ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ «ΙΟΥΔΑΙΟ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ»!

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ «ΙΟΥΔΑΙΟ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ»!

Μια Πλαστή Ιστορία που Καταρρίπτει η Άμεση, Ζωντανή Εμπειρία

Της Μαρίας Σταματιάδου *

 

 Τα τελευταία χρόνια υποστηρίζεται και προβάλλεται από κάποιους ερευνητές η ελληνική καταγωγή του Ιησού, ως απόδειξη της «συγγένειας» του ελληνικού πνεύματος με το Χριστιανισμό. Εμείς, σ’ αυτό το άρθρο, δεν θα ασχοληθούμε με αυτού του είδους την καταγωγή του Ιησού. Άλλωστε, προσωπικά, πιστεύω ότι ο Ιησούς, ως ενσαρκωμένος Θεός, δεν έχει κανενός είδους ανθρώπινη καταγωγή.

Εις τους ελληνικούς αιώνας των αιώνων…

Εις τους ελληνικούς αιώνας των αιώνων…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Τι πρέπει να συμβεί σ' αυτήν τη χώρα για να επέλθουν επιτέλους ουσιαστικές εξυγιαντικές αλλαγές στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα; Από τον Δεκέμβρη του 2008 στον Μάιο του 2010 φαίνεται να μην έχει αλλάξει τίποτα. Οι συνθήκες ειρωνικά πανομοιότυπες. Οι τραγωδίες επαναλαμβάνονται με την απώλεια ανθρώπινων ζωών: πριν από ενάμιση χρόνο ήταν ένας έφηβος. Σήμερα τρεις νέοι άνθρωποι στην πιο δημιουργική ηλικία, μεταξύ των οποίων μία έγκυος. Οι πρωταγωνιστές του πολιτικού σκηνικού εξακολουθούν να επιπλέουν στην αφασική τους απάθεια. Συνεχίζουν στον δρόμο που μόνοι τους επέλεξαν, χωρίς καμία λαϊκή ετυμηγορία, σαν να μην τρέχει τίποτα.



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 295, 16/5/2010.

Παράλληλα, ομάδες αυτόκλητων «τιμωρών» περιφέρουν τις λεηλασίες και τις πυρπολήσεις τους κατά δικαίων και αδίκων, μετά την «επιτυχημένη» εξαγωγή τους από το πολυτεχνείο, τους κάδους απορριμμάτων και τα γήπεδα. Οι μέσοι πολίτες, υπό την πίεση του σύγχρονου ελληνικού κερδοσκοπικού κατεστημένου, το οποίο υποβαθμίζει συνεχώς την αξία τους, και των άγνωστων(;) προθέσεων και ταυτότητας βανδάλων, περιέρχονται σε ασφυκτικό αδιέξοδο.

Είναι ποτέ δυνατόν τη λύση στο αδιέξοδο να την παράσχουν οι ίδιοι που το προκάλεσαν; Ο λόγος δεν αφορά μόνο το πολιτικό κατεστημένο αλλά και τους παράγοντες που αυτό υπηρετεί. Ο τραγικός θάνατος τριών υπαλλήλων της τράπεζας «Marfin Egnatia» στο υποκατάστημα τής Σταδίου, εναντίον του οποίου εκτοξεύτηκε μολότοφ, δεν νομιμοποιεί σε καμία περίπτωση τους ιδιοκτήτες της τράπεζας να προβαίνουν σε κατανομή ευθυνών εξαιρώντας προκλητικά τον εαυτό τους. Πόσο θράσος πρέπει να 'χει ο κ. Βγενόπουλος για να παραδίδει μαθήματα πολιτικού ήθους, επιτιθέμενος μ' ανακοινώσεις τύπου διαγγέλματος στο ίδιο σύστημα του οποίου είναι κινητήριος τροχός; Δεν δικαιούται ο κ. Βγενόπουλος να «οργίζεται» για τα «ξύλινα πολιτικά λόγια και τις αντιδικίες σκοπιμότητας ορισμένων πολιτικών στη Βουλή», καταλογίζοντάς τους ευθύνη «ηθικών αυτουργών», οι οποίοι «δυστυχώς δεν θα τιμωρηθούν ποτέ» (5/5/2010). Δεν δικαιούται να «οργίζεται» όχι γιατί το πολιτικό σύστημα δεν είναι όντως ο ηθικός αυτουργός του εγκλήματος, μα γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ο κ. Βγενόπουλος είναι ο προστατευόμενος του συστήματος, άρα συνυπεύθυνος.

Δεν χρειαζόταν να κυκλοφορήσει στα μέσα ενημέρωσης η καταγγελία εργαζόμενης στη Marfin, όπου αποκαλυπτόταν η τρομοκρατική απαγόρευση της τράπεζας στους εργαζομένους τόσο να απεργήσουν, όσο και να εγκαταλείψουν το κατάστημα, αν και ο κίνδυνος από την – κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά – φλεγόμενη διαδήλωση ήταν ολοφάνερος. Ούτε χρειαζόταν να γνωστοποιηθεί το όνομα της εργαζόμενης. Όσοι διατηρούν στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα των ιδιωτικών τραπεζών γνωρίζουν το κλίμα «εργασίας». Η ουσία έγκειται στο γεγονός πως αν οι τριτοκοσμικές εργασιακές συνθήκες εφαρμόζονται με στόχο την αχαλίνωτη κερδοφορία του μεγαλοεπιχειρηματικού κύκλου, τούτο συμβαίνει μόνο χάρη στην υπόθαλψη του εν λόγω κύκλου απ' το πολιτικό σύστημα. Το πολιτικό σύστημα είναι εκείνο που ανέχεται όποια άνομη κερδοσκοπική πρακτική επιβάλλουν οι τράπεζες στους υπαλλήλους τους προς άγρα πελατών. Το πολιτικό σύστημα είναι εκείνο που εκχώρησε την Ολυμπιακή στον ιδιώτη χωρίς τους υπεράριθμους υπαλλήλους της, άρα εξυγιασμένη, δηλαδή κερδοφόρα. Το πολιτικό σύστημα ανέχτηκε το καρτέλ των γαλακτοβιομηχανιών κι εξακολουθεί ν' ανέχεται την κοροϊδία της δήθεν μείωσης των τιμών στο γάλα, τη στιγμή που εκτοξεύονται οι τιμές στα τυριά και στα γιαούρτια. Ποιοι ωφελούνται απ' το παιχνίδι; Ας λείπουν, λοιπόν, οι αφ' υψηλού ηθικολογικές καταγγελίες του κ. Βγενόπουλου, και κάθε άλλου ταξικού συνοδοιπόρου του.

Είναι πασίδηλο ποιοι εξυπηρετούνται από το σύστημα. Η υπόθεση της Siemens, άλλωστε, κατέδειξε εμφανώς τις σχέσεις αλληλοεξυπηρέτησης και αλληλοσυντήρησης μεταξύ του μεγαλοεπιχειρηματικού και του πολιτικού κόσμου. Από εδώ ο πολίτης δεν μπορεί να περιμένει τίποτα. Τότε όμως από πού να περιμένει; Σε μια κρίσιμη καμπή των πολιτικοοικονομικών εξελίξεων, που ο κοινωνικός ιστός θα 'πρεπε να χαρακτηρίζεται από ενότητα και συνοχή, προκαλούν ανατριχίλα οι μαρτυρίες από την τραγωδία της «Marfin». Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, τη στιγμή της πυρπόλησης πολλοί διαδηλωτές έξω από την τράπεζα αποδοκίμαζαν τους υπαλλήλους της που κινδύνευαν από τις φλόγες, επειδή εκείνοι δεν συμμετείχαν στην απεργία! Πρόκειται για το απόλυτο σκηνικό αναλγησίας, αιμοβορίας, κυνισμού, ηθικού εκπεσμού κι αποσάθρωσης…

Ποιος, αλήθεια, είναι τόσο ακέραιος ηθικά, ώστε να μέμφεται ειδικά τους ανθρώπους τούτους, που εργάζονται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις υπό καθεστώς διαρκούς ομηρίας; Πόσο εύκολη είναι η διαμαρτυρία για έναν δημόσιο υπάλληλο, για έναν επαγγελματία που την επομένη θα ανοίξει και πάλι το κατάστημά του, και για έναν ιδιωτικό υπάλληλο που απροσχημάτιστα τρομοκρατείται; Ο τελευταίος αναμφίβολα γνωρίζει πως η κατάκτηση μίας θέσης εργασίας, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, προϋποθέτει επάρκεια προσόντων, αγωνία κι ανασφάλεια. Ο δημόσιος υπάλληλος που διορίστηκε πριν από την ίδρυση του Α.Σ.Ε.Π., και σε αρκετές περιπτώσεις και μετά απ' αυτήν, τι ακριβώς γνωρίζει σχετικά με την επαγγελματική αποκατάσταση; Μήπως ότι επιτυγχάνεται χάρη στο πλεύρισμα των κομματικών μηχανισμών, και με μοναδικό προσόν την κομματική ταυτότητα; Με κριτήριο την ευκολία και την ασφάλεια είναι απλό να διεκδικεί κανείς τα κεκτημένα του. Το ζητούμενο όμως εδώ δεν είναι ο διχασμός και η καταβαράθρωση των εργαζομένων που δεν τολμούν να απεργήσουν, αλλά η κατανόηση κι ο αγώνας ακόμη και για λογαριασμό τους.

Μαθημένοι ωστόσο οι περισσότεροι να πορευόμαστε σε λεωφόρους ανέσεων, διολισθαίνουμε αβασάνιστα σε τιμητές ανθρώπων υποταγμένων στην ανάγκη. Και διολισθαίνουμε εκ του ασφαλούς, καθώς το «δικό μας σύστημα» θα 'ναι πάντα στη θέση του να μας στηρίζει: το σύστημα των πελατειακών σχέσεων κομμάτων και ψηφοφόρων. Αλήθεια, μέσα στο άθλιο πελατειακό πολιτικό σύστημα, απ' το οποίο απουσιάζει κάθε ουσιαστικός έλεγχος, πόσοι θα τολμούσαν να δηλώσουν αθώοι; Πόσοι δεν επιδίωξαν ποτέ τους κάποια εξυπηρέτηση; Πόσοι δεν επιζήτησαν σύμβαση εργασίας ή διορισμό στο δημόσιο; Πόσοι δεν μεταχειρίστηκαν πολιτικές γνωριμίες για να εργαστούν έστω και στον «επισφαλή» ιδιωτικό τομέα; Πόσοι δεν χρησιμοποίησαν τον κομματικό συνδικαλισμό για να πετύχουν μετάθεση ή απόσπαση; Πόσοι δεν εξασφάλισαν αναρρωτικές άδειες που δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικό πρόβλημα; Πόσοι δεν διεκδίκησαν ευνοϊκή μεταχείριση κατά τη στρατιωτική τους θητεία; Και πόσοι δεν δοκίμασαν – χωρίς να υπολογίζονται καν οι μεγαλόσχημοι επιτήδειοι που λεηλατούν το δημόσιο – να εξοικονομήσουν έστω κάποιο απειροελάχιστο κέρδος, ακόμη και βγάζοντας φωτοτυπίες στα μηχανήματα των δημόσιων υπηρεσιών ή χρησιμοποιώντας τα υπηρεσιακά τηλέφωνα για προσωπικές ανάγκες;

Να λοιπόν από πού πηγάζει η πλημμύρα απύθμενου θράσους στη νεοελληνική κοινωνία: από τις πελατειακές σχέσεις. Οι πελατειακές σχέσεις καταλύουν κάθε νομιμότητα κι επιβαρύνουν οικονομικά την πολιτεία μέσα από την ανεξέλεγκτη σπατάλη. Συνάμα αποτελούν την κοινή συνισταμένη καί των δύο αντιπαρατιθέμενων ομάδων στην παρούσα κρίση: καί των μεγαλοεπιχειρηματιών καί των απλών εργαζομένων που πλήττονται από τα μέτρα, με κίνδυνο να βρεθούν ακόμη κι άνεργοι. Το τραγικό είναι πως η συνισταμένη αυτή, που στην πραγματικότητα συνιστά την ταφόπλακα της νεοελληνικής κοινωνίας, εκλαμβάνεται από τις προηγούμενες ομάδες, και παρά τα ετερόκλητα χαρακτηριστικά τους, σαν μελλοντική τους ελπίδα, σαν αγ-Ελλάδα που προσφέρεται για άρμεγμα! Πώς όμως θα συνεχίσει ν' αποδίδει η αγελάδα, όταν περιτριγυρίζεται από λύκους έτοιμους όχι απλώς να την αρμέξουν μα να την κατασπαράξουν, και μάλιστα από λύκους που δεν αντιλαμβάνονται το στοιχειώδες, ότι δηλαδή είναι κενό νοήματος να ελπίζουν σε κάτι που το απομυζούν, οδηγώντας το σε εξάντληση και κατάρρευση;

Είναι δυνατόν ποτέ ν' αλλάξει η παραπάνω αρρωστημένη νοοτροπία; Ας ανεμίζει ο πρωθυπουργός για σημαία του την αξιοκρατία υποσχόμενος πως θα την εφαρμόσει. Ας βαυκαλίζονται οι αναλυτές ότι η παρούσα κρίση θα προκαλέσει την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, όπως συνέβη σε αντίστοιχες περιπτώσεις άλλων χωρών. Στην Ελλάδα δεν θ' αλλάξει το σκηνικό, γιατί είναι αδύνατο να υπάρξει εναλλακτική πρόταση: κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν πρόκειται να εκθέσει τον εαυτό του επιφυλάσσοντάς του τη γελοιοποίηση μέσα από την όποια σύγκρουση με το ανίατο περιβάλλον· το πολύ πολύ να εκφραστεί η δυσαρέσκεια με αποχή από τις κάλπες, γεγονός όμως που δεν θα επηρεάσει τη δύναμη των κομμάτων. Προπάντων όμως το σκηνικό δεν θ' αλλάξει, γιατί η ελπίδα μιας βολεμένης οικονομικοπολιτικής κλίκας και μιας βολεμένης κοινωνίας θα είναι πάντα η πλάγια εξυπηρέτηση μέσω των νομοθετικών παραθύρων που εντέχνως θα εξακολουθούν να διατηρούνται ανοιχτά. Με πρωτεύοντα εκ μέρους της κοινωνίας στόχο τη συντήρηση της πρότερης κατάστασης, φυσιολογικότερη πρόβλεψη τόσο για το εγγύς όσο και το απώτερο μέλλον θα ήταν να αναλάβει την πρωθυπουργία ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, με πρόεδρο της Δημοκρατίας τον αειθαλή πατέρα του κ. Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Εις τους ελληνικούς αιώνας των αιώνων…

 

Γιάννης Στρούμπας

Κοινή Συνέντευξη στο περιοδικό «κόκκινο»

Κοινή Συνέντευξη στο περιοδικό «κόκκινο»

 

Των Κώστα Λαπαβίτσα και Σταύρου Τομπάζου

 

 

Κώστας Λαπαβίτσας


"Η συμμετοχή στην ΟΝΕ αποτέλεσε μόνο πηγή κακών για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Όπως ήδη εξήγησα, η ΟΝΕ είναι μηχανισμός γερμανικής κυριαρχίας, ένα σιδερένιο χέρι που συντρίβει τους ευρωπαϊκούς λαούς. Η έξοδος της Ελλάδας είναι απαραίτητη για να αναπνεύσει η οικονομία και η κοινωνία."

"Η παύση πληρωμών κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει, είτε το απαιτήσει η Αριστερά είτε όχι. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να γίνει με όρους που θα θέσει η Αριστερά και το λαϊκό κίνημα, όχι με όρους της κυβέρνησης ή των δανειστών. Αυτό σημαίνει πρώτα πρώτα εθνικοποίηση των τραπεζών, διότι στην πράξη θα χρεοκοπήσουν μόλις γίνει η παύση πληρωμών, δεδομένου ότι κατέχουν μεγάλο όγκο χρεογράφων του ελληνικού Δημοσίου."

 

Σταύρος Τομπάζος


"Ουσιαστικά η παρούσα κρίση είναι η διαδικασία εξόφλησης των ποσοστών μεγέθυνσης του ΑΕΠ που το οικονομικό παρελθόν «δανείστηκε» από το οικονομικό μέλλον."

"Για να εκφραστούμε απλά: Μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή, ενώ μια άλλη Ελλάδα δεν είναι. Ο ταξικός αγώνας, όπως και ο πολιτικός, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένοι στο εθνικό πλαίσιο, ενώ τα πράγματα διαμορφώνονται σε ένα ευρύτερο επίπεδο, ηπειρωτικό και παγκόσμιο."

 

Ερώτηση: Η καπιταλιστική κρίση διαρκεί. Εκτιμάτε ότι η διαφαινόμενη ανάκαμψη από την ύφεση του 2009 μπορεί να προδιαγράφει μια τροχιά εξόδου απ' αυτήν;


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΜΠΑΖΟΣ

 


Η απάντηση είναι αρνητική. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή ύφεση ή με μια κρίση περιοδικού χαρακτήρα. Δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με μια απλή κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που έχει επιπτώσεις στη λεγόμενη πραγματική οικονομία. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι οι νομισματικές αρχές, οι κεντρικές τράπεζες και τα κράτη επιτύχουν μιαν αποτελεσματική ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και πάλιν δεν θα έπρεπε να αναμένει κανείς μια νέα, μακροχρόνια περίοδο οικονομικής άνθησης.

Πρόκειται για μια κρίση δομικού χαρακτήρα, δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, για μια κρίση των σχημάτων αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Απέτυχαν οι νεοφιλελεύθερες προσπάθειες εξόδου από το μακροχρόνιο καθοδικό κύμα της μεταπολεμικής περιόδου που, στον ανεπτυγμένο κόσμο, χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Αυτό το καθοδικό κύμα προήλθε από μιαν αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, χωρίς αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης ικανής να την εξουδετερώσει. Το αποτέλεσμα ήταν η πτώση του ποσοστού κέρδους και του ποσοστού συσσώρευσης του κεφαλαίου, η μείωση των ρυθμών μεγέθυνσης, η μαζική ανεργία και φτώχεια ως δομικά πλέον χαρακτηριστικά του συστήματος.

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές από τις αρχές του 1980, περιλαμβανομένης της «παγκοσμιοποίησης», επιδίωξαν την ανάκαμψη του ποσοστού του κέρδους διαμέσου της καθήλωσης του ρυθμού αύξησης των πραγματικών μισθών σε σχέση με το ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Πράγματι, στις μεγάλες τουλάχιστον ανεπτυγμένες οικονομίες, είτε βασιστεί κανείς στα δεδομένα των εθνικών στατιστικών είτε σ' αυτά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρατηρείται μιας σαφής ανάκαμψη του ποσοστού του κέρδους.

Ωστόσο, παρά το επίσημο «αυτονόητο», ούτε η συσσώρευση παγίου κεφαλαίου ούτε η μεγέθυνση του ΑΕΠ ακολούθησαν την ανοδική πορεία του ποσοστού του κέρδους, διότι ο τρόπος με τον οποίο αυξήθηκε το κέρδος συρρίκνωνε τη ζήτηση ή, με μαρξιστικούς όρους, δημιουργούσε προβλήματα στη διαδικασία πραγματοποίησης της αξίας. Βέβαια η ίδια η δομή της ζήτησης άλλαξε. Τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα κατανάλωναν ένα μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας σε πολυτελή προϊόντα αντί σε επενδύσεις παγίου κεφαλαίου σε σχέση με τον παρελθόν. Επειδή όμως τα ανώτερα στρώματα δεν μπορούσαν ούτε να επενδύσουν (ελλείψει παραγωγικών επενδυτικών ευκαιριών που να υπόσχονται ψηλά κέρδη) ούτε να καταναλώσουν το σύνολο της διαθέσιμης υπεραξίας, διατήρησαν, μέσα στη δεκαετία του 2000, τους ρυθμούς μεγέθυνσης τεχνητά ψηλούς μεταφέροντας ένα μέρος της υπεραξίας στους μισθωτούς εργάτες υπό μορφή δανείων. Το απορυθμισμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με τα διάφορα παράγωγα προϊόντα του (ABS, CDO, MBS, CDS κ.λπ.), δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση ασφάλειας στους δανειστές που ουσιαστικά, ενώ πίστευαν ότι ανακάλυψαν τον τρόπο να ξεφορτώνονται τον κίνδυνο, τον διέχεαν και από ατομικό τον καθιστούσαν κοινωνικό, υπήρξε η μέθοδος αυτής της τεχνητής μεγέθυνσης.

 Τα όλο και περισσότερο χρεωμένα νοικοκυριά υποθήκευαν τα μελλοντικά τους εισοδήματα. Κατανάλωναν δηλαδή στο παρόν, αυτό που θα έπρεπε υπό ομαλές συνθήκες να καταναλώσουν στο μέλλον. Είναι φανερό ότι ένα τέτοιο σχήμα κοινωνικής αναπαραγωγής δεν θα μπορούσε να διαρκέσει: όσο χρεώνονται τα νοικοκυριά των μισθωτών, τόσο μειώνεται η φερεγγυότητά τους, κι όσο μειώνεται η τελευταία, τόσο πιο ευάλωτο καθίσταται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο, εν τέλει, κατέρρευσε παρά το γεγονός ότι η χρηματοπιστωτική κρίση εκδηλώθηκε αρχικά σ' ένα μικρό τμήμα της αγοράς (ενυπόθηκα δάνεια για αγορά ακινήτων). Ουσιαστικά η παρούσα κρίση είναι η διαδικασία εξόφλησης των ποσοστών μεγέθυνσης του ΑΕΠ που το οικονομικό παρελθόν «δανείστηκε» από το οικονομικό μέλλον.

Ως εκ τούτου, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα ρυθμίζεται αποτελεσματικά,δεν θα έχουμε οικονομική ανάπτυξη, αλλά σταθερή στασιμότητα του ΑΕΠ σε ένα κοινωνικό φόντο διαιωνιζόμενων ανισοτήτων στο εισόδημα και τον πλούτο, στη μόρφωση και την υγεία, στην ποιότητα του ελεύθερου χρόνου. Βέβαια η πραγματοποίηση αυτής της υπόθεσης είναι εξαιρετικά απίθανη. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν πρόκειται να ρυθμιστεί ούτε λίγο ούτε πολύ αποτελεσματικά. Οι υπεύθυνοι, στην καλύτερη περίπτωση κατά την εκτίμησή μου, θα ρυθμίσουν κάπως αυστηρότερα το τραπεζικό σύστημα, που αποτελεί μόνο ένα από τα τρία μεγάλα κεφάλαια του χρηματοπιστωτικού συστήματος (τα άλλα δύο κεφάλαια είναι τα παράγωγα προϊόντα όπως π.χ τα CDS και τα προθεσμιακά συμβόλαια και οι φορολογικοί παράδεισοι). Αν έτσι έχουν τα πράγματα, θα πρέπει να αναμένουμε ρυθμούς μεγέθυνσης πολύ χαμηλούς και μεγάλη οικονομική αστάθεια, δηλαδή έντονες διακυμάνσεις του ΑΕΠ, κατά τα επόμενα χρόνια.  


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ

 


Η κρίση ξεπήδησε μέσα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα μετά τη φούσκα ακινήτων στις ΗΠΑ και εξελίχθηκε σε βαθιά ύφεση κυρίως των αναπτυγμένων χωρών. Τα πιο ακραία φαινόμενα αποφεύχθηκαν μέσω της κρατικής παρέμβασης, η οποία διέσωσε τις τράπεζες και στήριξε τη ζήτηση. Αλλά δεν υπάρχει πραγματική ανάκαμψη. Αυτό που συμβαίνει είναι επαναφορά της κερδοφορίας των τραπεζών σε απίστευτα επίπεδα, καθαρά και μόνο λόγω της κρατικής παρέμβασης. Όμως οι επενδύσεις, η κατανάλωση και η παραγωγή παραμένουν άκρως προβληματικές στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες. Αυτό σημαίνει ότι και η θέση των τραπεζών δεν έχει πραγματικά βελτιωθεί. Από το τέλος του 2009 μάλιστα περάσαμε σε καινούργια φάση της κρίσης, που επικεντρώνεται στο δημόσιο χρέος. Το νέο ξέσπασμα οφείλεται στις δαπάνες του κράτους για να διασωθεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας, αλλά και στην κατάρρευση των δημόσιων εσόδων λόγω ύφεσης. Η κατάσταση, εν ολίγοις, παραμένει εξαιρετικά επισφαλής και δεν είναι καθόλου απίθανο η εξελισσόμενη κρίση δημόσιου χρέους να οδηγήσει σε νέα τραπεζική κρίση στο άμεσο μέλλον.


Ερώτηση: Πώς αξιολογείτε την κρίση της ελληνικής οικονομίας; Οφείλεται στην κρίση του μοντέλου ανάπτυξης, στην κρίση χρέους, στην επίδραση της ΟΝΕ; Πώς σχετίζονται αυτές οι πλευρές μεταξύ τους;


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΜΠΑΖΟΣ

 


Το εθνικό νόμισμα είναι ένα προστατευτικό μέτρο. Στο πλαίσιο της Ε.Ε., μετά τη «μεγάλη, ενιαία αγορά» και την απελευθέρωση της διακίνησης των κεφαλαίων, το εθνικό νόμισμα ήταν το τελευταίο προστατευτικό μέτρο.

Η εμπειρία των πρώτων δεκαετιών της μεταπολεμικής περιόδου, ιδιαίτερα στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας, έδειξε ότι το νόμισμα και η συναλλαγματική πολιτική, όταν εντάσσονται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης βιομηχανικής πολιτικής ή ενός στρατηγικού οικονομικού σχεδιασμού, μπορούν να έχουν θεαματικά αποτελέσματα.

Η ΟΝΕ καταργεί για τα κράτη-μέλη της αυτό το ύστατο προστατευτικό μέτρο, χωρίς να προβλέπονται μηχανισμοί ενίσχυσης των οικονομιών που δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν τον «ελεύθερο» ανταγωνισμό που προκύπτει. Ως εκ τούτου, η ΟΝΕ είναι μια ημιτελής νομισματική ένωση. Σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, είναι φυσικό και αναμενόμενο οι διάφορες εθνικές οικονομίες να γίνονται όλο και πιο συμπληρωματικές διαμέσου μιας διαδικασίας ειδίκευσής τους σε κάποιους τομείς εις βάρος άλλων. Προκύπτει δηλαδή ένα σύστημα διαφορετικών εθνικών ειδικεύσεων ανάλογα με τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» των κρατών-μελών της ζώνης του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ωστόσο, δεν παρουσιάζουν όλες οι εθνικές ειδικεύσεις τον ίδιο δυναμισμό. Κάποια κράτη ευνοούνται, κάποια άλλα δέχονται τις αρνητικές επιπτώσεις της «οπισθοδρομικής» τους ειδίκευσης.

Στην περίπτωση της ΟΝΕ, τα δύο ακραία παραδείγματα είναι η Γερμανία της οποίας η ειδίκευση μπορεί να χαρακτηριστεί ευνοϊκή και η Ελλάδα με ιδιαίτερα δυσμενή ειδίκευση. Αν αυτές οι δύο χώρες αποτελούσαν πολιτείες ενός ομόσπονδου ευρωπαϊκού κράτους, οι διαφορετικές τους ειδικεύσεις δεν θα αποτελούσαν ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα όπως σήμερα. Διαμέσου του ενιαίου φορολογικού συστήματος η ελληνική πολιτεία θα τύγχανε οικονομικής στήριξης από την γερμανική πολιτεία. Η ΟΝΕ όμως δεν παραπέμπει σε μια ομοσπονδία 16 πολιτειών, αλλά σε μια ζώνη που δεν διέπεται καν από την αρχή της κοινωνικής και οικονομικής εναρμόνισης, αλλά από την αρχή της «ανταγωνιστικής λιτότητας» ανάμεσα στα κράτη-μέλη της.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν επωφελείται σήμερα από την κοινοτική αλληλεγγύη, αλλά υφίσταται, όπως και η υπόλοιπη νότια Ευρώπη (και ως ένα βαθμό ακόμη και η Γαλλία), τις δυσμενείς επιπτώσεις της γερμανικής οικονομικής πολιτικής. Η «μεγάλη συμμαχία», πριν την παρούσα γερμανική κυβέρνηση, επέβαλε μια πολιτική δρακόντειας μισθολογικής λιτότητας. Ο πραγματικός μισθός του Γερμανού εργάτη δεν αυξήθηκε σχεδόν καθόλου κατά τη δεκαετία του 2000, παρά την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Η γερμανική αγορά είναι η μεγαλύτερη της Ευρώπης από την οποία, ιδιαίτερα οι χώρες της νότιας Ευρώπης, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Την πολιτική και την οικονομική ήττα της γερμανικής εργατικής τάξης της δεκαετίας του 2000 πληρώνει σήμερα όλη η νότια Ευρώπη και ιδιαίτερα η Ελλάδα. Όπως και η Ισπανία και η Πορτογαλία, η Ελλάδα είδε τα ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές της να διευρύνονται αδιάκοπα μέσα στη δεκαετία του 2000. Ωστόσο, αυτά τα ελλείμματα χρηματοδοτούνται υποχρεωτικά από το εξωτερικό και κυρίως από άλλες ευρωπαϊκές χώρες που παρουσιάζουν πλεόνασμα αποταμίευσης (μεγαλύτερη αποταμίευση απ' ό,τι επένδυση). Ιδού γιατί το χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, παρουσίασε αυξητική τάση μέσα στη δεκαετία του 2000.

Στο πλαίσιο της ευρωζώνης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθορίζει ένα ενιαίο βραχυπρόθεσμο ονομαστικό επιτόκιο για ολόκληρη τη ζώνη. Δεδομένου όμως ότι τα ποσοστά πληθωρισμού διαφέρουν στα κράτη-μέλη της ζώνης, οι χώρες που παρουσιάζουν πιο ψηλά ποσοστά πληθωρισμού από το μέσο όρο επωφελούνται από πιο χαμηλά πραγματικά επιτόκια, με αποτέλεσμα τα χρέη επιχειρήσεων και νοικοκυριών να παρουσιάζουν αυξητική τάση. Αυτή ήταν και η περίπτωση της Ελλάδας, όπου τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια (μεταξύ άλλων λόγων, όπως π.χ. η προετοιμασία των ολυμπιακών αγώνων) οδήγησαν σε μιαν υπερθέρμανση της οικονομίας πριν την κρίση. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα, δανείστηκε στα χρόνια της δεκαετίας του 2000 πριν την κρίση, περισσότερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, ποσοστά μεγέθυνσης από το μέλλον. Το ίδιο, και σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, ισχύει για την Ισπανία, η περίπτωση της οποίας δεν προκάλεσε καμία ανησυχία στις ευρωπαϊκές αρχές. Το ιδιωτικό χρέος, σε αντίθεση με το δημόσιο, δεν ρυθμίζεται από κανένα κριτήριο του Μάαστριχτ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να αυξάνεται ανεξέλεγκτα χωρίς επιπτώσεις.

Πρέπει να προσθέσουμε, όμως, ότι και οι ελληνικές άρχουσες ελίτ, πολιτικές και οικονομικές, φέρουν ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την παρούσα κατάσταση. Η διαφθορά, η διασπάθιση δημόσιων πόρων, η φοροδιαφυγή, οι πελατειακές σχέσεις, η ανοχή προνομίων οθωμανικής προέλευσης όπως π.χ. το φορολογικό καθεστώς της εκκλησίας, όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν στην εικόνα που παρουσιάζει σήμερα η ελληνική οικονομία. Επιπλέον, το κράτος δεν ανέπτυξε καμιά μακροχρόνια οικονομική στρατηγική βελτίωσης της παραγωγικότητας, παρά το γεγονός ότι το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ εντόπισε πολύ νωρίς και πολύ εύστοχα τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ

 


Η ελληνική οικονομία χτυπήθηκε καταρχήν από την πτώση των εξαγωγών λόγω της διεθνούς κρίσης. Τα αποτελέσματα δεν ήταν έντονα και γι' αυτό διάφοροι ισχυρίζονταν ότι η Ελλάδα θα απέφευγε τα χειρότερα. Όταν όμως περάσαμε στη φάση της κρίσης δημόσιου χρέους, η Ελλάδα χτυπήθηκε με εξαιρετική οξύτητα και τότε φάνηκαν όλες οι αδυναμίες της ένταξης του ελληνικού καπιταλισμού στην παγκόσμια οικονομία τα τελευταία χρόνια. Η ΟΝΕ αποδείχτηκε παντελώς αποτυχημένη επιλογή για το ελληνικό κεφάλαιο, φέρνοντας κατάρρευση των εξαγωγών, αποδυνάμωση του παραγωγικού ιστού και σταδιακή διόγκωση του εξωτερικού δανεισμού. Το μοντέλο συσσώρευσης των τελευταίων ετών δεν έχει πλέον κανένα μέλλον. Δεν μπορεί ο ελληνικός καπιταλισμός να επιβιώνει με κατανάλωση ύψους 70% του ΑΕΠ, χαμηλές επενδύσεις, χαμηλούς μισθούς, αρνητική αποταμίευση, υπερδανεισμό των εργαζομένων, και αδυναμία εξαγωγών. Είμαστε σε σημείο καμπής. Το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα εξαρτάται από πλήθος υποκειμενικών παραγόντων, πάνω απ' όλα την αντίδραση της εργατικής τάξης.


Ερώτηση: Ότι η ΟΝΕ έχει λειτουργήσει σαν μηχανισμός απόκλισης, προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία των χωρών-μελών. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, ποιες είναι οι προοπτικές της ΟΝΕ και κατ' επέκταση της Ε.Ε.;


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΜΠΑΖΟΣ

 


Η απόκλιση την οποία αναφέρετε δεν επιβεβαιώνεται από όλα τα σημαντικά στατιστικά δεδομένα. Πριν την κρίση τουλάχιστον, παρουσιάζονται πιο ψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην Ισπανία και την Ελλάδα απ' ό,τι ο μέσος όρος της ευρωζώνης. Ως εκ τούτου, το κατά κεφαλή εισόδημα σ' αυτές τις δύο χώρες μάλλον συγκλίνει ελαφρά με το μέσο όρο της ευρωζώνης. Αυτό όμως οφείλεται στην υπερθέρμανση αυτών των οικονομιών που αναφέραμε πιο πάνω. Τώρα που η κρίση προσγειώνει απότομα αυτές τις οικονομίες, είναι πολύ πιθανή η δυσμενής απόκλιση των προαναφερθέντων δεικτών σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης κατά τα επόμενα χρόνια. Η ΟΝΕ αυξάνει την ένταση τόσο των ανοδικών φάσεων όσο και των υφέσεων των βραχέων οικονομικών κύκλων στις χώρες με σχετικά ψηλά ποσοστά πληθωρισμού και χαμηλά πραγματικά επιτόκια. Σε τέτοιες χώρες, μεγεθύνει αντί να μειώνει την οικονομική αστάθεια.

Το μέλλον της ΟΝΕ εξαρτάται κυρίως από την πολιτική βούληση των ισχυρών κρατών της Ευρώπης που είναι σε θέση να επηρεάζουν ουσιαστικά τα ευρωπαϊκά όργανα. Αν αυτά τα κράτη αφήσουν τα πιο αδύνατα στην τύχη τους, αν συνεχίσουν να τα πιέζουν να φορτώσουν το κόστος της κρίσης στους απλούς μισθωτούς και φορολογούμενους, τότε αναλαμβάνουν ρίσκα για την ευρωζώνη δημιουργώντας δυναμικές που δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορέσουν να ελέγξουν.

Αν δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν τη συνοχή της ευρωζώνης ή ακόμη την ύπαρξη του ίδιου του ευρώ, πρέπει να αλλάξουν στάση. Αυτό που δεν φαίνεται να κατανοούν σήμερα κάποιες γερμανικές ελίτ είναι ότι η ύπαρξη του ευρώ χωρίς τη νότια Ευρώπη είναι πολύ αμφίβολη και για οικονομικούς, αλλά κυρίως για γεωπολιτικούς λόγους. Θα μείνει η Γαλλία στη ζώνη ευρώ χωρίς τη νότια Ευρώπη;

Αν λοιπόν τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη θέλουν να διασφαλίσουν το ευρώ χωρίς να ποντάρουν σε ένα επικίνδυνο στοίχημα, υπάρχουν πολλά λογικά πράγματα τα οποία θα μπορούσαν να κάνουν, εκ των οποίων μερικά αποτελούν μέρος των ηχηρών τους διακηρύξεων. Ας αρχίσουν π.χ. καταστέλλοντας την κερδοσκοπία στα ελληνικά ομόλογα Δημοσίου από την οποία κερδίζουν αυτοί που προκάλεσαν την κρίση ευθύς εξαρχής: οι επενδυτικές τράπεζες, τα κερδοσκοπικά ταμεία, τα ταμεία συντάξεων, οι ασφαλιστικές εταιρείες που καταβροχθίζουν αυτή τη στιγμή το μόχθο και τον ιδρώτα του Έλληνα απλού φορολογούμενου.

Όταν μια επενδυτική τράπεζα με διεθνείς δραστηριότητες, ας πούμε π.χ. η Goldman Sachs, έχει το δικαίωμα να πουλά ομόλογα ελληνικού δημοσίου που δεν έχει στην τρέχουσα τιμή τους, δεσμευόμενη να τα παραδώσει σε κάποιο χρονικό διάστημα, δεν εισπράττει μόνο προμήθεια για τις «καλές της υπηρεσίες», αλλά κερδίζει και κάθε φορά που η τιμή των τίτλων μειώνεται. Τα αγοράζει για να τα παραδώσει πιο φθηνά απ' ό,τι τα πούλησε. Όταν όμως πουλά μαζικά τα ομόλογα που δεν έχει ακόμη, δημιουργεί μιαν υπερπροσφορά που συρρικνώνει την τιμή των ομολόγων και άρα αυξάνει το επιτόκιο στην τιμή αγοράς. Το ελληνικό κράτος υποχρεώνεται έτσι να αυξάνει αδιάκοπα το επιτόκιο στα νέα ομόλογα που εκδίδει και να υποθηκεύει έτσι ακόμη περισσότερο το μελλοντικό εισόδημα του Έλληνα φορολογούμενου. Η προφητεία της επενδυτικής τράπεζας είναι αυτοεπιβεβαιωνόμενη προφητεία και το ελληνικό Δημόσιο καταντά όμηρος της τραπεζικής κερδοσκοπίας. Τόσο δύσκολο είναι να ρυθμιστούν τέτοιου είδους δραστηριότητες των επενδυτικών τραπεζών; Το μόνο που χρειάζεται είναι πολιτική βούληση κι όχι μόνο μεγάλα λόγια.

Τέτοιου είδους δραστηριότητες των επενδυτικών τραπεζών είναι όμως μόνο το ορεκτικό στο κερδοσκοπικό τσιμπούσι. Μετά κερδοσκοπούν οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα ταμεία συντάξεων που πουλούν ασφαλιστικούς τίτλους CDS στους δανειστές του ελληνικού Δημοσίου και σε άλλους κερδοσκόπους, οι οποίοι τους αγοράζουν όλο και πιο ακριβά όσο το ενδεχόμενο παύσης πληρωμών του ελληνικού Δημοσίου θεωρείται πιθανό.

Τα κερδοσκοπικά ταμεία, που δεν ασχολούνται με ομόλογα Δημοσίου αλλά με πιο βραχυπρόθεσμες και ριψοκίνδυνες «επενδύσεις», αγοράζουν τα CDS του ελληνικού δημόσιου χρέους, χωρίς να δανείζουν τα ίδια το ελληνικό κράτος. Τι ασφαλίζουν αλήθεια αυτά τα ταμεία; Δεν ασφαλίζουν απολύτως τίποτα. Αγοράζουν τίτλους CDS τώρα για να τους πουλήσουν πιο ακριβά στο μέλλον, εκτιμώντας ότι η φημολογία περί πτώχευσης της Ελλάδας θα οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση της τιμής αυτών των τίτλων. Τόσο δύσκολο είναι αλήθεια να ρυθμιστούν αυτοί οι ασφαλιστικοί τίτλοι; Αφού δεν μπορώ να ασφαλιστώ κατά της καταστροφής του αυτοκινήτου του γείτονά μου ποντάροντας σ' αυτήν, γιατί να μπορώ να ποντάρω στην καταστροφή του ελληνικού Δημοσίου με το οποίο δεν έχω καμιά σχέση; Όσο βέβαια αυξάνεται η τιμή των CDS στα ελληνικά ομόλογα, τα ομόλογα χάνουν την αξία τους στις δευτερογενείς αγορές και το ελληνικό κράτος υποχρεώνεται να υπόσχεται όλο και ψηλότερα επιτόκια. Ιδού γιατί το περίφημο spread έσπασε όλα τα ρεκόρ.

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς δεκάδες εναλλακτικά μέτρα προκειμένου να κατασταλεί αυτού του τύπου η κερδοσκοπία. Είναι δυνατό να κατασταλεί μέσα σε τρεις μέρες. Μήπως, όμως, προέχει η ανάγκη «αποκατάστασης» των κερδοσκοπικών οργανισμών κάθε λογής, που κατέγραψαν υπερβολικές ζημιές με την κρίση των subprimes και ό,τι επακολούθησε, από την ανάγκη διάσωσης της Ελλάδας, των άλλων χωρών της ευρωζώνης με παρόμοια προβλήματα και, εν τέλει, του ίδιου του ευρώ;

Είναι άμεση ανάγκη το άρθρο 122 (παρ. 2) της Συνθήκης της Λισσαβόνας να ερμηνευθεί «μεγαλόψυχα». Το άρθρο προβλέπει ευρωπαϊκή βοήθεια σε χώρες που έχουν να αντιμετωπίσουν φυσικές καταστροφές, αλλά διατυπώνεται με τρόπο που να μην αποκλείονται κι άλλες καταστροφές. Βέβαια, ακόμη και με τέτοιου είδους ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, η Συνθήκη της Λισσαβόνας δεν εξασφαλίζει τις νομικές προϋποθέσεις για ανάπτυξη μηχανισμών στήριξης, γιατί βάσει του άρθρου 122 δεν μπορεί να δοθεί βοήθεια σ' ένα κράτος παρά μετά την «καταστροφή».      
Πιο μακροπρόθεσμα η ζώνη ευρώ πρέπει να αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των πιο αδύνατων χωρών και των πιο οπισθοδρομικών ειδικεύσεων. Βέβαια αυτό το θέμα, η ολοκλήρωση δηλαδή μιας ημιτελούς ΟΝΕ, προϋποθέτει βήματα πολιτικής ολοκλήρωσης και εκδημοκρατισμού της Ε.Ε., όπως π.χ. τη φορολογική και την προοδευτική κοινωνική εναρμόνιση, τη δημιουργία μιας δημοκρατικά ελεγχόμενης οικονομικής κυβέρνησης και μηχανισμών επιτήρησης που προϋποθέτουν μερική κατάλυση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων κ.λπ.  


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ

 


Για την ακρίβεια η ΟΝΕ έχει λειτουργήσει ως μηχανισμός δημιουργίας πλεονασμάτων για τη Γερμανία και ελλειμμάτων για τις υπόλοιπες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των χωρών της εσωτερικής περιφέρειας, δηλαδή Πορτογαλία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία κ.λπ. Ο λόγος είναι απλός. Η ΟΝΕ άσκησε μεγάλη πίεση στο εργατικό εισόδημα γενικά, αλλά με ιδιαίτερη ένταση στη Γερμανία. Το γερμανικό κεφάλαιο έχει πετύχει την καθήλωση των μισθών για πολλά χρόνια λόγω κυβερνητικών πολιτικών αλλά και υποχώρησης των συνδικάτων. Αυτός είναι αποκλειστικά ο λόγος που έχει ανεβάσει την ανταγωνιστικότητά του σε σχέση με τα κεφάλαια άλλων χωρών της ευρωζώνης. Και επειδή δεν υπάρχει δυνατότητα υποτίμησης, η Γερμανία αποσπά τεράστια πλεονάσματα μέσα στην ευρωζώνη. Πλενάσματα έχει επίσης και με την υπόλοιπη Ευρώπη, πλην Ρωσίας και Νορβηγίας, απ' όπου προμηθεύεται ενέργεια. Να σημειωθεί ότι με την Ασία έχει ελλείμματα. Με δυο λόγια, η περίφημη γερμανική αποτελεσματικότητα δεν είναι η πηγή των γερμανικών πλεονασμάτων μέσα στην Ε.Ε. Είναι το ευρώ που δίνει τη δυνατότητα στη Γερμανία να κυριαρχήσει στην εσωτερική αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι η γερμανικοί μισθοί μένουν καθηλωμένοι. Τα εμπορικά πλεονάσματα μετατρέπονται κατόπιν σε κεφάλαια προς εξαγωγή από τη Γερμανία προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Πρόκειται για μια νέα μορφή γερμανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη που διεκπεραιώνεται μέσω των μηχανισμών της Ε.Ε. και της ΟΝΕ. Είναι εμφανές ότι δεν μπορεί διατηρηθεί για πολύ η κατάσταση αυτή. Η ΟΝΕ οδεύει προς βαθύτατη κρίση και πιθανώς διάσπαση ή κατάρρευση. Το τι θα συμβεί με την Ε.Ε. είναι ακόμη άδηλο.


Ερώτηση: Ποια πρέπει να είναι η θέση της Αριστεράς για την ελληνική κρίση χρέους και την προσφυγή στο «μηχανισμό  στήριξης» (ΔΝΤ, Κομισιόν και ΕΚΤ); Ποια είναι η γνώμη σας για προτάσεις όπως εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος ή παύση πληρωμών;


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΜΠΑΖΟΣ

 


Το ζήτημα της εθνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος πρέπει να αποτελεί πάγιο αίτημα της ελληνικής, ευρύτερα της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας Αριστεράς. Το χρήμα παρουσιάζει σήμερα πολλά εμπορευματικά χαρακτηριστικά, αν και το ίδιο δεν είναι ένα απλό, ιδιαίτερο εμπόρευμα μεταξύ των άλλων ιδιαίτερων εμπορευμάτων. Αγοράζεται και πωλείται στην «ελεύθερη» αγορά, στις εθνικές αγορές υπό μορφή δανείων-χρεών με αντίτιμο ένα επιτόκιο (ή ένα μέρισμα κ.λπ.) που εξαρτάται από κοινωνικούς συσχετισμούς δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και ανάμεσα σε κοινωνικές κατηγορίες που ανήκουν στην ίδια τάξη (π.χ. βιομήχανοι, τραπεζίτες), στις συναλλαγματικές αγορές με σκοπό την κερδοσκοπία κ.λπ. Η αριστερή πολιτική διέπεται από την αρχή ότι το χρήμα πρέπει να τυγχάνει μεταχείρισης ως να ήταν δημόσιο αγαθό κι όχι εμπόρευμα και ως εκ τούτου πρέπει να υπόκειται στο δημοκρατικό έλεγχο. Σ' αυτό το πλαίσιο, η εθνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι αναγκαία.

Ωστόσο ούτε η παύση πληρωμών ούτε η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος ούτε η προσφυγή στο ΔΝΤ είναι άμεσα αναγκαίες προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι επιπτώσεις της κρίσης. Όσο πιο «γενικού περιεχομένου» είναι τα αιτήματα της Αριστεράς, τόσο πιο δύσκολο είναι να δημιουργηθούν οι συσχετισμοί δυνάμεων για να αποτύχει η προσπάθεια των κυρίαρχων οικονομικών και πολιτικών ελίτ να φορτώσουν το κόστος της κρίσης στους εργαζόμενους. Σε μια φάση άμυνας της εργατικής τάξης, τα αιτήματα πρέπει να είναι πραχτικά, συγκεκριμένα και να πείθουν το ευρύ κοινό σχετικά με τη δυνατότητα άμεσης υλοποίησής τους. Μια ταξικά προσανατολισμένη φορολογική μεταρρύθμιση που να περιλαμβάνει κατάργηση των εκκλησιαστικών φορολογικών προνομίων και δραστική μείωση των στρατιωτικών δαπανών, σε συνδυασμό με μια μεσοπρόθεσμη καλλιέργεια συμμαχιών σε ευρωπαϊκή κλίμακα (όχι μόνο σε επίπεδο κυβερνήσεων) για στήριξη της Ελλάδας διαμέσου π.χ. δανείων με ευνοϊκούς όρους και χαλιναγώγησης της κερδοσκοπίας εις βάρος της, θα είχαν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας στον αγώνα κατά της επίθεσης που δέχονται σήμερα οι εργαζόμενοι απ' ό,τι εύηχα αιτήματα που δεν πείθουν κανένα ότι μπορούν να υλοποιηθούν στο παρόν στάδιο. Όταν κανένα σχέδιο επίθεσης δεν παρουσιάζει υψηλή πιθανότητα επιτυχίας, ο καλύτερος τρόπος άμυνας είναι η άμυνα. Χρειαζόμαστε μιαν προσγειωμένη και πειστική πολιτική άμεσης εφαρμογής. Όσο πιο πραχτικά και απλά είναι τα αιτήματα τόσο το καλύτερο. Όταν επιτίθενται στο κεκτημένο υπερασπιζόμαστε το κεκτημένο.    


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ

 


Η κυβέρνηση Παπανδρέου ταλαντεύτηκε για ένα διάστημα, αλλά τελικά υιοθέτησε σκληρή λιτότητα, περικοπές, και πίεση επί των εργαζομένων. Από τη στιγμή που πήρε αυτήν την απόφαση ήταν αναπόφευκτο ότι θα κατέληγε σε βοηθητικό δανεισμό. Όλη αυτή η φιλολογία ότι η Ελλάδα μπορεί μόνη της, τα γεμάτα πιστόλια κ.λπ. κ.λπ. ήταν βλακώδης και εκ του πονηρού. Δεδομένου του όγκου του χρέους, της όξυνσης της κερδοσκοπίας στις διεθνείς αγορές, του μεγέθους του δημοσίου ελλείμματος και του μαγειρέματος των στοιχείων, εκεί θα καταλήγαμε. Η προσφυγή στον μηχανισμό απλώς σημαίνει ότι η κυβέρνηση πιθανότατα θα αναγκαστεί να εντείνει την πίεση επί των εργαζομένων. Ο κεντρικός πυρήνας της πολιτικής όμως παραμένει ο ίδιος.

Πρόκειται για τραγική εξέλιξη για την ελληνική κοινωνία, και η Αριστερά προφανώς πρέπει να την απορρίψει χωρίς συμβιβασμούς. Έρχεται ύφεση, ανεργία και φτώχεια. Το χειρότερο είναι ότι μάλλον δεν θα λυθεί και το πρόβλημα του δημόσιου χρέους, δεδομένου ότι τα δημόσια έσοδα θα συρρικνώνονται. Αυτά που ακούγονται για ανάπτυξη μέσω των χαμηλών μισθών και της απελευθέρωσης των κλειστών επαγγελμάτων είναι παντελώς αβάσιμα.

Η πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση οδηγεί σε στάση πληρωμών, όσο κι αν δηλώνουν κυβερνητικά στελέχη ότι ούτε τους περνάει απ' το μυαλό. Θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο για την Ελλάδα να συνεχίσει να εξυπηρετεί το χρέος της το 2011 με τις παρούσες συνθήκες. Η παύση πληρωμών κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει, είτε το απαιτήσει η Αριστερά είτε όχι. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να γίνει με όρους που θα θέσει η Αριστερά και το λαϊκό κίνημα, όχι με όρους της κυβέρνησης ή των δανειστών. Αυτό σημαίνει πρώτα πρώτα εθνικοποίηση των τραπεζών, διότι στην πράξη θα χρεοκοπήσουν μόλις γίνει η παύση πληρωμών, δεδομένου ότι κατέχουν μεγάλο όγκο χρεογράφων του ελληνικού Δημοσίου. Η εθνικοποίηση θα διασώσει τις τράπεζες και ταυτόχρονα θα τις φέρει κάτω από δημόσιο έλεγχο ώστε να συμβάλουν στην ανάκαμψη και το μετασχηματισμό της οικονομίας.

Πώς κρίνετε την πρόταση για έξοδο της Ελλάδας από την ΟΝΕ;


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΜΠΑΖΟΣ

 


Το εθνικό νόμισμα είναι βέβαια ένα προστατευτικό μέτρο το οποίο όμως δεν εξασφαλίζει αποτελεσματική προστασία από τις διεθνείς επιπτώσεις της κρίσης. Άλλες χώρες της Ε.Ε. εκτός ευρωζώνης υφίστανται την κρίση σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι η Ελλάδα. Τα βαλτικά κράτη (Λετονία, Εσθονία, Λιθουανία) είναι τα πιο απτά παραδείγματα μεταξύ πολλών άλλων.

Ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις μιας άμεσης, μονομερούς εξόδου της Ελλάδας από την ΟΝΕ; Η υποτίμηση της δραχμής σε σχέση με το ευρώ θα καθιστούσε πολύ πιο δύσκολη την εξόφληση του εξωτερικού χρέους και θα καθιστούσε, γενικότερα, την Ελλάδα συγκριτικά φτωχότερη απ' ό,τι σήμερα σε σχέση με την ευρωζώνη. Το έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές – που είναι και η αιτία της αύξησης του χρέους – θα μειωνόταν βέβαια, με τίμημα όμως την άμεση, δραστική μείωση της ευημερίας όλων των εισοδηματικών τάξεων (περιλαμβανομένων και των μη μισθωτών τάξεων). Η έξοδος από την ΟΝΕ ισοδυναμεί με αποδοχή ότι ένα μέρος τουλάχιστον του κόστους της κρίσης πρέπει να το πληρώσουν και οι μισθωτοί εργάτες.

Βέβαια, το εθνικό νόμισμα παρουσιάζει κι ένα πλεονέκτημα: Μπορεί να συμβάλει μακροπρόθεσμα, εάν και εφόσον συνοδευτεί από κρατικό παρεμβατισμό και αναπτυξιακή στρατηγική, στη βελτίωση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Το πλεονέκτημα της υιοθέτησης της δραχμής είναι υποθετικό, για να επιβεβαιωθεί ως τέτοιο πρέπει να ικανοποιηθούν κάποιο όροι και προϋποθέσεις, ενώ τα μειονεκτήματα είναι απτά και άμεσα. Κι εδώ μιλούμε μόνο για τα οικονομικά μειονεκτήματα, παραλείποντας να αναφέρουμε τα πολιτικά.

Το ερώτημά σας, αν και είναι πολύ συγκεκριμένο, παραπέμπει σε ένα ευρύτερο ερώτημα: Είναι δυνατό να φανταστεί κανείς σήμερα μια εθνική πορεία προς μια λιγότερο άδικη κοινωνία; Η ελληνική οικονομία, ακόμη κι αν αποκτήσει εθνικό νόμισμα, δεν θα πάψει να είναι συμπληρωματική και εξαρτώμενη από την ευρωπαϊκή και ευρύτερα την παγκόσμια οικονομία. Θα συνεχίσει να υφίσταται το διεθνή ανταγωνισμό της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Σε αντίθεση με το εθνικό πλαίσιο των ευρωπαϊκών κρατών, το πλαίσιο της Ε.Ε. είναι αρκετά μεγάλο και αρκετά ισχυρό για να «αντέξει», ακόμη και αν εγκαταλείψει μονομερώς τη νεοφιλελεύθερη πορεία των τελευταίων δεκαετιών. Για να εκφραστούμε απλά: Μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή, ενώ μια άλλη Ελλάδα δεν είναι. Ο ταξικός αγώνας, όπως και ο πολιτικός, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένοι στο εθνικό πλαίσιο, ενώ τα πράγματα διαμορφώνονται σε ένα ευρύτερο επίπεδο, ηπειρωτικό και παγκόσμιο. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί προβλήματα στον στρατηγικό σχεδιασμό των αντιστάσεων, τα οποία όμως δεν είναι δυνατό να υπερπηδηθούν με μέτρα που ενισχύουν κάπως την ήδη περιορισμένη κρατική κυριαρχία, όπως η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος. Η εποχή της κρατικής κυριαρχίας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί με ή χωρίς εθνικό νόμισμα.

Καταληχτικά πρέπει να σημειώσουμε ότι, καλώς ή κακώς, το ευρώ είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό πολιτικά νομιμοποιημένο, ακόμη και στην Ελλάδα. Αν πρόκειται να καταρρεύσει γιατί οι ελίτ της Ευρώπης αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της ΟΝΕ και της κρίσης και επιχειρούν να το φορτώσουν στους εργαζόμενους, ας καταρρεύσει. Ας αναλάβουν όμως και την πολιτική ευθύνη αυτής της κατάρρευσης και ας αφήσουν τη φιλολογία σχετικά με μιαν ευρωπαϊκή ενοποίηση που θα είναι κάτι πέραν από μια ημιτελή οικονομική ένωση, δηλαδή κάτι πέραν από μια ελεύθερη αγορά που διέπεται από την αρχή του «ανόθευτου ανταγωνισμού» που καθηλώνει τους μισθούς και αποδομεί το κοινωνικό και δημοκρατικό κεκτημένου.

Αν δεν υπήρχε Ε.Ε., η Αριστερά και το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να την είχαν εφεύρει, όχι βέβαια για να δημιουργήσουν την Ε.Ε. όπως την ξέρουμε σήμερα αλλά για να δημιουργήσουν μιαν άλλη Ευρώπη βασισμένη σε ένα αριστερό αξιακό υπόβαθρο. Τώρα που η Ευρώπη υπάρχει ως δημιούργημα των ελίτ, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να αγωνιστούμε, εκμεταλλευόμενοι τα εσωτερικά της προβλήματα και αντιθέσεις, για να της αλλάξουμε το περιεχόμενο.

Η Ελλάδα χρησιμοποιείται σήμερα σαν ένα ευρωπαϊκό, πειραματικό εργαστήριο μελέτης των ορίων πολιτικής και κοινωνικής ανοχής των εργαζομένων. Ας τους δείξουμε με την αντίσταση στο δρόμο ότι η κόκκινη γραμμή του κοινωνικά απαράδεκτου έχει προ πολλού παραβιασθεί στην Ελλάδα (όπως και στη νότια Ευρώπη και στο σύνολο της Ε.Ε. γενικότερα). Αυτή η αντίσταση προϋποθέτει όμως εναλλακτικές προτάσεις απλού και πρακτικού περιερχομένου, ικανές να πείσουν το ευρύ κοινό ότι η αντεργατική λιτότητα δεν είναι μονόδρομος. Εάν δεν περάσουν τα μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα, οι ελίτ της Ευρώπης θα σκεφτούν και δεύτερη φορά αν πράγματι πρέπει να εγκαταλείψουν το ευρώ στην τύχη του με το να αρνούνται κάθε ουσιαστική βοήθεια στην Ελλάδα.

Αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, η αιχμή του δόρατος της αριστερής πολιτικής είναι η φορολογική πολιτική, ούτως ώστε να μην επωμισθούν το βάρος της κρίσης οι εργαζόμενοι. Μια εναλλακτική φορολογική πολιτική είναι άλλωστε και η μόνη πολιτική που μπορεί να ενώσει την Αριστερά και να αποκτήσει λαϊκό έρεισμα σε ένα πολύ ευρύτερο κοινωνικό στρώμα που επηρεάζεται σήμερα από το κυβερνητικό κόμμα και την παραδοσιακή δεξιά. Αν δεν επικεντρωθούμε σ' αυτήν, κινδυνεύουμε να αναλωθούμε σε ατέρμονες συζητήσεις περί πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων του ευρώ, της συμμετοχής στην Ε.Ε. κ.λπ. που δεν θα έχουν κανένα απτό αποτέλεσμα στη μάχη που ήδη διεξάγεται. Άλλωστε, η συζήτηση για την ΟΝΕ και την Ε.Ε. εγγράφεται σε ένα χρονικό ορίζοντα πολύ διαφορετικό απ' αυτόν του βραχέως χρόνου που θα καθορίσει την έκβαση της επίθεσης που δέχονται σήμερα οι εργαζόμενοι.   


ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑΣ

 


Η συμμετοχή στην ΟΝΕ αποτέλεσε μόνο πηγή κακών για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Όπως ήδη εξήγησα, η ΟΝΕ είναι μηχανισμός γερμανικής κυριαρχίας, ένα σιδερένιο χέρι που συντρίβει τους ευρωπαϊκούς λαούς. Η έξοδος της Ελλάδας είναι απαραίτητη για να αναπνεύσει η οικονομία και η κοινωνία. Θέλω όμως να τονίσω ότι μπορεί να φτάσουμε στη έξοδο απλώς και μόνο διότι η πολιτική λιτότητας θα αποτύχει, αναγκάζοντας την ελληνική αστική τάξη σε αποχώρηση. Κάτι τέτοιο θα ήταν κακή εξέλιξη, γιατί πιθανώς θα σήμαινε συνέχιση των περιοριστικών πολιτικών χωρίς ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές αλλά με κερδοσκοπία κατά του εγχώριου νομίσματος. Η Αριστερά πρέπει να είναι προετοιμασμένη και να προτείνει προοδευτική έξοδο. Το σοκ θα είναι αναμφίβολα μεγάλο. Η έξοδος θα φέρει υποτίμηση και βέβαια στάση πληρωμών, αν κάτι τέτοιο δεν έχει ήδη συμβεί. Θα πρέπει αμέσως να γίνουν εθνικοποιήσεις τραπεζών, άλλων μεγάλων κλάδων, καθώς και επιβολή δημόσιου ελέγχου επί της οικονομίας συνολικά. Στη βάση αυτή θα μπορέσει να προστατευτεί το εργατικό εισόδημα και η απασχόληση. Θα μπορέσουν επίσης να ληφθούν μέτρα βιομηχανικής πολιτικής για να προχωρήσει η τόνωση της παραγωγής.

Η έξοδος από την ΟΝΕ μπορεί να αποτελέσει έναυσμα μεγάλων κοινωνικών αλλαγών, και η Αριστερά δεν πρέπει να τη φοβάται. Απαραίτητη συνθήκη για προοδευτική έξοδο είναι φυσικά η ύπαρξη ισχυρών κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Στο κοινωνικό επίπεδο χρειάζεται συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα των πόλεων και της υπαίθρου τα οποία συντρίβονται από την κρίση. Υπάρχουν, για παράδειγμα, εκατοντάδες χιλιάδες μικροεπιχειρήσεις που επιθυμούν δημόσιο έλεγχο των τραπεζών και τόνωση της ζήτησης. Η εργατική τάξη είναι ο φυσικός ηγέτης μιας τέτοιας συμμαχίας που μπορεί να πάει την κοινωνία μπροστά. Στο πολιτικό επίπεδο χρειάζεται ευρύ μέτωπο βασισμένο στην Αριστερά το οποίο θα έχει τη δυνατότητα να ελκύσει τις εργατικές μάζες που βρίσκονται στο ΠΑΣΟΚ. Ένα αυθεντικό ενιαίο μέτωπο φτιαγμένο από τα κάτω θα έπαιζε καταλυτικό ρόλο στα ελληνικά πολιτικά πράγματα σήμερα, δεδομένης της απαξίωσης του σημερινού πολιτικού συστήματος. Βγάζοντας τη χώρα από την ΟΝΕ θα είχε τη δυνατότητα να θέσει την οικονομία σε άλλες βάσεις, ωθώντας τη χώρα σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Θα μπορούσε ακόμη να βρει στήριξη από τους εργαζόμενους των υπόλοιπων χωρών της Ε.Ε., τη φορά αυτή σε πραγματική βάση αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης. Οι δυνατότητες υπάρχουν. Αυτό που χρειάζεται είναι να θυμηθεί η Αριστερά τα οράματά της και να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της.

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 02 Μάιος 2010 22:27, (Κόκκινο, τεύχος 47-8), http://www.kokkino.org/index.php?option=com_content&view=article&id=1746:———qq&catid=16:-&Itemid=39

Η Εικασία – του Γιάννη Ποτ.

Η Εικασία

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

 

(Αφιερωμένο στον Grigory Perelman*)

 

 

Ρίχνει το λάσο του στο Αχανές

Θηλιές κρεμάει στις μορφές του

Τα μέτρα παίρνει στο άμορφο

με  ευκλείδειες μεζούρες

Κουστούμι να του ράψει

Τεντώνει, στρεβλώνει,

συρρικνώνει τα μπαλόνια

των πολλαπλοτήτων

 

Ταξινομεί τα σχήματά τους

Σμιλεύει με εξισώσεις

τις ανωμαλίες τους

 

Πετάει τις μάσκες μια – μια

Θωπεύει λάγνα, τις καμπύλες τους

Καθώς ναρκισσεύονται

στους καθρεπτισμούς τους

Πανέμορφες ατίθασες γυναίκες

 

Την εντροπία του Σύμπαντος

θερμομετρεί

Ψηλαφεί την ευστάθειά του

 

Καθώς χορεύει στις στροφές του

αναλλοίωτο

Το ακρωτηριάζει αδυσώπητα 

 

Στην Προκρούστεια κλίνη

των θεωρημάτων του

Ταΐζοντας με τα κομμάτια του

την κουκουβάγια της αφαίρεσης

 

Με τους θεούς του τα βολεύει

Όμως οι καιροί ου μενετοί

Έρχονται ανατροπές

Ανυπότακτοι γαλαξίες

παίρνουν την εκδίκησή τους

 

Αέναη η πάλη του Αχανούς

με τους κορσέδες των θεωριών

 

Άσπιλος και αμόλυντος

Χωρίς χρήματα και βραβεία πορεύεται

Μηρυκάζοντας σεμνά τα μανιτάρια

της αθανασίας του

Κράτησε την αξιοπρέπειά του ανεκποίητη

ο Grigory Perelman

 

                           3 Μαΐου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

 

Σημείωση:  Αφιερωμένο στον Grigory (Grisha) Perelman που μετά από 100 και πλέον χρόνια άκαρπων προσπαθειών της μαθηματικής κοινότητας απέδειξε την εικασία του Jules Henry Poincare.

Ο Grisha κράτησε την αξιοπρέπεια στο ύψος της, αρνήθηκε το ανώτερο βραβείο μαθηματικών και το χρηματικό έπαθλο του ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Προτίμησε να ζει με την μητέρα σε ένα μικρό διαμέρισμα της Πετρούπολης φτωχός. Και να μαζεύει μανιτάρια στα γύρω δάση της πόλης του.  

 

Σημείωση admin: δείτε σχετικά στη διεύθυνση http://episkiasis.wordpress.com/2010/03/25/grigori-perelman/

Πολιτικές – Πρακτικές Διαρκούς Εκπαίδευσης

Πολιτικές και Πρακτικές της Διαρκούς ή δια βίου  Εκπαίδευσης

 

Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη*

 

 

  Όταν  λέμε  «πολιτικές  της  διαρκούς  εκπαίδευσης»   εννοούμε  τις  πολιτικές  που  καταστρώνονται  από  τα  διάφορα  αρμόδια  υπουργεία  (Παιδείας, Εργασίας, Γεωργίας, Βιομηχανίας  κτλ.),  καθώς  και  από  κοινωνικές  και  οικονομικές  δυνάμεις  (συνδικάτα, συνεταιρισμοί, πολιτιστικές  κινήσεις  κτλ.), σχετικά  με  την  εκπαίδευση  παιδιών, νέων  και  ενηλίκων  στη  φάση  της  αρχικής  και   της  πρόσθετης  κατάρτισης  στους  τυπικούς  και  μη  τυπικούς  τομείς  της  εκπαίδευσης. 

Όταν   λέμε  «πρακτικές  της  διαρκούς  εκπαίδευσης»   εννοούμε  επίσης την  εκπαίδευση  όπως  παρέχεται  από  ιδρύματα, ανεξάρτητες  συλλογικές  κινήσεις κτλ., καθώς  και  την  ίδια  την  αυτομόρφωση.  Με  τον  όρο  «πολιτική»    εννοούμε  τόσο  την  πολιτική  επιστήμη  όσο  και  την  πολιτική  δράση-δραστηριότητα.

Κάνοντας   έναν  απολογισμό των  πολιτικών  και  πρακτικών  της  διαρκούς  εκπαίδευσης σε διεθνές επίπεδο  τα  τελευταία  χρόνια,  δεν  μπορούμε  να  μη  λάβουμε  υπόψη:

1.      Τις  αλλαγές  που  πραγματοποιούνται  στις  σχέσεις  ανάμεσα  στις  διάφορες  χώρες  αυτού  του  πλανήτη

2.        Την  ανεξαρτησία  που  κατέκτησαν  ορισμένες  χώρες  οι  οποίες  παλαιότερα  ήταν  κυριαρχούμενες

3.      Τις  νέες  δυνατότητες  αναπτυξιακών  επιλογών

4.      Τη  δυναμική  των  σχέσεων  ανάμεσα  σ' αυτούς  που  ελέγχουν  και  αυτούς  που  δεν  ελέγχουν  τα  μέσα  παραγωγής

5.      Τη  συσσωμάτωση  των   και  πολιτικών  συστημάτων  σε  περιφερειακό  και   διεθνές  επίπεδο  και  τον  διεθνή  καταμερισμό  της  εργασίας

6.      Τη  συλλογική  διάσταση  της  πολιτιστικής  και  εκπαιδευτικής  δράσης.

Ιστορικά μιλώντας,  δεν υπάρχει  μια  ενιαία  ιδεολογία  της  διαρκούς  εκπαίδευσης  αλλά  αρκετές  ιδεολογίες,  που  σχετίζονται  με  συγκεκριμένες  ιστορικές  καταστάσεις.  Για  παράδειγμα,  στις  εκβιομηχανισμένες  χώρες,  στον  καιρό  τις  οικονομικής  έξαρσης  της  δεκαετίας  του  1960, η  ιδεολογία  του  «διαρκής  εκπαίδευση = γενική  μόρφωση»  αντανακλούσε  στην  πραγματικότητα  την  ανάγκη  ταχύρρυθμης  επαγγελματικής  κατάρτισης  των  εργατών  στις  μεσαίες  και  ανώτερες  βαθμίδες.  Δεν  ήταν  τελείως  τυχαίο  που  ορισμένες  χώρες  ευνοούσαν  περισσότερο  από  άλλες  τις  πολιτικές  διαρκούς  εκπαίδευσης. Αυτό  σχετιζόταν  με  την  επιτάχυνση  της  βιομηχανικής  ανάπτυξης.  Ούτε  είναι  τυχαίο  που  στις  εκβιομηχανισμένες  χώρες, σε  περιόδους  ανεργίας, η ιδεολογία  του  «διαρκής  εκπαίδευση = κατάρτιση  για  δουλειά  και  απάντηση  στην  ανεργία»  έρχεται  στο  προσκήνιο,  έστω  κι  αν  η  παρεχόμενη  εκπαίδευση  είναι  κυρίως  προσανατολισμένη  προς  τη  γενική  μόρφωση, και  μάλιστα  ακόμα  και  η  επαγγελματική  εκπαίδευση  έχει  περιορισμένη  επίδραση  στην  απασχόληση.

Δεν  υπάρχει  και  ούτε  πρόκειται  να  υπάρξει  ένα  μόνο  μοντέλο  για  τη  μετουσίωση  της  ιδέας  της  διαρκούς  εκπαίδευσης  σε  συγκεκριμένες εκπαιδευτικές  πολιτικές και πρακτικές.  Ωστόσο,  αρκετές  τάσεις  έχουν  διαμορφωθεί  και  εξακολουθούν  να  διαμορφώνονται  κατά  την  απόκτηση  διάφορων  εμπειριών  σε  εκπαιδευτικά  ιδρύματα  ή  έξω  απ'  αυτά – τάσεις  που  προδικάζουν  ότι  στις  κοινωνίες  μας  υπάρχει  και  θα  υπάρχει  η  δυνατότητα  συγκρότησης  και  επιδίωξης  μιας  εκπαίδευσης  η  οποία  προϋποθέτει  έναν  μετασχηματισμό  του  κοινωνικού  περιβάλλοντος  και  του  τρόπου  ζωής,  επίσης την  πλήρη  χρήση  των  ικανοτήτων  μας,  τη  μάθηση  μέσω  της  συλλογικής  ζωής,  τη  δημιουργικότητα  (ένας  τομέας  που  δεν  θα  επιφυλάσσεται  πια  μόνο στους  «καλλιτέχνες»),  την  κατοχή  της  κοινωνικής,  τεχνικής,  επιστημονικής  και  καλλιτεχνικής  γνώσης,  που  μπορεί  να  κάνει  τον  καθένα,  και  όχι  μόνο  τους  «ειδικούς», ικανό  να  συμμετάσχει  στην  οικοδόμηση  και  τη  διοίκηση  των  σύγχρονων   κοινωνιών  μας.

Εξάλλου, η  εκπαίδευση  ως  «προσαρμογή  στην  αλλαγή»,  «απάντηση  στις  συγκρούσεις», «όργανο  ένταξης»,  συχνά  φαίνεται  να  εξαντλεί  την  κοινωνιολογική της  διάσταση.  Η  εκπαιδευτική  και  πολιτιστική  μάθηση  μέσω  της  ατομικής  και  συλλογικής  δημιουργίας  δεν πρέπει να παραβλέπεται,  γιατί ακριβώς  αυτό  το  είδος  μάθησης  φαίνεται  να  είναι  το  πιο  παραγωγικό.  Η  κοινωνική  μάθηση  συχνά  διαφεύγει  από  την  πολυμαθή  ανάλυση  των  λογίων  της  εκπαίδευσης.  Έτσι  χάνεται  μία  διάσταση  της  μορφωτικής  εμπειρίας,  δηλαδή  μια  παιδεία  που  αναπτύσσεται  μέσα  στα  συστήματα  παραγωγής, στα  εκπαιδευτικά  συστήματα  καθώς  και  στην  καθημερινή  ζωή  έξω  από  την  παραγωγή  και  την  εκπαίδευση,  όπως  στην  πολιτιστική  ζωή,  στον  ελεύθερο   χρόνο κτλ.

Η  εκπαίδευση  του  μέλλοντος  είναι  στενά  συνυφασμένη  με  τους  μετασχηματισμούς  που  συντελούνται  στο  κοινωνικό,  οικονομικό  και  πολιτικό  πεδίο.  Κατά  συνέπεια,  η  ανάπτυξη  εκπαιδευτικών  πολιτικών  και  μιας  εκπαιδευτικής  «μελλοντολογίας»  είναι  αδύνατη  αν  δεν  συνδέεται  με  προβλέψεις  για  το  μετασχηματισμό  της  εθνικής  και  διεθνούς  τάξης  πραγμάτων.  Τα  σενάρια  ίσως  να  μην  είναι  πλήρως  προβλέψιμα  στις  διάφορες  κοινωνίες,  αλλά  είναι  πάντως  αναγκαίο  να  προβλεφθεί  η  πιθανότητα  ορισμένων,  έστω  κι  αν  γνωρίζουμε  ότι  η  ανάπτυξή  τους  δεν  είναι  γραμμική .  Απ'  αυτή τη διαπίστωση  πηγάζει  η  ανάγκη  διεύρυνσης  των  οριζόντων  ως  προς  το  σχεδιασμό  και  την  ανάπτυξη  εκπαιδευτικών  πολιτικών.  Μια  ανάγνωση  της  βιβλιογραφίας  των  δεκαετιών  του  1960  και  '70  σχετικά  με  τον  εκπαιδευτικό  σχεδιασμό  συχνά  αποκαλύπτει  την  περιορισμένη  οπτική  της,  εφόσον  οι  κοινωνικές  καινοτομίες  και  τα  κοινωνικά  και  πολιτιστικά  κινήματα  δεν  λήφθηκαν  υπόψη  (και  αυτή  η  διάσταση  είναι  σημαντική, όταν  εξετάζουμε  την  εκπαίδευση).

Τα  θεμέλια  όπου  στηρίζονται  οι  νέες  εκπαιδευτικές  πολιτικές  συχνά  φαίνονται  ελλιπή.  Οι  επενδύσεις  στο  πεδίο  της  εκπαιδευτικής  έρευνας  ως τώρα  αφορούσαν  περισσότερο  τους  τομείς  της  ψυχολογίας  της  μάθησης, της  ψυχολογίας  των  ομαδικών  διεργασιών, της  εκπαιδευτικής  τεχνολογίας, ή  ακόμα  ορισμένους  προνομιούχους  τομείς  του  εκπαιδευτικού  συστήματος  (ανώτατη  εκπαίδευση).

Η  διαλεκτική  ανάμεσα  στις  εκπαιδευτικές  πολιτικές  και  τις  εκπαιδευτικές  πρακτικές  χρειάζεται  κι  αυτή  να  μελετηθεί εκ νέου.  Μια  εκπαιδευτική  πρακτική  θεμελιωμένη  στην  «αυτοκαθοριζόμενη»  μάθηση, στην  ελεύθερη  σωματική  και  πνευματική  έκφραση, στη  δημιουργικότητα, στη λειτουργική  σχέση  μεταξύ  εκπαιδευτικών  ιδρυμάτων  μεταξύ τους,  στη  ζωντανή  κουλτούρα, στο περιβάλλον, ενθαρρύνει  εκπαιδευτικές πολιτικές  που  υπερβαίνουν  το  σχολικό  σύστημα, και  αντιστρόφως. Οι ακόλουθες σοφές σκέψεις του Μπέρναρντ Σω είναι ενδεικτικές και ταυτόχρονα αποδεικτικές της σοβαρότητας του ζητήματος: «Σε  λίγο  όλοι  θα  εκπαιδεύονται, διανοητικά  και   σωματικά, από  την  κούνια  μέχρι  το  τέλος  της  περιόδου  της  υποχρεωτικής  στρατιωτικής  θητείας  και, τελικά, της  υποχρεωτικής  πολιτικής  θητείας,  που  θα  διαρκεί  μέχρι  την  ηλικία  της  συνταξιοδότησης.  Ολοένα   περισσότερη  εκπαίδευση, περισσότερος  καταναγκασμός.  Πρόκειται  να  γιατρευτούμε  με  μια  αύξηση  της  δόσης  που  μας  δηλητηρίασε…  Είναι  φανερό  πως  αυτό  δεν  βγάζει  πουθενά.  Πρέπει  να  συμφιλιώσουμε  τη  μόρφωση  με   την  ελευθερία».

 

Επικριτές της τάσης της Διαρκούς ή Δια Βίου Εκπαίδευσης και μια συναινετική προοπτική

 

Ένας  από  τους  πρώτους  επικριτές  της  τάσης  προς  την  ισόβια  ή  διαρκή  εκπαίδευση  ήταν  ο   Χέρμαν  Φρέζε  από  το  Πανεπιστήμιο του  Λέιντεν  (Ολλανδία).  Όπως  γράφει  ο  ίδιος  «αρχικά  ενθουσιάστηκα  με  την  ιδέα  ενός  ολοκληρωμένου  συστήματος  εκπαιδευτικών  υποδομών  για  ισόβια  μάθηση»,  αλλά  κατέληξα  να  δυσπιστώ  απέναντι  στη  συγκεντροποίηση  εξουσίας  που  εμφανώς  εκδηλώνουν  τα  συστήματα».  Επίσης  τον  ανησυχούσαν  τα  «εμπορικά  επιχειρηματικά  συμφέροντα»  που,  όπως  πίστευε,  θα  οδηγούσαν  σε  «μονοπώληση  της  αγοράς  από  γιγαντιαίους  παραγωγούς». Και  πρόσθεσε : «Η  κατάσταση  γίνεται  πραγματικά  κρίσιμη, αν  τα  νέα  συστήματα  της  διαρκούς  εκπαίδευσης, που  σχεδιάστηκαν  για  να  χρησιμοποιηθούν  στην  ελεύθερη  επιμόρφωση  ενηλίκων,  εφαρμοστούν  στην  υποχρεωτική  εκπαίδευση».

Ένας  άλλος  από  τους  πρώτους  επικριτές  ήταν  ο  Ντένις  Σάλιβαν,  συνεργάτης  του  Ιβάν  Ίλιτς.  Ο  Σάλιβαν  είπε  στην  Ουνέσκο  ότι  η  μόνη  αποτελεσματική  απάντηση  στους  υπέρμαχους  της  ισόβιας  εκπαίδευσης, οι  οποίοι  απέτιαν  υποκριτικά  φόρο  τιμής  ή  και  προσεταιρίζονταν  την  έννοια  της  «απο-εκπαίδευσης»  του  Ίλιτς, θα  ήταν  να  πούμε: «Εκπαιδεύστε  λιγότερο!».

Ο  Μπέι  ορίζει  την  ελευθερία  ως  ουσιωδώς  συναρτημένη  με  την  αυτοέκφραση,  η  οποία  απαιτεί : « 1. την  ικανότητα  να  εκφράζει  κανείς  τον  εαυτό  του,  2.  την  ευκαιρία  να  το  κάνει, κι  ακόμα  3.  τον  «επαρκή  λόγο»  ή  το  κίνητρο  για  να  εκφράσει  και  να  προαγάγει  κανείς  περαιτέρω  τον  εαυτό  του».  Η  «ευκαιρία»  σημαίνει  πως  οι  άλλοι  άνθρωποι   και  οι  περιστάσεις  επιτρέπουν  την  αυτοέκφραση.  Το  «κίνητρο»  εξαρτάται  απ'  το  κατά  πόσον  η  κουλτούρα  ή  η  γνώση  κάποιου  την  ενθαρρύνει.  

Από  τη  μια  πλευρά,  σκέφτομαι  πως  είναι  πολύ  καλό  να  παροτρύνουμε  τους  ανθρώπους  να  συνεχίσουν  να  μαθαίνουν.  Από  την  άλλη,  πρέπει να διερωτηθούμε   αν  η  εγγραμματοσύνη  βοηθάει  σ' όλες  τις  περιπτώσεις.  Ποιος  μπορεί  να  αρνηθεί  ότι  ενδέχεται  κάποιος  να  είναι  σοφός – μια πολύ  σημαντική  μα  παραγνωρισμένη  μορφή  γνώσης – χωρίς  να  είναι  εγγράμματος ; Αδιαμφισβήτητα, υπάρχουν πολλές μορφές εγγραμματοσύνης.

Οι  άνθρωποι θα πρέπει   να  διαλέξουν  τις  «εγγραμματοσύνες»  τους  και  να  αναγνωρίσουν  της  περιορισμένη  τους  αξία.  Απ'  τη  δική  μου  σκοπιά  υπάρχουν,  πρώτον, αισθήματα. Δεύτερον, σκέψεις. Τρίτον, λέξεις.  Τέταρτον, «μέσα» αυτομόρφωσης  συμπεριλαμβανομένων  των  βιβλίων.  Και  οι  τέσσερις  περιπτώσεις  ενέχουν  δράση.  Δεν  πρόκειται  για  επιθυμία  «παλιών  καλών  ημερών»,  «νοσταλγία  του πρωτόγονου νου»,  εξύμνηση  του  πρωτογονισμού,  απόδοση  της  ευδαιμονίας  στην  αμάθεια, ή  γενική  απαγγελία  κατηγορίας  κατά  των  αξιών του δυτικού πολιτισμού.  Είναι  μια  αναζήτηση  του  υπόβαθρου  για  ό,τι  ο  Ίλιτς  και  άλλοι  αποκαλούν  «το  πηγαίο»  (vernacular).  Η  ακόμα  του  υπόβαθρου  της  πίστης  πως  «μυστηριακός  είναι  ο  δεσμός  που  κάνει  όλους  τους  ανθρώπους  ένα».

Η  πίστη  αυτή  στην  ενότητα  της  ανθρωπότητας  είναι  μια  από  τις  ωραίες  ιδέες    στο κίνημα  της  ισόβιας-δια βίου  εκπαίδευσης.  Το  «ένα  βήμα  μπρος»   μαθαίνοντας  να  ζούμε  είναι  η  αναγνώριση  του  γεγονότος  πως  όλη  η  ζωή,  από  την  κούνια  μέχρι  τον  τάφο,  είναι  ένα  είδος  «συνεχούς»,  όχι  ακολουθία  ευδιάκριτων,  ασυνεχών  σταδίων.  Οι  διδάσκοντες  της  ισόβιας-δια βίου  εκπαίδευσης  είχαν  «μάθει  το  μάθημα»  που ο  Μπέρναρντ Σω  προσπάθησε  να  μεταδώσει: «Ο  κόσμος  κατοικείται, όχι  από  δύο  ξεχωριστές  φυλές  που  αποκαλούνται  παιδιά  και  ενήλικοι, αλλά  από  ανθρώπινα  πλάσματα  διάφορων  ηλικιών,  από  ενός  δευτερολέπτου  μέχρι  ενός  αιώνα».  Αλλά  οι  διδάσκοντες  της  ισόβιας -δια βίου  επιμόρφωσης  θα  μπορούσαν  να  έχουν  αναγνωρίσει  πως  όλα  τα  ανθρώπινα  πλάσματα  μπορούν  να  μάθουν  το  ένα  απ'  το  άλλο και  πως  μαθαίνουν  καλύτερα  σε  άτυπα  περιβάλλοντα.

 

* Η Αμαλία  Κ. Ηλιάδη είναι φιλολόγου-ιστορικού (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ' το Α.Π.Θ.), Υπεύθυνη  Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ.  Τρικάλων, πιστοποιημένη  επιμορφώτρια Ενηλίκων του Ε.ΚΕ.ΠΙς.  ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi, http://blogs.sch.gr/ailiadihttp://www.matia.gr,  

http://www.emy67.wordpress.com

Παύση πληρωμών – έξοδος από την ευρωζώνη

Παύση πληρωμών και έξοδος από την ευρωζώνη

 

Του Κώστα Λαπαβίτσα *

 

 

Η πολιτική του ΔΝΤ, την οποία αποδέχτηκε η κυβέρνηση Παπανδρέου, είναι σκληρή, άδικη και οδηγεί σε αδιέξοδο. Η περικοπή των δημόσιων δαπανών, η μείωση των μισθών και η αύξηση της φορολογίας θα οδηγήσουν την κατανάλωση σε κατάρρευση. Το κλίμα ανασφάλειας και ανησυχίας θα περιορίσει τις επενδύσεις. Οι εξαγωγές δύσκολα θα αυξηθούν σημαντικά, δεδομένου ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα υποτίμησης.

Κατά συνέπεια η Ελλάδα θα μπει σε βαθύτατη ύφεση, με μεγάλη άνοδο της ανεργίας και συρρίκνωση του ΑΕΠ. Θα μειωθεί βέβαια το δημόσιο έλλειμμα, επιτυγχάνοντας πιθανώς τη σταθεροποίηση που επιδιώκει το ΔΝΤ. Αλλά η πτώση του ΑΕΠ θα κάνει το βάρος του χρέους ακόμη μεγαλύτερο για την ελληνική οικονομία. Το ίδιο το ΔΝΤ υπολογίζει ότι, με τις καλύτερες προοπτικές, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα ανεβεί στο 149% το 2013.

Για να αποκτήσει ξανά πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, δεδομένων των πολύ υψηλών αυτών ποσοστών χρέους, η Ελλάδα θα πρέπει να παρουσιάσει ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης στο άμεσο μέλλον. Συνεπώς θα έρθει αντιμέτωπη με τα βαθύτερα αίτια της κρίσης, τα οποία δεν έχουν να κάνουν με τον όγκο του δημόσιου χρέους, αλλά με την εξασθένηση του παραγωγικού της ιστού τα τελευταία χρόνια.

Η είσοδος της Ελλάδας, όπως και άλλων χωρών της περιφέρειας, στην ευρωζώνη σήμανε σταθερή απώλεια ανταγωνιστικότητας. Ο κύριος λόγος ήταν οι παγωμένοι μισθοί των Γερμανών εργαζομένων που επέτρεψαν στο γερμανικό κεφάλαιο να κυριαρχήσει στην ευρωζώνη. Το αποτέλεσμα ήταν τεράστια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και συνεχής φθορά του παραγωγικού ιστού για τις χώρες της περιφέρειας. Το ελληνικό έλλειμμα έφτασε στο γιγαντιαίο ύψος του 15% του ΑΕΠ το 2008. Η κοινωνία αντιλαμβάνεται την κατάσταση αυτή με το γνωστό «δεν παράγουμε τίποτε».

Το ΔΝΤ φαίνεται να πιστεύει ότι ο φθαρμένος παραγωγικός ιστός της Ελλάδας θα αναζωογονηθεί και θα σηκώσει το τρομακτικό βάρος του χρέους, αρκεί να υπάρξει μείωση μισθών, άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και αποκρατικοποιήσεις. Θα ήταν χαριτωμένη η αφέλεια της προσέγγισης αυτής, αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνη. Λες και δεν υπήρξε ποτέ ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, πόσω μάλλον ο Καρλ Μαρξ και άλλοι αιρετικοί. Εν μέσω ύφεσης, το ΔΝΤ περικόπτει δραστικά τη συνολική ζήτηση και προσβλέπει σε ανάκαμψη μέσω της αυτόνομης πρωτοβουλίας του ήδη εξασθενημένου ιδιωτικού κεφαλαίου. Πρόκειται για τις χειρότερες πρακτικές της δεκαετίας του 1920 και του 1930, μόνο που αντί για τον κανόνα του χρυσού τώρα έχουμε το ευρώ.

Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα. Είναι άκρως απίθανο να μπορέσει η Ελλάδα να επιστρέψει στις διεθνείς αγορές με την πολιτική που ακολουθείται. Και αυτό χωρίς καν να υπολογίσουμε τις επιπτώσεις από την απολύτως δικαιολογημένη λαϊκή αντίδραση στα μέτρα. Στην πράξη η χώρα θα αντιμετωπίσει το φάσμα της χρεοκοπίας στο άμεσο μέλλον, ίσως και το 2011.

Υπάρχει άμεση ανάγκη εναλλακτικής πολιτικής, η οποία στις σημερινές συνθήκες μπορεί να προέλθει από την Αριστερά. Το πρώτο βήμα θα είναι παύση πληρωμών και δραστική αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό θα πρέπει να γίνει με όρους που θα προστατεύουν τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων, χωρίς να κάνουν την Ελλάδα έρμαιο των δανειστών. Στη Ρωσία του 1998, το λεγόμενο «κούρεμα», δηλαδή η ζημία των δανειστών, ήταν της τάξης του 60%, ενώ περίπου το ίδιο συνέβη και στην Αργεντινή μετά το 2001. Το «κούρεμα» των δανειστών της Ελλάδας θα πρέπει να κινηθεί τουλάχιστον σε αντίστοιχα ποσοστά για να μπορέσει να ανασάνει η ελληνική οικονομία.

Η παύση πληρωμών θα οδηγήσει βεβαίως σε κατάρρευση των τραπεζών, δεδομένου ότι κατέχουν μεγάλους όγκους αξιογράφων του Δημοσίου και δανείζονται στο εξωτερικό. Υπάρχει κίνδυνος να εξαγοραστούν οι ελληνικές τράπεζες από ξένες για ένα κομμάτι ψωμί, εξέλιξη που θα ήταν καταστροφική για την οικονομία. Η εναλλακτική πολιτική θα είναι να τεθούν οι τράπεζες υπό δημόσιο έλεγχο ώστε να διασωθούν και να λειτουργήσουν ως μοχλός οικονομικής αναδιάρθρωσης.

Αυτομάτως θα τεθεί θέμα παραμονής στη νομισματική ένωση. Η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωζώνη είναι ιστορική αποτυχία και όσο συντομότερα αντιστραφεί τόσο το καλύτερο για τη χώρα. Οι μηχανισμοί του ευρώ και κυρίως ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποκλείουν τη λειτουργία των τραπεζών με όρους που επιτρέπουν την αναζωογόνηση της οικονομίας. Η έξοδος από το ευρώ θα κόψει τον γόρδιο δεσμό, δίνοντας παράλληλα ανάσα ζωής στον παραγωγικό τομέα μέσω της υποτίμησης. Η εμπειρία από προηγούμενες στάσεις πληρωμών που ακολουθήθηκαν από υποτίμηση δείχνει ότι μπορεί να υπάρξει ταχεία ανάκαμψη και επιστροφή στις χρηματαγορές χωρίς απαγορευτικό κόστος.

Είναι βεβαίως προφανές ότι θα χρειαστεί να μπουν αμέσως έλεγχοι επί των κεφαλαιακών ροών για να αποφευχθούν η κερδοσκοπία και η έξοδος κεφαλαίου από τη χώρα. Παράλληλα θα πρέπει να τεθούν υπό δημόσιο έλεγχο ευρύτεροι τομείς της οικονομίας για να προστατευτούν, αλλά και για να υπάρξει η δυνατότητα παραγωγικής ανασυγκρότησης. Στη βάση αυτή θα μπορέσει να υιοθετηθεί βιομηχανική πολιτική, η οποία θα ευνοήσει νέους τομείς παραγωγής επιδιώκοντας την άνοδο της παραγωγικότητας. Θα χρειαστούν επίσης αναδιανομή του εισοδήματος και μέτρα προστασίας των φτωχότερων στρωμάτων από το πλήγμα της υποτίμησης μέσω φορολογίας και επιδομάτων. Οι ριζοσπαστικές αυτές αλλαγές δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν με τους υπάρχοντες διεφθαρμένους και αναποτελεσματικούς κρατικούς μηχανισμούς. Θα χρειαστεί λοιπόν ολική αναδιάρθρωση του κράτους με διαφάνεια και δημοκρατία.

Να τονίσω ότι η εναλλακτική πολιτική που προτείνεται εδώ δεν έχει τίποτε να κάνει με την αυτάρκεια. Η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει τις προσβάσεις της στις διεθνείς ροές εμπορίου, ανθρώπινου δυναμικού και κεφαλαίου. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει ελεγχόμενη και οργανωμένη πρόσβαση.

Η κρίση που ζει η χώρα είναι δομική και ιστορική. Οι μηχανισμοί κοινωνικής και κρατικής εξουσίας που κυριάρχησαν τις τελευταίες δεκαετίες αποσυντίθενται μπροστά στα μάτια μας. Η κρίση μπορεί να λειτουργήσει ως ευκαιρία για να αλλάξει η ισορροπία ισχύος προς όφελος της εργασίας και κατά του κεφαλαίου. Μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να μας βγάλει από το σημερινό αδιέξοδο ανοίγοντας νέες προοπτικές κοινωνικής εξέλιξης.

Τη στιγμή αυτή δεν τίθεται θέμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της χώρας. Η εναλλακτική πολιτική μπορεί όμως να δώσει λύση στην κρίση βγάζοντας την κοινωνία από το αδιέξοδο και επιτρέποντας την κοινωνική πρόοδο. Το όραμα της σοσιαλιστικής αλλαγής θα ανακτήσει τη χαμένη αξιοπιστία του και θα γίνει πιο ελκυστικό στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Απομένει να δούμε αν η Αριστερά και ο κόσμος της εργασίας έχουν τη δύναμη να το επιτελέσουν.

 

* Ο Κώστας Λαπαβίτσας είναι Καθηγητής Οικονομικών στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

 

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία, 19-05-2010, http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=19/05/2010&id=163738

Απόβαση στην Ευρώπη

Απόβαση στην Ευρώπη:

 

Η χαμένη μάχη, το πρόβλημα της υπερχρέωσης, η επίθεση μέσω ομολόγων, η αδυναμία χρεοκοπίας των Η.Π.Α., η Ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα και η ευρηματική «επέλαση» του ΔΝΤ

 

Του Βασίλη Βιλάρδου *

 

Σε προηγούμενο κείμενο μας, είχαμε αναφερθεί εκτενώς στις τρείς μεγάλες ζώνες ελευθέρου εμπορίου (NAFTA, EE, CAFTA), αναλύοντας τα πλεονεκτήματα, καθώς επίσης τα μειονεκτήματα τους. Έκτοτε, αν και δεν έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα (άρθρο μας: ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ: Η επιστροφή των υπερβολών στις αγορές, η αδυναμία απόσυρσης των μέτρων στήριξης, η μάχη των νομισμάτων, οι ζώνες ελευθέρου εμπορίου, οι ιδιαιτερότητες τους, η άμεση αναγκαιότητα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και απόψεις για το νέο ελληνικό δανεισμό  12/4/2010), θεωρούμε ότι οι δύο πλέον χρεωμένες ζώνες (NAFTA, EE) ευρίσκονται σε πορεία «σύγκλισης» μεταξύ τους, μετά την απίστευτα επιτυχημένη «απόβαση» των Η.Π.Α. – αυτή τη φορά όχι στη Νορμανδία, αλλά απ' ευθείας στο Βερολίνο.

Περαιτέρω, έχουμε την άποψη ότι η χώρα μας διαδραμάτισε ακόμη μία φορά έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, αντίστοιχο ίσως με αυτόν στο 2ο Παγκόσμιο πόλεμο – τον οποίο πρόσφατα, σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, ακολούθησε ο 1ος Οικονομικός (άρθρο μας: Πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος: Ενδιάμεσος απολογισμός της θηριώδους μάχης στο χρηματοπιστωτικό κυβερνοχώρο – μέρος Α!  22/3/2009).

Όπως και τότε δηλαδή, έτσι και σήμερα, βρέθηκε απέναντι στη Γερμανία, ενώ τελικά πρόλαβαν οι Η.Π.Α. – με την «εν ριπή οφθαλμού» επέλαση τους στην Ευρωζώνη, μέσα από την Ελληνική «κερκόπορτα» την οποία, ατυχώς για την ίδια, αλλά και για όλη την ΕΕ, άφησε διάπλατα ανοιχτή η Γερμανία (άρθρο μας: ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ: Η Ελλάδα στο επίκεντρο της αμερικανό-ευρωπαϊκής διαμάχης, τα σφάλματα μας, οι «αλλότριες» ευθύνες και ο υπερπληθωρισμός ομολόγων, ο οποίος φαίνεται να εξελίσσεται σε μία καταστροφική πανδημία  23/1/2010).    

Τόσο ο πόλεμος, όσο και το «παιχνίδι» λοιπόν εισήλθε σε ένα επόμενο, εξαιρετικά αποφασιστικό στάδιο (άρθρο μας: ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ: Τα όπλα «αιχμής» της αμερικανικής υπερδύναμης, η «επέλαση» στην Ευρώπη, το «ημερολόγιο» της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, τα «παιχνίδια εξουσίας», το «εξιλαστήριο θύμα», ο ύπατος αρμοστής και τα συμπεράσματα  21/4/2010), αναδεικνύοντας νικητή της σημαντικότατης πρόσφατης «μάχης» τις Η.Π.Α. – μεγαλύτερο χαμένο τη Γερμανία.

Ίσως οφείλουμε βέβαια να σημειώσουμε εδώ ότι, ο οικονομικός πόλεμος έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, σε σύγκριση με το «συμβατικό»: χωρίς να σκοτώνει, εξαθλιώνει, ενώ τα αποτελέσματα του ακολουθούν, δεν συμβαδίζουν μαζί του. Ως εκ τούτου, δεν «εκβάλει» άμεσα στη «δημιουργική καταστροφή» (Schumpeter), η οποία ανανεώνει το σύστημα, προσφέροντας ευκαιρίες στους νεωτεριστές επιχειρηματίες. Επίσης, δεν «περιορίζει» τον αριθμό των ανθρώπων, οι οποίοι πρέπει να «εκτραφούν», για να μην εξεγερθούν, καταστρέφοντας ολοσχερώς τον πλανήτη – απλά τους εξαναγκάζει να διαμείνουν σε σύγχρονα, αλλά όχι λιγότερο «ανατριχιαστικά», στρατόπεδα συγκέντρωσης (για παράδειγμα, οι «φαβέλες» της Βραζιλίας και της Αργεντινής).       

Σε σχέση τώρα με την υπόλοιπη ΕΕ, δεν έχουμε σαφή άποψη, αφού θεωρούσαμε ανέκαθεν την υποταγή της στον «πρωσικό ζυγό» σαν το χειρότερο από τα δύο κακά, με τα οποία ήλθε αντιμέτωπη. Προφανώς, η παντελής έλλειψη ηγεσίας ήταν αυτή που την οδήγησε σε μία τόσο εύκολη ήττα – γεγονός που είχαμε τονίσει ιδιαίτερα, στο κείμενο μας για τις ζώνες ελευθέρου εμπορίου.

 

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗΣ

 

Η υπερχρέωση των αμερικανικών νοικοκυριών, καθώς επίσης η «εξαγωγή» μεγάλου μέρους της, μέσω των δομημένων προϊόντων ήταν, όπως είναι γνωστό, αυτή που προκάλεσε την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση – η οποία ήλθε στην επιφάνεια αμέσως μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers (άρθρο μας: Παγκόσμια οικονομική κρίση: Χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής και αδικαιολόγητες αμοιβές υψηλόβαθμων στελεχών  23/11/2008).

Στη συνέχεια τα κράτη, στην προσπάθεια τους να αποφύγουν την απόλυτη καταστροφή, διοχέτευσαν στις αγορές τεράστιες ποσότητες χρήματος, αφενός μεν για να διασώσουν τις τράπεζες τους, αφετέρου για να «επιδοτήσουν» την ανάπτυξη των Οικονομιών τους, εγγυώμενα ταυτόχρονα τις καταθέσεις των Πολιτών τους – οι οποίοι φυσικά ανέλαβαν το βάρος όλων αυτών των «πρωτοβουλιών», υποχρεούμενοι σε δυσανάλογη φορολόγηση.      

Με τον τρόπο αυτό διασώθηκε τελικά ο πλανήτης, με τίμημα όμως την υπερβολική χρέωση του – η οποία αποτελεί ρεκόρ σε εποχές ειρήνης Έκτοτε (2007), τα ελλείμματα των χωρών του ΟΟΣΑ έχουν σχεδόν επταπλασιαστεί, ανερχόμενα στο τερατώδες ποσόν των 3,4 τρις $ – με το συνολικό δημόσιο χρέος τους να αγγίζει τα 43 τρις $. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, τα ελλείμματα των χωρών της Ευρωζώνης έχουν δωδεκαπλασιαστεί, ενώ το δημόσιο χρέος τους είναι ύψους 9 τρις $ (2009, πηγή:Spiegel) ή 70% του παραγομένου προϊόντος τους (ΑΕΠ).  

Αντίστοιχα, το ετήσιο έλλειμμα των Η.Π.Α. διαμορφώθηκε στα 1,6 τρις $ (10% του ΑΕΠ), ενώ το δημόσιο χρέος τους ξεπέρασε τα 12,9 τρις $ (84% του ΑΕΠ) – μεγαλύτερο από την Ευρωζώνη, η οποία έχει αντίστοιχο αριθμό καταναλωτών (το Φθινόπωρο του 2008, το δημόσιο χρέος των Η.Π.Α. είχε αγγίξει τα 10 τρις $, ενώ στις αρχές του 1989 ήταν μόλις 2,7 τρις $).  

Το 2020, το δημόσιο χρέος των Η.Π.Α. προβλέπεται να ξεπεράσει το 20 τρις $, με υποχρεώσεις ετήσιων τόκων που θα πλησιάζουν τα 900 δις $ – ενώ ήδη το σύνολο των δημοσίων εσόδων της χώρας καταναλώνεται σε τέσσερις μόνο τομείς: στην Άμυνα, στην Υγεία, στα Κοινωνικά προγράμματα και στους Τόκους του χρέους. Σήμερα, όλοι οι υπόλοιποι τομείς (Παιδεία κλπ), χρηματοδοτούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσω του δανεισμού.          

Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της κυβέρνησης των Η.Π.Α. (πάνω από το μισό) είναι σε ομόλογα του δημοσίου – με πιστωτές ιδιώτες, βιομηχανικούς ομίλους, τράπεζες της Wall Street και ξένες κυβερνήσεις. Οι μεγαλύτεροι δανειστές της υπερδύναμης είναι η Κίνα (877,5 δις $), η Ιαπωνία (768,5 δις $), η Μ. Βρετανία (231,7 δι $) και η Βραζιλία (170,8 δις $).  

Περαιτέρω, στον Πίνακα Ι που ακολουθεί, φαίνεται η πρόσφατη «πρόοδος» των δημοσίων χρεών των σημαντικότερων βιομηχανικών χωρών:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ – Πρόβλεψη ποσών αύξησης

 

Χώρα

2008

2009

2010

Αύξηση*

 

 

 

 

 

Η.Π.Α.

70,70

83,10

94,40

1.925 δις

Ευρωζώνη

69,30

78,20

84,00

1.282 δις

Ιαπωνία

173,00

190,00

198,00

197 δις

 

 

 

 

 

Γερμανία

65,90

73,10

76,70

224 δις

Μ. Βρετανία

52,00

68,60

80,30

461 δις

Ελλάδα

99,20

112,60

124,90

67 δις

* Πρόβλεψη αύξησης σε ποσά (δις €) το 2010, σε σχέση με το 2009

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος    

 

Στους Πίνακες που ακολουθούν (ΙΙ, ΙΙΙ, IV), εμφανίζονται οι προβλέψεις της οικονομικής ανάπτυξης για τα επόμενα έτη, τα συναλλαγματικά αποθέματα, καθώς επίσης η πρόγνωση για το δημόσιο χρέος, το 2014:

 

Πίνακας ΙΙ: Δεκαετής πρόγνωση της οικονομικής ανάπτυξης

 

                           ΔΥΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ                                          ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ            

Η.Π.Α.

2,6

Κίνα

9,8

Γαλλία

2,1

Ινδία

7,1

Γερμανία

1,5

Ρωσία

6,9

Ιαπωνία

1,3

Βραζιλία

3,4

Πηγή: MM (Goldman Sachs, EKT, Thomson Datastream, ΔΝΤ)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Πίνακας ΙΙΙ: Συναλλαγματικά Αποθέματα σε δις $

 

BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα)

2.769

Ευρωπαϊκή Ένωση

   590

Η.Π.Α.

     75

Πηγή: MM (Goldman Sachs, EKT, Thomson Datastream, ΔΝΤ)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Πίνακας IV: Δημόσιο χρέος  σε ποσοστά του ΑΕΠ, πρόγνωση για το 2014

 

Μέσος όρος των αναπτυγμένων Οικονομιών του G20

114%

Μέσος όρος των αναπτυσσόμενων Οικονομιών του G20

 35%

Πηγή: MM (Goldman Sachs, EKT, Thomson Datastream, ΔΝΤ)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται καθαρά, υπάρχουν τεράστιες διαφορές στην οικονομική ανάπτυξη και στα συναλλαγματικά αποθέματα – ενώ διαπιστώνονται τα υψηλά «περιθώρια χρέωσης» των αναπτυσσομένων Οικονομιών, σε σύγκριση τουλάχιστον με την υπερχρέωση των ανεπτυγμένων.

Συμπληρωματικά, οφείλουμε να τονίσουμε πως η προβλεπόμενη, ελάχιστη ανάπτυξη των μεγάλων «δυτικών» οικονομιών, θα είναι κατά πάσα πιθανότητα «εντάσεως ανεργίας» (θα στηριχθεί στη γνώση και στην υψηλή τεχνολογία), ενώ αυτή των αναπτυσσομένων «εντάσεως απασχόλησης» (θα στηριχθεί κυρίως στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, στις υποδομές κλπ). Η παγκόσμια αναδιανομή εισοδημάτων είναι επομένως σε εξέλιξη, ενώ η ύφεση της δύσης θα αποφευχθεί πολύ δύσκολα (άρθρο μας: Ύφεση L; Η μορφή της κρίσης, τα αποτελέσματα της, οι πραγματικές αιτίες, η αναδιανομή εισοδημάτων, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η αναγκαιότητα μίας μερικής αποπαγκοσμιοποίησης  16/5/2009).

 

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

 

Ένα από τα σημαντικότερα δυσμενή επακόλουθα της παραπάνω υπερχρέωσης των δυτικών κρατών, είναι αναμφίβολα η δυσκολία στη διάθεση των ομολόγων του δημοσίου, με τα οποία χρηματοδοτούν τα υπέρογκα χρέη τους. Ανεξάρτητα λοιπόν από το πόσο συνεννοούνται μεταξύ τους τα πανίσχυρα πλέον hedge funds (τα τελευταία 10 έτη αυξήθηκαν στα 9.000, με συνολικά κεφάλαια περί το 1,5 τρις $ και ετήσια κέρδη της τάξης του 20%), οργανώνοντας από κοινού επιθέσεις εναντίον κρατών, η λύση του προβλήματος οφείλει να προέλθει από τη μείωση της γενικότερης «δυτικής» υπερχρέωσης.

Φυσικά, θα μπορούσε και θα έπρεπε να θεσμοθετηθούν διεθνώς μέτρα, τα οποία να εμποδίζουν τις «εγκληματικές επιθέσεις» των hedge funds, με τη βοήθεια των πολλών και ποικίλων οικονομικών όπλων μαζικής καταστροφής που διαθέτουν (ανοιχτή πώληση «ακάλυπτων» ομολόγων, κερδοσκοπική ασφάλιση με CDS, πολλαπλές επενδύσεις των ιδίων κεφαλαίων τους – leverage κλπ).

Εν τούτοις, τα κράτη δεν φαίνονται πρόθυμα να επιβάλλουν τέτοιους νόμους, οι οποίοι θα περιόριζαν τους κινδύνους μίας παγκόσμιας οικονομικής καταστροφής (άρθρο μας: ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΜΕΓΑΤΟΝΩΝ: Η επίθεση των κερδοσκόπων στο «σύστημα», η τεράστια απειλή που «ελλοχεύει» για τον πλανήτη, καθώς επίσης η πιθανότητα να εξέλθει η χώρα μας από τη μεγαλύτερη κρίση της Ιστορίας της, χωρίς να υποχρεωθεί σε συμβιβασμό  28/4/2010), οπότε οφείλει να αντιμετωπισθεί διαφορετικά η «απειλή». Έχοντας λοιπόν την άποψη ότι, η γνώση του προβλήματος είναι μία από τις κυριότερες προϋποθέσεις επίλυσης του, παραθέτουμε ένα μικρό παράδειγμα, σε σχέση με τον τρόπο που λειτουργούν οι κερδοσκοπικές επιθέσεις, μέσω των ομολόγων: 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Προβλέψεις μεγεθών 2010 σε ποσοστά επί του ΑΕΠ

 

Χώρα

Δημόσιο Χρέος

Έλλειμμα

Ανεργία

Απόδοση Ομολόγων*

 

 

 

 

 

Ελλάδα

124,90

-12,20

12,00

9,80

Ιταλία

116,70

-5,30

9,00

4,00

Πορτογαλία

84,60

-8,00

9,00

5,80

Ιρλανδία

82,90

-14,70

14,00

5,60

Ισπανία

66,30

-10,10

20,00

4,00

Πηγή:  ΕΕ – Thomson Reuters     

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Πρόκειται για την απόδοση των δεκαετών ομολόγων, στις 28.04.10

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα V, οι τέσσερις πρώτες χώρες έχουν ποσοστό δημοσίων χρεών, το οποίο υπερβαίνει το 80% του ΑΕΠ τους. Ταυτόχρονα, εμφανίζουν μεγάλα ελλείμματα στους ετήσιους προϋπολογισμούς τους, τα οποία προστίθενται στα δημόσια χρέη του αμέσως επομένου έτους – γεγονός που οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα, σε σχέση με την μελλοντική «τάση» αύξησης του χρέους τους. Όσον αφορά ειδικά την Ισπανία, τόσο η τεράστια ανεργία, όσο και τα υπόλοιπα προβλήματα της (τράπεζες, οικοδομική δραστηριότητα, ύφεση κλπ), υπολογίζεται ότι τελικά θα «εκβάλουν» στο χρέος της – επιδεινώνοντας το με  γεωμετρική πρόοδο.

Σύμφωνα τώρα με τους οικονομολόγους Rogoff και Reinhart (Harvard), οι οποίοι έχουν μελετήσει ιστορικά όλες τις οικονομικές «αναταράξεις», το «κρίσιμο μέγεθος» του δημοσίου χρέους καθορίζεται στο 80-90% του ΑΕΠ. Όταν ξεπερασθεί αυτό το ποσοστό, τότε οι δυνατότητες ανάπτυξης μίας οικονομίας περιορίζονται στο ήμισυ – σε σχέση με αυτές που είναι πολύ λιγότερο χρεωμένες. Επομένως, η κερδοσκοπία μέσω ομολόγων χωρών που έχουν ξεφύγει από το όριο της χρέωσης, είναι μία αρκετά συμφέρουσα προοπτική για τα hedge funds – τα οποία, διαθέτοντας πλέον τεράστια κεφάλαια προς επένδυση, δεν έχουν ιδιαίτερα πολλές, εναλλακτικές επιλογές τοποθέτησης τους.     

Ειδικά σε σχέση με τον τρόπο που επηρεάζουν οι «αγορές», τις αποδόσεις των ομολόγων του δημοσίου, τα εξής:

(α)  Το κράτος εκδίδει ένα ομόλογο στην τιμή των 1.000 €, με σταθερό επιτόκιο 5% επί της τιμής έκδοσης. Αυτό σημαίνει ότι, ο επενδυτής που τα αγοράζει εισπράττει 50 € ετήσιους τόκους ανά ομόλογο.   

(β)  Η εμπιστοσύνη των επενδυτών, σε σχέση με τις δυνατότητες αποπληρωμής των ομολόγων από τη χώρα που τα εκδίδει μειώνεται, με αποτέλεσμα οι αγοραστές να τα πουλούν σε χαμηλότερες τιμές. Για παράδειγμα, τα ομόλογα πωλούνται έναντι 900 € το ένα, ενώ ο νέος αγοραστής συνεχίζει να εισπράττει 50 € ετήσιους τόκους. Επειδή όμως τα αγόρασε χαμηλότερα, η απόδοση του είναι 5,56%, αφού υπολογίζεται ο τόκος των 50 € στα 900 €.

Εκτός αυτού, ο επενδυτής εισπράττει κατά την ημερομηνία λήξης των ομολόγων τα 1.000 €, οπότε η απόδοση του δεν αυξάνεται μόνο κατά 5,56%, αλλά πολύ περισσότερο – υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα τα διατηρήσει μέχρι τη λήξη τους, ενώ το κράτος δεν θα χρεοκοπήσει. Εάν λοιπόν από την ημερομηνία που τα αγοράζει έναντι 900 € η λήξη τους είναι 3 χρόνια αργότερα, η απόδοση του αυξάνεται στο 9% (ο υπολογισμός γίνεται με έναν περίπλοκο μαθηματικό τύπο).

(γ)  Εφόσον η απόδοση των ουσιαστικά τριετών ομολόγων του κράτους είναι πλέον 9%, με βάση το παραπάνω παράδειγμα, εάν το κράτος επιχειρήσει να εκδώσει νέα ομόλογα, τότε θα πρέπει να προσφέρει απόδοση τουλάχιστον 9%, αντί 5% που προσέφερε μέχρι τότε – αφού οι επενδυτές σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή το κράτος προσέφερε χαμηλότερο επιτόκιο από το 9%, θα αγόραζαν τα παλαιότερα ομόλογα από την ελεύθερη αγορά, τα οποία προσφέρουν 9%.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, η έκδοση ομολόγων εκ μέρους ενός αδύναμου κράτους, η δανειοδότηση του δηλαδή από τις «αγορές», επιβαρύνεται συνεχώς με αυξημένα επιτόκια. Τα επιτόκια αυτά δυσχεραίνουν με τη σειρά τους τις προσπάθειες μείωσης των ελλειμμάτων του, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να περιοριστούν – οπότε λειτουργούν αυξητικά στο δημόσιο χρέος, επιδεινώνοντας ξανά την πιστοληπτική του ικανότητα και οδηγώντας το στην πληρωμή ακόμη μεγαλύτερων επιτοκίων.

Εάν, παρά τις αντιξοότητες, το κράτος καταφέρει τελικά να ελέγξει τα ελλείμματα του, τότε συνήθως συμβαίνει εις βάρος της ανάπτυξης – οπότε, μειώνεται το ΑΕΠ του. Παρά την εξοικονόμηση πόρων λοιπόν, τα χρέη του αυξάνονται – ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Έτσι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο το κράτος, πιεζόμενο από τις «αγορές», υπεισέρχεται σε έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο, σε μία ύπουλη παγίδα καλύτερα, με ελάχιστες πιθανότητες αποφυγής του μοιραίου.

 

Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ ΤΩΝ Η.Π.Α.

 

Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα «δυτικά» κράτη οι Η.Π.Α., διαθέτοντας το μοναδικό ουσιαστικά παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα (το οποίο θα υπερασπισθούν προφανώς «μέχρι θανάτου»), χρεώνονται μόνο σε δολάρια. Από όπου και αν προέρχονται δηλαδή τα δάνεια τους, είναι πάντοτε σε δολάρια – οπότε, ακόμη και όταν δεν διαθέτουν χρήματα για να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους, απλά τυπώνουν καινούργια.

Ουσιαστικά λοιπόν, διαθέτουν απεριόριστες ποσότητες χρημάτων τις οποίες, εφόσον διαχειρίζονται «συνετά» (μη πληθωριστικά κλπ), εξάγοντας επιτυχημένα τόσο τα προβλήματα, όσο και τον πληθωρισμό τους διεθνώς, δεν πρόκειται ποτέ να αντιμετωπίσουν οικονομικά προβλήματα – έχοντας βέβαια τη δυνατότητα να αγοράζουν τα πάντα, σε οποιεσδήποτε τιμές.  

Εν τούτοις, είναι υποχρεωμένες να διατηρούν τα «προσχήματα» αφού, εάν οι δανειστές τους διακρίνουν κάποιον κίνδυνο (ή εάν ο πλανήτης συνειδητοποιήσει τη «μηδενική αξία» των χαρτονομισμάτων, γενικώς ή ειδικώς – συμπεραίνεται συνήθως από τις διακυμάνσεις της τιμής του χρυσού), η κατάσταση μπορεί να αποβεί εξαιρετικά επικίνδυνη. Επομένως, είναι προσεκτικές στις κινήσεις τους, επιλέγοντας κάθε φορά την ελάχιστη δυνατή «κατάχρηση» του πανίσχυρου αυτού όπλου που διαθέτουν.       

    

Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ

 

Από την προηγούμενη ανάλυση διαπιστώνουμε εν πρώτοις ότι, η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη αφενός μεν με τις επιθέσεις στα ομόλογα των κρατών της, αφετέρου με την σχετική αδυναμία χρεοκοπίας των Η.Π.Α. – η οποία κατευθύνει τις επιθέσεις των κερδοσκόπων σε άλλες χώρες.

Περαιτέρω, όπως έχουμε τονίσει επαρκώς στο παρελθόν, καμία χώρα δεν μπορεί να αντισταθεί μόνη της (εκτός «αλληλέγγυων» διακρατικών ενώσεων, αποδεδειγμένης συνοχής και μεγέθους), στις κλιμακούμενες, συνεχείς επιθέσεις του αχόρταγου, διεθνούς κεφαλαίου – έτσι όπως αυτές «ενορχηστρώνονται», με τη βοήθεια των οικονομικών και λοιπών «εργαλείων μαζικής καταστροφής» που διαθέτει (εταιρείες αξιολόγησης, Hedge funds, ελεγκτικές επιχειρήσεις, μη κυβερνητικές οργανώσεις, μυστικές υπηρεσίες, ΔΝΤ, Παγκόσμια τράπεζα, ΝΑΤΟ, πολυεθνικοί γίγαντες, ΜΜΕ, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, CDS, spreads, Wall Street κλπ).

Επομένως, η «κατά μέτωπο» αντιμετώπιση των Η.Π.Α., οι οποίες είναι ουσιαστικά «άτρωτες», ενώ «φιλοξενούν» ταυτόχρονα το διεθνές κεφάλαιο, είναι «φύσει και θέσει» αδύνατη. Πόσο μάλλον αφού η ΕΕ δεν διαθέτει κοινή στρατιωτική δύναμη για κάθε ενδεχόμενο – γεγονός που την καθιστά ακόμη περισσότερο ευάλωτη, στις διαθέσεις της μεγάλης «συμμάχου» της.

Από την άλλη πλευρά, καμία μεμονωμένη χώρα δεν έχει τη δυνατότητα να αντισταθεί στις «εξαγωγικές επιθέσεις» της παραγωγικής μηχανής του πλανήτη, της Κίνας – η οποία μπορεί οποτεδήποτε να επιβάλλει τα προϊόντα της στις διεθνείς αγορές, αφού είναι ανέφικτο να την ανταγωνισθεί κανείς. Άλλωστε, ακόμη και αν αυξανόταν το εργατικό κόστος της, η τεράστια εσωτερική αγορά της, αλλά και η ευρύτερη περιοχή γύρω της, μπορούν να της εξασφαλίσουν εξαιρετικά χαμηλές, «επιδοτούμενες» ίσως εξαγωγικές τιμές (dumping), τουλάχιστον για τα επόμενα 100 χρόνια.      

Επομένως η ΕΕ,  στη σημερινή της «μη συνεκτική» και μη «αλληλέγγυα» μορφή, χωρίς καμία ηγεσία, με σχεδόν όλα τα κράτη-μέλη της να είναι ουσιαστικά υπερχρεωμένα (άρθρο μας: Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ: Η μαζική επίθεση των κερδοσκόπων στην Ελλάδα, οι δέκα μεγαλύτεροι πιστωτές της, καθώς επίσης αναφορές στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, στη Γερμανία και στη Γαλλία  4/3/2010) δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε τις Η.Π.Α. (NAFTA), ούτε την Κίνα (CAFTA).

Όπως φαίνεται λοιπόν, η μοναδική ίσως δυνατότητα «επιβίωσης» της ΕΕ, είναι η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση – η πολιτική ένωση της δηλαδή (άρθρο μας: ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗ: Μία διακρατική, προοδευτική «φορολογική» κλίμακα, θα ήταν ίσως η ιδανική «κοινωνική» λύση για την εξομάλυνση των ανισορροπιών και την επίτευξη της ισότητας εντός της Ε.Ε.  16/10/2009), σε συνθήκες αυτάρκειας, εντός των ευρύτερων (Ρωσία κλπ) συνόρων της.   

 

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΔΝΤ

 

Η Κομισιόν, σε συνεργασία με την ΕΚΤ, ευρισκόμενη χωρίς καμία δυστυχώς πρόβλεψη ή προετοιμασία, αντιμέτωπη

(α)  με το πρόβλημα της υπερχρέωσης αρκετών κρατών-μελών της (Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία), έναν «συστημικό» αναμφίβολα κίνδυνο, με ανυπολόγιστες αλυσιδωτές «παρενέργειες»,

(β)  με τις συντονισμένες επιθετικές κινήσεις των Η.Π.Α. (εταιρείες αξιολόγησης, τράπεζες, κερδοσκόποι, ΜΜΕ κλπ) και του Κεφαλαίου, καθώς επίσης με

(γ)  την απροθυμία αλληλεγγύης (πόσο μάλλον μελλοντικής πολιτικής ένωσης)  των κρατών-μελών της, σε συνδυασμό με την

(δ)  «ανίερη» πρωτοβουλία της Γερμανίας, να συμπεριλάβει το ΔΝΤ στο Ελληνικό «πακέτο στήριξης»,

αναγκάσθηκε τελικά, αφού προηγήθηκε η «επίσκεψη» του κ. S.Kahn στο Βερολίνο, όπως επίσης η «προτροπή» του αμερικανού προέδρου (τηλεφώνημα με την κ. A.Merkel), να ψηφίσει ένα «πρόγραμμα στήριξης» της Ευρωζώνης, το οποίο θα ήταν αδιανόητο λίγες μόλις ημέρες πριν – σήμερα τόσο απογοητευτικό, που «φαντάζει» απίστευτο.

Επιθυμώντας λοιπόν «να καθησυχάσει τις αγορές» (ειλικρινά απορεί κανείς με τον τρόπο που παρουσίασε τις ενέργειες της, αφού προφανώς γνωρίζει το «αληθινό πρόσωπο» των κερδοσκόπων), ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα 750 δις €, στο οποίο συμμετέχει το ΔΝΤ με 250 δις € – με ελαφρώς μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής δηλαδή, από το αντίστοιχο στην Ελλάδα (80 και 30 δις €). Φυσικά το ΔΝΤ όχι μόνο «συμφώνησε», αλλά τόνισε επί πλέον ότι έχει στη διάθεση του οποιοδήποτε ποσόν του ζητηθεί από την Κομισιόν.

Βέβαια, η απλή ανάλυση του ποσού που συμφωνήθηκε, κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να καθησυχάσει τις «αγορές» – γεγονός που φάνηκε από την αδυναμία ισχυροποίησης του Ευρώ, μετά τις πρώτες, «παρορμητικές» μάλλον, αντιδράσεις. Αναλυτικότερα τα εξής:

(α)  τα 440 δις € είναι απλά και μόνο εγγυήσεις, οι οποίες θα δοθούν από έναν «οργανισμό» που θα ιδρυθεί, όταν ψηφισθεί από τα επί μέρους κοινοβούλια κλπ,

(β)  τα 60 δις € είναι ουσιαστικά 10 δις € – τα 50 δις € υπήρχαν, αλλά μόνο για τις χώρες εκτός Ευρωζώνης, ενώ

(γ)  τα 250 δις € ανήκουν στο ΔΝΤ – το οποίο, ως γνωστόν, «απαιτεί» τα πολλαπλάσια, όταν δήθεν προσφέρει.

Ακόμη λοιπόν και αν θεωρηθεί «υπέρβαση» η πρόθεση της ΕΚΤ να αγοράζει πλέον απ' ευθείας από τα κράτη ομόλογα, από την δευτερογενή βέβαια αγορά, η εξ αυτής «αξιωματική» εξασθένηση του κοινού νομίσματος, μάλλον εξουδετερώνει τα όποια οφέλη της. 

Ολοκληρώνοντας, διαπιστώθηκε ότι, μερικές ημέρες αργότερα, ο κ. S. Kahn συναντήθηκε «κεκλεισμένων των θυρών» στη Ζυρίχη, με τον κεντρικό τραπεζίτη της ΕΚΤ, κάποια Hedge FundsG.Soros), καθώς επίσης με άλλους τραπεζίτες. Λίγο αργότερα, θορυβημένη «τα μέγιστα» η Πορτογαλία ανακοίνωσε μειώσεις μισθών – ακολουθούμενη από την Ισπανία, η οποία προτίμησε την αύξηση της φορολογίας. (

Οι ενέργειες αυτές, σε συνδυασμό με την πρόσφατη εξαγγελία της Γερμανικής κυβέρνησης, η οποία εγκαινίασε μία νέα πολιτική λιτότητας, αναβάλλοντας επί πλέον τη μείωση της φορολογίας που είχε υποσχεθεί, οδηγούν με σχετική ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι, η Ευρώπη υπεισέρχεται σε μία επόμενη περίοδο ύφεσης – επαπειλούμενη ξανά με αποπληθωρισμό.

Ταυτόχρονα, η επίθεση εναντίον της χώρας μας από τον Ελβετό πρόεδρο της Deutsche Bank, ο οποίος ισχυρίσθηκε, σε μεγάλο τηλεοπτικό σταθμό της Γερμανίας ότι, η Ελλάδα δεν θα αποφύγει τη χρεοκοπία, εντείνει τις πιέσεις στο κοινό νόμισμα – «σηματοδοτώντας» την έναρξη της τρίτης φάσης του παγκόσμιου οικονομικού πολέμου, η οποία βρίσκει το ΔΝΤ (Η.Π.Α.) εγκατεστημένο μεν στην Ευρώπη, αλλά όχι ακόμη «μόνιμα», αφού δεν έχει γίνει «χρήση» των 250 δις € που προσέφερε.          

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 15. Μαΐου 2010, viliardos@kbanalysis.com 

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. 

 

ΣΧΕΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ

 

ΣΤΑΣΙΜΟΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ: Θεωρώντας ότι μία «ειδική μορφή του οικονομικού αυτού φαινομένου καταδικάζει την Ελλάδα στη χρεοκοπία, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα αύξησης του ΑΕΠ της, το video με τους κεντρικούς προβληματισμούς  14/5/2010 

 

Οι μεγάλες κωλοτούμπες των οικονομολόγων

Οι μεγάλες κωλοτούμπες των οικονομολόγων

 

RICHARD WOLFF

 

 

Οι περισσότεροι αμερικανικοί οικονομολόγοι είναι καθηγητές σε κολέγια και πανεπιστήμια. Οι ακαδημαϊκές θέσεις που κατέχουν τους επιτρέπουν έρευνα και διδασκαλία που υποτίθεται ότι είναι ανεξάρτητη από εταιρικά συμφέροντα.
Θα μπορούσαν, τουλάχιστον υποθετικά, να παρέχουν τις κριτικές εκείνες ιδέες στα οικονομικά προβλήματα που απαιτούν λύση. Οι οικονομολόγοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν με το να προτείνουν, να αξιολογήσουν, και να συζητήσουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών οικονομικών λύσεων – από εκείνες τις προτάσεις και λύσεις που αλλάζουν στο ελάχιστο το υπάρχον σύστημα έως εκείνες με τις οποίες συνεπάγεται θεμελιώδης κοινωνική αλλαγή.

Εν τούτοις, η ιστορία δείχνει ότι οι περισσότεροι επαγγελματίες οικονομολόγοι αντί να συμμετέχουν στην έρευνα και το διάλογο ως εποικοδομητικοί κριτικοί, είναι υποταγμένοι στα διάφορα εταιρικά συμφέροντα. Θριαμβολογούσαν για τον καπιταλισμό, αγνόησαν ή απέρριψαν εναλλακτικά οικονομικά συστήματα και διαφωνούσαν μόνο για το πόσο καλύτερα μπορεί να γίνει η διαχείριση του τεράστιου κόστους της επαναλαμβανόμενης αστάθειας του καπιταλισμού. Η επαίσχυντη εταιρική δουλοπρέπεια των οικονομολόγων είναι απώλεια του έθνους.

Το κατεστημένο των αμερικανών οικονομολόγων, τα μέλη του οποίου εντάσσουν του εαυτούς τους με υπερηφάνεια στην επικρατούσα πολιτικο-οικονομική ιδεολογία, ποτέ δεν παρέχει ουσιαστική καθοδήγηση σε οικονομικά θέματα. Πάντα ακολουθεί την κατάσταση που επικρατεί. Πριν τη Μεγάλη Υφεση του '30, το κατεστημένο των οικονομολόγων ασπάστηκε υπάκουα αυτό που αποκαλούσε «νεοκλασικά οικονομικά». Αυτή η οικονομική «επιστήμη» αποδείκνυε, ισχυριζόταν το ακαδημαϊκό οικονομικό κατεστημένο, πως ό,τι ωφελεί την επιχείρηση ωφελεί και όλη τη κοινωνία. Σε αυτή την επικρατούσα αντίληψη, η ιδιωτική επιχείρηση και οι αγορές λειτουργούν καλύτερα για το σύνολο της κοινωνίας όταν δεν υπάρχει κρατικός έλεγχος ή παρέμβαση. Οι μεγάλες επιχειρήσεις επένδυσαν σ' αυτή την αντίληψη και δημοσίως προωθούσαν τον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό.

Τα πανεπιστημιακά ιδρύματα επιδίωξαν οικονομικές συνεισφορές από τις επιχειρήσεις, τους ιδιοκτήτες τους, και τους ηγετικά τους στελέχη. Χρειάζονταν τις εγγραφές των παιδιών αυτών των ανθρώπων, αφού ελάχιστα άλλα παιδιά μπορούσαν να πληρώνουν το υψηλό κόστος της ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ. Η διοίκηση των πανεπιστημίων ούτε ήθελε, ούτε στήριζε τους πανεπιστημιακούς καθηγητές που επέκριναν τα ιδιωτικά εταιρικά συμφέροντα ή προκαλούσαν με την έρευνά τους και τη διδασκαλία τους την επικρατούσα οικονομική θεωρία.

Μετά το 1929, όταν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και οι ελεύθερες αγορές απέφεραν τη Μεγάλη Υφεση, ο ιδιωτικός εταιρικός τομέας άλλαξε θέση και υποστήριζε τις μαζικές κρατικές παρεμβάσεις για να διορθωθεί η οικονομία (όπως ακριβώς γίνεται πάλι σήμερα). Εκτός από μερικούς άκρως φανατικούς, οι επαγγελματίες οικονομολόγοι ακολούθησαν γρήγορα τη νέα τάση και αντέστρεψαν τις απόψεις της «επιστήμης» τους.

Βρήκαν έναν νέο γκουρού στο πρόσωπο του John Maynard Keynes, ο οποίος εξυμνούσε τις αρετές των μηχανισμών του κρατικού οικονομικού παρεμβατισμού. Από το τέλος του 1930 έως το τέλος της δεκαετίας του 1970, το κατεστημένο των οικονομολόγων μετετράπη σε λέσχη κεϊνσιανικών. Σε όλα τα πανεπιστήμια τα μαθήματα οικονομικών δίδασκαν για τους οικονομικούς κύκλους (ο ευγενικός όρος για τη χρόνια αστάθεια του καπιταλισμού) και τα εγχειρίδια πληροφορούσαν μια ολόκληρη γενιά ότι η κρατική νομισματική και δημοσιονομική πολιτική ήταν απαραίτητη και υποχρεωτική για να περιοριστούν, να αντισταθμιστούν, και να εξαλειφθούν στο τέλος οι κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις.

Από το τέλος της δεκαετίας του '70, το κατεστημένο των οικονομολόγων άλλαξε πάλι γραμμή. Τα οικονομικά του κεϊνσιανισμού είχαν αποτύχει να υπερνικήσουν ή ακόμα και να αποτρέψουν τις κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις στην οικονομία των ΗΠΑ. Οι νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές δεν είχαν επιφέρει την ευημερία, την ανάπτυξη και τη σταθερότητα που υπόσχονταν οι κεϊνσιανικοί. Εν τω μεταξύ, οι αμερικανικές εταιρείες είχαν γίνει αρκετά πλούσιες και ισχυρές – ενώ είχαν ήδη αρχίσει να εξασθενούν και οι αναμνήσεις από τη Μεγάλη Υφεση – για να υπονομεύσουν τις κρατικές ρυθμίσεις και τους κρατικούς ελέγχους που προκάλεσε η Μεγάλη Υφεση.

Επειδή ο εταιρικός κόσμος δυσφορούσε με εκείνες τις κρατικές παρεμβάσεις που περιόρισαν τα κέρδη, τα μεγάλα εταιρικά συμφέροντα προώθησαν την υποψηφιότητα του Ρόναλντ Ρέιγκαν για την προεδρία. Το έργο μιας ολόκληρης ζωής που είχε προσφέρει στα εταιρικά συμφέροντα τον καθιστούσαν κατάλληλο για να ανατρέψει τις πολιτικές του New Deal. Οι φορολογικές περικοπές, ειδικά στις επιχειρήσεις και τους πλουσίους, και η άρση των ελέγχων των επιχειρήσεων, έγιναν το θρησκευτικό δόγμα για τους πολιτικούς αμφοτέρων των δύο κομμάτων. Η εταιρική Αμερική άρχισε εκ νέου την προ του 1929 εξύμνηση της ιδιωτικής επιχείρησης και των ελεύθερων αγορών.

Οι ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι ακολούθησαν πάλι το ρεύμα. Προγράμματα σπουδών, εγχειρίδια, και συνέδρια-όλα άλλαξαν. Τα οικονομικά του κεϊνσιανισμού εγκαταλείφθηκαν, η νεοκλασική οικονομική σκέψη επέστρεψε ξανά και ο Milton Friedman ήταν ο νέος γκουρού. Ο Friedman ήταν ένας από τους φανατικούς που συνέχισε να χοροστατεί υπέρ των ιδιωτικών επιχειρήσεων και των ελεύθερων αγορών καθ' όλη τη διάρκεια που μεσουρανούσε ο κεϊνσιανισμός. Κατόπιν, όταν οι μεγάλες εταιρείες αποφάσισαν όλο και περισσότερο ότι «η οικονομία μας δεν χρειαζόταν πλέον τον κρατικό παρεμβατισμό» αφού περιόριζε τα κέρδη, ο Friedman κέρδισε τη στήριξή τους για το Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Σικάγου.

Ετσι, στη νέα Αμερική του Ρέιγκαν, το επάγγελμα των οικονομολόγων «ανακάλυψε» ότι τα οικονομικά του Friedman ήταν τώρα «ορθά» και «επιστημονικά». Ο Friedman και οι υποστηρικτές του ανέλαβαν τώρα το κατεστημένο. Περιθωριοποίησαν τους κεϊνσιανικούς και επιδοκίμασαν ξανά δίχως ανάσα την προ του 1929 «νεοκλασική» οικονομική θεωρία που εξυμνούσε την ιδιωτική επιχείρηση και τις ελεύθερες αγορές ως εγγυητές της ευημερίας.

Τόσο απόλυτος ήταν ο εναγκαλισμός των νεοκλασικών οικονομικών από το κατεστημένο των ακαδημαϊκών οικονομολόγων που πολύ λίγοι φοιτητές μάθαιναν για την αστάθεια του καπιταλισμού. Μαθήματα για τις κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις, κάποτε βασικός κορμός των προγραμμάτων στις οικονομικές σπουδές, εξαφανίστηκαν κατά ένα μεγάλο μέρος. Οι οικονομολόγοι στην κυβέρνηση Μπους ήταν προϊόντα της εκπαίδευσης των οικονομικών σπουδών που τους κατέστησε ανίκανους να αντιμετωπίσουν τη σημερινή μαζική κατάρρευση του καπιταλισμού. Κατά συνέπεια:

– Απέτυχαν να προβλέψουν, πόσω μάλλον να αποτρέψουν, την οικονομική κατάρρευση.
– Ανέβαλαν για πολύ καιρό να ενεργήσουν, αφού η κατάρρευση ξεδιπλωνόταν από το τέλος του 2007 και αρχές του 2008.

– Πρότειναν σταδιακά μια σειρά από μισο-ψημένες και αναποτελεσματικές οικονομικές πολιτικές από τα μέσα του 2008. Οι οικονομολόγοι που μάζεψε γύρω του ο Ομπάμα είναι δείγμα της ίδιας γενιάς των οικονομολόγων που γαλουχήθηκαν με τις γελοίες ιδέες της νεοκλασικής οικονομικής σκέψης.

Η επαίσχυντη ιστορία οπορτουνισμού του επαγγέλματος απεικονίστηκε ίσως με τον καλύτερο τρόπο στην ετήσια σύσκεψη (Ιανουάριος 2009) του Συλλόγου των Αμερικανών Οικονομολόγων, που εκπροσωπεί το κατεστημένο στην οικονομική επιστήμη. Προς το τέλος του 2008 είδαμε τις μεγάλες επιχειρήσεις να παίρνουν δισεκατομμύρια δολάρια υπό τη μορφή κρατικών οικονομικών διασώσεων.

Οι κύριοι εκπρόσωποι του κατεστημένου των οικονομολόγων στη συνεδρίαση που διεξήχθη δειλά ανήγγειλαν τα λάθη των προηγούμενων τρόπων σκέψης και τάχθηκαν υπέρ της επιστροφής των οικονομικών του κεϊνσιανισμού.

Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι είδαν τις σταδιοδρομίες τους να βρίσκονται σε κίνδυνο και ενήργησαν γρήγορα. Ο δημοσιογράφος Louis Uchitelle των «New York Times» χρησιμοποίησε ακόμη και το θρησκευτικό όρο «πνευματική μεταστροφή» για το κείμενο του οικονομολόγου από το Χάρβαρντ Martin Feldstein, μέχρι χθες από τους μεγαλύτερους εκφραστές της ελεύθερης αγοράς και κατά συνέπεια εχθρούς του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. Αλλά όπως πολλοί από τους αναγεννημένους χριστιανούς, οι αναγεννημένοι κεϊνσιανικοί αναμφίβολα θα ξανακυλήσουν στη νεοκλασική οικονομική θεωρία με το πρώτο σημάδι της σταθεροποίησης του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Εν ολίγοις, οι επαναλαμβανόμενες ταλαντεύσεις μεταξύ νεοκλασικών και κεϊνσιανικών στον προσδιορισμό του κατεστημένου των οικονομικών αποκαλύπτει την καιροσκοπική δουλοπρέπεια του επαγγέλματος προς τις ανάγκες του εταιρικού κόσμου. Αυτή η δουλοπρέπεια εξηγεί γιατί οι οικονομολόγοι αρνούνται με πείσμα και συνέπεια να ανταποκριθούν στην αστάθεια του καπιταλισμού υποστηρίζοντας εναλλακτικά οικονομικά συστήματα. Ομως, στο κατόπι μιας ακόμα ογκώδους κατάρρευσης του καπιταλισμού, οι πραγματικές επιλογές μας δεν χρειάζονται και δεν πρέπει να περιοριστούν στα οικονομικά της νεοκλασικής ή κεϊνσιανικής οικονομικής σκέψης, απλά δηλαδή σε μια άλλη μετατόπιση μεταξύ ιδιωτικών και κρατικών μορφών διαχείρισης του καπιταλισμού. Η υπόθεση για σοβαρή συζήτηση πέραν του καπιταλισμού δεν ήταν ποτέ τόσο ισχυρή όσο τώρα.


* Ο RICHARD WOLFF είναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Αμχερστ, επισκέπτης καθηγητής στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα διεθνών σχέσεων στο New School University στη Νέα Υόρκη, ιδρυτικό στέλεχος της επιστημονικής επιθεώρησης «Rethinking Marxism». Η μετάφραση έγινε από τον Χρόνη Πολυχρονίου.

 

ΠΗΓΗ: Κυρ. Ελευθεροτυπία,   01/02/2009,

Ηλ. Πηγή: http://www.ananeotiki.gr/el/readRelated.asp?datePeriod=2009&intThemeID=94&textID=3196

Οι 10 κρυφές παγίδες του ασφαλιστικού ν/σ

Οι 10 κρυφές παγίδες του ασφαλιστικού νομοσχεδίου

 

Του Γιώργου Ρωμανιά *

 

 

Η μέχρι σήμερα κριτική στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο έχει περιορισθεί στις διατάξεις του εκείνες που οδηγούν σε μειώσεις των συντάξεων και σε αυξήσεις των ορίων ηλικίας και των απαιτουμένων συντάξιμων ετών. Είναι, όμως, απολύτως αναγκαίο να στρέψουμε την κριτική και σε συγκεκριμένες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου που μέχρι σήμερα έχουν περάσει απαρατήρητες, για να καταδειχθεί όχι απλώς η ανεπάρκεια αλλά η δομική αδυναμία του νομοσχεδίου, ώστε να καταστεί κατανοητό ότι έχουμε ένα νομοσχέδιο που δεν μπορεί να εφαρμοστεί ως νόμος: όσο νωρίτερα το αντιληφθούμε τόσο καλύτερα.

Το νομοσχέδιο πρέπει να αλλάξει αμέσως προσανατολισμούς, αλλιώς, κι αν ακόμη ψηφισθεί και γίνει νόμος του κράτους, δεν έχει μέλλον αφού θα αποδειχθεί ανεφάρμοστο. Σύντομα θα γίνει αντιληπτό ότι επιβάλλεται η αντικατάστασή του με νέο νομοθέτημα.

1. Οι γενικές ρυθμίσεις του ασφαλιστικού περιέχονται, ήδη, στο μνημόνιο που η χώρα μας συνυπέγραψε με το ΔΝΤ, την Ε.Ε. και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Το μνημόνιο παράρτημα του ήδη ψηφισθέντος, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, από την περασμένη εβδομάδα νόμου και αποτελεί το βασικό κείμενο στο οποίο θα προσαρμοσθούν και οι ρυθμίσεις του ασφαλιστικού. Συνεπώς, αν προκύπτει δυσαρμονία μεταξύ συγκεκριμένων ρυθμίσεων του ασφαλιστικού και του μνημονίου, αν δηλαδή διαπιστωθεί ότι συγκεκριμένες ρυθμίσεις του ασφαλιστικού νομοσχεδίου είναι ευνοϊκότερες από τις αντίστοιχες προβλέψεις του μνημονίου, αυτό σημαίνει ότι θα ακολουθήσει και νέα ασφαλιστική νομοθετική παρέμβαση που θα προσαρμόσει και τις ευνοϊκότερες αυτές ρυθμίσεις στις επιταγές του μνημονίου.

Ως παραδείγματα αυτών των αποκλίσεων αναφέρω τις προβλέψεις του μνημονίου για την 37ετία (σήμερα προβλέπεται η συνταξιοδότηση με 37 συντάξιμα έτη χωρίς όριο ηλικίας, ενώ το μνημόνιο ζητά 40 έτη με προσαρμογή μέχρι το 2015 και με όριο ηλικίας το 60ό έτος από 1.1.2011). Επίσης, την θέσπιση της ηλικίας των 60 ετών ως ελάχιστης ηλικίας συνταξιοδότησης από 1.1.2011, ακόμη και για αυτούς που υπάγονται σήμερα στα βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα (που σημαίνει επιμήκυνση της ηλικίας συνταξιοδότησης κατά 5-7 χρόνια). Οι ρυθμίσεις αυτές δεν περιλαμβάνονται στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο, με δεδομένο, όμως, ότι το κεντρικό σημείο αναφοράς είναι το μνημόνιο, είναι βέβαιο ότι αναμένεται και δεύτερο πλέον επώδυνο ασφαλιστικό νομοσχέδιο (η τροποποίηση του σημερινού με τη μέθοδο των τροπολογιών κατά τη διαδικασία ψήφισής του στη Βουλή).

2. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του ασφαλιστικού νομοσχεδίου είναι η κατάργηση της 3μερούς χρηματοδότησης με την απόσυρση του κράτους από την υποχρέωση συγχρηματοδότησης του συστήματος. Η κατάργηση αυτή συνοδεύεται από δύο επιδιώξεις:

Πρώτον, από τη μεθοδευμένη προσπάθεια να παραπλανηθεί ο λαός ότι το κράτος εξακολουθεί να χρηματοδοτεί την κοινωνική ασφάλιση, επειδή από το 2018 θα καταβάλει την αποκαλούμενη βασική σύνταξη.

Δεύτερον, από την παντελή απόκρυψη ότι, η τριμερής χρηματοδότηση (ασφαλισμένοι, εργοδότες, κράτος) επιβάλλεται από τη Διεθνή Σύμβαση Εργασίας 102 που το ελληνικό κράτος έχει επικυρώσει και εισαγάγει στην εσωτερική μας έννομη τάξη με το Ν. 3251/1955.

Παρά τη μεθοδευμένη ασάφεια του κειμένου του νομοσχεδίου, από την 1.1.2008 και ενδεχομένως από την 1.1.2005, καταργούνται το ΕΚΑΣ, το επίδομα των ανασφάλιστων υπερηλίκων και τα κατώτατα όρια και συγχωνεύονται με την αποκαλούμενη βασική σύνταξη. Συνεπώς, η βασική σύνταξη αποτελεί προνοιακού και όχι συνταξιοδοτικού χαρακτήρα επίδομα και ανήκει στο κρατικό προνοιακό και όχι στο δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα (με το οποίο δεν έχει οποιαδήποτε σχέση). Εξάλλου, είναι γνωστό ότι το προνοιακό σύστημα βαρύνει εξ ολοκλήρου τον κρατικό προϋπολογισμό και δεν έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα (αντιθέτως, το δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα έχει – συλλογικό – ανταποδοτικό χαρακτήρα). Οι διαπιστώσεις αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το κράτος επιχειρεί να χρεώσει το συνταξιοδοτικό σύστημα με τις προνοιακές δαπάνες, τις οποίες, όμως, οφείλει εξ ορισμού, να καταβάλει, αποκλειστικώς, ο κρατικός προϋπολογισμός.

3. Ουσιαστική είναι και η κατάργηση της ρύθμισης του άρθρου 146 του νόμου 3655/2008 που προέβλεπε τη σταδιακή μείωση των επικουρικών συντάξεων από 1.1.2013, ώστε το 2020 να έχουν περιορισθεί στο 20 % των συνταξίμων αποδοχών. Αντί της καταργούμενης ρύθμισης, προβλέπεται η διερεύνηση της βιωσιμότητας των επικουρικών Ταμείων μέσα στο 2011, από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή και ο αντίστοιχος καθορισμός των ποσοστού αναπλήρωσης, χωρίς να ισχύει, πλέον, το κατώτατο όριο του 20% που προέβλεπε ο νόμος Πετραλιά, αλλά και με πιθανή την κατάργηση και συγκεκριμένων επικουρικών Ταμείων.

4. Περίεργης σύλληψης είναι και η ρύθμιση των άρθρων 3 και 4 του νομοσχεδίου, επειδή καθιερώνει ποσοστά επί των συντάξιμων αποδοχών η των ασφαλιστικών κατηγοριών, κατά τρόπο που ευνοεί τους υψηλότερα αμειβόμενους και αδικεί κατάφωρα εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας, δηλαδή τους χαμηλοσυνταξιούχους και τους μέσης κατηγορίας συνταξιούχους. Είναι εντόνως άδικη η καθιέρωση ποσοστών από 0,7% μέχρι 1,1% για τη κατώτερη ασφαλιστική κλάση (συντάξιμες αποδοχές 850 ευρώ), ενώ για την ανώτατη ασφαλιστική κλάση (4.200 και άνω ευρώ) τα καθιερούμενα ποσοστά κυμαίνονται από 1,27% μέχρι 3%. Με τις επιλογές αυτές ο συνολικός δείκτης αναπλήρωσης των χαμηλοσυνταξιούχων, τόσο για τα 35 όσο και για τα 40 χρόνια ασφάλισης, υπολείπεται καταφανώς του αντίστοιχου δείκτη των υψηλοσυνταξιούχων (ενώ η κοινωνική δικαιοσύνη επιβάλλει να συμβαίνει το αντίθετο). Ανάλογη παρατήρηση ισχύει και για την περίπτωση των αυτο-απασχολούμενων.

5. Προβλέπεται (άρθρο 11 παρ. 1) η δυνατότητα αναπροσαρμογής των συντάξεων (τόσο της βασικής όσο και της αναλογικής) ανάλογα με τη μεταβολή του ΔΤΚ, του ΑΕΠ αλλά και των οικονομικών δυνατοτήτων του αντίστοιχου κατά περίπτωση ασφαλιστικού Ταμείου. Η διατύπωση του άρθρου αφήνει ανοικτό παράθυρο όχι απλώς για το πάγωμα των συντάξεων αλλά και για ενδεχόμενη αρνητική αναπροσαρμογή τους. Επίσης, ουδέν αναφέρει πώς και από ποιόν θα διαπιστώνεται η οικονομική δυνατότητα του Ταμείου.

6. Η διατύπωση του άρθρου 38 περί επιβολής νέου ΛΑΦΚΑ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εισφορά για τις συντάξεις άνω των 1.700 ευρώ θα είναι σημαντική αφού θα επιβάλλεται στο σύνολο της σύνταξης και όχι στο τμήμα της που υπερβαίνει το ποσόν των 1.400 ευρώ. Εκτός αυτού, η διάθεση των εισπραττόμενων ποσών για την κάλυψη των ελλειμμάτων ΦΚΑ αντιστρατεύεται την έννοια και τη λειτουργία του ΑΚΑΓΕ που έχει χαρακτήρα δημιουργίας αποθεματικού. Η αλήθεια είναι ότι με την επιβολή του ΛΑΦΚΑ:

επιχειρείται η συγκέντρωση χρημάτων, από το σύνολο των συνταξιούχων που έχουν συντάξεις άνω των 1.400 ευρώ, για να διατεθούν προς ενίσχυση συγκεκριμένων Ταμείων ώστε να καταστεί δυνατή η κάλυψη των αναγκών του για καταβολές συντάξεων.

7. Ο συντελεστής βελτίωσης (μετά το 2010) σε περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης (άρθρο 8) είναι πολύ χαμηλός (μόλις 0,06 / έτος), με συνέπεια να παραμένει κατ' ουσίαν άλυτο το πρόβλημα των αδικιών στη διαδοχική ασφάλιση.

8. Προβλέπεται η επαναλειτουργία της Διαρκούς Επιτροπής Κρίσεως Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων που συγκροτήθηκε με βάση τον Ν. 3790/2009 και κατάρτιση νέας λίστας που θα ισχύει μόνο για όσους ασφαλίζονται για πρώτη φορά από 1.7.2011.

9. Οι διατυπώσεις του άρθρου 27 περί ενοποιήσεων των ασφαλιστικών Ταμείων έχουν ευχολογικό χαρακτήρα. Το θέμα δεν είναι ώριμο και χρειάζονται σοβαρές μελέτες όχι μόνον αναλογιστικές αλλά και κοινωνικο-πολιτικού χαρακτήρα που μέχρι σήμερα δεν έχουν γίνει. Θεωρώ ανεφάρμοστο το άρθρο.

10. Με την εισαγωγή του συστήματος υπολογισμού των συντάξεων εισάγεται ο γνωστός τύπος τιμαριθμοποίησης των εισοδημάτων των παλαιότερων ετών (ισχύει, άλλωστε και σήμερα και στην Ελλάδα) με παράλληλο συνυπολογισμό ενός δείκτη ωρίμανσης. Μία προσπάθεια συνεκτίμησης, όμως, του εισαγόμενου δείκτη ωρίμανσης (0,06/έτος) με το πραγματικό ποσοστό αύξησης των μισθών ανά τριετία (περί το 10%) αναδεικνύει με ενάργεια το τεράστιο μέγεθος των απωλειών κατά τον υπολογισμό των συντάξεων, σε βάρος του εκάστοτε συνταξιούχου.

 

* Ο Γιώργος Ρωμανιάς είναι επιστημονικός σύμβουλος ΙΝΕ – ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 16/05/2010, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=543065

Κατεδαφίσεις «υψηλού συμβολισμού»

Κατεδαφίσεις «υψηλού συμβολισμού»

 

Του Γρηγόρη Σπηλιόπουλου

 

Μέσα σε δυο μόλις μέρες, ο πρωθυπουργός του ΔΝΤ και έπαρχος της ΝΟΑ (Νέας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), συμμετείχε σε δύο κατεδαφίσεις «υψηλού συμβολισμού», σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του περιβάλλοντός του και των παπαγάλων τους στα media.  Της  ερειπωμένης «Φαντασίας» στον Άλιμο και … του Μίκη!  

Οι συμβολισμοί όμως είναι συμπυκνώματα εννοιών και απαιτούν υψηλή νοημοσύνη και εκπαίδευση στην χρήση αλλά και στον έλεγχο των μεταθεωρητικών τους συνεπειών.  Γι' αυτό και ήταν πάντα ευθύνη των μυστών, θρησκείας ή επιστήμης. Οι κουτοπόνηροι όταν ανακατεύονταν, κατέληγαν αφ' ενός στη γελοιοποίηση τη δική τους και των συμβόλων, αφ' ετέρου στα αντίθετα νοήματα από εκείνα που θα ήθελαν να εκφράσουν αρχικά.

Από την παράσταση της «Φαντασίας», το αποτέλεσμα που απεκόμισε ο τηλεθεατής για την φαιδρή πρωθυπουργική περιφορά μέσα στα χαλάσματα, ήταν η αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι ικανός να γκρεμίζει μόνο τα γκρεμισμένα… Η εστίαση της προπαγανδιστικής (τρομάρα τους…) κάμερας, στην μολυσμένη ακτή μιας πιο μολυσμένης θάλασσας με τον κομπασμό ότι θα αποδοθεί στο Λαό, έπεισε και τον τελευταίο για το απευκταίο του οράματός του!

 Το Βατερλώ του όμως, ήταν η επίσκεψη στο σπίτι του Μίκη! Φαίνεται μάλιστα ότι είναι τόσο παχιά η μπουνταλοσύνη του, που δεν άφησε περιθώρια ούτε στον κατά τεκμήριο έξυπνο Σουλτάνο να σκεφτεί τί πραγματικά συμβόλιζε το όλο σκηνικό. Ας το παρουσιάσουμε αναλυτικά, γιατί με σύμβουλο τον αδελφό του, δεν αρκούν τα υπονοούμενα για να αντιληφθεί ο άνθρωπος το πραγματικό αποτέλεσμα…

Είδαμε λοιπόν τον Σουλτάνο να έρχεται με την αυτοκρατορική του συνοδεία, να φέρεται σαν απόλυτος άρχων, να του μιλάει ο George στα αγγλικά μπας και στενοχωρηθεί από την γλώσσα αυτών που του διέλυσαν την αυτοκρατορία, να ζητάει με θράσος τον αφοπλισμό των αεροπλάνων και των πλοίων μας στο έδαφός μας, να ζητάει το μισό Αιγαίο, να νουθετεί τους δημοσιογράφους μας για τον τρόπο γραφής τους, να περιφρονεί ακόμα και το διεθνές πρωτόκολλο που προβλέπει κατάθεση στεφάνου στο εκάστοτε εθνικό μνημείο, αφήνοντας στην μνήμη μας εκτεθειμένες τις θλιβερές φιγούρες των δύο τελευταίων πρωθυπουργών σκυφτές πάνω στο τάφο του Κεμάλ. Και μέσα σ' όλον αυτό τον κομπασμό, να τρέχει να επισκεφτεί τον Θεοδωράκη συν γυναιξί και τέκνοις!

Είναι ο Μίκης κάποιος μεγάλος πολιτικός παράγων που όφειλε να τον δεί; Φυσικά όχι.

Είναι μήπως ο μοναδικός που έχει εκφρασθεί θετικά για την προσέγγιση των δύο λαών; Θα πέσει η κατάρα του Μητσοτάκη πάνω σας! Που και πρωθυπουργός υπήρξε και συνεχίζει μέχρι τελευταίας πνοής αυτό το «θεάρεστο» έργο!

Είναι μεγάλος καλλιτέχνης και δεν άντεχε να περάσει από εδώ χωρίς να πάρει λίγη από την αύρα του; Το πιστεύει αυτό κανείς για τον Ερντογάν; Όταν μάλιστα ο Θεοδωράκης έχει γράψει και έχει μιλήσει κατ' επανάληψη εναντίον της Δραγώνα και υπέρ των καταπιεσμένων λαών που βρίσκονται κάτω από την τουρκική μπότα;

Τον επισκέφθηκε λοιπόν, γιατί ο Μίκης απετέλεσε μία από τις σημαίες της Πατριωτικής Αριστεράς, στον αγώνα κατά του εθνομηδενισμού! Με τα χαμόγελα και τις χειραψίες προσπάθησε να γκρεμίσει συμβολικά την αντίσταση κατά του νεο-οθωμανισμού. Έχοντας απονευρώσει (ή νομίζει ότι το έχει καταφέρει) την λαϊκή δεξιά με τον Καρατζαφέρη, προσπάθησε να κάνει το ίδιο και στην άλλη πλευρά της κοινωνικής αντίληψης.

Ποιο ήταν επομένως το αποτέλεσμα της επίσκεψης; Μετά την κυβέρνηση, σημαντικότερος παράγων των μελλοντικών εξελίξεων φαίνεται ότι θεωρείται ο κόσμος εκείνος που συμμερίζεται τις μέχρι προ δεκαημέρου ιδέες του Μίκη! Αυτούς φοβούνται και αυτούς μετράνε! Αυτούς που προσπάθησαν να τους ματαιώσουν μέσα σε μια βδομάδα κάθε εκδήλωση σε κλειστό ή ανοιχτό χώρο. Αυτούς που προσπαθούν να αποκλείσουν από κάθε βήμα έκφρασης. Μπορούμε λοιπόν να καμαρώνουμε ότι για αντίπαλο δέος στο ανάστημά μας, χρειάστηκε να στήσουν ολόκληρο Σουλτάνο!

Όσο για τον Μίκη, θα συνεχίσουμε να ακούμε τα τραγούδια του, να διαβάζουμε τα παλιά του γραπτά και θα σβήσουμε από την μνήμη μας τα χασκόγελα με τον Σουλτάνο και τον γιο της Μαργαρίτας. Για αντάλλαγμα του ζητάμε να κάτσει στο πιάνο και να σιγοτραγουδήσει το παλιό προφητικό του τραγουδάκι

 

Μιαν αλυσίδα μου ‘χουν δέσει γύρω στο λαιμό.

Είμαι αρκούδα χορεύω γύφτικο σκοπό.

Μέσα στα γήπεδα με γυμνάζουνε, τ΄ άγρια πλήθη να χαιρετώ

Με μαϊμούδες μαζί με βάζουνε, τα' άγρια πλήθη να προσκυνώ

 

ΠΗΓΗ: 18-05-2010,  http://www.ardin.gr/node/3137