Μεταφυσικής αγώνας άγονος & το δώρο της μαρτυρίας I

Μεταφυσικής αγώνας άγονος και το δώρο της μαρτυρίας: διαδρομές στη σύγχρονη Φιλοσοφία της Θρησκείας – Μέρος Ι

 

Του π. Ευάγγελου Γκανά


 

Η Φιλοσοφία της Θρησκείας, στις ποικίλες εκφάνσεις και προοπτικές με τις οποίες εμφανίζεται στις αρχές του 21ου αιώνα, αποτελεί αναμφισβήτητα καρπό των Νέων Χρόνων. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν διαθέτει παλαιότατες απαρχές και μια μακρόχρονη διαδρομή στην Ιστορία των Ιδεών. Ήδη η διαμάχη πλατωνισμού και σοφιστών θεωρείται ως η ιστορική μήτρα που έθεσε την ατζέντα της μεταγενέστερης συζήτησης.

Η εμφάνιση του χριστιανισμού και η συνάντησή του με την ελληνική φιλοσοφία αποτέλεσε μια άλλη σημαντική φάση αυτής της εξέλιξης και το ερώτημα του Τερτυλλιανού, «τι σχέση μπορεί να έχει η Ιερουσαλήμ με την Αθήνα;», παραμένει ανοικτό μέχρι και τις μέρες μας. Εξίσου σημαντική τέλος είναι η διαμόρφωση της σχολαστικής σκέψης ως πολεμικής απόκρισης  στην προβληματική που έθεσε η επανεμφάνιση του αριστοτελισμού με τη μορφή του αβερροϊσμού.

Αν όμως η Φιλοσοφία της Θρησκείας, στη σύγχρονη θεματική της, αποτελεί αναμφισβήτητα έναν καρπό των Νέων Χρόνων, αυτό που παραμένει  αμφισβητήσιμο είναι το κατά πόσον ο καρπός  αυτός, στη σημερινή μορφή και προβληματική του, συνιστά θρεπτική τροφή για το ανθρώπινο πνεύμα ή αντίθετα έναν αραιό και άνοστο χυλό όπως τόσα και τόσα προϊόντα της μαζικοδημοκρατικής σκέψης.

Το δοκίμιο αυτό έχει διπλό στόχο: αφ’ ενός, να αναδείξει πως το ποικιλόμορφο τοπίο της σύγχρονης συζήτησης μπορεί ίσως να ιδωθεί και να περιγραφεί κατά τρόπο περιεκτικό μέσα από την ανάδειξη της αντιπαράθεσης δύο συγκεκριμένων ιδεοτυπικών προοπτικών, της μεταφυσικής και της μαρτυρίας, και αφ’ ετέρου να υποστηρίξει πως είναι η δεύτερη προοπτική αυτή που αποτελεί το δρόμο προς μια, επώδυνη ίσως, αλλά σίγουρα γόνιμη πορεία προς την ενηλικίωση του ανθρώπινου πνεύματος.

1. Η μεταφυσική ως οντοθεολογία

Στη συνείδηση των περισσοτέρων ανθρώπων η μεταφυσική θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της θεολογίας. Και μόνο η νύξη για την  ύπαρξη θεολογικών προοπτικών βαθύτατα αντιμεταφυσικών προκαλεί έκπληξη και απορία. Σ’ αυτό συντείνει βέβαια το γεγονός πως η έννοια της μεταφυσικής είναι πολυχρησιμοποιημένη μεν, αλλά συνήθως ασαφώς προσδιορισμένη.

Ακολουθώντας ένα σαφή και περιεκτικό ορισμό μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η μεταφυσική στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα σε Υπερβατικό και Εμμενές, σε υπερεμπειρικό Εκείθεν και εμπειρικό Εντεύθεν, θεωρώντας το πρώτο ως την κατεξοχήν «αληθινή» και ανόθευτη πραγματικότητα και ταυτόχρονα ως την πηγή ηθικών-κανονιστικών αρχών. Στην προοπτική αυτή μπορεί να ποικίλει το τι θεωρείται ως το όντως Ον, αυτό όμως που παραμένει κοινό χαρακτηριστικό κάθε μεταφυσικής θεώρησης είναι η πεποίθηση πως στην ύψιστη κορύφωσή και έντασή του ο νους είναι σε θέση να το συλλάβει και να το εκφράσει σε ένα σύστημα προτάσεων. Η μεταφυσική εμφανίζεται έτσι ως η έμπρακτη απόδειξη της παντοδυναμία του Λόγου.

Όποιος θελήσει να αναζητήσει την ιστορία της μεταφυσικής αλλά και της κριτικής σ’ αυτήν θα διαπιστώσει ότι και οι δυο διαθέτουν μακρά διαδρομή. Εμείς θα αρκεστούμε εδώ στην ανάδειξη μιας αφετηριακής, αλλά καθοριστικής  στιγμής,  την οποία υποστήριξε με πειστικότητα η σύγχρονη έρευνα, επειδή συνιστά σημείο καμπής για την εξέλιξη της σύγχρονης  Φιλοσοφίας της Θρησκείας. Πρόκειται  για μια στροφή της ρωμαιοκαθολικής θεολογίας κατά τον πρώιμο 17ο αιώνα προς τη φιλοσοφία και την επιστήμη, στην προσπάθειά της να αρθρώσει επιχειρήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν την ασφαλή βάση για την υπεράσπιση των θρησκευτικών πεποιθήσεων ακόμα και από δυνητικούς άθεους. Με άλλα λόγια οι θεολόγοι αυτοί αποπειράθηκαν να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα που μέχρι τότε δεν είχε θέσει πρακτικά κανείς.  Το αποφασιστικά νέο στοιχείο σ’ αυτό το εγχείρημα ήταν η παραθεώρηση κάθε θρησκευτικής εμπειρίας και κάθε έννοιας παράδοσης και η συνακόλουθη πρόθεση να διατυπωθούν έλλογα  επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού αποδεκτά από όλους. Η τάση αυτή πυροδότησε μια σειρά πολύπλοκων εξελίξεων με τελική κατάληξη η ετερογονία των σκοπών, αδιάφορη, όπως πάντοτε, για τις ανθρώπινες προθέσεις, να προσφέρει  ως καρπό του αρχικού εγχειρήματος αντί για την εδραίωση της πίστης την ανάδυση της νεωτερικής αθεΐας.

Η θεολογική αυτή τάση, να παραμεριστεί δηλαδή η μαρτυρία της εκκλησιαστικής κοινότητας για ένα Θεό προσωπικό και ενσαρκωμένο, θα εκβάλλει τελικά στη γενικότερη τάση της νεωτερικής φιλοσοφίας να λαμβάνει το εγώ, την υποκειμενικότητα, τον ορθό Λόγο,  το απόλυτο πνεύμα, ή κάτι άλλο κάθε φορά, ως a priori θεμελιωμένο, με τελικό σκοπό, εκκινώντας από αυτό, να ορίσει τα όρια του δυνατού, τα όρια του ανθρώπινου κόσμου και της ανθρώπινης εμπειρίας.

Από την εποχή που οι Εβδομήκοντα μετέφραζαν τον περίφημο στίχο της θεϊκής αυτοαποκάλυψης στη φλεγόμενη βάτο ως «Εγώ ειμί ο Ων», ο κίνδυνος να καταστεί ο Θεός το αντικείμενο της ανθρώπινης σκέψης γινόταν ορατός. Αν το πρωτότυπο με το ταυτολογικό του περιεχόμενο, «Εγώ είμαι αυτός που είμαι», στόχευε να αναδείξει έναν Θεό που αρνείται να περιορίσει την ταυτότητά του στα όρια ενός ανθρώπινου ονόματος, η ελληνική απόδοση άνοιγε τον ασκό του Αιόλου για μια ουσιοκρατική ερμηνεία. Η οντοθεολογία, ως τοποθέτηση του Θεού εντός της επικράτειας του Είναι, ως το υψηλότερο βέβαια ον και το πιο σημαντικό, αλλά πάντως ως ένα από τα όντα, εμφανιζόταν πλέον ως δελεαστική δυνατότητα.

Η οντοθεολογική αυτή θεώρηση κλιμακώνεται κατά τους Νέους Χρόνους σε τρία στάδια: πρώτον, τη διατύπωση μιας γενικής θεωρίας του Είναι, δεύτερον, τη μονοσήμαντη (univocal) εφαρμογή αυτής της έννοιας του Είναι τόσο στο Θεό όσο και στα κτίσματα και τρίτον, την υπαγωγή και των δυο σε ένα θεμελιώδες σύστημα με βάση την έννοια της αιτίας και του αποχρώντος λόγου.

Ο υποψιασμένος παρατηρητής μπορεί να διαπιστώσει πως το μεταφυσικό αυτό πλαίσιο παραμένει ευδιάκριτο σε πλείστες όσες απόπειρες της σύγχρονης Φιλοσοφίας της Θρησκείας, παρ’ όλη την προγραμματικά αντιμεταφυσική ρητορική τους. Θα αρκεστούμε σε δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Όποιος ανατρέξει στις σύγχρονες συζητήσεις για θέματα όπως τα κλασσικά επιχειρήματα περί υπάρξεως του Θεού, η έννοια της παντοδυναμίας ή της παντογνωσίας του Θεού, η σχέση του Θεού με το χρόνο, το πρόβλημα του κακού κλπ., θα διαπιστώσει πως οι συζητήσεις αυτές, αν και εμφανώς επηρεασμένες από την αναλυτική φιλοσοφία, σε βαθμό που φέρουν τη μορφή πολύπλοκων λογικών συλλογισμών ή μαθηματικών αποδείξεων, δεν εκφεύγουν κατά βάθος από την οντοθεολογική θεώρηση, ανάγοντας το Θεό στην επικράτεια του Είναι, ως ένα ον ανάμεσα στα άλλα όντα.

Κάτι ανάλογο ισχύει και στην περίπτωση του χαϊντεγκεριανού εγχειρήματος. Αν στην πρώτη περίοδό του ο Χάιντεγκερ είχε ως προγραμματική φιλοδοξία του τον απεγκλωβισμό της φιλοσοφίας από τον ασφυκτικό κλοιό της οντοθεολογίας, μετά τη λεγόμενη στροφή του, θα αναγάγει τελικά την έλευση του ύστατου Θεού σ’ ένα συμβάν του Είναι, παραθεωρώντας συνειδητά τη ριζική ετερότητα και υπερβατικότητα του βιβλικού Θεού. Το θεϊκό υποβιβάζεται σε μια εκθαμβωτική ιερή λάμψη, προσιτή στους ελάχιστους μυημένους, τους ποιητές που ανάγονται σε θεϊκούς μύστες, υποβιβάζοντας έτσι τη σχέση Θεού-ανθρώπου σε ένα αμιγώς αισθητικό γεγονός.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε πως στην προοπτική της μεταφυσικής ως οντοθεολογίας ο Θεός παραμένει πάντα το αντικείμενο της ανθρώπινης σκέψης, ένα εννοιολογικό είδωλο, αόρατος καθρέφτης της ανθρώπινης κατανόησης και σκέψης κι ο άνθρωπος δέσμιος μιας ανθρωπομορφικής περί Θεού αντίληψης,  Και μια τελευταία παρατήρηση, ιδιαίτερα επίκαιρη στις μέρες μας. Η μεταφυσική θεώρηση, και ιδιαιτέρως στις νεωτερικές, εκκοσμικευμένες εκδοχές της, εκεί που την κεντρική θέση του Θεού παίρνουν πλέον η Φύση, ο Άνθρωπος, ο Ορθός Λόγος ή η Ιστορία, κάνει τον κόσμο αδιαπέραστο σε κάθε Θεό που θυμίζει τον προσωπικό Δημιουργό, το Νομοθέτη και φιλεύσπλαχνο Σωτήρα, αφήνοντας ανοικτό το δρόμο μόνο για μια επανεμφάνιση του παγανισμού, με πολυθεϊστική ή αθεϊστική μεταμφίεση.

2.Το δώρο της μαρτυρίας

Μιλώντας για τη μαρτυρία ως εναλλακτική θεώρηση στη Φιλοσοφία της Θρησκείας θα επιχειρήσουμε μια σύντομη αναφορά σε συγκεκριμένες συνεισφορές στη σύγχρονη συζήτηση που, ακόμα κι όταν μοιάζουν ενδεχομένως αποκλίνουσες,  πιστεύουμε πως εκβάλλουν τελικά στην ίδια κοίτη και μπορεί να ιδωθούν έτσι  κάτω από ένα γενικότερο ενοποιητικό πρίσμα και υπό κοινή προοπτική. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως οι κύριοι εισηγητές τους βρίσκονται σε ένα διάλογο εν εξελίξει. 

Η εμπειρία του αδυνάτου

Στο έργο του Jean Luc Marion μπορούμε να διακρίνουμε δυο κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά την κριτική της μεταφυσικής ως οντοθεολογίας για την οποία ήδη έγινε λόγος. Ο Marion όμως δεν παραμένει στο χώρο της άρνησης και της κριτικής. Ανατρέχοντας στα πρώτα στέρεα βήματα της χριστιανικής θεολογίας, προσπαθεί να αναδείξει ένα διαφορετικό δρόμο που διανοιγόταν από τότε. Σχολιάζοντας τη διαμάχη ανάμεσα στους έλληνες πατέρες και τους αιρετικούς του 4ου αιώνα (κατά βάση τους αρειανούς και τους ευνομιανούς), ο Marion θα επικεντρώσει την ανάλυσή του στα προβλήματα που δημιούργησε η άκριτη πρόσληψη του «ελληνικού» φιλοσοφικού ορίζοντα από ορισμένους θεολόγους. Πιο συγκεκριμένα μας δείχνει πως οι μεγάλοι πατέρες απελευθερώνουν το Θεό από κάθε έννοια συμπερίληψης, υπό την έννοια της παρουσίας εντός της επικράτειας του Είναι, τη στιγμή που οι αιρετικοί προσπαθούν ακριβώς  να εντάξουν και να περιορίσουν το Θεό στην παρουσία, αποδίδοντας του τα κατ’ αυτούς σωστά ονόματα και ορίζοντας, μέσω αυτών, την ουσία του, που μπορούσε να γίνει έτσι προσιτή στον άνθρωπο.

Προχωρώντας πέρα από κάθε κατάφαση ή άρνηση σχετικά με τα ιδιώματα του Θεού, πέρα από το σκοτάδι ή το φως, το σωστό ή το λάθος, ο Marion πιστεύει πως μπορούμε να αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε την ύπαρξη ενός Θεού που υπερβαίνει τη μεταφυσική επιλογή ανάμεσα σε παρουσία και απουσία. Αποδεχόμενοι το οντολογικό χάσμα που μας χωρίζει αμετάκλητα από το Θεό και λατρεύοντας τον ως τη μυστηριακή Τριάδα, χωρίς δηλαδή να αναλωνόμαστε στην άγονη προσπάθεια εννοιολογικής σύλληψης της θεϊκής ουσίας μέσω απόδοσης κατηγορημάτων, κινούμαστε σε μια τροχιά που μας οδηγεί στη λατρεία και στον ύμνο, σε μια μετάβαση από το πεδίο της θεωρίας σ’ αυτό της πράξης, από το μεταφυσικό επίπεδο στο λειτουργικό. Ο λόγος περί του Θεού δεν καταργείται, αλλά θεωρείται πλέον γόνιμος στο βαθμό που τοποθετείται ταπεινά στην υπηρεσία μιας αγάπης που υπερβαίνει τη γνώση.

Η μετάβαση αυτή από την εννοιολογική σύλληψη προς τη λειτουργική λατρεία καθιστά δυνατή την εμπειρία του αδυνάτου, σύμφωνα με τη βιβλική φράση τα αδύνατα παρά τοις ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί. Η εμπειρία αυτή είναι κατά τον Marion μια εμπειρία θάμβους και δέους, έκπληξης και γοητείας, χαρακτηρίζεται μάλιστα από το γεγονός ότι ο μάρτυρας της εμπειρίας βρίσκεται σε μια ιδιότυπη κατάσταση θεωρίας (με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου δηλαδή της οράσεως), εντός της οποίας αδυνατεί να καθορίσει, να ονοματίσει, να συλλάβει επαρκώς το αντικείμενο της εμπειρίας του. Το είδος αυτό της εμπειρίας, τόσο γνωστό από τη ζωή πολλών αγίων σε διαφορετικές εποχές και σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, παρόλη τη ριζική διαφορά και ασυνέχειά που το χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη εμπειρία, μπορεί υπό μια προοπτική να θεωρηθεί ανάλογο με άλλα, αποφασιστικής σημασίας, γεγονότα της ανθρώπινης ζωής: η γέννηση, ο θάνατος, ο έρωτας, η αρρώστια, η ένδεια, η ευτυχία, αλλά και ένα ιστορικό γεγονός, η θέα ενός πίνακα, το άκουσμα μιας μελωδίας, η εμπειρία του Άλλου.  Οι εμπειρίες και οι καταστάσεις αυτές, τόσο κοινότοπες ως κοινή ανθρώπινη περιουσία, μας καθιστούν ανίσχυρους να μιλήσουμε γι’ αυτές μ’ έναν τρόπο καθαρό, διαυγή και τελεσίδικο. Παρόλα αυτά όμως είναι  αυτές, οι ασύλληπτες εμπειρίες του αδυνάτου, που παίζουν τον πιο καθοριστικό, απόλυτο και διαμορφωτικό ρόλο στη ζωή μας.

Ο μάρτυρας

Με αφορμή ένα ποίημα του Paul Celan, o Jacques Derrida, σε μια ομιλία του που εκφωνήθηκε στην Αθήνα, έθεσε εκ νέου στο προσκήνιο το θέμα του μάρτυρα και της μαρτυρίας. Και λέμε εκ νέου γιατί οι απαρχές του εγχειρήματος βρίσκονται στη χαϊντεγκεριανή απόπειρα να αναλυθεί η αυθεντική ύπαρξη στο Είναι και Χρόνος.

Η αναφορά του Derrida στον Celan δεν είναι τυχαία. Σε μια εποχή που το ρεύμα του ιστορικού αναθεωρητισμού γίνεται κάτι περισσότερο από ορατό και μια μεγάλη συζήτηση και διαμάχη για το χαρακτήρα του Ολοκαυτώματος βρίσκεται σε εξέλιξη, η αναφορά στο στίχο του Celan, «κανείς δε μαρτυρεί για το μάρτυρα», προκύπτει αβίαστα.

Στην προοπτική του Derrida η λέξη «μαρτυρώ» δε σημαίνει αποδεικνύω, αλλά παίρνει μια έντονα δικανική χροιά. Σημαίνει ορκίζομαι πως είδα, άκουσα, άγγιξα, αισθάνθηκα, με άλλα λόγια ήμουν παρών και μαρτυρώ για κάποιο γεγονός που με συγκλονίζει, που δίνει νέα προοπτική στη ύπαρξή μου.

Η μαρτυρία αυτή μπορεί βέβαια να προσβληθεί και μόνο άγνωστη δεν μας είναι η τόσο ανθρώπινη εμπειρία της ψευδομαρτυρίας, εμπειρία που αποτυπώνεται εύστοχα στη ρωσική παροιμία «ψεύδεται σαν αυτόπτης μάρτυς». Το γεγονός αυτό αποτελεί διαχρονικά και το αυτονόητο όπλο κάθε αναθεωρητισμού που απορρίπτει όλες τις μαρτυρίες με το πρόσχημα ότι δεν θα γίνουν ποτέ αποδείξεις.

Για τον Derrida αυτός που μαρτυρεί είναι κάποιος μοναδικός και αναντικατάστατος, όσοι προσλαμβάνουν τη μαρτυρία του καλούνται να εισέλθουν στην τάξη του πιστεύειν. Αυτό που δεν εξετάζεται στην προοπτική του Derrida, αλλά έχει προφανή σημασία, είναι οι προϋποθέσεις της δυνατότητας να αναχθεί ο αποδέκτης της μαρτυρίας σε μάρτυρα, να γίνει μέτοχος της ίδιας εμπειρίας, να περάσει από την τάξει του πιστεύειν σ’ αυτή του μετέχειν και θεωρείν.

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 21 Φεβρουάριος 2012, Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cogito τχ10 αφιέρωμα: Φιλοσοφία και Θρησκεία, Ιούλιος 2010, σελ. 36-41.

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Σχέδιο Μάρσαλ I

Σχέδιο Μάρσαλ

 

Του Νίκου Μπογιόπουλου


 

Λέγεται ότι «την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές». Στην Ελλάδα, λόγω των συνθηκών που διαμόρφωσε η ταξική πάλη και οι αγώνες του επαναστατικού κινήματος, αυτό τους έχει πέσει κομματάκι δύσκολο.

Εντούτοις οι «νικητές» ποτέ δεν παραιτούνται από την προσπάθεια παραχάραξης της Ιστορίας. Ειδικά σε εποχές όπως η σημερινή, που το σύστημά τους «μπάζει», επιδίδονται στη διαστροφή της αλήθειας με όρους ασύστολης προπαγάνδας.

Αν, μάλιστα, στην προπαγάνδα τους προστεθεί και η αγραμματοσύνη των «παπαγάλων» που βάζουν μπροστά για να επιτευχθεί η αποκολοκύθωνση της Ιστορίας, τότε εκείνο που προκύπτει είναι εκτρωματικά γελοίο.

Εσχάτως, λοιπόν, έχουν ανοίξει το κεφάλαιο «σχέδιο Μάρσαλ». Όπου το σχέδιο Μάρσαλ ήταν κάτι το… καλόν, «έσωσε» τότε την Ελλάδα, και τώρα που η Ελλάδα είναι πάλι σε δύσκολη θέση «ευχής έργον» θα ήταν να είχαμε ξανά ένα «νέο σχέδιο Μάρσαλ»…

*

Για να μη μακρηγορούμε:

Το σχέδιο Μάρσαλ πράγματι ήταν «καλό». Όχι, όμως για την Ελλάδα του ελληνικού λαού. Ήταν «καλό» για τους απόντες από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και τους συνεργάτες των Γερμανών, που καθόλου δεν είχαν στο μυαλό τους τη βελτίωση των συνθηκών ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων παρά μόνο την αποκατάστασή τους στην εξουσία.

Το σχέδιο Μάρσαλ ήταν «καλό» ως αντεπαναστατικό σχέδιο του ιμπεριαλισμού για το στέριωμα του καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη και στην Ελλάδα.

Αυτός ήταν και ο λόγος, μιλώντας ειδικά για την Ελλάδα, που τα κεφάλαια του δόγματος Τρούμαν και του σχεδίου Μάρσαλ χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά εναντίον του λαϊκού κινήματος, για τη διατήρηση – και με στρατιωτικά μέσα – των πλουτοκρατών στην εξουσία και προς όφελος του προσωπικού θησαυρισμού των κεφαλαιοκρατών.

*

Τι ήταν, όμως, αυτή η περίφημη «αμερικανική βοήθεια» το μαρτυρά το γεγονός ότι εκατοντάδες προσωπικές και οικογενειακές επιχειρήσεις έγιναν εν μια νυχτί βιομηχανίες στην καθημαγμένη Ελλάδα με τα κεφάλαια του σχεδίου Μάρσαλ.

Μόνο δέκα βιομηχανίες, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Συντονισμού Γ. Καρτάλη, τον Απρίλη του 1952, είχαν «απορροφήσει το 60% των πιστώσεων» που εκταμιεύτηκαν σε εφαρμογή του σχεδίου Μάρσαλ.

Αλλα 200 εκατομμύρια μοιράστηκαν σε 50 βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις. Από τα χρήματα αυτά, που διασπαθίστηκαν απροκάλυπτα και που όσοι τα έλαβαν δεν πλήρωσαν ποτέ μια δραχμή, αναδύθηκαν, πολλές φορές μέσα από τους μαυραγορίτες και τους δοσίλογους, τα νέα τζάκια των αμερικανοθρεμμένων μεγαλοβιομηχάνων και μεγαλεμπόρων.

*

Οι ΗΠΑ, όπως ομολογούσε ο ίδιος ο Porter, ο απεσταλμένος του Τρούμαν στην Ελλάδα, έκαναν «μια τόσο μεγάλη επένδυση» στη χώρα και συνεργάστηκαν με μια ελληνική κυβέρνηση που «επικαλούμενη τον ίδιο της τον τεραστίων διαστάσεων αντικομμουνισμό ως επιχείρημα για την παροχή βοήθειας σε απεριόριστες ποσότητες (είχε) στόχο της… να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια ως μέσο για τη διαιώνιση μιας μικρής κλίκας από τραπεζίτες και εμπόρους, που αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα».

Περιγράφοντας δε την ελληνική άρχουσα τάξη, της οποίας τον κλάδο των εφοπλιστών αποκαλούσε «αργυρώνητους ηλίθιους», δε δίσταζε να προσθέτει ότι «είναι αποφασισμένη, πάνω απ' όλα, να προστατεύσει τα οικονομικά της προνόμια, όποιο κι αν είναι το κόστος σε ό,τι αφορά την οικονομική υγεία της χώρας».[1]

*

Ακόμα και οι εκτιμήσεις της εποχής ότι μόλις 500 οικογένειες των Αθηνών ελέγχουν την Ελλάδα αποδείχτηκαν… επιεικείς. «Λέγεται – ανέφερε ο Μαρκεζίνης – ότι 500 οικογένειες κυβερνούν την Ελλάδα, εγώ όμως πιστεύω ότι δεν φτάνουν καν τις πεντακόσιες, αλλά είναι μόνο 200». [2]  

Οσο για τη χρηματοδότηση του μεγάλου κεφαλαίου συνεχιζόταν με σκανδαλώδη τρόπο. Το βεβαιώνει και πάλι ο Porter, ο οποίος σημειώνει: «Οι βιομήχανοι δεν επένδυαν περιμένοντας "δανεικά κεφάλαια", αν και κατά διάφορες εκτιμήσεις είχαν χρυσές λίρες. Οι εμπορικές τράπεζες όχι μόνο δεν διέθεταν πιστώσεις, αλλά δανείζονταν από την Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου να πληρώσουν τους υπαλλήλους τους».

*

Αποτέλεσμα ήταν νέα μεγαλύτερα ελλείμματα και δημόσια χρέη που, ως συνήθως, επιχειρήθηκε να καλυφθούν είτε με άγριες φοροεπιδρομές στα πενιχρά εισοδήματα του λαού είτε με καινούργιους δανεισμούς.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, με τα μέλη της εγχώριας πλουτοκρατίας που αποτελούσαν «μέλη της κομψής διεθνούς κλίκας» από τον Οκτώβρη του '44 μέχρι τον Ιούνη του 1953 να έχουν ξεκοκαλίσει τα πάνω από 3,2 δισ. δολάρια της λεγόμενης «βοήθειας» (σ.σ.: με το σχέδιο Μάρσαλ να ανέρχεται περίπου στα 2 δισ. δολάρια, χωρίς εδώ να υπολογίζεται η άμεση στρατιωτική βοήθεια στο αστικό κράτος), με τους υπέρογκους εξοπλισμούς που άγγιζαν το 50% του προϋπολογισμού και με τη διατήρηση του υπέρογκου κρατικού καταπιεστικού μηχανισμού, είναι φανερό γιατί η «βοήθεια» και η «σωτηρία» δεν είχαν σχέση με το λαό, αλλά με τη σωτηρία του καπιταλιστικού συστήματος.

*

Το τίμημα, αντίθετα, για το λαό ήταν βαρύ. Και πληρώθηκε σε πολλά επίπεδα. Πληρώθηκε με τη φτώχεια, τη μετανάστευση εκατομμυρίων Ελλήνων, με τις ναπάλμ του Εμφυλίου, με τους «Νέους Παρθενώνες» και με μια δημοκρατία, που ο ίδιος ο Αμερικανός υπεύθυνος του σχεδίου στην Ελλάδα, ο Τζέιμς Γουόρεν, την περιέγραφε σε συνέντευξή του ως εξής:

«(Το σχέδιο Μάρσαλ ήταν)… μια πολύ αυστηρή συμφωνία, πολλές πτυχές της οποίας αποτελούσαν σαφή παρέμβαση στα εσωτερικά της Ελλάδας. Μπορεί κάλλιστα να πει κανείς ότι επρόκειτο όχι για απλή παρέμβαση, αλλά για επέμβαση στην εθνική κυριαρχία της χώρας».

Και παρακάτω:

«Η επιτυχία (σ.σ.: των «πατριωτών» κυβερνώντων – όπως τους αποκαλεί ο Αμερικανός) ήταν ότι έφεραν τους Αμερικανούς, όχι απλά ως συμβούλους, αλλά ως ελεγκτές και υπεύθυνους των αποφάσεων. Για τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα έπρεπε να καταπιεί την περηφάνια της και να αποδεχτεί ευρείες παρεμβάσεις. Αυτό ήταν το πνεύμα της συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών».[3]

*

Προφανώς, όταν τα παραπάνω τα δηλώνουν οι ίδιοι οι Αμερικανοί, εμείς δε χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτα περισσότερο, ούτε για το «σχέδιο Μάρσαλ», ούτε για τους… νοσταλγούς του.

***

[1] Paul A. Porter: «Ζητείται ένα θαύμα για την Ελλάδα – Ημερολόγιο ενός προεδρικού απεσταλμένου», έκδοση «Bήμα – Μαρτυρίες».

[2] Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940 – 1950, εκδόσεις «Θεμέλιο».

[3] Εφημερίδα «Καθημερινή», 17 Ιουνίου 2007.

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη 6 Μάρτη 2012, http://www2.rizospastis.gr/columnPage.do?publDate=6/3/2012&columnId=1821

 

Σημείωση admin για περισσότερες πληροφορίες: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF_%CE%9C%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B1%CE%BB

Έθνος, τάξη, αριστερά στην εποχή του Μνημονίου

Έθνος, τάξη, αριστερά στην εποχή του Μνημονίου

 

Του Τάσου Βασιλειάδη*


 

«Είναι Κυριακή απόγευμα, με έχουν μπαγλαρώσει και με βασανίζουν. […] Ήθελα λοιπόν να σου πω πως, όταν ήμουν δεμένος σε αυτή την καρέκλα με τα τετράγωνα πόδια, με βάραγε μια κουφάλα και μού 'λεγε: "Ώστε πανανθρώπινη τη θέλετε, ε πούστη;", και δώσ' του βάραγε. Εννοούσε βέβαια τη λευτεριά. Δεν λέει το τραγούδι: "Θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά"; Ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί τού 'κατσε στο στομάχι το πανανθρώπινη».

Η περιγραφή αυτή του Χρόνη Μίσσιου [1] δείχνει με γλαφυρότητα τη στάση που τήρησαν για δεκαετίες οι αγωνιστές του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, ατσαλωμένοι απέναντι στους αντιπάλους τους, διεκδικώντας το δικαίωμα στη λεύτερη πατρίδα από το μαύρο μετεμφυλιακό κράτος, που τους δίωκε για αντεθνική δράση.

Μιας στάσης που αναγνώρισε το πρόβλημα της διπλής καταδυνάστευσης του λαού από τους ξένους κατακτητές και τους ντόπιους κεφαλαιοκράτες, τόσο το '40 όσο και στην Αντίσταση με την εποποιία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Και όλα αυτά, στο πλαίσιο μιας διεθνιστικής οπτικής που αναγνώριζε ως κύριο διεθνιστικό καθήκον τη στράτευση στον ταξικό πόλεμο, που διεξαγόταν στη χώρα αυτή και που, με τα μέτρα της εποχής, παρέπεμπε στην υιοθέτηση της ιδέας ότι η «πανανθρώπινη λευτεριά» πηγάζει από τον «παράδεισο» της ΕΣΣΔ.

ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΝΤΑΙ ΜΕ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΟΥΡΑΝΟ [2]

Ιστορικά, η δυνατότητα που δόθηκε στους έλληνες κομμουνιστές να σηματοδοτούν την αντίθεση ταξικού-εθνικού και να δίνουν περιεχόμενο στον ταξικό χαρακτήρα των αιτημάτων για εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία, χωρίς να κατατείνει σε λογικές εθνικής ενότητας, σχετίζονταν άμεσα με την κατά περιόδους αδυναμία της αστικής τάξης να τηρεί με ηγεμονικό τρόπο την αποκλειστικότητα της αναφοράς στο «συλλογικό εθνικό συμφέρον». Μια αστική τάξη, η οποία, αναζητώντας τη διατήρηση της κυριαρχίας της σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, δεν είχε πρόβλημα να παραχωρεί και όψεις της σε ξένα συμφέροντα ή να οδηγεί σε «εθνικές ήττες», όπως στη Μικρά Ασία. Βέβαια, αυτή η κατεύθυνση γέννησε αντιθέσεις στους κόλπους των κομμουνιστών, πλαισιώθηκε από παλινωδίες, άνοιξε σε άλλες δυνάμεις δρόμο για να διαχειριστούν και να ενσωματώσουν τις επιδιώξεις αυτές (βλ. ΠΑΣΟΚ στη μεταπολίτευση).

… ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΝΤΑΙ ΚΑΤΟΥ ΑΠ' ΤΑ ΞΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ

Αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε, είναι ότι η αριστερή πατριωτική στάση, με το βαθύ διεθνιστικό της πρόσημο, ήταν πάντα επιλογή συνδεδεμένη με το αίτημα διεκδίκησης της πολιτικής εξουσίας. Και αυτό γιατί η συγκρότηση μιας ανταγωνιστικής ταξικής στρατηγικής υποχρεώνει να φορτιστεί το εθνικό με ταξικά χαρακτηριστικά στο πλαίσιο της αντιηγεμονίας που επιχειρεί: να μιλήσει για το πού πρέπει να πάνε τα πράγματα για το «έθνος των εργαζομένων», να αντιμετωπίσει την αποκλειστική διαχείριση του εθνικού από τη λαϊκή δεξιά ή την ακροδεξιά, να οχυρώσει τον λαό απέναντι στην προσπάθεια του ιμπεριαλισμού να ανακαταλάβει θέσεις για τον αστικό κόσμο. Μια ανταγωνιστική στρατηγική υποχρεώνει, επίσης, να φορτιστεί ο διεθνής προσανατολισμός με ταξικό περιεχόμενο, μέσω της περιγραφής της σχέσης με τους άλλους λαούς βασιζόμενος σε αρχές ισοτιμίας, αλληλεγγύης και ενδυνάμωσης των ανατρεπτικών κινημάτων και σε άλλες χώρες.

Άλλωστε, μπροστά στο ενδεχόμενο ύπαρξης μιας ρωγμής στον ιμπεριαλισμό, η απάντηση που δίνουν άλλα ρεύματα της Αριστεράς είναι ένα από τα καθοριστικότερα ζητήματα. Η προεπικύρωση της αποτυχίας ενός ενδεχομένου «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα», καταλήγει ευνόητα στη υιοθέτηση άλλων κατευθύνσεων. Είτε όπως σήμερα πράττει ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ από τις θέσεις ενός κοσμοπολιτισμού ως το περιτύλιγμα ενός σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος, προσάπτοντας σε όποιον μιλά για έξοδο από το ευρώ για παράδειγμα, κατηγορίες για υπόθαλψη του εθνικισμού. Είτε όπως πράττει το τροτσκιστικό ρεύμα και το ρεύμα της αυτονομίας, που εγκαταλείπει το γήπεδο της διεκδίκησης της πολιτικής εξουσίας, που αγνοεί τον ιμπεριαλισμό, κάνοντας βουτιά στους κοινωνικούς αγώνες για τη συγκρότηση μιας διεθνούς συνθήκης ανατροπής από τα κάτω που δεν πρόκειται να έρθει ποτέ.

… ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΝΤΑΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ

Σήμερα μπορεί να μην έχουμε απέναντί μας τη σβάστικα να κυματίζει στην Ακρόπολη. Έχουμε όμως την πυγμή του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να απειλεί με λιτότητα εικοσαετίας, απαιτώντας εμπράγματες εγγυήσεις που μπορεί να περιλαμβάνουν την ίδια την Ακρόπολη. Δεν έχουμε την κυβέρνηση Τσολάκογλου, αλλά έχουμε την επίσης δοτή κυβέρνηση Παπαδήμου να παραχωρεί κάθε γραμμή άμυνας των ελλήνων εργαζομένων. Δεν έχουμε το βομβαρδισμό της ελεύθερης Αθήνας από τα βρετανικά πλοία. Έχουμε όμως μια διαρκή απειλή στρατιωτικής ανάφλεξης στην περιοχή γύρω από συγκεκριμένα συμφέροντα που θα αξιοποιηθεί για να καταπνίξει οτιδήποτε πάει να ξεφύγει από τον έλεγχο των ιμπεριαλιστικών κέντρων ή και να αθετήσει πληρωμές δανείων.

Δεν έχουμε τα εθνικά αναμορφωτήρια στα ξερονήσια αλλά τα τηλεοπτικά αναμορφωτήρια στους δέκτες μας. Δεν χρειάζεται να υπάρχουν συνταγματάρχες στην εξουσία για να συναλλάσσονται με σταθμάρχες της CIA. Αυτοί μπορεί να είναι και υπουργοί υπεράνω κάθε υποψίας. Δεν υπάρχει κάποιο παλάτι με βαυαρούς βασιλιάδες που να διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή των εξελίξεων. Υπάρχει όμως η κομισιόν να απαιτεί από σκληρή λιτότητα μέχρι αναβολή των εκλογών. Και κάθε λογής εργοδότες, αστοί, πολιτικοί και οργανικοί διανοούμενοι του κράτους, συνεχίζουν να βγάζουν δεκάρικους για τη σωτηρία της χώρας. Έχοντας πρώτα καταβαραθρώσει κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας. Έχοντας παραδώσει μεγάλο μέρος της εθνικής ανεξαρτησίας σε ολοκληρώσεις όπως η ΕΕ, η ΟΝΕ το ΝΑΤΟ. Έχοντας προσδέσει τα συμφέροντά τους στα συμφέροντα των δανειστών της χώρας. Λειτουργώντας καθημερινά με στόχο την πτώχευση του λαού. Περιμένοντας την επόμενη ημέρα της ολοκληρωτικής καταστροφής για να αρπάξουν και να εκμεταλλευτούν ό,τι απέμεινε.

… ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΚΑΡΔΙΕΣ ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΝΤΑΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΔΙΚΙΟ

Απέναντι λοιπόν στην ελληνική αστική τάξη που για ακόμα μια φορά, προκειμένου να εξασφαλίσει την επιβίωσή της μέσα από ένα σχέδιο ισοπέδωσης της ζωντανής εργασίας, είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει γη και ύδωρ σε ξένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, η Αριστερά δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται ότι εάν επιχειρήσει να ορίσει τα χαρακτηριστικά ενός νέου αριστερού πατριωτισμού, κινδυνεύει να ρίξει νερό στο μήλο του αστικού εθνικισμού. Τουναντίον, αν σκοπεύει στην ανατροπή αυτής της κατάστασης είναι αναγκασμένη να μιλήσει συνολικά για το προς τα πού θα πρέπει να πάνε τα πράγματα στη χώρα, να αναδείξει ότι υπάρχει άλλος δρόμος, άλλη παραγωγή, άλλη εξουσία και διεθνής προσανατολισμός. Σε διάσταση με ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις, όχι με αυτοσκοπό τη διεθνή της απομόνωση, αλλά με στόχο μια νικηφόρα επαναστατική στρατηγική που θα κάνει τον τόπο αυτό επίκεντρο ενδιαφέροντος όλων των αγωνιζόμενων λαών του κόσμου και που στο όριό της θα σημάνει μια νέα κομμουνιστική διεθνή.

Για να ορίσει ξανά στην ιστορική συνείδηση του λαού ποιοι είναι οι φίλοι και ποιοι επιβουλεύονται το μέλλον του. Για την επανεκκίνηση μιας εγχώριας ποιοτικής παραγωγής, για μια πορεία με την οποία οι κόποι και οι επιδιώξεις ενός ολόκληρου λαού θα αποκτήσουν ξανά κατεύθυνση και περιεχόμενο για τη δική του ευημερία. Προβάλλοντας και υλοποιώντας αυτή τη στρατηγική, οφείλει η Αριστερά να ξαναδώσει ταξικό πρόσημο στην έννοια του έθνους και της πατρίδας, να επιχειρήσει άλλη αφήγηση και άλλη εργατική ηγεμονία που θα δώσει ξανά περηφάνια και δύναμη σε ένα λαό που θα μπορεί να αγωνίζεται για να πάρει την τύχη στα χέρια του, αναγνωρίζοντας μεταξύ του όχι την κοινότητα μιας εθνικής ή φυλετικής καταγωγής, αλλά το κοινό πεπρωμένο στη μεγάλη πορεία για την κοινωνική χειραφέτηση και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Παραπομπές

[1] Χρ. Μίσσιος, Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, εκδ. Γράμματα, 1985
[2] Οι υπότιτλοι είναι οι τέσσερις πρώτοι στίχοι της «Ρωμιοσύνης» του Γ. Ρίτσου

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εκτός Γραμμής», τεύχος 29 / Φεβρουάριος 2012. Το είδα: Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012, http://seisaxthia.blogspot.com/2012/03/blog-post_2607.html

6η Μαρτίου: Πανελλήνια Ημέρα κατά της Βίας στο Σχολείο

Σκέψεις με αφορμή την 6η Μαρτίου ως Πανελλήνιας Σχολικής Ημέρας κατά της Βίας στο Σχολείο

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

Το Υπουργείο Παιδείας, προωθώντας τη μελέτη θεμάτων και καταστάσεων  ενδοσχολικής βίας, καθιερώνει την 6η Μαρτίου ως Πανελλήνια Σχολική Ημέρα κατά της Βίας στο Σχολείο.

Η ημέρα αυτή αποτελεί μια αφορμή για εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς των σχολείων όλης της χώρας να ανταλλάξουν σκέψεις, πληροφορίες και ιδέες και να ενεργοποιηθούν με δράσεις ευαισθητοποίησης για την πρόληψη και αντιμετώπιση της σχολικής βίας και του εκφοβισμού που εκδηλώνεται μεταξύ και εναντίον των μαθητών,  ώστε να περιοριστούν οι δίαυλοι εκδήλωσης της βίας στη ζωή των ανηλίκων και να αποτραπούν οι αρνητικές συνέπειες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Κάποτε τα περιστατικά βίας και παραβατικότητας μεταξύ των ανηλίκων αποτελούσαν κάτι τελείως άγνωστο για την ελληνική πραγματικότητα. Οι ανησυχίες των γονέων περιορίζονταν μόνο στην επίδοση των παιδιών τους στα μαθήματα και ο χώρος του σχολείου ήταν γι’ αυτά εξίσου ασφαλής με το σπίτι τους. Τα τελευταία χρόνια, όμως, παρουσιάζονται όλο και πιο συχνά περιστατικά βίας και παραβατικότητας σε Γυμνάσια, Λύκεια αλλά πλέον και σε Δημοτικά Σχολεία, γεγονός που συγκλονίζει και πανικοβάλλει πολλές οικογένειες, κυρίως των μεγάλων πόλεων. Η χώρα μας πλέον ζει έντονα την εποχή της Παγκοσμιοποίησης και το μονοπολιτισμικό εκπαιδευτικό σύστημα που άλλοτε υπήρχε, αντικαταστάθηκε πλέον από ένα πολυπολιτισμικό και έντονα ποικιλόμορφο σύστημα στο οποίο η χώρα μας φαίνεται να μην έχει καταφέρει να προσαρμοστεί ακόμη.

Το θέμα της σχολικής βίας σε πολλά κράτη της Ευρώπης και στην Αμερική είναι πολύ παλαιότερο και συχνά έχει σοβαρές διαστάσεις. Το ζήτημα προβλημάτισε τις κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη δεκαετία του –90, καθώς οι πολιτικές, οικονομικές και άλλες κοινωνικές αλλαγές που συμβαίνουν στην Ευρώπη τα τελευταία 15 χρόνια και οι μετακινήσεις των πληθυσμών, αναμένεται  να δημιουργήσουν αύξηση του φαινομένου. Το 1997 η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε τη διοργάνωση διακρατικής διάσκεψης με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων, κυβερνητικών εκπροσώπων και εκπαιδευτικών με σκοπό την προώθηση πολιτικών από τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πρόληψη της σχολικής βίας στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Οι οικονομικές ανισότητες, οι μεγάλες μεταναστεύσεις-μετακινήσεις πληθυσμών, οι καινούριες μορφές ψυχαγωγίας των παιδιών, ο απόλυτα ελκυστικός κόσμος του  διαδικτύου, ο έκδηλος ρατσισμός, η έλλειψη του απαραίτητου χρόνου των γονέων και τα λανθασμένα πρότυπα είναι κάποιες από τις αιτίες που ευνοούν παραβατικές συμπεριφορές των παιδιών και δημιουργούν αυτό το πολυδιάστατο πρόβλημα που μέχρι πρότινος ήταν παντελώς άγνωστο στην Ελλάδα.

Μαθητές και εκπαιδευτικοί μπαίνουν άλλοτε στη θέση του θύματος και άλλοτε στη θέση του θύτη, διότι πολλές φορές η άσκηση βίας ξυπνάει την αντίδραση και την εκδικητική συμπεριφορά, προκειμένου το θύμα να προφυλαχτεί και να σταματήσει το βασανιστήριο στο οποίο υπόκειται, με αποτέλεσμα η βία να προκαλεί τη βία και αυτός ο φαύλος κύκλος να εντείνει το πρόβλημα εις βάρος κυρίως των παιδιών. Και όταν μιλάμε για βία δεν εννοούμε μόνο τη σωματική, αλλά και την ψυχολογική και λεκτική βία, μορφές που κάποιες φορές είναι πιο επιβλαβείς για το παιδί από τη σωματική, εφόσον επηρεάζουν έντονα την ψυχοσύνθεσή του και τα σημάδια τους αργούν να επουλωθούν, βασανίζοντας και προκαλώντας έναν μόνιμο φόβο στο θύμα.

Δυστυχώς, τις περισσότερες φορές γονείς και εκπαιδευτικοί γίνονται έρμαια αυτών των καταστάσεων, μη γνωρίζοντας πώς να αντιμετωπίσουν-διαχειριστούν ένα περιστατικό, χωρίς να προκαλέσουν περαιτέρω προβλήματα, όπως το στιγματισμό κάποιου παιδιού και την άδικη επίρριψη ευθυνών, γεγονός που πιθανόν να προκαλέσει μεγαλύτερα ξεσπάσματα θυμού και προβλήματα μεταξύ παιδιών και οικογενειών. Η θέση του εκπαιδευτικού είναι πολύ λεπτή σε τέτοιες περιστάσεις και οφείλει να κινηθεί με διακριτικότητα και απόλυτη συνεργασία με τις εμπλεκόμενες στο περιστατικό οικογένειες. Όμως σε πολλά σχολεία της χώρας, κυρίως όπου υπάρχει και ποικιλομορφία στο σύνολο των παιδιών, το φαινόμενο βρίσκεται σε μεγάλη έξαρση και οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν καθημερινά την αδιαφορία αλλά και συχνά την επίθεση των οικογενειών των παραβατικών παιδιών, με αποτέλεσμα να μην κατορθώνεται να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με επιτυχία.

Για αυτούς τους λόγους ο εκπαιδευτικός χρειάζεται ιδιαίτερη επιμόρφωση για τη διαχείριση των πολιτισμικών, δεοντολογικών, συναισθηματικών, ψυχικών και άλλων συγκρούσεων που συμβαίνουν στην τάξη αλλά και στον ίδιο, ως μέλους της κοινωνίας που ζει, που αποδέχεται τις αξίες της και τις στηρίζει, τις αναπαράγει ή τις θέτει στην κρίση και τον προβληματισμό του συνόλου,  με το λόγο και το έργο του.

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η σχολική βία είναι αναπόστατο κομμάτι της βίας και της παραβατικότητας που εμφανίζεται στην κοινωνία. Δεν μπορεί να εξετασθεί και να περιοριστεί χωρίς να ληφθεί υπόψη το ευρύτερο περιβάλλον που την τρέφει, οι αξίες, οι θεσμοί, η πολιτισμική και πολιτική ιστορία του τόπου και των ανθρώπων. Το θύμα και ο θύτης είναι άνθρωποι από την κοινωνία στην οποία εντάσσεται και λειτουργεί το σχολείο. Η στάση τους και η συμπεριφορά τους αντανακλά και αναπαράγει ό,τι το οικογενειακό, σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον καλλιεργεί. Ο έλεγχος της βίας στη σχολική κοινότητα, χωρίς μέτρα πολιτικής που να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα που υπάρχει στην ευρύτερη κοινωνία, δεν είναι μόνο ένα απλό ημίμετρο, είναι μέτρο συντήρησης και διαιώνισης της βίας. Πριν ή παράλληλα με το σχεδιασμό πολιτικών για τον έλεγχο της σχολικής βίας  χρειάζεται να σχεδιαστούν και να λειτουργήσουν μέτρα  και πολιτικές για την πρόληψη της βίας στην κοινωνία.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

1. Τσαλίκογλου, Φ.,(1989): Μυθολογίες βίας και καταστολής, εκδ.Παπαζήση, Αθήνα.

2. Αρτινοπούλου, Β., (2001): Βία στο σχολείο.Ερευνες και πολιτικές στην Ευρώπη, Μεταίχμιο, Αθήνα.

3. Από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. ΤΑ ΝΕΑ.16 Μαρτίου 2000

4. Γκότοβος, Α.Ε. (1966): Νεολαία και κοινωνική μεταβολή. Αξίες, εμπειρίες και προοπτικές, Gutenberg, Αθήνα.


* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων.

 

5-3-2012

Αξίζει το ευρώ το τίμημα της υφεσιακής πολιτικής;

Αξίζει το ευρώ το τίμημα της υφεσιακής πολιτικής και της "εσωτερικής υποτίμησης";

 

Των  Μαρκ Γουάισμπροτ* και Χουάν Αντόνιο Μοντετσίνο – [Μετάφραση στα ελληνικά: Χριστίνα Λαζαρίδου]


 

Την εβδομάδα αυτή η ελληνική κυβέρνηση κατέληξε σε συμφωνία με τις ευρωπαϊκές αρχές και το ΔΝΤ για νέο δανεισμό 130 δισ. ευρώ, στο πλαίσιο ενός νέου πακέτου δημοσιονομικής προσαρμογής για την αντικατάσταση του τρέχοντος προγράμματος, που ξεκίνησε το Μάιο του 2010. Μολονότι η νέα συμφωνία θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να μην προχωρήσει σε αθέτηση πληρωμών τον Μάρτιο, αμφισβητείται έντονα το αν θα οδηγήσει τη χώρα σε επιστροφή στην ανάπτυξη και σε βιώσιμο επίπεδο δανειακής επιβάρυνσης, ώστε να μπορεί να δανειστεί από τις ιδιωτικές κεφαλαιαγορές.

Το πιο σημαντικό πρόβλημα με τις δεσμεύσεις της Ελλάδας τα τελευταία δύο χρόνια είναι ότι η δημοσιονομική πολιτική είναι προκυκλική – δηλαδή, η κυβέρνηση δεσμεύεται να περιορίζει τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. Το 2010-11 η ελληνική κυβέρνηση επέβαλε μέτρα για περικοπή των δαπανών κατά 8,7% του ΑΕΠ.

Αλλά καθώς η οικονομία συνεχίζει να συρρικνώνεται, γίνεται ακόμη πιο δύσκολο να επιτευχθούν οι στόχοι των εσόδων. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ επανειλημμένα υποτιμούν την απώλεια ΑΕΠ, κι έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω κατά ένα τεράστιο ποσοστό, 6,9%, από την Πρώτη Επισκόπηση-Αξιολόγηση στο Πλαίσιο της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης (από δω και πέρα Αξιολόγηση), τον Σεπτέμβριο του 2010. Τα δύο τρίτα αυτής της αναθεώρησης σημειώθηκαν μεταξύ της Τέταρτης και Πέμπτης (τον Δεκέμβριο 2011) Αξιολόγησης του προγράμματος, δηλαδή μέσα σε μόνο πέντε μήνες.

Αν και η προγραμματισμένη προσαρμογή για το 2012 προβλέπεται να αφορά κυρίως αύξηση των εσόδων, η Πέμπτη Αξιολόγηση του ΔΝΤ δηλώνει σαφώς ότι θα πρέπει να γίνει στροφή προς τις περικοπές δαπανών το 2013-2014. Αυτό θα αυξήσει τον κίνδυνο καθήλωσης σε παρατεταμένη ύφεση.

Το πρόγραμμα του ΔΝΤ επίσης προβλέπει υπερβολικά μεγάλα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις – περίπου 15% του ΑΕΠ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, και 22% του ΑΕΠ μέχρι το 2017. Αλλά μέχρι στιγμής τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις τα τελευταία δύο χρόνια είναι μικρά, και η Πέμπτη Αξιολόγηση σημειώνει ότι τα μειωμένα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις αρκούν για να οδηγήσουν τον στόχο για χρέος προς ΑΕΠ το 2020 από το 120% στο 138%. Το πρόγραμμα επίσης μπορεί εύκολα να εκτροχιαστεί αν η ανάπτυξη είναι χαμηλότερη από την αναμενόμενη. Με δεδομένη την τρέχουσα οικονομική συρρίκνωση της ευρωζώνης, αυτό φαίνεται αρκετά πιθανό.

Την περασμένη Δευτέρα δημοσιεύτηκαν άρθρα βασισμένα σε μια απόρρητη έκθεση, προετοιμασμένη για τους ευρωπαίους υπουργούς Οικονομικών, που διέρρευσε. Αυτή περιλάμβανε ένα ακόμα πιο απαισιόδοξο σενάριο για την ελληνική οικονομία: το χρέος εκρήγνυται και η Ελλάδα χρειάζεται «περίπου 245 δισ. ευρώ σε νέο δανεισμό, πολύ περισσότερα από τα 170 δισ. ευρώ που προβλέπει το «σενάριο βάσης» το οποίο χρησιμοποιούν οι υπουργοί της ευρωζώνης». Το χρέος θα είναι 160% του ΑΕΠ το 2020. Αν θυμηθούμε τη μέχρι στιγμής υποεκτίμηση του ΔΝΤ για τη μείωση του ΑΕΠ, καθώς και ότι οι ευρωπαϊκές αρχές παραγνώρισαν τις αρνητικές επιπτώσεις της δημοσιονομικής συστολής, αυτό το πιο απαισιόδοξο σενάριο μπορεί ν’ αποδειχθεί και το πιο ρεαλιστικό.

Το οικονομικό κόστος της ελληνικής δημοσιονομικής προσαρμογής είναι ήδη αρκετά υψηλό – σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, ενημερωμένες με τα τελευταία στοιχεία -, αν η οικονομία αρχίσει να ανακάμπτει μέσα στο 2012 θα έχει ήδη χάσει 15,8% του προ-υφεσιακού ΑΕΠ της. Η Ελλάδα θα έχει γνωρίσει μία από τις χειρότερες απώλειες παραγωγής εξαιτίας οικονομικής κρίσης στον 20ό και τον 21ο αιώνα.

Η Ελλάδα έχει επίσης την υψηλότερη, ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, επιβάρυνση από τόκους του δημόσιου χρέους φτάνοντας 6,8% του ΑΕΠ. Μόνο δύο άλλες χώρες βρίσκονται στην περιοχή του 4%, η Ιταλία και η Πορτογαλία, ενώ ελάχιστες χώρες στον κόσμο έχουν επιβαρυνθεί βαρύτερους τόκους από την Ελλάδα, και είναι απίθανο να μειωθεί τούτη η επιβάρυνση κάτω από το 6%, ακόμη και με τη σχεδιαζόμενη αναδιάρθρωση του χρέους.

Το κοινωνικό και ανθρώπινο κόστος της ύφεσης στην Ελλάδα είναι τεράστιο. Σύμφωνα με τα επίσημα ελληνικά στοιχεία, η ανεργία έσπασε ιστορικό ρεκόρ τον Νοέμβριο, φθάνοντας το 20,9% του εργατικού δυναμικού. Οι τελευταίες προβλέψεις του ΔΝΤ δείχνουν ότι η ανεργία θα είναι 17% το 2016, ίσως και μεγαλύτερη. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την ανεργία το 2013 αυξήθηκαν μεταξύ της πρώτης και πέμπτης αξιολόγησης κατά περισσότερο από ένα τρίτο, από 14,5% σε 19,5%. Η απασχόληση ως ποσοστό του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας είναι τώρα λιγότερη από ότι ήταν το 1994. Υπήρξαν μεγάλες αυξήσεις στις αυτοκτονίες και την βίαιη εγκληματικότητα, και η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη έχει μειωθεί.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει συμφωνήσει με την Τρόικα να μειώσει την απασχόληση στον δημόσιο τομέα κατά 150.000 δημόσιους υπάλληλους μέχρι το 2015, τον κατώτατο μισθό κατά 20% (και 32% για όσους είναι κάτω των 25), και να αποδυναμώσει τις συλλογικές συμβάσεις. Όλα αυτά θα φέρουν μείωση του βιοτικού επιπέδου για τους εργαζομένους και αναδιανομή του εισοδήματος προς τα πάνω.

Η οικονομική θεωρία που στηρίζει αυτές τις αλλαγές είναι της «εσωτερικής υποτίμησης»: το κόστος των μισθών, μειωμένο από την ύφεση και την υψηλή ανεργία, συμπιέζεται τόσο πολύ ώστε η οικονομία να γίνει πιο ανταγωνιστική διεθνώς και να ανακάμψει μέσω των εξαγωγών. Αλλά μετά από τέσσερα χρόνια ύφεσης και σπάσιμο ρεκόρ στην ανεργία, η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι υψηλότερη απ’ ό,τι ήταν το 2006. Με άλλα λόγια, δεν έχει γίνει ακόμη καμία εσωτερική υποτίμηση.

Η έκθεση επίσης εξετάζει εν συντομία την εναλλακτική λύση της οργανωμένης αθέτησης πληρωμών και έξοδο από το ευρώ. Θεωρούμε ότι μπορεί να συμβεί έτσι κι αλλιώς, λόγω των επαναλαμβανόμενων κρίσεων και της συνεχιζόμενης ύφεσης. Η επιτυχημένη αθέτηση πληρωμών και νομισματική υποτίμηση της Αργεντινής προσφέρεται εδώ για σύγκριση. Η Αργεντινή προσπάθησε μάταια επί τρεισήμισι χρόνια, από την αρχή της ύφεσης ως τα μέσα του 1998, να επιβάλει εσωτερική υποτίμηση. Μετά την χρεοκοπία τον Δεκέμβριο του 2001 και την υποτίμηση του νομίσματός της λίγες εβδομάδες αργότερα, η οικονομία συρρικνώθηκε για ένα μόνο τρίμηνο (κατά 4,9% του ΑΕΠ), αλλά στη συνέχεια ανέκαμψε κατά περισσότερο από 63% τα επόμενα έξι χρόνια. Η Αργεντινή χρειάστηκε τρία χρόνια για να ξαναφτάσει το ΑΕΠ που είχε πριν την ύφεση· η Ελλάδα σήμερα αναμένεται να χρειαστεί περισσότερο από μια δεκαετία. Αντίθετα με όσα πολλοί ισχυρίζονται, η ανάκαμψη της Αργεντινής δεν προήλθε από καμιά άνθηση των εξαγωγών εμπορευμάτων, ούτε καν στηρίχτηκε στις εξαγωγές. Αντιθέτως, προήλθε από την εγχώρια κατανάλωση και τις επενδύσεις, που έγιναν δυνατές μόνο αφού η Αργεντινή κατόρθωσε να εγκαταλείψει την «εσωτερική υποτίμηση» και τις προ-κυκλικές πολιτικές που η κυβέρνησή της – όπως και η ελληνική σήμερα – είχε δεσμευθεί να υλοποιήσει.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η σημερινή Ελλάδα έχει εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών περίπου διπλάσιες ως ποσοστό του ΑΕΠ απ’ ό,τι η Αργεντινή πριν από την αθέτηση πληρωμών. Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η αθέτηση πληρωμών και η έξοδος από το ευρώ θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη στην Ελλάδα ως εναλλακτική λύση στα σημερινά προβλεπόμενα σενάρια.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο της μελέτης στο http://www.cepr.net/documents/publications/greece-2012-02-greek.pdf

 

ΠΗΓΗ: http://aristerovima.gr/details.php?id=3185

* http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=169386

ΠΩΣ ΜΑΣ ΒΛΕΠΟΥΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ;

ΠΩΣ ΜΑΣ ΒΛΕΠΟΥΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ;

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Η κρίση που ταλανίζει τη χώρα μας από διετίας την έφερε στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας. Στην αρχή έφθασαν κάποιοι κύκλοι να τονίσουν ότι η πτώση μας θα παρασύρει και άλλες χώρες με συνέπεια η οικονομία της Ευρώπης να βυθιστεί στο χάος. Με την πάροδο του χρόνου δείχθηκε ξεκάθαρα ότι δεν είμαστε ικανοί να επιφέρουμε τόσο μεγάλο κακό στους άλλους λαούς.

Άλλωστε δεν είμαστε μαθημένοι να το πράττουμε. Οι Έλληνες διαχρονικά προσπαθούσαν να διατηρήσουν άσβεστο το φώς της γνώσης, της φιλοσοφίας, της πίστης. Κάποιοι όμως πολιτικοί για λόγους μικροκομματικούς μας έδειξαν με το δάκτυλό τους στους ανυποψίαστους και αδιάφορους πολίτες τους ως υπεύθυνους για την κακοδαιμονία της αγοράς. Δεν ήταν δύσκολο στη συνέχεια για τους αρμόδιους της πληροφόρησης να επαναφέρουν στο προσκήνιο την από αιώνες κακοσχεδιασμένη εικόνα του Έλληνα.

Ίσως έχουμε την εντύπωση ότι υπάρχει μεταξύ των λαών της δυτικής και βόρειας Ευρώπης ανθελληνικό πνεύμα, το οποίο είναι πολύ εύκολο να εκδηλωθεί ακόμη και με ασήμαντες αφορμές. Η εντύπωση αυτή είναι εσφαλμένη. Οι λαοί της οικονομικής ευμάρειας κατά κανόνα αγνοούν τα συμβαίνοντα και εκδηλώνουν ελάχιστο ενδιαφέρον για ενημέρωση. Γι’ αυτό και είναι εύκολη λεία της παραπληροφόρησης. Αντιδρούν με αγανάκτηση εκδηλώνοντας την εγωπάθειά τους με ακραίες ενέργειες, όταν κάποιοι τους προβάλλουν την απειλή ότι ενδέχεται να μειωθεί εξ αιτίας άλλων η αγοραστική τους δύναμη. Είναι άνθρωποι καταναλωτές και μόνο, δεν διακατέχονται από το πάθος των εθνικών αντιθέσεων.

Στο μέτρο που οι πολίτες αισθάνονται να βιώνουν σε ευνομούμενη Πολιτεία, στην οποία οι νόμοι λειτουργούν, η κρατική μηχανή είναι καλοκουρδισμένη, η παραγωγή αγαθών και η εξαγωγή σημαντικού μέρους αυτών καλά κρατεί, είναι πολύ εύκολο να πεισθούν ότι, αν σε μία χώρα δεν συμβαίνουν αυτά, η ευθύνη βαρύνει τους πολίτες της. Φυσικά δεν λείπουν οι εργασίες αξίων και εντίμων αναλυτών της Δύσης, μέσω των οποίων αποκαθίσταται η αλήθεια. Ποιος όμως ενδιαφέρεται στον καιρό μας για την αλήθεια; Και σε τελευταία ανάλυση «τι εστίν αλήθεια;». Το ερώτημα τίθεται με περισσή αδιαφορία και σήμερα, όπως τότε από τον Πιλάτο.

Οι χώρες της Δύσης υπήρξαν κατά το πλείστον αποικιοκρατικές. Μόνο οι Σκανδιναβικές δεν υπέκυψαν στο δέλεαρ του πλουτισμού από την εκμετάλλευση των φτωχών και καταφρονεμένων της γης. Ούτε όμως και μάτωσαν, όπως εμείς, στην αρχή για να ανακτήσουμε την ελευθερία μας και στη συνέχεια ευρισκόμενοι στη δίνη της αντιθέσεως συμφερόντων των ισχυρών δυτικών χωρών. Βέβαια κάποιος θα μπορούσε να προβάλει ως παράδειγμα προς μίμηση την Αυστρία και, ίδίως, την ολοσχερώς κατεστραμμένη μετά τον Β΄ μεγάλο πόλεμο Γερμανία. Για την πρώτη υπενθυμίζουμε ότι οι Αψβούργοι φρόντιζαν να σωρεύουν τους θησαυρούς των δυναστευομένων γειτονικών λαών σε αυστριακό έδαφος. Η ενσωμάτωση της χώρας στη Γερμανία, παρά τη αντίθεση μεγάλου μέρους των πολιτών της, ευτυχώς για την Αυστρία δεν είχε καταστρεπτικές συνέπειες. Η Γερμανία ανορθώθηκε χάρη στις αρετές του λαού της αλλά και στα άφθονα χρήματα, τα οποία διέθεσαν οι ΗΠΑ, ώστε να εξασφαλίσουν πιστό σύμμαχο κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Αυτά πού διέθεσαν σε μας είναι ψίχουλα συγκρινόμενα με τα διατεθέντα για την οικονομική ανόρθωση της Γερμανίας. Στην ανόρθωσή της συμβάλαμε και εμείς, αφού αποδεχθήκαμε την εντολή των «προστατών» μας Αμερικανών να μη διεκδικήσουμε πολεμικές αποζημιώσεις από τους καταστροφείς μας!

Η Ελλάδα βγήκε ολοσχερώς κατεστραμμένη από τον εμφύλιο, που μας προσέφεραν ως δώρο οι «σύμμαχοί» μας και το δεχθήκαμε λόγω της δουλοπρέπειας προς τους ξένους ολοκλήρου του πολιτικού φάσματος της χώρας μας. Παρ’ αυτό, καταπληγωμένη και αποδιώχνοντας τα παιδιά της για εργασία στο εξωτερικό, κατάφερε η χώρα μας να ορθοποδήσει και να σημειώνει διόλου ευκαταφρόνητη οικονομική άνθιση περί τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Κι ας μας τρόμαζαν οι «σύμμαχοι» και οι ασκούντες την εξουσία με τον κίνδυνο της εκ βορρά απειλής, κίνδυνο που δεν πολυπιστεύαμε. Κι ας νιώθαμε μεγαλύτερο τον εξ Ανατολών κίνδυνο, καθώς την «σύμμαχο» Τουρκία ερέθιζαν διαρκώς οι «προστάτες» μας, ώστε να μην μπορεί να πάρει ανάσα η χώρα μας (Σεπτεμβριανά 1955 στην Κωνσταντινούπολη, Κυπριακό, παραβιάσεις στο Αιγαίο).

Πόσο μπορούσε να αντέξει ένας λαός χωρίς πολιτικούς και πνευματικούς ηγέτες; Η αστική πολιτική ηγεσία παραδομένη άνευ όρων στους ισχυρούς της σφαίρας επιρροής, στους οποίους δοθήκαμε κατά τη μοιρασιά. Από υποστηρικτής του εντοπίου κεφαλαίου αρχικά μετατράπηκε σε θεραπαινίδα του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου στη συνέχεια. Η μαρξιστική κολλημένη σαν στρείδι στον κομμουνιστικό διεθνισμό κατάφερνε να καλύπτει όλες τις προδοσίες του παρασκηνίου της πρώτης. Η διανόηση, αστική και μαρξιστική, εκδήλωνε σαφή την περιφρόνησή της προς την παράδοση της Ρωμηοσύνης. Ο Παπαδιαμάντης της ήταν (και είναι) ανυπόφορος! Τέλος η Διοικούσα Εκκλησία, η οποία ακόμη δεν έχει συνειδητοποιήσει τις ευθύνες της από τη μη αποσόβηση του εμφυλίου πολέμου, παρακολουθούσε ως απλός θεατής τον κοινωνικό μετασχηματισμό που ως στόχο είχε την περιθωριοποίησή της και την υποβάθμιση της εκκλησιαστικής ζωής σε ιδιωτική υπόθεση από επίκεντρο του βίου των Νεοελλήνων. Τη χαριστική βολή έδωσε η χωρίς επιφυλάξεις στήριξη της ξενοκίνητης δικτατορίας από πλείστα όσα μέλη της.

Ήταν αναμενόμενο ο ακαλλιέργητος λαός, να υποκύψει στη λαγνεία της οικονομικής ευμάρειας, όταν, μετά την ένταξή μας στην ευρωπαϊκή Ένωση των οικονομικών μονοπωλίων αρχίσαμε να καταβροχθίζουμε, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, τις σάρκες μας. Και τώρα που βρισκόμαστε στην παγίδα των θηρευτών μας, οι οποίοι ζητούν από μας τον έσχατον κοδράντην, σιωπούμε αποδεχόμενοι εν πολλοίς την ενοχή μας, την συλλογική ενοχή. Αλλά δεν πρέπει να διακατεχόμαστε όλοι από την ίδια μορφή ενοχής. Άλλη είναι η ενοχή εκείνων, οι οποίοι εγκατέλειψαν πίστη και φιλοπατρία των προγόνων μας και αποδέχθηκαν να συμπορευθούν με τους δημίους μας εν γνώσει (ναι εν γνώσει!) ότι οδηγούν τη χώρα σε οικονομική αιχμαλωσία και, κατά συνέπεια, σε εθνική υποτέλεια. Άλλη είναι η ενοχή του λαού, που παρασύρθηκε από το δελεαστικό όραμα ενός βίου χωρίς τον κόπο, με τον οποίο μεγάλωναν οι γενιές που έζησαν πριν από μας. Ο λαός δεν δημιουργεί την ιστορία. Ο λαός ακολουθεί τους ηγέτες του. Αν εκείνοι έχουν ευγενή οράματα, τότε και ο λαός μεγαλουργεί. Αν οι ηγέτες είναι πρόθυμοι να ξεπουλήσουν τον λαό, τότε αυτός γεύεται συμφορές.

Πρέπει να παραδεχθούμε ότι έχουμε αλλοτριωθεί. Δεν «έχουμε μούτρα» να αντικρύσουμε τους επαναστάτες του 21, τους Μακεδονομάχους, τους πολεμιστές του 40, τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Και όλα αυτά γιατί; Επειδή γίναμε σας και αυτούς που δεν παύουν να μας χλευάζουν, επειδή καταντήσαμε, χωρίς να το έχουν συνειδητοποιήσει, σαν κι αυτούς: Ανάλγητοι μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, λάτρεις του καταναλωτισμού, εγωπαθείς στο έπακρο ολοπρόθυμοι να εξαπατήσουμε τον συνάνθρωπό μας και συμπολίτη μας. Γι’ αυτό μας χλευάζουν. Και εμείς χωρίς ρίζες, αφού τις δικές μας φροντίσαμε να ξερριζώσουμε χωρίς να κεντριστούμε ακόμη στον δυτικό κορμό, φαντάζουμε φύλλα που τα φέρνει εδώ και κει ο άνεμος. Τι, επί τέλους, είμαστε Συνέλληνες;

Ακούγεται τελευταία να εκδηλώνεται κάποιο φιλελληνικό κίνημα στη Δύση. Μας θυμίζει αυτό το ανάλογο του 1821. Αλλά τότε ήταν έντονη η επίδραση του ρομαντισμού και η επιθυμία της περιπέτειας. Όλοι εκείνοι, μέτοχοι ανθρωπιστικής παιδείας, που είχε ως βάση την αρχαιοελληνική γραμματεία, σχημάτιζαν για τον Νεοέλληνα ιδανική και τραγικά εσφαλμένη εικόνα, με συνέπεια την πλήρη απογοήτευση τους μετά την πρώτη επαφή μ’ εκείνον. Ο Ρωμηός – Νεοέλληνας είχε αλλάξει ταυτότητα. Δεν ήταν όμως χωρίς ταυτότητα. Σήμερα έχουμε ταυτότητα;

 

                                                            «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 05-03-2012

1 τρισ. € στις τράπεζες!

1 τρισ. € στις τράπεζες!

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Θυμός μεγάλος θα καταλάμβανε τους Ευρωπαίους πολίτες – και ιδίως των χωρών που υποφέρουν υπό το καθεστώς επαχθέστατων και ολέθριων Μνημονίων – αν συνειδητοποιούσαν πραγματικά τι έγινε την Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς θορυβώδεις και γελοίες συνεδριάσεις και συνόδους κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μέσα σε μία και μόνη μέρα μοίρασε… μισό τρισεκατομμύριο ευρώ (529,5 δισεκατομμύρια για την ακρίβεια) στις τράπεζες! Μαζί με άλλο μισό τρισεκατομμύριο (489 δισεκατομμύρια) που είχε δώσει και πάλι στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στις 21 Δεκεμβρίου, μέσα σε μόλις δύο μήνες έχει μοιράσει στις τράπεζες πάνω από ένα τρισεκατομμύριο ευρώ! Τζάμπα χρήμα, δάνεια για τρία χρόνια με επιτόκιο της πλάκας, μόνο… 1%!!!

«Τυπώνει χρήμα» αδίστακτα δηλαδή η ΕΚΤ όταν πρόκειται να το δώσει στις τράπεζες. Αντιθέτως, όταν είναι να δανείσει κάποια χώρα της Ευρωζώνης ή της ΕΕ αρνείται κατηγορηματικά να το κάνει. Ακούμε λόγους δραματικούς για το πόσο ολέθριο για τη σταθερότητα του ευρώ θα ήταν να αγοράσει η ΕΚΤ απευθείας ομόλογα ενός κράτους.

Έλιωσαν στη λιτότητα οι ηγέτες της Ευρωζώνης π.χ. δέκα εκατομμύρια Πορτογάλους για να τους δανείσουν 65 δισεκατομμύρια ευρώ. Τους λεηλάτησαν μισθούς και συντάξεις, τους γυρίζουν χρόνια πίσω. Τους αναγκάζουν να υποφέρουν τα πάνδεινα για 65 δισεκατομμύρια, ποδοπατούν την εθνική τους κυριαρχία. «Απειλεί την Ευρώπη» ένα δάνειο 65 δισ. ευρώ σε μια χώρα, λένε. Δίνουν όμως αδίστακτα ένα τρισεκατομμύριο ευρώ στις τράπεζες χωρίς κανέναν απολύτως όρο. Το αντίθετο, χαλάρωσαν ακόμη και τις εγγυήσεις για τις τράπεζες που δανείζονται και τους δίνουν… όσα λεφτά ζητήσουν! Κυριολεκτικά!

Ιταλοί, Ισπανοί, Γάλλοι τραπεζίτες είναι αυτοί που παίρνουν τα πολλά δάνεια. Οι τράπεζες και των τριών αυτών χωρών μαζί πήραν τον Δεκέμβρη και τώρα πάνω από… 700 δισεκατομμύρια ευρώ! Δέκα φορές περισσότερα από όσα πήρε η Πορτογαλία ως κράτος! Μία και μόνη ιταλική τράπεζα, η Ιντέζα Σανπάολο, πήρε 36 δισεκατομμύρια πάνω από τα μισά από όσα πήρε η Πορτογαλία, ολόκληρη χώρα με δέκα εκατομμύρια κατοίκους! Τραγική απόδειξη του ότι έχουμε να κάνουμε με μια «ΕΕ των τραπεζών» και όχι «ΕΕ των κρατών και των εθνών». Ακόμη και οι πορτογαλικές τράπεζες πήραν από την ΕΚΤ 37 δισ. ευρώ συνολικά.

Τι κάνουν τα λεφτά, αυτά τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, οι ευρωπαϊκές τράπεζες; Όχι, δεν τα ρίχνουν στην πραγματική οικονομία, όπως θα φανταζόταν κανείς. Δεν δίνουν δηλαδή δάνεια σε επιχειρήσεις και ιδιώτες για να αναπτύξουν οικονομικές δραστηριότητες ή να κάνουν αγορές που αναζωογονούν την οικονομία. Οι τραπεζίτες απλώς τα βάζουν στις τσέπες τους και στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών τους. Δεν δανείζει καν η μια τράπεζα την άλλη, έστω και για μια νύχτα. Δεν εμπιστεύεται καμία ευρωπαϊκή τράπεζα οποιαδήποτε άλλη! Τόσο χάλια είναι όλες ανεξαιρέτως οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Ολες οι ευρωπαϊκές, όχι μόνο οι ελληνικές.

Ξαναγυρίζουν στην… ΕΚΤ (!) οι τράπεζες τα λεφτά που πήραν δανεικά, τα γυρίζουν ως… καταθέσεις με επιτόκιο 0,25%! Τα καταθέτουν έστω και για μία νύχτα καθώς αρνούνται να τα δανείσουν σε άλλη τράπεζα από φόβο μην τα χάσουν. Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Την Τρίτη 28 Φεβρουαρίου, στην ΕΚΤ ήταν κατατεθειμένα χρήματα τραπεζών ύψους 481 δισεκατομμυρίων – μα… 489 δισ. ευρώ είχαν πάρει στις 21 Δεκεμβρίου! Τα είχαν ξανακαταθέσει όλα!

Χρηματοδότηση των τραπεζιτών και τίποτα παραπάνω δεν είναι αυτή η χορήγηση του ενός τρισεκατομμυρίου ευρώ από την ΕΚΤ. Πριν από την κρίση η ΕΚΤ χορηγούσε στις τράπεζες δάνεια διάρκειας τριών μηνών το πολύ. Ο μέσος όρος ήταν 39 μέρες. Τώρα, μετά και το πρώτο μισό τρισεκατομμύριο του Δεκεμβρίου, η διάρκεια των δανείων της ΕΚΤ προς τις τράπεζες εκτινάχθηκε στις 624 μέρες, πάνω από 20 μήνες. Με το νέο μισό τρισεκατομμύριο αυτής της εβδομάδας θα ξεπεράσει τις 750 ημέρες, πάνω από δύο χρόνια.

Μας κοροϊδεύουν! Αυτό είναι το τελικό συμπέρασμα. Παρά το τρισεκατομμύριο, μάταια θα περιμένουν οι επιχειρηματίες δάνεια και ο κοσμάκης δουλειά. Οι τράπεζες θα ευημερούν και οι κοινωνίες θα δυστυχούν.

 

ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ «E» 3/3/2012, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22792

Η επιστροφή του γκρεμιστή

Η επιστροφή του γκρεμιστή

 

Του Ιωάννη Σ. Φριτζαλά*

 

Όποιος μελετά την ιστορία της ανθρωπότητος αναμφίβολα διαπιστώνει πως αυτή επαναλαμβάνεται διαρκώς. Η χοϊκή φύσις, η ελευθέρα βούλησις, το θυμικό των ανθρώπων και η ακόρεστη επίθυμία τους για ισχύ είναι κάποια από τα στοιχεία που ωθούν την ιστορία σε μία μάλλον κυκλική παρά γραμμική πορεία, σε συνδυασμό πάντα με την επενέργεια θεϊκών νόμων, οι οποίοι συνήθως παραβλέπονται από τους αλαζόνες αρνητές της συμπαντικής νομοτελείας. Η επανάληψις ιστορικών συγκυριών και δεδομένων, που ενδεχομένως δεν είχαν αξιοποιηθεί κατά το δοκούν στο παρελθόν, ίσως τελικώς παρέχει στα έθνη την πιο ενδεδειγμένη ευκαιρία εκδηλώσεως ειλικρινούς μετανοίας, συμμορφώσεως και διορθώσεως των προγενεστέρων λαθών.

Ένα τραγικό ιστορικό λάθος, ακόμα ένα για το έθνος των «ε παδων λλήνων», επιτελέσθη την δωδεκάτη Φεβρουαρίου. Η υπερψήφισις του επαίσχυντου νομοσχεδίου που επικυρώνει και τυπικώς της υποδούλωσι της πατρίδος μας, απαιτούσε μία απλή φράσι, η οποία επαναλαμβανόμενη σαν την σταγόνα σε κινέζικο μαρτύριο ήχησε 199 φορές: «Ναι, σε όλα».

Στην όμιλία του, προ της εκκινήσεως της διαδικασίας, ο πρώτος ιεραρχικώς υπάλληλος του ελληνικού λαού υπεραμύνθηκε της νέας δανειακής συμβάσεως, τονίζοντας μεταξύ άλλων πως «η ολοκλήρωσις της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως πρέπει να αποτελεί την πάγια στρατηγική της Ελλάδος». Δεν πρέπει, βεβαίως, να λησμονούμε πως η μοναδική «κόκκινη γραμμή» του διορισμένου πρωθυπουργού, κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την τρόικα, ήταν «η σωτηρία της χώρας». Για ποία σωτηρία όμως ομιλεί και ποίας χώρας; Η μόνη «χώρα» που αναγνωρίζουν ο κύριος Παπαδήμος, οι εντολείς του και ο συναφής ανθρωποκτόνος και εθνοκτόνος εσμός των «αλλοφύλων βαρβάρων» είναι ο αόριστος και αχανής κόσμος του κεφαλαίου, το οποίο δεν αναγνωρίζει σύνορα και έθνη. Αυτή η χώρα, ελέω της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής μειοδοσίας, μπορεί πλέον να αισθάνεται ήρεμη, εξασφαλισμένη και σεσωσμένη, λόγω των εμπράγματων εγγυήσεων, «της γης και του ύδατος» που αυτή την φορά αποφασίσαμε να παραχωρήσουμε στους εισβολείς.

Ποία σωτηρία μπορεί να έχει μία χώρα, η οποία αισίως διέρχεται το πέμπτο έτος υφέσεως, όταν ο όρος αυτός συνδέεται αποκλειστικώς με οικονομικούς δείκτες και ανεφάρμοστα δημοσιονομικά μέτρα, τα οποία κάθε άλλο παρά συνυπολογίζουν τον ανθρώπινο παράγοντα και ιδίως τον άνθρωπο ως πνευματική οντότητα; Ένα σύντομο ταξείδι στο μέλλον, μία πιθανή αντανάκλασις της παρούσας καταστάσεως σε έναν χρονικό ορίζοντα όχι πολύ μακρινό, αλλά μίας επταετίας, μπορεί να μας δείξει την επιλογή αυτής της οδού σωτηρίας. Πολύ πιθανόν σ’ αυτό το ταξείδι να αντικρύσουμε όλοι μας παρόμοιες χαοτικές εικόνες από μία χώρα πλήρως αποδομημένη, δίχως εθνική κυριαρχία και εθνικό πλούτο, με μηδαμινή παραγωγή, δίχως κατανάλωσι, δίχως αναπτυξιακή επενδυτική δραστηριότητα, παρά μόνο κερδοσκοπική και κατά κεφαλήν εισόδημα που δεν θα επαρκεί ούτε για την εξασφάλισι των απαραιτήτων προς το ζην αγαθών. Μία χώρα στην οποία οι Έλληνες θα αποτελούν πλέον μειονότητα, καθώς τα απάνθρωπα οικονομικά μέτρα, η υψηλή θνησιμότης, η ακόμη υψηλότερη υπογεννητικότης και η αθρόα εισβολή λαθρομεταναστών θα έχει συρρικνώσει τον ελλαδικό Ελληνισμό. Μία χώρα κατακερματισμένη, προς τέρψιν των τουρκολάγνων, υπό διαδικασία ταχύτατης ισλαμοποιήσεως και ενταγμένη σε ένα μόρφωμα οικοδομηθέν υπό των προοδευτικών εκσυγχρονιστών της «Ελλάδος» και των νεο-Οθωμανών κεμαλιστών, οι οποίοι εφαρμόζοντας ήδη εκπεφρασμένες θεωρίες, θα του αποδώσουν τον χαρακτηρισμό «ελληνοτουρκική ομοσπονδία», με ταυτόχρονη εφαρμογή των γνωστών και ισότιμων ρόλων του σουλτάνου και του ραγιά. Αυτή η χώρα θα είναι «το πεδίον δόξης λαμπρόν» των «international business» και του διεθνούς κεφαλαίου, που για να διασφαλίσει τον ρόλο του δολαρίου ως ισχυρό αποθεματικό νόμισμα, θα έχει μετατρέψει την πατρίδα μας σε μία απέραντη πλατφόρμα αντλήσεως υδρογονανθράκων.

Πώς είναι λοιπόν δυνατόν στο σήμερα να ομιλούμε για ευρωπαϊκή ολοκλήρωσι; Πώς είναι δυνατόν να χαράξουμε εθνική στρατηγική και να οικοδομήσουμε ισχυρά εξωτερική πολιτική, όταν με την εφαρμογή αυτών των απεχθεστάτων μέτρων θα έχουμε απεμπολήσει κάθε έννοια εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας; Με ποιόν τρόπο θα μπορέσει η πατρίδα μας να αντεπεξέλθει απέναντι στις ήδη υπάρχουσες και συνεχώς αναδυόμενες εθνικές προκλήσεις; Με ποιο τρόπο θα θωρακισθεί και ποία θα είναι η θέσις και ο ρόλος της στην επερχόμενη ανάφλεξι τουλάχιστον της Ανατολικής Μεσογείου; Για ποια ανακήρυξι και οριοθέτησι ΑΟΖ δικαιούμεθα να ομιλούμε, όταν πλέον έχουμε στερηθεί το παραμικρό δικαίωμα στην λήψι αποφάσεων και πρωτοβουλιών;

Παρόμοια ιστορικά «λάθη» έχουμε πράξει ως Έθνος αρκετές φορές στο παρελθόν, με καταστροφικές συνέπειες, χειρότερη εκ των οποίων ήταν η υποδούλωσις των προγόνων μας στον τουρκικό ζυγό επί τέσσερις έως και έξι αιώνες, στην περίπτωσι της Θράκης μας. «Το δς ξαμαρτεν οκ νδρς σοφο», γι’ αυτό και αν θέλουμε να αποτρέψουμε το παραπάνω εφιαλτικό σενάριο του μέλλοντος, οφείλουμε εμείς να αντιμετωπίσουμε το πρόσφατο ιστορικό λάθος ως κινητήριο δύναμι της ίστορίας μας και απόλυτη ευκαιρία για την λήψι δράσεως υπέρ της αποκαταστάσεώς του. Περιθώριο για να αναθέσουμε το βάρος αυτής της ευθύνης στις επόμενες γενεές δεν υπάρχει, γιατί απλούστατα είναι αμφίβολο αν θα υπάρξουν μελλοντικές γενεές Ελλήνων, αν δεν αναλάβουν δράσι οι παρούσες.

Μία αποκατάστασις όμως απαιτεί ανατροπές, οι οποίες προϋποθέτουν επαναστάσεις, πρωτίστως πνευματικές. Οι επαναστάσεις πάντοτε απαιτούν προσωπικές θυσίες και έχουν ως εκκίνησι ένα «ΟΧΙ», μία άρνησι στο «πολιτικώς ορθόν», στο ευρέως αποδεκτόν, στην κοινή λογική του «Ναι, σε όλα» που επιβάλλει το κατεστημένο, στο οποίο η ίδια κοινωνία, ούσα εν υπνώσει, αποφασίζει συχνά να εγκλωβίσει την ύπαρξί της, αποβάλλοντας και αποκλείοντας κάθε φωνή αφυπνίσεως και εγέρσεώς της. Η σιωπή και η πλήρης εθελοντική υπόταγή της σε μία εικονική ψευδοευδαιμονία, η ψυχή τε και σώματι καθήλωσίς της υπό την βαρυτάτη και φθαρτή ύλη, αιτίες της πνευματικής αλώσεώς της, αποτελούν διαχρονικώς την καλλίτερη «νομιμοποίησι» των διαβρωτικών δράσεων των εκάστοτε εξουσιών, αλλά δεν συνάδουν με το πνεύμα των εκάστοτε επαναστατών.

Η συνειδητή επιλογή του «ΟΧΙ» είναι η επιλογή της κρίσιμης μάζας των ελαχίστων, αλλά αρίστων, «των γκρεμιστών» οι οποίοι ελέω Θείας Προνοίας εμφανίζονται συχνά στην ελληνική ιστορία. Αυτοί και μόνο διαθέτουν την γνώσι της κατεδαφίσεως, αλλά κυρίως την βαθύτατη πίστη και το όραμα της ανοικοδομήσεως. Ένας γκρεμιστής αναγνωρίζει μία και μοναδική «κόκκινη γραμμή» στην ζωή του, αυτή που ορίζεται καθώς το αθάνατο ελληνικό αίμα ρέει στις φλέβες του. Για να ανοικοδομηθεί η καθημαγμένη και αιμορροούσα πατρίδα μας, πρέπει ΤΩΡΑ να αρνηθούμε το μέλλον που μας επιβάλλει η κατοχική κυβέρνησις. Η άρνησις υποταγής στο εκβιαστικό δίλλημα, μνημονιακή υποδούλωσις ή θάνατος δια χρεοκοπίας, αντιστοιχεί σε μία επανάστασι εναντίον της ολοκληρωτικής πνευματικής αλλοτριώσεώς μας που αποσκοπεί στον πλήρη αφανισμό του ανεσπέρου φωτός της οικουμένης. Και για να επιτευχθεί αυτό πρέπει πρωτίστως να αρνηθούμε τον παλαίο μας εαυτό, να μετανοήσουμε και να φωνάξουμε προς πάσα κατεύθυνσι δυνατά τους στίχους του Κωστή Παλαμά: «Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης! Ο διαλεχτός της άρνησης και ο ακριβογιός της πίστης!»

Το οικοδόμημα της νεωτέρας Ελλάδος, αυτού του κράτους προτεκτοράτου εν καιρώ θα κατεδαφιστεί. Δεν μπορούμε και ούτε πρέπει να αποτρέψουμε την κατεδάφισί του, αλλά αντιθέτως ως γνήσιοι γκρεμιστές να την επιταχύνουμε, απλώς και μόνο με την άρνησί μας. Τι θα έχουμε επιτύχει; Την διατήρησι των θεμελίων πάνω στα οποία θα οικοδομήσουμε, πλέον ως κτίστες, από κοινού την νέα Ελλάδα!

Άνω σχώμεων τας καρδίας και έσω στρέψωμεν τα όμματα! Του Θεού συνεργούντος…

 

* Ο Ιωάννης Σ. Φριτζαλάς είναι Γεωπολιτικός-Ιστορικός ερευνητής, f_john542@hotmail.com

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Αντιφωνητή στις 16-02-2012. Το είδα:  2 Μαρτίου 2012, http://antifonitis.gr/online/?p=2743

Συρία και Ιράν: Το Μεγάλο παιχνίδι

Συρία και Ιράν: Το Μεγάλο παιχνίδι

 

Του Alastair Crooke* [Μετάφραση inprecor]


 

Το περασμένο καλοκαίρι, ένας ανώτερος Σαουδάραβας αξιωματούχος είπε στο John Hannah, πρώην προϊστάμενο του προσωπικού του Dick Cheney, ότι από την αρχή της αναταραχής στη Συρία, ο βασιλιάς (της Σ. Αραβίας) θεωρεί ότι η αλλαγή καθεστώτος θα  ωφελήσει ιδιαιτέρως τα σαουδαραβικά συμφέροντα: «Ο βασιλιάς ξέρει ότι εκτός από την κατάρρευση της ίδιας της ισλαμικής Δημοκρατίας, τίποτα δεν θα αποδυνάμωνε το Ιράν περισσότερο από το να χάσει την Συρία

Αυτό είναι σήμερα το «μεγάλο παιχνίδι» – να χάσει το Ιράν τη Συρία. Και παίζεται κατά τον εξής τρόπο: με το να στηθεί εσπευσμένα ένα μεταβατικό συμβούλιο που αντιμετωπίζεται ως μοναδικός αντιπρόσωπος του συριακού λαού, ανεξάρτητα από το εάν το Συμβούλιο αυτό  διαθέτει  οποιαδήποτε πραγματικό έρεισμα εντός Συρίας, με το να τροφοδοτηθούν με όπλα από τα γειτονικά κράτη οι εξεγερμένοι, με το να επιβληθούν κυρώσεις που θα πλήξουν τις μεσαίες τάξεις, με το να διοργανωθεί εκστρατεία μέσω των Μέσων Ενημέρωσης για να δυσφημιστούν οι οποιεσδήποτε συριακές προσπάθειες για μεταρρύθμιση, με το να γίνει προσπάθεια καλλιέργειας διχονοιών και πρόκλησης διάσπασης στις γραμμές του συριακού στρατού και της συριακής ελίτ. Τελικά, μετά από όλα αυτά, ο Πρόεδρος  Assad θα πέσει – τουλάχιστον αυτό υποστηρίζουν οι υποστηρικτές του σχεδίου αυτού.

Οι Ευρωπαίοι, οι  Αμερικανοί και ορισμένα κράτη του Κόλπου πιθανώς να αντιμετωπίζουν το «παιχνίδι» με την Συρία ως την αναμενόμενη συνέχεια του θεωρητικώς επιτυχημένου «παιχνιδιού» με τη Λιβύη στις προσπάθειες προσανατολισμού της Αραβικής αφύπνισης προς ένα δυτικό πολιτιστικό πρότυπο. Εντούτοις, από την άποψη της περιφερειακής πολιτικής, η Συρία είναι στρατηγικά πολυτιμότερη από ό,τι  ήταν η Λιβύη, και το Ιράν το ξέρει αυτό. Το Ιράν έχει πει ότι θα απαντήσει σε οποιαδήποτε εξωτερική επέμβαση στη Συρία.

Η όλη ιστορία χάνει τα χαρακτηριστικά του «παιχνιδιού»,  καθώς, πλέον, πολλοί  είναι αυτοί που σκοτώνονται και από τις δύο πλευρές όπως βεβαιώνεται εκατέρωθεν. Οι εξτρεμιστές  ένοπλοι στη Συρία που αξιοποιούνται ως μέσο για την ανατροπή του Άσαντ είναι προφανές ότι κατευθύνουν την οποιαδήποτε έκβαση προκύψει σε εντελώς αντίθετο προσανατολισμό από τα δυτικά πρότυπα. Αυτές οι ομάδες, εννοείται, ότι  μπορεί να έχουν μια αιματηρή και μη δημοκρατική δική τους ατζέντα. Προειδοποίησα για αυτόν τον κίνδυνο σε σχέση με το  Αφγανιστάν στη δεκαετία του ’80: μερικοί από τους Αφγανούς μουτζαχεντίν είχαν, υποθέτω, πραγματικές σχέσεις με την ντόπια κοινότητα, άλλοι, όμως, αποτελούσαν σοβαρότατο κίνδυνο για τον ντόπιο πληθυσμό. Ένας ευγενικός αμερικάνος πολιτικός της εποχής εκείνης είχε αγκαλιάσει με το χέρι του τους ώμους μου και μου είχε πει να μην ανησυχώ: αυτοί ήταν οι άνθρωποι που «θα κλώτσαγαν τον κώλο των Σοβιετικών». Επιλέξαμε, δηλαδή, να κάνουμε τα στραβά μάτια επειδή οι συγκεκριμένοι, τότε στο Αφγανιστάν, πλήττοντας τους Σοβιετικούς, κάλυπταν τις εσωτερικές πολιτικές ανάγκες των ΗΠΑ. Σήμερα η Ευρώπη κάνει τα στραβά μάτια, αρνούμενη να εξετάσει ποιοι πραγματικά είναι αυτοί οι έμπειροι μαχητές που πετυχαίνουν τέτοιες απώλειες σε βάρος των συριακών δυνάμεων ασφαλείας, επειδή το να βγει ο Assad  από το προσκήνιο και το να  κλιμακωθεί η ένταση με το Ιράν τους βολεύει πάρα πολύ, ιδιαίτερα σε μια περίοδο τόσο μεγάλων εσωτερικών δυσκολιών στην Ευρώπη.

Ευτυχώς, οι τακτικές που έχουν χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση της Συρίας, παρά τις πολύ μεγάλες επενδύσεις που έχουν γίνει σε αυτές, φαίνονται ν’ αποτυγχάνουν. Οι περισσότεροι άνθρωποι στην περιοχή θεωρούν ότι εάν η Συρία εξωθηθεί περαιτέρω σε εμφύλιο πόλεμο το αποτέλεσμα θα είναι να ξεσπάσει σεχταριστική (θρησκευτική) βία στο Λίβανο, στο Ιράκ και στην ευρύτερη περιοχή επίσης. Η άποψη  ότι από μια  τέτοια σύγκρουση θα προκύψει μια σταθερή δημοκρατία, πόσο μάλλον δυτικού-τύπου, είναι, στην καλύτερη περίπτωση, φαντασιόπληκτη, και στη χειρότερη περίπτωση είναι μια πράξη ανώτατης αναισθησίας.

Η ιδέα της εξαπόλυσης της επιχείρησης «ήττα του Assad» προηγήθηκε της Αραβικής αφύπνισης: έχει τις ρίζες της στην αποτυχία του Ισραήλ κατά τον πόλεμο του 2006 να προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στη Hezbollah, και στην αμερικανική αξιολόγηση, μετά από τη συγκεκριμένη σύγκρουση, ότι η Συρία ήταν η αχίλλειος πτέρνα της Hezbollah – γιατί ήταν η τρωτή σύνδεση της Hezbollah με το Ιράν. Αμερικανικοί ανώτεροι αξιωματούχοι σκέφτονταν τι έπρεπε να γίνει για να μπλοκαριστεί αυτός ο, ζωτικής σημασίας, δίαυλος. Τελικά, τους «πρόλαβε» ο πρίγκηπας Bandar της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος τους  εξέπληξε λέγοντας ότι λύση θα ήταν να αξιοποιηθούν οι ισλαμιστικές δυνάμεις. Το ενδιαφέρον των αμερικανών κεντρίστηκε, αλλά δεν μπορούσαν να έρθουν σε συνεννόηση με τέτοιους ανθρώπους. Αφήστε το αυτό σε μένα απάντησε ο  Bandar. Ο Hannah {σημ. inprecor: http://shadow.foreignpolicy.com/posts/2011/04/22/bandars_return  του John Hannah} σημείωνε  ότι «το να λειτουργεί ο Bandar χωρίς καμία σύνδεση με τα αμερικανικά συμφέροντα είναι από μόνο του σαφής λόγος ανησυχίας. Το να λειτουργεί, όμως, ο Bandar ως συνεργάτης… ενάντια στον κοινό ιρανικό εχθρό είναι ένα σημαντικό στρατηγικό προτέρημα.» Ο Bandar πήρε τη «δουλειά».

Οι θεωρητικοί σχεδιασμοί, όμως, μετουσιώθηκαν σε συγκεκριμένη δράση φέτος, τελικά, με την ανατροπή του Αιγύπτιου Προέδρου Mubarak. Ξαφνικά το Ισραήλ φάνηκε τρωτό, και μια αποδυναμωμένη Συρία, βυθισμένη στα προβλήματα, ενίσχυε τη στρατηγική γοητεία της προοπτικής άμεσης  εφαρμογής του σχεδίου. Παράλληλα, το Κατάρ είχε  προωθηθεί στο επίκεντρο των εξελίξεων. Ο Azmi Bishara, ένας παναραβιστής που παραιτήθηκε από την ισραηλινή βουλή – Κνεσέτ –  και αυτοεξορίστηκε στην Ντόχα του Κατάρ, ήταν σύμφωνα με μερικές τοπικές εκθέσεις αναμεμειγμένος σε ένα σχέδιο στο οποίο το  Al-Jazeera δεν θα κάλυπτε δημοσιογραφικά μόνο την επανάσταση, αλλά θα ήταν αυτό που πραγματικά θα της έδινε υπόσταση στην ευρύτερη περιοχή – ή τουλάχιστον αυτό πίστευαν στην Ντόχα αμέσως μετά τις εξεγέρσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο. Το Κατάρ, εντούτοις, δεν προσπαθούσε απλά να χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης για μια διεθνή επέμβαση τα ανθρώπινα βάσανα. Ήταν επίσης – όπως και στη Λιβύη –  άμεσα αναμεμειγμένο  στις εξελίξεις ως βασικός επιχειρησιακός επιτελικός παράγοντας της  αντιπολίτευσης.

Το επόμενο στάδιο ήταν να συρθεί ο Πρόεδρος Nicolas Sarkozy της Γαλλίας – ο πρώτος που υποστήριξε το μοντέλο του μεταβατικού συμβουλίου της Βεγγάζης στη Λιβύη μετατρέποντας, έτσι, το ΝΑΤΟ σε εργαλείο αλλαγής καθεστώτος – στην ομάδα. Ακολουθούσε ο Barack Obama βοηθώντας  να πειστεί ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Recep Tayyip Erdogan – που ήταν ήδη εκνευρισμένος με τον Assad – για να παίξει το ρόλο του στη δημιουργία μεταβατικού συμβουλίου στα σύνορα της Συρίας και να «ρίξει το βάρος» του στο συμβούλιο αυτό έτσι ώστε ν’ αποκτήσει νομιμότητα η  «αντίσταση». Και οι δύο, όμως, (και ο Obama και ο Erdogan), όμως, βρίσκονται υπό πίεση από τις δικές τους δυνάμεις ασφαλείας που δυσπιστούν για την  αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου προτύπου του μεταβατικού συμβουλίου, και αντιτάσσονται στη στρατιωτική επέμβαση στη Συρία.

Αντιρρήσεις και προκλήσεις αντιμετωπίζει και ο Σαουδάραβας πρίγκηπας Bandar: δεν έχει καμία πολιτική κάλυψη από το βασιλιά της Σ. Αραβίας, ενώ ταυτόχρονα άλλα μέλη της σαουδαραβικής βασιλικής οικογένειας «παίζουν»  με άλλα ισλαμιστικά «χαρτιά» με εντελώς διαφορετικούς στόχους. Το Ιράν, το Ιράκ και η Αλγερία – και περιστασιακά η Αίγυπτος – συνεργάζονται για να ματαιώσουν τους ελιγμούς του Συμβουλίου του  Κόλπου ενάντια στη Συρία στον Αραβικό Σύνδεσμο. Το πρότυπο των μεταβατικών  συμβουλίων, που στη Λιβύη έχει ήδη δείξει την αδυναμία ότι αναδεικνύει μόνο μια φατρία ως προσωρινή κυβέρνηση, έχει ακόμη περισσότερες εν δυνάμει μειονεκτήματα σε περίπτωση εφαρμογής του στη Συρία. Το συμβούλιο της αντιπολίτευσης της Συρίας, που δημιουργήθηκε από την Τουρκία, την Γαλλία και το Κατάρ, περιθωριοποιείται αντικειμενικά από το γεγονός ότι οι συριακές δομές ασφάλειας έχουν παραμείνει σχεδόν ακλόνητες επί επτά μήνες – οι λιποταξίες είναι αμελητέες – και η βάση λαϊκής υποστήριξης του Assad είναι άθικτη. Μόνο  μια εξωτερική επέμβαση θα μπορούσε να αλλάξει αυτή την κατάσταση. Η έκκληση όμως για πραγματοποίηση μιας τέτοιας επέμβασης θα ήταν πολιτική αυτοκτονία για την συριακή αντιπολίτευση, και το γνωρίζει.

Η εσωτερική αντιπολίτευση (σημ. inprecor: δηλαδή τα τμήματα εκείνα της αντιπολίτευσης που δρουν εντός Συρίας) που συναντήθηκε στην  Κωνσταντινούπολη απαίτησε μια δήλωση όπου θα καταγράφεται σαφώς η άρνηση εξωτερικής επέμβασης και ένοπλης δράσης. Αλλά η σύσταση του συριακού Εθνικού Συμβουλίου αναγγέλθηκε πριν καν καταλήξουν σε συμφωνία οι εσωτερικές συζητήσεις της αντιπολίτευσης – τέτοια ήταν η βιασύνη των, εκτός Συρίας, εμπλεκομένων στην κατάσταση.

Η εξωτερική αντιπολίτευση (σημ. inprecor: δηλ τα τμήματα εκείνα της αντιπολίτευσης που έχουν εκπροσώπηση κυρίως στο εξωτερικό και ελάχιστες δυνάμεις εντός Συρίας) συνεχίζει να «τα μασάει» ως προς τη θέση της σχετικά με μια εξωτερική επέμβαση στη Συρία και δικαιολογημένα: η εσωτερική αντιπολίτευση απορρίπτει την προοπτική. Η κατάσταση αυτή που έχει διαμορφωθεί αποτελεί σαφώς ρωγμή στο μοντέλο του «μεταβατικού συμβουλίου» – η πλειοψηφία στη Συρία αντιτάσσεται  βαθειά στην εξωτερική επέμβαση, φοβούμενη εμφύλιο πόλεμο. Ως εκ τούτου οι Σύροι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια μεγάλη περίοδο εξέγερσης που θα υποδαυλίζεται από το εξωτερικό, πολιορκίας και  διεθνούς φθοράς. Το κόστος και για τις δύο πλευρές θα πληρωθεί σε αίμα.

Αλλά ο πραγματικός κίνδυνος, όπως ο ίδιος ο Hannah σημειώνει, είναι ότι οι Σαουδάραβες ίσως  για «άλλη μια φορά αναβιώσουν το παλαιό σουνιτικό δίκτυο των μαχητών της τζιχάντ και το στρέψουν ενάντια στο σιιτικό Ιράν», επιλογή που θέτει τη Συρία στην πρώτη γραμμή του πυρός. Στην πραγματικότητα, αυτό ακριβώς συμβαίνει, αλλά η δύση, όπως και παλαιότερα στο Αφγανιστάν, προτιμά να προσποιείται ότι δεν βλέπει τι γίνεται – τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα το «έργο» γίνεται δεκτό ικανοποιητικά από το δυτικό κοινό.

Όπως ανέφερε το Foreign Affairs τον περασμένο μήνα, οι Σαουδάραβες και οι σύμμαχοι τους στον Κόλπο υποδαυλίζουν την ανάληψη δράσης από ριζοσπάστες σαλαφιστές (φανατικούς σουνίτες), όχι μόνο για να αποδυναμώσουν το Ιράν, αλλά για να κάνουν αυτό που θεωρούν ότι είναι απαραίτητο για να επιζήσουν: να αποπροσανατολίσουν και να ευνουχίσουν τη λαϊκή αφύπνιση που απειλεί την απόλυτη μοναρχία. Αυτό συμβαίνει στη Συρία, τη Λιβύη, την Αίγυπτο, τον Λίβανο, την Υεμένη και το Ιράκ.

Η ισλαμιστική δυναμική, ως θεωρητικός προσανατολισμός, σε γενικές γραμμές αντιμετωπίζεται ως μη πολιτική και εύκαμπτη, η ιστορία, όμως, δεν είναι διόλου καθησυχαστική ως προς αυτό. Εάν λέτε στους ανθρώπους αρκετά συχνά ότι μπορούν να αναδεικνύουν βασιλιάδες και τους δίνετε τσουβάλια με χρήμα, μην εκπλαγείτε αν μεταμορφωθούν – ακόμη μια φορά – σε κάτι πολύ πολιτικό. Μπορεί να χρειαστούν μερικοί μήνες, αλλά οι καρποί αυτής της νέας απόπειρας να χρησιμοποιηθούν εξτρεμιστικές δυνάμεις για την ικανοποίηση δυτικών συμφερόντων θα  αποτύχει, για άλλη μια φορά, και θα έχει σοβαρές συνέπειες, για άλλη μια φορά. Ο Michael Scheuer, ο πρώην αρχηγός της μονάδας της CIA του Bin Laden, προειδοποίησε  πρόσφατα ότι η απάντηση της Hillary Clinton στην αραβική αφύπνιση, δηλαδή η εμφύτευση δυτικών προτύπων, ακόμη και δια της βίας, αν είναι απαραίτητο, στο κενό που αφήνουν πίσω τους τα καθεστώτα που ανατρέπονται, μπορεί να θεωρηθεί «πολιτιστικός πόλεμος κατά του Ισλάμ», και να σπείρει τους σπόρους ενός περαιτέρω κύκλου εξτρεμισμού.

Ένα από τα δυσάρεστα παράδοξα των εξελίξεων αυτών είναι η υπόσκαψη των μετριοπαθών σουνιτών, οι οποίοι  βρίσκονται τώρα εγκλωβισμένοι ανάμεσα στο να γίνουν αντιληπτοί ως εργαλεία της Δύσης και στο να συναινέσουν στις σκληρές θέσεις των εξτρεμιστών σουνιτών σαλαφιστών, που περιμένουν την ευκαιρία για να τους εκτοπίσουν από το προσκήνιο και να διαλύσουν τα αστικά αραβικά κράτη όπως τα γνωρίζουμε. Πόσο παράξενος είναι ο κόσμος: η Ευρώπη και οι ΗΠΑ σκέφτονται ότι είναι ΕΝΤΑΞΕΙ «να χρησιμοποιήσουν» ακριβώς εκείνους τους ισλαμιστές (συμπεριλαμβανομένης της al Qaida) που δεν πιστεύουν καθόλου στη δημοκρατία δυτικού-τύπου προκειμένου να εφαρμόσουν μια δημοκρατία δυτικού – τύπου! Αλλά τότε, γιατί απλά δεν κάνουν τα στραβά μάτια και δεν αποκομίζουν όφελος από το κοινό που απολαμβάνει το «παιχνίδι» του Assad;

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στη βρετανική εφημερίδα The Guardian, http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2011/nov/04/syria-iran-great-game.  Το είδα: 29 Φεβρουαρίου 2012, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/169924

 

* http://www.guardian.co.uk/profile/alastaircrooke

ΤΟ 4ο ΡΑΪΧ, ΟΙ Η.Π.Α. ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ IΙ

ΤΟ 4ο ΡΑΪΧ, ΟΙ Η.Π.Α. ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ: Τα εθνικά κράτη σχεδιάζεται να διαλυθούν, έτσι ώστε να δώσουν τη θέση τους σε έναν τερατώδη γραφειοκρατικό μηχανισμό, ο οποίος θα ελέγχει όλους τους Πολίτες, θα τους αστυνομεύει καλύτερα, θα τους λέει τι ακριβώς να κάνουν και πώς να σκέφτονται – Μέρος ΙΙ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι  ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΨΕΜΜΑΤΑ

Συνεχίζοντας, η Ελλάδα καίγεται, ενώ οι «μηχανισμοί» της συνεργάζονται με τους εμπρηστές – με την Γερμανική Ευρώπη και με το Αμερικανικό ΔΝΤ. Όπως φαίνεται πλέον καθαρά, είναι πάρα πολύ εύκολο να καταστρέψεις μία σύγχρονη Οικονομία – αρκεί να πείσεις τους Πολίτες της «θυματοποιώντας» τους ότι, έχουν ζήσει πάνω από τις δυνατότητες τους και πρέπει να προσαρμοσθούν σε μαζικά χαμηλότερους μισθούς, με πολύ μικρότερες κοινωνικές παροχές. Έτσι προκαλείς μία καταστροφική ύφεση, η οποία αυξάνει τις δαπάνες, λόγω κλιμακούμενης ανεργίας και μειώνει τα έσοδα, λόγω περιορισμού του ΑΕΠ – με αποτέλεσμα να εκτοξεύονται στα ύψη τόσο τα χρέη, δημόσια και ιδιωτικά, όσο και οι τόκοι εξυπηρέτησης τους, παράλληλα με τη ραγδαία απαξίωση όλων των περιουσιακών στοιχείων.

Η απαξίωση αυτή, σε συνδυασμό με τη μείωση των μισθών, προκαλεί μεταξύ άλλων την αδυναμία εξόφλησης των οφειλών απέναντι στις τράπεζες – οπότε την αύξηση των κόκκινων δανείων η οποία, αργά ή γρήγορα, τις οδηγεί είτε στη χρεοκοπία, είτε στην εκποίηση τους σε εξευτελιστικές τιμές. Παρά το ότι λοιπόν η πραγματική αιτία των οικονομικών προβλημάτων της Ελλάδας δεν είναι άλλη από τις μεθοδεύσεις των εισβολέων, πολύ πριν δραστηριοποιηθούν στη χώρα (ενδεχομένως από το 2008) η εντύπωση, η οποία έχει εσκεμμένα δημιουργηθεί, είναι εντελώς διαφορετική – με έμφαση στο υπερβολικό δημόσιο χρέος της και όχι στο χαμηλό συνολικό ή στους υπόλοιπους θετικούς οικονομικούς δείκτες. Εν τούτοις, σύμφωνα με στατιστικές του ΟΟΣΑ, οι οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας μεταξύ των ετών 2000 και 2008 ήταν κατά πολύ υψηλότερες, από αυτές της Γερμανίας (ακόμη και μετά το 2010 το πρόβλημα της Ελλάδας ήταν σχετικά μικρό – επειδή το δημόσιο χρέος, σε αντίθεση με το ιδιωτικό, είναι πανεύκολο στην επίλυση του).  

Δημιουργήθηκαν περισσότερες θέσεις εργασίας, οι επενδύσεις αυξήθηκαν ταχύτερα (η κατά κεφαλήν παραγωγή στην Ελλάδα, μεταξύ των ετών 2000-2009 αυξήθηκε κατά 25%, στη Γερμανία μόλις κατά 5%), ενώ το ΑΕΠ αυξήθηκε τρεις φορές γρηγορότερα. Εκτός αυτού, σε αντίθεση με τη Γερμανία, οι Έλληνες εργαζόμενοι συμμετείχαν στα κέρδη της ανάπτυξης, σε κάποιοι βαθμό – αφού οι πραγματικές αμοιβές τους αυξανόταν ετήσια κατά 2,6%, όταν αυτές των Γερμανών συναδέλφων τους μόλις κατά 0,1%.

Δυστυχώς αυτό το τελευταίο, η μεγαλύτερη αύξηση των μισθών δηλαδή, ήταν το βασικό πρόβλημα της Ελλάδας – όχι ο υπερβολικός δανεισμός ή όλα τα άλλα που ισχυρίζονται οι καταστροφείς της (γεγονός που τεκμηριώνεται από το ότι, έχει το τρίτο χαμηλότερο ιδιωτικό χρέος μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ). Αναλυτικότερα επειδή οι Έλληνες, σε αντίθεση με τους Γερμανούς ή με τους Ολλανδούς, δεν διατηρούσαν χαμηλούς τους μισθούς, έτσι ώστε να εξασφαλίζουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα απέναντι στους «εταίρους» τους (dumping), προκλήθηκε στην Ελλάδα ένας ετήσιος πληθωρισμός της τάξης του 3,2% – όταν ο μέσος της Ευρωζώνης διατηρήθηκε στο 2,1% και στη Γερμανία μόλις στο 1,2%. Η διαφορά αυτή οδηγεί υποχρεωτικά, εντός μίας νομισματικής ένωσης, σε έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών – το οποίο έφθασε στη χώρα μας (2008) στο 14% του ΑΕΠ της.

Περαιτέρω, όταν η Ελλάδα αντιμετώπισε προβλήματα δανεισμού από τις αγορές, κυρίως λόγω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης (σε συνδυασμό με την εγκληματική διαχείριση της νέας κυβέρνησης), η Γερμανία την ανάγκασε, σε συνεργασία με το ΔΝΤ, να υιοθετήσει ένα καταστροφικό πρόγραμμα λιτότητας (παρά το ότι γνώριζε εκ των προτέρων την αποτυχία του, με κριτήριο το αντίστοιχο που εφαρμόσθηκε από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, οδηγώντας τη Γερμανία στον εθνικοσοσιαλισμό).

Τα αποτελέσματα του είναι πλέον ορατά δια γυμνού οφθαλμού: το δημόσιο χρέος αυξήθηκε εκρηκτικά (από 120% του ΑΕΠ στο 170%), το ΑΕΠ μειώθηκε πάνω από 15%, ενώ η σκόπιμη ανεργία (χωρίς αύξηση της ανεργίας δεν μειώνονται οι μισθοί, δεν «γκρεμίζονται» οι συλλογικές συμβάσεις και δεν «κατατροπώνονται» τα συνδικάτα) διπλασιάσθηκε στο 21%.

Παράλληλα φυσικά αυξήθηκε ο δανεισμός της Ελλάδας από την ΕΚΤ, μέσω της κεντρικής της τράπεζας (η ΤτΕ οφείλει περί τα 108 δις €, ενώ το 2008 δεν όφειλε τίποτα) και των εμπορικών τραπεζών (περί τα 60 δις €) – αφενός μεν λόγω της μείωσης των καταθέσεων, αφετέρου λόγω της κρίσης αξιοπιστίας της χώρας, με αποτέλεσμα να διακινδυνεύει πλέον και το τραπεζικό της σύστημα.

Φυσικά η Ελλάδα δεν είχε και δεν έχει μόνο θετικά στοιχεία στην Οικονομία της – το αντίθετο μάλιστα. Επειδή όμως είναι αρκετοί αυτοί, οι οποίοι ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με τα ελαττώματα της χώρας μας, με μία τόσο υπερβολική πολλές φορές αυτοκριτική, η οποία ξεπερνάει τα όρια της θυματοποίησης, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει λόγος να αναφερόμαστε και εμείς.     

 

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ Η ΤΙΜΩΡΙΑ

 

Η Ευρωζώνη είχε δύο επιλογές για τη σωστή καταπολέμηση της κρίσης δανεισμού της Ελλάδας: την αλληλεγγύη και την τιμωρία. Εάν είχε επιλεχθεί αμέσως η αλληλεγγύη (Μάιος του 2010), αφενός μεν το κόστος θα ήταν πολύ χαμηλό, ενώ το ΔΝΤ δεν θα είχε εισβάλλει στην Ευρωζώνη, αφετέρου τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί πολύ θετικότερα – τόσο για το Ευρώ, όσο και για την Ελλάδα.

Εν τούτοις, η Γερμανία προτίμησε την τιμωρία, με στόχο να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα ως πειραματόζωο – πιθανότατα για την προώθηση των ηγεμονικών βλέψεων της στην Ευρώπη. Στόχος της ήταν ανέκαθεν και συνεχίζει να είναι η παράδοση της Ελλάδας στην πυρά, η «σταύρωση» της καλύτερα έτσι ώστε,

(α) να μην επιχειρήσει καμία άλλη χώρα της Ευρωζώνης τη διαγραφή μέρους των δημοσίων χρεών της, φοβούμενη τα ελληνικά «δεινά»,

(β) να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους οι αγορές στο ευρώ, συνεχίζοντας να δανείζουν την ίδια με ελάχιστα επιτόκια (κερδίζει τουλάχιστον 40 δις € ετήσια από τη μείωση των επιτοκίων) και

(γ) να υποταχθούν όλες οι άλλες χώρες-μέλη στην οικονομική παντοδυναμία της, για να ηγηθεί μίας γερμανικής Ευρωζώνης. 

Στα πλαίσια αυτά, πιθανολογούμε πως έχει προγραμματισθεί ήδη ο τρόπος αποβολής της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, σε περίπτωση μη υποταγής της πολιτικής ηγεσίας της στις γερμανικές εντολές – με τη συμφωνία της χώρας μας φυσικά, αφού δεν επιτρέπεται διαφορετικά.

Κατά την άποψη πολλών όμως, η Γερμανία έχει μάλλον επιλέξει το λάθος πειραματόζωο – γεγονός που εμείς πιστεύουμε ότι το γνωρίζει και η ίδια, αλλά αναγκάσθηκε να το κάνει, λόγω του ότι η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε παράλληλα από τις Η.Π.Α. (ως ο Δούρειος Ίππος για την εισβολή του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη, όπως έχουμε αναλύσει επαρκώς σε παλαιότερα άρθρα μας).

ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

Το κοινό νόμισμα, το Ευρώ δηλαδή, ήταν από την αρχή ένας πολιτικός στόχος – σε καμία περίπτωση οικονομικός, αφού η Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένας «άριστος νομισματικός χώρος» (εάν οι τιμές και οι μισθοί στα κράτη-μέλη της ανέβαιναν και έπεφταν συγχρόνως, όταν μεσολαβούσε κάποια αλλαγή στις οικονομικές συνθήκες, κάτι που προϋποθέτει πλήρη κινητικότητα του Κεφαλαίου και των Εργαζομένων μεταξύ όλων των χωρών, τότε θα μιλούσαμε για έναν άριστο νομισματικό χώρο). Ακριβώς για το λόγο αυτό, προσπαθεί η Πολιτική να τη διατηρήσει «τεχνητά» στη ζωή, όσο της είναι δυνατόν.

Εν τούτοις, δεν πρόκειται να τα καταφέρει για πολύ ακόμη, αφού η βιωσιμότητα της Ευρωζώνης προϋποθέτει μία οργανωμένη «transfer union» – μία ένωση δηλαδή, στην οποία οι πλεονασματικές χώρες θα πρέπει να ενισχύουν κάθε χρόνο τις ελλειμματικές, μεταφέροντας τεράστια ποσά στους προϋπολογισμούς τους. Στην πραγματικότητα όμως είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα μπορούσε να αποφασισθεί κάτι τέτοιο – πόσο μάλλον αφού δεν είναι σε καμία περίπτωση επιθυμητό, εκ μέρους των πλεονασματικών κρατών.

Η δεύτερη εναλλακτική λύση θα ήταν μία μακρόχρονη «δημοκρατικοποίηση» της Ευρώπης, με τη βοήθεια εκλογών, νέων Θεσμών, νόμων και συμβάσεων, με στόχο την επίτευξη ενός ομοσπονδιακού συστήματος – των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. «Εθνολογικά» όμως και όχι μόνο, πρόκειται μάλλον για μία ουτοπία, η οποία δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί – με εξαίρεση ίσως μία Ενωμένη Ευρώπη, χωρίς τη Γερμανία. Η τρίτη εναλλακτική δυνατότητα θα ήταν η διάλυση της Ευρωζώνης στη σημερινή της μορφή, με την επιστροφή όλων ή κάποιων κρατών στα εθνικά τους νομίσματα.

Κατά την άποψη μας, η πλέον σωστή μελλοντική επιλογή για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης θα ήταν η σταδιακή επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς – όπου όλα τα κράτη ήταν συνδεδεμένα με το ECU, με μία επιτρεπόμενη απόκλιση της τάξης του (+-) 15%. Παράλληλα, η διευκόλυνση των υπερχρεωμένων χωρών για τα προηγούμενα δάνεια τους (χαμηλά επιτόκια, επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, επενδυτική βοήθεια «τύπου Marshall Plan» κλπ.), η οποία θα ομαλοποιούσε τις διαστρεβλώσεις που επέφερε στις οικονομίες τους η εισαγωγή του Ευρώ – με αποτέλεσμα τη ριζική επίλυση της ευρωπαϊκής κρίσης. 

Στην περίπτωση αυτή, οι ελλειμματικές οικονομίες θα μπορούσαν στη συνέχεια να υποτιμούν ελεγχόμενα τα εθνικά τους νομίσματα, οπότε θα επέστρεφε η ομαλότητα τόσο στην ανταγωνιστικότητα και στα ισοζύγια εξωτερικών συναλλαγών, όσο και στους προϋπολογισμούς τους, χωρίς επικίνδυνες εσωτερικές υποτιμήσεις ή/και καταστροφικές μονομερείς αποχωρήσεις. Ταυτόχρονα, θα επανερχόταν η Γερμανία στην τάξη, χωρίς να απειλεί την Ελευθερία, τη Δημοκρατία και την Ειρήνη, με τις αρρωστημένες ηγεμονικές της βλέψεις – ενώ θα εκδιωκόταν «άπαξ και δια παντός» οι Σύνδικοι του διαβόλου από την Ευρώπη.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Κλείνοντας οφείλουμε ίσως να προσθέσουμε ότι, το πρώτο «μνημόνιο» (2010) που υπεγράφη από την Ελλάδα, με εξαίρεση βέβαια τη συμμετοχή του ΔΝΤ, το τοκογλυφικό επιτόκιο και τον περιορισμένο χρόνο αποπληρωμής, δεν ήταν απόλυτα καταστροφικό – ενώ μία ικανή, επαρκής και σοβαρή κυβέρνηση, μη ενδοτική, θα μπορούσε τότε να οδηγήσει τη χώρα σχετικά εύκολα στην έξοδο από την κρίση. Το δεύτερο όμως «μνημόνιο», το οποίο ψηφίσθηκε δυστυχώς από τη Βουλή το Φεβρουάριο του 2012, είναι το λιγότερο εγκληματικό, αφού:

(α) η Ελλάδα υπέγραψε μόνη της την επίσημη χρεοκοπία της, αποδεχόμενη τη διαγραφή χρέους και «πυροβολώντας τα πόδια της» (άρθρο μας),

(β) επέτρεψε το αποικιοκρατικό αγγλικό δίκαιο στις ανταλλαγές ομολόγων με τους ιδιώτες πιστωτές, παρά τις προηγούμενες συνεχείς αρνήσεις και αντίθετες διαβεβαιώσεις του διορισμένου πρωθυπουργού της,

(γ) παραιτήθηκε από την ασυλία κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου της, από την Εθνική της κυριαρχία δηλαδή (μοναδική περίπτωση παγκοσμίως),

(δ) υποτάχθηκε πλήρως στους δανειστές της και τόσα πολλά άλλα, τα οποία δεν θα αποδεχόταν καμία μη ενδοτική κυβέρνηση στον πλανήτη – ακόμη και η πιο δειλή.

Φυσικά καμία διεθνής συνθήκη δεν υποχρεώνει τους Έλληνες να σεβαστούν τα υπογεγραμμένα – αφού η χώρα τους ευρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι βουλευτές της ψήφισαν κάτω από συνθήκες εκβιασμών, άγνοιας και τρομοκρατίας, ενώ έχει καταπατηθεί εμφανώς το Σύνταγμα της. Αντίθετα, οι Έλληνες έχουν καθήκον να προστατέψουν την πατρίδα τους – επομένως, να αντιδράσουν εξεγειρόμενοι συλλογικά, πριν ακόμη οδηγηθούν λεηλατημένοι, εξαθλιωμένοι και εντελώς κατεστραμμένοι στην απόλυτη χρεοκοπία, στη δικτατορία και στην υποδούλωση. 

 

ΥΓ: Ενώ όλα αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα έχουν μονοπωλήσει το παγκόσμιο ενδιαφέρον (ενδεχομένως σκόπιμα, έτσι ώστε να καλυφθούν τα προβλήματα της Ιρλανδίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας και, κυρίως, του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, της Μ. Βρετανίας και των Η.Π.Α.), η ΕΚΤ, καθώς επίσης πολλές άλλες κεντρικές τράπεζες έχουν ανοίξει «στο φουλ» τους κρουνούς των χρημάτων, με στόχο να βοηθήσουν τράπεζες και επιχειρήσεις να ξεφύγουν από την κρίση (μόνο η ΕΚΤ προσέφερε 500 δις € το Δεκέμβρη και 530 δις € επί πλέον την Τετάρτη, με επιτόκια της τάξης του 1% – παράλληλα με τις κεντρικές τράπεζες της Ιαπωνίας, της Μ. Βρετανίας και των Η.Π.Α.).

Εύλογα λοιπόν κυριαρχεί ο φόβος ότι, η πλημμύρα της ρευστότητας, του φρεσκοτυπωμένου χρήματος δηλαδή, θα προκαλέσει τεράστιες ζημίες στην παγκόσμια Οικονομία – όμοιες με αυτές ενός καταστροφικού τσουνάμι. Ήδη φαίνονται καθαρά τα πρώτα σημάδια του κινδύνου, εάν διαπιστώσει κανείς την αύξηση των τιμών του πετρελαίου, των μετάλλων, των πρώτων υλών, των μετοχών, καθώς επίσης των νομισματικών ισοτιμιών σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες – στις οποίες κινδυνεύουν πλέον πολύ σοβαρά οι εξαγωγικές επιχειρήσεις.  

Ολοκληρώνοντας, το φθηνό «διαδικτυακό χρήμα» των κεντρικών τραπεζών έχει οδηγηθεί με γοργό ρυθμό σε κερδοφόρες τοποθετήσεις ανά τον πλανήτη, γεμίζοντας με αέρα τεράστιες χρηματοπιστωτικές φούσκες, το σπάσιμο των οποίων θα ήταν η αφετηρία της επόμενης κρίσης – πιθανότατα πολύ πιο μεγάλης και εξαιρετικά καταστροφικής. “Μία απίστευτη μονεταριστική αναρχία ευρίσκεται σε κατάσταση αμόκ”, όπως αναφέρουν έντρομοι οι ειδικοί, συνεχίζοντας “Εάν, ή καλύτερα όταν ο κύκλος αυτός ολοκληρωθεί, τότε θα είναι οι κεντρικές τράπεζες μέρος του προβλήματος, κινδυνεύοντας να χρεοκοπήσουν οι ίδιες, επειδή δεν θα μπορούν πλέον να εμφανίζονται πειστικά σαν τον ύστατο σωτήρα του συστήματος. Το «πλαστικό κάλυμμα» μεταξύ της πραγματικής οικονομίας και των αγορών, οι οποίες κινούνται από την υπερβάλλουσα ρευστότητα είναι πλέον τόσο λεπτό, ώστε θα μπορούσε να σπάσει ανά πάσα στιγμή”.

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 03. Μαρτίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία, τα οποία διατίθενται online από το  eshop της ONEeditions.


ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2547.aspx