Δημόσιο χρέος – καθεστώς υποδούλωσης της Ελλάδας

Το δημόσιο χρέος και το καθεστώς υποδούλωσης της Ελλάδας

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 


 

 

Όταν μιλάμε για κρίση σήμερα στην Ελλάδα, είτε το θέλουμε, είτε όχι, είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε πρώτα απ’ όλα για το δημόσιο χρέος. Αν δεν απαντήσεις σήμερα στο πρόβλημα του δημόσιου χρέους, δεν μπορείς να απαντήσεις πειστικά σε τίποτε, ούτε στα εργασιακά, ούτε στα μισθολογικά, ούτε στα ασφαλιστικά, ούτε στο ξεπούλημα των πάντων. Κι αυτό γιατί όλα αυτά, αλλά κι αυτά που έρχονται, πηγάζουν από το πρόβλημα του δημόσιου χρέους. Η ίδια η κρίση έχει επικεντρωθεί στην κατάσταση του χρέους.

Το εγγενές πρόβλημα του δημόσιου χρέους

 

Υπάρχει πρόβλημα με το δημόσιο χρέος ή όλα όσα λέγονται αποτελούν πρόσχημα, μπλόφα ή φόβητρο; Σαφώς και υπάρχει. Η εξυπηρέτηση του δημόσιου δανεισμού έχει φτάσει να αποτελεί το 35% του ΑΕΠ το 2009. Πράγμα που ισοδυναμεί σχεδόν με το σύνολο των μισθών που πληρώνει κάθε χρόνο η ελληνική οικονομία. Ισοδυναμεί με το 140% των δημοσίων εσόδων και σχεδόν με το διπλάσιο των εισπράξεων της χώρας από τις εξαγωγές της. Με μεγάλη δυσκολία θα βρείτε άλλη χώρα στον κόσμο που να έχει φτάσει σ’ αυτό το έσχατο σημείο εξυπηρέτησης του δημόσιου δανεισμού της.

Η χώρα εδώ και χρόνια έχει οδηγηθεί σε μια κατάσταση όπου η επιβίωσή της εξαρτάται από το αν και κατά πόσο μπορεί να βρει δάνεια για να εξυπηρετήσει το χρέος της. Την τελευταία δεκαετία η χώρα δανείστηκε κοντά στα 490 δις ευρώ από τα οποία το 97% πήγε στην εξυπηρέτηση παλιότερων δανείων, ενώ μόνο το 3% πήγε στην κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος. Με άλλα λόγια δανειζόμαστε για να ξεπληρώνουμε παλιότερα χρέη.

Τέλος η δυναμική του δημόσιου δανεισμού είναι τέτοια που είναι αδύνατον να αποπληρωθεί ότι κι αν γίνει. Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία δεκαετία η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στοίχισε γύρω στα 450 δις ευρώ, δηλαδή τα έσοδα 8 προϋπολογισμών του 2009. Παρόλα αυτά αντί το δημόσιο χρέος να αναχαιτιστεί, να μειωθεί ή τέλος πάντων να σταθεροποιηθεί, αυτό αυξήθηκε κατά 153 δις ευρώ.

Με βάση τις προβλέψεις του «μνημονίου» που ψήφισε η κυβέρνηση και με την προϋπόθεση ότι όλοι οι στόχοι που έχουν τεθεί από την «τρόικα» θα επιτευχθούν, το δημόσιο χρέος της χώρας όχι μόνο δεν θα συγκρατηθεί, αλλά θα αυξηθεί σημαντικά και θα φτάσει μετά το τέλος της τριετίας στο 167% του ΑΕΠ, από 125% που είναι σήμερα. Με άλλα λόγια ο λαός και η χώρα ρίχνεται στον καιάδα του ΔΝΤ και της ΕΕ με μόνο σίγουρο αποτέλεσμα την ακόμη μεγαλύτερη αύξηση του δημόσιου χρέους.

Τότε ποιος είναι ο στόχος αυτού του καθεστώτος κατοχής; Να τεθεί η χώρα σε μια ιδιότυπη «καραντίνα» για να μην επεκταθεί η αποκαλούμενη «μόλυνση» και στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Το κύριο ενδιαφέρον της «τρόικας» δεν είναι η αποκατάσταση της οικονομίας της χώρας, αλλά η προστασία των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών και του ευρώ.

Γιατί; Διότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες κατέχουν πάνω από το 75% των ελληνικών ομολόγων και δεν θέλουν ν’ ακούσουν ούτε λέξη για τυχόν αδυναμία της Ελλάδας να συνεχίσει να πληρώνει τα χρέη της.

Επομένως, η ΕΕ και το ΔΝΤ ήρθε για να εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα δεν θα σταματήσει να πληρώνει τα χρέη της, έστω κι αν πεινάσει ο λαός της, έστω κι αν η χώρα διαλυθεί και ξεπουληθεί στο σύνολό της.

Όσο οι διεθνείς αγορές ήταν ανοιχτές για την χρηματοδότηση του χρέους, όσο οι διεθνείς τράπεζες και οι επενδυτές επιδείκνυαν ασίγαστη όρεξη για αγορά ομολόγων κρατικού χρέους, η εκτίναξη του δημόσιου δανεισμού δεν απασχολούσε κανέναν. Ούτε κυβερνήσεις, ούτε «ειδικούς», ούτε τραπεζίτες, οι οποίοι κέρδιζαν τεράστια ποσά από την κερδοσκοπία με τα ομόλογα. Όλοι είχαν υιοθετήσει το νεοφιλελεύθερο δόγμα που ήθελε την αγορά των δανείων να αυτορυθμίζεται χωρίς να οδηγεί σε κρίσεις και κραχ. Μόνο κάποιες περιοδικές «διαστολές» και «συστολές» αναγνώριζαν, που όμως δεν ήταν ικανές να αντιστρέψουν την ανιούσα των αγορών. Το χρέος ήταν απλά μια ακόμη αγορά, η οποία στο βαθμό που κρατιόταν ελεύθερη από παρεμβάσεις και ελέγχους δεν είχε κανένα λόγο να οδηγήσει σε συντριβή. Κι επομένως δεν υπήρχε κανένας λόγος να απασχολείται κανείς με το ύψος και τη δυναμική του χρέους, παρά μόνο με το κόστος δανεισμού.

Αυτό πίστευαν οι ιεροκήρυκες της σύγχρονης οικονομικής θεολογίας. Και ήταν τόσο πειστικοί που κατόρθωσαν να πείσουν και αρκετούς στην αριστερά. Γι’ αυτό και βλέπουμε σήμερα τέτοια αμηχανία στην αριστερά απέναντι στο χρέος. Πολλοί μάλιστα, ακόμη και στην ριζοσπαστική αριστερά, πίστεψαν – τουλάχιστον στην αρχή – ότι πρόβλημα δημόσιου χρέους δεν υπάρχει, μόνο πρόβλημα επιτοκίων και όρων δανεισμού. Κι επομένως το γεγονός ότι καταλήξαμε στα νύχια του ΔΝΤ, της ΕΕ και του καθεστώτος κατοχής δεν ήταν παρά μια μεγάλη συνωμοσία της κυβέρνησης και της άρχουσας τάξης.

 

Έχουμε χρεωκοπήσει εδώ και χρόνια

 

Ανεξάρτητα από τους σχεδιασμούς της ολιγαρχίας που σίγουρα υπήρξαν και υπάρχουν, το ελληνικό κράτος βρίσκεται υπό καθεστώς δημοσιονομικής χρεωκοπίας εδώ και χρόνια. Απλά συγκαλυπτόταν από το γεγονός ότι μπορούσε να βρει στις διεθνείς αγορές τα νέα δάνεια που χρειαζόταν για να εξυπηρετήσει τα παλιά.

Η κατάσταση αυτή έφτασε στα όριά της στις αρχές του 2009. Κι αυτό γιατί μαζί με την κορύφωση της παγκόσμιας κρίσης με το κραχ του φθινόπωρου του 2008 αποκαλύφθηκε η πλήρης αδυναμία του ελληνικού κράτους να αναχρηματοδοτήσει το χρέος του χωρίς να προσφύγει στη διεθνή αγορά ομολόγων.

Έτσι τον Ιανουάριο του 2009 η κυβέρνηση Καραμανλή αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα κάλυψης των νέων ομολόγων που εκδίδει για νέο δανεισμό. Οι διεθνείς αγορές μετά το κραχ δεν έδειχναν ενδιαφέρον για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα.

Τότε ήταν που για πρώτη φορά η κυβέρνηση Καραμανλή πετά στα σκουπίδια το δόγμα της «ισχυρής Ελλάδας» που κληρονόμησε από τις κυβερνήσεις Σημίτη και άρχισε ξαφνικά να μιλά για «σοβαρή κρίση», για την «παγκόσμια κρίση που αρχίζει να πλήττει την Ελλάδα», κοκ.

Η αλήθεια, όμως, ήταν ότι η ελληνική οικονομία βρισκόταν ήδη στην τελευταία πράξη του δράματός της. Η κρίση που συντρίβει κυριολεκτικά την ελληνική οικονομία δεν ήρθε ξαφνικά από το εξωτερικό, δεν είναι εισαγόμενη, έστω κι αν έχει πια συνυφανθεί με την κρίση που πλήττει την παγκόσμια οικονομία του κεφαλαίου.

Η χώρα οδηγήθηκε συστηματικά στη χρεωκοπία όχι μέσα από κάποια σκοτεινή συνωμοσία, αλλά ως λογικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός πολύ συγκεκριμένου τρόπου εξαρτημένης και παρασιτικής ανάπτυξης. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 επιβλήθηκε στη χώρα ένα καταστροφικό μοντέλο «εξωστρεφούς» ανάπτυξης, ανοιχτό στις πιο ασύδοτες και μονοπωλιακές δυνάμεις των διεθνών αγορών. Ανοχύρωτη η χώρα και κλειδωμένη στον αυτόματο πιλότο της ΕΕ, οικοδόμησε μια παρασιτική οικονομία υπηρεσιών που αποτέλεσε και αποτελεί παράδεισο κερδοφορίας για το μεγάλο κεφάλαιο.

Η Ελλάδα ενώ αποτελεί το 2,7% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, διαθέτει το χαμηλότερο δείκτη επενδύσεων, μόλις στο 0,3% των συνολικών επενδύσεων στην ευρωζώνης. Αντίθετα τα ιδιωτικά κέρδη που παράγει η οικονομία της Ελλάδας υπερβαίνουν τα 5 % του συνόλου των ιδιωτικών κερδών που παράγει η ευρωζώνη ως σύνολο.

Για να στηριχθεί λοιπόν η κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου και να διατηρήσει αυτά τα εξωφρενικά επίπεδα μέσα σε μια χειμαζόμενη οικονομία, στην οποία η αγοραστική δύναμη και η παραγωγική ικανότητα της οικονομίας συμπιέζονταν διαρκώς, χρειάστηκε η εκρηκτική επέκταση του δανεισμού. Και μάλιστα σ’ όλα τα επίπεδα.

Έτσι φτάσαμε σήμερα το μέσο νοικοκυριό να χρωστά το 70% του διαθέσιμου εισοδήματός του, οι τράπεζες να έχουν εξωτερικό χρέος που ξεπερνά το 52% του ΑΕΠ της χώρας και το δημόσιο χρέος να βρίσκεται στο 125% του ΑΕΠ της χώρας για το 2009.

Η έλευση του ευρώ μαζί με τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν και συνεχίζουν να εφαρμόζονται μετέτρεψαν τη χώρα σε παράδεισο χρηματοπιστωτικής αγυρτείας κυρίως από διεθνείς θεσμικούς επενδυτές και τράπεζες. Ενώ σε συνδυασμό με την απευθείας κρατική τόνωση της πιο απροκάλυπτης κερδοσκοπίας μέσα από την προώθηση επενδύσεων «κοινοτικής επιχορήγησης» και τις γνωστές εργολαβίες των «μεγάλων έργων», η οικονομία της χώρας έχει μεταβληθεί σε προνομιακή σφαίρα τοποθέτησης των πιο κερδοσκοπικών, των πιο παρασιτικών κεφαλαίων διεθνώς.

Ποιος ήταν ο κερδισμένος από την είσοδό μας στην ΟΝΕ; Μια μικρή οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που είναι στενότατα συνδεδεμένη με διεθνείς κύκλους τραπεζικής και χρηματιστικής κερδοσκοπίας, η οποία με το ευρώ μπορούσε πια ελεύθερα να μεταφέρει στο εξωτερικό τον πλούτο που λεηλατούσε από τη χώρα και το λαό της.

Έτσι στα τέλη του 2009 το σύνολο των κεφαλαίων από κατοίκους της Ελλάδας που βρισκόταν σε κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στο εξωτερικό (μετοχές, ομόλογα, παράγωγα, κλπ.) ανερχόταν πάνω από 250 δις ευρώ, όταν το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας για την ίδια χρονιά ανήλθε λίγο πάνω από 298 δις ευρώ. Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε τις καταθέσεις του εξωτερικού, ή τις λεγόμενες άμεσες επενδύσεις Ελλήνων στο εξωτερικό, ούτε φυσικά τον πλούτο που βρίσκεται κρυμμένος στις αρκετές χιλιάδες υπεράκτιες εταιρείες (offshore), κλπ., ελληνικών συμφερόντων.

Όλα αυτά οδήγησαν μεν σε μια πλασματική, εικονική άνοδο του ΑΕΠ, αλλά συνέτριψαν κυριολεκτικά την παραγωγική βάση της χώρας και την αγοραστική δύναμη των λαϊκών στρωμάτων. Πράγμα που οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μια βαθιά κρίση που την έχει αγκαλιάσει ήδη από το 2001.

Όμως ο πιο κερδισμένος απ’ όλους ήταν φυσικά το διεθνές και κυρίως το ευρωπαϊκό χρηματιστικό κεφάλαιο, το οποίο χάρις στο ευρώ μπόρεσε να μετατρέψει το δημόσιο χρέος της χώρας από πρωτίστως εγχώριο και εκφρασμένο σε δραχμές, σε κυρίαρχα εξωτερικό και εκφρασμένο στο «ισχυρό ευρώ», δηλαδή στο νόμισμα των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Η δυναμική του δημόσιου χρέους σήμερα είναι τέτοια που δεν μπορεί πια να αποπληρωθεί με κανέναν τρόπο. Αργά η γρήγορα οι ίδιοι οι δανειστές της χώρας με τα διεθνή τους όργανα, το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και την ΕΕ, θα οδηγήσουν την χώρα στην επίσημη πτώχευση. Όχι όμως πριν την ξεζουμίσουν όσο δεν παίρνει άλλο, πριν κερδοσκοπήσουν σε βάρος της, πριν την πουλήσουν και την αγοράσουν αμέτρητες φορές.

 

Το σχέδιο υπαγωγής στο καθεστώς του μνημονίου

 

Η πολιτική της κυβέρνησης του κ. Παπανδρέου ξεκινά από τη βασική αξιωματική παραδοχή ότι οφείλουμε να συνεχίσουμε την αποπληρωμή των χρεών, που έτσι ή αλλιώς δεν μπορούν να πληρωθούν. Να συνεχίσουμε δηλαδή την ίδια πρακτική που μας έφερε σ’ αυτή την κατάντια. Με όλη την τακτική της οδήγησε την χώρα να είναι κυριολεκτικά έρμαιο των αγορών και των κερδοσκόπων.

Τι έκανε αναγκαίο το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση; Σύμφωνα με την κυβέρνηση η αδυναμία της χώρας να προσφύγει στις αγορές για νέο δανεισμό. Δεν είναι αλήθεια. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στην κατάσταση αυτή σκόπιμα, έτσι ώστε να εμφανιστεί ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Σ’ αυτό συνέπραξαν οι αγορές – δηλαδή συγκεκριμένα επενδυτικά κεφάλαια και τράπεζες – η ΕΕ και η ΕΚΤ. Το σχέδιο αυτό ήταν εν γνώσει τόσο του κ. Καραμανλή, όσο και του κ. Παπανδρέου ήδη από πριν τις τελευταίες εκλογές. Με δεδομένη την πολιτική κατάρρευση της κυβέρνησης Καραμανλή, σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε η παράδοση των κλειδιών της χώρας στον κ. Παπανδρέου, ο οποίος υπήρξε εξαρχής κάτι παραπάνω από πρόθυμος να εκτελέσει το συγκεκριμένο σχέδιο.

Το σχέδιο αυτό των αγορών και της ΕΕ ήταν εξαρχής να μην επιτρέψουν στο ελληνικό κράτος με κανένα τρόπο να κηρύξει μονομερώς πτώχευση. Οι δανειστές κρατών, σ’ ολόκληρη την ιστορία των κρατικών χρεοκοπιών, ζουν με έναν βασικό εφιάλτη: την ασυλία που διαθέτει ένα κράτος λόγω της εθνικής του κυριαρχίας. Γι’ αυτό και τα κράτη είναι οι μόνοι οφειλέτες που μπορούν να αρνηθούν τις υποχρεώσεις τους, χωρίς ουσιαστικά οι δανειστές να είναι σε θέση να κάνουν τίποτε. Γι’ αυτό και από τον 19ο αιώνα αποτελεί μόνιμη προσπάθεια των διεθνών δανειστών, αφενός, να εξαναγκάσουν ένα κράτος υπό χρεωκοπία να απεμπολήσει οικιοθελώς την ασυλία του λόγω εθνικής κυριαρχίας και, αφετέρου, να μετατρέψουν τη διαφορά τους σε διακρατική υπόθεση, δηλαδή να πάψει να είναι μια σχέση ιδιώτη-κράτους και να γίνει σχέση διακανονισμού ανάμεσα σε κυρίαρχα κράτη.

Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρχε τίποτε που να την εμπόδιζε τον Οκτώβριο του περασμένου χρόνου να επικαλεστεί την ασυλία της λόγω εθνικής κυριαρχίας και να καλέσει τους δανειστές της σε διαπραγματεύσεις για ρύθμιση του χρέους της. Μια τέτοια κίνηση μπορούσε να γίνει ακόμη και μέσα στα πλαίσια της συνθήκης της Λισαβόνας. Βέβαια στην πράξη θα την οδηγούσε σε ευθεία σύγκρουση με την ΕΕ και θα προκαλούσε σάλο στις διεθνείς αγορές, αλλά θα της έδινε τουλάχιστον τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί με τους δανειστές της. Το σίγουρο είναι ότι μια τέτοια κίνηση δεν θα είχε χειρότερα αποτελέσματα από αυτά που βιώνει σήμερα η χώρα και ο λαός της. Με μια διαφορά. Στην περίπτωση της μονομερούς πτώχευσης της Ελλάδας, οι δανειστές – δηλαδή τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και οι τράπεζες – θα έχαναν πολλά και το ευρώ θα δεχόταν ανεπανόρθωτα πλήγματα. Ακόμη κι αν βάζανε το λαό και τη χώρα στο γύψο, όπως έχουν κάνει τώρα, η ζημιά θα είχε γίνει.

Έτσι επινόησαν και προώθησαν ένα σχέδιο «πτώχευσης-μη πτώχευσης» της χώρας, που αργότερα ονομάστηκε επίσημα «ελεγχόμενη», ή «συντεταγμένη πτώχευση». Τι προέβλεπε το σχέδιο αυτό; Πρώτα απ’ όλα να κυρηχθεί επίσημα η χώρα σε καθεστώς αφερεγγυότητας, δηλαδή σε καθεστώς αδυναμίας προσφυγής στις αγορές υπό καθεστώς διεθνούς επιτήρησης. Με τον τρόπο αυτό η Ελλάδα θα εξαναγκαζόταν να παραιτηθεί οικιοθελώς από την ασυλία που της παρέχει η εθνική της κυριαρχία. Πράγμα που έκανε με την αποδοχή της δανειακής σύμβασης. Κι όχι μόνο αυτό. Με αυτή την δανειακή σύμβαση, που η κυβέρνηση δεν τολμά ούτε καν να την φέρει για επικύρωση στο κοινοβούλιο, παραιτείται από κάθε δικαίωμα έναντι των δανειστών της. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση αθέτησης των όρων της σύμβασης, ολόκληρη η χώρα – δημόσια περιουσία, εθνικό έδαφος, ακόμη και η περιουσία των πολιτών της – τίθεται στη διάθεση των δανειστών. Αποδέχεται επίσης ως δίκαιο διακανονισμού των σχέσεών της με τους δανειστές, το αγγλικό και ως διαιτητικό δικαστήριο το Ευρωπαϊκό.

Επιπλέον μετατρέπει τη διαφορά της με τους ιδιώτες δανειστές της – επενδυτικά κεφάλαια και τράπεζες της ΕΕ – σε διακρατική υπόθεση και έτσι δίνει το δικαίωμα στα κράτη των δανειστών της να επέμβουν σε περίπτωση διαφοράς. Στην πράξη με την δανειακή σύμβαση η κυβέρνηση μετατρέπει μια διαφορά με ιδιώτες δανειστές της αγοράς, σε διακρατική υπόθεση. Δηλαδή αναγνωρίζει το δικαίωμα σε κράτη όπως η Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, κοκ να επέμβουν στη χώρα μας για την προστασία των συμφερόντων των δικών τους δανειστών. Πράγμα που ισοδυναμεί με μονομερή αναγνώριση εκ μέρους της χώρας μας του δικαιώματος άσκησης «πολιτικής κανονιοφόρων» σε βάρος της.

Ανάλογη δανειακή σύμβαση με τέτοιον καθαρά αποικιοκρατικό χαρακτήρα, είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρει κανείς σε ολόκληρη την ιστορία των κρατικών χρεωκοπιών από τις αρχές του 19ου αιώνα. Δεν συγκρίνεται ούτε καν με τη διεθνή συνθήκη που επέβαλε στην Ελλάδα τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο μετά τον στημένο ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

Όμως, η δανειακή σύμβαση δεν συνιστά απειλή μόνο με το τι προβλέπει, αλλά και με το νομικό προηγούμενο που δημιουργεί. Από τη στιγμή που στη διεθνή πρακτική ισχύει η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των δανειστών (pari passu), οι ρήτρες και οι προβλέψεις της δανειακής σύμβασης μπορούν να χρησιμοποιηθούν από οποιονδήποτε δανειστή της χώρας στο μέλλον. Η χώρα με το καθεστώς του μνημονίου και κυρίως της δανειακής σύμβασης είναι πλέον ανοχύρωτη απέναντι σε κάθε επιδίωξη των δανειστών της.

 

Τι πρέπει να γίνει;

 

Μήπως πρέπει να προχωρήσουμε σε αναδιάρθρωση του χρέους, όπως προτείνουν πολλοί; Τι σημαίνει όμως αναδιάρθρωση του χρέους; Με απλά λόγια σημαίνει έκδοση νέων ομολόγων που θα αντικαταστήσουν τα παλιά, είτε με «κουρεμένη» αξία, δηλαδή με μειωμένη την παλιότερη ονομαστική τους αξία, είτε με επιμήκυνση της χρονικής διάρκειας εξόφλησής τους. Αυτό φυσικά προϋποθέτει πριν απ’ όλα διαπραγμάτευση και συμφωνία με τους κατόχους ομολόγων. Πράγμα που απαιτεί επιτόκια, αποζημιώσεις και εγγυήσεις ικανές να πείσουν ακόμη και τους πιο κερδοσκόπους από τους ομολογιούχους του ελληνικού χρέους ότι τους συμφέρει μια τέτοια διευθέτηση.

Ορισμένοι λένε ότι αρκεί να τους απειλήσει η χώρα ότι θα χάσουν τα λεφτά τους για να τους καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να πετύχει ένα καλό για την ίδια αποτέλεσμα. Καταρχήν όσο η χώρα βρίσκεται υπό καθεστώς ευρώ, ΟΝΕ και ΕΕ είναι απίθανο να της επιτραπεί οποιαδήποτε μονομερής διαπραγμάτευση. Μην ξεχνάμε ότι η ΕΕ είναι αυτή που μας οδήγησε στο ΔΝΤ και μας επέβαλε το καθεστώς του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, ακριβώς γιατί δεν ήθελε η χώρα να έχει οποιαδήποτε διαπραγματευτική ισχύ.

Γίνεται σήμερα διαπραγμάτευση των ελληνικών ομολόγων; Ναι. Στο παρασκήνιο και με πρωταγωνιστές το ΔΝΤ, την Κομισιόν και την ΕΚΤ. Η Ελλάδα έχει βρεθεί εγκλωβισμένη σε μια διαπραγμάτευση για το χρέος της που γίνεται ερήμην της και σε βάρος της. Το όλο ζήτημα είναι πότε, με ποιόν τρόπο και προς όφελος ποιού θα προχωρήσει η διαδικασία της ελεγχόμενης πτώχευσης για τη χώρα.

Όταν λοιπόν εμφανίζονται σήμερα ορισμένοι και προτείνουν αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» 20%, 30% ή και 50% επί της ονομαστικής αξίας των ελληνικών ομολόγων, η πρόταση αυτή μπορεί να φαντάζει στον αφελή ως σημαντική μείωση του χρέους. Στην πραγματικότητα όμως κρύβει την προσπάθεια αφενός να αποζημιωθούν οι κάτοχοι των ομολόγων του ελληνικού χρέους για τις ζημιές που έχουν ήδη υποστεί λόγω της κρίσης. Και αφετέρου να τους εξασφαλίσει νέες καλύτερες αποδόσεις.

Οι προτάσεις αναδιάρθρωσης του χρέους δουλεύουν πάντα υπέρ του δανειστή, του κερδοσκόπου, του τοκογλύφου. Πρώτα και κύρια γιατί ισοδυναμούν με κήρυξη επίσημης πτώχευσης της χώρας. Και τι σημαίνει πτώχευση; Σημαίνει παράδοση άνευ όρων στους δανειστές. Αυτός είναι και ο λόγος που όσοι διεθνείς αναλυτές προτείνουν αναδιάρθρωση χρέους με «κούρεμα» μιλούν κατ’ ουσία για «συντεταγμένη πτώχευση». Τι είναι η «συντεταγμένη πτώχευση». Είναι μια πτώχευση που γίνεται όχι μονομερώς από την ίδια τη χώρα-οφειλέτη, αλλά σε συμφωνία με τους δανειστές της και υπό καθεστώς διεθνούς επιτήρησης και κηδεμονίας. 

Επομένως, όσοι προτείνουν αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» ή χωρίς ως εναλλακτική λύση απέναντι στο μνημόνιο, στην ουσία ζητούν να επιταχυνθούν οι διαδικασίες επίσημης πτώχευσης της χώρας υπό καθεστώς κατοχής και δήμευσης. Ιδίως αν αυτή συμβεί εντός της ευρωζώνης.

Μια ριζικά διαφορετική πολιτική που ξεκινά στη βάση των αληθινών συμφερόντων του λαού και της χώρας οφείλει να ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής τα στοιχειώδη: Το χρέος δεν το δημιούργησε ο λαός, ούτε χρηματοδότησε την ανάπτυξη της χώρας. Πρόκειται για προϊόν ρεμούλας, κερδοσκοπίας και λεηλασίας της χώρας. Γιατί λοιπόν θα πρέπει ο ελληνικός λαός να το αναγνωρίσει και να το πληρώσει;

Το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι ένα επαναστατικό μέτρο, αλλά ένα βαθύτατα λαϊκό και δημοκρατικό μέτρο που απαντά όχι μόνο στην αδυναμία της αποπληρωμής του σημερινού δημόσιου χρέους της χώρας, αλλά και στον χαρακτήρα αυτού του χρέους. Δηλαδή στο γεγονός ότι αποτελεί το προϊόν της οργανικής διαπλοκής ανάμεσα σε ένα διεφθαρμένο, διάτρητο, σάπιο πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης και σε διεθνείς κερδοσκόπους και τοκογλύφους.

Αυτός είναι ο λόγος που το κεντρικό ζήτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι η παύση πληρωμών και η διαπραγμάτευση ή μη, η μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, αλλά η μη αναγνώριση του χρέους και των υποχρεώσεών του από τον λαό, ως χρέος "απεχθές", ως μοχλός κατάλυσης της κυριαρχίας της χώρας και του λαού. Πρόκειται για την μόνη καθαρή, έντιμη, δημοκρατική και εθνικά συμφέρουσα απάντηση στο καθεστώς του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Hellenic NEXUS, τ. 45, Οκτώβριος 2010

Η ελευθερία είναι ο άνεμος – του Γιάννη Ποτ.

Η ελευθερία είναι ο άνεμος

 

Του Γιάννη Ποταμιάνου

 


 

 

Του ανέμου δεσμώτης το σύννεφο

……………………….  ας ταξιδεύει

Το ταξίδι δεν είναι Ελευθερία

Η Ελευθερία είναι ο άνεμος

Ο έρωτας στα μάτια της

……………………….  και η θάλασσα

Πάθος η φουρτουνιασμένη θάλασσα

Αγάπη, η απαλή βροχή

Γι’ αυτό κάθε απόγευμα βρέχει

……………………….   στα μάτια της

Όμως κουράστηκε η βροχή

και οι χείμαρροι φούσκωσαν

Δεσμώτης το σύννεφο,

Ο αέρας φυσάει προς το χειμώνα

Μονόδρομος το ταξίδι

Και εγώ να γλείφω

τις νεροσυρμές

……………………  που σμίλεψε ο χρόνος

…………………………………..  στο κορμί σου

Νερό να πίνω

στα βοερά ποτάμια σου

Γλυκό το χιόνι στα μαλλιά σου

Κάποτε θα ‘ρθει και η νύχτα,

……………………….  Κάποτε

Να χαϊδέψει τα μαλλιά σου

Να ξεπλέξει τα δάχτυλά μας

……………………….   Ας έρθει

Ένα λευκό σύννεφο είναι η ζωή

Ένα σύννεφο Δεσμώτης

που ταξιδεύει στον άνεμο

……………………….   και γίνεται νιφάδες

Η ελευθερία είναι ο άνεμος

Είναι όμορφο το χιόνι, ας έρθει

Θα ταξιδέψουμε μαζί για το χειμώνα

……………………….   Καβάλα στον άνεμο

Άγριο άτι ο άνεμος, το καταχείμωνο

……………………….   Μη φοβάσαι

Ας διαβούμε μαζί

……………  τους ολόλευκους λειμώνες

Ένα ταξίδι είναι η ζωή

Ένα απαλό χάδι

…………….. στα χιονισμένα μαλλιά μας

…………………………………………… η αγάπη

 

                       

1 Αυγούστου 2010, Γιάννης Ποταμιάνος

Διαίρει και «δημοκράτευε» …

Διαίρει και «δημοκράτευε» – με υψηλή αισθητική…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Οι πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων συχνά αποδεικνύονται απροσανατόλιστες κι αναποτελεσματικές, φαίνεται ωστόσο πως τουλάχιστον διαθέτουν υψηλή αισθητική αντίληψη. Γιατί, τι άλλο πέρα από την υψηλή αισθητική θα εξηγούσε την ύπαρξη τόσων διακοσμητικών στοιχείων στην πολιτική σάλα; Διακοσμητικό το δικαίωμα στην απεργία, που μονίμως χαρακτηρίζεται «παράνομη και καταχρηστική», διακοσμητικές οι δικαστικές αποφάσεις, που εκδίδονται για να μην εφαρμόζονται, διακοσμητικά τα κρατικά όργανα, όπως η αστυνομία, η οποία λαμβάνει από την πολιτική ηγεσία εντολές δράσης διαφορετικές από εκείνες που υπαγορεύουν οι δικαστικές αποφάσεις.



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 304, 1/10/2010.

Το αληθές της διακόσμησης επιβεβαιώνεται καταρχάς από την εικοσιτετράωρη απεργία των σιδηροδρομικών υπαλλήλων στις 14/9/2010: «Η απεργία πραγματοποιείται, παρότι κρίθηκε παράνομη και καταχρηστική από το Πρωτοδικείο Αθηνών», σημειώνεται στο σάιτ της Ε.Ρ.Τ. (http://www.inews.gr/23/apergia-para-tin-dikastiki-apofasi.htm).

Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σιδηροδρομικών (Π.Ο.Σ.) κ. Νίκος Κιουτσούκης επιβεβαιώνει την είδηση, εκφράζοντας τη βούληση του κλάδου του να υπερασπιστεί τα αιτήματά του: «Παρότι η κυβέρνηση έβγαλε την απεργία παράνομη και καταχρηστική, εμείς προχωρούμε σε εικοσιτετράωρη απεργία […]» Η αγνόηση των δικαστικών αποφάσεων φαίνεται πως αποτελεί τον κανόνα, όπως προκύπτει κι από την περίπτωση των ιδιοκτητών φορτηγών. Εδώ, μάλιστα, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ η επίταξη του Ιουλίου, που υποχρεώνει τους ιδιοκτήτες φορτηγών δημόσιας χρήσης να εργαστούν. Όμως, παρά τη σχετική κυβερνητική απόφαση, «η μοναδική εντολή που εφαρμόζεται μέχρι στιγμής από τις αστυνομικές δυνάμεις είναι να μην επιτρέψουν την είσοδο των βαρέων οχημάτων στο κέντρο της Αθήνας», πληροφορεί η ηλεκτρονική «Ζούγκλα» (18/9/2010,  http://www.zougla.gr/page.ashx?pid=2&aid=174202&cid=4)

Η διακοσμητική αντίληψη του πολιτικού συστήματος δοκιμάζεται και υπόκειται σε βελτιώσεις εδώ και μια εικοσαετία περίπου, αφότου η κυβέρνηση του κ. Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στις αρχές της δεκαετίας του ’90, συγκρουόμενη μετωπικά με τα λαϊκά στρώματα (χαρακτηριστική η καταιγιστική εισαγωγή στα ελληνικά πολιτικά ήθη του χαρακτηρισμού των απεργιών από τα «ανεξάρτητα» δικαστήρια ως «παράνομων και καταχρηστικών»), εισέπραξε εκλογικά την κοινωνική κατακραυγή και καταβαραθρώθηκε. Για μια εικοσαετία έκτοτε, την πρακτική μιας κυβέρνησης στιγματισμένης ως αντιλαϊκής την υιοθετούν ασμένως και κατ’ επανάληψη ακόμη και οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που κινούνται υποτίθεται στον ιδεολογικό αντίποδα τής Ν.Δ., φροντίζουν όμως να διακοσμούν εντέχνως το ιδεολογικό τους ξεθώριασμα με δικαστικές αποφάνσεις – μπιμπελό. Η κατευθυνόμενη δικαιοσύνη απέδειξε παράλληλα πως όταν πρόκειται να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες εκδίδει αποφάσεις καταδικάζοντας τις απεργίες σε χρόνο ρεκόρ: ούτε αναβολές, ούτε εφετεία, ούτε παραγραφές.

Τυχαία ο πρόεδρος της Π.Ο.Σ. σημειώνει πως εκείνη που κήρυξε την απεργία του κλάδου του παράνομη και καταχρηστική ήταν η κυβέρνηση κι όχι τα δικαστήρια; Βέβαια, η ειδίκευση στη διακόσμηση αρνείται την πολιτική ποδηγέτηση της δικαιοσύνης. Επικαλείται πως η ισχύς της «ανεξάρτητης» δικαιοσύνης δεν επιτρέπει στην παρούσα κυβέρνηση, ως εκπρόσωπο της πολιτείας, να εφαρμόσει, για παράδειγμα στην περίπτωση των ιδιοκτητών φορτηγών, τα όποια κατασταλτικά μέτρα απορρέουν από τη δικαστική γνωμοδότηση, εφόσον εδώ δεν πρόκειται πλέον για απεργία αλλά για «στάση εργασίας», σύμφωνα με τη μετονομασία της από τους ιδιοκτήτες φορτηγών, δεδομένης της πολιτικής επιστράτευσης που παραμένει σε ισχύ.

Τα προσχήματα δεν έχουν νόημα. Ούτε πρωτεύει να ελεγχθεί σε ποια σημεία υπερτερεί η επιχειρηματολογία των ιδιοκτητών φορτηγών έναντι της κυβέρνησης και σε ποια χωλαίνει. Το ποιος έχει δίκιο είναι μάλλον ψευδοδίλημμα. Οι ιδιοκτήτες φορτηγών απευθύνονται στο συναίσθημα των πολιτών όταν προβλέπουν πως ο νέος νόμος θα οδηγήσει στην εξόντωσή τους, καθώς οι πολυεθνικές μεταφορικές εταιρείες θα τους εκπαραθυρώσουν. Δεν έχουν άδικο, όμως δεν απαλείφεται ούτε το γεγονός πως κατά τη μονοπωλιακή λειτουργία τους υπήρξαν γρανάζι του συστήματος που εκτόξευε στα ύψη τις τιμές των προϊόντων από την παραγωγή στην κατανάλωση. Οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης, πάλι, πως οι νομοθετικές αλλαγές στον χώρο των μεταφορών αποσκοπούν στην ανταγωνιστικότερη λειτουργία του κλάδου και στην ωφέλεια του αγοραστικού κοινού από την πτώση των τιμών που θα επιφέρει ο ανταγωνισμός, αποτελούν ευσεβείς πόθους. Καμία απελευθέρωση δεν έχει αποτρέψει ως τώρα τον παρασιτισμό των καρτέλ, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις τράπεζες, την ιδιωτική τηλεόραση, τις γαλακτοβιομηχανίες, κι ακόμη χαρακτηριστικότερο την επικείμενη συγχώνευση της «Olympic Air» με την «Aegean» στις αερομεταφορές, η οποία θα σημάνει ουσιαστικά την ανασύσταση μονοπωλίου στις εναέριες μεταφορές.

Το δίλημμα «συμφέρον των απεργών ή συμφέρον του κοινωνικού συνόλου» είναι, συνεπώς, αναμφίβολα ψευδοδίλημμα. Οι κυβερνήσεις στο συμφέρον του μεγαλοεπιχειρηματικού κύκλου αποσκοπούν, καθώς αυτός τις τροφοδοτεί. Το χρόνιο νόσημα είναι ο υποκριτικός τρόπος με τον οποίο οι κυβερνήσεις προωθούν τις μεθοδεύσεις τους, διακοσμώντας τες με δημοκρατικότητα και φιλολαϊκή έγνοια. Η ύπουλη στάση τους εξοργίζει, που στερεί τη νομιμότητα του απεργιακού δικαιώματος από κάθε κλάδο εργαζομένων· η κουτοπόνηρη πρακτική τους, που αποποιείται την πολιτική αναλγησία δικαιολογώντας την πίσω από τις δήθεν δικαστικές αποφάσεις· η συμφεροντολογική τακτική, που εξαιρεί τον πολιτικό κόσμο από κάθε κανόνα. Γιατί, αν ίσχυε καθολικά η θέση της κυβέρνησης περί ανοίγματος των «κλειστών» επαγγελμάτων, πρώτο απ’ όλα θα ’πρεπε ν’ ανοίξει το επάγγελμα του πρωθυπουργού!

Η αυθάδης πολιτική υποκρισία υπερκεράζει κάθε επικοινωνιακό τέχνασμα. Οι επιστήμονες της επικοινωνίας θα πρέπει να τρέμουν μπροστά στην ευφάνταστη πολιτική επικοινωνιακή πρωτοπορία: κάθε απεργία κηρύσσεται παράνομη ώστε να αποστερηθεί οποιαδήποτε βάση νόμιμης πραγματοποίησής της. Αν και παράνομη, ωστόσο, οι κυβερνήσεις δεν κινητοποιούνται για τη διάλυσή της: δίνουν εντολή στα αστυνομικά όργανα, όπως σημειώθηκε και νωρίτερα στο ρεπορτάζ της «Ζούγκλας», να εμποδίσουν τις πορείες των απεργών, ιδίως την προσέγγισή τους στα κτίρια που στεγάζουν τις επιτελικές υπηρεσίες, όχι όμως και να καταστείλουν τις κινητοποιήσεις. Έτσι συντελείται το «θαύμα»: οι κυβερνήσεις αποδεικνύονται «δημοκρατικές», «μεγάθυμες» κι «ανεκτικές», αφού δεν καταστέλλουν τις «παράνομες» κινητοποιήσεις. Παράλληλα φροντίζουν, μέσω των προσκείμενών τους μέσων «ενημέρωσης», να διεκτραγωδούν τις «επιπτώσεις» για τους υπόλοιπους πολίτες λόγω της αποχής των «φιλοτομαριστών» απεργών από την εργασία τους. Ο ψυχολογικός πόλεμος μεγαλουργεί και η ευθύνη των όποιων επιπτώσεων αντί να βαραίνει κάθε φορά τις άκαμπτες κυβερνήσεις, βαραίνει τους εργασιακούς κλάδους! Ποιος ο λόγος, λοιπόν, να επιβάλει μια κυβέρνηση την άρση της «παρανομίας» με τα κατασταλτικά της όργανα, εφόσον, πιέζοντας ψυχολογικά, σπιλώνοντας και διαιρώντας, βασιλεύει και πετυχαίνει τον πολυπόθητο στόχο της; Όλο τούτο το σκηνικό δεν εφαρμόστηκε, εξάλλου, με την πολιτική επιστράτευση των ιδιοκτητών φορτηγών τον Ιούλιο; Τα φύλλα πορείας επιδόθηκαν, όμως δεν επιβλήθηκαν σε κανέναν: η κατάσταση αφέθηκε στη νομιμοφροσύνη όσων συμμορφώθηκαν κι ανέλαβαν υπηρεσία εφοδιάζοντας εκ νέου την αγορά. Οι νομοταγείς έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης και η ατιμωρησία όσων δεν συμμορφώθηκαν κατέστησε τους νομιμόφρονες παίγνιο μιας άνισης και συμφεροντολόγας εξουσίας. Μονίμως η ίδια κουτοπόνηρη τακτική: όσοι συμμορφώνονται στην επιταγή του νόμου στιγματίζονται ως απεργοσπάστες, όσοι δεν συμμορφώνονται αφήνονται να περιαυτολογούν, οι κυβερνήσεις δίνουν ρεσιτάλ «δημοκρατικότητας», μιας και δεν καταπιέζουν κανέναν(;), και η εδραζόμενη στη φιλονομία διαίρεση ισχυροποιεί τις πολιτικές μοναρχίες.

Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται τα μέσα ενημέρωσης τις ανισότητες, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των μεγαλοεπιχειρηματιών ιδιοκτητών τους, αβαντάρει τον εκπορευόμενο από τις κατ’ όνομα σοσιαλιστικές κυβερνήσεις διχασμό εντός κάθε επαγγελματικής ή κοινωνικής ομάδας. Η μέθοδος δοκιμασμένη κι επιτυχημένη: στήνεται ένας εκπρόσωπος των εργαζομένων απέναντι στο δημοσιογραφικό εκτελεστικό απόσπασμα, βομβαρδίζεται από ερωτήσεις στις οποίες δεν αφήνεται να απαντήσει, και χρεώνεται την «οργή» του κοινωνικού συνόλου που «δεινοπαθεί» από την απεργιακή κινητοποίηση. Η εφαρμογή της μεθόδου στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του «Mega» στις 18/9/2010 ήταν άψογη, με τον πρόεδρο των ιδιοκτητών φορτηγών κ. Γιώργο Τζωρτζάτο να μη χρεώνεται μόνο την αποκλειστικότητα της δυσκαμψίας στη διαμάχη του κλάδου του με την κυβέρνηση, μα και την ταλαιπωρία του κοινωνικού συνόλου. Η επιτυχής επίρριψη των ευθυνών στον κλάδο των ιδιοκτητών φορτηγών επισφραγίστηκε μάλιστα από ένα δικό του μέλος, τον ιδιοκτήτη μεταφορικής εταιρείας κ. Δημήτρη Κιούση, ο οποίος αποφάνθηκε: «Δεν πρέπει τα φορτηγά, κύριε Τζωρτζάτο, να κάνουν παρέλαση στον δρόμο, δεν πρέπει να πάμε κόντρα στην κοινωνία, δεν πρέπει να πάμε κόντρα στον κόσμο, και θέλω να σας πω ότι όλοι αυτοί, όλος αυτός ο κόσμος θα στραφεί στο τέλος εναντίον μας.» Κι ο διχασμός επέφερε πράγματι «ρήγμα στους κόλπους των μεταφορέων», σύμφωνα με τον ηλεκτρονικό «Σκάι» (22/9/2010, http://www.skai.gr/news/greece/article/152379/apostaseis-stis-kinitopoiiseis-apo-toys-vytioforeis). Για σίγουρα αποτελέσματα, «διαίρει και… “δημοκράτευε”»: θαυματουργό ανά τους αιώνες, δαιμονοποιεί και διαλύει.

Από κοντά, ο κεντρικός παρουσιαστής του δελτίου κ. Νίκος Στραβελάκης, με ύφος χιλίων καρδιναλίων, «δίδαξε» στον κ. Τζωρτζάτο πως εξαιτίας των μπλόκων που στήνουν οι συνάδελφοί του «δεν υπάρχει ο σεβασμός και στο δικαίωμα στην εργασία»! Αλήθεια, όταν ο δημοσιογραφικός κλάδος απεργεί, γίνεται σεβαστό το δικαίωμα στην εργασία όσων δημοσιογράφων επιθυμούν να εργαστούν; Ή μήπως οι ειδησεογραφικές εκπομπές υποχρεώνονται σε απεργιακό πάγωμα χωρίς εξαιρέσεις; Τουλάχιστον, βέβαια, οι απεργίες των δημοσιογράφων δεν πλήττουν το κοινωνικό σύνολο δυσκολεύοντας τη ζωή του, αφού το μόνο που του στερούν είναι ο σχολιασμός των… ποδοσφαιρικών αγώνων – χώρια που και η «στέρηση» τούτη είναι αμφιλεγόμενη! Κι ίσως γι’ αυτό οι δημοσιογράφοι απολαμβάνουν το – σχεδόν αποκλειστικό – προνόμιο να απεργούν χωρίς να κηρύσσονται οι κινητοποιήσεις τους παράνομες και καταχρηστικές.

Αν όμως το δικαίωμα των επαγγελματικών κλάδων να υπερασπίζονται την υπόστασή τους καταλύεται στο όνομα της «δικαιοσύνης», η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τις κυβερνήσεις που δρουν αντιλαϊκά προωθώντας τα μεγαλοεπιχειρηματικά συμφέροντα, ούτε μόνο τα φερέφωνά τους στα μέσα ενημέρωσης, που ’χουν άλλωστε για εργοδότες τους ίδιους κύκλους συμφερόντων. Μεγάλο μερίδιο ευθύνης φέρει το ίδιο το κοινωνικό σύνολο που, εγωκεντρικό κι αδιάφορο, ασχολείται μόνο με την ευκολία και την ιδιώτευσή του, παραβλέποντας ότι η τακτική του «διαίρει και “δημοκράτευε”» σε λίγο θα επισκεφτεί και τη δική του πόρτα. Μόνο που τότε θα τεθεί και το ίδιο αντιμέτωπο με την αδιαφορία και την «οργή» των υπολοίπων.

 

Γιάννης Στρούμπας

Τρόϊκα: Θα ξεπουλήσουν και τα βράχια μας

Θα ξεπουλήσουν και τα βράχια

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου, ηλεκτρονικού και μη, συζητά το αν θα επιβληθεί νέο μνημόνιο ή όχι. Ο λόγος που όλοι έχουν επικεντρωθεί στο μνημόνιο είναι γιατί δεν θέλουν να συζητήσουν τις εξελίξεις που συμβαίνουν σε επίπεδο ευρωζώνης και Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτές τις ημέρες. Ο κόσμος δεν πρέπει να ξέρει σε τι βάζει την υπογραφή της η κυβέρνηση. Σε τι καθεστώς καταδικάζουν την Ελλάδα και τον λαό της ο κ. Παπανδρέου και η κυβέρνησή του προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις δικές του προσωπικές φιλοδοξίες και τα κοράκια της πολιτικής και της οικονομίας που έχει μαζέψει γύρω του.

Άλλωστε τι είπε στην εκλεκτή ομήγυρη από κερδοσκόπους επενδυτές, τραπεζίτες, γραφειοκράτες και ό,τι άλλο διαθέτει ο υπόκοσμος της διεθνούς αγοράς στο New York Economist Club (22.9): «Εν ολίγοις μετατρέψαμε την κρίση σε ευκαιρία, προκειμένου να προωθήσουμε τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, που οι προηγούμενες κυβερνήσεις ανέβαλλαν επί σειρά ετών, φοβούμενες το ενδεχόμενο πολιτικό κόστος». Τι σημαίνει αυτό; Ότι για τον πρωθυπουργό και το κόμμα του η κρίση της χώρας δεν ήταν παρά μια ευκαιρία να ξεγελάσει τον κόσμο και να επιβάλει πολιτικές που καθυστερούσαν λόγω κοινωνικής αντίδρασης.

Με άλλα λόγια, ο κ. πρωθυπουργός επαναλαμβάνει ακόμη μια φορά ότι δεν του καίγεται καρφί για την κρίση της χώρας, απλώς είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για να κάνει αυτά που δεν μπόρεσε να κάνει ο κ. Καραμανλής, παλιότερα ο κ. Σημίτης και ακόμη παλιότερα ο κ. Μητσοτάκης λόγω της κοινωνικής και πολιτικής απαξίωσης των κυβερνήσεών τους.

Να συνεχίσει δηλαδή την ίδια καταστροφική πορεία έως ότου ξεπουληθεί μέχρι κι ο τελευταίος βράχος αυτού του έρημου τόπου στους αετονύχηδες από το Κατάρ, το Άμπου Ντάμπι, τα Αραβικά Εμιράτα και όπου αλλού βρεθούν βρόμικες και ύποπτες διασυνδέσεις με διεθνή επενδυτικά κεφάλαια. Έως ότου μετατραπεί η χώρα, ή ό,τι θα έχει μείνει από τη χώρα, σε απόπατο της διεθνούς αγοράς.

Άλλωστε ο κ. Παπανδρέου είναι περαστικός από αυτήν τη χώρα. Του ανατέθηκε να φέρει εις πέρας μια συγκεκριμένη αποστολή και ήδη προετοιμάζει την έξοδό του. Αυτός είναι κι ο βασικός λόγος της πολυήμερης περιοδείας του στις ΗΠΑ. Να ενισχύσει το δικό του προσωπικό προφίλ ως διεθνούς προσωπικότητας που διεκδικεί θέση στο σύστημα της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», που υποστηρίζει τόσο σθεναρά. Με έξοδα του Έλληνα φορολογούμενου ο κ. Παπανδρέου και η κουστωδία του εξάντλησαν κάθε περιθώριο λομπισμού για να πείσουν τα κέντρα αποφάσεων στις ΗΠΑ ότι είναι ικανός και διαθέσιμος για μια κορυφαία θέση στον ΟΗΕ, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ ή την Ε.Ε.

Οι διεθνείς διπλωματικοί κύκλοι έχουν να λένε για τον ξετσίπωτο τρόπο που ο κύκλος του κ. Παπανδρέου, αλλά και ο ίδιος, προσπάθησε να πείσει ότι είναι η καλύτερη επιλογή που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν οι ΗΠΑ για τη θέση του γ.γ. του ΟΗΕ ή για κάποια άλλη αντίστοιχη. Στις συναντήσεις που είχαν με επιτελικά στελέχη της κυβέρνησης, αλλά και κέντρων που παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση της διεθνούς πολιτικής των ΗΠΑ, εκθείαζαν την «εξαίρετη δουλειά» του κ. Παπανδρέου στην Ελλάδα, αλλά και στη Σοσιαλιστική Διεθνή, που με την προεδρία του πέρασε στον απόλυτο έλεγχο της αμερικανικής πολιτικής.

 

«Business friendly»

 

Στο περιθώριο αυτής της δραστηριότητάς του ο κ. Παπανδρέου λειτούργησε ως μεσίτης και πλασιέ της χώρας που είναι πρωθυπουργός. «Η αξία της Ελλάδας δεν έχει προσμετρηθεί δεόντως, αλλά έχει υποτιμηθεί. Για τον λόγο αυτόν θεωρώ ότι η επένδυση στην Ελλάδα αποτελεί μεγάλη ευκαιρία» είπε σε συνέντευξή του στον πρόεδρο του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης (21.9).

Με άλλα λόγια, κάλεσε τους διεθνείς επενδυτές να επωφεληθούν από την πολιτική υποτίμησης που ακολουθούν η τρόικα και ο ίδιος. Φτηνά μεροκάματα, φτηνές δουλειές, φτηνά έργα, φτηνή δημόσια περιουσία, φτηνά τα πάντα, πάρε κόσμε! Αυτό ήταν το μήνυμα του πρωθυπουργού. Και γιατί επέλεξε να το εκπέμψει από το βήμα του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης; Για τρεις βασικούς λόγους:

Πρώτον: Για να δείξει ότι τόσο από την τωρινή του θέση όσο και αύριο, από την όποια θέση του αναθέσουν στο σύστημα της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», είναι και θα παραμείνει business friendly, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ένας από τους ακολούθους του σε στελέχη των αμερικανικών τραπεζών. Δηλαδή φιλικός με τις επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και έχουν κάθε λόγο να τον στηρίξουν και να τον προωθήσουν.

Δεύτερον: Επειδή απευθύνεται όχι σε σοβαρούς επενδυτές της διεθνούς αγοράς που σκέφτονται μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην παραγωγή, αλλά σε επενδυτές – λαμόγια που έχουν κύριο στόχο το βραχυπρόθεσμο κέρδος μέσα από το χρηματιστήριο. Πρόκειται για επενδυτικά κεφάλαια που δεν επενδύουν με σκοπό την ανάπτυξη μιας αγοράς, αλλά κερδοσκοπούν με ιδιωτικοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων κρατών, με έτοιμες στημένες επιχειρήσεις, με ακίνητα και γη.

Στόχος τους είναι να προσθέσουν πολύ γρήγορα στη χρηματιστική αξία της όλης επένδυσης έτσι ώστε να μπορέσουν να κερδίσουν από τη μεταπώλησή της αφήνοντας πίσω ερείπια. Τέτοιο επενδυτικό κεφάλαιο είναι και του Κατάρ, το οποίο, εκτός όλων των άλλων, αποτελεί καταφύγιο και για το διεθνές πολιτικό χρήμα. Όπως άλλωστε και τα άλλα αραβικά επενδυτικά κεφάλαια. Γι’ αυτό και οι δικοί μας πολιτικοί, ιδίως της σημερινής κυβέρνησης, έλκονται τόσο πολύ από τη χερσόνησο της Αραβίας.

Τρίτον: Για να πείσει τις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, ειδικά τις επενδυτικές, όπως την Goldman Sachs, τη Morgan Stanley κ.ά., ότι παραμένουν κυρίαρχες στη διαμεσολάβηση του ελληνικού δημόσιου χρέους και της επαπειλούμενης αναδιάρθρωσής του σύμφωνα με τις απαιτήσεις των πιο κερδοσκοπικών κεφαλαίων διεθνώς. Κεφάλαια που συνιστούν μερικούς από τους βασικούς και πιο προσοδοφόρους πελάτες αυτών των αμερικανικών επενδυτικών τραπεζών.

Οικονομική διακυβέρνηση

Πριν μεταβεί ο κ. Παπανδρέου στις ΗΠΑ για να «κυνηγήσει το όνειρό του», πέρασε από τις Βρυξέλλες για να παρακολουθήσει την άτυπη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (16.9) προκειμένου να δώσει λευκή επιταγή στην Κομισιόν και στην ΕΚΤ για να μετατρέψουν την ευρωζώνη, αλλά και ευρύτερα την Ε.Ε., σε γκέτο, σε γερμανογαλλικό Νταχάου, έτσι ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση του ευρώ. Να οικοδομηθεί δηλαδή αυτό που χαριτωμένα ονομάζεται «ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση».

Ποιο είναι το βασικό νόημα αυτής της «ευρωπαϊκής διακυβέρνησης»; Μας το ξεκαθάρισε ο Μπαρόζο: «Μέχρι τώρα, η αγορά μας ήταν αλληλεξαρτώμενη, αλλά η επίβλεψη ήταν καθαρά εθνική. Από το 2011 και μετά η Ευρώπη θα είναι η πρώτη περιοχή στον κόσμο που θα έχει εγκαταστήσει έναν εκπληκτικό μηχανισμό εποπτείας σύμφωνο με τις προκλήσεις του μέλλοντος» (23.9, Council on Foreign Relations).

Τι προβλέπει αυτός ο «εκπληκτικός μηχανισμός εποπτείας»; Καταργεί το δικαίωμα της αυτοτελούς σύνταξης του προϋπολογισμού σε κάθε κράτος – μέλος. Για να συνταχθεί ο προϋπολογισμός μιας κυβέρνησης και να προωθηθεί στο εθνικό Κοινοβούλιο, θα πρέπει πρώτα να περάσει ένα εξάμηνο συνεννοήσεων και προσαρμογών στις υποδείξεις και εντολές των οργάνων της Ένωσης.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Σημαίνει ότι για το τι μισθό ή σύνταξη θα πάρει ο Έλληνας πολίτης, τι έργα είναι σκόπιμο να γίνουν στην ελληνική περιφέρεια, τι δαπάνες πρέπει να καλύψουν τις κοινωνικές ανάγκες Υγείας, Παιδείας, τι φόροι και ποιους θα βαρύνουν κ.ο.κ., θα αποφασίζουν κάποιοι γραφειοκράτες στις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη με την πολύ γνωστή κοινωνική ευαισθησία που τους διακρίνει.

Τι θα γίνει όμως αν ένα κράτος δεν συμμορφωθεί με τις άνωθεν εντολές; Τι θα γίνει αν ένα εθνικό Κοινοβούλιο απορρίψει τον εγκεκριμένο άνωθεν προϋπολογισμό και απαιτήσει νέο προϋπολογισμό με βάση τις εθνικές ανάγκες; Τότε αρχίζουν οι κυρώσεις. Στις 23.9 ο αρμόδιος επίτροπος Όλι Ρεν παρουσίασε τις τελευταίες προτάσεις του για τις κυρώσεις, που περιλαμβάνουν ένα πρόστιμο ίσο με το 0,2% του ΑΕΠ, με τη μορφή της άμεσης καταβολής, που υποτίθεται ότι θα επιστραφεί άμα το κράτος συμμορφωθεί.

Μόνο η άρνηση ενός κράτους – κυβέρνησης ή εθνικού Κοινοβουλίου, τους είναι αδιάφορο – να υπακούσει στις υποδείξεις των οργάνων της Ένωσης μπορεί να επισύρει πρόστιμο ίσο με το 0,1% του ΑΕΠ, που πρέπει να καταβληθεί αμέσως.

Φυσικά οι κυρώσεις δεν σταματούν στα πρόστιμα. Θα υπάρχει και μια σειρά θεσμικών κυρώσεων, που αφορούν τη θέση του κράτους στην Ένωση, τις χρηματοδοτήσεις προς αυτό κ.λπ., οι οποίες συζητιούνται και αποφασίζονται πίσω από κλειστές πόρτες. Όλες οι κυρώσεις αυτές, πρόστιμα και θεσμικού χαρακτήρα, θα είναι αυτόματες, δηλαδή χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους («Financial Times Deutschland», 24.9).

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πρακτικά ότι καταργείται κάθε έννοια εσωτερικής έννομης τάξης για το κράτος – μέλος της Ένωσης. Οι λαοί τίθενται επισήμως υπό κηδεμονία από μια υπερκρατική, υπερεθνική εξουσία, που δεν έχει καμιά βάση νομιμοποίησης, αλλά και δεν λογοδοτεί πουθενά και σε κανέναν.

 

Ο… Ευρωπαίος Γκέμπελς

 

Από 1.1.2011, όταν επισήμως αναμένεται να ισχύσει το νέο καθεστώς, είτε εκλέγονται κυβερνήσεις και Κοινοβούλια είτε διορίζονται απευθείας από τα όργανα της Ένωσης, θα είναι το ίδιο και το αυτό. Δεν θα έχει καμιά διαφορά επί της ουσίας. Κι αν νομίζατε ότι ήταν πολύ δύσκολο μέχρι σήμερα να στείλετε με την ψήφο σας ή με την αντίδρασή σας κάποιο μήνυμα στην εξουσία, τώρα γίνεται αδύνατο.

Κι όλα αυτά προς τι; Μα για να προστατευθούν το ευρώ και οι τράπεζες. Από 1.1.2011 και στο διηνεκές, όποια χώρα τολμήσει να παραβεί τις άνωθεν υποδείξεις ή βρεθεί με υπερβολικό έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό, στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών, στο ύψος του δημόσιου χρέους, κ.λπ., θα αντιμετωπίζει ένα μπαράζ εξοντωτικών κυρώσεων προκειμένου, υποτίθεται, να ξαναμπεί στον ίσιο δρόμο.

Η όλη φιλοσοφία αυτής της «οικονομικής διακυβέρνησης» μας γυρίζει άμεσα και πρακτικά πίσω στον μεσαίωνα. Όχι μόνο οι κρίσεις αποδίδονται ως αμαρτήματα, ως παραστρατήματα από τον ίσιο δρόμο, από την ορθή πίστη, σύμφωνα με τον φονταμενταλισμό των κυρίαρχων κύκλων της Ένωσης – κατά το πρότυπο του καθολικισμού και του παπισμού στον μεσαίωνα –, αλλά ποινικοποιούνται επιλογές και πράξεις ολόκληρων κρατών και λαών, χωρίς καν το δικαίωμα της προσφυγής.

Η εξέλιξη αυτή είναι τόσο απόκοσμη και τρομακτική ώστε σπρώχνει τον παλιό οικονομικό φιλελευθερισμό σε μια νέου τύπου ολοκληρωτική λογική, που παλιά χαρακτήριζε μόνο τον φασισμό.

Η λογική που θέλει να διορθώσει τις ατέλειες ή τα λάθη της αγοράς με κανόνες και κυρώσεις, αποτελεί μια ιδιότυπη νέα εκδοχή του παλιού οικονομικού δόγματος του χιτλερισμού για την «ένωση της Ευρώπης». Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Γκέμπελς το 1940 είχε πει ότι μια Ευρώπη μπορεί να ενωθεί μόνο όταν η κυρίαρχη δύναμη θα καθορίζει τη στρατιωτική, οικονομική, νομισματική και εξωτερική πολιτική:

«Σ’ αυτούς τους τέσσερις τομείς η κυρίαρχη δύναμη πρέπει να φέρει το βάρος της κύριας ευθύνης για ολόκληρη την Ευρώπη. Τα μικρότερα κράτη πρέπει να τεθούν υπό την κηδεμονία των ηγετικών δυνάμεων, ειδικότερα σ’ αυτές τις τέσσερεις σφαίρες της πολιτικής ζωής, τόσο για το καλό το δικό τους, όσο και για το καλό της Ευρώπης ως σύνολο» («World Survey», November, 1941, σελ. 18-19).

Σήμερα συμβαίνει αυτό ακριβώς που απέτυχε να επιβάλει η χιτλερική Γερμανία. Με μια μόνο διαφορά. Αυτήν τη φορά επιχειρείται να οικοδομηθεί στο επίπεδο ολόκληρης της Ευρώπης, όχι με τις ορδές της Βέρμαχτ και των Ες-Ες, αλλά με την επέλαση των γραφειοκρατών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΚΤ. Οι μεγάλες τράπεζες και οι αγορές είναι σήμερα η «κυρίαρχη δύναμη», για την οποία μιλούσε παλιά ο Γκέμπελς.

 

Μνημόνιο επ’ άπειρον

 

Αν ισχύσει αυτό το καθεστώς από 1.1.2011, τότε τι ανάγκη έχει η τρόικα το μνημόνιο για την Ελλάδα; Τι θα εμποδίσει την επιβολή της πολιτικής του μνημονίου εσαεί, για πάντα, στο διηνεκές, δίχως καμία επίσημη λήξη, από τη στιγμή που η χώρα θα υποταχθεί στο νέο καθεστώς επιτήρησης και κηδεμονίας;

Τίποτε απολύτως. Γι’ αυτό και το έχουμε ξαναπεί: μην εκπλαγείτε αν δείτε τον κ. Παπανδρέου, την κυβέρνησή του, αλλά και την τρόικα να αποκηρύσσουν το μνημόνιο. Άλλωστε η ίδια η ύπαρξη του μνημονίου ήταν εξαρχής ένα προσωρινό, μεταβατικό μέτρο, μέχρις ότου η Ε.Ε. και τα όργανά της βρουν τον τρόπο και τον μηχανισμό για τη μόνιμη διαχείριση τέτοιων κρίσεων. Ο μηχανισμός αυτός ήδη τίθεται σε κίνηση και είναι πολύ πιθανό σύντομα να κάνει την επιβολή του μνημονίου περιττή.

Αυτό θα τους απαλλάξει κι από ένα σοβαρό βάσανο. Το μνημόνιο ήταν και παραμένει μια εντελώς αυθαίρετη κατάργηση της εσωτερικής έννομης τάξης της χώρας, όπως αυτή προκύπτει από το Σύνταγμά της και τους νόμους της. Αυτό δίνει τη δυνατότητα να προσβληθεί η νομιμότητά του σε όλα τα επίπεδα. Όμως η μετάβαση στο νέο καθεστώς εποπτείας, ελέγχου και κηδεμονίας που προωθείται, ανάγει το όλο ζήτημα στη σχέση της χώρας μας με την ευρωζώνη και την Ε.Ε., υπέρ της οποίας συνταγματικά έχουμε εκχωρήσει εθνική κυριαρχία. Κι έτσι μια αυθαίρετη, αντισυνταγματική και παράνομη συμφωνία μνημονίου μετατρέπεται σε υποχρεωτικό καθεστώς για τη χώρα μέσα από την ευρωζώνη και την Ε.Ε.

Γι’ αυτό και οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης επιμένουν να επεκτείνουν το καθεστώς αυτό και έξω από τα όρια της ευρωζώνης. Να αγκαλιάσει δηλαδή το σύνολο των χωρών της Ε.Ε. Γιατί; Μα για να μπορούν με ελεγχόμενο τρόπο να πτωχεύουν μια χώρα, να τη θέτουν υπό αυστηρή επιτήρηση και κηδεμονία εκτός ευρώ, αλλά εντός Ε.Ε., και με τη βοήθεια του ΔΝΤ να την υποτιμούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργηθεί μια νέα ισορροπία με το κοινό νόμισμα για να μπορεί να επανέλθει στην ευρωζώνη.

Αυτόν τον μηχανισμό αναλύει ο Ζαν Πισανί-Φερί, πρώην σύμβουλος του Μιτεράν και επικεφαλής ενός από τα πιο κοντινά στην Κομισιόν ιδρύματα, το Bruegel, τον οποίο ονομάζει «ευρωπαϊκό μηχανισμό αναδιάρθρωσης χρέους» (Esharp, July-August, 2010), πράγμα που επιβεβαιώνει και η «Wall Street Journal» (24.9) σε ένα εκτενές ρεπορτάζ για το παρασκήνιο της δημιουργίας των «μηχανισμών στήριξης» στην ευρωζώνη.

Με τη σειρά του ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ και σύμβουλος του προέδρου των ΗΠΑ Σάιμον Τζόνσον προτείνει αναδιάρθρωση του χρέους με ευρωομόλογα τύπου Brady (Project Syndicate, 15.9). Σαν εκείνα δηλαδή που χρησιμοποιήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 για να αναδιαρθρώσουν το χρέος της Λατινικής Αμερικής και οδήγησαν ύστερα από μια κόλαση ολόκληρης δεκαετίας στις χρεοκοπίες της Αργεντινής και άλλων κρατών της περιοχής.

 

 

* Ο Δημήτρη Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 30-09-10), http://www.topontiki.gr/article/10076

 

Άγνοια ή σκόπιμες ανακρίβειες με παπικούς;

Άγνοια ή σκόπιμες ανακρίβειες

των Περγάμου, Ιωαννουπόλεως και Μεσσηνίας;

 

«Έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν» και εν Βιέννη

 

Του Παναγιώτη Σημάτη

 

 

Τα κείμενα της ΜΘΕ  

δεν έρχονται ποτέ στην Ιεραρχία

 για συζήτηση και έγκριση

(Σεβ/τος Ναυπάκτου Ιερόθεος)

 

Οι συνεντεύξεις και δηλώσεις των συγχρόνων Επισκόπων-μελών της ΜΘΕ του Διαλόγου στην Βιέννη, ασφαλώς και θα ήσαν αδιανόητες τις εποχές των Αγίων Πατέρων, που αγωνίστηκαν και πολλοί μαρτύρησαν για την ακρίβεια της Πίστεως.

Αλλά και πριν από πενήντα χρόνια, αν εγίνοντο τέτοιου είδους δηλώσεις από Ορθόδοξους Αρχιερείς, οι τελευταίοι δεν θα ήξεραν πού να κρυφτούν. Γι’ αυτό, όταν ο Πατριάρχης Αθηναγόρας διετύπωνε τις αθεολόγητες θέσεις του, οι άλλοι Αρχιερείς (μη αντιλαμβανόμενοι που οδηγεί η παναίρεση του Οικουμενισμού) προσπαθούσαν να καθησυχάζουν τους διαμαρτυρόμενους πιστούς για τα «άρρητα ρήματα» του Πατριάρχη και τον δικαιολογούσαν ισχυριζόμενοι ότι αυτό είναι κάτι μεμονωμένο. Όσα λέγει ο Πατριάρχης τα λέγει εξ ανάγκης, μιας και το Φανάρι είναι εμπερίστατο! Βέβαια, υπήρχαν και τότε κάποιοι που διαφωνούσαν και δεν δέχονταν αυτού του είδους τις δικαιολογίες, αλλά δεν τους άκουγε κανείς.

Να λοιπόν, που αυτές οι δηλώσεις, οι οποίες τότε «ελέγοντο εις τα ώτα, τώρα κηρύττονται επί των δωμάτων» (Ματθ. 10, 27), επαληθεύοντας δραματικά τις αρνητικές συνέπειες της ανυπακοής στις αποστολικές διδαχές, όπως αυτή του Αποστόλου Παύλου (που οι σύγχρονοι Επίσκοποι την πέταξαν κυριολεκτικά στον κάλαθο των αχρήστων): «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού».

Α. Δυο-τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα κακόδοξων δηλώσεων στην Βιέννη:

Ο παπικός «Αρχιεπίσκοπος» Kurt Koch «δήλωσε ότι ο κοινός διάλογος πρέπει να συνεχιστεί "εντατικά" ώστε να "βλέπουμε ο ένας τον άλλον πλήρως ως αδελφές εκκλησίες και «να μπορούμε να βρούμε μία νέα [κοινή] πορεία σήμερα"». Και ο Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης, αποδέχτηκε τις θέσεις του Koch και έσπευσε να δηλώσει: «Είμαι σε πλήρη συμφωνία με τα όσα είπε ο Αρχιεπίσκοπος Koch»!

Κανένας λόγος για επιστροφή των αιρετικών στη Μία Εκκλησία, αφού η Εκκλησία τώρα είναι «μία αλλά διηρημένη»!

Και υπενθυμίζοντάς μας ότι αυτός είναι ο δάσκαλος του Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, ως  προς την κακοδοξία περί «διηρημένης Εκκλησίας» συμπλήρωσε ο Περγάμου: «υπάρχει μια καθολική χριστιανική εκκλησία σε ένα επίπεδο υψηλότερο από εκείνο των εθνικών τους εκκλησιών και ο επίσκοπος της Ρώμης είναι η παραδοσιακή της κεφαλή»!

Τέλος ― καπηλευόμενος το «δοτό» αξίωμα του Επισκόπου χωρίς ποίμνιο, που κατέχει, και παρουσιαζόμενος ως εκπρόσωπος των πιστών των διαφόρων Εκκλησιών, χωρίς να τους ρωτήσει― είπε ανακριβώς: «Σε γενικές γραμμές οι βασικές ιδέες της Ραβέννας είναι αποδεκτές από όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες»!  (www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=5913:-qq&catid=13 ).

Β. Αλλά δεν είναι μόνο ο κ. Ζηζιούλας που εξέφρασε τέτοιου είδους δηλώσεις. Είναι και ο πατριάρχης Σερβίας, οι Μητροπολίτες Μεσσηνίας και Ιωαννουπόλεως Σεραφείμ, κ.ά. Ο τελευταίος σε συνέντευξή του στην Βιέννη (που δημοσίευσε το Amen), διατυπώνει προσωπικές απόψεις ανιστόρητες και εκδοχές αστήριχτες περί του θεολογικού Διαλόγου. Ταύτισε π.χ. βλασφήμως, την παρουσία του Κυρίου Ιησού Χριστού στη συναγωγή, όπου και κήρυξε την αλήθεια (με αποτέλεσμα οι Ιουδαίοι να εξοργιστούν και να τον μεταφέρουν στον γκρεμό για να τον γκρεμίσουν), με την παρουσία των «Ορθόδοξων» Επισκόπων, που φωτογραφίζονται συμπροσευχόμενοι και συμποσιαζόμενοι περιχαρείς μετά των αιρετικών στους Διαλόγους, και όπου στους Διαλόγους αυτούς υποχωρούν εις τα της πίστεως. Γράφει ο κ. Σεραφείμ: «Όταν ο Ιησούς Χριστός βρέθηκε στη συναγωγή δεν ταυτίσθηκε μαζί της, πήγε να την εκκλησιοποιήσει».

Σε άλλο σημείο μας «μαθαίνει» ότι «προχωρούμε στο διάλογο αυτό για να αναδειχθεί ακριβώς η ακραιφνής διδασκαλία της αρχέγονης αποστολικής Εκκλησίας»! Μας εμπαίζετε Σεβασμιώτατε; Δυστυχώς, σκοπός σας δεν είναι να αναδείξετε «την ακραιφνή διδασκαλία», αλλά να κάνετε «προσαρμογές». Ο Περγάμου, κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, τουλάχιστον ήταν πιο ειλικρινής από σας. Είπε: «Η ενότητα θα απαιτήσει αλλαγές και από τις δύο πλευρές, τόνισαν οι επικεφαλής. “Εγώ δεν θα ήθελα να τις ονομάσω ανασχηματισμούς – κάτι που είναι πολύ δυνατό – αλλά μια προσαρμογή και από τις δύο πλευρές", δήλωσε» ο Περγάμου Ιωάννης.

(http://thriskeftika.blogspot.com/2010/09/2012.html).

Εκεί δηλαδή, που οι Άγιοι διδάσκουν και απαιτούν για την επιστροφή των αιρετικών μετάνοια, και αποδοχή ακεραίας της Πίστεως, ο κ. Σεραφείμ  και οι όμοιοί του, μιλούν για εξίσωση της αίρεσης με την αλήθεια, κηρύττουν τον συμβιβασμό. Πριν την μετάνοια και επιστροφή στην Μία Εκκλησία των Παπικών, ονομάζουν την αίρεσή τους Εκκλησία, ακολουθώντας τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον Περγάμου.

Δεν θα επιμείνω σε άλλα μαργαριτάρια της συνέντευξης, αλλά σε μια συγκεκριμένη απάντηση στην ερώτηση του δημοσιογράφου:

«Ν. Π.: Τα αποτελέσματα αυτά [της Συνεδριάσεως της ΜΘΕ της Βιέννης] θα τεθούν υπόψιν των Τοπικών Συνόδων;». Η απάντησή του κ. Σεραφείμ ήταν η εξής:

«Μητρ. Ιωαννουπόλεως: Μετά την ολοκλήρωση μιας συνεδρίας ενημερώνονται αμέσως γραπτώς διά των εκπροσώπων τους οι Προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών και στην συνέχεια οι ολομέλειες των Ιερών Συνόδων των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών που εκπροσωπούμε. Γίνεται συζήτηση επί των εκθέσεων κι οι Προκαθήμενοι και Πρόεδροι των Συνόδων μας προτείνουν διά τα περαιτέρω, δηλαδή διά τα επόμενα βήματα των Ορθοδόξων»

 (http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=3494). 

Επειδή οι ανακρίβειες (ακόμα χειρότερα αν είναι ηθελημένες, δηλαδή ψεύδη) δεν πρέπει να μένουν αναπάντητες, είναι ανάγκη να παρουσιάσουμε κάποια από τα πολλά στοιχεία που υπάρχουν και διαψεύδουν τον Σεβ/το Ιωαννουπόλεως. Είναι μαρτυρίες που προέρχονται από τον Αρχιεπίσκοπο Θυατείρων και Μ. Βρετανίας (και κατόπιν Πισσιδίας) Μεθόδιο, τους καθηγητές π. Ιωάννη Ρωμανίδη και Ιωάννη Καρμίρη, τον εκ Κύπρου δρ. θεολογίας κ. Ανδρέα Παπαβασιλείου και από τέσσερις Επισκόπους των Εκκλησιών Ελλάδος και Σερβίας. Απ’ αυτά θα παραθέσουμε κείμενα των δύο τελευταίων, αλλά και του Μητροπολίτη … Μεσσηνίας, που με χθεσινή συνέντευξή του, διαψεύδει τον Ιωαννουπόλεως!

Ι. Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, ερωτηθείς από το Amen (29/9/2010) αν θα ενημερώσει «τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο και τη Σύνοδο της Ιεραρχίας» απαντά ότι θα ενημερώσει «καθηκόντως» μόνο «την αρμόδια Επιτροπή Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών», αφού αυτό φαίνεται πως συνηθίζεται μέχρι τώρα. Δεν αρνείται, βέβαια, να ενημερώσει και την Ιεραρχία: «Εάν η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ή η Ιεραρχία επιθυμεί  ανάλογη ενημέρωση είμαι στη διάθεσή τους».

Ποιο είναι το συμπέρασμα; Το ένα μέλος της ΜΘΕ (ο κ. Σεραφείμ), μας διαβεβαιώνει ότι γίνεται ενημέρωση της Δ. Ι. Συνόδου και της Ιεραρχίας και συζήτηση, το άλλο μέλος (ο κ. Χρυσόστομος) μας διαβεβαιώνει πως δεν γίνεται ενημέρωση!  Και ενώ με τέτοιες κραυγαλέες αντιφάσεις παραπλανούν τους πιστούς, κατόπιν δεν διστάζουν να ζητούν από το λαό να τους εμπιστεύεται! Αυτό κάνει στην ίδια, χθεσινή συνέντευξη ο Μεσσηνίας. Λέγει: «Γι’  αυτό θα ήθελα να πω στον Λαό του Θεού, να έχει εμπιστοσύνη στους Ποιμένες του και στην Εκκλησία … και να κλείσει τα αυτιά του σε κάθε αναρμόδια και ανεύθυνη “σειρήνα”!».

ΙΙ. Αλλά και ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος είπε πρόσφατα, πως από την εποχή του π. Ιωάννη Ρωμανίδη ισχύει η τακτική  να στέλνονται εκπρόσωποί μας στο εξωτερικό οι οποίοι κάνουν πράγματα τα οποία δεν γνωρίζει η Εκκλησία μας. Αλλά αυτό αποτελεί και την δική του προσωπική εμπειρία ως μέλους της Ιεράς Συνόδου. Είπε ο Σεβ/τος Ναυπάκτου: Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα κείμενα [των Διαλόγων], τα οποία έχουν υπογραφεί, ισχυρίζονται οι διαλεγόμενοι, ότι υπάρχουν εν αναφορά προς την Ι. Σύνοδο και στο τέλος θα εγκριθούν, αλλά δεν έρχονται ποτέ για έγκριση. Ούτε για συζήτηση. Δεν έγινε ποτέ συζήτηση στην ΙεραρχίαΚαι όχι μόνο αυτό: όταν βγήκε το κείμενο της Ραβέννας, άκουγα για την ύπαρξή του, αλλά δεν μου εστάλη κανένα κείμενο και επί μήνες έψαχνα να το βρω!

ΙΙΙ. Παρόμοια πληροφορία έχουμε και από Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Σερβίας, τον Ράσκας και Πριζρένης κ. Аρτέμιο: Η Συνεδρίαση, γράφει, «της Ολομέλειας της ΜΘΕ στη Ραβέννα (8-15/19/2007)» κατέληξε σε ένα κείμενο. Την «Έκθεση» περί του Κειμένου «που συνέγραψε ο συμμέτοχος των συμβάντων στη Ραβέννα, Σεβ/τος Επίσκοπος Μπάτσκας κύριος Ειρηναίος, λάβαμε το Φεβρουάριο του 2008». Μέχρι τότε κυκλοφορούσαν «διάφορες εικασίες, υποθέσεις … τι πραγματικά συνέβη στη Ραβέννα; Τι υπογραφόταν; Από ποιόν; Με συγκατάθεση και ευλογία τίνος; Στο όνομα των ιδίων των συμμετεχόντων ή στο όνομα όλων των Αρχιερέων και του πιστού λαού;».

Όταν τελικά λάβαμε «την υπ’ αρ. 131/66 από 5/2/2008 επιστολή της Δ. Ι. Συνόδου, … αναμέναμε να βρούμε στην ίδια τις… απαντήσεις. Αλλά δεν τις βρήκαμε. Έμεινε η ελπίδα ότι περί τούτου θα μάθουμε σε αυτή τη συνεδρίαση της Συνόδου της Ιεραρχίας, όμως, αυτό το θέμα δεν υπήρχε καν στην Ημερήσια διάταξη

Επίσης στην ίδια Επιστολή του προς την Ι. Σύνοδο ο κ. Αρτέμιος, γράφει: «Ο υποβάλλων την Έκθεση στην Δ. Ι. Σύνοδο, μιλάει περί “εικασιών των ΜΜΕ για κάποια υπογραφή του Κειμένου αυτού και για δήθεν εκχωρήσεις”, ισχυριζόμενος ότι αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά “χαζά ψέματα και ανοησίες”. Όμως, από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι …υπήρχαν και “υπογραφές και εκχωρήσεις”, και ότι αυτό δεν είναι “ψέματα και ανοησίες”, αλλά πικρή αλήθεια και δεδομένα».

Και καταλήγει o Μητροπολίτης Ράσκας: «Αναμένουμε από αυτή τη Σύνοδο …να πάρει θέση σχετικά με το θέμα αυτό, να απορρίψει το Κείμενο της Ραβέννας, και ό,τι σχετικό οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας μας έκαναν εκεί, και σε τι δεν είχαν την συγκατάθεση αυτής της Συνόδου της Ιεραρχίας» (http://www.eparhijaprizren.com/defaultG.asp?idvestep=3864).

Και δυστυχώς, καμιά απάντηση δεν δόθηκε τελικά από την Σύνοδο της Εκκλησίας της Σερβίας περί του Κειμένου της Ραβέννας!

Άλλη μια φορά διαπιστώνουμε την αλήθεια που εκφράζει το αρχαίο απόφθεγμα: «έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν». Με τη διαφορά, ότι οι Κλαζομένιοι καταμαύρισαν με καπνιά («κατησβόλωσαν») τους θρόνους των εφόρων της Σπάρτης και επιτιμήθηκαν αρμοδίως γι’ αυτό, ενώ οι σύγχρονοί τους Οικουμενιστές, καταμαυρίζουν τους Επισκοπικούς θρόνους των Αγίων Επισκόπων που διαδέχτηκαν και καταπατούν ηθικές και δογματικές αλήθειες της ορθόδοξης Εκκλησίας με την ίδια ελαφρότητα των Κλαζομενίων και, όσο κι αν διαμαρτύρονται οι πιστοί για τα καμώματά τους, αυτοί απτόητοι τα συνεχίζουν και ταυτόχρονα τους υβρίζουν, οι δε Ιερές Σύνοδοι τους καλύπτουν.

 

Σημάτης Παναγιώτης, 30-9-2010

Πώς θα είναι το «νέο» σχολείο;

Πώς θα είναι το «νέο» σχολείο;

 

Του Κώστα Θεριανού

 


 

Εδώ και ένα χρόνο, το υπουργείο παιδείας εξαγγέλλει αλλαγές στο περιεχόμενο του σχολείου χωρίς, όμως, να αναλύει συγκεκριμένα τις προθέσεις του. Τις τελευταίες εβδομάδες, αποσπάσματα από την ομιλία του πρωθυπουργού στην ΔΕΘ και δηλώσεις της υπουργού παιδείας σχετικά με τις αλλαγές που σχεδιάζονται για το λύκειο, παρά τον αφηρημένο χαρακτήρα τους, δίνουν αχνά το ολόγραμμα του «νέου» σχολείου που οραματίζονται. Βάζουμε την λέξη νέο σε εισαγωγικά, διότι δεν πρόκειται για νέο σχολείο. Πρόκειται για το ήδη παλιό, φθαρμένο και ξεπερασμένο βρετανικό  μοντέλο του σχολείου των δεξιοτήτων και της μετρήσιμης αποτελεσματικότητας.

Για το «νέο» αναλυτικό πρόγραμμα

 

Το ΥΠΔΒΜΘ δεν έχει προχωρήσει σε συγκεκριμένες εξαγγελίες για το ποιο θα είναι το αναλυτικό πρόγραμμα του «νέου» σχολείου. Το κείμενο ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ αναφέρει για το συγκεκριμένο θέμα ότι το νέο πρόγραμμα σπουδών θα είναι, ανάμεσα στα άλλα, «στοχοκεντρικό, ώστε να περιγράφεται με σαφήνεια η ανάπτυξη των βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων και από τις οποίες απορρέει η επιλογή περιεχομένων και διάρθρωσης της ύλης και οι μέθοδοι διδασκαλίας και αξιολόγησης».

Ο πρωθυπουργός στην ομιλία του στην ΔΕΘ τόνισε ανάμεσα σε άλλα ότι πρέπει «να απελευθερώσουμε και τον καθηγητή και τον μαθητή από την ανούσια απόκτηση πληροφορίας και να τον κάνουμε δημιουργό στην τάξη και στο πανεπιστήμιο […] Θα δώσουμε σταδιακά στον μαθητή μέσα από το σχολείο αλλά και τον φοιτητή την δυνατότητα να ακολουθεί τον δικό του ιδιαίτερο δρόμο προς την γνώση χωρίς βαριά αναλυτικά προγράμματα που κουράζουν, αλλά με στόχους μάθησης ανά έτος και βαθμίδα. Ο δάσκαλος, αλλά και ο γονιός θα ξέρουν τι πρέπει να ξέρει ο μαθητής στο τέλος της χρονιάς και όχι το αν βγήκε η διδακτέα ύλη».

Ο συνδυασμός των παραπάνω διαγράφει μια κατεύθυνση. Πριν όμως προχωρήσουμε δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε δύο σημεία:

·  Προφανώς ο πρωθυπουργός κάνει κριτική στο δικό του κόμμα και στην τελευταία κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αφού δικό της έργο είναι τα αναλυτικά προγράμματα που υπάρχουν σήμερα στο σχολείο. Τα οποία διαμορφώθηκαν ακριβώς με την λογική που εκθέτει ο πρωθυπουργός: όχι μεγάλη ύλη – κατάκτηση της γνώσης – όχι επιμονή στην πληροφορία. Η κριτική τους μάλλον συνιστά ομολογία της αποτυχίας τους.

·  Όμως, δεν είναι παράδοξο ένα κόμμα που επιδιώκει την αξιολόγηση στην εκπαίδευση να σπεύδει να αλλάξει αναλυτικά προγράμματα με εφαρμογή μόλις πέντε ετών; Τα αξιολόγησε συστηματικά και είδε ότι απέτυχαν;

·  Η μοναδική συστηματική έρευνα και αποτίμηση των νέων αναλυτικών προγραμμάτων και βιβλίων έγινε από το ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ σε έρευνα που διεξήγαγε στα σχολεία και παρουσιάστηκε την άνοιξη του 2008 στο 8ο Εκπαιδευτικό Συνέδριο της Ομοσπονδίας. Τα πορίσματα των μάχιμων εκπαιδευτικών για τα αναλυτικά προγράμματα και βιβλία δεν λήφθηκαν υπόψη και απαξιώθηκαν και από την σημερινή ηγεσία του υπουργείου όπως και από την προηγούμενη. Φαίνεται ότι η συγκροτημένη και σε μεγάλο δείγμα εκπαιδευτικών έρευνα της ΟΛΜΕ δεν συνάδει με το πνεύμα της ηλεκτρονικής διαβούλευσης.  

Η κατεύθυνση που διαγράφεται είναι αυτή των προγραμμάτων δεξιοτήτων. Δεν πρόκειται για νέα ιδέα. Πρόκειται για μια «παλιά», «δοκιμασμένη» και αποτυχημένη νεοφιλελεύθερη εκπαιδευτική συνταγή της δεκαετίας του ’70 που εφαρμόστηκε στην Αγγλία. Το κίνημα του «βιομηχανικού σχολείου» και της «επιστροφής στα βασικά» (όπως αποκλήθηκε τότε από τους επικριτές του) προσπάθησε να περιγράψει ποιες είναι οι δεξιότητες που πρέπει να έχουν οι μελλοντικοί εργαζόμενοι και να τις διδάξει στα σχολεία. Ο όρος «δεξιότητα» δεν έχει ξεκάθαρο περιεχόμενο. Τι σημαίνει δεξιότητα και πώς αυτή μπορεί να απομονωθεί και εκπαιδευθεί ξεχωριστά από την συνολική προσωπικότητα; Η «δεξιότητα» επίλυσης ενός απλού μαθηματικού προβλήματος είναι ξεχωριστή από την μαθηματική παιδεία, αλλά και την εμπειρία που κατέχει ο άνθρωπος που καλείται να επιλύσει το πρόβλημα; Η «δεξιότητα» γραφής, ανάγνωσης, κοινωνικής επαφής, πολιτικής συμμετοχής είναι απομονωμένα από το συνολικό πολιτισμικό και κοινωνικό κεφάλαιο του κάθε ανθρώπου; Μήπως η προσπάθεια απομόνωσης κάποιων «δεξιοτήτων» από τα «παλιά», «παραφορτωμένα» αναλυτικά προγράμματα οδηγήσει σε ένα σύνολο πληροφοριών που θα τις χρησιμοποιεί το άτομο ανά περίσταση, χωρίς να γνωρίζει το «πότε», το «γιατί» και το «πώς»; Με αποτέλεσμα να μην μπορεί τελικά να τις χρησιμοποιεί, κάτι που θα εντείνει ακόμη περισσότερο φαινόμενα λειτουργικού αναλφαβητισμού και ημιμάθειας.   

Η λογική των δεξιοτήτων, την δεκαετία του ’80, ήταν στην βάση των προγραμμάτων κατάρτισης στην Αγγλία. Η ικανότητα επικοινωνίας, το «πώς να μιλάς στο τηλέφωνο», να είσαι ψύχραιμος όταν δεν σε προσλαμβάνουν, κ.ά. ήταν το ρεπερτόριο των περιβόητων δεξιοτήτων κατάρτισης. Ουσιαστικά, η κατάρτιση ήταν η ημιμάθεια και η κατήχηση του εργαζόμενου στην ηθική και τη λογική της υποταγής στους εργοδότες.

Ακόμη και η πιο απλή ενέργεια απαιτεί δημιουργικότητα, γνώση και φαντασία. Δεν είναι θέμα δεξιοτήτων που μπορούν να διδαχθούν ξεχωριστά από την συνολική εκπαίδευση της προσωπικότητας και το κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου ζει ο άνθρωπος. Να το πούμε με ένα πιο «χτυπητό» παράδειγμα: μπορεί κάποιος να εκπαιδευθεί στην δεξιότητα της ιατρικής διάγνωσης αν δεν έχει σπουδάσει ανατομία, φυσιολογία και παθολογία;

 

Για την αξιολόγηση

 

Η εξαγγελία του πρωθυπουργού ότι «ο δάσκαλος, αλλά και ο γονιός θα ξέρουν τι πρέπει να ξέρει ο μαθητής στο τέλος της χρονιάς και όχι το αν βγήκε η διδακτέα ύλη» παραπέμπει ακριβώς στο σύστημα αξιολόγησης εκπαιδευτικών και μαθητών της Αγγλίας με τα Key stages. Οι μαθητές αλλά και οι εκπαιδευτικοί αξιολογούνται μέσω της επίδοσης των μαθητών σε σταθμισμένες εξετάσεις στις ηλικίες των 7, των 11, των 14, των 16 και των 18 ετών. Οι εξετάσεις πιστοποιούν ποιες δεξιότητες έχουν αποκτήσει και σε ποιο βαθμό. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως ορίζει τις δεξιότητες το Αναλυτικό Πρόγραμμα της Αγγλίας: «Μερικές δεξιότητες είναι ειδικές και αναφέρονται σε ορισμένα αντικείμενα (ζωγραφική και σχέδιο) αλλά άλλες είναι κοινές σε πολλά αντικείμενα (δεξιότητες έρευνας στην επιστήμη, την ιστορία και την γεωγραφία). Μερικές δεξιότητες είναι καθολικές, όπως οι δεξιότητες επικοινωνίας, βελτίωσης της προσωπικής μας μάθησης και δημιουργικής σκέψης». Μένει φυσικά ανοικτό το ερώτημα κατά πόσο μπορούν να εκπαιδευθούν ξεχωριστά οι δεξιότητες επικοινωνίας από το συνολικό κοινωνικό και μορφωτικό κεφάλαιο του μαθητή και την επαφή του π.χ. με τη λογοτεχνία ή πως μπορεί να εκπαιδευθεί η δεξιότητα έρευνας στην ιστορία σε ανθρώπους που αγνοούν την γενική ιστορία και κατά συνέπεια δεν μπορούν να αξιολογήσουν και να ταξινομήσουν σε ένα πλαίσιο τα ευρήματα της έρευνας τους.  

Μερικές δεκαετίες πριν, ο Αντόνιο Γκράμσι έγραφε στα Τετράδια της Φυλακής ότι δεν μπορεί να διαχωριστεί ο homo faber από τον homo sapiens, επειδή δεν υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα χωρίς σκέψη, γνώση και φαντασία. Η διαπίστωση του Γκράμσι που αποτελεί τον πυρήνα της πολυτεχνικής εκπαίδευσης μαζί με την πρόταση για μια άλλη κοινωνία είναι τα στοιχεία που μπορεί να προτάξει σήμερα η αριστερά, στο «νέο» σχολείο της αμάθειας.

 

1-10-2010

Η κίτρινη γάγγραινα στις παρυφές της Ευρώπης

Η ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΕΠΙΔΗΜΙΑ:

 

Η κίτρινη γάγγραινα στις παρυφές της Ευρώπης, η Cosco, η ασιατική ανάπτυξη, οι ύπουλες κινήσεις του Καρτέλ, τα διλήμματα της Ελλάδας, η αντίσταση των Πολιτών της, η άρνηση χρέους και η «Καλλικράτεια» λύση

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*

 


 

Κατ’ αρχήν επιθυμούμε να διευκρινίσουμε, έτσι ώστε να γίνει απόλυτα κατανοητή η θέση μας σε σχέση με όλα τα κείμενα μας ότι, αναφερόμενοι στην έκφραση «πατριωτισμός», δεν εννοούμε φυσικά την «ολοκληρωτική» εκείνη στάση, η οποία θέτει ένα έθνος υπεράνω της Ανθρωπότητας – πόσο μάλλον υπεράνω των βασικών αρχών της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης (όπως συνέβαινε, για παράδειγμα, στην κάποτε ναζιστική Γερμανία).

Μακριά από το «εθνικιστικό» αυτό «σύμπλεγμα», λέγοντας πατριωτισμός εννοούμε το φλογερό, μη φυλετικό, μη ρατσιστικό καλύτερα ενδιαφέρον που έχει κανείς για τη χώρα του, το οποίο έχει σχέση τόσο με την πνευματική, όσο και με την υλική ευημερία του έθνους του – σε καμία περίπτωση με την κυριαρχία του επάνω σε άλλα έθνη, κατά τα αρνητικά «πρότυπα» των ολοκληρωτικών «καθεστώτων» (φασισμός, απολυταρχικός καπιταλισμός κλπ). Αυτόν τον αυτονόητο «πατριωτισμό» θα επιθυμούσαμε να έχουν όλοι οι πολιτικοί μας, όταν «διαπραγματεύονται» το μέλλον των Πολιτών της χώρας τους.         

 Περαιτέρω, θεωρούμε σκόπιμο τον «εμπλουτισμό» της εισαγωγής μας με ένα χαρακτηριστικό κείμενο, μέρος ενός βιβλίου/ντοκουμέντου, το οποίο γράφτηκε πρόσφατα από τον R.Saviano – μεταξύ άλλων, αναφορικά με την «μυστική» εισβολή της Κίνας στην Ιταλία και από εκεί σε ολόκληρη την ΕΕ. Ουσιαστικά βέβαια δεν πρόκειται για μία απλή επεκτατική κίνηση της μεγάλης αυτής χώρας, αλλά για μία «επιδημική μόλυνση» τεραστίων διαστάσεων – ένα είδος «θανατηφόρου βιοχημικού ιού», με το οποίο «εμβολίασε» το Καρτέλ την ΕΕ. Πιθανολογούμε ότι, οι στόχοι του φονικού αυτού ιού, είναι

 (α)  η «παράλυση» των απασχολουμένων – δηλαδή, ο συνεχής περιορισμός των μισθών, γενικά των εισοδημάτων των μη προνομιούχων κοινωνικών τάξεων, χωρίς απεργιακές κινητοποιήσεις, συνδικαλιστικές διεκδικήσεις κλπ,

 (β)  η εξαθλίωση, η «κατάργηση» καλύτερα της μεσαίας τάξης, η οποία διατηρεί συνήθως την κοινωνική συνοχή (όπως συνέβη στις Ασιατικές τίγρεις, στη Βραζιλία κλπ)

 (γ)  η δημιουργία συνθηκών ανελέητου ανταγωνισμού χωρίς όρια – μεταξύ των εργαζομένων, αλλά και των επιχειρήσεων, οι οποίες παράγουν εμπορεύματα για τις πολυεθνικές (φασόν), καθώς επίσης

 (δ)  η δια της βίας επιβολή των δέκα εντολών του νεοφιλελευθερισμού, με τη βοήθεια των συνδίκων του διαβόλου.    

 

Η ΚΙΤΡΙΝΗ ΓΑΓΓΡΑΙΝΑ

 

Στο λιμάνι της Νάπολης δραστηριοποιείται η σημαντικότερη ναυτιλιακή εταιρεία της Κίνας, η COSCO, η οποία κατέχει τον τρίτο μεγαλύτερο στόλο στον κόσμο” γράφει ο R.Saviano. “Έχει αναλάβει τη διαχείριση του μεγαλυτέρου τερματικού σταθμού κοντέινερ, σε κοινοπραξία με την MSC – η οποία κατέχει το δεύτερο μεγαλύτερο στόλο στον κόσμο και εδρεύει στη Γενεύη” συνεχίζει ο Ιταλός. “Ελβετοί και Κινέζοι ενώθηκαν σε κοινοπραξία και αποφάσισαν να επενδύσουν στη Νάπολη το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων τους……Θα έπρεπε να διευρύνουμε υπερβολικά τη φαντασία μας, για να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε πως είναι δυνατόν το εύρος της κινεζικής παραγωγής να αποτίθεται στο κατώφλι του ναπολιτάνικου λιμανιού.

Τα προϊόντα έχουν πολλές υπηκοότητες – υβριδικές και νόθες. Τα μισά γεννιούνται στην κεντρική Κίνα, αργότερα ολοκληρώνονται σε κάποια σλαβική περιφέρεια, τελειοποιούνται στη βορειοανατολική Ιταλία και συσκευάζονται στα Τίρανα, για να καταλήξουν σε κάποια εμπορική αποθήκη της Ευρώπης……..Σήμερα στη Νάπολη εκφορτώνονται εμπορεύματα, τα οποία προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την Κίνα – 1.600.000 τόνοι είναι αυτά που καταγράφονται. Τουλάχιστον άλλο 1.000.000 τόνοι περνούν από το λιμάνι χωρίς να αφήσουν ίχνος. Σύμφωνα με την υπηρεσία τελωνείων, μόνο στο λιμάνι της Νάπολης το 60% ων εμπορευμάτων διαφεύγει τον έλεγχο του τελωνείου – το 20% των δελτίων αποστολής δεν ελέγχεται, ενώ διενεργούνται περίπου 50.000 παραποιήσεις εγγράφων.

Τα κοντέινερ, τα οποία πρέπει να εξαφανιστούν προτού ελεγχθούν, ευρίσκονται στις πρώτες σειρές. Κάθε κοντέινερ είναι κανονικά αριθμημένο – υπάρχουν όμως πολλά με την ίδια ακριβώς αρίθμηση. Έτσι, ένα ελεγμένο κοντέινερ «βαφτίζει» αυτόματα όλα τα ομώνυμα του, αυτά δηλαδή που έχουν το ίδιο νούμερο, σε παράνομα, τα οποία πρέπει να εξαφανιστούν…..Με αυτόν τον τρόπο, ένα μεγάλο μέρος των κινεζικών εμπορευμάτων κυκλοφορεί αφορολόγητο. Οι χονδρέμποροι τα αποκτούν, χωρίς να πληρώσουν δασμούς και εφορία…..Οι τιμές πρέπει να πέσουν, όλα πρέπει να κινηθούν γρήγορα, κρυφά. Οι τιμές πρέπει να «συρρικνωθούν», μέχρι να φτάσουν σε αυτές που ζητάει η αγορά. Αναπάντεχο οξυγόνο για τους Ιταλούς και Ευρωπαίους εμπόρους”.

Δηλητηριώδες μονοξείδιο για τους ντόπιους «Βιοτέχνες», συμπληρώνουμε εμείς, οι οποίοι είναι αδύνατον να ανταγωνιστούν τα «λαθραία» κινέζικα προϊόντα, χωρίς την προστασία των δασμών και των φόρων – τους οποίους καλούνται οι ίδιοι να πληρώσουν (για να παραμείνει υγιές το κράτος τους), τόσο για τον εαυτό τους, όσο και για τους Κινέζους λαθρέμπορους. Έτσι, συντελείται η αποβιομηχανοποίηση της Ευρώπης και η εξάρτηση της, τουλάχιστον σε πολλά καταναλωτικά είδη, από την Κίνα – μία ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της ΕΕ, έξυπνα τοποθετημένη από τις πολυεθνικές, τον κυρίαρχο του σύμπαντος.

Οι αυτονόητοι «συνειρμοί» μας, σε σχέση με την μακροπρόθεσμη ενοικίαση του λιμανιού του Πειραιά, καθώς επίσης με το που οδηγείται η Ευρώπη, θεωρούμε ότι είναι απόλυτα αιτιολογημένοι. Πόσο μάλλον όταν διαβάζουμε ένα επόμενο μέρος του βιβλίου, αναφορικά με τις νέες συνθήκες ανελέητου ανταγωνισμού, με τη χολέρα καλύτερα, με την οποία «μόλυναν» οι Κινέζοι την Ιταλία:     

Ο Σιάν (κινέζος στη Νάπολη) έπρεπε να λάβει μέρος σε έναν πλειστηριασμό – σε έναν διαγωνισμό δηλαδή για την ανάληψη της παραγωγής ενδυμάτων, για λογαριασμό (φασόν) μίας πολυεθνικής. Στην αίθουσα περίμεναν γύρω στα 20 άτομα, τα οποία εκπροσωπούσαν τις εταιρείες τους…..Κάποιος τράβηξε τρείς κάθετες γραμμές στον πίνακα που βρισκόταν στην αίθουσα του πλειστηριασμού. Άρχισε να γράφει όσα του υπαγόρευε η γυναίκα, η οποία διεύθυνε τη διαδικασία.

800 – ήταν ο αριθμός των ενδυμάτων που έπρεπε να παραχθούν. «40 Ευρώ το κομμάτι», πρότεινε ένας επιχειρηματίας. Η πρόταση που γράφτηκε ήταν 800-40-2 και εννοούσε 800 ενδύματα προς 40 € το ένα, έτοιμα μέσα σε δύο μήνες…..Τελικά έγινε αποδεκτή η τελευταία πρόταση ενός επιχειρηματία-φασονίστα, η οποία ήταν 800-20-25. Δηλαδή, 20 € το κομμάτι, έτοιμα μέσα σε 25 ημέρες.

Όταν το έμαθαν οι ιταλίδες εργάτριες του επιχειρηματία που κέρδισε το διαγωνισμό, ανέβηκαν για να πιούν ένα ποτήρι κρασί και να το γιορτάσουν. Στο εξής βέβαια τα ωράρια τους θα ήταν πολύ σκληρά: Από τις 6 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, με διάλειμμα μίας ώρας για φαγητό, χωρίς αμοιβή για τις υπερωρίες. Έτσι μόνο μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους κινέζους «συναδέλφους» τους……Βέβαια, οι πολυεθνικές πληρώνουν μόνο αφού ολοκληρωθεί η εργασία που αναθέτουν με διαγωνισμό – για την ακρίβεια, μόνο αφού εγκριθεί η εργασία. Οι μισθοί, το κόστος παραγωγής, ακόμη και η αποστολή των έτοιμων εμπορευμάτων, προκαταβάλλονται από τους παραγωγούς, οι οποίοι συνήθως δανείζονται από τους τοκογλύφους της τοπικής μαφίας”.     

 

Αυτό είναι λοιπόν ουσιαστικά το άνοιγμα των επαγγελμάτων και η απελευθέρωση των αγορών, όσον αφορά τους απασχολουμένους – επιχειρηματίες και απλούς εργαζομένους. Αυτή είναι η άναρχη παγκοσμιοποίηση, η οποία αργά ή γρήγορα θα εκβάλλει στον ολοκληρωτισμό – αφού αποκρατικοποιηθεί εντελώς η εξουσία και ξυπνήσει το φασιστικό θηρίο. Βέβαια, για να ολοκληρωθεί η εικόνα των καταστροφικών παρενεργειών, τις οποίες προκαλεί σκόπιμα ο κινεζικός ιός, η σύγχρονη πανώλη καλύτερα, είναι απαραίτητη η προσθήκη ενός τρίτου μέρους του βιβλίου:

Η οδός Μπακού στη Νάπολη είναι ένα ατελείωτο «πηγαινέλα» εμπόρων ναρκωτικών. Οι πελάτες έρχονται, πληρώνουν, παίρνουν και φεύγουν. Μερικές φορές σχηματίζονται ακόμη και ουρές αυτοκινήτων, πίσω από τους εμπόρους. Κυρίως τα Σαββατόβραδα. Και τότε μεταφέρονται από άλλες πιάτσες καινούργια βαποράκια στην περιοχή. …Κάθε φορά που συλλαμβάνονται βαποράκια, καλούνται άλλοι για να τους αντικαταστήσουν – τοξικομανείς ή συνήθεις χρήστες της περιοχής, οι οποίοι διατίθενται να εργασθούν σαν βαποράκια σε περίπτωση ανάγκης. Το εμπόριο πρέπει να συνεχίζεται χωρίς διακοπή”.

Οι γονείς των παιδιών αυτών, Ιταλοί και μετανάστες, «στοιβαγμένοι» από το πρωί ως τη νύχτα σε κάποιο σκοτεινό υπόγειο, παράγουν ανταγωνιστικά, φθηνά δηλαδή, τα προϊόντα για τις πολυεθνικές. Προφανώς δεν έχουν καθόλου χρόνο για να ασχοληθούν με τα παιδιά τους. Τι θα συμβεί άραγε με τα παιδιά των παιδιών τους, όταν τα ίδια θα αναγκασθούν κάποτε να δουλέψουν κάτω από ακόμη πιο «νεοφιλελεύθερες» συνθήκες άκρατου ανταγωνισμού, βιώνοντας μία ακόμη πιο εξαθλιωμένη ζωή;

Για να τα καταφέρουν, θα χρειαστούν σίγουρα τη βοήθεια των παραισθησιογόνων – όπως οι συμπολίτες τους στην Κίνα, στην Αφρική και όπου αλλού «λυμαίνονται» οι πολυεθνικές βδέλλες. Στην ουσία λοιπόν, εκτός των άλλων,  επιβεβαιώνεται μέσα από τη «δυναμική» του μονοπωλιακού καπιταλισμού η αρχή του Lavoisier, σύμφωνα με την οποία «Τίποτα δεν δημιουργείται, τίποτα δεν καταστρέφεται, αλλά τα πάντα μεταμορφώνονται». Η διαστρέβλωση της αλήθειας, την οποία μας «σερβίρουν» ορισμένοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι, κάποιοι «πιγκουίνοι» καλύτερα και κάποια «βατράχια», είναι επίσης μία μεταμόρφωση – καμία καταστροφή και καμία δημιουργία.

 

Η ΑΣΙΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

 

Με βάση τα παραπάνω, αλλά και πολλά άλλα που έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, από τη μία πλευρά βρισκόμαστε στο μάτι του κυκλώνα, στο επίκεντρο δηλαδή της αμερικανοευρωπαϊκής διαμάχης, ενώ από την άλλη σε εμπόλεμη κατάσταση με την Κίνα – η οποία δρομολογείται έντεχνα από το Καρτέλ, με τη βοήθεια της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης. Η επέκταση της μεγάλης αυτής χώρας, η οποία διακρίνεται από ένα εξαιρετικά επικίνδυνο «καθεστώς», τον απολυταρχικό καπιταλισμό, είναι αφενός μεν ραγδαία, αφετέρου ανελέητη – προφανώς εις βάρος όλων των Πολιτών της δύσης.

Ειδικότερα, εκτός του ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας της είναι σε σταθερή βάση άνω του 10%, η ποσότητα χρήματος στην αγορά της έχει σχεδόν τριπλασιαστεί, σε σχέση με το 2003. Ενώ η ποσότητα χρήματος στην Ιαπωνία αυξάνεται με ρυθμό 0,7% ετήσια, η αντίστοιχη αύξηση στην Κίνα, στην Ινδία, στην Ινδονησία ή στη Μαλαισία καταγράφεται μεταξύ 13% και 17% ετησίως. Το έτος 2009, η αύξηση της κατά κεφαλήν ποσότητας χρήματος στην Κίνα ήταν 30%. Φυσικά, με 2.500 € μέσον όρο κατά κεφαλή, το μέγεθος είναι ακόμη μικρό, σε σχέση με τις ανεπτυγμένες χώρες, όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι που ακολουθεί:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Οι πλουσιότερες χώρες του κόσμου το 2009

 

Κατάταξη

Χώρα

Ποσότητα χρήματος*

Παγκ. ποσοστό

Κατάταξη**

 

 

 

 

 

1

Ελβετία

164.000

1,5%

 

2

Η.Π.Α.

101.000

39,0%

1

3

Δανία

96.000

 

 

4

Ολλανδία

92.000

 

 

5

Ιαπωνία

92.000

14,0%

2

6

Σιγκαπούρη

66.000

 

 

7

Γερμανία

57.000

5,7%

3

 ./.

Κίνα

2.500

4,1%

7

* Κατά κεφαλήν σε ευρώ

** Η παγκόσμια κατάταξη, ανάλογα με τη συνολική ποσότητα χρήματος που υπάρχει σε κάθε χώρα

Πηγή: MM     Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως είναι γνωστό, ως «ποσότητα χρήματος» ενός κράτους, ορίζεται το σύνολο των «μέσων πληρωμής» (χρηματικά αποθέματα), συν τις απαιτήσεις, μείον τις υποχρεώσεις. Στην αρχή της δεκαετίας, η χρηματική περιουσία των πλούσιων χωρών, ήταν 135 φορές μεγαλύτερη, από αυτή των φτωχών κρατών του πλανήτη. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ο δείκτης αυτός (135) έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά, περιοριζόμενος στο 45. Η Κίνα, αφενός μεν έχει ξεπεράσει τη Γερμανία στις εξαγωγές, κατακτώντας την πρώτη θέση παγκοσμίως, αφετέρου δε, κατέχοντας πλέον το 4,1% της παγκόσμιας χρηματικής περιουσίας, δεν βρίσκεται μακριά από τη Γερμανία (5,7%).

Όσον αφορά τώρα την Ιαπωνία, η οποία μόλις το 2003 κατείχε περισσότερα από τα 75% της ασιατικής τοπικής ποσότητας χρήματος, μέσα σε λίγα μόνο χρόνια έχει περιορισθεί στο 60%. Αντίθετα, η Κίνα έχει αυξήσει ραγδαία το μερίδιο της, διπλασιάζοντας το στο 20% συνολικά. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί είναι αρκετά αποκαλυπτικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Μερίδια στην τοπική χρηματική περιουσία, μεταξύ των ετών 2003 και 2009

 

Χώρες

Χρηματικό μερίδιο 2003

Χρηματικό μερίδιο 2009

 

 

 

Ιαπωνία

75,9%

60,9%

Κίνα

8,2%

18,3%

Ταιβάν

6,1%

6,4%

Ν. Κορέα

4,9%

6,5%

Ινδία

1,7%

3,5%

Σιγκαπούρη

1,3%

1,7%

Μαλαισία

0,9%

1,4%

Ταϊλάνδη

0,6%

0,6%

Ινδονησία

0,4%

6,7%

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από το μερίδιο των παραπάνω κρατών, στην τοπική «ποσότητα χρήματος», οι «ανακατατάξεις» στην περιοχή αυτή του πλανήτη είναι τεράστιες – με τις περισσότερες χώρες (εκτός Ταϊλάνδης) να αναπτύσσονται, εις βάρος της Ιαπωνίας. Εν τούτοις πιθανολογείται ότι, η αύξηση στις ποσότητες χρήματος των γειτονικών χωρών του «Ιάπωνα-ασθενή», ο οποίος πάσχει από «χρόνιο» αποπληθωρισμό, θα αποβεί μακροπρόθεσμα προς όφελος του – αφού θα καλυτερεύσουν οι προϋποθέσεις ανάπτυξης του ΑΕΠ, μέσω της αύξησης των ιαπωνικών εξαγωγών σε αυτές τις χώρες.

Βέβαια, καμία άλλη χώρα δεν έχει τόσο μεγάλες «κατά κεφαλήν» αποταμιεύσεις, όσο η Ιαπωνία – οι πολίτες της οποίας έχουν συνολικές καταθέσεις ύψους 13,2 τρις €. Παρ’ όλα αυτά, η Ιαπωνία είναι το δεύτερο πλέον υπερχρεωμένο κράτος του πλανήτη, μετά από τη Ζιμπάμπουε – με δημόσιο χρέος 8,2 τρις € ή περίπου το 200% του ΑΕΠ, το οποίο όμως καλύπτεται κατά 90% από εσωτερικό δανεισμό. Εκτός αυτού, είναι αντιμέτωπη από πολλά χρόνια τώρα με μία διαρκή ύφεση η οποία, σε συνδυασμό με τη «υπεργήρανση» του πληθυσμού της, είναι πολύ δύσκολο να καταπολεμηθεί

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση της «κατηγορείται» για «συλλογική ανευθυνότητα», επειδή η χώρα έχει τεράστια διαρθρωτικά προβλήματα. Δηλαδή, όσον αφορά όλα εκείνα τα «προϊόντα», τα οποία δεν εξάγονται, η Ιαπωνία απέχει αιώνες από τα «στάνταρτ» των ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών. Αυτό αφορά κυρίως τους κλάδους της υγείας, των μεταφορών, της ενέργειας και του λιανικού εμπορίου.   

Ολοκληρώνοντας, στην Ασία κατοικεί το 45% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ διατηρείται το 25% της συνολικής ποσότητας χρήματος – με αυξητική τάση. Τέλος, η μέση κατά κεφαλή ποσότητα χρήματος στην Κίνα είναι για παράδειγμα 25 φορές χαμηλότερη από αυτήν της Σιγκαπούρης και 10 φορές από την Ν. Κορέα – αν και ο ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας είναι αρκετά υψηλός (περισσότερα για την ασιατική περιοχή ελευθέρου εμπορίου, την τρίτη ζώνη υπό την «αιγίδα» της Κίνας, στο άρθρο μας «Εκτός ελέγχου»).    

 

ΤΟ ΚΑΡΤΕΛ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ

 

Όπως έχουμε αναφέρει σε διάφορα κείμενα μας στο παρελθόν, το «Κτήνος», το οποίο προσωρινά στεγάζεται στην πρωτεύουσα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στις Η.Π.Α. (με ορμητήριο των ανελέητων επιθέσεων του το χρηματοπιστωτικό κλάδο και τη Wall Street, η οποία μάλλον θα μετονομασθεί σε Γουάν-Street), δεν έχει πατρίδα. Έτσι, έχουμε την εντύπωση ότι σήμερα προσανατολίζεται προς την περιοχή της ασιατικής ζώνης ελευθέρου εμπορίου – με κέντρο βάρους την Κίνα (παραγωγή) και «χρηματοπιστωτικές συνιστώσες» τη Σιγκαπούρη, σε συνδυασμό με το Χονγκ Κονγκ.

Προφανώς λοιπόν έχει στο στόχαστρο του τις Η.Π.Α., τους Πολίτες της οποίας θα απομυζήσει μέχρι θανάτου – παράλληλα βέβαια και την ΕΕ, την οποία έχει ήδη μολύνει με τον κινεζικό ιό. Η «ατλαντική οικονομική συμμαχία» που συζητείται από τους πολιτικούς (στη θέση της Ευρωζώνης), στην οποία θα συμμετέχουν τόσο οι Η.Π.Α., όσο και ορισμένες χώρες της Ευρώπης (κυρίως η Γερμανία και η Μ. Βρετανία), είναι κατά την άποψη μας αρκετά δύσκολο να επιτευχθεί. Το Καρτέλ είναι κατά πολύ ισχυρότερο από την Πολιτική, ενώ διαβλέπει ήδη το μέλλον του στην ασιατική ήπειρο.

Σαν παράδειγμα των προθέσεων του Κεφαλαίου, παραθέτουμε μία ανάλυση των κινήσεων στην κινεζική αυτοκινητοβιομηχανία (πηγή: Roland Berger Strategy Consultants), με τις διάφορες εταιρείες του Καρτέλ, οι οποίες δραστηριοποιούνται εκεί:

(α)  Jianglink: Πρόκειται για μία τοπική αυτοκινητοβιομηχανία, στην οποία συμμετέχει η αμερικανική Ford με 30%. Επενδύει σε ένα νέο εργοστάσιο, το οποίο θα κατασκευάζει 300.000 αυτοκίνητα το χρόνο – τριπλασιάζοντας την παραγωγική της δυναμικότητα.       

(β)  Volkswagen: Ετοιμάζει επίσης ένα νέο εργοστάσιο (2013), το οποίο θα κατασκευάζει 300.000 αυτοκίνητα ετησίως – συνολική επένδυση 6 δις €.

(γ)  Honda: Οι γιαπωνέζοι σχεδιάζουν να αυξήσουν την παραγωγή τους κατά 36%, έως το 2012. Η παραγωγική δυναμικότητα της κοινοπρακτικής εταιρείας με την τοπική GAIG θα αυξηθεί στα 240.000 αυτοκίνητα ετησίως.

(δ)  Beiqi: Είναι μία αμιγώς κινέζικη βιομηχανία, η οποία δεν προλαβαίνει να καλύψει τη ζήτηση και σχεδιάζει νέες επενδύσεις (με χρήματα, μεγάλο μέρος των οποίων προέρχονται από τη «δύση», όπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες).

(ε)  Daimler: Οι γερμανοί επικεντρώνουν τις επενδύσεις τους στην Κίνα – επίσης με κοινοπρακτική εταιρεία (BAIC). Σήμερα παράγονται πολλά από τα εξαρτήματα των γερμανικών αυτοκινήτων στην Κίνα, ενώ κατασκευάζεται ένα εργοστάσιο για την παραγωγή μηχανών – προγραμματίζονται συνολικές επενδύσεις, μαζί με την κινέζικη συνεταίρο, ύψους 3 δις € μέχρι το 2013.

(στ) Toyota: Η γιαπωνέζικη εταιρεία ήταν μέχρι σήμερα πολύ συντηρητική, όσον αφορά τις επενδύσεις της στην Κίνα. Σήμερα όμως κατασκευάζει ένα εργοστάσιο εκεί, το οποίο θα παράγει 100.000 Corollas ετησίως.

(ζ)  Hyundai: Οι κορεάτες κατασκευάζουν ήδη το τρίτο τους εργοστάσιο στην Κίνα, επίσης για 300.000 νέα αυτοκίνητα – συνολική επένδυση 800 εκ $.

(η) BMW: Η τρίτη μεγάλη γερμανική πολυεθνική προσπαθεί να καλύψει την αυξημένη ζήτηση με ένα δεύτερο εργοστάσιο – σε συνεργασία με την κινέζικη Brilliance.

(θ) Ford: Οι αμερικανοί κατασκευάζουν το τρίτο τους εργοστάσιο, με στόχο να ανταγωνιστούν την General Motors (η οποία έχει επιβιώσει με τα χρήματα των αμερικανών φορολογουμένων, τα οποία μεταφέρει στην Κίνα!), καθώς επίσης τη Volkswagen.

(ι)  Dongfeng: Η κινέζικη βιομηχανία, σε κοινοπραξία με τη γιαπωνέζικη Nissan, θέλει να διπλασιάσει την ετήσια παραγωγή της, στα 600.000 αυτοκίνητα.

 

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Απλά και μόνο για να γίνει κατανοητή η σχέση μεταξύ παραγωγής «εθνικού πλούτου» και ανταγωνιστικότητας μίας χώρας, παραθέτουμε τον Πίνακα ΙΙΙ, τον οποίο οφείλουμε να αντιπαραθέσουμε με τον προηγούμενο Πίνακα Ι:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Οι 12 πλέον ανταγωνιστικές οικονομίες του πλανήτη

 

Χώρα

Κατάταξη 2010

Κατάταξη 2009

 

 

 

Ελβετία*

1

1

Σουηδία

2

4

Σιγκαπούρη

3

3

Η.Π.Α.**

4

2

Γερμανία

5

7

Ιαπωνία

6

8

Φιλανδία

7

6

Ολλανδία

8

10

Δανία

9

5

Καναδάς

10

9

Χονγκ Κονγκ

11

11

Μ. Βρετανία

12

13

* Τα βασικότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας είναι ο νεωτερισμός, η ευρύτερη δημιουργικότητα και η έρευνα – καθώς επίσης μία υψηλού επιπέδου επιχειρηματική κουλτούρα. Θεωρείται επί πλέον ως το μοναδικό δημοκρατικό κράτος του πλανήτη, ενώ ελάχιστοι γνωρίζουν «επώνυμα» την κυβέρνηση της, αφού στην Ελβετία λειτουργεί σωστά ο διαχωρισμός των εξουσιών – με τις τοπικές (καντόνια) αναβαθμισμένες και τη δικαστική απόλυτα ανεξάρτητη.      

** Πτώση λόγω κρίσης εμπιστοσύνης

Σημείωση: Τόσο στις σκανδιναβικές χώρες, όσο στην Ολλανδία και στον Καναδά, τα σημαντικότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα είναι στην εκπαίδευση.  

Πηγή: IMF    ΄

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ, οι σημαντικότερες (και παράλληλα υγιείς) προϋποθέσεις παραγωγής πλούτου σε μία χώρα, η οποία διαθέτει ένα ορθολογικό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων της, είναι ο νεωτερισμός, η δημιουργικότητα και η έρευνα – ανθρώπινες ικανότητες, οι οποίες «απαιτούν» ένα πραγματικά δημοκρατικό πολίτευμα για την ανάπτυξη τους. Τόσο η σωστή εκπαίδευση, όσο και η υψηλού επιπέδου επιχειρηματική κουλτούρα (επαγγελματική ηθική, έντιμη διοίκηση κλπ), πλαισιώνουν ιδανικά το δρόμο προς την επιτυχία (δυστυχώς, τόσο η εκπαίδευση, όσο και η επιχειρηματικότητα, υποφέρουν τα πάνδεινα στην Ελλάδα – με τη γνώση να θεωρείται περιττή πολυτέλεια και τα χρήματα, ανεξαρτήτως προέλευσης, να αποτελούν το σπουδαιότερο κριτήριο «κοινωνικής καταξίωσης»!).   

Αντίθετα, η νεοφιλελεύθερη εκδοχή του άκρατου ανταγωνισμού, χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς και όρια, δεν είναι ικανή να δημιουργήσει μακροπρόθεσμα «τοπικό» πλούτο – πόσο μάλλον δίκαια κατανεμημένο σε όλους τους Πολίτες μίας χώρας (όπως φαίνεται ολοκάθαρα από τη Μ. Βρετανία και τις Η.Π.Α.).        

 

ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Έχοντας περιγράψει τι ακριβώς συμβαίνει στις τρείς μεγάλες εστίες πυρκαγιάς του πλανήτη (τα τεκταινόμενα στη Ρωσία, στη Ν. Αμερική, στην Αφρική, στη Μέση Ανατολή κλπ δεν είναι λιγότερο σημαντικά, αλλά δεν ευρίσκονται ακόμη στο προσκήνιο της επικαιρότητας), καθώς επίσης πως ακριβώς συνδέεται ιδανικά η παραγωγή πλούτου με την «θεμιτή» ανταγωνιστικότητα, γυρίζουμε ξανά πίσω στην Ελλάδα – στα προβλήματα και στις ευκαιρίες που πάντοτε τα συνοδεύουν.  

Θεωρώντας ότι, το πόσο κινδυνεύουμε και από πόσες διαφορετικές πλευρές είναι πλέον εμφανές σε όλους μας, ειδικά μετά την απόβαση του ΔΝΤ στην Ευρώπη, πιστεύουμε ότι ο στόχος μας δεν πρέπει να είναι απλά η αποφυγή της χρεοκοπίας – ενδεχομένως μέσω της «σύνδεσης» μας στον ορό του ΔΝΤ, της υποταγής μας στη Γερμανία ή της θανατηφόρας μόλυνσης μας από την Κίνα, κατά το παράδειγμα της Ιταλίας. Αυτό που οφείλουμε σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, είναι να οδηγήσουμε την πατρίδα μας στο να γίνει η ωραιότερη, η πλουσιότερη και η πιο πολιτισμένη δημοκρατική χώρα του πλανήτη, Προφανώς, το μικρό μέγεθός μας δεν αποτελεί εμπόδιο – είναι μάλλον προτέρημα, κρίνοντας τουλάχιστον από τη θέση της Ελβετίας στο παγκόσμιο στερέωμα.

Εν πρώτοις λοιπόν οφείλουμε να επιλύσουμε ριζικά το θέμα της υπερχρέωσης μας – δευτερευόντως το έλλειμμα, το οποίο είναι κατά πολύ ευκολότερο να διορθωθεί. Στο τέλος όμως, πρέπει να καταπολεμήσουμε με επιτυχία το πολιτικό, το πολιτιστικό και το κοινωνικό μας πρόβλημα, εάν θέλουμε να έχουμε πραγματική συνέχεια σαν ανεξάρτητο Έθνος.

Στα πλαίσια αυτά, ο Πίνακας IV που ακολουθεί είναι απαραίτητος, αφού προέχει η συγκεκριμενοποίηση του οικονομικού προβλήματος, για το οποίο αναζητούνται λύσεις:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ IV: Ομόλογα του δημοσίου χρέους της περιόδου 2005-2010 (στα 300 δις € χρέος – περίπου ποσοστά και ποσά)

 

Ιδιοκτήτες

Ποσοστό*

Ποσόν

 

 

 

Επενδυτικές τράπεζες**

43%

129 δις €

Διαχειριστές Κεφαλαίων

22%

66 δις €

Ασφαλιστικά ταμεία και εταιρείες

15%

45 δις €

Διαχειριστές ενεργητικού

8%

24 δις €

Κεντρικές τράπεζες

5%

15 δις €

Hedge funds

4%

12 δις €

Λοιποί επενδυτές

3%

9 δις €

 

 

 

Σύνολα

100%

300 δις €

*Πηγή: ΟΔΔΗΧ  

** Κυρίως γαλλικές, γερμανικές και ελβετικές.

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος     

 

Θεωρείται ότι, με εξαίρεση ένα 15% περίπου, το οποίο ανήκει σε ασφαλιστικά ταμεία και μικροεπενδυτές, όλα τα υπόλοιπα αφορούν τους διεθνείς κερδοσκόπους – επομένως, συνολικά περί τα 255 δις €. Οι δυνατότητες τώρα «αποπληρωμής» του χρέους μας είναι κυρίως οι εξής (χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες):

 

(α)  Η ολοκληρωτική άρνηση χρέους: Αφορά βέβαια τα 255 δις €, αφού τα υπόλοιπα 45 δις € θα πρέπει να αντιμετωπισθούν διαφορετικά, για κοινωνικούς λόγους. Η άρνηση αυτή έχει υπάρξει στο παρελθόν σε άλλες χώρες, αναφέρεται στην οικονομική βιβλιογραφία (A.Smith, D.Ricardo), «τιμωρείται» πολύ αυστηρά από το διεθνές κεφάλαιο («αιώνια» απαγόρευση πρόσβασης στις αγορές) και έχει πάρα πολλές παρενέργειες. Η (νομική) αιτιολογία της μπορεί να είναι το ότι, τα χρήματα που έχει δανειστεί το κράτος, δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού –  ενώ τεκμηριώνεται από επίσημες πηγές πως, την τελευταία δεκαετία, το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε πάνω από 450 δις € για τη εξυπηρέτηση του χρέους (μιάμιση φορά δηλαδή το σημερινό χρέος των 300 δις €). Σε κάθε περίπτωση, είναι μία λύση που δεν μπορεί κανείς να την παραβλέψει (ίσως η μοναδική, εάν δεν εξοφλήσει η Γερμανία το τεράστιο χρέος της απέναντι μας).  

(β)  Η διαγραφή μέρους του χρέους από τους δανειστές: Έχει επίσης λειτουργήσει στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα στην Αργεντινή. Εν τούτοις, η συγκεκριμένη χώρα δεν παραχώρησε την εθνική της κυριαρχία, όπως η Ελλάδα με την υπογραφή του μνημονίου, εναντίον του οποίου δεν μπορεί να καταφύγει στα Ελληνικά δικαστήρια (!), αλλά σε αυτά του Λουξεμβούργου, με το αγγλικό Δίκαιο – το μοναδικό «Δίκαιο» στον κόσμο, το οποίο εξασφαλίζει αποκλειστικά και μόνο τους δανειστές, εις βάρος των οφειλετών. Κατά την άποψη μας, δεν αποτελεί την ιδανική λύση – ενώ δεν είναι σε καμία περίπτωση ριζική, εάν υποθέσουμε ότι είναι ακόμη εφικτή, μετά τις απίστευτες ενέργειες της κυβέρνησης μας, «ερήμην» της (δήθεν;) ανεξάρτητης Ελληνικής Δικαιοσύνης.    

(γ)  Ο μηδενισμός του χρέους, με τη δική μας συμμετοχή: Είναι ουσιαστικά ένας ωφελιμιστικά έντιμος τρίτος δρόμος, ο οποίος όμως απαιτεί πειθώ και μεγάλες διαπραγματευτικές ικανότητες από την κυβέρνηση που θα το επιχειρήσει – πόσο μάλλον πατριωτικά συναισθήματα, επιμονή, ήθος και επάρκεια. Στη λύση αυτή έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στα άρθρα μας «Ο μηδενισμός του χρέους» και «Εθνική κυριαρχία», ενώ είναι εμφανές ότι, εάν το επιτύχουμε, το έλλειμμα διορθώνεται σε μεγάλο βαθμό – αφού θα σταματήσει η επιβάρυνση της χώρας μας με τοκογλυφικά επιτόκια, τα οποία πολύ σύντομα θα μας οδηγήσουν σε ετήσιους τόκους της τάξης των 20 δις € (στα 22 δις € τοποθετείται το έλλειμμα του 2010 – άρθρο μας από 30.01.10).

 

Καμία από τις παραπάνω «μεθόδους» διαχείρισης του χρέους δεν μας υποχρεώνει σε έξοδο μας από την Ευρωζώνη – ένα ενδεχόμενο, το οποίο θα έπρεπε να αναλυθεί, σε σχέση με τη χρησιμότητα του, αφού όμως επιλυθεί προηγουμένως το πρόβλημα του χρέους (αν και δεν βλέπουμε να επιβιώνει τελικά η Ευρωζώνη, εάν παραμείνει απλή νομισματική ένωση, όπως έχουμε τεκμηριώσει στο παρελθόν – Πρώσοι, Γαλάτες και Σάξονες).

Όσον αφορά δε την απλή «αναδιάρθρωση» χρέους, την επιμήκυνση δηλαδή του χρόνου πληρωμής των υποχρεώσεων μας, με χαμηλότερα επιτόκια, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση λύση για εκείνες οικονομίες, στις οποίες το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 120% – πόσο μάλλον όταν ευρίσκονται σε ύφεση ύψους -4%, οπότε το «ενδεδειγμένο» επιτόκιο δανεισμού θα έπρεπε να είναι αρνητικό (-3%, -4% κλπ). Το 2011 άλλωστε, όπου υπολογίζεται από το ΕΒΕΑ να κλείσουν 175.000 επιχειρήσεις, από τις συνολικά 800.000 μικρομεσαίες, αυξάνοντας κατά 300.000 άτομα τους απολυμένους και εκτινάσσοντας στα ύψη την ανεργία (άνω του 20%), θα είναι πλέον πολύ αργά για οποιεσδήποτε διορθωτικές κινήσεις.

Ίσως όμως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ το ότι, μία μείωση του επιτοκίου δανεισμού μας κατά 1%, την οποία δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθούν οι τοκογλύφοι-εταίροι μας, θα σήμαινε λιγότερη επιβάρυνση του προϋπολογισμού μας κατά 3 δις € – όταν η μείωση των (πραγματικών) συντάξεων ή των αμοιβών των ΔΥ αναλογούν σε αντίστοιχα ποσά, ενώ οι συνολικές διεκδικήσεις των μεταφορέων δεν υπερβαίνουν το 1,5 δις € σε 7 έτη (ο πραγματικές μειώσεις στα εισοδήματα των Ελλήνων είναι τεράστιες, αφού στις ονομαστικές προστίθεται ο φορολογικός πληθωρισμός ύψους άνω του 6%, καθώς επίσης οι εγκληματικά αυξημένοι άμεσοι φόροι).     

Κατά την άποψη μας τώρα, την οποία έχουμε διατυπώσει αρκετές φορές, πρέπει να σταματήσουμε αμέσως να δανειζόμαστε από το ΔΝΤ, «προσβάλλοντας» ταυτόχρονα το «μνημόνιο, καθώς επίσης να υιοθετήσουμε μία από τις δύο λύσεις (α και γ), χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό. Είναι η μοναδική μας δυνατότητα να επιβιώσουμε, σώζοντας τη χώρα και τα παιδιά μας, καθώς επίσης να χαράξουμε μία νέα πορεία προς το μέλλον.

Περαιτέρω, είναι η μόνη ουσιαστική αιτία για να διαδηλώνουμε καθημερινά, εάν πρέπει να γίνεται κάτι τέτοιο, αφού όλες οι άλλες «διεκδικήσεις» αποτελούν «παράγωγα» αυτής της μίας και μοναδικής: του μηδενισμού του χρέους.

Ας μην ξεχνάμε ότι, η αποχή των εργαζομένων για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, εάν είναι μαζική, μπορεί να εξαναγκάσει κυβέρνηση και δανειστές στη μοναδική λύση που υπάρχει για τη χώρα μας – κάτι που έχει αποδειχθεί από την Ινδία του Gandhi. Όλα τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένων των δικών μας ή άλλων άρθρων, καθώς επίσης των επί μέρους κινητοποιήσεων ομάδων Πολιτών που παρατηρούνται, «εκλεκτών» και μη, είναι μη ρεαλιστικά – θεωρίες και ασκήσεις επί χάρτου που δεν οδηγούν πουθενά.       

Με μία τέτοια «σιωπηλή» κίνηση αντίστασης και όχι απλής διαμαρτυρίας, ολόκληρη η οικονομία θα παραλύσει – ενώ ενδεχομένως θα ακολουθήσουν πολλοί άλλοι Πολίτες άλλων κρατών, με εξαιρετικά θετικά αποτελέσματα στον υποχρεωτικό πόλεμο εναντίον του Καρτέλ. Είμαστε σίγουροι ότι, η διαδικτυακή «κοινότητα» μπορεί να οργανώσει μία τέτοια «αντίσταση», χωρίς να χρειαστεί καθόλου τη βοήθεια «αλλοτριωμένων» ΜΜΕ.

Τέλος, θεωρούμε ότι δεν έχουμε καθόλου «περιττό» χρόνο στη διάθεση μας (πόσο μάλλον όταν ελλοχεύει ο κίνδυνος να μας «καταδικάσουν» μονομερώς στη δραχμή ή/και να «παγώσουν» τις τραπεζικές καταθέσεις μας, με στόχο να μας αποπροσανατολίσουν εντελώς), εάν θέλουμε να αποφύγουμε την υποδούλωση – καθώς επίσης την απόλυτη εξαθλίωση της πλειοψηφίας των Ελλήνων, των Γερμανών, των Ευρωπαίων, αλλά και των Αμερικανών Πολιτών.       

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ

 

Οι Έλληνες έθεσαν τα βάθρα της πνευματικής εξέλιξης του δυτικού κόσμου. Έθεσαν τις «πρώτες αρχές» της επιστημονικής σκέψης, ήταν ο πρώτοι που ανέδειξαν τη θεωρία, ως βάθρο της επιστήμης και ανέπτυξαν μία συστηματική φιλοσοφία, σε βαθμό που δεν υπήρχε σε κανέναν προγενέστερο πολιτισμό. Διατύπωσαν τη θεωρία του κράτους και της κοινωνίας, με βάση την εμπειρία τους από την Ελληνική πόλη-κράτος, της οποίας συνεχιστής ήταν η Ρώμη, επάνω στην κοινωνική βάση μίας απέραντης, ενιαίας αυτοκρατορίας.

Η ανικανότητα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας να εξασφαλίσει μία συνεχή κοινωνική και πολιτική εξέλιξη, οδήγησε σε αποτελμάτωση γύρω στον τέταρτο αιώνα – αφού όμως είχε εμφανισθεί προηγουμένως ένας νέος, πανίσχυρος θεσμός: η καθολική εκκλησία. Ενώ η κοινωνική διάρθρωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μετασχηματιζόταν βαθμιαία στο (ολοκληρωτικό) φεουδαρχικό σύστημα, το οποίο κυβέρνησε σκοτεινά την Ευρώπη για πάνω από χίλια χρόνια, δόθηκε στις μάζες μία τέτοια ψυχολογική υποστήριξη από την εκκλησία, ώστε αποδέχθηκαν με αυταπάρνηση την εξάρτηση και την αθλιότητα τους – κάνοντας ελάχιστες προσπάθειες για τη βελτίωση των κοινωνικών τους συνθηκών”.

Το παραπάνω, ελαφρά διαμορφωμένο κείμενο, ανήκει στον E.From (Η υγιής κοινωνία). Εξετάζοντας μέσα από αυτό τις προοπτικές της Ελλάδας, δεν μπορεί παρά να σταματήσουμε στην έννοια Πόλη-Κράτος, στην οποία στηρίχθηκε τόσο η πρόοδος, όσο και η αληθινή, η μοναδική δημοκρατία της χώρας μας.

Περαιτέρω, διαπιστώνοντας μία σημερινή παραδοξότητα, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είναι ένας από τους λίγους εναπομείναντες παραδείσους του κόσμου για την πλειοψηφία των Πολιτών της (εάν εξετάσουμε τις πραγματικές συνθήκες ζωής της πλειοψηφίας των αμερικανών πολιτών, των γερμανών, των ιαπώνων, των ολλανδών κλπ, θα καταλάβουμε πόσο ευτυχισμένοι θα έπρεπε να είμαστε, ζώντας στην Ελλάδα), ακριβώς λόγω των διαρθρωτικών αλλαγών που δεν έχουμε δρομολογήσει, εξ αιτίας της (έμφυτης, γονιδιακής) ανυπακοής μας στις 10 εντολές του Καρτέλ, δεν μπορούμε παρά να οδηγηθούμε σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα, από αυτά με τα οποία μας κατακλύζουν καθημερινά οι πιγκουίνοι και τα βατράχια.   

Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, θεωρούμε ότι το μέλλον της Ελλάδας οφείλει να στηριχθεί ξανά σε σύγχρονες Πόλεις-Κράτη, οι οποίες θα υπερτερούν – θα έχουν δηλαδή μεγαλύτερη εξουσία από τα κυβερνώντα κόμματα και θα λειτουργούν ανεξάρτητα από τις εκάστοτε εθνικές κυβερνήσεις της. Μακριά από τις «έξωθεν εντολές» περί ανοίγματος επαγγελμάτων, απελευθερώσεως των αγορών, ιδιωτικοποιήσεων κοινωφελών επιχειρήσεων και λοιπών «δολοφονικών παγίδων», οφείλουμε να λειτουργήσουμε βασιζόμενοι στις «Καλλικράτειες» περιφέρειες μας.

Έτσι θα «συναγωνιζόμαστε» μεταξύ μας, υιοθετώντας εκείνα τα χαρακτηριστικά, τα οποία καθιέρωσαν την μικρή Ελβετία στην πρώτη θέση παγκοσμίως – χωρίς να ξεχνάμε βέβαια ότι, η Ελβετία στήριξε την ανάπτυξη της σε αντίστοιχους, δημοκρατικούς και δημιουργικούς «πυλώνες»: Στα ανεξάρτητα καντόνια της.

Ολοκληρώνοντας, μόνο αυτός που θα μας υποσχεθεί μία τέτοια ουσιαστική, ριζική και δημοκρατική «διαρθρωτική» αλλαγή, αξίζει την ψήφο μας στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές – κανένας άλλος, πόσο μάλλον η «σκιώδης Εξουσία» του «επάρατου» μνημονίου.      

 

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 25. Σεπτεμβρίου 2010,  viliardos@kbanalysis.com     

 

 

*  Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2193.aspx

 

Περί λάθους, αξιοπιστίας και άλλων αλχημειών

Περί λάθους, αξιοπιστίας και άλλων αλχημειών

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 


 

Κατανοώ απόλυτα τη δύσκολη θέση όλων εκείνων που πασχίζουν να εμφανίσουν ως αριστερή πρόταση αυτό που επιδιώκουν τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και οι μεγάλες τράπεζες, δηλαδή την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας εντός του ευρώ, υπό καθεστώς διεθνούς κηδεμονίας και επιτήρησης.

Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει και ο κ. Καλλωνιάτης, ο οποίος σε ένα πρόσφατο σημείωμά του (http://youpayyourcrisis.blogspot.com/2010/09/blog-post_3287.html) αναλαμβάνει να μας διασώσει από ένα τρομερό λογιστικό λάθος και να αποκαταστήσει την χαμένη τιμή της συζήτησης για το δημόσιο χρέος που υποτίθεται ότι έχει διακορεύσει ο υποφαινόμενος.

Ποιο είναι το τρομερό «λογιστικό λάθος»;

 

Ο κ. Καλλωνιάτης ισχυρίζεται ότι ο γράφων κάνει μέγα λάθος με το να προσθέτει τις εξοφλήσεις του βραχυπρόθεσμου χρέους στα τοκοχρεωλύσια, διότι «ουσιαστικά πρόκειται για ταμειακές διευκολύνσεις – όχι για δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους – οι οποίες επαναλαμβάνονται, ανακυκλώνονται και αυτοακυρώνονται αρκετές φορές μέσα στη διάρκεια του έτους.» Και για να κάνει υποτίθεται κατανοητό αυτό που λέει παραθέτει το εξής παράδειγμα: «εάν κάποιος κάθε μήνα δαπανά εξ αρχής το ισόποσο του μισθού του (πριν τον εισπράξει πχ στο μέσο ή το τέλος του μήνα) χρησιμοποιώντας τη πιστωτική του κάρτα, και στο τέλος κάθε μήνα πηγαίνει και κλείνει το άνοιγμα της πιστωτικής του με τον μισθό που στο μεταξύ κανονικά εισέπραξε, τι να σημαίνει αυτό άραγε; Μήπως ότι δαπανά όλο τον μισθό του για τις αγορές που έκανε και άλλο τόσο για την αποπληρωμή της κάρτας του; Γιατί αυτό κάνει ο κ. Καζάκης όταν προσθέτει στα τοκοχρεολύσια τις εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων. Είναι σαν να σου λέει πως στο τέλος του έτους δαπάνησες 14.000 που ήταν ας πούμε το άθροισμα των μισθών σου και άλλες 14.000 για την αποπληρωμή της κάρτας σου (σύνολο 28.000 χωρίς να υπολογίζουμε τόκους χάριν ευκολίας). Μα είναι δυνατόν να έχεις δαπανήσει τα διπλά απ' όσα εισπράττεις ετησίως και μάλιστα αφήνοντας ελάχιστο υπόλοιπο ως χρέος στο τέλος του έτους;»

Έχει δίκιο ως προς το παράδειγμα που αναφέρει ο κ. Καλλωνιάτης; Απόλυτο. Μόνο που του ξεφεύγουν δυο μικρές ασήμαντες λεπτομέρειες: Αφενός δεν λειτουργεί έτσι όπως το περιγράφει το βραχυπρόθεσμο χρέος και, αφετέρου, δεν κάνω τίποτε τέτοιο εγώ. Αν εξαιρέσει κανείς αυτές τις ασήμαντες μικρές λεπτομέρειες, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο κ. Καλλωνιάτης έχει απόλυτο δίκιο!

Σχετικά με το παράδειγμα του κ. Καλλωνιάτη, πρέπει να επισημάνουμε ότι το κράτος χρησιμοποιεί την «πιστωτική κάρτα» μη έχοντας διαθέσιμο «μισθό» για να την καλύψει στο τέλος του μήνα. Ο «μισθός» του, δηλαδή τα δημόσια έσοδα, δεν του επαρκούν και γι’ αυτό τραβά από την «πιστωτική κάρτα». Κι όπως όλοι ξέρουν, όσοι τουλάχιστον έχουν βρεθεί στο τέλος του μήνα με ακάλυπτη πιστωτική κάρτα, για να συνεχίσεις να τραβάς από αυτήν και τον επόμενο μήνα, οφείλεις να καταβάλεις τη «δόση» που απαιτεί η εκδότρια τράπεζα. Αυτό συμβαίνει και με το κράτος. Επομένως οι εξοφλήσεις των βραχυπρόσθεσμων τίτλων δεν συνιστούν κάλυψη της «πιστωτικής κάρτας», αλλά καταβολή της τακτικής «δόσης» της.

Αν λοιπόν κάποιος έχει πάρει δάνειο (οικιστικό ή καταναλωτικό) από μια τράπεζα και πληρώνει τακτικά ανά μήνα το καθορισμένο τοκοχρεωλύσιό του και ταυτόχρονα είναι ανοιγμένος σε πιστωτικές κάρτες, είναι ποτέ δυνατόν να μην συνυπολογίσει στη μηνιαία εξυπηρέτηση των δανείων του και τη «δόση» που υποχρεούται να καταβάλει στην εκδότρια τράπεζα της πιστωτικής; Εκτός ίσως από τον κ. Καλλωνιάτη, εγώ προσωπικά δεν γνωρίζω κανέναν που να μην το κάνει. Γιατί λοιπόν να μην ισχύει το ίδιο και για το κράτος; Επειδή έτσι νομίζει ο κ. Καλλωνιάτης;

 

Ας δούμε τι ισχύει στ’ αλήθεια

 

Όμως, ας αφήσουμε τα αστεία και τα παραδείγματα και ας πάρουμε τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν. Το πρόβλημα του κ. Καλλωνιάτη εντοπίζεται στον πίνακα που παρατίθεται σε ένα άρθρο μου, το οποίο δημοσιεύτηκε στην Αυγή (7/3/10) και είναι ο παρακάτω:

Πίνακας 1: Δαπάνες εξυπηρέτησης δημόσιου χρέους (εκατ. ευρώ)

 

Α. Τοκοχρεολύσια

Β. Εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων

Σύνολο

Α + Β

% επί των Δημόσιων Δαπανών

% επί του ΑΕΠ

2000

22.688

6.342

29.030

66,0

21,3

2001

20.946

2.401

23.347

52,4

15,9

2002

28.874

1.303

30.177

65,0

19,3

2003

30.041

2.228

32.269

62,5

18,7

2004

27.799

7.631

35.430

61,2

19,1

2005

30.066

5.085

35.151

59,8

18,0

2006

26.065

8.091

34.156

56,3

16,2

2007

31.923

24.773

56.696

84,4

25,0

2008

37.452

25.674

63.126

84,2

26,4

2009

41.340

35.904

77.224

89,8

32,1

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων Προϋπολογισμού και Εθνικών Λογαριασμών

Τον αναδημοσιεύουμε για να έχει υπόψη του ο αναγνώστης περί τίνος πρόκειται. Σ’ αυτόν δίνεται μια εκτίμηση των δαπανών εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους με βάση τα στοιχεία των Προϋπολογισμών για την δεκαετία 2000-2009. Σύμφωνα με τον κ. Καλλωνιάτη διαπράξαμε μέγα σφάλμα όταν προσθέσαμε στα τοκοχρεωλύσια, όπως τα ορίζει ο κρατικός προϋπολογισμός, τις εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων, για τους λόγους που αναφέραμε. Ποια είναι η αλήθεια;

Πρώτο: Το βραχυπρόθεσμο χρέος είναι δανεισμός, καλύπτει τρέχουσες δανειακές ανάγκες και όχι «ταμειακές διευκολύνσεις». Και όπως όλα τα χρέη, έχει κόστος και προπαντός εξυπηρέτηση. Όπως ακριβώς και ο δανεισμός του δημοσίου με έντοκα γραμμάτια και ομόλογα. Πώς αποτυπώνεται η εξυπηρέτηση των εντόκων γραμματίων και των ομολόγων; Με την πληρωμή τοκοχρεολυσίων. Πώς αποτυπώνεται η εξυπηρέτηση του βραχυπρόθεσμου χρέους; Με τις εξοφλήσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων. Εκτός κι αν ο κ. Καλλωνιάτης ισχυρίζεται ότι ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός δεν έχει εξυπηρέτηση, απλά μας τον χαρίζουν οι χρηματογορές και η ΕΚΤ επειδή είμαστε μάγκες. Είναι κι αυτό μια άποψη, αλλά δυστυχώς δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Αν λοιπόν θέλει να δει κανείς τη συνολική εξυπηρέτηση του χρέους του από όλες τις πηγές άντλησης δανεισμού, τι κάνει; Αθροίζει τις εξυπηρετήσεις των διαφορετικών χρεών του. Αυτό λέει η κοινή λογική, αυτό κάνουν όλα τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, αυτό γίνεται και για το κράτος.

Δεύτερο: Που το βρήκε ο κ. Καλλωνιάτης ότι οι βραχυπρόθεσμοι τίτλοι «αυτοακυρώνονται» εντός του έτους; Σε ποιον καζαμία; Γιατί στον προϋπολογισμό, αλλά και στα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους είναι σίγουρο ότι δεν το βρήκε. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο κ. Καλλωνιάτης επιλέγει να αγνοήσει τον μηχανισμό ανακύκλωσης του βραχυπρόθεσμου χρέους που έχω εξηγήσει συνοπτικά στα άρθρα μου και κατασκευάζει μια δική του εκδοχή, δίνει το δικό του αυθαίρετο ορισμό, μόνο και μόνο για να «αποδείξει» το δήθεν μέγα λάθος μου. Με αυτό δεν ισχυρίζομαι ότι θα έπρεπε αναγκαστικά να συμφωνήσει μαζί μου, απλά δεν θα έπρεπε να πει και σ’ εμένα τον δυστυχή που κάνω λάθος; Δεν το κάνει. Όχι από παράλειψη, αλλά από σκοπιμότητα προκειμένου να φανεί ότι χρησιμοποιώ αυθαίρετα κάποια στοιχεία χωρίς να έχω εξηγήσει το γιατί. Πράγμα που στην κοινώς καθομιλουμένη αποκαλείται λαθροχειρία, είτε αρέσει στον κ. Καλλωνιάτη, είτε όχι. Και δεν είναι η μόνη, όπως θα δούμε παρακάτω.

Τρίτο: Ποιον «μισθό» άραγε δαπανά το κράτος για να καλύψει το «άνοιγμα» της πιστωτικής του κάρτας; Μήπως από τα δημόσια έσοδα; Αυτό που ισχυρίζεται με το παράδειγμά του ο κ. Καλλωνιάτης είναι ότι το κράτος έχει να εισπράξει ένα ποσό, αλλά επειδή δεν το έχει στο ταμείο του χρησιμοποιεί μια «πιστωτική κάρτα», παίρνει τα λεφτά που χρειάζεται προκαταβολικά και μετά όταν τα εισπράττει πηγαίνει και καλύπτει το άνοιγμα. Ωραία. Και ξαναρωτάμε, που βρήκε τα λεφτά το ελληνικό δημόσιο για να καλύψει το άνοιγμα της «πιστωτικής κάρτας»; Από τα δημόσια έσοδα; Δηλαδή το 2009 π.χ. που χρειάστηκε να εξοφλήσει βραχυπρόθεσμους τίτλους αξίας 36 δις ευρώ, το κράτος δαπάνησε από τα 55,5 δις ευρώ που ήταν το σύνολο των δημόσιων εσόδων του, το 65% για να καλύψει την «πιστωτική κάρτα»; Είναι ανάγκη να ξέρει οικονομικά κάποιος, ή να έχει τριβή με το θέμα για να αντιληφθεί ότι αυτό δεν έγινε; Κι επομένως τα 36 δις ευρώ αντλήθηκαν από νέο δανεισμό, που σε μεγάλο βαθμό προέρχεται από νέους βραχυπρόθεσμους τίτλους διογκώνοντας και αυτήν την κατηγορία του χρέους σε ετήσια βάση, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς και από τα στοιχεία που έχω παραθέσει στα άρθρα μου.

 

Το ίδιο «λογιστικό λάθος» κάνει το Ελεγκτικό Συνέδριο και το Υπουργείο Οικονομικών

 

Γιατί τον ίδιο διαχωρισμό που κάνει ο κ. Καλλωνιάτης δεν τον κάνουν και οι επιφορτισμένοι με την παρακολούθηση και καταγραφή των στοιχείων φορείς του κράτους; Γιατί δεν τον κάνει η Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου; Αντίθετα, π.χ. στην «Έκθεση του ελεγκτικού συνεδρίου επί του Απολογισμού των εσόδων και εξόδων του Κράτους έτους 2008 και του Γενικού Ισολογισμού της 31ης Δεκεμβρίου 2008» αναφέρονται τα εξής: «Για την εξυπηρέτηση του Χρέους του Δημοσίου και έναντι πρόβλεψης του Προϋπολογισμού €35.876.972.000, καταβλήθηκαν €62.470.685.137,53, ποσό που αντιπροσωπεύει το 53% των δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού, έναντι ποσού €55.040.688.847,25, πρόβλεψης του Προϋπολογισμού €30.913.349.000 και ποσοστού 51,22% του προηγούμενου οικονομικού έτους. Το ανωτέρω ποσό αναλύεται ως ακολούθως: Για την πληρωμή τόκων δαπανήθηκε ποσό €10.920.551.528,72, έναντι €10.162.655.000 των προβλέψεων του Προϋπολογισμού. Για την πληρωμή χρεωλυσίων και εξοφλήσεων δανείων καταβλήθηκαν €51.550.133.608,81, έναντι €25.714.317.000 των προβλέψεων του Προϋπολογισμού.» (σ. 34) Το Ελεγκτικό Συνέδριο εμφανίζει ως συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους για το 2008 το ποσό των 62,470 δις ευρώ. Το ποσό είναι πολύ κοντά με αυτό που παραθέτουμε στον Πίνακα 1 και πηγάζει από την άθροιση των εξυπηρετήσεων των διαφορετικών χρεών.

Μήπως όμως διαφώνησε το Υπουργείο Οικονομικών με την λογική της εκτίμησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου; Κάθε άλλο. Στην «Έκθεση του Υπουργού Οικονομικών επί της Εκθέσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον Απολογισμό των Εσόδων και Εξόδων του Κράτους οικονομικού έτους 2008 και το Γενικό Ισολογισμό της 31ης Δεκεμβρίου 2008» αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους (τόκοι + χρεολύσια) ανήλθαν στο ποσό των 63.127.652.271,84 € έναντι πρόβλεψης 36.682.040.000,00 € και ειδικότερα: Οι δαπάνες για την πληρωμή τόκων ανήλθαν στο ποσό των 11.206.779.857,56 € έναντι πρόβλεψης 10.500.000.000,00 €, παρουσιάζουν δηλαδή υπέρβαση κατά 706.779.857,56 € ή κατά ποσοστό 6,7%. Σε σχέση με το 2007 οι τόκοι είναι αυξημένοι κατά 1.414.377.469,49 € ή κατά ποσοστό 14,4%.» (σ. 6)

Τι κάνει το υπουργείο οικονομικών; Μήπως εγκαλεί το Ελεγκτικό Συνέδριο και του επισημαίνει ότι κάνει τραγικό λάθος να συνυπολογίζει τις εξοφλήσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων στις δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους; Όχι βέβαια. Απαντά στην ίδια ακριβώς λογική με το Ελεγκτικό Συνέδριο και διορθώνει την εκτίμηση των συνολικών δαπανών εξυπηρέτησης προς τα πάνω, φτάνοντας το ποσό στα 63,127 δις ευρώ για το 2008. Ο αναγνώστης δεν έχει παρά να δει τον δικό μας πίνακα για να διαπιστώσει ότι και οι δικοί μας «λανθασμένοι» υπολογισμοί για το 2008 φτάνουν την συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ακριβώς στο ίδιο ποσό. Τυχαίο; Δεν νομίζω.

Το ίδιο επαναλαμβάνεται σε όλες τις Εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τις Εκθέσεις του Υπουργού Οικονομικών για όλα τα χρόνια που αναφερόμαστε. Άρα δεν είναι μόνο δική μου η ευθύνη γι’ αυτό το τραγικό «λογιστικό λάθος». Περιμένουμε τον κ. Καλλωνιάτη να γράψει λάβρες επιστολές διαμαρτυρίας προς το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά και προς το Υπουργείο Οικονομικών που παραποιούν έτσι βάναυσα τα στοιχεία. Όμως, τι είναι οι εκθέσεις όλων αυτών μπροστά στην αλάνθαστη λογική του κ. Καλλωνιάτη; Τι ξέρουμε όλοι εμείς οι άμοιροι από εκτιμήσεις εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, όταν υπάρχει ένας Καλλωνιάτης που επιμένει ότι έχουμε κάνει «λογιστικό λάθος»; Και ποιοι είμαστε εμείς που τολμάμε να λέμε ότι έχουμε δίκιο, όταν ο κύριος αυτός μας διαβεβαιώνει ότι έχουμε άδικο;

 

Το ίδιο «λογιστικό λάθος» κάνει και ο προϋπολογισμός του κράτους

 

Θα περίμενε κανείς ο κ. Καλλωνιάτης να εμφανίσει κάποια επίσημη πηγή που να στηρίζει την άποψή του και να αποδεικνύει το λάθος μας. Εκτός όμως από τον λόγο της προσκοπικής του τιμής και την τετράγωνη λογική των παραδειγμάτων του – που όμως δεν έχουν καμμιά σχέση με το όλο ζήτημα – δεν έχει τίποτε να παρουσιάσει. Βασίζεται μόνο στην εντύπωση που αφήνει το γεγονός ότι στην Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού οι δαπάνες για τοκοχρεωλύσια παρουσιάζονται ξεχωριστά από τις εξοφλήσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων. Όμως η απλή εντύπωση δεν αποτελεί επιχείρημα, ιδίως όταν κάποιος γνωρίζει πώς να διαβάζει τα στοιχεία. Κάτι όμως που όπως φαίνεται δεν συμβαίνει στην περίπτωση του κ. Καλλωνιάτη.

Το γεγονός ότι η εκάστοτε Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού παρουσιάζει διαφοροποιημένα τα εν λόγω στοιχεία, καθόλου δεν σημαίνει ότι πρόκειται για μη αθροίσιμες δαπάνες εξυπηρέτησης. Αν ο κ. Καλλωνιάτης γνώριζε πώς να διαβάζει τα δεδομένα του προβλήματος, θα πήγαινε για παράδειγμα στη σ. 60 της Εισηγητικής Έκθεσης του Προϋπολογισμού του 2010 όπου παρατίθεται ο συγκεντρωτικός πίνακας 3.7 με τίτλο «δαπάνες τακτικού προϋπολογισμού κατά κατηγορίες» και θα έβλεπε – με την προϋπόθεση ότι γνωρίζει τι διαβάζει – μια υποσημείωση η οποία διευκρινίζει ότι στις δαπάνες του πίνακα (πρωτογενείς + τοκοχρεωλύσια) δεν περιλαμβάνονται οι επιπλέον «δαπάνες για βραχυπρόθεσμους τίτλους δημοσίου, ειδικές εκδόσεις ομολόγων και βραχυπρόθεσμη ταμειακή διευκόλυνση», οι οποίες για το 2009 εκτιμάται ότι ανήλθαν στα 42,7 δις ευρώ. Τι σημαίνει αυτή η υποσημείωση; Ότι εκτός από τις πρωτογενείς δαπάνες του προϋπολογισμού και τα τοκοχρεωλύσια, υπάρχουν και πρόσθετες δαπάνες. Πόσο καλός γνώστης του προϋπολογισμού πρέπει να είναι κάποιος για να αντιληφθεί ότι αυτές οι πρόσθετες δαπάνες εντάσσονται στη συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους;

Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι οι δαπάνες για τους βραχυπρόθεσμους τίτλους ανέρχονταν το 2009 σχεδόν στα 36 δις ευρώ. Τα υπόλοιπα 6,7 δις ευρώ αφορούν δαπάνες έκδοσης και εξυπηρέτησης για «ειδικές εκδόσεις ομολόγων», όπως είναι τα γνωστά δομημένα ομόλογα, ή άλλου είδους τίτλων που το κράτος εκδίδει και διακινεί εκτός αγοράς, ή στο παρασκήνιο, αλλά και για «βραχυπρόθεσμη ταμειακή διευκόλυνση» την οποία ο προϋπολογισμός ξεχωρίζει από τους βραχυπρόθεσμους τίτλους. Αναρωτιέμαι ποιος γνωρίζει καλύτερα; Οι συντάκτες του Προϋπολογισμού ή ο κ. Καλλωνιάτης που επιμένει να θεωρεί τους βραχυπρόθεσμους τίτλους ως κάλυψη «ταμειακών διευκολύνσεων»;

Βέβαια το δυστύχημα δεν είναι αυτά που ισχυρίζεται ο κ. Καλλωνιάτης, αλλά το γεγονός ότι ο Προϋπολογισμός δεν παρέχει αναλυτικά στοιχεία για αυτές τις «ειδικές εκδόσεις ομολόγων», ούτε για τις «βραχυπρόθεσμες ταμειακές διευκολύνσεις», ώστε να μπορεί κάποιος να εκτιμήσει την πραγματική έκταση του δημόσιου χρέους, αλλά και της εξυπηρέτησής του. Πρόκειται για περίεργα αφανή χρέη, για τα οποία καμμιά κυβέρνηση δεν δίνει αναλυτικά στοιχεία. Γι’ αυτό και εμείς στον υπολογισμό του δικού μας πίνακα περιοριστήκαμε στην άθροιση των τοκοχρεολυσίων με τις δαπάνες των βραχυπρόθεσμων τίτλων, που για το 2009 δίνουν το ποσό των 77,2 δις ευρώ. Αν αντί για τις δαπάνες μόνο των βραχυπρόθεσμων τίτλων, προσθέταμε το συνολικό ποσό των 42,7 δις ευρώ, τότε το σύνολο της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους θα ανερχόταν λίγο πάνω από τα 84 δις ευρώ. Ποσό που αντιστοιχεί στο 34,9% του ΑΕΠ για το 2009.

Και για να μην αφήσουμε τον κ. Καλλωνιάτη παραπονεμένο και γεμάτο απορίες για το γιατί ο προϋπολογισμός διαφοροποιεί την παρουσίαση των τοκοχρεολυσίων από τις εξοφλήσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων έχουμε να πούμε τα εξής: Καθαρά για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Με την είσοδο της χώρας στο ευρώ η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να διαφοροποιήσει την αποτύπωση του δημόσιου χρέους. Αφενός στο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης που για το 2009 ανερχόταν στο 125% του ΑΕΠ και στο χρέος της γενικής κυβέρνησης που για τον ίδιο χρόνο ανερχόταν στο 113% του ΑΕΠ. Η διαφορά έγκειται στο ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης είναι ο τρόπος με τον οποίο μετρά το δημόσιο χρέος η συνθήκη του Μάαστριχτ, ενώ το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης είναι το πραγματικό συνολικό χρέος του κράτους. Για να βγει το πρώτο αφαιρείται από το δεύτερο το λεγόμενο «ενδοκυβερνητικό χρέος», το οποίο είναι καθ’ όλα πραγματικό δημόσιο χρέος, αλλά δεν εντάσσεται στο ορισμό του δημόσιου χρέους που δίνει το Μάαστριχτ. Πρόκειται για μια καθαρά πολιτική συμφωνία σε επίπεδο ευρωζώνης για να υποτιμηθεί τεχνητά το δημόσιο χρέος των κρατών με το σκεφτικό ότι έτσι θα μειωθεί η επίδρασή του στη διαμόρφωση της αξίας του ευρώ.

Όμως συμφωνία, ξεσυμφωνία, το δημόσιο χρέος πρέπει να εξυπηρετηθεί στο σύνολό του. Κι έτσι οι κυβερνήσεις Σημίτη σε συνεργασία με την ευρωζώνη και την ΕΚΤ προώθησαν ως βασική μορφή εξυπηρέτησης του «πλεονάζοντος» δημόσιου χρέους τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό. Αυτός είναι ο λόγος που διαφοροποιούν στα κατάστιχα του Προϋπολογισμού τα τοκοχρεωλύσια, που κυρίως αφορούν το δημόσιο χρέος κατά Μάαστριχτ, από τις δαπάνες για βραχυπρόθεσμούς τίτλους, που  έρχονται να καλύψουν τις υπόλοιπες δανειακές ανάγκες. Πρόκειται για εσκεμμένη πολιτική τεχνητής υποβάθμισης του πραγματικού συνολικού βάρους που αντιπροσωπεύει το δημόσιο χρέος.

 

Το ίδιο «λογιστικό λάθος» κάνει και η ΕΣΥΕ

 

Το εντυπωσιακό δεν είναι αυτό που κάνουν οι κυβερνήσεις και οι συμφωνίες-μούφα που στηρίζουν το ευρώ, αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν διάφοροι – ευτυχώς ελάχιστοι – σαν τον κ. Καλλωνιάτη που εμφανίζονται βασιλικότεροι του βασιλέως. Άγνοια; Πολύ χειρότερα, σκοπιμότητα. Μιας και η άγνοια δεν ήταν ποτέ επιχείρημα θα πρέπει να πούμε ότι ο κ. Καλλωνιάτης όφειλε να ψάξει το ζήτημα λίγο περισσότερο πριν αμοληθεί να μας διορθώσει. Γιατί μπορεί να μην γνώριζε όσα είπαμε παραπάνω, αλλά πόσο δύσκολο του ήταν να ανοίξει τα κιτάπια της ΕΣΥΕ και να διαπιστώσει τα εξής:

Πίνακας 2: Σύνολο δαπανών εξυπηρέτησης δημόσιου χρέους (δις ευρώ)

Έτος

Σύνολο τόκων και χρεωλυσίων

Υπολογισμός με βάση τους προϋπολογισμούς

2001

23,353

23,347

2002

30,182

30,177

2003

32,272

32,269

2004

40,641

35,430

2005

35,153

35,151

2006

34,179

34,156

2007

56,646

56,696

 

Η πρώτη στήλη του πίνακα 2 είναι το «σύνολο των τόκων και χρεωλυσίων» που δαπανά το κράτος για το συνολικό δημόσιο χρέος του, όπως αυτό καταγράφεται από τους Εθνικούς Λογαριασμούς και παρουσιάζεται στην ειδική έκδοση της ΕΣΥΕ για τα Δημόσια Οικονομικά, έκδοση 2009 (Πίνακας VIII,1, σ. 58). Στη δεύτερη στήλη του πίνακα παραθέτουμε τους δικούς μας υπολογισμούς με βάση τον πίνακα του άρθρου της Αυγής, που ο κ. Καλλωνιάτης καταγγέλλει ως «λογιστικό λάθος». Οι αποκλίσεις που παρατηρούνται ανάμεσα στους δυο υπολογισμούς, οφείλονται στη διαφορετική πηγή των πρωτογενών στοιχείων, αφενός και αφετέρου, στο γεγονός ότι ο υπολογισμός της διεύθυνσης Εθνικών Λογαριασμών είναι σαφώς πιο πλήρης μιας και παίρνει υπόψη του όλες τις άλλες δαπάνες εξυπηρέτησης πέρα από τις εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων, που δυστυχώς δεν καταγράφονται αναλυτικά στους προϋπολογισμούς. Αλλάζει όμως αυτό το γεγονός ότι και οι δυο υπολογισμοί, τόσο των Εθνικών Λογαριασμών, όσο και ο δικός μας έχουν ταυτόσημη λογική;

 Επιτρέπουμε με όλη μας την καρδιά στον κ. Καλλωνιάτη να θεωρεί ότι ο δικός μας υπολογισμός είναι λάθος και ο υπολογισμός της ΕΣΥΕ είναι ο σωστός. Αλλάζει τίποτε επί της ουσίας; Η κοινή λογική λέει πώς όχι. Λέμε η κοινή λογική, γιατί για την λογική που φαίνεται να υιοθετεί ο κ. Καλλωνιάτης αμφιβάλουμε εντόνως.

Ο λόγος που εμφανίσαμε τον συγκεκριμένο πίνακα στο δημοσιευμένο άρθρο της Αυγής, αντί για τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών και της ΕΣΥΕ για το 2000-2007, του Υπουργείου Οικονομικών και του Προϋπολογισμού για το 2008-2009, ήταν απλός: θέλαμε να δώσουμε στον αναγνώστη να καταλάβει την βασική σύνθεση της συνολικής εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους με στοιχεία που είχαν μία ενιαία πηγή, αυτήν των Εισηγητικών Εκθέσεων των Προϋπολογισμών, ώστε όποιος θέλει να είναι σε θέση να τα ελέγξει εύκολα και γρήγορα. Που να φανταστώ ότι θα υπήρχαν ορισμένοι σαν τον κ. Καλλωνιάτη που θα αμφισβητούσαν την αλφαβήτα;

Μετά από όλα αυτά ειλικρινά δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει κανείς για να πείσει τον κ. Καλλωνιάτη. Όχι πώς τρέφω καμμιά αυταπάτη ότι ο κ. Καλλωνιάτης μπορεί να πειστεί από επιχειρήματα. Το αληθινό πρόβλημα για τον ίδιο δεν είναι το «λογιστικό λάθος», αλλά η αξιοπιστία της πρότασης και πώς θα την πλήξει. Θα μου πείτε βέβαια ότι αν είχα δημοσιεύσει τον πίνακα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ όλα θα ήταν μέλι γάλα. Ούτε ο κ. Καλλωνιάτης, ούτε τα φιλαράκια του στον ΣΥΝ θα είχαν πάρει μυρωδιά περί «λογιστικού λάθους». Αμ δε! Να είστε σίγουροι ότι ακόμη και στο 1+1 θα έβρισκαν «λογιστικό λάθος» ή κάποια παραποίηση, προκειμένου να διαβάλουν την αξιοπιστία της πρότασης και να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των αγορών και της ΕΕ. Πάντα με αριστερή εκφορά λόγου και αντικαπιταλιστικά επίθετα.

 

Το ζουμί της όλης της ιστορίας

 

Όμως ας κάνουμε τη χάρη στον κ. Καλλωνιάτη. Ας δεχτούμε ότι εμείς έχουμε το λάθος, ότι εμείς, μαζί με τους Εθνικούς Λογαριασμούς, την ΕΣΥΕ, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Υπουργείο Οικονομικών, δεν ξέρουμε τι μας γίνεται και μόνο αυτός και ενδεχομένως τα φιλαράκια του στο γενικό επιτελείο του ΣΥΝ γνωρίζουν πώς να μην παραποιούν στοιχεία. Που θέλει να καταλήξει; Στο επιχείρημα ότι το 97% του δανεισμού πηγαίνει σε αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους. Αφού λοιπόν μας κατηγορεί για λάθος υπολογισμό, οδηγείται στην εξής χοντροειδή παραποίηση των στοιχείων που έχουμε παραθέσει:

«Με τον τρόπο αυτό, ο κ. Καζάκης καταφέρνει πχ τα 41 δις τοκοχρεολυσίων του 2009 σχεδόν να τα διπλασιάσει, φουσκώνοντας έτσι τις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους στα 77 δις με τη προσθήκη των εξοφλήσεων βραχυχρόνιων τίτλων του Πίν. 1. Ακολούθως, δε, να τις διογκώσει ακόμη περισσότερο στα 84 δις στον Πίν. 2 υπό τον τίτλο «πληρωμές δανείων». Τη διαφορά αυτή (84-77 = 7 δις.) πουθενά δεν εξηγεί πως προκύπτει, παρότι έχει επεξεργασθεί ο ίδιος τα στοιχεία. Εάν μείνουμε μόνον στα τοκοχρεολύσια της δεκαετίας που ανέρχονται στα 297 δις τότε οι πραγματικές δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους σαν ποσοστό του συνολικού νέου δανεισμού της περιόδου περιορίζονται στο 61% αντί του εκπληκτικού 97% που προβάλλει ο Καζάκης. Το ποσοστό παραμένει σημαντικό, όμως η διαφορά είναι μεγάλη, καθώς ξεπερνά το 1/3 του συνολικού δανεισμού της δεκαετίας. Η υπερβολή ουδέποτε ήταν καλός δάσκαλος. Σου προσφέρει πόντους εντυπώσεων αρχικά προσθέτοντας σε πειθώ, για να σου τα αφαιρέσει με το παραπάνω στη συνέχεια όταν αποκαλυφθεί η αλήθεια.»

Από πού να αρχίσει κανείς και που να τελειώσει. Δεν υπάρχει ίχνος αλήθειας σε όλα όσα ισχυρίζεται ο κ. Καλλωνιάτης, ακόμη κι αν κάποιος είναι αρκετά άσχετος και εύπιστος ώστε να δεχθεί την αρχική του άποψη για «λογιστικό λάθος». Καταρχάς ο Πιν. 2 που αναφέρει ο κ. Καλλωνιάτης δεν υπάρχει στο δικό μου άρθρο της Αυγής. Πρόκειται για έναν πίνακα που παραθέτω σ’ ένα άλλο άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι (25/3/10) και είναι ο παρακάτω:

Πίνακας 3: Εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και νέος δανεισμός 2000-2009 (εκατ. ευρώ)

 

Πληρωμές δανείων

Νέος δανεισμός

Πιστωτικά υπόλοιπα 31/12

Πρωτογενές αποτέλεσμα**

2000

23.773

29.875

143.608

1.601

2001

25.509

31.960

155.838

4.501

2002

33.340

35.897

166.117

3.773

2003

35.219

37.968

171.323

-431

2004

41.465

50.047

197.830

-3.397

2005

42.074

44.797

214.142

-1.543

2006

37.133

38.748

225.207

1.357

2007

60.920

61.656

239.801

-718

2008

67.467

69.661

262.308

-3.361

2009*

84.184

85.230

298.524

-17.054

Σύνολα

451.084

485.835

-15.272

* Εκτιμήσεις Προϋπολογισμού 2010.

** Το Πρωτογενές Αποτέλεσμα (πλεόνασμα ή έλλειμμα) ισούται με την αφαίρεση των μη πιστωτικών εσόδων του δημοσίου από τις πρωτογενείς δαπάνες, οι οποίες είναι όλα τα έξοδα του δημοσίου εκτός από τις δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Πηγή: Επεξεργασία Ισολογιστικών στοιχείων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους 2000-2008. Το Πρωτογενές Αποτέλεσμα από την Τράπεζα της Ελλάδος, Στατιστικό Δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας, διάφορα τεύχη.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει ακόμη και ο πιο αδαής, ο πίνακας αυτός συντάχθηκε όχι από τα στοιχεία των Εισηγητικών Εκθέσεων του Προϋπολογισμού των ετών που αναφέρονται – με εξαίρεση το 2009 –  αλλά από την επεξεργασία των στοιχείων των Ισολογισμών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Δηλαδή αθροίζοντας έναν προς έναν τους κωδικούς των Ισολογισμών δημόσιου χρέους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Για όσους δεν γνωρίζουν οφείλουμε να πούμε ότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους καταρτίζει ετήσια Ισολογισμούς σε σχήμα «Τ» όπου στη μια μεριά καταγράφονται όλες οι δαπάνες για τα δάνεια του δημοσίου και από την άλλη όλα τα νέα δάνεια που συνάπτει το κράτος εντός του έτους. Η άθροιση έγινε με βάση τις πρωτογενείς καταγραφές του Ισολογισμού κωδικό προς κωδικό. Μιλάμε για εκατοντάδες κωδικούς κατ’ έτος και επομένως για πολλές χιλιάδες αθροίσεις που έγιναν για να υπάρξει αυτή η εκτίμηση για όλα τα χρόνια του πίνακα.

Μόνη εξαίρεση του πίνακα είναι το 2009, για το οποίο την εποχή που έκανα τους υπολογισμούς δεν υπήρχαν ακόμη τα διαθέσιμα στοιχεία κωδικό προς κωδικό. Γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκαν οι εκτιμήσεις του Προϋπολογισμού.

Ο τρόπος αυτός, αν και εξαιρετικά χρονοβόρος και ιδιαίτερα κοπιώδης για όποιον τον επιχειρήσει, είναι κατά τη γνώμη μας ο πιο αξιόπιστος για να εκτιμηθεί κυρίως η έκταση του νέου δανεισμού κατ’ έτος, αλλά και οι συνολικές δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σ’ αυτά τα στοιχεία και στα άλλα που έχουμε παρουσιάσει από άλλες πηγές, οφείλονται σε πιθανά λογιστικά λάθη στους υπολογισμούς που έκανε ο γράφων και είναι κάτι παραπάνω από πρόθυμος να αναγνωρίσει, αλλά και στον διαφορετικό τρόπο εγγραφής των στοιχείων από τις διαφορετικές υπηρεσίες.

Ορισμένοι, άλλοι καλοπροαίρετα, άλλοι λόγω άγνοιας και άλλοι γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να βρουν κάτι να πουν, αναρωτήθηκαν γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη συνολική εξυπηρέτηση και το νέο δανεισμό, αφενός και αφετέρου, ανάμεσα στα πιστωτικά υπόλοιπα της δεκαετίας. Με άλλα λόγια, γιατί σύμφωνα με τον πίνακα 3 η διαφορά ανάμεσα στις πληρωμές δανείων και το νέο δανεισμό είναι γύρω στα 40 δις ευρώ, όταν η διαφορά ανάμεσα στα πιστωτικά υπόλοιπα της δεκαετίας είναι κοντά στα 155 δις ευρώ. Η απάντηση είναι απλή. Πέρα από τα όποια δικά μου λάθη στους υπολογισμούς, που δεν αρνούμαι να αναγνωρίσω προκαταβολικά, ο αναγνώστης δεν πρέπει να ξεχνά ότι υπάρχουν αρκετά ομόλογα ή άλλοι τίτλοι που έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από δεκαετία και έτσι συμβάλουν στο πιστωτικό υπόλοιπο δυσανάλογα από την ετήσια κίνηση του λογαριασμού τους. Όπως επίσης υπάρχουν και δάνεια που δεν κινήθηκαν σχεδόν καθόλου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας. Πρόκειται κυρίως για συμφωνίες swap, ειδικές εκδόσεις ομολόγων, κοκ για τις οποίες οι κυβερνήσεις αρνούνται να δώσουν αναλυτικά στοιχεία. Αυτά επιβαρύνουν το γενικό πιστωτικό υπόλοιπο, δίχως να εμφανίζουν ετήσια κίνηση. Γι’ αυτό και υπάρχει αυτή η διαφορά.

Αν κ. Καλλωνιάτης έμπαινε στον κόπο να επαναλάβει τους υπολογισμούς αυτούς και να με διορθώσει, τότε στ’ αλήθεια θα του ήμουν ευγνώμων! Θα ήμουν ο πρώτος που θα αναγνώριζα τα λάθη μου, αλλά που τέτοια τύχη. Στο περίεργο είδος αριστεράς που ανήκει και ο κ. Καλλωνιάτης, έχει κυριαρχήσει η πιο μεγάλη προχειρότητα, η πιο απλοϊκή μετριότητα και η λατρεία της ήσσονος προσπάθειας, η οποία συνοδεύεται πάντα από μια βαθιά απέχθεια στη σοβαρή δουλειά και στην επίπονη συστηματική αναζήτηση των αληθινών δεδομένων ενός προβλήματος.

 

Όταν το ένα δεν έχει σχέση με το άλλο, αλλά πρέπει να δημιουργηθούν εντυπώσεις…

 

Όπως και να ‘χει όμως ακόμη και ο κ. Καλλωνιάτης θα μπορούσε να καταλάβει – αν βέβαια ήταν στοιχειωδώς καλοπροαίρετος – ότι άλλο το 77 δις και άλλο το 84 δις ευρώ εξυπηρέτηση που δίνουν οι δυο διαφορετικοί πίνακες και έχουμε εξηγήσει πιο πάνω από πού βγαίνουν. Όσο για το 61% που βγάζει ο ίδιος τι να πει κανείς; Προσέξτε τι κάνει: αθροίζει τα τοκοχρεωλύσια του δικού μας πίνακα 1 (297 δις ευρώ) και τα διαιρεί με το 490 δις ευρώ που προσεγγιστικά δίνεται από τον δικό μας πίνακα 3 ως νέο δανεισμό της δεκαετίας 2000-2009. Του διαφεύγουν όμως δυο λεπτομέρειες:

Πρώτο: Στα 490 δις ευρώ περιλαμβάνεται και το σύνολο των βραχυπρόθεσμων τίτλων που έχει εκδώσει το κράτος και για τα οποία γίνεται όλη η φασαρία. Τι έγινε η «αυτοακύρωση» για την οποία μιλούσε ο κ. Καλλωνιάτης; Ή μήπως ισχύει μόνο όταν πρόκειται να κάνει κριτική σ’ εμένα, αλλά δεν ισχύει όταν κάνει τις πράξεις αυτός; Βλέπετε ο κ. Καλλωνιάτης μπορεί να αφαιρεί ή να προσθέτει τους βραχυπρόθεσμους τίτλους κατά πώς τον βολεύει κάθε φορά. Αρκεί να πετύχει τον σκοπό του.

Δεύτερο: Το περίφημο 97% δεν βγαίνει από την διαίρεση της εξυπηρέτησης με το νέο δανεισμό. Επειδή γνωρίζουμε ότι τα καταγραμμένα στοιχεία εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους δεν είναι πλήρη, υπολογίσαμε το ποσοστό αναχρηματοδότησης από το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα της δεκαετίας, όπως το παρουσιάζει ο πίνακας 3. Αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 3,1% των 485 και πλέον δις ευρώ του νέου δημόσιου δανεισμού στη δεκαετία. Αν λοιπόν μόλις το 3% του νέου δανεισμού στη δεκαετία κάλυψε το πρωτογενές έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, το υπόλοιπο 97% που πήγε; Θέλει ιδιαίτερη ευφυΐα για να αντιληφθεί κανείς ότι πήγε για να καλύψει παλιότερα δάνεια;

Ακόμη κι αν υποθέσει κανείς ότι τα πρωτογενή ελλείμματα δεν είναι πλήρη, ότι καταγράφονται υποτιμημένα, κοκ, αλλάζει μήπως η εικόνα; Ακόμη κι αν υποθέσουμε αυθαίρετα πως το συνολικό πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα της δεκαετίας είναι τριπλάσιο από αυτό που αποτυπώνεται στον πίνακά μας, τι θα συμβεί; Ακόμη κι έτσι αντιστοιχεί στο 9,3% του συνολικού νέου δανεισμού της δεκαετίας, ενώ το υπόλοιπο 90,7% πήγε για να καλύψει παλιότερα δάνεια.

Ελπίζω ο αναγνώστης να κατανόησε αυτό που φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται ο κ. Καλλωνιάτης. Ακόμη κι αν ξεχνούσαμε αυτά που ξέρουμε και αποδεχόμασταν την υπόθεση του «λογιστικού λάθους», με την οποία ξεκινάει ο κ. Καλλωνιάτης, το 97% δεν έχει καμμιά σχέση μ’ αυτό. Έχει υπολογιστεί με βάση αφενός το σύνολο του νέου δανεισμού της δεκαετίας 2000-2009 – που αποδέχεται ο κ. Καλλωνιάτης ως βάση και των δικών του υπολογισμών – και αφετέρου το συνολικό πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα της ίδιας περιόδου.

Τότε προς τι όλος ο καυγάς; Μα είναι απλό. Έπρεπε πάση θυσία να πληγεί η αξιοπιστία της πρότασης για μη αναγνώριση και άρνηση του χρέους και επειδή δεν μπορούν να την αντικρούσουν με λογικά επιχειρήματα, πέραν της γνωστής επίσημης κινδυνολογίας, και ο υποφαινόμενος, όπως αναφέρει ο ίδιος ο κ. Καλλωνιάτης, «είναι ίσως ο βασικός θεμελιωτής της πρότασης για παύση πληρωμών-έξοδο από το ευρώ-άρνηση χρέους», έπρεπε οπωσδήποτε να βρεθεί ένα λάθος στα οικονομικά στοιχεία που παραθέτει και πάνω τους θεμελιώνεται η όλη πρόταση.

Και μάλιστα να βρεθεί τώρα. Γιατί όπως ομολογεί εμμέσως πλην σαφώς πάλι ο κ. Καλλωνιάτης η πρόταση περπατάει και περπατάει πλατιά όχι μόνο στην αριστερά, αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία: «Οφείλω να διευκρινίσω πως τόσο καιρό δεν αποφάσιζα να σχολιάσω αυτό που, εγώ τουλάχιστον, θεωρώ λογιστικό λάθος του κ. Καζάκη γιατί δεν φανταζόμουν πως θα μπορούσε να υιοθετηθεί και να αναπαραχθεί σε τόση μεγάλη έκταση στον διάλογο της αριστεράς και γιατί, φυσικά, υπήρχαν πολύ σημαντικότερα πράγματα να καταπιαστεί κανείς.  Όταν, όμως, ένα λάθος προβάλλεται σαν ύψιστη αλήθεια και γίνεται σημαία προπαγανδιστικής καμπάνιας, τότε ο κίνδυνος να γίνει μπούμερανγκ στον αγώνα για την κοινωνική αυτοσυνείδηση και χειραφέτηση αποκτά διαστάσεις που δεν πρέπει νομίζω να παραγνωρισθούν.»

Βλέπετε πόσο ψυχοπονιάρης είναι ο κ. Καλλωνιάτης; Μας λυπόταν τόσο καιρό και δεν μας διόρθωνε, αλλά τώρα που «προβάλλεται σαν ύψιστη αλήθεια και γίνεται σημαία προπαγανδιστικής καμπάνιας» τον έζωσαν τα φίδια. Γι’ αυτό και ούτε αυτός, ούτε οι φίλοι του πρόκειται να βρουν το θάρρος, την παρρησία και την προσωπική εντιμότητα να δεχτούν λογικά επιχειρήματα, όσο ακράδαντα κι αν είναι, ούτε να ομολογήσουν το λάθος τους ότι κι αν πούμε, ότι κι αν συμβεί. Θα συνεχίσουν το ίδιο βιολί και θα ανακαλύπτουν «λάθη» εκεί που δεν υπάρχουν μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούν να πλήξουν αλλιώς την πρόταση που έχουμε καταθέσει.

 

Πώς μια «αθώα» κριτική γίνεται πρόστυχη…

 

Όπως είδαμε, η κριτική του κ. Καλλωνιάτη δεν είναι μόνο γεμάτη λαθροχειρίες και παραποιήσεις στοιχείων, αλλά γίνεται και πολιτικά πρόστυχη όταν αναφέρει: «Το επιχείρημα αυτό [του 97%, ΔΚ] επανέλαβε τακτικά σε άρθρα του ο κ. Καζάκης, και υιοθέτησαν πολλοί άλλοι (από τον κ. Τόλιο του ΣΥΝ σε εισηγήσεις του, ως τον κ. Σ. Χριστακόπουλο στο πρόσφατο εύστοχο πόνημά του «Η ομοιοπαθητική της διαφθοράς», Ποντίκι, 14/9). Το πρόβλημα είναι πως το επιχείρημα είναι πολύ βολικό για να είναι αληθινό.» Προφανώς ο κ. Καλλωνιάτης θεωρεί εκτός εμού του ιδίου, αλλά και όλους όσους έχουν υιοθετήσει τη λογική και τα στοιχεία της πρότασης, αφελείς, ανίδεους και ηλίθιους. Γιατί πώς είναι δυνατόν να υιοθετούν ένα επιχείρημα χωρίς να το έχουν τσεκάρει, χωρίς να είναι σίγουροι ότι έχει βάση; Αυτή η πρόστυχη αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα δεν είναι τυχαία. Επιχειρεί να διευκολύνει τον εσωκομματικό αγώνα της παρέας του μέσα στον ΣΥΝ, λεκιάζοντας τις απόψεις του Τόλιου και του Χριστακόπουλου που φαίνεται να έχουν απήχηση στις γραμμές του, αλλά και ευρύτερα.

Έτσι επιδιώκει να πετύχει μ’ έναν σμπάρο δυο τριγώνια. Μόνο που κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια. Αντί να κάτσει να σκεφτεί γιατί τα φιλαράκια του τον σπρώχνουν να εκτεθεί ισχυριζόμενος ανοησίες περί «λογιστικού λάθους», πήρε σβάρνα χωρίς καν να κάνει τον κόπο να ελέγξει στοιχειωδώς τον ισχυρισμό του. Μα καλά για τόσο χαζούς μας πέρασε. Να αναλύουμε ένα ζήτημα που ξέρουμε εκ των προτέρων ότι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων ειδικά στον χώρο όπου δημοσιεύτηκε αρχικά, χωρίς να έχουμε διπλοτσεκάρει τα δεδομένα μας;

Αν είχε δράμι μυαλό και λίγη καλή θέληση το όλο ζήτημα θα είχε επιλυθεί με ένα απλό τηλεφώνημα, ή με ένα email. Θα γλύτωνε κι αυτός τον διασυρμό. Αλλά, όπως είπαμε, έπρεπε πάση θυσία να χτυπηθεί ύπουλα η πρόταση. Κι ενώ τα φιλαράκια του λουφάζουν στις κρυψώνες τους και δεν τολμούν να αντιπαρατεθούν δημόσια – μιας και κάθε φορά που το επιχείρησαν τους βγήκε ξινό – βρήκαν τον κ. Καλλωνιάτη να το κάνει. Μπορεί να προσφέρθηκε εθελοντικά και ο ίδιος. Όλα μπορεί να τα περιμένει κανείς από έναν παλιό θαυμαστή του Σημιτικού εκσυγχρονισμού, που μόλις πριν λίγους μήνες ανακάλυψε ξανά την αριστερά. Έστω και στην πολύ λάιτ εκδοχή της. Μόνο και μόνο για να μην επιτρέψει την εξάπλωση του μιάσματος της άρνησης του χρέους και της εξόδου από το ευρώ.

Αυτός και ο κ. Τσίπρας, ο οποίος αποδείχτηκε πολύ πιο άσχετος και ανόητος απ’ ότι δείχνει εκ πρώτης όψεως, μιας και δέχεται να παπαγαλίσει ότι του σφυρίζουν στ’ αυτί. Θυμηθείτε τη σοφή ρήση του ότι η χρεωκοπία είναι παραμύθι χωρίς δράκο, που τον έβαλαν να την κάνει αμέσως μετά τη δημοσίευση του άρθρου μου στην Αυγή. Πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα που μαζί με τον κ. Καλλωνιάτη ανακάλυψαν το «λογιστικό λάθος» στο ίδιο άρθρο. Θυμηθείτε τις δηλώσεις του ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς το χρέος, ή τις άλλες ανοησίες που ψελλίζει κάθε φορά που αναγκάζεται να αναφερθεί στο δια ταύτα. Θυμηθείτε ότι είναι ο μόνος επίσημος εκπρόσωπος της αριστεράς που έχει υιοθετήσει κατά γράμμα τη θέση των αγορών για το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, δηλαδή την αναδιάρθρωση. Κατά τ’ άλλα πλασάρεται για αριστερός. Της οδού Βαλαωρίτου, ίσως.

 

Γιατί εμφανίζεται να συμφωνεί, όταν είναι προφανές ότι διαφωνεί;

 

Όμως, ο μέγας τιμωρός, όχι ο Νομάρχης Ψωμιάδης, αλλά ο κ. Καλλωνιάτης, αυτός ο Ραδάμανθυς της Αριστεράς, διακατέχεται από τόση μεγαθυμία ώστε να αναγνωρίσει και σε εμένα τον άμυαλο που τόλμησα να τα βάλω με τέτοιες διάνοιες, τα εξής: «Σημαίνουν οι παρατηρήσεις αυτές πως δεν ισχύουν τα περί χρεοκοπίας και ανάγκης διαγραφής μεγάλου μέρους του χρέους; Ασφαλώς όχι. Αυτά ισχύουν, αλλά για άλλους λόγους που δεν προκύπτουν από τους πίνακες του κ. Καζάκη και έχουν να κάνουν με τέσσερις παράγοντες (ύψος χρέους, πρωτογενές ισοζύγιο, ύψος και τάση επιτοκίου, μεταβολή ΑΕΠ) ο αλγεβρικός συνδυασμός των οποίων προσδιορίζει στην ελληνική περίπτωση το αδιέξοδο της σημερινής κατάστασης και της πολιτικής του Μνημονίου που τη συντηρεί.»

Τρία πουλάκια κάθονται. Αυτό μόνο αξίζει να σχολιάσει κανείς στα παραπάνω. Μα θα πείτε, δεν είναι καλό που ο κ. Καλλωνιάτης παραδέχεται ότι έχω δίκιο για την χρεωκοπία, ειδικά όταν τα φιλαράκια του (Δραγασάκης, Σταθάκης, Τσακαλώτος, Μηλιός και Σία) ακόμη και σήμερα αγωνίζονται να πείσουν ότι δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο, εκτός ίσως από μια σκοτεινή συνωμοσία κακών κυβερνήσεων και ακόμη πιο κακών κερδοσκόπων που στρέφεται μάλιστα και εναντίον της αυτού μεγαλειότητος του ευρώ, ή μια «κρίση κεφαλαίου» που δεν αφορά την εργατική τάξη; Είναι δώρο, άδωρο. Γιατί ο κ. Καλλωνιάτης επιχειρεί να κρύψει πίσω από μια παραδοχή για την οποία σήμερα βοά σύσσωμη η ίδια η πραγματικότητα δυο λαθροχειρίες:

Πρώτο: Το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είναι υπέρ της μονομερούς διαγραφής μεγάλου μέρους του δημόσιου χρέους, αλλά υπέρ της αναδιάρθρωσης με «κούρεμα». Πράγμα εντελώς διαφορετικό. Η αναδιάρθρωση με «κούρεμα» είναι αυτό που ζητάνε επίσημα τα επενδυτικά κεφάλαια και μάλιστα τα πιο κερδοσκοπικά (Hedge και Vulture Funds) τα οποία ξέρουν πώς να κερδίζουν από την «συντεταγμένη πτώχευση» μιας χώρας.

Δεύτερο: Ο «αλγεβρικός συνδυασμός» που επικαλείται είναι μια μπούρδα που έχει αντιγράψει από τα εγχειρίδια του νεοφιλελευθερισμού. Άλλωστε αυτά είναι και τα κριτήρια που χρησιμοποιεί επίσημα το ΔΝΤ, η τρόικα, αλλά και οι κυβερνήσεις που μας οδήγησαν στη σημερινή χρεωκοπία και το αδιέξοδο.

Το ύψος του χρέους, το πρωτογενές ισοζύγιο του κρατικού προϋπολογισμού, το ύψος και η τάση του επιτοκίου, καθώς και η μεταβολή του ΑΕΠ, είναι παράγοντες που μπορεί να επιδρούν στον ένα ή στον άλλο βαθμό στη γενικότερη κατάσταση του δημόσιου χρέους, αλλά δεν είναι αυτοί που καθορίζουν τη δυναμική του. Ούτε το αν θα χρεοκοπήσει ένα κράτος. Τι είναι εκείνο που καθορίζει το αν ένα χρέος οδηγεί στη χρεωκοπία ή όχι; Δεν χρειάζεται να είναι κανείς γνώστης των οικονομικών για να αντιληφθεί ότι το καθοριστικό είναι η εξυπηρέτηση του χρέους. Ότι ισχύει για ένα νοικοκυριό, ή μια επιχείρηση, ισχύει και για το κράτος. Αυτό που μετρά κανείς για να κρίνει τις προοπτικές του χρέους είναι η δυνατότητά του να το εξυπηρετήσει.

Αν έχει οδηγηθεί σε μια κατάσταση όπου πρέπει να δανείζεται για να εξυπηρετεί τα παλιότερα χρέη, τότε βρίσκεται αμετάκλητα σε χρεωκοπία, είτε βρίσκει να του δανείσουν εκ νέου, είτε όχι, είτε πετυχαίνει χαμηλό επιτόκιο, είτε όχι. Αυτό έχει συμβεί και με το δημόσιο χρέος της Ελλάδας. Αυτό αποδεικνύει το 97% των νέων δανείων που πάνε για την κάλυψη των παλιών χρεών του κράτους και το οποίο έχει καθίσει τόσο άσχημα στο λαιμό του κ. Καλλλωνιάτη.

Η τεχνική του κ. Καλλωνιάτη είναι γνωστή από παλιά. Αντί να κάνει τον κόπο να αποδείξει τις δικές του θέσεις και τη δική του λογική, επιχειρεί να προσβάλει την αντίπαλη τεκμηρίωση. Συμφωνούμε στα συμπεράσματα, λέει, αλλά διαφωνούμε στη μεθοδολογία προσέγγισης γιατί ο κ. Καζάκης έχει κάνει σοβαρό «λογιστικό λάθος». Έτσι καθώς υποτίθεται ότι καταρρέει η αξιοπιστία της αντίπαλης άποψης, μπορεί να περάσει χωρίς πολλά-πολλά τη δική του λογική ως τη μόνη σωστή, έστω κι αν δεν έχει εμφανίσει ούτε δείγμα απόδειξης, αλλά και χωρίς να ομολογήσει ότι ταυτίζεται απόλυτα με την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη αντίληψη.

 

Πώς φτάσαμε στη χρεοκοπία και τι μπορεί να γίνει με το χρέος

 

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κανένα σημείο επαφής και συμφωνίας ανάμεσα στις απόψεις που υπερασπίζομαι και στις απόψεις του κ. Καλλωνιάτη. Ούτε καν στο επίπεδο των παραδοχών. Ξεκινάμε από εντελώς διαφορετικές ταξικές, κοινωνικές και πολιτικές αφετηρίες ακόμη και στο επίπεδο της μεθοδολογίας. Εμένα με ενδιαφέρει να δω πώς θα διασωθεί η χώρα από τη χρεωκοπία για να μπορέσει ο λαός και η εργατική τάξη να σταθούν στα πόδια τους και να ξεκινήσουν μια νέα πορεία. Αυτόν τον ενδιαφέρει πρώτα και κύρια να μην πληγεί η ΕΕ και το ευρώ. Πρόκειται για δυο ριζικά διαφορετικούς κόσμους, οι οποίοι δεν συναντώνται πουθενά εκτός από το πεδίο της αναμέτρησης.

Ακόμη και ο τρόπος που κατανοούν αυτοί οι δυο κόσμοι την επιβάρυνση του δημόσιου χρέους είναι ριζικά διαφορετικός. Αν ξεκινάς από τη σκοπιά των δανειστών και το μόνο που σε απασχολεί είναι τι μπορεί να πετύχεις μέσα από μια συμφωνία μαζί τους, τότε είναι λογικό να σε απασχολεί το ύψος του δημόσιου χρέους στο ΑΕΠ και το επιτόκιο δανεισμού. Όμως ο δανειστής δεν νοιάζεται για το πού θα βρεθούν τα λεφτά για να εξυπηρετηθεί το χρέος, ούτε τον ενδιαφέρει αν προέρχονται από το υστέρημα του λαού και της οικονομίας. Γι’ αυτό και το κριτήριο όλων εκείνων που μιλάνε για αναδιάρθρωση με «κούρεμα» του δημόσιου χρέους είναι η υφιστάμενη υποχώρηση της τρέχουσας αξίας των ελληνικών ομολόγων στην αγορά.

Όλοι οι περισπούδαστοι αυτοί αναλυτές μιλάνε για ρύθμιση του χρέους μέσα από μια μείωσή του της τάξης του 10, 20, 30, 40, 50%, ανάλογα από το τι θα βγάλει η διαπραγμάτευση με τους ομολογιούχους. Κανένας όμως από δαύτους δεν μπήκε στον κόπο να υπολογίσει και να μας πει πόση εξυπηρέτηση χρέους μπορεί να αντέξει η ελληνική οικονομία και ο κρατικός προϋπολογισμός στην παρούσα κατάστασή τους. Πόση εξυπηρέτηση χρέους μπορούν να αντέξουν χωρίς να οδηγηθούμε στη λιτότητα, τις περικοπές και τα ξεπουλήματα αφενός και αφετέρου στον φαύλο κύκλο ενός νέου δανεισμού; Κανείς, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει μπει στον κόπο να κάνει και να μας παρουσιάσει τέτοιους υπολογισμούς.

Κι όμως η ουσία του όλου ζητήματος είναι ακριβώς εκεί. Πώς μπορούμε να αποφασίσουμε πόσο δημόσιο χρέος στο ΑΕΠ είναι σε θέση να αντέξει η ελληνική οικονομία και ο κρατικός προϋπολογισμός, αν δεν βρούμε πρώτα το μέγεθος της εξυπηρέτησης στο οποίο μπορούν να ανταποκριθούν χωρίς να συνθλίβουν τα λαϊκά εισοδήματα, να συμπιέζουν την εσωτερική αγορά, να περικόπτουν διαρκώς κρίσιμες δαπάνες για την κοινωνία και την οικονομία; Ο λόγος που δεν το κάνουν αυτό όσοι μιλούν για αναδιάρθρωση με «κούρεμα» είναι γιατί πολύ απλά δεν τους καίγεται καρφί. Νοιάζονται μόνο για τη «χασούρα» των δανειστών, αν δεν είναι πράκτορες των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό και μιλάνε για το τι είναι «δίκαιο» να περικοπεί από το δημόσιο χρέος και τι δεν είναι με βάση μια πιθανή συμφωνία μαζί τους. Κουβέντα για το αν η όποια «δίκαιη» συμφωνία τους μπορεί να εξυπηρετηθεί από την ελληνική οικονομία και το κράτος χωρίς να γυρίσουμε ξανά μανά στα ίδια: λιτότητα και πάλι λιτότητα, μαζί με νέα δάνεια για να πληρωθούν τα παλιά δάνεια.

Για να γίνει κατανοητό αυτό που λέμε, ας δούμε τα υπάρχοντα στοιχεία. Από πού προκύπτει ότι η χώρα έχει οδηγηθεί σε χρεωκοπία; Όπως είπαμε από το βάρος της ετήσιας εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Οι δυο πιο συνήθεις δείκτες με βάση τους οποίους μετριέται αυτή η επιβάρυνση είναι συγκρινόμενη με τις εισπράξεις από τις εξαγωγές της οικονομίας και με το σύνολο των δημοσίων εσόδων. Έτσι το 2009 με συνολική εξυπηρέτηση δημόσιου χρέους 84 δις ευρώ, οι εισπράξεις από τις εξαγωγές (εμπορεύματα + υπηρεσίες) ανήλθαν σε 42,2 δις ευρώ, ενώ το σύνολο των δημοσίων εσόδων στα 55,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ανήλθε σχεδόν στο διπλάσιο των εισπράξεων από τις εξαγωγές της χώρας και σχεδόν στο 150% των δημοσίων εσόδων.

Αν τώρα πάρουμε τις αντίστοιχες εκτιμήσεις για ολόκληρη τη δεκαετία του 2000-2009, τότε τι έχουμε; Με συνολική εξυπηρέτηση 450 δις ευρώ περίπου, είχαμε για την ίδια περίοδο σύνολο δημοσίων εσόδων γύρω στα 477 δις ευρώ. Έτσι η συνολική εξυπηρέτηση του τρέχοντος δημόσιου χρέους ανήλθε στο 94% του συνόλου των δημοσίων εσόδων της δεκαετίας. Την ίδια περίοδο το σύνολο των εισπράξεων της ελληνικής οικονομίας από τις εξαγωγές της (εμπορεύματα + υπηρεσίες) ανήλθαν σχεδόν στα 400 δις ευρώ. Επομένως η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ανήλθε στο 112% των εισπράξεων από το σύνολο των εξαγωγών της δεκαετίας. Με αυτούς τους δείκτες εξυπηρέτησης το δημόσιο χρέος στο τέλος της δεκαετίας (31/12/2009) έφτασε να είναι περίπου 300 δις ευρώ, ή το 125% του ΑΕΠ.

Πόσο πρέπει να κατέβει η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ώστε να πάψει αφενός η λιτότητα και αφετέρου να σπάσει ο κύκλος του νέου δανεισμού; Κανείς δεν έχει απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα απ’ όσους μιλάνε για αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα», ή για διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους. Στη δεκαετία του ’80 οι μελέτες για το χρέος είχαν δείξει ότι μια οικονομία του επιπέδου των χωρών της Λατινικής Αμερικής, όπως Χιλή, Αργεντινή, Βραζιλία, Μεξικό, μπορεί να αντέξει μια εξυπηρέτηση της τάξης του 10% έως 20% επί των εξαγωγών. Αν πάρουμε αυτό το μέτρο και το εφαρμόσουμε στην ελληνική οικονομία με βάση τα δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας, θα διαπιστώσουμε τα εξής: Για να κατέβει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στο 20% επί των εισπράξεων από τις εξαγωγές, θα πρέπει το συνολικό δημόσιο χρέος να πέσει στο 22% του ΑΕΠ από 125% που ήταν στο τέλος του 2009. Για την εξυπηρέτηση αυτού μειωμένου δημόσιου χρέους θα απαιτείται το λιγότερο ένα 4% του ετήσιου ΑΕΠ με την προϋπόθεση ότι οι ρυθμοί μεταβολής του θα είναι τουλάχιστον οι ίδιοι της τελευταίας δεκαετίας.

Που θα βρεθεί αυτό το 4% του ετήσιου ΑΕΠ; Είτε μέσα από ένα πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού, το οποίο κάθε χρόνο θα πρέπει να είναι τουλάχιστον τόσο. Είτε, στην περίπτωση κρατικού ελλείμματος, μέσα από νέο δανεισμό, ο οποίος για να μην οδηγήσει σε έναν νέο φαύλο κύκλο υπερχρέωσης θα πρέπει να πληροί δυο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: Αφενός, να γίνεται σε εθνικό νόμισμα και όχι σε ξένο σκληρό συνάλλαγμα, όπως είναι το ευρώ, ή άλλο παγκόσμιο νόμισμα από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Κι αφετέρου, να αντλείται από την εσωτερική αγορά όπου η εθνικοποίηση των μεγαλύτερων τραπεζών που κατέχουν τον βασικό όγκο της αγοράς, αλλά και της κεντρικής τράπεζας, εξασφαλίζει την ρύθμιση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα.

Αν επιχειρήσει κανείς να ανεβάσει τον πήχη στο 40% του υπάρχοντος δημόσιου χρέους, τότε θα πρέπει να εξασφαλίζει γύρω στο 8% ετήσια από το ΑΕΠ της χώρας για την εξυπηρέτησή του. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι το ΑΕΠ γνωρίζει ρυθμούς μεταβολής τουλάχιστον της προηγούμενης δεκαετίας. Βέβαια η άντληση αυτού του 8% από τον κρατικό προϋπολογισμό, ή από την εγχώρια τραπεζική αγορά, μάλλον θα αποτελέσει πρόβλημα έστω και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες. Όποια σενάρια υπολογισμών και να κάνει κανείς σε παρόμοια συμπεράσματα θα καταλήξει.

Για να μπορέσει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους της χώρας να πέσει σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε να είναι υποφερτή για την οικονομία και τον προϋπολογισμό, χωρίς λιτότητες, περικοπές ζωτικών δαπανών και ξεπουλήματα, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να πληροί τις εξής βασικές προϋποθέσεις:

 Πρώτο: Μονομερής διαγραφή άνω του 80% του υπάρχοντος δημόσιου χρέους.

Δεύτερο: Έξοδος από το ευρώ και εισαγωγή εθνικού νομίσματος.

Τρίτο: Εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών με πρώτη την Τράπεζα της Ελλάδος.

Σε κάθε άλλη περίπτωση η χώρα είναι αδύνατον να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο του δημόσιου χρέους, ακόμη κι αν το «κουρέψει» σε μεγάλο ποσοστό. Θα παραμείνει αιχμάλωτη των εξωτερικών και των εσωτερικών ελλειμμάτων και εξαρτημένη από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Βέβαια το πραγματικό ερώτημα είναι το εξής: Μπορεί στ’ αλήθεια μια οικονομία με τους πόρους της ήδη κατασπαταλημένους και λεηλατημένους να προχωρήσει γρήγορα σε παραγωγική ανασυγκρότηση, η οποία απαιτεί πολλαπλάσιες επενδύσεις και δαπάνες από το δημόσιο, έχοντας ταυτόχρονα να εξυπηρετεί έστω κι αυτό το 4% ή έστω ένα ακόμη μικρότερο ποσοστό επί του ΑΕΠ; Κατά τη γνώμη μου όχι. Τουλάχιστον για μια δεκαετία η ελληνική οικονομία, αφού πρώτα ξεφύγει από το δόκανο του ευρώ, θα χρειαστεί ότι έχει και δεν έχει από άποψη χρηματοδοτικών πόρων προκειμένου να πετύχει την παραγωγική της ανασυγκρότηση. Όχι μόνο δεν θα της περισσεύει τίποτε, αλλά θα χρειαστεί πρόσθετους πόρους από το εξωτερικό για να εξασφαλίσει τεχνογνωσία, τεχνολογία και εφαρμογές για μια σύγχρονη ανάπτυξη της δικής της παραγωγής.

Εδώ βρίσκεται και η διαφορά της μη αναγνώρισης και άρνησης του χρέους από όλες τις άλλες προτάσεις που επικεντρώνονται απλά στη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του. Δεν μιλάμε φυσικά για τις προτάσεις αναδιάρθρωσης του χρέους με «κούρεμα» και μάλιστα εντός του ευρώ, όπως του κ. Καλλωνιάτη, διότι αυτές δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να πρακτορεύουν συγκεκριμένα συμφέροντα των διεθνών δανειστών και των οργάνων τους στο ΔΝΤ, την ΕΕ και την ΕΚΤ. Μιλάμε για προτάσεις που μένουν μόνο στο μέγεθος του δημόσιου χρέους, χωρίς να απαντάνε στο κρίσιμο ερώτημα της εξυπηρέτησης: πόση εξυπηρέτηση μπορεί να σηκώσει η ελληνική οικονομία, ο λαός και τα δημόσια οικονομικά του;

Η διαφορά τους με τη δική μας πρόταση δεν έγκειται όπως παραπλανητικά συχνά λέγεται στο ότι εκείνοι επιζητούν τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους, ενώ εμείς τη διαγραφή ολόκληρου του χρέους. Η αληθινή διαφορά βρίσκεται στο ότι η πρόταση για μη αναγνώριση και άρνηση του δημόσιου χρέους ξεκινά από μια διαφορετική αφετηρία. Ξεκινά από την ανάγκη ανατροπής της σχέσης οφειλέτη-δανειστή υπέρ της χώρας μας. Ξεκινά από την τεκμηρίωση της ανάγκης το κράτος και η χώρα να μην αναγνωρίσει το υπάρχον δημόσιο χρέος, να μην αναγνωρίσει το σύνολο των υποχρεώσεών της, όχι απαραίτητα για να το διαγράψει ολόκληρο, αλλά για να αλλάξει ριζικά τους συσχετισμούς δύναμης με τους δανειστές. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιλέξει η χώρα και ο λαός της ποιο μέρος του χρέους αντέχει να πληρώσει, πότε, υπό ποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ποιο το όφελος. Χωρίς να δυναμιτιστεί η προσπάθεια ανασύνταξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Χωρίς δηλαδή να πάθει ότι και η Αργεντινή, η οποία ενώ διέγραψε το 70% του χρέους της το 2003 αναγνώρισε τις οφειλές της για το 30%, το οποίο έτσι ή αλλιώς δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει ευθύς εξαρχής. Τώρα σέρνεται ξανά πίσω στο κατώφλι του ΔΝΤ.

Ας ξαναγυρίσουμε στον κ. Καλλωνιάτη κι ας τελειώνουμε με τις χοντράδες του. Ο κ. Καλλωνιάτης γκρινιάζει διαρκώς ότι παρουσιάζω στοιχεία που υποστηρίζουν τη λογική μου. Μακάρι να μπορούσα να πω και εγώ το ίδιο γι’ αυτόν και την παρέα του. Τουλάχιστον εγώ παρουσιάζω στοιχεία, ενώ οι κύριοι αυτοί εμφανίζονται μονάχα με ισχυρισμούς που βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στην κινδυνολογία. Έτσι και τα βάλουμε με την ΕΕ και τολμήσουμε να φύγουμε από το ευρώ θα επιπέσουν οι δέκα πληγές του Φαραώ επί της φτωχής Ελλαδίτσας. Η λογική αυτή αποτελεί επιχείρημα, όσο επιχείρημα είναι και η κόλαση για τους αμαρτωλούς στη χριστιανική πίστη.

Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αν μπορεί να επιβιώσει η χώρα χωρίς το ευρώ θα πρέπει πρώτα να απαντήσει στο αν μπορεί να επιβιώσει η χώρα με το ευρώ. Αν έχετε προσέξει όλοι οι απολογητές του ευρώ και της ΕΕ, από τους διατεταγμένους προπαγανδιστές του επίσημου δωσιλογισμού, έως τα βαποράκια τους στην αριστερά, αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι να αναφερθούν στο συγκεκριμένο ερώτημα. Αρκούνται μόνο σε μια απίστευτη καταστροφολογία για το τι δήθεν πρόκειται να γίνει, αν τυχόν η χώρα απαλλαγεί από τον χαλινό του ευρώ.

Ενώ όταν αναγκάζονται να μιλήσουν για το τι μας έχει «προσφέρει» το ευρώ, τότε απογειώνονται από τον μάταιο τούτο κόσμο της κοινής λογικής και αναζητούν καταφύγιο στην νεφελοκοκκυγία του παραλόγου. Εκεί δηλαδή όπου τα εξωτερικά ελλείμματα είναι απόδειξη αναπτυξιακής δυναμικής και όχι παραγωγικής αποσύνθεσης. Εκεί όπου ο υπερδανεισμός, ιδιωτικός και δημόσιος δεν αποτελεί πρόβλημα, ούτε οδηγεί στην χρεωκοπία. Εκεί όπου με την δραχμή είχαμε πολύ περισσότερα αδιέξοδα και προβλήματα, παρά με το ευρώ. Εκεί όπου η άνοδος του ΑΕΠ, του πιο εικονικού δείκτη της οικονομίας, αποτελεί βασικό κριτήριο της οικονομικής ανάπτυξης. Εκεί όπου το να πληρώσει με κάποιο τρόπο ο λαός και η εργατική τάξη το τοκογλυφικό χρέος που έχει συσσωρεύσει η άρχουσα τάξη, είναι ο μόνος δρόμος.

Κι όχι μόνο αυτό. Η ίδια η κρίση του ευρώ και της ευρωζώνης έχει εξαφανιστεί παντελώς από την ανάλυσή τους. Δεν είναι παρά μια απλή παράπλευρη συνέπεια της παγκόσμιας κρίσης, έστω κι αν ο ίδιος ο Τρισέ έχει πει ότι «από τον Σεπτέμβριο του 2008 αντιμετωπίζουμε την πιο δύσκολη κατάσταση από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου – ίσως ακόμη και από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.» (Der Spiegel, 15/5/10) Τι ξέρει ο Τρισέ από ευρώ και κρίση, όταν υπάρχουν αριστεροί σαν τους Καλλωνιάτη, Μηλιό και Λαπατσιώρα, που ξεμπερδεύουν στα γρήγορα με όλα αυτά σαν να ήταν ασήμαντες λεπτομέρειες. Η απολογητική στην οποία ασκούνται οι κύριοι αυτοί κάνει ακόμη και τους Μπαρόζο-Τρισέ να ωχριούν. Όσο για την τερατώδη υπερδιόγκωση των τραπεζών και την επιβολή ενός δημοσιονομικού ολοκληρωτισμού στην ευρωζώνη υπέρ των χρηματαγορών, ούτε που τους απασχολεί. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει μεγαλύτερος «διεθνισμός» από την ολοκληρωτική ισοπέδωση λαών, χωρών και εργατικών τάξεων που εφαρμόζει η ΕΕ σήμερα.

Τέλος θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ένα πράγμα: Αυτός που σε μια τόσο κρίσιμη καμπή της χώρας, του λαού και της εργατικής τάξης αναλαμβάνει να πείσει τον απλό κόσμο ότι μπορεί να κάνει ελάχιστα, ότι δεν μπορεί να πετύχει και πολλά και γενικά ότι δεν μπορεί να αποτινάξει με την πάλη του καταπιεστικά πλαίσια και δεσμά, εδώ και τώρα που το χρειάζεται, που κρίνεται η επιβίωσή του, τότε αυτός δεν ανήκει στην αριστερά. Ότι κι αν δηλώνει, ότι κι αν λέει, ότι κι αν επικαλείται, όποια κι αν είναι η ιστορία του, όσες φορές την ημέρα κι αν προσεύχεται στο μαρξισμό, όσα ευχέλαια κι αν κάνει στην παγκόσμια επανάσταση, όσα καντήλια κι αν ανάβει στον Λένιν, στον Στάλιν ή στον Τρότσκι, όσα πρόβατα κι αν βάφει κόκκινα σαν τον Τραμπάκουλα του Χάρι Κλιν. Δεν αντιπροσωπεύει παρά μια συντηρητική και καθεστωτική δύναμη, μια δύναμη δωσιλογισμού, εθνικής και ταξικής προδοσίας, ανάχωμα και εμπόδιο στην αναγκαία πάλη για τη χειραφέτηση του λαού και της χώρας.

Και με τέτοιες δυνάμεις δεν χωρά διάλογος. Ιδίως σε μια περίοδο όπου η εργατική τάξη, η διανόηση και ο υπόλοιπος λαός καλούνται να δώσουν τη μάχη της ζωής τους. Να με συγχωρούν λοιπόν όλοι οι σ/φοι και φίλοι για τον τρόπο που μεταχειρίζομαι όλους αυτούς τους βολεμένους κυρίους της δήθεν αριστεράς, της δήθεν επιστήμης και της δήθεν αντικειμενικότητας, που σαν τον κ. Μπινιάρη ή σαν τον κ. Καλλωνιάτη έρχονται για να ασκήσουν αφ’ υψηλού κριτική σε πράγματα που δεν σκαμπάζουν μόνο και μόνο για να υπερασπιστούν την κυρίαρχη τάξη και λογική. Καλοπροαίρετος διάλογος ανάμεσα σ’ όσους συνειδητά στρατεύονται σήμερα στην υπηρεσία του λαού, της εργατικής τάξης και των αληθινών συμφερόντων της χώρας και σε όσους πασχίζουν να υπερασπιστούν το άθλιο και χρεοκοπημένο καθεστώς της ευρωενωσιακής υποδούλωσης, δεν μπορεί να υπάρξει. Μόνο ανελέητη πολεμική.   

Ο θυμόσοφος λαός συνηθίζει να λέει, δείξε μου τον φίλο σου για να σου πω ποιος είσαι. Στο λαϊκό κίνημα και περισσότερο στην αριστερά ισχύει πάντα το δείξε μου με ποιον κάνεις «διάλογο» για να σου πω ποιος πραγματικά είσαι. Σε όλες τις εποχές όπου κυριαρχεί η δράση με ιστορικούς όρους, όπου η συνεισφορά καθενός μετριέται πολύ συγκεκριμένα και σε ημερήσια βάση, όπου μέτρο σύγκρισης όχι μόνο για συλλογικότητες, αλλά και για τους μεμονωμένους αγωνιστές είναι οι ανάγκες και οι απαιτήσεις ενός ολόκληρου λαού, βρίσκονται κάποιοι ξεπεσμένοι διανοούμενοι, περιπλανώμενοι παράγοντες και παραγοντίσκοι, ανερχόμενοι αστέρες, αποτυχημένοι γραφειοκράτες των κομματικών μηχανισμών και ιδεολογικοπολιτικά ερείπια μιας άλλης εποχής που κηρύττουν την ανάγκη του «διαλόγου» μέσα στην αριστερά. Την ίδια ακριβώς ώρα που χρειάζονται τεκμηριωμένα αιτήματα για να εμπνεύσουν τη μαζική δράση. Είναι κι αυτό ένα στοιχείο της βαθιάς σήψης και αποσύνθεσης μιας αριστεράς που πρέπει να εκλείψει μια δια παντός, να πεταχτεί στα σκουπίδια, ώστε να ανοίξει ο δρόμος σε μια νέα ρωμαλέα επαναστατική δύναμη που να μπορεί να τεθεί επάξια επικεφαλής του τιτάνιου αγώνα που καλείται να δώσει η εργατική τάξη, ο λαός και η χώρα.

Σε τέτοιους «διαλόγους» όπου οποιοσδήποτε μπορεί να αναβαπτιστεί ως έντιμος αριστερός, προοδευτικός, ή δημοκράτης, σαν να βγήκε μόλις από την κολυμπήθρα του Σιλωάμ, παρά το γεγονός ότι υποστηρίζει ότι πιο αντιδραστικό υπάρχει σήμερα, εγώ προσωπικά δεν πρόκειται να συμμετάσχω. Όπως λέει κι ο λαός μας, καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα.

 

30/9/2010,

Δημήτρης Καζάκης

Οικονομική κρίση και Οικιακή Οικονομία

Οικονομική κρίση και Οικιακή Οικονομία

 

Της Ευαγγελίας Κροκίδη*

 

 

 

Η εποχή μας έχει χαρακτηριστεί από την μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων χρόνων. Ιδιαίτερα στη Ελλάδα η κρίση αυτή αντιμετωπίζεται με πολύ μεγάλη συζήτηση και προσπάθειες για την διαχείρισή της. Όλες αυτές οι συζητήσεις συνοδεύονται από αρκετή δόση απαισιοδοξίας και κατάθλιψης ή απλού αλλά σοβαρού άγχους στην καλύτερη προσπάθεια.

Μήπως όμως όλο αυτό που συμβαίνει και βρήκε απροετοίμαστους όλους και όλες θα μπορούσε να έχει καλύτερες μεθόδους αντιμετώπισης;

Από τον 19ο αιώνα, τις εποχές που οι Έλληνες προσπαθούσαν να στήσουν το ελληνικό κράτος για να γίνει το σύγχρονο κράτος της ευημερίας των πολιτών του, μια από τις σοβαρότερες έννοιες ήταν η αντιμετώπιση των οικονομικών της οικογένειας ή του οίκου που στην εποχή της σύγχρονης επιστήμης της οικονομίας ονομάστηκε νοικοκυριό. Και εκείνες τις εποχές που οι ρόλοι των φύλων ήταν αυστηρά καθορισμένοι, οι γυναίκες είχαν την αποκλειστική ευθύνη των οικονομικών της οικογένειας, ζώντας στον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού τους και έχοντας την μοναδική και αποκλειστική ευθύνη της ανατροφής των παιδιών τους.

Τότε λοιπόν αναπτύχθηκε η επιστήμη της Οικιακής Οικονομίας, της επιστήμης ή και «τέχνης» για άλλους που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ευδαιμονία του οίκου. Αποτέλεσε βασικό μάθημα στους χώρους που εκπαιδεύονταν οι γυναίκες άρα βασικό στοιχείο της γυναικείας εκπαίδευσης και της ανάπτυξης του φεμινιστικού κινήματος όπως αυτό εξελίχθηκε στην πορεία της ιστορίας σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες φεμινίστριες σε διεθνές επίπεδο αλλά και στην Ελλάδα, μετέφεραν την επιστήμη της Οικιακής Οικονομίας, με όλα τα χαρακτηριστικά της, από τον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού τους στις αίθουσες των παρθεναγωγείων και στους χώρους εργασίας όταν οι γυναίκες κατάφεραν να βρουν το δρόμο για το δημόσιο βίο.

Βασικό στοιχείο λοιπόν της Οικιακής Οικονομίας ήταν η διαχείριση των οικονομικών του οίκου. Θέμα που πρωτοαναφέρεται και από τον Ξενοφώντα  στο έργο του «Οικονομικός», αποδεικνύοντας έτσι περίτρανα ότι βασικό μέλημα όλων των οικογενειών από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας με την ύπαρξη των χρημάτων ή την απλή ανταλλαγή των αγαθών που βοηθούσαν στην καθημερινότητα αλλά και την ανάπτυξη των νοικοκυριών ήταν πάντα η σωστή διαχείριση των πόρων της οικογένειας.

Και φτάνουμε στο σήμερα. Η έννοια των πόρων έχει αποκτήσει και άλλο νόημα όταν αυτοί δεν είναι μόνο αγροτική ή οικιακή παραγωγή αλλά και ενεργειακή διαχείριση του περιβάλλοντος, ανάγκη για εξοικονόμηση ανθρωπίνων και υλικών πόρων καθώς και η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης που έχει αποκτήσει καθοριστική σημασία στην σύγχρονη κοινωνία και στην ανάπτυξη των πολιτών της.

Οι οικογένειες, με όποια μορφή και αν έχουν, συνεχίζουν να είναι το κύτταρο της κοινωνίας. Είναι πάντα εκείνες στις οποίες γεννιούνται και μεγαλώνουν παιδιά. Ο ιδιωτικός χώρος του σπιτιού είναι το περιβάλλον στον οποίο τα παιδιά αναπτύσσονται και διαμορφώνουν τις προσωπικότητες τους πριν αρχίσουν την δημόσια κοινωνικοποίησή τους.

Και ύστερα έρχεται το σχολείο. Με τις νέες μορφές μάθησης που αναπτύσσονται στον 21ο αιώνα παίζει σημαντικό ρόλο στις καινούριες ανάγκες και τα δεδομένα που παρουσιάζονται με αλματώδεις ρυθμούς. Η Οικιακή Οικονομία και σε αυτό το εκπαιδευτικό περιβάλλον παίζει σημαντικό ρόλο.

Η επιστήμη της Οικιακής Οικονομίας, η οποία στην σύγχρονη μορφή της στοχεύει στην ευημερία του ατόμου, της οικογένειας, της ομάδας και φυσικά της κοινότητας, με την σωστή διαχείριση ανθρωπίνων και υλικών πόρων μπορεί και πρέπει να είναι επίκαιρη αλλά και αναγκαία. Στην σύγχρονη εποχή που η διαχείριση των πόρων της οικογένειας δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των γυναικών και που η ισότητα των δυο φύλων θεωρείται δεδομένο η εκπαίδευση πρέπει να συνεισφέρει και σε αυτή την διάσταση. Και με την σημαντική βοήθεια που μπορεί να προσφέρει το διδακτικό αντικείμενο της Οικιακής Οικονομίας όπως αυτό διδάσκεται, με ελλείψεις δυστυχώς, στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου.

Η Οικιακή Οικονομία είναι η επιστήμη που μπορεί να βοηθήσει τα ζευγάρια και τις οικογένειες στην λήψη αποφάσεων στην καθημερινή τους ζωή. Θα τους βοηθήσει να θρέψουν τους εαυτούς τους αλλά και τα παιδιά τους με τις σωστές τροφές, να μπορέσουν να διαχειριστούν τα οικονομικά τους στις δύσκολες οικονομικά εποχές που βιώνουμε, να διαχειριστούν το σπίτι τους με τις σωστές ενεργειακές πολιτικές που θα τους εξασφαλίσουν αειφορία και εξοικονόμηση πόρων στο καθημερινό τους βίο.

Θα μπορέσουν να αποκτήσουν βασικές αρχές πρώτων βοηθειών, οικογενειακού αντισεισμικού σχεδίου, οικογενειακού προγραμματισμού. Θα μάθουν βασικά οικονομικά στοιχεία που θα τους βοηθήσουν να υλοποιήσουν τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό, τα έξοδα τους αλλά και να μάθουν τεχνικές που θα τους δώσουν εύκολες λύσεις στα καθημερινά προβλήματα της ζωής τους. Και φυσικά για όλα αυτά δεν θα τους είναι απαραίτητη η πληροφόρηση από τα τηλεοπτικά μαγκαζίνο τα οποία προσφέρουν μεν γνώσεις, αμφιβόλου πολλές φορές όμως ποιότητας, αφού εκείνοι που τις προσφέρουν δεν έχουν ούτε τις κατάλληλες γνώσεις αλλά ίσως ούτε και τον τρόπο να μεταφέρουν τα σωστά στοιχεία. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα όλων εκείνων των κυριών, ευυπόληπτων κατά τα άλλα, που μαγειρεύοντας στην οθόνη της τηλεόρασης στις πρωινές εκπομπές μεταφέρουν τους καλύτερους τρόπους για την καταστροφή όλων των θρεπτικών στοιχείων που μπορεί να περιέχουν οι τροφές που βρίσκονται διαθέσιμες για κατανάλωση στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Τα μέλη της οικογένειας θα έχουν αποκτήσει τις γνώσεις που τους είναι απαραίτητες για την ευημερία τους από το σχολείο μέσα από το μάθημα της Οικιακής Οικονομίας που θα τους δώσει παράλληλα και όλες εκείνες τις δεξιότητες που είναι απαραίτητες για να είναι επιδέξιοι καταναλωτές και κριτές εκείνων που βλέπουν και ακούν γύρω τους από τα ΜΜΕ όπως αυτά έχουν αναπτυχτεί στην σύγχρονη Ελλάδα.

Το μάθημα της Οικιακής Οικονομίας σήμερα θα πρέπει να βρει τον δρόμο που του αξίζει. Στην εποχή που οι οικονομικές δυσκολίες απαιτούν την σωστή χρήση των οικονομικών πόρων, τώρα, που η εξοικονόμηση ενέργειας είναι το σημαντικότερο στοιχείο για την επιβίωση της ανθρωπότητας η εκπαίδευση οφείλει να δώσει στην επιστήμη της Οικιακής Οικονομίας το χώρο που της αξίζει.

Σήμερα που οι διατροφικές ανάγκες έχουν οδηγήσει στην χρήση μεταλλαγμένων τροφίμων και στην ανάγκη παρασκευής της τροφής με τους κατάλληλους τρόπους για την σωστή πρόσληψη των θρεπτικών στοιχείων που είναι απαραίτητα για την πρόληψη ασθενειών, τώρα που οι ανάγκες της οικογένειας είναι σαφώς μεγαλύτερες και πιο επείγουσες η Οικιακή Οικονομία, οι στόχοι και το περιεχόμενο της, μπορεί να έχουν τις λύσεις αλλά και τον τρόπο να βοηθήσουν τις σύγχρονες κοινωνίες.

Αρκεί να της δοθεί το βήμα για να μπορέσει να συνεισφέρει με όλες τις δυνατότητες που έχει ως επιστήμη με την σύγχρονη μορφή της και να απαλειφτούν οι έμφυλες και εκπαιδευτικές προκαταλήψεις που την ακολουθούν. 

 

 

* Η Ευαγγελία Κροκίδη είναι Σχολική Σύμβουλος Οικιακής Οικονομίας, Msc στις Σπουδές Φύλου, Υποψήφια Διδάκτορας Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, Σύνδεσμος για την Ελλάδα της Διεθνούς Ομοσπονδίας Οικιακής Οικονομίας.

 

 

ΠΗΓΗ: 13/09/2010 – 14:57, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=9375

Εκλογές και Μνημόνιο Ι

Εκλογές και Μνημόνιο

 

του Βένιου Αγγελόπουλου


 

 

            Παλιά, παίζαμε στην αλάνα πολεμικά παιχνίδια, ινδιάνοι και καμπόηδες, σταυροφόροι και σαρακηνοί, Βίκιγκς και αντι-Βίκιγκς, ανάλογα με το έργο πούχαμε δει στο θερινό σινεμά. Όταν είπαμε να χωριστούμε σε Έλληνες και Τούρκους, κανείς δε θέλησε να κάνει τον Τούρκο…

            Προχτές στην τηλεόραση, από τους εννιά υποψήφιους περιφερειάρχες Αττικής κανείς δε θέλησε να κάνει τον υπερασπιστή του μνημονίου. Ούτε καν αυτοί που το κόμμα τους τόχε ψηφίσει. Κανείς δεν τόλμησε: το μνημόνιο έχει καταδικαστεί στα μάτια του λαού. Οι αυτοδιοικητικές εκλογές θα εξελιχθούν σε δημοψήφισμα με ποσοστά Τσαουσέσκου εναντίον του μνημονίου. Αθροιστικά.

Η ομοφωνία σταματάει εκεί. Υπάρχουν οι απολογητές του «μονόδρομου», που θεωρούν το μνημόνιο κάτι σα θεϊκή τιμωρία για τις αμαρτίες μας – αλόγιστα ξοδέψαμε. Και αυτοί που λένε πώς άλλοι έφαγαν κι άλλοι πληρώνουν, και πως πρέπει να αλλάξουμε ρότα: οι αριστεροί.

            Κι όμως, ο λόγος της Αριστεράς δεν πείθει. Για πολλούς το πολιτικό μας σύστημα χρεοκόπησε, κι η Αριστερά μαζί του. Τα επιτελεία της αναλώθηκαν σε καρεκλομαχίες και «διεμβολισμούς» πολιτικών χώρων (ενώ αυτοί αποσυντίθενται), αντί να δουν τις εκλογές σαν ευκαιρία οργάνωσης της κοινωνικής αντίστασης απέναντι όχι μόνο στο μνημόνιο, αλλά και στις συνθήκες που το έφεραν και που θα φέρουν και το επόμενο.

            Αλλά ο κόσμος της Αριστεράς παραμένει ζωντανός. Πάντα προδομένος, μα όχι πια ευκολοπίστευτος. Σιχτιρίζοντας. Πέρα από την καταδίκη του μνημονίου, από τους αριστερούς υποψήφιους οι αριστεροί περιμένουν (και συστρατεύονται μαζί τους) κάτι άλλο από την ανάλυση των βλαβερών συνεπειών του, τις γενικόλογες πολεμικές ιαχές, την αναφορά σε δάφνες και παράσημα του παρελθόντος.

            Περιμένουν (και συνδιαμορφώνουν) απαντήσεις στο ερώτημα, πώς, συγκεκριμένα, θα οργανωθεί η αντίσταση στη «θεομηνία» του μνημονίου, πώς θα αξιοποιηθούν σαν χαρακώματα οι αυτοδιοικητικοί θεσμοί, πώς θα οργανωθεί η συμμετοχή του κόσμου της εργασίας. Και περιμένουν μαζί τους όλοι όσοι φτύνουν το σύστημα αλλά αισθάνονται αδύναμοι απέναντί του.

            Και για το κάνουμε ακόμα πιο λιανά (και βεβαίως όχι εξαντλητικά), μπορεί η Τοπική Αυτοδιοίκηση να δημιουργήσει δομές αλληλεγγύης; Μπορεί να φορολογήσει τράπεζες που δρουν στο έδαφός της; Μπορεί να μειώσει τη βεντάλια των αμοιβών; Μπορεί να ξεσκεπάσει τις λαμογιές στα δημόσια έργα και να επιβάλει διαφάνεια; Μπορεί να ιδρύσει λαϊκά συμβούλια για να εκφράζονται και να ελέγχουν οι κάτοικοι; Μπορεί να μελετήσει τα νομικά εμπόδια σε τέτοιες ενέργειες και να βρει παραθυράκια ή να δημιουργήσει ρήγματα; Και άλλα πολλά.

            Πάντα μπορούμε να ελπίζουμε πως, έστω και την τελευταία στιγμή, θα επικρατήσει σαφήνεια στόχων και ενότητα δράσης (τα δύο πάνε μαζί, ειδεμή, κλαύτα Χαράλαμπε), αν όχι παντού, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό. Ώστε οι αυτοδιοικητικές εκλογές να γίνουν ένα αρχικό βήμα συλλογικής αντίστασης. Απέναντι στο μνημόνιο και στο σύστημα που μας πάει εκατό χρόνια πίσω.

            Ειδεμή, ας περιμένουμε την επόμενη σφαλιάρα με αισιοδοξία: κάποτε η κοινωνία θα αντιδράσει.

 

* (ang@math.ntua.gr)

 

22/9/2010

 

Σημείωση: Μας στάλθηκε ευγενικά από το συγγραφέα, με την υπογράμμιση ότι δημοσιεύτηκε στο "Δρόμο της Αριστεράς" Σαββάτο 25/9/2010.