τομέα της εικαστικής παιδείας, βρίσκονται κυριολεκτικά «κάτω απ' τη μύτη μας», κατά τη λαϊκή έκφραση. Όσοι λοιπόν προσπαθούμε να μεταδώσουμε κάτι στους άλλους, δεν χρειάζεται ν' απεραντολογούμε, αλλά απλώς να εντοπίζουμε το ουσιώδες ώστε να μπορεί να γίνει κοινό κτήμα.

Στην εποχή του Ομήρου και μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια, ήταν σε χρήση η πλουσιότερη γλώσσα που δημιούργησε η ανθρωπότητα, μια γλώσσα που δεν είχε ανάγκη Γραμματικής και Συντακτικού για να λειτουργήσει με τα θαυμαστά αποτελέσματα που γνωρίζουμε όλοι. Η Γραμματική επινοήθηκε ως ξεχωριστός φιλολογικός κλάδος για να εξελληνιστούν άλλοι λαοί και για να μεταφερθούν στη γλώσσα μας τα αξιόλογα κείμενά τους. Με το πέρασμα των αιώνων διαμορφώθηκε, όπως ήταν φυσικό, σε καθαρά επιστημονικό κλάδο, που μερικές φορές πήρε τυπολατρική μορφή και κατάντησε τροχοπέδη παρά μέσο για την εκφραστική αρτιότητα του λόγου. Αφού λοιπόν η γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει ζωντανά και αποτελεσματικά χωρίς ιδιαίτερες γραμματικές γνώσεις (εκπληκτικό παράδειγμα ο Μακρυγιάννης), αυτό μπορεί να συμβεί ακόμα περισσότερο και στο χώρο της εικαστικής έκφρασης, όπου δεν υπάρχει κανένας τυπολατρικός περιορισμός, εφόσον το καλλιτεχνικό ένστικτο συνδυαστεί με τις κατάλληλες μεθοδεύσεις που δραστηριοποιούν την έφεση του ανθρώπου για δημιουργία και παιχνίδι.

 

Βιβλιογραφία

 

Α. Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας:

1) Βαμβουκά Μ. «Κίνητρα του διδασκαλικού επαγγέλματος», Ηράκλειο, 1982.

2) Βουγιούκα Α. «Το γλωσσικό μάθημα», Αθήνα, 1981.

3) Βώρου Φ. «Δοκίμια για την Παιδεία», Αθήνα, 1961.

4) Γέρου Θ. «Παιδαγωγικές μορφές διδασκαλίας στο Δημοτικό Σχολείο», Δίπτυχο, Αθήνα.

5) Γκυγιώμ Ζακ «Κυβερνητική και Διαλεκτικός υλισμός», εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1978.

6) Γληνού Δ. «Ένας άταφος νεκρός», Αθήνα, 1925.

7) Δανασή-Αφεντάκη Α. «Διδακτική», Τόμος Α΄, Μάθηση, Αθήνα, 1981.

8) Debesse Maurice-Mialaret Gaston, «Παιδαγωγικές επιστήμες», Μετάφραση-σημειώσεις-σχόλια Ηλία Βιγγόπουλου, εκδ. Δίπτυχο, 1980.

9) Δελμούζου Α. «Το κρυφό σκολειό 1909-1911», Αθήνα, 1950.

10) Hans-Michael Elser «Εισαγωγή στην Παιδαγωγική», εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια  Δημ. Χατζηδήμου, Αθήνα, 1980.

11) Illich Ivan «Κοινωνία χωρίς σχολεία», εκδ. Βέργας.

12) Κασσωτάκη Μ. «Αξιολόγηση της επιδόσεως των μαθητών» «Τηλεόραση και αγωγή», Αθήνα, 1978.

13) Κασσωτάκη Μ. «Το παιδικό ιχνογράφημα», Αθήνα, 1979.

14) Κοσμοπούλου Α. «Σχεσιοδυναμική Παιδαγωγική του προσώπου», Αθήνα, 1983.

15) Μαραγκουδάκη Γ. «Μάθηση, ψυχολογική θεώρηση», Αθήνα.

16)Μαρκαντώνη Ι.Σ.- Κασσωτάκη Μ.Ι. «Στοιχεία διδακτικής και Σχολικής Αξιολόγησης», Αθήνα, 1979.

17) Μαρκαντώνη Ι.Σ. «Παιδεία Ειρήνης», Αθήνα, 1977.

18) Μαρκαντώνη Ι.Σ. «Ψυχοσωματική ανάπτυξη του παιδιού», Αθήνα, 1968.

19) Μπελλά Θρ. «Το ιχνογράφημα ως μέσο διαγνωστικό της προσωπικότητας» εκδ. Ηράκλειτος, Αθήνα, 1975.

20)  Newman, John Von «Ηλεκτρονικός υπολογιστής και ανθρώπινος εγκέφαλος», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1972.

21) Ντράικωρς Ρ. «Το παιδί», μτφρ. Ι. Καββαδά, εκδ. Ερμής.

22) Ντράικωρς Ρ. «Η ψυχολογία στην τάξη», μτφρ. Ι. Καββαδά, εκδ. Κέδρος, 1968.

23) Ξωχέλλη Π. «Θεμελιώδη προβλήματα της Παιδαγωγικής επιστήμης», εκδ. Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, 1980.

24) Ξωχέλλη Π. «Παιδαγωγική του Σχολείου», εκδ. Κυριακίδη, 1979.

25) Ξωχέλλη Π. «Εισαγωγή στην Παιδαγωγική».

26) Παπά Α. «Η αντιπαιδαγωγικότητα της Παιδαγωγικής», εκδόσεις Βιβλία για όλους, 1985.

27) Παπαγεωργίου Γ. «Ψυχολογία», Ηράκλειο, 1985.

28) Πετρουλάκη Ν. «Σύγχρονες Μέθοδοι-Προγράμματα», εκδ. Φελέκη, Αθήνα, 1981.

29) Πιαζέ Ζαν, «Το μέλλον της εκπαίδευσης», εκδ. Υποδομή, 1979.

30) Πιαζέ Ζαν, «Ψυχολογία και Παιδαγωγική», εκδ. Νέα Σύνορα, 1979.

31) Πολυχρονοπούλου Π. «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Αγωγής», Αθήνα, 1978.

32) Πόρποδα Κ. «Διαδικασία της μάθησης», Αθήνα, 1985.

33) Πυργιωτάκη Ι. «Κοινωνικοποίηση και εκπαιδευτικές ανισότητες», εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1986.

34) Ρίτσμοντ Π. «Εισαγωγή στον Πιαζέ», μτφρ. Γ. Μανιάτη, εκδ. Υποδομή, 1980.

35) Τερζή Ν. «Η παιδαγωγική του Αλέξανδρου Δελμούζου», Θεσσαλονίκη, 1983.

36) Τσουκαλά Κ. «Εξάρτηση και αναπαραγωγή», Αθήνα, 1981.

37) Φλουρή Γ.-Robert Gagne «Θεμελιώδεις αρχές της μάθησης και της διδασκαλίας», εκδ. Γρηγόρη, 1980.

38) Φράγκου Χ. «Ψυχοπαιδαγωγική», Αθήνα, 1977.

39)Φραγκουδάκη Α. «Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση και Φιλελεύθεροι διανοούμενοι», Αθήνα, 1977.

40) Χαραλαμπόπουλου Β.Ι. «Οργάνωση της διδασκαλίας και της μάθησης γενικά», εκδ. Gutenberg,1984.

41) Χαραλαμπόπουλου Κώστα «Το πρόβλημα της παιδείας στο φως της πάλης των ιδεών» εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985.

42) Wiener N. «Κυβερνητική ή έλεγχος και επικοινωνία στα ζώα και στις μηχανές», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1980.

43) Wiener N. «Κυβερνητική και κοινωνία», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1970.

 

Β. Ειδικής Διδακτικής του μαθήματος της Αισθητικής Αγωγής:

1) Βιγγόπουλου Ηλία «Η τέχνη στο νηπιαγωγείο και το Δημοτικό σχολείο», τεύχος α΄, εκδ. Δίπτυχο, Αθήνα, 1982- τεύχος β΄, 1983, εκδ. Δίπτυχο.

2) Καστρισίου Σοφίας, «Παιδικές ζωγραφιές» εκδ. Κέδρος 1983.

3) Μουζάκη Τάσου «Η ζωγραφική στα σχολεία», βιβλία Α΄ & Β΄, Αθήνα 1983, 1984, «εκδόσεις βιβλία για όλους».

Γ. Θεωρητική:

1) Γέρου Θεοφράστου, «Το συμβολικό παιχνίδι βάση και αφετηρία καλλιτεχνικής δραστηριότητας στο σχολείο», εκδ. «Δίπτυχο», Αθήνα 1984.

2) Gloton R. «Η τέχνη στο σχολείο», μτφρ. Άγγελου Σαφαρίκα και Ηλία Βιγγόπουλου, εκδ. Νικόδημος, Αθήνα 1976.

3)  Merandieu F. «Το παιδικό σχέδιο», μτφρ. Δημήτρη Ψυχογιού, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1981.

4) Μπενέκου Αντώνη «Μορφές Αισθητικής αγωγής. Προγράμματα και διδακτική πράξη, εννέα άρθρα στο Σύγχρονο Νηπιαγωγείο», τόμος 6ος, 1979.

Δ. Καλλιτεχνική:

1) Βακαλό Ελένη «12 Μαθήματα για τη σύγχρονη τέχνη», Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο ΩΡΑ, Αθήνα, 1978.

2) Βάλτεμπερκ Πάτρικ «Σουρεαλισμός», μτφρ. Αλ. Παπαθανασίου, εκδ. Υποδομή, Αθήνα, 1976.

3) Παγκόσμια Ιστορία Τέχνης, Δεκάτομη, εκδ. «Φυτράκη».

4) Παρλαβάντζα Τάκη «Οι αισθητικές κατηγορίες στη σύγχρονη τέχνη», Αθήνα 1981.

5) Πετρίτη Πάνου «Αλφαβητάριο αισθητικής για μεγάλους», Αθήνα 1977.

6) Πλατή Ελευθερίου «Η αισθητική κοινωνία», Αθήνα, 1976.

7) Read Herbert «Η τέχνη σήμερα», μτφρ. Δημοσθένη Κούρτοβικ, εκδ. Υποδομή.

8) Ρίχτερ Χανς, «Ντάντα», μτφρ. Ανδρέα Ρικάκη, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1983.

9) Τα γραπτά του «Πικάσο». Μτφρ. Ειρήνης Ζερβού, εκδ. Οδυσσέας.

 

*  Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ' το Α.Π.Θ.)

ailiadi@sch.gr

http://users.sch.gr/ailiadi

http://blogs.sch.gr/ailiadi

http://www.matia.gr

(Εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες στην αδερφή μου Βάσω Κ. Ηλιάδη, χωρίς την πολύτιμη βοήθεια της οποίας δεν θα ολοκληρωνόταν αυτή η εισήγηση).

Αλλοδαποί – Παλιννοστούντες στο Λύκειο…

Ένας στους δύο εκτός Λυκείου, λόγω γλώσσας

 

Του Νίκου Φωτόπουλου 

 

Στο 11% για το Δημοτικό και Γυμνάσιο και στο 6,5% για το Λύκειο φτάνουν τα ποσοστά των αλλοδαπών και παλιννοστούντων μαθητών στα σχολεία της χώρας μας, αλλά το πρόβλημα της γλώσσας τούς εμποδίζει συνήθως να προχωρήσουν στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

 

«Φέτος, παρά τις διακηρύξεις για το αντίθετο από πλευράς υπουργείου Παιδείας, τα σχολεία βρέθηκαν κυριολεκτικά στον αέρα, καθώς δεν εντάχθηκαν όσες πρακτικές έχουν αποδειχτεί ευεργετικές για την αγωγή και διδασκαλία των μαθητών, ούτε αξιοποιήθηκαν εκπαιδευτικοί που απέκτησαν εξειδικευμένα προσόντα και εμπειρία», αναφέρει η υπεύθυνη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου για τη Διαπολιτισμική Παιδεία και Εκπαίδευση, καθηγήτρια Παιδαγωγικής του ΑΠΘ, Ζωή Παπαναούμ.

Στον Νομό Θεσσαλονίκης, στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, σε σύνολο 150.532 μαθητών, οι αλλοδαποί ανέρχονται σε 11.466 (7,62%) και οι παλιννοστούντες σε 6.020 (4%). Τα αντίστοιχα νούμερα για την Κεντρική Μακεδονία είναι: 260.511 μαθητές, από τους οποίους 19.203 (7,37%) αλλοδαποί και 8.632 (3,31%) παλιννοστούντες.

«Διαρκώς αυξανόμενος είναι ο αριθμός των παλιννοστούντων και αλλοδαπών μαθητών που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία σήμερα, ξεπερνώντας σε ορισμένες περιοχές κατά πολύ το 10%. Η φοίτηση των παιδιών αυτών δεν είναι πάντοτε εύκολη. Η ανεπάρκεια στη χρήση της ελληνικής γλώσσας ως οργάνου ζωντανής επικοινωνίας, η σχολική αποτυχία -ακόμη και όταν το πρόβλημα της γλώσσας δεν είναι οξύ, η κοινωνική καχυποψία που ενδεχομένως έχουν να αντιμετωπίσουν είναι μερικές μόνο από τις κατηγορίες προβλημάτων», αναφέρει στην «Ε» ο περιφερειακός διευθυντής εκπαίδευσης Γιώργος Καρατάσιος.

Η καθηγήτρια Παιδαγωγικής του ΑΠΘ και επιστημονικά υπεύθυνη του Παρατηρητηρίου τονίζει ωστόσο: «Την τελευταία δεκαετία γίνονται πολυεπίπεδες δραστηριότητες και δαπανώνται κονδύλια – εθνικά και κοινοτικά – για την καλύτερη δυνατή ένταξη των παιδιών μεταναστών στην ελληνική κοινωνία. Από υποστηρικτικές παρεμβάσεις που γίνονται σε σχολεία έχουν ήδη καταγραφεί θετικά αποτελέσματα, όπως η μείωση της διαρροής των αλλοδαπών μαθητών, καθώς και η βελτίωση της προόδου τους στο σχολικό περιβάλλον.

Τέτοιες παρεμβάσεις όμως, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σωρευτικά και συμπληρωματικά η μία με την άλλη, δεν έχουν ακόμη ενταχθεί οργανικά στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Έτσι, το όφελος για τους μαθητές δεν είναι διαρκές και η βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου στα σχολεία δεν είναι σταθερή. Επίσης, κρατικοί και μη φορείς, καθώς και ερευνητές δραστηριοποιούνται με επιτυχία σε θέματα διαπολιτισμικής παιδείας, χωρίς όμως τον αναγκαίο συντονισμό και τη λήψη μέτρων από την πολιτεία, έτσι ώστε να ενταχθούν στο σχολείο οι καλές πρακτικές που προκύπτουν».

 

ΤΕΙ και πανεπιστήμια

 

Ο αναλογικά μικρός αριθμός των αλλοδαπών και παλιννοστούντων παιδιών που φοιτούν στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση δείχνει ότι για τους περισσότερους είναι δύσκολο να ξεπεράσουν κυρίως το πρόβλημα της γλώσσας. Ωστόσο, όσοι τα καταφέρνουν συγκαταλέγονται συνήθως ανάμεσα στους καλύτερους σπουδαστές και φοιτητές.

Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο φοιτούν σήμερα 3.839 προπτυχιακοί φοιτητές, 235 μεταπτυχιακοί και 164 σε διδακτορικό επίπεδο, καταγόμενοι από 86 χώρες του κόσμου. Σύμφωνα με την αντιπρύτανη ακαδημαϊκών υποθέσεων Αθανασία Τσατσάκου, τα παιδιά από άλλες χώρες που σπουδάζουν στην Ελλάδα, είτε έχουν έρθει απ' το εξωτερικό είτε είναι παιδιά οικονομικών μεταναστών που έφτασαν στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, διακρίνονται για τη φιλομάθειά τους.

«Σε πρόσφατη διεθνή ημερίδα η καλύτερη εργασία ήταν μιας Μαροκινής μεταπτυχιακής μας φοιτήτριας. Είναι φοιτητές που θέλουν να δουλέψουν, δεν τεμπελιάζουν κι έχουν μιαν άλλη αντίληψη για την ακαδημαϊκή συμπεριφορά μέσα στο πανεπιστήμιο. Οι Αλβανοί φοιτητές μας, για παράδειγμα, είναι πάρα πολύ φιλομαθείς κι έχουν και ευρύτερη παιδεία. Ακόμη και οι μειονοτικοί, απ' τη Θράκη, έχουν τη διάθεση ν' αποδείξουν ότι δικαίως σπουδάζουν και βρίσκονται στο πανεπιστήμιο, παρ' όλο που έχουν αρκετές δυσκολίες. Φοιτητές από παρευξείνιες περιοχές, αλλά και του πρώην ανατολικού μπλοκ όχι μόνο μαθαίνουν αμέσως ελληνικά, αλλά ενδιαφέρονται πραγματικά για τον πολιτισμό μας», λέει.

Στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης φοιτούν 340 αλλοδαποί και 185 μουσουλμάνοι. «Έχουμε αρκετούς φοιτητές καταγόμενους από τρίτες χώρες, κυρίως Αλβανία, Τουρκία και Πακιστάν. Επίσης αρκετά παιδιά από τη μειονότητα. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχουν δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα στο πανεπιστήμιο. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι κοινωνικοί, συνεπείς και ολοκληρώνουν τον κύκλο σπουδών τους. Στο πρόσφατο παρελθόν θυμάμαι έναν Αλβανό φοιτητή που αρίστευσε», αναφέρει στην «Ε» η διευθύντρια ακαδημαϊκών υποθέσεων Ελένη Τζελέπη.

Εξαιρετικές εντυπώσεις απ' τους αλλοδαπούς σπουδαστές του έχει και ο πρόεδρος του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, Παύλος Καρακολτσίδης. «Σπουδάζουν εδώ παιδιά από 20 χώρες. Έχουμε σπουδαστές από την Παλαιστίνη και τη Γεωργία, από τη Ρωσία, το Ιράκ και το Ιράν ως τη Ζιμπάμπουε. Οι περισσότεροι αλλοδαποί σπουδαστές μας είναι Αλβανοί. Μπαίνουν με ειδικές εξετάσεις του υπουργείου Παιδείας και μας έρχεται λίστα με επιπλέον ονόματα ανά σχολή. Μετανάστες που δεν διαθέτουν πράσινη κάρτα δεν μπορούν να φοιτήσουν. Πάντως, αφομοιώνονται πλήρως με τους άλλους σπουδαστές, είναι ιδιαίτερα αγαπητοί και αποφοιτούν κανονικά».

Στο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης σπουδάζουν σήμερα 105 Αλβανοί, 28 Βούλγαροι, 13 Γεωργιανοί, 11 Ρώσοι, 7 Αρμένιοι, 6 Παλαιστίνιοι, 5 Σέρβοι και ένας-δυο από Ισπανία και Γερμανία. Αλλά και στο ΤΕΙ Σερρών υπάρχουν αλλοδαποί, μειονοτικοί, ακόμη και Τσιγγάνοι. Ο πρόεδρος του ΤΕΙ Σερρών, Δημήτρης Πασχαλούδης, αναφέρει: «Αλλοδαπούς σπουδαστές έχουμε κυρίως προερχόμενους από χώρες της Βαλκανικής, συνήθως Βούλγαρους και Αλβανούς. Περίπου 30 είναι Αλβανοί που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, είτε ήρθαν σε πολύ μικρή ηλικία με τους γονείς τους ως οικονομικοί μετανάστες. Εχουμε και Τσιγγάνους. Είναι πολύ φιλότιμοι και φροντίζουν να ολοκληρώνουν τις σπουδές τους. Μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν είναι η έκφραση σε ορισμένα μαθήματα, αλλά τα παιδιά κάνουν μεγάλες προσπάθειες με τη γλώσσα. Το ίδιο και οι μουσουλμάνοι της Θράκης που έχουμε. Γι' αυτό υποβάλαμε μια πρόταση στο υπουργείο Παιδείας να χρηματοδοτηθεί μια έρευνα για τη διαπολιτισμική επικοινωνία ώστε να ξεπεραστούν τέτοια ζητήματα. Μην ξεχνάτε, Έλληνες είναι όσοι μετέχουν στην ελληνική παιδεία».

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, 22-06-2009,

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=22/06/2009&id=56515

Εθνική ταυτότητα και σύγχρονη εκπαίδευση

Εθνική ταυτότητα και σύγχρονη εκπαίδευση

 

Του Τάσου Χατζηαναστασίου*

 

Το ερώτημα που τίθεται και στο οποίο θα επιχειρήσω να απαντήσω είναι το εξής: έχει θέση στη σύγχρονη εκπαίδευση η καλλιέργεια εθνικής συνείδησης; Όσοι απαντούν αρνητικά στο ερώτημα, επικαλούνται συνήθως τα εξής επιχειρήματα:

1) ότι το έθνος αποτελεί ιδεολογική κατασκευή και η αντίστοιχη ιδεολογία, η εθνική ταυτότητα, «ψευδή» συνείδηση, που εξυπηρετεί τα συμφέροντα σκοτεινών αντιδραστικών κύκλων που με τη σειρά τους επιδιώκουν τη χειραγώγηση του λαού και ειδικότερα της νέας γενιάς. Βασικά ασκούν επίδραση η (δυτικο)ευρωπαιοκεντρική αντίληψη πως το κράτος δημιούργησε το έθνος με βάση το γαλλικό κυρίως πρότυπο καθώς και μια ορισμένη μαρξιστική σχολή με βάση την οποία τα σύνορα, οι πατρίδες, και τα έθνη αποτελούν παθολογία της Ιστορίας που θα  σαρωθούν από την παγκόσμια επανάσταση, το τέλος της Ιστορίας

2) ότι οι σύγχρονες κοινωνίες είναι «πολυπολιτισμικές» και άρα η καλλιέργεια μιας και μόνης εθνικής κουλτούρας στο σχολείο αντιβαίνει στη δημοκρατική αρχή του σεβασμού της διαφορετικότητας και του πλουραλισμού

3) ότι η εθνική ταυτότητα προϋποθέτει την ετερότητα, δηλαδή την οριοθέτηση ενός συλλογικού εμείς απέναντι στους «άλλους», συνήθως τους γείτονες ενός έθνους, γεγονός που ευνοεί τα αισθήματα αντιπαλότητας και μίσους απέναντι σε άλλους λαούς

4) μια υπερβολική δόση πατριωτισμού ενδεχομένως να τον εκτρέψει σε επιθετικό εθνικισμό κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες και τους μηχανισμούς χειραγώγησης

Το ιστορικό προηγούμενο του Ναζισμού, αλλά και η «ελληνοχριστιανική» καρικατούρα της Χούντας, θεωρείται ότι τεκμηριώνουν επαρκώς την απόρριψη συνολικά της εθνικής ιδεολογίας και ειδικότερα της καλλιέργειας εθνικής συνείδησης στη σχολική εκπαίδευση. Εξ ου και η πολεμική εναντίον του εορτασμού των εθνικών επετείων, των παρελάσεων, της εικόνας του Χριστού στη σχολική αίθουσα κτλ Όλα αυτά χαρακτηρίζονται συλλήβδην αντιδραστικά ή/και φασιστικά και πρέπει να καταργηθούν.

 

Ας υποβάλλουμε λοιπόν σε έλεγχο λογικής εγκυρότητας τα παραπάνω επιχειρήματα.

 

1) Η θεωρία της «κατασκευής», αντί να λύνει τα προβλήματα, προκαλεί μεγαλύτερη σύγχυση: στο κάτω κάτω νοητική κατασκευή αποτελεί και η ίδια η θεωρία περί «κατασκευής»! Κάτι του οποίου έχουμε υλική, ιστορική εμπειρία, μέσα από τα σύγχρονα προϊόντα καθώς και τα κατάλοιπα του πολιτισμού του (λέμε πχ, η ιταλική κουλτούρα, η νεοελληνική παράδοση, η αραβική γλώσσα, οι Ινδιάνοι) δεν μπορεί να αποτελεί νοητική κατασκευή! Το έθνος είναι ένα συλλογικό υποκείμενο που δρα, μιλάει μια γλώσσα, παράγει έναν συγκεκριμένο πολιτισμό που είναι επομένως ταυτόχρονα και «φαντασιακό», ως ιδεολογία, και πραγματικό, ως ιστορικό υποκείμενο. Η εμφάνισή του φυσικά και έχει ιστορικά αίτια, δεν είναι επομένως κάτι το… μεταφυσικό, αλλά δεν εξαρτάται υποχρεωτικά από την ύπαρξη κράτους. Ας αφήσουμε τους Έλληνες η ιστορική συνέχεια των οποίων αμφισβητείται από αυτή τη σχολή σκέψης κι ας δούμε τα παραδείγματα άλλων λαών: οι Εβραίοι πριν αποκτήσουν κράτος, το 1948, δεν αποτελούσαν έθνος; Οι Κινέζοι, πάλι, είναι ή δεν είναι αρχαίο έθνος; Οι Κούρδοι που δεν απέκτησαν ποτέ κράτος, δεν είναι έθνος; Οι Παλαιστίνιοι, τέλος, με ποια διαδικασία απέκτησαν εθνική συνείδηση; Είναι φανερό λοιπόν ότι το γαλλικό μοντέλο δεν μπορεί να έχει πλανητική εφαρμογή και άρα η επίκλησή του δεν αποτελεί παρά καθαρά δογματική πεποίθηση.

Όσο για το αν η ιδεολογία γενικά αποτελεί ή όχι ψευδή συνείδηση, έχουν αποφανθεί επ' αυτού πριν από μένα, πολλοί αξιόλογοι στοχαστές. Εδώ αναφέρω τους σύγχρονους: Αλτουσέρ («η ιδεολογία εγκαλεί τα άτομα ως υποκείμενα») και Καστοριάδη («η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας»), που αντιμετώπισαν πιστεύω οριστικά το πρόβλημα. Είναι γεγονός ότι ακόμη κι αν μία ιδεολογία είναι «κατασκευασμένη», έχει θέση και παίζει σημαντικό ρόλο στην Ιστορία και ιδιαίτερα στην κοινωνική συνοχή των ομάδων. Το ζήτημα είναι εάν δεχόμαστε ή απορρίπτουμε τη συλλογική ταυτότητα, άρα και τα συλλογικά υποκείμενα συνολικά, για να υποστηρίξουμε μαζί με τη Θάτσερ πως «δεν υπάρχει κοινωνία, παρά μόνο άτομα» χωρίς κανένα δεσμό μεταξύ τους. Σε ό,τι αφορά την εθνική συλλογική ταυτότητα, ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση των Σλαβομακεδόνων των Σκοπίων που ενώ η εθνική τους ιδεολογία στηρίζεται στη συστηματική κλοπή της ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς των αρχαίων Μακεδόνων και των Βουλγάρων κυρίως, έχει σήμερα διαμορφώσει ένα πραγματικό έθνος, τον επίσης πραγματικό επεκτατισμό του οποίου υποστηρίζει η δήθεν αντεθνικιστική ελληνική διανόηση!

Σε ό,τι αφορά, τέλος, την εκμετάλλευση του εθνικού, αλλά και του θρησκευτικού αισθήματος από ποικίλους εξουσιαστικούς μηχανισμούς, αυτό καταρχήν δεν αποτελεί προνόμιο ούτε της θρησκείας ούτε του έθνους: οι μηχανισμοί αυτοί στη διαχρονία της Ιστορίας επικαλούνται εξίσου το «λαϊκό συμφέρον», τη δημοκρατία, το «σοσιαλισμό», και σήμερα την υπεράσπιση των… ανθρωπίνων δικαιωμάτων προκειμένου να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη. Η αντίληψη ή μάλλον εμμονή – που λειτουργεί ως απώθηση απέναντι στο εθνικό συναίσθημα – ότι ο πατριωτισμός αποτελεί αποκλειστικό συστατικό αντιδραστικών ιδεολογιών ανάγεται στην εμπειρία του μετεμφυλιακού κράτους και της δικτατορίας και είναι εντελώς ανιστόρητη: στα περισσότερα μέρη του κόσμου τα αντιδραστικά καθεστώτα στράφηκαν εναντίον των εθνικών συμφερόντων λειτουργώντας ως εντολοδόχοι ξένων δυνάμεων κι αυτό συνέβη σε γενικές γραμμές και στην Ελλάδα. Η αντεθνική επομένως στάση μιας ορισμένης αριστεράς όχι μόνο διαγράφει την προσφορά της Εθνικής Αντίστασης και της πατριωτικής διάστασης της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, αλλά και αρνείται να δει τη διεθνή θέση της χώρας που προφανώς δεν ανήκει ούτε στις αποικιοκρατικές δυνάμεις ούτε στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Αρνείται, τέλος, να δει τη διεθνή εμπειρία: τα περισσότερα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ου αι. επέβαλαν την αυταρχική εξουσία τους στο όνομα του… λαού κι όχι του έθνους ή της θρησκείας την οποία μάλιστα πολύ συχνά έθεσαν εκτός νόμου. Αυτή δυστυχώς είναι η εμπειρία εκατομμυρίων ανθρώπων που έζησαν στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Από την άλλη μεριά, το λαϊκό δημοκρατικό στοιχείο δεν λείπει από τις εθνικές κουλτούρες. Από την πιο κοντινή σε μας εμπειρία, αναφέρω την ελληνική και σλαβική κοινοτική παράδοση. Αλλά και ορισμένα θρησκευτικά ρεύματα υπήρξαν επαναστατικά, όπως η θεολογία της απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική, ή κάποιες μορφές του ισλαμισμού (πχ οι κοινότητες των αχήδων στη Μικρά Ασία το 13ο και 14ο αι.) ενώ και η ορθοδοξία έχει στις αυθεντικές της μορφές αντεξουσιαστικά και εξισωτικά χαρακτηριστικά για να μην αναφερθούμε στο χριστιανισμό των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων.

 

2) Κατασκευή, αντίθετα, και μάλιστα από τις πλέον ανόητες, αποτελεί η άποψη ότι όλες οι σύγχρονες κοινωνίες είναι πολυπολιτισμικές. Αν στη σημερινή συγκυρία, συμβαίνει σε κάποια κράτη να υπάρχουν εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες ή να φιλοξενούν έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών αυτό δεν τις καθιστά πολυπολιτισμικές. Στα περισσότερα κράτη, υπάρχει μια πλειοψηφούσα εθνότητα η οποία έχει διαμορφώσει με την ιστορική παρουσία της στο χώρο την πολιτισμική του ταυτότητα. Οι υπόλοιπες κουλτούρες, θρησκείες, γλώσσες κτλ έχουν κάθε δικαίωμα να υπάρχουν και να καλλιεργούνται από τους αντίστοιχους φορείς τους, όχι όμως σε βάρος της ιστορικά διαμορφωμένης ταυτότητας της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Πλουραλισμός σημαίνει βεβαίως ανεκτικότητα και πολιτισμικές ανταλλαγές αλλά όχι άρνηση της κουλτούρας ενός τόπου. Σε αντίθετη περίπτωση,

 

3) η καταπίεση των εθνικών δικαιωμάτων της πλειοψηφίας ενός λαού προκαλεί την αντιπαλότητα και το μίσος και όχι η εθνική ταυτότητα από μόνη της. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της συμπάθειας που δείχνει ο ελληνικός λαός απέναντι στους μουσουλμάνους Κούρδους, Παλαιστίνιους, Πέρσες και Άραβες. Το ότι έχουμε υποφέρει κι εξακολουθούμε να υποφέρουμε από τους μουσουλμάνους Οθωμανούς Τούρκους δεν μας οδηγεί στο να τους θεωρήσουμε όλους συλλήβδην εχθρούς μας. Από την άλλη όμως, θα αποτελούσε πολιτισμική αλλοίωση (αλλοτρίωση δηλαδή) εάν στην Ελλάδα συνέρρεαν μερικά εκατομμύρια μουσουλμάνοι. Και τότε φυσικά θα είχαμε όξυνση των ήδη υπαρκτών φαινομένων ρατσισμού, ενώ οι μουσουλμανικές κοινότητες θα λειτουργούσαν ως όργανα ιμπεριαλιστικών σχεδίων σε βάρος της χώρας.

4) Όσο για το φόβο εκτροπής του πατριωτισμού σε επιθετικό εθνικισμό, στην περίπτωση μικρών λαών όπως ο ελληνικός, ο φόβος αυτός κανονικά θα έπρεπε ν' αποτελεί αντικείμενο της ψυχοπαθολογίας. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε Γερμανία, ούτε ΗΠΑ ούτε καν Ιταλία. Ειλικρινά, τι φοβούνται οι άνθρωποι αυτοί; μήπως μας παρασύρει ο εθνικισμός και επιτεθούμε εναντίον της Τουρκίας και ύστερα πάρουμε φόρα και θελήσουμε να επιβάλλουμε τον ελληνικό πολιτισμό σε όλη την υφήλιο; Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου, αυτό που θα συμβεί είναι αυτό που ήδη βιώνουμε στις μέρες μας: στη μεν Κύπρο, ο εξευτελισμός της ελληνικής σημαίας από τους ανεγκέφαλους χουλιγκάνους με τις σβάστικες που εξαντλούν την επιθετικότητά τους στους οπαδούς των αντίπαλων ομάδων, στους ανυπεράσπιστους μετανάστες και σε εκτονωτικούς βανδαλισμούς σε βάρος της περιουσίας αθώων πολιτών στη δε Ελλάδα το φαινόμενο της βίας εναντίον των μεταναστών από περιθωριακές ομάδες εγχώριων συμπλεγματικών μιμητών της δόξας του… Χίτλερ! Αλλά αυτό το φαινόμενο είναι ακριβώς γέννημα της κρίσης του συστήματος που από τη μια στερεί αξίες, πρότυπα και ιδανικά από τη νεολαία και από την άλλη βολεύεται με το να την εξωθεί στο περιθώριο της κερκίδας και της τυφλής βίας και να την κατηγορεί από πάνω επειδή έχει χάσει αυτές τις αξίες. Όταν διδάσκουμε στη νεολαία ότι δεν υπάρχουν συλλογικές ταυτότητες παρά μόνο εγωιστικά άτομα, είναι λογικό οι νέοι να αναζητούν ταυτότητα σε πρωτόγονες, εισαγόμενες, ανορθολογικές και αντικοινωνικές μορφές συλλογικότητας. 

Θα μου πείτε, αν δεν είναι η λογική αυτή που υπαγορεύει το συστηματικό αφελληνισμό της εκπαίδευσης, τότε ποιους σκοπούς εξυπηρετεί;

Εντελώς επιγραμματικά, εξυπηρετεί δύο σκοπούς: στο μεν οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο την ανάγκη να παράγει το σύστημα αμόρφωτους και άβουλους ιδιώτες με μόνη ταυτότητα αυτήν του παγκοσμιοποιημένου καταναλωτή προϊόντων μιας χρήσης όπου κυρίαρχο πολιτισμικό πρότυπο είναι αυτό του Μόλ και των Μακ Ντόναλντς. Γι' αυτό και το σημερινό σχολείο έχει παραιτηθεί τόσο από τη μετάδοση γνώσεων, όσο και από την προβολή αξιών και δημιουργικών προτύπων. Η γνώση έχει αξία μόνο ως ορισμένη ποσότητα για αποστήθιση που χρησιμεύει για την απόκτηση ενός πτυχίου, για εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, για επιτυχία σε διαγωνισμό και όχι για την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου του λαού, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την απελευθερωτική της δύναμη. Ο έλεγχος τόσο της επίδοσης όσο και της συμπεριφοράς του μαθητή έχουν πρακτικά καταργηθεί στο όνομα της άρσης των… ταξικών φραγμών και της «αντιαυταρχικής» εκπαίδευσης. Σ' αυτό οφείλεται η βαθιά κρίση που περνά το σύγχρονο σχολείο της αμάθειας.  

Στο δε πολιτικό επίπεδο, εξυπηρετεί την αναγκαιότητα να συντελεστεί η πλήρης αλλοτρίωση και αποβλάκωση της κοινωνίας προκειμένου όχι απλά να αποδεχτεί μια κακή λύση του Κυπριακού ή την υπαγωγή της Ελλάδας σε δορυφόρο της Τουρκίας αλλά και να την υποστηρίξει ως επιτυχία! Απαιτείται επομένως να παραχθεί ένας νέου τύπου άνθρωπος, ξεκομμένος από την παράδοσή του, που κοιτάζει απλώς να επιβιώσει καταναλώνοντας ό,τι βρει μπροστά του, όπως οι μεταμορφωμένοι σε γουρούνια, σύντροφοι του Οδυσσέα από το ραβδί της Κίρκης. Ευχαριστημένος βέβαια που δεν θα χρειαστεί να πολεμήσει για κανένα κωλονήσι… Κι αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει μεγάλη μερίδα της αριστεράς, αυτή η πλήρης άρνηση ενασχόλησης με τα υπαρκτά εθνικά προβλήματα της χώρας, δεν επιτρέπει να υπάρξει κανένας ριζικός μετασχηματισμός στο κοινωνικό επίπεδο. Λαός εθελόδουλων ραγιάδων εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι επαναστατικός.

 

Αυτό που επίσης αρνείται να δει η αριστερά είναι πως η αποδόμηση των συλλογικών ταυτοτήτων αποτελεί βασική επιλογή του συστήματος. Αυτό που επιδιώκεται είναι η χειραγώγηση των συνειδήσεων και η υποδούλωση των ανθρώπων σε ποικίλους εξουσιαστικούς μηχανισμούς που όμως έχουν το χαρακτηριστικό να εμφανίζονται ως κοινωνίες της ελευθερίας (της αγοράς και του εμπορεύματος βέβαια!) όπως, δηλαδή, και στη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ!

 

Μια επομένως απελευθερωτική λογική, θα απαιτούσε από μια δημοκρατική πολιτεία την καλλιέργεια της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης στη νέα γενιά. Μιλάμε για καλλιέργεια κι όχι για επιβολή μέσω κάποιας συγκεκριμένης εξεταστέας ύλης Αυτό είναι σήμερα, ειδικά σε ό,τι αφορά τις συνθήκες της ημικατεχόμενης Κύπρου προτεραιότητα. Από κει και πέρα, το σύγχρονο σχολείο θα πρέπει να καλλιεργεί επίσης την οικολογική πλανητική συνείδηση εξαιτίας της οικολογικής κρίσης. Μιλάμε επομένως για ένα πατριωτικό αίσθημα άρρηκτα συνδεδεμένο με την οικολογική ευθύνη για το δημόσιο αγαθό: είμαι πατριώτης σημαίνει υπερασπίζομαι το περιβάλλον εξίσου όπως και το έδαφος αλλά και τον πολιτισμό της πατρίδας μου. Όπως επίσης το σχολείο οφείλει να ξαναδώσει στη γνώση, την κριτική σκέψη και τις πανανθρώπινες αξίες, που ούτως ή άλλως υπάρχουν σε κάθε  τοπική παράδοση, τη θέση που τους ταιριάζει.

Η δημοκρατική πολιτεία δεν έχει να φοβηθεί, αντίθετα ωφελείται πολλαπλά από την προβολή θετικών προτύπων μέσα από την Ιστορία του έθνους, αλλά και από τη συζήτηση και διερεύνηση με πλήρη ειλικρίνεια των αρνητικών στιγμών χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση. Πρέπει να κάνουμε σημαία της σχολικής ιστορίας, τη χιλιοειπωμένη άλλωστε φράση του Σολωμού, ότι πρέπει να θεωρούμε εθνικόν ό,τι είναι αληθινόν. Ο πατριωτισμός που στηρίζεται στη γνώση και την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων εξασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και διαπλάθει πολίτες που έχουν αίσθηση της δημόσιας ευθύνης.

Αντίθετα, αν το κράτος αποποιηθεί την ευθύνη της καλλιέργειας εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης, τότε το ρόλο αυτό θα τον αναλάβουν οι πιο μισαλλόδοξοι και αντιδραστικοί κύκλοι και το αποτέλεσμα θα είναι να βρισκόμαστε διαρκώς ανάμεσα στη σκύλλα του εθνομηδενισμού, που οδηγεί στην υποταγή του έθνους και τη χάρυβδη του φυλετικού ρατσισμού. Το παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας όπου μετά από πενήντα χρόνια συστηματικής καταπίεσης του εθνικού αισθήματος, ιδιαίτερα της πλειοψηφούσας εθνότητας, των Σέρβων, επιτέθηκαν με τόση αγριότητα η μία εθνότητα εναντίον της άλλης, είναι πολύ χαρακτηριστικό για το ότι η εθνική καταπίεση, και όχι η προβολή της εθνικής ταυτότητας σε καθεστώς ελευθερίας και δημοκρατίας, είναι που εκθρέφουν τη μισαλλοδοξία.

Η κριτική ωστόσο των επιλογών της εξουσίας, ακόμη και η αντίστασή μας σ' αυτές τις επιλογές, η περηφάνιά μας να λέμε «όχι» σ' αυτά που μας σερβίρουν σαν δήθεν επωφελή και προοδευτικά ενώ το μόνο που εξασφαλίζουν είναι την υποταγή και την απονάρκωσή μας, δεν αρκούν. Γιατί εμείς δεν αντιδρούμε επειδή φοβόμαστε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση, γιατί είμαστε τόσο συντηρητικοί και οπισθοδρομικοί που αξιωματικά απορρίπτουμε οποιαδήποτε αλλαγή στα καθιερωμένα. Αντίθετα, καταλαβαίνουμε ότι χρειαζόμαστε ένα εθνικό σχέδιο για την Παιδεία και τον πολιτισμό μας. Συμβαίνει ωστόσο, κι όχι τυχαία, το δικό μας σχέδιο να κινείται στην αντιδιαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από το δικό τους. Γιατί ακριβώς στηρίζει το εθνικό συμφέρον κι όχι αυτά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης.

Για να έχουμε όραμα Παιδείας πρέπει να έχουμε όραμα κοινωνίας. Αν λοιπόν συμφωνούμε ότι θέλουμε μια πατρίδα ελεύθερη, κοινωνικά δίκαιη με καθαρό περιβάλλον και πλούσιο πολιτισμό, τότε πρέπει να διαμορφώσουμε και το αντίστοιχο πρόγραμμα στη σχολική εκπαίδευση. Άλλωστε, στοιχεία μπορούμε να αντλήσουμε από τις γνησιότερες εκφράσεις της νεοελληνικής παράδοσης από τ' ακριτικά και δημοτικά τραγούδια τον Ρήγα Φεραίο, τον Σολωμό, τον Μακρυγιάννη μέχρι τον Σεφέρη, τον Εγγονόπουλο, τον Ρίτσο και τον Τσιτσάνη.

Με βάση αυτό το πολιτισμικό πρότυπο μπορούμε να εξειδικεύσουμε περισσότερο τους στόχους μας για ένα σχολείο που θα προβάλλει τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική ιδιοπροσωπία, όχι ως μουσειακό φολκλορικό αντικείμενο ακαδημαϊκής μελέτης και τουριστικού θαυμασμού, αλλά ως σύγχρονη απάντηση στις προκλήσεις της εποχής μας. Από εδώ αντλούμε το πρότυπο του πολίτη που έχει δημοκρατικό και αγωνιστικό ήθος και σέβεται τη διαφορετικότητα, που είναι κοινωνικά και οικολογικά ευαίσθητος, που είναι εγγράμματος κι αισθητικά καλλιεργημένος, πατριώτης και διεθνιστής μαζί, που αρνείται τον σοβινισμό και τη μισαλλοδοξία ακριβώς επειδή δεν είναι συμπλεγματικός, που δεν μιμείται δουλικά τα ξένα πρότυπα αλλά τα αφομοιώνει δημιουργικά. Ακόμη αντλούμε το πρότυπο του εργαζόμενου που είναι υπεύθυνος, εργατικός και δημιουργικός αλλά και που διεκδικεί αξιοπρεπείς συνθήκες και απολαβές, το πρότυπο του ανθρώπου που έχει αξίες και ήθος, σέβεται και υπερασπίζεται κάθε δημόσιο αγαθό, όπως είναι η εκπαίδευση και η υγεία, το περιβάλλον και η πολιτιστική κληρονομιά. Όλα αυτά βρίσκονται μέσα στην παράδοσή μας, αρκεί να τα δούμε σωστά και να τα αναδείξουμε. Πόσο, για παράδειγμα, γνωρίζουμε πράγματι την ορθόδοξη παράδοση; Γνωρίζουμε το νόημα της τριαδικότητας; Γνωρίζουμε τη συγκλονιστική θεολογία του προσώπου ενός προτύπου ζωής που συνδυάζει το άτομο με το σύνολο χωρίς να θυσιάζει κανένα στο όνομα του άλλου; Τα πρότυπα της ελληνικής παράδοσης είναι αυτά του σοφού, του ήρωα-πρόμαχου της κοινότητας και του αγίου. Ας τα δούμε λοιπόν μ' ένα σύγχρονο πρίσμα κι ας μην επιτρέψουμε στο εξής να ευτελίζονται είτε από την αμάθεια και την ιδιοτέλεια των δήθεν «πιστών» είτε από την απαξίωσή τους από τους δήθεν «προοδευτικούς». Οφείλουμε να τα αναδείξουμε για να τα προσφέρουμε στη νέα γενιά. Αυτό εννοούμε όταν λέμε καλλιέργεια εθνικής ταυτότητας: την προσφορά θετικών προτύπων μέσα από την ελληνική παράδοση. Αυτή είναι η μάχη που έχουμε να δώσουμε: να ξανατοποθετήσουμε τους ήρωές μας στη θέση που τους αξίζει γκρεμίζοντας ταυτόχρονα τα ευτελή πρότυπα της τηλεόρασης και του σταρ σύστεμ.

«Άξιον εστί το πέτρινο πεζούλι… άξιον εστί το ξύλινο τραπέζι… άξιον εστί εορτάζοντας τη μνήμη» λέει ο Οδυσσέας Ελύτης. Το ξύλινο τραπέζι κι όχι τα πλαστικά προϊόντα της καταναλωτικής μας ευμάρειας. Εδώ θα παιχτεί η αντίστασή μας και ελπίζω να με καταλαβαίνετε.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι μόνο οι παραδόσεις γεννούν πολιτισμό. Κανένας πολιτισμός δεν δημιουργήθηκε από το τίποτα, από τη μηδενιστική ισοπέδωση που τείνει να κυριαρχήσει σήμερα ως πλανητικό πρότυπο. Για να καταλάβετε τι εννοώ σας καλώ να μεταφερθείτε νοερά σ' ένα οποιοδήποτε αεροδρόμιο, εμπορικό κέντρο ή κατάστημα πολυεθνικής και θα διαπιστώστε ότι  είναι το ίδιο είτε είστε στη Σιγκαπούρη, είτε στο Μιλάνο ή τα… Τρίκαλα. Αυτή η λαμπερή ψευδαίσθηση πολυτέλειας μιας πανομοιότυπης εμπορικής βιτρίνας δεν παράγει πολιτισμό. Η εθνική ταυτότητα και παράδοση αποτελούν προϋποθέσεις εθνικής επιβίωσης αλλά και προϋποθέσεις για τη συνέχιση του πολιτισμού, εθνικού και παγκόσμιου. Πολιτισμός και ελευθερία για όλους τους καταπιεσμένους λαούς είναι έννοιες που ταυτίζονται. Η υπεράσπιση της γλώσσας, της ιστορίας, της θρησκείας μας είναι αγώνας πολιτισμικός που αφορά ολόκληρο τον κόσμο γιατί μόνο έτσι μπορούμε να προσφέρουμε σ' αυτόν. Για μας ωστόσο προτεραιότητα, επαναλαμβάνω πως αποτελεί η εθνική μας επιβίωση. Κι αυτός ο αγώνας ξεκινά από το σπίτι και το σχολείο.

Ναι, αγαπητοί φίλοι, το σχολείο πρέπει να μαθαίνει στα παιδιά να είναι περήφανοι, αγωνιστές και συνειδητοποιημένοι Έλληνες με γνώση, αγάπη και ευαισθησία για την ελληνική παιδεία και πολιτισμό. Και ο αγώνας να διατηρήσει ο Έλληνας τον πολιτισμό και την εθνική του ταυτότητα είναι αγώνας για την ελευθερία.

 

* Ο Τάσος Χατζηαναστασίου είναι φιλόλογος στο Επαγγελματικό Λύκειο Ναυπλίου

Καταλληλότερο σχολείο – Πρωθ. του μέλλοντος

Καταλληλότερο σχολείο – Πρωθυπουργός του μέλλοντος

 

Του Στέργιου Ζυγούρα*

 

Ο Ακάκιος και ο Αριστόβουλος. Τι σχέση μπορεί να έχουν οι δύο; Απλώς, αποτελούν δυο πρόσωπα που τους επέστησαν την προσοχή: στον πρώτο για τα μακαρόνια, που πρέπει οπωσδήποτε να είναι "misko" και στον δεύτερο για το σχολείο του μέλλοντος, που πρέπει οπωσδήποτε να είναι "microsoft".

Κι ύστερα λέμε ότι δεν υπάρχει συνέχεια στην κυβερνητική πολιτική, ακόμα και μεταξύ υπουργών του ίδιου κόμματ ος. Για την περίπτωση της παιδείας αυτό διαψεύδεται πανηγυρικά. Όσα ξεκίνησε ο κ. Στυλιανίδης, θα τα συνεχίσει ο κ. Σπηλιωτόπουλος. Πάντα με απόφαση του Πρωθυπουργού. Πάντα με τη σιωπή των συνδικαλιστικών και κομματικών δυνάμεων (πλην του ΚΚΕ & του ΣΥΡΙΖΑ που αξιωματικά και γενικόλογα καταδίκασαν).

 

«Ενημερώθηκα για την Τάξη του Μέλλοντος, η οποία θα περιέχει όλες τις απαραίτητες υποδομές για εφαρμογή εξατομικευμένης εκπ/σης, χρησιμοποιώντας τις πιο σύγχρονες τεχνολογικά λύσεις» δήλωσε ο Πρωθυπουργός, παραλείποντας μόνον τη φράση "εφάμιλλες των καλυτέρων ιαπωνικών". Και συνέχισε: «Η καινοτομία και η δημιουργικότητα είναι δύο βασικές προϋποθέσεις για την εξέλιξη της Ελλάδας του αύριο». Πολλά σχόλια δε χρειάζονται.

Όταν βλέπει κανείς τους κυβερνητικούς χειρισμούς στα "ομόλογα", στo "Βατοπέδιo", στη "Siemens", ίσως και να μένει απαθής μπροστά στην απάθεια πολιτικών και δημοσιογράφων για την υπόθεση ΥπΕΠΘ-Microsoft που προέκυψε μέσω ΥπΟΟ. Η ελάχιστη ένδειξη είναι η σύμβαση που ψήφισε η Βουλή. Είναι το γεγονός ότι ακόμα και η φρασεολογία μεταξύ της εταιρίας και του κράτους ταυτίζεται: «Κέντρο καινοτομίας» στην Αθήνα, «Σχολείο του μέλλοντος» στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ και πρωθυπουργικές λέξεις-κλειδιά συνέπεσαν – όχι ξαφνικά, απρόσμενα κι αναπάντεχα!

Και για να μην ξεχνιόμαστε, ο διάλογος για την παιδεία πού θα καταλήξει; Μετά την έμφαση που επί χρόνια δίνει ο Πρωθυπουργός ταυτίζοντας την παιδεία με την εκπαίδευση και την εκπαίδευση με την αναπτυξιακή πορεία και την επιχειρηματικότητα ή θα πρέπει να τον καλέσει ο κ. Μπαμπινώτης για ενημέρωση ή θα πρέπει να είμαστε ο πλέον αισιόδοξος λαός για να ανταπεξέλθουμε. Κι αυτό, γιατί το πλαίσιο του διαλόγου που αντιφάσκει με το πρωθυπουργικό σχολείο του μέλλοντος επιβεβαιώνει ότι δεν ήταν τυχαία η κατά 5 χρόνια καθυστερημένη διαπίστωση της προβληματικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας παιδείας.

 

Δεδομένες λοιπόν οι επιλογές στην παιδεία, δεδομένη άρα και η χρηματοδότησή της. Μίζες, διασπαθίσεις, συγκαλύψεις, έχουν να κάνουν και με απλά αριθμητικά δεδομένα. Η ελλιπής χρηματοδότηση της παιδείας, αναντίστοιχη με τη σημασία που της αποδίδει η κυβέρνηση, έχει εξηγηθεί από τον Πρωθυπουργό με δύο τρόπους:

α) νομίζαμε ότι έχουμε – δεν έχουμε, άρα δεν δίνουμε

β) δεν δίνουμε, όσο δεν εφαρμόζονται οι «μεταρρυθμίσεις».

Απορία: Στους δικαστικούς λειτουργούς δόθηκαν αυξήσεις (Ιούλιος 2008) της τάξης του 60-80%. Άραγε, ποιες μεταρρυθμίσεις εφαρμόστηκαν στη δικαιοσύνη;

Χρήσιμοι οι διαδραστικοί πίνακες στην παιδεία, όμως δεν μπορούν να συμβαδίσουν με την διάχυτη αναξιοκρατία και την πλήρη απαξίωση του ανθρώπινου δυναμικού της. Μισόλογα, υπεκφυγές, πομπώδη αυτονόητα, προκλητικές δηλώσεις, ωραιοποιήσεις, διαστρέβλωση, αντιπερισπασμοί έχουν ένα κεντρικό άξονα: η παιδεία δεν απασχολεί την κυβέρνηση. Έγνοια της είναι η επαγγελματική κατάρτιση που θα χρημ ατοδοτείται σε βάση ιδιωτική.

Φώναξε λοιπόν ο Πρωθυπουργός; Αριστόβουλε, μην ξεχάσεις! η πρότυπη τάξη να είναι "microsoft". Προφανώς. Βέβαια στη δημοκρατία, περισσότερη σημασία έχει τι φωνάζουν οι πολίτες.

 

Σύνδεσμοι:

http://www.youtube.com/watch?v=dw-7scg60u8

http://www.youtube.com/watch?v=8jpqh3jXs2U

http://www.parliament.gr/ergasies/praktika/pdf/ES24012008.pdf

http://www.infosoc.gr/infosoc/el-GR/specialreports/microsoft_center/

http://users.thess.sch.gr/szygouras/SN_1012008_Ait-ekth.rtf

http://www.microsoft.com/education/sof/

http://www.youtube.com/watch?v=2Mug66WnoSk

http://users.thess.sch.gr/szygouras/kxky08.htm

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=45560

http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=5090199&publDate=19/5/2009

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100067_14/06/2009_318429

http://www.youtube.com/watch?v=8BPVjnccI68

 

16-6-2009,  Στέργιος Ζυγούρας, Καθηγητής ΠΕ16

Το αντιλαϊκό όραμα για την εκπ. της «Αριστείας»

Το αντιλαϊκό όραμα  για την εκπαίδευση της «Αριστείας»

 Εκπαιδευτικές, Κοινωνικές και Οικονομικές Προεκτάσεις

 

Του Αργύρη Καλογεράτου

 

 Μια από τις πιο σημαντικές διαδικασίες πολιτικής πάλης στη σημερινή νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποιημένη ανθρωπότητα, είναι η ανάλυση και η συστηματική αποδόμηση του εννοιολογικού οικοδομήματος της, τα εφευρήματα – ιδεολογικά και φραστικά – που νομιμοποιούν την κυριαρχία και επέκτασή της. Στο άρθρο αυτό αναλύεται το πολυδιατυπωμένο κατευθυντήριο δόγμα της «Εκπαίδευσης Αριστείας» ως μοντέλο μόρφωσης, κατάκτησης γνώσης και τελικά ως αντιδραστικό μοντέλο καταμερισμού εργασίας.

Η Κοινωνία της Γνώσης – Η Οικονομία της Γνώσης

 

Στο χώρο της Παιδείας τα τελευταία 15 χρόνια, από τη συμφωνία περί «Στρατηγικής της Λισσαβόνας» το 1995, παρατηρείται μία στροφή στη προωθούμενη εκπαιδευτική πολιτική. Στα πλαίσια της πλήρης ένταξης της επιστήμης-γνώσης στον παραγωγικό κύκλο κερδοφορίας, η εκπαίδευση καθίσταται ένας ακόμα κλάδος οικονομικής δραστηριότητας. Όλοι οι κανόνες της Αγοράς επεκτείνονται αυτόματα στο νέο μορφωτικό προϊόν το οποίο, αντίθετα στην προσέγγιση της «Ενιαίας Γνώσης» που θεωρεί τη διαδικασία μόρφωσης μία ολιστική διανοητική καλλιέργεια που πρέπει να επιτελείται από ενιαίους κύκλους σπουδών και ενιαίες δομές εκπαίδευσης ώστε να διαμορφώνει την «Κοινωνία της Γνώσης», κατατεμαχίστηκε πολυεπίπεδα, και κάθε επίπεδο σε αντικείμενα, σε ποιότητες, αλλά και διαφορετικές αγοραίες αξίες ως αναφορά το αντίκρισμα του προϊόντος αυτού στο χρηματιστήριο της εργασίας.

 Η ιδιωτικοποίηση όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης στην Ε.Ε. είναι εδώ και χρόνια δεδηλωμένη επιδίωξη. Σε κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί «Εκπαίδευσης και Κατάρτισης από Απόσταση» (7/3/1990) αναφέρεται κυνικά για το πώς αντιλαμβανόταν για παράδειγμα το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο: «Ένα ανοικτό πανεπιστήμιο είναι μια βιομηχανική επιχείρηση και η ανώτατη εκπαίδευση είναι μια νέα βιομηχανία. Αυτή η επιχείρηση πρέπει να πουλήσει τα προϊόντα της στην αγορά της διαρκούς κατάρτισης, την οποία διέπουν οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης»[1]!

Ο σχεδιασμός αυτός προφανώς θα είχε το αποτέλεσμα τα ιδρύματα πολλών ταχυτήτων, και την εισαγωγή της εκπαίδευσης σε μια γενικότερη κρισιακή κατάσταση με μόνιμα χαρακτηριστικά, ως κληρονόμος των συμπτωμάτων της καπιταλιστικής οικονομίας, τέτοια ώστε να υπονομεύεται ο ίδιος ο ρόλος της μορφωτικής διαδικασίας, αλλά πρωτίστως η ίδια η «αξία της γνώσης». Βλέποντας το ζήτημα μακροσκοπικά, μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως από τη στιγμή που η γνώση παραδίδεται ολοκληρωτικά στην κεφαλαιοκρατική διαχείριση (είτε κρατικά ελεγχόμενη μέσω ιδρυμάτων ΝΠΙΔ, είτε κατεξοχήν ιδιωτικών επιχειρήσεων) η υπαξίωσης αυτού του κοινωνικού αγαθού είναι απλά μία φυσική ανάγκη του οικονομικού παραγωγικού κύκλου. Όπως εκμηδενίζει την αξία των υλικών προϊόντων της ανθρώπινης εργασίας για να πουλήσει τα νέα, έτσι ακριβώς πρέπει να εκμηδενίζει την αξία της γνώσης-μόρφωσης για να πουλήσει τα νέα μορφωτικά προϊόντα.

Η στρατηγική μετάβαση από την κλασική οικονομία μαζικής παραγωγής εμπορευμάτων στην «Οικονομία της Γνώσης» ήταν ένα βήμα των δυτικών χωρών που παρουσιάστηκε:

α) ως πρόοδος των κοινωνιών αυτών, ως ένα είδος διανομής του παραγμένου πλούτου προς στο λαό,

β) ως αναγκαιότητα-μονόδρομο για την στόχευση στην «καινοτομία» -εκφρασμένη ως «υψηλή ποιότητα προϊόντων» – που θα εξασφάλιζε την ανταγωνιστικότητα των δυτικών προϊόντων στο διεθνοποιημένο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Ανάμεσα σε αυτά, η προοδευτική διανόηση προσθέτει με έμφαση τη σημαντικότητα του κεφαλαίου γνώση-μόρφωση για την παραγωγή.

Η γνώση υπαξιώνεται διπλά: και ως καταναλωτικό προϊόν για τον άνθρωπο, ώστε να πουληθεί η νέα γνώση αιχμής, αλλά και ως μέσο παραγωγής με φορέα πάλι τον άνθρωπο. Έτσι, αποτελεί ένα ειδικού τύπου κεφάλαιο, το οποίο προσπαθεί κόντρα στην υπαξίωσή του να αναγεννηθεί εκτός τους κύκλου παραγωγής και χωρίς κόστος για τον κεφαλαιοκράτη. Με άλλα λόγια, ο διαρκώς καταρτιζόμενος εργαζόμενος που ως καταναλωτής προϊόντων γνώσης αναζωογονεί την κεφαλαιακή του αξία ως μέσο παραγωγής, εκτός του κύκλου παραγωγής και χωρίς ουσιαστικό κόστος για το Κεφάλαιο (το κόστος συλλογικοποιείται στην κοινωνία), είναι προφανώς η πραγμάτωση ενός νεοφιλελεύθερου «ονείρου», το αναδημιουργούμενο κεφάλαιο μέσω μιας διαδικασίας που δε μπορεί να επιτελέσει η άψυχη ύλη.

Η διαχείριση της ζωντανής εργασίας ως γνωσιακό-επιστημονικό κεφάλαιο στην Οικονομία της Γνώσης, λοιπόν, είναι μια προσέγγιση που ο νεοφιλελευθερισμός θεωρεί ότι του παρέχει εγγυήσεις για υψηλή κερδοφορία. Η δυνατότητα αυτόματης ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της γνώσης από τα μονοπώλια ως άυλα προϊόντα εργασίας (πατεντοποίηση / εταιρική τεχνογνωσία), η εντεινόμενη αντίθεση γνώσης-εργασίας που προκαλείται από την εισαγωγή του μέτρου της «γνωσιακής αξίας» της εργασίας το οποίο διαχωρίζει όλο και περισσότερο την εργασία σε «χειρονακτική» και «πνευματική» και αντικειμενικοποιεί το φτήνεμα μαζών εργατικής δύναμης, η δυνατότητα αυτοαναζοωγόνησης της «γνωσιακής αξίας» της εργασίας σε ατομικό επίπεδο η οποία αυτόματα εντείνει και τον ανταγωνισμό στην μισθωτά εργαζόμενη τάξη, είναι μερικές από τις εγγυήσεις για αυτή την κερδοφορία.

 

Από την Οικονομία της Γνώσης στην Οικονομία της Αριστείας: Το νέο δόγμα της «Αριστείας» στην εκπαίδευση

 

Όλο και περισσότερο, σε παγκόσμια κλίμακα, η έννοια κλειδί σε κάθε στρατηγικό πλάνο ανάπτυξης είναι η «Αριστεία», η οποία αναγνωρίζεται ως η σημαντικότερη «κινητήρια δύναμη της ανθρωπότητας, των αγορών αλλά και των κοινωνιών». Υπάρχει δε, μια ομάδα εννοιών που αλληλοσυμπληρώνονται και κατά την περίσταση εκφράζουν τη νέα αντίληψη για το μοντέλο ανάπτυξης: καινοτομία, πρωτοπορία, αριστεία, ανταγωνιστικότητα, αξιοκρατία, πρόοδος. Αυτό το πλαίσιο ορίζει τη νεοφασίζουσα ιδεολογική βάση μιας νέας μετάλλαξης των όρων και σχέσεων παραγωγής, η «Παγκοσμιοποιημένη Καπιταλιστική Οικονομία της Γνώσης» θα μετατραπεί στην ακόμα πιο αντιδραστική «Παγκοσμιοποιημένη Καπιταλιστική Οικονομία της Αριστείας». Το ντόμινο που θα προκληθεί από την εισαγωγή σε μια εποχή ακόμα πιο ασύμμετρης ανάπτυξης θα έχει μοιραία τραγικές επιπτώσεις στις δυτικές κοινωνίες.

Ας επανέλθουμε στο χώρο της Εκπαίδευσης αφήνοντας την Εργασία για τη συνέχεια. Στην Ευρώπη η Ε.Ε ήδη από το 6ο πλαίσιο για την Έρευνα και την Τεχνολογία έθεσε ως προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων της, την ύπαρξη «δικτύων αριστείας», δηλαδή μια κρίσιμη και επαρκή μάζα ερευνητών η οποία να μπορεί να διαχειριστεί τα «ολοκληρωμένα προγράμματα», τα μεγάλα ερευνητικά έργα με υψηλή στρατηγική σημασία.

Προωθείται επίσης ο «Ευρωπαϊκός Χώρος Έρευνας και Καινοτομίας» (βασική συνιστώσα της συνθήκης της Λισσαβόνας) ο οποίος ομογενοποιείται μέσω και της συνθήκης της Μπολόνιας. Όλα τα ιδρύματα πλέον πρέπει να ανταγωνίζονται ώστε να αποτελούν μέλη της «αριστο-κρατικής λίγκας» η οποία θα έχει και τη μερίδα του λέοντος στη μικτού τύπου χρηματοδότηση.

Αυτά έχουν να κάνουν με την έρευνα, όπου και η συναίνεση πάνω στο νέο δόγμα είναι πιο εύκολη λόγω των ειδικών σκοπών της έρευνας. Τι γίνεται όμως όταν το ιδεολόγημα της Αριστείας επεκτείνεται αυθαίρετα σε άλλες κοινωνικές διαδικασίες; Τι θα σήμαινε η υιοθέτηση του δόγματος αυτού για την δόμηση των Πανεπιστημίων της νέας εποχής, ακόμα χειρότερα των σχολείων του αύριο και κατά συνέπεια των κοινωνιών του αύριο;

 

Η Ελλάδα δε μένει πίσω

 

Στην Ελλάδα από το 2004 και ύστερα, λόγω και των προωθούμενων αλλαγών στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης από τις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις (βλ..[2] για μία ταξική ανάλυση των αναδιαρθρώσεων αυτών), το νέο δόγμα υποστηρίζεται από φανατικούς οπαδούς οι οποίοι επί παντός επιστητού προπαγανδίζουν το νεοφιλελεύθερο φραστικό νεωτερισμό:

«η εκπαίδευση πρέπει να στοχεύει στην αριστεία!». Για να δείξουμε ένα παράδειγμα χωρίς να αναφερθούμε προσωπικά σε πρυτάνεις, υπουργούς, εκπροσώπους των βιομηχάνων κ.α., που κατ' επανάληψη έχουν δηλώσει τη σύνταξή τους με το νέο δόγμα, θα αναφέρουμε επίσημες απόψεις θεσμικών φορέων. Το Νοέμβριο του 2006 το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας εξέδωσε τα συμπεράσματα διημερίδας για την «Ευρωπαϊκή Προοπτική των Ελληνικών Πανεπιστημίων», όπου στην εισαγωγική παράγραφο «Οραματισμός» διατυπώνει μόνο τη φράση: «Η αριστεία στην εκπαίδευση αποτελεί όραμα για τους Έλληνες[3]».

Αν και στη συνέχεια στους «Εκπαιδευτικούς Στόχους» αναφέρει την «παροχή εκπαίδευσης υψηλής ποιότητας για κάθε Έλληνα» δεν αποφεύγει να αναφερθεί και πάλι στην «διεθνή ανταγωνιστικότητα, την εκπαίδευση και έρευνα αριστείας». Μια ωραιοποιημένη σαλάτα αντιφατικών πολιτικών προσανατολισμών!

Για να καταλάβουμε το πώς αυτό το ιδεολόγημα θα περάσει πολύ εύκολα στις χαμηλότερες βαθμίδες αρκεί να δούμε ότι τα Ελληνικά Πανεπιστήμια διεκδικούν να έχουν την απόλυτη ευθύνη στην επιλογή των εισακτέων φοιτητών τους, άρα και τη δυνατότητα επιβολής του δικού τους αναπτυξιακού/αξιολογικού δόγματος στον τρόπο που λειτουργεί το σχολείο. Πολύ γρήγορα θα ακούσουμε λογύδρια από διευθυντές σχολείων, γραφείων εκπαίδευσης ή ακόμα και ανθρώπων ανώτερων πολιτικών πόστων που θα αναφέρονται στον «οραματισμό τους περί σχολείων αριστείας»!

 

Αριστεία και αποθέωση ταξικών διαχωρισμών

 

Η Αριστεία, από την κοινωνιολογική της πλευρά, είναι ένα ειδικό φαινόμενο το οποίο όπως όλα, υποβοηθείται από την ύπαρξη κάποιων ευνοϊκών συνθηκών για ένα άτομο:

α) σε μικρότερο βαθμό από τις ειδικές ικανότητες-κλίση του σε ένα συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο που επίσης τυχαίνει να το έχει επιλέξει για συστηματική μελέτη,

β) σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ατομικές ικανότητες που είναι επιμελώς «κατασκευασμένες-καλλιεργημένες» μέσα από αυστηρές πολυετείς διαδικασίες μάθησης που μπορεί να ξεφεύγουν από τα πλαίσια που κινείται η βασική εκπαίδευση των σχολείων, π.χ. εντατικοποιημένη ενασχόληση με εξειδικευμένα γνωστικά αντικείμενα, φροντιστηριακή ενισχυτική μάθηση.

Ιδιαίτερα το δεύτερο σημείο αναδεικνύει την ακόμα πιο έντονη ταξικότητα της έννοιας της «αριστείας» σε σχέση με την σημερινή έντονη ταξικότητα της «εκπαίδευσης και μόρφωσης» την οποία ομολογεί ανοιχτά ακόμα και ο νεοφιλελεύθερος κόσμος. Για να κατορθώσει την αριστεία ένα παιδί θα πρέπει να έχει προφανώς σταθερή οικογενειακή υποστήριξη, απροσδιόριστου ύψους οικονομική στήριξη και φυσικά ατελείωτη προσωπική διάθεση. Πρακτικά μιλάμε για μια εξατομικευμένη «μορφωτική επέμβαση» με αυστηρές προϋποθέσεις. Υπό αυτή την έννοια η αριστεία, έτσι όπως ορίζεται βερμπαλιστικά για τις ανάγκες της νεοφιλελεύθερης ολοκλήρωσης, δεν αφορά το σύνολο της πολυστρωματωποιημένης κοινωνίας.

Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η επιστημονική αριστεία-πρωτοπορία, ως φαινόμενο όπου μια μερίδα ανθρώπων ξεφεύγουν από τη νόρμα της εποχής τους, είναι χρήσιμη για την εκάστοτε κοινωνία, με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν οι κατάλληλοι μηχανισμοί ευρείας κοινωνικοποίησης του οφέλους του έργου τους. Ο καπιταλισμός, διαθέτει ένα και μόνο τέτοιο μηχανισμό: την Αγορά. Έτσι το Κεφάλαιο μέσω δογμάτων όπως η αριστεία προσπαθεί να αντικειμενικοποιήσει – δήθεν στη βάση της αξιοκρατικής ανταμοιβής των άξιων – την αποκοινωνικοποίηση της πρωτοπόρας γνώσης που είναι και υψηλά κεφαλαιοποιήσιμη. Τη μετατρέπει σε ένα αγαθό για λίγους κλεισμένους μέσα σε εργαστήρια και ελιτίστικα ιδρύματα, μακριά από την πραγματική κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα πολύ κοντά στις ανάγκες του «επιχειρείν» που αναζητά νέα πεδία δραστηριοποίησης.

Τελικά, η πρωτοπόρα γνώση επανακοινωνικοποιείται μέσω του μηχανισμού της Αγοράς και των αξιών της, μέσα από τα προϊόντα της καπιταλιστικής παραγωγής τα οποία όμως ως υλικά αγαθά αποσυνδέονται από τη γνώση που τα σχεδίασε. Έτσι προκύπτει η επιστημονική-τεχνολογική «παρθενογένεση» που ανατροφοδοτεί ελάχιστα με γνώση τις κοινωνικές μάζες, ακόμα λιγότερο τα χαμηλότερα στρώματα, διαφυλάσσοντας καλά τα επιστημονικά μυστικά της παραγωγής. Η υλική πρόοδος αυτού του τύπου πληρώνεται πολλαπλά από την εργαζόμενη κοινωνία η οποία: παράγει και στηρίζει με τα χρήματά της τους ικανούς επιστήμονες καθώς και την συνολική κοινωνική μόρφωση, παράγει τα προϊόντα καταθέτοντας υπεραξία και τέλος ως καταναλωτής ξαναγοράζει τα ίδια τα προϊόντα που παρήγαγε αποδίδοντας ξανά στο Κεφάλαιο την υπεραξία που δεν πληρώθηκε στον διεξαχθέντα κύκλο παραγωγής.

Μια πιο ανθρωποκεντρική σοσιαλιστική προσέγγιση θα έθετε ως κατεύθυνση την έμμεση ενίσχυση της χρήσιμης αριστείας (ο όρος χρήσιμη αριστεία είναι συζητήσιμος). Η βάση της προσέγγισης αυτής είναι ότι η άμεση και μονόπλευρη ενίσχυσή της αριστείας των καλυτέρων δεν μπορεί να αποτελεί βασική πολιτική επιδίωξη-κατεύθυνση για την κοινωνική πρόοδο, όπως θεωρεί σήμερα ο νεοφιλελευθερισμός. Και αυτό διότι το μέτρο της αριστείας προϋποθέτει τον διαχωρισμό των υποδεέστερων οι οποίοι πρέπει να δημιουργούνται εκ των πραγμάτων για να ορίζεται και η Αριστεία.

Η ουσία είναι ότι τα οφέλη του εκπαιδευτικού συστήματος θα πρέπει να αποτιμώνται σε ένα συνολικό κοινωνικό επίπεδο. Ιστορικά οι κοινωνίες και η ποιότητα ζωής τους χαρακτηρίζονταν πάντα από τη μέση κατάσταση που μπορεί να βρεθεί ένα άτομο-μέλος τους καθώς επίσης και από την απόκλιση των άκρων από το τυπικό παράδειγμα ανθρώπου, ιδιαίτερα του κάτω άκρου. Η προσδοκία θα πρέπει να είναι για μια κοινωνία με μικρή απόκλιση κυρίως ενισχύοντας τους ασθενέστερους. Στα πλαίσια αυτά και δίνοντας εγγυήσεις για τη στήριξη της διαφορετικότητας και των αναγκών κάθε ατόμου που επιθυμεί τη μόρφωση, η ανάδειξη ανθρώπων με κλίσεις, ταλέντα, όρεξη να κάνουν το ένα βήμα παραπέρα σε επιστημονικό επίπεδο είναι απλά μια… στατιστική βεβαιότητα. Άλλωστε, τις τελευταίες δεκαετίες όπου βελτιώθηκε το συνολικό βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, παρατηρήθηκε και μια σχεδόν αναλογική άνθιση των επιστημών και της «παραγωγής μυαλών», ακόμα κι αν δεν είχε εφαρμοστεί κανένα δόγμα «Αριστείας»!

 

Εκφασισμός εκπαιδευτικών δομών και τα σημάδια παρακμής του καπιταλιστικού συστήματος

 

Με βάση αυτά μπορεί να διακρίνει ο οποιοσδήποτε το πολιτικό βάθος και σοβαρότητα που λαμβάνει η αριστεία, μια κατά τα άλλα εύηχη λέξη, για τη μόρφωση των λαϊκών στρωμάτων. Η εκπαιδευτική διαδικασία θα εμποτιστεί ακόμα περισσότερο από καταπιεστικούς ανταγωνισμούς κατά το αμερικάνικο «ο νικητής τα παίρνει όλα» (the winner gets it all) ενώ είναι θέμα χρόνου απόψεις ξεχασμένων φασιστικών ρευμάτων, όπως ο «Κοινωνικός Δαρβινισμός», θα επανέλθουν στο προσκήνιο.

Ως αναφορά τα Πανεπιστήμια το νέο δόγμα θα γκετοποιήσει αυτά που δε μπορούν να παράγουν την αριστεία τέτοιου τύπου ώστε να κεφαλαιοποιείται άμεσα η γνώση των αποφοίτων τους. Υποχρηματοδήτηση, υπολειτουργία, παρακμή, ακόμα και περιορισμός του αριθμού των «προβληματικών» τμημάτων θα μπουν στην ημερήσια διάταξη. Τα δίδακτρα των φοιτητών θα είναι η μόνη διέξοδος χρηματοδότησης του όποιου κοινωνικού τους ρόλου αλλά ταυτόχρονα θα είναι και ο ταξικός τοίχος για τα τους φτωχούς και μεσαίους. Η ειρωνεία είναι ότι αυτό όχι μόνο το γνωρίζουν αλλά το διατυπώνουν κιόλας στις διάφορες εκθέσεις των θεσμικών οργάνων προώθησης της Αγοράς, έτσι ενώ από τη μία την Αριστεία την διατυμπανίζουν ως πάγιο στόχο για όλα τα ακαδημαϊκά ιδρύματα τελικά διαπιστώνουν ότι: «[…] Δεν είναι δυνατόν όλα τα πανεπιστήμια να επιδιώκουν την αριστεία σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους. Για το λόγο αυτό υπάρχει η τάση για διαφοροποίηση της αποστολής τους ανάλογα με τις δυνατότητές τους»[4]. Άρα οι αντιθέσεις αρίστων και μη θα είναι και μέσα στο ίδιο Πανεπιστήμιο, ακόμα και στο ίδιο Τμήμα.

Ίσως ο πιο δόκιμος τρόπος να περιγράψουμε το τι πρόκειται να επακολουθήσει είναι να διδαχθούμε από τις εξελίξεις στη μητρόπολη του καπιταλισμού, τις Η.Π.Α.[5]. Εκεί ο ανταγωνισμός για τη χρηματοδότηση στηρίζεται στο μάρκετινγκ των Πανεπιστημίων. Η αξία μίας τέτοιας «βιομηχανικής μονάδας» καθορίζεται περισσότερο από τη δυσκολία εισόδου των υποψηφίων και την ιστορία του ιδρύματος, παρά από την ξεκάθαρη ποιοτική ανωτερότητα τους. Τα καλύτερα Πανεπιστήμια, όπως τα Στάνφορντ και Χάρβαρντ, δέχονται μόνο το 10% των αιτήσεων με «διάφορα κριτήρια» αυξάνοντας έτσι τη δημοτικότητα του προϊόντος τους.

Μόνο 35 Πανεπιστήμια δέχονται λιγότερο από έναν φοιτητή στους τέσσερις, ενώ τα πρώτα 100 δέχονται περίπου έναν στους δύο. Τα υπόλοιπα είναι ανοικτά σχεδόν σε όλους και έχει να κάνει με την «βιοποριστική» ανάγκη ενίσχυσης των εσόδων τους από δίδακτρα, αποτέλεσμα της τραγικά ασύμμετρης χρηματοδότησης η οποία δεν εγγυάται την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης από όλα τα ιδρύματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσω της «αξιολόγησης» νομιμοποιείται και ηθικοποιείται η παροχή πόρων στα καλύτερα ιδρύματα τα οποία όμως αντιπροσωπεύουν το 1-2% του συνόλου. Έτσι το 2006, το μισό της αύξησης των ιδιωτικών χορηγιών ενίσχυσε τα 10 καλύτερα -ήδη- εξοπλισμένα Πανεπιστήμια. Είναι εμφανές ότι απογυμνώνεται και η πολιτική «αξιολόγησης» των ιδρυμάτων η οποία στοχεύει ξεκάθαρα στην ανίχνευση υψηλών επιπέδων Αριστείας και μόνο.

Η διατελούμενη μετάλλαξη του εκπαιδευτικού συστήματος βασίζεται λοιπόν στην αντικατάσταση του δόγματος «ανταποδοτικότητας» της εκπαίδευσης προς την κοινωνία μέσω της ενίσχυσης του κοινωνικού ιστού, με αυτό της «αριστείας και ανταγωνιστικότητας». Ο νεοφιλελευθερισμός εγκαταλείπει τις μακροχρόνιες επενδύσεις στο κοινωνικό σύνολο και επικεντρώνεται στις κοντοπρόθεσμες, ει δυνατόν άμεσες, επενδύσεις στην εκπαίδευση-έρευνα. Η Αριστεία είναι μια ισχυρή ένδειξη άμεσου και υψηλού κέρδους. Τα ιστορικά παραδείγματα διδάσκουν ότι η μείωση των μακροχρόνιων κοινωνικών επενδύσεων ταιριάζουν σε περιόδους παρακμής, όσο μεγαλύτερη η μείωση τόσο μεγαλύτερη και η επιτάχυνση προς την κατάρρευση ενός κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Στη φρασεολογία των δυνάμεων της Αγοράς οι οποίες μιλάνε για «αξιοκρατία» και «επιβράβευση της επίδοσης» διαφωνούμε στο βασικότερο: ότι τα τοποθετούν πριν και πάνω από την συνολική ευημερία της κοινωνίας. Τελικά, καταλήγει κανείς ξανά στη μεγαλειώδη αντίφαση του καπιταλισμού που θέλει να προοδεύει παράγοντας ασταμάτητα χωρίς να επενδύει στη συνοχή των κοινωνιών η οποία μπορεί και να αποσβαίνει σε ένα βαθμό τις βίαιες αναταράξεις της ίδιας της φύσης της καπιταλιστικής παραγωγής.

 

Ο Διαφαινόμενος Καταμερισμός Εργασίας στην Παγκοσμιοποιημένη Οικονομία της Αριστείας

 

Αυτό το πλαίσιο ορίζει τη φασίζουσα ιδεολογική βάση της νέας μετάλλαξης των όρων και σχέσεων παραγωγής, η «Παγκοσμιοποιημένη Καπιταλιστική Οικονομία της Γνώσης» θα μετατραπεί στην ακόμα πιο αντιδραστική «Παγκοσμιοποιημένη Καπιταλιστική Οικονομία της Αριστείας-Καινοτομίας». Τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας οικονομίας καθορίζονται από τη νέα μετρική αξίας για κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα: «το παγκόσμιο μέτρο της Αριστείας». Η γνώση μετράται σε «επίπεδα Αριστείας», η εργασία και η σκέψη σε επίπεδα «Αριστείας» ή «Καινοτομίας», επιδιώκοντας έτσι το τελειωτικό χτύπημα, μια καθολική ακύρωση του αξιακού μεγέθους της ανθρώπινης εργασίας.

 Από ζωντανό αντικειμενικό κεφάλαιο το οποίο έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μετράται χρονικά, σε μια μηχανιστική διαδικασία που χαρακτηρίζεται από «μηδαμινή αριστεία» άρα και μηδαμινής αξίας. Με απλά λόγια, και μιλώντας μεταφορικά, αυτό που εγκαθιδρύεται είναι ένας «παγκόσμιος πρωταθλητισμός» όπου όλοι θα πρέπει να συμμετέχουν με τους όρους που διαμορφώνονται από την Αγορά και τις ανάγκες, της αγνοώντας τις ιδιαιτερότητες, τη διαφορετικότητα κάθε κοινωνίας ή ατόμου. Ο σκέτος αθλητισμός, της προσπάθειας, της συνέπειας, των αξιών, στο εξής θα ανταμείβεται μόνο από τις ουράνιες θεότητες στη μεταθανάτιο ζωή!

Το ντόμινο που θα προκληθεί από το πέρασμα σε μια τέτοια εποχή ακόμα πιο ασύμμετρης κοινωνικής ανάπτυξης θα έχει μοιραία τραγικές επιπτώσεις στις δυτικές κοινωνίες. Η επιλογή έχει γίνει: «θα προχωρήσουμε με τους καλύτερους, με τους παγκοσμίως άριστους», λέει η νεοφιλελευθερισμός, "the first is the best and fuck the rest" μεταφράζουν οι προοδευτικές δυνάμεις! Πρόκειται για την πλήρη απαξίωση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών που συναντώνται στον μέσο άνθρωπο και η υπερθεμάτιση των ειδικών ανώτερων επιδόσεων. Ένας πνευματικός ρατσισμός που δεν τον ενδιαφέρουν οι παραδοσιακές αναφορές στο χρώμα δέρματος, την εθνική καταγωγή και βασίζεται στις αξίες της Αγοράς. Ο νέος καταμερισμός εργασίας είναι το πιο τρομακτικό ζήτημα για την εργαζόμενη τάξη παγκόσμια. Ούτε η ικανότητα, ούτε και η γνώση από μόνες τους θα κατοχυρώνουν κάποιο δικαίωμα στην εργασία, δικαίωμα στην επιβίωση ανάμεσα στους «πρωταθλητές». Συζητάμε για την σύσταση μιας παγκόσμιας εργαζόμενης ελίτ η οποία πλήρως υποταγμένη στο διεθνοποιημένο Κεφάλαιο θα σχεδιάζει και θα καθοδηγεί την παραγωγή που θα υλοποιούν οι εγχώριες μάζες πληβείων.

Βέβαια, όλη η διαχείριση του εργαζόμενου δυναμικού θα γίνεται με χρηματιστηριακούς όρους όπου η παύση της πρωτοπορίας θα σημαίνει και βουτιά των «μετοχών» ενός εργαζόμενου. Φυσικό όμως, είναι ο εργαζόμενος να φθείρεται πολύ ταχύτερα ως προς το επίπεδο αριστείας και καινοτομίας του σε σχέση με τη φυσική του φθορά. Περιορίζεται έτσι και ο χρόνος εργασίας για έναν άνθρωπο, στον χρόνο που θα μπορεί να αντέχει αυτόν τον ανταγωνισμό της αριστείας.

Σε κάθε περίπτωση το αναπτυξιακό δόγμα αριστεία-καινοτομία σημαίνει:

α) συντομότερος παραγωγικός κύκλος,

β) ταχύτερη κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας της εργασίας,

γ) αμεσότερο κέρδος.

Για τον εργαζόμενο σημαίνει ταχύτερες ταλαντώσεις ανάμεσα στις καταστάσεις εργασία-ανεργία-επανακατάρτιση. Συντομότερη παραμονή στην παραγωγική διαδικασία και αναλογικά πολύ μακρόχρονη παραμονή στο στάδιο της επανακατάρτισης-επανεκπαίδευσης λόγω της αναγκαιότητας της επίτευξης «αριστείας» πριν την επανένταξης στον παραγωγικό κύκλο.

 

 

ΠΗΓΗ: Περιοδικό « Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ», τ. 2,  Νοέμβριος 2008, σελ. 33 – 39.

 

Σημείωση 1: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τΜτΒ.

 

Σημείωση 2: Κατεβάστε το άρθρο σε μορφή pdf: aristeia-sthn-ekpaideush

 

Σημείωση 3: Όλο το τ. 2  pdf εδώ: http://eamgr.wordpress.com/2008/11/14/η-άλλη-πλευρά-τεύχος-2ο

 

Σημείωση 4: Δείτε το περιοδικό "ΑΛΛΗ Πλευρά"  

 


[1] Gerard de Selys, G. & Hirtt, N.: «Μαύρος Πίνακας. Αντισταθείτε στη ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης». Θέματα Παιδείας, 6, Καλοκαίρι 2001, σ. 54.

[2] [4] Κυριάκος Ιωαννίδης, «Ο ταξικός χαρακτήρας της επιστήμης και οι αναδιαρθρώσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση», Όμιλος Μελέτης της Επαναστατικής Θεωρίας (Μαρξιστικός Όμιλος Θεσσαλονίκης), 25 Φεβρουαρίου 2008.

[3]  Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, «Η ευρωπαϊκή προοπτική των Ελληνικών Πανεπιστημίων», Διημερίδα, Αθήνα, 20-21 Νοεμβρίου 2006.

[4]  Συνάντηση της Ένωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (EUA), Μασσαλία, 1-4 Απριλίου 2004.

[5] Christopher Newfield, «Εκπαίδευση με σπόνσορα», Le Monde Diplomatique, 23 Σεπτεμβρίου 2007.