68 Ακαδ.: όχι σε Μνημόνιο-εξωτ. πληρωμές

68 Ακαδημαϊκοί ζητούν καταγγελία του μνημονίου και στάση εξωτερικών πληρωμών

 

Προς την Α. Ε. τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κύριο Κάρολο Παπούλια


Κοινοποίηση προς:

– Τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος και Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Κύριο Γεώργιο Παπανδρέου
– Τον Αρχηγό της Αξιωμ/ικής Αντιπολίτευσης και Πρόεδρο της ΝΔ, Κύριο Αντώνιο Σαμαρά

– Τη Γενική Γραμματέα του ΚΚΕ, Κυρία Αλέκα Παπαρήγα

– Τον Πρόεδρο του ΛΑΟΣ, Κύριο Γεώργιο Καρατζαφέρη,

– Τον Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Κύριο Αλέξη Τσίπρα,

– Τα Μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου

– Τα Μέλη της Βουλής των Ελλήνων

Εξοχότατε Κύριε Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας,

Με περισσή αγωνία για την τύχη της πατρίδας μας, αλλά και με αίσθημα εθνικής ευθύνης, σας απευθύνουμε την παρούσα επιστολή, με συγκεκριμένες προτάσεις οι οποίες, με τον κατάλληλο χειρισμό και εφαρμογή θα οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση.

Η αδυναμία του Μνημονίου να επιτύχει τους στόχους του είναι πλέον δεδομένη. Συνέχιση της ίδιας πολιτικής, με την οικονομική ύφεση και την περαιτέρω αύξηση του δημοσίου χρέους που προκαλεί, θα οδηγήσει στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας (ίδε Αποκρατικοποιήσεις και Αξιοποίηση Δημόσιας Περιουσίας στο προταθέν Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο), μεγαλύτερη εξαθλίωση του λαού λόγω περαιτέρω αύξησης του ποσοστού ανεργίας, ενώ οι Ελληνικές πόλεις θα καταστούν αβίωτες εξ αιτίας της αναπότρεπτης κοινωνικής έκρηξης. Αν καταλήξουμε σε αναδιαπραγμάτευση / αναδιάρθρωση του χρέους μας υπό παρόμοιες συνθήκες, θα πρόκειται για ελεγχόμενη πτώχευση υπό δυσμενέστατους όρους, υπαγορευμένους από άλλους. Για να προληφθούν αυτές οι δυσμενείς εξελίξεις, η Κυβέρνηση πρέπει χωρίς καθυστέρηση να πάρει την πρωτοβουλία και με αποφασιστικότητα να χαράξει ένα νέο δρόμο για την Ελλάδα.

Συγκεκριμένα, Κύριε Πρόεδρε, προτείνουμε:

• Να καταγγελθεί πάραυτα το Μνημόνιο, προβάλλοντας νομικούς όρους και ατέλειες κατά την υπογραφή του, την αντισυνταγματικότητα όρων του, και την απουσία αλληλεγγύης των πλουσίων/ανεπτυγμένων χωρών της ΕΕ προς την Ελλάδα.

• Επικαλούμενη το επαχθές-απεχθές βάρος του χρέους για τον Ελληνικό λαό, η Κυβέρνηση να προχωρήσει σε προσδιορισμό των όρων της Ελλάδος γιά μία αναδιάρθρωσή του, η οποία απαραίτητα να περιλαμβάνει και ένα «κούρεμα» ύψους 30-40%, επιδιώκοντας τη σύμφωνη γνώμη των εταίρων μας στην ΕΕ. Το εναπομένον ποσό του χρέους πρέπει να εξυπηρετείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, χωρίς τη δημιουργία νέων ελλειμμάτων.

• Να κηρυχθεί στάση εξωτερικών πληρωμών μέχρι να υπάρξει συμφωνία με τους δανειστές μας και την ΕΕ για τους ανωτέρω όρους της αναδιάρθρωσης.

• Η Κυβέρνηση να νομοθετήσει άμεσα την εσαεί λειτουργία του κράτους υπό καθεστώς μηδενικού ελλείμματος. Επί πλέον, εκφράζοντας τη γενικευμένη λαϊκή απαίτηση, να λάβει τα ακόλουθα μέτρα χρηστής και δίκαιης διακυβέρνησης: δίκαιη φορολόγηση εισοδημάτων και περιουσίας – συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων στο εξωτερικό, δήμευση της περιουσίας καταχραστών δημόσιας περιουσίας, δήμευση περιουσίας που δεν δικαιολογείται από δήλωση πόθεν έσχες του ιδιοκτήτη, και δραστική περιστολή των δαπανών, αρχίζοντας με περικοπή σε βαθμό τουλάχιστον 50% των δαπανών προς όφελος των εκλεγμένων αντιπροσώπων του λαού, βουλευτών, δημάρχων, αντιδημάρχων, κλπ.

• Η Κυβέρνηση να απαιτήσει άμεσα από την Γερμανική Κυβέρνηση την πληρωμή του κατοχικού δανείου και των πολεμικών επανορθώσεων που η Γερμανία οφείλει στην Ελλάδα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία πληρωμή θα κάλυπτε ένα πολύ υψηλό ποσοστό του Ελληνικού χρέους.

Κύριε Πρόεδρε, δεν παραβλέπουμε τον κίνδυνο η αναδιάρθρωση-επαναδιαπραγμάτευση, με πρωτοβουλία της Ελλάδος, από κοινού με το «κούρεμα» και με την προσωρινή στάση πληρωμών, να μας θέσει εκτός της Ευρωζώνης. Η πιθανότητα μιας τέτοιας εξέλιξης εκτιμάται πολύ μικρή, πρώτον διότι δεν πιστεύουμε ότι προβλέπεται αποβολή μέλους από την Ευρωζώνη, αλλά κυρίως γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε σημαντικά προβλήματα για το ευρώ και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς της ΕΕ, ενώ θα αύξανε και το ρίσκο των δανειστών μας να απωλέσουν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των κεφαλαίων τους. Ωστόσο, τίποτε δεν μπορεί να αποκλειστεί. Μια έξοδος, λοιπόν, από την Ευρωζώνη, αν και δεν έχει προηγούμενο, μπορεί να μας επιβληθεί και να έχει δυσάρεστες συνέπειες. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να προκληθεί πανικός στις τράπεζες και προσωρινή απομόνωσή μας από τις αγορές. Όμως, όλες οι αρνητικές συνέπειες μπορούν να ελεγχθούν σε ικανοποιητικό βαθμό και βαθμηδόν να εξουδετερωθούν, χάρη στις δυνατότητες αντίδρασης που εξασφαλίζει ένα εθνικό νόμισμα ελεγχόμενο 100% από την Ελληνική Κυβέρνηση.

Τέλος, θα υπενθυμίσουμε την ανάγκη επαγρύπνησης στα εθνικά μας θέματα, των οποίων πολυάριθμες εξελίξεις μας ανησυχούν στο έπακρον, καθώς είναι αδύνατον να αντιμετωπισθούν μέσα στο καθεστώς οικονομικής εξαθλίωσης που οδηγείται η χώρα από το Μνημόνιο. Συνεπώς, κι αν ακόμη υπήρχαν κυρίαρχοι παράγοντες που θα μας επέβαλλαν παραμονή υπό το καθεστώς του Μνημονίου, αυτό θα έπρεπε να αποκλεισθεί με κάθε τρόπο και κάθε θυσία, από τη στιγμή που θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την εθνική μας υπόσταση και κυριαρχία. Οι Έλληνες αυτή τη στιγμή αισθάνονται ταπεινωμένοι και ανίσχυροι. Η έξοδος από την πολιτική των Μνημονίων θα ανυψώσει το ηθικό του λαού, απαραίτητη προϋπόθεση γιά την επαναφορά της χώρας σε τροχιά ανάπτυξης και για την περιφρούρηση των εθνικών μας συμφερόντων.

Εξοχότατε Κύριε Πρόεδρε, μαζί με την αποδοχή και άμεση εφαρμογή των ανωτέρω προτάσεων, κορυφαίο ζητούμενο γιά τη σωτηρία της χώρας είναι η ένωση των πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες παρά τις πανθομολογούμενες ευθύνες τους συνεχίζουν να τραβούν το σχοινί της αδιαλλαξίας και να δρούν σύμφωνα με τα ιδιαίτερα πολιτικά τους συμφέροντα. Με το προσωπικό σας κύρος και την ηθική δύναμη της θέσης σας, προχωρήσετε άμεσα στις απαιτούμενες ενέργειες γιά την επιτυχία αυτών των στόχων, ώστε η Ελλάδα να ξαναγίνει κυρίαρχος του οίκου της και ο λαός μας να αποκτήσει πάλι αυτοπεποίθηση για το μέλλον του.

Οι Υπογράφοντες ειναι ακαδημαϊκοί και επιστήμονες, η πλειοψηφία των οποίων είναι μέλη του Hellenic Electronic Center/Professors’ and Ph.D.’s forum.

1. Αθανασάκης Απόστολος, PhD, Professor of Classics, Argyropoulos Chair in Hellenic Studies, University of California, Santa Barbara, USA.

2. Αναγνωστόπουλος Σταύρος Α., PhD, Καθηγητής Πολιτικών Μηχανικών, Διευθυντής Τομέα Κατασκευών, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΕΛΛΑΣ.

3. Αναστασοπούλου Ιωάννα, PhD, Καθηγήτρια, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ΕΛΛΑΣ.

4. Ανδρεάτος Αντώνιος, PhD, Καθηγητής, Τομέας Πληροφορικής και Υπολογιστών, Σχολή Ικάρων, ΕΛΛΑΣ.

5. Antikas Theodore, G., PhD, Visiting Prof., Department of History, State University of Washington, Skagit Valley College, Science Dept., ΕΛΛΑΣ.

6. Αποστολόπουλος Χάρης, PhD, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΕΛΛΑΣ.

7. Αρβανίτης Κώστας, Dr., PhD, Επ. Καθηγητής, Dep of Natural Resources Management and Agricultural Engineering, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΕΛΛΑΣ.

8. Αρβανιτογιάννης Ιωάννης Σ., Dr, PhD, Associate Professor, School of Agricultural Sciences, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΕΛΛΑΣ.

9. Αρωνιάδου-Anderjaska Βασιλική, PhD, Διδάκτωρ Νευροεπιστημών, Dept. of Anatomy, Physiology, and Genetics, and Dept. of Psychiatry, USUHS, Bethesda, MD 20814, USA.

10. Ασημακόπουλος Βύρων, PhD, Επ. Καθηγητής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΕΛΛΑΣ.

11. Βαρδουλάκης Αντώνης Ι.Γ., PhD, Καθηγητής, Τμήμα Μαθηματικών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ΕΛΛΑΣ.

12. Βελγάκης Μιχαήλ, PhD, Καθηγητής, Engineering Science Department, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΕΛΛΑΣ.

13. Βερναδάκης Νικόλαος, PhD, Λέκτορας, Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής & Αθλητισμού, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΕΛΛΑΣ.

14. Burriel Angeliki R., PhD, Assistant Prof of Vet Microbiology, Department of Microbiology and Parasitology, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΕΛΛΑΣ.

15. Γερογιαννάκη–Χριστοπούλου Mαρία, PhD, Τμήμα Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΕΛΛΑΣ.

16. Δημητρακόπουλος Γεώργιος, PhD, Λέκτορας, Department of Informatics and Telematics, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΕΛΛΑΣ.

17. Δασκαλοπούλου Στέλλα, MD, MSc, DIC, PhD, Assistant Professor in Medicine, Department of Medicine, McGill University, Montreal General Hospital, CANADA.

18. Eleftheriades George Savva, PhD, OAM, GCSCG, CETr, JP. – ExarchOSETrAu, New South Wales, AUSTRALIA.

19. Ευαγγελίου Χρήστος K., PhD, Καθηγητής Ελληνικής Φιλοσοφίας, Επίτιμος Πρόεδρος της ΔΕΕΦ, ΕΛΛΑΣ.

20. Ζαφειροπούλου Μαρία, BSc, PhD, Καθηγήτρια Ψυχολογίας, Παιδαγωγικό Τμήμα Προσχολικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΕΛΛΑΣ.

21. Θραμπουλίδης Κλεάνθης, PhD, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΕΛΛΑΣ.

22. Ioannidis Paul, PhD, Director, Analytical Services / International Programs, RJ Lee Group, Inc., USA.

23. Καζαντζή Βάνια, PhD, Οικονομολόγος, Λόφου 16, 14671 Πολιτεία, Αθήνα, ΕΛΛΑΣ.

24. Κακούλη-Duarte Θωμαΐς, MSc, PhD, Καθηγήτρια Μοριακής Γενετικής, Department of Science and Health, Carlow Institute of Technology, και π. Πρόεδρος Ελληνικής Κοινότητας Ιρλανδίας, IRELAND.

25. Καλαματιανός Δημήτριος, PhD, Καθηγητής, Dept of Electronic Engineering, National University of Ireland Maynooth, IRELAND.

26. Καραγιάννη Δέσποινα, Δρ., PhD, Επ. Καθηγήτρια Marketing, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΕΛΛΑΣ.

27. Καραφωτιάς Παναγιώτης, PhD, Καθηγητής και Πρόεδρος του Τομέα Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Ινδιανάπολης στην Αθήνα, π. Διευθύνων Σύμβουλος του Γραφείου του ΟΗΕ για Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ, ΕΛΛΑΣ.

28. Κατσιαδάκη Ιωάννα, PhD, MRCVS, MRSM, OVS, Science Leader Aquatic Health and Hygiene, Cefas Weymouth Laboratory, UK.

29. Κατσιφαράκης Κωνσταντίνος, PhD, Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ΕΛΛΑΣ.

30. Κατσίφης Σπύρος, PhD, FACFE, Καθηγητής και Διευθυντής Τμήματος, Department of Biology, University of Bridgeport, CT, USA.

31. Κελεσίδης Βασίλειος Χ., PhD, Αν. Καθ. Τμ. Μηχανικών Ορυκτών Πόρων, Πολυτεχνείο Κρήτης, ΕΛΛΑΣ.

32. Kostas Demosthenes, Dr, PhD, MSc MBA, Greenwich CT USA.

33. Κουρούμαλης Ηλίας, PhD, Καθηγητής Γαστρεντερολογίας Ιατρικού Τμήματος, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Διευθυντής Γαστρεντερολογικής Κλινικής ΠΑΓΝΗ, ΕΛΛΑΣ.

34. Κουρτίδης Κωνσταντίνος, PhD, Αναπλ. Καθ. Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΕΛΛΑΣ.

35. Κυριακού Γεώργιος A., PhD, Καθηγητής, Department of Electrical and Computer Engineering, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΕΛΛΑΣ.

36. Lazaridis Anastas, Sc.D. Professor Emeritus, Widener University, Chester, PA, USA.

37. Liritzis Ioannis PhD (Edin.), Professor of Archaeometry, Dept. of Mediterranean Studies, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ΕΛΛΑΣ.

38. Μανώλης Σωτήρης Κ., Δρ., PhD, τ. Αναπληρωτής Καθηγητής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΕΛΛΑΣ.

39. Μέρμηγκας Λευτέρης, PhD, Καθηγητής, The State University of New York at Buffalo, USA.

40. Metallinos-Katsaras Elizabeth, PhD RD, Associate Professor, Department of Nutrition, Simmons College, Boston, USA.

41. Μοσχοβάκης Αντώνης, MD, PhD, Καθηγητής Τμήματος Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Κρήτης, ΕΛΛΑΣ.

42. Μπατρακούλης Θεόδωρος, PhD, Δικηγόρος, Αγαθίου 10-12, 11472, Αθήνα, ΕΛΛΑΣ.

43. Belbas Stavros A., PhD, Professor, Mathematics Dept., Tiscaloosa, AL. 35487-0350. USA.

44. Μπέσκος Δημήτριος, PhD, Καθηγητης, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΕΛΛΑΣ.

45. Blytas George C., PhD, Physical Chemistry/ Chemical Engineering, Corporate R and D, Royal Dutch Shell (retired) and President, GCB Separations Consulting, (retired), Houston, TX, 77079-6622, USA.

46. Μπότσας Ελευθέριος, PhD, Professor Emeritus, Economics Department, Oakland University, Rochester, Michigan, USA.

47. Μπουγάς Ιωάννης , PhD, Statistics Lecturer, Dept. of Math & Statistics, Concordia Univ. Montreal, QC, Dir. of Statistical Consulting, Bell Canada (Ret.), CANADA.

48. Νεγρεπόντη-Δελιβάνη Μαρία, PhD, πρ. Πρύτανης και Καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, ΕΛΛΑΣ.

49. Ντόκος Σωκράτης, PhD, Graduate School of Biomedical Engineering University of New South Wales, AUSTRALIA.

50. Πανοσκάλτσης Βασίλειος, MS, MA, PhD, Αναπλ. Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΕΛΛΑΣ.

51. Πανταζοπούλου Σ. Ι., PhD, Καθηγήτρια, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΕΛΛΑΣ.

52. Παπακωνσταντίνου Βασίλειος, PhD, π. Καθηγητής Μαθηματικν, Πανεπιστημίου Πατρν, ΕΛΛΑΣ.

53. Παπαμαρινόπουλος Σταύρος, Π., PhD, Καθηγητής, Τμήμα Γεωλογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΕΛΛΑΣ.

54. Παρίσης Ιωάννης, PhD, Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, Υποστράτηγος ε.α., Αθήνα, ΕΛΛΑΣ.

55. Πολυχρονιάδης Ε. Κ., PhD, Καθηγητής, Τμήμα Φυσικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ΕΛΛΑΣ.

56. Ρήγα Εκατερίνη, PhD, Director, Nematology Laboratory, Senior Research Scientist, 821 S. Chestnut, PO Box 3453, Pasco, WA 99301, USA.

57. Ρήγας Αλέξανδρος, PhD, Αν.Καθηγητής, Διευθυντής Τομέα Τηλεπικοινωνιών και Διαστημικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΕΛΛΑΣ.

58. Ρούσσος Πέτρος, PhD, Επ. Καθηγητής, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΕΛΛΑΣ.

59. Σαμοθράκης Περίανδρος, PhD, PE, Senior Hydraulic Engineer, Frederick, Maryland, USA.

60. Σανδαλτζόπουλος Ραφαήλ, PhD, MBA, Αν. Καθηγητής, Τμήμα Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΕΛΛΑΣ.

61. Σταμπολιάδης Ηλίας, PhD, Καθηγητής, Πολυτεχνείο Κρήτης, ΕΛΛΑΣ.

62. Τζωρτζακάκης E., Δρ., PhD, Ερευνητής Β’, Εργαστήριο Νηματωδολογίας, Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών, ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., Ηράκλειο Κρήτης, ΕΛΛΑΣ.

63. Τσαουσίδης Βασίλης, PhD, Καθηγητής, Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΕΛΛΑΣ.

64. Τσουτσουλοπούλου Αναστασία Μαρία, Δρ., PhD, English Language and Literature, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΕΛΛΑΣ.

65. Χαμζάς Χριστόδουλος, PhD, Καθηγητής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΕΛΛΑΣ.

66. Χατζόπουλος Ιωάννης N., PhD, Καθηγητής, Τμήμα Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ΕΛΛΑΣ.

67. Ψαράς, Γεώργιος Κ., PhD, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΕΛΛΑΣ.

68. Ψυχουντάκη Μαρία, PhD, Επικ. Καθηγήτρια Ψυχολογίας – Αθλητικής Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΕΛΛΑΣ.

 

ΠΗΓΗ: Τετ, 08/06/2011, http://www.antibaro.gr/node/3126

Τι θα γίνει με την επιστροφή στη δραχμή;

Τι θα γίνει με την επιστροφή στη δραχμή;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Προφανώς θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει. Η Ελλάδα θα γίνει Αλβανία του Εμβέρ Χότζα ή Βόρεια Κορέα του Κιμ Ιλ Σουνγκ. Ακριβώς δηλαδή όπως ήταν πριν μπει στο ευρώ. Διότι, αν δεν με γελά η μνήμη μου, η Ελλάδα δεν δημιουργήθηκε την ημέρα ένταξης στο ευρώ. Ήξερε να πορεύεται και πριν έρθει το παντοδύναμο ευρώ. Είχε διεθνείς σχέσεις και πριν το ευρώ και μάλιστα καλύτερες, με περισσότερες χώρες και πιο προσοδοφόρες. Και παρά το γεγονός ότι το εθνικό νόμισμα, δηλαδή τη δραχμή, την μεταχειρίζονταν οι κυβερνήσεις με κύριο σκοπό να διευκολυνθεί η κερδοσκοπία και να αυξηθεί η λεγόμενη ανταγωνιστικότητα με διαρκείς υποτιμήσεις, είχε ορισμένα τρελά αποτελέσματα:

• Τα εξωτερικά ελλείμματα της χώρας ποτέ δεν έφτασαν στα ύψη που βρέθηκαν επί ευρώ. Μάλλον ήταν αδιάφορο σ’ όλους όσοι εμπορεύονταν με την χώρα η κατάσταση της δραχμούλας.

• Παρά τον πληθωρισμό και τις διαρκείς υποτιμήσεις οι εξωτερικοί όροι εμπορίου της χώρας ήταν πολύ καλύτεροι απ’ ότι την δεκαετία του ευρώ. Το ίδιο και η εσωτερική αγοραστική δύναμη της οικονομίας.

• Χάρις στη δραχμούλα το χρέος ήταν απολύτως διαχειρίσιμο και παρά την εκτίναξή του επί Μητσοτάκη και Σημίτη δεν μας οδήγησε σε χρεοκοπία. Κι ούτε θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στη σημερινή χρεοκοπία, όσο διατηρούσαμε τη δραχμή.

Αυτά είναι γεγονότα. Αν θέλει κανείς να τα αγνοεί, πρόβλημά του. Να θυμίσουμε μόνο ότι από την υποτίμηση της δραχμής έναντι του δολαρίου επί Μαρκεζίνη (1954), το εθνικό νόμισμα έχασε 10 φορές την αξία του έως ότου μπήκαμε στο ευρώ. Καταστράφηκε η οικονομία; Μήπως χρεοκόπησε και δεν το γνωρίζουμε; Χάθηκαν οι καταθέσεις; Εξαφανίστηκε το νόμισμα; Κατέρρευσαν οι εξωτερικές οικονομικές δοσοληψίες; Τίποτε απ’ όλα αυτά. Γιατί άραγε;

Επιπλέον, μήπως χρεοκόπησε ποτέ η Ελλάδα λόγω εθνικού νομίσματος; Ποτέ! Το 1893 η Ελλάδα χρεοκόπησε λόγω υπερδανεισμού σε χρυσό φράγκο, λόγω της ένταξης στην Λατινική Ένωση, η οποία διαφημίστηκε και τότε ως ιδανική για φτηνά δάνεια προς το δημόσιο. Το 1932 η Ελλάδα χρεοκόπησε λόγω χρυσής δραχμής και υπερδανεισμού σε χρυσές λίρες, μιας και τότε ανήκε στην νομισματική ένωση της χρυσής λίρας στερλίνας.

Όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν παίζει κανένα ρόλο, διότι πολύ απλά δεν υπάρχουν καν στις οικονομικές σπουδές της χώρας, μιας και όλοι αυτοί οι καθηγηταράδες των οικονομικών σχολών που περιδιαβαίνουν τα μέσα μαζικής προπαγάνδας για να διαρρήξουν τα ιμάτιά τους με την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, είναι παντελώς αγράμματοι ως προς τα οικονομικά. Το μόνο που ξέρουν είναι μόνο εφαρμογές ποσοτικών μεθόδων σε Business και Finance. Για να αποβλακωθεί ο κόσμος, οι οικονομικές σπουδές έχασαν κάθε έννοια κλασσικής οικονομικής παιδείας που κάποτε αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής επιστήμης. Η πνευματική καταστολή στην οποία υποβάλουν τους σπουδαστές της οικονομίας τα προγράμματα σπουδών, τους κάνει να χάνουν κάθε έννοια αιρετικής σκέψης, μετατρέποντας τους σε αυτόματα μιας οικονομικής θεολογίας όπου τον μόνο που υπάρχει είναι να το κυνήγι του εύκολου χρήματος. Κάποτε η οικονομική θεωρία είχε ονομαστεί από τον Άγγλο φιλόσοφο Κάρλαϊλ, dismal science, επιστήμη του ζόφου, γιατί με μεγάλη ευκολία μπορούσε να δικαιολογήσει κάθε απάνθρωπη και αντικοινωνική πρακτική στην κοινωνία. Σήμερα ο αμερικανός Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ, γιος του Τζον Κένεθ, είπε πολύ εύστοχα ότι η οικονομολογία έχει καταντήσει στις μέρες μας σε επάγγελμα και μάλιστα ατιμασμένο. Έχει χάσει όλα τα επιστημονικά της στοιχεία και πρέπει να υπαχθεί υπό την εποπτεία της εγκληματολογίας. Ίσως μάλιστα η οικονομική θεωρία να πρέπει να μετονομαστεί σε οικονομική εγκληματολογία.

Δεν θα αναφερθώ στο περίεργο γεγονός ότι οικονομικοί αναλυτές σαν τον Νουριέλ Ρουμπίνι, τον νομπελίστα Πολ Κρούγκμαν και γενικά το σύνολο της παγκόσμιας οικονομικής κοινότητας, με εξαίρεση τους παρατρεχάμενους των ευρωπαϊκών τραπεζών και τους τροφίμους των ευρωπαϊκών κονδυλίων, επαναλαμβάνουν αυτό που κάποτε ήταν αυτονόητο στα δημόσια οικονομικά: σε περίπτωση κρίσης υπερχρέωσης, διαγράφεις το μεγαλύτερο μέρος έστω του δημόσιου χρέους και επιβάλεις εθνικό νόμισμα. Δεν πρόκειται να αναφερθώ γιατί όλοι αυτοί, ολόκληρη η ιστορία της δημόσιας οικονομικής, έχει γραφτεί από «γραφικούς» και «ασήμαντους» που μπροστά στους σημερινούς Στουρνάρες, Χαρδούβελους, Μπαρουφάκηδες και λοιπούς θιασώτες του «ισχυρού νομίσματος» σε δεξιά και αριστερά δεν πιάνουν μπάζα.

Εντελώς τυχαία μόνο, θα άξιζε τον κόπο να αναφέρω ότι ο Τζον Μέϊναρτ Κέϊνς, που παπαγαλίζουν ορισμένοι σύγχρονοι idiotus ignoramus με πανεπιστημιακού τίτλους, όταν βρέθηκε σε μια ανάλογη παγκόσμια κρίση χρέους, τι πρότεινε; Όταν μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όλα τα εμπόλεμα κράτη βρέθηκαν καταχρεωμένα κυρίως προς την μόνη χώρα πιστωτή που είχε απομείνει, τις ΗΠΑ, ο Κέϊνς ξάφνιασε το αστικό κατεστημένο με δυο καίριες προτάσεις: Αφενός, ισχυρίστηκε ότι τα χρέη είναι αδύνατο να εξυπηρετηθούν και προκειμένου να επιβάλλουν οι εξεγερμένοι λαοί τη διαγραφή τους, θα έπρεπε να πειστούν οι ΗΠΑ να προβούν αυτές σε διαγραφή των χρεωστικών της απαιτήσεων. Αφετέρου, να καταργηθεί ο χρυσός κανόνας, οι σταθερές ισοτιμίες και το ιδιωτικά εκδιδόμενο χρήμα και οι οικονομίες να μεταβούν τάχιστα σε εθνικό νόμισμα που εκδίδει το οικείο κράτος με βάση τις ανάγκες του.

Όταν τόλμησε να τα προτείνει για πρώτη φορά το 1920, αντιμετωπίστηκε ως «γραφικός» και ανόητος. Μα είναι δυνατόν να λειτουργήσει η οικονομία χωρίς σταθερό νόμισμα με παγκόσμιο αντίκρισμα; Θα εξαφανιστεί το διεθνές εμπόριο. Θα χαθούν οι αποταμιεύσεις και κανείς δεν θα θέλει να συναλλάσσεται με ένα πληθωριστικό εθνικό νόμισμα, το οποίο το μόνο που θα κάνει είναι να υποτιμάται διαρκώς. Αυτά κι άλλα πολλά, σαν σήμερα, επικαλούνταν όσοι θεωρούσαν τον Κέϊνς τρελό, γραφικό και ανόητο που προτείνει τέτοια πράγματα.

Βέβαια ο Κέϊνς πίστευε ότι μπορεί να πείσει τις κυβερνήσεις και κυρίως τις ΗΠΑ να το κάνουν από μόνες τους, πριν προλάβουν να το επιβάλουν οι λαοί. Όπως κάποιοι σήμερα πώς μπορούν να πείσουν την ΕΕ και την ΕΚΤ να ασκήσει άλλη πολιτική από αυτή που ασκεί και να κρατήσει άλλη στάση από αυτήν που κρατά.

Το κλου της ιστορίας είναι ότι η κρίση του 1929 έφερε όλα αυτά που οι πολέμιοι του Κέϊνς χρέωναν ως δήθεν αναπόφευκτες συνέπειες των προτάσεων για διαγραφή του χρέους και αποκατάσταση του εθνικού νομίσματος. Οι λαοί εξεγέρθηκαν τελικά και οι ίδιοι που δεν ήθελαν με τίποτε να δουν να χάνονται τα χρηματιστικά κέρδη τους, έφεραν τον φασισμό και τον ναζισμό οδηγώντας τον κόσμο στο ολοκαύτωμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.
Το ίδιο θα συμβεί και σήμερα, αν αφήσουμε τις ίδιες δυνάμεις της ανοιχτής δικτατορίας του χρηματιστικού κεφαλαίου να επιμείνουν στην εξυπηρέτηση του χρέους και στην κατοχύρωση του «ισχυρού ευρώ».

Όπως και να έχει, η πρόταση για επιστροφή σε εθνικό νόμισμα έχει να κάνει με δυο άμεσες συνθήκες: Την μη αναγνώριση και διαγραφή του χρέους, αφενός και αφετέρου, την επαναφορά ενός εθνικού νομίσματος σε ριζικά διαφορετική λογική από αυτήν που υπήρχε την εποχή της παλιάς δραχμής.

Τι θα συμβεί; Καταρχάς δεν θα το κρατήσουμε κρυφό. Δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο και ούτε χρειάζεται να γίνει. Η γνώση, η εγρήγορση και η συμμετοχή του λαού είναι βασικό στοιχείο μιας τέτοιας δραστικής αλλαγής. Επίσης η υιοθέτηση του νέου εθνικού νομίσματος δεν γίνεται μέσα σ’ ένα σαββατοκύριακο. Χρειάζονται έξη με οχτώ μήνες προετοιμασία. Το μεσοδιάστημα αυτό για να κρατηθεί η νομισματική κυκλοφορία στο ελάχιστο δυνατό θα πρέπει άμεσα να γίνουν τα εξής:

Να εθνικοποιηθεί η Τράπεζα της Ελλάδας και να απαιτηθεί ο επαναπατρισμός του νομισματικού χρυσού της χώρας.

Να εθνικοποιηθούν οι μεγαλύτερες ιδιωτικές τράπεζες που έτσι ή αλλιώς επιδοτούνται αδρά σήμερα από το δημόσιο. Η εξυπηρέτηση όλων των δανείων παγώνει και διαγράφονται υποχρεώσεις και οφειλές προς το εξωτερικό.

Να δεσμευτούν τα ρευστά διαθέσιμα και ο χρυσός που υπάρχουν στους επιχειρηματικούς ομίλους, αλλά και σε ιδιωτικά χέρια. Αυτό θα γίνει με την εγκατάσταση επιτροπών ελέγχου στους επιχειρηματικού ομίλους με μικτή σύνθεση κράτους-εργαζομένων.

Να καταργηθούν όλες οι επιχειρηματικές μορφές ευκαιρίας (υπεράκτιες, χαρτοφυλακίου, κοκ) και να δεσμευτούν από το δημόσιο το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας που διαθέτουν στην ελληνική επικράτεια.

Να απαγορευτεί η εξαγωγή κεφαλαίου μέχρι νεωτέρας και να επιβληθεί έκτακτη εισφορά επί του κεφαλαίου (capital levy) με καταβολή εντός δυο μηνών από όλες τις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις και ιδίως τις πολυεθνικές.

Να αποτραπεί το δόλιο κλείσιμο επιχειρήσεων με επιβολή ειδικών απαγορευτικών προστίμων και δήμευση περιουσιακών στοιχείων.

Να περιοριστεί δραστικά το σκουπιδαριό που εισάγεται στην χώρα από τις πολυεθνικές και να επιβληθεί υψηλός δασμός εισαγωγής σε πολυτελή είδη και προϊόντα.

Να συναφθούν ειδικές προγραμματικές συμφωνίες διακρατικής συνεργασίας για όσα εισαγόμενα αγαθά είναι απαραίτητα για την οικονομία και την εσωτερική κατανάλωση (καύσιμα, πρώτες ύλες, τρόφιμα, φάρμακα, κοκ)
Να αξιοποιηθεί η δυνατότητα παραγωγής μεταποιημένου χρυσού 9 τόνων ετήσια, αφού εθνικοποιηθούν τα ορυχεία, με την έκδοση από την κεντρική τράπεζα ειδικών ομολόγων χρυσού για την εισροή συναλλάγματος.

Να εθνικοποιηθεί ο ορυκτός πλούτος της χώρας (νικέλιο, βωξίτης,ü λιγνίτης, κοκ) και να αξιοποιηθεί για συμφωνίες με το εξωτερικό για την παραγωγική τους αξιοποίηση και την άμεση εισροή συναλλάγματος.

Να ανοίξουν άτοκοι αλληλόχρεοι λογαριασμοί με τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες κι αυτές θα τεθούν υπό άμεσο κρατικό και εργατικό έλεγχο.

Μέτρα σαν κι αυτά έχουν σαν σκοπό να διαφυλάξουν την νομισματική κυκλοφορία για το μεσοδιάστημα που χρειάζεται έως ότου είμαστε έτοιμη να εισάγουμε το εθνικό νόμισμα. Από την στιγμή που το εθνικό νομισματοκοπείο θα αντικαταστήσει το ευρώ σαν εσωτερικό νόμισμα, θα γίνει δυνατή η εφαρμογή ορισμένων άμεσων πολιτικών:

1. Αποκατάσταση της νομισματικής «μαύρης τρύπας» που έχει δημιουργήσει το ευρώ και ανέρχεται περίπου στα 30 δις ευρώ ετήσια.

2. Δραστική αύξηση λαϊκών εισοδημάτων και εργατικών αμοιβών με σκοπό την αντίστοιχη άνοδο του τζίρου της αγοράς και την δημιουργία ροπής προς αποταμίευση.

3. Εγγύηση και σταδιακή αποκατάσταση των λαϊκών καταθέσεων στις τράπεζες που σήμερα είναι μόνο μια λογιστική εγγραφή χωρίς αντίκρισμα.

4. Διαγραφή όλων των ιδιωτικών χρεών (νοικοκυριών και μικρομεσαίων) που δεν μπορούν να αποπληρωθούν και θεσμοθέτηση πλαφόν στην πληρωμή των υπολοίπων στο 25% επί του αρχικού κεφαλαίου.

5. Ανεξάρτητη χρηματοδότηση μιας αυτοδύναμης ανάπτυξης της παραγωγής (κυρίως και με προτεραιότητα της πρωτογενούς, αγροτικής, παραγωγής) στην βάση των πιο άμεσων ζωτικών αναγκών του πληθυσμού, της οικονομίας και των διεθνών σχέσεων της χώρας.

6. Επιβολή καθεστώτος ελέγχου της κίνησης (εισαγωγής-εξαγωγής) του κεφαλαίου, καθώς και του εξωτερικού εμπορίου ώστε να περιοριστεί δραστικά το καθεστώς ασυδοσίας που υπάρχει σ’ αυτούς τους τομείς.

Οι πολιτικές αυτές εξασφαλίζουν ότι η έκδοση εθνικού νομίσματος και πρόσθετη κυκλοφορία νομίσματος δεν θα λειτουργήσουν πληθωριστικά. Επιπλέον η υποστήριξη του νομίσματος με τέτοιες πολιτικές, αλλά και το γεγονός ότι δεν πρόκειται να το μετατρέψουμε σε αντικείμενο κερδοσκοπίας της διεθνούς αγοράς νομισμάτων, θα επιτρέψουν στο νόμισμα να είναι σταθερό και να απηχεί τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.

Τέλος, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι στα πλαίσια μια τέτοιας πολιτικής δεν είναι αναγκαία η πολιτική των διαρκών υποτιμήσεων, ούτε το νόμισμα θα δεχτεί τρομαχτικές υποτιμητικές πιέσεις. Άλλωστε η αξία ενός νομίσματος το οποίο δεν παίζει στις διεθνείς αγορές νομισμάτων, καθορίζεται από την δυναμική της εσωτερικής παραγωγής και την έκταση των διεθνών οικονομικών δεσμών και σχέσεων, που σήμερα είναι σε τραγικό επίπεδο. Η διαδικασία αυτή εξασφαλίζει μια ομαλή μετάβαση από το ευρώ στο νέο εθνικό νόμισμα, χωρίς βίαια τραντάγματα και σε αντιστοιχία με τις ανάγκες των εσωτερικών συναλλαγών.

Από κει και πέρα ο δρόμος είναι ανοιχτός για ένα ευρύτατο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας και πλήρους απασχόλησης. Θα έχουμε επιτέλους τα χρηματοδοτικά μέσα, αλλά και τα μακροοικονομικά εργαλεία για να το κάνουμε πράξη.

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011, http://dimitriskazakis.blogspot.com/2011/06/blog-post_6317.html

Μνήμη Ελλήνων: συνέχεια και ενότητα

Μνήμη Ελλήνων: συνέχεια και ενότητα

 

Της Αμαλία ς Κ. Ηλιάδη*

 


«Προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται».

«Σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα κρίνεται κάθε στοιχείο του παρελθόντος μας» και το τελικό, παρόν «αποτέλεσμα» είμαστε εμείς, οι σημερινοί Έλληνες, που καλούμαστε να φανούμε αντάξιοι του παρελθόντος μας.

Η Μνημοσύνη είναι προγεννήτορας όλων των τεχνών και των επιστημών, μεταξύ των οποίων και της ιστορίας· η Κλειώ ήταν μία από τις θυγατέρες της. Η επιστήμη της θύμησης, η μνημονική, που αποδίδεται στον Σιμωνίδη τον Κείο, αποτέλεσε τη βάση της μαθησιακής διαδικασίας. Η μνήμη για τους αρχαίους Έλληνες αποτελούσε, εξάλλου, προϋπόθεση της ανθρώπινης σκέψης. Μνήμη Ελλήνων σημαίνει, πρωτίστως, συνέχεια και ενότητα.

Αυτοί που πορεύονται τη σκοτεινή νύχτα του κόσμου έχοντας το όραμα μιας άλλης ανθρωπότητας, δεν είναι άλλοι απ’ αυτούς που έχουν σαν αρχή τους να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Ακολουθώντας το δρόμο αυτόν φθάνουν να γνωρίσουν και τον πλησίον: Εδώ θα συναντήσει κανείς τη σύζευξη του μείζονος πολιτισμού.

Βέβαια, όταν αξιώνει κανείς το καλύτερο από τον εαυτό του, πιστεύει πως δύναται, άρα δεν υπάρχουν έσχατα όρια αντοχής, γιατί ο άνθρωπος είναι κάτι πολύ μεγάλο και πολύ όμορφο αλλά τις περισσότερες φορές δεν το γνωρίζει. Εξάλλου, το πρόβλημα της ουσίας της αισθητικής φιλοσοφίας απασχολεί τους ανθρώπους εδώ και είκοσι πέντε αιώνες. Περιλαμβάνει ως κεντρική την έννοια του ωραίου, που αποτελεί την κυρίαρχη έννοια της αισθητικής φιλοσοφίας, όσο και η τέχνη, μέσω της οποίας αναπαρίσταται το ωραίο. Αυτά τα δυο αντιμετωπίστηκαν με διάφορους τρόπους. Πολλοί φιλόσοφοι , όπως ο Πλάτωνας, είχανε αρνητική άποψη απέναντι στην αισθητική της τέχνης, γιατί υποστηρίζανε πως υποβαθμίζει την αλήθεια και την αρετή.

Στα φιλοσοφικά έργα του Ξενοφώντα κεντρικό πρόσωπο είναι ο Σωκράτης, του οποίου υπήρξε μαθητής και του οποίου τις διδασκαλίες θυμόταν ζωηρά. Στα «Απομνημονεύματα του Σωκράτους», ο Σωκράτης δεν εμφανίζεται ως φιλόσοφος, αλλά ως απλός δάσκαλος του λαού, που διδάσκει τους νέους περισσότερο με το παράδειγμά του παρά με τις συμβουλές του. Κηρύσσει ότι σπουδαιότερα καθήκοντα του ανθρώπου είναι η ευγνωμοσύνη στους γονείς, η αγάπη στους αδερφούς, η πίστη στους φίλους και βάση κάθε αρετής είναι η ευσέβεια προς τους Θεούς. Το έργο έχει διαλογική μορφή, όπως και τα άλλα έργα του Ξενοφώντα που αναφέρονται στο Σωκράτη. Το «Συμπόσιο», όπως και το ανάλογο του Πλάτωνα, αναφέρεται στο γήινο και στον ουράνιο έρωτα. Είναι το μόνο έργο όπου ο Ξενοφώντας αναπτύσσει τη θεωρητική πλευρά της διδασκαλίας του Σωκράτη, ενώ συνήθως επιμένει στην πρακτική και ηθική πλευρά της.

Από την άλλη μεριά, ο Ισοκράτης δημοσίευσε τον Πανηγυρικό του ύστερα από μακρόχρονη – δεκαετή, όπως αναφέρουν αρχαίες πηγές – επεξεργασία, το 380 π.Χ. Αν και ο λόγος δεν εκφωνήθηκε μάλλον ποτέ, απευθύνεται, όπως δηλώνει άλλωστε και ο τίτλος, σε Έλληνες συγκεντρωμένους από όλες τις πόλεις για να γιορτάσουν κάποια πανελλήνια εορτή (ως τόπο ίσως θα πρέπει να φανταστούμε την Ολυμπία, όπου είχαν εκφωνήσει παρόμοιους λόγους ο Γοργίας και ο Λυσίας). Ο λόγος απαρτίζεται από δύο μέρη : ένα επιδεικτικό, το οποίο συνίσταται στον έπαινο της Αθήνας, και ένα συμβουλευτικό, όπου οι Έλληνες καλούνται να ομονοήσουν και να ξεκινήσουν πόλεμο εναντίον των βαρβάρων, στον οποίο θα ηγούνται από κοινού οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι. Το επιδεικτικό μέρος υπηρετεί το συμβουλευτικό, αφού με τις αναφορές στην προσφορά της Αθήνας κατά το παρελθόν επιδιώκεται να δικαιολογηθεί η επί ίσοις όροις συμμετοχή της στην ηγεσία του προτεινόμενου πολέμου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Σπαρτιάτες ήταν κυρίαρχη δύναμη στην Ελλάδα. Οι πανελλήνιες ιδέες που εκφράζονται σ’ αυτόν τον λόγο ανακλούν την διάδοση παρόμοιων ιδεών μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου αλλά και το κλίμα που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά την οδυνηρή για τους Έλληνες Ανταλκίδειο ειρήνη (386 π.Χ.). Ανεξάρτητα από το περιεχόμενό του, ο Πανηγυρικός αποτελεί και σημαντικό μνημείο λογοτεχνικού ύφους: οι μακρές αλλά συμμετρικά δομημένες περίοδοι (περιοδικό ύφος), η ρυθμική επεξεργασία και η αποφυγή της χασμωδίας δίνουν για πρώτη φορά στον πεζό λόγο τη χάρη που διέθετε μέχρι εκείνη την εποχή μόνο η ποίηση.

Τις επιθέσεις εναντίον της παιδευτικής του προσπάθειας ο Ισοκράτης τις συνδέει στο λόγο του Περί αντιδόσεως με τις συκοφαντίες των ανταγωνιστών του στο χώρο της φιλοσοφίας αλλά και των δημαγωγών. Οι τελευταίοι παρωθούν τους νέους να ασχολούνται μόνο με άκοπα και ανώφελα έργα (συγκεντρώσεις, διασκεδάσεις κτλ.) και να παραμελούν την ουσιαστική τους μόρφωση. Η παιδεία (μέρος της οποίας είναι και η ρητορική) ήταν όμως αυτή που ανέδειξε την Αθήνα και συνέβαλε στο μεγαλείο της. Αυτός είναι και ο λόγος που η πόλη θαυμάζεται από τους ξένους. Τώρα όμως που η Αθήνα έχει γεμίσει από συκοφάντες και δημαγωγούς η ανάπτυξη της πραγματικής παιδείας είναι αδύνατη. Οι Αθηναίοι ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνούν τη σημασία της για την πόλη. Η υπόμνηση αυτή του Ισοκράτη φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα επίκαιρη κατά τη χρονική αυτή περίοδο. «Η πολιτική υπεράσπιση της παιδείας πρέπει να ήταν στα χρόνια εκείνα ύστερα από την κατάρρευση της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας μάλλον αναγκαία. Οι δημαγωγοί, που είχαν καταστεί από τον Ισοκράτη και τους ομόφρονές του υπεύθυνοι για τη συμφορά που συνέβη στην Αθήνα, πέρασαν στην αντεπίθεση. Η ριζοσπαστικότερη κατεύθυνση της δημοκρατικής παράταξης έπαιρνε όλο και περισσότερο μια εχθρική προς την παιδεία στάση, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι ορατή στον καθένα η σύνδεση μόρφωσης και πολιτικής κριτικής» (W. Jaeger).

Ο Φίλιππος αποτελεί ένα είδος ανοιχτής επιστολής, που έχει ωστόσο τη μορφή ρητορικού λόγου. Απευθύνεται στο βασιλιά Φίλιππο τον Β΄ της Μακεδονίας και γράφτηκε την άνοιξη του 346 π.Χ. Λίγο πριν από τη συγγραφή του λόγου είχε προηγηθεί η ειρήνη που είχαν υπογράψει οι Αθηναίοι με τον Φίλιππο, με τον οποίο βρίσκονταν από χρόνια σε σύγκρουση. Ο τελευταίος είχε καταλάβει το 357 π.Χ. την αποικία των Αθηναίων Αμφίπολη, και το 347 π.Χ. είχε ολοκληρώσει την επικυριαρχία του στη Χαλκιδική  με την κατάκτηση της Ολύνθου. Η ειρήνη ήταν αποτέλεσμα ανάγκης για τους Αθηναίους  και αρκετοί, ανάμεσά τους και ο Δημοσθένης, τη θεωρούσαν επαίσχυντη. Ο Ισοκράτης ωστόσο θεώρησε ότι η ειρήνη αυτή θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη για ολόκληρη την Ελλάδα και τον πολιτισμό της. Στο πρόσωπο του Φιλίππου διέκρινε τον ηγέτη που θα μπορούσε να πραγματώσει το πρόγραμμα που ο ίδιος  είχε διατυπώσει στον Πανηγυρικό: την ένωση των Ελλήνων σε ένα πόλεμο κατά των βαρβάρων. Με το λόγο του ο Ισοκράτης καλεί τον Φίλιππο να «ευεργετήσει» τους Έλληνες ενώνοντάς τους υπό την ηγεσία του.

Προηγουμένως ο Ισοκράτης έχει εκθέσει στο Φίλιππο τις ωφέλειες που μπορούν να προκύψουν από την ειρήνη και τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι εκείνος είναι ο μόνος που έχει τη δύναμη να επιφέρει ομόνοια μεταξύ των Ελλήνων. Έχει αναφέρει επίσης τις επιπλήξεις των φίλων του για το θράσος του να θέλει να παραινέσει τον Φίλιππο, αλλά και την ντροπή των ίδιων, όταν διάβασαν τον λόγο. Ο Ισοκράτης εξηγεί γιατί ανέφερε όλα τα προηγούμενα και προχωρεί σε ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις για την αδυναμία του αναγιγνωσκόμενου λόγου να πείσει τόσο, όσο πείθει ο εκφωνούμενος από το ρήτορα.

Ο Ισοκράτης επαναλαμβάνει με αυτές του τις σκέψεις, εμμέσως πλήν σαφώς, ότι όσο υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι κι ανθρώπινες πολιτείες δεν  παλιώνουν οι αξίες: Αθάνατες αξίες,  λόγοι, αξίες "νόμοι υψίποδες, ουρανίαν δι' αιθέρα τεκνωθέντες, ων Όλυμπος πατήρ μόνος", αξίες "που δεν τις εγέννησε ή θνατά φύσις ανέρων, κι ούτε ποτέ τις κοιμίσει η λήθη… Δεν τις συλλαμβάνεις λογικά τις αξίες αυτές, τις νιώθεις, με τη σοφία της ζωικής πείρας, που κυλά απαλά, βουβά κι απλώνεται σα μεγάλο ποτάμι…", θα μας έλεγε ο Φ.Πολίτης, αξίες που μόνον όταν ο άνθρωπος φτάσει στην κορυφαία έκφρασή του θα κάνουν να φουντώσει μέσα του "ο άπειρος ηθικός κόσμος", η πραγματικά νέα θρησκεία, το "καινόν δαιμόνιον". Πολλοί,  άλλωστε, Έλληνες και  ξένοι μελετητές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού,  θα μπορούσαν, στον αιώνα της θεάς τεχνολογίας,  να ακούσουν μέσα από την αρχαία γραμματεία τη φωνή των παραμελημένων μας αξιών, η οποία υψώνει για λογαριασμό όλων των αιώνων και όλων των Ελλήνων που πέρασαν και που θα έρθουν, το λόγο της δημοκρατίας και του αγαθού: του δικαίου, του νόμου, της ισοδικίας, της ισονομίας, της ισοπολιτείας, της ισοκρατίας, της ισηγορίας, της παρρησίας, της αμεσότητας, της ευθύτητας, της ελευθερίας, του μέτρου – αγαθά που για λογαριασμό όλου του κόσμου κατέκτησαν οι Έλληνες, και που σήμερα δυστυχώς υποχωρούν μπροστά σ' έναν υφέρποντα αμοραλισμό και άκριτο καταναλωτισμό  πολιτικό, θρησκευτικό, επιστημονικό, καλλιτεχνικό, συνδικαλιστικό, εκπαιδευτικό. Ας ανανήψουμε λοιπόν κι  ας  αντισταθούμε δημιουργικά.

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι  φιλόλογος-ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), ailiadi@sch.gr, http://users.sch.gr/ailiadi,   http://blogs.sch.gr/ailiadi,  http://www.matia.gr

Μακαριώτατε (Ιερώνυμε Β΄)…

Μακαριώτατε

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Έχει ειπωθεί ότι:«Χείλη ιερέως ου ψεύδονται»! Πόσο μάλλον αρχιερέως! Κι όμως εσείς φαίνεται ότι, σχετικά με το θανάσιμο εναγκαλισμό της δολοφονικής, για την πατρίδα μας και το λαό μας, χρεοκρατίας δεν βρήκατε το κουράγιο να πείτε την αλήθεια.  Αφού, όπως ειπώθηκε, υποστηρίξατε, σε άρθρο σας στην Καθημερινή, ότι:

«Εφόσον, λιγότερο ή περισσότερο, υπήρξαμε όλοι μέρος της κρίσεως, μπορούμε να γίνουμε μέρος και της αλλαγής».

Επαναλαμβάνοντας, περίπου το διαβόητο παγκάλειο απόφθεγμα, σύμφωνα με το οποίο «όλοι μαζί τα φάγαμε»! Και, όπως τον κ. Πάγκαλο τον διαψεύδουν – prima vista – τα κιλά του, έτσι κι εσάς σας διαψεύδει η αδυσώπητη πραγματικότητα. Την οποία και οι πέτρες ακόμη φωνάζουν.

Κι αν κάποιοι υποκρίνονται πως δεν ακούνε τη φωνή της, η συνέχεια και η συνέπεια θα είναι να σηκωθούν οι πέτρες και να τους χτυπήσουν κατακέφαλα.

Γεγονός, που προφήτευσε ακόμη και ο εξοχότατος Πρωθυπουργός μας, όταν έλεγε πως, αν γίνονταν, τα όσα σήμερα γίνονται, «ο λαός θα μας πάρει με τις πέτρες»! Κι ας μην υπάρχουν αυταπάτες, επειδή ο λαός, διατηρώντας ακόμη τα τελευταία υπολείμματα υπομονής και ευγένειας, αρκείται, κατά κανόνα, προς το παρόν, σε μερικά γιαουρτώματα….

Δεν λέτε, λοιπόν, την αλήθεια, Μακαριώτατε!

Γιατί η αλήθεια λέει ότι δεν «υπήρξαμε όλοι μέρος της κρίσεως». Αλλά την κρίση τη δημιούργησε η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία. Ή μάλλον πιο σωστά τη μεθόδευε εδώ και χρόνια.

Και το γεγονός ότι η προδοσία και το ξεπούλημα της πατρίδας μεθοδευόταν από μακρού χρόνου φαίνεται απ’ το εξής πασίγνωστο, αλλά και εύγλωττο περιστατικό:  Όταν η κ. Άννα Ψαρούδα Μπενάκη, ως Πρόεδρος της Βουλής, είχε ανακοινώσει στον κ. Παπούλια την εκλογή του, ως Προέδρου της Δημοκρατίας, του προανήγγειλε ορθά-κοφτά ότι:

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας σας ενδέχεται «να περιοριστούν τα εθνικά μας σύνορα, τα κυριαρχικά μας δικαιώματα ως λαού και τα δικαιώματα των πολιτών ως ατόμων”. Ήταν μήπως προφήτισσα η κ. Μπενάκη; Ή, όπως τα λεγόμενά της δείχνουν, κάτι ήξερε για την εκκολαπτόμενη προδοσία;

Αυτό και άλλα γεγονότα δείχνουν ότι οι έχοντες και κατέχοντες, αλληλοδιαδόχως, την εξουσία και οι μαζί τους διαπλεκόμενοι είχαν, προ πολλού σχεδιάσει την παγίδευση και δολοφονία της πατρίδας μας.

Και δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι «όλοι μας υπήρξαμε μέρος της κρίσεως». Εξισώνοντας τα θύματα με τους θύτες. Και αμνηστεύοντας την ολοφάνερη σε βάρος της πατρίδας μας δολιότητα και προδοσία. Και αυτό, πριν απ’ όλους, δεν μπορεί να το κάμει η Εκκλησία. Και μάλιστα ο Αρχιεπίσκοπός της.

Όπως, δυστυχώς, φαίνεται ότι συνέβη και με τη λεγόμενη κάρτα του πολίτη: Όπου, όπως έχει γραφτεί, έγινε συμβιβασμός με το καθεστώς της ρουφιανοκρατίας: Αποδοχή, δηλαδή, της ηλεκτρονικής χαφιεδόκαρτας. Με την οποία ο κάθε ντόπιος ή διεθνής αλήτης θα μπορεί να παρακολουθεί ακόμη και την παραμικρή μας κίνησή. Έτσι ώστε η χαφιεδόκαρτα αυτή μάλλον του…αλήτη και όχι του πολίτη θα πρέπει να λέγεται.

«Μέρος της αλλαγής», Μακαριώτατε, δεν θα γίνουμε με τα ψέματα. Υιοθετώντας το καθεστώς της πολιτικής απάτης και διαστροφής. Και αποκοιμίζοντας, έτσι με το όπιο του συμβιβασμού και της υποταγής τη συνείδηση του λαού. Με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στον Καιάδα της ανεπίστροφης καταστροφής. Και να δεχτεί, ως τετελεσμένο γεγονός, την ταφόπλακα της μακροχρόνιας χρεοκρατίας.

Για να επιβεβαιώσουμε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ρόλο, στον οποίο το κατεστημένο μας έχει περιορίσει. Το ρόλο, δηλαδή, του πεθαμενατζή. Που ασχολείται με τις κηδείες και τα μνημόσυνα. Και όχι με τα προβλήματα των ζωντανών ανθρώπων. Αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο δράσεως στους κλέφτες και απατεώνες της πολιτικής και οικονομικής ολιγαρχίας. Για να λεηλατούν και να ρημάζουν το λαό.

«Μέρος της αλλαγής», Μακαριώτατε, θα γίνουμε με την επιστροφή στο Ευαγγέλιο. Τον υπέρτατο κώδικα των ανθρωπίνων ελευθεριών και δικαιωμάτων.
Που οι μισάνθρωποι αγωνίζονται, με νύχια και με δόντια να ξεριζώσουν απ’ τις καρδιές των ανθρώπων. Για να μπορούν, έτσι, χωρίς αντίλογο, να θυσιάζουν άτομα και λαούς στο βωμό του αντίχριστού Μαμωνά…

Το Ευαγγέλιο! Που αγκαλιάζει όλα τα ανθρώπινα προβλήματα. Και που ψυχή και καρδιά του, στην κοινωνική του διάσταση, είναι η δικαιοσύνη. Που την έκαμαν κλοτσοσκούφι και την ποδοπάτησαν τα μεταλλαγμένα παχύδερμα της ντόπιας εξουσίας και της διεθνούς τοκογλυφίας.

Η δικαιοσύνη! Στη νομική και στην οικονομική και την κοινωνική της διάσταση.  Με ένα νέο σύνταγμα, που δεν θα χωρίζει τους Έλληνες σε προνομιούχους και παρίες. Με τα οικονομικά ρετιρέ και τους οικονομικούς Καιάδες. Με τις υπουργικές ανευθυνότητες και τις βουλευτικές ασυλίες. Και τις πάσης φύσεως άλλες αλητείες…

Με την εθνική αντιπροσωπεία, που θα εκλέγεται απευθείας από το λαό. Και δεν θα περνά απ’ την παμπόνηρη κρησάρα του καθενός αρχικοπρίτη και κομματόσκυλου. Σύμφωνα με τα μέτρα και τα σταθμά που επιβάλλουν οι ανθέλληνες πάτρωνές τους.

Έτσι ώστε, να έχουμε αληθινή και ζωντανή δημοκρατία. Και κοινωνική δικαιοσύνη, σύμφωνη με το πνεύμα των «Πράξεων των Αποστόλων». Όπου ο καθένας να προσφέρει ανάλογα με τις δυνάμεις του και να παίρνει ανάλογα με τις ανάγκες του.

Γεφυρώνοντας τα χαώδη χάσματα, που μεθόδευσε και χάλκευσε η ακόρεστη απληστία της ντόπιας οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας και της διεθνούς τοκογλυφίας.

Με τις ευλογίες και της Εκκλησίας όλων, δυστυχώς, των δογματικών αποχρώσεων…  Η οποία γοητευμένη απ’ τον θανάσιμο εναγκαλισμό του σιωνιστικού σατανισμού, βιάζεται, όπως φαίνεται, ν’ αυτοκτονήσει….

 

παπα-Ηλίας 9-6-2011,  http://papailiasyfantis.wordpress.com

Προς μια ευρωπαϊκή δουλοπαροικία

 Προς μια ευρωπαϊκή δουλοπαροικία

 

Του Μανώλη Αστρεινίδη* 

 

Αμέσως μετά την νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2009 έγινε αισθητό πλέον ότι τα οικονομικά της κυβέρνησης παραπατούσαν. Το σύστημα είσπραξης φόρων λειτουργούσε σαν αποροφητήρας καθώς εισέπραττε δημόσια έσοδα προκειμένου να πληρώνει γερμανικές και γαλλικές τράπεζες που είχαν στη διάθεσή τους ελληνικά ομόλογα.

Οι τραπεζίτες σήμερα κινούνται προς τη κατεύθυνση της υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας με απώτερο σκοπό να αρπάξουν ένα κελεπούρι εφόσον το σχέδιο επιτύχει 100%. Ο οίκος αξιολόγησης  Moody’s πολύ πρόσφατα υποβάθμισε την Ελλάδα στο επίπεδο Caa1 καθώς με αυτή την υποβάθμιση εξυπηρετείται το περαιτέρω «στρίμωγμα» στην ελληνική κυβέρνηση. Έτσι η Moody’s σημείωνε ότι υπάρχει «αυξημένη πιθανότητα η Τρόϊκα να ζητήσει κάποια στιγμή τη συμμετοχή ιδιωτών δανειστών σε μια αναδιάρθρωση χρέους ως προϋπόθεση για την οικονομική υποστήριξη προς την Ελλάδα».

Η συνθήκη για το νέο πακέτο δανεισμού είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να αρχίσει ένα ταξικό πόλεμο αυξάνοντας κι άλλο τους φόρους, μειώνοντας τις δημόσιες δαπάνες, (ακόμα και τις συντάξεις ιδιωτικού τομέα) καθώς και τη πώληση δημόσιας περιουσίας, τουριστικών ακινήτων, νησιών, λιμανιών, εταιριών ύδρευσης και εγκαταστάσεων αποχέτευσης. Κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με αύξηση κόστους ζωής και επιχειρηματικότητας, υποσκάπτοντας την ήδη περιορισμένη ελληνική ανταγωνιστικότητα στις εξαγωγές.

Οι τραπεζίτες περιγράφουν με περισσή υποκρισία αυτή τη λύση σαν «σωτηρία» της ελληνικής οικονομίας ενώ το μόνο που διασώζεται στη προκειμένη περίπτωση είναι γερμανικές, γαλλικές και ολλανδικές τράπεζες.

Αυτή η στιγμή είναι ιδανική για το «στρίμωγμα» της χώρας καθώς από τη μια οι τραπεζίτες είναι πρόθυμοι να δώσουν ψίχουλα για να εξαγοράσουν τον ΟΠΑΠ, τον ΟΤΕ, τα λιμάνια, τις μεταφορές (ΟΣΕ κλπ) ή ανάλογες μονοπωλιακές ευκαιρίες, ενώ από την άλλη η ανώτερη οικονομική τάξη της χώρας θα επωφεληθεί από τη παραμονή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη (όσο αυτή διαρκέσει) αρκετά ώστε να βγάλει όλα τα χρήματά της στο εξωτερικό πριν η Ελλάδα οδηγηθεί στην αντικατάσταση του ευρώ με τη δραχμή και την υποτίμηση της τελευταίας. Μέχρι τότε η Ελλάδα μάλλον θα ακολουθήσει τη πολιτική της Ιρλανδίας και των Βαλτικών χωρών, όταν έκαναν «εσωτερική υποτίμηση».

Αυτό που χάνει την αξία του σε περιόδους λιτότητας είναι κυρίως η αξία της εργασίας. Αυτό είναι το μεγαλύτερο εγχώριο κόστος. Δηλαδή εάν οι μισθοί δεν μειωθούν από «εσωτερική υποτίμηση» τότε τη ζημιά θα τη κάνει η νομισματική υποτίμηση. Μ’ αυτό τον ανοίκειο τρόπο λοιπόν ο πόλεμος των πιστωτών εναντίον των χρεωμένων χωρών καταλήγει σε ταξικό πόλεμο. Ωστόσο προκειμένου να επιβληθεί μια τέτοια νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση η ξένη πίεση πρέπει να παρακάμψει τα εθνικά, δημοκρατικά εκλεγμένα Κοινοβούλια.

Το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού λαού αναγνωρίζει ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα σαν σενάριο είχε εξυφανθεί από πέρυσι. Όμως οι πιστωτές της Ε.Ε. εκβιαστικά δηλώνουν ότι πιθανή άρνηση της συμφωνίας θα οδηγούσε σε απόσυρση των κονδυλίων με αποτέλεσμα την τραπεζική κατάρρευση και την οικονομική αναρχία. Υπό τις συνθήκες αυτές η κυβέρνηση δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τους ξένους τραπεζίτες και τα κονδύλια με τα οποία αγοράστηκε το ελληνικό χρέος σε εξευτελιστική τιμή.

Είναι ξεκάθαρο σε πολλούς Έλληνες ότι αυτό δεν είναι παρά μια κενή περιεχομένου απειλή του κ Παπακωνσταντίνου καθώς αν δεν υπάρχουν χρήματα οι ξένοι κάτοχοι ελληνικών ομολόγων θα υποφέρουν!!! Όμως αυτό είναι απλά μια υπόθεση. Ο Παπανδρέου συναγωνίστηκε τον Ισλανδό Σοσιαλδημοκράτη Sigurdardottir σε σπουδή προκειμένου να επιτευχθεί «συναίνεση» ώστε να δηλώσει υπακοή στους ΥΠΟΙΚ της Ε.Ε. Αυτή τη στιγμή το διακύβευμα είναι αν η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η υπόλοιπη Ευρώπη υποχωρήσει ως προς τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και κάνει βήματα προς μια οικονομική ολιγαρχία.

Ο οικονομικός στόχος είναι να παρακαμφθούν τα Κοινοβούλια από μια «συναίνεση» τοποθετώντας την οικονομία σε πρώτη θέση. Επομένως από τα Κοινοβούλια ζητείται να εκχωρήσουν την ισχύ της χάραξης πολιτικής. Ο ορισμός της «ελεύθερης αγοράς» έχει πλέον γίνει κεντρικός σχεδιασμός στα χέρια των κεντρικών τραπεζιτών. Αυτό αποτελεί και το νέο δρόμο προς τη δουλοπαροικία στην οποία, οι κατ΄ευφημισμό «ελεύθερες αγορές»,. μας οδηγούν.

Οι αγορές αυτές είναι «ελεύθερες» για τους επενδυτές για να επιβάλλουν μονοπωλιακές τιμές σε βασικές υπηρεσίες, χωρίς ρυθμίσεις τιμών και ρυθμίσεις που να απαγορεύουν την μονοπωλιακή ένωση εταιριών, απαλλαγμένες από περιορισμούς για τη προστασία του οφειλέτη  και πάνω απ’ όλα χωρίς τη παραμικρή παρέμβαση από εκλεγμένα Κοινοβούλια. Η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος σε μη δημοκρατικά χέρια είναι σύμφυτη στο τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκε ο κεντρικός σχεδιασμός της Ευρώπης από οικονομικές χείρες.

Όπως ακριβώς η ΕΚΤ δεν έχει από πίσω της μια εκλεγμένη κυβέρνηση που να μπορεί να εισπράξει φόρους με τον ίδιο τρόπο το ευρωσύνταγμα εμποδίζει την ΕΚΤ να βοηθά κυβερνήσεις που μαστίζονται από υπερβολικά χρέη. Επίσης και το ΔΝΤ την εμποδίζει να παρέχει εσωτερική δημοσιονομική στήριξη για ελλείμματα προϋπολογισμού. Το ηθικό λοιπόν δίδαγμα είναι ότι όταν πρόκειται για διάσωση τραπεζιτών οι κανόνες αγνοούνται – προκειμένου να εξυπηρετηθεί η «ανώτερη δικαιοσύνη» της διαφύλαξης των τραπεζών από πιθανές απώλειες.

Η ΕΟΚ που προηγήθηκε της Ε.Ε. δημιουργήθηκε με σκοπό την εξάλειψη του φαινομένου των κρατών-εθνών και η γενικότερη προσδοκία ήταν ότι η οικονομική δημοκρατία θα νικούσε τη αριστοκρατική νοοτροπία που αναζητούσε δόξα στις κατακτήσεις. Εσωτερικά η οικονομική μεταρρύθμιση σκόπευε στον εξαγνισμό των ευρωπαϊκών οικονομιών από τη κληρονομιά των φεουδαρχικών κατακτήσεων του παρελθόντος , μ΄ αυτό τον τρόπο λοιπόν θα ωφελείτο ο λαός γενικότερα.

Όμως χωρίς ένα πραγματικό κοινοβούλιο να νομοθετεί, να θέτει φόρους, να προστατεύει τις εργασιακές συνθήκες όπως και αυτές των καταναλωτών αλλά και να ελέγχει τα υπεράκτια τραπεζικά ιδρύματα, μοιραία ο κεντρικός σχεδιασμός περνάει στα χέρια των τραπεζιτών και των οικονομικών οργανισμών. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της αντικατάστασης των εθνών-κρατών με τη χάραξη πολιτικής από τραπεζίτες. Έτσι παρατηρούμε το δυσάρεστο φαινόμενο της αντικατάστασης της δημοκρατικής πολιτικής από μια οικονομική ολιχαρχία.

Τα οικονομικά είναι μια μορφή πολέμου. Όπως και στις στρατιωτικές κατακτήσεις, ο σκοπός είναι ο έλεγχος της γης, των δημόσιων υποδομών, και της επιβολής φόρου υποτέλειας. Η διαφορά είναι ότι οι οικονομίες που δέχονται επίθεση μπορεί να καταστραφούν ολοσχερώς από την οικονομική ασφυξία ειδικά όταν αναφέρονται φαινόμενα δημογραφικής συρρίκνωσης, μειωμένου κύκλου ζωής, μετανάστευσης και διαφυγής κεφαλαίων.

Αυτή η επίθεση εξαπολύεται όχι από εθνικά κράτη αλλά από μια κοσμοπολίτικη οικονομική τάξη. Η οικονομία ήταν πάντοτε κοσμοπολίτικη και καθόλου εθνικιστική και ενδιαφερόταν ανέκαθεν να επιβάλλει τις προτεραιότητές της και τη νομοθετική της ισχύ πάνω από αυτές των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών.

Η οικονομική δυναμική απειλεί σήμερα να διασπάσει την Ευρώπη. Αλλά η οικονομική τάξη έχει αποκτήσει αρκετή ισχύ ώστε να αντιστρέψει τις ανησυχίες και να προβάλλει ότι αυτό που πραγματικά απειλεί την ευρωπαϊκή ενότητα είναι οι εθνικοί πληθυσμοί που ενεργούν με γνώμονα την αντίσταση στην επιβολή λιτότητας στην εργασία. Εξαιτίας του πλεονεκτήματος του ελληνικού και ιρλανδικού λαού οι εθνικές κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις πρόκειται να κινητοποιηθούν ταχύτερα ώστε να επιβάλλουν τους όρους της εθνικής παράδοσης στους οικονομικούς σχεδιαστές. Αν και καθυστερημένες, ο όγκος των κινητοποιήσεων της 5ης Ιουνίου θα έπρεπε να ανησυχούν κάπως το Μέγαρο Μαξίμου και τους «εξωτερικούς του συνεργάτες» που έρχονται να εγκατασταθούν στην Ελλάδα δίκην εποπτών σε Υπουργεία και αποκρατικοποιήσεις. Επομένως, φαίνεται να εισερχόμαστε σε ένα  μετα-μεσαιωνικό κόσμο που αποσκοπεί στο να ζημιώσει το κοινό καλό.

Μέσα στην Ευρώπη πάντως η οικονομική ισχύς είναι συγκεντρωμένη στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ολλανδία. Στις τράπεζες αυτών των χωρών υπάρχουν τα περισσότερα κρατικά ομόλογα της ελληνικής κυβέρνησης που σήμερα καλείται να εφαρμόσει μεγαλύτερη λιτότητα όπως και αυτά των ιρλανδικών τραπεζών που όμως έχουν διασωθεί από τους Ιρλανδούς φορολογουμένους.
Στις 2 Ιουνίου ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Jean Claude Trichet περιέγραψε το σχέδιο της εγκαθίδρυσης οικονομικής ολιγαρχίας εφ’ όλης της Ευρώπης. Σε μια τελετή στο Aachen της Γερμανίας όπου παρέλαβε το βραβείο Καρλομάγνου δήλωσε ότι η Ευρώπη δεν είναι ανάγκη να ενωθεί στη βάση της οικονομικής ειρήνης αλλά στη διαμετρικά αντίθετη βάση της ολιγαρχίας. Όπως εξήγησε, αποστολή της Ευρώπης είναι να ακολουθήσει τα βήματα του Έρασμου και να ξεπεράσει τη παραδοσιακή «αυστηρή έννοια του έθνους».

«Χώρες που δεν έχουν ζήσει σύμφωνα με το γράμμα ή το πνεύμα των κανόνων αντιμετώπισαν δυσκολίες» σημείωσε ο πρόεδρος της ΚΤΕ. «Μεταδίδοντας» αυτές τις δυσκολίες έχουν επηρεάσει κι άλλες χώρες στην Ευρωζώνη. Η ενίσχυση των κανόνων αποτελεί μια επείγουσα προτεραιότητα προκειμένου να αποτραπούν αναξιόπιστες πολιτικές».

Όμως σε επόμενη αποστροφή του λόγου του έδωσε την επιτομή του αντι-Διαφωτισμού: «Παρατηρούμε μπροστά στα μάτια μας ότι η είσοδος στην Ε.Ε. και ακόμη περισσότερο στην Ευρωζώνη εισάγει μια νέα κατανόηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ασκείται η κυριαρχία. Αλληλεξάρτηση σημαίνει ότι οι χώρες de facto δεν διαθέτουν πλήρη εσωτερική εξουσία. Μπορεί να βιώσουν κρίσεις που θα οφείλονται αποκλειστικά σε ασταθείς οικονομικές πολιτικές άλλων χωρών»!!!! Και συνεχίζει: «Ένας τρόπος με τον οποίο φανταζόμαστε κάτι τέτοιο είναι να έχουν το δικαίωμα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί να αρνηθούν κάποιες αποφάσεις εθνικής πολιτικής. Η άρνηση αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει θέματα συγκεκριμένων βασικών δημοσιονομικών δαπανών και στοιχεία ουσιώδη για την ανταγωνιστικότητα της χώρας….»

Με την φράση «αναξιόπιστες οικονομικές πολιτικές» ο κ Trichet  εννοεί ότι δεν πληρώνουν τα χρέη υποτιμώντας τες επειδή δεν προβλέπουν εκποίηση δημόσιας γης και κρατικών μονοπωλίων και επειδή αρνούνται να αντικαταστήσουν την πολιτική και οικονομική δημοκρατία με έλεγχο από τους τραπεζίτες. Αυτό δεν είναι τίποτε λιγότερο από ένα οικονομικό πραξικόπημα που προσβάλλει βάναυσα τη μακροχρόνια ιστορία του ευρωπαϊκού ιδεαλισμού.

Όπως είναι πλέον σαφές η υφιστάμενη ευρωπαϊκή κρίση μπορεί να λήξει με ένα από τους δύο τρόπους: είτε με το θάνατό της περνώντας σε μια φάση μίσους προς οτιδήποτε πνευματικό ή την αναγέννησή της από το πνεύμα της φιλοσοφίας μέσα από τον ηρωϊσμό της λογικής…….

Από όσο θυμάμαι ο σοσιαλιστικός ιδεαλισμός μετά το Β’ Π.Π. έβλεπε με αγωνία σε ολόκληρο τον κόσμο τα έθνη-κράτη σαν εργαλεία του στρατιωτικού πολέμου. Όμως ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα είναι ότι οι γενικά αριστερές κυβερνήσεις του αναπτυσσόμενου τότε κόσμου υιοθέτησαν με τόσο μεγάλο ενθουσιασμό τις φασίζουσες οικονομικές συνταγές της ΕΚΤ. Το γιατί αριστερά κόμματα αγκάλιασαν τη συμβουλή των φασιστών οικονομολόγων των οποίων τα δόγματα προκάλεσαν τη κρίση είναι κάτι που πρέπει σοβαρά να μας προβληματίσει. Οι πολιτικές τους είναι καταστρεπτικές για την οικονομία και πολιτικά αυτοκτονικές.

Η Ελλάδα και η Ιρλανδία έχουν γίνει παραδοθεί σαν σφάγια στο βωμό της δοκιμής που θα κρίνει αν πρέπει οι οικονομίες να θυσιαστούν προκειμένου να πληρωθούν χρέη που είναι σαφές ότι είναι αδύνατο να εξυπηρετηθούν. Απειλούμαστε με ένα μεσοδιάστημα κατά το οποίο ο δρόμος προς τη χρεοκοπία και τη μόνιμη λιτότητα θα αποσπούν ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα δημόσιας γης και επιχειρήσεων από το δημόσιο τομέα, ολοένα και περισσότερο το εισόδημα των καταναλωτών θα εκτρέπεται προς την εξυπηρέτηση πληρωμής χρεών και φόρων προκειμένου οι κυβερνήσεις να πληρώνουν κατόχους κρατικών ομολόγων ενώ μεγαλύτερο εισόδημα από τις επιχειρήσεις θα πληρώνει τους τραπεζίτες. Εάν αυτό δεν είναι πόλεμος, τότε τι είναι;

 

* Ο Μανώλης Αστρεινίδης είναι Διεθνολόγος – Ερευνητής.

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, Ιούνιος 07, 2011, http://logioshermes.blogspot.com/2011/06/blog-post_1613.html

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Του Γιώργου Καραμπελιά



Αναρίθμητες φορές έχουμε τονίσει πως, αν θέλουμε να ορίσουμε ένα όραμα και μια στρατηγική για τη σημερινή Ελλάδα, θα πρέπει κυριολεκτικώς να τετραγωνίσουμε τον κύκλο, δοκιμάζοντας να απαντήσουμε στις πολλαπλές προκλήσεις που αντιμετωπίζει μία χώρα και ένας λαός που βρίσκεται στη δυσκολότερη στιγμή της ιστορίας του. Γεωπολιτικές προκλήσεις, εθνικά προβλήματα, οικονομική κρίση, αθρόα μετανάστευση, δημογραφική καθίζηση, πολιτισμική και πνευματική παρακμή, αλλοίωση της ίδιας της ιδιοπροσωπίας μας.

Σε μια σειρά κειμένων θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε έναν προς έναν αυτούς τους παράγοντες, αρχίζοντας από τον γεωπολιτικό.

Οι γεωπολιτικές προκλήσεις είναι προφανείς και τεράστιες. Η Δύση, στην οποία είχαμε προσδεθεί ως μια παρασιτική της απόφυση, υποχωρεί σε παγκόσμια κλίμακα. Η Ανατολή, σε όλες τις μορφές της, ενισχύεται. Από την Κίνα έως το Ισλάμ. Και αυτή η υποχώρηση της Δύσης προσλαμβάνει γεωπολιτικές και εδαφικές διαστάσεις. Η Δύση, με επί κεφαλής τους Γερμανούς και τους Αμερικανούς, αποσυνέθεσε τα Βαλκάνια, μεταβάλλοντάς τα σε ανίσχυρα προτεκτοράτα, για να τα παραδώσει – εν μέρει τουλάχιστον – στον τουρκικό νεο-οθωμανισμό. Και σήμερα ετοιμάζεται να ολοκληρώσει το έργο της, μέσα από την αποσύνθεση της Ελλάδας, με αφορμή την οικονομική κρίση. Ο αναβρασμός που επικρατεί στον αραβικό κόσμο, ως απάντηση στην πρόσκληση της Δύσης με τις εισβολές στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, και τον ρόλο του Ισραήλ, κινδυνεύει να προκαλέσει τεράστια παλιρροϊκά κύματα μεταναστών, που θα κατακλύσουν, πρώτη από όλους, την Ελλάδα. Το Ισραήλ, καταδικασμένο μεσοπρόθεσμα σε εξαφάνιση εάν συνεχίσει την ίδια πορεία, δεν θα μπορεί πλέον να αποτελεί προκεχωρημένο φυλάκιο αλλά θα μεταβάλλεται σε παγίδα. Έχει αρχίσει η μεγάλη αμπώτιδα της Δύσης στον ισλαμικό και αραβικό κόσμο.

Αυτές οι γεωπολιτικές ανατροπές έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν τον ελληνισμό. Στην Κύπρο, ήδη, μέσω του εποικισμού της βόρειας κατεχόμενης Κύπρου, το συνολικό πληθυσμιακό ισοζύγιο καθίσταται όλο και πιο δυσμενές για τους Έλληνες στην Ελλάδα, το μεταναστευτικό κύμα των μουσουλμανικών πληθυσμών, στον βαθμό που θα «συναντηθεί» με τους μειονοτικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς, θα καταστεί τα επόμενα χρόνια ίσως το ισχυρότερο όπλο της νεο-οθωμανικής στρατηγικής.

Η Ελλάδα αποτελεί το σύνορο των δύο κόσμων, της Δύσης και του Ισλάμ. Όσο τα σύνορα παρέμεναν σταθερά, όπως συνέβαινε για πενήντα χρόνια, από το 1922 έως το 1974, οι γεωπολιτικές προκλήσεις είχαν διαφορετική κατεύθυνση, από τον Βορρά προς τον Νότο. Είτε αφορούσαν τη μάχη για την κατάκτηση της Ευρώπης και της Ελλάδας, από την πλευρά του 3ου Ράιχ και των Ιταλο-βουλγάρων συμμάχων τους, είτε εντάχθηκαν στην ιδεολογική σύγκρουση δυτικού καπιταλισμού και «σοσιαλιστικού στρατοπέδου», από το τέλος του πολέμου έως το 1974.


Ο άξονας της αντιπαράθεσης μετατοπίζεται


Σήμερα, η κύρια αντίθεση μετατοπίζεται στον μεγάλο άξονα Ανατολή-Δύση, παρόλο που εξακολουθεί να λειτουργεί και η σύγκρουση στον άξονα Βορρά-Νότου, με τα Σκόπια, π.χ, αλλά σε πολύ μικρότερη κλίμακα. Και πάντα έτσι συνέβαινε. Ο μεγάλος άξονας  της αντιπαράθεσης ήταν ο άξονας Ανατολή-Δύση, Πέρσες και Ρωμαίοι, Άραβες και Σταυροφόροι, Τούρκοι και δυτική αποικιοκρατία. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, και ιδιαίτερα μετά την 11 Σεπτεμβρίου 2001, αυτός ο άξονας καθίσταται και πάλι ο αποφασιστικός.

Κατά την πρώιμη μεταπολίτευση, στα πλαίσια της κυρίαρχης αντίθεσης μεταξύ σοσιαλιστικής Ανατολής και καπιταλιστικής Δύσης, καθώς και εξ αιτίας της ενίσχυσης του τουρκικού επεκτατισμού από τους Αμερικανούς, η Αριστερά, αλλά και ένα μεγάλο μέρος του ΠΑΣΟΚ, υποτιμούσαν συστηματικά την αντίθεση με τον τουρκικό επεκτατισμό και πρόβαλλαν ως αποκλειστική σχεδόν αντίθεση της Ελλάδας την αντίθεση με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος που το ΚΚΕ, ακόμα και σήμερα, εξακολουθεί να αναφέρεται στον τουρκικό επεκτατισμό, ως παρακολούθημα και  παράγωγο της  αμερικανικής στρατηγικής έτσι, υπεύθυνοι για τις παραβιάσεις στο Αιγαίο δεν είναι οι… Τούρκοι αλλά κατ' εξοχήν το ΝΑΤΟ και οι Αμερικανοί!

Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν μεταβληθεί άρδην. Η Τουρκία δεν είναι ένας απλός πελάτης των ΗΠΑ, αλλά τείνει να μεταβληθεί σε αυτόνομο περιφερειακό πόλο ισχύος και δυνητικό ηγέτη του μουσουλμανικού κόσμου. Επομένως, αυτό που χωρίστηκε στα 1923-1924, με την κατάργηση του καλιφάτου, επιχειρείται σήμερα να επανενωθεί. Οι μουσουλμανικές χώρες, και πρώτη απ' όλες η Τουρκία, μεταβάλλονται,  λιγότερο ή περισσότερο, σε ισλαμικές. Το ισλάμ μεταβάλλεται και πάλι σε μια ενοποιητική πολιτικοκοινωνική και θρησκευτική ιδεολογία. Από τον Χομεϊνί και τον Μπιν Λάντεν, στον Ερντογάν και τον Νταβούτογλου, το γεωπολιτικό κέντρο βάρους του πολιτικού ισλάμ τείνει, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, να μετατεθεί προς την Τουρκία.

Η τελευταία, στη νεο-οθωμανική στρατηγική της, χρησιμοποιεί, παράλληλα με τον κεμαλισμό, και το όπλο του ισλάμ. Έτσι όμως αλλάζουν δραματικά τα γεωπολιτικά δεδομένα για την Ελλάδα. Στο παρελθόν, οι Ιρανοί και οι Άραβες βρίσκονταν σε αντιπαράθεση με την Τουρκία, που αποτελούσε τον χωροφύλακα του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στην περιοχή. Η Συρία και το Ιράκ ήταν ορκισμένοι εχθροί της Τουρκίας. Από τη στιγμή όμως που κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, έμειναν χωρίς κάποια μεγάλη δύναμη που να τους προστατεύει, ενώ η στροφή της Τουρκίας, ιδιαίτερα μετά τον τελευταίο πόλεμο του Ιράκ, τους επέτρεψε να στραφούν προς αυτή. Και το ίδιο σε ένα βαθμό συνέβη με το Ιράν. Επί πλέον, το επεισόδιο του στολίσκου της Γάζας οδήγησε σε επιδείνωση των σχέσεων της Τουρκίας με το Ισραήλ και σε σύσφιγξη των σχέσεων με  τους Παλαιστινίους.

Εάν σε αυτά προστεθεί η ανεξέλεγκτη μετανάστευση μουσουλμάνων ασιατικής και αφρικανικής καταγωγής στην Ελλάδα, το τοπίο τείνει να μεταβληθεί δραματικά. Δηλαδή, τη στιγμή που οι σχέσεις μας με τη Δύση βρίσκονται στο ναδίρ, εξ αιτίας της οικονομικής επίθεσης των δυτικών τραπεζιτών ενάντια στη χώρα μας, κινδυνεύουν να επιδεινωθούν και οι σχέσεις μας με το ισλάμ, στον βαθμό που αυτό μεταβάλλεται – έστω εν μέρει – σε όπλο στα χέρια της Τουρκίας.

Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο μιας εχθρικής ή οιονεί εχθρικής Ανατολικής Μεσογείου, κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί στην πρόσφατη ιστορία μας. Κινδυνεύουμε, δηλαδή, στη σύγκρουση Ανατολής και Δύσης, να καταχωρισθούμε ως ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης, το οποίο όμως οι Δυτικοί δεν είναι διατεθειμένοι να υπερασπίσουν αντίθετα, μπορεί να το προσφέρουν ως αντάλλαγμα για να κατευνάσουν τον νεο-οθωμανικό επεκτατισμό.


Ένα ιστορικό προηγούμενο


Η κατάσταση, από πολλές απόψεις, θυμίζει την περίοδο 1204-1453 από κάποιες πλευρές, επί τα χείρω – διότι, σήμερα, οι συνολικές δυνάμεις μας είναι πολύ μικρότερες – και από κάποιες άλλες επί τα βελτίω, διότι οι αντίπαλοί μας δεν είναι τόσο ισχυροί.

Ο φίλος Νίκος Μπινιάρης, στο βιβλίο του Το Κάλεσμα της Ερήμου, παραλληλίζει τη σημερινή εποχή με εκείνη του Βυζαντίου, την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου, όταν οι δυνάμεις των Αράβων κατέλαβαν, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη και τη Συρία και ανάγκασαν το Βυζάντιο να συμπτυχθεί στη Μικρά Ασία. Κατ’ αναλογίαν βλέπει, σήμερα, την αντίστοιχη αυτοκρατορία της Αμερικής να αντιμετωπίζει μια νέα έφοδο της ερήμου, δηλαδή του ισλάμ. Τότε, ο Ηράκλειος εγκατέλειψε τη Συρία και την Παλαιστίνη στην τύχη τους και, σήμερα, το ίδιο κινδυνεύει να συμβεί με την Ελλάδα και την Κύπρο. Θα
μπορούσε άραγε μια  ταύτιση της Ελλάδας με τη Δύση και τις ΗΠΑ να της επιτρέψει να αποφύγει τον κίνδυνο;

Ο συγγραφέας φαίνεται να το πιστεύει προς στιγμήν, αλλά ταυτόχρονα είναι μάλλον απαισιόδοξος για την έκβαση της σύγκρουσης. Όπως το 1453, η Δύση δεν έσπευσε να σώσει το Βυζάντιο, έτσι και σήμερα, το πιθανότερο είναι πως θα αδιαφορήσει μάλλον για την τύχη της Ελλάδας, αν το αντίτιμο είναι ο εξευμενισμός της Τουρκίας και του ισλάμ. Εξ άλλου, τι άλλο ήταν το σχέδιο Ανάν; Δύο είναι οι  σημαντικές διαφορές που περιπλέκουν εν μέρει το ζήτημα: η ύπαρξη του Ισραήλ, που όχι απλώς αποτελεί οργανικό στοιχείο της Δύσης μέσα στην Ανατολή αλλά ένα κομμάτι της συνδεδεμένο με τους βασικούς μηχανισμούς αποφάσεων της Δύσης, και βέβαια, πάντα, η ύπαρξη του πετρελαίου.

Στην περίοδο πριν το 1453, και για την ακρίβεια στα χρόνια 1330-1453, στο ελληνικό Βυζάντιο, δηλαδή το δεσποτάτο του Μορέως, τη Μακεδονία την περικυκλωμένη Κωνσταντινούπολη και την Τραπεζούντα, διεξήχθη μια έντονη ιδεολογική διαμάχη για την κατεύθυνση που όφειλε να πάρει ο ελληνισμός ώστε να διασωθεί. Ο πολεμιστής, αυτοκράτορας και μοναχός, Ιωάννης Καντακουζηνός εκπροσωπεί μια μεταιχμιακή μορφή αυτής της σύγκρουσης. Για πάνω από τριάντα χρόνια, πολέμησε ενάντια στους Φράγκους, τους Βούλγαρους, τους Σέρβους και εν τέλει τους Τούρκους. Όταν, το 1354, αυτοί πέρασαν την Καλλίπολη και βρέθηκαν στην Ευρώπη, πείστηκε εν τέλει πως δεν υπάρχει σωτηρία για την κρατική υπόσταση του ελληνισμού και έγινε μοναχός, προσχωρώντας στον ησυχασμό. Ακολουθώντας τον Γρηγόριο Παλαμά και τον Ιωάννη Καβάσιλα, επέλεξε την κατάδυση στον σκληρό πυρήνα της ορθόδοξης ταυτότητας, έτσι ώστε ο ελληνισμός, ως ορθοδοξία, ν' αντέξει τις μαύρες μέρες της μακραίωνης Κατοχής που επρόκειτο να ακολουθήσει. Άλλοι, ανάμεσά τους οι περισσότεροι αυτοκράτορες της τελευταίας περιόδου, όπως ο Ιωάννης Παλαιολόγος, ακόμα και ο Κωνσταντίνος, προσέφυγαν στις δυτικές δυνάμεις και τον Πάπα, ασπαζόμενοι ακόμα και τον καθολικισμό, για να επιτύχουν την επέμβασή τους εναντίον των Τούρκων, και απατήθηκαν οικτρά, διότι οι Δυτικοί, τουλάχιστον εκείνη την περίοδο, μισούσαν και φοβόντουσαν περισσότερο τους Έλληνες παρά τους Τούρκους. Να τι γράφει ο πολύς Μοντεσκιέ, γύρω στα 1720:

Έτσι, τα σχέδια κατά του Τούρκου, όπως αυτά που μπήκαν σε εφαρμογή από τον Πάπα Λέοντα Χ΄, σύμφωνα με τα οποία ο Αυτοκράτορας θα εξεστράτευε μέσω της Βοσνίας στην Κωνσταντινούπολη, ο βασιλιάς της Γαλλίας, μέσω της Αλβανίας και της Ελλάδας, και άλλοι ηγεμόνες θα ξεκινούσαν από τα λιμάνια τους, αυτά τα σχέδια, το επαναλαμβάνω, δεν ήταν σοβαρά, ή έγιναν από ανθρώπους που δεν έβλεπαν το συμφέρον της Ευρώπης.

Τέλος, ένα τρίτο «κόμμα», το μικρότερο, εκείνο του Πλήθωνα-Γεμιστού, προσπάθησε να χαράξει έναν τρίτο αυτόνομο δρόμο. Εκείνον της πολιτειακής Αναγέννησης του ελληνισμού μέσω μιας ριζικής κοινωνικής και ιδεολογικής μεταρρύθμισης, έτσι ώστε οι Έλληνες να αποφύγουν και τη δυτική τιάρα και το τουρκικό σαρίκι. Γι’ αυτό πρότεινε την επιστροφή της γης στους καλλιεργητές της, τη δημιουργία ενός νέου στρατεύματος και εν τέλει την εγκατάλειψη της φθαρμένης εκκλησίας και την επιστροφή στην αρχαία θρησκεία. Ενώ η πρόταση του, για στήριξη του ελληνισμού στις δικές του δυνάμεις, ήταν θεωρητικά ορθή, δεν διέθετε τις κοινωνικές βάσεις για να γίνει πράξη. Οι δεσπότες του Μορέως και οι αυτοκράτορες, στους οποίους υπέβαλε τα σχέδιά του, τον αγνόησαν, ενώ η εγκατάλειψη της ορθοδοξίας τον αποξένωσε από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Έτσι, ο δρόμος των  ησυχαστών, της πνευματικής επιβίωσης, απεδείχθη εν τέλει ο  προσφορότερος.


Υπάρχει διέξοδος;


Σήμερα, οι αναλογίες είναι οφθαλμοφανείς, μια και πάλι βρισκόμαστε σε μια φάση επανεπιβεβαίωσης του ισλάμ, μετά την πρόκληση της Δύσης εναντίον του, που κρατάει ήδη σχεδόν εκατό χρόνια, όπως είχε συμβεί τότε με τους Σταυροφόρους. Αλλά και οι διαφορές στο εσωτερικό ιδεολογικό τοπίο είναι σημαντικές. Οι οπαδοί της με κάθε τρόπο υποταγής στη Δύση μάς οδήγησαν και στη χρεοκοπία και ταυτόχρονα στην υποταγή στην Τουρκία. Πρόκειται για το ίδιο «κόμμα» – σε αντίθεση με τον βαθύ διχασμό της βυζαντινής περιόδου – το οποίο, έτσι, απονομιμοποιεί ταυτόχρονα και τις δύο αυτές επιλογές στα μάτια του ελληνικού λαού, που απεχθάνεται εξ ίσου τη Μέρκελ και τον Ερντογάν. Η άκριτη υπαγωγή στη Δύση σήμανε εν τέλει και την υποταγή στην Τουρκία, μια και η Τουρκία ήταν, ή και είναι ακόμα, το αγαπημένο παιδί της Δύσης, όπως ακριβώς συνέβαινε για τα διακόσια χρόνια του «Ανατολικού Ζητήματος».

Είναι χαρακτηριστικό πως όσοι επιθυμούν να επαναλάβουν δήθεν την επιλογή του «ησυχασμού», μέσα από τη διαστροφή της νεο-ορθοδοξίας και μέσα από μια δήθεν ορθόδοξη οικουμενικότητα, δεν προτείνουν τίποτε περισσότερο από την επιλογή της υποταγής μας στον νεο-οθωμανισμό, με το έωλο, σήμερα, επιχείρημα πως, μια και χάνουμε τον ελληνισμό, ας επιβιώσει η ορθοδοξία ξεχνούν, όμως, πως, σε μια εποχή εκκοσμίκευσης και παγκοσμιοποίησης, η ορθοδοξία, χωρίς στήριγμα σε κάποια κρατική υπόσταση, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική ανεξαρτησία, όπως έκανε μετά το 1453. Γι' αυτό, αναπόφευκτα, μια νεο-ορθοδοξία που μισεί το ελληνικό κράτος όχι μόνο θα καταλήξει υποχρεωτικά στην αγκαλιά του νεο-οθωμανισμού αλλά και θα συμβάλει στην υποχώρηση και της ορθόδοξης ταυτότητας. Η ορθοδοξία, ως πνευματικότητα και παράδοση, μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, στον τόπο μας, μόνο συνδεδεμένη σφικτά με τα απειλούμενα ελληνικά κράτη, την Ελλάδα και την Κύπρο.

Κατά συνέπεια, δεν μας μένει παρά η επιλογή του Πλήθωνα, η οποία δεν είναι τόσο ανέφικτη και εξωπραγματική όπως στο δύον Βυζάντιο. Έχουμε ακόμα τη δυνατότητα να αποπειραθούμε μια καθολική μεταρρύθμιση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής. Ίσως όχι για πολύ ακόμα, πάντως αξίζει να προσπαθήσουμε. Και η ιδεολογική μας αναφορά δεν χρειάζεται να ταξιδέψει σε ανέφικτες κατευθύνσεις, όπως είχε κάνει ο Πλήθωνας. Όπως λέει και ο ποιητής, στο πνευματικό μας οπλοστάσιο, διαθέτουμε και τις αρχαιότητες και την ορθοδοξία και τις κοινότητες των Ελλήνων. Αρκεί να καταπολεμήσουμε τον κυρίαρχο εθνομηδενισμό.

Βεβαίως, μπορούμε και πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις διεθνείς αντιθέσεις και συγκυρίες, δηλαδή τη διάρρηξη της συμμαχίας Ισραήλ-Τουρκίας, ή την ανάδειξη του κουρδικού ως του μεγάλου εσωτερικού ζητήματος της Τουρκίας, ή, τέλος, την αρχόμενη μετατόπιση της Τουρκίας στον άξονα του ισλάμ, που δημιουργεί περιπλοκές στη σχέση της με τη Δύση. Όμως όλα αυτά δεν πρόκειται να μας σώσουν, ούτε είναι σωστό μια χώρα των συνόρων να ταχθεί αυτοκτονικά με το ένα από τα δύο στρατόπεδα, όσο δεν απειλούνται τα ζωτικά της συμφέροντα. Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να  αποτελεί μια γέφυρα πολιτισμών, και να επιχειρεί μία ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης Δύσης-Ισλάμ, με μία προϋπόθεση όμως, ότι το ισλάμ δεν θα ενισχύεται στο ίδιο το εσωτερικό μας. Μόνο έτσι θα μπορούμε να παίζουμε έναν ρόλο γέφυρας, διαφορετικά μεταβαλλόμαστε σε μέρος του παιγνιδιού. Μια επίλυση αυτής της σύγκρουσης και, επομένως, η υποχρέωση του Ισραήλ σε μια συνδιαλλαγή με τους Παλαιστινίους και τους Άραβες, είναι προς το συμφέρον μας διότι παύει να τροφοδοτεί τον πόλεμο των πολιτισμών και δεν επιτρέπει στην Τουρκία, που υπήρξε ο ολετήρας των Αράβων, να εμφανίζεται ως ο προστάτης τους και, επομένως, θα οδηγήσει και σε αποτυχία την προσπάθειά της να εμφανιστεί ως το «ξίφος του Ισλάμ».

Όλα αυτά όμως έχουν μία προϋπόθεση, ότι ενισχύεται το εσωτερικό μέτωπο, ότι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, κοιτάζουμε μέσα στη χώρα μας και μέσα μας – στην ιστορία μας και την πνευματική μας παράδοση – για λύσεις. Όλα αυτά έχουν ως προϋπόθεση μιαν αυτόκεντρη πορεία, ότι η Ελλάδα και η Κύπρος μεταβάλλονται σε ακρόπολη του ελληνισμού, ότι παύουμε πλέον να αρδεύουμε ξένους τόπους, ξένες ιδέες, ξένες βιομηχανίες, ξένες ιδεολογίες. Ενσωματώνουμε δημιουργικά το ξένο και το κάνουμε δικό μας.

 ΠΗΓΗ: 06.06.2011, http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=926

 Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Στύψιμο – πέταμα λεμονόκουπας…

ΠΕΤΟΥΝ ΤΗΝ ΛΕΜΟΝΟΚΟΥΠΑ ΟΤΑΝ ΤΗ ΣΤΥΨΟΥΝ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη


 

 Κάποτε στο απώτατο μέλλον, είμαι βέβαιος, οι αρχαιολόγοι, θα εξετάζουν το «τεχνολογικό επίτευγμα» του λεμονοστύφτη, με το ίδιο περίπου δέος, που εμείς σήμερα ψηλαφίζουμε κάποιο μηχανισμό των Αντικηθύρων.

Κάποια ελάχιστα, ανεπαίσθητα, ίχνη χυμού, θα μαρτυρούν πως κάποτε τούτος ο διάολος, ρούφηξε το μεδούλι ενός ολοζώντανου λεμονιού. Στράγγιξε το είναι του.

Τα καίρια και τα ουσιώδη του λεμονιού, προφανώς, σφραγίστηκαν σχεδόν αεροστεγώς σε μικρές πλαστικές δεξαμενές, για να δροσίσουν ένα ψητό ψάρι ή για να συμμετάσχουν σε ένα καθώς πρέπει dressing. Έτσι θα εκτιμήσουν οι μελλοντικοί ειδικοί. Στο διάτρητο δίσκο που συγκρατεί τα «άχρηστα», οι ερευνητές με τα μικροσκόπια, θα ανακαλύψουν απειροελάχιστα ψήγματα της αφαίμαξης. Μικρά, τόσα δα, τρίμματα, θα μαρτυρούν τη ζωή που σφηνώθηκε στις χαραμάδες και δεν πέρασε τις εξετάσεις για τη δεξαμενή. Αν μάλιστα, σ’ αυτό το μακρινό μέλλον, οι άνθρωποι βρουν τη μέθοδο να αποφυλακίζουν τα αρώματα, θα εκπλαγούν μπροστά στην ισχύ ενός κάποιου λεμονανθού.

Ύστερα, μαγεμένοι απ’ τα αρώματα, που οι άνθρωποι του καιρού τους δεν θα αντέχουν, θα πέσουν με τα μούτρα, να μελετούν γρανάζια και μοτέρ. Στροφές και δονήσεις, θα καταγράφονται σε ηλεκτρονικά τεφτέρια. Μοντέλα θα αναπαράγονται και θα απεικονίζουν τις λειτουργίες. Πειράματα θα διεξάγονται. Μετρήσεις θα αναλύονται. Έτσι, ξεχνιούνται οι άνθρωποι. Ούτε κουβέντα για τη λεμονόκουπα που σάπισε σε κάποια άθλια χωματερή.

Μα δεν μπορεί, λέω, μια στιγμή, ένας θα γνοιαστεί για το σπόρο. Ποιός σπόρος συμπύκνωσε τούτη την ουσία, θα αναρωτηθεί. Ποιός σπόρος απομονώθηκε με προσοχή, για να μην δώσει την πικρή του γεύση σε ένα dressing; Ο σπόρος που πετιέται πάντα στην άκρη, αμετακίνητα πιστός μιας στυμένης λεμονόκουπας!

Ας μιλήσω καθαρά. Όταν τις νύχτες μισώ τούτη τη χώρα, είναι που τη βάζω στο νου μου σαν έναν γιγάντιο λεμονοστύφτη. Χιλιάδες λαδωμένα χέρια, ολονυχτίς και ολημερίς, για χρόνια πολλά, πατούν ηλεκτρικά κουμπιά, στρέφουν με δύναμη τις γεμάτες παλάμες τους, μπήγουν πιρούνια στο ψαχνό και ξεζουμίζουν το χυμό της πατρίδας. Σε κάθε χέρι, το λεμόνι του διπλανού τους. Σχεδόν, σε κάθε ομάδα, σε κάθε παρέα, σε κάθε οικογένεια, ένας λεμονοστύφτης, περιστρέφεται ρουφώντας τη ζωτική δύναμη απ’ το «εμείς» του Μακρυγιάννη. Οι σπόροι, πετιούνται με περίσσια προσοχή στον κάδο σκουπιδιών με μόνη παρηγοριά να τους έρθει στο κεφάλι η στημένη λεμονόκουπα. Να αντλούν στη θέα της, μιαν αίσθηση απ’ το αλλοτινό της σφρίγος. Να ονειρεύονται την αγκαλιά της, όπως σε παλιότερους καιρούς, πριν εφευρεθούν οι λεμονοστύφτες. Να προσδοκούν τη θρέψη τους, ξανά, στη θάλασσα της. Μάταια.

Νομίζω, πως αυτό συμβαίνει σήμερα στη χώρα. Ήρθε μια ξένη εταιρεία, γιομάτη τεχνογνωσία και συνέδεσε μονομιάς – σε ένα – όλους τους λεμονοστύφτες που μόνοι μας φτιάξαμε.  Αποφασισμένη να ξεζουμίσει τον τόπο. Ότι άφησε ανέγγιχτο η λατρεία μας για το dressing. Κι’ εμείς – ακόμη – ελπίζουμε να μην φρακάρουμε στις χαραμάδες μαζί με τα υπολείμματα του στυψήματος. Ελπίζουμε να κυλήσουμε κρυφά στην πολύτιμη δεξαμενή με τους χυμούς που οι ξένοι θα πάρουν μαζί τους. Πάνε χρόνια, άλλωστε, που η σπορά αυτού του τόπου θαύμαζε τους γερμανικούς και τους αμερικάνικους αποχυμωτές. Πέταγε τη σκούφια της για να τους αποκτήσει. Κι ας ήταν η σκούφια της μια στημένη λεμονόκουπα.

Τώρα, όλη ετούτη η θηριώδης μηχανή, με τις περίτεχνες συνδεσμολογίες που διαπερνούν τις ζωές όλων μας, θα βάλει μπρος μια νύχτα και θα πετάξει τη χώρα και τους σπόρους της στο καλάθι της Ιστορίας. Δεν προλάβαμε να βγάλουμε απ’ την πρίζα τους λεμονοστύφτες που είχαμε στήσει για το διπλανό μας. Κι’ ήρθαν οι κουφάλες και πατήσαν το μεγάλο κουμπί. Όσο εμείς φλυαρούσαμε. Όσο ακόμη κάποιοι φαντάζονται πως ο ατομικός τους στύφτης δουλεύει ακόμη για λογαριασμό τους. Όσο ακόμη κάποιοι διατρανώνουν – δήθεν – πως αφήσανε στην άκρη τις μηχανές με τη στυφή γεύση. Παραμύθια. Κοιτάξτε τις χούφτες σας. Είναι ακόμη νοτισμένες από τους χυμούς που στραγγίξατε. Μυρίζουν ακόμη απ’ το ουσιώδες των λεμονανθών που ραντίσατε δεξιά κι αριστερά, δίχως έγνοια.

Μόνη ελπίδα τώρα, να βρούνε κάποιοι σπόροι εύφορο χώμα. Μόνη παρηγοριά, μια πίστη κι’ αυτή μετέωρη απ’ το στύψιμο: «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνει αυτός μόνος μένει' εάν δε αποθάνει, πολύν καρπόν φέρει».

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ, 07.06.2011

12η ημέρα της Εξέγερσης των πλατειών… II

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

προς τον αγωνιζόμενο κόσμο και τα πολιτικά στελέχη της Ελληνικής Αριστεράς –  12η ημέρα της Εξέγερσης των πλατειών (5-6-2011) – Μέρος ΙΙ

 

Της Παγώνας Στόμη και του Λάμπρου Χήτα*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

3. Για το κεντρικό πολιτικό αίτημα της Εξέγερσης

 

Δύο είναι τα βασικά αιτήματα και οι βασικοί πολιτικοί  πόλοι της Εξέγερσης. α) Η άμεση απομάκρυνση και παραδειγματική τιμωρία των πολιτικών ελίτ που εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας έχουν οδηγήσει τη χώρα σε πλήρες αδιέξοδο και έχουν επιβάλλει τη συνθήκη ολοκληρωτικής συντριβής των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του λαού και της νεολαίας.

β) Η αναχαίτιση της επίθεσης των εθνικών και υπερεθνικών ελίτ απέναντι στα δικαιώματα του εργαζόμενου κόσμου και της νεολαίας, μέσα από την υπέρβαση της κρίσης του χρέους  και της πολιτικής του Μνημονίου, σε μια προοπτική  άμεσης στάσης πληρωμών και  διαγραφής του χρέους. Ως ελάχιστες αναγκαίες προϋποθέσεις, για την υπεράσπιση της δημόσιας περιουσίας αλλά και των κοινωνικών κατακτήσεων και των ελευθεριών του λαού.

Και στις δύο περιπτώσεις μετέχει  η πρόθεση της υπεράσπισης της δημόσιας και εθνικής περιουσίας αλλά και η ανάγκη για υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας. Δηλαδή, το συνολικό συνειδησιακό και πολιτισμικό φόντο μέσα στο οποίο η Εξέγερση ξεδιπλώνει τη δυναμική της είναι ο εθνικός εδαφικός χώρος και όχι μια αφηρημένη ανθρωπότητα, ευρωπαϊκότητα, ή παγκοσμιότητα.  Προφανώς, γύρω από τον πόλο «της τιμωρίας και της απομάκρυνσης» τοποθετούνται τα πιο συντηρητικά (από πολιτική άποψη) στρώματα και πληθυσμοί της Εξέγερσης, που, εντούτοις, βρίσκονται κι αυτά σε διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης, αναφορικά με το σημείο από το οποίο εκκινούν. Ενώ γύρω από τον πόλο «της στάσης πληρωμών και της διαγραφής του χρέους» τοποθετούνται τα πιο ριζοσπαστικά και προοδευτικά στρώματα.

Σε καμία περίπτωση οι μάζες που κινούνται γύρω από τον πρώτο πόλο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ακροδεξιοί, φασίστες ή ναζιστές ή, αντίστοιχα, όσοι κινούνται στο δεύτερο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ακροαριστεροί, αναρχικοί ή τρομοκράτες. Και οι δυο πόλοι αποτελούν μέρη μιας ενιαίας διαδικασίας και ορίζουν το όριο και τη συνολική διαλεκτική μέσα στην οποία διεξάγεται η πάλη για την ηγεμονία της συνολικής πολιτικής κατεύθυνσης και φυσιογνωμία της Εξέγερσης.

Όσες αναγνώσεις επιχειρούν να διαιρέσουν την Εξέγερση χωροταξικά στους «Πάνω» και στους «Κάτω», είτε συμβολικά σε αυτούς που μόνο συζητούν και σε αυτούς που μόνο αγωνίζονται, είτε ιδεολογικά στους πατριώτες και στους διεθνιστές, είναι όλες εντελώς λαθεμένες. Όχι μόνο δεν συμβάλλουν στη γενίκευση και την επιτυχία της Εξέγερσης αλλά αντίθετα εκκινούν από την άρνηση της συμμετοχής τους σε αυτήν και καταλήγουν στο να υπονομεύουν κάθε δυνατότητα για την παραπέρα ανάπτυξη της δυναμικής της.

Η Εξέγερση είναι μία, ενιαία και αδιαίρετη!

Για να μπορέσει να κερδίσει πρέπει να γενικευτεί και κεντρικοποιηθεί ακόμη περισσότερο το αίτημα για άμεση στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους. Η Εξέγερση θα έχει αποτύχει εάν η εξέλιξη θα είναι η επανάληψη μιας κατάστασης «Καθαρά Χέρια» όπως στην Ιταλία και τελικά αναλάβει την εξουσία ένας νέος Έλληνας Μπερλουσκόνι, υποτιθέμενα  τίμιος και άξιος. Η Εξέγερση πρέπει να ανοίξει συνολικό δρόμο για την αλλαγή της πορείας του τόπου σε μια κατεύθυνση υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής και ταξικής χειραφέτησης και αυτό μπορεί να συμβεί μονάχα μέσα από μια συνολική αναδιάταξη των όρων με τους οποίους η ελληνική κοινωνία εντάσσεται στους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς κύκλους της Ε.Ε. και του ΔΝΤ.

Άμεση πτώση της κυβέρνησης

Ήττα κάθε επίδοξου διαχειριστή της κρίσης

Έξω το ΔΝΤ από την Ελλάδα. Έξω η Ελλάδα από την Ε.Ε.

Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή κυριαρχία

Άμεση στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους

ΔΕΝ ΧΡΩΣΤΑΜΕ το χρέος που δημιούργησε μια άθλια κοινωνική και οικονομική ελίτ

ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ τη δημόσια περιουσία και τον πλούτο της χώρας μας

ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ με τη μείωση των μισθών  μας, με τη φοροεπιδρομή και την τοκοκλοπή.

 

4. Για την πολιτική προοπτική της Εξέγερσης

 

Θα ήταν λάθος να προεξοφλήσουμε την πολιτική προοπτική της Εξέγερσης με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια ενόραση και πρόβλεψη στην οποία κινείται το αστικό πολιτικό προσωπικό γι’ αυτήν. Δηλαδή, ότι η Εξέγερση θα εκφυλιστεί κάτω από το βάρος των αντιφάσεών της αλλά και κάτω από την πίεση του συνολικού πολιτικού αδιεξόδου και του διεθνούς αρνητικού συσχετισμού δύναμης. Άλλωστε, πρέπει να σκεφτούμε ότι τα αστικά πολιτικά επιτελεία κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία, δηλαδή εύχονται τον εκφυλισμό της Εξέγερσης, γιατί δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν πολιτικά. Άλλωστε, δεν θα είχαν κανένα λόγο ύπαρξης οι ριζοσπάστες και οι επαναστάτες, εάν δεν μπορούσαν να παρεμβαίνουν σε αντιφατικές κινήσεις μαζών, προσπαθώντας να αναδείξουν ως κυρίαρχη, μια υπαρκτή δευτερεύουσα τάση.

Και αυτή η δευτερεύουσα τάση της δυνατότητας της πολιτικής νίκης της Εξέγερσης είναι υπαρκτή. Υπάρχει τεράστια δυνατότητα αναγνώρισης και διείσδυσης του ιδεολογικού και συνειδησιακού χαρακτήρα της Εξέγερσης σε τεράστιες μάζες πληθυσμού. Όποιοι επεχείρησαν να ανοίξουν αυτή τη συζήτηση σε γειτονιές και να καλέσουν το λαό σε συμμετοχή στις πλατείες διαπιστώνουν αβίαστα αυτή την άμεση φαντασιακή διασύνδεση του λαού με τους εξεγερμένους. Άλλωστε, το σημερινό πολιτικό σύστημα (συμπεριλαμβανομένης της επίσημης Αριστεράς) δεν θέλει και δεν μπορεί να απαντήσει στα ζωτικά προβλήματα του λαού.

Συνεπώς, η πολιτική προοπτική της Εξέγερσης δεν μπορεί να είναι άλλη από τον ανυποχώρητο αγώνα μέχρι τη πτώση της κυβέρνησης και την άμεση απαίτηση για την συνολική ανατροπή του σημερινού πολιτικού συστήματος.

          Ήττα της κυβέρνησης

          Αλλά και ήττα των επίδοξων διαχειριστών της σημερινής κρίσης

          Ήττα όμως και όσων (δεξιών ή αριστερών) σχηματίζουν και ελπίζουν ότι θα επωφεληθούν εκλογικά από μια διαδικασία οικονομικού και κοινωνικού εξανδραποδισμού του λαού. Πρόκειται για το στοίχημα στη χρεοκοπία του λαού, το πολιτικό ανάλογο του στοιχήματος όσων επενδύουν στα γυμνά CDS και στη χρεοκοπία της χώρας.

Η Εξέγερση πρέπει να μπορέσει να νοηματοδοτηθεί ως μια ανεξάρτητη και αναγκαστική πρωτοβουλία του λαού για την άμεση πτώση της κυβέρνησης και την απελευθέρωση της χώρας από την πολιτική του Μνημονίου και του χρέους και του πολιτικού συστήματος που τα εγκατέστησαν.

Προφανώς, η ιδία η διαδικασία της Εξέγερσης επανακαθορίζει τους συνολικούς πολιτικούς όρους της αναμέτρησης και το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Η Εξέγερση πρέπει να συνεχίσει να απαιτεί την αποδοκιμασία και τη διαπόμπευση όλων όσων συνέβαλαν στη σημερινή πολιτική και κοινωνική κρίση και να πιέζει με αυτόν τον τρόπο τη συνολική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Πρέπει να μπορεί να πιέζει και τα πολιτικά στελέχη και τις οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς να προχωρήσουν σε ενεργητική πολιτική στήριξη και συμμετοχή στον αγώνα αλλά και για την ανάληψη παραδειγματικών πρωτοβουλιών για το από εδώ και πέρα.

Στήριξη του πανελλαδικού χαρακτήρα της Εξέγερσης, επιτροπές βάσης παντού, σε γειτονιές, εργασιακούς χώρους και σχολές

Πρέπει το σύνολο του προοδευτικού πολιτικού κόσμου να πάρει ρητή πολιτική θέση και συμμετοχή. Η Εξέγερση μπορεί να  νικήσει. Η νίκη της Εξέγερσης δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένας γενικολόγος διακηρυκτισμός, αλλά ως απτός πολιτικός στόχος.

Το σημερινό πολιτικό σύστημα και τα υποστηρίγματα του μπορούν να ηττηθούν. Μόνο έτσι μπορεί να ανοίξει και ένας άλλος δρόμος για τη χώρα.

 

5. Για την Αριστερά και το αριστερό ριζοσπαστικό και λαϊκό πολιτικό μέτωπο

 

Για την Αριστερά, αυτή η Εξέγερση είναι ακόμη πιο αναγκαία και ζωογόνα. Εάν αυτός ο αγώνας χάσει, εάν γυρίσουμε πίσω ηττημένοι, τότε η επόμενη μέρα θα είναι ακόμη πιο δύσκολη. Είναι σαφές πως για τον κόσμο της Αριστεράς, η σημερινή διεθνής δομική καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης διαμορφώνει το μακροσκοπικό πλαίσιο μιας συνολικής αναδιάταξης των ενδοϊμπεριαλιστικών και ταξικών αντιθέσεων σε διεθνή κλίμακα.

Η δομική καπιταλιστική κρίση εμφανίζεται και προσλαμβάνει διαφορετικό χαρακτήρα και μορφή, ανάλογα με τις ειδικές ιστορικές συνθήκες αλλά και την ειδική θέση του κάθε κοινωνικού σχηματισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Συνεπώς, με άλλον τρόπο η κρίση και τα αποτελέσματα της γίνονται αισθητά στην Αμερική, με άλλον τρόπο στην Ινδία, στην Κίνα, στις αραβικές χώρες, στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και περιφέρειας κ.λπ.. Ειδικότερα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η καπιταλιστική κρίση παίρνει την ειδική μορφή των τεραστίων ελλειμμάτων των τρεχουσών συναλλαγών μεταξύ των κρατών, γεγονός που εκτινάσσει το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος. Η διαδικασία αυτή οδηγεί στην ανάγκη ενός συνεχούς δανεισμού χωρίς πραγματικές εγγυήσεις, ανάγκη που διαμορφώνει συνθήκες πλήρους αστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το γεγονός αυτό ανατινάζει την αντικειμενική βάση έδρασης του ευρώ ως ενιαίου νομίσματος. Αυτή η διαδικασία δικαίως ονομάζεται από διάφορους ριζοσπάστες οικονομικούς αναλυτές ως κρίση του ευρώ.

Στη χώρα μας αυτή η καπιταλιστική κρίση και η ειδική έκφραση της, ως «κρίση του ευρώ» μετασχηματίζεται σε κρίση υπερχρέωσης, σε γενική αδυναμία πληρωμής του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, σε γενική κρίση ανταγωνιστικότητας των ελληνικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων, σε κρίση ανεργίας και φτώχειας και, τελικά, σε απροκάλυπτη κρίση της αστικής στρατηγικής, αλλά και σε γενική κρίση του πολιτικού συστήματος εξουσίας. Όλα αυτά πάνω κάτω είναι αποδεκτά από τη μεγάλη πλειοψηφία των αριστερών ριζοσπαστών διανοουμένων της χώρας μας.

Αυτό, όμως, που πρέπει να τονίσουμε σήμερα είναι το γεγονός πως  στη συνολική αυτή πολιτική κρίση αναπάντεχα συμμετέχει και συνεχώς διευρύνεται και η πολιτική  κρίση της ελληνικής Αριστεράς.

Η κρίση αυτή συντελείται εφόσον η Αριστερά αποτελεί διαλεκτικό συμπλήρωμα και συνέχεια μιας συνολικής ιστορικής κοινωνικο-οικονομικής ιδεολογικής και πολιτικής πραγματικότητας της αστικής κυριαρχίας εντός ενός ενιαίου κοινωνικού σχηματισμού. Η Αριστερά μετέχει στο κοινωνικό ιδεολογικό και πολιτικό σύμπαν, δεμένη με την αστική κυριαρχία με σχέσεις καθορισμού. Συνεπώς, η συνολικότερη ιδεολογική και κοινωνική κρίση ενυπάρχει και επανεγγράφεται μέσα στο σώμα της Αριστεράς η οποία δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένα αδιάσπαστο μέρος μιας συνολικής κοινωνικής πραγματικότητας.

Αυτή η αντικειμενική διαδικασία μπορεί, όμως, να ανακόπτεται, μονάχα σε στιγμές του ιστορικού χρόνου, όπου η Αριστερά καταφέρνει να συνθέσει και κυρίως να υπηρετήσει ένα ανεξάρτητο από την αστική κυριαρχία πολιτικό πρόγραμμα (δηλαδή, ένα αντικαπιταλιστικό πολιτικό πρόγραμμα)  που να συγκινεί ευρύτερες λαϊκές μάζες και να τροφοδοτεί κοινωνικές κινήσεις, και φυσικά να  παράγει πολιτικο-κοινωνικές μεταρρυθμίσεις σε πλήρη ρήξη με τα αστικά συμφέροντα. Αυτή η δυνατότητα, όμως, δεν είναι πάντα εφικτή και ιδιαίτερα όταν για διάφορους ιστορικούς λόγους συντηρητικοποιούνται οι κυρίαρχες ιδεολογικές της εκφράσεις. Η Αριστερά δεν είναι de facto μια ριζοσπαστική πολιτική έκφραση, είναι μονάχα εν δυνάμει.

Άλλωστε, πέραν των αποτελεσμάτων των σχέσεων καθορισμού, λαμβάνουν χώρα, με πολλούς τρόπους και πραχτικές, διαδικασίες πραγματικής πολιτικής αφυδάτωσης της Αριστεράς μέσα στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους (τύπος, κρατικά συνδικάτα, κοινοβουλευτική πολιτική, ακαδημαϊσμός κ.λπ.). Πολλές διαφορετικές μορφές κρατικοδίαιτης χρηματοδότησης συγκροτούν τους όρους της κοινωνικής ενσωμάτωσης της Αριστεράς εντός του συνολικού κοινωνικού συνασπισμού εξουσίας. Συνεπώς, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως, εκτός από την κρίση του πολιτικού συστήματος έχουμε μπροστά μας και μια βαθιά πολιτική κρίση της Αριστεράς.

Άλλωστε, αυτή η θέση διατυπώθηκε από ένα σύνολο διανοουμένων ριζοσπαστών ανθρώπων, όταν έγινε αισθητό πως οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις των εργατικών μαζών δεν μπορούσαν να αποκτήσουν διάρκεια και δυναμική. Οι εργαζόμενοι αναζητούσαν μια πρωτοπόρα Αριστερά, ικανή «να ανοίξει δρόμους» για τους αγώνες του λαού και η Αριστερά εμφανίζονταν βουβή να αναζητά  στους αγώνες των εργαζομένων τη διάνοιξη δρόμων για τον εαυτό της!… Συνεπώς, όταν πριν από μερικούς μήνες διατυπώθηκαν οι σκέψεις από ένα σύνολο αριστερών διανοουμένων και ριζοσπαστών αρθογράφων, ότι βαδίσουμε σε μια νέα, τελείως διαφορετική  περίοδο, όπου το συνολικό πολιτικό σύστημα θα αναδιαρθρωθεί κάτω από το βάρος της επίθεσης των εθνικών και διεθνικών ελίτ και τη γενική χρεοκοπία της αστικής στρατηγικής, αλλά και τη γενική αδυναμία της αριστεράς να ανοίξει δρόμους,  διαμορφώθηκε σε όλους τού χώρους μια ορισμένη αμηχανία και σκεπτικισμός.

Σήμερα, μέσα στην κορύφωση αυτής της Εξέγερσης, είναι φανερό πως η κρίση στην Αριστερά είναι ανάλογη, αν όχι μεγαλύτερη, με αυτή που διάγει το συνολικό πολιτικό σύστημα. Δεν είναι μόνο ότι ως Αριστερά χάνουμε πολύτιμο χρόνο, περιμένοντας η ιδία η εξέλιξη της κρίσης να μας δώσει αυτόματα την αναγνώριση και το πλεονέκτημα στις μάζες, κάτι που ποτέ δεν συμβαίνει αυτόματα. Δεν είναι μονάχα η μεγάλη μας αδυναμία να συνειδητοποιήσουμε τους μηχανισμούς  με τους οποίους κινούνται οι μάζες (όχι μόνο άμεσο ταξικό συμφέρον αλλά και εθνική ταυτότητα κ.λπ.). Δεν είναι μονάχα ο μεταφυσικός τρόπος που περιγράφουμε τα χαρακτηριστικά των εξεγέρσεων που περιμένουμε για να έρθουν, με αποτέλεσμα, όταν τελικά αυτές συμβαίνουν,  εμείς οι ίδιοι να μην μπορούμε καν να τις αναγνωρίσουμε.

Είναι, κυρίως, ότι ως Αριστερά δεν μπορεί να παίξουμε παρά έναν ελάχιστο προωθητικό ρόλο, όταν τελικά πράγματι συνειδητοποιούμε τη συνολική πολιτική συνθήκη και την κομβικότητα της Εξέγερσης μέσα σε αυτήν.

Ποια είναι άραγε η στάση του ΚΚΕ απέναντι στην Εξέγερση, όταν ακριβώς στην πιο κρίσιμη φάση του αγώνα, η γενική γραμματέας του ΚΚΕ δηλώνει πως πρέπει να αρνηθούμε την έξοδο της χώρας από το ευρώ στις παρούσες συνθήκες; Τι λέει ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, που εξακολουθεί να ψαρεύει στα θολά νερά του ευρωομολόγου, όταν χιλιάδες λαού εξεγείρονται και απαιτούν άμεση στάση πληρωμών; Τι κάνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όταν τελικά προάγει κάτι ανάμεσα στη στήριξη των εσωτερικών της διαδικασιών, των συνηθισμένων συνδικαλιστικών καθηκόντων και την χαλαρή ακαδημαϊκή στήριξη και συμμετοχή; Ποια είναι η πραγματική πολιτική στήριξη των οργανώσεων της Αριστεράς στην Εξέγερση, όχι μονάχα στο επίπεδο των δηλώσεων και των ηγεσιών αλλά και στο επίπεδο των ενδιάμεσων στελεχών, αυτών που μπορούν να δώσουν σπονδυλική στήλη στον αγώνα; Πού είναι οι πολιτικές νεολαίες της Αριστεράς;  

Σήμερα δεν είναι αρκετό, μετά από δώδεκα μέρες Εξέγερσης, να συνειδητοποιούμε ότι πρέπει να συμμετάσχουμε σε αυτή, και μετά να πρέπει να ξανασυζητήσουμε εάν θα πρέπει να συμμετάσχουμε στην κάτω η στην πάνω πλατεία. Σήμερα, εντελώς αντίθετα, είναι αναγκαίο να βρούμε τις πολιτικές εφεδρείες, να ενοποιήσουμε τα πολιτικά χαρακτηριστικά της Εξέγερσης και να δημιουργήσουμε τους όρους ανατροπής του πολιτικού συστήματος από τα αριστερά και όχι από τα δεξιά.

Για όσους θέλουμε  να αναμετρηθούμε με αυτήν την κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα και δεν είμαστε ευχαριστημένοι απλώς στην μικροαναπαραγωγή του υποκειμενισμού μας, τρία είναι τα βασικά ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε:

1. Η κρίση χρέους είναι διαχειρίσιμη ή όχι;

2. Η κρίση του πολιτικού συστήματος είναι διαχειρίσιμη ή όχι;

3. Η κρίση της Αριστεράς είναι διαχειρίσιμη  ή όχι;

Σήμερα, η απάντησή μας πρέπει και μπορεί να είναι καθαρή:

1. Το χρέος  δεν θα μπορέσει να αποπληρωθεί και αντικειμενικά οι σχέσεις της χώρας με τα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα  θα αναδιαρθρωθούν.

2. Το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν θα αντέξει την πολιτική πίεση και θα αναδιαταχθεί

3. Η Αριστερά δεν θα μπορέσει να αντέξει την πολιτική πίεση της ίδιας της πραγματικότητας και δεν θα μπορέσει να αναπαραχθεί με τις σημερινές της μορφές.

Συνεπώς, το θέμα είναι εάν αυτό που θα προκύψει θα είναι κάτι τελείως πιο αντιδραστικό και χειρότερο από αυτό που υπάρχει σήμερα ή θα μπορέσει η Αριστερά να συμβάλει σε μια προοδευτική αλλαγή.

Στο έδαφος αυτών των παραδοχών είναι επιτακτική η ανάγκη να συγκροτηθεί μια πρόταση για ένα αριστερό και λαϊκό ριζοσπαστικό και πολιτικό μέτωπο. Η πρόταση αυτή θα πρέπει άμεσα να δουλευτεί και να διατυπωθεί από το σύνολο του πρωτοπόρου αριστερού μαχητικού και ριζοσπαστικού διανοούμενου κόσμου, από όλες τις οργανώσεις της Αριστεράς, σε μια κατεύθυνση πλήρους ρήξης με την κυβέρνηση, το  σημερινό πολιτικό σύστημα εξουσίας, την Ε.Ε. και το ΔΝΤ.

Μια σειρά από άξονες που πρέπει να περιλαμβάνονται αλλά πρέπει να δουλευτούν και περαιτέρω είναι:

          ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΚΑΙ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ και της ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

          ΠΑΝΤΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΒΑΣΗΣ ΔΕΝ ΧΡΩΣΤΑΜΕ, ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ, ΔΕΝ  ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ, στους δρόμους, στους εργασιακούς χώρους, στις σχολές

          ΑΜΕΣΗ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

          ΚΑΜΙΑ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

          ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΗ ΔΟΣΗ , ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ, ΚΑΜΙΑ ΥΠΟΘΗΚΗ,  ΑΜΕΣΗ ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

          ΕΠΑΝΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

          ΑΜΕΣΗ ΕΘΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

          ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ.

          ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΗΝ Ε.Ε. ΚΑΙ ΤΟ ΔΝΤ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

          ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε.Ε. και το ΕΥΡΩ  με τον τρόπο και στο χρόνο που θα εξασφαλίζεται η εξυπηρέτηση του λαϊκού συμφέροντος.

Είναι αναγκαία η συγκρότηση ενός πολιτικού μετώπου που να συνδυάζει παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτά της Εξέγερσης δηλαδή μια μετωπική συγκρότηση που να συνδυάζει τη διαφορετικότητα με την ενότητα θέλησης, τις διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές με την πολιτική προγραμματική σαφήνεια.

Η πρόταση του αριστερού ριζοπαστικού πολιτικού και λαϊκού μετώπου δεν μπορεί παρά να απαιτεί από τις αστικές κυβερνήσεις να υλοποιήσουν μέρος των αιτημάτων του έως το όριο, με κινηματικούς όρους να επιβάλει μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας. Η πρόταση, όμως, για στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους δεν αποτελεί ανέξοδο γενικό ιδεολογικό διακηρυκτισμό, αλλά πραγματικό προγραμματικό πολιτικό στόχο, ως το αντικειμενικό έδαφος όπου οι εργαζόμενες μάζες μπορούν να παλέψουν με αντικειμενικά καλύτερους όρους για τα συμφέροντα και τις ανάγκες τους. Συνεπώς η πρόταση του αριστερού και λαϊκού ριζοσπαστικού πολιτικού μετώπου  προσβλέπει στην πάλη για την πολιτική εξουσία με τρόπο αποφασιστικό και πλειοψηφικό. Η συνθήκη αυτή είναι απαραίτητη, ώστε να μην μπορεί η δυναμική του μετώπου να αναχαιτιστεί από τις αστικές κυβερνήσεις

Η πρόταση αυτή καμία σχέση δεν έχει με τις προτάσεις περί κοινού ψηφοδελτίου της Αριστεράς, που έχουν καταθέσει κατά καιρούς άλλοι σύντροφοι και οργανώσεις. Η πρόταση αυτή αποσκοπεί στην αναγκαία ριζοσπαστική μετωπική και πολιτική συγκρότηση τη Αριστεράς και όχι σε μια γενική άνευρη αμυντική παναριστερή συμπαράταξη. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός και η μεσοπρόσθεση προγραμματική συγκρότηση προϋποτίθενται της συγκρότησης του Μετώπου. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη.

Ειδικότερα και με αναφορά τη συζήτηση για την έξοδο της χώρας από το ευρώ, που είναι αντικειμενικά ανοιχτή και εξαιρετικά κρίσιμη, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως η σημερινή συγκυρία δεν έχει ακόμα αξιολογηθεί στο σύνολο της και ο επακόλουθος κύκλος των πολιτικών μετατοπίσεων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ως παράδειγμα, τοποθέτηση του Παναγιώτη Λαφαζάνη αλλά και Γιάννη Τόλιου για έξοδο της χώρας από το ευρώ στο ΣΥΝ, αλλά και την πρόσφατη προσχώρηση της Αλέκας Παπαρήγα στις δυνάμεις που «ανησυχούν» για τις συνέπειες από μια πιθανή έξοδο της χώρας από το ευρώ.

Προφανώς, μια πολιτική συζήτηση για το ευρώ, που δεν αποτελεί γενικό ιδεολογικό διακηρυκτισμό αλλά επιχειρεί να τοποθετηθεί ως μαζική πλειοψηφική και υλοποιήσιμη πολιτική πρόταση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη της το χρόνο και τον τρόπο που θα επιχειρηθεί η επανακατοχύρωση της νομισματικής αυτοτέλειας της χώρας. Π.χ., είναι άλλο πράγμα η έξοδος από το ευρώ με πρωτοβουλία της Ε.Ε., άλλο πράγμα με πρωτοβουλία μιας επιθετικής αστικής κυβέρνησης και άλλο πράγμα με πρωτοβουλία μιας αριστερής λαϊκής κυβέρνησης κ.λπ. Όπως, επίσης, είναι άλλο πράγμα η έξοδος από το ευρώ με διατήρηση τη σημερινής ισοτιμίας και είναι άλλο πράγμα η έξοδος με ελεγχόμενη ή με ανεξέλεγκτη υποτίμηση. Συνεπώς και η συζήτηση αυτή αναγκαστικά θα παραμένει ανοιχτή και εντός του αριστερού και λαϊκού ριζοπαστικού πολιτικού μετώπου.

Ωστόσο όμως,  η επίκληση της όποιας διαφωνίας γύρω από το ευρώ δεν μπορεί να γίνεται με τρόπο τέτοιο που να προσπαθεί να καταργήσει την δυνατότητα συγκρότησης του αριστερού ριζοσπαστικού πολιτικού μετώπου. Αλλά μονάχα για να το ενισχύσει και να το εξοπλίζει. Θα πρέπει να εξοπλίζει τον λαό στην πάλη του για τη χειραφέτησή του από τους εκβιασμούς της αστικής τάξης και όχι να τον παγιδεύει.

Η συζήτηση θα πρέπει να παραμένει ανοιχτή και να γίνεται με τρόπο τέτοιο, που να ορίζει ότι η νομισματική αυτοτέλεια της χώρας αποτελεί κρίσιμο εργαλείο στην πάλη για επανακατοχύρωση της εθνικής κυριαρχίας και θα χρησιμοποιηθεί στο βαθμό και με τον τρόπο που είναι αναγκαίος, ώστε να εξασφαλιστούν τα συμφέροντα της ζωντανής εργασίας έναντι αυτών της περιουσίας, δηλαδή της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας έναντι της ολιγαρχίας. Σε τελευταία ανάλυση, η πλήρης ρήξη με την Ε.Ε. και το ευρώ αποτελεί μια αναγκαστική προοπτική και λογικό συνεπακόλουθο της στάσης πληρωμών που λογικά προηγείται.

Το αριστερό ριζοσπαστικό και λαϊκό πολιτικό μέτωπο θα πρέπει να προβάλει τη θέση πως η κίνησή του θα καθορίζεται από την προτεραιότητα της πάλης για την υπεράσπιση και τη διεύρυνση του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος, σε πλήρη αντίθεση με την επιβολή στο κοινωνικό σώμα μιας θεραπεία σοκ, ας πούμε αριστερού τύπου. Η Αριστερά δεν πρέπει να φοβάται τις εξεγέρσεις και τα αιτήματά τους. Αντίθετα, πρέπει να μπει ενεργητικά μέσα στην πρόκληση της ανατροπής του σημερινού πολιτικού συστήματος και μαζί με αυτήν την ανατροπή να επιδιώξει και τη συνολική αλλαγή του ταξικού πολιτικού συσχετισμού.

Δεν αλλάζει πρώτα ο συσχετισμός και μετά αλλάζει και η Αριστερά. Προϋποτίθενται τομές στην Αριστερά για να αλλάξει και ο ταξικός συσχετισμός.

 

* Η Παγώνα Στόμη και ο Λάμπρος Χήτας είναι Μέλη της ΑΡιστερής ΑΝασύνθεσης

12η ημέρα της Εξέγερσης των πλατειών… I

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

προς τον αγωνιζόμενο κόσμο και τα πολιτικά στελέχη της Ελληνικής Αριστεράς –  12η ημέρα της Εξέγερσης των πλατειών (5-6-2011) – Μέρος Ι

 

Της Παγώνας Στόμη και του Λάμπρου Χήτα*

 

1. Για την πολιτική της σημασία

2. Για την σημασία των ειδικών  χαρακτηριστικών της

3. Για το κεντρικό πολιτικό της αίτημα

4. Για την πολιτική της προοπτική

5. Για την Αριστερά και το αριστερό και λαϊκό ριζοσπαστικό και πολιτικό μέτωπο

ΑΓΩΝΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΝΙΚΗ

 

1. Για την πολιτική σημασία της Εξέγερσης

Ένα χρόνο από την επιβολή της συνθήκης «εκτάκτου ανάγκης» στην οποία εξανάγκασαν «συνωμοτικά» τον ελληνικό λαό από κοινού η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η Τρόικα, ένας περήφανος μαχητικός λαϊκός ξεσηκωμός γενικεύεται και διαψεύδει κατηγορηματικά όλους (δεξιούς και αριστερούς) όσοι πίστεψαν ότι σ’ αυτή την πολιτική συγκυρία δεν μπορούν να υπάρξουν μαζικές λαϊκές πολιτικές αντιστάσεις.

Μέσα σε ελάχιστο και εντελώς συμπυκνωμένο πολιτικό χρόνο, εκατοντάδες χιλιάδες λαού συμμετείχαν, λιγότερο η περισσότερο, στην ανθρωποπλημμύρα που γέμισε τις πλατείες των «εξεγερμένων» όλης της χώρας, δημιουργώντας ένα διαρκές πολιτικό γεγονός τεράστιας σημασίας. Όλος αυτός ο κόσμος που έμοιαζε έτοιμος «να σκάσει!!» μέσα στην απίστευτα πνιγηρή ατμόσφαιρα της συναίνεσης των επαγγελματιών πολιτικών και των συνδιαχειριστικών κομμάτων, την ανοιχτά προδοτική στάση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και του υποταχτικού πολιτικού χαρακτήρα της επίσημης Αριστεράς, τελικά, βρίσκει «μόνος του» το δρόμο του αγώνα. Η Εξέγερση συνιστά την πιο αυθόρμητη και μαχητική έκφραση ενός λαού που ψάχνει να βρει δρόμους χωρίς και ενάντια στη διαμεσολάβηση των κρατικά διορισμένων αλλά και των αυτόκλητων και αυτάρεσκων πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών.

Σήμερα δώδεκα μέρες μετά την απροσδόκητη έναρξη αυτής της γνήσιας λαϊκής Εξέγερσης, που δεν έχει προηγούμενο στην πρόσφατη ιστορία του τόπου μας, τίποτα δεν παραμένει το ίδιο.  Πρόκειται για ένα κορυφαίο πολιτικό γεγονός στην ιστορία της πάλης του λαού μας, γιατί μπόρεσε να ραγίσει και συνεχίσει να ραγίζει, όλη αυτή τη «συνθήκη» του σιδερένιου κλουβιού, στην όποια  η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου επιχειρεί να μας εξαναγκάσει.

Γιατί ανατρέπει, στην ίδια του τη διαδικασία, όλο αυτό το πνιγηρό κλίμα του σιωπηλού μονόδρομου, της απίστευτης οικονομικής βίας, της συνειδητής κοινωνικής και οικονομικής απαξίωσης της εργατικής τάξης και της νεολαίας, της  απροσχημάτιστης αστυνομικής βίας, του ρατσισμού και νεοναζισμού, του πολιτικού ολοκληρωτισμού της καθολικής πολιτικής συναίνεσης και των MΜΕ, του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, της  εκχώρησης της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας.

Γιατί, αναπάντεχα, χρωματίζει τις εξελίξεις με την καταλυτική παρουσία του λαϊκού παράγοντα. Τίποτα δεν θα είναι πλέον εύκολο για τις δυνάμεις της αντίδρασης. Ο λαός είναι στους δρόμους και αντιστέκεται στις επιλογές και το βολονταρισμό μιας σταθερά παρακμάζουσας εξουσίας. Η Εξέγερση αποδεικνύει ότι ο λαός μπορεί να πάρει την τύχη του στα χέρια του και πως  η μοναδική πολιτική διαδικασία που μπορεί να αλλάξει τα πράγματα είναι αυτή που διεξάγεται έξω από το Κοινοβούλιο, μεταφορικά. και κυριολεκτικά.

Γιατί ξαναθέτει το ερώτημα «πού και πώς να πάει ο τόπος», με τους όρους των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας. Γιατί ανοίγει τα κεντρικά πολιτικά ερωτήματα, γιατί επιδιώκει να κάνει πολιτική για το σύνολο του λαού και όχι για το κάθε ξέχωρο μέρος του, γιατί μεταφέρει τις αντιθέσεις στις κεντρικές πολιτικές επιλογές της εξουσίας και όχι στον κοινωνικό εμφύλιο της μιζέριας και της φτώχειας και της παθητική αποδοχής του κοινωνικού Καιάδα του μισού μισθού, της ανεργίας, της φορολεηλασίας και της τοκοκλοπής του λαϊκού εισοδήματος από το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο.

Γιατί, κυρίως, αντιμάχεται κατά μέτωπο και απαιτεί τη διάλυση του συνόλου του σημερινού συστήματος πολιτικής και εξουσίας, έτσι όπως αυτό ιστορικά έχει διαμορφωθεί στην χώρα μας, γιατί αντιλαμβάνεται όχι μονάχα τα κόμματα και τα συνδικάτα της συνδιαχείρισης ως μέρος του ατσαλένιου κλουβιού που πρέπει να σπάσει αλλά και την αδυναμία ή και την έλλειψη βούλησης των μεγάλων πόλων της Αριστεράς να αντισταθούν και να ανοίξουν άλλους δρόμους.

Αυτή είναι η τεράστια, μέχρι τώρα, συμβολή αυτής της λαϊκής Εξέγερσης: Ότι μπορεί και ανοίγει τη συζήτηση, με τους όρους ενός νέου πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού. Και είναι αυτό το στοιχείο απαραίτητη προϋπόθεση για να δημιουργηθούν και άλλα ενδεχόμενα και άλλες προοπτικές για το λαό, από αυτή την μαύρη καταθλιπτική «μοίρα» της διαρκούς φτώχειας των αναρίθμητων μνημονίων, και του «εσωτερικού» οικονομικού, κοινωνικού, πολιτικού, πολιτισμικού και εθνικού αποπληθωρισμού.

Η Εξέγερση λέει κάτι πολύ απλό αλλά εξαιρετικά ουσιώδες και ζωτικά αναγκαίο:

Εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι δρόμοι, θα πρέπει να τους ανοίξουμε!

Αυτή η Εξέγερση αποτελεί έναν αυθεντικό λαϊκό ξεσηκωμό που αλλάζει όλα τα πολιτικά δεδομένα του αισθητού πολιτικού μας σύμπαντος.

Δεν είναι μόνο το γεγονός πως η Εξέγερση αποτελεί τη μοναδική δύναμη που φαίνεται ότι μπορεί σήμερα να οικειοποιείται το δρόμο και να αναχαιτίσει έμπρακτα -τουλάχιστον στα όρια της έκτασής της- την κρατική αστυνομική βία και να ανακόπτει την πολιτική δράση των φασιστικών ομάδων.

Δεν είναι μόνο πως η Εξέγερση μπορεί και δημιουργεί έναν τρόπο αγωνιστικής έκφρασης, συνάθροισης και αναγνώρισης μιας εξαιρετικά συμπιεσμένης  εργατικής τάξης και μιας κατακερματισμένης λαϊκής συμμαχίας.

Είναι κυρίως το ότι η Εξέγερση σαλπίζει το τέλος μιας εποχής και επικυρώνει την έναρξη ενός νέου γύρου συνολικών πολιτικών αγώνων μιας ανώτερης κλίμακας. Αγώνων που κινούνται σε συνολική ρήξη με  το σημερινό αστικό πολιτικό σύστημα και τα στηρίγματα του.

 

2. Για τη σημασία των ειδικών  χαρακτηριστικών της Εξέγερσης

 

Όλη αυτή η διάρκεια, η μαχητικότητα και ο ριζοσπαστισμός, και κυρίως η λαϊκή συμπαράσταση και αναγνώριση της Εξέγερσης, δεν θα μπορούσε να  αναπτυχτεί, εάν μια σειρά από κρίσιμα πολιτικά στοιχεία και φυσιογνωμικές αναγνωρίσεις δεν είχαν συντελεστεί.

α) Η ευθύτητα της αντιπαράθεσης με το πολιτικό σύστημα και όλο το πολιτικό προσωπικό της εξουσίας.

Η οικειοποίηση του δρόμου, ως του φυσικού χώρου άσκησης της πολιτικής του λαού.

Η ευθεία συμβολική αναμέτρηση με την πολιτική εξουσία μπροστά στη Βουλή και η ανάδειξη ενός ορίζοντα και μιας διάθεσης συνολικής αναμέτρησης με την πολιτική εξουσία, καθώς και η συμβολική κατοχύρωση μιας εν δυνάμει δυαδικής εξουσίας, που επιθυμεί να αναμετρηθεί στα κεντρικά πολιτικά ζητήματα.

Η άμεση και πλήρης οριοθέτηση αυτού το κινήματος από τη σφαίρα της βίας. Η εγρήγορση απέναντι σε κάθε πράξη που θα μπορούσε να δώσει την ευκαιρία στην πολιτική εξουσία να διαφύγει του πεδίου της πολιτικής αναμέτρησης, προάγοντας έναν ακόμη κύκλο προκατασκευασμένης αστυνομικής βίας.

Η μαχητικότητα, η αποφασιστικότητα και η διάρκεια.

Η έμφαση στην πολιτική αυτοτέλεια και ανεξαρτησία

β) Η ευθύτητα στην καταγγελία του φιλελεύθερου καπιταλιστικού «Χρέους», ως το καθοριστικό πεδίο συμπύκνωσης όλων των ταξικών και ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

γ) Η υπεράσπιση της πρακτικής της συνάθροισης και της ενιαίας διαμαρτυρίας του λαού, χωρίς συμβολικούς διαχωρισμούς. 

Η αριθμητική και πολιτική περιθωριοποίηση του εθνικισμού και του ρατσισμού.

Η συμβολική ενίσχυση του διεθνιστικού χαρακτήρα του αγώνα, δηλαδή η αναγνώριση και η άντληση δύναμης και αυτοπεποίθησης από τους αγώνες των άλλων λαών.

Η κατοχύρωση του πατριωτικού χαρακτήρα του αγώνα, δηλαδή η συμβολική κατοχύρωση του δικαιώματος του αγωνιζόμενου λαού να αγαπάει και να προστατεύει την χώρα του και τα σύμβολά της, ως αναγκαία προϋπόθεση ώστε να μπορεί να κατανοεί και να αντλεί δύναμη από των αγώνα και άλλων λαών που μάχονται για την υπεράσπιση  της δικής τους πατρίδας.

δ) Η ισοτιμία της έκφρασης.

Η δημοκρατία στη λήψη αποφάσεων.

Η συνεχής προσπάθεια για οργανωτική  ενίσχυση του αγώνα

Η έμπρακτη και συμβολική αλληλεγγύη μεταξύ των συναγωνιστών.

Η καθαριότητα, ο σεβασμός και η προστασία του δημόσιου χώρου.

Χωρίς αυτά τα στοιχεία δεν θα μπορούσε η Εξέγερση να κατοχυρώσει την ταυτότητά της και να ξεδιπλώσει το σύνολο της δυναμικής της.

Όλη η πρόσφατη και σχετικά πρόσφατη ιστορία των ταξικών και πολιτικών αγώνων του λαού μας μετέχει σ’ αυτή την εξεγερσιακή εμπειρία. Η ιστορική μνήμη, τα πολιτικά ανακλαστικά,  τα ταξικά βιώματα του κόσμου, δημιουργούν όλο το πολιτισμικό και συνειδησιακό φορτίο του ξεσηκωμού.

          Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου.

          Οι συγκλονιστικοί αγώνες της μαθητικής και της φοιτητικής νεολαίας στις δύο τελευταίες δεκαετίες.

          Οι αγώνες εναντία στους πολέμους της Νέας Τάξης.

          Η Πρωτοβουλία Αγώνα 2003 και τα κινήματα ενάντια στην Παγκοσμιοποίηση και τα διεθνή κοινωνικά Forum.

          Ο Δεκέμβρης.

          O αγώνας της Κερατέας.

          Η ηρωική απεργία των μεταναστών.

          Οι πρωτοβουλίες ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ.

          Οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων.

          Οι μεγάλες αντιμνημονιακές απεργιακές διαδηλώσεις της 5ης Μάη, της 15ης Δεκέμβρη κ.λπ.

          Οι εξεγέρσεις σε όλη τη Μεσόγειο

           Η σκληρή βιοπάλη και  ο καθημερινός αγώνας της αξιοπρέπειας.

Όλες αυτές οι μεγάλες και μικρές ιστορικές μνήμες, οι άμεσες αγωνιστικές εμπειρίες και οι ιδεολογικές αναπαραστάσεις, συνυπάρχουν μέσα σε αυτό το κίνημα και συγκροτούν μια ενιαία σφαίρα εμπειριών και ώριμων συμπερασμάτων του αγωνιζόμενου λαού.

Είναι η ίδια η πράξη του αγώνα η οποία ανοίγει δρόμους και κατακτά αυτό που αρνούνται να κάνουν τα «πολιτικά επιτελεία» της Αριστεράς, δηλαδή να συνθέσουν ένα ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα – πλαίσιο, που να μπορεί να είναι ταυτόχρονα ενωτικό αλλά και μαχητικό. Να μπορεί να διατηρεί απόσταση από το πολιτικό σύστημα, τους μηχανισμούς και τη στρατηγική του, και ταυτόχρονα να μπορεί να το διαρρηγνύει και να το ανταγωνίζεται με όρους μαζικών και πλειοψηφικών χαρακτηριστικών, με όρους μιας πλατιάς λαϊκής συμπαράταξης και μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας.

Αυτή η Εξέγερση δείχνει ξεκάθαρα πως το κοινωνικό υποκείμενο της  αντίστασης και του ανυποχώρητου ανατρεπτικού αγώνα υπάρχει. Είναι εδώ και αποτελεί γέννημα μιας κοινωνικής αναγκαιότητας αλλά και της εθνικής και πολιτικής ιστορίας ενός περήφανου λαού, του ελληνικού λαού.

Ενός λαού που προσπαθεί και παραμένει περήφανος σε πείσμα όλων των μισθοφόρων κονδυλοφόρων και των αφεντικών τους, που βρομίζουν ότι αγγίζουν και που προσπαθούν να μας κάνουν όλους να χάσουμε την εμπιστοσύνη στην τάξη μας και στο λαό μας.

Αντίθετα, αυτό που πραγματικά λείπει και δεν υπάρχει είναι το πολιτικό υποκείμενο του αγώνα, δηλαδή μια πραγματικά ριζοσπαστική πολιτική κατεύθυνση και η υποκειμενική συγκρότησή της, που να καθοδηγεί και να εκφράζει την πολιτική πάλη του λαού. ¨Ένα πολιτικό υποκείμενο που να μπορεί να ανταλλάξει με το κοινωνικό σώμα σε βάθος, που να μπορεί να διακρίνει το πρωτεύον από τα δευτερεύοντα,  το αίτιο  από το αιτιατό, το λογικά προηγούμενο από το συνεπακόλουθο, και το οποίο να μπορεί να ανοίξει ανατρεπτικούς πολιτικούς δρόμους για το λαό και τη νεολαία.

Σε αυτό το «τέλος εποχής» είναι εμφανής πλέον η αδυναμία του αστικού πολιτικού συστήματος εξουσίας να ανταποκριθεί στις ελάχιστες απαιτήσεις, ακόμη και ενός ήπιου μεταρρυθμιστικού και οικονομίστικου συνδικαλιστικού κινήματος. Ακόμη περισσότερο, είναι εμφανές πως προκειμένου αυτό το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο να συνεχίσει να μπορεί να αναπαράγεται ως κοινωνική ελίτ και εξουσία, επιδιώκει την ολοκληρωτική συμπίεση και τον πολιτικό εξανδραποδισμό της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων.

Από αυτή την άποψη, πρέπει να κρίνουμε και τη γενική απαίτηση της Εξέγερσης για διάλυση όλου του πολιτικού συστήματος. Προφανώς και δεν αποτελεί μια έκφραση γενικής άρνησης της πολιτικής. Αντίθετα, αποτελεί μια ρητή γενική κατακραυγή  απέναντι στο αστικό πολιτικό κατεστημένο αλλά και σε όλες τις συνδικαλιστικές και πολιτικές μορφές που αυτό εκτρέφει. Ακόμη όμως και εκεί όπου η όποια άρνηση του κατεστημένου αποκτά και αυτή καθεστωτικά χαρακτηριστικά.

Αυτός είναι, άλλωστε, ο λόγος που η Εξέγερση γεννά τόση μεγάλη αμηχανία στο επίσημο πολιτικό προσωπικό και τελικά τους κάνει ανήμπορους να βρουν έναν τρόπο να την αναχαιτίσουν.

Η Εξέγερση (τουλάχιστον στα όρια της έκτασής της) γκρεμίζει όλα τα ερείσματα του επίσημου πολιτικού κόσμου αλλά και την επιρροή όλων των μηχανισμών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχό της.

Το συμπέρασμα είναι τούτο: το Κράτος αδυνατεί να αντιμετωπίσει την Εξέγερση.

Ελπίζει μονάχα ότι αυτή θα καταρρεύσει κάτω από το βάρος των αντιφάσεών της και την πίεση της παραδοχής του γενικού πολιτικού αδιεξόδου το οποίο στηρίζει και η επίσημη Αριστερά.

Η κατάρρευση της Εξέγερσης  πράγματι μπορεί να συμβεί.

Μπορεί όμως και να μην συμβεί!

 

* Η Παγώνα Στόμη και ο Λάμπρος Χήτας είναι Μέλη της ΑΡιστερής ΑΝασύνθεσης

 

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Ευρώ: Ένα καθ’ όλα πραγματικό δίλημμα

Με το ευρώ και ξερό ψωμί ή επιστροφή στη δραχμή;

Ένα καθ’ όλα πραγματικό δίλημμα

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Αμέσως μετά την μυστική σύσκεψη στο Λουξεμβούργο στις 6/5, η οποία αποκαλύφθηκε από διατεταγμένο δημοσίευμα του Der Spiegel, άρχισε ένα πραγματικό όργιο προπαγάνδας. Η κατακλείδα: «μας διώχνουν από το ευρώ»! Η αλήθεια βέβαια είναι ότι καμμιά τέτοια πρόθεση ή σκέψη δεν υπάρχει από μέρους των ισχυρών της ευρωζώνης, των ευρωκρατών και των τραπεζιτών της. Κι αυτό γιατί ξέρουν πολύ καλά τις συνέπειες για ολόκληρη την ευρωζώνη.

Το ευρώ για να σταθεί ως νόμισμα χρειάζεται περισσότερο οικονομίες σαν της Ελλάδας, παρά σαν της Γερμανίας. Χρειάζεται τα εξωτερικά και παραγωγικά ελλείμματα της Ελλάδας για να μπορούν να υπάρχουν τα πλεονάσματα της Γερμανίας. Χρειάζεται τις τεράστιες δανειακές ανάγκες μιας αναιμικής και εξαρτημένης οικονομίας σαν της Ελλάδας ώστε οι μεγάλες τράπεζες να συνεχίσουν να κερδίζουν και να επεκτείνονται.

Αυτό όμως δεν εμπόδισε την κυρίαρχη προπαγάνδα να ξεπεράσει κυριολεκτικά τον εαυτό της. Το γνωστό συγκρότημα ΔΟΛ, όπως πάντα στην ιστορία του, αποτελεί πρωτοπορία του καθεστώτος υποτέλειας, εκποίησης και διάλυσης της χώρας. Πρώτα εις εκ των στελεχών του ο κ. Καρακούσης έδωσε τον τόνο την επαύριο της μυστικής σύσκεψης: «Ουδείς μπορεί να βεβαιώσει ότι η υπάρχουσα πολιτική ηγεσία έχει το πολιτικό και ηθικό βάρος, αλλά και τη διάθεση να εφαρμόσει απρόσκοπτα, χωρίς φόβο και πάθος, το νέο πρόγραμμα διάσωσης της χώρας. Υπό αυτή την έννοια η προσφυγή στις κάλπες ίσως πλέον να είναι και επιβεβλημένη. Αφού υπάρξει η συμφωνία και παρουσιασθεί στον ελληνικό λαό, να ζητηθεί και η κρίση και η ευθύνη του απέναντι στη χώρα. Ο κάθε πολίτης να τοποθετηθεί και με την ψήφο του να επιλέξει αν επιλέγει και στηρίζει τη διάσωση εντός της ευρωζώνης ή την προτιμά χρεοκοπημένη και εκτός της ευρωζώνης. Στις Δημοκρατίες έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Ευρώ με αποδοχή των μέτρων ή χρεοκοπία με δραχμή και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει; Ιδού το δίλημμα, χωρίς φόβο και πάθος» (Το Βήμα online)

Ενώ το μεγάλο αφεντικό ο κ. Ψυχάρης στο κύριο άρθρο του Κυριακάτικου Βήματος (22/5), είναι ακόμη πιο ξεκάθαρος: «…Είναι άγραφοι αλλά πασίγνωστοι οι κανόνες που διέπουν τις σχέσεις του δανειολήπτη με τον δανειστή. Συνήθως ο ένας είναι θρασύς τοκογλύφος και ο άλλος ταπεινός επαίτης… Αντίστοιχες είναι οι σχέσεις των ισχυρών κρατών που δανείζουν πτωχές χώρες. Τίποτε δεν είναι δωρεάν στη διεθνή ζωή… Με αυτά τα δεδομένα πρέπει να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται οι αξιώσεις των δανειστών μας. Φυσικά τα περιθώρια είναι ελάχιστα. Μας δανείζουν με τους όρους τους, αν μας αρέσει. Τελευταία απαίτηση η πολιτική συναίνεση στην Ελλάδα… Συναίνεση δεν είναι η στήριξη της κυβερνητικής πολιτικής αλλά η σύγκλιση των δύο κομμάτων στη μέση οδό. Τέτοια σύγκλιση δεν υπάρχει και φυσικά καθένας των δύο πολιτικών αρχηγών διατηρεί τις απόψεις του. Θα ήταν πολύ διαφορετική η κατάσταση της χώρας αν ο κίνδυνος της οικονομικής καταρρεύσεώς της είχε προκαλέσει κλίμα συναίνεσης και σύγκλιση των πολιτικών δυνάμεων. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση οι δύο πολιτικοί αρχηγοί τραβούν διαρκώς το σεντόνι προς το μέρος τους. Βέβαια η έλλειψη συναίνεσης έχει και τα καλά της. Πιστώνεσαι τα κέρδη εις το ακέραιον ή πληρώνεις το μάρμαρο εις ολόκληρον.Σημείωση: Στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Υπάρχουν εκλογές».

Την σκυτάλη πήρε με τη σειρά του ο κ. Δασκαλόπουλος ο οποίος από το βήμα της γενικής συνέλευσης του ΣΕΒ (24/5) είπε: «Προχωρούμε στον δρόμο που επιβάλλει η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, με τους όρους και με τις θυσίες, που απαιτεί η παραμονή μας στην ευρωζώνη; Είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλουμε το κόστος των αλλαγών, που απαιτούνται για να μην κατέβουμε από το τρένο της Ευρώπης; Ή αποχωρούμε και πορευόμαστε πλέον μόνοι, χωρίς τους όρους, αλλά και χωρίς τα δισεκατομμύρια των εταίρων μας; Θέλει η κοινωνική πλειοψηφία να προκρίνει έναν δρόμο, που μας οδηγεί στο περιθώριο και την εθνικά υπερήφανηεξαθλίωση;»

Από αυτό το προσκλητήριο δεν θα μπορούσε να λείψει ούτε η κ. Δαμανάκη. Η κυρία επίτροπος εξαργύρωσε για μια ακόμη φορά τις πολιτικές επιλογές της δηλώνοντας στις 25/2:  «Η μεγαλύτερη κατάκτηση της μεταπολεμικής Ελλάδας, το ευρώ και η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας είναι σε κίνδυνο. Το σενάριο της απομάκρυνσης της Ελλάδας από το ευρώ βρίσκεται πλέον στο τραπέζι καθώς και η μεθόδευσή του. Είμαι υποχρεωμένη να μιλήσω ανοικτά. Έχουμε ιστορική ευθύνη να δούμε το δίλημμα καθαρά: Ή συμφωνούμε με τους δανειστές μας σε ένα πρόγραμμα σκληρών θυσιών με αποτελέσματα, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες για το παρελθόν μας ή επιστρέφουμε πίσω στη δραχμή. Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα στις σημερινές συνθήκες

Το πήρατε το μήνυμα; Ή συναινούμε στην εκποίηση και στη διάλυση της χώρας προς όφελος του ευρώ, των δανειστών και της ολιγαρχίας που για δεκαετίες λεηλάτησαν αυτόν τον τόπο, ή θα μας γυρίσουν στη δραχμή. Το μήνυμα φυσικά είναι τόσο κυνικό που απευθύνεται κυρίως στα δύο μεγάλα κόμματα και στις εφεδρικές δυνάμεις γύρω τους. Πρόκειται για ένα προσκλητήριο συναίνεσης, «συνευθύνης», όπως δήλωσε ο Καρτζαφέρης, και κοινής παράταξης όλων των δυνάμεων του κυρίαρχου συστήματος απέναντι στην μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού που έχει αντιληφθεί πια που μας οδηγούν. 

Ωστόσο, το δίλημμα που έθεσαν είναι καθ’ όλα πραγματικό. Στα πλαίσια του ευρώ η Ελλάδα δεν έχει καμμιά πιθανότητα ανάκαμψης, ή πολύ περισσότερο ανάταξης της οικονομίας της. Αυτό σήμερα γίνεται φανερό ακόμη και στους πιο αδαείς. Η χώρα δεν έχει τη δυνατότητα ούτε καν να αντιμετωπίσει το δημόσιο χρέος της με τους όρους που το κάνουν όλες οι άλλες χώρες του πλανήτη. Δεν μπορεί ούτε καν να προχωρήσει σε ήπια ή και φιλική προς τους δανειστές αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, χωρίς να διακινδυνεύει την επίσημη πτώχευση. 

Καθώς επιδεινώνεται η κατάσταση της οικονομίας και το χρέος εκτινάσσεται στα ύψη, τόσο περισσότερα όρνια γυροφέρνουν το κουφάρι της Ελλάδας. Ειδικοί και εταιρείες εκπονούν σενάρια επί σεναρίων για την αναδιάρθρωση του χρέους. Οι περισσότεροι ορέγονται τις παχυλές αμοιβές που συνήθως αρμέγουν οι σύμβουλοι της αναδιάρθρωσης του χρέους.

Σχετικά πρόσφατα το Βήμα (26/4) δημοσίευσε «Τα επτά σενάρια για το χρέος της χώρας που επεξεργάζεται διεθνής οίκος». Σύμφωνα με το δημοσίευμα τα σενάρια αυτά για το ελληνικό χρέος έχει μελετήσει διεθνής νομική εταιρεία, καθώς λόγω της φημολογίας που δεν λέει να κοπάσει έχουν «ανοίξει δουλειές» πάνω σε αυτό από εταιρείες που φιλοδοξούν να παίξουν ρόλο συμβούλου.

Πρόκειται για το γραφείο Cleary Gottlieb Steen & Hamilton το οποίο έχει παρουσία στα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Ασίας και της Λ. Αμερικής. Η συγκεκριμένη εταιρεία έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην εθελοντική αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης το 2003.

Τα σενάρια αυτά έχουν λιγότερη αξία από το χαρτί πάνω στο οποίο έχουν γραφτεί. Πρόκειται για κοινοτοπίες, ή για ασκήσεις επί χάρτου προκειμένου να πλασαριστεί η συγκεκριμένη εταιρεία και τα επιχειρηματικά συμφέροντα, ντόπια και ξένα, που συνδέονται μ’ αυτήν. Τον λόγο μας τον εξηγεί ένας από τους πλέον ειδικούς στην εθελοντική αναδιάρθρωση του χρέους, ο Lee C. Buchheit, συνεργάτης της εν λόγω εταιρείας στο γραφείο της στη Νέα Υόρκη. Ο Buchheit, ο οποίος απέκτησε φήμη λόγω της επιτυχούς εμπλοκής του στην αναδιάρθρωση της Ουρουγουάης, απάντησε πρόσφατα σε ερώτημα που του τέθηκε σχετικά με τη δυνατότητα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους ως εξής:

«Τοποθετήστε την Ελλάδα στην Πανότια ήπειρο, δώστε της ένα άλλο νόμισμα εκτός από το ευρώ και επαναρυθμίστε την βάση των πιστωτών της έτσι ώστε να μειωθεί η εξαιρετικά επικίνδυνη έκθεση των Ευρωπαϊκών τραπεζών, και τότε θα υπάρξει ελάχιστη αμφιβολία ότι μια ριζική αναδιάρθρωση του χρέους θα ήταν δυνατή. Όμως η πιθανότητα για μια αναδιάρθρωση του χρέους αποκλείεται εκ προοιμίου για μια Ελλάδα που βρίσκεται εντός ευρώ, δαπανά ευρώ και χρωστά σε ευρώ. Γιατί; Η προφανής απάντηση βρίσκεται σε αυτή την ενδεικτική λέξη ‘ευρώ’. Κι ενώ αυτό είναι αληθινό, είναι εν μέρει σωστό. Μια αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους μπορεί να επιτρέψει ένα σκουλήκι αμφιβολίας να γλιστρήσει στα κεφάλια των αγοραστών των άλλων ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων και ίσως όχι μόνο των κυβερνήσεων που βρίσκονται στη ζώνη της ελιάς. Αυτό το σκουλήκι θα καταναλώσει αναπόφευκτα μονάδες βάσης από τα μελλοντικά κουπόνια των ομολόγων, αλλά πόσες μονάδες βάσης, και για πόσο χρονικό διάστημα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει.»

Το αδιέξοδο αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι ευρωκράτες και οι ντόπιοι κυβερνώντες, αλλά η ανάγκη να προχωρήσουν, όχι τώρα πια με θυσίες, αλλά με τη θυσία του λαού και της χώρας, γίνεται επιτακτική προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της χρηματιστικής ολιγαρχίας και του νομίσματός της, του ευρώ. Η μετατροπή της Ελλάδας σε μια διαλυμένη χώρα υπό καθεστώς δουλοπαροικίας του χρέους, εξασφαλίζει όχι βέβαια την επιβίωση του ελληνικού λαού, αλλά την στήριξη του ευρώ. Κι επομένως για οποιονδήποτε στέκει καλά στα μυαλά του, το όλο θέμα του ευρώ δεν μπορεί παρά να τίθεται εξαρχής.

Η αναζήτηση της οικονομικής σταθερότητας στο πεδίο της νομισματικής ρύθμισης αποτελεί μια πολύ παλιά νεύρωση του καπιταλισμού. Έχει την καταγωγή της στα νομισματικά πειράματα του Τζον Λο τον 16ο αιώνα, που οδήγησαν στις πρώτες χρηματοπιστωτικές φούσκες με καταστροφικά αποτελέσματα. Ήταν τόσο απεχθής η εμπειρία από εκείνους τους πρώτους πειραματισμούς του Λο που οι πιο φωτισμένοι εκπρόσωποι της πολιτικής και της οικονομίας για σχεδόν δυο αιώνες αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι η κυριαρχία του χρήματος, της πίστης και των χρηματαγορών συνιστούσαν το μέλλον της «οικονομίας της αγοράς, ενώ οι οικονομολόγοι της εποχής αγωνίστηκαν να πείσουν πως η σταθερότητα της οικονομίας δεν εξαρτάται από τη χρηματοπιστωτική σφαίρα αλλά πρωταρχικά από τη διευρυμένη παραγωγή υλικού πλούτου. Μάλιστα, ακόμη κι ο Άνταμ Σμιθ, είχε προειδοποιήσει ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα ότι η ανάγκη για εθνικό χαρτονόμισμα, που εκδίδεται από μια εθνική κεντρική τράπεζα, δεν αφορά τόσο στα μεγάλα κράτη όσο τα μικρά, ώστε να διαθέτουν τους ελάχιστους δυνατούς όρους ελέγχου της οικονομίας τους και το εμπόριό τους να μη γίνεται έρμαιο των ισχυρών νομισμάτων[1]. Μήπως ήξερε κάτι που θέλουν να αγνοούν πολλοί σήμερα;

Όποτε οι διεθνείς κερδοσκοπικές ορέξεις των πιο αντιδραστικών κύκλων του κεφαλαίου γνώριζαν νέες εξάρσεις, όποτε ο άγριος ανταγωνισμός, οικονομικός και πολιτικός, για κυριαρχία στις παγκόσμιες αγορές άναβε, τότε εμφανίζονταν θεωρίες που πρότασσαν ως θεμελιώδη ανάγκη την ύπαρξη ενός ισχυρού παγκόσμιου χρήματος. Τέτοιες ήταν οι νομισματικές αντιλήψεις των μερκαντιλιστών του 17ου αιώνα, που ήθελαν να δικαιολογήσουν την ακόρεστη δίψα για χρυσάφι των μεγάλων αυτοκρατοριών της εποχής. Ανάλογες νευρώσεις διέκριναν και τους θιασώτες του «χρυσού κανόνα», που φαντάζονταν ότι η μετατροπή του χρυσού σε γενικό διεθνές ισοδύναμο για όλα τα νομίσματα θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα. Η τραγική αυτή αυταπάτη χάθηκε οριστικά στα συντρίμμια που προκάλεσε το μεγάλο κραχ του 1929.

Η νομισματική προσάρτηση – μιας κι αυτό σημαίνει «παγκόσμιο χρήμα» – αποτελούσε για τις ισχυρές χώρες ένα καλό μέσο για την προώθηση των δικών τους οικονομικών συμφερόντων εις βάρος λιγότερο ισχυρών χωρών. Στη βάση αυτή υπήρξε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και η Λατινική Νομισματική Ένωση, η οποία δημιουργήθηκε στη βάση του χρυσού γαλλικού φράγκου και έγινε για την προώθηση των γαλλικών χρηματιστικών-τοκογλυφικών συμφερόντων. Σ’ αυτήν είχε ενταχθεί και η Ελλάδα. Η εμπειρία για τη χώρα μας υπήρξε καταστροφική, έστω κι αν και οι τότε κυβερνώντες εκθείαζαν τη σύνδεση της δραχμής με το «ισχυρό φράγκο» ως παγίωση της «σταθερότητας» και του «αναπτυξιακού δυναμισμού» της ελληνικής οικονομίας. Στην πραγματικότητα η Λατινική Ένωση συνέβαλε σημαντικά στην καταστροφική υπερχρέωση της χώρας. Οι μόνοι που ωφελήθηκαν ήταν οι Γάλλοι τραπεζίτες και όσοι «χρυσοκάνθαροι» ντόπιοι σπεκουλαδόροι συνδέονταν με γαλλικά χρηματιστικά συμφέροντα, όπως π.χ. ήταν ο μεγαλοχρηματιστής Βλαστός, ο οποίος υπήρξε ένας από τους παρασκηνιακούς αρχιτέκτονες του στημένου πολέμου του 1897, μόνο και μόνο για να επωφεληθεί αυτός και οι όμοιοί του από την χρεωκοπία της Ελλάδας και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.

 Στην Ελλάδα η θεωρία αυτή εισήχθη από τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Ο λόγος ήταν απλός: οι δανειστές, που με τον ΔΟΕ είχαν δεσμεύσει τις βασικές πηγές εσόδων του ελληνικού κράτους, ήθελαν να εισπράττουν σε σκληρό νόμισμα, παρά σε πληθωριστική δραχμή. Κι έτσι άρχισαν να μιλούν για την αξία της σκληρής χρυσής δραχμής και πόσα καλά θα έφερνε στην Ελλάδα. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί η χώρα στην τέταρτη ιστορικά επίσημη πτώχευση του 1932, αφού πρώτα την είχε εξουθενώσει με πολιτικές λιτότητας σαν τις σημερινές, η δημοσιονομική επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών.

Στην ουσία η Ελλάδα απέκτησε εθνικό νόμισμα που καθόριζε και εξέδιδε η ίδια, μόνο μετά τον πόλεμο, όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 μπήκε δοκιμαστικά σε παραγωγή χαρτονομίσματος η εκτυπωτική offset μηχανή που είχαν αφήσει πίσω τους οι κατοχικές δυνάμεις. Ουσιαστικά μόνο μετά την νομισματική μεταρρύθμιση Μαρκεζίνη (1953) έχουμε ομαλή κυκλοφορία εθνικού νομίσματος που εκδίδεται απευθείας στην Ελλάδα. Η υιοθέτηση του ευρώ ήταν η κατάληξη μιας διαδικασίας διαρκών υποτιμήσεων όχι μόνο της δραχμής, αλλά και της πραγματικής οικονομίας, προκειμένου η Ελλάδα να μετατραπεί βίαια σε μια «ανοιχτή οικονομία» στην κερδοσκοπία των κεφαλαιαγορών της Ευρώπης και παγκόσμια.

Καμιά σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να υπάρξει για την αντιμετώπιση της δεινότατης κατάστασης, αν πρώτα απ’ όλα δεν απεγκλωβιστεί η χώρα από το ευρώ. Αυτό σημαίνει απλά ότι είναι άμεση ανάγκη η αποδέσμευση εδώ και τώρα από το ευρώ. Δίχως αυτήν είναι αδύνατον να υπάρξουν πολιτικές ριζικής αντιμετώπισης των οξύτατων προβλημάτων προς το συμφέρον της χώρας και του λαού της. Βέβαια υπάρχουν πάντα οι θρησκόληπτοι με την «ευρωπαϊκή προοπτική», οι τρόφιμοι του λεβαντινοραγιαδισμού, τα λαμόγια των ευρωπαϊκών κονδυλίων, οι λαθροθήρες του φυσικού και κοινωνικού πλούτου της χώρας και το πολιτικό τους προσωπικό, που μπροστά στον κίνδυνο της αφύπνισης του λαού καλούν σε πανστρατιά. Απειλούν με δημοψήφισμα για ευρώ και ξερό ψωμί ή επιστροφή στη δραχμή. Ας το τολμήσουν. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα ενός τέτοιου δημοψηφίσματος θα αποτελέσει την απαρχή της αντίστροφης μέτρησης γι’ αυτούς. Μιας και επιτέλους θα ξεκαθαρίσει η ήρα από το στάρι. Θα ξεκαθαρίσει το ποιος-ποιον. Ιδίως μέσα στις γραμμές των αυθεντικά δημοκρατικών και πατριωτικών δυνάμεων του λαού.

Θα ξεκαθαρίσει επιτέλους και το τοπίο στην αριστερά, η οποία έχει συμβιβαστεί σε τέτοιο βαθμό με το καθεστώς υποταγής που θεωρεί είτε «δαιμονοποίηση του ευρώ» την άμεση απαλλαγή από αυτό, είτε «αντικειμενική αναγκαιότητα» την πορεία προσάρτησης της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Όμως τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Όσοι αρνούνται να θέσουν ως άμεσο αίτημα την αποδέσμευση από το ευρώ και την ΟΝΕ, δεν είναι παρά συνυπεύθυνοι, συνένοχοι στα αδιέξοδα που οικοδομεί το χρηματιστικό κεφάλαιο και οι μηχανισμοί του, όσο κι αν ασκούνται σε αντικαπιταλιστικές κορώνες, σε αναφορές στο σοσιαλισμό και σε σκληρές καταγγελίες της κυβέρνησης και της ΕΕ.

 

Δημοσιεύτηκε στο Hellenic Nexus, τεύχος 53, Ιούνιος, 2011 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Adam Smith, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, Book IV.iii.b.

 

ΠΗΓΗ: Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/06/blog-post_2000.html