ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ, ΛΚ ιε, 11-32, 12-2-2012

Του (+) π. Νικολάου Φαναριώτη*

 «Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».

Αυτή είναι η παραβολή μέσα στην οποία ο Χριστός έκλεισε όλη την μοίρα της πεσμένης και άρρωστης ανθρωπότητας από καταβολής κόσμου και που την ζούμε και στις ημέρες μας.

Το σκηνικό: ένα υποστατικό (αγρόκτημα) της εποχής, που κατοικούσε ένας κτηματίας  με την οικογένεια του και το προσωπικό (μισθίους). Όταν ήταν μικρά τα 2 παιδιά της οικογένειας  η ζωή στο σπίτι  κυλούσε ήρεμα και ευτυχισμένα.

Η οικουμένη είναι το υποστατικό που ο Θεός έκτισε για τον άνθρωπο

Τα παιδιά όμως μεγάλωσαν, πέρασαν τα χρόνια της αθωότητας, ήρθανε στην εφηβεία. Πρώτος ο νεώτερος ζήτησε να κάμει χρήσιν του δικαιώματος της ελευθερίας του μόλις ενηλικιώθηκε. «Πάτερ  δός  μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας». Ο πατέρας του αναγνώρισε το δικαίωμα αυτό, αλλά επειδή είναι δίκαιος αναγνώρισε το ίδιο και στον άλλο «διήλεν αυτοίς  τον βίον», προλαβαίνοντας το μέλλον.

Το δικαίωμα αυτό της εφηβείας είναι δοσμένο από τον Θεό (DNA) και έχει σκοπό να απογαλακτίσει τον άνθρωπο από την υπερπροστασία των γονέων του, για να ολοκληρώσει την προσωπικότητα του. Γι’ αυτό και οι γονείς οφείλουν να το παραχωρούν στα παιδιά μόλις εισέλθουν στην εφηβεία, αλλά μετ’ ού πολλάς ημέρας…  συνοδεύοντας αυτό και με τις αντίστοιχες ευθύνες. Φυσικά επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να είναι έτοιμος ο έφηβος να πληρώσει το κόστος εάν τις παραβεί.

Ο νεώτερος έκαμε χρήση της ελευθερίας με ανευθυνότητα…

…και το αποτέλεσμα ήλθε αναπόφευκτα. «Και μετ’ ού παλλάς ημέρας συναγαγών άπαντα ο νεώτερος απεδήμησεν εις χώραν μακράν, και εκεί διεσκόρπισεν την ουσίαν αυτού ζών ασώτως».

Το «ζών ασώτως» σημαίνει το ζών με ανευθυνότητα. Δεν άκουσε τις συμβουλές του Πατέρα και πούλησε την ελευθερία του «αντί πινακίου φακής». Δηλαδή, για λίγα ξυλοκέρατα (χαρούπια), γιατί αυτό είναι οι παράνομες ηδονές. Από εκεί και πέρα, ούτε λόγος για ελευθερία, αλλά ούτε και για επιβίωση. Αφού έφθασε στο όριο της λιμοκτονίας, υλικής  και  πνευματικής, «εγώ δε λιμώ απόλλυμαι», ήλθε στον εαυτόν του, και άρχισε να σκέφτεται: «εις εαυτόν δε ελθών, είπε…».

Προηγουμένως ήταν εκτός εαυτού, η κακή  χρήσις της ελευθερίας που οδηγεί εις την αμαρτία, βγάζει τον άνθρωπο εκτός εαυτού: τρομοκράτες κουκουλοφόροι, καταληψίες, καταστροφείς, είναι άνθρωποι εκτός εαυτού.

Οπόταν άρχισε να σκέφτεται…

…«πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι», ιε, 17. Είναι η ευλογημένη ώρα της μετανοίας, που ανέστρεψε την κατάσταση. Η μαυρίλα της γουρουνίλας, «βόσκειν χοίρους», έγινε φως, τα μάτια του φωτίσθηκαν, γέλασαν τα χείλη του, «και αναστάς ήλθε προς  τον πατέρα αυτού». Φτερά έκαναν τα πόδια του, πετούσε. Η αγωνία του για το πώς θα τον δεχθεί ο γέρος του έσβησε, όταν τον είδε από μακριά να έρχεται  με ανοιχτή αγκαλιά κατά πάνω του: «έτι δε μακράν αυτού απέχοντος, είδεν αυτόν ο πατήρ και ευσπλαχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν».

Τα δαιμονικά δεσμά σπάσανε, και ο νέος ξαναγύρισε, στη ζωή και στη χαρά.  Θριαμβευτική έσκισε τον αέρα η ιαχή του Πατέρα: «νεκρός ην και  ανέζησε  και απολωλός ην και ευρέθη». Το μέλλον του από δω και πέρα  είχε εξασφαλιστεί. Η χαρά όμως για την σωτηρία του νεώτερου αδελφού είχε μιαν απροσδόκητη συνέχεια, που πίκρανε τον γέρο πατέρα. Ήταν η επέμβασις του μεγάλου αδελφού. Και σ’ αυτόν, όπως και στον άλλο αδελφό, είχε δώσει το ίδιο μερίδιο της περιουσίας: «Διείλεν αυτοίς τον βίον». Και, κυρίως, το ίδιο χάρισμα ελευθερίας, ώστε αυτά που δικαιούνται να τα κάμουν ό,τι θέλουν, και ο ένας  και ο άλλος, χωρίς να κρατήσει την επικαρπία, πράγμα που ο νεώτερος το εξάσκησε μέχρι τέλους, χωρίς καμία επέμβαση του πατέρα.

Το ίδιο όμως Δώρο της ελευθερίας…

…ο πρεσβύτερος το μεταχειρίστηκε διαφορετικά, όπως ο δούλος του ενός ταλάντου και το έχωσε στη γη, δηλαδή προτίμησε να μείνει δούλος σ’ ένα πατέρα που του έδωσε την ελευθερία: «τοσαύτα έτη δουλεύω σοι… και εμοί ουδέποτε έδωκας έριφον, ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ»,  Λκ. ιε΄, 29. Προτίμησε να μην έχει κανένα σκοπό στη ζωή του και καμία ευθύνη και να ζει έτσι τεμπέλης, κάτω από ένα δικτάτορα, ώστε να υπακούει τυφλά και να μην αμαρτάνει,  και να κατακρίνει τους λοιπούς των ανθρώπων από θέσεως ισχύος, και κυρίως τον αδελφό του, τον οποίον ασφαλώς φθονούσε.

Όταν όμως είδε γυρίζοντας από το χωράφι, ότι ο πατέρας δεν ήταν στο θρόνο που αυτός τον είχε τοποθετήσει, επαναστάτησε, έσπασε όλους τους φραγμούς του καλού παιδιού, που μόνος του είχε βάλει, αποκήρυξε τον αδελφό του και έβρισε τον πατέρα του: «ότε δε, ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών ήλθε, έθυσες αυτώ τον μόσχον  τον σιτευτόν. Λκ.ιε 30».

Μάταια ο πατέρας προσπάθησε να τον ηρεμήσει, γιατί ήταν και αυτός, όπως πρωτύτερα ο αδελφός του, εκτός εαυτού. Και μπορούμε να υποθέσουμε, ότι πέρασε στον «αντιεξουσιαστικό χώρο», που υπάρχει σε κάθε εποχή και στην δική μας, τρομοκρατώντας και καταστρέφοντας  ό,τι έβρισκε μπροστά του.

Αυτή είναι η παραβολή μέσα στην οποία ο Χριστός έκλεισε όλη την μοίρα της πεσμένης και άρρωστης ανθρωπότητας από καταβολής κόσμου και που την ζούμε και στις ημέρες μας.

ΑΜΗΝ.

* Εκοιμήθη, με διαύγεια πνεύματος, Σάββατο βράδυ –12/09/2015-, παραμονή της Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ας έχουμε την ευλογία του μακαριστού όντως ορθοδόξου ιερέα της Πάτρας… για 40+ έτη στο Ιερό Μετόχι του Οσίου Λουκά, κοντά στην Ομόνοια της Πάτρας…

* Ευαγγέλιο κατά ΛΟΥΚΑΝ ΙΕ΄, Κυριακής του Ασώτου

Πρωτότυπο (Λκ. ιε´ 11 – 32)

«11 Εἶπε δέ·νθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς.

12 Καὶ εἶπεν νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον.

13 Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰςμέρας συναγαγὼνπαντα νεώτερος υἱὸςπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶνσώτως.

14 Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάνταγένετο λιμὸςσχυρὸς κατὰ τὴν χώρανκείνην, καὶ αὐτὸςρξατοστερεῖσθαι.

15 Καὶ πορευθεὶςκολλήθηνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώραςκείνης, καὶπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺςγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους.

16 Καὶπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦπὸ τῶν κερατίωννσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶςδίδου αὐτῷ.

17 Εἰςαυτὸν δὲλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσινρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷπόλλυμαι!

18 Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶνώπιόν σου.

19 Οὐκέτι εἰμὶξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν μεςνα τῶν μισθίων σου.

20 Καὶναστὰςλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰνπέχοντος εἶδεν αὐτὸν πατὴρ αὐτοῦ καὶσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼνπέπεσενπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.

21 Εἶπε δὲ αὐτῷ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶξιος κληθῆναι υἱός σου.

22 Εἶπε δὲ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ·ξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶποδήματα εἰς τοὺς πόδας,

23 καὶνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν,

24 ὅτι οὗτος υἱός μου νεκρὸςν καὶνέζησε, καὶπολωλὼςν καὶ εὑρέθη. Καὶρξαντο εὐφραίνεσθαι.

25 Ἦν δὲ υἱὸς αὐτοῦ πρεσβύτερος ἐνγρῷ· καὶςρχόμενοςγγισε τῇ οἰκίᾳκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν,

26 καὶ προσκαλεσάμενοςνα τῶν παίδωνπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα.

27 Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷτιδελφός σουκει καὶθυσεν πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτιγιαίνοντα αὐτὸνπέλαβεν.

28 Ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκθελεν εἰσελθεῖν. Ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦξελθὼν παρεκάλει αὐτόν.

29 Ὁ δὲποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί·δοὺ τοσαῦτατη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτεντολήν σου παρῆλθον, καὶμοὶ οὐδέποτεδωκαςριφοννα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ·

30 ὅτε δὲ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν.

31 Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿μοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰμὰ σάστιν·

32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναιδει, ὅτιδελφός σου οὗτος νεκρὸςν καὶνέζησε, καὶπολωλὼςν καὶ εὑρέθη».

Μετάφραση

 «11 Είπε δε ακόμη και την εξής παραβολήν· “ένας άνθρωπος είχε δύο υιούς. 

12 Και είπε ο νεώτερος από αυτούς στον πατέρα· πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει. Και ο πατέρας εμοίρασε εις αυτούς την περιουσίαν του. 

13 Και ύστερα από ολίγας ημέρας ο νεώτερος υιός εμάζευσεν όλα ανεξαιρέτως όσα του είχε δώσει ο πατέρας και εταξίδεψε εις μακρυνήν χώραν. Και εκεί εσπατάλησε την περιουσίαν του ζων ένα βίον άσωτον, παραλυμένον και ασυλλόγιστον. 

14 Οταν δε εξώδευσε όλα όσα είχε, έπεσε μεγάλη πείνα εις την χώραν εκείνην και αυτός ήρχισε να στερήται και να πεινά. 

15 Και από την πείναν πλέον ζαλισμένος επήγε και προσκολλήθηκε σαν δούλος εις ένα από τους κατοίκους της χώρας εκείνης. Και αυτός τον έστειλε εις τα χωράφια του, να βόσκη χοίρους. 

16 Και επιθυμούσε να γεμίση την κοιλίαν του από τα ξυλοκέρατα, που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανείς δεν του έδιδε, διότι οι υπηρέται τα προώριζαν δια τους χοίρους.

 17 Καποιαν όμως ημέραν συνήλθεν από την ζάλην και το κατάντημα της αμαρτωλής ζωής του και είπε· Ποσοι μισθωτοί του πατέρα μου έχουν με το παραπάνω ψωμιά και φαγητά, εγώ δε χάνομαι από την πείναν; 

18 Και αμέσως επήρε την απόφασιν της επιστροφής και είπε· Θα σηκωθώ, θα υπάγω προς τον πατέρα μου και θα του πω· πατέρα μου, ημάρτησα στον ουρανόν εμπρός στον Θεόν και τους αγγέλους του· ημάρτησα και ενώπιόν σου, διότι περιφρόνησα την πατρικήν σου αγάπην και δεν ελογάριασα την λύπην, που θα σου προξενούσα με την φυγήν μου. 

19 Δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου και να φέρω το τιμημένο όνομά σου· κάμε με σαν ένα από τους υπηρέτας σου. 

20 Και έθεσε εις εφαρμογήν την καλήν του απόφασιν. Εσηκώθη και ήλθε προς τον πατέρα του. Ενώ δε ακόμη ευρίσκετο εις μακρυνήν απόστασιν, ο πατέρας του, που από καιρόν τώρα τον επερίμενε και παρατηρούσε πάντοτε με λαχτάρα στον δρόμον, τον είδε και τον εσπλαγχνίσθη, έτρεξε εις προϋπάντησίν του, έπεσε με στοργήν απέραντον στον τράχηλον του παιδιού του, το αγκαλιασε και το εγέμισε φιλήματα. 

21 Συντετριμμένος ο υιός από την απέραντον αυτήν στοργήν είπε στον πατέρα του· Πατέρα, ημάρτησα στον ουρανόν και ενώπιόν σου και δεν είμαι άξιος να ονομασθώ υιός σου. 

22 Ο δε πατέρας τον διέκοψε, εστράφη προς τους δούλους, που είχαν μαζευθή εκεί, και είπε· Βγάλτε την πιο καλή φορεσιά και ενδύσατέ τον, και δώστε του το δακτυλίδι εις τα χέρια, σαν αυτό που φορούν οι ελεύθεροι και οι κύριοι. Δώστε του υποδήματα εις τα πόδια, δια να μη περπατή ξυπόλητος όπως οι δούλοι. 

23 Και φέρτε το θρεφτό μοσχάρι, σφάξτε το και ετοιμάστε το πιο πλούσιο τραπέζι, δια να πανηγυρίσωμε το εξαιρετικά χαρμόσυνο αυτό γεγονός. Και αφού φάμε, ας ευφρανθούμε όλοι. 

24 Διότι ο υιός μου αυτός ήτο νεκρός και αναστήθηκε, χαμένος ήτο και ευρέθηκε. Και ήρχισαν να ευφραίνωνται. (Αγγελοι και δίκαιοι καλούνται από τον Θεόν να χαρούν και να ευφρανθούν, όταν ένας αμαρτωλός, που εγκατέλειψε τον Θεόν και εσπατάλησε τα θεία δώρα εις την αμαρτίαν και εβυθίσθη στον εξευτελισμόν και την κοινήν περιφρόνησιν, μετανοήση ειλικρινώς, επανέλθη προς τον Πατέρα και ξαναπάρη την υιοθεσίαν και την πρώτην του θέσιν). 

25 Αλλά ο μεγαλύτερος υιός ευρίσκετο στο χωράφι και καθώς την ώραν που ήρχετο επλησίασε στο σπίτι, ήκουσε μουσικά όργανα και τραγούδια και χορούς. 

26 Και αφού εκάλεσε ένα από τους υπηρέτας, τον ηρώτησε τι άραγε είναι αυτά που γίνονται. 

27 Εκείνος δε του είπε ότι· Ηλθε ο αδελφός σου και ο πατέρας σου έσφαξε το θρεπτό μοσχάρι, διότι με μεγάλην χαράν τον είδε και τον υπεδέχθη υγιή. 

28 Εθύμωσε δε αυτός και δεν ήθελε να εισέλθη στο σπίτι και να παρακαθίση στο χαρμόσυνο τραπέζι. Οταν ο πατέρας επληροφορήθη αυτό, εβγήκε έξω προς τον μεγαλύτερον υιόν και με στοργήν πολλήν τον παρακαλούσε. 

29 Εκείνος όμως πικραμένος απεκρίθη με δυσφορίαν μεγάλην και του είπε· Ιδού τόσα χρόνια σε υπηρετώ και ποτέ δεν κατεπάτησα την εντολή σου. Και όμως εις εμέ δεν έδωσές ποτέ ένα κατσίκι, δια να εφρανθώ με τους φίλους μου. 

30 Οταν δε ήλθε το παιδί σου αυτό, που κατέφαγε το βιο σου με πόρνας, έσφαξες προς χάριν του το θρεπτό μοσχάρι. 

31 Είπε δε εις αυτόν ο πατέρας· Παιδί μου, συ πάντοτε είσαι μαζή μου και όλα τα υπάρχοντά μου είναι δικά σου και ποτέ από τίποτε δεν σε εστέρησα. 

32 Επρεπε δε και συ να ευρανθής και να χαρής, διότι ο αδελφός σου αυτός ήτο νεκρός και αναστήθηκε, χαμένος και ξαναβρέθηκε”. (Αγανακτούσαν οι υψηλόφρονες Φαρισαίοι, όταν έβλεπαν τον Κυριον να δέχεται με στοργήν τους μετανοούντας αμαρτωλούς και να τους ανακηρύσση πολίτας της βασιλείας του. Εγωπαθείς και ιδιοτελείς, καθώς ήσαν οι Φαρισαίοι και οι όμοιοι με αυτούς, τυπικώς μόνον και εξωτερικώς τιμώντες τον Θεόν, απεξένωσαν τον ευατόν των από την αγάπην του Θεού και από την χαρμόσυνον επικοινωνίαν με τους πολίτας της βασιλείας των ουρανών)».

ΠΗΓΗ: Ιερός Ναός Παναγίας Αλεξιωτίσσης Πατρών, http://panagiaalexiotissa.blogspot.gr/2012/02/11-32.html#axzz41OLAkgSb

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.