Ομιλία στην ΚΥΡΙΑΚΗ του ΤΥΦΛΟΥ, 6η από το ΠΑΣΧΑ

Ομιλία στην ΚΥΡΙΑΚΗ του ΤΥΦΛΟΥ,  6η από το ΠΑΣΧΑ,

Ιω.,  θ΄, 1-38, 20-05-2012

Του (+) π. Νικολάου Φαναριώτη*

«Συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού;», Ιω., θ΄, 35.

Το σημερινό θαύμα συνέβη όταν ο Χριστός αναχώρησε από την εορτή της σκηνοπηγίας (μεσοπεντηκοστής), όπου κινδύνευσε να τον λιθοβολήσουν. Και ενώ αναχωρούσε, είδε έναν άνθρωπο τυφλόν εκ γενετής, και με παρέμβαση των μαθητών, τον θεράπευσε δια μέσου της κολυμπήθρας του Σιλωάμ. Εκεί κάτω, από την υπακοή του στον (Χριστόν), ο εκ γενετής τυφλός βρήκε το φως του.

Το θαύμα αυτό καλύπτει την προσπάθεια της εκκλησίας, αποδείξεως της θεότητας του Χριστού, ως δημιουργού του σώματος του ανθρώπου, καθ’ όσον από το χώμα της γης δημιουργεί, όχι ολόκληρο άνθρωπο, αλλά ένα μέλος που του λείπει, φυσικό (με DNΑ) και όχι τεχνητό. Πραγματικά, ο εκ γενετής τυφλός δεν είχε καθόλου βολβούς ματιών και τους απέκτησε με τον πηλό της γης, όπως ακριβώς απέκτησε και το σώμα του ο πρωτόπλαστος Αδάμ στην αρχή της δημιουργίας, από τον ίδιο Δημιουργό και με τον ίδιο τρόπο: «αι χείρες σου εποίησαν με και έπλασαν με».

Η υπερφυσική θεραπεία όμως αυτή έκαμε τεράστια εντύπωση στους γείτονες και στους περιοίκους και έγινε σημείο αντιλεγόμενον. Τον πήγαν λοιπόν στους Φαρισαίους για να λύσουν εκείνοι το πρόβλημα.

Αυτοί, επειδή φθονούσαν τον Χριστό, πιάστηκαν από το ότι ήταν Σάββατο, όταν έγινε το θαύμα, και αποφάσισαν να τον εξουδετερώσουν: «Ποιος σου έκαμε αυτό το θαύμα και ανέβλεψες; Ένας άνθρωπος που άκουσα ότι τον λένε Ιησού  εγώ δεν τον ξέρω, δεν τον έβλεπα. Σεις οι ανοιχτομάτες τώρα, θα μου πείτε τι είναι αυτός ο Ιησούς».

Αυτοί ξέρουν τώρα ποιος είναι ο Ιησούς, όμως τον πιάνουνε από την ενέργεια του Σαββάτου και τον βγάνουνε, εν τω φθόνω τους, αμαρτωλόν και τον κατηγορούν και του απαγορεύουν να αναγνωρίσει τον Χριστόν ως σωτήρα του, και σαν έναν άνθρωπο του Θεού.

Έτσι άρχισε μια πάλη ανακρίσεων, προκειμένου να πετύχουν τον σκοπό τους. Ανακάτεψαν και τους γονείς αυτού, διαφώνησαν και μεταξύ τους μέσα στο συνέδριο και έφθασαν μέχρι σχίσματος (Νικόδημος): «και σχίσμα ην αυτοίς».

Πάλεψε το παιδί το ίδιο μ’ αυτούς, και παρόλο ότι ήταν τυφλό, γνώριζε πολλά πράγματα: «Εφώνησαν ουν εκ δευτέρου τον άνθρωπο, ος ην τυφλός, και είπαν αυτώ: δος δόξαν τω Θεώ, ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστίν», Ιω., θ΄, 35. «Να δοξάσεις τον Θεόν και όχι αυτόν, γιατί εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». Προσέξτε διάκριση: «Μα δεν μ’ έκαμε ο Θεός καλά, μ’ έκαμε ο Ιησούς. Καλά,  όχι αυτόν, στο Θεό θα δώσεις δόξα».

Απορρίπτουν τον Ιησούν από τότε οι Εβραίοι. Δεν είναι τωρινά αυτά που συμβαίνουν σήμερα με τον οικουμενισμόν. Από τότε ο Σατανάς γνωρίζει με ποιον τρόπο θα κάνη τον αγώνα κατά της θεότητας  του Ιησού.

Ο πόλεμος που κάνουν σήμερα οι Άπιστοι της Νέας τάξης (NEW AGE), δεν είναι πόλεμος κατά του Θεού, αλλά κατά του Χριστού, είναι καθαρός αντιχριστιανισμός. Έχει το ίδιο σκεπτικό με αυτό που ακούσαμε σήμερα: «Να πιστεύετε στον Θεό, αλλά όχι στον Χριστό».

Τώρα, επειδή ο πρώην τυφλός δεν το παραδέχτηκε (και) να φανεί αχάριστος στον ευεργέτη του, και όχι μόνον αυτό αλλά και τόλμησε να τον υπερασπιστεί, τον πέταξαν έξω. Εκείνο που τους εξενεύρισε πιο πολύ ήταν η παρατήρησις: «οίδαμεν ότι αμαρτωλόν ο Θεός ουκ ακούει, αλλ’ εάν τις θεοσεβής ή, και το θέλημα αυτού ποιεί, τούτου ακούει».

Τούτο ταιριάζει σε πολλούς απίστους που δηλώνουν θεοσεβείς, αλλά και από μας που είμαστε θεοσεβείς, αλλά δεν ποιούμε το θέλημα Του.

Ο Χριστός είπε ότι ο πατήρ προσκυνείται σωστά «εν πνεύματι και αληθεία». Δηλαδή εν Αγίω Πνεύματι και εν Χριστώ Ιησού, που είναι η Αλήθεια. Πνεύματα υπάρχουν πολλά (άγγελοι, δαίμονες, άνεμος, ψυχή νους, πνευματικοί άνθρωποι), αλλά Άγιο Πνεύμα υπάρχει μόνον ΕΝΑ.

«Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλαν αυτόν έξω, και ευρών αυτόν, είπεν αυτώ. Σύ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού; ….Πιστεύω, Κύριε, και προσεκύνησεν αυτώ. Και είπεν ο Ιησούς. Εις κρίμα εγώ εις τον  κόσμον τούτον  ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένονται», Ιω., θ΄, 35, 38-39.

Είναι αδιανόητο να σκεφτεί κανείς ότι ο Χριστός ήθελε να υποκλέψει την δόξα του πατέρα του, αλλά αυτή είναι η απόφαση του Θεού, όπως ανακοινώθηκε στα Θεοφάνεια: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε». Και αυτό γίνεται από τότε  διαχρονικά.

Καμιά προσευχή και καμιά παράκληση και καμιά δοξολογία δεν δέχεται ο Θεός πατήρ, εάν δεν είναι ΠΑΡΩΝ και ο Χριστός. Δηλαδή πιο απλά: είναι ευλογημένο να απευθύνουμε τα αιτήματα μας προς τον Θεόν, την Παναγία και τους Αγίους, είναι ευλογημένο, αλλά δεν θα έχουμε απάντηση στα προς σωτηρία αιτήματα μας, εάν δεν βάλει πλάτη και η ευχή, δηλαδή ο Ιησούς: «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΗΜΑΣ».

Διότι εάν το όνομα του Χριστού απουσιάζει από τις προσευχές μας, είναι σαν να προσευχόμαστε σε έναν άδειο ουρανό.

ΑΜΗΝ.

* Εκοιμήθη, με διαύγεια πνεύματος, Σάββατο βράδυ –12/09/2015-, παραμονή της Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ας έχουμε την ευλογία του μακαριστού όντως ορθοδόξου ιερέα της Πάτρας… για 40+ έτη στο Ιερό Μετόχι του Οσίου Λουκά, κοντά στην Ομόνοια της Πάτρας…

** Ευαγγέλιο του τυφλού, (6η Κυριακή του Πάσχα), Ιω.,  θ΄, 1-38

Πρωτότυπο

«Θ.1 Τ καιρ κείνω, παργων ᾿Ιησος εδεν νθρωπον τυφλν κ γενετς. 

2 κα ρτησαν ατν ο μαθητα ατο λγοντες· ραββ, τς μαρτεν, οτος ο γονες ατο, να τυφλς γεννηθ

πεκρθη ᾿Ιησος· οτε οτος μαρτεν οτε ο γονες ατο, λλνα φανερωθ τ ργα το Θεο ν ατ

μ δε ργζεσθαι τ ργα το πμψαντς με ως μρα στν· ρχεται νξ τε οδες δναται ργζεσθαι.

5 ταν ν τ κσμ , φς εμι το κσμου. 

6 τατα επν πτυσε χαμα κα ποησε πηλν κ το πτσματος, κα πχρισε τν πηλν π τος φθαλμος το τυφλο 

7 κα επεν ατ· παγε νψαι ες τν κολυμβθραν το Σιλωμ, ρμηνεεται πεσταλμνος. πλθεν ον κα νψατο, κα λθε βλπων.

8 Ο ον γετονες κα ο θεωροντες ατν τ πρτερον τι τυφλς ν, λεγον· οχ οτς στιν καθμενος κα προσαιτν

9 λλοι λεγον τι οτς στιν· λλοι δ τι μοιος ατ στιν. κενος λεγεν τι γ εμι

10 λεγον ον ατ· πς νεχθησν σου ο φθαλμο

11 πεκρθη κενος κα επεν· νθρωπος λεγμενος ᾿Ιησος πηλν ποησε κα πχρισ μου τος φθαλμος κα επ μοι· παγε ες τν κολυμβθραν το Σιλωμ κα νψαι· πελθν δ κα νιψμενος νβλεψα

12 επον ον ατ· πο στιν κενος; λγει· οκ οδα.

13 Αγουσιν ατν πρς τος Φαρισαους, τν ποτε τυφλν. 

14 ν δ σββατον τε τν πηλν ποησεν ᾿Ιησος κα νέῳξεν ατο τος φθαλμος

15 πλιν ον ρτων ατν κα ο Φαρισαοι πς νβλεψεν. δ επεν ατος· πηλν πθηκ μου π τος φθαλμος, κα νιψμην, κα βλπω

16 λεγον ον κ τν Φαρισαων τινς· οτος νθρωπος οκ στι παρ το Θεο, τι τ σββατον ο τηρε. λλοι λεγον· πς δναται νθρωπος μαρτωλς τοιατα σημεα ποιεν; κα σχσμα ν ν ατος.

17 λγουσι τ τυφλ πλιν· σ τ λγεις περ ατο, τι νοιξ σου τος φθαλμος; δ επεν τι προφτης στν

18 οκ πστευσαν ον ο ᾿Ιουδαοι περ ατο τι τυφλς ν κα νβλεψεν, ως του φνησαν τος γονες ατο το ναβλψαντος 

19 κα ρτησαν ατος λγοντες· οτς στιν υἱὸς μν, ν μες λγετε τι τυφλς γεννθη; πς ον ρτι βλπει

20 πεκρθησαν δ ατος ο γονες ατο κα επον· οδαμεν τι οτς στιν υἱὸς μν κα τι τυφλς γεννθη· 

21 πς δ νν βλπει οκ οδαμεν, τς νοιξεν ατο τος φθαλμος μες οκ οδαμεν· ατς λικαν χει, ατν ρωτσατε, ατς περ αυτο λαλσει 

22 τατα επον ο γονες ατο, τι φοβοντο τος ᾿Ιουδαους· δη γρ συνετθειντο ο ᾿Ιουδαοι να, ἐάν τις ατν μολογσ Χριστν, ποσυνγωγος γνηται.

 23 δι τοτο ο γονες ατο επον τι λικαν χει, ατν ρωτσατε

24 φνησαν ον κ δευτρου τν νθρωπον ς ν τυφλς, κα επον ατ· δς δξαν τ Θε· μες οδαμεν τι νθρωπος οτος μαρτωλς στιν

25 πεκρθη ον κενος κα επεν· ε μαρτωλς στιν οκ οδα· ν οδα, τι τυφλς ν ρτι βλπω.

26 επον δ ατ πλιν· τ ποησ σοι; πς νοιξ σου τος φθαλμος

27 πεκρθη ατος· επον μν δη, κα οκ κοσατε· τ πλιν θλετε κοειν; μ κα μες θλετε ατο μαθητα γενσθαι; 

28 λοιδρησαν ατν κα επον· σ ε μαθητς κενου· μες δ το Μωϋσως σμν μαθητα.
29 
μες οδαμεν τι Μωϋσε λελληκεν Θες· τοτον δ οκ οδαμεν πθεν στν

30 πεκρθη νθρωπος κα επεν ατος· ν γρ τοτ θαυμαστν στιν, τι μες οκ οδατε πθεν στ, κα νέῳξ μου τος φθαλμος

31 οδαμεν δ τι μαρτωλν Θες οκ κοει, λλἐάν τις θεοσεβς κα τ θλημα ατο ποι, τοτου κοει

32 κ το αἰῶνος οκ κοσθη τι νοιξ τις φθαλμος τυφλο γεγεννημνου

33 ε μ ν οτος παρ Θεο, οκ δνατο ποιεν οδν.

34 πεκρθησαν κα επον ατ· ν μαρταις σ γεννθης λος, κα σ διδσκεις μς; κα ξβαλον ατν ξω

35 Ηκουσεν ᾿Ιησος τι ξβαλον ατν ξω, κα ερν ατν επεν ατ· σ πιστεεις ες τν υἱὸν το Θεο; 

36 πεκρθη κενος κα επε· κα τς στι, Κριε, να πιστεσω ες ατν

37 επε δ ατ ᾿Ιησος· κα ἑώρακας ατν κα λαλν μετ σο κενς στιν.

38 δ φη· πιστεω, Κριε· κα προσεκνησεν ατ».

ΑΠΟΔΟΣΗ

«Εκείνο τον καιρό, καθώς περνούσε ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο πού είχε γεννηθεί τυφλός.

Τότε τον ρώτησαν οι μαθητές του και του λέγουν διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός;

Αποκρίθηκε ο Ιησούς, ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν σ’ αυτόν τα έργα του Θεού.

Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα εκείνου πού με έστειλε, ως πού ακόμη είναι ήμερα, έρχεται νύχτα, οπού κανένας δεν μπορεί να εργάζεται.

Όταν είμαι στον κόσμο, φως είμαι του κόσμου. 

Αφού είπε αυτά, έφτυσε χάμω και με το σάλιο έκαμε λάσπη και έβαλε τη λάσπη πάνω στα μάτια του τυφλού

και του είπε, πήγαινε να νίφτεις στη δεξαμενή του Σιλωάμ, πού στα ελληνικά θέλει να πει «απεσταλμένος». Πήγε λοιπόν και νίφτηκε και ήλθε βλέποντας. 

Οι γειτόνοι του λοιπόν και εκείνοι πού τον έβλεπαν και ήξεραν πώς πρώτα ήταν τυφλός, έλεγαν αυτός δεν είναι πού καθόταν και ζητιάνευε;

Άλλοι έλεγαν πώς αυτός είναι, άλλοι πώς κάποιος όμοιος του, εκείνος έλεγε πώς εγώ είμαι,

του έλεγαν λοιπόν πώς ανοίχτηκαν τα μάτια σου;

Αποκρίθηκε εκείνος και είπε, ένας άνθρωπος πού λέγεται Ιησούς έκαμε λάσπη και έβαλε πάνω στα μάτια μου και μου είπε, πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου, πήγα λοιπόν και νίφτηκα και είδα το φως μου.

Του είπαν που είναι εκείνος; Λέγει, δεν ξέρω.

Παίρνουν τον άλλοτε τυφλό και τον πηγαίνουν στους Φαρισαίους.

Ήταν δε Σάββατο όταν έκαμε τη λάσπη ο Ιησούς και άνοιξε τα μάτια του τυφλού.

Ρωτούσαν λοιπόν πάλι οι Φαρισαίοι τον άλλοτε τυφλό, πώς είδε το φως του, και αυτός τους είπε, έβαλε λάσπη πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω.

Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Φαρισαίους, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό, γιατί δε φυλάει την αργία του Σαββάτου. Άλλοι έλεγαν πώς μπορεί άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια θαύματα; Έτσι χωρίστηκαν οι γνώμες μεταξύ τους.

Λέγουν πάλι στον τυφλό. Συ τί λες γι’ αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί τα δικά σου μάτια άνοιξε. Και αυτός είπε πώς είναι προφήτης. 

Δεν πίστεψαν λοιπόν οι Ιουδαίοι γι’ αυτόν πώς ήταν τυφλός και είδε το φως του, μέχρι πού φώναξαν τους γονείς του και τους ρώτησαν λέγοντας τους, αυτός είναι ο γιος σας, πού λέτε πώς γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοιπόν τώρα βλέπει;

Τους αποκρίθηκαν οι γονείς του και είπαν ξέρουμε πώς αυτός είναι ο γιος μας και πώς γεννήθηκε τυφλός. Πώς όμως τώρα βλέπει δεν ξέρουμε ή ποιος του άνοιξε τα μάτια δεν ξέρουμε, ο ίδιος είναι σε ηλικία, τον ίδιο να ρωτήσετε, ο ίδιος θα πει για τον εαυτό του. 

Αυτά είπαν οι γονείς του, επειδή εφοβούντο τους Ιουδαίους γιατί είχαν κάνει κιόλας συμφωνία οι Ιουδαίοι, ώστε αν κανείς ομολογήσει τον Χριστό, να τον διώξουν από τη Συναγωγή.

Γι’ αυτό οι γονείς του είπαν πώς ο ίδιος έχει ηλικία, και να ρωτήσουν τον ίδιο.

Για δεύτερη λοιπόν φορά φώναξαν τον άνθρωπο πού ήταν τυφλός και του είπαν,

Να δοξάζεις το Θεό, εμείς ξέρουμε πώς αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός.
Εκείνος απάντησε και είπε. Αν είναι αμαρτωλός δεν ξέρω, ένα ξέρω, πώς πριν ήμουν τυφλός και εδώ και λίγη ώρα βλέπω. Του είπαν πάλι, και τί σου έκαμε; Με ποιο τρόπο σου άνοιξε τα μάτια; Εκείνος τους απάντησε, λίγο πριν σας είπα και δεν ακούσατε; τί πάλι θέλετε να ακούτε; 

Μήπως θέλετε και σεις να γίνετε μαθηταί του; Εκείνοι γέλασαν μαζί του και είπαν εσύ είσαι μαθητής εκείνου, εμείς είμαστε μαθηταί του Μωυσή.

Εμείς ξέρουμε πώς, Θεός μίλησε στον Μωυσή, γι’ αυτόν όμως εδώ δεν ξέρουμε από που είναι.

Ο άνθρωπος απάντησε και είπε, εσείς δεν ξέρετε από που είναι και αυτό είναι περίεργο, και όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια.

Ξέρουμε πώς ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, αλλά ακούει εκείνους πού τον σέβονται και κάνουν το θέλημα του.

Από τότε πού κτίστηκε ο κόσμος δεν ακούστηκε πώς άνοιξε κανείς τα μάτια ενός ανθρώπου πού γεννήθηκε τυφλός. Δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα τέτοιο, αν δεν ήταν αυτός ο άνθρωπος από τον Θεό.

Του απάντησαν και είπαν εσύ είσαι βουτηγμένος μέσα στις αμαρτίες και τώρα διδάσκεις εμάς; Και τον έβγαλαν έξω.

Ο Ιησούς άκουσε πώς τον έβγαλαν έξω και του είπε, όταν τον βρήκε, συ πιστεύεις στον υιό του Θεού;

Εκείνος απάντησε και είπε, Και ποιος είναι Κύριε, για να πιστέψω;

Ο δε Ιησούς του είπε, και τον είδες και αυτός πού σου μιλεί αυτός είναι.

Και είπε αυτός, πιστεύω, Κύριε, και τον προσκύνησε».

Αναδημοσίευση από anavaseis.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.