Σχεδιάζει(ουν) τη διάσπαση των συνδικάτων;

Κάποιος(οι) σχεδιάζει(ουν) τη διάσπαση των συνδικάτων;

 

Του Οδυσσέα Πραξιάδη

 

 

Πρόσφατα «αλιεύσαμε» στη διαδικτυακή «θάλασσα» ένα κείμενο του Αντώνη Δραγανίγου – στελέχους του ΝΑΡ –  με τον τίτλο  «Ο Λένιν και η Διεθνής για τα συνδικάτα».  Το κείμενο αυτό είχε γραφτεί στην εφημερίδα ΠΡΙΝ στις 15/11/09, αλλά είναι αλήθεια ότι μας έκανε εντύπωση η επαναδημοσίευσή του σε ιστοσελίδα, αυτή την πολύ κρίσιμη περίοδο.

Το κείμενο υποτίθεται ότι πραγματεύεται την άποψη του Λένιν και της Κομμουνιστικής Διεθνούς (εφεξής ΚΔ) σχετικά με την ενότητα του εργατικού κινήματος. Ο Αντώνης Δραγανίγος (ΑΔ) υποστηρίζει, ανάμεσα στα άλλα, ότι:

α) το έργο του Λένιν «Ο "Αριστερισμός" παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» κακοποιήθηκε από το ρεφορμισμό και χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει τη συμβιβαστική του πολιτική,

β) ο «Αριστερισμός» γράφτηκε σε ιδιαίτερες συνθήκες υπονοώντας ότι σήμερα δεν έχει εφαρμογή,

γ) η ΚΔ δε θεωρούσε πολιτικό ατόπημα τη διάσπαση των συνδικάτων και ότι αυτή (η διάσπαση) δεν είναι θέση αρχής, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να εφαρμοστεί σήμερα στο εργατικό κίνημα.

Για να υποστηρίξει τα παραπάνω, παραθέτει αποσπάσματα από το έργο του Λένιν και από τα ντοκουμέντα της ΚΔ και χωρίς να το λέει ευθέως, αφήνει να εννοηθεί ότι σήμερα στο εργατικό κίνημα πρέπει να μας καθοδηγήσει ο «επαναστατικός» προσανατολισμός της διάσπασης που πάνω-κάτω είναι λενινιστική τακτική. Στο παρόν σημείωμα θα απαντήσουμε στις απόψεις του ΑΔ, αλλά θα θέσουμε και ορισμένα γενικότερα ζητήματα για το εργατικό κίνημα.

I. ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Το ελάττωμα του εκλεκτικισμού και της κατακρεούργησης των κειμένων των κλασικών δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Πρόκειται για μια γάγγραινα της οποίας φορείς είναι αρκετοί πολιτικοί χώροι και για μερικούς φαίνεται ότι η ασθένεια αυτή είναι ανίατη.

Κατά την ταπεινή μας άποψη η χρήση των κειμένων των κλασικών πρέπει να γίνεται υπό τις εξής προϋποθέσεις:

α) να μην ακρωτηριάζονται τα κείμενα ώστε πάση θυσία να δικαιωθεί μια δογματική άποψη που νομίζουμε ότι είναι επαναστατική,

β) να εξετάζουμε το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γράφτηκε το κείμενο και να ερμηνεύουμε γιατί έχει το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τη συγκεκριμένη μορφή,

γ) να βλέπουμε τυχόν αλλαγές στη σκέψη των κλασικών και να εξηγούμε το γιατί υπήρξαν,

δ) να δούμε τη σκέψη των κλασικών σε συνάρτηση με την πράξη, δηλαδή να δούμε αν ο προσανατολισμός που έδωσαν σε εκείνο ή ετούτο το ζήτημα είχε πρακτικό αντίκρισμα – θετικό ή αρνητικό –  μέσα στο επαναστατικό και εργατικό κίνημα.

Αν αυτές τις παραμέτρους δεν τις πάρουμε υπόψη τότε δεν παρουσιάζουμε τη σκέψη των κλασικών αλλά της καρικατούρας τους. Τους παραμορφώνουμε, τους κάνουμε αγνώριστους, μεταλλάσουμε το Μαρξισμό από επιστήμη σε ψευδοεπιστήμη.

II. ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ

Ας ξεκινήσουμε με το τι είναι τα συνδικάτα. Η εργατική τάξη στην πορεία σύγκρουσης με το κεφάλαιο υιοθέτησε κάποιες πρώτες μορφές οργάνωσης όπως τα ταμεία αλληλοβοήθειας, τα ασφαλιστικά ταμεία, οι συνεταιρισμοί κ.ά. Επρόκειτο περισσότερο για οργανώσεις υποστήριξης και αλληλεγγύης παρά για όργανα αγώνα. Αργότερα (στην εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού) εμφανίστηκαν τα συνδικάτα που αποτέλεσαν και αποτελούν μια από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του προλεταριάτου (ακόμη μεγαλύτερη είναι η δημιουργία του κόμματος της εργατικής τάξης, ενώ  «υπέρτατη» κατάκτηση είναι η επανάσταση και η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου).

Είναι γνωστό ότι η ταξική πάλη διεξάγεται σε τρία επίπεδα: το οικονομικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό. Τα επίπεδα αυτά διόλου δεν είναι αυτόνομα και η αυτοτέλειά τους είναι σχετική. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν «περιοχές» της ταξικής πάλης όπου αλληλεπικαλύπτονται τα τρία επίπεδα. Τα συνδικάτα παίζουν ρόλο κυρίως στους οικονομικούς αγώνες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να είναι αδιάφορα στις άλλες δυο μορφές ταξικής πάλης. Είναι υποχρεωμένα, αν δε θέλουν να μετατραπούν σε συντεχνίες, να διεξάγουν την πάλη τους και σε ιδεολογικό και σε πολιτικό επίπεδο.

Ποια, όμως, πρέπει να είναι η σχέση ενός επαναστατικού κόμματος με τα συνδικάτα; Για να απαντήσουμε σε αυτό το κεφαλαιώδες ερώτημα χρειάζεται να διευκρινίσουμε πως το επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης δεν είναι ενιαίο, ποτέ δεν ήταν τέτοιο και ποτέ δεν πρόκειται να γίνει, ακόμη και σε σοσιαλιστικές συνθήκες. Μπορεί, για παράδειγμα, να διακρίνει κάποιος:

– ένα γραφειοκρατικό στρώμα που μπαίνει στην υπηρεσία του κεφαλαίου και των αστικών κυβερνήσεων,

– ένα στρώμα που αν και δεν είναι ενταγμένο σε κάποιο γραφειοκρατικοποιημένο μηχανισμό είναι κερδισμένο με τη λογική της υποταγής και τα ιδεολογήματα της ταξικής συναίνεσης,

– ένα στρώμα που μπορεί να μην ακολουθεί με συνέπεια τα αστικά ιδεολογήματα αλλά απέχει και δηλώνει αδιάφορο απέναντι στις διαδικασίες της ταξικής πάλης,

– ένα στρώμα με αντιφάσεις στη σκέψη και δράση του που παλινδρομεί ανάμεσα στη σύγκρουση και την υποταγή,

– ένα στρώμα με ριζοσπαστικές διαθέσεις που ωστόσο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαναστατικό,

– ένα στρώμα επίσης με ριζοσπαστικές διαθέσεις που κατατείνει σε αναρχοσυνδικαλιστικές ή και σεχταριστικές απόψεις και

– ένα στρώμα πρωτοπόρο που κατανοεί τους κανόνες της ταξικής πάλης και έχει ολοκληρωμένα επαναστατικά χαρακτηριστικά.

Οι παράγοντες που συμβάλλουν στην ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων συνείδησης και στη δυσκολία να διαμορφωθεί αυτόματα επαναστατική συνείδηση είναι:

α) η δυσκολία από την πλευρά της εργατικής τάξης να αποκωδικοποιήσει τους μηχανισμούς εκμετάλλευσής της (φετιχοποίηση του εμπορεύματος),

β) ο ρόλος που παίζει το γραφειοκρατικοποιημένο στρώμα της εργατικής τάξης και η εργατική αριστοκρατία που δουλεύουν ως πολιορκητικός κριός στο εσωτερικό της τάξης,

γ) οι μισθολογικές διαφορές ανάμεσα σε τμήματα της εργατικής τάξης,

δ) η δημιουργία αυταπατών και στρεβλών αντιλήψεων λόγω της υποτιθέμενης αντίθεσης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα,

ε) ο εφεδρικός στρατός (άνεργοι) που χρησιμοποιούνται ως μέσο πίεσης στους υπόλοιπους,

στ) οι μηχανισμοί χειραγώγησης όπως τα αστικά ΜΜΕ, η τρομοκρατία στους εργασιακούς χώρους, η αστική δικαιοσύνη και τα σώματα καταστολής.

Όλα τα παραπάνω υπογραμμίζουν την ανάγκη να υπάρχουν διακριτά όρια ανάμεσα στα συνδικάτα και το επαναστατικό κόμμα, αφού το μεν κόμμα συσπειρώνει τη συνειδητή πρωτοπορία της εργατικής τάξης, το μεν συνδικάτο πρέπει να συσπειρώνει ευρύτατες εργατικές μάζες. Να το πούμε αλλιώς: αν αίφνης η εργατική τάξη συνειδητοποιούσε στο σύνολό της την ανάγκη επαναστατικού σχηματισμού της κοινωνίας, αν κατανοούσε στο σύνολό της τους μηχανισμούς εκμετάλλευσής της και την ανάγκη αδιάκοπης ταξικής πάλης που θα έφτανε μέχρι τέλους, τότε τα συνδικάτα θα ήταν άχρηστα αφού όλοι οι εργάτες θα συσπειρώνονταν στο κόμμα τους και τα συνδικάτα θα γίνονταν ένα με το κόμμα. Αυτό, όμως, προφανώς δε γίνεται και ούτε και πρόκειται να γίνει. Το συνδικάτο δεν μπορεί να θέτει ως προϋπόθεση ένταξης των εργατών σε αυτό, ένα πλαίσιο εφ' όλης της ύλης. Πρέπει να συμπεριλαμβάνει όλο το φάσμα των εργατικών στρωμάτων, ανεξάρτητα από το επίπεδο συνείδησης. Εντός των συνδικάτων οι κομμουνιστές οφείλουν να αποκαλύπτουν την πολιτική του κεφαλαίου, να κάνουν το συνδικάτο ένα σχολείο ταξικής πάλης και ταξικής διαπαιδαγώγησης και όταν κρίνεται ότι οι συνθήκες το επιβάλλουν, να βαθαίνουν την πολιτικοποίηση των συνθημάτων, των αιτημάτων και των εργατικών αγώνων.

Ένας από τους φορείς της στρεβλής, περί συνδικάτων, αντίληψης υπήρξε ο Τρότσκι. Συγκεκριμένα στην μπροσούρα του «Για το ρόλο και τα καθήκοντα των συνδικάτων» που αφορούσε στη σοβιετική περίοδο εξέφρασε μια γραφειοκρατική άποψη (κρατικοποίηση των συνδικάτων), την οποία δεν άφησε αναπάντητη ο Λένιν. Η απάντηση του Λένιν μπορεί να αφορά στο ρόλο των συνδικάτων στην περίοδο της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά μας προσφέρει τρόπο σκέψης και για το ρόλο τους στον καπιταλισμό: «Από το ένα μέρος, τα συνδικάτα αγκαλιάζουν όλους ανεξαιρέτως, περιλαμβάνοντας στις γραμμές της οργάνωσης τους βιομηχανικούς εργάτες, τα συνδικάτα είναι η οργάνωση της τάξης που διοικεί, κυριαρχεί και κυβερνά, της τάξης που πραγματοποιεί τη δικτατορία, της τάξης που πραγματοποιεί τον κρατικό καταναγκασμό. Όμως η οργάνωση αυτή δεν είναι οργάνωση κρατική, δεν είναι οργάνωση καταναγκασμού, είναι οργάνωση διαπαιδαγωγική, οργάνωση προσέλκυσης, εκπαίδευσης, είναι σχολείο, σχολείο διεύθυνσης, σχολείο οικονομικής διαχείρισης, σχολείο του κομμουνισμού. Είναι σχολείο εντελώς ασυνήθιστου τύπου, γιατί έχουμε να κάνουμε όχι με δασκάλους και μαθητές, αλλά έχουμε να κάνουμε με κάποιο εξαιρετικά ιδιόμορφο συνδυασμό αυτού που έμεινε από τον καπιταλισμό και που δεν μπορούσε να μη μείνει, και αυτού που προβάλλουν από μέσα τους τα επαναστατικά πρωτοπόρα τμήματα, ή επαναστατική -μπορούμε να πούμε- πρωτοπορία του προλεταριάτου. Γι' αυτό, το να μη μιλάει κανείς για το ρόλο των συνδικάτων, χωρίς να παίρνει υπόψη του αυτές τις αλήθειες, σημαίνει να καταλήγει αναπόφευκτα σε μια σειρά λάθη.

»Τα συνδικάτα, από την άποψη της θέσης του στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου, βρίσκονται – αν μπορεί να εκφραστεί κανείς έτσι – ανάμεσα στο Κόμμα και στην κρατική εξουσία […]», οι υπογραμμίσεις δικές μας (Λένιν, Για τα συνδικάτα, Άπαντα, τ. 42, σελ. 203, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Ο Λένιν δεν υποκύπτει στη γοητεία της εξουσίας. Στην εύκολη αλλά απολύτως καταστροφική άποψη για κρατικοποίηση των συνδικάτων. Η κατάκτηση της εξουσίας δεν τον οδηγεί σε βολουνταρισμούς γιατί αντιλαμβάνεται την ποικιλομορφία των συνειδήσεων και ότι ο καταναγκασμός, ο διοικητισμός, η γραφειοκρατικοποίηση, θα απομακρύνει την εργατική τάξη από το κόμμα. Όπως λέει χαρακτηριστικά σε άλλο σημείο, η διαφωνία του με τον Τρότσκι βρίσκεται «πάνω στο ζήτημα των μεθόδων για το πλησίασμα της μάζας, της κατάκτησης της μάζας, της σύνδεσης με τη μάζα», οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο (ο.π., σελ. 206).

Εν ολίγοις, ενώ η εργατική τάξη είχε στα χέρια της την εξουσία, παρόλα αυτά ο Λένιν θέτει ζήτημα της καλύτερης δυνατής προσέγγισης της εργατικής τάξης. Αν, λοιπόν, αυτό το κρίσιμο ζήτημα έμπαινε εμφατικά ακόμη και σε συνθήκες που η εξουσία ήταν επαναστατική, δε θα πρέπει να μπαίνει εμφατικότερα σε συνθήκες καπιταλισμού;

III. Ο «ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΜΟΣ» ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ

Ο «Αριστερισμός» του Λένιν γράφτηκε το 1920, μια περίοδο κατά την οποία είχαν κάνει την εμφάνισή τους «υπεραριστερά» κόμματα με σοβαρότατες αποκλίσεις από το Μαρξισμό-Λενινισμό. Οι αριστερίστικες απόψεις εμφανίστηκαν μετά από την προδοσία της Β' Διεθνούς κατά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο (στήριξε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο), σε συνθήκες όπου τα συνδικάτα παρουσίαζαν σοβαρές τάσεις μαζικοποίησης, κι ενώ το πρώτο εργατικό κράτος ήταν γεγονός και έπνεε επαναστατικός άνεμος σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης. Αυτό το μίγμα – τουλάχιστον κάποια συστατικά του – ευνοούσαν την άνθιση απόψεων όπως αυτών που υποστήριζαν ότι:

α) στα επαναστατικά κόμματα δεν αρμόζουν οι συμβιβασμοί και οι πολιτικές συμμαχίες,

β) οι επαναστάτες δεν πρέπει να δουλεύουν μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα,

γ) τα κομμουνιστικά κόμματα δεν πρέπει να παίρνουν μέρος στις αστικές εκλογές και τα αστικά κοινοβούλια.

Οι απόψεις αυτές εκφράστηκαν από κόμματα που υπήρχαν στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αυστρία, στη Γαλλία, στις ΗΠΑ, στην Ολλανδία και άλλες χώρες. Ένας επιφανής εκπρόσωπος αυτών των απόψεων ήταν ο Αμαντέο Μπορντίγκα (ΑΜ). Ο ΑΜ ήταν Ιταλός και αντιπρόσωπος στο συνέδριο της ΚΔ. (Αργότερα μάλιστα διαφώνησε με την τακτική του αντιφασιστικού μετώπου της ΚΔ, αφού πίστευε πως ο φασισμός είναι άλλη μια πλευρά της αστικής δημοκρατίας και ως εκ τούτου δε χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης από τα επαναστατικά κόμματα). Ένα άλλο επιφανές στέλεχος του αριστερισμού ήταν ο Άντονι Πάννεκοκ (ΑΠ). Ο ΑΠ ήταν Ολλανδός κι έπαιρνε μέρος στη δουλειά της ΚΔ. Μάλιστα, ο ΑΠ υπερτόνιζε τη «συντηρητική» φύση των συνδικάτων, αν και αργότερα από το 1920.

Έγραφε χαρακτηριστικά: « […] Η ουσία του συνδικαλισμού δεν είναι επαναστατική, αλλά συντηρητική», (Άντον Πάννεκοκ, Ο συνδικαλισμός, σελ. 17, εκδ. Επαναστατική Αυτοοργάνωση, χ.χ.) Ο «Αριστερισμός» γράφτηκε για να απαντήσει στις απόψεις αυτών των κομμάτων και για να διανεμηθεί στους αντιπροσώπους του 2ου συνεδρίου της ΚΔ τυπωμένο σε τρεις γλώσσες, κάτι που δείχνει τη μεγάλη σημασία που έδιναν στην πολεμική απέναντι στο μέτωπο των αριστερίστικων απόψεων, τόσο ο Λένιν όσο και η ΚΔ.

Ο Λένιν έγραψε ένα από τα σπουδαιότερα πονήματα της μαρξιστικής φιλολογίας σε ζητήματα τακτικής και στρατηγικής, με συμπεράσματα που δεν αφορούν, στενά, στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο αλλά είναι διαχρονικά. Συνέτριψε με δομημένη και διαλεκτική επιχειρηματολογία όλες τις αιτιάσεις των νεαρών αριστερίστικων κομμάτων, δίνοντας ξεκάθαρο προσανατολισμό στο επαναστατικό κίνημα.

IV. Ο ΛΕΝΙΝ ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ

Ο Λένιν απαντά κυρίως στις απόψεις των Γερμανών «αριστερών» για μη συμμετοχή στα αντιδραστικά συνδικάτα. Χαρακτηρίζει τις απόψεις αυτές ως παιδιάστικες και γελοίες ανοησίες και ειρωνεύεται την απόφασή τους να βγουν από τα υπάρχοντα συνδικάτα και να δημιουργήσουν την «εντελώς καινουργιούτσικη, την εντελώς καθαρούτσικη εργατική ένωση κτλ. κτλ. που τη σοφίστηκαν οι καλοί μας (και ασφαλώς στο μεγαλύτερο μέρος τους πολύ νεαροί) κομμουνιστές κτλ.», (Λένιν, Ο «Αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, Άπαντα, τ. 42, σελ. 32, εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Και συνεχίζει: «Τον αγώνα όμως ενάντια στην "εργατική αριστοκρατία" τον διεξάγουμε εξ' ονόματος της εργατικής μάζας και για να την τραβήξουμε με το μέρος μας. Τον αγώνα ενάντια στους οπορτουνιστές και σοσιαλσωβινιστές αρχηγούς τον διεξάγουμε για να τραβήξουμε την εργατική τάξη με το μέρος μας. θα ήταν ανοησία να ξεχνά κανείς αυτή τη στοιχειώδη και εξόφθαλμη αλήθεια. Και ακριβώς τέτοια ανοησία κάνουν οι "αριστεροί" γερμανοί κομμουνιστές, που από τον αντιδραστικό και αντεπαναστατικό χαρακτήρα των ηγετικών κύκλων των συνδικάτων βγάζουν το συμπέρασμα ότι. Οι κομμουνιστές πρέπει να βγουν από τα συνδικάτα!!να δημιουργήσουν νέες επινοημένες μορφές εργατικής οργάνωσης!! Αυτό είναι ασυγχώρητη βλακεία, που ισοδυναμεί με την πιο μεγάλη υπηρεσία που μπορούν να προσφέρουν οι κομμουνιστές στην αστική τάξη […] Να μη δουλεύεις μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα σημαίνει να εγκαταλείπεις τις λειψά αναπτυγμένες ή καθυστερημένες εργατικές μάζες στην επιρροή των αντιδραστικών ηγετών, των πρακτόρων της αστικής τάξης, των αριστοκρατών ηγετών ή των "αστοποιημένων εργατών" […]

» Η ανόητη ακριβώς "θεωρία" για τη μη συμμετοχή των κομμουνιστών στα αντιδραστικά συνδικάτα δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο πόσο επιπόλαια οι "αριστεροί" κομμουνιστές αντικρίζουν το ζήτημα της επιρροής πάνω στις "μάζες" και πόση κατάχρηση κάνουν με τις κραυγές τους της λέξης "μάζα". Για να μπορέσεις να βοηθήσεις τις "μάζες" και να κατακτήσεις τη συμπάθειά τους, την αγάπη τους και την υποστήριξή τους δεν πρέπει να φοβάσαι τις δυσκολίες, δεν πρέπει να φοβάσαι τις στρεψοδικίες, τις τρικλοποδιές, τις προσβολές και τις καταδιώξεις από μέρους των "αρχηγών" [..] αλλά να δουλεύεις υποχρεωτικά εκεί που είναι οι μάζες. Πρέπει να είσαι σε θέση να κάνεις κάθε θυσία, να υπερνικάς τα πιο μεγάλα εμπόδια για να διεξάγεις μια συστηματική, επίμονη, σταθερή και υπομονετική προπαγάνδα και ζύμωση μέσα σε εκείνα ακριβώς τα ιδρύματα, τους συλλόγους και τις ενώσεις, ακόμη και στις πιο αντιδραστικές, όπου υπάρχουν προλεταριακές και μισοπρολεταριακές μάζες. Και τα συνδικάτα και οι εργατικοί συνεταιρισμοί (οι τελευταίοι τουλάχιστον ορισμένες φορές) είναι ακριβώς οργανώσεις όπου υπάρχει μάζα […]», οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο, (Λένιν, Ο «Αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, Άπαντα, τ. 42, σελ. 36-37, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Ο Λένιν απαντά με κατηγορηματικό τρόπο και στο ζήτημα της πολιτικοποίησης των συνδικάτων: «Δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μεγαλύτερο παραλογισμό, μεγαλύτερη ζημιά για την επανάσταση απ' αυτή που φέρνουν οι "αριστεροί" επαναστάτες! Ακόμη και τώρα στη Ρωσία, αν ύστερα από 21/2 χρόνια πρωτοφανέρωτες νίκες ενάντια στην  αστική τάξη της Ρωσίας και της Αντάντ βάζαμε σαν όρο εγγραφής στα συνδικάτα την "αναγνώριση της δικτατορίας", θα κάναμε ανοησία (!), θα καταστρέφαμε την επιρροή μας στις μάζες, θα βοηθούσαμε τους μενσεβίκους. Γιατί όλο το καθήκον των κομμουνιστών είναι ακριβώς να ξέρουν να πείθουν τους καθυστερημένους, να ξέρουν να δουλεύουν ανάμεσά τους και όχι να απομονώνονται απ' αυτούς με επινοημένα, παιδιάστικα-"αριστερά" συνθήματα», οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο, (Λένιν, Ο «Αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, Άπαντα, τ. 42, σελ.37-38, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Για το Λένιν η τακτική διάσπασης των συνδικάτων είναι τακτική που ευνοεί τον ταξικό αντίπαλο: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κύριοι Γκόμπερς, Χέντερσον, Ζουώ και Λεγκίν θα χρωστούν μεγάλη ευγνωμοσύνη στους "αριστερούς" αυτούς επαναστάτες [..]», (Λένιν, Ο «Αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, Άπαντα, τ. 42, σελ.38, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Ο Λένιν τοποθετείται και για τον προσανατολισμό που πρέπει να υπάρξει στην ΚΔ: «Η Εκτελεστική Επιτροπή της ΙΙΙ Διεθνούς πρέπει, κατά την προσωπική μου γνώμη, να καταδικάσει ανοικτά και να προτείνει στο επόμενο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς να καταδικαστεί τόσο γενικά η πολιτική της μη συμμετοχής στα αντιδραστικά συνδικάτα [..] Η ΙΙΙ Διεθνής πρέπει να ξεκόψει από την τακτική της ΙΙ και να μην προσπερνά τα φλέγοντα ζητήματα, να μην τα σκεπάζει, αλλά να τα βάζει ανοικτά. Είπαμε καταπρόσωπα όλη την αλήθεια στους "ανεξάρτητους" […], καταπρόσωπα πρέπει να πούμε όλη την αλήθεια και στους "αριστερούς" κομμουνιστές», η υπογράμμιση δική μας (Λένιν, Ο «Αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, Άπαντα, τ. 42, σελ.38-39, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

V. Η ΚΔ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ

Ο Λένιν, όπως ήδη είδαμε δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνειών για το ζήτημα της συμμετοχής. Θα λέγαμε ότι η θέση του για συμμετοχή στα αντιδραστικά σωματεία αποκτά την ισχύ θέσης αρχής.

Το επόμενο συνέδριο της ΚΔ ακολούθησε, άραγε, τις διδαχές του Λένιν; Ας δούμε τη σχετική απόφαση: «Οι κομμουνιστές θεωρούν ότι οι στόχοι και η ζωή των συνδικαλιστικών οργανώσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από την εξωτερική μορφή που παίρνουν κι έτσι δεν πρέπει να διστάζουν να προκαλούν τη διάσπαση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, εάν η άρνηση να το κάνουν θα ισοδυναμούσε με άρνηση να εμπλακούν στην επαναστατική δράση, μέσα στα συνδικάτα, στην προσπάθειά τους να τα μετατρέψουν σε όπλα του επαναστατικού αγώνα και με άρνηση να οργανώσουν τα τμήματα του προλεταριάτου που υφίστανται τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση. Αλλά και όταν μια τέτοια διάσπαση αποδεικνύεται αναγκαία, πρέπει να συντελείται μόνο όταν οι κομμουνιστές κατορθώσουν -μέσα από την ενεργή συμμετοχή τους στον οικονομικό αγώνα και από το συνεπή αγώνα ενάντια στους οπορτουνιστές ηγέτες και τις τακτικές τους- να πείσουν τις πλατιές μάζες ότι η διάσπαση επιχειρείται όχι για χάρη κάποιων μακρινών επαναστατικών σκοπών που οι μάζες δεν καταλαβαίνουν ακόμη, αλλά για χάρη των πιο άμεσων και συγκεκριμένων συμφερόντων της εργατικής τάξης και της ανάπτυξης του οικονομικού της αγώνα. Σε περίπτωση που η διάσπαση είναι αναγκαία, οι κομμουνιστές πρέπει συνεχώς και προσεκτικά να εξετάζουν τις τακτικές τους για να διασφαλίσουν ότι η διάσπαση δε θα οδηγήσει στην απομόνωση των κομμουνιστών από τις μάζες» (3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, Το συνδικαλιστικό κίνημα και οι εργοστασιακές επιτροπές και η 3η Διεθνής, σελ. 143-144, εκδ. Εργατική Πάλη, χ.χ.).

Στο παραπάνω απόσπασμα έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

1) Το κείμενο της ΚΔ δεν είναι πλήρως εναρμονισμένο με τον προσανατολισμό που χάραξε ο Λένιν. Να σημειωθεί πως η χρονική διάρκεια που παρεμβλήθηκε ανάμεσα στον «Αριστερισμό» του Λένιν και στο ντοκουμέντο της ΚΔ ήταν μόλις δυο μήνες, πολύ μικρό χρονικό διάστημα για να προέκυψε κάτι δραματικό για να αλλάξει ο προσανατολισμός του Λένιν (Ιούνιο του 1920 εκδόθηκε ο «Αριστερισμός», Αύγουστο του 1920 βγήκε το ντοκουμέντο της ΚΔ). Το κείμενο της ΚΔ εκφράζει την ιδεολογική αντιπαράθεση που υπήρχε στους κόλπους της ΚΔ. Άλλωστε, το τελευταίο απόσπασμα του Λένιν που παραθέσαμε δείχνει και την αγωνία του για να υπάρχει απόφαση σε σωστή βάση.

2) Η προσπάθεια συγκερασμού διαφορετικών απόψεων φαίνεται από τις αντιφάσεις και τις ασάφειες στο ντοκουμέντο της ΚΔ. Το ντοκουμέντο κάνει λόγο για την ανάγκη οργάνωσης και δράσης εκείνου του τμήματος της εργατικής τάξης που υφίσταται τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση, παραβλέποντας τα υπόλοιπα τμήματα και πέφτοντας σε έναν απαράδεκτο εργατισμό. Στον «Αριστερισμό» του Λένιν δεν υπάρχει κανένας τέτοιος διαχωρισμός. Κι ακόμη: τι νόημα έχει να διασπαστούν τα συνδικάτα όταν πειστούν για αυτό πλατιές μάζες εργατών; Μα αν πειστούν οι πλατιές μάζες τότε θα έχεις και τη δυνατότητα αλλαγής συσχετισμών, εντός των ήδη υπαρχόντων συνδικάτων. Κι αφού εξασφαλίσεις τη στήριξη των πλατιών μαζών προκειμένου να πας σε διάσπαση γιατί θα πρέπει να είσαι προσεκτικός για να μην απομονωθείς;

3) Συχνά θεωρείται ότι την εισήγηση στην ΚΔ την έκανε ο Λένιν. Δυστυχώς για όσους το υποστηρίζουν ή το υπονοούν, θα πρέπει να ξέρουν ότι την εισήγηση την έκανε ο Ράντεκ, κάτι που αναφέρεται στην αγγλόφωνη έκδοση των ντοκουμέντων της ΚΔ (The Communist International in Lenin's Time, Proccedings and Documents of the Second Congress, 1920, Volume 1, p. 1005, Pathfinder, New York, London, Montreal, Sydney). Να θυμίσουμε ότι ο Ράντεκ ανήκε στο μπολσεβίκικο κόμμα από το 1917, το 1918 ήταν «αριστερός» κομμουνιστής και από το 1923 μέλος της τροτσκιστικής αντιπολίτευσης. Επομένως, ο Λένιν ουδέποτε εισηγήθηκε το σχετικό κείμενο, κάτι που αν έκανε θα αναιρούσε τον ίδιο του τον εαυτό.

Σε κάθε περίπτωση, παρά τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις του ντοκουμέντου της ΚΔ, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μέσω αυτού του ντοκουμέντου καλείται η εργατική τάξη να πάει σε μαζική διάσπαση των συνδικάτων. Οι προϋποθέσεις που τίθενται είναι αυστηρές και αυτό δε χωρά πολλές παρερμηνείες.

Η ΚΔ συνέχισε στην ίδια ρότα στα μετέπειτα συνέδριά της; Η απάντηση είναι αρνητική. Στο 3ο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε τον επόμενο χρόνο, δηλαδή το 1921, το πνεύμα είναι διαφοροποιημένο:« […]Το καθήκον των κομμουνιστών είναι να εξηγήσουν στο προλεταριάτο ότι τα προβλήματά του δε θα λυθούν αν εγκαταλείψουν τα παλιά συνδικάτα για να δημιουργήσουν καινούρια ή αν μείνουν έξω από αυτά, αλλά αν τα επαναστατικοποιήσουν, απαλλάσοντάς τα από τη ρεφορμιστική επιρροή και τους προδότες ρεφορμιστές ηγέτες, και αν τα μετατρέψουν σε πραγματικά προπύργια του επαναστατικού προλεταριάτου.

»Στην περίοδο που μας έρχεται, το κύριο καθήκον όλων των κομμουνιστών είναι να διεξάγουν ένα σταθερό και ρωμαλέο αγώνα για να κατακτήσουν την πλειοψηφία των συνδικαλισμένων. Οι κομμουνιστές δεν πρέπει να αποθαρρύνονται  από τις αντιδραστικές τάσεις που εκδηλώνουν σήμερα τα εργατικά συνδικάτα αλλά πρέπει να προσπαθούν να υπερνικήσουν όλη την αντίσταση και, με την ενεργητική συμμετοχή τους στους καθημερινούς αγώνες, να κερδίσουν τα συνδικάτα με το μέρος του κομμουνισμού. Το πραγματικό μέτρο για την εκτίμηση της δύναμης ενός κομμουνιστικού κόμματος είναι η επιρροή που ασκεί πάνω στη μάζα των συνδικαλισμένων εργατών. Το κόμμα πρέπει να μάθει πώς να ασκεί επιρροή στα συνδικάτα χωρίς να μπαίνει στον πειρασμό να τα κηδεμονεύσει […]», (3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, Η Κομμουνιστική Διεθνής και η Κόκκινη Συνδικαλιστική Διεθνής. Ο αγώνας εναντίον της συνδικαλιστικής (αντεργατικής) Διεθνούς του Άμστερνταμ, σελ. 334, εκδ. Εργατική Πάλη, χ.χ.).

Ομοίως στο 4ο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε το 1922, διαπιστώνεται ότι: «15. Η θεωρία της αυτονομίας, όπως τη διατυπώνουν οι γάλλοι, οι ιταλοί και οι ισπανοί αναρχοσυνδικαλιστές, αποτελεί με λίγα λόγια πολεμική κραυγή του αναρχισμού εναντίον του κομμουνισμού. Οι κομμουνιστές μέσα στα συνδικάτα πρέπει να καταπολεμήσουν αποφασιστικά αυτή την προσπάθεια των αναρχοσυνδικαλιστών να εισάγουν λαθραία, κάτω από τη σημαία της αυτονομίας, αυτό το αναρχικό βρομοεμπόρευμά τους ώστε να μη διαιρεθεί το εργατικό κίνημα σε εχθρικά μεταξύ τους τμήματα και να μην επιβραδυνθεί ή παρεμποδιστεί ο θρίαμβος της εργατικής τάξης […]

»21. Το σύνθημα της Κομμουνιστικής Διεθνούς ("ενάντια στη διάσπαση των συνδικάτων")πρέπει να εφαρμοστεί εξίσου δραστήρια όπως και στο παρελθόν, παρά τις λυσσασμένες διώξεις στις οποίες υποβάλλουν τους κομμουνιστές οι ρεφορμιστές σε όλες τις χώρες. Οι ρεφορμιστές επιδιώκουν να παρατείνουν το σχίσμα με τους αποκλεισμούς και τις διαγραφές. Διώχνοντας συστηματικά τα καλύτερα στοιχεία των συνδικάτων ελπίζουν να κάνουν τους κομμουνιστές να χάσουν την ψυχραιμία τους, να φύγουν από τα συνδικάτα, εγκαταλείποντας το καλομελετημένο σχέδιό τους δηλαδή της κατάκτησης των οργανώσεων αυτών από το εσωτερικό τους, και να ταχθούν υπέρ του σχίσματος. Αλλά δε θα μπορέσουν οι ρεφορμιστές να καταφέρουν αυτό που θέλουν.

»22. Το σχίσμα του συνδικαλιστικού κινήματος, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, αποτελεί το μεγαλύτερο κίνδυνο για το εργατικό κίνημα στο σύνολό του. Το σχίσμα στα εργατικά συνδικάτα θα έριχνε την εργατική τάξη πολλά χρόνια πίσω, γιατί η μπουρζουαζία θα μπορούσε τότε να ξαναπάρει εύκολα πίσω τις πιο στοιχειώδεις εργατικές κατακτήσεις. Οι κομμουνιστές πρέπει με κάθε μέσο να εμποδίσουν το συνδικαλιστικό σχίσμα. Με όλα τα μέσα, με όλες τις δυνάμεις των οργανώσεών τους, πρέπει να εμποδίσουν την εγκληματική ελαφρότητα με την οποία οι ρεφορμιστές σπάζουν τη συνδικαλιστική ενότητα.

»23. Στις χώρες όπου υπάρχουν παράλληλα δύο εθνικές συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες (Ισπανία, Γαλλία, Τσεχοσλοβακία, κ.λπ.) οι κομμουνιστές πρέπει να αγωνιστούν συστηματικά για την ενοποίηση αυτών των παράλληλων οργανώσεων. Εφόσον υπάρχει αυτός ο σκοπός της συγχώνευσης των συνδικάτων, που σήμερα είναι διασπασμένα, δεν είναι καθόλου λογικό να αποσπούμε τους μεμονωμένους κομμουνιστές και τους επαναστάτες εργάτες από ρεφορμιστικά συνδικάτα μεταφέροντάς τους στα επαναστατικά συνδικάτα. Κανένα ρεφορμιστικό συνδικάτο δεν πρέπει να μείνει χωρίς επαναστατική ζύμη. Η ενεργητική εργασία των κομμουνιστών και στα δυο συνδικάτα που υπάρχουν παράλληλα, αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση της ενότητας που υπάρχει σήμερα», οι υπογραμμίσεις δικές μας (3η Διεθνής, Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, Θέσεις για την κομμουνιστική δράση μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, σελ. 424-425, εκδ. Εργατική Πάλη, χ.χ.).

Το 1921 ιδρύεται η Κόκκινη Διεθνής των Εργατικών Συνδικάτων (ΚΔΕΣ) που αποτελούσε τη Διεθνή μιας σειράς συνδικάτων με προσανατολισμό στην ταξική πάλη και όχι στην ταξική συνεργασία. Στο ιδρυτικό συνέδριο υπήρξαν έντονες αντιπαραθέσεις και διαφωνίες. Ένα από τα ζητήματα που προκάλεσε αυτές τις αντιπαραθέσεις ήταν αυτό των διπλών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Πρέσβεις της άποψης για την ανάγκη ύπαρξης διπλών συνδικαλιστικών οργανώσεων ήταν οι αριστεριστές και τα αναρχοσυνδικαλιστικά στοιχεία. Ωστόσο μετά από τη σχετική διαπάλη η απόφαση του συνεδρίου ήταν ξεκάθαρη: «τα πιο συνειδητά, επαναστατικά, δραστήρια στοιχεία θα πρέπει να ανήκουν οργανικά και να δουλεύουν εκεί που βρίσκονται η μάζα της εργατικής τάξης: στα εργοστάσια, στους τόπους δουλειάς, στους μικρότερους πυρήνες των συνδικάτων, προσπαθώντας παντού να εξασφαλίσουν υπεύθυνες ηγετικές θέσεις μέσα στο εργατικό κίνημα, από τη βάση ως την κορυφή», (Βλέπε αναλυτικότερα Ουίλιαμ Φόστερ, Η ιστορία του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος, τ. Β', σελ. 56, εκδ. Εταιρεία Ελληνικού Βιβλίου, 1978).

Ωστόσο, υπήρξε και ένα λάθος που αφορούσε στη σχέση της ΚΔΕΣ με την ΚΔ. Το συνέδριο αποφάσισε τη στενότερη δυνατή σύνδεση της ΚΔΕΣ με την ΚΔ. Όμως «Η αποκατάσταση οργανικών δεσμών ανάμεσα στις δυο Διεθνείς, υπήρξε πάντως ένα λάθος τακτικής. Γιατί έτεινε να στενέψει την ΚΔΕΣ, μια και πλατιές μάζες εργατών σε όλο τον κόσμο δεν ήταν έτοιμες να δουλέψουν σε τόσο στενή συνεργασία με τα κομμουνιστικά κόμματα πολύ περισσότερο γιατί η διεθνής κατάσταση δεν ήταν τόσο επαναστατική ώστε να σπρώξει τις μάζες να υπερπηδήσουν τους δισταγμούς τους και να αποδεχθούν χωρίς επιφυλάξεις την πολιτική ηγεσία των κομμουνιστικών κομμάτων. Κατά συνέπεια, στο δεύτερο συνέδριο της ΚΔΕΣ, το 1922, η αμοιβαία αντιπροσώπευση καταργήθηκε ύστερα από πρόταση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Γαλλίας και η συνεργασία των δυο Διεθνών συνεχίστηκε χωρίς πια να υπάρχει οργανικός δεσμός», (Ουίλιαμ Φόστερ, Η ιστορία του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος, τ. Β', σελ. 57-58, εκδ. Εταιρεία Ελληνικού Βιβλίου, 1978).

Μετά από όλα αυτά, εκείνο που έχει αξία είναι να δούμε ποια από τις δυο γραμμές «περπάτησε»: αυτή των αριστεριστών ή η λενινιστική; Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση των Γερμανών κομμουνιστών που ήταν φορείς της αντίληψης περί αναγκαιότητας ύπαρξης παράλληλων συνδικάτων. Το αριστερίστικο KAPD (το δημιούργησαν οι «υπεραριστεροί» που διασπάστηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας το KPD δηλ. το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας) δεν κατάφερε απολύτως τίποτα, παρά μόνο να αποσπάσει κάποιους εργάτες από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας και στη συνέχεια να εξαφανιστεί. Κανένα εργατικό κίνημα δεν αναπτύχθηκε στη βάση των «κόκκινων» συνδικάτων. Αντίστοιχη ήταν και η πορεία του αναρχοσυνδικαλισμού που παρήκμασε μετά το 1921. Αντίθετα όπου το εργατικό κίνημα πορεύτηκε με τον προσανατολισμό της ΚΔ και του Λένιν, «πάτησε στα πόδια του», είχε ανάπτυξη και κατακτήσεις. Η πράξη ήταν ανέκαθεν ο καλύτερος δάσκαλος.

VI. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Το 1920 συνέρχεται το 2ο συνέδριο της ΓΣΕΕ στην Αθήνα. Τρεις ήταν οι τάσεις που εμφανίστηκαν κατά τη διεξαγωγή του συνεδρίου: μία που υποστήριζε τη συνεργασία της ΓΣΕΕ με το ΣΕΚΕ (Κ), μία που υποστήριζε τη συγχώνευση της ΓΣΕΕ με το κόμμα και μία που διατύπωσε την ανάγκη να μείνει η ΓΣΕΕ έξω από κάθε κόμμα. Επικράτησε η πρώτη κι έγινε γνωστή ως η άποψη της «οργανικής σύνδεσης» του ΣΕΚΕ με τη ΓΣΕΕ. Όμως «Η θέση αυτή δεν ήταν σωστή, γιατί παραβίαζε και κατέλυε την οργανωτική αυτοτέλεια της ΓΣΕΕ, περιόριζε τη μαζικοποίησή της και αντικειμενικά αλλοίωνε το ρόλο και το χαρακτήρα της. Μια πρώτη αρνητική συνέπεια ήταν αν παραμείνουν έξω από τη ΓΣΕΕ οι ομοσπονδίες των σιδηροδρομικών και των (Ιστορικό τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ, Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ, Α' τόμος, 1918-1949, σελ. 110, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1995).

Στο 3ο συνέδριο (1926) διορθώνεται η εσφαλμένη γραμμή. Η ΚΕ του ΚΚΕ με γράμμα της προς το σώμα σημείωνε ότι «χάριν της ενότητος της εργατικής τάξεως, διακόπτει την οργανικήν σύνδεσίν του με τη Γενική Συνομοσπονδίαν Εργατών και κηρύσσεται υπέρ της πλήρους οργανικής ανεξαρτησίας της…» (Το ΚΚΕ Επίσημα κείμενα, τόμος δεύτερος, σελ. 124, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Για να ανατραπεί ο συσχετισμός δυνάμεων μέσα στο 3ο συνέδριο, η παγκαλική δικτατορία προέβη στη σύλληψη 110 αριστερών συνέδρων. Έτσι, έγινε κατορθωτό να αρπάξουν τη διοίκηση της ΓΣΕΕ οι ρεφορμιστές. Η πραξικοπηματική αυτή ενέργεια δεν ήταν η μόνη. Ακολούθησε η προσπάθεια να μετατραπούν τα συνδικάτα σε όργανα της δικτατορίας, οι αθρόες διαγραφές σωματείων και συνδικαλιστών που συνοδεύονταν και από συλλήψεις. Αυτή ήταν μια ιδιότυπη διάσπαση του εργατικού κινήματος μέσα από ωμές παρεμβάσεις και την άσκηση τρομοκρατίας.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση τέθηκαν σοβαρά ερωτήματα για τη δράση, την παρέμβαση και την οργάνωση των ταξικών δυνάμεων. Έτσι, στο 4ο συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβριος του 1928) αποφασίζει ότι: « […] Άμεσο κεντρικό καθήκον του κόμματος είναι η εργασία για τη σύγκληση του ενωτικού πανελλαδικού συνεδρίου, η συγκέντρωση των ταξικών δυνάμεων του συνδικαλιστικού κινήματος, η επανίδρυση του ταξικού κέντρου των συνδικάτων για τη οργάνωση και τη διεξαγωγή των οικονομικών αγώνων της εργατικής τάξης […]», (Γιώργη Κατσούλη, Ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, τ. Γ', 1927-1933, σελ. 96, εκδ. Νέα Σύνορα, χ.χ.). Με άλλα λόγια αποφασίζεται η ίδρυση ενός νέου τριτοβάθμιου εργατικού σωματείου. Η απόφαση αυτή υλοποιείται το Φεβρουάριο του 1929 και ιδρύεται η Ενωτική ΓΣΕΕ. Έτσι, μέσα στο εργατικό κίνημα υπάρχουν πλέον δύο τριτοβάθμιες εργατικές ενώσεις.

Ήταν σωστή η απόφαση αυτή; Να πώς αντιμετωπίζει – και θεωρούμε σωστά –  αυτό το ερώτημα το 1ο δοκίμιο της ιστορίας του ΚΚΕ: «Η απόφαση για την ίδρυση της Ενωτικής ΓΣΕΕ, παρά τις αντίξοες συνθήκες που είχαν δημιουργήσει η παγκαλική δικτατορία και οι κατοπινές κυβερνήσεις, παρά τους αντιδημοκρατικούς και αντεργατικούς νόμους, τις συλλήψεις, τις διώξεις, τις διαγραφές σωματείων και συνδικαλιστών, παρά το γενικότερο κλίμα που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα, με την ύπαρξη κόκκινων και κίτρινων συνδικάτων, είχε επιβληθεί από τα πράγματα, αλλά ήταν κάπως βιαστική, γιατί δεν είχαν εξαντληθεί ακόμη όλα τα περιθώρια και οι μορφές του αγώνα. Η συγκρότηση, αρχικά, 15μελούς επιτροπής αγώνα ήταν σωστή. Η Επιτροπή αυτή θα μπορούσε και να καθοδηγήσει, αλλά και να συσπειρώσει καλύτερα την εργατική τάξη, χωρίς να προχωρήσει στην ίδρυση και της δεύτερης ΓΣΕΕ», οι υπογραμμίσεις δικές μας (Ιστορικό τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ, Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ, Α' τόμος, 1918-1949, σελ. 211, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1995).

Ορόσημο στη μετέπειτα εξέλιξη του εργατικού κινήματος μπορεί να θεωρηθεί το 1934, οπότε και πραγματοποιείται η 6η ολομέλεια, ένα κομματικό όργανο που θεωρείται ότι έχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ΚΚΕ (Ιστορικό τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ, Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ, Α' τόμος, 1918-1949, σελ. 254, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1995). Θεωρούμε ότι η αλλαγή που επήλθε και που σχετιζόταν με τη διόρθωση της στρατηγικής του κόμματος (πριν θεωρούνταν πως η επικείμενη επανάσταση θα ήταν σοσιαλιστική, η 6η ολομέλεια εκτίμησε ότι η επανάσταση εργατών και αγροτών θα είχε αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις γρήγορης μετεξέλιξης σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση), σταδιακά έφερε σημαντικές αλλαγές και στην τακτική του κόμματος που χαρακτηριζόταν μέχρι τότε, συχνά, από αριστερίστικη λογική. Έτσι, εγκαταλείφθηκε σταδιακά η θεωρία του σοσιαλφασισμού που εξίσωνε το φασισμό με τη σοσιαλδημοκρατία και υπήρξαν διαδοχικά ανοίγματα μέσα στο εργατικό κίνημα.

Αναφέρουμε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα που υπογραμμίζουν την αλλαγή στην τακτική του ΚΚΕ:

1) Το Σεπτέμβριο του 1934, το ΚΚΕ και η Ενωτική ΓΣΕΕ απηύθυναν ανοικτό γράμμα προς όλους τους εργαζόμενους της χώρας, τη ΓΣΕΕ, τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα, το Αγροτικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τη ΓΣΕΒΕ με το οποίο επιζητούσαν την αντιφασιστική ενότητα δράσης. Τον Οκτώβριο υπογράφηκε σύμφωνο κοινής δράσης για την αποσόβηση του κινδύνου επιβολής στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας και ανάμεσα στους υπόλοιπους υπέγραφαν και η Ενωτική ΓΣΕΕ και η ΓΣΕΕ.

2) Κατά την απεργία στις 9 Μάη του 1934 που πραγματοποιήθηκε στην Καλαμάτα δολοφονήθηκαν απεργοί εργάτες με διαταγή των κυβερνητικών αρχών. Αυτό αποτέλεσε αφορμή προκειμένου να γίνει σύσκεψη της Ενωτικής ΓΣΕΕ, της ΓΣΕΕ και των Ανεξάρτητων Συνδικάτων και να βγει κοινή διακήρυξη που δημοσιεύτηκε στον Τύπο, με βάση την οποία καλούνταν οι εργάτες σε συμμετοχή πανελλαδικής απεργίας.

3) Στις 2 Ιουλίου του 1935 με πρωτοβουλία του ΚΚΕ καλούνται φορείς και κόμματα, ανάμεσά τους και η ΓΣΕΕ, προκειμένου να δημιουργηθεί Πανελλαδικός Αντιφασιστικός Συνασπισμός.

4) Τον Απρίλιο του 1936 κατεβαίνουν σε απεργία διαρκείας οι καπνεργάτες του Βόλου, της Θεσσαλονίκης, της Ξάνθης, της Δράμας και της Καβάλας, ζητώντας την εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης εργασίας. Στις 9 Μαΐου η Ενωτική ΓΣΕΕ και η ΓΣΕΕ δημοσίευσαν κοινή ανακοίνωση με την οποία καλούσαν τους απεργούς να συνεχίσουν τον αγώνα τους μέχρι τη νίκη. Στην ίδια ανακοίνωση οι δυο συνομοσπονδίες δήλωσαν ότι θα εκπροσωπούν από κοινού τους καπνεργάτες στις διαπραγματεύσεις τους με την κυβέρνηση και τους καπνέμπορούς και αυτό αποτέλεσε μια έμπρακτη εκδήλωση ενός Ενιαίου Μετώπου Πάλης.

5) Στις 27 Ιουλίου του 1936 η Ενωτική ΓΣΕΕ και η ΓΣΕΕ, δημοσίευσαν κοινή ανακοίνωση με την οποία καλούσαν τους εργαζόμενους Αθήνας και Πειραιά να κατέβουν στις 5 Αυγούστου σε 24ωρη πανεργατική απεργία διαμαρτυρίας για το νομοσχέδιο Μεταξά, με το οποίο δημεύονταν κεφάλαια ασφαλιστικών ταμείων.

6) Στις 16 Ιουλίου του 1941 ιδρύεται το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΕΑΜ) από τις τρεις παρατάξεις του συνδικαλιστικού κινήματος: την Ενωτική ΓΣΕΕ (υπό την επιρροή του ΚΚΕ), τη ΓΣΕΕ (υπό την επιρροή των ρεφορμιστών) και τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα (υπό την επιρροή του Σοσιαλιστικού Κόμματος). Βασικοί σκοποί του ΕΕΑΜ ήταν: η οργάνωση της πάλης των εργατών για τις καθημερινές οικονομικές διεκδικήσεις, η υπεράσπιση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργατών, η πάλη κατά της αισχροκέρδειας και της μαύρης αγοράς. Επίσης, στόχος ήταν να εργαστεί για τη συγκρότηση Πανελλαδικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, από όλα τα κόμματα και τις κάθε είδους οργανώσεις που θέλουν να παλέψουν για το διώξιμο του ξένου κατακτητή και την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον ξένο ζυγό.

7) Μετά την κατοχή ιδρύεται ο ΕΡΓΑΣ στις 30 Μαρτίου του 1945 που αποτελείται από παρατάξεις προσκείμενες στην αριστερά, αλλά βάση του ΕΡΓΑΣ αποτέλεσε το ΕΕΑΜ. Σκοπός του ΕΡΓΑΣ δεν ήταν η δημιουργία νέας ΓΣΕΕ. Ο ΕΡΓΑΣ δρούσε εντός της ΓΣΕΕ και εργαζόταν για να απομονώσει και να εκδιώξει όλους τους φασίστες από τα εργατικά σωματεία.

Έπειτα ακολουθεί μια σκληρή μάχη για την κηδεμονία του εργατικού κινήματος από την πλευρά του αστικού κράτους. Στις 27 Ιουλίου του 1946 το Συμβούλιο της Επικρατείας ακυρώνει το 8ο συνέδριο της ΓΣΕΕ στο οποίο στο μεταξύ έχει επικρατήσει με συντριπτικό τρόπο το ψηφοδέλτιο του ΕΡΓΑΣ, συγκεντρώνοντας ποσοστό πάνω από 80%. Ο υπουργός εργασίας διορίζει νέα προσωρινή διοίκηση στη ΓΣΕΕ. Αντίστοιχη πρακτική ακολουθήθηκε στα σωματεία όλων των βαθμίδων. Κατόπιν αυτού του πραξικοπήματος στους κόλπους του εργατικού κινήματος, ακολουθεί μια περίοδο κρατικών παρεμβάσεων, διώξεων και φυλακίσεων συνδικαλιστικών στελεχών.

Το Δεκέμβριο του 1954 ξεσπά κρίση στο εσωτερικό της ΓΣΕΕ η οποία και διασπάται. Καρπός της διάσπασης είναι η νέα ΓΣΕΕ της οποίας ηγέτης ήταν ο Γονής που διετέλεσε αργότερα υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης Παπάγου. Η Νέα ΓΣΕΕ σύμφωνα με κείμενα του δημοσιογραφικού οργάνου της (Εργατική Σημαία) δεν είναι κόμμα αλλά «[…] ΕΘΝΙΚΟΝ συνδικαλιστικόν όργανον της ΕΞΥΓΙΑΝΣΕΩΣ πιστεύον εις την αρχήν της τριμερούς συνεργασίας Κράτους-Εργοδοτών-Εργατών». Επίσης διευκρίνιζε ότι « Θα ΔΙΑΧΩΡΙΣΗ απολύτως τους εθνικόφρονας εργάτας από τους κομμουνιστάς και θα τους απομονώση», (Αναφέρεται στο: Δημήτρης Κατσορίδας, Βασικοί σταθμοί του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα 1870-2001, σελ. 115, εκδ. ΑΡΙΣΤΟΣ/ΓΣΕΕ, Αθήνα 2008). Η δημιουργία της Νέας ΓΣΕΕ αποτέλεσε μια προσπάθεια της αστικής τάξης να διασπάσει το εργατικό κίνημα και να του δώσει συντηρητικό προσανατολισμό.

Το Φεβρουάριο του 1962 συγκροτείται η κίνηση των 115 Συνεργαζόμενων Εργατοϋπαλληλικών Οργανώσεων. Ο αριθμός 115 δήλωνε τον αριθμό των σωματείων που αρχικά συγκρότησαν την κίνηση, όμως η δυναμική της κίνησης ήταν τέτοια που τα σωματεία ξεπέρασαν τα 800! Την κίνηση αυτή δημιούργησαν συνδικάτα που είχαν διαγραφεί από τη ΓΣΕΕ και συμμετείχαν στην ηγεσία του συνδικαλιστές με όχι ενιαίες πολιτικές αντιλήψεις. Βασικά αιτήματα ήταν: οι αυξήσεις μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων, η εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας και των μέτρων για την πρόληψη ατυχημάτων στους χώρους εργασίας, η καταβολή του δώρου δηλαδή του 13ου μισθού, επί των πραγματικών αποδοχών και όχι των προβλεπόμενων από τις συμβάσεις. Παρά τη μεγάλη δυναμική της κίνησης (τα πάνω από 800 σωματεία) και την ικανότητα να συσπειρώνει πλατιές μάζες εργαζομένων (διαδηλώσεις με 100.000 εργαζόμενους) δεν τέθηκε στόχος δημιουργίας άλλης ΓΣΕΕ, αλλά παρέμβασης στο εργατικό κίνημα ώστε να κερδηθεί η ήδη υπάρχουσα ΓΣΕΕ.

Το 1985 είναι μια χρονιά κατά την οποία ανατρέπεται η εκλεγμένη διοίκηση της ΓΣΕΕ με δικαστική απόφαση και διορίζεται νέα διοίκηση. Πλην της ΠΑΣΚΕ οι υπόλοιπες παρατάξεις αρνούνται να συμμετάσχουν στη διορισμένη διοίκηση κι έτσι η νέα διορισμένη διοίκηση είναι μονοπαραταξιακή (ΠΑΣΚΕ). Αφορμή για το διορισμό νέας διοίκησης αποτέλεσε η παραίτηση 17 μελών της ΠΑΣΚΕ από την 45μελή διοίκηση της ΓΣΕΕ κι έτσι το δικαστήριο απεφάνθη ότι υπάρχει έλλειμμα διοίκησης. Τα γεγονότα που προηγήθηκαν έχουν ως εξής: στην ολομέλεια της ΓΣΕΕ στις 16 Οκτωβρίου του 1985 ξεσπά κρίση όταν δεν περνά η πρόταση για διεξαγωγή απεργίας (απάντηση στην εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης), αφού υπήρξε ισοψηφία (18-18). Στο μεταξύ είχαν διαφοροποιηθεί 7 μέλη της ΠΑΣΚΕ. Στη συνέχεια συγκροτήθηκε ένα συμμαχικό μέτωπο αποτελούμενο από τους 17 της ΕΣΑΚ-Σ, 2 του ΑΕΜ και τους 7 διαγραμμένους, πλέον, της ΠΑΣΚΕ. Τα δικαστήρια χρησιμοποιώντας νομικίστικα τερτίπια πήρε την απόφαση που, ήδη, έχουμε περιγράψει. Παρά το πραξικόπημα της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και πάλι οι ταξικές δυνάμεις δεν μπήκαν στον πειρασμό για διάσπαση της ΓΣΕΕ και τη δημιουργία νέας εργατικής συλλογικότητας. Αν είχε χρησιμοποιηθεί η λογική της διάσπασης σε εκείνη τη φάση, τότε θα είχαν ικανοποιηθεί όλοι εκείνοι που απεργάζονταν τη διάλυση του συνδικαλιστικού κινήματος και θα είχε σημειωθεί ένα μεγάλο πισωγύρισμα στο εργατικό κίνημα (Για τα γεγονότα βλέπε αναλυτικότερα ΕΣΑΚ-Σ, ΓΣΕΕ 1985, Το πραξικόπημα, Αθήνα 1986 & Γιώργος Κουκουλές, Βασίλης Τζαννετάκος, Συνδικαλιστικό κίνημα 1981-1986 Η μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε, εκδ. Οδυσσέας, 1986).

VII. Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Τον Απρίλιο του 1999 ιδρύεται το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο (ΠΑΜΕ). Στο εγχείρημα συμμετέχουν το ΚΚΕ, το ΔΗΚΚΙ, τμήματα του παλιού ΚΚΕ «Εσωτερικού» και ανεξάρτητοι συνδικαλιστές. Το ΠΑΜΕ προσανατολίστηκε εξ' αρχής στη δημιουργία ενός ταξικού πόλου μέσα στο εργατικό κίνημα που θα πάλευε ενάντια στα ιδεολογήματα της ταξικής συναίνεσης και θα αποτελούσε ένα συσσωμάτωμα δυνάμεων με ριζοσπαστικό προσανατολισμό. Η παρουσία του ήταν διακριτή, η προσφορά του στο εργατικό κίνημα σημαντική, πρωτοστάτησε σε αγώνες, συνέβαλε στην ανάπτυξη αγώνων, έδωσε ελπίδα στην εργατική τάξη, πίεσε τη ΓΣΕΕ για αποφάσεις, αποκάλυψε την απάτη των κοινωνικών διαλόγων.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η στροφή της ηγεσίας του ΚΚΕ συνοδεύτηκε και από ανάλογη στροφή του ΠΑΜΕ. Οι ξεχωριστές πορείες έγιναν θέση αρχής και μάλιστα σε κρισιμότατες για το εργατικό κίνημα στιγμές. Τα αιτήματα που έθετε το ΠΑΜΕ ήταν μαξιμαλιστικά και κατέληγαν στο αίτημα της λαϊκής εξουσίας και λαϊκής οικονομίας (δικτατορία του προλεταριάτου). Τα συνδικαλιστικά συνθήματα άρχισαν σταδιακά να απογειώνονται. Για παράδειγμα ένα σύνηθες σύνθημα είναι το «ταξικά τα μέτρα, ταξική κι η πάλη, πάμε για ανατροπή και κοινωνία άλλη». Δηλαδή ακουγόταν και ακούγεται ένα σύνθημα που καλεί σε κατάληψη της εξουσίας, την ώρα που το εργατικό κίνημα δυσκολεύεται σοβαρά να απαντήσει στη σημερινή επίθεση του κεφαλαίου. Την ώρα που το ποσοστό των συνδικαλισμένων εργατών δεν υπερβαίνει το 20% και η επιρροή του ΠΑΜΕ είναι το 20% του 20%, δηλαδή επηρεάζει συνδικαλιστικά μόλις το 4% της εργατικής τάξης.

Οι δυνάμεις που συγκρότησαν αρχικά το ΠΑΜΕ άρχισαν να φυλλορροούν με αποτέλεσμα η ηγεσία του ΠΑΜΕ να απαρτίζεται, πλέον, μόνο από μέλη και φίλους του ΚΚΕ. Οι αγώνες άρχισαν να δίνονται όχι με όρους μαζικού λαϊκού κινήματος, αλλά ακτιβισμού. Αυτές οι επιλογές είχαν σοβαρά αρνητικά αποτελέσματα: σε μια σειρά εργατικών χώρων (που μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις μερικοί εξ' αυτών ανήκουν στην  καρδιά της εργατικής τάξης) η δύναμη του ΠΑΜΕ υποχώρησε μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και οξύτατης και άνευ προηγουμένου αντεργατικής αντεπίθεσης (Μέταλλο, Ναυπηγεία, ΟΣΝΙΕ, ιδιωτική εκπαίδευση, Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών κ.ά.). Ενώ μετά το 30ο συνέδριο της ΓΣΕΕ το 2001, το ΠΑΜΕ εξέλεξε 10 μέλη στα 45 της Εκτελεστικής Επιτροπής, στο 33ο συνέδριο του 2007 εξέλεξε 9 μέλη στα 45. Δηλαδή, ενώ το 2001 μετά από δυο διασπάσεις και σε αρνητικότατο για το ΚΚΕ κλίμα, η δύναμη του ΠΑΜΕ ήταν πολλαπλάσια της κομματικής επιρροής (σχεδόν πέντε φορές πάνω), στο επόμενο χρονικό διάστημα και με το ΚΚΕ να έχει ανασυγκροτηθεί η επιρροή του ΠΑΜΕ μειώθηκε.  Επιπλέον, με την τακτική που έχει επιλέξει η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ κατάφεραν το ακατόρθωτο: να υπάρξουν γενικές απεργίες κατά τις οποίες τα μπλοκ της ΓΣΕΕ ήταν μαζικότερα από αυτά του ΠΑΜΕ.

Παράλληλα, υπήρξαν στιγμές που από στελέχη του ΚΚΕ υπονοούνταν η ανάγκη διάσπασης του εργατικού κινήματος. Για παράδειγμα ο Γιώργος Πέρρος, μέλος της διοίκησης της ΓΣΕΕ στο γενικό συμβούλιο του τριτοβάθμιου οργάνου κάλεσε την εργατική τάξη «να κόψει τον ομφάλιο λώρο από τη ΓΣΕΕ». Η έκκληση αυτή δεν είχε να κάνει με την ανάγκη η εργατική τάξη να πάρει αποστάσεις από την πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, αλλά έθετε εμμέσως το θέμα της διάσπασης (Ριζοσπάστης, 19/12/2009). Εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι αυτή η δήλωση του Γ.  Πέρρου αναπαράχθηκε από την εφημερίδα ΠΡΙΝ (Γιάννης Ελαφρός, «Κι όμως έγινε απεργία χωρίς τη ΓΣΕΕ», 20/12/2009). Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η ομιλία του Γιώργου Σκιαδιώτη στην απεργία της 23ης Φεβρουαρίου του 2011. Πιο προσεκτικός από το Γ. Πέρρο, κάλεσε την εργατική τάξη «σε κάθε τόπο δουλειάς, σε κάθε γραφείο, σε κάθε γειτονιά να χτίσουμε μαζικά ταξικά συνδικάτα, λαϊκές επιτροπές», (Ριζοσπάστης, 25/2/2011). Πού είναι το κακό, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, σε αυτή την πρόταση; Ο Γιώργος Σκιαδιώτης όφειλε να κάνει έκκληση για την ενδυνάμωση, τη μαζικοποίηση και τον αναπροσανατολισμό των ήδη υπαρχόντων σωματείων και τη δημιουργία νέων όπου αυτά δεν υπάρχουν. Το πρώτο, όμως, σκέλος της πρότασης απουσιάζει, όχι τυχαία, κι έτσι οδηγούμαστε μοιραία στο συμπέρασμα για την ανάγκη δημιουργίας «κόκκινων» συνδικάτων. Όντως, η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ επιδιώκει τη δημιουργία «κόκκινων» συνδικάτων που η ιστορία, όπως είδαμε, τα καταδίκασε; Ας αφήσουμε την πράξη να μιλήσει: η ηγεσία προσανατόλισε το κόμμα να συγκροτήσει νέα σωματεία σε χώρους που ήδη υπήρχαν άλλα. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν οι τράπεζες, οι ΟΤΑ, η ιδιωτική εκπαίδευση. Σε αυτούς τους χώρους δημιουργήθηκαν -ή πιο σωστά σύμφωνα με την έκφραση του Λένιν επινοήθηκαν- νέα σωματεία, τα οποία όχι μόνο δεν κατάφεραν να συσπειρώσουν εργαζόμενους παρά μόνο ελάχιστους, αλλά άφησαν στον κυβερνητικό κι εργοδοτικό συνδικαλισμό ελεύθερο το πεδίο δράσης.

«Κορυφαία» στιγμή της υποτίμησης των συνδικάτων και του εργατικού κινήματος αποτέλεσε η απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ να αναγκάσει τα κομματικά του μέλη να πάρουν μέρος στην απεργία της 17ης Δεκεμβρίου του 2009 που κήρυξε το ΠΑΜΕ, χωρίς να υπάρχει απόφαση του σωματείου τους. Η απόφαση αυτή ήταν πρωτοφανής για τα ελληνικά και παγκόσμια δεδομένα του εργατικού κινήματος. Μετά την απεργία η ηγεσία του κόμματος πανηγύριζε πως επρόκειτο για απεργία σταθμό. Υπάρχει, όμως, ένα βασικότατο και αναπάντητο ερώτημα: αφού ήταν η απεργία τόσο πετυχημένη και αφού η επίθεση στις κατακτήσεις της εργατικής τάξης είναι αδιάκοπη και δεν έχει προηγούμενο, γιατί αυτού του είδους η απεργία δεν επαναλήφθηκε;

Βέβαια πρέπει να πούμε ότι το ΠΑΜΕ το τελευταίο χρονικό διάστημα δείχνει να κάνει μια στροφή. Συγκεκριμένα, ενώ στη απεργία που αναφέραμε ο Γ. Σκιαδιώτης καλούσε σε αγώνα «για άλλη πολιτική, για εργατική λαϊκή εξουσία» (Ριζοσπάστης, 25/2/2011), ενώ τα πλαίσια πάλης του ΠΑΜΕ τελείωναν με την ίδια επωδό της λαϊκής εξουσίας (βλέπε χαρακτηριστικά το πλαίσιο πάλης του 2008-2009), ενώ οι ξεχωριστές συγκεντρώσεις ήταν «ζήτημα ζωής και θανάτου», σημειώθηκαν ορισμένες αλλαγές: πλαίσια πάλης που απουσίαζε η οποιαδήποτε αναφορά στη λαϊκή εξουσία (βλέπε χαρακτηριστικά τα αιτήματα του ΠΑΜΕ, Ριζοσπάστης, 9/9/12) και προσπάθειες κοινών πορειών (απεργίες ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ, απεργία ΔΟΕ, ΟΛΜΕ, ΟΙΕΛΕ, ΕΙΝΑΠ, ΟΤΑ στις 12/9/12).

Κατά τη γνώμη μας αυτή η στροφή δεν είναι ειλικρινής αφού δε συνοδεύεται από αυτοκριτική. Απλώς η ηγεσία του ΠΑΜΕ κάνει την ανάγκη φιλότιμο. Αν, επίσης, δει κάποιος την ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ (ένθετο Ριζοσπάστη, 2/9/12), την αρθρογραφία του τελευταίου τεύχους της ΚΟΜΕΠ (τεύχος 4-5, 2012), το γεγονός ότι δεν ανακαλείται η απόφαση για τη δημιουργία «κόκκινων»  συνδικάτων και κυρίως το γεγονός ότι η ηγεσία επιμένει πεισματικά να μην παίρνει καμία αγωνιστική πρωτοβουλία προκειμένου να δημιουργηθεί ένα λαϊκό μέτωπο αντίστασης απέναντι στη σύγχρονη βαρβαρότητα, δεν μπορεί να έχει αυταπάτες για την παρούσα «στροφή». Οι «στροφές» του ΠΑΜΕ είναι προϊόν του εκλογικού στραπάτσου και της απομαζικοποίησης του και ως εκ τούτου είναι κινήσεις απολύτως καιροσκοπικές.

Δυστυχώς, η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ έχει πάρει διαζύγιο με το παρελθόν του κόμματος που, άλλωστε, το έχει χαρακτηρίσει κατ΄επανάληψη οπορτουνιστικό. Το «οπορτουνιστικό», λοιπόν, ΚΚΕ ακολουθώντας τη λογική του Λένιν και της ΚΔ έλεγε σε προηγούμενες εποχές πως «Η ενότητα της εργατικής τάξης, αποτελεί γι αυτήν άμεση ζωτική ανάγκη» (Τμήμα διαφώτισης της ΚΟΑ του ΚΚΕ, Συνδικαλιστικά μαθήματα, σελ. 69, Αθήνα 1976). Επίσης υπογράμμιζε την αξία της πάλης για «Ένα Συνδικάτο-Μια ομοσπονδία-Ένα Εργατικό Κέντρο-Μια ΓΣΕΕ», (Ό.π., σελ. 79).

Οι απόψεις της σημερινής ηγεσίας του ΚΚΕ δεν είναι καινούριες. Στην Ελλάδα εκφράστηκαν στο παρελθόν με ακραίο τρόπο από το ρεύμα του Μαοϊσμού. Το 1975 οι Μαοϊκοί υποστήριζαν ότι «Δεν υπάρχουν […] επιχειρήματα υπέρ της γραμμής για "ένα σωματείο, μια Ομοσπονδία, ένα Κέντρο, μια Συνομοσπονδία". Το επιβεβαιώνουν αυτό και τα αποτελέσματα από την ως τα σήμερα εφαρμογή της […]

»Πρέπει […] να δημιουργηθούν ξεχωριστές, πραγματικά ανεξάρτητες ταξικές συνδικαλιστικές οργανώσεις του προλεταριάτου, να συγκροτηθεί νέα ΓΣΕΕ, στηριγμένη στέρεα πάνω στη γραμμή της ταξικής πάλης», οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο, (Προβλήματα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος 1964-1967, σελ. 56-58, Ιστορικές εκδόσεις, Αθήνα 1975).

Εκφράστηκαν, επίσης, από ακραίες σεχταριστικές φωνές που υποστήριζαν την ανάγκη η εργατική τάξη «να καταστρέψει (σ.σ. ας προσεχτεί το ρήμα που χρησιμοποιείται) βαθμιαία όλους τους αντιπρολεταριακούς οργανισμούς» και «τα παραδοσιακά συνδικαλιστικά σχήματα», (Φίλιπ Κότα, Συνδικαλιστικό κίνημα, Δυο αντίθετες γραμμές στο παγκόσμιο συνδικαλιστικό κίνημα, σελ. 155, εκδ. Να υπηρετούμε το λαό, χ.χ.).

Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλοι οι επαναστατικοί βερμπαλισμοί της ηγεσίας του ΚΚΕ και η στενή συγγένειά τους με τον παλαιότερο αριστερισμό, συνοδεύονται από μια απαισιόδοξη και ηττοπαθή λογική με βάση την οποία δεν μπορούμε να έχουμε κατακτήσεις: «[…] Η λύση στα προβλήματα, η αισθητή ανακούφιση, η βελτίωση, η αλλαγή υπέρ των εργαζομένων, για όλα αυτά δεν μπορεί να υπάρξει πρόταση θεωρώντας όλα τα άλλα πράγματα στατικά, εντός των ορίων της σημερινής πολιτικής. Όχι γιατί δε θα θέλαμε να υπάρχει βελτίωση. Γιατί να μη θέλουμε; Κι αν θέλετε να φανεί ακόμη περισσότερο ο ρόλος του ΚΚΕ σε μια άμεση βελτίωση και να καταγραφεί έτσι. Θα έπρεπε να είμαστε πολιτικά ηλίθιοι για να μην το θέλουμε αυτό. Όμως, αντικειμενικά δε γίνεται(!)», η υπογράμμιση δική μας, (Συνέντευξη Α. Παπαρήγα στο Mega, Ριζοσπάστης, 16/4/10). Η παραπάνω δήλωση της Α. Παπαρήγα δεν ήταν μια άτυχη στιγμή, αφού παρόμοιες απόψεις έχουν λεχθεί κατ' επανάληψη.

VIII. ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τα ντοκουμέντα που παραθέσαμε από το Λένιν και την ΚΔ δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Αυτό που μας κάνει εντύπωση είναι ότι ο Α. Δραγανίγος χειρίζεται τα κείμενα του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος με έλλειψη σεβασμού και βεβαίως δεν εννοούμε σεβασμό θρησκευτικού τύπου. Αλήθεια ο ΑΔ δεν έχει υπόψη του τις αποφάσεις των επόμενων συνεδρίων της ΚΔ, παρά μόνο αυτή που παραθέτει; Γιατί είναι λογικό να υποστηρίζει πως ο «Αριστερισμός» γράφτηκε μέσα σε ειδικές συνθήκες ενώ κάτι ανάλογο δεν ισχύει για το ντοκουμέντο της ΚΔ που επικαλείται; Αν ο ρεφορμισμός κακοποίησε τον «Αριστερισμό», αυτός είναι λόγος σήμερα να τον πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων; Αν η ενότητα του εργατικού κινήματος δεν είναι θέση αρχής, η διάσπαση είναι; Δεν παίρνει υπόψη του ότι τη διάσπαση του εργατικού κινήματος την επιχείρησαν στο παρελθόν  και κατ' επανάληψη η αστική τάξη και η σοσιαλδημοκρατία; Αν σήμερα τίθεται θέμα δημιουργίας «κόκκινων» συνδικάτων, γιατί να μην πάμε και στη δημιουργία «κόκκινων» φοιτητικών συλλόγων, «κόκκινων» οργανώσεων στους αγρότες και τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, «κόκκινων» επιστημονικών σωματείων κ.λπ.;

Οι αντιλήψεις που εκπορεύονται από τον ΑΔ συγγενεύουν, για να μην πούμε ταυτίζονται, με αυτές τις απόψεις της ηγεσίας του ΚΚΕ. Αυτό μας κάνει ανήσυχους, αφού μπορεί να δούμε στο άμεσο μέλλον απρόσμενες (;) συγκλήσεις, με κατασκευασμένα μέτωπα που θα επιδιώκουν τη διάσπαση του εργατικού κινήματος στο όνομα της επίθεσης που δέχεται η εργατική τάξη. Πρωτοβουλίες με «καθαρότητα» αλλά που θα αφήνουν απ' έξω το συντριπτικά μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης.

Όσοι νομίζουν ότι κάτι τέτοιο θα δώσει πνοή στο εργατικό κίνημα δεν κατανοούν τους μηχανισμούς που αλλοτριώνουν τη συνείδηση της εργατικής τάξης και τους οποίους αναφέραμε σε άλλο σημείο του κειμένου. Δεν κατανοούν ότι η εργατική συνείδηση δεν επαναστατικοποιείται με βερμπαλισμούς, αλλά με επίμονη δουλειά. Δεν κατανοούν ότι για να είναι νικηφόροι οι εργατικοί αγώνες χρειάζεται να μπουν στη μάχη πλατιές μάζες εργαζομένων και όχι μειοψηφίες. Δεν παίρνουν υπόψη τους την ιστορική εμπειρία που μας διδάσκει ότι όπου επιχειρήθηκαν τεχνητές συλλογικότητες που ήταν εγκεφαλικές συλλήψεις χωρίς γείωση με τη ζωή, απέτυχαν παταγωδώς.  Δεν κατανοούν ότι η εργατική τάξη κατέβηκε μαζικά στις γενικές απεργίες όταν τις κήρυσσε η ΓΣΕΕ και πολύ λιγότερο όταν τις κήρυσσε το ΠΑΜΕ, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν φάσεις που το ΠΑΜΕ καλά έκανε και τις κήρυσσε μόνο του. Δε θέλουν να καταλάβουν πως άλλο η αποκάλυψη του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού που είναι όρος ζωής για το εργατικό κίνημα και άλλο η διάσπασή του.

Η αποχή από το εργατικό κίνημα εκφράζει μια ιδιότυπη τεμπελιά: αυτός που διασπά δε θέλει να ασχοληθεί με την κοπιαστική δουλειά του μυρμηγκιού που απαιτείται για να παρουσιαστούν ρήγματα στις συντηρητικές και υποταγμένες συνειδήσεις. Βολεύεται αυτάρεσκα στη δήθεν επαναστατική φρασεολογία, αναλώνεται σε φαντεζί κινήσεις, νιώθει ότι πράττει στο ακέραιο το επαναστατικό του καθήκον επιδιδόμενος σε ένα διαγωνισμό «αριστεροσύνης» και στο τέλος αυτό που έχει καταφέρει είναι να  κάνει ζημιά στο εργατικό κίνημα.

Αυτό που απαιτείται σήμερα είναι η δημιουργία ενός Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου που θα μπορούσε να δώσει ώθηση και στο εργατικό κίνημα. Άλλωστε ένα τέτοιο μέτωπο πρέπει να έχει το εργατικό κίνημα στο επίκεντρό του. Οι σημερινές συνθήκες επιτάσσουν μαζικοποίηση των συνδικάτων, ταξικό και ενωτικό προσανατολισμό τους, ενωτικές πρωτοβουλίες και τη σύνταξη ενός συνδικαλιστικού προγράμματος  που θα συσπειρώσει ευρύτατες λαϊκές μάζες, δημιουργία συνδικάτων σε χώρους που δεν υπάρχει συνδικαλιστική εκπροσώπηση, κάλυψη κατηγοριών εργαζομένων που δεν έχουν σήμερα συνδικαλιστική στέγη (άνεργοι, εργαζόμενοι με δελτίο παροχής, εργαζόμενοι με ελαστικές σχέσεις εργασίας κ.ά). Σε αυτά θα δοκιμαστούν οι πολιτικές και οι συνδικαλιστικές δυνάμεις. Σε αυτά θα τους κρίνει και η ιστορία.

Οδυσσέας Πραξιάδης

ΠΗΓΗ: 25 Σεπτ., 2012, http://neosantaios313.blogspot.gr/2012/09/blog-post_4996.html

ΜΜΕ: Οι προφήτες της αγοράς

Οι προφήτες της αγοράς

 

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

 

* Προσφέροντας βήματα στην αγυρτεία και καλλιεργώντας τον φετιχισμό του παραλόγουοι άρχοντες των μέσων ενημέρωσης λειτουργούν ως ενσυνείδητοι μεσίτες της ηλιθιότητας

Η ισχύς του αθάνατου αξιώματος του Λεμπέση «ενός βλακός δοθέντος, μύριοι έπονται» προϋποθέτει ότι οι βλάκες θα είναι σε θέση να προωθούν ανενόχλητοι τα συμφέροντα και δικαιώματά τους εις βάρος των νουνεχών. Και αυτό φαίνεται να αποτελεί κοινωνιολογική σταθερά.

Πράγματι όλες οι κοινωνίες οφείλουν όχι μόνον να ακούν τους ηλίθιους που εκτρέφονται στα σπλάγχνα τους, αλλά ενδεχομένως ακόμα και να ανέχονται ή να συγχωρούν τις κανονιστικές παραβιάσεις και εκκεντρικότητες που μπορούν να αποδίδονται στην «ευήθεια» των δραστών. Είναι γεγονός ότι καμία οργανωμένη κοινωνική ομάδα δεν επιχείρησε ποτέ να θεσπίσει «βλακοδικεία» με στόχο να φιμώσει τα διανοητικά ελλιποβαρή μέλη της. Ο καθένας δικαιούται λοιπόν να δρα, να ομιλεί, να επικοινωνεί και να διεκδικεί, προβάλλοντας με απόλυτη δημοκρατική ισοδυναμία το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμά του στην ατομική βλακεία. Προφανώς ο καταναγκασμός στον ορθολογισμό θα ισοδυναμούσε με τον πιο στυγνό ολοκληρωτισμό.

* Η αξιοποίηση της ηλιθιότητας

Το ζήτημα δεν θα είχε άλλες προεκτάσεις εάν οι βλακείες που εμφανίζονται συνεχώς σε όλα τα MME πήγαζαν από την ελαττωμένη ατομική διανοητική ικανότητα εκείνων που τις εκφέρουν. Ισχύει όμως εντελώς το αντίθετο. Αν κατακλυζόμαστε από τον ανορθολογισμό, τη δεισιδαιμονία, την ανοησία, αυτό δεν συμβαίνει επειδή πολλαπλασιάζονται οι ηλίθιοι αλλά επειδή πληθύνονται οι επιτήδειοι αξιοποιητές της. Η ευήθεια προσφέρει την πολυτιμότερη πρώτη ύλη στη δυναμική της κοινωνικής προόδου. Με αυτήν την έννοια λοιπόν το αξίωμα του Λεμπέση επαληθεύεται απολύτως μέσα από την εύρυθμη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. Από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι η αμιγής ηλιθιότητα «πουλάει», θα αυξάνεται νομοτελειακά η αξιοποίησή της.

Έτσι οι καιροί του ορθολογισμού εμφανίζονται ολοένα χαλεπότεροι. Οι ταγοί της χαρτομαντείας, των ωροσκοπίων, της μαύρης μαγείας, της μετεμψύχωσης, της τηλεκίνησης, των μέντιουμ όλων των τύπων και των αυτόκλητων προφητών, μάγων και αιρεσιαρχών δεν πρωταγωνιστούν μόνον σε πολλαπλασιαζόμενες «ειδικές» εκπομπές αλλά ολοένα και πιο τακτικά εμφανίζονται στα δελτία ειδήσεων και κοσμούν τις στήλες σοβαρών εντύπων. Θα αρκούσε μια απλή σύγκριση του τρέχοντος «Χρυσού Οδηγού» με τους παλιότερους για να διαπιστωθεί ότι η προσφορά αντιορθολογικών υπηρεσιών αυξάνεται και πληθύνεται με καταπελτώδεις ρυθμούς. Παντού, μαζί με την αναζωπύρωση των παραδοσιακών θρησκευτικών μορφών, ανθούν και τα νέα θρησκευτικά κινήματα καθώς και οι κάθε λογής προσφορές υπερκόσμιων νοημάτων, εγκολπίων ευζωίας και συνταγολογίων επιμελείας εαυτού.

* Το στοίχημα του Πασκάλ

Οι λόγοι είναι προφανώς πολλαπλοί. Από τη στιγμή όμως που καθίσταται σαφές ότι η θεραπεία του ορθολογισμού δεν συνεπάγεται την άρση ή άμβλυνση των κοινωνικών αδιεξόδων, φαίνονται απόλυτα εύλογα τα απεγνωσμένα εγχειρήματα που ανάγουν τα διαταρακτικά και ακατανόητα μυστήρια της ζωής και του θανάτου σε αυτοσχέδιες ή μεταφυσικές βεβαιότητες. Κάτι αντίστοιχο με το στοίχημα του Πασκάλ φαίνεται λοιπόν να αποκτά πληθώρα αδέξιων μιμητών. Η διάχυτη δυσπιστία μετέτρεψε τους έλλογους θεολογικούς προβληματισμούς του Γάλλου φιλοσόφου σε ασκήσεις αναζήτησης νέων «άγνωστων και άχρηστων Θεών». Από τη στιγμή που οι συγκεκριμένοι όροι της εγκόσμιας σωτηρίας εμφανίζονται δυσεντόπιστοι, πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν πως έχουν κάθε συμφέρον να εκκολάψουν τη δική τους μαγική κοσμοθεώρηση και να στοιχηματίσουν, όπως κάνουν και στο Προ-Πο, στη δική τους ειδοποιό σωτηριολογική πιθανότητα. Υπό τις συνθήκες αυτές λοιπόν, και για πρώτη φορά από την εποχή του Διαφωτισμού, ο αφηρημένος ορθολογισμός (θεϊστικός ή αγνωστικιστικός) φαίνεται να πείθει λιγότερο, και πάντως λιγότερους, από την «παιζόμενη» χειροπιαστή δεισιδαιμονία.

* Διαφήμιση και προπαγάνδα

Όμως, προφανώς τα νέα αυτά φαινόμενα δεν αναπτύσσονται από μόνα τους. Αν το χωράφι του ανορθολογισμού είναι από τη φύση του εύφορο, πρέπει επίσης και να λιπαίνεται ανελλιπώς. Όπως λοιπόν συμβαίνει με όλα τα εμπορεύματα που εμφανίζονται «επιθετικά» στην αγορά, έτσι και η κυκλοφορία των σωτηριολογικών ιδεών, όσο ευπώλητες και εάν είναι, συναρτάται με την επικοινωνιακή τους εμβέλεια, δηλαδή με τη διαφήμιση και την προπαγάνδα. Ακόμα και αν η διάχυτη ακροαματικότητα των νέων ανορθολογισμών συναρτάται με την επαγγελία μιας εύσχημης ατομικής παραμυθίας που δεν μπορεί παρά να ράβεται στα μέτρα των επίδοξων πελατών, η προώθησή τους προϋποθέτει τη συστηματική εναργή τους παρουσία.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται η ανεκτίμητη συμβολή των MME στη εμπορευματοποιημένη διάχυση του ανορθολογισμού και της δεισιδαιμονίας. Προσφέροντας βήματα στην αγυρτεία, και καλλιεργώντας τον φετιχισμό του παραλόγου, οι άρχοντες των μέσων λειτουργούν ως ενσυνείδητοι μεσίτες της ηλιθιότητας. Ανασκάπτοντας και ονοματίζοντας νέα πεδία «μετα-γνώσης» και προβάλλοντας νέα ανορθολογικά νοηματικά προϊόντα, γεννούν μιαν αγορά δίχως όρια και αναστολές σε όλους τους παίκτες του προσδοκώμενου επέκεινα. Για την πολιτιστική καθημερινότητα των αγελαίων μαζών το ωροσκόπιο είναι πιο ανακουφιστικό αλλά και πιο ελπιδοφόρο από το πεζό σταυρόλεξο, και η αναζήτηση του παράλογου πιο άκοπη και εν δυνάμει πολύ πιο ωφέλιμη από την καλλιέργεια του ορθού λόγου. Με αυτήν την έννοια τα MME δεν αντικατοπτρίζουν απλώς αλλά κατασκευάζουν την πολυπόθητη ακροαματικότητά τους. Με το πρόσχημα της διείσδυσης σε ένα κινούμενο μαζικό ακροατήριο, δεν αρκούνται στο να ενισχύουν και να αναπαράγουν τους παλαιούς και ανεξίτηλους παραλογισμούς, αλλά συμβάλλουν αποφασιστικά στην εκτροφή και ενδυνάμωση νέων.

* Η δημοκρατία του παραλογισμού

Τα παραπάνω θα παρέμεναν στο επίπεδο του γραφικού αν η προώθηση του ανορθολογισμού δεν είχε αυτόνομες προεκτάσεις. Άσχετα με τις προθέσεις των εμπόρων του παράλογου, είναι γεγονός ότι η δεισιδαιμονία λειτουργεί ως συνολικό ιδεολογικό πακέτο. Η διαπραγμάτευση με τον ανορθολογισμό και την αλχημεία ανοίγει τον δρόμο σε όλους τους αποκρυφισμούς, υποθάλπει όλες τις αναζητήσεις αληθειών εξ αποκαλύψεως και καλλιεργεί όλες τις πεισματικές προλήψεις. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Εις πείσμα του Δαρβίνου και του Νεύτωνα, στις ΗΠΑ συζητείται πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο η βιολογία και η δομή της ύλης να αντιμετωπίζονται – και να διδάσκονται – ως (ένα και μόνο) από τα συμπτώματα των βουλών του θείου σχεδιασμού, την ίδια στιγμή που οι παλαιοημερολογίτες διεκδικούν – και πραγματώνουν – το δικαίωμά τους να απαγορεύουν τη μετάγγιση αίματος στα ανήλικα παιδιά τους, που οι θνητοί δικαιούνται μεν να διαθέσουν μετά θάνατον ορισμένα από τα όργανα και τους ιστούς τους δίχως όμως να τους επιτρέπεται να ζητήσουν την καύση του πτώματός τους και που οι κρεατοφάγοι κόπτονται υπέρ των αναφαίρετων ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων των ζώων. Έτσι, ως οριακή μορφή της ελευθερίας της συνείδησης, το δικαίωμα στον ανορθολογισμό εγκαθίσταται στο επίκεντρο των συλλογικών μελημάτων. Η δημοκρατία του ορθού λόγου μετουσιώνεται σε δημοκρατία του παραλογισμού. Anything goes. Στο μέτρο που δεν έχουν (ακόμα) οδηγήσει σε δολοφονίες βρεφών, σε συλλογικούς βιασμούς ή σε ανθρωποθυσίες, οι πρακτικές ασκήσεις στη δεισιδαιμονία και στη μαύρη μαγεία είναι αναφαίρετα δικαιώματα των ελεύθερων πολιτών.

* Η ηθική ευθύνη των MME

Εδώ ακριβώς επικεντρώνεται η ηθική και πολιτική ευθύνη των MME. Από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι η άκριτη προπαγάνδιση των παραγώγων του ανορθολογισμού δεν κάνει τίποτε άλλο από το να διευρύνει τη διεισδυτικότητα της δεισιδαιμονίας και να καταλύει τις ηθικές και λογικές αντιστάσεις σε κάθε λογής ακραία, βλαπτικά και αποπροσανατολιστικά φαινόμενα, το λιγότερο που θα μπορούσε κανείς να ευχηθεί είναι η «αυτολογοκρισία» των μέσων. Όμως, εξ υποθέσεως, οι «οικονομικοί άνθρωποι» και κατ' επέκτασιν τα «οικονομικά MME» δεν έχουν κανέναν λόγο να προκρίνουν την αυτολογοκρισία από την κερδοσκοπία. Η αυτονόητη λογική του συμφέροντος επικρατεί της αμφισβητούμενης καθαρής λογικής. Ευλόγως λοιπόν η ελεύθερη αγορά δεν μπορεί να προσκρούει σε εξωαγοραίους περιορισμούς του αντικειμένου της. Η ύπατη αξία την οποία καλείται να υπηρετήσει ο ορθός λόγος είναι η οργανωτική και ιδεολογική μεγιστοποίηση της συνολικής εμπορευσιμότητας.

Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται μία από τις κεντρικότερες πολιτιστικές αντιφάσεις των κοινωνιών που διακηρύσσουν urbi et orbi την άνευ όρων και ορίων πίστη τους στην επιστήμη και στην τεχνολογία. Την ίδια στιγμή που το μέλλον του κόσμου συναρτάται με τη πάνδημη διάχυση της φωτισμένης «γνώσης», συγχωρείται και υποθάλπεται η συστηματική καλλιέργεια των σκοτεινών μαιάνδρων του ανορθολογισμού. Το γεγονός αυτό όμως είναι μόνον εκ πρώτη όψεως παράδοξο. Στις μέρες μας ο λόγος καλείται να τεκμηριώνει το κύρος και την ισχύ του μέσω της απτής εργαλειακής ωφελιμότητάς του. Η επιστημονική γνώση μπορεί να θεωρείται ως το κατ' εξοχήν πολύτιμο εμπόρευμα της εποχής μας μόνον επειδή και στο μέτρο που αποδεικνύει εμπράκτως πως είναι σε θέση να συναγωνίζεται επιτυχώς τους πολεμίους, αρνητές και «ανταγωνιστές» της στον επαληθεύσιμο δημοκρατικό στίβο της παραγωγής και της παραγωγικότητας. Υπό τους όρους αυτούς, η ενεργός ζήτηση των προϊόντων και των υπηρεσιών λειτουργεί ως οιονεί θεοδικία. Ο κυρίαρχος ελεύθερος καταναλωτής είναι πλέον ο μόνος αρμόδιος να χωρίζει ακριβοδίκαια ζώντες και νεκρούς και να επιβραβεύει αδιακρίτως καινοτόμους και τσαρλατάνους. Έτσι, ως σύγχρονη Πυθία, η αγοραία ετυμηγορία δεν διαιτητεύει μόνον τις οικονομικές ροές, αλλά αναλαμβάνει και τους ρόλους του ύπατου κριτή της αλήθειας και του Ombudsman του ορθού λόγου. Και αν η αγορά είναι ο Θεός, τα MME είναι οι προφήτες του.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

ΠΗΓΗ:  Άρθρο στο Βήμα της Κυριακής, Τμήμα Νέες Εποχές, Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2006 – Αρ. Φύλλου 14658 [Το ΒΗΜΑ, 08/01/2006, Σελ.: B47, Κωδικός άρθρου: B14658B471, ID: 274750]. Το είδα: http://users.uoa.gr/~nektar/history/articles/tovima_prophets_of_market.htm

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

 

Του Βασίλη Μακρή

 

 

Ακούμε πολύ συχνά για την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων, για την υπέρβαση των αδιεξόδων της, για τη βαθύτερη αιτία από την οποία εκπορεύονται. Καλό είναι να ειπωθούν κάποια πράγμα που μου έρχονται έτσι πρόχειρα στη σκέψη μου. Παραδείγματος χάριν θα ήθελα να μιλήσουμε για το πρόβλημα της ανεργίας. Μάλλον όχι για το πρόβλημα της ανεργίας, αλλά για την ανεργία. Ο κάτοχος των μέσων παραγωγής ορίζει και τους όρους αγοράς εργασίας (δυστυχώς).

 

Κριτήριό του δεν είναι η κοινωνικότητα του εργάζεσθαι, το ότι ο ίδιος ο εργαζόμενος παράγει ένα προϊόν από το οποίο αποστασιοποιείται, και για την πληθύ των οποίων αμοίβεται σαφώς λιγότερο από την πραγματική αξία της εργασίας του. Όχι. κριτήριό του είναι η ένταξη του εργαζομένου στην κερδοφόρο διαδικασία της απόσπασης υπεραξίας. Μέσα στην λογική αυτή ο εργαζόμενος είναι μέρος του λογιστικού μηχανισμού που ονομάζεται κόστος εργασίας. Έτσι πέρα από την ηθική προσέγγιση της εργασίας, ένας τρόπος αύξησης της κερδοφορίας είναι (μεταξύ των άλλων) και η συμπίεση του εργασιακού κόστους. Όπως έλεγαν παλιά οι αντίθετοι στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, "να μην γίνουμε κρέας για τα κανόνια τους", έτσι και τώρα ο εργαζόμενος εκλαμβάνεται ως αναλώσιμος ύλη για τα κέρδη. Με ποιά έννοια όμως αναλώσιμος ; Με την έννοια βέβαια της ανανέωσης της εργατικής του δύναμης , ώστε να προσφέρει απρόσκοπτα διαρκώς τον εαυτό του ως διαμεσολαβούμενο μέγεθος προς κερδοφορία. Εάν τα μεγέθη λογιστικώς δεν εξασφαλίζουν την διαρκώς αύξουσα ανάγκη για μεγιστοποίηση του κέρδους, τότε …καταργεί ο εργοδότης το ζημιογόνο λογιστικό μέγεθος. Άρα εκ των πραγμάτων θέτει τον εργαζόμενο εκτός εργασίας. Και από εκεί αρχίζει η τραγικότητα της ανεργίας που έχει πρωτίστως ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΉ ΔΙΑΣΤΑΣΗ.

Ζώντας σε μια ιστορική περίοδο της οποίας τα προτάγματα καθορίζονται από τους κοινωνικώς κρατούντες και εξουσιαστές, η ανεργία είναι παράγωγο αυτών των προταγμάτων. Δηλ. της ωφελιμιστικής χρησιμοθηρίας δια της οποίας η εργασία υπακούει στις επιταγές κερδοφορίας του κεφαλαιούχου-εργοδότη. Έχοντας προσχωρήσει στην λογική των κυρίαρχων προταγμάτων, η ανεργία γίνεται απότοκο της μη-χρησιμότητος. Η ανεργία είναι άμεση συνέπεια του ότι το συγκεκριμένο λογιστικό μέγεθος που αντιπροσωπεύει ο εργαζόμενος είναι ζημιογόνο, άρα μέγεθος α-χρησίας, άρα ο εργαζόμενος είναι άχρηστος. Από εδώ, εκτός από την απώλεια της εργασίας του έχει να αντιμετωπίσει το ότι τίθεται εκτός της εργασιακής σχέσης που πρωτίστως είναι κοινωνική πριν να είναι οικονομική( όσο και ετεροβαρής κι αν είναι).

Ο άνεργος επομένως έχει πρώτα να απολογηθεί στον εαυτό του για την αχρησία αυτή. Εσωτερικεύει θανάσιμα το όνειδος μιας αχρησίας που περιφέρεται και ίπταται στο κοινωνικό σώμα, λόγω της κυρίαρχης επιβολής εξ αντικειμένου των προταγμάτων της σκοπιμοθηρευτικής "λογικής". Έχει να απολογηθεί στους οικείους του, στην οικογένειά του για την α-χρησία του για την καθ΄ημέραν επιτεινόμενη ανεργία του. Έχει να αντιπαλαίσει με το περιφερόμενο όνειδος που εισπράττει αόριστα, κοινοποιώντας την ανεργία του. Έχει να αντικρύσει τη δυσκολία ή μάλλον την ανυπαρξία απάντησης στην θανάσιμη ερώτηση "ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ;". Έχει να αντιμετωπίσει την χθαμαλή και υποχθόνιια υπενθύμιση ότι έιναι ελλειματικός ως προς τις απαιτήσεις των καιρών. Χωρίς νόημα η ύπαρξή του, ασθμαίνει εναγώνια να νιώσει την κοινωνική σχέση που επιτελεί η εργασία. Περιφέρει το κενό του. Βαρύνεται με την αποτυχία του. Από εργαζόμενος που έχανε σιγά-σιγά τα στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματά του, μεταβαλλόταν σε επισφαλώς εργαζόμενο, μέχρις σημείου μετατροπής της επισφάλειας σε καίρια ανασφάλεια. Γιατί ο άνεργος είναι ουσιαστικά βιο-αιχμάλωτος του κοινωνικού πολέμου. Χωρίς εργασία, χωρίς ασφάλιση, χωρίς προάσπιση της υγείας, είναι καθαρά βιολογικό έρμαιο, ακοινώνητο άθυρμα, ανακλητό προς βιο-εξαφάνιση. Αφού ανά πάσα στιγμή ο θάνατος δυνητικά είναι ζοφερό ενδεχόμενο, είτε από μια αστάθμητη εξέλιξη ή κακή τροπή της υγείας του.

Εάν η κοινωνία συνέκλινεν επί τω αυτώ και θεωρούσε την εργασία ως καθαρό κοινωνικό προϊόν, άρα και συλλογικό αγαθό, τότε κανείς δεν θα ήταν άχρηστος. Κανείς δεν θα έμενε άνεργος. Η εργασία θα όδευε προς θεραπεία του ελλείποντος, προς διακονία του αναγκαίου της συλλογικότητος, χωρίς ουδείς εργαζόμενος να εκλαμβάνεται ως διαμεσολαβούμενο κοστολογικό μέγεθος. Μια κοινωνία είναι κοινωνία όταν συγκλίνει επί τω αυτώ και έχει τη δυνατότητα να απλώσει στα μέλη της τον "χάρτη" των αναγκών της, που δεν αντιτιθέμενες αλλά αλληλοπληρούμενες και προσδίδουσες νόημα ζωής στην κοινότητα.

 

 

 

 

30-9-2012

ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗΣ

ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗΣ:

Εάν καταρρεύσει το κοινωνικό κράτος, καθώς επίσης εάν ιδιωτικοποιηθούν-εκποιηθούν οι κοινωφελείς, οι κερδοφόρες και οι στρατηγικές επιχειρήσεις της πατρίδας μας, ένοχοι θα είναι κυρίως τα συνδικαλιστικά κινήματα και η έλλειψη εμπιστοσύνης που παρατηρείται παντού

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Όταν απειλείται η εθνική κυριαρχία ενός κράτους, στα πλαίσια ενός συμβατικού πολέμου, η προστασία των συνόρων του είναι υποχρέωση των ενόπλων δυνάμεων – οι οποίες, σε περιόδους ειρήνης, λειτουργούν προληπτικά, αποθαρρύνοντας τους εχθρούς της χώρας τους…

…Από την άλλη πλευρά, όταν απειλείται η εθνική κυριαρχία ενός κράτους, στα πλαίσια ενός οικονομικού πολέμου, η υποχρέωση προστασίας των «συνόρων» του είναι, μεταξύ άλλων, θέμα των οργανωμένων κοινωνικών ομάδων – στις οποίες ανήκουν τα συνδικαλιστικά κινήματα τόσο των εργαζομένων, όσο και των εργοδοτών, αφού απέναντι σε εξωτερικές απειλές οφείλουμε να είμαστε όλοι ενωμένοι".       

Ανάλυση

Οι περισσότεροι Έλληνες αλλά και πολλοί άλλοι αναρωτιούνται, σχετικά με το πώς είναι δυνατόν να συνεχίζεται (αυξανόμενη) η εκκωφαντική σιωπή των αμνών, παρά τα εγκληματικά, εντελώς αναποτελεσματικά μέτρα λιτότητας, την επιχειρούμενη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, τη φτωχοποίηση, την καταστροφή των μελλοντικών γενεών, καθώς επίσης την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους.

Εν τούτοις, αυτοί που αναζητούν την πραγματική αιτία των γεγονότων, γνωρίζουν πολύ καλά πως, όταν σε μία χώρα κανένας δεν εμπιστεύεται κανέναν (οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τη δημόσια διοίκηση, τα κόμματα, τους Θεσμούς, τα ΜΜΕ και την πολιτική ελίτ, το κράτος δεν εμπιστεύεται τους πολίτες και τους υπαλλήλους του, οι εργαζόμενοι τους εργοδότες, οι εργοδότες τους εργαζομένους, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι τους δημοσίους, οι φορολογούμενοι τους εφοριακούς, κοκ.), αφενός μεν δεν υπάρχει καμία προοπτική επίλυσης των προβλημάτων της, αφετέρου δεν κινητοποιείται κανείς.

Ειδικά όσον αφορά τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας (διαδηλώσεις, απεργίες κτλ.), οι οποίες συνήθως οργανώνονται από τα διάφορα συνδικαλιστικά κινήματα ή/και από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, η συμμετοχή των πολιτών βαίνει συνεχώς μειούμενη – γεγονός αυτονόητο, κατά την άποψη μας, στα πλαίσια της γενικευμένης έλλειψης εμπιστοσύνης, η οποία επικρατεί στην πατρίδα μας.

Κανένας δεν έχει τη διάθεση να βγει στο δρόμο και να αγωνιστεί για το μέλλον της χώρας του και των παιδιών του, μαζί με ανθρώπους ή/και με οργανώσεις που όχι μόνο δεν εμπιστεύεται καθόλου, αλλά πολλές φορές αντιπαθεί και απεχθάνεται περισσότερο από τους ίδιους τους εισβολείς – τους οποίους συχνά ανέχεται υποσυνείδητα, έχοντας την (ουτοπική) ελπίδα ότι θα τιμωρήσουν τη διαφθορά και θα προκαλέσουν την κάθαρση του συστήματος.

Εάν τώρα σε όλα αυτά προσθέσουμε το ολοκληρωτικό έλλειμμα επιχειρηματικού πλαισίου στην Ελλάδα, καθώς επίσης την ελλιπή λειτουργία του Κράτους Δικαίου, θα διαπιστώσουμε ότι τα πράγματα στη χώρα μας είναι κατά πολύ χειρότερα, από όσο φανταζόμαστε – ενώ τα οικονομικά της προβλήματα είναι ίσως τα λιγότερο δύσκολα στην επίλυση τους.

Αναφορικά δε με το Κράτος Δικαίου και τη σπουδαιότητα του στη σύγχρονη εποχή, κατά την οποία οι υπόλοιποι συνεκτικοί δεσμοί της κοινωνίας (θρησκεία, ιστορική συνείδηση κλπ.) έχουν ατονήσει, ακόμη και η ελάχιστη δυσλειτουργία του είναι εξαιρετικά επικίνδυνη – ενώ αποτελεί το μοναδικό θεμέλιο, επάνω στο οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, σε σχέση με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις (τις συντεχνίες δυστυχώς σήμερα), οι οποίες έχουν σχεδόν καταρρεύσει κάτω από το βάρος της ιδιοτέλειας των ηγεσιών τους, της διαπλοκής τους με την οικονομική και πολιτική ελίτ, καθώς επίσης της «πολυεπίπεδης» διαφθοράς, τα παρακάτω:

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΚΑΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

Τα συνδικάτα προέρχονται από τα ευρωπαϊκά κινήματα των εργαζομένων – ενώ οι κυριότεροι στόχοι τους ήταν ανέκαθεν η επιδίωξη υψηλότερων μισθών για τα μέλη τους, οι καλύτερες συνθήκες εργασίας, η συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις των επιχειρήσεων, η μείωση του χρόνου εργασίας, καθώς επίσης (λιγότερο) οι ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές, με προτεραιότητα τον έλεγχο της Πολιτείας από τους (αυτο)οργανωμένους Πολίτες της (αυτοδιάθεση).

Οι διαπραγματεύσεις των συλλογικών συμβάσεων με τους εκπροσώπους των εργοδοτών, καθώς επίσης οι μισθολογικοί αγώνες, με τη βοήθεια διαδηλώσεων, απεργιών κλπ. είναι μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων των συνδικάτων – με απώτερο σκοπό την κατά το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή των μελών τους στα κέρδη των επιχειρήσεων, με τη μορφή μισθών, παροχών, καλύτερων συνθηκών εργασίας κοκ.

Επειδή τώρα δεν υπάρχει κανένας σωστός, ορθολογικός, δίκαιος ή ιδανικός καταμερισμός των επιχειρηματικών κερδών, η «διανομή» τους καθορίζεται ουσιαστικά από την ισχύ των εκάστοτε συμμετεχόντων – όπου σε περιόδους ύφεσης και ανεργίας, όπως η σημερινή, οι εργοδότες είναι σε εξαιρετικά πλεονεκτική θέση (η ανεργία είναι ο ιδανικός μοχλός συμπίεσης των μισθών, εξουδετέρωσης των συνδικάτων και περιορισμού του κοινωνικού κράτος – πρόκειται για ένα εργαλείο λοιπόν, το οποίο γνωρίζουν πολύ καλά τα παιδιά του Σικάγου).

Από την άλλη πλευρά, ο βέλτιστος καταμερισμός των κερδών (αναδιανομή των εισοδημάτων) κρίνεται διαφορετικά, τόσο από τους εργαζομένους, όσο και από τους εργοδότες.

Για παράδειγμα, κάποια συνδικάτα είναι της άποψης ότι, οφείλουν να ενδιαφέρονται όχι μόνο για τους μισθούς των μελών τους, αλλά και για τη βιωσιμότητα, καθώς επίσης για τις επενδύσεις των επιχειρήσεων – με την έννοια ότι αυτές είναι προς όφελος των εργαζομένων, αφού προστατεύουν τις θέσεις εργασίας τους, ενώ δημιουργούν καλύτερες προϋποθέσεις μελλοντικών κερδών (οπότε και μισθολογικών αυξήσεων).

Κάποια άλλα όμως προσπαθούν απλά να αυξήσουν τις απολαβές των μελών τους, ακόμη και αν οι αυξήσεις είναι αφενός μεν υπερβολικές, αφετέρου εις βάρος της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων – με αποτέλεσμα να οδηγούνται στη χρεοκοπία, η οποία είναι οδυνηρή όχι μόνο για τους εργοδότες, αλλά και για τους εργαζομένους.

Η ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ

Τα συνδικάτα είναι συνήθως υπέρ εκείνων των «μοντέλων ανάπτυξης», τα οποία στηρίζονται στην αύξηση της ζήτησης – τεκμηριώνοντας τη θέση τους με το ότι, οι απαιτήσεις τους για καλύτερη αναδιανομή των κερδών (υψηλότερες αμοιβές, προνόμια κλπ.), αφενός μεν «βελτιστοποιούν» την παραγωγικότητα όλων των αργαζομένων, αφετέρου αυξάνουν την αγοραστική δύναμη τους (η οποία εκβάλλει στην υψηλότερη εγχώρια κατανάλωση, δημιουργώντας ανάγκη για νέες επενδύσεις).   

Οι οικονομολόγοι των συνδικάτων, συνήθως οπαδοί του Keynes και αντίθετοι με τα μοντέλα ευέλικτης εργασίας, υποστηρίζουν ότι δεν είναι το κόστος εργασίας υψηλό, αλλά οι μισθοί χαμηλοί – με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνεται μία δίκαιη αναδιανομή εισοδημάτων, η οποία θα δημιουργούσε μία υγιή εγχώρια ζήτηση, στηρίζοντας την κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Όπως σε γενικές γραμμές αναφέρουν, η μειωμένη εσωτερική κατανάλωση, λόγω των χαμηλών μισθών, υποχρεώνει τελικά τις επιχειρήσεις να επεκταθούν στο εξωτερικό – εξάγοντας θέσεις εργασίας και Know how, μακροπρόθεσμα με δυσμενή επακόλουθα για τους εργαζομένους (ανεργία κλπ.).

Βέβαια για εκείνες τις επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν εύκολα τις δραστηριότητες τους σε χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού, οι υψηλές αμοιβές λειτουργούν εις βάρος των εργαζομένων.

Από την άλλη πλευρά όμως, οι συνθήκες στις συγκεκριμένες χώρες αλλάζουν απότομα – γεγονός που τεκμηριώνεται από το ότι, η αύξηση των μισθών στην Κίνα (έως και 10% ετησίως) ανάγκασε πολλές βιομηχανίες να εγκατασταθούν σε άλλες χώρες, όπως στο Βιετνάμ και στη Μιανμάρ. Επομένως, οφείλουν να συμπεριλαμβάνουν στις σκέψεις τους και αυτές τις ιδιαιτερότητες, όταν διαπραγματεύονται με τους εργαζομένους.  

Περαιτέρω, στις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης, τα μοντέλα ανάπτυξης που στηρίζονται στη ζήτηση, ειδικά στις χώρες με ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό, φαίνεται να έχουν υποχωρήσει – επειδή οι επενδύσεις μπορούν να κινηθούν γρηγορότερα και με λιγότερα εμπόδια, σε σχέση με τους εργαζομένους.

Αντίθετα, τα μοντέλα ανάπτυξης που στηρίζονται στην προσφορά (χαμηλότεροι μισθοί, φθηνότερο κόστος προϊόντων, ανταγωνιστικές τιμές πώλησης, εξαγωγές μεγαλύτερες από τις εισαγωγές), τείνουν να επικρατήσουν – με τους μισθούς να υποχωρούν διαρκώς (αφού ο περιορισμός/εξαγωγή των θέσεων εργασίας, υποχρεώνει τους εργαζομένους στην άμυνα). 

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ

Τα συνδικάτα κατάφεραν, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, να αναγνωρισθούν πολιτικά και θεσμικά, ως οι επίσημοι κοινωνικοί εκπρόσωποι των εργαζομένων. Στα πλαίσια αυτά ανάλαβαν, εκτός από την προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων κατά την υπογραφή των συλλογικών συμβάσεων, πολλές άλλες «λειτουργίες».

Αυτό συνέβη κυρίως σε πολιτικό επίπεδο, είτε με τη στήριξη κομμάτων εκ μέρους τους, είτε με την εκλογή μελών τους στα Κοινοβούλια. Ειδικά στη Γερμανία, η συμμετοχή των συνδικαλιστών στη Βουλή είναι σημαντικότατη – όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι που ακολουθεί:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Βουλευτές-μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων (ποσοστό επί του συνόλου)

Συνδικαλιστές

1965-1987

2002

2005

 

 

 

 

 

 

 

 

Ποσοστό επί του συνόλου

50-60%

47%

40%

Πηγή: Bundestag

Σε επιχειρήσεις τώρα, οι οποίες απασχολούν πάνω από 2.000 εργαζομένους, τα συνδικάτα έχουν το δικαίωμα να τοποθετούν 2-3 εργαζομένους στα εποπτικά συμβούλια (τα οποία αποτελούνται συνήθως από 6-10 άτομα, ανάλογα με το μέγεθος της εταιρείας).

Η ΑΠΟΔΥΝΑΜΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ

Όπως πολλές άλλες «κοινωνικοπολιτικές» οργανώσεις, έτσι και τα συνδικάτα έχασαν έναν μεγάλο αριθμό των μελών τους, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών – όπου επικράτησε ο νεοφιλελευθερισμός, με αφετηρία τις Η.Π.Α. και τη Μ. Βρετανία (η Μ. Βρετανία είναι ουσιαστικά η «πατρίδα» του συνδικαλισμού, ενώ μέχρι το 1980 η συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα ήταν υποχρεωτική).

Οι αιτίες που αναφέρονται είναι η ευρύτερη κοινωνική τάση του «ατομικισμού», ο περιορισμός των επιχειρηματικών δομών, η μείωση των θέσεων εργασίας στη βιομηχανία προς όφελος του κλάδου των υπηρεσιών και, κυρίως, η παγκοσμιοποίηση – η οποία έδωσε πολύ μεγάλα εφόδια στους εργοδότες και ειδικά στο καρτέλ.

Παράλληλα βέβαια η «αναποτελεσματική» ηγετική φυσιογνωμία των συνδικάτων, οι υποθέσεις διαφθοράς των στελεχών και λοιπών μελών τους, η διάβρωση τους από τα πολιτικά κόμματα, καθώς επίσης η δυσαρέσκεια των εργαζομένων, σχετικά με τις διαπραγματεύσεις τους.

Όπως είναι φυσικό, ο σημαντικότερος παράγοντας εχθρότητας των εργαζομένων, καθώς επίσης ολόκληρης της κοινωνίας απέναντι στο συνδικαλιστικό κίνημα, είναι η διαπλοκή και η διαφθορά των συνδικαλιστών από την πολιτική και την οικονομική εξουσία – ένα ισχυρότατο όπλο των εργοδοτών (χρηματισμός και εξαγορά των ηγετικών ομάδων), το οποίο χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία, όσο κανένα άλλο.

Από την εξέλιξη αυτή επηρεάστηκαν όλες οι δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας – με εξαίρεση τα σκανδιναβικά κράτη και ο Βέλγιο, όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Ποσοστό συνδικαλιστικής οργάνωσης των δυτικών κρατών

Χώρα

1960

1980

2000

 

 

 

 

Σουηδία

70,7

78,2

81,9

Δανία

60,2

77,5

81,7

Φιλανδία

29,3

70,0

79,0

Βέλγιο

40,7

56,6

58,0

Νορβηγία

51,6

54,1

54,3

Ιρλανδία

43,8

55,3

38,5

Αυστρία

57,8

50,8

35,3

Ιταλία

22,2

44,4

31,0

Μ. Βρετανία*

43,5

52,2

29,5

Ολλανδία

41,0

32,4

22,3

Γερμανία

34,2

33,6

21,6

Ιαπωνία*

32,2

30,3

21,5

Η.Π.Α.*

28,9

21,1

13,5

Γαλλία

19,2

17,1

9,0

* Οι χώρες αυτές υπολογίζουν τα ποσοστά σε σχέση με τους εργαζομένους μόνο – όλες οι άλλες συμπεριλαμβάνουν και τους ανέργους.

Σημείωση: Το ποσοστό των γυναικών στα σκανδιναβικά συνδικάτα είναι ανάλογο με των ανδρών (50%).  

Πηγή: WPD. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Από τον Πίνακα ΙΙ διαπιστώνουμε κυρίως ότι, το ποσοστό της συμμετοχής των εργαζομένων στα συνδικάτα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το μέγεθος του κοινωνικού κράτους – με κριτήριο τις σκανδιναβικές χώρες από τη μία πλευρά και τις Η.Π.Α. από την άλλη.

Εντύπωση φυσικά προκαλεί η Γαλλία, στην οποία το συνδικαλιστικό κίνημα έχει υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια – γεγονός που σημαίνει πολλά για το μέλλον του κοινωνικού κράτους τόσο στη συγκεκριμένη χώρα, όσο και στις υπόλοιπες που ευρίσκονται στο τέλος του Πίνακα ΙΙ.

Συμπερασματικά λοιπόν, για τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους στη Δύση τα τελευταία χρόνια είναι κυρίως υπεύθυνα τα συνδικάτα – τα οποία αφενός μεν βυθίστηκαν στη διαπλοκή και στη διαφθορά, αφετέρου διαβρώθηκαν από τα πολιτικά κόμματα, εξυπηρετώντας όλο και λιγότερο τις ανάγκες των κοινωνικών ομάδων που εκπροσωπούν. Παράλληλα βέβαια, έχασαν την ευρύτερη στήριξη της κοινωνίας – η οποία είναι απολύτως απαραίτητη, για να μπορεί να έχει αποτέλεσμα οποιοδήποτε κίνημα.   

Ειδικά όσο αφορά την Ελλάδα, εάν συρρικνωθεί, όπως φαίνεται, το κοινωνικό κράτος, καθώς επίσης εάν ιδιωτικοποιηθούν (σε τιμές ευκαιρίας) οι κοινωφελείς, οι κερδοφόρες και οι στρατηγικές επιχειρήσεις της πατρίδας μας, ένοχοι θα είναι κυρίως τα συνδικαλιστικά κινήματα και οι ηγέτες τους – αφού αυτοί «συνιστούν» την άμυνα μίας χώρας σε περιόδους οικονομικών πολέμων, με υποχρέωση την προστασία της από τους εισβολείς. 

Εάν δε οδηγηθεί τελικά η Ελλάδα στην απορρύθμιση και στην κατάρρευση, η βασική αιτία δεν θα είναι οι ξένοι εισβολείς ή/και η πολιτική ηγεσία, αλλά οι οργανώσεις των πολιτών και των εργαζομένων.

Η λύση είναι φυσικά η αλλαγή πορείας των συνδικαλιστικών και λοιπών οργανώσεων, η καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής στο εσωτερικό τους, καθώς επίσης η ευρύτερη κάθαρσή τους – έτσι ώστε να προσελκύσουν ξανά τους Πολίτες, αυξάνοντας τόσο την ισχύ, όσο και την παρεμβατικότητα τους στην κοινωνική και πολιτική ζωή. 

Στα πλαίσια αυτά η στελέχωση τους με ικανά, ανιδιοτελή άτομα, θα ήταν αποφασιστική για το μέλλον τους, καθώς επίσης για τη διατήρηση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας – ενώ με δεδομένο το ότι, η μόνη μας προστασία απέναντι στην οικονομική εξουσία είναι η Πολιτική, οι οργανώσεις αυτές θα μπορούσαν να μας προστατεύσουν με τη σειρά τους από την πολιτική διαφθορά και την ανεπάρκεια.

Παράλληλα, θα μπορούσαν να αγωνιστούν με επιτυχία για τη διατήρηση των κοινωφελών, των κερδοφόρων και των στρατηγικών επιχειρήσεων στην ιδιοκτησία του δημοσίου – αφού θα είχαν με το μέρος τους την εμπιστοσύνη ολόκληρης της κοινωνίας και όχι μόνο των μελών τους.  

Η ΙΤΑΛΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, το τελευταίο χρονικό διάστημα ευρίσκεται σε εξέλιξη, ερήμην των Πολιτών, ένας αγώνας δρόμου, μεταξύ των ελλειμματικών οικονομιών της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, σχετικά με το ποια από όλες θα ανακοινώσει τα περισσότερα μέτρα λιτότητας, καθώς επίσης τη μεγαλύτερη μείωση του κοινωνικού κράτους – με έπαθλο την αναγνώριση των προσπαθειών του νικητή από τις αγορές, οι οποίες θα τον ανταμείψουν με τα συγκριτικά χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού. 

Στα πλαίσια αυτά, η Ισπανία καθυστερεί όσο περισσότερο μπορεί το αίτημα για την υπαγωγή της στο μηχανισμό στήριξης – πιθανότατα επειδή υποθέτει ότι, θα υποχρεωθεί σύντομα και η Ιταλία να καταθέσει ανάλογο αίτημα. Κάτι τέτοιο θα ισχυροποιούσε προφανώς τη διαπραγματευτική θέση της Ισπανίας – η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, εάν δηλαδή κατέθετε μαζί με την Ιταλία το αίτημα, θα είχε καλύτερη «συντροφιά στη φυλακή της τρόικα», από εκείνη της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας και της Ελλάδας.

Για να τα καταφέρει όμως η Ισπανία, σύμφωνα με τους αναλυτές, θα έπρεπε να μειώσει τη διαφορά με την Ιταλία, όσον αφορά το ύψος των επιτοκίων δανεισμού – επομένως να αντιστρέψει την τάση, η οποία εμφανίστηκε από τα τέλη Μαρτίου, όπου τα επιτόκια της ξεπέρασαν τα ιταλικά.

Ειδικότερα, όταν το Δεκέμβριο του 2011 η κυβέρνηση της Ισπανίας ανακοίνωσε το πρώτο πακέτο μέτρων λιτότητας, τα επιτόκια δανεισμού της Ιταλίας ήταν 202 μονάδες βάσης υψηλότερα από τα ισπανικά – το Μάρτιο όμως αντιστράφηκε η τάση και τον Ιούλιο τα επιτόκια της Ιταλίας ήταν 116 μονάδες χαμηλότερα (το ζενίθ της διαφοράς).

Πρόσφατα τώρα, όταν η ΕΚΤ ανακοίνωσε την αγορά ομολόγων εκείνων των χωρών, οι οποίες θα υπέβαλλαν αίτημα στήριξης από το ESM, η διαφορά μειώθηκε στις 22 μονάδες βάσης – ενώ θα μπορούσε να περιοριστεί ακόμη περισσότερο, λόγω των μεγαλύτερων αναγκών χρηματοδότησης της Ιταλίας εντός αυτού του έτους (η Ισπανία αντίθετα έχει καλύψει ήδη το 83% των εκδόσεων ομολόγων).

Παρά τις πιέσεις λοιπόν της Γαλλίας, η οποία ανησυχεί για τον εαυτό της, λόγω της έκθεσης της σε ισπανικά και ιταλικά ομόλογα, καθώς επίσης των αγορών, η Ισπανία καθυστερεί περιμένοντας την Ιταλία (αν και η διαφορά των επιτοκίων έχει αυξηθεί ξανά στις 85 μονάδες βάσης, υπέρ της Ιταλίας).

Την ίδια στιγμή όμως η Ιταλία, γνωρίζοντας ότι θα κέρδιζε από την προηγούμενη υπαγωγή της Ισπανίας στο μηχανισμό, χωρίς να υποχρεωθεί να υποταχθεί στις υποχρεώσεις ενός πακέτου στήριξης της οικονομίας της από το ESM, προσπαθεί να κερδίσει χρόνο.

Από την άλλη πλευρά, η Ισπανία και η Ιταλία ευρίσκονται αντιμέτωπες με εντελώς διαφορετικά προβλήματα. Ειδικότερα (Πίνακας ΙΙΙ) τα εξής:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Συγκριτικά μεγέθη Ισπανίας και Ιταλίας – 2011

Δείκτες

Ιταλία

Ισπανία

 

 

 

Έλλειμμα προϋπολογισμού/ΑΕΠ

3,9%

9,0%

Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ

120%

69%

Ύφεση

-0,8%

-0,4%

Ανεργία

12%

25%

Πηγή: Bloomberg. Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Η Ισπανία βέβαια έχει ένα επί πλέον πρόβλημα, το οποίο τελικά μάλλον θα την υποχρεώσει να υποβάλλει αίτημα πριν από την Ιταλία – τις τράπεζες της οι οποίες, μεταξύ άλλων, υποφέρουν από μία τεράστια εκροή καταθέσεων (περί τα 80 δις € μόνο τον Ιούλιο). 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όπως φαίνεται από τις εξελίξεις στην Ισπανία και στην Ιταλία, η Ευρωζώνη είναι βυθισμένη σε έναν εμφύλιο πόλεμο, με την πολιτική και τις αγορές να μάχονται και να αποφασίζουν ερήμην των Πολιτών – κάτι που κατά την άποψη μας οφείλεται κυρίως στην κατάρρευση των συνδικαλιστικών κινημάτων, καθώς επίσης στην αδυναμία των Ευρωπαίων να (αυτό)οργανωθούν σωστά, για να αντιμετωπίσουν την επερχόμενη καταιγίδα.

Ειδικά όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, κρίνοντας από την κρίση του 1929 έχουμε την άποψη ότι, εάν όλα παραμείνουν ως έχουν, η Ευρώπη θα υποφέρει τα πάνδεινα από την ύφεση που θα προκαλέσει η πολιτική λιτότητας, σε συνδυασμό με την τραπεζική βόμβα μεγατόνων στα θεμέλια της – ενώ στις Η.Π.Α. θα συμβεί μάλλον το αντίθετο, αφού ο υπερπληθωρισμός είναι πιθανότερος από ποτέ.  

 

*Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 29. Σεπτεμβρίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2704.aspx

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παπίζουμε…

Προς Μητρ. Περγάμου: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παπίζουμε

 

Του Μητρ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιεροθέου (Βλάχου)

 

Έλαβα γνώση από το διαδίκτυο της από 27-9-2012 δήλωσης του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννη (Σημ. admin)* ύστερα από δική μου απάντηση σε επιστολή του, η οποία προηγήθηκε. Λυπάμαι που εξαναγκάζομαι να ακολουθήσω τον δικό του τρόπο και να απαντήσω στην ασυνήθιστη τακτική του Σεβασμιωτάτου και στον ασυνήθιστο τρόπο που ενεργεί στην παρούσα περίπτωση, και μάλιστα όταν δεν έχη απαντήσει μέχρι τώρα στις αρνητικές κριτικές που έχουν εξασκήσει ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι και συνάδελφοί του για θέσεις που κατά καιρούς υποστηρίζει.

Θα υπογραμμίσω τέσσερα συγκεκριμένα σημεία που εκείνος θέτει με την δήλωσή του.

1. Η βούληση είναι όρεξη της φύσεως και όχι του προσώπου

Στην γνωστή εισήγησή μου σε Συνέδριο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς ασχολούμαι με το θέμα της «οντολογίας του προσώπου» και σημειώνω ότι το θέμα αυτό συνιστά μια «μεταπατερική θεολογία». Στην συγκεκριμένη δε παράγραφο εντόπιζα την κακόδοξη άποψη ότι «η δήθεν ελευθερία του προσώπου έχει αξία, διότι υπερβαίνει την αναγκαιότητα της φύσης, ότι η φύση συνδέεται με την ανάγκη και η βούληση με το πρόσωπο». Μέσα σε αυτήν την προοπτική παρέθεσα δύο φράσεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννη για την άποψή του περί του «ελευθέρου θελήματος του Πατρός» και για «τήν έννοια της βουλήσεως».

Τίς καταγράφω: «Το ελεύθερο θέλημα του Πατρός είναι αυτό από το οποίο πηγάζει η τριαδική υπόσταση του Θεού, υποστασιάζεται η ουσία σε τριαδικό Θεό… Η έννοια της βουλήσεως έχει ακριβώς την έννοια της επιλογής».

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης με επιστολή του εκφράζει «τήν κατάπληξή» του γιατί έγινε παραποίηση του κειμένου του. Όμως, τα όσα έγραψα στην προηγούμενη επιστολή μου προς τον Σεβασμιώτατο Περγάμου ισχύουν απολύτως και τα επαναλαμβάνω για μια ακόμη φορά για να γίνουν κατανοητά:

«Την φράση που επισημαίνετε (έγραφα στον Σεβασμιώτατο Περγάμου) «η έννοια της βουλήσεως έχει ακριβώς την έννοια της επιλογής» την αποδίδετε στους ανθρώπους, δηλαδή στην δυνατότητα επιλογής που γίνεται από τους ανθρώ¬πους. Όμως, στο συγκεκριμένο κείμενό μου με ενδιέφερε πολύ και το τονίζω εμφαντικά, ότι η θέληση-βούληση τόσο στον Θεό όσο και στον άνθρωπο συνδέεται με την φύση, είναι όρεξη της φύσεως και όχι του προσώπου, ενώ η προαίρεση, δηλαδή η επιλογή -η οποία δεν υπάρχει στον Θεό, αλλά μόνον στους ανθρώπους- ανήκει στην υπόσταση-πρόσωπο. Αυτό είναι το καίριας σημασίας θέμα, ότι και στους ανθρώπους η βούληση δεν είναι επιλογή, αλλά όρεξη της φύσεώς τους. Η επιλογή συνδέεται με την προαίρεση».

Μέ αυτήν την επισήμανση δεν έκανα κάποια υπεκφυγή, όπως ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος στην δήλωσή του, αλλά υπογράμμιζα ότι δεν μπορούμε από ορθοδόξου απόψεως να κάνουμε λόγο για το «ελεύθερο θέλημα του Πατρός», ούτε για ότι «η έννοια της βουλήσεως έχει ακριβώς την έννοια της επιλογής» στον Θεό και στους ανθρώπους. Και οι δύο αυτές φράσεις είναι άστοχες από ορθοδόξου πλευράς, όπως φαίνεται στην διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, και έχω αναλύσει σε ένα προηγούμενο κείμενό μου. Η βούληση τόσο στον Θεό όσο και στον άνθρωπο είναι όρεξη της φύσεως και όχι του προσώπου, ενώ η επιλογή στον άνθρωπο είναι γνώρισμα της προαιρέσεως και όχι της βουλήσεως.

Αυτό ήταν το βασικό θέμα που με ενδιέφερε στην περίπτωση αυτή. Σε αυτό δεν έγινε καμμία παραποίηση και καταλαβαίνω καλά τους λόγους για τους οποίους ενοχλήθηκε ο Σεβασμιώτατος Περγάμου και έχασε την ψυχραιμία του. Και αν ακόμη έθετα τις δύο αυτές φράσεις του ξεχωριστά – χωρίς τα αποσιωπητικά – η ουσία του θέματος δεν θα άλλαζε, αφού η βούληση-θέληση στον Θεό και τους ανθρώπους είναι όρεξη της φύσεως και όχι επιλογή του προσώπου. Μήν προσπαθή ο Σεβασμιώτατος να θέτη διλήμματα για να ξεφύγη από την ουσία του θέματος. Αυτό δεν έγινε ούτε εκ παραδρομής (μέ την έννοια της απροσεξίας) ούτε εσκεμμένως (μέ την έννοια της σκόπιμης παραποίησης). Ήθελα να αναφερθώ στην κακόδοξη διδασκαλία ότι η βούληση κάνει επιλογή.

Ακόμη, στην δήλωση του Σεβασμιωτάτου φαίνεται η αντιφατικότητά του, διότι αφ’ ενός μεν αρνείται την δική μου πρόθεση να μη παραποιήσω κείμενό του – όταν έγραφα «δέν είχα καμμία πρόθεση να κάνω κάτι τέτοιο» – με την αιτιολογία «σάν να έχη σημασία η πρόθεση και όχι η πράξη», αφ’ ετέρου δε ο ίδιος στην επόμενη παράγραφο της δήλωσής του αναφέρεται στην δική του πρόθεση: «πρόθεσή μου, ειλικρινά, δεν ήταν, ούτε είναι να δυσχεράνω την θέση του Σεβασμιωτάτου». Δεν μπορώ να εξηγήσω αυτήν την διπλή συμπεριφορά ως προς τις «προθέσεις» αμφοτέρων.

Επομένως, για όσα ανέφερα μέχρι τώρα και κυρίως για όσα θα αναφερθώ στην συνέχεια με σεβασμό παρακαλώ τον Σεβασμιώτατο να ανακαλέση τα περί «παραποιήσεως των θέσεών» του, γιατί είναι προσβλητικό για το πρόσωπό μου.

2. Παρερμηνεία του χωρίου του Μ. Αθανασίου

Μελετώντας περισσότερο το θέμα που θίγει ο Σεβασμιώτατος Περγάμου στην επιστολή του και στην εν συνεχεία δήλωσή του φαίνεται μεν ότι δεν δέχεται την αιρετική άποψη των Αρειανών ότι ο Υιός προήλθε από την βούληση-θέληση του Πατρός και επομένως είναι κτίσμα, μάλιστα δε επισημαίνει ότι είναι «κακόδοξη αντίληψη» το να εκλαμβάνεται ότι «η θέληση του Θεού είναι απόφαση επιλογής», αλλά θεωρώ ότι παρερμηνεύει το σχετικό χωρίο του Μ. Αθανασίου με κάποιους σχολαστικούς ελιγμούς για να φθάση σε δύο συμπεράσματα που αποκλείνουν από την ορθόδοξη πατερική παράδοση.

Το πρώτον είναι ότι «Το ελεύθερο θέλημα του Πατρός είναι αυτό από το οποίο πηγάζει η τριαδική υπόσταση του Θεού, υποστασιάζεται η ουσία σε τριαδικό Θεό…». Και το δεύτερον είναι ότι παρουσιάζει τον Μ. Αθανάσιο να θέλη «μία ελεύθερη βούληση, αιώνια, αΐδια» του Πατρός, «η οποία να μήν είναι βούληση εκλογής μεταξύ δύο δυνατοτήτων», και ομιλεί για την «κακόδοξη αντίληψη όταν η θέληση του Θεού είναι απόφαση επιλογής μεταξύ δυνατοτήτων» και για την «ευσεβή έννοια της θελήσεως», που είναι «η ορθόδοξη έννοια της θελήσεως», σύμφωνα με το σχετικό χωρίο του Μ. Αθανασίου, το οποίο παρερμηνεύει κατά την γνώμη μου.

Ο καθηγητής Νίκος Ματσούκας στην Δογματική του επισημαίνει αυτό το λάθος του Σεβασμιωτάτου Περγάμου. Γράφει ότι ο Μ. Αθανάσιος «εγκαινιάζει καταρχήν» «καί ακολουθούν οι μετέπειτα ορθόδοξοι πατέρες» την διάκριση της «κατά φύσιν γεννήσεως» και της «κατά βούλησιν δημιουργίας». Αυτήν την πατερική θέση, όπως επισημαίνει ο Νίκος Ματσούκας «φαίνεται να αρνείται» κείμενο του Ιωάννου Ζηζιούλα «προφανώς από αστοχία ή κάποια παραδρομή».

Στην συνέχεια παραθέτει το σχετικό κείμενο του Σεβασμιωτάτου: «Αναλυτικώτερα αυτό σημαίνει ότι ο Θεός, ως Πατήρ και όχι ως «ουσία», με το να «είναι» διαρκώς επιβεβαιώνει την ελευθέραν θέλησίν του να υπάρχη, και την διαβεβαίωσιν αυτήν συνιστά ακριβώς η Τριαδική Του ύπαρξις:  ο Πατήρ από αγάπην – δηλαδή ελεύθερα – γεννά τον Υιόν και εκπορεύει το Πνεύμα. Άν υπάρχη Θεός, υπάρχει διότι υπάρχει ο Πατήρ, δηλαδή Εκείνος, ο οποίος από αγάπην ελευθέραν γεννά τον Υιόν και εκπορεύει το Πνεύμα».

Και στην συνέχεια σχολιάζει ο καθηγητής Νίκος Ματσούκας: «Αλλά το «κατά φύσιν» δεν υπόκειται στην ελευθερία της θέλησης παρά μονάχα το «κατά βούλησιν». Ο Άρειος σε τούτη ακριβώς την κακοδοξία είχε περιπέσει, την οποία πολέμησε ο Μ. Αθανάσιος  ισχυριζόταν ότι ο Λόγος είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του Πατέρα, πράγμα που κατά τον Μ. Αθανάσιο ισχύει μονάχα για τη δημιουργία της κτίσης. Επομένως ο Μ. Αθανάσιος κάνει διάκριση μεταξύ αίδιας και οικονομικής Τριάδας, ενώ ο Άρειος δεν κάνει τούτη τη διάκριση. Κατά τον Άρειο είναι δυνατή η διάκριση θείας ουσίας και θείας ενέγειας του Πατέρα, αλλά τα δύο άλλα πρόσωπα, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, δεν κατατάσσονται στην οικογένεια της άκτιστης και ομοούσιας Τριάδας. Και αυτό συμβαίνει, γιατί ο Λόγος, κατά τον Άρειο πάντοτε, προέρχεται από τη βουλητική ενέργεια του Πατέρα, και φυσικά όχι από μια «κατά φύσιν» σχέση του Πατέρα προς τον Υιό. Όπως θα δούμε αργότερα, οι επιπτώσεις αυτές είναι αλλοτριωτικές στην εμπειρία και τη διδασκαλία της απολύτρωσης» (Ν.Α. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’: Έκθεση της Ορθόδοξης Πίστης σε αντιπαράθεση με τη Δυτική Χριστιανοσύνη, Φ.Θ.Β. 3, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 96-97, υπ. 56).

Επομένως, πρόκειται για παρερμηνεία που κάνει ο Σεβασμιώτατος Περγάμου του χωρίου του Μ. Αθανασίου για να φθάση στην ελευθερία του προσώπου του Πατρός και στην διάκριση μεταξύ των δύο αντιλήψεων περί της θελήσεως, η μία «κακόδοξη αντίληψη» και η άλλη «η ευσεβής έννοια της θελήσεως».

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα πώς έχει το θέμα αυτό, για να διαπιστωθή η παρερμηνεία του πατερικού κειμένου ή «από αστοχία» ή από «κάποια παραδρομή», όπως επισημαίνει με ακαδημαϊκή ευπρέπεια ο καθηγητής Νίκος Ματσούκας. Ετοιμάζω δε ειδική μελέτη για να εντοπίσω την εσφαλμένη ερμηνευτική μεθοδολογία του. Απλώς εδώ θα κάνω μια ευσύνοπτη παρουσίαση του θέματος.

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά το σχετικό κείμενο του Μ. Αθανασίου, καθώς επίσης και όσα προηγούνται και έπονται αυτού, διαπιστώνει ότι ο Μ. Αθανάσιος αντιμετώπισε το δίλημμα που του έθεταν οι Αρειανοί, εάν ο Υιός γεννήθηκε από την ουσία του Πατρός, που γι’ αυτούς ήταν κατ’ ανάγκη, ή δημιουργήθηκε κατά την βούληση του Πατρός, κάτι το οποίο πίστευαν οι ίδιοι, και είναι κτίσμα. Ο Μ. Αθανάσιος με ισχυρά επιχειρήματα εξουδετέρωσε την άποψη των Αρειανών ότι ο Υιός προήλθε από την βούληση του Πατρός, γιατί τότε θα ήταν κτίσμα, και υποστήριξε την εκ της ουσίας του Πατρός γέννηση του Υιού. Μάλιστα δε το κεντρικότερο σημείο του συγκεκριμένου χωρίου του Μ. Αθανασίου είναι ότι θεωρεί παράφρονα εκείνον που θέτει μεταξύ του Πατρός και του Υιού βούληση και σκέψη, και γι’ αυτό γράφει: «Μαίνοιτο γάρ αν τις μεταξύ τιθείς Πατρός και Υιού βούλησιν και σκέψιν. Και γάρ έτερόν εστι λέγειν, Βουλήσει γέγονεν, έτερον δε ότι Ίδιον φύσει τον Υιόν αυτού αγαπά και θέλει αυτόν».

Συγχρόνως ο Μ. Αθανάσιος υποστήριξε ότι το κατ’ ουσία δεν είναι κατ’ ανάγκη, γι’ αυτό γράφει: «ώσπερ γάρ της ιδίας υποστάσεώς εστι θελητής (ενν. ο Πατήρ) ούτω και ο Υιός, ίδιος ών αυτού της ουσίας, ουκ αθέλητός εστιν αυτώ». Το «θελητής» χρησιμοποιήθηκε από τον Μ. Αθανάσιο για να απορρίψη το «αθέλητος», το «κατ’ ανάγκην» της ουσίας, το οποίο πρέσβευαν οι Αρειανοί, και να εκφράση ότι είναι θελητής της ουσίας Του και όχι αθέλητος.

Η λέξη «θελητής» δεν ερμηνεύεται με την έννοια της θελήσεως, την οποία θέληση προηγουμένως ο Μ. Αθανάσιος είχε απορρίψει για την ύπαρξη του Υιού, αλλά με την έννοια του επιθυμητός (θελητός=επιθυμητός, κατά το Liddel-Scott), αγαπητός. Έτσι μετέφρασε το χωρίο του Μ. Αθανασίου ο μεταφραστής στις «Πατερικές Εκδόσεις» (Μ. Αθανασίου, Έργα 3, Κατά Αρειανών Γ’, 66, ΕΠΕ, Εισαγ.-Κείμ.-Μετφρ.-Σχολ. Σοφοκλέους Τοκατλίδη, «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 193) που μάλλον προσεγγίζει καλύτερα το θέμα. Μεταφράζει: «Διότι όπως (ο Πατήρ) επιθυμεί την ιδικήν Του υπόστασιν, τοιουτοτρόπως και ο Υιός, ο οποίος έχει κοινήν προς τον Πατέρα ουσίαν, δεν είναι ανεπιθύμητος εις αυτόν».

Αυτή η ερμηνεία είναι ορθή, γιατί φαίνεται από το ότι ο Μ. Αθανάσιος συνδέει το «θελητής» με την αγάπη, παραπέμποντας στον λόγο του Χριστού: «ο γάρ πατήρ φιλεί τον υιόν και πάντα δείκνυσιν αυτώ ά αυτός ποιεί» (Ιω. ε’, 20).

Και επισημαίνει: «Θελέσθω και φιλεέσθω τοίνυν ο Υιός παρά του Πατρός  και ούτω το θέλειν και το μη αβούλητον του Θεού τις ευσεβώς λογιζέσθω. Και γάρ ο Υιός τη θελήσει ή θέλεται παρά του Πατρός, ταύτη και αυτός αγαπά, και θέλει, και τιμά τον Πατέρα  και έν εστι θέλημα το εκ Πατρός εν Υιώ, ως και εκ τούτου θεωρείται τον Υιόν εν τώ Πατρί, και τον Πατέρα εν τώ Υιώ».

Φαίνεται σαφέστατα ότι στο χωρίο αυτό γίνεται λόγος για την κοινή φυσική ενέργεια των Προσώπων της Αγίας Τριάδος, αφού τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν κοινή φύση και κοινή ενέργεια και ό,τι θέλει ο Πατήρ θέλει και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. Δεν υφίσταται διαφορετική θέληση στα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος καί, βεβαίως, δεν υφίσταται διαφορετική ελευθερία των Προσώπων.

Και για να μη νομισθή ότι αυτό το «θελητής» αναφέρεται στο «θέλημα του Πατρός» με το οποίο δήθεν ήλθε στην ύπαρξη ο Υιός, ο Μ. Αθανάσιος συμπεραίνει: «Ουκούν μη λεγέσθω θελήματος δημιούργημα ο Υιός, μηδέ τα Ουαλεντίνου επεισαγέσθω τη Εκκλησία, αλλά βουλή ζώσα, και αληθώς φύσει γέννημα, ως του φωτός το απαύγασμα». Όπως το απαύγασμα (η λάμψη) «φύσει αυτού (τού φωτός) γέννημα θελόμενον παρά του φωτός και γεννήσαντος αυτό» και δεν γίνεται «εν σκέψει βουλήσεως, αλλά φύσει και αληθεία», έτσι, θα μπορούσε να πή κανείς, ότι συμβαίνει και με το Πατέρα και τον Υιό, «ότι ο Πατήρ αγαπά και θέλει τον Υιόν, και ο Υιός αγαπά και θέλει τον Πατέρα». Επομένως, δεν θέλει μόνον ο Πατήρ τον Υιό, αλλά και ο Υιός τον Πατέρα. Το ίδιο γίνεται και με το Άγιον Πνεύμα.

Άλλωστε, ο ίδιος ο Μ. Αθανάσιος σε άλλο σημείο του ιδίου λόγου του κατά Αρειανών σαφώς αποφαίνεται ότι «τού βούλεσθαι το κατά φύσιν υπέρκειται, και η φύσις ουχ υπόκειται τη βουλήσει». Ο δε άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφερόμενος σε αυτό το χωρίο του Μ. Αθανασίου γράφει ότι ο Υιός γεννήθηκε εκ της φύσεως του Πατρός και όχι εκ της θελήσεως και αποφαίνεται: «η γέννησις ευδοκία και θέλησις ουκ έστιν, αλλ’ υπέρ ευδοκίαν και θέλησιν -φύσει γάρ δείκνυσιν εκ Πατρός όντα τον Υιόν ως αυτώ γνήσιον και ομοούσιον, αλλ’ ου θελήσει καθά τα κτίσματα». Το ίδιο συμβαίνει και με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός (Γρηγορίου Παλαμά, Συγγράμματα, εκδ. Παναγιώτη Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 98-99). 

Η οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία της φράσεως του Μ. Αθανασίου: «τής ιδίας υποστάσεώς εστι θελητής», παραπέμπει σε κακόδοξη άποψη ότι δήθεν ο Πατήρ είναι θελητής και της δικής Του υπάρξεως, δηλαδή του εαυτού Του!

Πάντως, συνιστά έντονο θεολογικό πρόβλημα το γιατί η φράση «τής ιδίας υποστάσεώς εστι θελητής» (ο Πατήρ) που από τον Μ. Αθανάσιο τίθεται για να αντιμετωπισθή το «κατ’ ανάγκην» της φύσεως των Αρειανών και να δείξη ότι ο Υιός γεννήθηκε κατά φύσιν από τον Πατέρα, από τον Σεβασμιώτατο Περγάμου επεκτείνεται στην «μία ελεύθερη βούληση, αιώνια, αΐδια» του Θεού και στην ελευθερία του Θεού Πατρός, ότι «τό αίτιο της ελευθερίας του τριαδικού Θεού» δεν είναι «η ελευθερία που πηγάζει από την ουσία, είναι η ελευθερία του αιτίου, του Πατρός».

Επομένως, ναί μεν ο Σεβασμιώτατος δεν δέχεται ότι ο Υιός προήλθε από την βούληση του Πατρός, κατά τον τρόπο που ομιλούσαν οι Αρειανοί, αλλά όταν ομιλή για «τό ελεύθερο θέλημα του Πατρός» και όταν γράφη σε άλλο κείμενό του ότι «Αλλ’ εάν ο λόγος της οντολογικής ελευθερίας του Θεού έγκειται απλώς εις την «φύσιν» του, εις το ότι δηλαδή εκ φύσεως είναι άκτιστος, ενώ εμείς εκ φύσεως κτιστοί, τότε καμμιά ελπίς, καμμιά δυνατότης δεν υπάρχει δια τον άνθρωπον να γίνη ποτέ πρόσωπον, με την έννοιαν που είναι ο Θεός, δηλαδή όντως πρόσωπον. Αλλ’ όχι  ο λόγος της οντολογικής ελευθερίας του Θεού δεν έγκειται εις την φύσιν Του, αλλά εις την προσωπικήν Του ύπαρξιν, δηλαδή εις τον «τρόπον υπάρξεως» με το οποίον υφίσταται ως θεία φύσις (υποσημ.: Εάν, άλλωστε, συνδέσωμε την απόλυτον ελευθερίαν του Θεού με την φύσιν Του, αυτόματα, όπως δείξαμε προ ολίγου, την αναιρούμε!)» (Ιω. Ζηζιούλα, Από το προσωπείον εις το πρόσωπον. Η συμβολή της πατερικής θεολογίας εις την έννοιαν του προσώπου, εν Ιμάτια Φωτός Αρρήτου: Διεπιστημονική Προσέγγιση του Προσώπου, επιμ. Λ. Χρ. Σιάσου, Πουρναράς: Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 94)  καθώς επίσης όταν υποστηρίζη ότι «ο τρόπος με τον οποίον ασκεί ο Θεός την οντολογικήν ελευθερίαν Του, εκείνο ακριβώς που Τόν κάνει να είναι οντολογικά ελεύθερος, είναι το ότι υπερβαίνει και καταργεί την οντολογικήν αναγκαιότητα της ουσίας με το να είναι Θεός ως Πατήρ, δηλαδή ως Εκείνος που «γεννά» τον Υιόν και «εκπορεύει» το Πνεύμα», αυτό οδηγεί σε αποκλίσεις από την ορθόδοξη διδασκαλία.

Υπογραμμίζω και πάλι ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ βούλησης-θέλησης και προαίρεσης. Η βούληση-θέληση, στον Θεό και τον άνθρωπο, είναι όρεξη της φύσεως και όχι του προσώπου, και γι’ αυτό η θέληση-βούληση δεν έχει δυνατότητα επιλογών, όπως διδάσκει η δυτική φιλοσοφία, ενώ η προαίρεση στον άνθρωπο – όχι στον Θεό, που δεν έχει προαίρεση – συνδέεται με τις επιλογές που κάνει. Αλλά και η προαίρεση αυτή στον άνθρωπο συνιστά ατέλεια, γιατί ο εν Χριστώ αναγεννημένος άνθρωπος, ο άγιος εν Χριστώ αποκτά και την ατρεψία της προαιρέσεως. Αυτό διδάσκει ο άγιος Μάξιμος και θα το αναλύσω σε νέο εκτενές κείμενό μου. Μήν προσπαθεί, λοιπόν, ο Σεβασμιώτατος Περγάμου να ξεπερνά τα σοβαρά αυτά θέματα με την δήθεν παραποίηση των θέσεών του.

Ο ιερομόναχος π. Μάξιμος Λαυριώτης ήδη το 1990, πριν 22 χρόνια, πολύ ευφυώς ασχολήθηκε με το σοβαρό αυτό θέμα και παρουσίασε την διδασκαλία της Εκκλησίας. Σε άρθρο του με τίτλο «Ελευθερία και σωτηρία», στο πρώτο μέρος ασχολείται με το «σωτηριώδες κεφάλαιον», και στο δεύτερο μέρος ασχολείται με το περί της «αιρετικής ελευθερίας». Αναφερόμενος σε απόψεις «ωρισμένων αθεράπευτα ρομαντικών Ρώσων «θεολόγων» και φιλοσόφων» και αναλύοντας απόψεις του Ευδοκίμωφ για την σχέση ελευθερίας και προσώπου, σε σύγκριση με πατερικά χωρία, παρατηρεί:

«Είχαν πάθει σύγχυση λοιπόν όλοι οι Πατέρες; «Το γάρ αυτεξούσιον, θέλησιν ωρίσαντο» και την θέληση «φυσικήν και αυτεξούσιον ορεκτικήν του νού κίνησιν». Δεν υπάρχει καμμία αναφορά του αυτεξουσίου στό… «πρόσωπο» από κανένα Πατέρα της Εκκλησίας. Υπάρχουν όμως πολλές από πολλούς αιρετικούς (Ευνομιανούς, Νεστοριανούς, Ωριγενιστές και προπαντός Μονοθελήτες και Μονοενεργήτες), των οποίων κοινό χαρακτηριστικό είναι «τό μη ειδέναι την διαφοράν του φυσικού και του υποστατικού θελήματος», δηλαδή ότι «η μεν θέλησις τουτέστιν η θελητική δύναμις και αυτό το απλώς θέλειν, φυσικόν, το δε θελητόν, τουτέστιν το τί θέλειν, γνωμικόν και υποστατικόν».
Σε άλλο σημείο παρατηρεί:

«Είναι λοιπόν η ελευθερία ουσία προσωπική και όχι φυσική ενέργεια, ή – έστω – υποστατική; Και διαθέτει το ανθρώπινο πρόσωπο άραγε ως ιδιαίτερη δική του ουσία την ελευθερία, ξεχωριστά από την φύση ή ουσία που υποστασιάζει; Στούς είκοσι αιώνες του Χριστιανισμού δεν εμφανίσθηκαν ποτέ φοβερώτερες πλάνες απ’ αυτές, παρμένες όλες από περιλάλητο έργο «Ορθοδοξία», με το οποίο έγινε διδάκτωρ και καθηγητής στον Άγιο Σέργιο των Παρισίων ο Ευδοκίμωφ».

Πιό κάτω γράφει:

«Κανένας Πατήρ δεν συνέδεσε ποτέ πρόσωπο και ελευθερία, ή φύση και αναγκαιότητα. Κανείς δεν μίλησε ποτέ για υποστατική ελευθερία. Είναι των Μονοθελητών και Μονοενερ¬γητών αυτό το δόγμα και έχει καταδικασθή από την ΣΤ’ Οικουμ. Σύνοδο. Αλλά και οι Μονοθελήτες ακόμη ευρίσκοντο σε πολύ καλύτερη θέση απ’ τους Ρώσους Σλαυοφίλους καθότι συμφωνούσαν απόλυτα με τους ορθοδόξους αντιπάλους των στο ότι: θέλησις-αυτεξούσιον-ελευθερία σήμαιναν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Καμμία διάκρισις μεταξύ «ψυχολογικών» και «μεταφυσικών» ρόλων σ’ αυτούς τους όρους. Ακόμη και η «βούλησις» ορίζεται απ’ τους ορθοδόξους παρά τον γνωμικό της χαρακτήρα ως «ποιά φυσική θέλησις», απλούστατα διότι γίνεται κατανοητό, πώς και το γνωμικό θέλημα δεν είναι παρά προσωπικός τρόπος χρήσεως της φυσικής θελήσεως, και επ’ ουδενί λόγω μια ιδιαίτερη θελητική ενέργεια, που πηγάζει από το πρόσωπο σε αντιδιαστολή προς όσες πηγάζουν από την φύση».  (βλ. Ορθόδοξος Τύπος, 23-3-1990 και 30-3-1990).

Όλα αυτά με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης οφείλει να αποκαταστήση τα πράγματα και να ανακαλέση όχι μόνο τα αφορώντα το πρόσωπό μου, αλλά κυρίως τα αφορώντα τον Μ. Αθανάσιο, τον οποίο παρουσιάζει να δέχεται εσφαλμένες απόψεις. Αυτά προς το παρόν για το θέμα της βουλήσεως-θελήσεως.

3. Το Συνέδριο για την «μεταπατερική θεολογία»

Όσον αφορά την εισήγησή μου, η οποία προκάλεσε τον Σεβασμιώτατο, θέλω να υπογραμμίσω ότι συμμετείχα στο Συνέδριο το οποίο διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς για την μεταπατερική θεολογία ύστερα από πρόσκληση του Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ και διατύπωσα την άποψή μου για την «μεταπατερική θεολογία», ένα σοβαρό θέμα που μπορεί να υπονομεύση τα θεμέλια της συγχρόνου θεολογίας, γιατί αποτελεί μια «ψευδομόρφωση» στην σύγχρονη θεολογία και έχει εκκλησιολογικές και ποιμαντικές προεκτάσεις. Γιατί, μεταξύ των άλλων, το να χωρίζεται η εκκλησιολογία σε «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» και «θεραπευτική εκκλησιολογία», ότι δηλαδή οι Πατέρες των πρώτων αιώνων εξέφραζαν την πρώτη και οι μεταγενέστεροι Πατέρες εξέφραζαν την δεύτερη, επηρεασθέντες από τον Ωριγένη και τον Ευάγριο, και αργότερα έγινε η σύνθεση  το να υποστηρίζεται ότι η «θεραπευτική εκκλησιολογία» των Πατέρων υπήρξε «ανατροπή» της «ευχαριστιακής-εσχατολογικής εκκλησιολογίας» κλπ. είναι νάρκη στα θεμέλια της ορθοδόξου θεολογίας.

Πάντως, στο συγκεκριμένο Συνέδριο συμμετείχα και διατύπωσα νομίζω με νηφαλιότητα και θεολογική ευκρίνεια τις απόψεις μου και μάλιστα στο τέλος αναφέρθηκα και σε λόγο του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ότι «Το μέλλον ανήκει εις μίαν αυθεντικήν «πατερικήν» θεολογίαν, πέραν από τον νεοπατερισμόν και τον μεταπατερισμόν, εις μίαν εκκλησιαστικήν θεολογίαν, η οποία ζωογονείται από την έντασιν μεταξύ του «ήδη» και του «όχι ακόμη» της Βασιλείας του Θεού».

Όμως, με προβληματίζει η σκοπιμότητα της ανάμειξης του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου, όσον με αφορά. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου δεν πρέπει να διεκδική το απόλυτο και το μοναδικό στην αγάπη προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Και η ελαχιστότητά μου το έχει αποδείξει στην πράξη και είναι μεμαρτυρημένο.
Έπειτα, δεν συμμετείχα σε ένα Συνέδριο αιρετικών.
Το διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, και ο Σεβ. Μητροπολίτης της κ. Σεραφείμ, εκπροσωπούνταν Ορθόδοξες Εκκλησίες και φορείς του Ποιμνίου του Οικουμενικού Θρόνου  και ετέθησαν θέματα που αφορούν την ορθόδοξη θεολογία. Άλλωστε, σε ένα Συνέδριο ο καθένας φέρει την ευθύνη των δικών του απόψεων. Ασφαλώς το γνωρίζει αυτό ο Σεβασμιώτατος από τα Συνέδρια στα οποία συμμετέχει.

4. Ο «επίσημος διάλογος των Ορθοδόξων με τους Ρωμαιοκαθολικούς»

Το θέμα του «επισήμου διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς» το αντιμετωπίζει ο Σεβ. Περγάμου πολύ επιφανειακά. Στην επιστολή που του απέστειλα έθεσα σοβαρά ζητήματα, τα οποία παρακάμπτει. Άλλωστε, δεν ευθύνεται ο ίδιος γι’ αυτά. Έγραφα ότι δεν ελήφθη απόφαση από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος πριν το 2008 για το θέμα αυτό, και δεν εννοούσα την Διαρκή Ιερά Σύνοδο.

Πάντως, η συγκεκριμένη εξουσιοδότηση που του δόθηκε από τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αφορούσε στο να συνεχισθή ο διάλογος με τους «Ρωμαιοκαθολικούς», σε συνδυασμό με το μεγάλο θέμα της Ουνίας. Γράφει η σχετική εξουσιοδότηση:

«Παρά τις υφισταμένας δυσκολίας, αίτινες πηγάζουν εκ της συνεχίσεως της προσηλυτιστικής δράσεως της Ουνίας εις βάρος του ποιμνίου της Ορθοδόξου εκκλησίας, ο εν λόγω Θεολογικός Διάλογος δέον, όπως συνεχισθή. Πεποίθαμεν, ότι δέον όπως οριστικώς και απεριφράστως καταδικασθή η Ουνία ως μέθοδος, η οποία, όπου εφηρμόσθη, απέτυχε να υπηρετήση τον σκοπόν της προσεγγίσεως των Εκκλησιών. Αντιθέτως, προεκάλεσε νέας διαιρέσεις και ελειτούργησεν ως μέθοδος προσηλυτισμού των Ορθοδόξων εις την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν. Η Ουνία αποτελεί Εκκλησιαστικήν, Νομοκανονικήν, και Δογματικήν εκτροπήν και βιαίαν απόσπασιν και απόσχισιν πιστών από την Μητέρα Ορθόδοξον Εκκλησίαν, και ως εκ τούτου πρέπει οπωσδήποτε να καταδικασθή και να καταργηθή.

Ως προς την θεματολογίαν του Διαλόγου, η Εκκλησία της Ελλάδος φρονεί, ότι πρέπει να συνεχισθή η συζήτησις επί του θέματος της Ουνίας, όπερ ουδόλως έχει εξαντληθή, δεδομένου, ότι συνεχίζει να υπάρχη και να δρά εις βάρος της Ορθοδοξίας. Η συζήτησις αυτή, προς διευκόλυνσιν της πορείας του Διαλόγου, δύναται να διεξαχθή εντός των πλαισίων της εκκλησιολογίας υπό το πρίσμα του πρωτείου». Δεν γνωρίζω όμως εάν στον διάλογο έγινε συζήτηση για την Ουνία.

Όμως, για το θέμα του διαλόγου ισχύει κατά πάντα η απόφαση της Ιεραρχίας του έτους 2010, επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου, σύμφωνα με την οποία, μεταξύ των άλλων:

«1. Διεπιστώθη η ανάγκη περαιτέρω πληρεστέρας ενημερώσεως της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, στα σημαντικά αυτά ζητήματα. (σημ. Γνωρίζω καλά ότι αυτό διατυπώθηκε πολύ ευγενικά). Δηλώθηκε δε ότι εφεξής η Ιεραρχία θα λαμβάνη γνώση όλων των φάσεων των Διαλόγων, διαφορετικά κανένα κείμενο δεν δεσμεύει την Εκκλησία. Άλλωστε αυτό συνιστά το Συνοδικό Πολίτευμα της Εκκλησίας.

2. Ο Διάλογος πρέπει να συνεχισθεί, μέσα όμως στα ορθόδοξα εκκλησιολογικά και κανονικά πλαίσια, πάντοτε ύστερα από συνεννόηση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως πανορθοδόξως έχει αποφασισθεί».

Η απόφαση αυτή της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι σαφέστατη και δείχνει την επιθυμία της να ενημερώνεται πλέον αρκούντως για το θέμα των διαλόγων και ότι ο «επίσημος διάλογος των Ορθοδόξων με τους Ρωμαιοκαθολικούς» πρέπει να γίνεται σε ορθόδοξα εκκλησιολογικά και κανονικά πλαίσια.

Λυπάμαι που και στην «δήλωση» του Σεβασμιωτάτου διέκρινα τον αιχμηρό και υπεροπτικό τρόπο, με τον οποίον έγραψε και την επιστολή του. Γνωρίζω ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν «παπίζουμε», όλοι είμαστε «διδακτοί Θεού», κατά την αναλογία της πίστεως, μέσα στην βιβλικοπατερική παράδοση, όταν ερμηνεύεται ορθώς, και το θεολογείν είναι έργο του Επισκόπου, το οποίο δεν μπορεί να ασκήται μονομερώς από ακαδημαϊκούς διδασκάλους. Όλοι μετέχουμε, κατά διαφόρους βαθμούς, στο μυστήριο της Εκκλησίας και της ορθοδόξου θεολογίας, οπωσδήποτε όμως η ορθόδοξη θεολογία είναι εμπειρία των θείων και οι αληθινοί θεολόγοι ομιλούν κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «αλιευτικώς και ουκ αριστοτελικώς».

 

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

 

ΠΗΓΗ: Δημιουργήθηκε στις Σάββατο, 29 Σεπτέμβριος 2012, http://www.romfea.gr/epikairotita/13918-2012-09-29-10-51-44

 

* Αιχμηρή επιστολή Περγάμου Ιωάννη προς Ναυπάκτου Ιερόθεο, Αθήναι,  17 Σεπτεμβρίου 2012. Το είδα: Ημ. Δημοσίευσης: Sep 25, 2012
http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=10517

Νέα αναδιάρθρωση του χρέους

Νέα αναδιάρθρωση του χρέους: Και ξανά προς το σφαγείο τραβά…

 

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

 

Η κατάσταση κι αν δεν έχει τύχει στους περισσότερους είναι οικεία σε όλους: Εντός του δωματίου στο νοσοκομείο κανείς δεν μιλάει για το μοιραίο που είναι θέμα μηνών αν όχι λίγων εβδομάδων. Εκτός του νοσοκομειακού δωματίου, αντίθετα, ο επερχόμενος θάνατος είναι το μοναδικό θέμα συζήτησης, όποτε έρχεται η κουβέντα στον …τυχερό. Κάπως έτσι συμβαίνει και με την ελληνική οικονομία.

Στην Ελλάδα, η συζήτηση περιστρέφεται σε αυτούς που θα πλήξουν τα νέα μέτρα ύψους 11,6 δισ. ευρώ κι εντός του κυβερνητικού στρατοπέδου η μόνη διαφωνία αφορά το αν φτάνουν αυτά τα μέτρα ή, για να δείξουμε στους πιστωτές μας πόσο υπάκουοι είμαστε, μην τυχόν και χρειάζεται να ανακοινώσουμε κι άλλες, επιπλέον περικοπές μήπως έτσι μας λυπηθούν κι επιδείξουν λίγο οίκτο απέναντί μας. (Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η καλύτερη μοίρα γι' αυτή τη χώρα θα ήταν αν τα δημόσια ταμεία εμφάνιζαν την πληθωρικότητα και την μοναδική ικανότητα «να ξαναγεννιούνται από τη στάχτη τους» που από γεννήσεως του ελληνικού κράτους είχαν η υποτέλεια κι η εθελοδουλία του πολιτικού προσωπικού…) Εκτός Ελλάδας όμως η επικείμενη χρεοκοπία χαρακτηρίζεται από τον Τύπο και τους πολιτικούς ως βέβαιη (με απώτερο ζητούμενο να φτάσει το ελληνικό δημόσιο χρέος στο 100% του ΑΕΠ ώστε να μπορεί με ασφάλεια για τους δανειστές μας να εξυπηρετηθεί στο μέλλον) όπως βέβαιη και θέμα χρόνου χαρακτηρίζαμε κι εμείς τη νέα χρεοκοπία στο Unfollow του Μαρτίου, όταν γράφαμε πως επίκειται νέα αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Κι αυτό κόντρα στους πανηγυρικούς της κυβέρνησης που δια στόματος πρωθυπουργού, Λουκά Παπαδήμου τότε, χαρακτήριζε το PSI «στέρεο έδαφος» και καλούσε τον κόσμο να αποδεχθεί τους όρους της αναδιάρθρωσης, ως το αναγκαίο τίμημα για να ξεμπερδέψουμε μια για πάντα από το βραχνά του χρέους. Επίσης, για να μπορέσουμε να παραμείνουμε στο ευρώ…

Πέντε μήνες μετά, όταν οι περισσότεροι έλληνες πολιτικοί προσεύχονταν στην Μεγαλόχαρη να κάνει το θαύμα της και να μην έχουμε την τύχη του ευδρόμου Έλλη, τα σενάρια για μια νέα αναδιάρθρωση πραγματικά οργίαζαν και στο σύνολό τους αφορούσαν το ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο. Θέμα καθόλου εύκολο καθώς το ιδιαίτερο στην σημερινή συγκυρία είναι πως το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους το οφείλουμε στον λεγόμενο επίσημο τομέα, δηλαδή κράτη – μέλη της ευρωζώνης, ΕΚΤ και ΔΝΤ και όχι σε ιδιώτες. Γι' αυτό το λόγο κι η νέα αναδιάρθρωση ήδη χαρακτηρίζεται ως OSI (Official Sector Involvement) αντίθετα με την προηγούμενη, που είχε χαρακτηριστεί PSI (Private Sector Involvement) λόγω του ότι το κόστος από το κούρεμα τότε μεταφέρθηκε στον ιδιωτικό τομέα μιας και οι ιδιώτες κάτοχοι (τράπεζες, θεσμικοί) ήταν αυτοί που είδαν κυρίως την αξία των ομολόγων τους να απομειώνεται. Τον Μάρτιο όμως η ΕΕ (μαζί με την διαγραφή χρέους 105 δισ. και το νέο δάνειο ύψους 130 δισ. που μας φόρτωσε, μένοντας να αποδειχθεί πώς βγήκαμε κερδισμένοι απ' αυτή την πράξη…) λειτουργώντας ως στρατηγείο των πιστωτών, έκανε και κάτι ακόμη: κατ' εξαίρεση της πάγιας οδηγίας της για ιδιωτικοποιήσεις παντού και πάντα, «κρατικοποίησε» το νέο δημόσιο χρέος της Ελλάδας, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή 220 – 230 δισ. ευρώ από το ελληνικό χρέος να είναι διακρατικό. Κατά συνέπεια κάθε απόφαση για αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, δηλαδή για παραγραφή ενός ποσοστού της τάξης του 20% ή του 30% από τα χρήματα που οφείλουμε στα κράτη της ευρωζώνης θα πρέπει να δικαιολογηθεί στους ευρωπαίους πολίτες οι οποίοι ποτέ δεν έμαθαν ότι φεσώθηκαν για να σώσουν τις τράπεζές τους οι οποίες είχαν κερδίσει τα μέγιστα από τον δανεισμό του ελληνικού δημοσίου τα προηγούμενα χρόνια και τώρα, που τέθηκε εν αμφιβόλω η αποπληρωμή του χρέους, οι κυβερνήσεις τους αποφάσισαν να μεταβιβάσουν το χρέος αυτό στους λαούς. Το μόνο που κατάλαβαν οι περισσότεροι ευρωπαίοι φορολογούμενοι (με ευθύνη των κυβερνήσεών τους οι οποίες έκαναν τον παν για να κρύψουν ακόμη μια φορά ότι στήριξαν τις τράπεζες) ήταν πως χρεώθηκαν για να έχουν οι έλληνες παχυλές συντάξεις… Η ΕΕ κατ' αυτό τον τρόπο καλλιέργησε τον εθνικισμό και το μίσος μεταξύ των λαών, φέροντας την ευθύνη για ένα πρωτοφανές στην μεταπολεμική ιστορία της Ευρώπης κλίμα εθνικών ανταγωνισμών που έχει δημιουργηθεί…

"Οι μεγάλες τράπεζες τα έχουν ετοιμάσει όλα" για μια ακόμη φορά

Πριν δούμε όμως το τι θα γίνει έχει σημασία να εξετάσουμε το τι έγινε, κι αυτό για έναν απλό λόγο: επειδή διαγράφεται ζωντανή η απειλή το νέο κούρεμα που ήδη ετοιμάζεται («στα παρασκήνια οι μεγάλες τράπεζες τα έχουν ετοιμάσει όλα» έγραφε η ιταλική εφημερίδα Ρεπούμπλικα στις 14 Αυγούστου) να είναι εξ ίσου οδυνηρό κι εξ ίσου αναποτελεσματικό με το πρώτο, με αποτέλεσμα σε έξι ή οκτώ μήνες, ευρισκόμενοι μάλιστα σε ακόμη πιο οδυνηρή θέση, να κάνουμε την ίδια συζήτηση.

Ένας είναι κατά βάση ο λόγος που απέτυχε η αναδιάρθρωση του Μαρτίου: το ότι έγινε με πρωτοβουλία των δανειστών. Οι όροι δηλαδή υπό τους οποίους εφαρμόστηκε το «κούρεμα» δεν αποσκοπούσαν να ελαφρύνουν τον ελληνικό λαό από ένα δυσβάσταχτο χρέος, αλλά να εξυπηρετήσουν τα άμεσα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα των πιστωτών, με αποτέλεσμα η ονομαστική μείωση του χρέους να καταλήξει σε μια επιπλέον επιβάρυνσή μας κατά 25 δισ. ευρώ μια και στον λογαριασμό, τότε που …γύριζε, μπήκαν και τα χρήματα για την ανακεφαλαιοποίηση των χρεοκοπημένων ελληνικών τραπεζών! Δεν θα τις εξαγοράσουν βουτηγμένες στα χρέη οι Γερμανοί…

Το σημαντικότερο ωστόσο δεν είναι η αριθμητική του χρέους, αλλά η πολιτική οικονομία του, δηλαδή το τεράστιο κοινωνικό κόστος που καταβάλαμε: μείωση μισθών, ιδιωτικοποιήσεις, αυξήσεις σε τιμολόγια, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων είναι μερικοί μόνο από τους όρους που περιλαμβάνονταν στο δεύτερο μνημόνιο. Ακόμη επομένως και να πετύχαινε η αριθμητική του κουρέματος, να μειωνόταν πραγματικά δηλαδή στο τέλος της ημέρας το χρέος, το κοινωνικό κόστος που το συνόδευε έκανε απορριπτέα την αναδιάρθρωση. Σε αυτό το πλαίσιο η βαθύτερη ύφεση της οικονομίας που ακολούθησε (βάθους 7% για φέτος, αντί για 4,5% όπως αρχικά υπολογιζόταν) και τώρα χαρακτηρίζεται ως αιτία των αποκλίσεων που κάνουν αναγκαία μια νέα απομείωση, δεν ήταν το απροσδόκητο παρα-προϊόν μιας οικονομικής πολιτικής, αλλά το από τότε προβλέψιμο και άμεσο αποτέλεσμα μιας οικονομικής πολιτικής εκδικητικής, που θα αποτρέπει άλλους λαούς και κυβερνήσεις από το να ζητήσουν κι αυτοί μείωση του χρέους τους, αλλά κυρίως ταξικής πολιτικής που εκμεταλλεύτηκε την κρίση χρέους για να εκθεμελιώσει ό,τι θεωρούσε επιζήμιο για τα συμφέροντά της και παρωχημένο με βάση τους σημερινούς συσχετισμούς.

Εκτός Ελλάδας όλα τα ενδεχόμενα για την μορφή του «κουρέματος» είναι ανοιχτά (περιλαμβάνοντας από κούρεμα των ομολόγων των κεντρικών τραπεζών μέχρι παραγραφή μέρους των διακρατικών χρεών και αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη «για να κάνει μια καινούρια αρχή» όπως έγραφε το περιοδικό Σπίγκελ) από τη στιγμή που επιτεύχθηκε το σημαντικότερο: να κερδηθεί χρόνος και να προλάβουν οι γερμανο-γαλλικές τράπεζες που είχαν κυρίως ελληνικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκιά τους να τα ξεφορτωθούν! Τα δύο χρόνια που μεσολάβησαν, τα χρόνια αυτά που η Ελλάδα μάτωσε με το εργατικό δίκαιο να επιστρέφει στον 19ο αιώνα, δεν πήγαν επομένως χαμένα για τους Ευρωπαίους «εταίρους» μας. Για μας ισοδυναμούν με καταστροφή από τη στιγμή που απωλέσαμε τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά χαρτιά που διαθέταμε (σημαντική έκθεση ξένων τραπεζών στο ελληνικό χρέος) με αποτέλεσμα σήμερα κάθε είδους δημόσιο ταμείο (από τα ταμεία της κοινωνικής ασφάλισης μέχρι του κράτους) να είναι κενό. Παρόλα αυτά, ακόμη και τώρα, η μονομερής, παρά κι ενάντια στη βούληση των πιστωτών μας, διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους ή όλου του δημόσιου χρέους και η ανάληψη του κόστους εξόδου από το ευρώ πάλι με όρους κυρίαρχου κράτους, με την ταυτόχρονη εθνικοποίηση των τραπεζών, μπορεί να αποτρέψει τα χειρότερα που έρχονται.

ΠΗΓΗ: 28/09/2012, http://leonidasvatikiotis.wordpress.com/2012/09/28/…80/

Η ιδεολογική οικολογία του φασισμού

Η ιδεολογική οικολογία του φασισμού: Η έκρηξη του κοινωνικού συντηρητισμού στην Ελλάδα του μνημονίου

 

Το αντιφασιστικό μέτωπο ή θα είναι (και) ιδεολογικό-πολιτισμικό ή δεν θα υπάρξει

 

Του Γιώργου Σαββίδη

 

Η Χρυσή Αυγή είναι μέρος του συστήματος, επαναλαμβάνει συνεχώς και ορθώς η Αριστερά. Όμως τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό πέραν από το ότι η δύναμη της αυξήθηκε ακριβώς τη στιγμή του βαθέματος της κρίσης, τη στιγμή δηλαδή που το σύστημα έχει όλο και περισσότερο ανάγκη μηχανισμούς ωμής εξωθεσμικής βίας που θα δρουν (αποτελεσματικά) στις παρυφές του, συμβάλλοντας αποφασιστικά στο κλίμα κοινωνικού ντρεσαρίσματος όσων πρόκειται να αντιδράσουν;

Τι θα μπορούσε να σημαίνει επίσης πέραν του ότι εκδοτικές παραφυάδες της άλλοτε life style αναπτυξιακής «ισχυρής Ελλάδας» συνέβαλαν όσο τίποτα στο ξέπλυμα και το «κουστουμάρισα» του φαινομένου;

Για να το διατυπώσουμε διαφορετικά: Μέσα σε ποιες συνθήκες αυτές οι δίοδοι που άνοιξε το σύστημα στην οργάνωση έγιναν «αποτελεσματικές», σε βαθμό μάλιστα που να τίθεται πλέον ανοικτά ζήτημα από τους συστημικούς φορείς (ακόμη και τα μεγάλα ΜΜΕ, όπως την Καθημερινή και το Μέγκα) περί «κινδύνου της Δημοκρατίας», δηλαδή επί της ουσίας για το ενδεχόμενο μίας ανεξέλεγκτης αυτονόμησης – μολονότι βέβαια, όταν μνημονεύεται αυτός ο κίνδυνος, γίνεται (πάντα!) με τη συμπληρωματική καταδίκη της «ακραίας Αριστεράς», τις περισσότερες δε φορές «απλώς» της Αριστεράς και της βίας «από όπου και αν προέρχεται»; Εάν η Χρυσή Αυγή είναι μέρος του συστήματος θα πρέπει και οι αιτίες της ανόδου της να είναι συστημικές και σίγουρα να ξεφεύγουν από την απλή γραμμική αιτιότητα, είτε αυτή είναι δεξιά (πολλοί οι μετανάστες άρα…), είτε αυτή είναι «αριστερή» (οικονομική κρίση και κυριαρχία των ξένων άρα…).

Ταυτόχρονα βέβαια, εφόσον και άλλοι καπιταλιστικοί σχηματισμοί περνούν εξίσου δύσκολες δοκιμασίες από την νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης, χωρίς να έχουν εμφανίσει ακόμη το φαινόμενο της ανόδου και κυρίως της θεσμοποίησης μίας τόσο ακραίας και ανοικτά βίαιης οργάνωσης, αποκτά σημασία και το ιδιαίτερο ιδεολογικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε από τη συστημική αντίδραση στην κρίση εντός του ελληνικού καπιταλισμού. Εδώ συναντάμε το ζήτημα της εκρηκτικής ιδεολογικής επέκτασης του κοινωνικού συντηρητισμού στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό την περίοδο του μνημονίου. Ένα θέμα μάλλον όχι επαρκώς προσεγμένο στις αναλύσεις των συνεπειών της κρίσης, οι οποίες λαμβάνουν πολλές φορές άμεσα οικονομίστικο χαρακτήρα. Ακόμη και όταν κατά περίπτωση γίνεται η αυθόρμητη αναφορά στο ότι «γυρίζουμε στη δεκαετία του ‘50», αυτή η επιστροφή συνήθως νοείται ως απώλεια αγοραστικής δύναμης και πτώσης του «βιοτικού επιπέδου». Όμως, η ευθεία σύνδεση της «πτώσης του βιοτικού επιπέδου» με την άνοδο του φασισμού δεν μπορεί να εξηγήσει το οφθαλμοφανές, πώς γίνεται δηλαδή χώρες π.χ. στη Λατινική Αμερική, με πολύ κατώτερο βιοτικό επίπεδο από αυτό της Ελλάδας, να βρίσκονται σήμερα στην πρωτοπορία των κοινωνικών δικαιωμάτων, με τη «δεξιά» να ονομάζεται στις χώρες αυτές «σοσιαλδημοκρατία».

Η επιστροφή στις «καθαρές» ταυτότητες

Εάν είναι σωστό να πούμε ότι η αυταρχική ακροδεξιά έχει βαθιές ρίζες στην Ελλάδα, το ίδιο σημαντικό θα ήταν να τονιστεί η σύνδεση της ακροδεξιάς με τις εξίσου βαθιές ρίζες του παραδοσιακρατικού συντηρητισμού.

Πρόκειται για ένα σύνολο  από ιδεολογικές στάσεις και συμπεριφορές, για ένα habitus, πάνω στο οποίο η Χ.Α. επένδυσε και επενδύει ανελλιπώς, προβάλλοντας μία δυναμική σωματώδη εκδοχή του, αφού όμως συνάντησε πρώτα ένα καλά προετοιμασμένο έδαφος. Πράγματι, οι συστημικές αποδείξεις για τον βαθμό επέκτασης και προβολής αυτού του habitus, που αρχικά πήραν τη μορφή της πρόθυμης υποδοχής του ΛΑΟΣ (το οποίο, αφού έπαιξε τον «ιστορικό του ρόλο», εξαφανίστηκε, μπολιάζοντας το σύστημα με τα πλέον επιθετικά και αδίστακτα στελέχη του), στη συνέχεια δε, διοχετεύτηκαν απενοχοποιημένα μέσα από τις σκληροπυρηνικές εκφράσεις του συστήματος που έμοιαζαν υπεράνω φασιστικής υποψίας, είναι ενδεικτικές: Τις συναντάμε στις πολύμορφες εκκλήσεις για «επιστροφή» στις παραδοσιακές αξίες που θα μας «βγάλουν από την κρίση» – τις αγνές αξίες των απλών παραδοσιακών πολιτών που πούλησαν τα «λαμόγια», οι διεφθαρμένοι πολιτικοί. Τις συναντάμε επίσης στις εκκλήσεις για «επιστροφή» των νέων στην οικογένεια, στις παραινέσεις ορισμένων ζηλωτών της εκκλησίας, που εντός της κρίσης μοιάζουν να «δικαιώνονται» (ενώ κάποιοι αγκαλιάζουν λόγους ανάλογους της Χ.Α., ίσως μάλιστα και την ίδια την οργάνωση).

Δίπλα στις παραδοσιακές αξίες βρέθηκε η αφύπνιση της «Ελλάδας που προσπαθεί», των Ελλήνων που ενωμένοι μπορούν να μεγαλουργήσουν και να δείξουν στους «Ευρωπαίους» τι θα πει ελληνικό δαιμόνιο (άποψη που υπονοεί αυτόματα ότι η Ελλάδα βρίσκεται εκτός Ευρώπης: υπεράνω και υποδεέστερη ταυτόχρονα). Η νέα εθνικοφροσύνη της τόνωσης της αυτοπεποίθησης του «Έλληνα» ήταν βέβαια εύκολη, αφού ήρθε μετά από χρόνια ανορθολογικών θεωριών για τη συνέχεια του ελληνικού «αίματος» και εκπομπών για την εξωγήινη προέλευση των Ελλήνων και τις παγκόσμιες ανθελληνικές συνωμοσίες (εκπομπές που δεν πάρθηκαν ίσως όσο σοβαρά θα έπρεπε, και που σίγουρα είχαν, όπως και οι «300», πολύ σημαντικότερη φαντασιακή επίδραση από όση άφηνε να εννοηθεί η «χαβαλετζίδικη» πρόσληψη τους). Εάν όμως αυτό το κομμάτι επιβολής της νεοσυντηρητικής αφασίας φάνταζε εύκολο, για την επιστροφή του σεξουαλικού συντηρητισμού έπρεπε να επιστρατευτεί το μεγάλο όπλο της «υγειονομικής βόμβας» – είτε αυτή αφορά την κανιβαλική έκθεση, από πρώην «εκσυγχρονιστές» υπουργούς, της εικόνας της «άτιμης» αλλοδαπής ιερόδουλης-φορέα του Aids (που είχε το επιπλέον μνημονιακό «πλεονέκτημα» ότι κόντεψε  να διαλύσει τον ιστό εμπιστοσύνης που με κόπο είχαν χτίσει οι δημόσιοι φορείς υγείας για τη διάγνωση των σεξουαλικών νοσημάτων), είτε με την κατασκευή της εικόνας του «σεξουαλικά πεινασμένου-βιαστή» μετανάστη. Η επιστροφή στην αποκαθαρμένη σεξουαλικά εικόνα της «οικογένειας», της γυναίκας που βρίσκεται στη θέση της (με τα παιδιά στο σπίτι, στην κουζίνα,  κλπ.) και του τίμιου άντρα που είναι «αυθεντικός» άντρας (σαν τον αναστημένο ασπρόμαυρο Ξανθόπουλο στη διαφήμιση εταιρείας τηλεφωνικού καταλόγου – όχι όμως σαν τον γραφικό «τοιούτο» που εμφανίζεται μαζί του) είναι έτσι η άλλη όψη της «υγειονομικής βόμβας».

Η προσωπικότητα που συγκροτεί η συστημική αφήγηση της κρίσης και της «διεξόδου» στην Ελλάδα είναι επομένως πρωτίστως παραδοσιοκρατική και στη συνέχεια αυταρχική. (Αυτό φαίνεται να το έχουν καταλάβει και οι εκπρόσωποι του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού, που δεν τολμούν να συμπεριλάβουν έστω και στοιχειώδεις αρχές του κοινωνικού φιλελευθερισμού στο πρόγραμμά τους – όπως αποδείχθηκε και στην περίπτωση Τζήμερου). Μπορεί βέβαια στο τέλος η φιγούρα του executive να ηγεμονεύει, μπορεί να ξέρουμε ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις και οι ιδιωτικοποιήσεις θα μας σώσουν και θα μας φέρουν πίσω στην ανάπτυξη (όπως στα τούρκικα σήριαλ, όπου οι πλέον οικογενειοκρατικές, προνεωτερικές και αυταρχικές καταστάσεις διαδραματίζονται με φόντο την πισίνα της οικογενειακής βίλας ενός πλούσιου επιχειρηματία). Μαζί όμως με την επιστροφή της ανάπτυξης θα πρέπει να έχουμε αποκαθαρθεί, να έχουμε επιστρέψει στην «αυθεντική» μας ταυτότητα, να είμαστε «περήφανοι στη φτώχια μας». Πρόκειται για κάτι που μόνο υποκρισία ή ψεύτικο κάλυμμα «συμφερόντων» δεν είναι: είναι Ιδεολογία, δηλαδή πραγματική – υλική δύναμη επιβολής.  

Φασιστικός κονστρουκτιβισμός: Ρατσιστής δεν γεννιέσαι, γίνεσαι

Η εξήγηση του φασισμού δια της ιδεολογικής οικολογίας που τον γεννά και τον θρέφει μας παρέχει και τη δυνατότητα απάντησης στο ζήτημα της «ιδεολογικής συνείδησης» όσων υποστηρίζουν τη Χ.Α. Όσο λανθασμένο ήταν να ισχυρίζεται κάποιος ότι οι υποστηρικτές «δεν τους γνώριζαν», άλλα τόσο προβληματικό είναι να ισχυριστεί ότι πλατιές λαϊκές μάζες είναι εν γνώσει τους και τεκμηριωμένα οπαδοί φασιστικών και ναζιστικών αντιλήψεων. Αυτός ο τύπος εξήγησης έχει όμως ένα πολύ γενικότερο μειονέκτημα που αφορά και τις δύο εκδοχές του:  Εξαρτά ένα ερώτημα ιδεολογικής ταυτότητας από τη «γνώση», ενώ η ιδεολογία δεν είναι το πεδίο της «ακριβούς γνώσης», αλλά του «περίπου». Γι' αυτό και στο δίλλημα «ξέρουν ή δεν ξέρουν;» είναι προτιμότερο να αντιτάξουμε το «δεν (θέλουν να) ξέρουν αλλά τους αρέσει!». (Ίσως μάλιστα όχι απλώς δεν θέλουν να ξέρουν, αλλά φοβούνται και να μάθουν). Μεγάλο μέρος των λαϊκών μαζών βρίσκει στη Χ.Α. την «καθαρότερη» επιβεβαίωση και ασφάλεια μιας ήδη καλά προετοιμασμένης ταυτότητας.

Η κύρια έκφραση αυτής της ταυτότητας είναι στην παρούσα στιγμή η ρατσιστική αντίδραση ενάντια στους μετανάστες, γιατί κατά κανόνα η ισχυρή ταυτότητα συγκροτείται μέσα από την επιθετική εξωτερική συσχέτιση με το αντικείμενο αποκλεισμού της. Ένα μέρος των λαϊκών μαζών εξοστρακίζει έτσι πάνω στους μετανάστες όσα αρνητικά χαρακτηριστικά φοβάται για τον εαυτό του, διατηρώντας και «απολαμβάνοντας» έτσι τον θετικό πυρήνα της καθαρής του ταυτότητας. Η Χ.Α. γίνεται ο εκτελεστικός διαμεσολαβητής αυτής της εξωτερικής συσχέτισης (και από αυτή τη σκοπιά πραγματοποιεί πράγματι μια πλήρως συστημική λειτουργία), αντλώντας πολιτικό κεφάλαιο πάνω σε μια ταυτότητα που έχει συγκροτηθεί κυρίως από τους κατεξοχήν συστημικούς φορείς. Στους φορείς αυτούς, όμως, ο δυναμικός και βίαιος τρόπος δράσης της οργάνωσης θέτει πλέον το πρόβλημα της πλήρους αυτονόμησής της και της δυνητικής κατασκευαστικής της παρέμβασης στον ίδιο τον πυρήνα της θετικής ταυτότητας με ριζοσπαστικοποίηση των ρατσιστικών, αυταρχικών και βίαιων χαρακτηριστικών της (όπως επισημαίνει άλλωστε η οργάνωση «δεν είναι ένα μονοθεματικό κόμμα» – με αντικείμενο δηλαδή το μεταναστευτικό). Αυτό που σε επίπεδο πολιτικής έκφρασης ξεκίνησε ως μια ελληνική εκδοχή του σαρκοζισμού, επιδιώκοντας τη δεξιά ιδεολογική ηγεμόνευση, έγινε πλέον δυνητικά ανεξέλεγκτη ιδεολογική μάζα, κάτι που φαίνεται να καταλαβαίνουν πλέον και οι ίδιοι οι φορείς της συστημικής εξουσίας. Υπ' αυτή την έννοια, τίθεται πράγματι ένας σημαντικός αντι-συστημικός κίνδυνος από φασιστική σκοπιά, που θα πρέπει να αποτρέψει την Αριστερά να προχωρήσει στην πλήρη ταύτιση Χ.Α. και συστήματος. Από την ίδια σκοπιά, εξάλλου, αναδεικνύεται και η προτεραιότητα των πλατιών συμμαχιών για την αντιμετώπιση του φασιστικού φαινομένου, με δυνάμεις που δεν υποστηρίζουν απλώς τον εκσυγχρονισμένο και ορθολογικά νεωτερικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά ενδιαφέρονται πρωτίστως για την με κάθε τρόπο υπεράσπιση της δικαιωματοκρατικής, κοινωνικά φιλελεύθερης και ιδεολογικά δημοκρατικής συγκρότησης τόσο της δημόσιας, όσο και της ιδιωτικής σφαίρας. Το αντιφασιστικό μέτωπο ή θα είναι (και) ιδεολογικό-πολιτισμικό ή δεν θα υπάρξει.  

ΠΗΓΗ: REDNotebook, 19 Σεπτεμβρίου 2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=6820

Ε.Ε.: Βελούδινο διαζύγιο είναι ίσως η μόνη λύση

Βελούδινο διαζύγιο είναι ίσως η μόνη λύση

 

Του  Γιάννη Βαρουφάκη

 

Άλλη μια φορά, οι ηγέτες της Ευρωζώνης κατήργησαν στην πράξη τα όποια οφέλη υποσχέθηκε μια πρότερη απόφασή τους σε επίπεδο Συνόδου Κορυφής.

Θυμάστε τον περασμένο Ιούνιο πως οι πρωθυπουργοί της Ιταλίας και της Ισπανίας, επικουρούμενοι από τον νεο-εκλεγέντα, τότε, γάλλο Πρόεδρο, έδωσαν τον ευγενή αγώνα για να γίνει αποδεκτή η αρχή της αποσύνδεσης της κρίσης δημόσιου χρέους από την τραπεζική κρίση;

Σε πείσμα της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία φάνηκε να υποχωρεί, οι κκ. Monti, Rajoy και Hollande «πέρασαν» την απλή ιδέα της άμεσης επανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών από το EFSF-ESM, χωρίς την καταγραφή αυτών των κεφαλαίων στο δημόσιο χρέος των χωρών όπου εδράζουν οι εν λόγω τράπεζες. Βέβαια, για να συμβεί αυτό, έπρεπε (όπως είναι θεμιτό) η επιτήρηση των τραπεζών να φύγει από τους εθνικούς θεσμούς και να μεταφερθεί στο «κέντρο», π.χ. στην ΕΚΤ, στην EBA (European Banking Authority) και στο ίδιο το EFSF-ESM.

Τους μήνες που ακολούθησαν την σημαντική αυτή απόφαση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκπόνησε μελέτη του πως μπορεί να μπει μπρος η ευρωπαϊκή επιτήρηση από το 2013 ώστε να ξεκινήσει, όσο ταχύτερα γίνεται, η εφαρμογή της απόφασης του Ιουνίου. Όμως, από τον Αύγουστο, η γερμανική κυβέρνηση εξέπεμψε (με άρθρο του Υπουργού Οικονομικών της στους Financial Times) το πρώτο κεκαλυμμένο μήνυμα, προς όποιον ήθελε να ακούσει, ότι ετοιμαζόταν για την ρεβάνς – ότι, με απλά λόγια, θα έβρισκε τρόπο να καταργήσει στην πράξη την απόφαση της Συνόδου του Ιουνίου, την οποία η κα Μέρκελ είχε αναγκαστεί να αποδεχθεί μετά την δημιουργία του μετώπου Monti-Rajoy-Hollande.

Πως θα την καταργήσει; Αρνούμενη την υπαγωγή όλων των τραπεζών της Ευρωζώνης σε καθεστώς επιτήρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση (είτε από την ΕΚΤ είτε από μια ομοσπονδιακή European Banking Authority – η οποία, έως σήμερα, παραμένει μια συνομοσπονδία άνευ ουσιαστικής ικανότητας ελέγχου και επιτήρησης των τραπεζών). Τα επιχειρήματα της γερμανικής πλευράς εμφανίζονται να έχουν μόνο τεχνικό χαρακτήρα, επικεντρωνόμενα στο κατά πόσον είναι εφικτό να ελέγχονται 6000 τράπεζες κεντρικά πριν περάσει τουλάχιστον μια πενταετία. Η ουσία όμως έγκειται αλλού: Πρώτον, και βασικότερο, η γερμανική κυβέρνηση το φυσάει και δεν κρυώνει ότι στην Σύνοδο του Ιουνίου οι «λατίνοι» συνασπίστηκαν και την ανάγκασαν να αποδεχθεί κάτι (την de facto τραπεζική ένωση στην Ευρώπη) την οποία εκείνη δεν ήθελε, ή δεν ήταν έτοιμη ακόμα να αποδεχθεί. Δεύτερον, οι γερμανικές τράπεζες δεν δέχονται επ' ουδενί τον έλεγχο από οποιονδήποτε άλλο μη-γερμανικό κρατικό θεσμό. Ο λόγος; Επειδή τρέμουν μήπως αποκαλυφθεί η κεφαλαιακή τους γύμνια (κάτι που το γερμανικό κράτος δεν πρόκειται να αποκαλύψει ποτέ.)

Για αυτούς τους δύο λόγους, η κυβέρνηση του Βερολίνου έχει βαλθεί, τις τελευταίες δύο εβδομάδες να μπλοκάρει την οποιαδήποτε κίνηση προς την κατεύθυνση του ουσιαστικού κεντρικού ελέγχου των τραπεζών της Ευρωζώνης. Δεδομένου ότι αυτός ο ουσιαστικός, κεντρικός έλεγχος των τραπεζών ήταν ο όρος που έθεσε η ίδια η Γερμανία για την εφαρμογή της Συμφωνίας του Ιουνίου (σχετικά με την αποσύνδεση της τραπεζικής κρίσης από την κρίση δημόσιου χρέους – βλ. πρώτη παράγραφο), είναι ξεκάθαρο ότι η Γερμανία πασχίζει, και καταφέρνει, να αποτρέψει την Συμφωνία του Ιουνίου με αποτέλεσμα τα 100 δις ευρώ που θα χρειαστούν οι ισπανικές τράπεζες άμεσα να καταλήξουν να προστεθούν στο βουνό του ισπανικού δημόσιου χρέους, καταδικάζοντας την Ισπανία στην δική μας, ελληνική, μοίρα.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου, θα θυμάστε ότι ο κ. Draghi, ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, τάραξε τα νερά ανακοινώνοντας ότι είναι έτοιμος να δώσει εντολή απεριόριστων αγορών Ισπανικών (και Ιταλικών) ομολόγων (στη δευτερογενή αγορά) εφόσον η χώρα το ζητήσει και δεσμευτεί σε ένα «πρόγραμμα προσαρμογής», δηλαδή σε ένα Μνημόνιο-αλα-ελληνικά, το οποίο θα εποπτεύει η τρόικα (ίσως χωρίς την συμμετοχή του ΔΝΤ). Αμέσως, οι αγορές ανακουφίστηκαν και τα ισπανικά spreads υποχώρησαν. Ο λόγος είναι ότι φαντάστηκαν (λανθασμένα) πως ο συνδυασμός της Συμφωνίας του Ιουνίου (που θα ανακούφιζε πολύ το ισπανικό δημόσιο χρέος, καθώς δεν θα καταγράφοναν σε αυτό τα κεφάλαια που θα πάρουν οι τράπεζες της χώρας από το EFSF-ESM) με τις αγορές ομολόγων της ΕΚΤ θα έθεταν την Ισπανία σε ένα βιώσιμο μονοπάτι.

Είχα προειδοποιήσει (ελκύοντας τις γνωστές κατηγορίες ότι «καταστροφολογώ») πως δεν θα εξελιχθούν τόσο ομαλά τα πράγματα. (Βλ. σχετικό άρθρο στα αγγλικά σε τρία μέρη: Μέρος Α, Μέρος Β, Μέρος Γ). Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι οι μεγάλες προσδοκίες για μια πιο ορθολογική ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της Ισπανίας, και της Κρίσης γενικότερα, δεν είχαν λάβει υπ' όψη την βούληση της Γερμανίας να ανατρέψει αυτό τον ενάρετο συνδυασμό (Συμφωνίας Ιουνίου και νέας πολιτικής της ΕΚΤ). Σήμερα, εξελίσσεται το εξής δράμα: Όπως εξήγησα πιο πάνω, η Γερμανία παίρνει πίσω (έμμεσα πλην σαφέστατα) την υπογραφή της από την Συμφωνία του Ιουνίου που θα έβλεπε το ισπανικό δημόσιο χρέος να αποσυνδέεται από τις ζημίες των ισπανικών τραπεζών. Η ισπανική μεριά, ο κ. Rajoy, αντιδρά (με το δίκιο του) αρνούμενος να αιτηθεί την σύναψη Ισπανικού Μνημονίου (μετά τροϊκανών, περιοδικών επισκέψεων κλπ κλπ) που απαιτεί η ΕΚΤ του κ. Draghi για να αρχίσει να αγοράζει ισπανικά ομόλογα έως ότου η Ευρώπη (δηλαδή η Γερμανία εν προκειμένω) εφαρμόσει την Συμφωνία του Ιουνίου.

Πρόκειται για ένα παίγνιο υψηλότατου ρίσκου για ολόκληρη την Ευρώπη το οποίο αυτή την στιγμή επικεντρώνεται στην διελκυστίνδα μεταξύ Βερολίνου και Μαδρίτης: το Βερολίνο τραβάει το σχοινί αρνούμενο την τραπεζική ένωση (χωρίς την οποία η Ισπανία θα βουλιάξει) και η Μαδρίτη τραβάει το ίδιο σχοινί από την άλλη μεριά αρνούμενη να ενεργοποιήσει την νέα στρατηγική της ΕΚΤ στην δευτερογενή αγορά ομολόγων (χωρίς την οποία το ευρω θα διαλυθεί γρήγορα – σύμφωνα με τα λεγόμενα του Προέδρου της ΕΚΤ σε λόγο που έβγαλε στις 8 Αυγούστου).

Μια απλή διέξοδος

Εδώ και δύο χρόνια έχουν κατατεθεί πλειάδα προτάσεων για την έξοδο από την Κρίση του Ευρώ. Όλες αυτές οι προτάσεις προσκρούουν στις αντιρρήσεις της Γερμανίας. Η Συμφωνία του Ιουνίου, μαζί με την προσφάτως εξαγγελθείσα πολιτική της ΕΚΤ, αποτελούν το ελάχιστο που χρειάζεται για την μη-κατάρρευση της Ευρωζώνης. Όχι για την επίλυση της Κρίσης (καθώς η επίλυση χρειάζεται πολλά περισσότερα) αλλά για την συγκράτησή της σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Κι όμως. Είναι πλέον οφθαλμοφανές ότι η γερμανική ηγεσία ούτε αυτό το ελάχιστο δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί. (Δείτε εδώ για την απελπισμένη γνώμη του καλού γερμανού δημοσιογράφου Wolfgang Munchau για τα αίτια αυτής της άρνησης.)

Και τώρα τι; Καιρό τώρα ακούμε να μας λένε ότι η Ελλάδα πρέπει να βγει από το ευρώ. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για την χώρα μας αλλά και το έναυσμα για την τελική αποδόμηση της Ευρωζώνης. (Σημ. Αν μπορούσαν να μας διώξουν κρατώντας ανέπαφη την υπόλοιπη Ευρωζώνη, θα το είχαν πράξει χωρίς δεύτερη συζήτηση σταματώντας την παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες μέσω του ELA). Ο λόγος είναι απλός: Μια ελλειμματική χώρα δεν θα φύγει από το ευρώ ποτέ μόνη της, καθώς γνωρίζει ότι ανακοινώνοντας την δημιουργία νέου νομίσματος, το οποίο δεν θα είναι έτοιμο για μήνες (το οποίο το δημιουργεί για να το υποτιμήσει), ουσιαστικά καλεί όλους, έλληνες και μη, να σπεύσουν στην «έξοδο», αφού ρευστοποιήσουν ό,τι περιουσιακό στοιχείο έχουν.

Μόνο τανκς στους δρόμους και κλείσιμο των συνόρων (που ισοδυναμεί με έξοδο από την ΕΕ) μπορεί να φέρει μια τέτοια ανακοίνωση (κάτι που μόνο να το πει χρειάζεται κανείς για να καταλάβει τι καταστροφή θα ήταν μια τέτοια κίνηση). Παράλληλα, αν η Ευρώπη εκπαραθυρώσει μια ελλειμματική χώρα, τότε αμέσως, την ίδια μέρα, μια σειρά από άλλες χώρες καταρρέουν διαδοχικά και αναγκάζονται να υψώσουν τείχη για να αποτρέψουν την φυγή των δικών τους κεφαλαίων στο εξωτερικό. (Είναι ο λόγος που η Γερμανία διστάζει να μας διώξει από την οικογένεια του ευρώ.)

Περιληπτικά, καμία ελλειμματική χώρα-μέλος της Ευρωζώνης ούτε θα επιλέξει να φύγει, ούτε και θα εκδιωχθεί (εφόσον ο στόχος είναι η διατήρηση της Ευρωζώνης). Όμως, το ίδιο δεν ισχύει με μια πλεονασματική χώρα. Π.χ. την… Γερμανία. Έστω ότι η Γερμανία ανακοίνωνε την έξοδό της από την Ευρωζώνη, σε μια προσπάθεια να πάψει να μοιράζεται με χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία κλπ το νόμισμά της. Τι θα συνέβαινε; Από τη μία, αντίθετα με μια υπό έξοδο ελλειμματική χώρα, ξένα κεφάλαια θα «εισέβαλαν» στις γερμανικές τράπεζες (ακόμα πιο γρήγορα από τώρα) δίνοντας στην γερμανική κυβέρνηση άπλετο χρόνο για να δημιουργήσει το νέο της μάρκο, και να εντάξει σε αυτό όποιες άλλες χώρες εκείνη κρίνει ότι θέλει υπό την ομπρέλα του νομίσματός της (π.χ. Ολλανδία, Σλοβακία, Αυστρία, ίσως και Φινλανδία, Πολωνία κλπ). Από την άλλη, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το φάσμα της υπερτίμησης του νέου νομίσματος, όπως κάνει σήμερα η Ελβετία (που παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατήσει την ισοτιμία φράγκου και ευρώ στα 1,2).

Μια τέτοια ιδέα, εξόδου της Γερμανίας από το ευρώ, δεν είναι κάτι το νέο. (Τον Αύγουστο του 2010 έγραφα σε αυτές τις σελίδες ότι η γερμανική ελίτ δεν είχε αποκλείσει την «απόδραση» από την Ευρωζώνη.) Αυτό που είναι νέο είναι ότι η Bundesbank, η Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας, ιδίως υπό τον Πρόεδρό της κ. Jens Weideman, έχει ανακυρηχθεί στον Μωυσή της Απόδρασης και την Επιστροφής στο Μάρκο. Μπορεί ακόμα να υπάρχουν ισχυρές αντιδράσεις από τους γερμανούς βιομήχανους, όμως σε σχέση με πέρσι και πρόπερσι οι φωνές που ζητούν την έξοδο της Γερμανίας από το ευρώ ενισχύονται ενώ οι φιλο-ευρωπαϊστές χάνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος της δυναμικής τους.

Παράλληλα, η υπόλοιπη Ευρωζώνη, πλην της Γαλλίας (που πάντα ονειρευόταν να βρίσκεται στην ζώνη του μάρκου, σχεδιάζοντας το ευρώ έτσι ώστε να αποτελεί την μετεμφίεση του γερμανικού νομίσματος), δεν θα έβλεπε με καθόλου κακό μάτι μια γερμανική έξοδο. Το ευρώ θα υποτιμάτο άμεσα, μειώνοντας την πραγματική αξία των χρεών της Περιφέρειας και δίνοντας μεγάλη ώθηση στις εξαγωγές προς την νέα γερμανική «ζώνη» και τον υπόλοιπο κόσμο. Επί πλέον, φανταστείτε πόσο πιο απλό θα ήταν να συμφωνηθούν μέτρα και πολιτικές σε Ευρωγκρουπ αν από αυτό έλειπαν Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία και Φινλανδία. Ο μεγάλος πληθωρισμός, για κάποια χρόνια, θα φάνταζε ως ελάχιστο αντίτιμο για την λήξη της σκοτοδίνης που σήμερα αποτελεί την πραγματικότητά μας.

Η μέση λύση

Ο λόγος που η κα Μέρκελ δεν θέλει να συμβαδίσει με την Bundesbank σε αυτόν τον αποσχιστικό δρόμο είναι διπλός. Πρώτον, επειδή μια γερμανική έξοδος θα μείωνε πολύ όχι μόνο τις εξαγωγές των γερμανικών επιχειρήσεων αλλά και την αξία των περιουσιακών στοιχείων που διαθέτουν γερμανοί πολίτες στις χώρες της Ευρωζώνης. Πράγματι, μια μείωση της αξίας του ευρώ σε σχέση με το μάρκο θα εξαφάνιζε εν μία νυκτί μεγάλο μέρος της περιουσίας εταιρειών όπως η Volkswagen (καθώς η Seat θα έχανε έως και το 40% της αξίας της), η Deutsche Telekom (της οποίας οι θυγατρικές στην Ιταλία, στην Ελλάδα κλπ θα έχαναν αντόιστοιχα μεγάλη αξία) κλπ. Δεύτερον, τα μεγάλα νομικά προβλήματα που θα επέφερε μια έξοδος της Γερμανίας από την Ευρωζώνη.

Χαρακτηριστικά, ο Wolfgang Munchau μου έλεγε πρόσφατα ότι οι συνεργάτες του βρήκαν πως η οποιαδήποτε έξοδος από το ευρώ θα σήμανε την παραβίαση χιλίων είκοσι τριών ευρωπαϊκών νόμων! Δεν θα πείραζε την Γερμανία να παραβιάσει η Ελλάδα, λόγου χάρη, τόσους νόμους (καθώς θα το χρησιμοποιούσε ως ένα ακόμα επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν «άξιζαν» την ιδιότητα του μέλους της Ευρωζώνης). Όμως, δεδομένης της γερμανικής προσήλωσης στους νόμους, δεν θα ήταν εύκολο για καμία γερμανική κυβέρνηση να πάρει την δύσκολη απόφαση της εξόδου. Τι θα έκανε, π.χ., με την ΕΚΤ, την κεντρική τράπεζα του ευρώ, που βρίσκεται στην Φραγκφούρτη; Θα την απέλαυνε;

Όμως, αν το καλοσκεφτούμε, δεν είναι ανάγκη η Γερμανία ούτε να παραβιάσει το ευρωπαϊκό δίκαιο ούτε και να αποσχιστεί, επίσημα, από την ΕΚΤ. Θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο που μια ελλειμματική χώρα, όπως η Ελλάδα, δεν μπορεί να κάνει: να εισάγει ένα δεύτερο, παράλληλο νόμισμα για συναλλαγές με το γερμανικό δημόσιο. Αν εισήγαγε η ελληνική κυβέρνηση ένα τέτοιο παράλληλο νόμισμα, το εγχείρημα θα αποτύγχανε καθώς κανείς μας δεν θα ήθελε να το κρατά στα χέρια του, γνωρίζοντας καλά ότι θα υποτιμάτο εκθετικά κάθε λεπτό της ώρας που περνά. Όμως, ένα τέτοιο, δεύτερο, παράλληλο νόμισμα στην Γερμανία θα γινόταν ανάρπαστο – ιδίως αν το ονόμαζαν μάρκο.

Μάρκο και ευρώ θα μπορούσαν, πράγματι, να κυκλοφορούν δίπλα-δίπλα, δίνοντάς την δυνατότητα στην Γερμανία να ακολουθεί την δική της, σφικτή, νομισματική πολιτική (κάτι που θα αύξανε την ισοτιμία μάρκου-ευρώ) και, παράλληλα, στην ΕΚΤ να εφαρμόζει την δική της πολιτική. Σταδιακά, αλλά σίγουρα, οι συναλλαγές στην Γερμανία θα γίνονταν όλο και περισσότερο με μάρκα. Όταν έλληνας ή ισπανός θα στέλνει τα χρήματά του σε γερμανική τράπεζα, αυτά θα καταγράφονται ως ευρώ και θα μετατρέπονται σε μάρκα ανάλογα με την ισχύουσα την στιγμή εκείνη ισοτιμία. Ουσιαστικά, η Γερμανία τίθεται εκτός ευρώ χωρίς να αποχιστεί επισήμως από την Ευρωζώνη (π.χ. παραμένοντας ακόμα και εντός του συστήματος εσωτερικών πληρωμών της ΕΚΤ – του Target 2 – με όλο και μειούμενη παρουσία εντός του συστήματος της ΕΚΤ καθώς το ποσοστό των συναλλαγών μεταξύ γερμανικών τραπεζών και του «έξω κόσμου» μεταφέρεται στην σφαίρα του μάρκου).

Συμπέρασμα

Είναι πλέον αναμφισβήτητο γεγονός ότι η Γερμανία δεν φαίνεται διατεθειμένη να πράξει τα ελάχιστα που απαιτούνται για να σταματήσει η αποδόμηση της Ευρωζώνης. Τα περιθώρια μιας ορθολογικής συμφωνίας μεταξύ των δέκα επτά κρατών-μελών έχουν εξαφανιστεί. Το μόνο που κάνουμε τώρα είναι να διαχειριζόμαστε από κοινού μια βασανιστικά αργή δυσ-θανασία. Τώρα μάλιστα που το «κίνημα» για επιστροφή της Γερμανίας στο μάρκο έχει πλέον ηγέτη τον Πρόεδρο της κραταιάς Bundesbank, ένα «βελούδινο διαζύγιο» είναι ίσως η μόνη λύση. Κακή λύση αλλά όχι χειρότερη αυτού που βλέπουμε μπροστά μας, έτσι όπως πορευόμαστε.

Η έκδοση ενός παράλληλου γερμανικού νομίσματος (το οποίο μπορεί να είναι και, στην αρχή, μόνο ψηφιακό – και να χρησιμοποιείται π.χ.μόνο σε συναλλαγές με κάρτες ή μέσω web-banking) θα διευκόλυνε την μετάβαση σε μια Ευρωζώνη στην οποία ο ρόλος της Γερμανίας θα μειώνεται σταδιακά μεν γοργά δε. Το κλειδί μιας τέτοιας εξέλιξης όμως βρίσκεται στο Παρίσι και όχι στο Βερολίνο, καθώς οι γαλλικές ελίτ ήταν εκείνες που ήθελαν διακαώς να προσδέσουν την γαλλική αγορά εργασίας στο μάρκο. Αυτή είναι όμως μια άλλη ιστορία του Γιάνη Βαρουφάκη.

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012, http://dailynews24.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=18124:….B7

Η βρύση στάζει του Γιάννη Ποτ.

Η βρύση  στάζει

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 

Η μητέρα σκεφτική

πλένει τα πιάτα

Η βρύση στάζει υπομονή,

κάποτε έσταζε όνειρα

Στο σαλόνι το παιδί

καλπάζει

σε ξύλινο άλογο

 

Ένας στρατιώτης βαδίζει στην έρημο

Ένας στρατιώτης σκοτώνεται στην έρημο

Η μητέρα στρώνει το τραπέζι

με πιάτα καθαρά

 

Η μητέρα κλαίει

Έχει τα μάτια βιολετιά,

σκοτεινιασμένα

Το δάκρυ κυλάει στο άδειο πιάτο

 

Η τηλεόραση παίζει πόλεμο

Κοπάδια ανθρώπων

βαδίζουν στην έρημο

 

Η μητέρα σκουπίζει το δάκρυ

το παιδί καλπάζει σε ξύλινο όνειρο

Ο στρατιώτης πεθαίνει

Οι άνθρωποι κοπάδια

ψάχνουν ουρανό

 

Η τηλεόραση ανακοινώνει τα νέα μέτρα

τα φαγωμένα χέρια της μητέρας

σφίγγονται

το δάκρυ στάζει στο βρώμικο πιάτο

η βρύση στάζει απόγνωση

Η μητέρα και πάλι κλαίει

 

11 Ιουλίου 2012, Γιάννης Ποταμιάνος

Η ΠΑΡΤΙΔΑ ΤΩΝ 31,5 ΔΙΣ. €

Η ΠΑΡΤΙΔΑ ΤΩΝ 31,5 ΔΙΣ. €:

Η απειλή της χρεοκοπίας λειτουργεί πολύ επιτυχημένα – αφού επιτρέπει τη θυματοποίηση των μαζών, την υποδούλωση ολόκληρων κρατών, καθώς επίσης την επιβολή ειδικών φόρων, με στόχο τη διευκόλυνση των εκάστοτε εισβολέων

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

"Ο κοινωνικός καπιταλισμός, η μικτή οικονομία καλύτερα, (στην οποία οι κοινωφελείς, οι στρατηγικές και οι κερδοφόρες μονοπωλιακές επιχειρήσεις ανήκουν στο κράτος, ενώ όλες οι υπόλοιπες στους ιδιώτες), σε «περιβάλλον» άμεσης δημοκρατίας, όπου οι Πολίτες συμμετέχουν μέσω δημοψηφισμάτων τόσο στις αποφάσεις, όσο και στον έλεγχο του κράτους, είναι το σύστημα που μπορεί να εγγυηθεί την καταπολέμηση της ανεργίας – όπως επίσης τη δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων, την αειφόρο ανάπτυξη και την ελευθερία".

Κείμενα

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω το «σύστημα», η Ευρωζώνη δηλαδή, είναι έτσι «φτιαγμένη», ώστε να παράγει πλούτο (πλεονάσματα) για ορισμένες χώρες και φτώχεια (ελλείμματα) για κάποιες άλλες. Πρόκειται λοιπόν αναμφίβολα για μία «ελαττωματική κατασκευή», η οποία δεν είναι δυνατόν να επιβιώσει ως έχει.

Η κεντρική τράπεζα του συστήματος, η ΕΚΤ, δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά – αφού από τη μία πλευρά είναι αδύνατον να συνεχίζει να αγοράζει επισφαλή ομόλογα, έχοντας ίδια κεφάλαια μόλις 11 δις €, ενώ από την άλλη δεν γίνεται να χειρίζεται τις οικονομίες 17 διαφορετικών μεταξύ τους κρατών, με ένα και μόνο βασικό επιτόκιο.

Για παράδειγμα, απαιτείται άμεση αύξηση του βασικού επιτοκίου στη Γερμανία (μεγεθύνεται ήδη η φούσκα ακινήτων), για να αποφευχθεί η υπερθέρμανση της οικονομίας της – ενώ στην Ιταλία μείωση, για να ξεφύγει από την ύφεση. Από την άλλη πλευρά, είναι θεσμοθετημένος ουσιαστικά ο αθέμιτος ανταγωνισμός εντός μίας τέτοιας νομισματικής ένωσης – αφού είναι δεδομένος όταν πρόκειται για ίσες μεταξύ τους επιχειρήσεις, οι οποίες διέπονται από διαφορετικά επιτόκια δανεισμού.   

Για να μπορέσει τώρα να επιβιώσει η Ευρωζώνη θα πρέπει, παράλληλα με την ενίσχυση της ΕΚΤ από ένα «δυναμικό» ESM με τραπεζική άδεια και κεφάλαια άνω του 1 τρις €, με ευρωομόλογα, με κοινό τραπεζικό σύστημα κλπ., να συμβούν τα παρακάτω:

(α) είτε να ενισχυθεί ο πληθωρισμός στις πλεονασματικές χώρες του Βορά (αύξηση μισθών και κατανάλωσης με προϊόντα του Νότου, έτσι ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα των ελλειμματικών ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών, καθώς επίσης της αποβιομηχανοποίησης),

(β) είτε να αυξηθεί η φορολογία στο Βορά, έτσι ώστε να μεταφέρονται οι επί πλέον «πόροι» (πλεονάσματα) στο Νότο – ουσιαστικά δηλαδή να αμοιβαιοποιηθεί το χρέος, σε συνθήκες αλληλεγγύης.

Εάν δεν συμβεί ούτε το ένα, αλλά ούτε και το άλλο, η Ευρωζώνη είναι δυστυχώς καταδικασμένη να αποτύχει – όπου, στην προκειμένη περίπτωση, θα ήταν προτιμότερη η ελεγχόμενη επιστροφή όλων των χωρών μαζί στην αφετηρία (προ ευρώ περίοδο), από την ανεξέλεγκτη κατάρρευση.

Περαιτέρω, ο Βοράς και ειδικά η Γερμανία έχει μεγαλύτερη ανάγκη σήμερα να διατηρήσει το ευρώ, από ότι ο Νότος – με την Ισπανία και την Ιταλία να έχουν πολύ καλύτερες προοπτικές εκτός ευρώ.

Η Ελλάδα, στην οποία η έκθεση της Τρόικα λέγεται ότι διαπιστώνει «τρύπα» 30 δις € (από τα 20 δις που αναφερόταν χθες και τα 10-15 δις που αποδέχεται η κυβέρνηση), είναι δυστυχώς εγκλωβισμένη στο ευρώ – ενώ ευρίσκεται πια στο έλεος των δανειστών της, με ελάχιστες πιθανότητες να ξεφύγει από το μοιραίο.

Σε κάθε περίπτωση, η πληρωμή ή μη της επόμενης δόσης, θα είναι καθοριστική για το μέλλον της – με αρκετούς να αναφέρονται στην τελική παρτίδα (poker) των 31,5 δις €, η οποία μάλλον θα ολοκληρωθεί μετά τις αμερικανικές εκλογές (ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, είμαστε ανέκαθεν εναντίον της συνέχισης του δανεισμού, προτιμώντας τις επώδυνες μεν, αλλά καθαρές, βιώσιμες λύσεις).

Τέλος, το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης χαρακτηρίζεται εύλογα ως μία βόμβα μεγατόνων στα θεμέλια της – με ελάχιστες πιθανότητες να μην εκραγεί, στην περίπτωση ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας κάποιων χωρών μελών ή διάλυσης της νομισματικής ένωσης.

Με δεδομένο τώρα το γεγονός ότι, η Ευρώπη αποτελεί το βασικό δανειστή των αναπτυσσομένων κρατών, η απειλή αυτή δεν είναι καθόλου αμελητέα για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η σκανδαλώδης λεηλασία

Η μετοχή του ΤΤ (σχεδιάζεται να ιδιωτικοποιηθεί άμεσα), κατέρρευσε μετά την ανακοίνωση του υπουργού οικονομικών – σύμφωνα με την οποία η πλέον ασφαλής κάποτε τράπεζα (μεγάλη καταθετική βάση, ελάχιστες επισφάλειες), δεν είναι πια βιώσιμη. Η κυβέρνηση βέβαια δεν ανέφερε ότι, οι δυσκολίες του ΤΤ οφείλονται στο «φόρτωμα» του με ομόλογα του δημοσίου, λίγο πριν από το «κούρεμα» τους.

Η μετοχή του ΟΠΑΠ (πέρυσι περί τα 14 €, σήμερα 3,90 €) ευρίσκεται επίσης σε ελεύθερη πτώση – με αποτέλεσμα, η προγραμματισμένη «εκποίηση» του 29% να υπολογίζεται στην τιμή των 3-4 € ανά μετοχή (όταν η αμερικανική Fernbank ανέφερε ότι, υπό προϋποθέσεις, η αξία του ΟΠΑΠ θα μπορούσε να ανέλθει στα 47 δις €, από μόλις 1,26 δις € σήμερα).

Η τοποθέτηση δε ότι, το κράτος θα εισπράττει φόρο επί των κερδών του οργανισμού, από τους ιδιώτες που θα το αγοράσουν, είναι μάλλον «απατηλή» – αφού οι πολυεθνικές πολύ σπάνια εμφανίζουν κέρδη στους ισολογισμούς τους, φοροδιαφεύγοντας νόμιμα.

Στα πλαίσια αυτά, σε συνδυασμό με τα νέα μέτρα λιτότητας (11,8 δις €), θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε τον επίλογο από ένα παλαιότερο κείμενο μας (Η λεηλασία της Τουρκίας), σχετικό με τις μεθόδους των εισβολέων:

"Με κριτήριο την τραυματική εμπειρία της Τουρκίας, συμπεραίνεται χωρίς καμία αμφιβολία ότι, η προσέγγιση του μονοπωλιακού καπιταλισμού στην επίλυση των προβλημάτων χρέους, συνίσταται στη «μετακύλιση» ολόκληρου του κοινωνικού κόστους στα ασθενή εισοδηματικά στρώματα – επειδή αυτά αποτελούν την συντριπτική, αλλά και αδύναμη πλειοψηφία.

Επίσης συμπεραίνεται πως η σχέση μίας χώρας με το ΔΝΤ δεν είναι σε καμία περίπτωση χρονικά περιορισμένη – ενώ δεν λύνει κανένα από τα πραγματικά προβλήματα της Οικονομίας της. Τέλος ότι, η αλλαγή της εκάστοτε κυβέρνησης, του «τρέχοντος» κόμματος εξουσίας καλύτερα, δεν σημαίνει ουσιαστικά τίποτα για τους συνδίκους του διαβόλου – αντίθετα, έχει μάλλον προϋπολογισθεί, με την υφιστάμενη κυβέρνηση να θεωρείται «νομοτελειακά αναλώσιμη».

Στο παράδειγμα της Τουρκίας, η νέα κυβέρνηση και όχι η παλαιά, ήταν αυτή που αφενός μεν «διεύρυνε» την εξαθλίωση των Πολιτών της, αφετέρου ξεπούλησε σχεδόν το σύνολο της δημόσιας περιουσίας – παραμένοντας σταθερά «υποτελής» του Καρτέλ και των τοκογλύφων, χωρίς παραδόξως να διακινδυνεύει την εκλογική της δύναμη. Φυσικά το ξεπούλημα έγινε «έντεχνα», αφού ακολούθησε 2-3 έτη μετά την εκλογική της νίκη και τη σταθεροποίηση της στην εξουσία".

Κλείνοντας έχουμε την άποψη πως η Ελλάδα αποτελεί ένα πραγματικό El Dorado – αφού οι ευκαιρίες εξαγοράς των περιουσιακών της στοιχείων από τους κερδοσκόπους, σε τιμές ευκαιρίας (τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις υπολογιζόταν στα 50 δις €, ενώ σήμερα περιορίσθηκαν στα 15 δις € !), είναι πάρα πού μεγάλες.

Από την άλλη πλευρά, οι υγιείς αντιδράσεις των Ελλήνων απέναντι στους εισβολείς μειώνονται συνεχώς, με τη μέθοδο του βομβαρδισμού τους με προβλήματα επιβίωσης – τα οποία δεν τους αφήνουν καθόλου χρόνο ή/και διάθεση, για να ασχοληθούν με το μέλλον της πατρίδας τους και των παιδιών τους.

Ευρώ ή δραχμή;

Ερώτηση: Υπάρχουν αξιόλογοι οικονομολόγοι, οι οποίοι υποστηρίζουν την επιστροφή της Ελλάδας στη δραχμή. Εσείς όμως γράφετε ότι, "η παραμονή της χώρας μας στην Ευρωζώνη, σε καθεστώς προτεκτοράτου, δεν είναι ότι καλύτερο θα επιθυμούσε κανείς – η έξοδος της όμως θα οδηγούσε δυστυχώς σε μία τεράστια οικονομική, κοινωνική, ενδεχομένως και γεωπολιτική τραγωδία". Τι να πιστέψω εγώ και τι να κάνω;

Απάντηση: Σε γενικές γραμμές (υπάρχουν αρκετές αναλύσεις μας), όλοι όσοι τάσσονται υπέρ της δραχμής, συνδέουν την τοποθέτηση τους με την άρνηση πληρωμής του εξωτερικού δημοσίου χρέους, καθώς επίσης με την ταυτόχρονη μετατροπή του ιδιωτικού χρέους σε δραχμές – έτσι ώστε να μην υποστούν και τα δύο τις συνέπειες μίας πιθανότατης υποτίμησης της τάξης του 50-70%, η οποία θα οδηγούσε τόσο το δημόσιο, όσο και αρκετούς ιδιώτες (ειδικά τις τράπεζες) στη χρεοκοπία (αφού θα αύξανε ανάλογα τα χρέη).

Κατά την υποκειμενική μας όμως άποψη, κάτι τέτοιο είναι εντελώς ουτοπικό – αφού αφενός μεν οι δανειστές μας δεν θα δεχόταν τη μονομερή διαγραφή των απαιτήσεων τους, αφετέρου δεν έχουμε πια τη δυνατότητα μετατροπής του εξωτερικού χρέους σε δραχμές (μετά την εγκληματική συμφωνία του Οκτώβρη του 2011 – PSI). Εκτός αυτού, η μετατροπή του ιδιωτικού χρέους σε δραχμές, θα οδηγούσε στη χρεοκοπία τις ελληνικές τράπεζες (οι οποίες ήταν σχετικά υγιείς πριν το PSI), πολλές επιχειρήσεις και γενικότερα όλους τους εγχώριους δανειστές.

Εάν φυσικά είχαμε μία κυβέρνηση, η οποία θα μπορούσε να "πουλήσει" την έξοδο μας (πληρώσαμε πολύ ακριβά το ευρώ, με την αποβιομηχανοποίηση κλπ., οπότε αποτελεί σημαντικότατο περιουσιακό μας στοιχείο, το οποίο θα είμαστε ανόητοι εάν χαρίζαμε), θα υπήρχαν ίσως κάποιες ελπίδες περιορισμού της καταστροφής. Στη συνέχεια όμως, η ανάγκη ύπαρξης συναλλάγματος για την πληρωμή των εισαγωγών μας, δεν θα ήταν καθόλου εύκολο πρόβλημα στην επίλυση του.

Ολοκληρώνοντας, δεν πρέπει να περιορίζει κανείς τις συνέπειες μόνο στο οικονομικό σκέλος, αφού υπάρχει επί πλέον το κοινωνικό, καθώς επίσης το γεωπολιτικό. Ειδικότερα, η έξοδος μίας χώρας από την Ευρωζώνη προϋποθέτει την έξοδο της από την ΕΕ – όπου εμείς έχουμε την άποψη ότι, καμία χώρα σήμερα δεν μπορεί να επιζήσει μόνη της, έχοντας απέναντι της μία Ενωμένη Ευρώπη, τις Η.Π.Α., την Κίνα κλπ. Πόσο μάλλον όταν ευρίσκεται σε μία περιοχή υψηλού κινδύνου, συνορεύοντας με εξαιρετικά προβληματικά κράτη.

Συμβατικός και οικονομικός πόλεμος

Σε έναν συμβατικό πόλεμο, υπάρχει η δυνατότητα άμυνας μίας χώρας από το στρατό της – ο οποίος έχει ορκιστεί στο σύνταγμα να προστατεύει την πατρίδα του, με κάθε θυσία.

Σε έναν οικονομικό πόλεμο όμως ο στρατός, όπως φαίνεται, είναι εντελώς ανίσχυρος και δεν μπορεί να προστατέψει την πατρίδα του από τη λεηλασία και την υποδούλωση – υπακούοντας, ως οφείλει, στις προσταγές του συντάγματος.

Πρόκειται λοιπόν για ένα ακόμη πλεονέκτημα της εισβολής σε μία χώρα, με τη βοήθεια των οικονομικών όπλων – φυσικά με την ταυτόχρονη άσκηση «ωμής» ψυχολογικής βίας, η οποία οδηγεί αρκετούς πολίτες στα άκρα. Όμως, μέχρι πότε οι πολίτες ενός έθνους θα επιλέγουν την αυτοκτονία, αντί της εξέγερσης;

Αυτοκρατορίες

Οι μεγάλες αυτοκρατορίες σπάνια καταστρέφονται από εξωτερικές επιθέσεις – συνήθως καταρρέουν «υπό το βάρος» των εσωτερικών αντιθέσεων και διαφωνιών, οι οποίες σήμερα απειλούν την Ευρωζώνη.

Η διαχείριση της υπερχρέωσης ήταν ανέκαθεν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της Πολιτικής. Στην αρχαιότητα, η συνήθως σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ δανειστών και οφειλετών, κατέληγε σε βίαιες συγκρούσεις και σε πολέμους – επειδή η εναλλακτική δυνατότητα, για την απαλλαγή από τα χρέη, ήταν η Δουλεία.

Στη σημερινή Ευρώπη, αλλά και στον υπόλοιπο πλανήτη, η επίλυση ανάλογων προβλημάτων επιχειρείται μεν πιο «πολιτισμένα», με οικονομικούς όρους δηλαδή, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η προσπάθεια υποδούλωσης ή/και λεηλασίας των οφειλετών από τους δανειστές.

Η τιμή της δειλίας

Η Ιστορία είναι γεμάτη από προδοσίες, από προδότες, από εκβιαστές, από εκβιαζομένους, καθώς επίσης από δειλούς λαούς – οι οποίοι προτιμούν την υποδούλωση, από την επώδυνη εξέγερση εναντίον αυτών που επιβουλεύονται την Ελευθερία και τη Δημοκρατία στη χώρα τους.

Στα πλαίσια αυτά, με στόχο την δημιουργία σύγχρονων σκλάβων, άβουλων, φθηνών υπηρετών της παγκόσμιας και τοπικής ελίτ, η απειλή της χρεοκοπίας λειτουργεί πάρα πολύ επιτυχημένα – αφού επιτρέπει τη θυματοποίηση των μαζών, την υποδούλωση ολόκληρων κρατών, καθώς επίσης την επιβολή ειδικών φόρων και «κυρώσεων» κάθε είδους, με στόχο τη διευκόλυνση των εκάστοτε εισβολέων.

Η τιμή της δειλίας είναι προφανώς η λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, η καταστροφή της μεσαίας τάξης, στην οποία στηρίζεται η Δημοκρατία, καθώς επίσης η μετατροπή της χώρας σε επίσημο προτεκτοράτο.

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 25. Σεπτεμβρίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2701.aspx