ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ:

 

 Η συμμετοχική δημοκρατία είναι ένας τύπος φιλελεύθερης δημοκρατίας, η οποία δίνει έμφαση στην ευρεία εμπλοκή των Πολιτών, στην διεύθυνση και διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Έχουμε την εντύπωση ότι, αν και μέχρι χθες η Ελλάδα μάλλον είχε την επιλογή της χρεοκοπίας, ήταν ελεύθερη δηλαδή όσον αφορά τη συγκεκριμένη, οδυνηρή απόφαση, η δυνατότητα αυτή έχει πλέον «εκλείψει» – ταυτόχρονα ίσως με την ψευδαίσθηση πως το ΔΝΤ θα δίσταζε να λεηλατήσει τόσο το δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό πλούτο της.

Όταν όμως κανείς παίζει σκάκι με το διάβολο, η παρτίδα είναι συνήθως χαμένη. Εάν δε επιτρέψει σε μία εγκληματική οργάνωση να εισβάλλει στο σπίτι του για να τον «προστατεύσει», είναι προφανώς πολύ δύσκολο να αποφύγει ο ίδιος τη ληστεία – ενώ είναι ανόητο να μην την αναμένει. Εν τούτοις, η δύναμη δεν δημιουργεί Δίκαιο και δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε παρά μόνο τις νόμιμες δυνάμεις (J.J.Rousseau).       

Ανεξάρτητα από όλα αυτά, όπως έχουμε αναλύσει στο κείμενο μας «Η τελική, αντίστροφη μέτρηση», “Εκτός των γενικότερων προβλημάτων της εξόδου μίας χώρας από την Ευρωζώνη (άρθρο μας), έχουμε την άποψη ότι, θα ήταν σίγουρα σωστό να μην είχαμε εισέλθει στο χώρο του Ευρώ, αφού είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον να ανταγωνιστούν οι δικές μας επιχειρήσεις, αυτές των ανεπτυγμένων χωρών του ευρωπαϊκού Βορά – πόσο μάλλον όταν, ενώ εμείς «χρησιμοποιούσαμε» τη συμμετοχή μας ανόητα για την αύξηση του δανεισμού μας, η Γερμανία λειτουργούσε με απόλυτη ιδιοτέλεια, ύπουλα και επιθετικά, υποτιμώντας εσωτερικά το κοινό νόμισμα. Εν τούτοις, είναι πλέον αδύνατον να εξέλθουμε, τουλάχιστον για τους εξής λόγους:

(α)  Το δημόσιο χρέος μας είναι (και θα παρέμενε βέβαια) σε Ευρώ. Επομένως, μία επαναφορά του εθνικού μας νομίσματος (δραχμή), το οποίο θα έπρεπε να υποτιμηθεί τουλάχιστον κατά 20% (η διαφορά μας με το γερμανικό ευρώ είναι της τάξης του 35%), θα είχε σαν αποτέλεσμα μία ανάλογη αύξηση του χρέους μας. Το δημόσιο χρέος μας τώρα, ύψους 340 δις € (2010), θα εκτοξευόταν «αυτόματα» στα 408 δις € (20%), ενώ θα επιβαρυνόταν επί πλέον από το κόστος της κρίσης (40%), έτσι όπως το έχουμε ήδη αναλύσει (σε δραχμές, θα ξεπερνούσε τα 500 δις €).

(β)  Το επιτόκιο του χρέους μας θα αυξανόταν πολύ περισσότερο από το ύψος των σημερινών spreads – αν και θα ήταν μάλλον απίθανη η συνέχιση του δανεισμού μας από τις «αγορές», ανεξαρτήτως επιτοκίων, αφού το δημόσιο χρέος μας θα υπερέβαινε κατά πολύ το 200% του ΑΕΠ μας.

(γ)  Τα ίδια θα συνέβαιναν και με το ιδιωτικό χρέος μας (τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά) – τουλάχιστον όσον αφορά το μέρος που έχουμε δανεισθεί από το εξωτερικό.

(δ) Τα αποτελέσματα της τραπεζικής κρίσης, καθώς επίσης του υπερπληθωρισμού που θα ακολουθούσαν την επαναφορά της δραχμής (οι τράπεζες οφείλουν σε ευρώ), θα ήταν κατά πολύ χειρότερα από αυτά της Αργεντινής – οπότε θα ήταν αδύνατον να ανταπεξέλθει η Οικονομία μας. 

(ε)  Για να ήταν βιώσιμη η Ελλάδα εκτός της ζώνης του ευρώ, θα έπρεπε το δημόσιο χρέος της να μην υπερέβαινε το 50% του ΑΕΠ της – άρα, τα 120 δις €. Επομένως, μαζί με την επαναφορά της δραχμής, θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος διαγραφής χρεών, ύψους τουλάχιστον 300 δις € – συμπεριλαμβανομένου του κόστους της υποτίμησης του νέου νομίσματος, αλλά μόνο εν μέρει την επιβάρυνση της κρίσης”.

Υπό την τελευταία προϋπόθεση, εάν δηλαδή μπορούσαμε να διαγράψουμε 300 δις €, θα ήταν ευχής έργο η, έστω και μονομερής, αποχώρηση μας από την Ευρωζώνη – παραμένοντας στην ΕΕ και διευρύνοντας τον «ζωτικό» μας χώρο προς τη Ρωσία, την Κίνα, την πλησιέστερη Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Έτσι, θα μπορούσαμε ίσως να ξεκινήσουμε από την αρχή, επαναβιομηχανοποιώντας την Ελλάδα – χωρίς τις αρνητικές συνέπειες ενός μη άριστου νομισματικού χώρου, υπό τη διαρκή απειλή της υποταγής του στη Γερμανία και στο Καρτέλ. Οι εξαγωγές μας, οι οποίες είναι σχεδόν μηδενικές (Πίνακας Ι), θα αποτελούσαν αναμφίβολα την σημαντικότερη προτεραιότητα μας, σε μία τέτοια περίπτωση.  

 

ΠΙΝΑΚΑΣ I: Εργαζόμενοι, ΑΕΠ σε δις $, εξαγωγές και εργαζόμενοι ανά εξαγωγές (παραγωγικότητα)

 

Χώρες

Εργαζόμενοι

ΑΕΠ*

Εξαγωγές *

Εξαγωγ/Εργ.

 

 

 

 

 

Ολλανδία

7,50 εκ.

644,6 δις

465,30 δις

62.040

Ελλάδα

4,94 εκ.

237,9 δις

25,76 δις

5.215

Σουηδία

4,66 εκ.

394,5 δις

176,5 δις

37.876

Αυστρία

3,56 εκ.

328,4 δις

158,30 δις

44.466

Δανία

2,90 εκ.

268,8 δις

102,10 δις

35.207

Φιλανδία

2,68 εκ.

210,5 δις

92,62 δις

34.560

Νορβηγία

2,50 εκ.

284,0 δις

136,10 δις

54.440

* 2007 σε δις $ , f.o.b.

Πηγή: ip    

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

 

Σε σχέση με όλες τις άλλες χώρες που αναφέρονται στον Πίνακα I, υστερούμε εντελώς αδικαιολόγητα τόσο στις εξαγωγές, όσο και στην παραγωγικότητα των εργαζομένων μας. Ακόμη και η Πορτογαλία, με τα ελάχιστα σχετικά μέσα που διαθέτει,  πόσο μάλλον με τη γεωγραφική θέση που βρίσκεται, έχει διπλάσιες εξαγωγές από εμάς (περί τα 50 δις $). Επομένως, υπάρχει εύκολη διέξοδος για την Ελλάδα, αρκεί να ανοίξει νέες αγορές (Κίνα, Αραβία, Ρωσία κλπ), αυξάνοντας ταυτόχρονα την παραγωγικότητα των εργαζομένων της.   

Περαιτέρω οι διαπιστώσεις μας, όσον αφορά την «καταναγκαστική» παραμονή μας στο χώρο του Ευρώ, από τον οποίο φυσικά κανένας δεν έχει το δικαίωμα να μας διώξει, δε σημαίνουν ότι δεν πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, σε σχέση με τυχόν «διάλυση» του. Η διάλυση αυτή, η κατάρρευση καλύτερα, δεν αποτελεί ένα εντελώς εξωπραγματικό σενάριο (άρθρο μας), αφού συνεχίζουν να αναπτύσσονται οι «φυγόκεντρες δυνάμεις» εντός της Ευρωζώνης –  παρά τις αντίθετες προθέσεις των Η.Π.Α. (Wall Street), πιθανότατα σε συνεργασία με τη Γερμανία (αν και η Γερμανία δεν διαθέτει ούτε τα στελέχη, ούτε τη δομή που θα μπορούσε να της εξασφαλίσει την ηγεμονία της ΕΕ). Εκτός αυτού, η «υποχρεωτική» παραμονή μας στην Ευρωζώνη δεν λύνει φυσικά τα προβλήματα της Οικονομίας μας τα οποία, κατά την άποψη μας, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε άμεσα – προς όφελος μας φυσικά και όχι για το καλό των δανειστών μας, χωρίς να στηριζόμαστε αποκλειστικά και μόνο σε ξένη βοήθεια.

Τέλος, έχουμε συμπεράνει πως, «Όσο περνάει πολύτιμος χρόνος, χωρίς ριζικές αποφάσεις, τόσο υψηλότερη θα γίνεται η απαιτούμενη διαγραφή χρεών και τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος χρεοκοπίας της χώρας μας – παράλληλα με την πλήρη  υποδούλωση της στους εντολείς του συνδίκου του διαβόλου». Ας μην ξεχνάμε ότι, η Αργεντινή τελικά χρεοκόπησε, μετά από πολύχρονη παραμονή στα «νύχια» του ΔΝΤ, από το οποίο στην κυριολεξία λεηλατήθηκε. Η πορεία των μεγεθών της οικονομίας μας, όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί, είναι αρκετά «εύγλωττη», σε σχέση με τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας της χώρας μας.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξέλιξη ΑΕΠ, εσόδων, δαπανών και ελλειμμάτων (των ζημιών δηλαδή του κράτους) σε εκ. €, στην Ελλάδα

 

ΕΤΟΣ

ΑΕΠ*

Έσοδα

Δαπάνες

Έλλειμμα

Δημόσιο Χρέος**

Ποσοστό επί ΑΕΠ

 

 

 

 

 

 

 

2003

153.045

37.500

40.735

-3.235

179.008

117,00%

2004

164.421

40.700

45.414

-4.714

198.832

120,90%

2005

196.609

42.206

48.685

-6.479

209.723

118,90%

2006

213.085

46.293

50.116

-3.823

224.162

105,10%

2007

228.180

49.153

55.733

-6.580

237.742

104,20%

2008

239.141

51.680

61.642

-9.962

260.439

108,90%

2009

237.494

48.491

71.810

30.866

298.524

125,68%

2010

231.000

52.700

66.188

-19.473

340.680

147,48%

 Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών  (εκτιμήσεις σελ. 49 και 64)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* ΑΕΠ 2005 αναθεωρημένο, δηλαδή 20% περίπου «τεχνητά» αυξημένο σε σχέση με το 2004, μετά την πρόσθεση εσόδων από την «μαύρη οικονομία» εκ μέρους της κυβέρνησης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί το ποσοστό του ελλείμματος και να βρεθεί εντός του συμφώνου σταθερότητας της Ε.Ε. (ουσιαστικά, πλασματικό ΑΕΠ).

** Χρέος κεντρικής κυβέρνησης  

 

Τουλάχιστον από την αύξηση των δαπανών, φαίνεται καθαρά η αποκλειστική ευθύνη της Πολιτείας – αφού είναι η μοναδική υπεύθυνη για την «εκτροπή» τους. Δυστυχώς (άρθρο μας), αφού οι κυβερνήσεις έχουν στη διάθεση τους ένα ορισμένο «budget», έτσι όπως εμφανίζεται στον εκάστοτε ετήσιο προϋπολογισμό, δεν ξοδεύουν, όπως ο κάθε συνετός «οικογενειάρχης», το ποσόν που ευρίσκεται στα ταμεία τους, αλλά δανείζονται πολύ περισσότερα – χωρίς καθόλου να ρωτήσουν τους Πολίτες που εκπροσωπούν (κάτι που συμβαίνει συνεχώς, τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια).

Όπως συμπεραίνεται λοιπόν και από τον Πίνακα ΙΙ, οφείλουμε να αναζητήσουμε επειγόντως λύσεις οι οποίες, αφενός μεν θα λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τυχόν έξοδο μας από την Ευρωζώνη, αφετέρου θα κάνουν εφικτή την παραμονή μας εντός της – πάντοτε σε συνδυασμό με την εκδίωξη του ΔΝΤ αφού, όσο παραμένει στη χώρα μας, δεν υπάρχει απολύτως κανένα μέλλον (ειδικά τώρα που το ΔΝΤ, εγκαταλείποντας με θράσος τη σκιώδη διακυβέρνηση, καθώς επίσης το μανδύα της «Τρόικας», ανέλαβε «πραξικοπηματικά» την επίσημη κυβέρνηση της Ελλάδας – κρίνοντας τις απεργιακές κινητοποιήσεις και επεμβαίνοντας σε διάφορα εσωτερικά μας ζητήματα).   

Σε κάθε περίπτωση βέβαια είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι, ακόμη και αν το δημόσιο χρέος μας περιοριζόταν στο 50% του ΑΕΠ μας, θα επανερχόταν σύντομα «στη θέση του», στο 150% δηλαδή, εάν δεν αλλάξουμε το πολίτευμα μας ή όσο η Ευρωζώνη δεν αποφασίζει την πολιτική ένωση της – όχι βέβαια απλά τη «δημοσιονομική», έτσι όπως σχεδιάζεται σήμερα μονόπλευρα από τη Γερμανία αλλά, κυρίως, τη μεταφορά πόρων, από τις πλεονασματικές προς τις ελλειμματικές οικονομίες (Transfer Union).

Εναλλακτικά υπάρχει επίσης η λύση, στην οποία είχε αναφερθεί πολλά χρόνια πριν ο Keynes: η αύξηση της κατανάλωσης των πλεονασματικών χωρών, ειδικά σε προϊόντα εισαγωγής τους από τις ελλειμματικές χώρες, σε συνδυασμό με τις «παραγωγικές» επενδύσεις τους στις ίδιες – δηλαδή, η αύξηση των εισαγωγών σήμερα από τους ασθενέστερους «εταίρους» της ΕΕ, καθώς επίσης οι παραγωγικές επενδύσεις των πλεονασματικών χωρών τις ΕΕ, στις ελλειμματικές (και όχι στην Κίνα ή αλλού, όπως δυστυχώς συμβαίνει).   

Οι λύσεις αυτές τώρα θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν, πριν από οτιδήποτε άλλο και αμέσως μετά την εκδίωξη του ΔΝΤ (σαφώς προηγείται), την «αναθεώρηση» του «διεφθαρμένου» πολιτεύματος μας – αφού, εάν παραμείνει ως έχει, καμία από τις όποιες «διεργασίες» δεν πρόκειται να έχει «διατηρήσιμα» αποτελέσματα. Άλλωστε, όπως έχει ιστορικά αποδειχθεί (K.Rogoff), εκείνες οι χώρες, οι οποίες διέγραψαν χρέη τους (haircut), διατηρώντας την αντιπροσωπευτική δημοκρατία μέσα σε ένα καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, πολύ σύντομα χρεώθηκαν ξανά. Δυστυχώς, η παράλληλη «υποχρέωση» μας, ο έλεγχος των τοκογλυφικών αγορών δηλαδή, ο οποίος είναι απόλυτα απαραίτητος, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί μόνο από μία χώρα, στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης – οπότε μπορούμε μόνο να περιορίσουμε τις συνέπειες του.

Στη συνέχεια, αφού δηλαδή διώξουμε το ΔΝΤ και αναθεωρήσουμε το πολίτευμα μας, οφείλουμε να ασχοληθούμε με τη σωστή διαχείριση του δημοσίου χρέους μας – με την διαγραφή ενός εύλογου μέρους του λοιπόν (απεχθές χρέος), καθώς επίσης με την εξόφληση του υπολοίπου, με εφικτούς τόκους και «βιώσιμα» χρεολύσια. Αμέσως μετά, πρέπει να μηδενίσουμε τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μας, έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να χρεωθούμε ξανά.

Παράλληλα, είναι απαραίτητο να εξασφαλίσουνε την ανάπτυξη της οικονομίας μας, με κέντρο βάρους τις εξαγωγές – αφού, χωρίς ανάπτυξη, αφενός μεν καμία χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει μακροπρόθεσμα (πόσο μάλλον μόνη της), αφετέρου δεν δημιουργούνται ρεζέρβες (πλεονάσματα), με τις οποίες εξασφαλίζεται το μέλλον μίας οικονομίας, ανεξαρτήτως συγκυριακών αναταράξεων.  

Για παράδειγμα (αποδείχθηκε από την κατάρρευση της κάποτε κελτικής τίγρης, της Ιρλανδίας), εάν δεν είναι μία χώρα έγκαιρα και κατάλληλα προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει τυχόν οικονομικές κρίσεις, οι οποίες δεν είναι η εξαίρεση σήμερα αλλά, αντίθετα, ο κανόνας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι λειτουργεί ορθολογικά, όσο και αν εξωτερικά φαίνεται υγιής.

Δεν φτάνει λοιπόν να βρούμε «προσωρινές», πόσο μάλλον «λύσεις» ανάγκης, όπως δυστυχώς συμβαίνει σήμερα, αλλά τέτοιες, οι οποίες να είναι «διατηρήσιμες» – να έχουν δηλαδή συμπεριλάβει τουλάχιστον εκείνους τους κινδύνους, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των συνήθων οικονομικών κύκλων (ανοδικών και καθοδικών), η συχνότητα των οποίων έχει πια αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό.        

 

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ

 

Έχουμε την άποψη ότι, η ανάγκη αναθεώρησης του εκ φύσεως διεφθαρμένου πολιτεύματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (άρθρο μας), πρέπει να είναι εν πρώτοις προς την κατεύθυνση της συμμετοχικής δημοκρατίας, η οποία ορίζεται ως εξής:

Η συμμετοχική δημοκρατία είναι ένας τύπος φιλελεύθερης δημοκρατίας, η οποία δίνει έμφαση στην ευρεία εμπλοκή των πολιτών στην διεύθυνση και διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων. Αν και η ετυμολογία υπονοεί ότι, όλα τα πολιτεύματα που αξίζουν την ονομασία «δημοκρατία» στηρίζονται στη συμμετοχή των πολιτών, οι παραδοσιακές αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες τείνουν να περιορίζουν τη συμμετοχή αυτή στην ανάδειξη αντιπροσώπων, οι οποίοι αποφασίζουν για όλα τα ζητήματα, εγκαταλείποντας έτσι τη διακυβέρνηση σε μία επαγγελματική ολιγαρχία – πολύ συχνά δε, σε έναν «κομματικό» δικτάτορα-πρωθυπουργό. Η συμμετοχική δημοκρατία προσπαθεί να εισάγει σε αυτό το σύστημα κάποια χαρακτηριστικά άμεσης δημοκρατίας, συνήθως σε φιλελεύθερο πλαίσιο, έτσι ώστε να διευρύνει το πλήθος των ανθρώπων που έχουν πρόσβαση στις πολιτικές διεργασίες λήψης αποφάσεων, αλλά και να εμβαθύνει αυτήν την πρόσβαση”.

Περαιτέρω, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, “Όλα τα κόμματα εξουσίας μίας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία λειτουργεί μέσα σε ένα καπιταλιστικό οικονομικό πλαίσιο, είναι εκ φύσεως «υποχρεωμένα» να κάνουν μεγάλες «παραχωρήσεις» στους εκλογείς τους, να λειτουργούν με αδιαφάνεια, να διαπλέκονται και να διαφθείρονται – με αποτέλεσμα να μην διαχειρίζονται σωστά τα δημόσια οικονομικά, όχι επειδή δεν μπορούν ή δεν θέλουν, αλλά λόγω του ότι δεν γίνεται διαφορετικά.

Το κυρίαρχο κόμμα, στην προσπάθεια του να «ισορροπήσει» παραμένοντας στην εξουσία, χωρίς να επιβαρύνει με φόρους ή με μειωμένες παροχές/διευκολύνσεις καμία από τις δύο κοινωνικές ομάδες (εργαζόμενους, επιχειρηματίες), καθώς επίσης να συντηρήσει τον αχόρταγο πολλές φορές κομματικό του μηχανισμό, καταφεύγει στο δανεισμό. Δια μέσου του δανεισμού όμως, γίνεται αυτόματα «υποχείριο» του αδρανούς τοκογλυφικού κεφαλαίου, οδηγώντας τη χώρα του στην ολοκληρωτική απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας

Ολοκληρώνοντας τη σκέψη μας, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι, πιστεύουμε στα τεκμηριωμένα πλεονεκτήματα του κοινωνικού κράτους, καθώς επίσης της μη μονοπωλιακά καπιταλιστικής, της πραγματικά δηλαδή ελεύθερης αγοράς – με ελεγχόμενο το μέγεθος, τη δομή και τη λειτουργία των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται εντός της (από επαρκείς επιτροπές ανταγωνισμού κλπ), καθώς επίσης στην παραμονή όλων των κοινωφελών επιχειρήσεων στην ιδιοκτησία του δημοσίου. Έτσι λειτουργούσε η Δυτική Γερμανία, επιτυγχάνοντας το γερμανικό θαύμα – πριν «καταληφθεί» βέβαια από το «νεοφιλελεύθερο πνεύμα» (μετά την ένωση της), το οποίο στη συνέχεια «διαδέχθηκε» ο ασύδοτος, μονοπωλιακός και επεκτατικός καπιταλισμός.

Ταυτόχρονα θεωρούμε ότι, η αναθεώρηση του πολιτεύματος οφείλει να είναι απόλυτα «εφαρμόσιμη» – να μην δημιουργήσει δηλαδή κοινωνικά, οργανωτικά ή επιχειρηματικά προβλήματα, να είναι σταδιακή και συνεχής, με προκαθορισμένο όμως τον τελικό προορισμό.

Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε ως τελικό προορισμό της συνεχώς εξελισσόμενης «συμμετοχικής δημοκρατίας», του δημοκρατικού πολιτεύματος δηλαδή, στο οποίο συμμετέχουν ενεργά όλοι οι ενδιαφερόμενοι Πολίτες, την άμεση δημοκρατία – έτσι όπως αυτή λειτουργεί σήμερα στην Ελβετία, η οποία την υιοθέτησε από την αρχαία Ελλάδα.   

Κατευθυνόμενοι τώρα προς την άμεση δημοκρατία, έχουμε την άποψη ότι, δεν χρειαζόμαστε νέα πολιτικά κόμματα, αφού έχουμε ήδη αρκετά. Αντίθετα, αυτό που χρειαζόμαστε άμεσα, είναι να πείσουμε ή να απαιτήσουμε από ένα τουλάχιστον κόμμα εξουσίας, υποσχόμενοι την ψήφο μας, να υιοθετήσει στο πρόγραμμα του τη συμμετοχική δημοκρατία.

Αναμφίβολα, όποιο κόμμα δεν αποφασίσει να υιοθετήσει τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, ανεξαρτήτως πολιτικής κατεύθυνσης, δεν αξίζει την ψήφο μας. Στην περίπτωση δε που δεν θελήσει να το κάνει κανένα από τα υφιστάμενα, είναι καλύτερα να διατηρήσουμε «λευκή» τη θέση μας – έως ότου ιδρυθεί κάποιο νέο κόμμα, το οποίο θα προσπαθήσει να υπηρετήσει πραγματικά τη χώρα του και τους Πολίτες της, με τη δική τους ενεργή συμμετοχή. Άλλη λύση δεν υπάρχει, ενώ είναι σίγουρα ανόητο να συνεχίσουμε να περιμένουμε το «σωτήρα» – ή να θεωρούμε «σωτήρες» κάποιους πολιτικούς, μετά από τόσες δεκαετίες συνεχών αποτυχιών, οι οποίες οδήγησαν την Ελλάδα στα νύχια του ΔΝΤ.  

Πρώτη προτεραιότητα τώρα της συμμετοχικής δημοκρατίας οφείλει να είναι η δημιουργία εξειδικευμένων επιτροπών Πολιτών – οι οποίοι θα εκλέγονται σε ετήσια βάση με κλήρο, μεταξύ αυτών που θα υποβάλλουν αιτήματα επιλογής τους, ανάλογα με το γνωστικό πεδίο τους. Οι εθελοντικές αυτές επιτροπές, θα έχουν σκοπό τον έλεγχο όλων των δραστηριοτήτων του δημοσίου σε ετήσια βάση, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών καταστάσεων, καθώς επίσης των Ισολογισμών των πολιτικών κομμάτων – κυρίως βέβαια των κομμάτων εξουσίας.

Φυσικά, όλες οι καταστάσεις και οι Ισολογισμοί των κομμάτων, καθώς επίσης του στενότερου ή ευρύτερου δημοσίου, με τα ανάλογα ενημερωτικά (όπως συμβαίνει με τις εισηγμένες εταιρείες), οφείλουν να προετοιμάζονται και να αναρτώνται με διαφάνεια στο διαδίκτυο – έτσι ώστε να είναι «προσβάσιμες» όχι μόνο στις επιτροπές, αλλά σε όλους τους ενδιαφερομένους για τη χώρα τους Πολίτες, όπως και στα ΜΜΕ.

Περαιτέρω, άλλες επιτροπές Πολιτών πρέπει να ελέγχουν τους εκάστοτε νόμους που ψηφίζονται από το Κοινοβούλιο, με τους σημαντικότερους ίσως από αυτούς να προϋποθέτουν δημοψηφίσματα – όπως συμβαίνει στην Ελβετία. Για παράδειγμα, η προσφυγή της χώρας σε έναν διεθνή οργανισμό, όπως στο ΔΝΤ, όφειλε να είναι απόφαση του συνόλου των Πολιτών της – επίσης όλοι οι νόμοι, οι οποίοι αφορούν σοβαρά θέματα των βουλευτών της (ευθύνες υπουργών κλπ). Φυσικά το ίδιο ισχύει και για τις επιτροπές ελέγχου οικονομικών σκανδάλων του δημοσίου, όπως το πρόσφατο της Siemens, έτσι ώστε να μην είναι οι ίδιοι αυτοί που ελέγχονται και ελέγχουν.

Κλείνοντας, όλες οι επιτροπές θα πρέπει να έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης της κοινής γνώμης, με τη βοήθεια δικών τους ΜΜΕ – ενός τηλεοπτικού σταθμού για παράδειγμα, μίας εφημερίδας και ενός διαδικτυακού χώρου, μόνο για το συγκεκριμένο αντικείμενο (με πολιτικές, επιμορφωτικές εκπομπές στον κενό χρόνο). Τέλος, οι επιτροπές θα πρέπει να μπορούν να προτείνουν νέους νόμους, τηρουμένων βέβαια κάποιων προϋποθέσεων (συλλογή άνω των 100.000 υπογραφών κλπ) – ενώ το Σύνταγμα θα μπορεί (ή θα πρέπει) να αλλάζει, μόνο με δημοψήφισμα.

 

Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

Είναι ίσως σκόπιμο να αναλύσουμε σε γενικές γραμμές πως λειτουργεί η δημοκρατία της Ελβετίας, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα, ποια οφείλουν να είναι τα επόμενα στάδια εξέλιξης της χώρας μας.

Κατ’ αρχήν λοιπόν, η σημερινή Ελβετία αποτελείται από 20 καντόνια και 6 «ημικαντόνια», διαφορετικής έκτασης πληθυσμού και οικονομικής δομής μεταξύ τους (με 3.000 κοινότητες). Το κάθε ένα από τα 26 καντόνια και ημικαντόνια έχει το δικό του Σύνταγμα, τα δικά του Δικαστήρια, τη δική του Κυβέρνηση, το δικό του Κοινοβούλιο και τη δική του Αστυνομία. Η πολύπλοκη αυτή δομή έχει σαν αποτέλεσμα την ύπαρξη διαφορετικών νόμων, οι οποίοι συνήθως εξισορροπούνται μεταξύ τους, έτσι ώστε να λειτουργεί το σύστημα στο σύνολο του – περισσότερο μετά από συμφωνίες των καντονιών και λιγότερο με τη βοήθεια ομοσπονδιακών νομοθετημάτων.

Το βασικότερο χαρακτηριστικό της άμεσης δημοκρατίας της χώρας είναι τα συχνά (αρκετές φορές εντός του ίδιου έτους) δημοψηφίσματα, τα οποία αφορούν νόμους και νομοσχέδια – σε επίπεδο κοινοτήτων, επίσης τον προϋπολογισμό (έσοδα και έξοδα). Κατά τη διάρκεια ενός «δημοψηφιστικού» σαββατοκύριακου, αποφασίζεται συχνά για περισσότερα από δέκα διαφορετικά θέματα, τα οποία συμπεριλαμβάνουν «ερωτήματα» της ομοσπονδίας, των καντονιών και των κοινοτήτων.

Το ομοσπονδιακό Σύνταγμα, όπως επίσης το Σύνταγμα των καντονιών, καθορίζει επακριβώς το είδος των νόμων, καθώς επίσης των υπολοίπων αποφάσεων (νομοσχεδίων κλπ), οι οποίοι (οποίες) υπάγονται υποχρεωτικά σε δημοψηφίσματα. Για όλους τους εναπομένοντες νόμους ή αλλαγές νόμων, για αυτούς δηλαδή που δεν υπάγονται σε δημοψηφίσματα, είναι δυνατόν, εντός τριών μηνών από την ψήφιση τους εκ μέρους του εκάστοτε Κοινοβουλίου, να απαιτηθεί από τους Πολίτες η διενέργεια δημοψηφίσματος – υπό την προϋπόθεση να συγκεντρωθούν 50.000 υπογραφές, μεταξύ αυτών που έχουν το εκλογικό δικαίωμα. Ίσως οφείλουμε να σημειώσομε εδώ ότι, στην Ελβετία επιτρέπεται η ταχυδρομική ψήφος (υποθέτουμε σύντομα και η ηλεκτρονική), έτσι ώστε να διευκολύνονται οι Πολίτες στην εξάσκηση των εκλογικών τους δικαιωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για τις αποφάσεις των καντονιών ή των κοινοτήτων – όπου όμως ο αριθμός των απαιτουμένων υπογραφών είναι ανάλογα μικρότερος. Στις πολύ μικρές κοινότητες δεν υπάρχει «κοινοβούλιο», οπότε οι εκλογείς συζητούν και αποφασίζουν κατά τη διάρκεια των «κοινοτικών συγκεντρώσεων», οι οποίες λαμβάνουν χώρα πολλές φορές εντός του ιδίου έτους.

Επειδή, μέσα σε μία άμεση δημοκρατία, οι νόμοι, οι οποίοι ψηφίζονται από το Κοινοβούλιο, μπορούν να καταργηθούν με τη βοήθεια της συλλογής υπογραφών εναντίον τους, οπότε ακολουθεί δημοψήφισμα, γίνεται εκ των πρότερων προσπάθεια, πριν ακόμη δηλαδή ψηφιστούν, να εξασφαλισθεί η συμφωνία της πλειοψηφίας των εκλογέων – με αποτέλεσμα να υπάρχουν αρκετοί συμβιβασμοί, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπ’ όψιν τα συμφέροντα όλων.

Στα πλαίσια αυτά η κυβέρνηση, πριν ακόμη συντάξει τους νόμους, διενεργεί έρευνες μεταξύ όλων των κομμάτων, των κοινωνικών ομάδων, των εμπορικών συνδέσμων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των θρησκευτικών συλλόγων κλπ, έτσι ώστε να σφυγμομετρήσει την κοινή γνώμη. Επειδή λοιπόν σε μία άμεση δημοκρατία οι νόμοι ελέγχονται από όλους τους Πολίτες, το κοινό συμφέρον ευρίσκεται σε πρώτη θέση – ενώ η «συντεχνιακή» ικανοποίηση των πολιτικών κομμάτων ή άλλων ομάδων μεταξύ τους, έρχεται σε δεύτερη μοίρα.

Συνεχίζοντας, με τη συγκέντρωση 100.000 υπογραφών από το εκλογικό σώμα, μπορεί να απαιτηθεί η αλλαγή του Συντάγματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο – σε επίπεδο καντονιών, οι απαιτούμενες υπογραφές είναι λιγότερες. Σε σχέση δε με κάθε πρωτοβουλία των Πολιτών είναι υποχρεωτικά τα δημοψηφίσματα, ακόμη και αν διαφωνεί η κυβέρνηση ή το κοινοβούλιο. Εν τούτοις, το κοινοβούλιο έχει τη δυνατότητα να αντιπροτείνει κάτι άλλο στους Πολίτες, για το οποίο είναι τότε υποχρεωμένοι να ψηφίσουν.

Σε αντίθεση τώρα με τα απλά νομοθετήματα, η αλλαγή του Συντάγματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο απαιτεί, εκτός από την πλειοψηφία των εκλογέων, επίσης την πλειοψηφία των καντονιών – κάτι που πρακτικά έχει αποδειχθεί μεγαλύτερο εμπόδιο. Το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο τώρα αποτελείται από δύο μέρη:

(α)  Από το Εθνικό Συμβούλιο (τη μεγάλη Βουλή), στο οποίο εκπροσωπούνται όλοι οι Πολίτες ισότιμα. Ο αριθμός των εδρών του έχει περιορισθεί στις 200, κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει ένας βουλευτής ανά 35.000 εκλογείς. Κάθε καντόνι αποτελεί έναν εκλογικό τομέα και εκλέγει έναν τουλάχιστο εκπρόσωπο – ενώ η εκλογική θητεία ανέρχεται σε τέσσερα έτη.

(β)  Από το Τοπικό Συμβούλιο (τη μικρή Βουλή), στο οποίο εκπροσωπούνται όλα τα καντόνια – όπου το κάθε ένα στέλνει δύο εκπροσώπους, ενώ τα «ημικαντόνια» από έναν. Τα μέλη του τοπικού συμβουλίου εκλέγονται με το Δίκαιο των καντονιών, ενώ η θητεία τους μπορεί (χωρίς όμως να είναι υποχρεωτικό) να είναι η ίδια με αυτήν του Εθνικού Συμβουλίου.

Το «αξίωμα» του βουλευτή στην Ελβετία δεν θεωρείται ως κύρια απασχόληση – οπότε οι αμοιβές που λαμβάνουν οι βουλευτές είναι ελάχιστες, με αποτέλεσμα να είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται στο επάγγελμα τους, για να συντηρηθούν. Παρά το ότι λοιπόν οι απαιτήσεις των κοινοβουλευτικών δραστηριοτήτων είναι πολύ μεγάλες, οπότε οι βουλευτές είναι αναγκασμένοι να δαπανούν πολλές ώρες, οι Ελβετοί δεν θέλουν να υιοθετήσουν ένα «επαγγελματικό κοινοβούλιο» – θεωρώντας πολύ σωστά ότι έτσι, χωρίς να είναι επαγγελματικό δηλαδή, λειτουργεί περισσότερο προς όφελος των Πολιτών.   

Τα μέλη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης δεν εκλέγονται από τους Πολίτες, αλλά από το Κοινοβούλιο – τόσο από το Εθνικό, όσο και από το Τοπικό, κατά τη διάρκεια μίας κοινής συνεδρίασης τους. Τα επτά μέλη της κυβέρνησης (δύο από το κόμμα των ελευθέρων δημοκρατών, δύο από το χριστιανοδημοκρατικό, δύο από το σοσιαλιστικό  και ένα από το SVP), το κάθε ένα εκ των οποίων διοικεί κάποιο υπουργείο, σχηματίζουν μία «συναδελφική Αρχή» (η διακομματική «συναίνεση» είναι εκ των πραγμάτων δεδομένη), η οποία λαμβάνει όλες τις σημαντικές κυβερνητικές αποφάσεις, κατά τη διάρκεια των εβδομαδιαίων συναντήσεων της.

Ο Πρόεδρος (πρωθυπουργός) της κυβέρνησης εκλέγεται κάθε χρόνο όπου, με βάση άγραφους κανόνες, όλα τα μέλη της εκάστοτε κυβέρνησης ασκούν την εξουσία του Προέδρου, ο ένας μετά τον άλλον (rotation principle). Ο εκάστοτε Πρόεδρος διευθύνει τις συνεδριάσεις της κυβέρνησης, ίσος μεταξύ ίσων, ενώ αντιπροσωπεύει τη χώρα σε επίσημες δραστηριότητες, είναι υπεύθυνος για την καθιερωμένη ομιλία του νέου έτους κλπ. Όμως, δεν υποδέχεται μόνο αυτός τους ξένους εκπροσώπους άλλων κυβερνήσεων, αλλά όλη η κυβέρνηση μαζί.

Τα κοινοβούλια των καντονιών αποτελούνται από ένα σώμα (μεγάλη βουλή), ενώ διαθέτουν 100-200 βουλευτές, οι οποίοι εκλέγουν την κυβέρνηση του καντονιού, όπως συμβαίνει με την ομοσπονδιακή. Τέλος, ένα μέρος των 3.000 κοινοτήτων της Ελβετίας ειδικά οι πόλεις, διαθέτουν ένα κοινοτικό κοινοβούλιο – συνήθως με λιγότερους από 50 βουλευτές.

 

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

 

Όπως αναφέραμε στην εισαγωγή του κειμένου μας, αφού διώξουμε αμέσως το ΔΝΤ και αναθεωρήσουμε το πολίτευμα μας, με πρώτο βήμα την επίτευξη της «Συμμετοχικής Δημοκρατίας», οφείλουμε να ασχοληθούμε με τον άμεσο περιορισμό του δημοσίου χρέους μας, καθώς επίσης με την αποπληρωμή του – με εφικτούς, με ρεαλιστικούς τόκους δηλαδή και με «βιώσιμα» χρεολύσια.

Ο λόγος είναι ότι, εάν δεν επιλύσουμε ριζικά το πρόβλημα του χρέους, όπως έχουμε αναφέρει επανειλημμένα, είναι σχεδόν αδύνατον να «ισοσκελίσουμε» τον προϋπολογισμό μας – ενώ οι τόκοι θα αυξάνονται διαρκώς, απαιτώντας συνεχώς νέα «μέτρα λιτότητας». Πόσο μάλλον όταν αυξηθούν τα βασικά επιτόκια (άρθρο μας), οδηγώντας μας με σιγουριά στη χρεοκοπία. Εκτός αυτού, η αύξηση του δημοσίου χρέους είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη διατήρηση της εθνικής κυριαρχίας – δηλαδή, όσο ένα κράτος χρεώνεται περισσότερο, τόσο λιγότερο αποφασίζει ανεξάρτητα, για το μέλλον της χώρας και των Πολιτών του.

Συνεχίζοντας, όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο θα πρέπει να περιορίζονται οι υπόλοιπες δαπάνες του προϋπολογισμού – κυρίως δε οι κοινωνικές, με αποτέλεσμα να εξασθενεί όλο και περισσότερο το κοινωνικό κράτος. Ίσως εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε πως, όταν ό εκάστοτε υπουργός ισχυρίζεται ότι δεν θα ληφθούν άλλα μέτρα, προφανώς αποκρύπτει την αλήθεια αφού, όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο περισσότερα νέα μέτρα θα απαιτούνται για την κάλυψη τους.

Αρκεί να διαπιστώσουμε ότι σήμερα, από τα 100 € φόρους που πληρώνουμε, τα 25 σχεδόν κατευθύνονται για την πληρωμή τόκων, στα ταμεία των τοκογλύφων δηλαδή, για να καταλάβουμε το μέγεθος του προβλήματος. Πόσο μάλλον όταν, από τα υπόλοιπα 75 €, μόνο ένα μέρος καταλήγει πραγματικά στο δημόσιο – αφού πάρα πολλά οδηγούνται στα ταμεία της διαπλοκής και της διαφθοράς, τόσο της «εθνικής», όσο και της διεθνούς.     

Περαιτέρω, έχοντας αναλύσει το γενικότερο θέμα των χρεών και των τόκων για όλες τις χώρες, σε προηγούμενο άρθρο μας (Πολίτης και Πολιτεία), είναι προφανές ότι, εάν δεν λύσουμε το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, δεν υπάρχει μέλλον. Το αργότερο όταν φθάσει στα 400 δις € (σε δύο ή τρία χρόνια), με μέσο επιτόκιο το 5,3% (δάνειο ΔΝΤ) και τόκους που θα ξεπερνούν τα 21 δις € (τα 40 € από τα 100 € των φόρων), πόσο μάλλον εάν συνεχισθεί η ύφεση, η κατάσταση θα είναι μη ανατρέψιμη – οδηγώντας μας με ασφάλεια στη χρεοκοπία, μετά από τη λεηλασία τόσο του δημοσίου, όσο και του ιδιωτικού πλούτου μας από το ΔΝΤ, η οποία ευρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη.   

Υπολογίζοντας λοιπόν το δημόσιο χρέος μας περί τα 360 δις € στο τέλος του 2011, οφείλουμε να απαιτήσουμε τη διαγραφή των απεχθών χρεών (αυτών δηλαδή που δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος των Πολιτών, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της διαπλοκής, της διαφθοράς, των υπερτιμολογήσεων κλπ), ελάχιστου ύψους 40% των συνολικών – ήτοι περί τα 144 δις €. Ταυτόχρονα, πρέπει να ζητήσουμε την εξόφληση των πολεμικών αποζημιώσεων εκ μέρους της Γερμανίας (περί τα 70 δις € – ίσως πολύ περισσότερα), οπότε θα απέμεναν 146 δις € υπόλοιπα χρέη.

Τα 146 δις €, έναντι ΑΕΠ 230 δις € (αν και το ΑΕΠ μας είναι αισθητά χαμηλότερο, είναι πλασματικό δηλαδή, αφού αναθεωρήθηκε «αυθαίρετα» κατά περίπου 25 δις € το 2006 – ελπίζουμε ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί το ίδιο ζημιογόνο «τέχνασμα» στο μέλλον), θα αντιστοιχούσαν στο 64% του ΑΕΠ – ένα μέγεθος που θα εξασφάλιζε το μέλλον της χώρας μας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα παρέμενε μέλος της Ευρωζώνης.

Εάν όμως δεν καταφέρουμε τελικά να επιτύχουμε τη διαγραφή χρεών, χωρίς να περιθωριοποιηθούμε, τότε θα έπρεπε να απαιτήσουμε, απαραίτητα και ανυποχώρητα, την εξόφληση όλου του χρέους μας, των 360 δις € δηλαδή, σε 40 έτη – με ισόποσες ετήσιες δόσεις και επιτόκιο κάτω του 1%. Στην περίπτωση αυτή, τα χρεολύσια (δόσεις) θα ήταν της τάξης των 9 δις € ετήσια, ενώ οι τόκοι (1%) θα ανερχόταν στα 3,6 δις € τον πρώτο χρόνο – μειούμενοι στη συνέχεια. Συνολικά λοιπόν η επιβάρυνση μας θα ήταν το ανώτατο 12,6 δις € ετήσια – ένα μέγεθος με το οποίο θα μπορούσαμε πιθανότατα να ανταπεξέλθουμε, ειδικά εάν μας εξοφλούσε η Γερμανία.

Εναλλακτικά φυσικά θα μπορούσε να επιδιωχθεί ένας συνδυασμός των δύο παραπάνω (διαγραφή ενός μέρους και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων), όπως συνέβη στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του ’80, με τη βοήθεια των Brady Bonds (άρθρο μας) – τη θέση των οποίων θα «κάλυπτε» σήμερα η χρήση των ευρωομολόγων.

Στην (ύστατη) περίπτωση όμως που δεν θα μπορούσαμε να επιτύχουμε τίποτα από όλα όσα έχουμε αναλύσει, εντός των αμέσως επομένων μηνών, τότε οφείλουμε να καταφύγουμε στη στάση πληρωμών – μία εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία βέβαια (άρθρο μας), η οποία όμως είναι κατά πολύ περισσότερο καταστροφική, όταν επιβάλλεται από τις συνθήκες (ανεξέλεγκτη χρεοκοπία) και δεν είναι το αποτέλεσμα μίας συνειδητής απόφασης του εκάστοτε κράτους.    

 

ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ

 

Η μείωση των τόκων, είτε λόγω της διαγραφής μέρους του χρέους, είτε λόγω της αποπληρωμής του συνόλου σε 40 έτη με χαμηλό επιτόκιο, θα μπορούσε να εξοικονομήσει έως και 10 δις € από τον προϋπολογισμό μας. Με το έλλειμμα του προϋπολογισμού να τοποθετείται στα 18 δις €, η μείωση των τόκων θα το περιόριζε άμεσα στα 8 δις € – ήτοι στο 3,5% ενός ΑΕΠ ύψους 230 δις €. Επομένως, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος λήψης νέων «μέτρων λιτότητας» αφού, απλά με την εξοικονόμηση δαπανών, οι οποίες οφείλονται στη σπατάλη του δημοσίου, θα μπορούσαμε να περιορίσουμε το έλλειμμα ακόμη περισσότερο.

Η «διατηρήσιμη» τώρα μη λήψη νέων μέτρων, θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά στην αύξηση της κατανάλωσης – κατ’ επακόλουθο, στην αύξηση του ΑΕΠ μας, η οποία θα ακολουθούσε σίγουρα, αφού θα επέστρεφε η αισιοδοξία στην Ελλάδα και θα σταματούσε να εφαρμόζεται η καταστροφική, υφεσιακή και αντιαναπτυξιακή πολιτική του ΔΝΤ (μειώσεις μισθών, τεράστια ανεργία, στασιμοπληθωρισμός κλπ).     

Η αύξηση του ΑΕΠ με τη σειρά της θα είχε σαν αποτέλεσμα αφενός μεν τη μείωση του ελλείμματος σαν ποσοστό επί αυτού, αφετέρου την αύξηση των εσόδων του δημοσίου. Με δεδομένο ότι, τα έσοδα του δημοσίου ανέρχονται (2010) στο 22% περίπου του ΑΕΠ μας, η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ κατά 10 δις € (παράδειγμα), θα απέφερε αυτόματα επί πλέον έσοδα 2,2 δις € στο δημόσιο. Η επένδυση τώρα αυτών των επί πλέον εσόδων στην οικονομία, θα μπορούσε να προκαλέσει μία επόμενη αύξηση του ΑΕΠ, επόμενα επί πλέον έσοδα, επανεπένδυση τους και «ούτω καθ’ εξής» (υγιής ανοδικός σπειροειδής κύκλος, στηριζόμενος στο cash flow και όχι στο δανεισμό)   

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Συμπερασματικά λοιπόν λύσεις υπάρχουν, ενώ είναι πολύ περισσότερες από όσες έχουμε ήδη παρουσιάσει σε προηγούμενες αναλύσεις μας – όπως για παράδειγμα, η ανάπτυξη του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, η κεφαλαιοποίηση του οποίου θα μπορούσε να τριπλασιασθεί, με πάρα πολλά οφέλη τόσο για τον δημόσιο, όσο και για τον ιδιωτικό τομέα της Οικονομίας μας. Υπό τις παρούσες συνθήκες βέβαια, με το δείκτη του χρηματιστηρίου μας, πιθανόν σκόπιμα, εντελώς απαξιωμένο, ακόμη και η σκέψη πώλησης κάποιων μετοχών εισηγμένων εταιρειών του δημοσίου, θα συνιστούσε έγκλημα – αν όχι εσχάτη προδοσία.

Απαραίτητη προϋπόθεση όμως, κυρίως επειδή αναζητούμε διατηρήσιμες λύσεις και όχι ευκαιριακές, είναι να εγκατασταθεί η συμμετοχική δημοκρατία στη χώρα μας – η οποία θα μας επιτρέψει να ελέγχουμε τα δημόσια οικονομικά, εμποδίζοντας τη δημιουργία νέων χρεών και την υποταγή μας στη δικτατορία των αγορών. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, προηγείται πριν από κάθε τι άλλο η άμεση εκδίωξη του ΔΝΤ από την Ελλάδα όσο και αν μας κοστίσει αφού, όσο περισσότερο παραμένει, τόσο πιο σκοτεινό και απαισιόδοξο θα γίνεται το μέλλον μας – ενώ οι λύσεις θα περιορίζονται και θα ακριβαίνουν συνεχώς.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 12. Φεβρουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2280.aspx

Εντολές όχι μόνο από το λαό!

Εντολές όχι μόνο από το λαό!

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Περιφρονητικά αντιμετώπισε ο γερμανικός Τύπος τις αντιδράσεις της ελληνικής κυβέρνησης στην απαράδεκτα υπεροπτική, αποικιοκρατική νοοτροπία των εκπροσώπων της τρόικας ΕΕ, ΔΝΤ και ΕΚΤ στη διαβόητη πλέον συνέντευξη που έδωσαν στην Αθήνα την Παρασκευή.

Οι τρεις οργανισμοί των δανειστών-δυναστών προσπάθησαν τουλάχιστον να σώσουν τα προσχήματα, αναφέροντας μεταξύ άλλων σε ανακοίνωσή τους ότι «ο ρόλος μας συνίσταται στην παροχή συμβουλών» και ότι «είναι λυπηρό εάν κάποια στιγμή σχηματίστηκε διαφορετική εντύπωση».

Οι γερμανικές εφημερίδες όμως δεν καταλαβαίνουν τίποτα από διπλωματικές ευγένειες και αβροφροσύνες – ιδίως την εποχή αυτή που η γερμανική αυτοπεποίθηση και αλαζονεία βρίσκεται στο απόγειο. «Βραχυπρόθεσμα, δεν είναι να παίρνει κανείς και τόσο σοβαρά τις φραστικές βολές που κατευθύνει εναντίον του ΔΝΤ ο Ελληνας πρωθυπουργός» γράφει ευθύς εξαρχής σε σχόλιό της η «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε» και συνεχίζει ειρωνικά:

«Το πάθος του Παπανδρέου απευθύνεται στους συμπατριώτες του. Ο πρωθυπουργός γνωρίζει και ο ίδιος ότι δεν ισχύει ο ισχυρισμός του πως ''παίρνει εντολές μόνο από τον ελληνικό λαό''» τονίζει ωμά η γερμανική συντηρητική εφημερίδα, το κατεξοχήν πολιτικό έντυπο του γερμανικού επιχειρηματικού κόσμου. Ψυχρά, κυνικά, η «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε» επιθυμεί να καταστήσει εκ νέου σαφές σε όλους ότι τώρα πλέον ο Έλληνας πρωθυπουργός παίρνει εντολές και από αλλού – από την ΕΕ και το ΔΝΤ, αφού η Ελλάδα είναι πλέον χώρα περιορισμένης οικονομικής εθνικής κυριαρχίας.

Επικριτική απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση ήταν και η «Χάντελσμπλατ», η μεγαλύτερη ημερήσια οικονομική εφημερίδα της Γερμανίας. Οι ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας ύψους 50 δισεκατομμυρίων ευρώ ως το 2015 δεν προέκυψαν από προτάσεις και υπολογισμούς της τρόικας, υποστηρίζει. «Σε αυτό το ποσό έχει υπάρξει πολλές φορές συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση, η οποία θεωρεί μάλιστα ρεαλιστικό αυτό τον στόχο, προφανώς όμως δεν ήθελε να τον δημοσιοποιήσει ακόμη» γράφει η εφημερίδα, επικαλούμενη πηγές που έχουν πλήρη γνώση διαρκώς των συζητήσεων της τρόικας με την κυβέρνηση Παπανδρέου.

Η «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε» δεν διστάζει να γράψει στο σχόλιό της ότι ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου πρέπει να χρωστάει και… ευγνωμοσύνη (!) στους εκπροσώπους της τρόικας για όσα λένε και κάνουν εναντίον διαφόρων επαγγελματικών ομάδων στη χώρα μας.

«Μυστικά ο Έλληνας πρωθυπουργός θα έπρεπε να είναι προς το ΔΝΤ για τις ιδιωτικοποιήσεις του ακριβώς τόσο ευγνώμων όσο και για τις επιθέσεις του εναντίον των προνομίων των γιατρών και των φαρμακοποιών» γράφει χαρακτηριστικά η γερμανική εφημερίδα.

«Οι ελεγκτές (σ.σ. έτσι αποκαλεί τους εκπροσώπους της τρόικας) επέκριναν την ελλείπουσα μεταρρυθμιστική ετοιμότητα τμημάτων του ελληνικού πληθυσμού» γράφει η εφημερίδα με ύφος αποκαλυπτικό της νοοτροπίας των Γερμανών απέναντι στη χώρα μας. «Φαρμακοποιοί, οδηγοί λεωφορείων και γιατροί διαμαρτύρονταν επί εβδομάδες με απεργίες και διαδηλώσεις εναντίον των αλλαγών στις συνθήκες εργασίας τους. Το ΔΝΤ τώρα τους κατηγόρησε δημοσίως ότι με την επιμονή τους σε προνόμια εμποδίζουν τις μεταρρυθμίσεις και φορτώνουν ένα μεγάλο βάρος στην κοινωνία συνολικά» προσθέτει με ικανοποίηση.

Αυτό είναι το κλίμα το οποίο καλλιεργείται στην κοινή γνώμη της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα. Ένα κλίμα περιφρόνησης, απαξίωσης, υποτίμησης που διαρκώς βαθαίνει. Μόνο ως ανέκδοτο μπορούν να εκληφθούν οι κατά καιρούς ισχυρισμοί του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου ότι δήθεν «αποκαταστάθηκε το διεθνές κύρος της χώρας». Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει. Το Μνημόνιο έχει καταρρακώσει την Ελλάδα στα μάτια όλου του πλανήτη και αυτό σταδιακά θα έχει επιπτώσεις και στα θέματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που δεν σχετίζονται άμεσα με την οικονομία.

Κανένα κράτος που βρίσκεται στην κατάσταση της Ελλάδας δεν εμπνέει σεβασμό στη διεθνή σκηνή, με αποτέλεσμα να γίνεται όλο και πιο δύσκολη η υπεράσπιση των δικαίων και των συμφερόντων του.

 

ΒΕΡΟΛΙΝΟ: Απαιτεί παντού μείωση μισθών

 

Την απόγνωση της ισπανικής κυβέρνησης του σοσιαλιστή Θαπατέρο αντανακλούν οι τίτλοι της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας «Ελ Παΐς» σε σχετική ανάλυσή της. «Η γερμανική απαίτηση να υποτιμηθούν οι μισθοί εκθέτει σε κίνδυνο την ισπανική κυβέρνηση» γράφει. «Για να το πούμε ωμά, πρέπει να υπάρξει απώλεια αγοραστικής δύναμης» τονίζεται σε έναν υπότιτλο. «Η αύξηση του μισθολογικού κόστους δεν είναι η μοναδική, ούτε καν η κύρια αιτία της απώλειας ανταγωνιστικότητας» τονίζει ο ακαδημαϊκός Χαβιέρ Ακτρές. «Είναι όμως το μόνο κόστος που μπορεί να κοπεί με άμεσα αποτελέσματα» προσθέτει. Παντού τα ίδια, λοιπόν, επιβάλλει η Γερμανία. Δεν φταίνε οι εργαζόμενοι, αλλά αυτών τους μισθούς κόβουν γιατί είναι εύκολο!

 

 ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ την Τρίτη 15 Φεβρουαρίου, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11826&subid=2&pubid=54836978

Κράτος Δικαίου και χρέος

Κράτος Δικαίου και χρέος – Τι είναι δίκαιο και τι άδικο;

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

 

Ορισμένοι ρωτούν, μα είναι σωστό και δίκαιο να μην πληρώσουμε τα δανεικά της χώρας; Δεν είναι παραβίαση των έννομων συμβατικών υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους απέναντι σ’ εκείνους που το έχουν δανείσει; Δεν αποτελεί παραβίαση της έννοιας του κράτους δικαίου;

Καταρχάς σχετικά με την έννοια του δικαίου. Ο Αριστοτέλης έλεγε στα Πολιτικά (Βιβλίο Γ, 9,10-13) ότι «ίσον το δίκαιον είναι, και έστιν, αλλ’ ου πάσιν αλλά τοις ίσοις· και το άνισον δοκεί δίκαιον είναι, και γαρ έστιν, αλλ’ ου πάσιν αλλά τοις ανίσοις». Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ισοτιμία, ούτε ισότιμη σύμβαση, ανάμεσα σε άνισα μέρη. Ισότιμη σύμβαση υπάρχει μόνο απέναντι σε πραγματικά ίσους. Όπως εύστοχα σχολίαζε ο φημισμένος Γερμανός νομοδιδάσκαλος και οικονομολόγος του 19ου αιώνα Άντον Μένγκερ, «δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανισότητα από την ίση μεταχείριση ανίσων Γι’ αυτό και ο R. T. Ely, που από πολλούς θεωρείται ο πρύτανης της οικονομικής επιστήμης στις ΗΠΑ, έλεγε ότι «μόνο οι δυνατοί και οι ισχυροί είναι υπέρμαχοι της ελεύθερης σύμβασης δίχως κανέναν έλεγχο και περιορισμό. Η ελεύθερη σύμβαση προϋποθέτει ίσους πίσω από το συμβόλαιο για να μπορέσει να υπάρξει ισότητα.» Γι’ αυτό και ας τα αφήσουμε αυτά τα περί «κράτους δικαίου» και «συμβατικής ισοτιμίας». Κράτος δικαίου είναι εκείνο το κράτος που προασπίζεται με όλα τα έννομα μέσα τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών του και όχι εκείνο που τα ξεπουλά προκείμενου να προασπίσει τα συμφέροντα των δανειστών. Κράτος δικαίου υπάρχει και λειτουργεί μόνο ως κυρίαρχο κράτος και όχι ως προτεκτοράτο τραπεζιτών και κερδοσκόπων που έχουν εξαγοράσει το εγχώριο πολιτικό σύστημα για να λεηλατήσουν τη χώρα.

Υπήρξε πραγματικά ίση μεταχείριση μεταξύ ίσων στις συμβάσεις δανεισμού; Ούτε κατά διάνοια. Ο δανεισμός της χώρας ήταν προϊόν εκβιασμού, εκμαυλισμού και προώθησης της εξάρτησης της χώρας από συγκεκριμένα συμφέροντα της διεθνούς αγοράς. Μετά τον πόλεμο οι αγαπητοί φίλοι και σύμμαχοι εξανάγκασαν την Ελλάδα να αναγνωρίσει όλα τα προπολεμικά της χρέη στο υπερδιπλάσιο της τρέχουσας αξίας τους, έστω κι αν η χώρα είχε χρεοκοπήσει επίσημα δυο φορές γι’ αυτά (1893-1932). Αναγνωρίστηκαν χρέη που συνάφθηκαν από το 1881 και κατόπιν. Κι όχι μόνο αυτό, την εξανάγκασαν να αναγνωρίσει δάνεια στο άρτιο της αξίας τους, ενώ η χώρα τα είχε δανειστεί «υπό το άρτιο». Υπό το άρτιο είναι όταν κάποιος δανείζεται 1000 δολ., ας πούμε, η τράπεζα που τον δανείζει τον χρεώνει 1000 δολ. μαζί με τα επιτόκια πάνω σ’ αυτή την αξία, αλλά το ποσό που εκταμιεύεται είναι πολύ χαμηλότερο γιατί ο δανειστής προεισπράττει από το κεφάλαιο εκτός από τις αμοιβές του και διάφορα άλλα που αφορούν τον «πιστωτικό κίνδυνο» που αναλαμβάνει. Με τον τρόπο αυτό δάνειζαν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οίκοι την Ελλάδα έως και τον μεσοπόλεμο. Της χρέωναν 1000 και της εκταμίευαν 800, 600, πολλές φορές και λιγότερα από 500 δολάρια.  

Την ίδια εποχή με την Συμφωνία του Λονδίνου (1953) εξανάγκαζαν την Ελλάδα μαζί με μια σειρά άλλες χώρες να χαρίσουν τα χρέη που είχε δημιουργήσει η Χιτλερική Γερμανία προς αυτές. Μέσα σ’ αυτά τα χρέη ήταν και το αναγκαστικό δάνειο της κατοχής, το δάνειο του αίματος, όπως το είχε χαρακτηρίσει ο Ξ. Ζολώτας, που πήραν οι ναζί καταχτητές από την κατεχόμενη Ελλάδα. Η Ελλάδα αναγνώριζε την ανάγκη ανάπτυξης της Γερμανίας χωρίς το βάρος των χρεών της, προκειμένου να επωφεληθούν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Αλλά οι μεγάλοι μας σύμμαχοι αρνήθηκαν να κάνουν το ίδιο για την μικρή Ελλάδα, που στο κάτω-κάτω της γραφής έδωσε τόσα στον πόλεμο ενάντια στον χιτλερισμό και βγήκε από αυτόν τελείως κατεστραμμένη. Αντίθετα την έσπρωξαν στον εμφύλιο και της χρέωσαν τα προπολεμικά χρέη για να μην μπορέσει να ξανασηκώσει κεφάλι. Από τότε αρχίζει η κακοδαιμονία του δημόσιου χρέους για τη νεότερη Ελλάδα. Ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Άγγελος Αγγελόπουλος χαρακτήριζε ως «σκάνδαλο» την συμπεριφορά των μεγάλων συμμάχων και εταίρων μας.

Και πώς τα κατάφεραν και εξανάγκασαν την χώρα να αναγνωρίσει τα προπολεμικά χρέη; Εξαγοράζοντας με το 30% και πλέον των ελληνικών ομολόγων τις ισχυρές πολιτικές οικογένειες του τόπου, το παλάτι και φυσικά τις μεγάλες οικονομικές δυναστείες της χώρας, που μυρίστηκαν εύκολο και γρήγορο χρήμα. Από τότε το προπολεμικό χρέος είτε μεταφέρθηκε σε εξωλογιστικούς λογαριασμούς του κρατικού προϋπολογισμού, ώστε το δημόσιο χρέος της χούντας και της πρώτης μεταπολίτευσης του Καραμανλή να εμφανιστεί χαμηλό, είτε φορτώθηκε στις μεγάλες ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΟΤΕ, κλπ.), είτε ανταλλάχθηκε με προκλητικά χαριστικές συμβάσεις με επιχειρηματικά συμφέροντα του εξωτερικού.

Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ούτε μία δανειακή σύμβαση δεν υπήρξε, είτε με κράτος, είτε με χρηματοπιστωτικούς ομίλους του εξωτερικού που να μην περιέχει αφενός τοκογλυφικούς όρους και αφετέρου πρωτοφανείς δεσμεύσεις για το ελληνικό κράτος. Έτσι οι δανειακές συμβάσεις με τις Γαλλικές τράπεζες την εποχή του φλερτ Ζισκάρ Ντεστέν-Καραμανλή τη δεκαετία του ’70, προέβλεπαν την παράλληλη αγορά όπλων, τροφίμων, κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, κοκ από την Γαλλία. Με άλλα λόγια, η Γαλλία δάνειζε το ελληνικό κράτος, μόνο αν το δεύτερο άνοιγε την εσωτερική αγορά του στην πρώτη. Αυτό έγινε με όλους τους δανειστές. Κι έτσι ο δημόσιος δανεισμός όχι μόνο γινόταν με τοκογλυφικούς όρους, αλλά και με παρελκόμενες συμφωνίες που οδηγούσαν στην καταστροφή την αναιμική βιομηχανία και γενικά την παραγωγή που υπήρχε στην Ελλάδα.

Από την δεκαετία του ’90 έως σήμερα ο δημόσιος δανεισμός γίνεται κυρίως με ομόλογα, που επιτρέπει αφενός τη χειραγώγηση και την εξαγορά του ελληνικού πολιτικού συστήματος χωρίς να υπάρχουν εμφανή ίχνη. Σε ολόκληρο αυτό το διάστημα η Ελλάδα πληρώνει τοκογλυφικά επιτόκια, πληρώνει τραπεζικές μεσιτείες στο υπερδιπλάσιο της διεθνούς τραπεζικής πρακτικής και κάθε μεγάλη αγορά ομολόγων συνοδεύεται από παραχωρήσεις για «μεγάλα έργα» και κρατικές προμήθειες. Έτσι την εποχή που συζητιόταν η ζεύξη Ρίο-Αντίριο, μια μεγάλη αγορά ομολόγων από γαλλικές τράπεζες εξασφάλισε την παράδοση του έργου σε γαλλικά συμφέροντα. Με αυτόν τον τρόπο έγινε και η εισβολή των γερμανικών εταιρειών για να μας πουλήσουν το σύστημα ασφαλείας C4I, που δεν δουλεύει, τα υποβρύχια που γέρνουν, τις προμήθειες του ΟΤΕ και του ελληνικού κράτους από τη Siemens, κοκ. Για να δείξουμε τη σχέση δανειστών και ξένων επιχειρηματικών συμφερόντων, αρκεί να αναφέρουμε ότι ο κύριος δανειστής της χώρας με βάση την πρόσφατη δανειακή σύμβαση όπου η κυβέρνηση απεμπόλησε «άνευ όρων και αμετάκλητα», όπως αναφέρει αυτολεξεί η ίδια η δανειακή σύμβαση, την ασυλία της χώρας λόγω εθνικής κυριαρχίας, είναι η Γερμανία. Όμως δεν μας δανείζει το Γερμανικό κράτος, αλλά μια τράπεζα κρατικού ενδιαφέροντος και όχι μόνο, η kfw. Η τράπεζα αυτή είναι κι ένας από τους βασικούς μετόχους της Deutsche Telecom που είναι κύριος μέτοχος στον ΟΤΕ. Το πώς μπήκε η Deutsche Telecom στον ΟΤΕ αποτελεί σκάνδαλο πρώτου μεγέθους και συνδέεται με ανταποδοτικά οφέλη υπέρ των Γερμανών, προκειμένου, ανάμεσα στα άλλα, να αγοράσουν οι Γερμανικές τράπεζες ελληνικά ομόλογα. Είναι τυχαίο το γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία που οι Γερμανικές τράπεζες έγιναν ένας από τους δυο μεγαλύτερους δανειστές του ελληνικού κράτους, η Γερμανία εδραιώθηκε στην Ελλάδα ως η πρώτη οικονομική δύναμη κατέχοντας το μεγαλύτερο μερίδιο στο εξωτερικό εμπόριο της χώρας και έχοντας διεισδύσει όσο κανένας άλλος σε όλους τους ζωτικούς τομείς της οικονομίας μας; Όχι βέβαια.

Φυσικά για να γίνουν όλα αυτά απαιτούνται δυο βασικές προϋποθέσεις: Εξαγορασμένοι πολιτικοί και μια οικονομική ολιγαρχία που ζει όχι από τις επενδύσεις και την ανάπτυξη της παραγωγής, αλλά από τον παρασιτισμό της χρηματιστικής κυβείας και τον μεταπρατισμό ξένων συμφερόντων. Από πού κι ως πού λοιπόν θα πρέπει ο ελληνικός λαός να δεχθεί την «συμβατική ισοτιμία» και το «δίκαιο» των απαιτήσεων δυνάμεων που εκβίασαν, εξαγόρασαν, λεηλάτησαν και συνεχίζουν να λεηλατούν αυτόν τον τόπο; Τι σόι «κράτος δικαίου» συμβολίζει η δανειακή σύμβαση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα μέσα από τον εκβιασμό των αγορών; Μια δανειακή σύμβαση που δεν υπάρχει όμοιά της από την εποχή των διομολογήσεων που επέβαλλαν οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις στο «μεγάλο ασθενή» της Ανατολής, στον Οθωμανό Σουλτάνο. Είναι «κράτος δικαίου» η υποθήκευση μιας ολόκληρης χώρας και του λαού της στους δανειστές; Πότε ξανάγινε στην ιστορία κάτι τέτοιο; Εκτός κι αν η αποικιοκρατία και η δουλοπαροικία του χρέους που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, αποτελούν κι αυτά συστατικά στοιχεία ενός σύγχρονου «κράτους δικαίου».

Από τη στιγμή που οι δανειστές της χώρας επέβαλαν αυτό το καθεστώς, έχασαν κάθε δυνατότητα να επικαλεστούν το «δίκαιο» για τα αιτήματά τους, έχασαν κάθε έννομο και συμβατικό στοιχείο από τις απαιτήσεις προς τη χώρα και τον λαό της. Δεν μπορείς να υποδουλώνεις μια χώρα και έναν λαό, να τον αναγκάζεις να ζήσει μια κόλαση, μόνο και μόνο γιατί έχεις «έννομες απαιτήσεις». Ο κατακτητής είναι πάντα κατακτητής, είτε γίνεται με τα όπλα, είτε με οικονομικά μέσα. Κι αυτό δεν το λέμε εμείς, αλλά αποτελεί βασική αρχή του μεταπολεμικού διεθνούς δικαίου. Και απέναντι στον κατακτητή υπάρχει μόνο μια απάντηση: ο πατριωτισμός των Ελλήνων, οι οποίοι σύμφωνα και με το σύνταγμα (120.4) «δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.» Κι όπως γνωρίζουν όλοι η βία δεν είναι μόνο στρατιωτική, είναι και πολιτική και οικονομική. Σήμερα ο πατριωτισμός των Ελλήνων δοκιμάζεται και επιβεβαιώνεται πρώτα και κύρια απέναντι στους νέους κατακτητές της χώρας, τους ντόπιους δωσίλογους κυβερνώντες και κάθε άλλον που σκαρφίζεται θεωρίες «δικαίου» για να ρίξει την ευθύνη στο θύμα ώστε να αθωωθεί ο θύτης.

 

14/2/2011, Δημήτρης Καζάκης

ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Ι

ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ Ι

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου υπό τον πυθμένα της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου είναι τεράστια! Η άπληστη για κατανάλωση ενέργειας κοινωνία δυτικού τύπου έχοντας σαφή την αίσθηση των συνεπειών από την ολοένα και αυξανόμενη τιμή των υγρών καυσίμων, λόγω της επικείμενης εξάντλησης των πετρελαιοπηγών, αναζητά εναγωνίως νέες πηγές.

Θα ήταν αφελές να δεχθούμε ότι τα κοιτάσματα φυσικού αερίου ήσαν ώς πρόσφατα άγνωστα στους διεθνείς επιστημονικούς και κατ’ επέκταση πολιτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους. Το γιατί εκδηλώνεται τόσο έντονη κινητικότητα από το τέλος του παρελθόντος έτους, εμείς, οι “κοινοί θνητοί”, θα το πληροφορηθούμε αργότερα, όταν τα σχέδια τεθούν σε εφαρμογή με συνέπειες πέρα από τις οικονομικές τόσο πολιτικές όσο και στρατιωτικές.

Προ εβδομάδων αμερικανοϊσραηλινή κοινοπραξία επιβεβαίωσε τις αρχικές εκτιμήσεις για το μέγεθος του κοιτάσματος φυσικού αερίου Λεβιάθαν, ανακοινώνοντας τη μεγαλύτερη ανακάλυψη κοιτάσματος αερίου την τελευταία δεκαετία. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Noble Energy και της ισραηλινής Delek το Λεβιάθαν περιέχει 450 δισ. κυβικά μέτρα. Γιατί όμως οι Ισραηλινοί απεκάλεσαν το κοίτασμα Λεβιάθαν;

Λεβιάθαν είναι σύνθετη εβραϊκή λέξη που ερμηνεύεται ως “σύνολο δρακόντων” και μεταφορικά ως τεράστιο και τερατώδες. Λεβιάθαν είναι και ο τίτλος έργου του Άγγλου συγγραφέα-φιλοσόφου Τόμας Χόμπς (1651). Ο πλήρης τίτλος του έργου είναι: “Λεβιάθαν ή το αντικείμενο, η μορφή και η ισχύς μιας Κοινοπολιτείας εκκλησιαστικής και πολιτικής”. Κατά τον συγγραφέα ο άνθρωπος δεν έχει αγαθή φύση αλλά είναι εκ φύσεως εγωιστής και ηδονιστής. Το γεγονός ότι τα ανθρώπινα κίνητρα οδηγούνται, σύμφωνα με τη φύση τους, από προσωπικό συμφέρον, θα μπορούσε να είχε καταστροφικές συνέπειες. Ανεξέλεγκτοι, οι άνθρωποι, και καθοδηγούμενοι από την εσωτερική δυναμική τους, το πιθανότερο είναι πως θα αλληλοκαταστραφούν. Τις ελπίδες για διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης ο Χομπς εναποθέτει στο Κράτος (Λεβιάθαν), είτε με τη μορφή της απόλυτης μοναρχίας, είτε με τη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι αυτό το Κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας και της απόλυτης εξουσίας. Γράφει σε κάποιο σημείο: «Ιδού, λοιπόν, η γένεση εκείνου του μεγάλου Λεβιάθαν, ή μάλλον (για να μιλήσουμε με μεγαλύτερο σεβασμό) εκείνου του θνητού θεού, στον οποίο οφείλουμε, ύστερα από τον αθάνατο θεό, την ειρήνη και την διαφέντεψή μας».

Με λόγια παχιά μας έχει θρέψει η Δύση και με το παραπάνω. Σήμερα βέβαια δεν ζούμε τον γιγαντισμό του κράτους, όπως στις κομμουνιστικές κοινωνίες, αλλά τον αντίποδα, δηλαδή την αυτοκατάργησή του μέσα από την εκχώρηση πλείστων όσων δικαιοδοσιών αυτού, αλλά και της περιουσίας του σε υπερκρατικά και άκρως σκοτεινά κέντρα εξουσίας και στο αδηφάγο κεφάλαιο! Μήπως Λεβιάθαν είναι στις ημέρες μας ο πανίσχυρος μηχανισμός μιας παγκόσμιας κυβέρνησης υπό τον ασφυκτικό έλεγχο των σιωνιστών, που θα κινήσει τα νήματα για τις όποιες οικονομικές, πολιτικές και γεωστρατηγικές μεταβολές στην έκταση του πλανήτη;

Τις εξελίξεις των τελευταίων ετών στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου σημάδεψε η προϊούσα ψυχρότητα των σχέσεων Τουρκίας Ισραήλ, η οποία έφθασε σε παροξυσμό όταν ο Ερντογάν μίλησε κατά του Ισραήλ με την ανθρώπινη και όχι τη διπλωματική γλώσσα. Αυτό έδωσε πρώτης τάξεως άλλοθι στην ελληνική διπλωματία να προχωρήσει με γοργούς ρυθμούς στη θέρμανση των σχέσεων της χώρας μας με το Ισραήλ, από το οποίο πολλοί ελπίζουν να δώσει ένα “καλό μάθημα” στον επίβουλο γείτονα! Δύο παρατηρήσεις:

Η πρώτη είναι η αίσθηση στην ελληνική κοινή γνώμη ότι το Ισραήλ έχει τη δύναμη να δαμάσει την Τουρκία. Συνεπώς δεν είναι το περιορισμένης έκτασης κρατίδιο της Μέσης Ανατολής με τον φοβερό πονοκέφαλο στο εσωτερικό του, τους Παλαιστίνιους. Να που ο μέσος Έλλην γνωρίζει ποιός έχει τη δύναμη. Γνωρίζει ακόμη και γιατί την έχει. Το θλιβερό είναι ότι προσδοκά να διαθέσει μέρος αυτής στην Ελλάδα προς διευθέτηση των προβλημάτων με τον γείτονα στα πλαίσια της οικονομικής συνεργασίας! Έτσι οι ειδήσεις περί κοινών συνεδριάσεων των υπουργικών συμβουλίων των δύο χωρών και περί της επίσκεψης των ισχυρών του σιωνισμού στη χώρα μας περνούν απαρατήρητες, για να μη γράψουμε ότι γίνονται δεκτές με ανακούφιση και ελπίδες!       

Η δεύτερη είναι η έξαρση της προβολής της κακής Τουρκίας, την οποία εμείς ενθαρρύναμε με την ενδοτική εξωτερική πολιτική. Μήπως ακολουθούμε την τακτική των κεμαλιστών που επέρριπταν την αιτία όλων των κακών της χώρας τους στους κακούς γείτονες, δηλαδή σε μας; Τώρα έγινε κακή η Τουρκία, τώρα που η αναθεωρητική ιστοριογραφία με την πλήρη υποστήριξη της Πολιτείας προσπαθεί να μας πείσει ότι οι πρόγονοί μας δεν πέρασαν και πολύ άσχημα υπό τον τουρκικό ζυγό;

Το Ισραήλ ενέχεται για πλήθος εγκληματικών ενεργειών κατά των Παλαιστινίων. Ο σιωνισμός για πλήθος εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Και εμείς αδιαφορώντας για την πολιτική καλών σχέσεων με τις αραβικές και γενικότερα μουσουλμανικές χώρες, στρεφόμαστε προς το Ισραήλ! Από την άλλη θάρρος για να εφαρμόσουμε στη θάλασσα όσα το διεθνές δίκαιο υπαγορεύει δεν διαθέτουμε!

Στον ισλαμικό κόσμο της περιοχής που εξετάζουμε παρατηρείται έντονη κινητικότητα. Οι εκλεκτοί της Δύσης, συνεπώς και του Ισραήλ, και μέλη της σοσιαλιστικής διεθνούς Μπεν Αλί και Μουμπάρακ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την εξουσία. Ο δεύτερος επιχείρησε να προβάλει αντίσταση, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος είχε σπεύσει να εκφράσει την επιθυμία του να παραιτηθεί ο Αιγύπτιος “σοσιαλιστής” δικτάτωρ! Αν λάβουμε υπ’ όψη και την περίεργη απομάκρυνση από την εξουσία του δουλικά πιστού στη Δύση Μουσάραφ, δικτάτορα του Πακιστάν, πρέπει να αναρρωτηθούμε τί άραγε να ετοιμάζουν οι δυτικοί υπό την καθοδήγηση του σιωνισμού; Θα ακολουθήσουν άλλες ανατροπές στις ισλαμικές χώρες; Και ποιά καθεστώτα θα διαδεχθούν τους ώς σήμερα αφοσιωμένους στη Δύση δικτάτορες, που κυβερνούν καταστέλλοντας βίαια την αντίδραση που απορρέει από τη θρησκευτική πίστη των λαών τους και την ταπεινωτική έναντι τους στάση της Δύσης; Είναι δυνατόν ο Αμερικανός πρόεδρος να προτρέχει των εξελίξεων ενεργώντας υπέρ των δικαίων του αιγυπτιακού λαού; Μήπως επιχειρούν τον σχηματισμό ενός ισχυρού σουνιτικού μετώπου με ανίσχυρους νέους ηγέτες, τους οποίους θα πιέσουν να στραφούν κατά του σιιτικού Ιράν; Αλλά τί θα γίνει, αν εμπλακούν στις εξελίξεις η Ρωσία και η Κίνα;   

Από την άλλη η Μέρκελ, που δεν άνοιξε ποτέ το στόμα της να υπαρασπιστεί τα δίκαια της κυπριακής δημοκρατίας, έσπευσε στην Κύπρο για διαβουλεύσεις, καθώς είδε με ανησυχία τις προηγηθείσες μεταξύ Ισραήλ και Κύπρου. Φθάσαμε να δούμε και Τουρκοκύπριους στα κατεχόμενα να διαδηλώνουν (αυθόρμητα;) κατά της μητέρας πατρίδας! Είναι πράγματι στις προθέσεις των ισχυρών η πλήρης απομόνωση και μάλιστα η αποδυνάμωση της Τουρκίας; Συμπίπτουν τα συμφέροντα του διεθνούς σιωνισμού με τα γερμανικά ή θα δούμε στο προσεχές μέλλον αντιπαραθέσεις στα πλαίσια του εμφανώς αναδυομένου γερμανικού εθνικισμού; Είχαμε το θάρρος να προσφύγουμε για τις γερμανικές αποζημιώσεις στο διεθνές δικαστήριο ή μας έσπρωξαν την ύστατη στιγμή; Η διαφήμιση εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, στην οποία εμφανιζόταν η σημαία της αυτόνομης Κρήτης ήταν ατυχές συμβάν; Το ότι δανειστές μας μας καλούν να ξεπουλήσουμε ακόμη και μνημεία ήταν φραστικό και μόνο ολίσθημα; Αν τελικά βρεθούμε να μην ελέγχουμε τα κοιτάσματά μας, αλλά να έχουμε εκχωρήσει αυτά σε άλλους, όπως εκχωρήσαμε και εθνικά μας δίκαια, θα ανακουφισθούμε, επειδή αποφύγαμε κάποια σύρραξη; Και αν η σύρραξη είναι στο σχέδιο για την αρπαγή του πλούτου της χώρας μας; Εμείς θα συνεχίζουμε να μετρούμε μόνο τις προσωπικές οικονομικές απώλειες στα πλαίσια της διευθέτησης του χρέους μας; Πατρίδα δεν έχουμε να την πονέσουμε λίγο;

                                                                                                                                                                                                     “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 14-2-2011

Πρόκληση Τρόϊκας, πολιτικός κόσμος, τύπος

 Η πρόκληση της Τρόϊκας, ο πολιτικός κόσμος και ο τύπος

 

Του Νίκου Στεριανού

 

 

Τα σικέ παιχνίδια στην πολιτική είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Ορισμένα όμως από αυτά είναι εντυπωσιακά σικέ. Τόσο, που δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις κι αναγκάζεσαι να αναρωτηθείς: «Μας θεωρούν τόσο ηλίθιους ή κάτι άλλο συμβαίνει;». Ένα τέτοιο παιχνίδι παίζεται από την περασμένη Παρασκευή 11/2 με τις ανακοινώσεις της Τρόικας για την εκποίηση- ως το 2015- δημόσιας περιουσίας ύψους 50 δισ. ευρώ. Η συνέντευξη ξεκίνησε στις 3 μ.μ. της Παρασκευής και ολοκληρώθηκε αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας.

«H Ελλάδα θα πρέπει να αντλήσει έσοδα 50 δισ. ευρώ από το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων έως το 2015» είπε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο Σ. Ντερούζ, εκπρόσωπος της Κομισιόν στην Τρόικα. Και πρόσθεσε: «Η κυβέρνηση είναι πολύ αισιόδοξη ότι αυτό το πόσο- των 15 δισ. ευρώ τα επόμενα δύο χρόνια και τα 35 δισ. μετά- είναι εφικτό… Διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν τρεις πολύ σημαντικές πηγές εσόδων από αποκρατικοποιήσεις: εισηγμένες και μη εισηγμένες επιχειρήσεις, τα μερίδια του Δημοσίου σε αυτές τις επιχειρήσεις και εμπορικά ακίνητα». Συνεπώς η κυβέρνηση γνώριζε και είχε συμφωνήσει ή για να το πούμε διαφορετικά η Τρόικα ανακοίνωσε στη συνέντευξη αυτό που είχε συμφωνήσει νωρίτερα με την κυβέρνηση.


 Τα προμηνύματα και τα αποκαλυπτήρια

 

Προμηνύματα για τα όσα θα ανακοίνωνε η τρόικα υπήρχαν προτού οι Σ. Ντερούζ (Κομισιόν), Π. Τόμσεν (ΔΝΤ) και Κ. Μαζούχ (ΕΚΤ), καθίσουν στο τραπέζι της συνέντευξης Τύπου. Μια μέρα πριν, την περασμένη Πέμπτη (10/2), ο εκτελεστικός διευθυντής του ΔΝΤ, Π. Ρουμελιώτης, μιλώντας σε εκδήλωση του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου είπε χαρακτηριστικά: «Ακούω κάποιους να λένε ότι το 2013 τελειώνει το Μνημόνιο. Πρέπει να σας πω ότι αυτό είναι μία μεγάλη ψευδαίσθηση. Η δημοσιονομική προσαρμογή για την Ελλάδα δεν πρόκειται να σταματήσει. Θα ισχύσει για 15 με 20 χρόνια», υποστήριξε. Διευκρίνισε μάλιστα ότι η «διάσωση» της ελληνικής οικονομίας δεν αφορά το έργο μίας κυβέρνησης, αλλά και άλλων κυβερνήσεων μετά τη σημερινή. «Και οι επόμενες κυβερνήσεις δεν έχουν περιθώρια άλλης πολιτικής», τόνισε (Βλέπε: ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ 11- 2- 2011).

Λίγο πριν την επίμαχη συνέντευξη της Τρόικας, ένα άλλο στέλεχος του ΔΝΤ, ο σύνδεσμος της μόνιμης αντιπροσωπείας του ΔΝΤ στην Αθήνα, Μπομπ Τράα, μιλώντας σε συνέδριο που διοργάνωσε η Τράπεζα της Ελλάδος για τις προοπτικές των οικονομιών της ΝΑ Ευρώπης, ανέφερε: «Το δημόσιο χρέος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται πλέον με περικοπές στις συντάξεις. Το κράτος πρέπει να προχωρήσει σε αποκρατικοποιήσεις, για να μειώσει το χρέος, να βάλει τους κανόνες που θέλει και μετά να εκχωρήσει σε ιδιώτες τη λειτουργία και εκμετάλλευση οργανισμών, λιμανιών κ.λπ.».

Αλλά και οι ανακοινώσεις της Τρόικα δεν φαίνεται να εξέπληξαν κανέναν, τουλάχιστον από τα δύο μεγάλα κόμματα. Ο  αναπληρωτής αρμόδιος τομεάρχης της ΝΔ για θέματα οικονομίας Χρήστος Σταϊκούρας, αμέσως μετά τις ανακοινώσεις των τροϊκανών έσπευσε να δηλώσει περιχαρής:  «Όταν η Νέα Δημοκρατία υποστήριζε, από τον προηγούμενο Ιούλιο, ότι μπορεί η χώρα να αντλήσει 50 δισ. ευρώ από την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου και από ιδιωτικοποιήσεις, η κυβέρνηση μιλούσε για μαγικές συνταγές. Σήμερα, που η Τρόικα καταλήγει στο ίδιο ποσό, μετά από 7 επιπλέον μήνες απραξίας, τι έχει να μας πει η κυβέρνηση;».

Η κυβέρνηση δεν είχε να πει τίποτα αφού τα ανακοινωθέντα της τρόικας ήσαν αυτά που είχε συμφωνήσει μαζί της.

Τη συμφωνία Τρόικας – Κυβέρνησης ομολόγησε και το υπουργείο Οικονομικών στο ενημερωτικό σημείωμα που έστειλε, την ίδια ημέρα (την Παρασκευή), στον Τύπο αναφορικά με το τι προβλέπεται στην τρίτη επικαιροποίηση του μνημονίου. Στο ενημερωτικό αυτό σημείωμα του υπουργείου διαβάζουμε ότι το επικαιροποιημένο μνημόνιο προβλέπει μεταξύ άλλων: «Ενίσχυση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας για την περίοδο 2012-2015. Ολοκλήρωση της καταγραφής και της δημιουργίας ενός χαρτοφυλακίου συμμετοχών και εμπορικά αξιοποιήσιμων ακινήτων ύψους τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ. Στόχος είναι η συνολική είσπραξη εσόδων τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2015 εκ των οποίων τα 15 δισ. έως το 2012». Για την ολοκληρωμένη ενημέρωση του αναγνώστη οφείλουμε να αναφέρουμε ότι την Πέμπτη 10/2/ και την Παρασκευή 11/2 (ως το μεσημέρι), η ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών υπό τον κ. Παπακωνσταντίνου βρισκόταν σε συνεχή διαπραγμάτευση με την Τρόικα ώστε να καταλήξουν στο τελικό κείμενο του επικαιροποιημένου μνημονίου. Μόνο αφότου κατέληξαν η Τρόικα προχώρησε σε συνέντευξη (η οποία είχε οριστεί για το πρωί την Παρασκευής, αναβλήθηκε και τελικά πραγματοποιήθηκε στις 3 μ.μ.).


 και ξάφνου ξύπνησε… η εθνική υπερηφάνεια

 

Μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, γύρω στις 1.30’ π.μ. του Σαββάτου, όταν η Ελλάδα κοιμόταν και οι ξενύχτηδες είχαν άλλα ενδιαφέροντα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γ. Πεταλωτής, κατ’ εντολήν του πρωθυπουργού προχώρησε στο περίφημο διάβημα… εθνικής υπερηφάνειας στέλνοντας προς τα ΜΜΕ και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία την εξής ανακοίνωση: «Η συμπεριφορά των εκπροσώπων της ΕΕ, του ΔΝΤ και της ΕΚΤ, κατά τη σημερινή τους συνέντευξη, ήταν απαράδεκτη. Τους ζητήσαμε να βοηθήσουν και τιμάμε στο ακέραιο τις δεσμεύσεις μας. Δεν ζητήσαμε όμως από κανέναν να παρεμβαίνει στα εσωτερικά της χώρας. Θα πρέπει όλοι να αντιληφθούν τον ρόλο τους. Και αυτό θα το καταστήσουμε σαφές σε όλους τους εταίρους μας. Έχουμε ανάγκη αλλά έχουμε και όρια. Και τα όρια της αξιοπρέπειάς μας δεν τα διαπραγματευόμαστε με κανέναν. Εντολές παίρνουμε μόνο από τον ελληνικό λαό. Ακόμη, η κυβέρνηση επανειλημμένως έχει τοποθετηθεί για την ανάγκη αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, με όρους διαφάνειας, ώστε αυτή να συνεισφέρει στην ανάπτυξη αλλά και στη μείωση του δημόσιου χρέους. Επ’ αυτού έχουν γίνει επίσημες ανακοινώσεις καθώς και λεπτομερής σχεδιασμός σε βάθος πολλών ετών. Είναι προφανές βέβαια ότι η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει εκποίηση δημόσιας γης. Εξ ίσου προφανές είναι ότι για τη λήψη αυτών των αποφάσεων μόνη αρμόδια είναι η ελληνική κυβέρνηση».

Τώρα η εθνική αξιοπρέπεια είχε έρθει στη θέση της… Αν διαβάσει όμως κάποιος προσεκτικά τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου χωρίς αμφιβολία θα διαπιστώσει πως ο ίδιος και η κυβέρνηση που εκπροσωπεί θέτουν ζήτημα εντολών που τάχα δεν παίρνουν από κανέναν άλλον παρά μόνο από τον ελληνικό λαό. Όμως για ποιες εντολές γίνεται λόγος; Για την ανακοίνωση από μέρους της Τρόικας προγράμματος αποκρατικοποιήσεων ύψους ύψους 50 δισ. ευρώ ως το 2015; Μα αυτό είχε συμφωνηθεί, πριν την ανακοίνωση των τροϊκανών, ως μέρος του επικαιροποιημένου μνημονίου. Συνεπώς στη σωστή της μετάφραση, η δήλωση Πεταλωτή μόνο έτσι διατυπώνεται: «Τις εντολές που παίρνουμε, και στις οποίες υπακούμε, μόνον εμείς έχουμε το αποκλειστικό δικαίωμα να τις ανακοινώνουμε στον ελληνικό λαό».

 

Συνωστισμός στο… εθνικό προσκλητήριο- Ο Τύπος και τα λεγόμενα αστικά κόμματα.

 

Το Σάββατο 12/2 οι περισσότερες εφημερίδες βγήκαν με βασικό τους θέμα τις ανακοινώσεις των τροϊκανών τις οποίες και επέκριναν. Ας παρακολουθήσουμε τους τίτλους για να έχουμε μια πιο σαφή εικόνα.

ΤΑ ΝΕΑ: ΤΑ «ΑΦΕΝΤΙΚΑ» ΤΡΕΛΑΘΗΚΑΝ!- Η τρόικα ζητά να πουλήσουμε έως το 2015 € 50 δισ. «ασημικά» του Δημοσίου για να μειωθεί το χρέος

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΒΩΜΟ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ – Αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δισ.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: Η τρόικα απαίτησε και παίρνει ό, τι θέλει σε επιχειρήσεις, νερά, έδαφος – ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΓΙΑ 50 ΔΙΣ (σ.σ. κάτω από τον τίτλο ο χάρτης της Ελλάδας)

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ: Κυβέρνηση- τρόικα έδωσαν τα χέρια- ΠΩΛΕΙΤΑΙ Η ΕΛΛΑΣ ΣΕ ΤΙΜΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ!

ΤΟ ΒΗΜΑ ON LINE: Η νέα συμφωνία- πακέτο με την τρόικα – ΑΠΟΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ – ΜΑΜΟΥΘ ΓΙΑ 50 ΔΙΣ. ΕΥΡΩ – Στόχος η μείωση του χρέους και περιορισμός του ελλείμματος κατά € 15 δισ.

ΕΘΝΟΣ: Σκληρό μνημόνιο από τρόικα και ΣΔΟΕ για έσοδα 7 δισ. € το 2011 – ΣΤΑ… 11 ΜΕΤΡΑ ΤΟ ΚΥΚΛΩΜΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ  Τα 15 δισ. μέχρι το 2012 – ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ 50 ΔΙΣ. € ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΝΤΑΕΤΙΑ — Αίγυπτος: ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΜΟΥΜΠΑΡΑΚ.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: Για να πάρουμε τα 15 δισ. € της 4ης δόσης – ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

ΑΥΡΙΑΝΗ: Με εντολή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου – Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΞΕΠΟΥΛΑΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ για να πληρώσει τους τόκους των ληστρικών δανείων και κανένας πολιτικός δεν ντρέπεται για το κατάντημα.

Η ΑΥΓΗ: ΓΕΝΙΚΗ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ 50 ΔΙΣ.- Το νέο μνημόνιο για την περίοδο 2012-2015 που ανακοίνωσε χθες η τρόικα προβλέπει έσοδα 50 δισ. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις, δηλαδή γενική εκποίηση της δημόσιας περιουσίας για να συγκρατηθεί το δημόσιο χρέος.

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ: Νέα μέτρα – καρμανιόλα από κυβέρνηση – τρόικα –  κεφάλαιο – ΚΟΛΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ ΑΦΘΟΝΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ ΣΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ: Βγάζουν στο σφυρί τα προικιά του κράτους με εντολή της τρόικας – ΟΙ ΔΩΣΙΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΞΕΠΟΥΛΑΝΕ ΤΙΣ ΔΕΚΟ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ. 

ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ: Κόντρα στην κατάθλιψη και τη μιζέρια… –  ΓΕΛΑΤΕ ΓΙΑΤΙ ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ…

Η αντίδραση του Τύπου – πλην ορισμένων εξαιρέσεων – στις ανακοινώσεις της Τρόικας δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως συγχρωτισμός με την κυβέρνηση. Οι απογευματινές εφημερίδες και κυρίως τα μεγάλα συγκροτήματα, κλείνουν το φύλλο του Σαββάτου από το μεσημέρι της Παρασκευής, σε χρόνο δηλαδή που τίποτα δεν προμηνούσε την κυβερνητική αντίδραση που εκδηλώθηκε τις πρωινές ώρες του Σαββάτου. Εξάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι τα αφεντικά της ενημέρωσης, κατά τη συνήθη πρακτική τους, συγχρωτίστηκαν με το λαϊκό αίσθημα ώστε να μπορούν στη συνέχεια να το στρέψουν στις κατάλληλες κατευθύνσεις. Διέγνωσαν δηλαδή ότι οι ανακοινώσεις της Τρόικα για πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων ύψους 50 δισ. ευρώ, μόνο ως ξεπούλημα της χώρας μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τον ελληνικό λαό.  Η χρονολογική σειρά των αντιδράσεων φανερώνει πως στις ανακοινώσεις της τρόικας αντέδρασαν πρώτα τα επιτελεία του Τύπου που σχεδίασαν το φύλο της επόμενης ημέρας και στη συνέχεια ακολούθησε η κυβέρνηση. Το Σάββατο ήρθε και η σειρά των λεγόμενων αστικών κομμάτων της αντιπολίτευσης να ακολουθήσουν το ρεύμα.

Η Ν.Δ. δια του εκπροσώπου της Γιάννη Μιχελάκη ξέχασε πολύ γρήγορα τις θριαμβολογίες Σταϊκούρα περί δικαίωσης της πολιτικής της στο ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων, κατηγόρησε την κυβέρνηση για «καθυστερημένη «ιερή αγανάκτησή της»  που αποσκοπεί «στην εξαπάτηση του Ελληνικού λαού» και απαίτησε την απομάκρυση του Γ. Παπακωνσταντίνου από το υπουργείο Οικονομικών. Τώρα ήταν η σειρά της κυβέρνησης  να θυμίσει στη Ν.Δ. ότι οι αποκρατικοποιήσεις των 50 δισ. ήταν  δικής της έμπνευσης. «Υπενθυμίζουμε- ανταπαντούσε ο Γ. Πεταλωτής- ότι ο κ. Σαμαράς είχε δηλώσει στο Ζάππειο: «Υπολογίζεται ότι ένα σύνολο 50 δισεκατομμυρίων μπορεί να βρεθεί τα επόμενα δύο χρόνια από εμπορική αξιοποίηση μικρού μέρους της ακίνητης περιουσίας και την τολμηρή προώθηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων»».

Ο ΛΑΟΣ δια του προέδρου του Γ. Καρατζαφέρη δήλωνε: «Ούτε οι καθυστερημένοι κλαυθμοί του ΠΑΣΟΚ, ούτε οι στείροι πανηγυρισμοί της Νέας Δημοκρατίας θα τιθασεύσουν την αγριότητα των επελαυνόντων τροκανών» δήλωσε ο Γ. Καρατζαφέρης. Δυστυχώς μέχρι τώρα δεν έχει γίνει από κανέναν σαφές ποια είναι τα επιτρεπτά όρια που μπορούν να κινηθούν εντός της Ελληνικής επικράτειας. Δεν είναι ανθύπατοι, αλλά υπάλληλοι της Ε.Ε και ένα από τα 27 αφεντικά τους είναι η κυβέρνηση της Ελλάδος».


 Η στάση της Αριστεράς

 

Από τα κόμματα της αριστεράς μόνο ο Συνασπισμός φάνηκε να αντιλαμβάνεται άμεσα τη σημασία των δηλώσεων των εκπρόσωπων της Τρόικας. Αμέσως μετά την συνέντευξη των Τροϊκανών, το απόγευμα της Παρασκευής, το Γραφείο Τύπου του ΣΥΝ εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία έλεγε : «Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν έχει καμία νομιμοποίηση από τον ελληνικό λαό να ξεπουλήσει και τον εναπομείναντα δημόσιο πλούτο στο κεφάλαιο. Ο νέος στόχος των 50 δισ. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας συνιστά έγκλημα ενάντια σε κάθε προοπτική κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας».

Το ΚΚΕ, την ίδια ημέρα, δηλαδή την Παρασκευή, εξέδωσε δια του Γραφείου Τύπου του δύο ανακοινώσεις, όπου το ζήτημα του ξεπουλήματος των 50 δισ. ευρώ πέρναγε στα ψιλά, δηλαδή ανάμεσα στα άλλα:

Η πρώτη ανακοίνωση του ΚΚΕ έλεγε: «Οι εργαζόμενοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι όλα αυτά που αξιώνει η τρόικα είναι σε πλήρη συνεννόηση με την κυβέρνηση. Επί της ουσίας συμφωνεί και η ΝΔ και τα άλλα κόμματα της πλουτοκρατίας. Αποτελεί στρατηγική τους επιλογή, για να ισχυροποιηθούν οι επιχειρηματικοί όμιλοι, η προώθηση μέτρων όπως: Η με κάθε τρόπο κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων και θεσμοθέτηση ατομικών, η δραστική μείωση των μισθών, η γενίκευση της ελαστικής προσωρινής εργασίας, το ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας και υποδομών. Οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα για να αντιμετωπίσουν το μνημόνιο διαρκείας της φτώχειας και της ανεργίας πρέπει να απεγκλωβιστούν οριστικά από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, να ξεπεράσουν τις αυταπάτες και τη μοιρολατρία».

Η δεύτερη ανακοίνωση του ΚΚΕ ανέφερε: «Με τις προκλητικές δηλώσεις τους για τις κινητοποιήσεις και τα αιτήματα εργαζομένων και μικρομεσαίων, οι επικεφαλής του κλιμακίου της τρόικας ξεπέρασαν κάθε όριο. Είναι γνωστό ότι κάνουν ό,τι μπορούν για να είναι χρήσιμοι στην κυβέρνηση, αλλά με αυτές τις παρεμβάσεις τους προσβάλλουν βάναυσα το λαό. Η κυβέρνηση οφείλει να διαχωρίσει τη θέση της και να τις καταδικάσει».

«Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε» ήταν και η παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατικής Αριστεράς Φ. Κουβέλη, ο οποίος το Σάββατο δήλωσε: «Η τρόικα ξεπέρασε τα όρια συμπεριφοράς απέναντι σε κυρίαρχο κράτος, με ύφος ιταμό και απαράδεκτο περιεχόμενο απαιτήσεων. Η κυβέρνηση έχει τεράστιες ευθύνες, γιατί επέτρεψε σε εκπροσώπους των δανειστών να ξεπερνούν τα όρια τους. Είναι υπόλογη στον ελληνικό λαό για τις ακολουθούμενες πολιτικές της».

 

Τι φοβούνται και που το πάνε


Αναφέραμε προηγουμένως ότι η αποδοκιμασία των δηλώσεων των εκπροσώπων της Τρόικας πρώτα αποφασίστηκε στα επιτελεία των ισχυρών του Τύπου και μετά στην κυβέρνηση με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν όσα κόμματα ακολούθησαν. Ερμηνεύσαμε την στάση του Τύπου ως προσπάθεια να συγχρωτιστεί με το λαϊκό αίσθημα για να μπορέσει στη συνέχεια να παρέμβεί σ’ αυτό, να του δώσει πολιτικό περιεχόμενο και να το οδηγήσει εκεί που θέλει. Στο ερώτημα «γιατί όλη αυτή μεθόδευση;» την απάντηση δίνει ο Γ. Πρετεντέρης ο οποίος, στο άρθρο του  στα ΝΕΑ την Παρασκευής 11/2,  υπό τον τίτλο «Στρατηγική της έντασης», σημείωνε: «Στη χώρα επικρατεί μία πρωτοφανής κοινωνική ένταση- αυτό δεν είναι δύσκολο να το δει κανείς! Μία ένταση που οφείλεται κατ’ αρχήν σε προφανείς και ευεξήγητους λόγους. Τα εισοδήματα μειώνονται, η ανεργία αυξήθηκε 30% σε ένα χρόνο, οι δουλειές κλείνουν ή σπανίζουν, πολλοί κλάδοι βλέπουν τις επαγγελματικές συνθήκες τους να επιδεινώνονται. Είναι φυσιολογικό όλοι αυτοί που πλήττονται από την κρίση αλλά και από την αντιμετώπιση της κρίσης να αντιδρούν… Δεν είναι πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Είναι πρώτη φορά, όμως, που η κοινωνική ένταση κινδυνεύει να τεθεί εκτός ελέγχου. Που αποκτά χαρακτηριστικά εμπάθειας και μίσους. Που οδηγεί την κοινωνία στην ανοιχτή σύγκρουση…».

Στο ερώτημα «που το πάνε;» την απάντηση δίνει ο Αντ. Καρακούσης από το ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ο οποίος σε άρθρο του με τίτλο «Βήμα- Βήμα», γράφει:    «Τα πράγματα αρχίζουν σιγά σιγά να ξεκαθαρίζουν. Οι εταίροι μας και οι εντεταλμένοι εμπειρογνώμονες της τρόικας μάς πάνε βήμα βήμα. Κάθε φορά ζητάνε και επιβάλλουν από κάτι. Και αυτό θα συνεχίζεται ώσπου να πειστούν απολύτως ότι οδεύουμε την οδό της σταθερότητας και δεν παρεκκλίνουμε από αυτήν ούτε πόντο. Ξεκίνησαν λοιπόν πέρυσι τον Μάιο με τα μέτρα εκτάκτου ανάγκης, με τις περικοπές στους μισθούς και στα δώρα των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων, έπειτα ζήτησαν να ψηφίσουμε νέο Ασφαλιστικό, στη συνέχεια, αφού έκαναν τον πρώτο έλεγχο, ζήτησαν αναπροσαρμογή των δημοσιονομικών μέτρων, μετά επέμειναν και επέβαλαν τις διαρθρωτικές αλλαγές, τον περασμένο Δεκέμβριο ξεκαθάρισαν ότι πρέπει να τελειώνουμε με τα ελλείμματα των δημόσιων συγκοινωνιών και με εκείνα του τομέα της Υγείας, όπως και με τα συντεχνιακά καθεστώτα των ελευθέρων επαγγελματιών απαιτώντας την ελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων.

Και τώρα, αφού διαπίστωσαν ότι το πρόγραμμα τρέχει με σχετική ταχύτητα, για να προσφέρουν τη μεγάλη ανάσα διευθέτησης του δημοσίου χρέους, δηλαδή την επιμήκυνση, τη μείωση του επιτοκίου και τη δυνατότητα επαναγοράς σε χαμηλότερη τιμή των μακροχρόνιων ελληνικών τίτλων, απαίτησαν τη δική μας καθαυτή συμβολή στην προσπάθεια μείωσης των χρεών μας. Κάπως έτσι, μετά την έγκριση της τέταρτης δόσης και εν όψει των συζητήσεων με την Ευρώπη για την άμβλυνση του βάρους της υπερχρέωσης, απαίτησαν και επέβαλαν το πρόγραμμα-μαμούθ των αποκρατικοποιήσεων ύψους 50 δισ. ευρώ(!) ως το 2015, το οποίο φαντάζει εξωπραγματικό και για την επίτευξη του οποίου προφανώς θα απαιτηθούν διαδικασίες-εξπρές. Ωστόσο και αυτή η επιλογή είναι συγκεκριμένη, υπηρετεί καθαρό σκοπό, που δεν είναι άλλος από την αλλαγή του οικονομικού μοντέλου. Ουσιαστικά οι εταίροι μας στην Ευρώπη και οι εμπειρογνώμονες που τους συνοδεύουν κάνουν τη δουλειά που δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να κάνει το εγχώριο πολιτικό σύστημα εδώ και πολλά χρόνια, τουλάχιστον από την ένταξή μας στην ευρωζώνη.

Δημιουργούν, με άλλα λόγια, στην Ελλάδα, σε συνθήκες επαπειλούμενης πτώχευσης, περιβάλλον φιλελεύθερης ευέλικτης και ανταγωνιστικής οικονομίας, όπου το κράτος θα παίζει μικρότερο και κυρίως ρυθμιστικό ρόλο και τα υπόλοιπα θα ορίζονται από τις ευκαιρίες που θα έχει και τις δυνατότητες που θα αποκτήσει ο μεγαλύτερος και ισχυρότερος ιδιωτικός τομέας. Αυτό επιχειρείται τώρα υπό την πίεση και την καθοδήγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δανειστών μας. Κακά τα ψέματα, το προηγούμενο καταρρεύσαν κρατικοδίαιτο οικονομικό μοντέλο δεν μπορεί να υποστηριχθεί. Δεν υπάρχουν οι πόροι να το διατηρήσουν ζωντανό ούτε είναι κανείς διατεθειμένος να μας βοηθήσει να το συντηρήσουμε. Άρα η μετάπτωση στο επόμενο μοντέλο πρέπει να θεωρείται νομοτελειακή.

Το μόνο ουσιαστικό ερώτημα που τίθεται είναι αν το διάδοχο μοντέλο είναι ανεκτό και αποδεκτό από τον ελληνικό λαό. Και επ’ αυτού τα πράγματα παραμένουν αδιερεύνητα και θολά. Και θα παραμένουν έτσι ώσπου να αποφανθεί διά της ψήφου του ο ελληνικός λαός».

 

Τα συμπεράσματα δικά σας.

 

ΠΗΓΗ: Από alexis – 14 Φεβρουαρίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/33167

Για το 1821 και τη σειρά του Σκάϊ

Για το 1821 και τη σειρά του Σκάϊ

 

Του Βλάσση Αγτζίδη


 

Οι φίλοι απ’ το μπλογκ “Πόντος και Αριστερά” ζήτησαν την άποψή μου για τη σειρά που προβάλλει αυτή την εποχή ο τηλεοπτικός σταθμός Σκάϊ και διαπραγματεύεται την Επανάσταση του 1821.

Την επιστημονική ευθύνη της παραγωγής έχουν δύο ιστορικοί που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές αλλά και σε διαφορετικές ιστοριογραφικές σχολές, ο Θάνος Βερέμης και ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης.

Η σειρά αυτή και ο τρόπος που προσεγγίζει την Επανάσταση έχει προκαλέσει μια μεγάλη συζήτηση και πλήθος απαξιωτικών σχολίων, που προέρχονται από ποικίλους χώρους που ελάχιστα συνδέονται μεταξύ τους πολιτικά.

 

Η δική μου άποψη, σε μια πρώτη γραφή, είναι η εξής:

 

“Εάν αντιμετωπίζουμε την Επανάσταση του 1821 όχι ως ένα τοπικό γεγονός, αλλά ως πανελλήνιας και παγκόσμιας σημασίας, η μόνη σωστή και έγκυρη ημερομηνία είναι η 22α Φεβρουαρίου του 1821, όταν ο Αλ. Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο, ύψωσε στη σημαία της Επανάστασης και δύο μέρες μετά εξέδωσε την προκήρυξη-κάλεσμα “Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος”. Αυτό ήταν το γεγονός που πυροδότησε τις ελληνικές εξεγέρσεις σε διάφορα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με πιο πετυχημένη απ’ όλες αυτή του Μωριά…

Αν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε την εκπομπή, θα λέγαμε ότι η κατεύθυνση της σειράς είναι παλαιοελλαδοκεντρική, φιλοεθνικιστική και ενάντια στην ρωμιοσύνη. Τοποθετείται εξ αρχής στο πλευρό του νεαρού, εκ Δύσεως εκπορευόμενου εθνικού κινήματος και δυσφημεί χωρίς έλεος την παραδοσιακή εθναρχία, δηλαδή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, χωρίς να παρουσιάσει την πολλαπλότητα των επιλογών που είχε τότε η Ρωμιοσύνη.

Υπερτονίζει κάποια στοιχεία και υποβαθμίζει κάποια άλλα.

Το μεγάλο λάθος είναι ότι προσεγγίζει με σύγχρονα κριτήρια και όρους, με κάποια ελευθεριότητα είναι αλήθεια, εποχές που είναι πολύ διαφορετικές σε επίπεδο αντίληψης των φορέων των ιστορικών διεργασιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διαρκής εθνική σημασιοδότηση του όρου “Τούρκος“. Είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι εκείνη την εποχή η λέξη “Τούρκος” για τους Οθωμανούς ήταν επίθετο που σήμαινε μόνο τον απόβλητο αγροίκο, ενώ για τους Ρωμιούς, ακόμα και για τους διαφωτιστές, σήμαινε αποκλειστικά και μόνο τον Μουσουλμάνο. Χαρακτηριστικός είναι ο στίχος στο Θούριο που αναφέρει για την οθωμανική απολυταρχία ότι “Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τιμωρεί”.…

Και το ίδιο κάνει και με τον όρο “Έλληνας“, τον οποίο τον προβάλλει φυσιολογικά στους εξεγερμένους Ρωμιούς. Η διαφορά αυτοαντίληψης των νεαρών διανοούμενων ηγετών της Φιλικής από τους απλούς χριστιανούς αγωνιστές, ελληνόφωνους ή αλβανόφωνους ή βλαχόφωνους ή ακόμα και τουρκόφωνους, φαίνεται από το ορισμό του Καραϊσκάκη για το τι είναι Έλληνας:“Έλληνας είναι ο καθένας, είτε Τούρκος είτε Εβραίος, που πολεμά ενάντια στην Πύλη” (σημειωτέον ότι ο Καραϊσκάκης έμεινε ουδέτερος δύο χρόνια στο αρματολίκι που του το είχε παραχωρήσει ο Χουρσίτ Πασάς, και συνεργάστηκε με τους επαναστάτες απ΄το Φεβρουάριο του 1823 και μετά, για να γίνει τότε ο Καραϊσκάκης που γνωρίζουμε )…

Η Επανάσταση του 1821 υπήρξε ένα μεγαλειώδες γεγονός, που τη σπουδαιότητά της κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει. Ιδιαίτερα εγκωμιαστικός γι αυτήν είναι ο γκουρού των “νέων ιστορικών”, ο Χομπσμπάουμ.

 

 

Αν θέλετε την άποψή μου: η Επανάσταση του 1821 υπήρξε ένα κορυφαίο γεγονός που είχε κυρίως αντι-απολυταρχικά χαρακτηριστικά, και ως περιεχόμενο ήταν:
θρησκευτική -των χριστιανών κατά των κυρίαρχων μουσουλμάνων γιατί ήταν δεύτερης και τρίτης κατηγορίας πολίτες, υφιστάμενοι πλείστες όσες διακρίσεις ένεκα του θρησκεύματός τους,

ταξική των απόκληρων, πολύμορφων από άποψη καταγωγής, Ρωμιών-γιατί οι Ρωμιοί ήταν οι οικονομικά δυναστευόμενοι μέσα από την απλοϊκή μουσουλμανική δομή που καθόριζε τις ενδοοθωμανικές σχέσεις- και

εθνική, ώς έχουσα ηγεσία εμπνευσμένη από τη Γαλλική Επανάσταση που κατάφερε να μετεξελίξει σε κυρίαρχη ιδεολογία την από την εποχή της Άλωσης αντίληψη, περιωρισμένη έως τότε σε κύκλους διανοουμένων -της διασποράς αλλά και του Φαναρίου- ότι “είμαστε εθνικά Έλληνες”. Μια άποψη που στις εποχές πριν την Άλωση είχε οδηγήσει σε μια παράδοξη εμφάνιση των Ελλήνων ως έθνος με τη νεωτερική σημασία του όρου (δηλαδή με σαφές πολιτικό πρόγραμμα) αιώνες πριν τη νεωτερικότητα. Αυτό το γεγονός μαζί με κάποια άλλα εξίσου παράδοξα για τους ιστορικούς και κοινωνικούς επιστήμονες που ασχολούνται με το φαινόμενο του έθνους,οδήγησε τον ίδιο τον Gelner, να μιλήσει για εξαιρέσεις απ’ τον κανόνα. Γιατί, κακά τα ψέματα, η πλειονότητα των σύγχρονων εθνών κατασκευάστηκε κυριολεκτικά από διανοητές με όργανο το κράτος και τη βία…

Μεγάλο ζήτημα για συζήτηση είναι αυτό των όρων “έθνος”, “εθνότητα”, “νεωτερικό έθνος”, “γένος” και η σχέση του“ελληνικού έθνους” με το “ρωμαίικο γένος”. Αλλά, αυτή δεν είναι μια συζήτηση που μπορεί να γίνει εν θερμώ…

Επίσης, κάνοντας κριτική στη σειρά, μην ξεχνάτε καθόλου ότι οι συγγραφείς είναι ΔΥΟ. Ο Θάνος Βερέμης και ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης! Ο δεύτερος δεν έχει καμιά σχέση με τους χώρους που εκνευρίζουν ένα μεγάλο αριθμό Νεοελλήνων συμπατριωτών μας, που παντού βλέπει “νεοοθωμανούς”, “εθνοαποδομιστές” και “πράκτορες του Σόρος”. Αντιθέτως, βρέθηκε στο στόχαστρο των λεγόμενων “εθνοαποδομητών” γιατί ανέλαβε μαζί με τον Ι. Κολιόπουλο να συγγράψει το βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού, μετά την απόσυρση αυτού της κ. Ρεπούση”….

Στην παρακάτω ηλ-διεύθυνση, μπορείτε να δείτε τη συζήτηση που ακολούθησε την προβολή του δεύτερου μέρους, στην οποία συμμετείχαν εκτός από μένα, η κ. Αγγελομάτη-Τσουγγαράκη, ο κ. Σ. Ριζάς και απ’ την ομάδα της σειράς οι κ.κ. Μιχαηλίδης και Τατσόπουλος : http://www.skai.gr/player/tv/?mmid=210463

Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύτηκε στο:
http://taxalia.blogspot.com/2011/02/1821_11.html

Kάποια  παλιότερα κείμενά μου που αναφέρονται στο 1821  είναι τα εξής:

-Οι άγνωστες πλευρές του 1821

-Οι Έλληνες της Ανατολής στην Επανάσταση του 1821

Turk-le-sh-tir-e-me-dik-ler-im-iz-den-mi-sin-iz?

 

ΠΗΓΗ: Posted Φεβρουαρίου 10, 2011, http://kars1918.wordpress.com/2011/02/10/sky-1821/

Νόμος και εφαρμοσμένη νομιμότητα

Νόμος και εφαρμοσμένη νομιμότητα

 

Του Δημήτρη Μπελαντή*

 

 

Η πρόσφατη υπόθεση της «κατάληψης» της Νομική από τους μετανάστες και τις οργανώσεις συμπαράστασης σε αυτούς ανέδειξε για άλλη μια φορά το ζήτημα των ορίων της νομιμότητας και της πολιτικής με το νόμο.

Κατ’ αρχήν, η ίδια η ψήφιση του νόμου (όπως και οι συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου Γιαννάκου για το άσυλο) είναι ένα πολιτικό γεγονός. Δεν ισχύει η θετικιστική άποψη ότι σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία το κοινοβούλιο είναι μια καλολαδωμένη μηχανή, η οποία παράγει αυτόματα το νόμο έξω από πολιτικές προϋποθέσεις και σκοπιμότητες.

Ο νόμος υπακούει στη λογική του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στη νομοθετούσα πλειοψηφία και την αντιπολίτευση, αλλά και ακόμη περαιτέρω, η ψήφισή του αντανακλά έναν κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό δύναμης μέσα στην ίδια την κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο που η κάθε κυβερνητική πλειοψηφία δοκιμάζει καιρό πριν από την ψήφιση του νόμου τις κοινωνικές διαθέσεις για να δει πώς θα διαμορφώσει τους επικοινωνιακούς (και προπαγανδιστικούς θα προσθέταμε) όρους για την εισαγωγή και ψήφιση του νόμου. Στις τελευταίες δεκαετίες της «μεταμοντέρνας δημοκρατίας» η τεχνική των δημοσκοπήσεων διευκολύνει αυτήν την προσπάθεια.

Στη συνέχεια, η ίδια η διαδικασία ψήφισης του νόμου υπακούει υπόγεια σε μια πολιτική διαβούλευση ανάμεσα στην πλειοψηφία και τη μειοψηφία και αυτό επειδή κάθε πλειοψηφία επιδιώκει να διευρύνει τα όρια της νομιμοποίησής της. Παρά το ότι οι νόμοι το τελευταίο διάστημα (από το Μνημόνιο και μετά) ψηφίζονται κατά μονομερή και σχεδόν «στρατιωτικό» τρόπο από μια οριακή πλειοψηφία γύρω από το ΠΑΣΟΚ (με το ΛΑΟΣ και τη Ν.Δ. να συνεπικουρούν κατά περίπτωση), ακόμη και ο «αρνητικός» και «καταγγελτικός» λόγος της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας προς τη μειοψηφία ως «κοινωνικά ανεύθυνη» κ.λπ. δείχνει μια αγωνία για τα όρια κοινωνικής νομιμοποίησης της νομοθετικής διαδικασίας.

Ακόμη περισσότερο, όμως, είναι ορθό από την άποψη της κριτικής κοινωνιολογίας του δικαίου ότι η ίδια η εφαρμογή του νόμου δεν είναι ένα αυτόματο αποτέλεσμα της ισχύος του: υπάρχει μια «υλική νομιμότητα» η οποία συναρτά την κοινωνική πραγματικότητα με την εφαρμογή του νόμου. Το συντηρητικό επιχείρημα ότι κάθε νόμος εφαρμόζεται και ότι η μη εφαρμογή του αντανακλά μια αντιδημοκρατική «δυσλειτουργία» έχει ανατραπεί αρκετές φορές ιστορικά. Ειδικά στον χώρο των πανεπιστημίων, όπου και η αφορμή αυτού του σημειώματος, θυμίζουμε την ανατροπή του ν. 815 από το φοιτητικό κίνημα μέσα από τους αγώνες του την περίοδο 1978-1979. Αλλά και από την αντίστροφη πλευρά: ο ν. 1268/ 1982 του ΠΑΣΟΚ, όσον αφορά κάποιες δημοκρατικές – συμμετοχικές όψεις του (αλληλένδετα συνδεόμενες με την εκσυγχρονιστική στρατηγική του τότε ΠΑΣΟΚ στις αρχές του 1980) αποδυναμώθηκε και μεταρρυθμίσθηκε επί το συντηρητικότερο μετά από μια έντονη πολιτική επίθεση της Δεξιάς και του καθηγητικού κατεστημένου σε αυτές τις συμμετοχικές διαστάσεις του.

Ακόμη γενικότερα, το ίδιο το γεγονός ότι ο νόμος θεσπίσθηκε από μια ορισμένη κυβερνητική και νομοθετική συγκυριακή πλειοψηφία, του προσδίδει, βεβαίως, μια ορισμένη δημοκρατική νομιμοποίηση αλλά το ζήτημα της εφαρμογής του συνδέεται και αυτό άμεσα από την κρατούσα κοινωνική ιδεολογία και τις αντιστάσεις σε αυτήν και από τους πραγματικούς αγώνες και κοινωνικούς συσχετισμούς, οι οποίοι συνδέονται με την εφαρμογή αυτήν. Ας θεωρήσουμε κατ’ αρχήν ως δεδομένο ότι η πλειοψηφία των θεσπιζόμενων νόμων στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης και νεοσυντηρητικής ηγεμονίας τείνουν να συρρικνώσουν τα υφιστάμενα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα και να συστείλουν τα όρια της νομιμότητας σχετικά με αυτά. Αν στο συγκεκριμένο πεδίο της κοινωνικής πραγματικότητας (π.χ. στο πανεπιστήμιο) υπάρχει ακόμη ένα ισχυρό φοιτητικό και ευρύτερα πανεπιστημιακό κίνημα, αυτό αποτελεί εμπόδιο για την εφαρμογή των αντιδραστικότερων ρυθμίσεων, όπως π.χ. οι διέξοδοι για την παραβίαση του ασύλου.

Είναι φανερό ότι ακόμη και οι συσταλτικές ρυθμίσεις για το άσυλο που εισήγαγε η ρύθμιση του νόμου Γιαννάκου δεν είναι δυνατό να εφαρμοσθούν κατά το δοκούν από τις Πρυτανείες χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν οι κοινωνικοί συσχετισμοί αλλά και οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της παραβίασης του ασύλου συνειδησιακά στην κοινωνία αλλά και πρακτικά. Έτσι, ακόμη και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μπήκε σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης διότι γνώριζε ότι η υπόθεση μιας πιθανής αιματοχυσίας, από την παραβίαση του ασύλου, δεν θα ήταν αδιάφορη για την κοινωνία με δεδομένες και τις παραδόσεις – έστω ασθενείς σήμερα – του αντιδικτατορικού αγώνα. Και θα οδηγούσε ούτως ή άλλως σε μπλοκαρίσματα και ισχυρές αντιπαραθέσεις εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι τα όρια της νομιμότητας είναι ρευστά και διαπερατά από την κοινωνική δυναμική και δεν αποτελούν μια μονολιθική πραγματικότητα. Άρα, και το επιχείρημα «ο οιοσδήποτε νόμος θα εφαρμοσθεί» είναι ένα νεοσυντηρητικό και στην πραγματικότητα ανεδαφικό – ακόμη και για την ίδια την εξουσία και τους φορείς της – επιχείρημα.

 

* Ο Δημήτρης Μπελαντής είναι διδάκτωρ Νομικής

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 07 Φεβρουάριος 2011, http://edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=40……Itemid=51

Το Λύκειο στην κλίνη του Προκρούστη

Το Λύκειο στην κλίνη του Προκρούστη

 

Του Παύλου Χαραμή*

 

 

Βασικός στόχος της γενικής εκπαίδευσης είναι να συνδέσει με κατάλληλο τρόπο, σε μια κρίσιμη φάση της ζωής του νέου ανθρώπου, την ατομική βιογραφία με τις ευρύτερες συλλογικές επιδιώξεις. Οι αξίες, τα πρότυπα και οι εμπειρίες που οικειοποιούνται οι μελλοντικοί πολίτες μέσω της εκπαίδευσης επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και προσπαθούν να επιλύσουν τα προβλήματα και τις συγκρούσεις που αντιμετωπίζουν σε ατομικό επίπεδο στην καθημερινή τους δραστηριότητα και να οργανώσουν τους όρους και τις συνθήκες της διαβίωσής τους.

Η λυκειακή βαθμίδα επιτελεί ένα πολυδιάστατο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Καταρχάς, στο πλαίσιό της συμπληρώνεται η γενική μόρφωση που παρέχεται στις προηγούμενες βαθμίδες και μάλιστα σε μια ηλικία που σηματοδοτεί την ένταξη των νέων στον κόσμο των ενηλίκων. Παράλληλα, μέσω ποικίλων δραστηριοτήτων παρέχει στα νέα μέλη της κοινωνίας τη δυνατότητα να ασκήσουν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητές τους σε ποικίλους τομείς της επιστήμης, της τέχνης και ενδεχομένως της τεχνολογίας αναβαθμίζοντας με αυτό τον τρόπο και το επίπεδο της αυτογνωσίας τους. Τέλος, σταδιακά ή καταληκτικά τούς οδηγεί σε μορφωτικές επιλογές κρίσιμες για τη μετέπειτα πορεία τους.

Για αυτούς και άλλους λόγους η λυκειακή βαθμίδα αποκτά εκ των πραγμάτων ένα στρατηγικό ρόλο σε σχέση με τις προοπτικές της ατομικής βιογραφίας και της διαμόρφωσης του κοινού μέλλοντος. Η σύνδεση της λυκειακής βαθμίδας με την υποκείμενη και την υπερκείμενη εκπαιδευτική βαθμίδα, ο τρόπος με τον οποίο συν-δομούνται τα εξωτερικά περιγράμματα των λυκειακών τύπων σχολείου, το περιεχόμενο της γνώσης και των δραστηριοτήτων που επιλέγονται ανά γνωστικό αντικείμενο για καθένα από αυτούς τους τύπους και οι πρακτικές διδασκαλίας/μάθησης και ανατροφοδότησης που αξιοποιούνται στο πλαίσιό του είναι παράγοντες που επηρεάζουν καθοριστικά την παιδευτική λειτουργία του.

Σήμερα η βαθμίδα του Λυκείου είναι πεδίο σημαντικών εξελίξεων. Σε χώρες όπου εξακολουθεί να υφίσταται το παραδοσιακό επιλεκτικό Λύκειο, ιδίως της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, τείνει να μετασχηματιστεί τις τελευταίες δεκαετίες με ταχύ ρυθμό σε Λύκειο καθολικής συμμετοχής της αντίστοιχης ηλικιακής ομάδας, προέκταση, κατ’ ουσία, της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Η μεταλλαγή αυτή θέτει υπό αμφισβήτηση, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραμάτιζε ως πρόσφατα η βαθμίδα του Λυκείου στη διαμόρφωση των επαγγελματικών επιλογών των νέων. Παράλληλα, οι γενικότερες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες διαμορφώνουν ένα αρκετά διαφοροποιημένο πλαίσιο απαιτήσεων, που επηρεάζει αναπόφευκτα όλες τις βασικές παραμέτρους της εκπαίδευσης που παρέχει ένα σύγχρονο Λύκειο.

Συγκεκριμένα, καθώς οι κοινωνίες αυτές συνυπάρχουν σε ένα άκρως ανταγωνιστικό πλαίσιο, που επιβάλλουν και προωθούν οι δυνάμεις των αγορών, ο ρόλος της εκπαίδευσης προβάλλεται ως βασικός προσδιοριστικός παράγοντας της δυνατότητας των κοινωνιών να αντεπεξέρχονται στις απαιτήσεις ενός χωρίς όρους και όρια του ανταγωνισμού. Η εκπαίδευση καλείται να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη του ανταγωνισμού ανάμεσα στις εθνικές οικονομίες, οι οποίες όμως ολοένα και περισσότερο χάνουν τον εθνικό τους χαρακτήρα. Ταυτόχρονα συντελούνται διεργασίες «αποικισμού» της εκπαίδευσης με αντιλήψεις και πρακτικές που έχουν προηγουμένως δοκιμάσει την αντοχή τους στη βιομηχανία και την παραγωγή.

Διαμορφώνεται, έτσι, μια καθολικά παιδαγωγούμενη κοινωνία (totally pedagogised society), για να θυμηθούμε τον Basil Bernstein. Πρόκειται για μια κοινωνία στην οποία κυριαρχεί η εκπαιδευτική/παιδαγωγική διάσταση και μάλιστα διά βίου. [1]  Στη βάση της βρίσκονται η διαρκής ρευστότητα και οι συνεχείς αλλαγές που χαρακτηρίζουν τη γνωσιακή υποδομή των σύγχρονων κοινωνιών. Η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη, η έμφαση στην οικονομία της γνώσης, οι εξελίξεις στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας και οι αλλαγές στις ίδιες τις διαδικασίες παραγωγής και οργάνωσης της εργασίας επηρεάζουν καθοριστικά και το περιεχόμενο και τις μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η καθολικά παιδαγωγούμενη κοινωνία εμφανίζεται ως «… η κύρια στρατηγική ρύθμισης και νομιμοποίησης, προκειμένου η αβεβαιότητα, το ρίσκο και η ανασφάλεια να απαρτίσουν στοιχεία μιας μορφής κοινωνικοποίησης που χαρακτηρίζεται από την ανάγκη για διά βίου μάθηση».[2] Ουσιαστικά, ο σύγχρονος εργαζόμενος υποχρεώνεται να ενταχθεί σε μια διαδικασία συνεχούς ανασυγκρότησης, ώστε να ανταποκρίνεται σε διαρκώς μεταβαλλόμενα εργασιακά πλαίσια με την προσδοκία – που συχνά δεν επαληθεύεται – ότι θα μπορεί να εξασφαλίζει κάποια, έστω και προσωρινή απασχόληση. Σε αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται η κεντρική σημασία της «καταρτισιμότητας» (trainability), που ο Bernstein την ορίζει ως τη ικανότητα του ατόμου να κινείται αποτελεσματικά σε αυτή την εκπαιδευτική ρευστότητα και να αναπτύσσει προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις. [3]

Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της σχολικής γνώσης, ειδικότερα, οι κυρίαρχοι οικονομικοί κύκλοι επιδιώκουν μια λεπτομερή εξειδίκευση συγκεκριμένων ικανοτήτων που πρέπει να καλλιεργηθούν κατά προτεραιότητα στο σχολείο, με αποτέλεσμα να ωθούνται σε ριζική μεταλλαγή και οι αντίστοιχες πρακτικές αξιολόγησης του εκπαιδευτικού αποτελέσματος (π.χ. εθνικοί πίνακες αξιολόγησης, πρόγραμμα PISA κ.λπ.). Επακόλουθα μιας τέτοιας ιεράρχησης είναι η συνεχής υποβάθμιση των γνωστικών αντικειμένων και δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στη γενική μορφωτική συγκρότηση των νέων και προάγουν τις ανθρωπιστικές αξίες, και η αναβάθμιση “εργαλειακών” γνώσεων και δεξιοτήτων που εξυπηρετούν βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις των επιχειρήσεων. Τομείς σημαντικοί για την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των νέων, όπως είναι οι κοινωνικές-ανθρωπιστικές επιστήμες, η καθαρά θεωρητική γνώση στις φυσικές επιστήμες και στα μαθηματικά, η αισθητική καλλιέργεια, η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η αγωγή υγείας, η προετοιμασία συνολικά του σύγχρονου ενεργού πολίτη δεν έχουν τη θέση που τους αρμόζει στο σύγχρονο σχολείο. Αυτή η τάση έχει σοβαρές επιπτώσεις στο εκπαιδευτικό έργο, γιατί αφυδατώνει τη μόρφωση από το ανθρωπιστικό της περιεχόμενο και την καθιστά μέσο για την επιδίωξη μιας στενά εννοούμενης ατομικής επιτυχίας. Καλλιεργεί ένα αρνητικό κλίμα στο σχολείο και στην κοινωνία, που αντιμάχεται αξίες στις οποίες βασίζεται η κοινωνική συνοχή και η συνύπαρξη.

Η εκπαιδευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ευθυγραμμισμένη με αυτές τις κατευθύνσεις. Ήδη από την προηγούμενη δεκαετία είχε θέσει ως «στρατηγικό στόχο» της ως το 2010 «… να γίνει η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή». Για την επίτευξη του στόχου αυτού, όπως υποστηρίχτηκε, «… η εκπαίδευση και η κατάρτιση έχουν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο». Έχει επισημανθεί επίσης η στενή σχέση ανάμεσα στις βασικές αρχές της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής και στις κλασικές θεωρίες του λεγόμενου «ανθρώπινου κεφαλαίου». Μάλιστα, η ίδια η πρόσληψη της μόρφωσης ως παραγωγικής επένδυσης και η θεώρηση της γνώσης ως στοιχείου κοινωνικής αξιολόγησης των μελών μιας κοινωνίας είναι προϊόντα αυτής της θεωρίας.

Αναζητώντας τις ρίζες αυτής της πολιτικής συναντά κανείς αναπόφευκτα το Λευκό Βιβλίο για την εκπαίδευση, ένα από τα θεμελιώδη κείμενα της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής, που εκδόθηκε το 1995 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και βασίζεται στο αντίστοιχο Λευκό Βιβλίο για την Ανάπτυξη, την Ανταγωνιστικότητα και την Απασχόληση. Στο εισαγωγικό μέρος αυτού του κειμένου τονίζεται η σημασία παραγόντων όπως είναι η διεθνοποίηση του εμπορίου, το παγκόσμιο περιεχόμενο της τεχνολογίας και, πάνω απ’ όλα, η έλευση της κοινωνίας της πληροφόρησης, και οι επιπτώσεις τους στην οργάνωση της εργασίαςς και τις δεξιότητες που αποκτούν οι νέοι. Είναι προφανές για τους συντάκτες του κειμένου ότι τα εκπαιδευτικά συστήματα καλούνται να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο στην «προσαρμογή» των μελλοντικών πολιτών στην κοινωνία και την οικονομία. [4]

 

Οι πέντε προτάσεις στις οποίες κατέληγε το Λευκό Βιβλίο ήταν: [5]

 

* ενθάρρυνση της απόκτησης νέων γνώσεων, που παρέπεμπε σε ένα πανευρωπαϊκό σύστημα αναγνώρισης, πιστοποίησης και αξιολόγησης των «δεξιοτήτων – κλειδιών»,

*  προσέγγιση του σχολείου και της επιχείρησης μέσω της κατανόησης του κόσμου της εργασίας και της αποφασιστικής συμμετοχής των επιχειρήσεων στις διαδικασίες κατάρτισης και προώθησης της μαθητείας,

*  καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού (π.χ. με τα «σχολεία δεύτερης ευκαιρίας»),

* γλωσσομάθεια σε επίπεδο τριών κοινοτικών γλωσσών, και

*  ισότιμη αντιμετώπιση της υλικής επένδυσης με την επένδυση σε κατάρτιση.

Ας μη μας διαφεύγει, ωστόσο, ότι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η «διδακτέα ύλη», ως έκφραση της «επίσημης» γνώσης, σχετίζεται άμεσα με τη δομική συγκρότηση, κατά την κάθετη και την οριζόντια έννοια, του εκπαιδευτικού συστήματος.

Στο εκπαιδευτικό μας σύστημα κυριάρχησε παραδοσιακά στη λυκειακή βαθμίδα ο τύπος του διπλού (γενικό και τεχνικό λύκειο) ή του τριπλού εκπαιδευτικού δικτύου (που με τη σημερινή εκδοχή του περιλαμβάνει Γενικό Λύκειο, Επαγγελματικό Λύκειο και Επαγγελματική Σχολή). Αντίθετα, το «Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο» συνυπήρξε στενόχωρα ως τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 με όλους τους παραδοσιακούς τύπους του επιλεκτικού συστήματος, για να οδηγηθεί σύντομα όσο και απροσδόκητα στην τελική κατάργησή του. Δυσλειτουργίες και προβλήματα που συσσωρεύτηκαν γύρω στη βαθμίδα του Λυκείου την οδήγησαν σε πολλαπλές στρεβλώσεις (διόγκωση των φροντιστηρίων, αδιαφορία για τη γνώση, υποβάθμιση της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης κ.λπ.) και τελικά στην αποδυνάμωση της παιδαγωγικής λειτουργίας όλων των παράλληλων τύπων Λυκείου. Αυτή η αρνητική εικόνα του ελληνικού Λυκείου σήμερα παρέχει επαρκή δικαιολογία για ριζικές παρεμβάσεις, αλλά προβάλλεται προσχηματικά προκειμένου να υιοθετηθούν νεοφιλελεύθερης έμπνευσης εκπαιδευτικές πολιτικές.

Στα πρώτα βήματα της νέας χιλιετίας, η ελληνική εκπαίδευση βρίσκεται μπροστά σε σημαντικές αλλαγές, στο ασφυκτικό περιβάλλον μιας πρωτοφανέρωτης – τουλάχιστον για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα – πολυδιάστατης κρίσης, αλλαγές που συμπυκνώνονται στο εφεύρημα του «νέου σχολείου». Αυτό το πολυσυζητημένο «νέο σχολείο» στο επίπεδο του Λυκείου υπόσχεται από την άποψη της εξωτερικής δομής ένα διπλό δίκτυο, του οποίου και τα δύο σκέλη (Γενικό και Τεχνολογικό Λύκειο, που εξαγγέλλονται μάλιστα ως μορφωτικά «ισοδύναμα») έχουν έντονα στοιχεία (προ)-επαγγελματικής εξειδίκευσης. Αντίθετα, τίποτε δεν έχει αποσαφηνιστεί ακόμη επίσημα από την άποψη του περιεχομένου σπουδών. Τα σχέδια όμως που κατά καιρούς αφήνεται να «διαρρεύσουν» προς τα μέσα ενημέρωσης, συνήθως μέσω του «φιλοκυβερνητικού» ημερήσιου τύπου, δεν είναι εμπνέουν καμιά αισιοδοξία.

Σε αυτό το κλίμα, η γενικότερη αβεβαιότητα που κυριαρχεί παρέχει πρόσφορο έδαφος για να αναβιώσουν παλιές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις για τη φυσιογνωμία, τη δομή και το περιεχόμενο σπουδών της λυκειακής βαθμίδας, που συμπυκνώνονται σε αντιθετικά δίπολα όπως: ανθρωπισμός και τεχνοκρατισμός, ενιαιότητα και διαφοροποίηση, θεωρία και πράξη/εφαρμογή, κοινωνικότητα και ατομικότητα, παράδοση και καινοτομία, δημόσιο και ιδιωτικό κ.ο.κ.

Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας πυρήνας αλήθειας στις διαρροές που έχουν κατακλύσει τον τύπο, ιδίως τον φιλοκυβερνητικό, εύκολα συνάγεται ότι και στην περίπτωση του περιεχόμενου σπουδών η ακολουθούμενη εκπαιδευτική πολιτική δεν απέχει από τις κυρίαρχες διεθνώς τάσεις της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής. Η κυβέρνηση έχει ήδη δεσμευτεί δημοσίως ότι θα προωθήσει νέο «Πρόγραμμα Σπουδών» για όλες τις βαθμίδες της γενικής εκπαίδευσης, με προτεραιότητες εναρμονισμένες με τις παραπάνω προδιαγραφές. Παρά το γεγονός, όμως, ότι δυο εκατοντάδες ειδικοί επιστήμονες και ερευνητές, σύμφωνα με τις δηλώσεις της ηγεσίας του Υπ. Παιδείας, συμμετέχουν σε αυτό το έργο, οι φορείς της εκπαίδευσης και ειδικά οι εκπαιδευτικοί, που θα κληθούν να πραγματώσουν τις εκπαιδευτικές αλλαγές, δεν συμμετέχουν σε αυτό το σχεδιασμό.

Αυτό που κυρίως αμφισβητείται και διακυβεύεται, αν θεωρήσουμε ως βάση οποιοδήποτε από τα σενάρια που είδαν τελευταία το φως της δημοσιότητας σχετικά με το περιεχόμενο του Λυκείου, είναι η γενική μόρφωση. Ως γενική μόρφωση μπορούμε σχηματικά να θεωρήσουμε ένα επαρκές και συνεκτικό σώμα γνώσεων που παρέχει στο σύγχρονο πολίτη τη δυνατότητα να κατανοεί την πολυπλοκότητα των προβλημάτων του φυσικού και του κοινωνικού περιβάλλοντος και να αντιμετωπίζει με θετικό τρόπο τις προκλήσεις του σήμερα θεμελιώνοντας τη δράση του σε υγιείς κοινωνικές αξίες (συμμετοχή, συλλογικότητα, αλληλεγγύη, κοινωνική δικαιοσύνη …) και διεκδικώντας μια πιο δίκαιη κοινωνία. Αυτή η γενική μόρφωση επιχειρείται στο επίπεδο της λυκειακής βαθμίδας να υποκατασταθεί από ένα άθροισμα κατακερματισμένων γνωστικών πεδίων που προσφέρονται στους μαθητές και μαθήτριες προς επιλογή, για να δομήσουν μια «προσωπική» μορφωτική πορεία. Το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι άλλο από τη διάρρηξη του γνωσιακού ιστού του Λυκείου και την υπονόμευση του μορφωτικού ρόλου του.

Η «προτεινόμενη» μέσω διαρροών μορφωτική δομή του Λυκείου (ένας υπερβολικά ασθενικός «κορμός» 2-3 μαθημάτων, από τη μία πλευρά, και ένα εξαιρετικά «χρονοβόρο» σύστημα μαθημάτων επιλογής, από την άλλη), υπηρετώντας κατά βάση τις προτεραιότητες των αγορών και τις απαιτήσεις του συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (π.χ. «διαμερισματοποίηση» της γνώσης, χρησιμοθηρία, αμφισβήτηση της μορφωτικής σημασίας της ιστορίας κ.λπ.), και όχι την πρωταρχικής σημασίας απαίτηση για επαρκή και συνεκτική γενική μόρφωση σε όλα τα παιδιά, θα συμβάλει αναπόφευκτα στη διευρυμένη αναπαραγωγή των μορφωτικών ανισοτήτων σε βάρος των πιο αδικημένων από αυτά. Εξίσου προβληματική (αλλά πιο πρακτική και φθηνή – στοιχεία που «μετράνε» στις τελικές επιλογές του Υπ. Παιδείας) είναι η εκδοχή για ένα δισυπόστατο Γενικό Λύκειο που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα και προβλέπει αφενός το «Πρακτικό Λύκειο», με ειδίκευση της «θετικές» επιστήμες, και το «Θεωρητικό Λύκειο», προσανατολισμένο στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.

Η πρόταση του εκπαιδευτικού κινήματος για ένα Ενιαίο Λύκειο θεωρίας και πράξης, που θα υπηρετεί τη γενική μόρφωση συναιρώντας δημιουργικά τη θεωρητική μόρφωση στις φυσικές και κοινωνικές/ανθρωπιστικές επιστήμες με την πράξη, την τεχνολογία και την εφαρμογή, αγνοείται κατάφωρα από την ηγεσία του Υπ. Παιδείας. Ωστόσο, ενιαία δομή της λυκειακής βαθμίδας, που έχει υποστασιοποιηθεί διεθνώς με τις ποικίλες μορφές του «ενιαίου σχολείου», είναι το κέλυφος που διασφαλίζει με τον καλύτερο τρόπο την προοπτική της γενικής μόρφωσης και της ολόπλευρης καλλιέργειας της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου. Όπως τονίζουν, π.χ., με έμφαση οι Π. Μπουρντιέ και Φ. Γκρο, «τα πάντα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ώστε να μειωθεί η αντίθεση ανάμεσα στη θεωρία και στην τεχνική, ανάμεσα στο τυπικό και το συγκεκριμένο, ανάμεσα στο καθαρό και το εφαρμοσμένο, και να επανενσωματωθεί η τεχνική στο εσωτερικό των βασικών διδασκαλιών [6]

Η πρώιμη έμφαση στις ειδικές, προεπαγγελματικές ή και επαγγελματικές κατευθύνσεις, μια τάση που είχε κυριαρχήσει κατά το παρελθόν, δεν μπορεί να ισχύσει σε μια σύγχρονη, μεταβαλλόμενη κοινωνία. Τα πλήθος των ειδικών γνώσεων και η ποικιλία των επιμέρους εφαρμογών τους, σε συνδυασμό με την ταχύτητα παλαίωσης και αχρήστευσής τους, καθιστούν το μορφωτικό αποτέλεσμα ενός τέτοιου προγράμματος εξαιρετικά βραχύβιο. Επιπλέον, μια τέτοια έμφαση δυσχεραίνει την προσπάθεια των εργαζομένων να επιμορφωθούν και να αναπροσανατολιστούν στις νέες συνθήκες της παραγωγής, όπως και τη δυνατότητά τους να κατανοήσουν και να επηρεάσουν τις κοινωνικές εξελίξεις. Έτσι, η παλιά διάκριση (και ταυτόχρονα αξιολόγηση) των δύο δικτύων της εκπαίδευσης, του γενικού και του τεχνικοεπαγγελματικού, αποδεικνύεται σήμερα από πολλές απόψεις ατελέσφορη.

 

Με την καθιέρωση ενιαίας λυκειακής βαθμίδας εξασφαλίζονται σημαντικά παιδαγωγικά και κοινωνικά οφέλη. Συγκεκριμένα, το Ενιαίο Λύκειο:

 

*  κρατά στο πλαίσιο του ίδιου σχολείου το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού μετά την αποπεράτωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης,

* συνδέει σε υψηλότερο επίπεδο τη θεωρία με την πράξη και συμβάλλει στην άμβλυνση των στερεοτύπων που συνδέονται με τη διάκριση της διανοητικής από τη χειρωνακτική εργασία,

*  αναβάλλει την επιλογή επαγγελματικής κατεύθυνσης για πιο ώριμη ηλικία,

* παρέχει υψηλότερου επιπέδου γενική μόρφωση, αναγκαία για μια επιτυχή παρακολούθηση οποιασδήποτε περαιτέρω εξειδίκευσης, είτε προς την κατεύθυνση των ακαδημαϊκών σπουδών είτε προς αναβαθμισμένα προγράμματα μεταλυκειακής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, και

*  συμβάλλει σε άμβλυνση των ανισοτήτων στον τομέα της μόρφωσης.

Για να εξασφαλιστούν στην πράξη τα οφέλη που θα προκύψουν από την καθιέρωση του Ενιαίου Λυκείου, απαιτούνται αντίστοιχες ρυθμίσεις σε όλους τομείς οργάνωσης και λειτουργίας του, όπως είναι το περιεχόμενο σπουδών (αναλυτικά προγράμματα), οι μέθοδοι διδασκαλίας και στήριξης των μαθητών/ μαθητριών κ.λπ., όπως επίσης και ευρύτερες κοινωνικές πολιτικές υποστήριξης των παιδιών που συναντούν μεγαλύτερες εκπαιδευτικές και οικονομικο-κοινωνικές δυσκολίες.

Σε ό,τι αφορά το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που έχει προκαλέσει πολλαπλές στρεβλώσεις στη μορφωτική λειτουργία του Λυκείου, το προοδευτικό εκπαιδευτικό κίνημα έχει προβάλει με αξιοπρόσεκτη επιχειρηματολογία τη σημασία της μετακίνησης των συστημάτων πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προς την κατεύθυνση της ελεύθερης πρόσβασης και εγγραφής ως απαραίτητο συνοδό στοιχείο της λειτουργίας του Ενιαίου Λυκείου. Έχουν ήδη προταθεί ενδιαφέρουσες ιδέες, όπως είναι η καθιέρωση της ελεύθερης εγγραφής των αποφοίτων σε μεγάλο αριθμό σχολών των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων, για τις οποίες η ζήτηση δεν απέχει πολύ από την προσφορά, η καθιέρωση ενός μεταλυκειακού / προπανεπιστημιακού έτους ή, επίσης, η ελεύθερη εγγραφή σε ένα πρώτο έτος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που θα οδηγεί σε περαιτέρω εξειδίκευση. Υπάρχουν, από την άλλη πλευρά, εμπειρίες άλλων ευρωπαϊκών χωρών σε παρόμοιες κατευθύνσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι οι εκπαιδευτικοί θεσμοί έχουν περιορισμένη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν μορφωτικές ανισότητες που εδραιώνονται σε σύνθετες κοινωνικές διεργασίες. Γι’ αυτό και τα όποια μέτρα προκρίνονται για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων πρέπει να συνοδεύονται από αντίστοιχα κοινωνικά μέτρα, από τη συστηματική και επίπονη συλλογική προσπάθεια για ριζικές τομές στον κορμό της σύγχρονης κοινωνίας.

 

Παραπομπές

 

[1] Βλ. Bernstein, B.: Pedagogy, symbolic control and identity. Theory, research, critique, Taylor and Francis, London 1996. Επίσης, Bonal, X. – Rambla, X.: «Στα δίχτυα της καθολικά παιδαγωγημένης κοινωνίας. Εκπαιδευτικοί και διδασκαλία στην οικονομία της γνώσης», στο: Αθανασιάδης, Χ. – Πατραμάνης, Α. (επ.): Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και εκπαιδευτικοί, Κλαδικό Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Αθήνα 2002, σ. 119-150.

[2] Bonal, X. – Rambla, X., ό.π., σ. 119 κ.ε.

[3] Για το περιεχόμενο και τη χρήση του όρου ʽκαταρτισιμότηταʼ βλ. Bernstein, B., ό.π., σ. 72 κ.ε.

[4] Λευκό Βιβλίο, σ. 213.

[5] Βλ. και: Γρόλλιος, 2005, σ. 1.

[6] Βλ.Μπουρντιέ, Π.– Γκρο, Φ.: «Αρχές για να σκεφτούμε τα περιεχόμενα της εκπαίδευσης», Ο Πολίτης, τ. 48, 1998, σ. 18-22.

 

 ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 30/01/2011, Η ΑΥΓΗ (ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ),  http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=595724

 

* Ο Παύλος Χαραμής είναι Πρόεδρος του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης (ΚΕΜΕΤΕ) της ΟΛΜΕ

E.E. και Ευρωζώνη ….

E.E. και Ευρωζώνη:

Η υπέρβαση της ΕΟΚ και ο δρόμος προς την οικονομική απολυταρχία

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

H EE και κυρίως η ευρωζώνη βρίσκεται μπροστά σε ιστορική καμπή. Πολλοί είναι εκείνοι που εκτιμούν ότι η κρίση που συνταράσσει την οικονομία και την πολιτική της ευρωζώνης θα είναι από κάθε άποψη καταληκτική.

 

Με άλλα λόγια, είναι πλέον διάχυτη η εκτίμηση ότι το ευρώ, τουλάχιστον με την μορφή και την αρχιτεκτονική που το γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, δεν θα επιβιώσει αυτής της κρίσης. Ήδη οι ισχυροί της ευρωζώνης έχουν ξεκινήσει την πορεία μετεξέλιξης μέσα από τρεις βασικές μεταβολές:

Πρώτο: την «οικονομική διακυβέρνηση» που σημαίνει ότι το σύνολο της δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών-μελών ανατίθεται επισήμως στα όργανα της ευρωζώνης. Στην πράξη το κράτος-μέλος χάνει ουσιαστικά το δικαίωμα κατάρτισης ανεξάρτητου προϋπολογισμού, ενώ το εθνικό κοινοβούλιο δεν έχει πια παρά μόνο ένα καθήκον, να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των κεντρικών οργάνων της ευρωζώνης. Σε κάθε άλλη περίπτωση προβλέπονται ποινές και κυρώσεις.

Δεύτερο: την υιοθέτηση ενός μόνιμου υπερκρατικού μηχανισμού διαχείρισης πτωχεύσεων. Απ’ ότι φαίνεται θα στηθεί γύρω από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Στήριξης. Το Ταμείο αυτό αποχτά μόνιμο χαρακτήρα και μάλλον θα συνδυαστεί με την έκδοση ενός κοινού ομολόγου, ευρωομόλογο, το οποίο θα αντικαταστήσει την έκδοση κρατικών ομολόγων για τον δανεισμό των κυβερνήσεων. Με τον τρόπο αυτό χάνεται και το τελευταίο έρεισμα οικονομικής κυριαρχίας των κρατών-μελών, δηλαδή η δυνατότητα ανεξάρτητου δανεισμού.

Τρίτο: η συνεχιζόμενη κρίση, όπως και οι τεράστιες ανάγκες χρηματοδοτικής στήριξης των ευρωπαϊκών τραπεζών και των κρατών-μελών σπρώχνουν όλο και περισσότερο στην υιοθέτηση ενός συστήματος παράλληλων νομισμάτων μέσα στην ευρωζώνη. Αν τελικά αποφασιστεί η έκδοση του ευρωομολόγου εκτιμάται ότι δρόμος θα ανοίξει για την μετάβαση σε ένα σύστημα που θα επιτρέπει την παράλληλη ύπαρξη με το σκληρό ευρώ και μια σειρά άλλων παραλλαγών του ευρώ, μαλακών ευρώ, για τις χώρες εκείνες που βιώνουν πιο έντονα την κρίση χρέους. Η υιοθέτηση αυτού του μαλακού ευρώ δεν θα σημάνει την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη, μιας και η ισοτιμία αυτού του νομίσματος θα καθορίζεται επίσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Οι εξελίξεις αυτές εκ των πραγμάτων θέτουν ένα σοβαρό ερωτηματικό για τη θέση όχι μόνο της Ελλάδας μέσα στην ευρωζώνη και την ΕΕ, αλλά και όλων των χωρών, ιδίως εκείνων που βιώνουν έναν εκρηκτικό συνδυασμό κρίσης χρέους και χρόνιας ύφεσης. Όταν η Γερμανία, η πιο ισχυρή χώρα της Ε.Ε. και η πιο ωφελημένη οικονομία από το ευρώ, αναρωτιέται στα σοβαρά για το τι πρέπει να κάνει, για το αν θα πρέπει να μείνει ή να φύγει, τότε η Ελλάδα τι οφείλει να κάνει; Αν με την μέχρι σήμερα πορεία της εντός της ευρωζώνης έχει οδηγηθεί στην χρεοκοπία και σε καθεστώς ελεγχόμενης πτώχευσης, τότε τι καλό μπορεί να περιμένει από τις εξελίξεις που περιγράψαμε; Τι καλό θα βγάλει η επιβολή της «οικονομικής διακυβέρνησης», ο μηχανισμός πτωχεύσεων και το παράλληλο μαλακό ευρώ, εκτός από το να διαιωνίσουν τη χρεοκοπία και την ύφεση της χώρας στο διηνεκές;

 

Η ουτοπία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

 

Για να κατανοήσουμε γιατί η ευρωζώνη και η Ε.Ε. βιώνει αυτή την κρίση πρέπει να ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην ιστορική πορεία της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

Η ΕΟΚ παλιότερα και η Ε.Ε. σήμερα αποτελούν πολύ συγκεκριμένες ιστορικές μορφές εκδήλωσης της περιφερειακής διεθνοποίησης όχι της παραγωγής αλλά του κεφαλαίου και μάλιστα του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου. Η Δυτική Ευρώπη συγκροτήθηκε ως ενιαίο περιφερειακό κέντρο κρατικομονοπωλιακής ανάπτυξης όχι τόσο στη βάση οικονομικών αναγκαιοτήτων, αλλά ως αναγκαία απάντηση στις κοινωνικοπολιτικές προκλήσεις που γέννησε ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, ειδικά στο έδαφος της Δ. Ευρώπης.

Η ανάγκη δημιουργίας της ΕΟΚ προέκυψε πρώτα απ’ όλα από τον ανεπανόρθωτο κλονισμό και την κατοπινή κατάρρευση της αποικιοκρατίας, που αποτελούσε έως τότε το κύριο μέσο ιμπεριαλιστικής ισχύος των ισχυρών χωρών της Δυτικής Ευρώπης, αλλά και οικονομικής δύναμης του δυτικοευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για αγορές και ευκαιρίες επένδυσης.

Δεύτερο, από τις αυξημένες απαιτήσεις δημοκρατικής, κοινωνικής και οικονομικής αναδιοργάνωσης των ευρωπαϊκών χωρών με βάση τα αιτήματα και τις ανάγκες των λαών και των εργαζομένων, που μετά τον πόλεμο αποτέλεσαν αυτό που ο ιμπεριαλισμός ορθά αντιλήφθηκε ως άμεση «κομμουνιστική απειλή».

Τρίτο, από την αδυναμία του κεφαλαίου και των πολιτικών του εκπροσώπων, ακόμη και των πιο ανεπτυγμένων χωρών της Δ. Ευρώπης, να αντιμετωπίσουν σε εθνικά πλαίσια τις σοβαρές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές κρίσεις μετά την λήξη του 2ου παγκοσμίου πολέμου, δίχως να θέσουν σε άμεσο κίνδυνο την κυριαρχία τους, δίχως να προχωρήσουν σε σοβαρές υποχωρήσεις προς το εργατικό και λαϊκό κίνημα στην κατεύθυνση μιας σχεδιομετρικής ανάπτυξης της οικονομίας με εθνικοποιημένους τους βασικούς μοχλούς και τους πόρους της, κυρίως στην παραγωγή, που εκ των πραγμάτων αμφισβητεί τον κυρίαρχο ρόλο της αγοράς και του κεφαλαίου.

Τέταρτο, από την πλήρη αδυναμία να ανασυγκροτηθεί οικονομικά και πολιτικά ο κατεστραμμένος μεταπολεμικά καπιταλισμός, ιδίως στις μεγάλες χώρες της Δ. Ευρώπης, δίχως την άμεση συνδρομή, στήριξη και εξάρτηση από τις ΗΠΑ, όπως εκδηλώθηκε αρχικά με το σχέδιο Μάρσαλ, χωρίς το οποίο θα ήταν αδύνατη η δημιουργία της ΕΟΚ.

Γι’ αυτό και η ΕΟΚ δεν ήταν ποτέ μια απλή διακρατική οικονομική συμφωνία ανάμεσα σε καπιταλιστικές χώρες, όπως για παράδειγμα ήταν εξαρχής η κατεξοχήν οικονομικού χαρακτήρα Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ-EFTA). Αποτέλεσε, δηλαδή, εξ ιδρύσεως κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή διακρατική ζώνη ελεύθερου εμπορίου. Ευθύς εξαρχής κυριάρχησε το πολιτικό στοιχείο στην όλη διαδικασία, μιας και επρόκειτο για ένα «κοινό μέτωπο» κρατικομονοπωλιακών μηχανισμών εξουσίας με σκοπό τη συγκρότηση μιας νέας βάσης ιμπεριαλιστικής ισχύος στη Δυτική Ευρώπη απέναντι στην «κομμουνιστική απειλή» στο εσωτερικό και το εξωτερικό των χωρών της περιοχής, αλλά και απέναντι στις νεοαπελευθερωμένες, πρώην αποικιακές χώρες, τους λαούς των εξαρτημένων χωρών, που διεκδικούσαν νέο ρόλο και θέση στη διεθνή οικονομική και πολιτική πραγματικότητα. Αυτή υπήρξε η αφετηρία της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

Σε μια εποχή δραματικής υποχώρησης των εξωτερικών οικονομικών ερεισμάτων και στηριγμάτων του δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, η ΕΟΚ απάντησε με τη προσπάθεια δημιουργίας μιας κοινής, λίγο ως πολύ, «εσωτερικής αγοράς» εμπορευμάτων, κεφαλαίου και εργασίας, η οποία είχε σκοπό να διευκολύνει την ταχύτερη συσσώρευση στις κορυφές του μονοπωλιακού κεφαλαίου στη Δυτική Ευρώπη και να εξασφαλίσει νέες δυνατότητες οικονομικής διείσδυσης στην παγκόσμια αγορά και κυρίως στις πρώην αποικίες της. Στην αδυναμία κεφαλαιοκρατικής ανασυγκρότησης και στο φόβο του κεφαλαίου για ραγδαία επιδείνωση των οφειλόμενων σε κρίσεις αναστατώσεων σε εθνικό επίπεδο, η ΕΟΚ αντέταξε τον υπερεθνικό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών, πρώτα στο επίπεδο της βιομηχανικής παραγωγής, έπειτα στο επίπεδο των εμπορικών συναλλαγών και τέλος στην αγροτική παραγωγή και τα νομισματικά.

Στον αναπτυσσόμενο αγώνα των εργατικών και λαϊκών κινημάτων για κοινωνική ευημερία στη βάση της παραγωγικής ανασυγκρότησης της εθνικής οικονομίας τους προς όφελος των εργαζομένων και με κριτήριο τις ανάγκες τους, η ΕΟΚ αντέταξε την «ευημερία όλων των Ευρωπαίων» μέσω του ανταγωνισμού στην αγορά και του ελεύθερου εμπορίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και μ’ αυτή την έννοια αποτέλεσε το οικονομικό και πολιτικό προπύργιο της «ελεύθερης οικονομίας της αγοράς», σε μια εποχή όπου σ’ όλες τις χώρες της Δ. Ευρώπης βρίσκονταν σε άνθηση πολιτικά αιτήματα για εθνικοποιήσεις βασικών τομέων της οικονομίας και για κεντρική σχεδιοποιημένη ρύθμιση των εθνικών οικονομιών. «Είμαστε αποφασισμένοι», έλεγε στα 1958 ο Βάλτερ Χάλσταϊν, πρόεδρος της Επιτροπής της ΕΟΚ, «να μην πέσουμε σε στασιμότητα. Έχουμε αποφασίσει ότι τα εθνικά σύνορα δεν θα μας περιορίζουν πια οικονομικά. Θέλουμε να ανοίξουμε δρόμους – κι έτσι να προσφέρουμε σε 168 εκατομμύρια Ευρωπαίους ένα καλύτερο μέλλον, ώστε να κερδίσουμε ένα μεγαλύτερο πλεονέκτημα για ολόκληρο τον ελεύθερο κόσμο στην ιδεολογική και οικονομική σύγκρουση με τον μπολσεβικισμό.»

Την εποχή όπου οι λαοί στη Δ. Ευρώπη αμφισβητούσαν τον παραδοσιακό ιμπεριαλιστικό σωβινισμό των δυο παγκόσμιων πολέμων, διεκδικούσαν την ανασυγκρότηση των εθνών τους στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας, απαιτούσαν νέες ελεύθερες και δημοκρατικές διεθνείς σχέσεις με όλους τους λαούς της υφηλίου στη βάση του σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας όλων, δίχως πολεμικές αναμετρήσεις και επεμβάσεις, δίχως χώρες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, η ΕΟΚ απάντησε με έναν νέου τύπου ιμπεριαλιστικό σωβινισμό, τον «ευρωπαϊκό πατριωτισμό», την «ευρωπαϊκή ιδέα» και τον «ευρωπαϊσμό». Τον ίδιο ακριβώς «ευρωπαϊσμό» που οι παλιοί αποικιοκράτες είχαν επινοήσει για να εμφανίζουν την Ευρώπη ως «κοιτίδα του πολιτισμού» και τη δική τους βάρβαρη εξόρμηση ως αναγκαίο «εκπολιτιστικό έργο». Μόνο που αυτή τη φορά οι λαοί της κάθε χώρας-μέλους έπρεπε να εγκαταλείψουν τη διεκδίκηση της κυριαρχίας στη χώρα τους για να μετατραπούν σ’ ένα αληθινό συνονθύλευμα «Ευρωπαίων πολιτών».

Στη διεθνή πάλη, που φούντωσε αμέσως μετά τον πόλεμο, για το άνοιγμα των αγορών και της διεθνούς παραγωγής προς όφελος όλων των χωρών και πολύ περισσότερο των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών, η  ΕΟΚ αντέταξε την προσάρτηση και το δραστικό περιορισμό του διεθνούς ορίζοντα των εξαρτημένων χωρών.

Ταυτόχρονα πρόσφερε το αναγκαίο πλαίσιο για τη διαμόρφωση μιας στέρεης οικονομικής βάσης για την στρατιωτικοπολιτική συμμαχία με επικεφαλής τις ΗΠΑ, για την εδραίωση του ΝΑΤΟ, παράλληλα με τη δημιουργία μιας νέας αγοράς μεγάλων ευκαιριών για το αμερικανικό κεφάλαιο. «Ο Αμερικανός επιχειρηματίας», όπως διευκίνιζε ο Βάλτερ Χάλσταϊν, «σύντομα θα αντιληφθεί ότι η Ευρώπη με κανέναν τρόπο δεν επιθυμεί να είναι οικονομικά αυτάρκης. Τα εμπόδια στη μια ή στην άλλη από τις έξι εθνικές οικονομίες σύντομα θα υποχωρήσουν μετά τα μεταβατικά στάδια (τα οποία είναι σίγουρο ότι πρόκειται να δυσκολέψουν πολλούς κλάδους της βιομηχανίας) προς όφελος μιας πιο υγιούς δομής, η οποία θα έχει περισσότερες δυνατότητες να επιβιώνει από τις αναταραχές της παγκόσμιας οικονομίας. Επιπλέον, η δυνατότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας να λειτουργεί με λιγότερα εμπόδια απ’ ό,τι προηγουμένως θα κάνει την Ευρώπη περισσότερο ελκυστική ως πόλο προσέλκυσης ξένου κεφαλαίου, ως αγορά για βιομηχανικές επενδύσεις. Οι αμερικανικές εταιρείες που ήδη δραστηριοποιούνται στον Παλιό Κόσμο θα βρουν να τους ανοίγονται μια πλατύτερη αγορά και μεγαλύτερες ευκαιρίες πωλήσεων –υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για όλα τα ευρωπαϊκά συγκροτήματα. Και αυτές οι επιχειρήσεις θα αποφέρουν ακόμη μεγαλύτερες αποδόσεις στα κεφάλαια που έχουν επενδυθεί.»

Στη βάση αυτή ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια να πειστούν οι λαοί και οι εργαζόμενοι ότι η ΕΟΚ δεν ήταν αυτό που ευθύς εξαρχής φαινόταν αλλά κάτι άλλο. Επρόκειτο για κάτι που ξεπηδούσε από τις βαθύτερες εσωτερικές ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας γενικά και επομένως ξεπερνούσε την αναγκαιότητα ικανοποίησης των συγκεκριμένων αιτημάτων που είχαν στοιχειοθετήσει και διεκδικούσαν τα εργατικά και λαϊκά κινήματα για τις χώρες τους. Έτσι γεννήθηκε η απολογητική αντίληψη περί «περιφερειακής ολοκλήρωσης», η οποία δοξάστηκε ως «νομοτελειακή έκφραση», ακόμη και ως «ανώτατη μορφή» της διεθνοποίησης και συνεπώς «αντικειμενικά» στεκόταν υπεράνω των εθνικών κρατών. Και όλα αυτά σε μια εποχή κατά την οποία η ίδια η έννοια της «περιφερειακής ολοκλήρωσης» ερχόταν εξ ορισμού σε αντίθεση με την ίδια τη διεθνοποίηση.

Σε μια περίοδο ανοίγματος των διεθνών συναλλαγών με την εμφάνιση νέων χωρών με σημαντικό οικονομικό και πολιτικό ρόλο διεθνώς, με τη ριζική ανατροπή του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, μέσα από τη διάλυση της αποικιοκρατίας και την εμφάνιση του συστήματος του υπαρκτού σοσιαλισμού, η «περιφερειακή ολοκλήρωση» αποτελούσε μια αντιδραστική άρνηση, βρισκόταν στον αντίποδα όλων αυτών. Η «περιφερειακή» ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν ερχόταν να ξεπεράσει τα «στενά όρια» των εθνικών κρατών, αλλά να αποδυναμώσει, να περιορίσει και να ελέγξει τις ευκαιρίες διεθνούς ανάπτυξης της παραγωγής προς όφελος όλων των χωρών. Ερχόταν να καταπολεμήσει τις νέες δυνατότητες διεθνοποίησης της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής, να τις ποδηγετήσει, να τις καθυποτάξει στον εξαιρετικά περιορισμένο ορίζοντα των κεντρικών επιλογών της ΕΟΚ και να τις μετατρέψει σε υπόθεση κορυφών της Δ. Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Σε συνθήκες όπου οι συναλλαγές κάθε είδους σε επίπεδο εμπορίου, παραγωγής και κοινωνικών αναγκών ανάμεσα σε όλες τις χώρες της υφηλίου γνώριζαν μια πραγματική άνθηση, η «περιφερειακή ολοκλήρωση» δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κλειστό καρτέλ κορυφής. Δεν ερχόταν να ανταποκριθεί, έστω και από την πλευρά του καπιταλισμού γενικά, στις πραγματικές ανάγκες της διεθνοποίησης, αλλά αποτελούσε «οχυρό» των μονοπωλίων εναντίον τους. Το δικαίωμα του λαού κάθε χώρας να αποφασίζει ελεύθερα για τις τύχες του και να απολαμβάνει τα αγαθά της διεθνούς ζωής, δίχως άνωθεν και έξωθεν περιορισμούς, δίχως να πληρώνει λύτρα στα διεθνή μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, δεν αναγνωριζόταν ούτε τυπικά από την «περιφερειακή ολοκλήρωση», ενώ η ένταξη σ’ αυτήν είχε ως προϋπόθεση την άρνηση αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος. Γι’ αυτό η «περιφερειακή ολοκλήρωση» δεν υπήρξε ποτέ η πύλη, ή ο δρόμος για τη διεθνοποίηση, αλλά αφενός η μοναδική διέξοδος – στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες – για την εξασφάλιση των πιο ισχυρών μονοπωλιακών συμφερόντων στη Δ. Ευρώπη και αφετέρου η επιβολή νέων πρόσθετων περιορισμών, ελέγχων και φραγμών στις δυνατότητες των λαών για διεθνή επαφή και συνεργασία.

 

Προς την επιβολή μιας «ενιαίας αγοράς»

 

Η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού που ξέσπασε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και κορυφώθηκε στη δεκαετία του 1980 συγκλόνισε κυριολεκτικά την ΕΟΚ ως «περιφερειακή ολοκλήρωση». Η ανάγκη του μονοπωλιακού κεφαλαίου να οικοδομήσει μια νέα ενιαία παγκόσμια αγορά, στην οποία οι εσωτερικές αγορές κάθε χώρας, κάθε περιοχής του πλανήτη θα άνοιγαν διάπλατα και θα πρόσφεραν τους πόρους τους με τους ίδιους όρους «κόστους» και «κινήτρων» για τη δράση των πολυεθνικών, βρήκε στην ΕΟΚ ένα έτοιμο εργαλείο για την επιβολή μιας «ενιαίας αγοράς» σε όλο και περισσότερες χώρες. Έτσι στη δεκαετία του 1970 ξεκινά η πολιτική διεύρυνσης της «περιφερειακής ολοκλήρωσης». Το 1973 εντάσσονται η Βρετανία, η Δανία και η Ιρλανδία. Με την ένταξη αυτών των χωρών λήγει και η περίοδος ανταγωνισμού ανάμεσα στην ΕΟΚ και την ΕΖΕΣ –η οποία είχε ιδρυθεί το 1959 υπό την αιγίδα της Βρετανίας— για το ποια μορφή οικονομικού ιμπεριαλισμού θα ηγεμονεύσει στη Δυτική και την Κεντρική Ευρώπη. Με την επικράτηση της ΕΟΚ, χάρη και στη συνδρομή των ΗΠΑ, αρχίζει να οικοδομείται και ο υπερεθνικός γραφειοκρατικός μηχανισμός της «περιφερειακής ολοκλήρωσης», όπως είναι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ευρωπαϊκό Αγροτικό Ταμείο, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης, κοκ. Με το μηχανισμό αυτό η ΕΟΚ ήταν σε θέση να ελέγχει ουσιαστικά όλους τους τομείς της οικονομίας των χωρών-μελών.

Έως το 1977 μέσα από μια σειρά συμφωνίες κατάργησης του προστατευτισμού και συνεργασίας ανάμεσα στην ΕΟΚ και στις χώρες της ΕΖΕΣ, που ήταν ακόμη εκτός ΕΟΚ, καθώς και με μια σειρά χώρες που βρίσκονταν έξω και από τις δυο ενώσεις, ουσιαστικά ολόκληρη η Δυτική Ευρώπη καθίσταται μια τεράστια ανοιχτή αγορά δίχως προστατευτισμούς και τελωνειακά σύνορα (με ελάχιστες εξαιρέσεις οι οποίες αφορούσαν κατά κύριο λόγο στον αγροτικό τομέα). Ταυτόχρονα ξεκινά μια ευρύτατη οικονομικοπολιτική εξόρμηση προς τις εξαρτημένες χώρες μέσα από συμφωνίες σύνδεσης ή «συνεργασίας» – όπως συνέβη με την Ελλάδα και την Τουρκία — και με πρώην αποικίες με σκοπό την οικοδόμηση μια ευρύτατης σφαίρας επιρροής και προσάρτησης χωρών στην τροχιά της ΕΟΚ. Έτσι το 1975 κλείνεται η συμφωνία του Λομέ, με σκοπό την προσάρτηση 52 χωρών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού στη ζώνη ελεύθερου εμπορίου της ΕΟΚ. Επίσης την περίοδο αυτή επεκτείνεται το καθεστώς σύνδεσης και σε όλες τις χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.

Ο επεκτατισμός αυτός δεν στόχευε μόνο σε εμπορικά και οικονομικά οφέλη για το ευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο, αλλά και στην υπονόμευση των αιτημάτων εκ μέρους των εξαρτημένων χωρών για καθεστώς ισονομίας και ισοπολιτείας στις διεθνείς σχέσεις. Στη θέση του αιτήματος για μια «νέα διεθνή οικονομική τάξη» προς όφελος των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών, το οποίο διεκδικούσαν οι αδέσμευτοι και έως τότε είχαν προσυπογράψει οι περισσότερες χώρες-μέλη του ΟΗΕ, εκτός από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τους λίγους δορυφόρους τους, όπως για παράδειγμα ήταν η Ελλάδα, η ΕΟΚ αντιπαρέθετε το «ελεύθερο εμπόριο» και τον οικονομικό ανταγωνισμό.

Με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ, ειδικά τη δεκαετία του 1970, αποτελούσαν για τις περισσότερες νεοαπελευθερωμένες χώρες αλλά και για τους λαούς ανά την υφήλιο το «κόκκινο πανί», τον κύριο εκπρόσωπο του ιμπεριαλισμού των επεμβάσεων, των πραξικοπημάτων, της εξόντωσης ολόκληρων χωρών, η ΕΟΚ ακολουθούσε μια ήπια πολιτική οικονομικής διείσδυσης, με σκοπό να ανοίξει τις πόρτες αυτών των χωρών στον ιμπεριαλισμό και την εξάρτηση. Λειτουργούσε δηλαδή συμπληρωματικά στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Την εποχή αυτή δημιουργήθηκε μια ιμπεριαλιστική μέγγενη, με σκοπό να συνθλίψει τις αντιστάσεις χωρών και λαών: από τη μια η ανοιχτή επεμβατική δράση των ΗΠΑ και από την άλλη η διείσδυση της ΕΟΚ.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή ειδικά την εποχή αναπτύχθηκε έντονα η απολογητική θεωρία του «εναλλακτικού πόλου», η οποία έβλεπε την ΕΟΚ ως δήθεν αντίπαλο των ΗΠΑ και που στην αριστερά έκανε την εμφάνισή της με τη μορφή των λεγόμενων ανταγωνιστικών «πόλων του ιμπεριαλισμού». Προσπαθούσαν να εκμεταλλευθούν τα αντιαμερικανικά αισθημάτα, που αυθόρμητα γεννούσε η παγκόσμια δράση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, και να τα μεταφράσουν με τους όρους ενός δοτού, ύπουλου και αντιδραστικού «ευρωπαϊσμού». Έτσι η «Ευρώπη», δηλαδή η ΕΟΚ, εμφανιζόταν στον αντίποδα των ΗΠΑ ως δήθεν πιο δημοκρατική, φιλειρηνική, κοινωνική, κοκ. Οι ίδιες οι κατακτήσεις της πάλης των λαών και των εργαζομένων στις χώρες της Δ. Ευρώπης χρησιμοποιήθηκαν με πρόστυχο τρόπο στην ΕΟΚ ως ένα δήθεν «ευρωπαϊκό μοντέλο», παρότι η ίδια η ιδέα της «περιφερειακής ολοκλήρωσης» είχε ευθύς εξαρχής οικοδομηθεί ως ανάχωμα, ως αντίποδας, ως υπερεθνικό όχημα της αντίδρασης και του κεφαλαίου ενάντια σ’ αυτές τις λαϊκές και εργατικές κατακτήσεις.

Πίσω από αυτές τις θεωρίες δεν βρίσκονταν μόνο η ανάγκη εξαπάτησης των λαών και των εργαζομένων εντός και εκτός ΕΟΚ, αλλά και η πραγματικότητα ενός ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, ο οποίος εντοπιζόταν κυρίως στην προσπάθεια της Γαλλίας να διατηρήσει την αυτονομία της ως ιμπεριαλιστική δύναμη απέναντι στις ΗΠΑ. Ο γαλλικός ιμπεριαλισμός έβλεπε στην ΕΟΚ το βασικό μοχλό του δικού του επεκτατισμού, της διεύρυνσης των δικών του σφαιρών επιρροής και της διασφάλισης της θέσης του στην παγκόσμια οικονομία. Στη βάση αυτή ειδικά στην πρώτη περίοδο της ΕΟΚ υπήρξε έντονη αντιπαλότητα με τις ΗΠΑ. Αντιπαλότητα η οποία οδήγησε και στην έξοδο της Γαλλίας από το ΝΑΤΟ. Πρόκειται για το δόγμα ντε Γκολ, που εξέφραζε την ανάγκη του γαλλικού ιμπεριαλισμού να οικοδομήσει εντός και εκτός της ΕΟΚ το δικό του «ζωτικό χώρο» στην πάλη για την παγκόσμια κυριαρχία. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες αυτές οι θεωρίες περί «ευρωπαϊκής ιδιαιτερότητας», αντίπαλου «πόλου», κλπ. προέρχονταν πρωτίστως από τη Γαλλία, ενώ οι ηγεσίες αυτής της χώρας αποτελούσαν το βασικό φορέα αυτών των αντιλήψεων σε επίπεδο πολιτικής της ΕΟΚ. Γι’ αυτό και στην ουσία τους, όλα τα ρεύματα «ευρωπαϊσμού» στους κόλπους της αριστεράς που εμφανίζονται την εποχή αυτή δεν είναι παρά η μετάφραση των «ευρωπαϊκών οραμάτων» του γκολισμού και του γαλλικού ιμπεριαλισμού στη γλώσσα των «αριστερών οραμάτων».

 

Η αμερικανική «ηγεμονία»

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με την είσοδο της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, η ΕΟΚ αρχίζει να αλλάζει σιγά-σιγά χαρακτήρα. Καταρχήν ενισχύεται έμμεσα και άμεσα η επιρροή των ΗΠΑ στην ίδια τη δομή και τους προσανατολισμούς της ΕΟΚ, μιας και τα τρία νέα μέλη αποτελούν αδιαμφισβήτητα υποχείρια της Ουάσινγκτον. Αυτή η διαδικασία είχε ξεκινήσει με την είσοδο της Βρετανίας. Η ίδια η ΕΟΚ ως πολιτική οντότητα συνδέεται πιο στενά με το ΝΑΤΟ. Η παλιά φιλοσοφία της αποφυγής της «στασιμότητας» και της εξασφάλισης της «γενικής ευημερίας» αντικαθίσταται από μια πιο επιθετική πολιτική για την αναγκαστική άρση των εμποδίων στην «εσωτερική αγορά» και για την επιβολή «κοινών πολιτικών» σε όλες τις χώρες-μέλη. Βασικός φορέας της «ολοκλήρωσης» δεν ήταν πλέον το κράτος και οι πολιτικές του, αλλά η επιχείρηση, τα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Η τυπική απόσταση την οποία κρατούσαν έως τότε τα όργανα της ΕΟΚ από τον επιχειρηματικό κόσμο και τις πολυεθνικές εξαφανίζεται μια για πάντα. Για παράδειγμα, το 1973 ο Επίτροπος για τη Βιομηχανία, Αλτιέρο Σπινέλι, εισηγήθηκε πρόταση με σκοπό «να αντιμετωπιστούν τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από τη δράση των πολυεθνικών», η οποία ουσιαστικά προέβλεπε την εισαγωγή ενός συστήματος «αντι-τραστ» κανόνων. Την εποχή εκείνη την Επιτροπή απασχολούσε περισσότερο η κοινωνική σταθερότητα του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Κάτι τέτοιο όμως δεν αρκούσε με κανέναν τρόπο από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Το βασικό πρόβλημα της Επιτροπής ήταν πια πώς να ενισχύσει όσο μπορούσε περισσότερο την ανταγωνιστική δύναμη των πολυεθνικών μονοπωλίων, πώς να δημιουργήσει καλύτερους όρους κερδοφορίας και αγοράς σε συνθήκες διαρθρωτικής υπερσυσσώρευσης, χρόνιας υπερπαραγωγής και κρίσης.

Έτσι στη δεκαετία του 1980 για πρώτη φορά η Επιτροπή και οι μηχανισμοί της ΕΟΚ αναμειγνύονται ενεργά στην προώθηση στρατηγικών συμμαχιών ανάμεσα σε μονοπωλιακά συγκροτήματα στη βιομηχανία και ενθαρρύνουν ανοιχτά την άμεση ανάμειξη των μεγάλων επιχειρήσεων και των πανευρωπαϊκών εργοδοτικών οργανώσεων και «λόμπι» στο πολιτικό οικοδόμημα των Βρυξελλών. Αυτή η άμεση «συμμαχία» της Επιτροπής με τον επιχειρηματικό κόσμο και τις πολυεθνικές πρόσθεσε βαρύτητα στις πρωτοβουλίες των οργάνων της ΕΟΚ και ενίσχυσε τη θέση τους απέναντι στις κυβερνήσεις των χωρών-μελών. Όχι μόνο οδήγησε σε μια μορφή συνύφανσης επιχειρήσεων και πολιτικής ανώτερη από εκείνη που υπήρχε ήδη σε εθνικό επίπεδο, αλλά και διευκόλυνε αποφασιστικά μια νέα συνταύτιση των πιο ισχυρών μονοπωλιακών συμφερόντων με τις κορυφές της πολιτικής στα ίδια τα κράτη-μέλη.

Το πολιτικό σύστημα της ΕΟΚ, όπως και της ΕΕ σήμερα, είναι ένα ονειρεμένο μέρος για τους εκπροσώπους των επιχειρηματικών συμφερόντων. Πρόκειται για τον παράδεισο των «λόμπι»: Αποφάσεις με μακροπρόθεσμες συνέπειες παίρνονται πίσω από κλειστές πόρτες πολιτικών συμβουλίων και σε μυστικές επιτροπές γραφειοκρατών, αόρατες και εντελώς απροσπέλαστες από τους λαούς τους οποίους αφορούν άμεσα αυτές οι αποφάσεις. Σήμερα πάνω από διακόσιες πολυεθνικές από τις μεγαλύτερες του κόσμου, ανάμεσά τους αμερικανικές και ιαπωνικές, διατηρούν στις Βρυξέλλες γραφεία προώθησης των συμφερόντων τους στα ευρωπαϊκά όργανα. Ενισχύονται από πεντακόσιους και πάνω επιχειρηματικούς ομίλους «λόμπι», που συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση των αποφάσεων και των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Συμβουλίου Κορυφής, του Ευρωκοινοβουλίου, κοκ. Όπως είναι φυσικό, η απόλυτη διαφθορά βασιλεύει παντού. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1999 μια επιτροπή του ευρωκοινοβουλίου, που ασχολήθηκε με το ζήτημα της «διαπλοκής» και της απάτης στο επίπεδο των οργάνων της ΕΕ, κατέληξε στο εκπληκτικό συμπέρασμα ότι είναι αδύνατο να βρεθεί έστω κι ένας «καθαρός» αξιωματούχος.

Ακόμη και οι ΗΠΑ, η πατρίδα των «λόμπι» και του χρηματισμού της πολιτικής, ζηλεύουν το επίπεδο «λομπισμού», συνύφανσης επιχειρήσεων και πολιτικής που υπάρχει στις κορυφές και τα όργανα των Βρυξελλών, μακριά από τα μάτια και την όποια παρέμβαση του «λαϊκού παράγοντα». Γι’ αυτό και συνιστούσαν στους «Ευρωπαίους εταίρους» να μην προχωρήσουν με το «ευρωσύνταγμα», διαδικασία που θα είχε ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση της αντίδρασης των λαών, αλλά να συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ασκούν πολιτική τόσα χρόνια: μέσα από αποφάσεις κλειστών διαδικασιών και οργάνων κορυφής. Η αλαζονεία των «Ευρωπαίων» γραφειοκρατών και πολιτικών και των ευρωπαϊκών επιχειρηματικών κύκλων και η ακλόνητη πεποίθησή τους ότι είχαν πια σαρώσει με τον «ευρωπαϊσμό» τους τις συνειδήσεις των λαών τους οδήγησαν στην προσπάθεια να εξαλείψουν με μια μονοκονδυλιά, μέσα από το «ευρωσύνταγμα», την όποια προοδευτική κατάκτηση είχε απομείνει στην κοινωνική, συνταγματική και πολιτική συγκρότηση των κρατών-μελών.

Αυτό το υπερεθνικό γραφειοκρατικό οικοδόμημα συνύφανσης επιχειρήσεων και πολιτικής μορφοποιήθηκε οριστικά με τη διαδικασία διαμόρφωσης των περίφημων 300 βασικών ντιρεκτίβων, οι οποίες αποτέλεσαν το σκελετό της «ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς», στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι πολυεθνικές και οι χρηματιστές κερδοσκόποι βρήκαν σ’ αυτόν ένα θαυμάσιο μέσο για την επιβολή των επιδιώξεων και των επιλογών τους. Ένα θαυμάσιο πολιορκητικό κριό ενάντια σε όλα τα εμπόδια και τους φραγμούς που υπήρχαν στα συστήματα ρύθμισης των οικονομιών των χωρών-μελών. Έτσι στη δεκαετία του 1980 η ΕΟΚ ανακοινώνει επισήμως ότι στόχος της είναι η ανάδειξη των μεγαλύτερων επιχειρήσεων σε «Ευρωπαίους Πρωταθλητές», που θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν σε μέγεθος και σε ρόλο στην παγκόσμια αγορά τις αμερικανικές και ιαπωνικές πολυεθνικές. Στη βάση αυτή η ΕΟΚ μεταβλήθηκε σε προνομιακό μοχλό απορρύθμισης και απελευθέρωσης των αγορών, ιδιωτικοποιήσεων, επιβολής πολιτικών μονόπλευρης λιτότητας, δραστικού περιορισμού των κοινωνικών πολιτικών και συνολικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας και της πολιτικής σύμφωνα με τις τρέχουσες ανάγκες των πιο ισχυρών μονοπωλιακών επιχειρήσεων.

Οι πολιτικές αυτές οδήγησαν στη βίαιη υπερεθνική μονοπώληση των αγορών και των οικονομιών της ΕΟΚ από μια χούφτα επιχειρηματικά συγκροτήματα.

 

Η παντοδυναμία των μονοπωλίων

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όλες οι κύριες αγορές της ΕΕ ελέγχονταν από 5 ή 6 γιγαντιαία μονοπώλια. Μπροστά σ’ αυτή τη μονοπώληση η έννοια της «εγχώριας αγοράς» έχασε το νόημα και τη σημασία που είχε παλιότερα για τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Την αντικατέστησε η έννοια της «περιφέρειας». Η ΕΟΚ δεν ήταν πια μια ζώνη ελευθέρου εμπορίου ανάμεσα σε εγχώριες αγορές, ανάμεσα σε κράτη ή εθνικές οικονομίες αλλά ένα σύστημα περιφερειών, στο οποίο ορισμένες περιφέρειες αποτελούν τα πιο ανεπτυγμένα βιομηχανικά και οικονομικά κέντρα, από τα οποία οι μεγάλες πολυεθνικές προμηθεύουν ολόκληρη την «ενιαία αγορά». Η αυστηρή περιφερειακή πολιτική της ΕΟΚ (που απαγορεύει τις εθνικές επιδοτήσεις, τις τοπικές ενισχύσεις, τις δημόσιες επενδύσεις και τις προνομιακές κατά τόπους πολιτικές από το εθνικό κράτος, κοκ) δεν οδήγησε απλώς και μόνο στην απόγνωση τις λιγότερο ευνοημένες περιφέρειες αλλά και στην απευθείας εξάρτησή τους από τις κεντρικές χρηματοδοτήσεις και πολιτικές της ΕΟΚ, που είχαν ως στόχο να μην αφήσουν καμιά άλλη εναλλακτική επιλογή οικονομικής ανάπτυξης σ’ αυτές, εκτός από το να γίνουν ελκυστικές σε διεθνείς επενδυτές, δηλαδή σε πολυεθνικές και κερδοσκόπους της παγκόσμιας αγοράς. Έτσι η ΕΟΚ άρχισε να ξοδεύει τεράστια ποσά για τη δημιουργία μιας πανευρωπαϊκής υποδομής μεταφορών ταχείας κυκλοφορίας, με σκοπό να διευκολυνθεί παραπέρα η συγκέντρωση της παραγωγής σε λίγα κέντρα, τα οποία ελέγχουν τα πιο ισχυρά μονοπώλια και από αυτά διοχετεύουν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη και τον κόσμο την παραγωγή και τις υπηρεσίες τους. Μόνο που αυτή η πολιτική χειροτερεύει δραματικά τις περιφερειακές ανισότητες και δεν αφήνει αναπτυξιακά περιθώρια στις λιγότερο ευνοημένες περιφέρειες παρά μόνο ως πηγές φθηνής εργατικής δύναμης, φθηνών πόρων και φθηνών υπηρεσιών κατανάλωσης.   

Όλα αυτά οδήγησαν στην αποδιάρθρωση και αποσάθρωση των κρατικών δομών των χωρών-μελών. Σε μια άκρως μονοπωλημένη «ενιαία αγορά», που αναπτύσσεται μέσα από κύματα συγχωνεύσεων και εξαγορών ανάμεσα στους «πρωταθλητές», οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο απορροφούν ή αναπλάθουν μερίδια αγοράς, διοχετεύουν νέα προϊόντα και υπηρεσίες, δημιουργούν νέες ευκαιρίες επένδυσης, χωρίς αναγκαστικά να επεκτείνουν την παραγωγική βάση της οικονομίας ή να απορροφούν την υπάρχουσα χρόνια υπερπαραγωγή, δεν υπάρχει χώρος για την παραδοσιακή κρατική παρέμβαση, για την ίδια την παραδοσιακή διάρθρωση του εθνικού κράτους. Η σημερινή «υπέρβαση» του εθνικού κράτους στα πλαίσια της ΕΕ γίνεται στη βάση όχι της διεθνοποίησης αλλά μιας πρωτοφανούς διεθνούς μονοπώλησης των αγορών, περιφερειακής ανισότητας και περιθωριοποίησης όλο και περισσότερων λαών και χωρών.

Όσο οι λαοί διεκδικούσαν τη διεθνοποίηση, οι νεοαπελευθερωμένες χώρες απαιτούσαν μια «νέα διεθνή οικονομική τάξη» και ο υπαρκτός σοσιαλισμός υπήρχε ως εναλλακτικός πόλος διεθνών σχέσεων, το μονοπωλιακό κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός απαντούσαν με «περιφερειακές ολοκληρώσεις», με κλειστά περιφερειακά κλαμπ. Σήμερα, μετά την υποχώρηση των εργατικών και λαϊκών κινημάτων, τη συντριβή του «αντίπαλου δέους» και την πλήρη υποταγή των εξαρτημένων χωρών στην παγκόσμια αγορά, απαντούν με το ξεπέρασμα της «περιφερειακής ολοκλήρωσης», με την αποφασιστική της διεύρυνση εντός και εκτός ορίων της Ευρώπης με μοναδικό κριτήριο την ένταξη όλο και περισσότερων χωρών υπό το καθεστώς μιας υπερεθνικής απολυταρχικής εξουσίας.

Σήμερα η ΕΕ δεν αποτελεί μια απλή συνέχεια της ΕΟΚ αλλά την υπέρβασή της σύμφωνα με τις νέες ανάγκες του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Σήμερα η ΕΕ δεν είναι πλέον μια «περιφερειακή ολοκλήρωση», ούτε καν μια απλή «ενιαία αγορά» εμπορευμάτων, κεφαλαίου και εργατικής δύναμης. Καθώς ο αγώνας για εξαγορές και συγχωνεύσεις στις κορυφές των μονοπωλίων έχει ξεπεράσει ήδη τα όρια της «ενιαίας αγοράς» και χαρακτηρίζεται κατά κύριο λόγο από εξαγορές και συγχωνεύσεις ανάμεσα σε ευρωπαϊκές και αμερικανικές επιχειρήσεις (που το 2001 ξεπέρασαν σε αξία το 50% των συνολικών συγχωνεύσεων και εξαγορών εντός της ΕΕ), η ΕΕ μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μια διακριτή οντότητα ενός ενιαίου υπερεθνικού συστήματος παγκόσμιας κυριαρχίας, στο οποίο τα ηνία κρατούν οι ΗΠΑ. Μετατρέπεται σε υπερεθνικό μηχανισμό εξωοικονομικού και οικονομικού καταναγκασμού, απαλλοτρίωσης εθνών, κρατών και λαών. Όλο και περισσότερο η ΕΕ όχι μόνο αποβάλλει τον χαρακτήρα της «περιφερειακής ολοκλήρωσης», αλλά χάνει και την «ευρωπαϊκή» της ταυτότητα προς όφελος ενός ενιαίου «ευρωατλαντικού χώρου» υπό την κυριαρχία των ΗΠΑ. Γι’ αυτό και η διεύρυνσή της δεν γίνεται ούτε με κανόνες αγοράς ούτε προς αναζήτηση αγορών αλλά με κανόνες προσάρτησης, μέσα από την ενσωμάτωση χωρών και λαών σε ένα ενιαίο σύστημα καταναγκασμού και απολυταρχίας.

Αυτός ακριβώς ο μηχανισμός ολοκληρωτικής απαλλοτρίωσης οικονομιών, χωρών, λαών και εθνών βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Ολόκληρη η αρχιτεκτονική του καταρρέει, ενώ η τακτική των ισχυρών εκατέρωθεν του Ατλαντικού είναι μία και μόνη: να σφίξουν ακόμη περισσότερο τα λουριά, να κάνουν ακόμη πιο ασφυκτικό τον έλεγχο και πιο ολοκληρωτική την απαλλοτρίωση. Μπορεί να επιβιώσει μια χώρα που της έχουν στερήσει τα μέσα και τον τρόπο επιβίωσης. Οι κυβερνώντες θέλουν να μας πείσουν ότι αυτό που πρέπει να μας νοιάζει πρωτίστως είναι η επιβίωση του ευρώ και της Ε.Ε.. Η αλήθεια είναι ότι όταν καταρρέει ένα οικοδόμημα, δεν περιμένεις να δεις άμα σε πλακώσει πώς θα νιώσεις, αλλά τρέχεις αμέσως να βγεις από το κοντινότερο άνοιγμα. Στην θέση της εγκληματικής μυωπίας του λεβαντινοραγιαδισμού, δεξιού και αριστερού, οφείλουμε να δούμε καθαρά την μόνη εναλλακτική που έχουμε σαν χώρα και σαν λαός. Κι αυτή είναι η έξοδος από το ευρώ και η αποδέσμευση από την Ε.Ε. Εδώ και τώρα, πριν να είναι πολύ αργά.

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Hellenic Nexus, τεύχος 49, Φεβρουάριος 201

Ελλάς ελλήνων κουρεμένων …

Ελλάς ελλήνων κουρεμένων …

 

Του Στάθη Σ(ταυρόπουλου)*


 

Σαν όπιο αποκοιμίζουν οι ευφημισμοί: «παρέμβαση στο καθεστώς αποδοχών» (!!!), έτσι λένε τώρα τις μειώσεις μισθών, τις περικοπές και τις αποκοπές αποζημιώσεων… Το ίδιο πανηγύρι συνεχίζεται και στην άλλη πλευρά του λόφου της εξουσιαστικής σημειολογίας, στα δυσώνυμα. Αίφνης έγινε «καθεστώς Μουμπάρακ» ο πρώην σύμμαχος στην Αίγυπτο. (Ενώ δεν θα γίνει ποτέ «καθεστώς» το Ισραήλ, όσον και να εκφασίζεται). Η δήωση του μυαλού είναι προαπαιτούμενο της πάσης λεηλασίας.

Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τη σπίθα της ανυπακοής μέσα του, χωρίς έναν Τομ Σώγιερ να του γαργαλάει το πίσω μέρος της σκέψης του, χωρίς τον Χωκ Φινν να του πετάει πετραδάκια τη νύχτα στο τζάμι του;

«Άκουσε φίλε εμιγκρέ, ο χρόνος είναι χρήμα» σου λέει ο uber άλλος, «είναι κι ένα ουζάκι στη λιακάδα» του λες κι εσύ, ένα θεϊκό μομέντουμ, πες το ιντερμέτζο, που κοστίζει μόνον όσο δύο εισιτήρια που δεν θα πληρώσω για το λεωφορείο, ενώ αξίζει όσον ο ουρανός με τ' άστρα. Ανατριχιάζει ακούων ανήκουστα ο «Διευθυντήριος» και σε στέλνει για «κούρεμα» (μισθού) να ορθοφρονήσεις και σε βάζει «γερμανικό νούμερο» σκοπιά για τα επόμενα «τριάντα χρόνια», να στρώσεις, ραγιά μου! Ματαιοπονεί.

Ουκ επ' άρτω μόνω (κι ακριβόν) ζήσεται άνθρωπος, είναι απείθαρχος ο Διόνυσος μέσα του – άμα τον ζορίσεις δεν πληρώνει διόδια στους φοροφυγάδες, στους φοροκλέφτες και τους σμπίρους τους.

Ωρύεται τότε ο Σκύθης χωροφύλακας και σείει το ραβδί του (πάνω απ' τους πολίτες, τολμάει το κάθαρμα ο πραιτωριανός), πλην όμως καθώς μουρμουρίζουν οι νεράιδες στα γιοφύρια: οι άνθρωποι είναι για άθλους και για τρόπαια, ανυπάκουοι, τι κι αν τους κλέψεις τη μιλιά, αυτοί ανακαλύπτουν την τυπογραφία και γράφουν προκηρύξεις.

Πόσο; 40% αύξηση το εισιτήριο; δηλαδή, 1,40 ευρώ το τεμάχιο; «πάτε καλά, ρε;» – δεν πληρώνω! Φρίττει η dura lex sed lex!

Δεν πληρώνεις 1,40 το κεφάλι; πού πάμε; πού πάει η κοινωνία; ούτε μέχρι την επόμενη στάση, χρυσέ μου! Τη Στάση Διαμαντοπούλου, όπου ελλοχεύει η γκαουλάιτερ της Παιδείας για να βάλει δίδακτρα στα Πανεπιστήμια! και το «φορτώνει» στις δημοσκοπήσεις! Τις οποίες πληρώνει (απ' το υστέρημά μας) για να μας πληροφορήσουν οι ερωτηθέντες (;) πολίτες ότι πρέπει να πληρώνουμε δίδακτρα στα ΑΕΙ λόγω σοσιαλιστικής ιδεολογίας Γιωργάκη – δεν πληρώνω, ρε! να πας να τα πάρεις απ' το βαλιτσάκι του Τσουκάτου.

*****

Έχει βγάλει το βαρύ πυροβολικό στους δρόμους το καθεστώς, ποιες επιχειρησιακές συμβάσεις; ατομικές συμβάσεις εργασίας και πολύ σας είναι! Ελαστικό ωράριο! Μείωση αποζημιώσεων κι εσύ! – έλα εδώ εσύ να επαναγοράσεις το ένα σου χέρι για να σου το ξανακόψω!

Έχουν βγάλει τη «νέα τάξη» στους δρόμους τα αφεντικά κι εσύ τολμάς να μην υπακούς; να μην πειθαρχείς; να μην πληρώνεις; Εκεί που πάμε να σε μάθουμε να ζεις χωρίς να τρως, εσύ πας να ψοφήσεις; Σαμποτάζ!

Θα εκραγούν απ' το κακό τους τα φρουτάκια! Ας προσέχουν οι Υπατοι (και οι πάπιες στο Καπιτώλιο) ένα σύνταγμα ανυπάκουοι, ο Ουγκώ, ο Τσιτσάνης, και ο πειρατής Λαφίτ, συν μια μπριγάδα απείθαρχοι, ο Τολστόι, ο Κατσαντώνης και ο Ουίλλιαμ Φώκνερ πάνε να κάνουν την ευνομία των μιζαδόρων, των λαμόγιων και των νταβατζήδων, κεραμιδαριό.

Σπίθα ανυπακοής ο ένας από 'δώ, σπίθα απειθαρχίας ο άλλος από 'κεί, στο τέλος θα μας διαγράψουνε από τη Σοσιαλιστική Διεθνή.

……………………………..

Όλο και πιο πολλοί πολίτες σιγά σιγά αγριεύουν… Αν πιστεύουν αυτοί που προκάλεσαν την κρίση, οι ίδιοι που τώρα τη διαχειρίζονται (ετοιμάζοντας έτσι και την επόμενη), ότι είναι δυνατόν να βάλουν έναν λαό (ή πολλούς) στον γύψο για τριάντα χρόνια,  δηλαδή ώς τη Δευτέρα Παρουσία ή ώσπου να έρθουν οι εξωγήινοι, είναι βαθειά νυχτωμένοι και νύχτα θα φύγουν…

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 2.ΙΙ.2011 stathis@enet.gr

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=247444