Εκκλησία «sui generis» – Θρησκευτικά για όλους

Εκκλησία «sui generis» –  Θρησκευτικά για όλους

(Άρθρο για την – και όλη η – εισήγηση του Δημητριάδος Ιγνάτιου σε εκδήλωση της «Σύναξης»)**

 

Του Χάρη Ανδρεόπουλου *

 

 

Την άποψη ότι το μάθημα των Θρησκευτικών θα πρέπει να απευθύνεται σ' όλους τους μαθητές ανεξαρτήτως προέλευσης, ταυτότητας, πεποιθήσεων, κλπ.  υπερασπίσθηκε ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, στη διάρκεια της πρόσφατης εκδήλωσης που οργάνωσε το θεολογικό περιοδικό «Σύναξη» για το θέμα των σχέσεων κράτους – Εκκλησίας, ταυτιζόμενος, ουσιαστικά, με τις σχετικές θέσεις του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου,

όπως πρόσφατα τις εξέφρασε με δηλώσεις του στο εκκλησιαστικό ραδιόφωνο  (Ρ/Σ της Ιεράς Μητρόπολης Λάρισας – δείτε εδώ – ο Σύμβουλος Θεολόγων του Π..Ι., δρ. Σταύρος Γιαγκάζογλου.

ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος (που είναι και μέλος της Συνοδικής Επιτροπής για θέματα Παιδείας και Νεότητας) αναφερόμενος στο θρησκευτικό μάθημα συντάχθηκε με τη θέση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου ότι θα πρέπει να' ναι υποχρεωτικό για όλους και πως ο χαρακτήρας του θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένος στις νέες μορφές της νεωτερικής αυτοσυνειδησίας – δηλαδή, το μάθημα να είναι ανοικτό, πλουραλιστικό, με γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα, συνεπώς κατά βάσιν γνωσιολογικό – λαμβανομένης υπ' όψη της απαίτησης σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας και της πραγματικότητας του πλουραλισμού και της ετερότητας, χωρίς, ωστόσο, ο χαρακτήρας του μαθήματος να είναι αποκομμένος από τον κορμό της παράδοσής μας λόγω των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και της μακρόχρονης σύνδεσης της Εκκλησίας με την πορεία του έθνους.

Ο κ. Ιγνάτιος παραδεχόμενος ότι το θέμα του θρησκευτικού μαθήματος, ως εκπαιδευτικό θέμα, αφορά κατά πρώτο και κύριο λόγο την πολιτεία, εκτίμησε  ότι η μέχρι τώρα δημόσια συζήτηση επί του θέματος είναι πολύ πλούσια και δημιουργική και αισιοδόξησε ότι πολλές από τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών – εκ μέρους της πολιτείας και της Εκκλησίας – λύσεων.

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΚΑΘΕΣΤΩΣ «SUI GENERIS»

Ιδιαίτερη – και θετική για τους περισσοτέρους – εντύπωση προκάλεσε η στάση του κ. Ιγνατίου να χαρακτηρίσει ως  «εξαιρετικά ενδιαφέρουσα» την πρόταση – αναφορικώς με το νομικό καθεστώς της θεσμικής Εκκλησίας – για τη δημιουργία μιας sui generis («ιδιόρρυθμης») κατηγορίας νομικού εκκλησιαστικού προσώπου, η οποία θα υπερβαίνει τις μονομέρειες των δύο άλλων τύπων (την «κρατική», με τη μορφή ΝΠΔΔ, και την «ιδιωτική» με τη μορφή σωματείου του αστικού κώδικα).   Ένα τέτοιο νομικό πρόσωπο εκκλησιαστικού δικαίου, υποστήριξε ο ομιλητής, θα περιφρουρούσε την ιδιαίτερη ταυτότητα αλλά και αυτονομία της Εκκλησίας και επίσης θα εμπέδωνε έτι περαιτέρω τις διακριτές σχέσεις της με την Πολιτεία.

«ΟΧΙ ΣΤΟ ΒΙΑΙΟ ΧΩΡΙΣΜΟ»

Ο κ. Ιγνάτιος σχολιάζοντας τις προτάσεις για άμεσο χωρισμό, είπε ότι ο χωρίς προϋποθέσεις και προετοιμασία προτεινόμενος από κάποιες πλευρές ριζικός -ή και εχθρικός, ορισμένες φορές- χωρισμός κράτους και Εκκλησίας, θα καταστήσει την τελευταία έρμαιο και υποχείριο των πιο συντηρητικών και φονταμενταλιστικών δυνάμεων, ενώ δεν πρέπει να αποκλείεται και η εμφάνιση ενός «κόμματος της Εκκλησίας» που θα δώσει κάλυψη σε όλα τα φοβικά σύνδρομα και στις ακραίες τάσεις και φωνές της ελληνικής κοινωνίας.

Προσεγγίζοντας εκκλησιολογικά το θέμα ο Μητροπολίτης Δημητριάδος τόνισε ότι ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας ως Ν.Π.Δ.Δ. φαίνεται ότι δεν μπορεί να δικαιωθεί σε κανένα επίπεδο και επεσήμανε πως η Εκκλησία δεν συνιστά πρωτίστως ένα κοσμικό θεσμό, λ.χ. έναν κοινωφελή οργανισμό, αλλά εξάπαντος ένα τρόπο υπάρξεως που αντλεί την ταυτότητά του από την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η Εκκλησία, είπε ο κ. Ιγνάτιος, είναι εν τω κόσμω, ζει και δραστηριοποιείται εντός του κόσμου και της Ιστορίας, χωρίς όμως να είναι εκ του κόσμου, καθώς αντλεί την ύπαρξή της από μια μετα-ιστορική πραγματικότητα, τη Βασιλεία του Θεού. Έτσι η Εκκλησία δεν μπορεί παρά να βρίσκεται πάντοτε σε ένα είδος διαλεκτικής σχέσης προς τον κόσμο και τους κοσμικούς θεσμούς, και άρα και προς την Πολιτεία. Το ότι όμως η Εκκλησία «ζει εν τω κόσμω αλλά δεν είναι εκ του κόσμου», σημαίνει για το θέμα που μας απασχολεί ότι οφείλει να αναπτύσσει ζωντανές σχέσεις με το περιβάλλον της, προσλαμβάνοντας κατά τρόπο διαλεκτικό και προφητικό στοιχεία του κόσμου, χωρίς όμως και να ταυτίζεται τελικά με τον κόσμο. Έτσι και στην περιπτωσή μας, η Εκκλησία ως ευχαριστιακή και εσχατολογική κοινότητα που κείται εν τω κόσμω, μπορεί να έχει και νομική υπόσταση. Αυτή, όμως, δεν μπορεί να αντιφάσκει προς τον αντινομικό και διφυή χαρακτήρα της».

Ο κ. Ιγνάτιος δεν παρέλειψε να μιλήσει και για τ' άλλα «επίμαχα» θέματα, όπως αυτά της εκκλησιαστικής περιουσίας, των θρησκευτικών συμβόλων, καταθέτοντας με παρρησία τις προσωπικές σκέψεις και απόψεις του,  με την ελπίδα , όπως τόνισε, να αποτελέσουν αφετηρία προς την κατεύθυνση μιας αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας. Σημείωσε, πάντως, ότι για τις τελικές αποφάσεις τις οποίες θα εκφράσει η Εκκλησία στο πλαίσιο της συνοδικότητας, η μόνη αρμόδια να αποφανθεί είναι η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ολόκληρη η εισήγηση – ομιλία του σεβ/του Μητροπολίτου Δημητριάδος έχει ως ακολούθως:

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας επανέρχεται διαρκώς με ποικίλες αφορμές στην επικαιρότητα του δημόσιου διαλόγου. Αφενός μεν η σοβαρότητα του θέματος, αφετέρου δε η ποικιλία των σχετικών απόψεων, επιβάλλουν την αναγκαιότητα μιας εμπεριστατωμένης και προσεκτικής, χωρίς προκαταλήψεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις, εξέτασης των επιμέρους θεμάτων που συναπαρτίζουν το σύνθετο αυτό ζήτημα. Χωρίς να δεσμεύω σε καμιά περίπτωση με τις προσωπικές μου απόψεις τη θέση  της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, της μόνης αρμόδιας για τις τελικές αποφάσεις, επιθυμώ στο πλαίσιο της ξεχωριστής αυτής ανοικτής συζήτησης που διοργανώνεται από το περιοδικό «Σύναξη», με την παρουσία εκλεκτών προσκεκλημένων, να καταθέσω σκέψεις με την ελπίδα να αποτελέσουν αφετηρία προς την κατεύθυνση μιας αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΣΗΜΕΡΑ

Φαίνεται να έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες, ώστε η Εκκλησία όχι μόνο να μην αρνηθεί, αλλά, εφ' όσον προετοιμαστεί κατάλληλα, να αναλάβει η ίδια την πρωτοβουλία για μια διεξοδική συζήτηση του ακανθώδους ζητήματος που επιγράφεται «σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας». Στις μέρες μας η Εκκλησία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εντελώς καινούργια κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα η οποία οφείλεται είτε σε ποικίλα τρέχοντα γεγονότα της επικαιρότητας που εμφανίζονται για πρώτη φορά είτε στον πολιτικό προσανατολισμό του νεοελληνικού κράτους, ιδίως μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς μια προοπτική κοσμικής δημοκρατίας βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η θρησκευτική ελευθερία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε λόγω των ευρύτερων ανακατατάξεων που συνδέονται με την παγκοσμιοποίηση, την πολυπολιτισμικότητα και τη μετανεωτερικότητα. Πορευόμενη μέσα σ' αυτό το πλαίσιο η Εκκλησία (προ)καλείται, πρωτίστως λόγω της εσχατολογικής και ευχαριστιακής της ταυτότητας και αυτοσυνειδησίας, να αναστοχαστεί και να προβληματιστεί ως προς πλήθος ζητημάτων που εξακολουθούν να εκκρεμούν στη σχέση της με την Πολιτεία. Και μια τέτοια πρωτοβουλία οφείλει η Εκκλησία να την αναλάβει σε μια εποχή, κατά την οποία οι εξελίξεις είναι ραγδαίες σε παγκόσμιο αλλά και τοπικό επίπεδο. Μια εποχή, όπου η θρησκεία από τη μια διεκδικεί εκ νέου σημαντικό ρόλο στη δημόσια σφαίρα, όχι ωστόσο πάντοτε χωρίς προβλήματα, ενώ από την άλλη οι σύγχρονες, μη ομογενείς κοινωνίες, επιδιώκουν την ειρηνική συμβίωση και το σεβασμό της ετερότητας. Ζώντας και διακονώντας λοιπόν μέσα σε μια τέτοια πραγματικότητα, μια αμυντική στάση ή ακόμη περισσότερο μια επιθετική πολιτική από πλευράς Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να δικαιωθεί.

 Φαίνεται πως στις μέρες μας, όλο και περισσότερο -όπως φάνηκε και από τα δύο πρόσφατα τεύχη της «Σύναξης» και μάλιστα από την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση ανθρώπων της Εκκλησίας και νομικών που δημοσιεύεται- το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας δεν τίθεται τόσο με όρους ριζικού χωρισμού, όπως ίσως γινόταν παλαιότερα. Αντιθέτως, γίνεται μάλλον λόγος για την ανάγκη προσδιορισμού και νέας ρύθμισης των διακριτών ρόλων, που έτσι κι αλλιώς οφείλουν να έχουν οι δύο θεσμοί. Απαιτείται επομένως μια συλλογική και σοβαρή προσπάθεια, προκειμένου να τεθούν καλόπιστα όλα τα ζητήματα, από τα πιο απλά μέχρι και τα πιο σύνθετα, με στόχο την εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής και προς όφελος τελικά του ίδιου του λαού λύσης.

ΒΑΣΙΚΟΙ ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Πριν προχωρήσουμε στη συζήτηση συγκεκριμένων ζητήματων που τίθενται στο πλαίσιο του προσδιορισμού των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας, ας μου επιτραπεί να σημειώσω στο σημείο αυτό, ότι στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών που λειτουργεί στα όρια της Μητροπόλεως Δημητριάδος στο Βόλο, έχουμε από ετών ασχοληθεί, σε επίπεδο συνεδρίων και ημερίδων, τόσο με το θέμα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, όσο και με συναφή θέματα που συνδέονται αδιάσπαστα με την παρούσα συζήτηση (Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα, Ορθοδοξία και Πολυπολιτισμικότητα, Εκκλησία και Εθνικισμός, Ορθοδοξία και ετερότητα, κ. ά.). Έχοντας υπόψη την πολύτιμη αυτή εμπειρία, θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες ενδεικτικές προσωπικές προτάσεις πάνω σε ορισμένα επιμέρους θέματα. Τέτοια θέματα διαλόγου μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας είναι μεταξύ άλλων: το νομικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας, θέματα θρησκευτικής εκπαίδευσης και πολιτισμού, όπως και μια σειρά ζητημάτων συμβολικού κυρίως χαρακτήρα.

α) Νομικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Από πολλές πλευρές προβάλλεται η άποψη ότι δεν μπορεί η Εκκλησία να εξακολουθήσει να αντιμετωπίζεται από νομικής απόψεως ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). Με άλλα λόγια γίνεται λόγος για το αυτονόητο· για το κατά πόσο δηλαδή, η Εκκλησία μπορεί να εκλαμβάνεται ως μια απλή υπηρεσία του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ως μία «θρησκευτική» ΔΕΚΟ δηλαδή, η οποία αναγκαστικά δεσμεύεται από το πλαίσιο λειτουργίας, τις διοικητικές και οικονομικές ρυθμίσεις και υποχρεώσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και που φαίνεται να δεσμεύει, ορισμένες φορές, την δημόσια και κρατική ζωή με τις αρχές και τα πιστεύω της. Γι' αυτό και όπως έχει παρατηρηθεί, συχνά όχι άδικα, ένα τέτοιο νομικό καθεστώς παγιώνει μάλλον νοοτροπίες και καταστάσεις, που δεν συνάδουν με το πνεύμα των διακριτών ρόλων που από κοινού επιδιώκεται.

Αναμφίβολα, από καθαρά εκκλησιολογική άποψη, ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας ως Ν.Π.Δ.Δ. φαίνεται ότι δεν μπορεί να δικαιωθεί σε κανένα επίπεδο. Η Εκκλησία δεν συνιστά πρωτίστως ένα κοσμικό θεσμό, λ.χ. έναν κοινωφελή οργανισμό, αλλά εξάπαντος ένα τρόπο υπάρξεως που αντλεί την ταυτότητά του από την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού. Η Εκκλησία είναι εν τω κόσμω, ζει και δραστηριοποιείται εντός του κόσμου και της Ιστορίας, χωρίς όμως να είναι εκ του κόσμου, καθώς αντλεί την ύπαρξή της από μια μετα-ιστορική πραγματικότητα, τη Βασιλεία του Θεού. Έτσι η Εκκλησία δεν μπορεί παρά να βρίσκεται πάντοτε σε ένα είδος διαλεκτικής σχέσης προς τον κόσμο και τους κοσμικούς θεσμούς, και άρα και προς την Πολιτεία. Το ότι όμως η Εκκλησία «ζει εν τω κόσμω αλλά δεν είναι εκ του κόσμου», σημαίνει για το θέμα που μας απασχολεί ότι οφείλει να αναπτύσσει ζωντανές σχέσεις με το περιβάλλον της, προσλαμβάνοντας κατά τρόπο διαλεκτικό και προφητικό στοιχεία του κόσμου, χωρίς όμως και να ταυτίζεται τελικά με τον κόσμο. Έτσι και στην περιπτωσή μας, η Εκκλησία ως ευχαριστιακή και εσχατολογική κοινότητα που κείται εν τω κόσμω, μπορεί να έχει και νομική υπόσταση. Αυτή, όμως, δεν μπορεί να αντιφάσκει προς τον αντινομικό και διφυή χαρακτήρα της. Πράγμα που σημαίνει ότι η νομική σχέση της προς την εκάστοτε πολιτεία θα πρέπει να μην αδικεί, υποτιμά ή παραγνωρίζει την ίδια (όπως θα συνέβαινε κατά τη γνώμη μου στην περίπτωση υπαγωγής της Εκκλησίας στα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου), αλλά και να μην την οδηγεί στις επικίνδυνες -και ακυρωτικές για την αυτοσυνειδησία της- ατραπούς της εκκοσμίκευσης και μάλιστα της κρατικοποίησης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που η Εκκλησία είναι ΝΠΔΔ.

Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ πως η πρόταση για τη δημιουργία μιας sui generis κατηγορίας νομικού εκκλησιαστικού προσώπου, η οποία θα υπερβαίνει τις μονομέρειες των δύο άλλων τύπων, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αμοιβαία επωφελής τόσο για την Εκκλησία όσο και για την πολιτεία. Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι πολύ δύσκολα θα αποδεχόταν κανείς τη μεταβολή της Εκκλησίας σε ένα απλό ιδιωτικό σωματείο, καθώς τούτο δεν θα ταίριαζε στον κοινωνικό χαρακτήρα αλλά και στην ιστορία της. Εξάλλου, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, με αποτέλεσμα σε μια περιφέρεια να είναι δυνατό να αναδειχθούν ποικίλες εκκλησιαστικές ομάδες, όπως συμβαίνει λ.χ. στην περίπτωση των πολλαπλών ομάδων των παλαιοημερολογιτών.

Ένα τέτοιο λοιπόν νομικό πρόσωπο εκκλησιαστικού δικαίου, θα περιφρουρούσε την ιδιαίτερη ταυτότητα αλλά και αυτονομία της Εκκλησίας και επίσης θα εμπέδωνε έτι περαιτέρω τις διακριτές σχέσεις της με την Πολιτεία. Το βέβαιο είναι ότι απαιτείται πολύ σύνεση και προσοχή προς αυτή την κατεύθυνση για να αποφευχθεί ο κίνδυνος της πολυδιάσπασης του εκκλησιαστικού σώματος, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνα μοναπάτια τη συνοχή της ίδιας της κοινωνίας μας. Γιατί δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κάποιος το γεγονός ότι η Εκκλησία λειτουργεί εν πολλοίς και ως ενοποιός δύναμη για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Αυτό αποδεικνύεται από το έντονο ενδιαφέρον της Ελληνικής Πολιτείας για την συνέχεια της  παρουσίας ελληνόφωνου ορθοδόξου Εκκλησίας στη διασπορά. Τελικά σε μια περίοδο που σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται αναβίωση φονταμενταλιστικών και ξενοφοβικών τάσεων, η παρουσία της Εκκλησίας στη δημόσια -αλλά όχι κρατική σφαίρα- μπορεί να λειτουργήσει προς τη θετική κατεύθυνση, αρκεί βέβαια η ίδια να παραμένει πιστή στη χριστολογική της θεμελίωση και αποστολή και να μην ξεστρατίζει σε αλλότριους προς τη φύση και την ταυτότητά της ρόλους διαφύλαξης της φυλετικής και εθνικής καθαρότητας, ζητήματα που ο ελληνικός λαός έχει εμπιστευθεί πλέον στην ελληνική πολιτεία.

«ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΦΟΒΙΚΑ ΣΥΝΔΡΟΜΑ»

Περαιτέρω κρίνεται όμως αναγκαίο στη σημερινή πραγματικότητα, η ελληνική πολιτεία να δύναται να θεσμοθετεί, κατά περίπτωση και ύστερα από διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς, το πλαίσιο λειτουργίας για κάθε επιμέρους γνωστή θρησκευτική κοινότητα, όπως συμβαίνει σήμερα με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η πρόβλεψη αυτή δεν θα πρέπει να αποβλέπει στη διαιώνιση του ελέγχου και του ασφυκτικού εναγκαλισμού των θρησκευτικών κοινοτήτων από το κράτος αλλά θα αποσκοπεί μάλλον στην ανάδειξη και αξιοποίηση των θετικών εκείνων στοιχείων που περιέχει το παρόν σύστημα σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας εν προκειμένω ότι η όποια συνοδικότητα, ανεξαρτησία και ελευθερία έκφρασης εντός της ελλαδικής Εκκλησίας, υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό και λειτουργούν χάρη και στον Καταστατικό Χάρτη και στη σχέση μας με την δημοκρατική πολιτεία. Το ίδιο και η επιταγή της διαφάνειας και της αξιοκρατίας λαμβάνουν ισχυρή ώθηση και στήριξη από τη θεσμοθετημένη σχέση μας με την πολιτεία και την ευρύτερη κοινωνία όπου οι έννοιες της κοινωνικής λογοδοσίας και της συμμετοχικότητας γίνονται όλο και περισσότερο αποδεκτές. Όλα αυτά τα θετικά στοιχεία όχι μόνο δεν θα πρέπει να καταργηθούν, αλλά θα πρέπει να διευρυνθούν και να ρυθμίζουν περαιτέρω τις σχέσεις της πολιτείας με τις άλλες αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι βέβαιο πως μια χαοτική και ανεξέλεγκτη κατάσταση στο θρησκευτικό τοπίο, μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να έχει. Το μόνο δε που δεν επιθυμεί η ελληνική κοινωνία στη σημερινή συγκυρία είναι μια οποιαδήποτε έξαρση ενός πολύμορφου θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Είναι δε βέβαιο ότι ο χωρίς προϋποθέσεις και προετοιμασία προτεινόμενος από κάποιες πλευρές ριζικός -ή και εχθρικός, ορισμένες φορές- χωρισμός κράτους και Εκκλησίας, θα καταστήσει την τελευταία έρμαιο και υποχείριο των πιο συντηρητικών και φονταμενταλιστικών δυνάμεων, ενώ δεν πρέπει να αποκλείεται και η εμφάνιση ενός «κόμματος της Εκκλησίας» που θα δώσει κάλυψη σε όλα τα φοβικά σύνδρομα και στις ακραίες τάσεις και φωνές της ελληνικής κοινωνίας.

Όποια δε και αν είναι η ακριβής ερμηνεία του όρου και του σχετικού άρθρου για την επικρατούσα θρησκεία, διαπιστωτική ή κανονιστική, εκείνο που πρέπει να προσεχθεί είναι η αναγκαιότητα της παραμονής της θρησκείας και μάλιστα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα, ως παράγοντα ενότητας και εξάπαντος όχι διακρίσεων και χωρισμού. Η αναφορά βέβαια στην επικρατούσα θρησκεία δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αναιρεί την προαγωγή της ελευθερίας και των δικαιωμάτων όλων των πολιτών. Η ανθρώπινη ελευθερία δεν μπορεί παρά σε κάθε περίπτωση να είναι απαραβίαστη. Αυτό άλλωστε είναι και το κεντρικό μήνυμα του Χριστού και του Ευαγγελίου Του. Υπό το φως των ανωτέρω είναι προφανές πως η Εκκλησία δεν μπορεί να εξακολουθήσει να παίζει το ρόλο του χωροφύλακα ή της υπηρεσίας πληροφοριών σε σχέση με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες ούτε μπορεί να συνεχίσει να υπερασπίζεται μεταξικούς ή άλλους αρτηριοσκληρωτικούς νόμους (σχετικά με τους ευκτήριους οίκους, τον προσηλυτισμό, κλπ).

β) Εκκλησιαστική περιουσία. Ένα ζήτημα που από παλαιότερα έχει προκαλέσει τριβές στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας είναι αυτό της εκκλησιαστικής περιουσίας. Είναι αλήθεια μάλιστα ότι συχνά το όλο ζήτημα αποκτά μυθολογικές διαστάσεις, σχετικά με το μέγεθος και την αξία αυτής της περιουσίας. Δεν κρίνεται εδώ αναγκαίο να επιμείνουμε στα ιστορικά δεδομένα διαμόρφωσης του όλου ζητήματος (ας έχουμε όμως υπόψη λ.χ. τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις από την πλευρά της Πολιτείας, που έφθασαν να της αφαιρέσουν το 96% μέχρι σήμερα της αρχικής της περιουσίας, όπως επίσης και την ανάληψη, μεταξύ άλλων, της μισθοδοσίας του κλήρου από το κράτος ως αντιστάθμισμα στην απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής περιουσίας). Το βέβαιο είναι ότι στην πραγματικότητα η λεγόμενη εκκλησιαστική περιουσία είναι κατά πολύ περιορισμένη στις μέρες μας σε σχέση με τα μεγέθη που συχνά παρουσιάζονται, ενώ πολλές φορές παραμένει εντελώς αναξιοποίητη δεσμευμένη σε πολλές περιπτώσεις από το ίδιο το κράτος.
Στο πλαίσιο ενός ευρύτερου διαλόγου, το σημείο συμφωνίας αναφορικά με το επίμαχο αυτό ζήτημα, θα πρέπει να αναζητηθεί στη δυνατότητα αξιοποίησης της δεσμευμένης σήμερα εκκλησιαστικής περιουσίας για την περαιτέρω ενίσχυση και ανάπτυξη του κοινωνικού της έργου. Η ανταποδοτική αυτή λύση θα συμβάλει αποφασιστικά, εκτός των άλλων, και στην κοινωνική συνοχή και συμβίωση, σε έργα ανάπτυξης και αλληλεγγύης.

γ)  Μάθημα Θρησκευτικών. Ερχόμαστε στη συνέχεια στο ζήτημα του μαθήματος των θρησκευτικών που πολύ συχνά, όπως και κατά την παρούσα περίοδο, απασχολεί την επικαιρότητα. Θα πρέπει εδώ να θυμίσουμε ότι ο χώρος της παιδείας αφορά κατά πρώτο και κύριο λόγο στην πολιτεία. Αυτή διαμορφώνει τα σχετικά αναλυτικά προγράμματα, διορίζει το κατάλληλα εκπαιδευμένο διδακτικό προσωπικό, φροντίζει για τη συγγραφή και τη διανομή των σχολικών εγχειριδίων, και γενικότερα νομοθετεί σε σχέση προς όλες τις βαθμίδες της δημόσιας εκπαίδευσης. Αυτή η πραγματικότητα δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Από την άλλη πλευρά κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ή να παρακάμψει την καθολικότητα του θρησκευτικού φαινομένου και την επίδρασή του -ιδίως στον τόπο μας αλλά και στην Ευρώπη ευρύτερα- στη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας και του πολιτισμού, διαπίστωση που καθιστά επικίνδυνο πειραματισμό οποιαδήποτε σκέψη εξοβελισμού του θρησκευτικού μαθήματος από την παιδαγωγική διαδικασία. Εδώ προκύπτει το κρίσιμης σημασίας ζήτημα για το είδος και τη μορφή της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας, εξαιτίας αφενός των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και της μακρόχρονης σύνδεσης της Εκκλησίας με την πορεία του έθνους, και αφετέρου λόγω της απαίτησης σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας και της πραγματικότητας του πλουραλισμού και της ετερότητας.
Δεν είμαι ειδικός της εκπαίδευσης ούτε της διδακτικής των Θρησκευτικών για να μπω σε λεπτομέρειες. Ο χρόνος εξάλλου δεν το επιτρέπει. Ας μου επιτραπεί όμως να σημειώσω ότι η οποιαδήποτε λύση προκύψει θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να πληροί τις εξής τρεις προϋποθέσεις: 1) μάθημα για όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως προέλευσης, ταυτότητας, πεποιθήσεων, κλπ., ώστε να μην παρατηρηθεί το φαινόμενο οι μαθητές να είναι όλες τις ώρες μαζί και να πρέπει να χωρίσουν μόνο την ώρα των Θρησκευτικών· 2) μάθημα που να διδάσκεται από τους θεολόγους εκπαιδευτικούς και όσους είναι κατάλληλα προς τούτο εκπαιδευμένοι από τις θεολογικές σχολές· 3) ανάλογη προσαρμογή του χαρακτήρα και του περιεχομένου του μαθήματος στις παραπάνω διαπιστώσεις, χωρίς όμως και ριζική και βίαια αποκοπή του από τον κορμό της παράδοσής μας. Η μέχρι τώρα δημόσια συζήτηση επί του θέματος είναι πολύ πλούσια και δημιουργική και νομίζω πως πολλές από τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων.

δ) Συμβολικά Ζητήματα. Ολοκληρώνοντας τη σύντομη αυτή παρέμβαση, κρίνεται απαραίτητο να γίνει μνεία σε μια ακόμη κατηγορία επιμέρους θεμάτων, τα οποία προκαλούν συχνά έντονη σκιαμαχία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας διεγείροντας τα πάθη. Τα ζητήματα αυτά τοποθετούνται μάλλον σε ένα επίπεδο συμβολικό, που η Εκκλησία θα πρέπει να επιδείξει θάρρος και ειλικρίνεια, στην αντιμετώπισή τους. Τέτοια θέματα είναι λ.χ. ο θρησκευτικός όρκος στα δικαστήρια, η ορκωμοσία των βουλευτών, η «πολιτική κηδεία», τα εγκαίνια δημοσίων έργων ή καταστημάτων κ. ά. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι τα παραπάνω, καθώς και άλλα παρόμοια, στερούνται πλέον ουσιαστικού περιεχομένου και επιβιώνουν ως κατάλοιπα ή παρακολουθήματα τύπων που έχουν απωλέσει σε πολλές περιπτώσεις την ουσία τους. Το ζητούμενο για την Εκκλησία μας σήμερα δεν μπορεί να είναι ένας αμυντικός αγώνας διατήρησης ιστορικών προνομίων ούτε η συμβολική απλώς ή κατ' επίφαση, αλλά όχι ουσιαστική, παρουσία της στη δημόσια σφαίρα. Η Εκκλησία μας καλείται την παρούσα ώρα σε δύσκολες αποφάσεις και επώδυνες επιλογές που έχουν να κάνουν με τη συνειδητοποίηση των προκλήσεων και των αλλαγών της παρούσας συγκυρίας. Κάθε σύγκρουση, λοιπόν, για ζητήματα συμβολικού περιεχομένου, όσο και αν σε ένα πρώτο επίπεδο είναι κατανοητή ή ίσως και αναμενόμενη, μόνο αρνητικές συνέπειες μπορεί να έχει για την Εκκλησία -αλλά και για την ευρύτερη κοινωνία- καθώς, αφενός θα εντείνει τη ριζοσπαστικοποίηση των φονταμενταλιστικών στοιχείων, αφετέρου δε θα δώσει για άλλη μια φορά την ευκαιρία και το έναυσμα στους υποστηρικτές του ριζικού χωρισμού Εκκλησίας-Πολιτείας κατά το γαλλικό πρότυπο να επιχειρήσουν να εξωθήσουν και εγκλωβίσουν την Εκκλησία στην αυστηρά ιδιωτική σφαίρα.

Η ελληνική κοινωνία που σήμερα όσο ποτέ άλλοτε βρίσκεται σε σοβαρότατη κρίση αξιών και προσανατολισμού, χρειάζεται την Εκκλησία, έχει ανάγκη πνευματικής στήριξης και ενός άλλου νοήματος ζωής, πέρα από τον ατομισμό, τον καταναλωτισμό και την απεριόριστη επιδίωξη και επίδειξη πλουτισμού. Έχει ανάγκη την Ορθοδοξία και το μήνυμα αλληλεγγύης και αδελφοσύνης που διαχρονικά αυτή ευαγγελίστηκε, και που εξακολουθεί και σήμερα να ενσαρκώνει με το πλήθος των ιδρυμάτων που διαθέτει στο πλαίσιο της κοινωνικής της διακονίας. Έχει ανάγκη η κοινωνία από μια Ορθοδοξία ριζωμένη στην Παράδοση, που να είναι όμως ταυτόχρονα ανοιχτή και διαλογική, συνομιλούσα και κατανοούσα, μια Ορθοδοξία που δεν θα αγνοεί ή δεν θα περιφρονεί και δεν θα απαξιώνει τα καινούργια πολιτισμικά και πολιτικά σχήματα, γιατί σε τελευταία ανάλυση όλα είναι του Θεού, φέρουν πάνω τους τη σφραγίδα της δωρεάς και την πνοή του Αγίου Πνεύματος. Γι' αυτό και προτεραιότητα για την Εκκλησία δεν μπορεί να έχει η τύποις μεταφυσική νοηματοδότηση του κοινωνικού ή πολιτισμικού, ή ακόμη χειρότερα η προσπάθεια επιβολής και παρουσίας της στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο με μέσα αλλότρια της αποστολής της, αλλά το κήρυγμα της Βασιλείας του Θεού: «ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6:33. Πρβλ. Λουκ. 12:31). Νομίζω πως όλο και περισσότερο και εντός του εκκλησιαστικού σώματος συνειδητοποιούμε ότι σε μεγάλο βαθμό τα όρια της κοινωνίας δεν ταυτίζονται πλέον με τα όρια της Εκκλησίας και ότι οι κοινωνίες μας χαρακτηρίζονται από τον πλουραλισμό και την ετερότητα. Η απάντηση της Εκκλησίας στις προκλήσεις αυτές θα πρέπει πρωτίστως να περνάει μέσα από τη θεολογική, λειτουργική και πνευματική της αναγέννηση, καθώς και από την ανασυγκρότηση των ευχαριστιακών της κοινοτήτων. Μόνο μετά από αυτό το πρώτο σημαντικό βήμα και τη στοιχειώδη συνέπεια των εκκλησιαστικών ανθρώπων προς όσα πιστεύουν, μόνο όταν γίνει συνείδηση ότι η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με καμιά εποχή της ιστορίας, με καμιά κοινωνία, με κανένα δεδομένο σχήμα, ενώ ο πυρήνας της αλήθειας της δεν μπορεί να δεσμεύεται και να εξαντλείται από τα προγενέστερα παραδείγματα της σχέσης κόσμου και Εκκλησίας, μόνο τότε μπορεί να απευθυνθεί και να μιλήσει η Εκκλησία στον έξω κόσμο και την θύραθεν κοινωνία ή την κοινωνία των πολιτών, στους «εγγύς και τους μακράν» από την πίστη, για να κηρύξει ότι «Ιησούς Χριστός εχθές και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 12:8).

 Είναι βέβαιο ότι το κήρυγμα της Εκκλησίας σήμερα -όπως εξάλλου και η σχέση της με την πολιτεία- περιπλέκονται αφάνταστα από την εμπειρία, τα βιώματα και τις μνήμες τις εθναρχικής περιόδου. Όπως είναι γνωστό, σε σκοτεινές περιόδους στην πορεία του ελληνικού έθνους η Εκκλησία «εκένωσε εαυτήν» και ανέλαβε κατ' οικονομίαν μιαν εθναρχική αποστολή, την πολιτική εκπροσώπηση του υπόδουλων τότε Ρωμιών, καθώς και τη διάσωση του κινδυνεύοντος γένους, της γλώσσας και της εθνικής του ταυτότητας. Η συνέχεια είναι γνωστή και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε. Αυτός ο ιδιαίτερος και έκτακτος ρόλος της Εκκλησίας, συνέβαλε αναμφίβολα θετικά στην επιβίωση και συνέχεια του Ελληνισμού. Ωστόσο, την ίδια στιγμή είναι τραγικό λάθος να θεωρούμε ως Εκκλησία ότι βρισκόμαστε ακόμη σε μια περίοδο εθναρχικής αποστολής, γεγονός που προκαλεί πολύ συχνά αντιδράσεις από τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και από την κοινωνία των πολιτών. Αποτελεί επείγουσα αναγκαιότητα σήμερα να γίνει κατανοητό, αλλά και αποδεκτό, από πλευράς Εκκλησίας, -και θεωρώ ότι προς αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε όλο και περισσότερο- ότι, παρά τα όποια προβλήματα, υπάρχει στη χώρα μας εδραιωμένη δημοκρατία και υπεύθυνη κυβέρνηση, και που σε καμιά περίπτωση δεν επιζητά την παρουσία της Εκκλησίας με το σκήπτρο του εθνάρχη.

«ΜΕ ΣΥΝΕΣΗ ΚΑΙ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ…»

Με όσα παραπάνω ανέφερα δεν ισχυρίζομαι σε καμία περίπτωση ότι εξάντλησα όλο το φάσμα των ζητημάτων που άπτονται των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Με σύνεση και σωφροσύνη πρέπει να αντιμετωπιστούν θέματα όπως η σχέση Οικουμενικού Πατριαρχείου και ελληνικής Πολιτείας όπως διαλαμβάνονται στο ισχύον άρθρο 3 του Συντάγματος, η σχέση ελληνικής Πολιτείας, Ορθόδοξης Εκκλησίας και διασποράς, το μελλοντικό νομικό καθεστώς (σε περίπτωση αλλαγών) σπουδαίων θρησκευτικών θεσμών όπως το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο και η Μουφτεία της Δυτικής Θράκης, που σήμερα, όπως είναι γνωστό, αποτελούν ΝΠΔΔ, κ. ά. Στη διεξαγόμενη συζήτηση θα πρέπει, πάντως, να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα της συγκεκριμένης κοινωνικής πραγματικότητας, της ελληνικής εν προκειμένω, με τις όποιες επιμέρους ιδιαιτερότητες θετικές ή και αρνητικές.

ΑΝΤΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΟΣ

Κλείνοντας τη σύντομη και αναγκαστικά σχηματική αυτή παρέμβαση θα ήθελα να ευχηθώ να ανοίξει ο δρόμος και από τις δύο πλευρές για την καλόπιστη συζήτηση και την αμοιβαία συνεννόηση πάνω στο είδος και τη μορφή των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Θέλω να πιστεύω ότι τουλάχιστον όσον αφορά στην Εκκλησία, ύστερα μάλιστα και την συγκρότηση των σχετικών ειδικών επιτροπών μετά από πρωτοβουλία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, τα πράγματα κινούνται προς αυτή την κατέυθυνση. Ωστόσο είναι ανάγκη να έχουμε πάντα κατά νουν πως σε κάθε περίπτωση προέχει ο σεβασμός της ελευθερίας, της προσωπικότητας και των δικαιωμάτων του καθενός, όπως επίσης και το κοινό όφελος, τόσο για την Εκκλησία όσο και για την πολιτεία. Εν κατακλείδι και οι δύο θεσμοί οφείλουν να διακονούν όχι το ίδιον όφελος, αλλά το όφελος του «άλλου», του κάθε άλλου ανθρώπου, είτε αυτός χαρακτηρίζεται ως πολίτης, είτε ως κατ' εικόνα Θεού άνθρωπος.

 

* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), αρθρογράφος της εφημ. «Ελευθερία» της Λάρισας, συνεργάτης της πύλης εκκλησιαστικών ειδήσεων «amen.gr» και καθηγητής Β/θμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Αρμενίου ν. Λάρισας).

 

ΠΗΓΗ: Τελευταία Ενημέρωση: Feb 25, 2010, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=1757


** Ανακοίνωση στην Αποικία μας για την εκδήλωση: Aναστοχασμὸς σχέσεων Κράτους – Ἐκκλησίας,  10-02-2010.

Η μεταβατική περίοδος της εφηβείας – προβλήματa

Η μεταβατική περίοδος της εφηβείας και τα προβλήματά της, από την οπτική της ψυχολογίας

 

(με την πεποίθηση ότι η διάχυση της γνώσης εμψυχώνει εφήβους, γονείς, εκπαιδευτικούς).

 

Της  Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη*

 

Στην εμπεριστατωμένη και σφαιρική ομιλία της για την εφηβεία και τα προβλήματά της, στις 18 Φεβρουαρίου 2010 στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του 2ου  ΕΠΑΛ Τρικάλων, η κλινική ψυχολόγος κ. Γαλάνη Μαρία επεσήμανε, μεταξύ άλλων, πως στο βιοσωματικό τομέα, οι μεταλλαγές της ήβης  είναι τόσο απότομες και καθολικές που δίνουν την εντύπωση ότι η εφηβεία είναι, όπως την αποκαλεί ο Ρουσώ, δεύτερη γέννηση.

Αν και ο χαρακτηρισμός αυτός  ίσως ακούγεται υπερβολικός, ωστόσο η εφηβεία αποτελεί το μεγαλύτερο βιολογικό γεγονός μετά την  γέννηση του ανθρώπου. Στη  φάση αυτή συμβαίνουν μεγάλες αλλαγές σε όλες τις παραμέτρους του σώματος: βάρος, ύψος, αναλογίες, περίγραμμα, θέση και λειτουργία οργάνων και οργανικών συστημάτων, με κορυφαία βιοσωματική μεταβολή, την ωρίμανση της γενετήσιας λειτουργίας.

Στο συναισθηματικό τομέα κύριο χαρακτηριστικό είναι η ένταση και η αστάθεια της ψυχικής διάθεσης. Είναι η περίοδος του εσωτερικού αναβρασμού, των «καταιγίδων» και των έντονων εσωτερικών συγκρούσεων.

Η ένταση όμως αυτών των αντιδράσεων, καθώς και η διάρκειά τους, δεν είναι μόνο θέμα ιδιοσυγκρασίας του εφήβου αλλά και της γενική στάσης των ενηλίκων απέναντι στα παιδιά. Όταν σε μια κοινωνία υπάρχει ασάφεια και σύγχυση γύρω από το όριο της ενηλικίωσης, όταν οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα των νέων δεν είναι σαφώς καθορισμένα και όταν η μεταβατική περίοδος προπαρασκευής για το ρόλο του ενήλικου επιμηκύνεται, τότε οι νέοι βιώνουν πολλές και ισχυρές εντάσεις και καταστάσεις άγχους.

Μερικοί έφηβοι υποφέρουν επειδή η οικογένειά τους δεν είναι εύπορη και προσπαθούν να το κρύψουν από τους φίλους τους  ή αντίθετα ντρέπονται για την πολυτέλεια μέσα στην οποία ζουν. Κατά βάθος πολλοί νέοι βλέπουν τους γονείς τους με τα μάτια των άλλων και κυρίως με τα μάτια των φίλων τους.

Οι καταστάσεις αυτές δείχνουν τη δυσκολία που έχει ο έφηβος να καταλάβει και να αγαπήσει τον εαυτό του. Αναζητούν τη νέα τους φυσική ταυτότητα και αυτό τους κάνει περήφανους αλλά τους προκαλεί και φόβο μπροστά στο σώμα τους που αλλάζει. Έτσι άλλοι έχουν την ανάγκη να περιποιηθούν και να στολιστούν και άλλοι να κάνουν το σώμα τους απεχθές.

Οι έφηβοι, επίσης, αναζητούν την πρωτοτυπία στην ομιλία και στην γραπτή έκφραση. Τα αγόρια προτιμούν τις συντομευμένες εκφράσεις ενώ τα κορίτσια έχουν την τάση να εκφράζονται στον υπερθετικό βαθμό. Κατά τη γνώμη τους αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκλείσουν τον ενήλικο και να αισθανθούν ανώτεροι.

Για τον έφηβο ή την έφηβο, η προδοσία ενός φίλου ή μιας φίλης μπορεί να είναι μια συγκλονιστική εμπειρία και αποτελεί πλήγμα στις απαιτήσεις του για αποκλειστικότητα και στην έντονη ανάγκη του για τρυφερότητα και αγάπη. Σε αυτή την ηλικία ο φίλος αποτελεί το άλλο του μισό.

Η νεανική φιλία είναι συχνά μια μοναξιά για δυο. Ο αποκλειστικός της χαρακτήρας προκαλεί καμιά φορά ανησυχία στους γονείς, ιδιαίτερα όταν ο φίλος ή η φίλη δεν είναι της αρεσκείας τους.

Στην αρχή η φιλία βρίσκεται πολύ κοντά στον έρωτα. Ο έφηβος τρέφει αρχικά προς τον φίλο του αισθήματα που εξαιτίας των έντονων σεξουαλικών του ενορμήσεων, θα καλλιεργήσει αργότερα για κάποιο άτομο του άλλου φύλου. Τότε η φιλία κα γίνει πιο γαλήνια και περισσότερο σταθερή. Η φιλία είναι σαν το λιμάνι όπου ένας ταξιδιώτης μπορεί να ξαναπάρει δυνάμεις και να αντλήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, πριν βάλει πλώρη για τον άγνωστο κόσμο του έρωτα.

 Οι έφηβοι αρχίσουν να ονειρεύονται έναν ιδανικό έρωτα, που στολίζεται με τη φαντασία και το όνειρο, μπροστά στον οποίο η πραγματικότητα φαίνεται ανούσια.

Σήμερα από τους εφήβους λείπει η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Πολλοί γονείς πιστεύουν ότι κάνουν το χρέος τους, όταν δίνουν στα παιδιά τους κάποιες εξηγήσεις οι οποίες συχνά είναι τόσο συγκεχυμένες και αμήχανες που τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν και πολλά πράγματα. Πολλοί γονείς μάλιστα πιστεύουν ότι το παιδί τους πληροφορείται καλύτερα από τους συμμαθητές του και απαλλάσσουν έτσι τον εαυτό τους από αυτό το καθήκον. Αυτό που χρειάζονται όμως τα παιδιά είναι μια αληθινή διαπαιδαγώγηση που αρχίζει από την παιδική ηλικία και δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ικανοποίηση της περιέργειας που δείχνει το παιδί γύρω από τις ανατομικές διαφορές των δυο φύλων και την αναπαραγωγή, αλλά να αφορά το σύνολο της προσωπικότητας. Η σεξουαλικότητα δεν μπορεί να διαχωριστεί ούτε από την ηδονή ούτε και από την ικανότητα να αγαπάς. Πολλές φορές όμως αυτά αντιμετωπίζονται ως επαίσχυντα και ένοχα. Γι' αυτό καλό θα ήταν να

διοργανώνονται συζητήσεις και στο πλαίσιο του σχολείου, όπου οι νέοι κα μπορούν να κουβεντιάσουν ελεύθερα με πρόσωπα κατάλληλα να τους πληροφορήσουν. Τέτοιου είδους συζητήσεις  ανταποκρίνονται σε μια πραγματική ανάγκη των νέων και της κοινωνίας.

Έρευνες δείχνουν ότι σε οικογένειες που το θέμα αυτό  συζητήθηκε ελεύθερα μεταξύ γονιών και παιδιών, τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη αίσθηση των ευθυνών κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Αυτό σημαίνει ότι η υπευθυνότητα αυτή μειώνει τους κινδύνους που συνοδεύουν την ελευθερία που έχουν σήμερα οι νέοι. Οπότε, υπεύθυνοι και πληροφορημένοι, οι έφηβοι παύουν να ρίχνονται απερίσκεπτα σε ανόητες περιπέτειες που είναι επικίνδυνες για την ψυχική τους ισορροπία και τη μελλοντική τους ζωή.

Συχνό φαινόμενο στο σχολείο είναι η βία που συσχετίζεται με εγκληματικές πράξεις εφήβων, οι οποίες αν και μεμονωμένες, παίρνουν μεγάλες διαστάσεις δημοσιότητας και έτσι συντείνουν στο να γίνεται ευρύτατα λόγος για  αύξηση της εγκληματικότητας των ανηλίκων.

Πολλοί  μαθητές δηλώνουν ότι δε μετανιώνουν καθόλου που χρησιμοποιούν βία και μάλιστα το θεωρούν προτέρημα διότι είναι συνώνυμο της δύναμης.

Η βία που εισάγεται στο σχολείο είναι επίσης βία που την αισθάνονται και την υφίστανται οι μαθητές. Βία και κακοποίηση στον οικογενειακό χώρο οδηγεί σε επιθετικότητα στο σχολείο. Βία εναντίον ζώων και αδύναμων ανθρώπων. Βία που τα θύματα την υφίστανται σε πλήρη σιωπή και οι θύτες παραμένουν συνήθως καλυμμένοι από αυτή την ένοχη συνομωσία σιωπής γονέων, δασκάλων, συμμαθητών.

Μία άλλη μορφή βίας είναι αυτή της επιθετικότητας των μαθητών και των γονιών απέναντι σε δασκάλους και διευθυντές, κυρίως λεκτική, που εκφράζει το χάσμα που έχει δημιουργηθεί μεταξύ του σχολείου και ενός μέρους της κοινωνίας.

Το σχολείο οφείλει να είναι προσιτό στους μαθητές, χωρίς να «κατεβαίνει» στο ίδιο επίπεδο με αυτούς, να κρατά την κατάλληλη παιδαγωγική απόσταση που θα δίνει έναυσμα στο μαθητή να προοδεύσει. Η παιδαγωγική έχει χρέος να «σμίγει» το δάσκαλο με το μαθητή, παρέχοντάς του τα απαραίτητα εργαλεία για να έχει πρόσβαση  σε ένα αποδοτικό διάλογο. Ο εκπαιδευτικός οφείλει να «πιστεύει» σε κάθε έναν από τους μαθητές που τον εμπιστεύονται, με τη σκέψη αν δε γίνουν όλοι λόγιοι, είναι σημαντικό καθένας να βρει στο σχολείο όλα εκείνα τα γνωστικά, συναισθηματικά και κοινωνικά σημεία αναφοράς που κα τον βοηθήσουν να γίνει υπεύθυνος ενήλικος.

 

* Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός, Υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ. Τρικάλων ailiadi@sch.gr

Η «μυθολογία» της Αποκέντρωσης

  Η «μυθολογία» της Αποκέντρωσης

 

Του Κώστα Γακίδη *

 

Η ελληνοπρεπής εξουσία μας πάντοτε φρόντιζε να βαφτίζει με ονόματα από την αρχαία μυθολογία-ιστορία τους πολιτικούς σχεδιασμούς της, είτε για να τους φορτίσει ιδεολογικά είτε για να τους περιβάλει με αίγλη.

Μόνο που το ΠΑΣΟΚικό σχέδιο «Καλλικράτης», μια συρραφή επιλεγμένων τμημάτων της στρατηγικής μελέτης του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης για τη «νέα αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης», αδικεί τον Αθηναίο αρχιτέκτονα και εργολάβο.

Ο Καλλικράτης, σύμφωνα τουλάχιστον με τον Πλούταρχο, μεγαλούργησε με τον Ικτίνο σε μια περίοδο άνθησης της αθηναϊκής δημοκρατίας, που συνοδεύτηκε από ένα τεράστιο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, το οποίο χρηματοδότησε ο Περικλής  από τη λεία του «αθηναϊκού ιμπεριαλισμού».

Η απλή μεταφορά αρμοδιοτήτων σε τοπικά ή περιφερειακά όργανα που παραμένουν, όμως, δέσμια της κεντρικής εξουσίας, δεν δίνει τη δυνατότητα ελέγχου και λαϊκής συμμετοχής στους ΟΤΑ. Απλώς πρόκειται για μια εσωτερική ανακατανομή των δραστηριοτήτων του κράτους. Από πότε η συνένωση 1.034 δήμων σε 370 δήμους – μαμούθ και η αντικατάσταση των σημερινών 13 κρατικών περιφερειών από 7 Γενικές Διοικήσεις συνιστά «αποκέντρωση», όταν οι τοπικές αρχές γίνονται ακόμα πιο απρόσωπες και απόμακρες  από τους δημότες; Όταν ορθώνεται ένα αυταρχικό, προσωποπαγές μοντέλο Διοίκησης που αναπαράγεται από ένα καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα κομμένο στα μέτρα του δικομματισμού; Ο «Καλλικράτης» όχι μόνο δεν φέρνει το «τέλος του συγκεντρωτισμού», αλλά και ενισχύει την κρατική εξουσία. Η νέα δομή ούτε τοπική ούτε αυτοδιοικητική είναι.

Επίσης, σύμφωνα και με τις πρωθυπουργικές δηλώσεις, ο «Καλλικράτης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Προγράμματος Σταθερότητας Ανάπτυξης και Ανασυγκρότησης». Με άλλα λόγια η κεντρική εξουσία επιδιώκει να φορτώσει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση το κόστος κοινωνικών υπηρεσιών, όπως η Υγεία, η Παιδεία, η Πρόνοια. Καταργείται, έτσι, ο ενιαίος χαρακτήρας τους και εντείνεται η εμπορευματοποίησή τους,  καθώς μάλιστα δεν αποδίδονται στην Τ.Α. ούτε καν οι θεσμοθετημένοι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι. Γι' αυτό, καθώς οι περισσότεροι δήμοι είναι καταχρεωμένοι, εκχωρούν όλο και πιο πολλές λειτουργίες τους σε επιχειρηματίες, κυρίως με τις λεόντειες Συμπράξεις Δημόσιου – Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), ενώ παράλληλα προωθούν τις ελαστικές σχέσεις εργασίας.

Σήμερα όσο ποτέ άλλοτε είναι ανάγκη να διαλύσουμε τους μύθους μιας κατ'  ευφημισμόν Αυτοδιοίκησης και να διαμορφώσουμε τους όρους μιας γνήσιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης που θα βασίζεται στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, της λαϊκής συμμετοχής και του κοινωνικού ελέγχου. 

 

* O Κώστας Γακίδης είναι πολιτικός μηχανικός-ηθοποιός

 

ΠΗΓΗ: ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, «Επωνύμως», 22-2-2010

Ανάπηρος ο ουρανός του Γιάννη Ποτ.

Ανάπηρος ο ουρανός

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

 

Ανάπηρος ο ουρανός

της πόλης

Γυαλί θολό

Το βλέμμα παγιδεύεται

στο γαλακτώδες φως

των οριζόντων.

Χωρίς προοπτική τα βράδια

οι ματιές μας

Χάσαμε το άπειρο των αστεριών

Χάσαμε του κενού την απεραντοσύνη

Να ουρλιάζει θάνατο

 

Ανάπηρος ο ουρανός

Χωρίς μύθους

Σταμάτησαν να σηκώνονται

οι τρίχες στο φεγγάρι 

Άτριχες οι ανατριχίλες μας

Τις έχασε ο Homo Sapiens

Μαζί με την δορά του

 

Ανάπηρος ο ουρανός

Και η σκέψη ανάπηρη

χωρίς ερωτήματα

αυτοαναιρείται

Ανάπηρος ο ουρανός

Και η ζωή στο αμόνι

της καθημερινότητας

μαλακώνει

 

Χτυπούν τα βάσανα, σφυριά

Οργώνουν οι πόνοι, χαρακιές

στα πρόσωπα, στα χέρια

Βράχοι που πελέκησαν

αγέρηδες

Χείμαρροι που σμίλεψε

η βροχή

 

Ανάπηρος ο ουρανός

Και οι ποιητές χωρίς

τηλεσκόπια

Φτιάχνουν στίχους

κοντόθωρους

με τετριμμένες

συγκαταβατικότητες

Ποθούνε αχόρταγα

τις ματαιόδοξες επευφημίες

 

Ανάπηρος ο ουρανός

Χωρίς κόκκινους ορίζοντες

Ανάπηρη η ποίηση

Χωρίς κραυγές

μιας σταυρωμένης ζωής

Που σπαρταράει

 

                                        22 Νοέμβρη 2009, Γιάννης Ποταμιάνος

Επιστολή: Ι. Μονή Αγ. Διονυσίου εν Ολύμπω

Επιστολή για την Ι. Μονή Αγ. Διονυσίου εν Ολύμπω

 

Του Δημήτρη Μπάκα*

 

To παρόν κείμενο δεν αποτελεί σχόλιο δημοσιογραφικής χροιάς, αλλά μάλλον προσωπική κατάθεση σκέψεων. Αφορμή της συγγραφής αυτού είναι τα γεγονότα που έλαβαν  χώρα προ ημερών σχετικά με την Ιερά μονή Αγίου Διονυσίου στον Όλυμπο. Η προσωπική μου θέση είναι ότι ίσως είναι καιρός για κάποιους από εμάς που έχουμε ζήσει μέσα στο περιβάλλον του μοναστηριού, να καταθέσουμε σε προσωπικό επίπεδο τις εμπειρίες μας.

Να αφήσουμε δηλαδή να φανεί το πολυποίκιλο-πνευματικό πρωτίστως-αλλά και κοινωνικό/πολιτιστικό κατ' επέκταση έργο που έχει επιτελέσει και συνεχίζει να επιτελεί το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου στην περιοχή μας. Και θεωρώ ότι τίποτα  δεν μπορεί να κάνει τόσο εμφ ανή την σημαντικότητα της παρουσίας της Μονής στην Πιερία, όσο η προσωπική κατάθεση εμπειριών όλων αυτών που πολυποίκιλα έχουν ωφεληθεί. Αφήνω λοιπόν  κατά μέρος όλα τα του νομικού περιεχομένου σε αυτούς που έχουν την δυνατότητα (γνώσεως και λόγου) να τα χειριστούν καλύτερα (όπως επιτυχώς και επανειλλημένως κάνουν).

 

Τυγχάνει να βρίσκομαι στο Λονδίνο αυτόν τον καιρό όπου και διδάσκω Μουσική σύνθεση στο Goldsmith's, του πανεπιστημίου του Λονδίνου. Αυτό όμως διόλου δεν με εμποδίζει να έρχομαι συχνά στην Ελλάδα και να μετέχω της ζωής του μοναστηριού, έχοντας έτσι προσωπική πείρα της ποιότητας της εσωτερικής ζωής που έχει αναπτυχθεί  στο μοναστήρι. Θα ήθελα λοιπόν  να μείνω σε δύο σημεία (τουλάχιστον για την ώρα).

Το πρώτο έχει να κάνει σχέση με τις ομιλίες που λαμβάνουν χώρα κάθε Κυριακή μετά την Θεία Λειτουργία. Είχα την τύχη προ ημερών να βρεθώ σε μία ομιλία του Anthony Giddens. Πρόκειται για έναν από τους επιφανέστερους κοινωνιολόγους του 20ου αιώνα. Η ομιλία ήταν στα πλαίσια ανοικτών σεμιναρίων που λαμβάνουν χώρα στο Goldsmith's, όπου και ο Sir Anthony Giddens, προσκεκλημένος του τμήματος κοινωνιολογίας, μίλησε για την «Πολιτική των κλιματικών αλλαγών». Καθώς έχω παρακολουθήσει και άλλες ομιλίες αυτού του επιπέδου, π.χ. του Jean Luc Nancy  (ενός από τους πιο διακεκριμένους φιλοσόφους) στο μυαλό μου ήρθαν, όσο και αν ακούγεται περίεργο σε μερικούς, οι ομιλίες που γίνονται στο μοναστήρι μετά την Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία. Αυτές λοιπόν έχουν ως κεντρικό ομιλητή,τον ηγούμενο του μοναστηριού, π.Μάξιμο και κατά καιρούς πλαισιώνονται από έναν εξαίρετο επιστήμονα και ιερέα, τον π. Νικόλαο Λουδοβίκο (κάτοχο πτυχίων παιδαγωγικής, ψυχολογίας, φιλοσοφίας και θεολογίας καθώς και καθηγητή στο θεολογικό ινστιτούτο του Cambridge της Αγγλίας και της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Σχολής στην Θεσσαλονίκη. 

 

Aνήκωντας ο ίδιος στον ακαδημαϊκό χώρο νιώθω ότι έχω το δικαίωμα να επιβεβαιώσω/δηλώσω ότι το επίπεδο αυτών των ομιλιών είναι εξίσου υψηλό αν όχι υψηλότερο των ομιλιών που παραβρέθηκα στο Λονδίνο. Το περιεχόμενο αυτών είναι πάντα πνευματικό, αλλά συχνά πυκνά παίρνει φιλοσοφικές  και ψυχολογικές διαστάσεις μετατρέποντας τις σε σεμινάρια υψηλότατου επιπέδου. Είναι όμως αυτές οι ομιλίες σεμινάρια; Είναι ένας απλά κύκλος ομιλιών  οπού διανοητικά αναλύονται  καταστάσεις και γεγονότα , έστω και αν αυτά βασίζονται στο Ευαγγέλιο; Είναι δηλαδή μία σειρά διαλέξεων; Ξεκάθαρα όχι. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά με ομιλίες τύπου Giddens. Οι ομιλίες στο μοναστήρι είναι  απόρροια της ζωής των μοναχών και γι'αυτό έχουν μία απαράμιλλη φυσικότητα.

 Είναι θα λέγαμε απλά έκφραση της εσωτερικής τους ζωής κατά το ευαγγελικό «έκ του περισσεύματος της καρδίας μιλά το στόμα» (δική μου παράφραση)

Καταπιάνονται με πράγματα τα οποία οι μοναχοί αγωνίζονται να κατακτήσουν-υιοθετήσουν και όχι απλά να κατανοήσουν. Συνήθως αναφερόμενοι στα μοναστήρια νομίζουμε ότι προσφορά είναι μόνο η προσφορά χρημάτων και ακόμα να βρεθούν κάποια πρόσωπα απλά να ακούσουν τον πόνο σου, πράγμα πολύ σημαντικό φυσικά. Αλλά εδώ εκτός αυτού μιλάμε και για δυνατότητα να "ανοιχτεί'' το πνεύμα μας και να  ανιχνεύσει σφαίρες που ξεφεύγουν της καθημερινότητας μας, χωρίς όμως να ζούμε στο χώρο της φαντασίας. Και αυτό νομίζω είναι το μεγαλείο της εν γένει ζωής του μοναστηριού αυτού: Το γεγονός ότι στην καθημερινότητα του, η θεωρία είναι συνυφασμένη με την εμπειρία που κερδίζεται με αγώνα και άσκηση, κάτι που πολύ όμορφα περικλείεται στο γνωστό "Ορθοδοξία και ορθοπραξία'', θεωρία και πράξη

Πρέπει ιδιαιτέρως να τονίσω ότι, απλά και μόνο στην αναζήτηση τέτοιου είδους ζωής και σκέψης, πολλοί άνθρωποι σήμερα καταφεύγουν στο εξωτερικό ξοδεύοντας αμέτρητα χρήματα σε Ινστιτούτα και Πανεπιστήμια.

Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με την χωρίς όρια επιθετική που έχουν αναπτύξει μερικοί(μερικοί  όπως έχει αποδειχτεί και όχι η πλειοψηφία)κάτοικοι του Λιτόχωρου απέναντι στο μοναστήρι. Όπως είπα και στην αρχή του κειμένου δεν θα ασχοληθώ με τις νομικού δικαίου υποθέσεις του όλου ζητήματος. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να συγκεντρωθώ περισσότερο στην πνευματική πλευρά του θέματος. Βλέποντας αυτήν την στάση κάποιων, μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του Χριστού ''πολλοί υμάς μισήσουν δια το εμόν όνομα''. Δια το όνομα μου, λοιπόν λέει ο Χριστός και όπως πολύ ωραία αναφέρει ο Απόστολος Παύλος ''σε υμάς εδόθη η χάρις όχι μόνο του χαίρειν, αλλά και του πάσχειν υπερ Χριστού (παραφρασμένο) έχοντας ως πρότυπο Αυτόν τον ίδιο. Αυτή είναι η κληρονομιά που μας άφησε ο Χριστός.

Σκέφτομαι λοιπόν ότι το ίδιο πρέπει να ισχύει όταν κάποιος κληρονομεί τα του ενός Αγίου. Στην περίπτωση αυτήν η αδελφότητα του Μοναστηριού ερχόμενη από τα Γιαννιτσά δεν κληρονόμησε μόνο την Χάρη του Αγίου Διονυσίου αλλά και τον Σταυρό του. Και όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει αυτό. Η συμπεριφορά του Λιτοχώρου δεν ήταν και η καλύτερη απέναντί του. Νομίζω ότι εδώ εφαρμόζεται το ευαγγελικό «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν»(παραφρασμένο). Αυτή είναι λοιπόν η κληρονομιά μας και λέγοντας αυτό η διαθεση μου δεν είναι να κατηγοριοποιήσω την αδελφότητα ως ''τον εκλεκτό λαό'', αλλά αντιθέτως να εκθέσω κάποιες σκέψεις σε ρεαλιστική βάση βασιζόμενος στα λόγια του Χριστού, ελπίζοντας ότι αυτές αποτελούν μία χείρα συμπαράστασης στο δοκιμαζόμενο Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου και ιδιαίτερα στον Ηγούμενο της Μονής.

 

* Ο Μπάκας  Δημήτρης είναι Διδάκτορας του Πανεπιστημιου του Λονδίνου Επισκέπτης  επιμελητής  στο  Goldsmiths, University  of  London, Επιστημονικός συνεργάτης  στο  Goldsmiths,  Universityof  London  και Επισκέπτης ερευνητής στο  Columbia University (Νέα Υόρκη).  

Οι πραγματικοί υπεράριθμοι

Οι πραγματικοί υπεράριθμοι

Του Κώστα Θεριανού*

 

Παραμονές της απεργίας της 24/2 αλλά και του νομοσχεδίου που ετοιμάζει το ΥΠΕΠΘ για την «ορθολογική» διαχείριση του εκπαιδευτικού προσωπικού βγήκαν πάλι στη δημοσιότητα τα περί «υπεράριθμων» εκπαιδευτικών.

Για άλλη μια φορά, εμφανίζεται μια εικόνα εκπαιδευτικών που κάθονται και παίζουν τάβλι ή κομπολόι σε κάποιο σχολείο στο οποίο απασχολούνται 3 με 4 ώρες την εβδομάδα.

Τα blogs και η κριτική ως προβολή

Τα blogs και η κριτική ως προβολή – Η αισθητική των blogs

 

Του Δημήτρη Μπάκα*

 

Στην βάση μιας δομής που έχει να κάνει με την εξισσορόπηση δύο πραγμάτων, την μετάδοση ειδήσεων και τον ανιδιοτελή ειδησεογραφικό σχολιασμό, τα media στην σημερινή εποχή, ως επί των πλείστων, φαίνεται να έχουν μια άλλη προοπτική:

α) υποσκελίζουν σχεδόν σε απόλυτο βαθμό την απλή, χωρίς σχολιασμό ενημέρωση και αναγάγουν τον σχολιασμό σε κύρια επιδίωξή και

β) σε συνάρτηση με το προηγούμενο, μεταστρέφουν τον ανιδιοτελή ειδησεογραφικό σχολιασμό σε χειραφετημένο σχολιασμό.

Αυτού του είδους ο σχολιασμός δεν αναφέρεται σε ένα σκεπτόμενο κοινό, αλλά έχοντας την μορφή του αποφαίνομαι, (ίσως σκληρός ο λόγος) αναφέρεται σε παθητικούς δέκτες έτοιμους προς χειραφέτηση. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι με αυτόν τον τρόπο, τα media σήμερα, υποστασιοποιούν την δίψα για δύναμη (είναι άραγε πλέον τα media σήμερα η τέταρτη εξουσία η μήπως είναι η πρώτη;).

Μπρος σε αυτήν την ομολογουμένως ορατή απειλή αν όχι πραγματικότητα, η οποία γίνεται εμφανής ως μια παράλυση της κριτικής διάθεσης του ακροατή, δεν είναι λίγοι αυτοί που μέσω του διαδικτύου αντιδρούν και με λόγο ορθό, (επιχειρηματολογώντας επί της ουσίας και όχι με γενικότητες) προσπαθούν να αφυπνίσουν το ‘μουδιασμένο' κριτικό πνεύμα του Έλληνα.  Η μορφή αυτή της αντίδρασης βρήκε την καλύτερη δυνατότητα έκφρασης της μέσω ενός ιδιότυπου είδους δημοσιογραφίας που ονομάζεται ‘δημοσιογραφία των πολιτών (citizen journalism), τα γνωστά blogs.

Για το πόσο θετική η αρνητική (σε γενικά πλαίσια) ήταν μια τέτοιου είδους εξέλιξη  στον τομέα της ενημέρωσης των πολιτών,  όπου ο πολίτης πλέον ‘λαμβάνει στα χέρια του' την ενημέρωση (όχι μόνο τον σχολιασμό ειδήσεων αλλά και την μετάδοση αυτών),  έχουν ασχοληθεί πλήθος ερευνητών. Προσωπικά την εμφάνιση των blogs την θεωρώ ως μια των πλέων σημαντικών τεχνολογικών εξελίξεων, κοινωνιολογικού ενδιαφέροντος, όπου επαναπροσδιορίζει την σχέση εξουσιαζόντων – εξουσιαζομένων, αρχόντων – αρχομένων.

Θα ήθελα ωστόσο να σταθώ σε ένα μόνο σημείο που δεν έχει να κάνει με την αναγκαιότητα ή μη των blogs στο ειδησεογραφικό στερέωμα (σε κινδύνους που παρατηρούνται στους αντίποδες μιας κατευθυνόμενης ειδησεογραφίας από την πλευρά των media και μιας ανεξειδίκευτης  κριτικής από την πλευρά των πολιτών), αλλά με την αισθητική του σχολιασμού των blogers, τουλάχιστον όπως αυτή λαμβάνει χώρα στα περισσότερα ελληνικά blogs. Εδώ θα πρέπει να πω ότι τα παρακάτω γραφόμενά μου δεν φέρουν ούτε την σφραγίδα της απολυτότητας, αλλά και ούτε αποτελούν μια κριτική στην Κριτική μη όντας ομολογουμένως ικανός για ένα τόσο υψηλό φιλοσοφικό εγχείρημα. Είναι μάλλον ένας προσωπικός ‘αφουγκρασμός', αν μπορώ να πω κάτι τέτοιο,

Αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί στα blogs είναι ένα είδος αρνητισμού, προϊόν της πληθώρας άρθρων, αναφερόμενα σε όντως υπαρκτά κακώς κείμενα της ελλαδικής πραγματικότητας (πολιτικής και μη, φύσεως). Υπό αυτήν την έννοια, κινδυνεύουν να ακολουθήσουν την γραμμή των  ‘παραδοσιακών' media οπού καθημερινώς μας βομβαρδίζουν με ‘αρνητισμό'. Στο δε χώρο των blogs, είναι δε σαφές ότι ο αρνητισμός αυτός δεν είναι προϊόν αναγκαίας ύπαρξης (της αναγκαίας σε σε ορισμένο βαθμό ‘αρνητικής' κριτικής) αλλά υπέρ του δέοντος παρουσίας, που αγγίζει τα όρια της μονομέρειας.  Είναι αυτή ακριβώς η μονομέρεια που εγκυμονεί τον κίνδυνο του αρνητισμού.  Σύμφωνα δε με τις αρχές της ψυχολογικής προβολής ήδη φανερώνει μια ενυπάρχουσα εσωτερική ‘κλειστότητα' (σε προσωπικό αλλά και συλλογικό επίπεδο) που έχει σχέση με τον τρόπο  πρόσληψης και έκφρασης εμπειριών/καταστάσεων.

Όπως  προειπώθηκε, η παρουσία των blogs είναι πλέον αναγκαιότητα. Ωστόσο πρέπει ιδιαιτέρως να προσεχθεί αυτό το σημείο, ο κίνδυνος του αρνητισμού, δεδομένου ότι τα blogs τείνουν να αντικαταστήσουν τον παραδοσιακό τρόπο ενημέρωσης (πλέον οι περισσότεροι πολίτες φαίνεται να μην εμπιστεύονται την ενημέρωση μέσω της τηλεόρασης για παράδειγμα) και γι' αυτό τον λόγο, κατ' επέκταση, λαμβάνουν ενεργό μέρος στην διαμόρφωση της κουλτούρας ενός λαού. Η καλλιέργεια ενός αρνητισμού (έστω και δίχως εμφανή πρόθεση, μάλλον υποσυνείδητα συμβαίνει κάτι τέτοιο) δεν μπορεί ποτέ να είναι καλή. Η εμφάνιση μιας τέτοιας συλλογικής τάσης ενεργεί ως φίλτρο που αλλοιώνει τα πάντα και δημιουργεί ένα κλίμα που σίγουρα αποτελεί εμπόδιο στην εδραίωση μιας στάσης ζωής (υιοθετημένης από το σύνολο του λαού) που εμποτισμένη από μια ‘θετικότητα' θα προσβλέπει στο μέλλον με ελπίδα.  Φυσικά αυτό δεν αναφέρεται σε μια ιδανική πολιτεία δίχως προβλήματα αλλά σε μια πολιτεία όπου

1) εκτός από τα  κακώς αναδεικνύει και τα καλώς κείμενα της και

2) και τα κακώς κείμενά της μπορεί να τα ερμηνεύει με θετικό τρόπο, κατά το αρχαίο ‘ουδέν κακόν αμιγές καλού'.

Ο λόγος λοιπόν, περί ευθύνης. Το κακό παράδειγμα σαφώς είναι οργανικό μέρος μιας κοινωνίας που αποτελείται, πολύ απλά, από ανθρώπους και όχι μηχανές. Και αν πλέον μέσο των media προβάλετε κατά κόρον και άρα είναι περισσότερο ‘κτυπητό', έχουμε την απίστευτη δυνατότητα πλέον μέσω των blogs, να δημιουργήσουμε ένα αντίθετο κλίμα. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια ισοστάθμιση προβολής του καλού και κακού παραδείγματος. Έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα στον χώρο των media κοντεύουν να μας πείσουν ότι όλα είναι σαθρά και σάπια. Όλοι και όλα, εκτός από εμάς του ίδιους φυσικά! Μα αν είναι ποτέ δυνατόν να εννοήσουμε κάτι τέτοιο και πολύ περισσότερο να πεισθούμε για κάτι τέτοιο. Υπάρχει το καλό παράδειγμα. ΑΠΛΑ ας αφιερώσουμε και λίγες στιγμές έρευνας προς αυτήν την κατεύθυνση.

 

* Ο Μπάκας  Δημήτρης είναι Διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου,  Επισκέπτης επιμελητής στο  Goldsmiths, University of London, Επιστημονικός συνεργάτης στο  Goldsmiths, University of London και Επισκέπτης ερευνητής στο  Columbia University (Νέα Υόρκη).  

Ο μέγιστος δυτικόφιλος Herzen στην Δύση

  

Όταν ο δυτικόφιλος Χέρτσεν ήρθε στην Δύση, δοκίμασε σκληρή απογοήτευση…

  Του φιλαλήθη/philalethe00

 

…κι αμέσως αντιλήφθηκε πόσο περιορισμένο ήταν το αστικό πνεύμα των Ευρωπαίων.”

Και αμέσως παρακάτω:

“Στάθηκε αμέσως αντίθετος σ’αυτή την αστικοποίηση των δυτικών κρατών που ο ρώσος πάντα εμίσησε”.

 

  

Το παράθεμα είναι από το κείμενο του Νικολάι Μπερντιάεφ “Ψυχολογία του ρωσικού μηδενισμού και αθεϊσμού” που περιλαμβάνεται στο εξαιρετικό “Ο χριστιανισμός και το πρόβλημα του κομμουνισμού” (εκδ. Σιδέρη, 1977, σειρά πειστήρια).
Πόσο μας χρειάζονται τέτοια κείμενα σήμερα είναι όντως εύλογο, ευνόητο, έως αυτόλογο, και αυτονόητο. Εδώ βλέπουμε μία όψη του προβλήματος μεταξύ δυτικόφιλων και σλαβόφιλων, που ήσαν οι κύριες τάσεις της ιντελλιγκέντσια, δηλαδή της ρωσσικής διανόησης του 19ου αιώνα. Εχθρός αμφοτέρων η πραγματικότητα, αλλά με ένα τρόπο διαφορετικό από αλλήλων. Οι δε προσέβλεπαν στην προ του Μεγάλου Πέτρου(†1725), ήτοι αυταρχικού εκσυγχρονιστή, εποχή και εξιδανίκευαν κάθετι ρωσσικό ως ρωσσικό, οι μεν είχαν εξιδανικεύσει τις δυτικές δημοκρατίες, αυτές τις ρουσσοιακωβίνικες δημοκρατίες, όπως λέει υποτιμητικά ο συγγραφέας αλλού. Βεβαιότατα, μας θυμίζει, άλλοτε αμυδρά και άλλοτε ζωντανά και καταλεπτώς, κάποιες δικές μας ιδεολογικές ομάδες. Έτσι, έχουν διατυπωθή ποικίλες απόψεις από τους δικούς μας “διανοητές”.

N. Μπερντιάεφ(1874-1948)

 

Σλαβόφιλοι, και… “νεορθόδοξοι”, Δύση και Ανατολή

Ο Π. Κονδύλης είχε γράψη, στην “παρακμή του αστικού πολιτισμού“, εισαγωγή, για την υποτιθέμενη αντιγραφή των μοτίβων όσων μιλούν για την πνευματική Ανατολή εν αντιθέσει με την τεχνοκρατική και ορθολογιστική(για την ακρίβεια: ρατσιοναλιστική) Δύση.  Είχε πη, ότι αντιγράφουν τις θέσεις των σλαβοφίλων και, ίσως, πανσλαβιστών φιλοσόφων του 19ου αιώνα. Αρχηγός αυτής της σχολής ήταν ο μεγάλος φιλόσοφος και λογοτέχνης Κομιάκωφ. Βεβαίως, αυτό είναι αρκετά έως τελείως λάθος και φαίνεται, ότι ο Κονδύλης(την μεταχειριζόμαστε εδώ απλώς ως υλικό προς διάλογο και, άρα, λόγο)  αργότερα αναίρεσε αυτήν την ιδέα. Όλοι θυμόμαστε, βέβαια, ότι το κίνημα αυτό που χαρακτηρίστηκε λαθεμένα νεορθόδοξο, έχει χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Χ.Γιανναρά, του οποίου τις θέσεις και ο φιλορθόδοξος Έλληνας μαρξιστής Κωστής Μοσκώφ μεταχειρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έξοχα “Δοκίμιά” του, για να προσεγγίσει την Ορθοδοξία ως “παραδεδομένη ιδεολογία” του τόπου, το ανάλογο, δηλαδή, του Hegel όσον αφορά την Δύση.
Π. Κονδύλης
Βεβαίως, όπως έχει παρατηρήση και ο π. Ν. Λουδοβίκος στο “Ορθοδοξία και εκσυγχρονισμός”, οι πηγές του Γιανναρά, ευρύτερα της θεολογίας του ‘60 δεν βρίσκονται, όσον αφορά την Ρωσσία, στον 19ο αιώνα, αλλά στον 20ο αιώνα. Είναι οι π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Βλαδίμηρος Λόσσκυ, Παύλος Ευδοκίμωφ. Για αυτό ακριβώς και ο μακαριστός γέρ. Θεόκλητος Διονυσιάτης αναφέρει και επιτίθεται σε όλους αυτούς, επιτιθέμενος στους “νεορθοδόξους” ως φορείς μίας “νέας ορθοδοξίας”.
π. Φλωρόφσκυ

π. Γ. Φλωρόφσκυ

Δεύτερον, τέτοιες απόψεις για την Δύση είχαν και ο Μπερντιάγεφ και ο Ντοστογιέφσκυ. Ο Μπερντιάγεφ, ιδιαίτερα, είχε πολύ σκληρές απόψεις για τα δύο αυτά κινήματα, που έλεγε, ότι αντιπροσωπεύουν την πνευματική εφηβεία του ρωσσικού λαού, και προ της αυτοσυνειδησίας του. Ο Μπερντιάγεφ, επίσης, πολέμησε τα “ορθολογιστικά Φώτα” πάρα πολύ εξ αρχής, θεωρώντας, βέβαια τον εαυτό του, την ίδια εποχή, εν πολλοίς συνεχιστή της νικήτριας πνευματικής αντίδρασης στα Φώτα, ιδιαίτερα του καθολικού χριστιανικού ρομαντικού κινήματος του 19ου αιώνα, από τον ντε Μαιστρ και τον Σατωμπριάν έως ακόμη και τον …κόμη Μονταλλαμπέρ.

 

ντε Μαιστρ, συκοφαντήθηκε ως παλινορθωτής της Μοναρχίας, εισηγητής της φυσιοκρατικής κοινωνιολογίας

Έτσι, θα συμφωνούσε με αυτό που είπε αργότερα ο Κονδύλης αναφερόμενος στο θέμα(“Από τον 20ο στον 21ο αιώνα”, εκδ. Θεμέλιο), ότι Δύση δεν σημαίνει μόνο ρατσιοναλισμό και τεχνοκρατικό πνεύμα.

ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΚΕΡΔΟΥΣ

ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΚΕΡΔΟΥΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

 

 

Έλαβα με επιστολή μέσω του διαδικτύου το ακόλουθο κείμενο, το οποίο και παραθέτω αντί του συνήθους άρθρου της εβδομάδας. Κάθε χρόνο παγκοσμίως πεθαίνουν δύο εκατομμύρια άνθρωποι από μαλάρια, κάτι το οποίο θα μπορούσε να αποφευχθεί με μια κουνουπιέρα. Οι δημοσιογράφοι δεν λένε τίποτα γι' αυτό.

Κάθε χρόνο παγκοσμίως πεθαίνουν δύο εκατομμύρια παιδιά από διάρροια, κάτι το οποίο θα μπορούσε να αποφευχθεί  με ένα σιρόπι των 25 σέντς. Και οι δημοσιογράφοι δεν λένε τίποτα γι' αυτό. Ιλαρά, πνευμονία, ασθένειες θεραπεύσιμες με φτηνά εμβόλια είναι υπεύθυνες για το θάνατο δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως κάθε χρόνο. Και οι δημοσιογράφοι δεν λένε τίποτα.

Είναι κάποια χρόνια που εμφανίστηκε η γνωστή πια γρίπη των πουλερικών. Παγκοσμίως οι δημοσιογράφοι μας πλημμύρισαν με πληροφορίες, πανικό, σήματα κινδύνου. Επιδημία, η πιο επικίνδυνη απ' όλες, μια πανδημία! Μιλάγανε μόνο για την τρομακτική αυτή ασθένεια των πουλερικών. Και βέβαια, η γρίπη των πουλερικών προκάλεσε το θάνατο μόλις 250 ατόμων παγκοσμίως. 250 θάνατοι σε 10 χρόνια, δηλαδή αναλογικά 25 θάνατοι το χρόνο. Η κοινή γρίπη σκοτώνει μισό εκατομμύριο ανθρώπων το χρόνο παγκοσμίως. Μισό εκατομμύριο έναντι 25.

Τότε γιατί τόση φασαρία με τη γρίπη των πουλερικών; Γιατί πίσω από αυτά τα κοτόπουλα υπήρχε ένας «κόκορας», ένας κόκορας με μεγάλο λειρί. Η διεθνής φαρμακευτική Roche με το πασίγνωστο Tamiflú της πούλησε εκατομμύρια δόσεων στις Ασιατικές χώρες. Και ενώ το Tamiflú έχει αμφίβολη αποτελεσματικότητα, η Βρετανική Κυβέρνηση αγόρασε 14 εκατομμύρια δόσεις για την πρόληψη του πληθυσμού της. Με την γρίπη των πτηνών, η Roche και η Relenza, οι δύο μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες που προμηθεύουν την αγορά με αντιγριππικά, κέρδισαν χιλιάδες εκατομμύρια δολάρια. Πρώτα με τα πουλερικά και τώρα με τα χοιρινά. Ναι, τώρα ξεκίνησε η ψύχωση της γρίπης των χοίρων.  Και όλοι οι δημοσιογράφοι του κόσμου μιλάνε μόνο γι'αυτό. Πια δεν λένε τίποτα για την οικονομική κρίση ούτε τους βασανισμένους στο Guantánamo. Μόνο για τη γρίπη των χοίρων.

Και διερωτώμαι: αν πίσω από τα πτηνά υπήρχε ένας «κόκορας», πίσω από τα γουρουνάκια να μην υπάρχει ένα «μεγάλο γουρούνι»; Ας δούμε τι λέει ένας υπεύθυνος των εργαστηρίων της Roche: Εμάς μας απασχολεί πολύ αυτή η πανδημία, τόσος πόνος, γι' αυτό δίνουμε στην αγορά το θαυματουργό  Tamiflú.

 – Και πόσο πωλείται το «θαυματουργό» Tamiflú;

–  Λοιπόν, είναι 50 δολάρια το κουτί.

–  50 δολάρια το κουτί με τις κάψουλες;

–  Πρέπει να καταλάβετε κυρία ότι τα θαύματα πληρώνονται ακριβά.

Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι αυτές οι εταιρείες βγάζουν μεγάλα κέρδη από τον δικό μας πόνο. Η εταιρεία Gilead Sciences της Β. Αμερικής έχει την πατέντα του Tamiflú. Ο κύριος μέτοχος αυτής της εταιρείας δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία προσωπικότητα της πολιτικής, τον Donald Rumsfeld, γραμματέα αμύνης του George Bush, υπεύθυνο για τον πόλεμο κατά του Ιράκ. Οι μέτοχοι των φαρμακευτικών Roche και Relenza τρίβουν τα χέρια τους, είναι ευτυχείς με τις πωλήσεις τους, που για άλλη μια φορά φέρουν εκατομμύρια, του αμφίβολου Tamiflú. Η πραγματική πανδημία είναι η απληστία, τα τεράστια κέρδη αυτών των ιδιοτελών της υγείας.

Δεν αρνούμαστε τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης που λαμβάνει η κάθε χώρα. Αλλά αν η γρίπη των χοιρινών είναι μια φοβερή πανδημία απ' ό,τι λένε τα μέσα ενημέρωσης, εάν τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας τον απασχολεί τόσο πολύ αυτή η ασθένεια, γιατί δεν τη δηλώνει ως παγκόσμιο πρόβλημα της δημόσιας υγείας και να δώσει εντολή να παρασκευασθούν γενικά φάρμακα για την αντιμετώπισή της;  Να απορρίψει τις πατέντες της Roche και της Relenza και να κάνει διανομή δωρεάν γενικών φαρμάκων σε όλες τις χώρες και ειδικά στις πιο φτωχές. Αυτή θα ήταν η καλύτερη λύση.


                                       Για την αντιγραφή "Μακρυγιάννης", 21-02-2010

 

Υ.Γ. Η "πανδημία" παρήλθε με πολύ μικρές συνέπειες, παρά την άρνηση μεγάλου μέρους των ευρωπαϊκών (της συντριπτικής πλειονοψηφίας του ελληνικού) λαών να εμβολιαστεί! Αυτό όμως δεν είχε επιπτώσεις στα οικονομικά των φαρμακευτικών εταιριών, καθώς οι κυβερνήσεις είχαν σπεύσει έγκαιρα να παραγγείλουν τρομακτικές ποσότητες υπό το βάρος του τρόμου που διέχεαν τα ΜΜΕ. Βήμα σημαντικό συντελέστηκε προς την περαιτέρω εξασθένηση των ασφαλιστικών ταμείων.

Τώρα κάποιες χώρες εκδηλώνουν φιλανθρωπική διάθεση αποστολής των μη χρησιμοποιηθέντων εμβολίων σε φτωχές χώρες, στις οποίες δεν θα μάθουμε ποτέ, λόγω έλλειψης στατιστικών υπηρεσιών, πόσοι νόσησαν και πόσοι απέθαναν! Η στάση που τήρησε ο Παγκόσμιος οργανισμός υγείας και οι κατά τόπους ιατρικές κοινότητες, μαρτυρεί ότι τα πάντα ποδηγετούνται! Άραγε θα επαναληφθεί το ίδιο και του χρόνου; Πιθανόν όχι. Άλλωστε δεν παίζονται τα ίδια παιχνίδια συνεχώς. Άλλοτε είναι το χρηματιστήριο, άλλοτε η οικονομική κρίση και άλλοτε η επαπειλούμενη πανδημία.

Πάντως μετά από κάθε παιχνίδι οι πολλοί γίνονται φτωχότεροι και οι ολίγιστοι πλουσιότεροι. Και όταν επιχειρούν να παρουσιάσουν οι φτωχοί Έλληνες με λογιστικές αλχημείες καλύτερη την εικόνα των εξαθλιωμένων οικονομικών τους γίνονται περίγελως διεθνώς. Το δικαίωμα της λαθροχειρίας ανήκει κατ' αποκλειστικότητα σ' εκείνους που έχουν αναγάγει την απάτη σε μέσο "θεμιτού" πλουτισμού!     

Η Αρμενοτουρκική συμφωνία και οι επιπτώσεις της

Η Αρμενοτουρκική συμφωνία και  οι επιπτώσεις της στην περιοχή


Του Φάνη Μαλκίδη

 

 

1. Εισαγωγή: Η Συμφωνία, προηγούμενα και επόμενα


Η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Αρμενίας και Τουρκίας η οποία,  σύμφωνα με το διεθνή παράγοντα,  έλυσε κάποια λιμνάζοντα για χρόνια ζητήματα,  σηματοδοτεί μία σειρά από εξελίξεις που αφορούν τόσο τα διμερή θέματα, το μέλλον στον Καύκασο αλλά και το θέμα της Γενοκτονίας το οποίο έχει και ελληνικό ενδιαφέρον.

Για αυτά θα προσπαθήσουμε να κάνουμε αναφορά, έχοντας γνώση για το σημαίνει η συμφωνία για το μέλλον στην περιοχή, αλλά και για βασικά ηθικά, νομικά και πολιτικά ζητήματα όπως είναι η Γενοκτονία. Ακόμη και την τελευταία στιγμή η συμφωνία ήταν μετέωρη.

Η τελετή υπογραφής της συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Αρμενίας είχε προγραμματιστεί για τις 8 το βράδυ, στην αίθουσα Τσώρτσιλ του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης. Η πομπή των αυτοκινήτων που μετέφερε τη υπουργό εξωτερικών της ΗΠΑ Χ. Κλίντον ξεκίνησε για το Πανεπιστήμιο. Όμως λίγο αργότερα σταμάτησε απότομα και έκανε στροφή 180 μοιρών. Λίγο πριν και οι δύο πλευρές είχαν εκφράσει αντιρρήσεις όσον αφορά τις δηλώσεις που θα γίνονταν από τους υπουργούς Εξωτερικών μετά την υπογραφή. Η συμφωνία τελικά υπογράφηκε με τρεις ώρες καθυστέρηση και χωρίς καμία από τις δύο πλευρές να κάνει δηλώσεις. Η Χ. Κλίντον είπε  στους Τούρκους και τους Αρμένιους πως οι ανακοινώσεις μπορούσαν να περιμένουν ενώ η υπογραφή όχι.

Έτσι, ο Αρμένιος  υπουργός εξωτερικών Μ. Ναλμπαντιάν και ο Τούρκος ομόλογός του Α.Νταβούτογλου,  παρουσία του εκπροσώπου της ΕΕ για την εξωτερική πολιτική  Ξ. Σολάνα, του Γάλλου Υπουργού εξωτερικών  Μ. Κουσνέρ, της Ελβετίδας ομολόγου τους Μ. Καλμί  Ρέι, της Χ.  Κλίντον και του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σ. Λαβρόφ, υπέγραψαν τη συμφωνία για την αποκατάσταση των διμερών σχέσεων και το άνοιγμα των μεταξύ τους συνόρων.

 Η συμφωνία που υπέγραψαν ο Τούρκος και ο Αρμένιος υπουργός Εξωτερικών έχει ιστορική σημασία, δεν επιλύει όμως τις  διαφορές που χωρίζουν τα δύο κράτη: την άρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων  και την διαμάχη στο Ναγκόρνο Καραμπάχ (Αρτσάχ στα αρμενικά), τον αποσχισθέντα από το Αζερμπαϊτζάν θύλακα που έδωσε την αφορμή να κλείσουν τα σύνορα Τουρκίας- Αρμενίας το 1993 και να σκοτωθούν τριάντα χιλιάδες άνθρωποι.

Η συμφωνία περιλαμβάνει δύο πρωτόκολλα, τα οποία θα δρομολογήσουν την αποκατάσταση ομαλών διπλωματικών σχέσεων και την ανταλλαγή πρεσβευτών μεταξύ των δύο χωρών. Μετά την επικύρωση των πρωτοκόλλων από τα Κοινοβούλια των δύο κρατών- η Αρμενία ήδη το έχει κάνει- προβλέπεται το άνοιγμα των συνόρων τους.  

Οι πρώτες αντιδράσεις για τη Συμφωνία ήρθαν από το Αζερμπαϊτζάν. «Μία ειρηνευτική συμφωνία ανάμεσα σε Αρμενία και Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει «μελανό σημείο» στις σχέσεις με την Άγκυρα», δήλωσε ο Υπουργός Εξωτερικών  του Αζερμπαϊτζάν, ενώ το υπουργείο Εξωτερικών του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε ότι «δεν θα έπρεπε να υπογραφεί ειρηνευτική συμφωνία όσο τα αρμενικά στρατεύματα παραμένουν στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ».

Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ανέφερε ότι η Αρμενία θα πρέπει να αποσυρθεί από το Ναγκόρνο Καραμπάχ, λέγοντας ότι αυτή θα μπορούσε να διευκολύνει την επικύρωση της συμφωνίας Τουρκίας-Αρμενίας από την τουρκική Εθνοσυνέλευση. «Εμείς ως κυβέρνηση ανοίξαμε το δρόμο για αυτή τη συνεργασία, αλλά το αν θα εφαρμοστεί ή όχι, θα το αποφασίσει το Κοινοβούλιο. Αν αυτό το θέμα επιλυθεί ο λαός και το Κοινοβούλιό μας θα έχουν περισσότερη θετική προδιάθεση απέναντι σε αυτό το πρωτόκολλο και αυτή τη διαδικασία».

Από την πλευρά του, ο Αρμένιος πρόεδρος Σαρκισιάν προσπαθεί να πείσει τους Αρμένιους- πολίτες  και περισσότερο τη  Διασπορά – πως «οι εποχές επιβάλλουν την εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία χωρίς προϋποθέσεις και πως η σύσταση μιας επιτροπής που θα μελετήσει την «ιστορική διάσταση» της γενοκτονίας, βάσει της συμφωνίας που υπεγράφη, αποτελεί ήδη ένα σημαντικό βήμα».

 

2. Η «θυσία»  του ζητήματος της αναγνώρισης της Γενοκτονίας για την ασφαλή διέλευση των ενεργειακών πόρων

 

Η συμφωνία θεωρείται ότι κλείνει ένα ακόμη ανοιχτό μέτωπο στις σχέσεις της Αρμενίας και της Τουρκίας  και φιλοδοξεί να κλείσει την πληγή της γενοκτονίας των Αρμενίων.

Η Τουρκία  εξασφάλισε την εξουδετέρωση της πρόθεσης των Αρμενίων να περάσουν από το Κογκρέσο των ΗΠΑ απόφαση με την οποία θα αναγνωρίζεται η γενοκτονία των Αρμενίων- βεβαίως η Αρμενική Διασπορά δεν σταματά την προσπάθειά της- και ταυτόχρονα αναδεικνύεται η Τουρκία ως δύναμη που εργάζεται με την πειθώ και τη διπλωματία να επιλύσει προβλήματα.

Οι αντιδράσεις από την πλευρά των Αρμενίων είναι πολλές.  Περίπου οι μισοί Αρμένιοι, όπως προκύπτει από δημοσκοπήσεις, εναντιώνονται στην εξομάλυνση των σχέσεων της Αρμενίας με την Τουρκία, παρόλο που σχεδόν σε ένα παραπλήσιο ποσοστό οι Αρμένιοι επιθυμούν "ανοικτά" τα σύνορα με την Τουρκία.  Ιδιαίτερα δύσκολη  είναι η θέση της κυβέρνησης στην Αρμενία, που δέχεται πυρά από την αντιπολίτευση για  τη  συμφωνία, που θεωρείται προδοσία και υπαναχώρηση στα συμφέροντα της χώρας.

 Ιδιαίτερες είναι οι αντιδράσεις για το ζήτημα της γενοκτονίας από την Αρμενική διασπορά, κάτι που φάνηκε από την υποδοχή του Αρμένιου προέδρου στη Γαλλία, στις ΗΠΑ, στη Ρωσία στο Λίβανο, όπου ο πρόεδρος Σερζ Σαρκισιάν βρέθηκε αντιμέτωπος με μεγάλες διαδηλώσεις.

Οι διαδηλωτές αποκαλούσαν τον Σαρκισιάν «αφελή», «ανεύθυνο» και «προδότη», χωρίς να τιμά την υπόσχεση που έχει δώσει να αναγνωρίσει η Τουρκία ότι διέπραξε τη γενοκτονία του 1915.

Έχει ενδιαφέρον  η επιστολή, που απηύθυναν προς τον πρόεδρο της Αρμενίας, οι Αρμένιοι της Κύπρου, στην οποία  αναφέρεται ότι «η βεβιασμένη υπογραφή ….των πρωτόκολλων ….θέτει την αρμενική πλευρά σε τροχιά μη-αναστρέψιμου και ιστορικού σφάλματος, που διακυβεύει την ενότητα του αρμενικού λαού και τη συμπόρευση της Αρμενίας με τη Διασπορά, οδηγώντας σε εθνικό διχασμό. Ως οι φορείς που εκπροσωπούμε το σύνολο της αρμενικής κοινότητας της Κύπρου: Εκκλησία, Εθναρχία, πολιτική ηγεσία και οργανωμένα σύνολα, ενώνουμε τη φωνή διαμαρτυρίας μας με αυτήν των αδελφών μας στην Αρμενία και τη Διασπορά, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου απέναντι σε αυτό το επικίνδυνο ενδεχόμενο. Η Αρμενία έχει βέβαια κάθε δικαίωμα να έχει ανοικτά σύνορα ή να συνάπτει διπλωματικές σχέσεις, αλλά ως κυβερνώντες οφείλετε να διασφαλίσετε την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα της Γενοκτονίας, το Αρμενικό Ζήτημα και τις διεκδικήσεις μας, καθώς και το αδιαφιλονίκητο δίκαιο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Σε αντίθετη περίπτωση, υπογράφοντας παρόμοια απαράδεκτα πρωτόκολλα, θέτετε ολόκληρο το έθνος ενώπιον μιας μη-αναστρέψιμης και άκρως επικίνδυνης συγκυρίας. Σας ζητούμε να αποφύγετε τις βεβιασμένες κινήσεις, να αποσαφηνίσετε με σοβαρότητα όλα τα επίμαχα σημεία, να εισαγάγετε τις αναγκαίες διορθώσεις στα κείμενα και μόνο ύστερα από αυτά να τα επισφραγίσετε με την υπογραφή σας. Είναι βαθιά πεποίθηση μας ότι οποιοδήποτε έγγραφο οφείλει να συνάδει με τις αρχές της ιστορικής πραγματικότητας και της δικαιοσύνης».

Ο Πρόεδρος της Αρμενικής Εθναρχίας Κύπρου, Αντρανίκ Αστζιάν, ανέφερε τα εξής: «Για μας είναι θέμα αρχής, γιατί η Αρμενία είναι αποκλεισμένη οικονομικά, να έχει ανοιχτά σύνορα. Δεν αμφισβητούμε τα δύο αυτά δικαιώματα, της Αρμενίας σαν ανεξάρτητης χώρας, αλλά δεν μπορεί να είμαστε θύματα της εκμετάλλευσης που θέλουν να θέσουν σε αυτά τα ζητήματα η Τουρκία. Η Τουρκία βάζει τα δικά της συμφέροντα πρώτα και βλέπει την Αρμενία σαν ένα αγκάθι μπροστά σε αυτά της τα συμφέροντα, που είναι η ένωση του με το Αζερμπαϊτζάν, ο παντουρκισμός και με αυτό τον τρόπο αποσιωπάει ή αποκόβει την Αρμενία από τη Διασπορά, τους Αρμενίους που στηρίζουν τη χώρα σήμερα και δημιουργεί ενδεχόμενα και προϋποθέσεις για να μπορέσει να επεμβαίνει πιο εύκολα στην Αρμενία'. ….Ως διασπορά, είναι εμφανές ότι έχουμε πολλές αντιρρήσεις και σε ότι αφορά τη ρήτρα της συμφωνίας που μιλάει για το ενδεχόμενο συγκρότησης επιτροπών ιστορικών που θα ελέγξουν την εγκυρότητα την ιστορική της Αρμένικης Γενοκτονίας. Για μας η Αρμενική Γενοκτονία είναι ιστορική πραγματικότητα, αδιαμφισβήτητη και δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να δεχτούμε οποιοσδήποτε να υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία ότι αυτή η ιστορική πραγματικότητα θα τεθεί υπό ερωτηματικό. Δεν μπορούμε να δεχτούμε οποιαδήποτε κόλπα της Τουρκίας να μην χάσει το τρένο για την Ευρώπη με το να φέρει τα προσχήματα ότι η γενοκτονία είναι στη φαντασία των Αρμενίων, μπορεί να μην διαπράχθηκε ή να διαπράχθηκαν εγκλήματα και από τις δύο πλευρές. Εμείς σαν Διασπορά είμαστε το εμπόδιο και είμαστε η φυσική μαρτυρία ότι αυτή η γενοκτονία διενεργήθηκε. Η Τουρκία, σήμερα προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει την παγκόσμια κοινότητα ότι η Διασπορά, η αρμενική, είναι εξτρεμιστές που προσπαθούν να έχουν το μάτι τους στο να καταστρέψουν την Τουρκία».
Ο Αρά Χατσατουριάν, εκδότης της μεγαλύτερης αρμενικής εφημερίδας στις ΗΠΑ (Asbarez Daily News)  ανέφερε ότι  «η αιώνια έχθρα μας με την Τουρκία θα τερματιστεί μόνο όταν η τουρκική κυβέρνηση αναγνωρίσει τη Γενοκτονία», ο Αρμένιος αναλυτής Ραζμίρ Πανοσιάν που εργάζεται στον Καναδά, προειδοποίησε όλες τις πλευρές «να μην περιμένουν σύντομη επούλωση ενός τόσο βαθιού ιστορικού τραύματος, όπως είναι η γενοκτονία».

Ο Χρήστος Ιακώβου, διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών, αναφέρει ότι  «η συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Αρμενίας αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου γεωστρατηγικών κινήσεων που έχει ως στόχο σε πρώτο στρατηγικό χρόνο την δημιουργία σταθερότητας σε συγκεκριμένες περιοχές του Καυκάσου …και σε δεύτερο στρατηγικό χρόνο την δημιουργία πολλαπλών ενεργειακών δρόμων ούτως ώστε να επωφεληθεί η Τουρκία ως ενεργειακός διάδρομος και να αυξήσει την επιρροή της στην στρατηγικής σημασίας ενεργειακή σχέση της Ευρώπης με τον Καύκασο και την Κασπία.

Η γεωπολιτική διάσταση της συμφωνίας καταδεικνύει, εν πρώτοις, μία βραχυπρόθεσμη σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ ΕΕ, ΗΠΑ και Ρωσίας. Η ένταξη της Αρμενίας στο ενεργειακό παιγνίδι του Καυκάσου δίνει εναλλακτική επιλογή στις δύο πρώτες να εξασφαλίσουν μία εναλλακτική οδό στην μέχρι τώρα μοναδική επιλογή που είχαν διαμέσου της Γεωργίας ούτως ώστε να μην καταστούν όμηροι σε μία νέα κρίση όπως αυτή του 2008. Από την πλευρά της Ρωσίας ασκήθηκε πίεση προς την Αρμενία να υπογραφεί η συμφωνία διότι η Μόσχα μετά την επίσκεψη του Πούτιν στην Τουρκία …και την υπογραφή 20 ενεργειακών συμφωνιών χρειάζεται επειγόντως νέους ενεργειακούς διαδρόμους που θα μεταφέρουν φυσικό αέριο και πετρέλαιο στην Τουρκία μέσω Αρμενίας. Ο ρόλος της Ρωσίας σε ό,τι αφορά τις πιέσεις προς την Αρμενία οδηγεί περισσότερο προς το συμπέρασμα ότι η Αρμενία ουσιαστικά αναγκάστηκε να «συνθηκολογήσει» λαμβάνοντας δυσαναλόγως μικρότερα οφέλη.  Όλα αυτά συμβαίνουν σε μία κρίσιμη περίοδο σε ό,τι αφορά την ενταξιακή αξιολόγηση της Τουρκίας από την ΕΕ…..».  


3. Συμπεράσματα


Για να κατανοηθεί ότι με τη συμφωνία Αρμενίας και Τουρκίας, ζητήματα όπως η Γενοκτονία μπήκαν στο περιθώριο για να εξυπηρετηθούν μεγάλα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα όχι μόνο της Τουρκίας αλλά και τρίτων χωρών,  πρέπει να αναφερθεί το εξής: Οι βρετανικές κυβερνήσεις όχι μόνο αρνούνταν, και συνεχίζουν να αρνούνται, να αναγνωρίσουν τη γενοκτονία των Αρμενίων προκειμένου να μη διαρρήξουν τη σχέση τους με την Τουρκία, αλλά και προσπαθούσαν επί σειρά ετών να καλλιεργήσουν την εντύπωση ότι ακόμη και οι ιστορικοί διαφωνούν για το θέμα. Στα έγγραφα που αφορούν την περίοδο 1995-2009, επισημαίνεται ότι οι σχέσεις Μ. Βρετανίας και Τουρκίας είναι πολύ σημαντικές για να τεθούν σε κίνδυνο. Η Τουρκία «είναι νευραλγικής σημασίας και τηρεί αμυντική στάση έναντι της κατηγορίας της γενοκτονίας, ενώ η αναγνώριση της γενοκτονίας δεν θα παρείχε κανένα πρακτικό όφελος στο Ηνωμένο Βασίλειο», αναφέρεται στα έγγραφα.

Οι ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση  και η Ρωσία, οι οποίες μεσολάβησαν για να επιτευχθεί η συμφωνία,  είχαν και έχουν όλες συμφέρον να εντάξουν την   Αρμενία στην ενεργειακή σκακιέρα της περιοχής. Οι δύο πρώτες για να αποκτήσουν μια επιπλέον εναλλακτική λύση αν οι αγωγοί που τώρα περνούν μέσα από τη Γεωργία χρησιμοποιηθούν ως «όμηροι» σε περίπτωση νέας κρίσης στον Καύκασο και  η Ρωσία, για να αποδυναμώσει και άλλο τη Γεωργία, δηλαδή τις ΗΠΑ. Από την άλλη οι καλές σχέσεις Αζερμπαϊτζάν- Αρμενίας- Τουρκίας, βοηθούν στο να διαφοροποιηθούν οι διαδρομές των αγωγών, οι οποίες μέχρι τώρα δεν μπορούσαν να έχουν ελεύθερο «έδαφος». 

Οι αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου θα διέρχονται από «ειρηνικό περιβάλλον και ανοιχτά σύνορα», ενώ το αρμενικό κράτος θα συνδεθεί εμπορικά με τη Δύση μέσω Τουρκίας. Παράλληλα η Τουρκία δείχνει καλό πρόσωπο στην ΕΕ και κλείνει ακόμη ένα μέτωπο στον περίγυρό της.

Το τίμημα, για την Αρμενία όμως, είναι βέβαια η πλήρης «παράκαμψη» του ζητήματος της γενοκτονίας του 1915, που σε όλη την περίοδο της διαπραγμάτευσης.

Όπως αναφέρει ο Γ. Δελαστίκ «από τη συμφωνία προκύπτει ότι  η Αρμενία υποχρεώθηκε να πληρώσει βαρύ πολιτικό και ηθικό τίμημα, με αντάλλαγμα το άνοιγμα των συνόρων. Και μόνο το γεγονός ότι προβλέπεται διάλογος των δύο πλευρών για τις (ιστορικά αδιαμφισβήτητες) συνθήκες της Γενοκτονίας, στο πλαίσιο «δημιουργίας συνθηκών αμοιβαίας εμπιστοσύνης», αποτελεί προσβολή για το ενάμισι νεκρών Αρμενίων.  Σε διεθνές επίπεδο, δε, τα πρωτόκολλα συνιστούν ένα προηγούμενο αφού επιτρέπουν σε κράτη με σκοτεινό παρελθόν, όπως η Τουρκία, να αναθεωρούν κατά βούληση την Ιστορία, με τις ευλογίες των μεγάλων δυνάμεων οι οποίες, φυσικά, κοιτάζουν τα δικά τους συμφέροντα.  Όπως  έγραψε εύστοχα Αρμένιος  της Διασποράς, η συμφωνία είναι  ένα «πραξικόπημα» των πολιτικών και των διπλωματών σε βάρος των ιστορικών».

Η θέση ότι η Αρμενία τόνιζε ότι  ουδέποτε θα ερχόταν σε συμφωνία με την Τουρκία, εάν αυτή δεν αναγνώριζε τη γενοκτονία, δεν υπάρχει πια. Και μάλιστα δεν υπάρχει καμία αναφορά στη γενοκτονία στη συμφωνία, αλλά επιπλέον η X. Kλίντον απαγόρευσε στον Aρμένιο υπουργό Eξωτερικών να κάνει αναφορά στη γενοκτονία σε μια δική του δήλωση μετά την υπογραφή, για να διασωθεί η Aρμενική τιμή.

Από την άλλη όμως είναι γεγονός ότι η συμφωνία δεν δεσμεύει την Αρμενική Διασπορά, η οποία εδώ και πολλές δεκαετίες έχει θέσει το ζήτημα της αναγνώρισης της γενοκτονίας,  χωρίς να υπολογίζει και χωρίς να προστρέχει στη βοήθεια του κράτους της Αρμενίας. Οι επιτυχίες της είναι δεδομένες στο επίπεδο των αναγνωρίσεων από κυβερνήσεις, κοινοβούλια, εθνικά ομοσπονδιακά, περιφερειακά, τοπικά, από τους νόμους με τους οποίους ποινικοποιείται η άρνηση της Γενοκτονίας.

Η προσπάθεια της δυναμικής και έξω από συμφέροντα και λογικές Διασποράς, παρά την απόφαση  της Αρμενίας να μην ισοπεδώσει τη Γενοκτονία, συνεχίζεται και από ότι φαίνεται έχει νέα αποτελέσματα. Αυτό είναι και ένα μήνυμα και προς την ελληνική Διασπορά η οποία αγωνίζεται για το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ελλήνων, βλέποντας την αδιαφορία,  την ολιγωρία και την εχθρότητα της Ελλάδας. Και αν αύριο αυτή η εχθρότητα μετατραπεί σε μία στάση ανάλογη της Ελλάδας όπως αυτή της Αρμενίας με ανάλογη συμφωνία για εξέταση για το εάν έγινε γενοκτονία, θα πρέπει να ξέρει η Διασπορά  ότι η προσπάθειά  θα πρέπει να συνεχιστεί. Όπως πράττει τόσα χρόνια έχοντας μεγάλες επιτυχίες και αναγνωρίσεις.