Νόημα των διαρθρωτικών αλλαγών τρόικας και ΓΑΠ

Τι σημαίνουν οι διαρθρωτικές αλλαγές που επιδιώκει η τρόικα και η κυβέρνηση;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

(Μέρος Α΄)

Μετά από το 3ο κατά σειρά επικαιροποιημένο μνημόνιο, την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου για τα εργασιακά και την ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2011, έχουμε μπει σε νέα περίοδο. Το ζητούμενο δεν είναι τόσο οι περικοπές και οι μειώσεις, όσο η δραστική αλλαγή των όρων διάθεσης και αναπαραγωγής της εργασίας. Είναι μέρος των «διαρθρωτικών αλλαγών» που ζητάνε επίμονα οι κηδεμόνες του ΔΝΤ, της ΕΕ και της ΕΚΤ.

Το συνολικό καθεστώς προστασίας και δικαιωμάτων της εργατικής δύναμης ανατρέπεται εκ βάθρων. Ο εργαζόμενος μετατρέπεται σιγά-σιγά σε επιχειρηματία του εαυτού του, της εργατικής του δύναμης, δίχως καμμιά δυνατότητα συνδικαλιστικής ή άλλης εκπροσώπησης. Η ίδια η εργασιακή σχέση χάνει το ιδιαίτερο καθεστώς που είχε κατακτήσει μέχρι σήμερα για να μεταβληθεί στην πράξη πρώτα και κατόπιν σε επίπεδο νομοθεσίας σε μια ακόμη σχέση ιδιωτικού δικαίου. Ο εργαζόμενος δεν είναι πλέον τίποτε περισσότερο από ένας ιδιώτης που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ένα έργο έναντι συγκεκριμένου αντιτίμου. Σε λίγο ακόμη και η έννοια του μισθού θα χαθεί για να αντικατασταθεί με την πολλαπλά μεθερμηνευόμενη έννοια της αμοιβής.

Πολύ σύντομα οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι δεσμευτικές συλλογικές συμβάσεις θα αποτελέσουν παρελθόν για την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Έτσι ή αλλιώς έχει ήδη συμβεί αυτό στον ιδιωτικό τομέα, όπου στην πράξη δεν υπάρχει κανενός είδους κατοχύρωση ή προστασία. Μαζί μ’ αυτές θα χαθούν και τα συνδικάτα. Ολόκληρος ο παραδοσιακός τρόπος συγκρότησης των συνδικάτων στην Ελλάδα χάνει το αντικείμενό του. Ιδίως σε συνθήκες μιας μόνιμης τεράστιας ανεργίας, η οποία επισήμως ξεπερνά τις 600 χιλιάδες και ανεπίσημα τους διπλάσιους απασχολούμενους. Η ίδια η εργατική τάξη της χώρας βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Όταν ουσιαστικά ένας στους τρεις μισθωτούς βρίσκεται σε κατάσταση μερικής ή ολικής ανεργίας, είναι μάλλον αστείο να μιλά κανείς για οργανωμένη τάξη. Και είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι με τέτοια ανεργία κανείς εργαζόμενος δεν μπορεί να νιώθει ασφαλής, ούτε μπορεί στα σοβαρά να διεκδικήσει κάτι καλύτερο για τον εαυτό του και το σύνολο.

 

Η φτώχεια και η ανέχεια ως οικονομικό κίνητρο

 

Το σύστημα της μισθωτής εργασίας γεννήθηκε όταν η εργατική δύναμη απέκτησε την ιδιότητα του εμπορεύματος. Στην αρχαιότητα ο θύτης, αυτός δηλαδή που λόγω ανέχειας αναγκαζόταν να δουλέψει για άλλον, ήταν συνώνυμο της πιο απόλυτης εξαχρείωσης. Συχνά σε χειρότερο επίπεδο από τον δούλο. Με την «οικονομία της αγοράς» αυτό το πιο εξαχρειωμένο σύστημα βιοπορισμού του ανθρώπου μετατράπηκε σε κανόνα επιβίωσης για την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού.

Το σύστημα της μισθωτής εργασίας ενώ συνέτριψε όλες τις προηγούμενες δοξασίες, όλες τις προηγούμενες ρομαντικές αυταπάτες για την «προσωπική δουλειά» και τα ωφελήματα της, τις θρησκευτικές αγκυλώσεις και τις ηθικές αναστολές, έφερε μαζί του την δική του ξεδιάντροπη ηθική: Για πρώτη φορά η πείνα, η ανέχεια, η άμεση φυσική και κοινωνική εξαθλίωση τεραστίων μαζών αποτέλεσαν το πρώτο και καθαριστικό στοιχείο για την ανάπτυξη του σύγχρονου πολιτισμού της κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας και της μισθωτής εργασίας.

Έως τότε η φτώχεια και η εξαθλίωση απεικόνιζαν τα όρια της κοινωνίας, αποτελούσαν την απόδειξη πως η κοινωνία δεν διαθέτει την απαιτούμενη παραγωγική ικανότητα για να θρέψει τoν πληθυσμό της. Η φτώχεια, δηλαδή, ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης πολιτισμού, του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών ικανοτήτων της κοινωνίας. Αντίθετα, στο σύστημα μισθωτής εργασίας η μαζική φτώχεια και η εξαθλίωση αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του πολιτισμού, για την ανάπτυξη των παραγωγικών ικανοτήτων και των δυνατοτήτων της κοινωνίας. Αποτελεί, δηλαδή, το φυσικό πλαίσιο, το κοινωνικό κίνητρο για την ύπαρξη της περιλάλητης «αγοράς εργασίας» και κατά συνέπεια της ανάπτυξης του αστικού πολιτισμού.

Στα πρώτα ιστορικά βήματα του καπιταλισμού η αξία του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» δεν αντιστοιχούσε σε τίποτε περισσότερο από τις φυσικές ανάγκες του μεμονωμένου εργάτη, δηλαδή σ’ αυτά που χρειαζόταν ο εργάτης «για να ζει, να εργάζεται και να διαιωνίζεται.» [1]  O μεγάλος φυσιοκράτης και υπουργός οικονομικών των Λουδοβίκων, Τυργκό, έγραφε προς τα τέλη του 18ου αιώνα: «Ο κοινός εργάτης που δεν έχει παρά μόνο τα χέρια του και την τέχνη του, κατορθώνει ν’ απολαμβάνει κάτι μόνο εφόσον καταφέρνει να πουλήσει σ’ άλλους την εργασία του. Την πουλά περισσότερο ή λιγότερο ακριβά, αλλά αυτή η τιμή, όσο κι αν είναι περισσότερο ή λιγότερο υψηλή ή χαμηλή, δεν εξαρτάται μονάχα απ’ τον ίδιο: προκύπτει απ’ την συμφωνία που συνάπτει μ’ εκείνον που καταβάλει το τίμημα για την εργασία του. Ο τελευταίος τον πληρώνει όσο πιο λίγο μπορεί και καθώς έχει την δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε μεγάλο αριθμό εργατών, προτιμά αυτόν που δουλεύει με τα λιγότερα. Οι εργάτες επομένως είναι αναγκασμένοι να μειώσουν την τιμή, καθώς βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Σε κάθε είδους εργασία δεν μπορεί να μην συμβεί και πραγματικά αυτό συμβαίνει έτσι ώστε ο μισθός του εργάτη να περιορίζεται στα όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την δική του συντήρηση.» [2]  Ήταν η εποχή που οι μεγάλες μάζες της φτωχολογιάς της υπαίθρου και των πόλεων, μετατρέπονταν με την βία σε κοινούς εργάτες, στοιβαγμένοι μέσα σε βιομηχανικά γκέτο και σε ποικίλα άσυλα για φτωχούς, που τα αποκαλούσαν «κοινωνικά νεκροταφεία» ή «ζωντανούς τάφους». Ο Κάρολος Ντίκενς, αλλά κι άλλοι συγγραφείς αυτής της εποχής, απέδωσαν με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο την πρωτόγνωρη αθλιότητα, που χαρακτήριζε την περίοδο αυτή γένεσης της εργατικής τάξης.

John McNab

Όταν, όμως, ο απλός εργάτης λυτρώθηκε από την προσωπική του εξάρτηση στον συγκεκριμένο εργοδότη, βγήκε από τα γκέτο και γλύτωσε από τα άσυλα για φτωχούς, αντιμετώπισε την ανελέητη πραγματικότητα της «ελεύθερης αγοράς». Τότε βρέθηκε μπροστά στην ανάγκη ν’ αντιδράσει στα μεγάλα ρίσκα και στους συντριπτικούς κινδύνους, που αντιμετωπίζει όποιος κινείται στην αγορά και ιδίως όποιος «φέρνει στην αγορά για να πουλήσει το ίδιο το δικό του τομάρι, ξέροντας ότι το μόνο που τον περιμένει είναι το – γδάρσιμο» [3]. Να βρει, δηλαδή, τρόπους να συνυπολογιστεί στην «τιμή της εργασίας» του, ο κίνδυνος να μείνει ανήμπορος από εργατικό ατύχημα, ο κίνδυνος να μείνει άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο κίνδυνος ν’ αρρωστήσει και να μείνει χωρίς δουλειά κι ο κίνδυνος της απόλυτης εξαθλίωσης όταν γέρος κι ανήμπορος δεν θα μπορεί πλέον να συντηρεί τον εαυτό του.

Έτσι γεννήθηκε το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης, ως αναγκαία αμυντική διεκδίκηση όχι απλά του μεμονωμένου εργάτη, αλλά του συνόλου της τάξης. Μια αμυντική διεκδίκηση όχι μόνο ή κύρια ενάντια στην απληστία της εργοδοσίας, αλλά πρωταρχικά ενάντια στην έμφυτη ασυδοσία της αγοράς γενικά. Αν με τα αιτήματα για καλύτερο μεροκάματο, λιγότερες ώρες δουλειάς και καλύτερες συνθήκες εργασίας, η εργατική τάξη στράφηκε ενάντια στο κεφάλαιο ως εργοδοσία, με το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης στράφηκε ενάντια στην ίδια τη βάση ολόκληρου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την ίδια την αγορά. Μόνο έτσι η αξία της «εργατικής δύναμης», τα όρια αναπαραγωγής της «ικανότητας προς εργασία», λυτρώθηκαν από το επίπεδο των φυσικών αναγκών επιβίωσης του μεμονωμένου εργάτη και τέθηκαν σε νέα βάση, σε συλλογική κοινωνική βάση, δηλαδή στη βάση των συλλογικών κοινωνικών αναγκών της εργατικής τάξης.

Η διεκδίκηση της κοινωνικής ασφάλισης λειτούργησε αποφασιστικά ώστε οι εργάτες να υπερβούν την μεμονωμένη διαπραγμάτευση των όρων πώλησης της προσωπικής τους εργατικής δύναμης. Ο εργάτης συνειδητοποίησε ότι η διαιώνισή του δεν μπορεί να ‘ναι το ίδιο «όπως διαιωνίζεται με την αναπαραγωγή του είδους κάθε έμβιο ον» [4]. Αντίθετα, αν ήθελε να γλυτώσει απ’ την καταθλιπτική μιζέρια, που τον καταδικάζει το «μεροδούλι-μεροφάι», έπρεπε άμεσα κι αποφασιστικά να δέσει οργανικά τ’ ατομικά του συμφέροντα κι ανάγκες, με τις συλλογικές κοινωνικές ανάγκες και συμφέροντα της δικής του ιδιαίτερης τάξης. Μόνο σ’ αυτή τη βάση θεμελιώθηκε η συνείδηση σε πλατιά στρώματα εργατών για την ανάγκη οργάνωσής τους στο συνδικάτο, όχι απλά σαν συλλογική άμυνα απέναντι στην εργοδοσία, αλλά σαν κάτι πολύ περισσότερο: ως συγκροτημένη έκφραση μιας ιδιαίτερης κοινωνικής τάξης, των πωλητών του εμπορεύματος εργατική δύναμη, με ιδιαίτερες συλλογικές ανάγκες και συμφέροντα. Έτσι ο εργάτης μπόρεσε να ξεπεράσει την κατάσταση «υποζυγίου», στην οποία τον είχε καταδικάσει εξαρχής το κεφάλαιο κι άρχισε να μετατρέπεται σε κοινωνικό υποκείμενο.

Απ’ αυτή την άποψη δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα πρώτα συλλογικά μέτρα κοινωνικής ασφάλισης, αναπτύχθηκαν απ’ τα ίδια τα εργατικά συνδικάτα ήδη απ’ τον 18ο αιώνα. Πρόκειται στην ουσία για «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», που αναλάμβαναν την συντήρηση των αρρώστων, των ηλικιωμένων, μαζί και τις χήρες με τα ορφανά. Η συγκρότηση πανεθνικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, κυρίως τις πρώτες τρεις δεκαετίες του 19ου αιώνα συνδεόταν οργανικά και με την ανάγκη για ισχυρά «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», που θα κάλυπταν το σύνολο της εργατικής τάξης. Έτσι, στην προγραμματική διακήρυξη του «Μεγάλου Εθνικού Ενοποιημένου Συνδικάτου» (Grand National Consolidated Trades Union), που δημιουργήθηκε απ’ τους ίδιους τους εργάτες τον Φεβρουάριο του 1834 στο Λονδίνο, ως συλλογική οργάνωση των επιμέρους συνδικάτων κι εργατικών οργανώσεων της εποχής, διαβάζουμε: «Μεγάλα πλεονεκτήματα πρόκειται να προκύψουν απ’ την δημιουργία, σε κάθε περιφερειακό τομέα, ενός ταμείου για την υποστήριξη των αρρώστων και των ηλικιωμένων.» [5] 

Βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή που η εργατική τάξη έκανε τα πρώτα βήματά της στην «απόσπασή» της απ’ τις υπόλοιπες τάξεις, στρώματα και θεσμούς της αστικής κοινωνίας κι έτσι θεωρούσε πως μπορούσε να «λύσει» τα προβλήματά της μόνο κι αποκλειστικά με «ίδια μέσα». Κάτι άλλωστε που αποτελεί και μια από τις πρώτες εκδηλώσεις ενός χαρακτηριστικού ταξικού φιλότιμου, μιας ιδιαίτερης υπερηφάνειας κι αξιοπρέπειας της τάξης, η οποία θεωρούσε ότι είναι στοιχειώδης υποχρέωσή της να στηρίξει τα «δικά της» αδύναμα μέλη, παρά να τ’ αφήσει έρμαια της φροντίδας της επίσημης κρατικής ελεημοσύνης, της ιδιωτικής φιλανθρωπίας και των «ανθρώπινων αποθηκών», όπως πολύ εύστοχα αποκαλούσαν τα φτωχοκομεία.

Από τότε η ίδια η κοινωνική ασφάλιση αποτελούσε για κάθε εργάτη μια άμεση, συνεχής πρακτική εκδήλωση της ταξικής του αλληλεγγύης, όχι μόνο ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της τάξης του, αλλά κι ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές της τάξης του. Η καταβολή απ’ το δικό του προσωπικό υστέρημα στο «κοινό ταμείο», ήταν και παραμένει η έμπρακτη απόδειξη αυτής της ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα στον μεμονωμένο εργάτη και την τάξη του, αποτελεί την πρακτική επιβεβαίωση της οργανικής σύνδεσης των δικών του προσωπικών αναγκών και συμφερόντων, με τις συλλογικές ανάγκες και συμφέροντα της τάξης του. Αυτή τη πρακτική εκδήλωση της ταξικής αλληλεγγύης μέσα απ’ την κοινωνική ασφάλιση, ήταν κάτι που μέτρησε ιδιαίτερα το κεφάλαιο και το κράτος του, όταν αναγκάστηκε να εξετάσει στα σοβαρά την αναγκαιότητα εφαρμογής «κοινωνικής πολιτικής».

Ωστόσο, όταν ο ανελέητος χαρακτήρας της «ελεύθερης αγοράς» ποδοπάτησε τις αρχικές ουτοπικές προσδοκίες της εργατικής τάξης, τότε αυτή συνειδητοποίησε ότι τα διαθέσιμα «ίδια μέσα» της τάξης, οι συγκροτημένες «αδελφότητές» της, αλλά και τα διάφορα «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», δεν ήταν καθόλου αρκετά για ν’ αντιμετωπιστεί – πόσο μάλλον να ξεπεραστεί – η κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια, το φάσμα της ανέχειας, που την στοιχειώνουν εξυπαρχής. Άρχισε, λοιπόν, να συνειδητοποιεί την ανάγκη επίμονης συλλογικής και οργανωμένης πάλης για την διεκδίκηση όλων εκείνων των αναγκαίων πόρων και μέσων, που είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση των πιο άμεσων κι επειγόντων προβλημάτων της. Κι έτσι οι έως τότε οργανωμένες «αδελφότητες» της εργατικής τάξης, μετατράπηκαν σε πλατιές μαχητικές διεκδικητικές οργανώσεις, σε πραγματικά συνδικάτα της τάξης- όργανα της ταξικής πάλης.

Έτσι σφυρηλατήθηκε η άποψη στους εργάτες ότι η κοινωνική ασφάλιση είναι αποκλειστικά δική τους υπόθεση κι επομένως η συνολική της διαχείριση αφορά αποκλειστικά τους ίδιους και τα συνδικάτα τους. Την εργοδοσία και το κράτος δεν τους αφορούσε παρά μόνο στον βαθμό της εξοικονόμησης «πρόσθετων πόρων». Έτσι έθεσε τα θεμέλια η μισθωτή εργασία για την συγκρότησή της σε οργανωμένη τάξη, που προϋπέθετε την οργάνωσή της σε συνδικάτα και την εξασφάλισή της απέναντι στην ανέχεια και την ανεργία. Σήμερα κλείνει ο ιστορικός κύκλος με την εργατική τάξη να κινδυνεύει να τα χάσει όλα.

 

Η εργασία ως κόστος της επιχείρησης

 

Στα 1786 ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του δόγματος της «ελεύθερης αγοράς», ο εξαιρετικά προσφιλής στα αστικά σαλόνια της εποχής αιδεσιμότατος Τζόζεφ Τάουνσεντ, έγραφε: «Φαίνεται να συνιστά νόμο της φύσης το γεγονός ότι οι φτωχοί πρέπει να είναι ως ένα βαθμό δίχως προστασία… Όταν κάποιος αισθάνεται ή φοβάται την πείνα, η επιθυμία να κερδίσει το ψωμί του προδιαθέτει ήσυχα το νου να αντιμετωπίσει τις πιο μεγάλες δοκιμασίες και γλυκαίνει ακόμη και την πιο σκληρή δουλειά.»[6] Πειθάρχηση των εργαζομένων με όπλο την πείνα, αυτή είναι η φύση της «ελεύθερης αγοράς» από τον 18ο αιώνα έως σήμερα. Γι’ αυτό και η δημοκρατία που βασίζεται σε τέτοιους «φυσικούς νόμους», δεν μπορεί παρά να «αποτελεί το ίδιο και το αυτό με την πλουτοκρατία», όπως έγραφε στα 1918 ο Οσβαλντ Σπένγκλερ [7].

Ολόκληρη η δομή και η συγκρότηση της εργατικής τάξης δημιουργήθηκε ιστορικά για να αντιταχθεί σ’ αυτήν την χειραγώγηση με όπλο την πείνα και την ανέχεια. Σήμερα επιστρέφουμε στο ίδιο σημείο. Μετά την επιβολή της ευλύγιστης εργασίας, περάσαμε από τους απασχολήσιμους, στους επιχειρηματίες της εργατικής δύναμης, που εργοδότης τους είναι η ίδια η αγορά εργασίας και εργάζονται όταν υπάρχει δουλειά και για όσο υπάρχει δουλειά. Το κυνήγι του μεροκάματου, η δεύτερη δουλειά, τα ατελείωτα ωράρια, οι διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις, δεν αφήνουν περιθώρια ούτε καν για ελεύθερο χρόνο. Σήμερα, τουλάχιστον 7 στους 10 Έλληνες δεν διαθέτουν καθόλου ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό τους και για την οικογένειά τους. Η ζωή τους εκτός εργάσιμου ωραρίου είτε είναι προέκταση της δουλειάς, είτε είναι τόσο λίγη όπου μόλις και μετά βίας μπορούν να ανταπεξέλθουν στις βασικές υποχρεώσεις του νοικοκυριού τους και να ξεκουραστούν. Για το σημερινό εργαζόμενο το 24ωρο γίνεται όλο και πιο στενό για να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ταυτόχρονα όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αναγκάζονται να εργάζονται στις άδειές τους, μιας και οι διακοπές αποτελούν ένα ολοένα και πιο μακρινό όνειρο, ιδίως για την εργατική οικογένεια. Η πλειοψηφία των Ελλήνων εργαζομένων σήμερα πηγαίνει διακοπές λιγότερο τακτικά και για μικρότερο διάστημα, απ’ ότι συνέβαινε μια γενιά πριν.

Ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι μόνο ανύπαρκτος, αλλά δέχεται και μια ανοιχτή επίθεση συκοφάντησης. Ο χρόνος μακριά από τη δουλειά, έξω από τον εξαναγκασμό του βιοπορισμού, θεωρείται πολυτέλεια, ή στην καλύτερη περίπτωση ένα αναγκαίο κακό για την αναπλήρωση των χαμένων δυνάμεων του εργαζόμενου. Η διεκδίκηση του ελεύθερου χρόνου αντιμετωπίζεται περίπου ως συνώνυμο της τεμπελιάς. Στον εργαζόμενο σήμερα δεν αναγνωρίζονται παρά μόνο δυο βασικές ανάγκες, η ανάγκη για δουλειά και η ανάγκη για επιβίωση. Με αυτόν τον τρόπο ο εργαζόμενος χάνει την ανθρώπινη υπόστασή του και υποβαθμίζεται σε κατάσταση υποζυγίου. Την ίδια ώρα οι ανάγκες για ψυχαγωγία, πολιτισμό και επικοινωνία γίνονται αντικείμενα της πιο αισχρής διαστροφής και εκμετάλλευσης προς όφελος του κέρδους.

Πολύ σύντομα ακόμη και τα τελευταία ψήγματα κοινωνικής ασφάλισης που έχουν απομείνει θα εξαφανιστούν. Οι συντάξεις θα υποβαθμιστούν στο επίπεδο μιας ελάχιστης κοινωνικής παροχής. Δεν υπάρχουν πια κοινωνικά δικαιώματα που είναι κατοχυρωμένα για όλους τους εργαζόμενους, παρά μόνο μια άθλια φτωχοπρόνοια για όσους «έχουν πραγματικά ανάγκη», η οποία εξαρτάται από την εκάστοτε κρατική και ιδιωτική φιλανθρωπία.

Έχουμε φτάσει σε μια εποχή όπου η βαθιά κρίση της κεφαλαιοκρατίας αδυνατεί να εξασφαλίσει ακόμη και τα ελάχιστα μέσα προς το ζην για τον εργαζόμενο. Ο μισθός, η αμοιβή της εργασίας δεν μπορεί πλέον να καλύψει ούτε καν τις βασικές ανάγκες του εργαζόμενου και της οικογένειάς του. Γι’ αυτό και δεν αντιμετωπίζεται πλέον από το κράτος και την εργοδοσία ως μέσο βιοπορισμού, αλλά αποκλειστικά και μόνο ως στοιχείο του επιχειρηματικού κόστους. Η βιωσιμότητα της επιχείρησης είναι πέρα και πάνω από την βιωσιμότητα του εργατικού νοικοκυριού. Κι έτσι έχουμε την εξής απόλυτη διαστροφή: δεν είναι οι επιχειρήσεις και η οικονομία που πρέπει να προσαρμοστούν στις ανάγκες βιοπορισμού της εργαζόμενης κοινωνίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Η ίδια η έννοια της οικονομίας έχει ταυτιστεί με τις επιχειρήσεις και επομένως όλες οι ανάγκες της κοινωνίας μετρούνται με βάση τα κόστη και τα οφέλη που προσθέτουν στις επιχειρήσεις. Η ίδια η ιδιωτική επιχείρηση έχει μεταβληθεί επίσημα πια σε πρότυπο οργάνωσης της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής. Ο ολοκληρωτισμός που αναδύει αυτή η πρακτική κάνει τις χούντες και τα φασιστικά καθεστώτα να μοιάζουν παρωχημένα.

 

(Μέρος Β΄)

 

Τα μέτρα που παίρνονται σήμερα ενάντια στην εργασία δεν είναι μια απλή επίθεση του κεφαλαίου, όπως συνηθίζουν να λένε όσοι αρνούνται να δουν κατάματα την πραγματικότητα. Δεν πλήττονται μόνο ή απλά οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων, αλλά αλλάζει ριζικά το σύνολο των όρων αναπαραγωγής και απασχόλησης της εργατικής δύναμης σήμερα στην Ελλάδα. Η εργαζόμενη οικογένεια σήμερα χάνει κάθε δυνατότητα οικογενειακού προγραμματισμού, δεν γνωρίζει αν και κατά πόσο θα έχει δουλειά, δεν γνωρίζει αν και πώς θα μορφώσει και θα αποκαταστήσει τα παιδιά της, δεν έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύσει ούτε καν για το εγγύς μέλλον, δεν μπορεί να συνέλθει από τα απανωτά χτυπήματα που δέχεται και η προοπτική της φαντάζει σκοτεινή. Πολύ σύντομα ακόμη και αυτή η μικρή ακίνητη περιουσία στο χωριό και την πόλη, που αποτέλεσε ιστορικά αποκούμπι για πολλά λαϊκά νοικοκυριά, είτε θα εξανεμιστεί, είτε θα μεταβληθεί σε ασήκωτο βάρος υπό καθεστώς άγριων και συνεχών φοροεπιδρομών και διαρκούς εισοδηματικής συμπίεσης. Τίποτε πλέον δεν είναι βέβαιο, εκτός από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι χωρίζονται πια σε δυο μεγάλες μερίδες, σε εκείνους με δουλειά χωρίς μέλλον και σε εκείνους με μέλλον χωρίς δουλειά.

Μπορεί να υπάρξει συγκροτημένη κοινωνία υπό τέτοιες συνθήκες; Φυσικά όχι. Το κοινωνικό περιθώριο, η μαζική εξαθλίωση, η εγκληματικότητα, η μετατροπή πλατιών στρωμάτων σε αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε «κουρελοπρολεταριάτο» με αντίστοιχη κοινωνική ζωή και συνείδηση, απορροφά πλέον μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Αυτό που ορισμένοι ονομάζουν αντεργατική επίθεση του κεφαλαίου και της κυβέρνησης, ή εργατικό μεσαίωνα, υπερβαίνει κατά πολύ τα συνηθισμένα όρια της τάξης και των συμφερόντων της. Δεν ξεριζώνεται απλά η εργατική τάξη, αλλά μαζί της και ολόκληρη η κοινωνία, ενώ οι συνέπειες ξεπερνούν τις επιπτώσεις στην εργασία και τις απολαβές. Αποκτούν διαστάσεις ανθρωπιστικής καταστροφής. Γι’ αυτό και το να επιμένει κανείς- όπως κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ, του ΣΥΝ, αλλά και άλλων δυνάμεων της αριστεράς- να την αντιλαμβάνεται σαν μια τυπική αντεργατική επίθεση ή πολιτική, όσα αντικαπιταλιστικά-ταξικά πρόσημα κι αν της προσθέτουν, αποτελεί το λιγότερο επιχείρηση απολογητικής και συσκότισης του πραγματικού περιεχομένου της όλης κατάστασης.

cometstarmoon

 Η ριζική ανατροπή των όρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης

 

Σύμφωνα με τον επικεφαλής των ελεγκτών του ΔΝΤ, Πολ Τόμσεν, οι «διαρθρωτικές αλλαγές» στην εργασία χρειάζονται για τον εξής βασικό λόγο: «Με τον τρόπο που η Ελληνική αγορά εργασίας λειτουργούσε συνεισέφερε σε μια δυσανάλογη αύξηση σε μισθούς την τελευταία δεκαετία και σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας. Έτσι οι μισθοί χρειάζεται να συμβαδίζουν περισσότερο με την παραγωγικότητα. Κατά την μεσοπρόθεσμη περίοδο, οι εξελίξεις στους μισθούς της Ελλάδας θα πρέπει να καθορίζονται από την βελτίωση της παραγωγικότητας. Μια πιο ανοιχτή και πιο δυναμική αγορά εργασίας θα προσφέρει περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης καθώς το επιχειρηματικό περιβάλλον βελτιώνεται, οι επενδύσεις αυξάνονται και η οικονομία επεκτείνεται.» [8]

Πίνακας 1: Ειδικός βάρος της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη

Έτος

 

2001

 

2002

 

2003

2004

2005

2006

 

2007

2008

 

2009

EURO15

 

100,0

 

100,0

 

100,0

100,0

100,0

100,0

 

100,0

100,0

 

100,0

Κέρδη

 

2,9

 

2,9

 

3,2

3,2

3,3

3,3

 

3,3

3,3

 

3,5

Αμοιβές

 

1,4

 

1,5

 

1,6

1,7

1,8

1,8

 

1,9

2,0

 

2,0

ΑΕΠ

 

2,1

 

2,1

 

2,3

2,4

2,4

2,5

 

2,5

2,6

 

2,6

Ιδιωτικές επενδύσεις

 

1,6

 

1,8

 

2,0

1,9

1,7

1,8

 

1,8

1,7

 

1,7

Πηγή: Eurostat

Τι σημαίνει αυτό; Η επιβολή μιας πιο ανοιχτής και πιο δυναμικής αγοράς εργασίας, κατά τα λεγόμενα του Τόμσεν, δεν αφορά απλά και μόνο στην ενίσχυση του επιχειρηματικού κέρδους. Έχει σχέση πρώτα και κύρια με την αλλαγή συνολικά του μοντέλου ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι στα πλαίσια της παγκόσμιας κρίσης η χρεοκοπία του ελληνικού εξαρτημένου καπιταλισμού δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Το εξαρτημένο κρατικομονοπωλιακό σύστημα του καπιταλισμού στην Ελλάδα δεν μπορεί να αναταχθεί σε δική του αυτοτελή οικονομική και αναπτυξιακή βάση. Τουλάχιστον με την μορφή και τον χαρακτήρα που είχε μέχρι σήμερα. Και δεν έχουν άδικο.

Ας δούμε τον πίνακα 1 για να αντιληφθούμε τις βασικές παραμέτρους του προβλήματος. Το βασικό «συγκριτικό πλεονέκτημα» της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη ήταν η συγκριτικά υψηλή κερδοφορία σε βάρος όχι μόνο των αμοιβών της εργασίας, αλλά και των επενδύσεων. Αν από το ειδικό βάρος των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα σε σύγκριση με εκείνο της ευρωζώνης, το οποίο ποτέ δεν έφτασε ούτε καν το αντίστοιχο ποσοστό του ΑΕΠ της χώρας στην ευρωζώνη, αφαιρέσουμε το μερίδιο των ιδιωτικών επενδύσεων στην οικοδομή, τότε το ποσοστό των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα σε όλους τους άλλους τομείς δεν ανέβηκε ποτέ πάνω από το 0,3% του συνόλου των αντίστοιχων επενδύσεων στην ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος του ΑΕΠ τροφοδοτήθηκε από μια  εσωτερική ζήτηση που στηρίχθηκε στο δανεισμό και την κρατική κατανάλωση μέσα από μεγάλα έργα, κοινοτικά προγράμματα, κρατικές προμήθειες και ελλείμματα.

Πίνακας 2: Αποζημίωση και παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ως % της ευρωζώνης

Έτος

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Ευρωζώνη

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

Αποζημίωση εργαζομένων

41,0

40,0

44,2

46,6

50,0

51,2

52,4

55,0

57,0

57,5

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παραγωγικότητα της εργασίας

ανά ώρα

65,0

67,3

69,3

70,7

71,8

69,7

67,3

68,0

69,3

70,2

Παραγωγικότητα

της εργασίας

ανά εργαζόμενο

83,1

86,8

89,7

91,6

91,9

89,7

89,4

89,0

90,8

89,8

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια έδωσαν τη δυνατότητα στο μεγάλο κεφάλαιο να κερδοσκοπήσει σε βάρος της εργασίας με κάθε δυνατό τρόπο. Είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία του πίνακα 2 που συγκρίνει την παραγωγικότητα και τις αποζημιώσεις της εργασίας στην Ελλάδα ως ποσοστό της ευρωζώνης. Από τον πίνακα συνάγουμε ότι ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα κινήθηκε την δεκαετία του ευρώ λίγο πιο κάτω από το μέσο επίπεδο της ευρωζώνης, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα κινήθηκε σημαντικά πιο κάτω. Με άλλα λόγια για να παράγει ο εργαζόμενος στην Ελλάδα νέα προϊόντα και υπηρεσίες στην Ελλάδα χρειαζόταν να εργαστεί κατά 25% περισσότερο από τον μέσο εργαζόμενο της ευρωζώνης. Κι αυτό οφείλεται στον εξαιρετικά χαμηλό δείκτη παραγωγικού εκσυγχρονισμού και επενδύσεων που επιτρέπει στην εργοδοσία και το κεφάλαιο να καλύπτει τις διαφορές παραγωγικότητας με τον μέσο όρο της ευρωζώνης μέσα από την υπερεργασία του εργαζόμενου. Την ίδια ώρα που οι μέσες αμοιβές των εργαζομένων στην Ελλάδα κινούνται πολύ πιο χαμηλά όλων των δεικτών της παραγωγικότητας, μόλις λίγο πάνω από το 50% του μέσου όρου της ευρωζώνης. Για ποια σύνδεση αμοιβής και παραγωγικότητας μπορεί να γίνει λόγος;

Η κατάσταση αυτή δεν οδήγησε μόνο στην αποσύνθεση της όποιας παραγωγικής βάσης του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και σε μια τεχνητή διόγκωση της εσωτερικής ζήτησης που δεν βασίστηκε σε πραγματική άνοδο της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών στρωμάτων. Χαρακτηριστικός από αυτή την άποψη είναι ο πίνακας 3. Την δεκαετία του ευρώ τα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα γνώρισαν μια πρωτόγνωρη κατάσταση κοινωνικής εξαθλίωσης. Για πρώτη φορά το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο δεν ήταν αρκετό για να καλύψει την αντίστοιχη μέση καταναλωτική δαπάνη ανά κάτοικο. Τι σημαίνει αυτό; Τα λαϊκά νοικοκυριά και οι εργαζόμενοι για πρώτη φορά έφθασαν στο σημείο να μην μπορούν να καλύψουν με τις μέσες αποδοχές τους τις βασικές καταναλωτικές τους δαπάνες. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από το 60 με 70% του πληθυσμού που διαθέτει εισοδήματα μέχρι το μέσο καθαρό διαθέσιμο εθνικό εισόδημα είναι κάτω από το όριο φυσιολογικής επιβίωσης, δηλαδή δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με ίδια μέσα. Επομένως το να μιλά κανείς αυτή την περίοδο μόνο για 20% κάτω από όριο φτώχειας στην Ελλάδα, είναι εντελώς πλασματικό γιατί υπολογίζει μόνο το πόσοι διαθέτουν εισόδημα κάτω από το 50% του μέσου επιπέδου. Όταν ακόμη και με το μέσο εισόδημα δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα, δεν μπορείς να χρηματοδοτήσεις τις βασικές κοινωνικές σου ανάγκες, τότε η έννοια της απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης αλλάζει δραματικά και αποκτά πολύ ευρύτερα χαρακτηριστικά.

Πίνακας 3: Δαπάνη, εισόδημα, δανεισμός και αποταμίευση ανά κάτοικο (σε ευρώ)

Έτος

 

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Τελική δαπάνη κατανάλωσης

Ευρώ

17.400

17.900

18.500

19.000

19.700

20.400

21.100

21.700

21.700

Ελλάδα

12.000

13.000

13.700

14.700

15.700

16.900

18.100

19.300

19.500

Καθαρό διαθέσιμο εθνικό εισόδημα

Ευρώ

20.400

21.000

21.200

22.200

22.800

23.900

25.000

24.600

23.000

Ελλάδα

12.100

12.700

13.700

14.600

15.100

16.100

17.000

17.600

17.100

Καθαρός δανεισμός

Ευρώ

–

–

–

–

–

–

–

-100

-100

Ελλάδα

-1.400

-1.700

-1.700

-1.500

-1.700

-2.000

-2.700

-3.100

-2.700

Καθαρή αποταμίευση

Ευρώ

1.600

1.500

1.500

1.700

1.600

1.900

2.200

1.800

700

Ελλάδα

0

-300

0

0

-600

-800

-1.200

-1.700

-2.400

Πηγή: Eurostat

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν η έξαρση του ιδιωτικού δανεισμού, όπως άλλωστε φαίνεται και στον πίνακα. Το εισοδηματικό έλλειμμα που δημιούργησαν οι περιοριστικές πολιτικές καλύφθηκε από την προσφυγή στο δανεισμό. Εκτός από αίσθημα πλασματικής ευφορίας που δημιούργησε σε ορισμένα στρώματα, οδήγησε σχεδόν το σύνολο των εργαζομένων σε ένα νέο είδος σύγχρονης δουλοπαροικίας μέσα ένα ιδιότυπο σύστημα πεονίας. Ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα δεν δουλεύει πια για να ζήσει ο ίδιος και η οικογένειά του, αλλά για πληρώνει τα δάνειά του. Μπορεί σ’ αυτές τις συνθήκες να μιλάμε στα σοβαρά για αυξήσεις του μισθού, για καλύτερες δουλειές και για αντιμετώπιση της ανεργίας αν πρώτα και πάνω απ’ όλα δεν γλυτώσει ο εργαζόμενος από αυτό το σύστημα πενίας; Αν δεν απαλλαγεί εδώ και τώρα από τα χρέη του;

Μια ακόμη πολύ βασική συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η πλήρης αδυναμία του λαϊκού νοικοκυριού και του εργαζόμενου να αποταμιεύσει. Και χωρίς ροπή προς καθαρή αποταμίευση από τα λαϊκά στρώματα δεν είναι δυνατόν να υπάρξει επαρκής ροή πόρων για επενδύσεις και ανάπτυξη κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς. Ολόκληρη την δεκαετία του ευρώ η ροπή προς καθαρή αποταμίευση ήταν αρνητική για την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ολόκληρη η εργαζόμενη Ελλάδα έτρωγε όλα αυτά τα χρόνια από τα έτοιμα, από αυτά που είχε βάλει στην άκρη για ώρα ανάγκης, από αυτά που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζαν το μέλλον το δικό της και των παιδιών της. Και τα έτρωγε όχι μόνο για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες της, για τις οποίες το μέσο εισόδημά της δεν επαρκούσε, αλλά όλο και περισσότερο για να πληρώνει τα δανεικά της.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat [9] η Ελλάδα είναι μία από τρεις χώρες με το χαμηλότερο ποσοστό του πληθυσμού της με τραπεζικές καταθέσεις. Το ποσοστό των κατοίκων που διαμένουν σε νοικοκυριά με ιδιόκτητους τραπεζικούς λογαριασμούς ήταν για όλες τις χώρες της Ε.Ε. των 27 πάνω από 80%, με τρεις εξαιρέσεις: την Βουλγαρία (17,1%), την Ρουμανία (24,6%) και την Ελλάδα (29,9%). Ενώ το ποσοστό των νοικοκυριών με ιδιόκτητους τραπεζικούς λογαριασμούς υπερβαίνει το 95% σε 15 από τις 27 χώρες της Ε.Ε.. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα είναι η τρίτη χώρα στην Ε.Ε. σε ποσοστό υπερχρεωμένων νοικοκυριών ειδικά όσον αφορά τις πιστωτικές κάρτες και της καθυστέρησης πληρωμής δόσεων για δάνεια κατοικίας. Με άλλα λόγια η Ελλάδα από άποψη εισοδηματικών δεδομένων βρίσκεται ήδη στο επίπεδο των πιο φτωχών και διαλυμένων οικονομιών της Ε.Ε., ενώ από την άποψη της υπερχρέωσης βρίσκεται στο επίπεδο των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ε.Ε..

Πίνακας 4: Μερίδια κερδών και μισθών στο ΑΕΠ (%)

 

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ

ΕΕ-27

37,9

38,1

38,3

38,5

39,0

39,1

39,4

39,6

39,8

38,9

Ευρωζώνη

38,7

39,4

39,4

39,5

40,0

40,0

40,2

40,5

40,5

39,6

Ελλάδα

54,8

55,2

53,4

54,7

55,0

55,0

55,0

54,5

54,0

54,2

Μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ

ΕΕ-27

49,9

50,0

49,9

49,6

49,0

48,8

48,3

48,0

48,5

49,8

Ευρωζώνη

49,4

49,0

49,0

48,9

48,3

48,0

47,6

47,3

48,0

49,3

Ελλάδα

33,2

32,7

35,4

34,8

34,7

34,2

34,5

34,6

36,2

35,1

Βαθμός εκμετάλλευσης (%)

ΕΕ-27

76,0

76,2

76,7

77,6

79,6

80,1

81,6

82,5

82,0

78,1

Ευρωζώνη

78,3

80,4

80,4

80,8

82,8

83,3

84,4

85,6

84,4

80,3

Ελλάδα

165,0

169,0

151,0

157,2

158,5

160,8

159,4

157,5

149,2

154,4

Πηγή: National Accounts, Eurostat

Κάτι που οφείλεται πρώτα και κύρια σε μια εντελώς αντιπαραγωγική, αντικοινωνική και παρασιτική σχέση ανάμεσα στις μισθούς και τα κέρδη στην ελληνική οικονομία. Αυτό φαίνεται και από τα στοιχεία του πίνακα 4. Στην Ελλάδα το ποσοστό των κερδών στο ΑΕΠ της χώρας είναι σημαντικά υψηλότερο τόσο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αλλά και της Ε.Ε. Κατά μέσο όρο την δεκαετία του ευρώ κυμάνθηκε άνω του 50%, ενώ ο μέσος όρος της ευρωζώνης κυμάνθηκε άνω του 38%, ενώ της Ε.Ε. άνω του 37%. Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα για ολόκληρη την δεκαετία του ευρώ είχε ρεκόρ ποσοστού κερδών στο ΑΕΠ σε σύγκριση με όλες τις χώρες της ευρωζώνης και της Ε.Ε..

Αυτό είχε ως συνέπεια την καθήλωση αφενός των αμοιβών, αλλά και την συγκριτική εκτόξευση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων στην Ελλάδα. Έτσι για κάθε 100 ευρώ που πληρώνεται ο εργαζόμενος στην Ελλάδα το κεφάλαιο αποκομίζει κατά μέσο 158 ευρώ σε κέρδη, ενώ στο επίπεδο της Ε.Ε. γύρω στα 79 ευρώ και στην ευρωζώνη 82 ευρώ κατά μέσο όρο σ’ ολόκληρη την δεκαετία. Με άλλα λόγια ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης στην Ελλάδα είναι σχεδόν διπλάσιος από τον μέσο όρο της Ε.Ε. και της ευρωζώνης. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι από τα κέρδη στην Ελλάδα επενδύονται λιγότερα από το 1/3 σε σύγκριση με τον μέσο όρο των επενδυόμενων κερδών στην Ε.Ε. και στην ευρωζώνη.

Αυτός ο τρόπος εξαρτημένης και παρασιτικής ανόδου της οικονομίας μπήκε σε κρίση και έφτασε στο τέλος του με την χρεοκοπία που ζει η χώρα και ο λαός της. Δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο. Οι τράπεζες και οι κεφαλαιαγορές δεν μπορούν να δανείσουν όπως δάνειζαν, ενώ τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να δανειστούν άλλο. Το ίδιο και το κράτος. Τι μπορεί να γίνει; Μπορεί να υπάρξει μια άνοδος της ελληνικής οικονομίας στη βάση που υπήρξε μέχρι σήμερα; Όχι. Οι επιλογές μπροστά στην ελληνική κοινωνία είναι δύο: Ή διαγράφουμε τα χρέη αυτού του τρόπου ανάπτυξης, αντιστρέφουμε την σχέση κερδών-αμοιβών υπέρ των εργαζομένων και αναλαμβάνει το κράτος την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, ή η οικονομία της χώρας τίθεται στην απόλυτη διάθεση των εξωτερικών αγορών χωρίς καμιά δυνατότητα εσωτερικής ανάπτυξης ακόμη και στην βάση που υπήρξε μέχρι σήμερα. Αυτό το δεύτερο είναι το μοντελάκι που ράβει πάνω στη χώρα και στους εργαζόμενους το ΔΝΤ και η ΕΕ.

Η λογική του απλή. Εφόσον δεν μπορούν να υπάρξουν εσωτερικές πηγές συσσώρευσης, μιας και οι αποταμιεύσεις εξανεμίστηκαν, τα εισοδήματα συμπιέζονται και τα δάνεια έφτασαν στο όριό τους, τότε αυτό που μένει είναι η ενίσχυση της «εξωστρέφειας» της ελληνικής οικονομίας. Εφόσον δηλαδή δεν μπορεί να επιβιώσει ολόκληρη η χώρα και η οικονομία της, ας επιβιώσει μόνο εκείνο το κομμάτι που εξυπηρετεί απευθείας τις εξωτερικές αγορές και μπορεί να επιβιώσει μέσα από τις εξαγωγές. Με δεδομένη όμως την ουσιαστική ανυπαρξία παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία, οι εξαγωγές για τις οποίες μιλάνε είναι κατά κύριο λόγο υπηρεσίες μεταφορών και εμπορίου, καθώς και μεταπρατικές δραστηριότητες ορισμένων επιχειρήσεων σε συνδυασμό με ξένους πολυεθνικούς ομίλους.

Την ενίσχυση αυτού του τύπου των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων είχε σαν στόχο το πολυνομοσχέδιο για τα εργασιακά και γενικά οι «διαρθρωτικές αλλαγές» στην εργασία. Μόνο επιχειρήσεις που εξαρτώνται από πολυεθνικές, ή δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό, ωφελούνται από μια τέτοια ρευστοποίηση της εργασία και των αμοιβών της. Όποιες επιχειρήσεις εξαρτώνται από την εσωτερική αγορά είναι σίγουρο ότι τα μέτρα αυτά θα αποτελέσουν την χαριστική βολή γι’ αυτές. Κι αυτό γιατί θα οδηγήσουν τους ήδη αρνητικούς τζίρους στο ναδίρ.

Όμως μια τέτοια ανάπτυξη είναι ζήτημα αν θα μπορέσει να απασχολήσει το 50% του υπάρχοντος κυκλώματος της οικονομίας και με βία το 60% της υπάρχουσας απασχόλησης. Τα υπόλοιπα τι θα γίνουν; Πώς θα επιβιώσει το υπόλοιπο 50% της οικονομίας που αφορά την συντριπτική πλειοψηφία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα; Πως θα επιβιώσει το 40% της απασχόλησης που περισσεύει; Γι’ αυτό και λέμε ότι η ελληνική οικονομία ως τέτοια δεν έχει ούτε παρών, ούτε μέλλον. Μόνο θύλακες απόλυτα εξαρτημένοι από την ζήτηση στο εξωτερικό έχουν κάποια προοπτική μέσα σε μια κατάσταση γενικευμένης χρεοκοπίας επ’ αόριστον.

Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε μια συστηματική αποσύνθεση των σχέσεων στην οικογένεια και την κοινωνία, καταρρακώνει την προσωπικότητα, τα δικαιώματα και τις ανάγκες του ατόμου. Ταυτόχρονα, το καθεστώς φτηνής «ευλύγιστης» εργασίας, το οποίο βασίζεται στην εντατική υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης μέσα από τη διαρκή συμπίεση του «εργατικού κόστους», την εντατικοποίηση της εργασίας και την επιμήκυνση του εργάσιμου χρόνου, ιδίως στις θέσεις εργασίας όπου απαιτείται υψηλή εξειδίκευση, αποτελεί βασικό αντικίνητρό για την πραγματική άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, την είσοδο της καινοτομίας, της επιστήμης και της τεχνολογίας στην παραγωγή, καθώς και την βελτίωση της οργάνωσης, ώστε να πάψει ο βαθμός αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας να παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός. Αυτή η υπερεκμετάλλευση του εργαζόμενου αποτελεί την κύρια αιτία που ο βαθμός αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη και διεθνώς και κινείται μόλις στο 70%. Όσο το κεφάλαιο βρίσκει φτηνή και βολική τη μετατροπή του εργαζόμενου σε «λάστιχο», τόσο πιο δαπανηρή και ασύμφορη του φαντάζει η αναγκαία βελτίωση της τεχνικής και οργανωτικής υποδομής της παραγωγής.

Κατά συνέπεια σήμερα ειδικά δεν μπορεί να μιλά κανείς για αντιμετώπιση της ανεργίας, για σταμάτημα των απολύσεων, για σημαντική αύξηση των μισθών, χωρίς να απαντά πολύ συγκεκριμένα στο αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας. Τι είδους κοινωνία και οικονομία θέλουμε; Όποιος δεν απαντά άμεσα και συγκεκριμένα σ’ αυτό το ερώτημα βάζει ουσιαστικά πλάτες στις πολιτικές που κατά άλλα φαίνεται να καταδικάζει.

 

Υπόθεση των εργαζομένων

 

Επομένως, η άμεση και πρακτική ανάγκη για κλιμάκωση του αγώνα πρέπει να γίνει υπόθεση της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων. Αυτός πρέπει να είναι ο άμεσος στόχος και το κεντρικό καθήκον για μια συνδικαλιστική πρωτοβουλία που επιδιώκει στ’ αλήθεια να διαδραματίσει θετικό ρόλο στην προσπάθεια συντονισμού των συνδικαλιστικών δυνάμεων και των σωματείων. Πώς μπορεί να γίνει αυτό;

1. Η πάλη της εργατική τάξης και των συνδικάτων δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη ανατροπή του μνημονίου και των κυβερνητικών πολιτικών. Η καρδιά του προβλήματος δεν βρίσκεται στα επιμέρους μέτρα και τις πολιτικές που εξαγγέλλονται και θα εξαγγέλλονται διαρκώς, αλλά σ’ αυτό καθαυτό το καθεστώς πτώχευσης που επιβάλλεται στη χώρα μας από την ΕΕ, το ΔΝΤ και τις διεθνείς αγορές. Πρέπει να ενδιαφέρει το εργατικό κίνημα η αποικιοκρατική κηδεμονία της χώρας ή του αρκεί απλώς να αντιτίθεται στις πολιτικές που εκπορεύονται από αυτήν; Η απάντηση σ’ αυτό το δίλημμα διαχωρίζει σήμερα καθαρά τις αυθεντικά ταξικές δυνάμεις του εργατικού κινήματος από όλες εκείνες που αυτοϊκανοποιούνται με το να μιλούν στο όνομά του. Εκτός κι αν θεωρεί κανείς στα σοβαρά ότι η χώρα είτε αποικία είτε όχι είναι το ίδιο και το αυτό. Μόνο που η εργατική τάξη δεν υπήρξε ποτέ τόσο κοντόφθαλμη ώστε να μην ενδιαφέρεται για τη χώρα της. Κι αυτό γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι η ίδια η ύπαρξή της δεν έχει νόημα ούτε αντίκρισμα σε μια χώρα που τίθεται υπό καθεστώς κατοχής και σε διαδικασία ξεπουλήματος. Συνεπώς τα αιτήματα του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος σήμερα πρέπει να ξεκινούν με την ανάγκη να σταματήσει άμεσα και να αποτραπεί κάθε απόπειρα, κάθε επιχείρηση επιβολής καθεστώτος επίσημης πτώχευσης και κηδεμονίας από την ΕΕ και το ΔΝΤ.

2. Τι σημαίνει «ανυπακοή» απέναντι στις επιταγές της ΟΝΕ, της ΕΕ, του ΔΝΤ; Τι ακριβώς ζητά από τον εργάτη, από τον εργαζόμενο να κάνει η «ανυπακοή»; Τι ακριβώς πρέπει να παλέψει; Στην πράξη το κάλεσμα σε «ανυπακοή» είναι ένα καθαρά δημαγωγικό σύνθημα, το οποίο θεωρεί ως δεδομένο το καθεστώς που επιβάλλουν η ΟΝΕ, η ΕΕ και το ΔΝΤ, ενώ αρκείται απλώς να αντιπαρατίθεται στις εκάστοτε εντολές τους. Ταυτόχρονα δημιουργεί αυταπάτες στις μάζες, διότι αρνείται να δει ότι πίσω από τις διάφορες εντολές και τις ντιρεκτίβες υφίσταται ένα αδυσώπητο καθεστώς επικυριαρχίας, που θεμελιώνεται στις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις της χώρας με την ΟΝΕ, την ΕΕ και το ΔΝΤ. Με αυτόν τον τρόπο οδηγείται στην απολογητική αυτών των μηχανισμών του ιμπεριαλισμού, μιας και αντιλαμβάνεται το όλο πρόβλημα μόνο στο επίπεδο των εντολών και των ντιρεκτίβων και όχι σ’ αυτό καθαυτό το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που επιβάλλουν στη χώρα και στον λαό της. Πολύ περισσότερο σήμερα που η υποταγή στο ευρώ, στην ΕΕ και στο ΔΝΤ αποδεικνύεται καταστροφική για τη χώρα και τους εργαζόμενους. Αντί λοιπόν για «ανυπακοή» οι εργαζόμενοι και το εργατικό κίνημα πρέπει να θέσουν ως άμεσο στόχο την απαλλαγή από το ευρώ και την ΟΝΕ στην προοπτική της αποδέσμευσης από την ΕΕ, όχι για να συρθεί η χώρα στο ΔΝΤ, αλλά για να αποτραπεί η πτώχευση και το ξεπούλημά της.

3. Η προσπάθεια για την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων εδώ και τώρα με κάθε μορφή αγωνιστικής δράσης, τόσο σε επίπεδο πρωτοβάθμιων σωματείων όσο και δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων συνδικάτων, είναι απαραίτητη. Ωστόσο βασικό μέλημα αυτής της κλιμάκωσης πρέπει να είναι η εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής συμμετοχής και κινητοποίησης των εργαζομένων. Δίχως την αυξημένη συμμετοχή οι κινητοποιήσεις και οι απεργίες δεν συντελούν στην κλιμάκωση αλλά στην αποκλιμάκωση των αγώνων και στην αποθάρρυνση των πιο πλατιών μαζών. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να βρίσκονται κάθε φορά οι πιο κατάλληλες μορφές πάλης που επιτρέπουν σε όλους, αν αυτό είναι δυνατό, τους εργαζομένους την ενεργό συμμετοχή τους στην κλιμάκωση του αγώνα. Δεν υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο «επαναστατικές» μορφές πάλης. Δεν υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο «ριζοσπαστικές» δράσεις. Ο ριζοσπαστισμός κάθε μορφής κινητοποίησης εξαρτάται πρώτα και κύρια από το μέγεθος και τον παλμό της συμμετοχής των πιο πλατιών μαζών.

4. Ο αγώνας που βρίσκεται μπροστά στην εργατική τάξη και το κίνημά της είναι πολύ δύσκολος και απαιτητικός. Από την προσπάθεια για κοινή δράση όλων των εργαζομένων κανείς δεν περισσεύει. Η μαζική απεργιακή κινητοποίηση όλων των εργαζομένων δεν μπορεί να γίνει χωρίς ή πολύ περισσότερο ενάντια στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Πρέπει να εξαντλήσουμε κάθε δυνατότητα για να συνεχίσει η ηγεσία της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ να βρίσκεται στους δρόμους. Δεν πρέπει να διευκολύνουμε την προσπάθεια της άρχουσας τάξης να οικοδομήσει το δικό της ενιαίο μέτωπο κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να υποστείλουμε έστω και στο ελάχιστο την κριτική μας προς αυτές τις ηγεσίες ή να την κάνουμε πιο ήπια.  Όμως, το να σνομπάρει κανείς τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ αλλά και γενικότερα τα τριτοβάθμια σωματεία ή να τα ανταγωνίζεται στο όνομα της καταλυτικής κριτικής που πρέπει να ασκεί στις ηγεσίες τους οδηγούν αναγκαστικά στην υπονόμευση της κλιμάκωσης των αγώνων. Η ιστορία δείχνει ότι η οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης μπορεί να ξεκινά από τα πρωτοβάθμια σωματεία, αλλά δεν μπορεί να κλιμακωθεί παρά μόνο με τη συμμετοχή της πανεθνικής οργάνωσης της τάξης μέσα από τα τριτοβάθμια συνδικάτα. Μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί η συμμετοχή και η κοινή πάλη όλων των εργαζομένων. Κλιμάκωση των αγώνων χωρίς την ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ δεν μπορεί να υπάρξει, τουλάχιστον όσον αφορά στο σύνολο της εργατικής τάξης. Διαφορετικά η όποια συνδικαλιστική πρωτοβουλία θα καταλήξει να είναι ένα ακόμη ΠΑΜΕ, που συμβάλλει όχι στην κλιμάκωση αλλά στην αποκλιμάκωση, στη διάσπαση και τον κατακερματισμό των δυνάμεων της εργατικής τάξης.

5. Η ανάγκη κινητοποίησης των ευρύτερων δυνατών μαζών και περιφρούρησης του αγώνα έτσι ώστε να γίνει υπόθεση όλων των εργαζομένων επιβάλλει να απαιτήσουμε την άμεση αποβολή των κομματικών μπλοκ από τα συνδικάτα. Τα κόμματα και οι διάφορες πολιτικές συνιστώσες έχουν κάθε δικαίωμα να οργανώνουν τις δικές τους πορείες και κινητοποιήσεις. Όμως δεν έχουν κανένα δικαίωμα να διασπούν με τα δικά τους μπλοκ τις κινητοποιήσεις και τις πορείες των συνδικάτων. Αυτή η μόδα που καθιερώθηκε στη δεκαετία του ’90 και ενθαρρύνθηκε από την ίδια την ηγεσία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, προκειμένου να ανταγωνιστεί τις κομματικές συναθροίσεις του ΠΑΜΕ, πρέπει επιτέλους να εκλείψει. Οι δυνάμεις των κομμάτων πρέπει να συμμετέχουν στα συνδικάτα με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχουν όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι. Όσο διαρκεί αυτή η τραγωδία, στην οποία οι διάφορες πολιτικές και κομματικές παρατάξεις ανταγωνίζονται με τα μπλοκ τους για να κερδίσουν τις εντυπώσεις μέσα στις κινητοποιήσεις των συνδικάτων, τόσο μεγαλύτερη αποστροφή θα γεννούν στις πλατύτερες μάζες των εργαζομένων.

6. Σε μια περίοδο όπου κυριαρχούν οι αναίτιες απολύσεις και οι διαρκείς διώξεις εργαζομένων και συνδικαλιστών, αυτό που κύρια θα κρίνει τις σχέσεις εμπιστοσύνης μιας συνδικαλιστικής πρωτοβουλίας, ενός συνδικάτου με τις μάζες των εργαζομένων είναι οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης μ’ εκείνους που κάθε φορά την έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Ο αδικημένος εργαζόμενος, ο απολυμένος, ο διωκόμενος μπορεί και πρέπει να βρει στήριγμα σ’ ένα ενιαίο μέτωπο δράσης και αλληλεγγύης, ανεξάρτητα από το ποιος είναι αυτός ή σε τι πιστεύει. Ανεξάρτητα, δηλαδή, από το αν είναι «δικός μας» ή όχι. Το πώς στέκεται κανείς απέναντι σ’ αυτά τα «μικρά» καθημερινά προβλήματα των εργαζόμενων κρίνει τις σχέσεις εμπιστοσύνης και εγκαρδιότητας που οικοδομεί στην πράξη μια συνδικαλιστική πρωτοβουλία, ένα συνδικάτο. Διαφορετικά, ο συνδικαλιστής που αδιαφορεί ή κινητοποιείται μόνο για τους «δικούς του» ή τον απασχολούν μόνο τα «μεγάλα» ζητήματα της πολιτικής δεν διαφέρει σε τίποτε από έναν γραφειοκράτη εργατοπατέρα. Κι ας τονίζει όσο θέλει την ταξική του αναφορά.

 

Παραπομπές

 

[1]  William Petty, Political Economy of Ireland, London, 1672, σ. 64.

[2]  Turgot, Anne Robert Jacques, Baron De L’ Aulne, Reflections on the Formation and the Distribution of Riches (1770), 1898, σ. 8.

[3]  Κάρλ Μάρξ, Το Κεφάλαιο, τομ. πρώτος (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1978), σελ. 189

[4]  W. Petty, ο.π.

[5]  M. Beer, A History of British Socialism, vol. I, (London: G. Bell & Sons, 1929), p. 342.

[6]  Joseph Townsend, A Dissertation on the Poor Laws by a well-wisher to Mankind, 1786, σ. 35.

[7]  Oswald Spengler, The Decline of the West, vol. two, p. 401.

[8] IMF Survey Magazine,17/12

[9] Eurostat, Over-indebtedness of European households in 2008, issue 61/2010.

 

 

ΠΗΓΗ (Μέρος Α΄): 7 Ιανουαρίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/19065

ΠΗΓΗ (Μέρος Β΄):10 Ιανουαρίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/19067

Καλή Χρονιά «Κοπρίτες»

Καλή Χρονιά «Κοπρίτες»

 

Του Γιάννη Μπορμπότη*

 

 

 «Οι Δημόσιοι Υπάλληλοι είναι κοπρίτες». Αυτό είπε με λίγα λόγια ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ κ. Πάγκαλος στις 30 Δεκέμβρη του 2010. Μήπως ο κ. Πάγκαλος έχασε τα λογικά του και βρίζει του υπαλλήλους του κράτους; Μήπως υπερέβαλε και δεν ήθελε να πει αυτό ακριβώς; Μήπως δεν εκφράζει την κυβέρνηση αλλά είναι προσωπική του άποψη; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να απαντήσουμε αρνητικά.

Η προκλητική αυτή δήλωση έρχεται σαν τη δεύτερη επικαιροποιημένη δόση (καιροί μνημονίου γάρ) του «όλοι μαζί τα φάγαμε». Σε απόλυτη συνεννόηση με το ΠΑΣΟΚ αλλά και με πλήρη επίγνωση του τι λέει, ο κ. Πάγκαλος μπήκε μπροστά (έχει άλλωστε το απαραίτητο …πολιτικό εκτόπισμα) στη μάχη που δίνει η «σοσιαλιστική» μας κυβέρνηση από τη μία να ρίξει το φταίξιμο για την κατάσταση της χώρας στους δημοσίους υπαλλήλους και από την άλλη να προωθήσει την τακτική του «διαίρει και βασίλευε» ανάμεσα στους εργαζόμενους.     

Οι πολιτικοί που εδώ και δεκαετίες δημιούργησαν ένα κρατικό μηχανισμό κομμένο και ραμμένο για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου, οι master chef του ρουσφετιού, οι αρχιτέκτονες των στεγανών κομματικών στρατών, οι πλασιέ της εμετικής λογικής «θα σου δώσω να μου δώσεις» εκμεταλλευόμενοι το δικαίωμα στη εργασία έχουν το θράσος να στοχοποιούν τους εργαζόμενους ως υπεύθυνους για το δικό τους τερατούργημα.

Στην αποκάλυψη της αλήθειας θα μας βοηθήσουν οι αριθμοί και τα ποσοστά. Βλέπετε τα αριθμητικά στοιχεία, όταν βολεύουν, διατυμπανίζονται από τους πολιτικούς και προβάλλονται από τα ΜΜΕ μέχρι που να τα βλέπουμε στα όνειρά μας (εφιάλτες καλύτερα). Όταν όμως οι αριθμοί δεν δείχνουν αυτό που θέλουν; Τότε «τουμπεκί».

Ακριβώς αυτό έγινε με την πολυδιαφημισμένη απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων που έγινε το περασμένο καλοκαίρι. Η κυβέρνηση θα αποδείκνυε με αυτό τον τρόπο το υπερδιογκωμένο κράτος και τα εκατομμύρια των δημοσίων υπαλλήλων. Δυστυχώς, για αυτούς, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι και για αυτό κατάπιαν τη γλώσσα τους. Τα δικά τους στοιχεία έδειξαν τελικά ότι οι εργαζόμενοι στο δημόσιο είναι 625.738 μόνιμοι και 53.833 αορίστου χρόνου, από τους οποίους 202.000 στην εκπαίδευση και 93.000 στα νοσοκομεία, τομείς με τεράστια κενά σε ανθρώπινο δυναμικό.

Δανειζόμενος στοιχεία από τη στήλη του «Ημερόδρομου» στον Ριζοσπάστη με αυτούς τους αριθμούς και σύμφωνα με την «Εκθεση Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» προκύπτει ότι η Ελλάδα κατέχει το τέταρτο χαμηλότερο ποσοστό δημοσίων υπαλλήλων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση με 11,4. Μόνο η Ιρλανδία με 11% (ούτε αυτή απέφυγε το μηχανισμό στήριξης), η Ολλανδία με 10,7% και η Γερμανία με 10,2% βρίσκονται πιο χαμηλά. Η Ελλάδα έχει, αναλογικά με το σύνολο των εργαζομένων, το 1/3 των δημοσίων υπαλλήλων σε σύγκριση με τις «χώρες πρότυπα» του πρωθυπουργού Σουηδία και τη Δανία (30% και 29% αντίστοιχα) και περίπου το 1/2 σε σύγκριση με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτά τα ποσοστά παραμένουν σταθερά εδώ και τριάντα χρόνια.

Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δόθηκε στη δημοσιότητα τη Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010 καταρρίφθηκε και το άλλο ανήθικο επιχείρημα περί τεμπέληδων Ελλήνων.  Όπως προκύπτει, οι Έλληνες εργαζόμενοι δουλεύουν 2.120 ώρες το χρόνο και καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι Γερμανοί έρχονται προτελευταίοι με 1.432 ώρες και οι Ολλανδοί τελευταίοι με 1.389 ώρες. Δεύτεροι μετά τους Έλληνες, έρχονται οι Τσέχοι (1.992 ώρες).

Μια άλλη αξιοσημείωτη παρατήρηση από την ίδια έκθεση αφορά στην έκταση της μερικής απασχόλησης στις χώρες μέλη της ΕΕ. Στη Γερμανία, παραδείγματος χάριν, το 26,3% του εργατικού δυναμικού δουλεύει υπό καθεστώς μερικής εργασίας, ενώ στην Ολλανδία το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 48,2% του εργατικού δυναμικού. Στην Ελλάδα το ποσοστό των εργαζομένων σε καθεστώς μερικής εργασίας είναι 6%. Από τα παραπάνω ποσοστά μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί η Γερμανία και η Ολλανδία εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά ανεργίας αφού ένας μερικά εργαζόμενος (με μία ώρα δουλειά τη βδομάδα) βγαίνει από τον κατάλογο των ανέργων ενώ επί της ουσίας είναι άνεργος.

Η προπαγάνδα ψεύδους και λασπολογίας θα συνεχιστεί αφού είναι απαραίτητη για να δικαιολογηθούν τα μέτρα εναντίον του λαού και των εργαζομένων. Η ξεφτίλα τους όμως δεν έχει όρια όταν χρησιμοποιώντας  τα ίδια τα δικά τους στοιχεία αποδεικνύονται ψεύτες. Καλή ενημέρωση συνδυασμένη με δράση σε όλους τους τομείς θα πρέπει να είναι η δική μας απάντηση.

Η περασμένη χρονιά ήταν γεμάτη πολύμορφους αγώνες που ίσως να μην είχαν τα αποτελέσματα που θέλαμε. Το πρώτο βήμα όμως έγινε και το μικρό βήμα θα γίνει μεγαλύτερο, ο βηματισμός θα ανοίξει και θα γίνει τρεχαλητό με τόση ορμή και δύναμη που θα παρασύρει τα πάντα στο διάβα του. Ας γίνει η νέα χρονιά σταθμός στους αγώνες, ένα λιθαράκι έως την ανατροπή του καθεστώτος εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Μέχρι “να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση”…

Καλή χρονιά «κοπρίτες»!!!!

 

* (Ο) Μπορμπότης Γιάννης (είναι) Μέλος του ΔΣ της ΕΛΜΕ Κέρκυρας (και) Μέλος Γραμματείας Εκπαιδευτικών ΠΑΜΕ Κέρκυρας

 

ΠΗΓΗ: 10/01/2011 – 16:45, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=19383

Εμείς και το Ισλάμ I

Εμείς και το Ισλάμ

 

Του Βλαση Aγτζιδη*


 

Οι ραγδαίες κοινωνικές εξελίξεις έφεραν ξαφνικά την ελλαδική κοινωνία μπροστά σε πρωτοφανείς αλλαγές και προκάλεσαν μια ιδιαίτερη αμηχανία που από πολλούς ερμηνεύτηκε ως δυσανεξία. Αυτό κυρίως φαίνεται στην περίπτωση των πολυάριθμων μουσουλμάνων που ξαφνικά τα τελευταία χρόνια «γέμισαν» το αθηναϊκό τοπίο. H Ελλάδα έχει ήδη μετατραπεί σε αποθήκη «λαθραίων» ανθρώπων και ψυχών με την υπογραφή της Συνθήκη του Δουβλίνου ΙΙ (2003) και τη σχετική αδιαφορία των Δυτικών μας συμμάχων. H Ελλάδα είναι πλέον και με την υπογραφή της, το buffer state της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ελλαδική κοινωνία, που για γενιές συγκροτήθηκε μονοεθνικά, κλήθηκε ερήμην της να συμφιλιωθεί με τις νέες συνθήκες. Φαίνεται ότι δεν δέχεται εύκολα την αλλαγή, όπου τώρα πια σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνονται γυναίκες με μαντίλες, αν όχι και αρσενικοί σύζυγοι συνοδευόμενοι από, περισσότερες της μιας, συζύγους.

Το φαινόμενο είναι πολυσύνθετο και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αφορισμούς. Είναι ένα ζήτημα που έχει δύο πλευρές. Η πρώτη συνδέεται με την ύπαρξη μιας παλαιάς και αναγνωρισμένης μουσουλμανικής μειονότητας που απαρτίζεται από Τούρκους, Πομάκους και Ρομά. Η θρησκευτική αυτή μειονότητα καλύπτεται από τη Συνθήκη της Λωζάννης και χαίρει απόλυτου θρησκευτικού σεβασμού. Η δεύτερη σχετίζεται με την πρόσφατη μουσουλμανική μετανάστευση από χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου (αραβικές, Ιράν, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Μπανγκλαντές). Αυτό είναι ένα φαινόμενο σε εξέλιξη που ακόμα βρίσκεται στην αρχή του.

Τα ζητήματα που προκύπτουν εντάσσονται με δύο διαφορετικούς άξονες:

α) Την ιδεολογική αντίληψη των Ελλήνων για το ισλάμ και

β) την κοινωνική αλλαγή που προκαλείται με την έλευση των μουσουλμανικών πληθυσμών.

Η Ελλάδα έγινε έθνος-κράτος με μια εξέγερση των απόκληρων χριστιανών, καθοδηγούμενων από Διαφωτιστές, ενάντια σε μια ισλαμική απολυταρχική αυτοκρατορία, η οποία αποδέχονταν τους Λαούς της Βίβλου (χριστιανούς και Εβραίους) μόνο για λόγους φορολογικής απομύζησης και δεν τους αναγνώριζε το δικαίωμα του πολίτη.

Ιστορικά, το Ισλάμ επεκτάθηκε στον ελληνο-ορθόδοξο κόσμο μέσω της κυρίαρχης τουρκικής εκδοχής, στερώντας του χώρο και εξισλαμίζοντας πληθυσμούς. Δηλαδή, η σχέση των σύγχρονων Ελλήνων – οι οποίοι αποτελούν μετεξέλιξη των παλιών Ρωμιών στην εποχή της νεωτερικότητας – με το Ισλάμ εμπεριέχει το τραύμα.

Οι πρόσφατες γενοκτονίες (1914-1923) που διεπράχθησαν από τον τουρκικό εθνικισμό κατά των χριστιανικών κοινοτήτων της νεοτουρκικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων της Ανατολής), έγιναν στο όνομα του Ισλάμ. Ακόμα και ο αντικληρικαλιστής Μουσταφά Κεμάλ, θα κηρύξει την περίοδο 1919-1922 Τζιχάντ (ιερό μουσουλμανικό πόλεμο) «κατά των απίστων» για να αντιμετωπίσει τον ελληνικό στρατό που είχε αποβιβαστεί στη Σμύρνη, τους Πόντιους αντάρτες στον Βορρά και τους Αρμενίους στο μέτωπο του Καυκάσου. Και να επιλύσει οριστικά το εθνικό ζήτημα της Αυτοκρατορίας με την «Τελική Λύση» της εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών.

Επίσης, και το πογκρόμ του ’55 στην Πόλη έγινε με θρησκευτικούς όρους, όπου οι πιστοί λούμπεν μουσουλμάνοι προκάλεσαν τη Νύχτα των Κρυστάλλων εις βάρος της ελληνικής, αρμενικής και εβραϊκής μειονότητας.

Οι κοινωνικές συνθήκες είναι αυτές που δημιουργούν το πρόσφορο έδαφος για να ανθήσουν ιδεολογίες αποκλεισμού και ειδικά στα φτωχότερα στρώματα.

Η έλευση, με τον χαοτικό τρόπο που γνωρίζουμε, ενός ακμαίου νεαρού πληθυσμού – σε μεγάλο βαθμό μουσουλμανικού – σαφώς περιθωριοποιεί τα φτωχά ελληνικά στρώματα, τα οποία στην περίοδο κρίσης που διανύουμε εξαθλιώνονται με ταχύτατους ρυθμούς. Οι νέοι μετανάστες είναι διατεθειμένοι να ξεπουλήσουν την εργατική τους δύναμη πολύ φθηνότερα και χωρίς πολλές απαιτήσεις. Κάτι που η εργατική παράδοση των δυτικών χωρών δεν το επιτρέπει. Άρα, αντικειμενικά λειτουργούν ως ανταγωνιστές στο πεδίο της εργασίας. Σε εποχές που οι εργασιακές ευκαιρίες μειώνονται, αυτό δημιουργεί περισσότερες τριβές και εντάσεις. Το τελευταίο δεδομένο είναι και το πλέον επικίνδυνο, που ευνοεί τη διάδοση των ακροδεξιών απόψεων σε εργατικά στρώματα και δεν αντιμετωπίζεται βέβαια με τις ηθικιστικές κραυγές της Αριστεράς μας.

Νομίζω ότι βαθμιαία και ειδικά όταν καταλαγιάσει η μεγάλη αναταραχή που ζούμε και αποκτήσει ο χώρος μια καινούργια κοινωνική ισορροπία, θα αποκτήσει ο παραδοσιακός κάτοικος της Ελλάδας εκείνη την απαραίτητη εμπειρία που θα τον κάνει περισσότερο ανεκτικό. Όμως μπορεί η οικονομική κατάρρευση να τον οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη απελπισία και στροφή προς την ασφάλεια του συνηθισμένου…

 

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι ιστορικός.

 

ΠΗΓΗ: Hμερομηνία δημοσίευσης: 06-01-11, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_06/01/2011_427703

Π. ΒΗΧΟΣ: ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΑΡΤΥΡΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΑΡΤΥΡΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ

Για την υπόθεση που αφορά τον κύριο Παναγιώτη Βήχο του Αθανασίου

 

Του Δημήτρη Πατέλη*

 

 

Χανιά 10.1.2011.

Προς:

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ

Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών,

Αντιεισαγγελέα Εφετών,

Κύριο Δημήτριο Ασπρογέρακα.

Κυρ. Λουκάρεως 14 και Λεωφ. Αλεξάνδρας.

 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΑΡΤΥΡΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ

Για την υπόθεση που αφορά τον κύριο Παναγιώτη Βήχο του Αθανασίου.

Κύριε Εισαγγελεύ,

Με αίσθημα ευθύνης έναντι του κοινωνικού συνόλου, που απορρέει από το λειτούργημα του πανεπιστημιακού δασκάλου, θεωρώ υποχρέωσή μου να απευθυνθώ προς Εσάς και προς το Σεβαστό Τριμελές Εφετείο Αθηνών δια του παρόντος υπομνήματος.

Γνωρίζω τον κύριο Παναγιώτη Βήχο από το 1991 και ιδιαίτερα από τότε που ήταν Γενικός Γραμματέας του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου (Π.Μ.Σ.).

Είναι άνθρωπος πολύπλευρα ανεπτυγμένος και καλλιεργημένος ως προσωπικότητα, με συναίσθηση της κοινωνικής του αποστολής και ενεργό παρουσία στην πολιτιστική ζωή, στα καλλιτεχνικά δρώμενα και στην κοινωνική δράση της χώρας.

Ο κ. Βήχος είναι εξαίρετος καλλιτέχνης και παιδαγωγός (διδάσκει μουσική), με σημαντική συνεισφορά καλλιτεχνική ζωή και συνεργασίες με σημαντικότατους καλλιτέχνες. Παίζει πιάνο, σαξόφωνο, κλαρίνο, φλάουτο και Ακορντεόν. Έχει σπουδάσει Θεωρία, Αρμονία, Αντίστιξη, Ενορχήστρωση και επί 44 χρόνια εργάζεται επαγγελματικά ως Μαέστρος και Πιανίστας (πλήκτρα).

Είναι χαρισματικός άνθρωπος, με ευρύτατο φάσμα κοινωνικών και καλλιτεχνικών ευαισθησιών. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης (ΠΑΠΟΚ) από κοινού με τους Μάνο Χατζηδάκη, Μελίνα Μερκούρη, το χαράκτη και ζωγράφο Τάσσο και άλλους κορυφαίους διεθνούς φήμης πνευματικούς ανθρώπους.

Έχει πλουσιότατο συγγραφικό έργο. Έχει συγγράψει οκτώ βιβλία υψηλού επιπέδου, ιστορικού, φιλοσοφικού, καλλιτεχνικού και κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου. Αρθρογραφεί σε πληθώρα εντύπων.

Είναι ιδρυτής του δημοφιλέστατου ιστοτόπου “Πολιτικό Καφενείο”.

Ο κ. Βήχος έχει συνδέσει το όνομά του με την καλλιτεχνική, πνευματική και κοινωνικοπολιτική δημιουργία της χώρας. Δεν διακρίνεται μόνο λόγω της υψηλής και πολύπλευρης καλλιέργειάς του, αλλά και λόγω της κοινωνικής ευαισθησίας και του ήθους του. Είναι ένας μαχόμενος δημιουργός.

Κύριε Εισαγγελεύ,

Επιτρέψτε μου υπό την ιδιότητα του παιδαγωγού να σταθώ στη συνδεόμενη με το κύρος του Θεσμού της Δικαστικής Εξουσίας ηθική και διαπαιδαγωγητική πλευρά της υπόθεσης. Οι εις βάρος του κ. Π. Βήχου κατηγορίες, για όσους γνωρίζουν το πνευματικό επίπεδο, το ήθος, τα υψηλά κίνητρα και την όλη προσωπικότητά του, στην καλύτερη περίπτωση ηχούν ως κακόγουστο αστείο, είτε ως παρεξήγηση. Παρόμοιες κατηγορίες συνάδουν με άτομα που ελαύνονται μόνον από ποταπά κίνητρα. Είναι οξύμωρη η αίσθηση από την όλη τροπή, δεδομένου ότι γνωρίζει το πανελλήνιο με τι αυτοθυσία, παρρησία και ανιδιοτέλεια αγωνίσθηκε ο ίδιος ακριβώς κατά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων. Δεδομένων μάλιστα των αποφάσεων που έχουν προηγηθεί και του 2235/2010 (22.10.2010) Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απεφάνθη ρητώς και κατηγορηματικώς να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του κ. Π. Βήχου, τι νεώτερο μπορεί να αντλήσει το Σεβαστό Τριμελές Εφετείο Αθηνών από την πολλάκις αξιολογηθείσα δικαστικώς (από 21.12.2006) έκθεση εργαστηριακής εξέτασης, η οποία τίθεται εκ νέου ως (μοναδικό μάλιστα) αναγνωστέο έγγραφο στο από 24.8.2010 Κλητήριο Θέσπισμα;

Είναι γνωστή (ακόμα και στους πρωτοετείς φοιτητές του Πολυτεχνείου) η τεχνική ευκολία αμέσου ή εξ' αποστάσεως παρεισφρήσεως και κατασκευής ποικιλόμορφων στοιχείων (π.χ. cookies), σε σκληρούς δίσκους Η/Υ, σε ιστοσελίδες και φόρουμ από τρίτους (και μέσω διοχετευόμενου στο διαδίκτυο αυτοματοποιημένου λογισμικού) ακόμα και από μετρίων ικανοτήτων χάκερ, εν αγνεία του κατόχου και διαχειριστή των ως άνω φορέων. Μπορεί άραγε να διασύρεται οιοσδήποτε με την επίκληση παρόμοιας αξιοπιστίας “επιβαρυντικών στοιχείων”, που αφορούν μάλιστα προ πολλών ετών αποσπασθέν από τον κάτοχο μαγνητικό αποθηκευτικό μέσο; Και τι εικόνα αποκομίζει η νέα γενιά από τέτοιου τύπου διασυρμό;

Στη διάθεσή σας για κάθε διευκρίνηση ή πληροφορία.

 

Με τιμή 

 

Πατέλης Δημήτριος του Σπυρίδωνος

Επίκουρος Καθηγητής

Πολυτεχνείου Κρήτης,

Επίσημος Διερμηνέας Προεδρίας Δημοκρατίας.

 

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ  ΚΡΗΤΗΣ

ΓΕΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΤΟΜΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

GR  731 00, ΧΑΝΙΑ

Δημήτριος Πατέλης του Σπυρίδωνος, Επίκουρος Καθηγητής

Τηλ. εργασίας : (28210)–37267,

Πομποδέκτης Τηλεομοιοτυπίας εργασίας: (28210)–37579/37843.

Τηλ. Οικίας:(28210)-41633,  κιν.6937396757

Ηλεκτρονική διεύθυνση: dpatelis@science.tuc.gr

 

 

ΠΗΓΗ: 10-01-2011-01:29:26,

http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=9098

 

ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Στο προηγούμενο άρθρο, στο οποίο παραθέσαμε τρία πρόσφατα συμβάντα με κεντρικά πρόσωπα μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, θέσαμε ως κατακλείδα το ερώτημα, αν η διοικούσα Εκκλησία είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις των καιρών. Την απάντηση θα διευκολύνει ιστορική αναδρομή σε αξιοσημείωτα συμβάντα από την παλιγγενεσία ώς το πρόσφατο παρελθόν.

Αρχές του 1833 ο γραμματέας της Επικρατείας (υπουργός των Εσωτερικών) Ρίζος Νερουλός και ο λόγιος (τονίζεται κατά κόρον αυτό) κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, οπαδοί του Κοραή και θερμότατοι θιασώτες του δυτικού “διαφωτισμού” υπέβαλαν στον Μάουρερ, έναν από την τριάδα (τρόικα στη νεοελληνική) των αντιβασιλέων και αρμόδιο επί των εκκλησιαστικών θεμάτων εισήγηση για την ανακήρυξη της Εκκλησίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ως αυτοκέφαλης. Αν όντως αυτή είναι η ιστορική αλήθεια και οι δύο προαναφερθέντες δεν δέχθηκαν προηγουμένως την πίεση του Μάουρερ, ώστε να ενεργήσουν όπως ενήργησαν, το γεγονός μαρτυρεί την ενδημούσα στη χώρα μας προδιάθεση για ξεπούλημα Εκκλησίας και πατρίδας από εκείνους που έχουν “φωτιστεί” από τα “φώτα” της Εσπερίας. Ο Μάουρερ άδραξε την ευκαιρία και συνέστησε επιτροπή, στην οποία μετείχαν και δύο επίσκοποι αλλά πρωταγωνίστησε ο Φαρμακίδης. Η επιτροπή εργάστηκε πυρετωδώς, με συνοπτικές διαδικασίες και σε σύντομο χρονικό διάστημα υπέβαλε σχέδιο κανονισμού διοίκησης της υπό ίδρυση αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Ο κανονισμός εγκρίθηκε τάχιστα και στις 23 Ιουλίου 1833 δημοσιεύθηκε στο Ναύπλιο η «διακήρυξις περί της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας». Ουδεμία επαφή με το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε προηγηθεί. Η ενέργεια αυτή σαφώς αποκλίνουσα από το κανονικό δίκαιο συνιστούσε σχίσμα, το οποίο διήρκεσε ώς το 1850.    

Επί της ουσίας: Οι επίσκοποι της ελεύθερης Ελλάδας, ολιγογράμματοι ασφαλώς, σύρθηκαν πίσω από τον λόγιο Φαρμακίδη, τον εκφραστή του δυτικού πνεύματος και συνήργησαν στην κίνηση ακραίας περιφρόνησης της Μητέρας Εκκλησίας. Ολιγογράμματος ήταν και ο άγιος Σπυρίδων, πλην όμως στην Α΄ οικουμενική Σύνοδο δεν παρέλυσε μπροστά στον λόγιο αιρεσιάρχη Άρειο! Στη συνέχεια, όταν η αρχή όρισε τον Φαρμακίδη γραμματέα της ιεράς Συνόδου της αυτοκέφαλης Εκκλησίας, αποδέχθηκαν τα μέλη αυτής να πορευθούν κατά τις υποδείξεις του, δηλαδή της Πολιτείας, ως εκπρόσωποι νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου! Έτσι δεν αντέδρασαν ούτε και όταν η φράγκικη εξουσία διέλυσε 412 από τα 450 μοναστήρια, προπύργια του απελευθερωτικού αγώνα κατά Μακρυγιάννη. Ο Φαρμακίδης ανταμείφθηκε από την Πολιτεία για τις υπηρεσίες του και εκλέχθηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο των Αθηνών.

Η Ιεραρχία πορεύθηκε με προϊούσα την σύμπλευση προς την Πολιτεία. Η επιχείρηση εκδυτικισμού του λαού σε συνεργία των ξένων “προστατών” μας και των εντολοδόχων τους εξυφάνθη υπό τα απαθή βλέμματα της Ιεραρχίας, η οποία όφειλε να αναλάβει την πρωτοβουλία για την κήρυξη παλαϊκής αντίστασης κατά της υποτέλειας σε νέο κατακτητή, ύπουλο και πιό επικίνδυνο από τον Τούρκο. Αντ’ αυτής ανέλαβαν το βάρος του αγώνα κάποιοι απλοί άνθρωποι του λαού όπως ο ολιγογράμματος μοναχός Παπουλάκος (1770-1861) και ο Κοσμάς Φλαμιάτος (1786-1852). Παραθέτουμε άκρως επίκαιρο απόσπασμα από ομιλία του πρώτου, ο οποίος επί έτη περιόδευε στην Πελοπόννησο ως ιεροκήρυκας: “Είναι ντροπή μας ένα γένος που με το αίμα του πύργωσε τη λευτεριά του, που περπάτησε τη δύσκολη ανηφοριά, να παραδεχτή πως δεν μπορεί να περπατήσει στον ίσιο δρόμο άμα ειρήνεψε κι ότι δεν ξέρουμε εμείς να συγυρίσουμε το σπίτι, που με το αίμα μας λευτερώσαμε, αλλά ξέρουν να το συγυρίσουν εκείνοι που δεν πολέμησαν, εκείνοι που πάνε να μας αποκόψουνε από τον Χριστό και πασχίζουν να μας ρίξουν στη σκλαβιά άλλων αφεντικών, που ’ναι πιό δαιμονισμένοι από τους Τούρκους”.

Ο Παπουλάκος κατέστη επικίνδυνος τόσο για την Πολιτεία, όσο και για την Ιεραρχία (αχ, πόσο επώδυνο είναι να σου υπενθυμίζει το χρέος κάποιος “τιποτένιος”). Η πρώτη έστειλε το 1852 τον Γενναίο Κολοκοτρώνη (αχ, όνομα χωρίς πράμα), γυιό του γέρου του Μωρηά να συλλάβει τον Παπουλάκο με την κατηγορία της “καλογερικής συνωμοσίας”! Διψασμένος όμως ο λαός της Αθήνας έσπευσε να τον αντικρύσει όταν το πλοίο, που μετέφερε τον επικίνδυνο “αντικαθεστωτικό” έφθασε στον Πειραιά, γι’ αυτό και η εξουσία έσπευσε να τον εγκλείσει στις φυλακές του Ρίου. Παραπέμφθηκε στο κακουργοδικείο των Αθηνών με την κατηγορία της “στάσεως κατά του καθεστώτος”! Εξ αιτίας των αντιδράσεων ανεβλήθη η δίκη και τελικά έτος αργότερα, λόγω της γενικής κατακραυγής του αγνού λαού, δόθηκε χάρη σε όλους τους κατηγορουμένους. Ο Παπουλάκος όμως παραπέμφθηκε, για τον περαιτέρω πειθαρχικό του έλεγχο, στην Ιερά Σύνοδο, η οποία αποφάσισε να εγκλεισθεί σε μόνιμο περιορισμό του στην Μονή Παναχράντου στην Άνδρο, όπου η φήμη του έλκυε για πολύ καιρό κόσμο καθημερινά και ιδιαίτερα τις εορτάσιμες ημέρες. Κοιμήθηκε οσιακά το βράδυ της 18 προς 19 Ιανουαρίου 1861.

Ὁ Φλαμιάτος είχε υψηλή μόρφωση, αγωνίστηκε για την ανεξαρτησία των Ιονίων νήσων από τους Άγγλους και εξορίστηκε γι’ αυτό από τούς τελευταίους. Ερχόμενος στην ελεύθερη Ελλάδα αγωνίστηκε για την απαλλαγή της χώρας από την επήρεια του αγγλικού κόμματος. Κήρυξε την Ορθοδοξία πού εβάλλετο εκείνα τα χρόνια από τη Βαυαροκρατία, κατέκρινε τις αντιεκκλησιαστικές πράξεις της Πολιτείας γι’ αυτό και φυλακίστηκε (1852) στο Ρίο. Εκάρη μοναχός στη φυλακή και λίγες μέρες μετά πέθανε.

Η Ιεραρχία συνέχιζε να πορεύεται δέσμια της Πολιτείας! Κατά τον εθνικό διχασμό (1916-1918) οι ιεράρχες εκδήλωσαν αισθήματα φιλοβασιλικά (οι πλείστοι) ή φιλοβενιζελικά αντί να επέμβουν, ώστε να διασώσουν την ενότητα του λαού, ο οποίος εσύρετο ως πρόβατα προς σφαγήν για τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων. Αποτελέσματα: Η ανεπανάληπτη τραγωδία της Μικρασίας και το παλαιοημερολογικό ζήτημα, δημιούργημα του κομματικού πατριάρχη Μελετίου.

Ήρθε ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος και η κατοχή. Δύο αρχιεπίσκοποι, οι Χρύσανθος και Δαμασκηνός, έδειξαν το μεγαλείο του κλήρου, όταν αυτός αίρεται στο ύψος των περιστάσεων. Ο Χρύσανθος υπήρξε ο πρώτος αντιστασιακός, καθώς αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση, που όρισαν οι κατακτητές. Ο άλλος όρθωσε το ανάστημά του, όταν οι Γερμανοί γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να επιστρατεύσουν Έλληνες για εργασία στη Γερμανία. Αρκετοί ήσαν όμως οι μητροπολίτες που εγκατέλειψαν τις έδρες τους. Όλοι έπρεπε, με βάση τους κανόνες της Εκκλησίας, να καθαιρεθούν! Μετά το τέλος του πολέμου και την έναρξη του εμφυλίου η Ιεραρχία, για να φανεί αρεστή στους κρατούντες, καθαίρεσε μόνο δύο: Τους μητροπολίτες που είχαν βγεί στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Πώς άραγε βλέπει η σημερινή Ιεραρχία τον ανδριάντα του καθηρημένου μητροπολίτη Ιωακείμ στην κεντρική πλατεία της Κοζάνης; (Το ότι αργότερα ανεκλήθη η απόφαση της καθαίρεσης δεν διόρθωσε και πολύ την αρχική μονομερή απόφαση).

Ήρθε κάποτε και η ξενοκίνητη, όπως σχεδόν όλοι πλέον παραδεχόμαστε, χούντα των συνταγματαρχών (σαν να μην υπήρξε τίποτε άλλο ξενοκίνητο στη χώρα μας ούτε και σήμερα υφίσταται!). Έδειξε η χούντα ευθύς τις προθέσεις της να προβεί και στη “κάθαρση” του εκκλησιαστικού χώρου. Ελάχιστες οι φωνές διαμαρτυρίας που ακούστηκαν εκ μέρους της Ιεραρχίας για την αφαίρεση του πολυτιμοτέρου δώρου του Θεού στον άνθρωπο: Της ελευθερίας. Πολλοί ιεράρχες συμπορεύθηκαν με τους επίορκους αξιωματικούς και άλλοι εσιώπησαν δίκην ιχθύος! Και ανεκλήθη μεν η χούντα, όταν οι πάτρωνές της εκτίμησαν ότι έφερε σε πέρας το έργο που της είχαν αναθέσει, οι εχθροί όμως της Εκκλησίας, εμφορούμενοι τόσο από το παραδοσιακό αντιεκκλησιαστικό μένος των αντιχριστιανικών ιδεολογιών, όσο και από το νέο της παγκοσμιοποίησης βρήκαν πρώτης τάξεως ευκαιρία να στραφούν κατά της Εκκλησίας μη κάνοντες διάκριση (και γιατί να κάνουν;) μεταξύ προσώπων και θεσμού, ο οποίος για όλους αυτούς είναι ενδοκοσμικός, γι’  αυτό και τον θέλουν στην υπηρεσία των εκάστοτε κρατούντων.

Η Ιεραρχία έδειξε, και αυτό είναι το θλιβερότερο, να αντιδρά μόνο μπροστά στον κίνδυνο απώλειας της εκκλησιαστικής περιουσίας, την οποία κάποτε θα χάσει. Μήπως είναι καιρός να σκύψει επάνω από τα πλείστα όσα προβλήματα που σωρεύτηκαν μετά τη μεταπολίτευση; Μήπως πρέπει να αποστασιοποιηθεί από την νόμο κρατούσα Πολιτεία και να μην εκδηλώνει ανησυχία ή φόβο για τυχόν χωρισμό, που και αυτός μάλλον θα έρθει; Ας αναθέσει σε επιτροπή να ερευνήσει και γνωστοποιήσει στον λαό την περιουσία που η Εκκλησία προσέφερε στην Πολιτεία και πώς αυτή αξιοποιήθηκε ώς τώρα. Ας καταγγείλει το άκρως αντιπνευματικό σύστημα της κοινωνικής αδικίας, με τους θιασώτες του οποίου συμπορεύτηκε για αρκετές δεκαετίες δίνοντας στον λαό την ψευδή εντύπωση ότι τα “ιδανικά” του συμπίπτουν εν πολλοίς με τους λόγους του Ευαγγελίου, το οποίο καταδικάζει τον πλούτο, όσο κανένα άλλο κείμενο στην επιφάνεια του πλανήτη. Και να είναι βέβαιοι οι σεβαστοί πατέρες ότι ο λαός δεν θα τους γυρίσει την πλάτη, όπως το κάνει σήμερα απληροφόρητος και επηρεασμένος από την καθημερινή προπαγάνδα κατά της πίστεως.

Τα αίτια τα γνωρίζουμε. Τόλμη απαιτείται. Τόλμη για αυτοκριτική αρχικά και χάραξη νέας πορείας, ευαγγελικής πλέον, κατά των εχθρών της πίστεως και των λαών.

                                                                       

“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 10-01-2011

Η εκπαιδευτική πολιτική … σε ειδική αποστολή!

Η εκπαιδευτική πολιτική … σε ειδική αποστολή!

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΣΤΙΣ «ΕΙΔΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ»

 

Του Χρήστου Κάτσικα


 

Φαντάζει, αλήθεια, παράδοξο. Σε μια περίοδο που οι παρεμβάσεις, οι αλλαγές, οι νόμοι  του Υπουργείου Παιδείας πέφτουν σαν το χαλάζι, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, το ανώτατο θεσμοθετημένο εκπαιδευτικό όργανο, βρίσκεται στα …αζήτητα. Όχι μόνο αυτό.

Την ίδια ώρα που εξαγγέλλονται και υλοποιούνται οβιδιακές αλλαγές σε όλα «τα μήκη και τα πλάτη» της σχολικής εκπαίδευσης το Υπουργείο Παιδείας προχωρά στην «υποτίμηση» του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου μέσα από την συγχώνευση του με τον Οργανισμό Επιμόρφωσης (ΟΕΠΕΚ) και το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας (Κ.Ε.Ε) και την αναδιάρθρωση της δομής και των λειτουργιών του.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Π.Ι.) είναι ο παλαιότερος ερευνητικός και συμβουλευτικός φορέας σε ζητήματα παιδείας και με το έργο του συμβάλλει ουσιαστικά στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής από το ΥΠ.Ε.Π.Θ. Ως ανεξάρτητη δημόσια υπηρεσία, ιδρύθηκε το 1964 (Ν. 4379/1964) από τον  τότε Πρωθυπουργό και Υπουργό Παιδείας Γεώργιο Παπανδρέου. Ως νέος θεσμός, αποτέλεσε μετεξέλιξη και συγχώνευση προϋπαρχόντων συμβουλευτικών οργάνων του Υπουργείου και οργανώθηκε έχοντας ως υπόδειγμα την εσωτερική οργάνωση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήματα αρμοδιοτήτων στα οποία υπηρετούν Σύμβουλοι και Πάρεδροι).

Σύμφωνα και με μεταγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις (Ν. 2525/1997, 2640/1998, 2817/2000, 2909/2001, 2986/2002 και 3194/2003) οι αρμοδιότητες του Π.Ι είναι:

– Η επιστημονική έρευνα, η μελέτη θεμάτων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της εκπαιδευτικής πράξης.

 

–  Η επεξεργασία και υποβολή προτάσεων για θέματα Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας, Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Επιμόρφωσης και Αξιολόγησης, Ποιότητας της Εκπαίδευσης και Ειδικής Αγωγής και η χάραξη κατευθύνσεων για το σχεδιασμό και προγραμματισμό της εκπαιδευτικής πολιτικής.

–  Η παρακολούθηση της εξέλιξης της εκπαιδευτικής τεχνολογίας και η προώθηση της εφαρμογής της στην εκπαιδευτική πράξη.

–  Ο σχεδιασμός και η μέριμνα για την εφαρμογή  προγραμμάτων επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών καθώς και η αξιολόγησή τους.

–  Η εισήγηση για  τη συγγραφή βιβλίων για τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς, καθώς και η λήψη μέτρων για τη βελτίωση των μεθόδων της διδακτικής πράξης και γενικότερα του εκπαιδευτικού έργου.

Με βάση το νόμο 1566/85 ο οποίος είναι ακόμη σε ισχύ, το Π.Ι. καταρτίζει τα Προγράμματα Σπουδών. Ωστόσο οι εξαγγελίες της Υπουργού Παιδείας για αλλαγές των αναλυτικών προγραμμάτων στη Λυκειακή βαθμίδα (από τη σχολική χρονιά 2011/12) έφεραν, στις αρχές του φετινού Φθινοπώρου, στην επιφάνεια ένα σχέδιο αναλυτικού προγράμματος για τις τρεις τάξεις του Λυκείου το οποίο συντάχθηκε από μια ενδεκαμελή επιτροπή «ειδικών» αποτελούμενη από εξωθεσμικούς παράγοντες, η οποία ανέλαβε το ρόλο του συντονισμού και της επιστημονικής καθοδήγησης για τη σύνταξη των Προγραμμάτων Σπουδών.

Τι συμβαίνει; Γιατί το Υπουργείο Παιδείας δείχνει να παραγκωνίζει το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο;

Για να καταλάβουμε τους λόγους αρκεί να πάρουμε υπόψη όσα συμβαίνουν τον τελευταίο χρόνο στην «Ελλάδα των μνημονίων». Είναι φανερό ότι η οικονομική κρίση χρησιμοποιείται σαν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για την υλοποίηση εκπαιδευτικών πολιτικών που αποτελούσαν χρόνια τώρα προσδοκίες, κατευθύνσεις και επιδιώξεις του ΟΟΣΑ, του Διευθυντηρίου της Ε.Ε. και των επιτελείων των δυο μεγάλων αστικών κομμάτων. Αυτό μπορεί κανείς εύκολα να το καταλάβει διαβάζοντας αφενός τις «οδηγίες» της απορρόφησης των κονδυλίων του Γ΄ ΚΠΣ (ΕΣΠΑ) όπως αυτές εξειδικεύονται στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ 2007-2013) και αφετέρου τη «θεραπευτική αγωγή» που προτείνουν για την ελληνική εκπαίδευση ο ΟΟΣΑ (Έκθεση “Greece – Economic Surveys – 2009, 4ο Κεφάλαιο για την Παιδεία) και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πληροφόρησης για την Εκπαίδευση «Ευρυδίκη» (Αριθμοί-κλειδιά της εκπαίδευσης στην Ευρώπη – 2009) .

Αυτή η «ιερή συμμαχία» βρίσκει ευκαιρία τώρα να κάνει πραγματικότητα τα πιο νεοφιλελεύθερα όνειρά της τα οποία προβάλλει άλλοτε ως μέτρα σωτηρίας για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και άλλοτε σαν συνέπεια της οικονομικής κρίσης.

Στα πλαίσια αυτά θεσμοί όπως το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο αντιμετωπίζονται ως βαρίδια από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας το οποίο αγκομαχά να «τρέξει» μια σειρά νομοθετημάτων στην εκπαίδευση (που αλλάζουν το DNA της) και δεν έχει την πολυτέλεια του παραμικρού εσωτερικού διαλόγου – αντιλόγου και καθυστερήσεων από τις «χρονοβόρες» επιτροπές του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

 

ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ

 

Στα πλαίσια αυτά, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το Υπουργείο Παιδείας προχωρά στη σύσταση «ειδικής» ομάδας για την εκπαίδευση, η οποία θα αναλάβει να οργανώσει και να υλοποιήσει όλες τις παραπάνω επιδιώξεις. Η ειδική αυτή ομάδα, η οποία θα κινηθεί έξω και πάνω από τους ίδιους τους θεσμοθετημένους φορείς του Υπουργείου Παιδείας (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας, Διευθύνσεις προσωπικού Α/βάθμιας και Β/βάθμιας εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Διευθύνσεις Σπουδών του Υπουργείου Παιδείας, Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης κλπ) προβλέπεται από το νέο «Μνημόνιο 3».  Συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Δράσεις για την τέταρτη αξιολόγηση» και με τον εύηχο τίτλο «Αναβάθμιση  του εκπαιδευτικού συστήματος» προβλέπεται πως  « η κυβέρνηση συστήνει μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου  2011, μια ανεξάρτητη ειδική ομάδα εκπαιδευτικής πολιτικής με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος (πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση) και της αποτελεσματικότερης χρήσης πόρων»!!

Μιλάμε ουσιαστικά και τυπικά για «εκτέλεση συμβολαίου μετάλλαξης – διάλυσης», με αυστηρώς λογιστικά κριτήρια, του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα (όποιου είχε απομείνει)  της σχολικής εκπαίδευσης, των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών, των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών, των διορισμών και των προσλήψεων.

Η ακολουθούμενη πολιτική και η ενεργοποίηση της «ειδικής» ομάδας θα οδηγήσει στην προώθηση των καταργήσεων και συγχωνεύσεων  σχολείων, τη μείωση των θέσεων εργασίας με την παύση των διορισμών αλλά και τις μαζικές μετακινήσεις εκπαιδευτικών, την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων με τη σύνδεση του μισθού των εκπαιδευτικών με τις επιδόσεις των μαθητών, την αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών, την κατάργηση κάθε θεσμού στήριξης της μαθησιακής προσπάθειας, καθώς και τη δραστική μείωση των κονδυλίων για τα λειτουργικά έξοδα των σχολείων.

Ιδιαίτερο εργαλείο στα χέρια της «ειδικής» ομάδας θα αποτελέσει το κείμενο «Αναβάθμιση της διοίκησης της εκπαίδευσης» που ετοιμάζεται το υπουργείο Παιδείας να μετατρέψει σε νομοσχέδιο και να το φέρει στη Βουλή για ψήφιση τον Ιανουάριο του 2011. Πρόκειται ουσιαστικά για τη μεγαλύτερη επιχείρηση αναδιάρθρωσης του συστήματος διοίκησης της σχολικής εκπαίδευσης,  μια συνολική αναδιοργάνωση της ως τώρα πυραμίδας διοίκησης-εποπτείας και ελέγχου της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών και προσαρμογής στη νέα «καλλικρατική» δομή της δημόσιας διοίκησης.

Παράλληλα έχει προαναγγελθεί νέο «Πρόγραμμα Σπουδών» για όλο το φάσμα της σχολικής εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά: «ανοιχτό και ευέλικτο», «συνοπτικό», «διαθεματικό» και φυσικά «παιδαγωγικά διαφοροποιούμενο». Ουσιαστικά προαναγγέλλεται η αντικατάσταση των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών από ένα μίνιμουμ «μετρήσιμων εκπαιδευτικών στόχων»… επεξεργασίας ΟΟΣΑ.

Πρόκειται για τα πρώτα βήματα για το σπάσιμο του ενιαίου των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και την προσαρμογή του σχολείου στη λογική των δεξιοτήτων και όχι της μόρφωσης. Ουσιαστικά ως προτεραιότητες για το «Νέο Σχολείο» προβάλλονται οι βασικές κατευθύνσεις της ΕΕ και το πνεύμα της υπαγωγής της γνώσης στο επίπεδο της δεξιότητας. Εδώ ακριβώς βρίσκονται ενσωματωμένες οι κεντρικοί πυλώνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη «Βελτίωση των Ικανοτήτων για τον 21ο Αιώνα»: η «ικανότητα στη χρήση της ελληνικής γλώσσας», στο «χειρισμό των μαθηματικών εννοιών» και των «δεξιοτήτων στις φυσικές επιστήμες και την τεχνολογία», μαζί με την «ψηφιακή τεχνολογία» και τη «γλωσσομάθεια».

Είναι προφανές ότι μιλάμε για βάθεμα της εκπαίδευσης της ακριβοπληρωμένης αμάθειας!

Αυτά είναι τα σχέδια του Υπουργείου Παιδείας. Το εάν θα γίνουν πράξη εξαρτάται αποκλειστικά από τη στάση όσων θίγονται από αυτά. Κοντολογίς εξαρτάται από τη στάση των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων που στέλνουν τα παιδιά τους στη δημόσια σχολική εκπαίδευση, των εκατοντάδων χιλιάδων μαθητών που φοιτούν σ΄ αυτήν καθώς και των δεκάδων χιλιάδων εκπαιδευτικών που εργάζονται σ΄αυτήν. Απαιτείται ενότητα θεωρίας (Όχι στο σχολείο της αγοράς και της ακριβοπληρωμένης αμάθειας), ενότητα θέλησης (αγώνας μαζικός πανεκπαιδευτικός) και ενότητα δράσης (όλοι μαζί μπορούμε). Εάν αυτό επιτευχθεί (και μπορεί να επιτευχθεί) τότε τα όνειρα του Υπουργείου Παιδείας θα γίνουν οι εφιάλτες του.

 

ΠΗΓΗ: 09/01/2011 – 09:36, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=19243

ΜΕΤΑΘΕΣΕΙΣ: ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ ΣΤΟ ΥΠ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ;;;

ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ; … ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΘΕΣΕΙΣ

 

Του Παναγιώτη Ντούλα*


 

« Από κει που μας χρωστούσαν μας πήραν και το βόδι»

 

Σε ένα κείμενο που διέρρευσε χτες 08-01-2011 από την AB με τίτλο «Κείμενο εργασίας για θέματα μεταθέσεων, τοποθετήσεων και αποσπάσεων» περιγράφονται αλλαγές στις υπηρεσιακές μεταβολές που συζητιούνται στην Επιτροπή που υποτίθεται ότι θα εξορθολόγιζε τις όποιες αδικίες (πχ μη μοριοδότηση αποσπάσεων).

Το κείμενο μάλλον πρόκειται περί αστείου, σε  κάποια  σημεία  του  που  επισημαίνουμε  παρακάτω, αλλά εμείς θα το αντιμετωπίσουμε σοβαρά περιμένοντας και μια επίσημη ενημέρωση. Αλήθεια, οι αιρετοί μας και οι εκπρόσωποι ΟΛΜΕ, ΔΟΕ πού βρίσκονται;;; Χωρίς άλλα σχόλια, λοιπόν, το κείμενο για τις μεταθέσεις προτείνει, μεταξύ άλλων:

– Τη θέσπιση 11 ενιαίων για Α’ Βάθμια και Β’ Βάθμια κατηγοριών σχολείων ανάλογα με το βαθμό δυσκολίας (που καθορίζεται με διάφορα αντικειμενικά μετρήσιμα κριτήρια).  Η κατάταξη στα σχολεία γίνεται μετά από πρόταση του ΚΥΣΔΕ που λαμβάνει υπόψη τις εισηγήσεις της ΟΛΜΕ, ΔΟΕ και ΠΥΣΔΕ. Οι εισηγήσεις έχουν γίνει;;; Αν ναι, δημοσιοποιήθηκαν στον κλάδο ή στις κατά τόπους ΕΛΜΕ; Λαμβάνονται υπόψη ή απλά κατατίθενται για την ιστορία;;;

– Η πρώτη από τις κατηγορίες(πχ τα σχολεία της Αθήνας τώρα), δηλ η κατηγορία Α’ θα πιάνει 0 μόρια δυσμενών συνθηκών με κλιμάκωση μέχρι την τελευταία κατηγορία ΙΑ’, που θα πιάνει 10 μόρια για κάθε χρόνο υπηρεσίας.

– Στη συνέχεια προσθέτει το εξής εκπληκτικό: «Οι μονάδες λόγω δυσμενών συνθηκών στην έδρα του σχολείου όπου υπηρέτησαν υπολογίζονται μόνο για την αμέσως επόμενη μετάθεση ή τοποθέτηση των εκπαιδευτικών»!!!!! Δηλ, σε απλά ελληνικά οι μονάδες δυσμενών συνθηκών, αμέσως μετά την μετάθεση ή τοποθέτηση κάποιου σε σχολείο, διαγράφονται και η μέτρηση των μορίων δυσμενών συνθηκών ξεκινά πάλι από το 0 ενώ μέχρι τώρα υπολογίζονταν για όλη την εκπαιδευτική μας σταδιοδρομία!!!

Πχ ,  έστω 2 εκπαιδευτικοί Α και Β.

Ο Α έχει υπηρετήσει 5 χρόνια σε μια περιοχή δυσκολίας Η’ = 7 μόρια και, επειδή δεν καταφέρνει να πάρει μετάθεση για την περιοχή που θέλει, παίρνει μετάθεση για μια άλλη περιοχή, πχ μια κοντινή περιοχή δυσκολίας Δ’ = 3 μόρια. Μετά από 2 χρόνια υπηρεσίας στην καινούργια περιοχή ζητά ξανά μετάθεση για τον τόπο του(πχ Γ’ Αθηνών). Έχει 7 χρόνια υπηρεσίας επί 2,5(το χρόνο) = 17,5 από την προϋπηρεσία. Επειδή όμως τα μόρια της πρώτης περιοχής όπου δούλεψε διαγράφονται, έχει μόρια δυσμενών συνθηκών 3 επί 2 = 6 μόρια, δηλ ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΡΙΩΝ 17,5+6= 23,5.

Ο Β διορίζεται και υπηρετεί σε μια περιοχή δυσκολίας Η’ = 7 μόρια για 3 χρόνια. Μόλις ολοκληρώσει την υποχρεωτική τριετία του (άλλο μεγάλο θέμα αυτή η τιμωρία…) ζητά μετάθεση κι αυτός για τον τόπο του (πχ Γ’ Αθηνών). Έχει 3 χρόνια προϋπηρεσίας επί 2,5 (το χρόνο)=7,5 από την προϋπηρεσία. Από τα μόρια δυσμενών συνθηκών έχει 3 χρόνια επί 7 μόρια = 21 μόρια(χωρίς να υπολογίζεται η τελευταία χρονιά που, με το τελευταίο νόμο, λαμβάνεται διπλά), δηλ ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΡΙΩΝ 7,5+21 = 28,5.

Ο Β με 3 χρόνια στον ίδιο τόπο (όπου ο Α πέρασε 5 χρόνια + άλλα 2 κάπου αλλού) παίρνει τη μετάθεση!!! Αυτό δε συνιστά απλώς πρωτοφανή αδικία, δεν είναι απλά παράλογο αλλά ενδεχομένως να είναι και αντισυνταγματικό.

– Το κείμενο συνεχίζει με την επόμενη πρόταση: «Οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούν σε σχολεία της έδρας τους (δηλ εκεί που είναι δημότες) δε λαμβάνουν μονάδες δυσμενών συνθηκών». Ουσιαστικά, αποκλείει τη μετάθεση για κάποιον που υπηρετεί στον τόπο του. Επίσης, σε συνδυασμό με το προηγούμενο εδάφιο τινάζει στον αέρα τη διαδικασία των τοποθετήσεων.

Πχ έστω 2 εκπαιδευτικοί Α και Β που ζητούν οργανική(είτε πρώτη τοποθέτηση είτε βελτίωση θέσης) στη διαδικασία των τοποθετήσεων.

Ο Α με 15 χρόνια υπηρεσίας στην περιοχή που είναι δημότης έχει 15 επί 2,5 = 37,5 μόρια. Δε λαμβάνει κανένα μόριο δυσμενών συνθηκών, αφού υπηρετεί στο δήμο του, άρα έχει ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΡΙΩΝ =  37,5 μόρια.

Ο Β έρχεται με μετάθεση στην ίδια περιοχή. Έχει 5 χρόνια υπηρεσίας στην προηγούμενη περιοχή (πχ περιοχή Η’ = 7 μόρια) και, με βάση τα δύο προηγούμενα εδάφια, έχει 5 χρόνια επί 2,5 = 12,5 μόρια προϋπηρεσίας. Από τα μόρια δυσμενών συνθηκών έχει 5 επί 7 = 35 μόρια. ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΡΙΩΝ 12,5 + 35 = 47,5 μόρια.

Δηλ ο Α που είναι 10 χρόνια παλαιότερος τουλάχιστον από το Β, ο Α που μπορεί να έχει φτάσει στις εσχατιές της Ελλάδας για να γυρίσει στον τόπο του, ΔΕ ΘΑ ΕΧΕΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΟΤΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΟΡΓΑΝΙΚΗΣ ΘΕΣΗΣ ή ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΘΕΣΗΣ.

Σε ποια λογική ή ηθική διάσταση εδράζεται αυτό;

Μπορεί κανείς να μας εμποδίσει να σκεφτούμε ότι είναι φωτογραφική διάταξη που εξυπηρετεί κάποιες σκοπιμότητες;

Μπορεί κανείς να μας εμποδίσει να σκεφτούμε ότι στο βωμό της εξυπηρέτησης σκοπιμοτήτων θυσιάζεται για χρόνια η αξιοκρατία στον κλάδο 200.000 εργαζόμενων εκπαιδευτικών όσον αφορά τις υπηρεσιακές μας μεταβολές;;;

– Και τελειώνει με το κερασάκι της δηλητηριώδους αυτής τούρτας: «Ο χρόνος που αφορά μακροχρόνιες (πέραν του μηνός) αναρρωτικές άδειες με αποδοχές, άδειες κυήσεως και λοχείας, ..…. θεωρείται ότι διανύθηκε σε σχολείο Α’ κατηγορίας» (δηλ παίρνει 0 μόρια). Όποιος είχε την ατυχία πχ να πάθει πνευμονία ή όποια κοπέλα είχε την καταστροφική και ανήκουστη έμπνευση να κάνει παιδιά τιμωρείται για αυτό και δεν παίρνει κανένα μόριο για εκείνη την περίοδο. Ουσιαστικά, επειδή οι ηλικίες 25-40 στις οποίες διορίζεται η συντριπτική πλειοψηφία των συναδελφισσών είναι και οι ίδιες ηλικίες στις οποίες μια γυναίκα μπορεί συνήθως να τεκνοποιήσει, τις δίνει την … προοδευτική (και φιλοδημογραφική…)  επιλογή είτε να δουλέψουν στο σχολείο είτε να μείνουν στο σπίτι!

Ελπίζουμε η διαρροή της ΑΒ να μην είναι σοβαρή βάση συζήτησης της Επιτροπής γιατί αλλιώς θα πρόκειται για τορπίλη στην αξιοκρατία και τη διαφάνεια που είχαμε κατακτήσει σαν κλάδος στο θέμα των μεταθέσεων-τοποθετήσεων και σε ό,τι αφορά τα σημεία που επισημάνθηκαν.

Αλλιώς, οι αιρετοί και οι εκπρόσωποί μας πρέπει άμεσα να τοποθετηθούν για το τι συμβαίνει και τι λέγεται εκεί μέσα σε αυτήν την Επιτροπή, να αποκαλύψουν και να καταγγείλουν ποιος σκέφτεται και γράφει αυτά τα πράγματα.

Θα συμφωνήσουν τα ΔΣ της ΔΟΕ-ΟΛΜΕ (και των κατά τόπους ΕΛΜΕ και Συλλόγων) με αυτό;

Θα ανεχτούν αυτήν την αδικία οι δεκάδες χιλιάδες των συναδέλφων τους οποίους αφορά άμεσα αυτό το κείμενο;;;

 

Εάν είναι να περάσουν τέτοιες ρυθμίσεις, τότε να απαιτήσουμε να μείνει το ισχύον καθεστώς σε αυτά τα θεματα των μεταθεσεων-τοποθετησεων που είναι απείρως πιο δίκαιο, συνταγματικό και, κυρίως, ΛΟΓΙΚΟ.

 

ΕΛΕΟΣ!

 

* Ο Παναγιώτης Ντούλας είναι πρόεδρος της Β΄ ΕΛΜΕ Δωδεκαννήσου

 

 

Κάλυμνος, 09-01-2011

… ένεκεν δικαιοσύνης

… ένεκεν δικαιοσύνης (μακάριοι οι δεδιωγμένοι)

 

Του Νικόλα Γαλιατσάτου

 

 

 

Τρία και πλέον χρόνια μετά τη συνεδρίαση του ΠΥΣΔΕ Κεφαλονιάς – Ιθάκης που ήταν η αρχή της πειθαρχικής μου δίωξης, είμαι σίγουρος ότι έτσι θα έκανα και σήμερα  ως εκπρόσωπος του κλάδου.

Η τοποθέτηση μου, που καταγράφηκε στα πρακτικά  στην πρώτη συνεδρίαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου για την παραπομπή της συναδέλφου στο πειθαρχικό, ήταν να δεχθούμε την παραίτηση της και να κλείσει το θέμα, διότι δεν θέλω μια νέα συνάδελφος (την οποία σημειωτέον δεν γνώριζα ούτε κατ΄ όψη)  να κουβαλάει στην πλάτη της μια απόλυση την οποία δεν ξέρω πότε θα τη βρει μπροστά της (ούτε άδεια διδασκαλίας σε φροντιστήριο δεν μπορεί να βγάλει όποιος έχει απολυθεί από το δημόσιο για πειθαρχικό παράπτωμα).

 Στη συνέχεια μετά από συζήτηση στο Δ.Σ. της ΕΛΜΕ ομόφωνα αποφασίσαμε να μην ψηφίσω την απόλυση της συναδέλφου, κάτι που φυσικά έπραξα.

Μετά από δύο αθωωτικές αποφάσεις από το ΑΠΥΣΔΕ Ιονίων Νήσων και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό του Υπουργείου Εσωτερικών ο Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης προσφεύγει στο Διοικητικό Εφετείο «κατά του Νικολάου Γαλιατσάτου και του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού» για την οποία (προσφυγή) ορίστηκε δικάσιμος η 5-3-2010 και  μετά από αναβολή η 21-1-2011.

Αν και η υπόθεση με αφορά άμεσα, δεν έχω πάρει καμιά ειδοποίηση για να παραστώ στο διοικητικό εφετείο, ούτε για τις 5-3-2010 ούτε για τις 21-1-2011, η ενημέρωση μου για την υπόθεση έγινε από τους συναδέλφους αιρετούς στο ΑΠΥΣΔΕ Ιονίων Νήσων.

Επειδή οι πιθανότητες να αναβληθεί η υπόθεση και να οριστεί νέα δικάσιμος είναι πολλές και επειδή ούτε εγώ προσωπικά ούτε πολύ περισσότερο ένας κλάδος δεν μπορεί να είναι σε ομηρία, κάνω γνωστό  ότι δεν θα παραστώ στο Διοικητικό Εφετείο στις 21-1-2011, δεν ασχολούμαι με την υπόθεση  και αν παραπεμφθώ ξανά στο πειθαρχικό τότε βέβαια θα παραστώ.

 Τα προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε το επόμενο διάστημα (αυταρχισμός, κλείσιμο σχολείων και άλλη μείωση μισθών …) απαιτούν μαζικές μακροχρόνιες κινητοποιήσεις και σ΄ αυτά πρέπει να ρίξουμε τις δυνάμεις μας.

Με την ευκαιρία θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συναδέλφους και τους φορείς τοπικά και πανελλαδικά που δήλωσαν με οποιοδήποτε τρόπο τη συμπαράστασή τους.

Ιδιαίτερα ευχαριστώ τα τοπικά ΜΜΕ έντυπα και ηλεκτρονικά για την προβολή του θέματος και την ξεκάθαρη υποστήριξή τους.

Ευχαριστώ το σεβαστό συμπολίτη μου κ. Γεράσιμο, που μου υπενθύμισε το «μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης» και μου έδωσε άλλη μία διάσταση της υπόθεσης.

 

                                                                              Γαλιατσάτος Νικόλας

                                                                Οργ. Γραμματέας ΕΛΜΕ Κεφαλονιάς Ιθάκης

Για τις οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα Ι

ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ

ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

  

 

 

Τον Ιούνιο θα εκδικαστεί ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης η προσφυγή της Γερμανίας κατά της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ιταλίας, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση της Γερμανίας περί ετεροδικίας και κρίθηκε νόμιμη η κατάσχεση γερμανικού ακινήτου κειμένου στην πόλη της Φλωρεντίας για την πληρωμή μέρους του ποσού που επιδικάστηκε από τα ελληνικά δικαστήρια στους κατοίκους του Διστόμου.

Η κατάσχεση αυτή, όπως είναι γνωστό, έγινε επειδή ο έλληνας Υπουργός της Δικαιοσύνης δεν επέτρεψε την εκτέλεση της απόφασης αυτής σε βάρος Γερμανικής περιουσίας που βρίσκεται στην Ελλάδα.

Εκτός όμως από το έγκλημα αυτό που διέπραξε η Ελληνική Πολιτεία κατά του των θυμάτων του Διστόμου, το Ανώτατο Δικαστήριο της Χώρας μας έκρινε:

α) ότι η Γερμανία έχει το δικαίωμα της ετεροδικίας και

β) ότι τα θύματα της γερμανικής κατοχής δεν έχουν δικαίωμα ατομικής αγωγής κατά του Γερμανικού Δημοσίου και η αποζημίωσή τους είναι θέμα διακρατικών διαπραγματεύσεων, οι οποίες ουδέποτε έγιναν και ουδέποτε θα γίνουν αν δεν το επιβάλλει ο Ελληνικός Λαός.

Αν δεν είχε διαπράξει τα εγκλήματα αυτά η Ελληνική Κυβέρνηση και η Ελληνική Δικαιοσύνη, θα είχε το δικαίωμα η Χώρα μας, μέχρι τις 15/1/2011 να παρέμβει στο Δικαστήριο της Χάγης υπέρ της Ιταλίας και να ζητήσει την απόρριψη της γερμανικής προσφυγής, ώστε να πάρουν οι κάτοικοι του Διστόμου ένα μικρό μέρος της αποζημίωσης που τους επιδίκασαν τα ελληνικά δικαστήρια (τα δικαστικά έξοδα).

Δυστυχώς, η παρέμβαση αυτή δεν θα γίνει. Πρώτον, διότι έχουν προηγηθεί τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο εγκλήματα της Ελληνικής Κυβέρνησης και δεύτερον, διότι και χωρίς αυτά η κυβέρνησή μας δεν θα τολμούσε να παρέμβει.

Για τους λόγους αυτούς παρεμβαίνει το Συμβούλιό μας με την παρούσα ανακοίνωση και

α) καταγγέλλει για μια ακόμα φορά την εγκληματική συμπεριφορά των ελληνικών κυβερνήσεων σε βάρος του Ελληνικού Λαού και υπέρ της Γερμανίας και

β) καλεί το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης να σταθεί στο ύψος του, να μην καμφθεί από τις γερμανικές και φιλογερμανικές πιέσεις και να απορρίψει την γερμανική προσφυγή κατά της απόφασης του Αρείου Πάγου της Ιταλίας, με την οποία επικυρώθηκε η κατάσχεση γερμανικού ακινήτου κειμένου στη Φλωρεντία της Ιταλίας προς μερική – έστω και ελάχιστη – αποζημίωση των θυμάτων του Διστόμου.

 

Αθήνα, 6 Ιανουαρίου 2011

 

Ο Πρόεδρος

Ο Γενικός Γραμματέας

Μανώλης Γλέζος

Ευάγγελος Μαχαίρας

 

Η προέλευση του εθνωνύμου Πομάκος

Η προέλευση του εθνωνύμου Πομάκος

 

Περσικές ρίζες. Μια νέα γλωσσολογική προσέγγιση

 

Του Αλή Καρδούχου*


 

Είναι γνωστό ότι η λέξη Πομάκος συναντάται για πρώτη φορά στις αρχές του 19ου αι. χωρίς μέχρι σήμερα να έχει δοθεί μία οριστική εξήγηση για την προέλευσή της. Φαίνεται ότι ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη λέξη ήταν ο Γάλλος περιηγητής Ami Boue το 1838.

Προγενέστερα του Ami Boue, σε Ελληνικό λεξικό του 1812 δεν υπάρχει το λήμμα Πομάκος (Δ. Αλεξανδρίδου. Λεξικόν Τουρκογραικικόν. Εν Βιέννη 1812). Αντίθετα, στα τέλη του ίδιου αιώνα στο περίφημο λεξικό του Ι. Χλωρού, βλέπουμε: Η λέξη «Πομάκος» = Pomak ον. κ. Πομάκος, ο εκ της Βουλγαρικής φυλής των Πομάκων (Ι. Χλωρού. Λεξικόν Τουρκο-Ελληνικόν. Εν Κωνσταντινούπολει 1899). Η εκδοχή αυτή απηχεί τις αντιλήψεις της εποχής του Βουλγαρικού εθνικισμού.

 Αναφορικά με την ετυμολογία της λέξης στο επίσημο Λεξικό του Ίδρύματος Τουρκικής Γλώσσας (Türk Dil Kurumu, Ankara 2005) δεν αναφέρει τίποτε παρά μόνο ότι οι Πομάκοι είναι: «Τoυρκομουσουλμανική κοινότητα που μιλάει Βουλγάρικα και ζει στη Ρούμελη». Από Ελληνικής πλευράς το λεξικό Μπαμπινιώτη, αναφέρει: Πομάκος (ο), Πομάκα (η) αυτός που ανήκει στη Βουλγαρόφωνη μουσουλμανική μειονότητα της Δ. Θράκης ΕΤΥΜ. Μεταφορά του γερμ. Pomaken, πιθ. Βουλγ. Προελ.) ( Λεξικόν της νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002).

Κατά τη γνώμη μας η λέξη προέρχεται από την τουρκική λέξη yamak (διαβάζεται: γιαμάκ). Και σήμερα στα τούρκικα γιαμάκ σημαίνει: 1.βοηθός, πλησίασμα, 2.μπαλωμα (το πλησιάζον κομμάτι που ενσωματώνεται σε ξένο σώμα). Σεβάν Νισανιάν (Sevan Nisanyan, Sözlerin Soy Ağacı, İstanbul 2009).

Για την ίδια λέξη στο Λεξικό του Ίδρύματος Τουρκικής Γλώσσας, διαβάζουμε: Υamak: 1. Ο άνδρας που είναι βοηθός σε μια δουλειά. 2. ο υποψήφιος πυροβολητής και βομβιστής στο τάγμα των Γενιτσάρων. 3. το άτομο που κάνει τα θελήματα του αφεντικού του (δηλ. πιστός και τυφλός βοηθός). Πιστεύουμε ότι η λάθος ανάγνωση της λέξης γιαμάκ στα οθωμανικά χειρόγραφα (συχνό φαινόμενο για πολλες λέξεις), έδωσε τον τύπο Πομάκ.

Στο οθωμανικό χειρόγραφο είναι πιθανότατο να διαβάσει κάποιος το αρχικό γιε  (ې) της λέξης γιαμάκ, ως πε (پ), αλλά και το αντίστροφο. Αντίστοιχο φαινόμενο είχαμε στην Περσική λέξη πεγιά (PΕΥΑ) η οποία στα οθωμανικά πέρασε ως γιαγιά (YAYA=πεζός). Η σύγχυση στο χειρόγραφο προέρχεται συνήθως από τις δυσανάγνωστες «τελίτσες» που μπαίνουν κάτω ή πάνω από τα αραβoπερσικά γράμματα.

 

PΟΜΑΚ قموپ  ΥΑΜΑΚ قماې

 

Έτσι μπορεί το «Υ» να διαβαστεί και «Π». Η ρίζα ΥΑ- πιθανότατα προέρχεται από την περσική ΥΑ-R που σημαίνει βοηθός, ο φίλος. Άλλωστε και στην σύγχρονη Τουρκική το γιαρντίμ ετμέκ σημαίνει βοηθώ. Τα σύνθετα ρήματα της τουρκικής δεν έχουν τουρκική προέλευση π.χ. τεσεκιούρ ετμέκ (ευχαριστώ). Λαμβάνοντας υπόψιν την σημασία της λέξης Πομάκος ως βοηθός (βλ. Λεξικό Ι. Χλωρού κ.λπ.) και συνδυάζοντάς την με το ζήτημα της λανθασμένης ανάγνωσης της λέξης γιαμάκ στα οθωμανικά, προτείνουμε τη προέλευση της λέξης Πομάκ, από την λέξη γιαμάκ, η οποία χρησιμοποιείται σήμερα στην τουρκική γλώσσα, αλλά έχει ρίζες στην Περσική.

 

Άρθρο του Αλή Καρδούχου (τεύχος 46, Οκτώβριος 2010)

 

 

* Ο Αλή Καρδούχος είναι ιστορικός και συγγραφέας

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.zagalisa.gr/content/i-proeleysi-toy-ethnonymoy-pomakos