ΣΕΝΑΡΙΑ ΔΡΑΧΜΗΣ ΚΑΙ ΜΑΡΚΟΥ Ι

ΣΕΝΑΡΙΑ ΔΡΑΧΜΗΣ ΚΑΙ ΜΑΡΚΟΥ:

Η πιθανότητα διάλυσης της Ευρωζώνης αιτιολογείται από το ότι, δεν είναι δυνατόν να συνεχίσει να υπάρχει μία Ευρώπη, στην οποία η μία χώρα εξάγει και κερδίζει, ενώ οι περισσότερες άλλες εισάγουν από αυτήν, καταναλώνουν και χρεώνονται – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Για μία ελλειμματική χώρα, η οποία απολαμβάνει βιοτικό επίπεδο ανώτερο από ότι επιτρέπουν τα μέσα της, τόσο η υποτίμηση του νομίσματος της, όσο και ο αποπληθωρισμός της οικονομίας της, αποτελούν οδυνηρές λύσεις – επειδή η μεν πρώτη συνεπάγεται μείωση του εθνικού εισοδήματος, ενώ η δεύτερη αύξηση της ανεργίας.

Για μία πλεονασματική χώρα, η ανατίμηση του νομίσματος της αποβαίνει οδυνηρή για τις εξαγωγικές βιομηχανίες της ενώ, αντίθετα, ωφελεί τους εισαγωγείς και τους καταναλωτές – από τη άλλη πλευρά όμως, η μακροοικονομική τόνωση της οικονομίας, εγκυμονεί τον κίνδυνο του πληθωρισμού. Είναι προφανές λοιπόν ότι, η κάθε χώρα θα προτιμούσε να μετακυλίσει το κόστος όσο το δυνατόν περισσότερων προσαρμογών της οικονομίας σε άλλες χώρες, προκειμένου η ίδια να απαλλαγεί από αυτό – κατά προτίμηση, στους εμπορικούς εταίρους της” (R. Gilpin). 

Ανάλυση

Στο άρθρο μας «Ευρωπαϊκές Ασυμμετρίες», στο οποίο μπορεί κανείς να δει τις λεπτομέρειες, είχαμε αναφέρει ότι, “μέσα σε ελάχιστα χρόνια, από το 2007 ουσιαστικά, ένας μοναδικός λογαριασμός της γερμανικής κεντρικής τράπεζας (Bundesbank) αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ο οποίος αντιστοιχεί με το 50% σχεδόν του συνολικού ενεργητικού της. Ειδικότερα, μετά το ξέσπασμα της κρίσης, οι απαιτήσεις της κεντρικής τράπεζας της χώρας, απέναντι σε άλλες κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης, οι οποίες προέρχονται από το ευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών «target-2», ανήλθαν στα 340 δις € – από σχεδόν μηδενικές πριν το 2007.  

Σήμερα, οι απαιτήσεις αυτές έχουν ανέλθει στα 495 δις € (πηγή: Bloomberg), γεγονός που αποτελεί μία ακόμη ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της Ευρωζώνης – καθώς επίσης ένα τεράστιο ρίσκο για τη Γερμανία, η οποία συνεχίζει να το αντιμετωπίζει ως «ταμπού», παρά το ότι η ενδεχόμενη διάλυση της Ευρωζώνης θα είχε σαν πιθανό αποτέλεσμα την απώλεια αυτού του ποσού (πιθανολογούμε ότι, σύντομα θα το συμπεριλάβουν οι εταιρείες αξιολόγησης στις εκτιμήσεις τους, με οδυνηρά αποτελέσματα για την ΑΑΑ πιστοληπτική ικανότητα της Γερμανίας – επομένως, για τα επιτόκια δανεισμού της και για την υπόλοιπη Ευρωζώνη).  

Για την καλύτερη κατανόηση του θέματος, όταν τα παιδιά «ανακαλύψουν» ότι μπορούν να παραγγέλνουν διάφορα αγαθά, χρησιμοποιώντας την πιστωτική κάρτα των γονέων τους, τότε είναι δυνατόν να προκύψουν μη ηθελημένα χρέη για την οικογένεια. Τα παιδιά βέβαια υπόσχονται να εξοφλήσουν μόνα τους τα χρέη, αλλά κατά κάποιον τρόπο δεν το κάνουν ποτέ, με αποτέλεσμα να αυξάνουν χρόνο με το χρόνο – έως εκείνη τη χρονική στιγμή,  όπου οι γονείς συνειδητοποιούν ότι δεν θα λάβουν ποτέ αυτά τα χρήματα.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει σήμερα στην Ευρωζώνη, όπου τα προβληματικά μέλη της οικογένειας, τα οποία παραγγέλνουν με την «πιστωτική κάρτα», είναι οι επί μέρους κεντρικές τράπεζες – ενώ το ρόλο των γονέων έχει αναλάβει η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας. Έτσι λοιπόν, η Bundesbank έχει δανείσει αυτόματα στην ΕΚΤ, μέσω του συστήματος «Target2» (TransEuropean Automated Realtime Gross Settlement Express Transfer System), το ποσόν των 495 δις €.

Τα χρήματα αυτά αντιστοιχούν στη «δανειακή» ζήτηση εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών των ελλειμματικών χωρών της Ευρωζώνης – όπως της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας (πρόσφατα επίσης της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας). Δηλαδή, τα 495 δις € έχουν μεταφερθεί από την ΕΚΤ, η οποία τα οφείλει στη Bundesbank, προς τις κεντρικές τράπεζες άλλων χωρών της Ευρωζώνης – οι οποίες τα οφείλουν στην ΕΚΤ.

Τεχνικά βέβαια δεν πρόκειται για δάνεια, αλλά για απαιτήσεις της Bundesbank απέναντι στην ΕΚΤ, καθώς επίσης για υποχρεώσεις των κεντρικών τραπεζών των ελλειμματικών χωρών προς την ΕΚΤ – για έναν «ουδέτερο λογαριασμό» δηλαδή, ο οποίος είναι «θαμμένος» στις υποσημειώσεις των Ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών. Εν τούτοις, εάν τυχόν διαλυθεί η Ευρωζώνη, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι ο λογαριασμός θα μείνει «ακάλυπτος» – πως θα υποχρεωθεί δηλαδή η Γερμανία να «αποσβέσει» το ποσόν αυτό, το οποίο είναι κατά 60% μεγαλύτερο από τον ετήσιο προϋπολογισμό της, ενώ υπερβαίνει ακόμη και τα κεφάλαια του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού ταμείου σταθερότητας (EFSF).

Από αυτό και μόνο το γεγονός συμπεραίνουμε μεταξύ άλλων ότι, η Γερμανία είναι εγκλωβισμένη στην Ευρωζώνη – γεγονός που ενδεχομένως επεξηγεί τη βιασύνη της, να καταθέσει στο ταμείο διάσωσης (ESM) το διπλό ποσόν εντός του 2012, από αυτό που σχεδίαζε μέχρι σήμερα. Αντίστοιχα εγκλωβισμένη στο Ευρώ είναι και η Ελλάδα, για την οποία τυχόν έξοδος από την Ευρωζώνη (θα μπορούσε να συμβεί μόνο με δική της πρωτοβουλία, ενώ θα έπρεπε υποχρεωτικά να εγκαταλείψει ταυτόχρονα και την ΕΕ), θα συνοδευόταν πιθανότατα από τη χρεοκοπία της (άρθρο μας).

Φυσικά και οι δύο αυτές χώρες, η πιο πλεονασματική και η πιο ελλειμματική της ένωσης, έχουν αρκετά πλεονεκτήματα από την συμμετοχή τους στην Ευρωζώνη – ενδεχομένως τα περισσότερα η Γερμανία, η οποία ουσιαστικά διατηρεί ένα «φυσικά υποτιμημένο» νόμισμα, με τη βοήθεια χωρών όπως η Ελλάδα, με αποτέλεσμα να αυξάνονται συνεχώς οι εξαγωγές και τα πλεονάσματα του ισοζυγίου της. Εν τούτοις, η κατάσταση και για τις δύο έχει πλέον φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο, το οποίο απαιτεί ριζικές αποφάσεις – γεγονός που δεν μπορεί να αποκλείσει πια την εγκατάλειψη του κοινού νομίσματος εκ μέρους τους.            

 

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

 

Η διάλυση της Ευρωζώνης, η πλέον καθαρή λύση για τις αγορές, αιτιολογείται κυρίως από το ότι, δεν είναι δυνατόν να συνεχίσει να υπάρχει μία Ευρώπη, στην οποία η μία χώρα εξάγει και κερδίζει, ενώ οι περισσότερες άλλες εισάγουν από αυτήν, καταναλώνουν και χρεώνονται. Όταν δηλαδή μία χώρα εξάγει συνεχώς περισσότερα εμπορεύματα προς τους «εταίρους» της, από όσα η ίδια εισάγει από αυτές (τα πλεονάσματα του εμπορικού ισοζυγίου της Γερμανίας το 2011, σε σχέση μόνο με τις χώρες της Ευρωζώνης, υπολογίζονται στα 62 δις €), τότε τα αποτελέσματα είναι δυσάρεστα για όλους τους συμμετέχοντες – δηλαδή, τόσο για αυτόν που εισάγει, όσο και για αυτόν που εξάγει.

Ειδικότερα, τα προϊόντα που παράγονται στη Γερμανία δεν ανταλλάσσονται με προϊόντα ή με υπηρεσίες που παράγονται στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, αλλά, πρακτικά, με πιστώσεις – γεγονός που επεξηγεί το πρόβλημα που αναφέραμε παραπάνω (Target2). Ουσιαστικά δηλαδή οι χώρες της Νότιας Ευρώπης χρεώνονται στις Γερμανικές εταιρείες, για να αγοράσουν τα προϊόντα τους – επομένως, ο πλούτος της Γερμανίας βασίζεται στα χρέη των «εταίρων» της. 

Κάποια στιγμή όμως, οι χώρες που δανείζονται συνεχώς για να εισάγουν προϊόντα, απειλούνται με τη χρεοκοπία – με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν τα χρήματα των δανειστών τους. Με δεδομένο τώρα ότι, η περιουσία των Γερμανών σήμερα στο εξωτερικό είναι της τάξης των 1.000 δις €, το μεγαλύτερο μέρος της κινδυνεύει να χαθεί – εάν τυχόν οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου αναγκασθούν να κηρύξουν στάση πληρωμών.

Περαιτέρω, για την ενδυνάμωση των ελλειμματικών χωρών η Γερμανία (με την πολιτική λιτότητας, την εσωτερική υποτίμηση, τις ιδιωτικοποιήσεις κλπ.), προτείνει ουσιαστικά να μιμηθούν το παράδειγμά της – σε τελική ανάλυση δηλαδή, να εξάγουν περισσότερα από όσα εισάγουν. Εν τούτοις, η πρόταση της αυτή δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί αφού, εάν όλοι εξάγουν περισσότερα από όσα εισάγουν, περιορίζοντας δραστικά την εσωτερική κατανάλωση, τότε δεν θα υπάρχει πια κανένας, ο οποίος να αγοράζει – οπότε η οικονομία της Ευρωζώνης θα εισέλθει σε μία καταστροφική ύφεση, εκτός εάν πλημμυρίσει όλο τον υπόλοιπο πλανήτη με δικά της προϊόντα (ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση).

Είναι δυνατόν όμως να το ανεχθούν οι υπόλοιπες χώρες, επιτρέποντας στους Ευρωπαίους να «αλώσουν» τις αγορές τους; Χωρίς καμία αμφιβολία δεν πρόκειται να το επιτρέψουν – οπότε η πολιτική που θέλει να επιβάλλει η Γερμανία στην Ευρωζώνη είναι ανέφικτη. Στα πλαίσια αυτά, έχουμε την εντύπωση ότι το γνωρίζει πολύ καλά, θέλοντας απλά να κερδίσει χρόνο, για να τακτοποιήσει «τα του οίκου της» – γεγονός που μάλλον επιβεβαιώνεται από το Σχέδιο Β, το οποίο έχει ήδη προετοιμάσει:

 

ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ

 

Σύμφωνα με αυτό το σενάριο (σχέδιο Β, D. Meyer), όλα θα ξεκινήσουν μία Δευτέρα – η οποία χαρακτηρίζεται ως η «Ημέρα Χ». Το Σαββατοκύριακο που θα προηγηθεί, η κυβέρνηση θα αποφασίσει ξαφνικά (σε τέτοιες καταστάσεις δεν υπάρχει ποτέ προειδοποίηση), να παραμείνουν οι τράπεζες κλειστές στο κοινό τη Δευτέρα – έτσι ώστε να γίνει η προετοιμασία όλων των λογαριασμών. Την Τρίτη το πρωί, οι τράπεζες θα ξεκινήσουν κανονικά τη λειτουργία τους, προμηθεύοντας τους πελάτες τους με Ευρωχαρτονομίσματα – τα οποία όμως θα έχουν σφραγισθεί με μαγνητική μελάνη, η οποία δεν θα επιτρέπει την πλαστογράφηση τους.

Στα σύνορα της χώρας, καθώς επίσης στη διακίνηση των κεφαλαίων προς το εξωτερικό, θα είναι τοποθετημένοι ειδικοί ελεγκτές – οι οποίοι θα φροντίζουν να μην επιτρέπεται η εισαγωγή συναλλάγματος (ασφράγιστων Ευρώ) στη Γερμανία, με στόχο τη «σφράγιση» του. Τα μη σφραγισμένα ευρωνομίσματα θα χάσουν αμέσως την αξία τους – αφού αναμένεται η ανατίμηση των σφραγισμένων, απέναντι στο ευρώ. Το κράτος θα υποχρεωθεί φυσικά να βοηθήσει τις τράπεζες, οι οποίες (θα) έχουν μεγάλες απαιτήσεις στο εξωτερικό. Τέλος, δύο μήνες περίπου αργότερα, η Γερμανία θα εγκαταλείψει την Ευρωζώνη και θα επαναφέρει το δικό της νόμισμα, το μάρκο, με νομοθετική αλλαγή – ενδεχομένως ένα άλλο νόμισμα, από κοινού με τις πλεονασματικές οικονομίες της Ευρωζώνης.

Μία επόμενη Δευτέρα τώρα οι τράπεζες θα κλείσουν ξανά, με στόχο τη μετατροπή όλων των λογαριασμών, καθώς επίσης των Ισολογισμών, στο νέο νόμισμα. Δικαιούχοι του νέου νομίσματος θα είναι όλα τα άτομα και οι επιχειρήσεις, οι οποίοι ζουν ή έχουν την έδρα τους στη Γερμανία. Έως εκείνη τη στιγμή, όπου θα τυπωθούν και θα κυκλοφορήσουν τα νέα χαρτονομίσματα, θα απαιτηθούν τουλάχιστον δώδεκα μήνες – ενώ μέχρι τότε, θα χρησιμοποιούνται τα σφραγισμένα χαρτονομίσματα σαν μέσο ανταλλαγής. Θα θεωρούνται λοιπόν ως μάρκα, παρά το ότι θα πρόκειται για σφραγισμένα ευρώ. Σύμφωνα πάντοτε με το σενάριο, το νέο νόμισμα (μάρκο) θα ανατιμηθεί απέναντι στο Ευρώ κατά 25%.

Το γεγονός αυτό θα επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγικές επιχειρήσεις – επίσης την περιουσία των Γερμανών στο εξωτερικό (ανοιχτές απαιτήσεις των επιχειρήσεων κλπ.), η οποία θα παραμείνει σε Ευρώ. Η συγκεκριμένη ζημία, η οποία υπολογίζεται στα 225 δις €, θα επιβαρύνει κυρίως τις τράπεζες, καθώς επίσης τις ασφαλιστικές εταιρείες – ενώ η συνολική ζημία της γερμανικής οικονομίας θα πλησιάσει τα 340 δις € (14% του ΑΕΠ), χωρίς όμως να συμπεριληφθεί το πρόβλημα του Target2 (495 δις €). Εν τούτοις, η παραμονή της Γερμανίας στην Ευρωζώνη θα κόστιζε πολύ περισσότερο – περί τα 80 δις € ετήσια, σύμφωνα με το σενάριο (η προσάρτηση της Α. Γερμανίας κόστισε στη Δυτική περί τα 150 δις € ετήσια, επί δέκα χρόνια).

Από την άλλη πλευρά τώρα, η ανατίμηση του μάρκου κατά 25% θα μείωνε το εξωτερικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, κατά το αντίστοιχο ποσοστό – αφού τα χρέη θα παρέμεναν σε Ευρώ, επειδή κάτι τέτοιο θα συνέφερε τη Γερμανία (αντίθετα, θα ήταν καταστροφικό για την Ελλάδα). Ο τελικός λογαριασμός λοιπόν θα ήταν προς όφελος της Γερμανίας – η οποία φοβάται μόνο την απομόνωση, αφού θεωρεί ότι η εξαγωγική της βιομηχανία είναι πλέον άνετα σε θέση να ανταπεξέλθει με την ανατίμηση (έχοντας προετοιμασθεί μεθοδικά, μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη).  

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 20. Δεκεμβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com.

 

Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2500.aspx?mid=55

 

Συνέχεια στο Μέρος  ΙΙ

Καπιταλισμός: αγγλοσαξωνικό μοντέλο ΙΙ

Το αγγλοσαξωνικό μοντέλο του καπιταλισμού – Μέρος ΙΙ

Με αφορμή το άρθρο του Κονστάντσο Πρέβε στο «Δρόμος της Αριστεράς» [1]

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη*


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Η τεράστια σύγχυση των «αριστερών» διανοουμένων και οι ευθύνες της Αριστεράς.

Το μέγεθος της σύγχυσης και της άγνοιας της πραγματικότητας επιβεβαιώνει η πολιτική της. Έως προχθές τα κόμματα της Αριστεράς έπαιζαν την κολοκυθιά, διαγκωνιζόμενα μεταξύ τους ποιο θα προτείνει μεγαλύτερους μισθούς και συντάξεις και διορισμούς στο δημόσιο. Μιλούσαν  για μισθούς και συντάξεις ανάμεσα στα 1400 ή 1600 ευρώ και για διορισμούς γύρω στις 100.000 υπαλλήλους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα της ανικανότητάς της προφανώς,  να συλλάβει τη ζοφερή κατάσταση. Αναπαρήγαγαν στη φαντασία τους μια κοινωνία η οποία δεν υπήρχε στην πραγματικότητα.

Ήδη από το 1985 ήταν φανερό με δήλωση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας ότι δεν μας φτάνουν τα χρήματα να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις και όχι το 1993, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κώστας Μπέης σε κάποιες εξομολογήσεις του. Από τότε ζούσαμε με δανεικά. Δεν γνώριζαν άραγε τα κόμματα της Αριστεράς το δραματικό αυτό γεγονός και ότι βασικά τρώγαμε το ψωμί των παιδιών μας, υποθηκεύοντας μάλιστα στους τοκογλύφους δανειστές μας την εθνική μας ανεξαρτησία και τα περιουσιακά στοιχεία της πατρίδας μας; Ήταν στραβός ο γιαλός ή στραβά αρμένιζε η Αριστερά; Σαφώς και στραβά αρμένιζε και το γεγονός αυτό δεν χρήζει αποδείξεως. Όμως κατάλαβε άραγε η Αριστερά αυτό που αναλύει ο Κονστάντσο Πρέβε τόσο γλαφυρά; Άραγε έχει συναίσθηση της καινούργιας πραγματικότητας ή ζει ακόμη στον κόσμο της; Ποια είναι όμως αυτή η πραγματικότητα που έχει φέρει τα πάνω κάτω;

Μας την περιγράφει με σαφήνεια ο ιταλός μαρξιστής, φιλόσοφος και ιστορικός με μερικές αφοριστικές προτάσεις, που είναι αποκαλυπτικές. «Θα φτάσω σύντομα», λέει ο ίδιος, αναφερόμενος στο φαινόμενο Μπερλουσκουνισμός, «στο ουσιαστικό ιστορικό πρόβλημα που κρύβεται πίσω του, δηλαδή στη μορφοποίηση και στη συνέχεια την εξαφάνιση της ευρωπαϊκής εκδοχής του καπιταλισμού στην πορεία προς την υιοθέτηση ενός ενιαίου αγγλοσαξωνικού μοντέλου ολοκληρωμένου καπιταλισμού». Όταν μιλάει για εξαφάνιση της ευρωπαϊκής εκδοχής εννοεί κατά βάση το κεϋσιανό μοντέλο ή μια μορφή ή παραλλαγή του, με το κράτος πρόνοιας κ.λπ. Και προσθέτει πιο κάτω, επεξηγώντας το φαινόμενο ακόμη πιο καταληπτά: «Ο Μπερλουσκόνι εκδιώχθηκε από το μεγάλο διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και από κανέναν άλλο, γιατί δεν κατάφερε δεν θέλησε, δεν ήξερε να συγχρονίσει όλη την Ιταλία (μάλλον την εταιρεία Ιταλία) στο ρυθμό της νέας μορφής ηγεμονίας του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελεύθερου ιμπεριαλισμού». [11] «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι σήμερα ζούμε έναν ριζοσπαστικό κατασταλτικό επαναπροσδιορισμό, μετά τις απάτες και τις φαντασμαγορίες με τις οποίες μας κατέκλυζε για μια εικοσαετία όλος ο πολιτικός, μιντιακός και διανοουμενίστικος συρφετός, που προερχόταν κύρια από την ‘αριστερά’ και όχι μόνο». Τέλος προσθέτει σ’ αυτές του τις αναλύσεις, που αναδεικνύουν το όλο πρόβλημα της ευρωπαϊκής κρίσης στην ουσία του και όχι μόνο της ελληνικής, λέγοντας ότι «Γινόμαστε μάρτυρες στην ολοκληρωτική αφομοίωση του ευρωπαϊκού μοντέλου, δηλαδή στο τέλος του, μέσα στο ενιαίο αγγλοσαξονικό-αμερικανικό μοντέλο, προϊόν ιστορικής προδοσίας των κυρίαρχων ευρωπαϊκών τάξεων, που αμερικανοποιήθηκαν από γλωσσολογική και πολιτιστική άποψη». Στο τελευταίο αυτό έχω τις επιφυλάξεις μου. Δεν νομίζω ότι αμερικανοποιήθηκαν κ.λπ, αλλά ότι τον ασπάστηκαν γιατί γι’ αυτούς το αγγλοσαξονικό μοντέλο είναι πιο αποτελεσματικό για τα συμφέροντά του.

Στο σημείο αυτό ανακύπτει και το κρίσιμο ερώτημα: Αν οι κυρίαρχες ευρωπαϊκές τάξεις, δεν ήθελαν, δεν μπορούσαν ή τελικά προσαρμόστηκαν στο ανωτέρω μοντέλο, πώς συνέλαβαν, πώς εκτίμησαν και πώς έπραξαν οι δυνάμεις της «αριστεράς», όπως θέλει να τις περιγράφει ο Κονστάντσο Πρέβε; Εδώ είναι το ερώτημα και η πρόκληση και το ζητούμενο για την Αριστερά στην Ελλάδα. Τι μας λέει ο Ιταλός στοχαστής, αλήθεια; Μας λέει να ξεχάσουμε τους επαρχιώτικους, ξεπερασμένους και στη θεωρία και την πράξη προβληματισμούς μας στον μικρόκοσμο που ζούμε και να δούμε κατάματα το παγκόσμιο τσουνάμι που δημιούργησε η ηγεμονία του μεγάλου  παγκοσμιοποημένου νεοφιλελεύθερου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που σαρώνει την Ευρώπη και όλη την ανθρωπότητα, τελικά.

Η Ελλάδα αποτελεί πραγματικά ένα απλό πειραματόζωο σε μικροκλίμακα, ενώ στην μεγαλοκλίμακα κινδυνεύει η Ιταλία και στη συνέχεια ολόκληρη η Ευρώπη. Ο Γιώργος Παπανδρέου, ως ο πιο αμερικανός από τους Ευρωπαίους, τάχτηκε να παίξει αυτό το ρόλο του αγγλοσαξονικού ολοκληρωμένου καπιταλισμού κατ’ εντολή των ΗΠΑ. Το πρόβλημα λοιπόν έχει ασφαλώς τα ιδιαίτερα, ιδιόμορφα χαρακτηριστικά, τυπικά για την Ελλάδα, αλλά επεκτείνεται στον ευρύτερο ορίζοντα της Ευρώπης και του κόσμου όλου. Εκεί τουλάχιστον που επικρατεί η αγγλοσαξονική ηγεμονία, με τον χαρακτηριστικό της δαρβινισμό. Φτάνουμε λοιπόν, μετά την κατανόηση του προβλήματος, να αναρωτηθούμε, πώς αντιμετώπιζε και πώς αντιμετωπίζει η ελληνική Αριστερά, με ή χωρίς εισαγωγικά τα τεράστια ερωτήματα που ζητούν απάντηση και στα οποία δεν μπόρεσε επαρκώς η καθολικώς, όπως γνωρίζω, να προτείνει λύσεις. Σε τι έγκειται άραγε αυτή η αδυναμία ή ανικανότητα;

Όλοι σχεδόν οι περισπούδαστοι μαρξιστές ή εν πάση περιπτώσει «αριστεροί» οικονομολόγοι μιλούσαν για κρίση του καπιταλισμού και κατάρρευσή του. Δεν είχαν και δεν έχουν, είναι αλήθεια συνείδηση της πραγματικότητας. Το ότι καταρρέει μία ή δύο τράπεζες ή μερικές επιχειρήσεις δεν σημαίνει καθόλου ότι καταρρέει το σύστημα. Απλώς γίνεται αναδιάρθρωση σε πιο προχωρημένες και προσοδοφόρες μορφές. «Είμαστε σε φάση μετάβασης από μια μορφή του καπιταλισμού σε μια άλλη μορφή του, γενικότερη και παγκοσμιοποιημένη. Περνάμε στον απόλυτο καπιταλισμό. Η Ελλάδα είναι μόνο ένας αδύναμος κρίκος, το καλύτερο πειραματόζωο πριν από την Ιταλία και την Ισπανία». Αυτό τονίζει ο Ιταλός μαρξιστής φιλόσοφος Κονστάντσο Πρέβε.[12]

Στο ερώτημα αυτό θα προσπαθήσω να δώσω τη δική μου απάντηση που την ανέλυσα στη μελέτη μου: Ο Μαρξ, ο Έγκελς, ο Λένιν και η πολιτισμική ηγεμονία της Αριστεράς, όπου αναλύω τα αίτια αυτού του προβλήματος,[13] θα αναφέρω μόνο μια σύγχυση που επεκράτησε ανέκαθεν στο χώρο της Αριστεράς σχετικά με τον Μαρξ και τη θεωρία του. Ο ίδιος ο Μαρξ, στοχαστής από τους λίγους, είναι γεμάτος αντιθέσεις. Μερικές αντιθέσεις τις κατέθεσε και ο Κονστάντσο Πρέβε. Αναφέρει ο ίδιος δύο βασικές αυταπάτες του Μαρξ: «Αδυναμία της καπιταλιστικής αστικής τάξης να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις, επαναστατική ικανότητα της εργατικής τάξης, που αμείβεται με μισθό ή ημερομίσθιο». Αυτά διακήρυττε ο Μαρξ. Και στις δύο αυτές βασικές θέσεις έπεσε έξω. Και δεν ήταν οι μόνες. Υπάρχει όμως στο χώρο της Αριστεράς και μια άλλη, μεγαλύτερη σύγχυση, που δημιουργεί προβλήματα, που δεν έχουν σχέση με τον Μαρξ. Οι περισσότεροι μαρξιστές, για να μην πω όλοι, διαπράττουν πάλι ένα εγκληματικό θεωρητικό λάθος. Ποιο δηλαδή. Απλούστατα: Συγχέουν τη φιλοσοφία του Μαρξ και τις φιλοσοφικές του απόψεις με την επιστημονική του πληρότητα, όσον αφορά την ανάλυση του καπιταλισμού και, όπως λέει ο ΄Εγκελς, «την αποκάλυψη του μυστικού της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής με την υπεραξία». [14]

Σε τι συνίσταται η σύγχυση; Ως ικανός επιστήμονας ο Μαρξ ανέλυσε τις λειτουργίες όχι του καπιταλισμού, αλλά του μηχανισμού που μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε σύστημα, καπιταλιστικό, σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό και λοιπά, για την απόκτηση της υπεραξίας από την εργασία και της δημιουργίας της συσσώρευσης του κεφαλαίου (πρωταρχική ή προχωρημένη, δεν έχει σημασία), είτε αυτή η εργασία είναι, όπως τονίσαμε, κόκκινη, μπλε, πράσινη ή οποιουδήποτε άλλου χρώματος (βλ. Κίνα π.χ). Γι’ αυτό και οι καπιταλιστές είναι οι καλύτεροι μελετητές του μαρξισμού, τον οποίο και εφαρμόζουν κατά γράμμα, θα’ λεγα και θα προσέθετα και καθ’ υπερβολήν, όπως γίνεται σήμερα. Εφάρμοσε στις μελέτες αυτές τις μεθόδους των φυσικών επιστημών.

Επιπλέον πρέπει να καταρρίψουμε και μια άλλη σύγχυση που παρουσιάζεται πολύ συχνά και αφορά τις διάφορες θεωρίες. Η οποιαδήποτε θεωρία μεταδίδει γνώσεις, οι οποίες δεν έχουν αυταξία, δεν εκφράζουν δηλαδή κάποιο αξιακό περιεχόμενο. Είναι δηλαδή αυτές καθαυτές ουδέτερες. Π.χ. η γνώση της ατομικής ενέργειας δεν καθορίζει και την καλή ή κακή χρήση της. Αυτή είναι η φύση της γνώσης. Για να το κάνουμε πιο λιανά. Η γνώση αυτή καθαυτή δεν κάνει τον άνθρωπο καλύτερο ή χειρότερο. Ανάλογα με την αξιακή της χρήση αποκτά και την ανάλογη αξία της. Οι περισσότεροι συγχέουν αυτά τα δύο επίπεδα. Για να το κάνω ακόμα πιο κατανοητό: Όσο πιο μορφωμένος (σπουδαγμένος) είναι κανείς και αποκτά γνώσεις, δε σημαίνει καθόλου ότι είναι και καλύτερος από ηθικής πλευράς. Γιατί το θέμα της ηθικής, όχι με την τρέχουσα σημασία, αλλά με τη δυνατότητα της «ελεύθερης» επιλογής, ανάμεσα στο δρόμο της αρετής και της κακίας, για να αναφέρουμε το κλασικό παράδειγμα από την αρχαιότητα, είναι το καθοριστικό για την χρήση της γνώσης.

Το δεύτερο αφορά τη φιλοσοφία του, που δεν είναι θέμα θετικών επιστημών. Το διατυπώνει και ο ίδιος ο Μαρξ στην εισαγωγή της μελέτης του Κριτική της πολιτικής οικονομίας με τα εξής λόγια: «Το γενικό συμπέρασμα στο οποίο κατάληξα, και που, όταν πια το είχα αποχτήσει, χρησίμευε σαν οδηγός στις μελέτες μου...». Στη συνέχεια αναφέρει τα βασικές αρχές της φιλοσοφίας του, που επέχουν τη μορφή αξιωμάτων (και όχι βέβαια φυσικών νόμων).[15] Αυτή η φιλοσοφία λοιπόν έχει τεράστιες αντιφάσεις. Μία από τις αντιφάσεις αυτές περιλαμβάνεται σε μια βασική του φιλοσοφική θέση, εν είδη αξιώματος, που λέει: «Ένας κοινωνικός σχηματισμός ποτέ δε εξαφανίζεται, προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει και νέες, ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν εμφανίζονται, προτού ωριμάσουν οι υλικοί όροι της ύπαρξής τους μέσα στους  κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας… Σε γενικές γραμμές μπορούν ο ασιατικός ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο σύγχρονος αστικός τρόπος παραγωγής να χαρακτηριστούν ως προοδευτικές εποχές του οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού».[16] Στις γραμμές αυτές περιλαμβάνεται ένα κομμάτι της φιλοσοφικής θεωρίας του Μαρξ για την ιστορία και την ευθύγραμμη ιστορική εξέλιξη, που, όπως τονίζει ο Παναγιώτης Κονδύλης, θα οδηγούσε σε ένα ευτυχισμένο τέλος, δηλαδή την αταξική κοινωνία.

Ορισμένοι μαρξιστές, απολογητές του μαρξισμού, αμφισβητούν ότι ο Μαρξ εντάσσεται στις «εξελικτικές θεωρίες της προόδου». Όμως η εφαρμογή του μεγάλου παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελεύθερου αγγλοσαξονικού μοντέλου, ανταποκρίνεται πλήρως στη θεωρία του Μαρξ, που λέει σε απλά ελληνικά ότι, για να υπάρξει μετάβαση από τον καπιταλιστικό τύπο παραγωγής στον σοσιαλιστικό, σε ένα δηλαδή, όπως λέει ανώτερο κοινωνικό σχηματισμό, πρέπει να δημιουργηθεί ο αποκλειστικός τύπος παραγωγής, δηλαδή από τη μια το κεφάλαιο και από την άλλη η εργασία (το προλεταριάτο). Όλες οι ενδιάμεσες μορφές, που μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε προκαπιταλιστικές, όπως οι αγρότες, οι μικροβιοτέχνες, οι μικροεπαγγελματίες κ.λ.π., θα έχουν λίγο πολύ αντικατασταθεί ή θα βρίσκονται στην πορεία ενσωμάτωσής τους στον αποκλειστικό τύπο παραγωγής. θα πρέπει να καταστραφούν. Κάτι που γίνεται τώρα. Σ’ αυτή τη διαδικασία βρισκόμαστε, που βιώνουμε και στην Ελλάδα με την πλήρη προλεταριοποίηση της μεσαίας, μικρομεσαίας, ακόμη και μερίδες της μεγάλης αστικής τάξης. Τότε οι εσωτερικές αντιθέσεις του καπιταλισμού και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες θα οδηγήσουν σε ρήξη και αλλαγή αυτού του μοντέλου. Αυτή είναι η θεωρία ορισμένων αφελών αριστεριστών βασικά, που δεν καταλαβαίνουν τίποτε από τη λειτουργία του καπιταλισμού και τους μηχανισμούς του. Επειδή όμως αυτές τις θεωρίες ή παρόμοιες ασπάζονται και, όπως είπα, περισπούδαστοι μαρξιστές «αριστεροί», θέλω να τονίσω ότι, εφόσον δεν υπάρχει κάποιο αντίρροπο δέος, δηλαδή ένα δυναμικό Λαϊκό Κίνημα, ο καπιταλισμός με τη μορφή που την περιέγραψε ο Πρέβε, έχει και το πεπόνι και το καρπούζι στα χέρια του, για να το πούμε λαϊκά. Δηλαδή ο ίδιος ρυθμίζει τις κρίσεις του με τις ασφαλιστικές δικλίδες που διαθέτει. Κάτι που είχε γίνει κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Αν δει δηλαδή ότι κινδυνεύει, δεν τον εμποδίζει να εφαρμόσει πάλι κάποια μορφή κεϋνσιανού μοντέλου ή κάποιου άλλου μοντέλου, έως ότου ξεπεράσει πάλι την κρίση.

Ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα μας το παρουσιάζει ο Ανδρέας Παπανδρέου: «Ως σοσιαλιστής είμαι ιδιαιτέρως εξοικειωμένος με την κλασική μαρξιστική άποψη ότι ο καπιταλισμός αναπτύσσει κοινωνικές δομές, όπως η ατομική ιδιοκτησία της παραγωγής, οι οποίες ανακόπτουν την πρόοδο της τεχνολογίας και της παραγωγικότητας και καθιστούν απαραίτητη την σοσιαλιστική επανάσταση. Για τον Μαρξ αυτή ήταν η κύρια αντίφαση του καπιταλισμού και η βάση του επιχειρήματος ότι ο σοσιαλισμός ήταν ιστορικά αναπόφευκτος. Αλλά φαίνεται ότι ακριβώς το αντίθετο αληθεύει. Το καπιταλιστικό σύστημα δείχνει εντυπωσιακό δυναμισμό και μεταβάλλει τις αντιλήψεις που διακατείχαν επί μακρόν τους μαρξιστές σχετικά με το φθίνον μέλλον του καπιταλισμού».[17] Σήμερα, για την εποχή που μιλάμε, βρισκόμαστε στη διαδικασία ανάδειξης και εφαρμογής της ανώτερης μορφής του καπιταλισμού, που θα τον χαρακτήριζα σε αντιστοιχία προς τον Λένιν, όχι ιμπεριαλισμό του κεφαλαίου, αλλά κατ’ αναλογία υπέριμπεριαλισμό.

Ένας σύντομος επίλογος

Πολύ σωστά επισημαίνει ο Κονστάντσο Πρέβε, αυτό που η Αριστερά και η αριστερή διανόηση, που πασχίζει γνήσια για λύσεις διεξόδου από την κρίση, δεν έχει καταλάβει. Ποιο δηλαδή, ότι, όπως λέει και ο ίδιος, βρισκόμαστε στην ανώτατη φάση καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, σε έναν θα λέγαμε υπέριμπεριαλισμό, ο οποίος βρίσκει την έκφραση και εφαρμογή του όχι απλώς στην πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου, αλλά στην υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου σε μια ολιγαρχία (μικρή ή μεγάλη ανάλογα με τις συνθήκες) του μεγάλου παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Έτσι θα υπάρχουν βασικά, όπως είπε ο Μαρξ  ο «καθαρός» κεφαλαιοκρατικός τύπος παραγωγής με μόνο δύο τάξεις, την αστική τάξη, που μπαίνει τελικά, σύμφωνα με τη θεωρία του, φρένο στην εξέλιξη και τις παραγωγικές δυνάμεις, στις οποίες συγκαταλέγεται η εργατική τάξη. Σήμερα το σχήμα αυτό παίρνει τη μορφή του παγκοσμιοποιημένου ιμπεριαλισμού που προαναφέραμε. Δηλαδή με άλλα λόγια η συγκέντρωση του παγκόσμιου πλούτου σε ελάχιστα χέρια του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που θα βασίζεται στην προλεταριοποίηση όλων των υπολοίπων τάξεων, βασικά σε ένα είδος κινεζοποίησης της εργασίας.

Για μένα η μόνη διέξοδος αποτελεί ένα γνήσιο πατριωτικό κίνημα της Αριστεράς, που αυτό και μόνο είναι σε θέση να βάλει φραγμό σ’ αυτή την πορεία και να δημιουργήσει προϋποθέσεις ανατροπής της σημερινής καθεστηκυίας τάξης. Το γιατί θα το εξηγήσουμε σε άλλη ανάλυσή μας. Προκαταβολικά όμως θα παραθέσω δύο απόψεις που έχουν σχέση με τα προηγούμενα και αναφέρονται και σ’ αυτά που θα ακολουθήσουν. Σε μια συνέντευξή του[18] ο Πορτογάλος κομμουνιστής νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου δήλωσε: Η αριστερά «πίστευε ότι θα κερδίσει τη μάχη στο παρόν με τα όπλα του παρελθόντος. Καθώς η θεωρία δεν ανανεώθηκε, η πρακτική έγινε ένα μπερδεμένο κουβάρι. Τα υπόλοιπα τ’ ανέλαβε ο ρεαλισμός και η ουτοπία αποτελειώθηκε απ’ τον οπορτουνισμό».[19] Αλήθειες, που πονούν, αλλά που αποτυπώνουν την πραγματικότητα και ο κάθε «αριστερός» τις αποκρύπτει στο υποσυνείδητο, γιατί δεν έχει το σθένος και το θάρρος να κάνει την υπέρβασή του και μ’ αυτήν την υπέρβαση την επανάσταση.

Tο δεύτερο αναφέρεται στην πατριωτική Αριστερά. Η Αριστερά ή θα είναι πατριωτική ή δεν θα υπάρξει, κατά το «Ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει» που είπε κάποτε ο Νίκος Πουλατζάς. Η μόνη διέξοδός της είναι ν’ αποκτήσει την πολιτιστική ηγεμονία της και αυτό θα καταστεί δυνατό μόνον, όταν το εθνικό συνδυαστεί με το κοινωνικό. Υπονόμευση του εθνικού κράτους απ’ την άλλη, όπως πολύ σωστά λέει ο Γάλλος οικονομολόγος Maurice Allais, συντελεί στην «υφαρπαγή απ’ τους λαούς της κυριαρχίας τους, της ελευθερίας τους, της δημοκρατίας τους και της ταυτότητάς τους και την αναγωγή τους από πολίτες σε χειραγωγούμενους καταναλωτές μιας ασύδοτης αγοράς, χωρίς σύνορα και θεσμικό πλαίσιο, χωρίς εγγυήσεις και ελέγχους». [20] Είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι ο Στάλιν κήρυξε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τον «πατριωτικό πόλεμο» και κανέναν ταξικό; Δεν είναι καθόλου τυχαίο, γιατί αν δεν το έπραττε η Σοβιετική Ένωση, πολύ πιθανόν από τότε θα είχε καταρρεύσει. Ποιο προλεταριάτο θα στρατεύονταν για την «ταξική πάλη;». Η απάντηση η δική μου: Κανένα. Οι Σοβιετικοί πολέμησαν για την πατρίδα και νίκησαν.

Συμπερασματικά θα τονίσω ότι: Η κατάργηση του έθνους – κράτους και των εθνικών συνόρων που προπαγανδίζουν «αριστεροί» κύκλοι, και που ταυτίζεται απόλυτα με την πολιτική της παγκοσμιοποίησης, αποτελεί την πλήρη προσαρμογή στη στρατηγική της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, που πρώτιστη επιδίωξή της είναι εξυπηρέτηση των γεωστρατηγικών της συμφερόντων σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων, με την μετατροπή τους σε άβουλους καταναλωτές. Και ένα τελευταίο: Στην ερώτηση στον Κονστάντσο Πρέβε, ποιο ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η σημερινή Αριστερά, έδωσε την εξής απάντηση στην ίδια συνέντευξη: «Κατά την άποψή μου η Αριστερά τώρα δεν μπορεί να μιλάει για κομμουνισμό, για επανάσταση. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει τώρα προοπτική επανάστασης και κομμουνισμού. Υπάρχει μόνο προοπτική, ίσως, εθνικής απελευθέρωσης. όπως και στην περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως όταν η Ελλάδα έλεγε όχι στον Μουσολίνι, και τώρα η Ελλάδα θα πρέπει να αντισταθεί». Συμπέρασμα: Για την εθνική απελευθέρωση από την σημερινή πολύπλευρη κατοχή, (που δεν είναι μόνο οικονομική), η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση είναι η συγκρότηση και δράση μιας πατριωτικής Αριστεράς σ’ ένα πανεθνικό, παλλαϊκό μέτωπο, περίπου αναλογικά, στο πρότυπο μιας μοντέρνας ΕΔΑ.

Παραπομπές

[1] Το άρθρο δημοσιεύτηκε ως Α΄ μέρος στο «Δρόμος της Αριστεράς», στις 10.12.2011 με τίτλο: «Ιστορικές και πολιτικές επισημάνσεις μετά την πτώση του Μπερλουσκόνι».

………………………………………………………………………………………………………………..

[11] Μήπως, αναρωτιέμαι, το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα με τον Γιώργο Παπανδρέου ή πρόκειται να συμβεί;

[12] Συνέντευξή του στην εφημ. «Ελευθεροτυπία», 19.11.2011, με τίτλο: «Περνάμε από μία φάση του καπιταλισμού σε μία άλλη».

[13] Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέξει στο κεφάλαιο  του βιβλίου μου με τίτλο: «Διεθνισμός και παγκοσμιοποίηση», σ. 88 – 07.

[14] Φρίντριχ Έγκλες, Η εξέλιξη του σοσιαλισμού, στο Κ. Μαρξ – Φ. Ένγελς, Διαλεχτά έργα, τόμ. ΙΙ, σ. 148.

[15] Βλ. Καρλ Μαρξ, Κριτική της πολιτικής οικονομίας, (Πρόλογος), στο Κ. Μαρξ – Φ. Έγκελς, Διαλεχτά έργα, τόμ. Ι. εκδ. της Κ.Ε. του ΚΚΕ, εκδ. «Νέα Ελλάδα» 1951. σ. 424.

[16] Καρλ Μαρξ, Κριτική της πολιτικής οικονομίας, ό.π., σ. 424-425.

[17] Απόσπασμα από συνέντευξη του Ανδρέα Παπανδρέου στον εκδότη του NPQ Στάνλεϊ Σέινμπαουμ, εφημ. «Ελευθεροτυπία», 23.6.2003.

[18] Συνέντευξη του Σοζέ Σαραμάγκου στην εφημ. «Ελευθεροτυπία», στις 21.6.2010.

[19] Συνέντευξη του Ζοζέ Σαραμάγκου στην Ελευθεροτυπία, στις 21 Ιουνίου 2010.

[20] Βλ. εφημερίδα  «Το Παρόν», 6.9.2009, σ. 26.

Αθήνα, 13.12.2011

 

* Ο Δαμιανός Βασιλειάδης είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας.

Καπιταλισμός: αγγλοσαξωνικό μοντέλο Ι

Το αγγλοσαξωνικό μοντέλο του καπιταλισμού – Μέρος Ι

Με αφορμή το άρθρο του Κονστάντσο Πρέβε στο «Δρόμος της Αριστεράς» [1]

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη*


                          

Με ξάφνιασε ευχάριστα η απόφαση της εφημερίδας και των υπευθύνων της, που τόλμησαν, να δημοσιεύσουν μια ανάλυση του ιταλού μαρξιστή, ιστορικού διανοούμενου, που ούτε λίγο ούτε πολύ πετάει κυριολεκτικά την «αριστερά», με εύσχημο τρόπο, στο λεγόμενο «χρονοντούλαπο της ιστορίας» και με πιο κυνικό τρόπο, κυριολεκτικά στα «μπάζα».

Οι κριτικές του στην Αριστερά είναι τόσο αιχμηρές, που δεν θα τολμούσα ούτε κατά «διάνοιαν» να τις επικαλεστώ, πόσο μάλλον να τις εκφράσω.

Θα παραθέσω μόνο δύο αποσπάσματα, για να γίνει καταληπτό γιατί μιλάμε. Λέει σε ένα σημείο αναφερόμενος στην «αριστερά», βάζοντας πάντοτε τον όρο σε εισαγωγικά: «Το τέλος του υπαρκτού ιστορικού κομμουνισμού  1917-1991)… ήταν μια φοβερή ιστορική και γεωπολιτική καταστροφή, μια πραγματική τραγωδία, που ωστόσο έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το πιο ηλίθιο πολιτιστικό συνονθύλευμα της οικουμένης, τη λεγόμενη «αριστερά».

Και σε ένα άλλο σημείο (από τα πολλά), αναφερόμενος στον δεσποτισμό των κομμουνιστικών κομμάτων γράφει: «...ενώ είχα πάντα μια απέχθεια και διαφωνούσα για το λεγόμενο χώρο των σνομπ Ιταλών διανοουμένων που συνηθίζουμε να αποκαλούμε ‘αριστερά’». Τους διανοούμενους από την άλλη χαρακτηρίζει ως κοινωνική ομάδα, υποτελή στην κυρίαρχη τάξη. Μάλιστα αναφέρει ότι το σοβιετικό μοντέλο στον λεγόμενο «ιταλικό δρόμο προς το σοσιαλισμό» έκρυβε τη «δομική ενσωμάτωσή στους αναπαραγωγικούς μηχανισμούς του ιταλικού καπιταλισμού».

Κάτι ανάλογο έγινε και στην Ελλάδα. Ακραιφνείς μαρξιστές «αριστεροί» το καταμαρτυρούν, όπως ο Γιάννης Μηλιός που μιλά για την μετάλλαξη των αριστερών διανοουμένων με τα εξής λόγια: «Στη διαδικασία ιδεολογικού μετασχηματισμού [2] που περιγράφουμε πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε μια μεγάλη μερίδα διανοουμένων στελεχών της παραδοσιακής Αριστεράς, αρχικά της ‘ανανεωτικής’ και στη συνέχεια και της ‘ορθόδοξης’ πτέρυγάς της. Η πρόσβαση (ή η προσδοκώμενη πρόσβαση) στις ανώτερες θέσεις των κρατικών μηχανισμών (που για πρώτη φορά κατέστη δυνατή για το χώρο αυτό μετά απ’ τη μεταπολίτευση και ιδίως μετά απ’ την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981), αποτέλεσε τον μηχανισμό ενσωμάτωσής τους στους κοινούς τόπους της κυρίαρχης ιδεολογίας». [3]

Aυτό που έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου με την Αριστερά και στη συνέχεια σε μεγαλύτερη κλίμακα ο Κώστας Σημίτης, χωρίς να αποκλείουμε ακόμη και αυτόν τον Κώστα Καραμανλή, τον νεότερο, ήταν – για να ερμηνεύσουμε το φαινόμενο και με τη γλώσσα της ποίησης – ένα είδος φαουστικής  συναλλαγής.[4] Όλοι αυτοί απ’ την Αριστερά οι οποίοι εντάχτηκαν στο σύστημα (ενσωματώθηκαν στο σύστημα, λέει πιο εμφαντικά ο Γιάννης Μηλιός), στο αστικό σύστημα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού φυσικά, (δεν μιλάμε για εκείνους οι οποίοι ούτως ή άλλως ήταν ενταγμένοι, όπως ο Αντώνης Λιάκος, ο Νίκος Μουζέλης, ο Θάνος Βερέμης, κ. α.), κατέληξαν στην πλειοψηφία τους να γίνουν απολογητές και διαπρύσιοι κήρυκές του. Πούλησαν την ψυχή τους στον Μαμωνά του κυρίαρχου αστικού μπλοκ εξουσίας. [5] Ο λόγος είναι απλός. Γιατί να τους διορίσει στα πνευματικά ιδρύματα και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, αν δεν το εξυπηρετούσαν; Δεν πιστεύουμε ότι ήθελαν να υπηρετήσουν τη «σοσιαλιστική κυβέρνηση» του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη και να καταπολεμήσουν τη συντηρητική του Κώστα Μητσοτάκη και Κώστα Καραμανλή, του νεώτερου, καθώς και του υπαρκτού, αντιλαϊκού και νεοταξικού ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, που θέλει να δημιουργήσει μια πολυπολιτισμική, πολυφυλετική και πολυεθνική Ελλάδα, σύμφωνα με τα κελεύσματα της Νέας Τάξης και της παγκοσμιοποίησης.

Η κριτική τους στο σύστημα, στο καπιταλιστικό σύστημα, εάν και εφόσον γίνεται, δεν σημαίνει απαραιτήτως και αμφισβήτηση του συστήματος. Τουναντίον. Χρησιμεύει πολλές φορές ως βαλβίδα ασφαλείας του, ως εκτόνωση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής πίεσης. Αυτό ισχυριζόταν ο Τρότσκι όταν έλεγε: «Για δεκαετίες η αντιπολιτευόμενη κριτική δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια βαλβίδα ασφαλείας για τη μαζική δυσαρέσκεια, μιαν απ’ τις συνθήκες σταθερότητας της κοινωνικής δομής».[6] Η εργασιοθεραπεία της επανάστασης, προσθέτουμε εμείς, δεν συνιστά επανάσταση.[7]  Όμως η γενίκευση ασφαλώς και είναι λάθος.

Πιο αποκαλυπτικός ωστόσο είναι ένας άλλος διανοούμενος της Αριστεράς, ο Δημήτρης Μπελαντής,[8]  Γράφει σχετικά: «Με την επικράτηση του Κ. Σημίτη στην κυβέρνηση, το κυβερνητικό κόμμα και την ελληνική κοινωνία, παρατηρήθηκε ένα καινοφανές πολιτικό φαινόμενο: η μαζική προσχώρηση της αριστερής διανόησης στο στρατόπεδο του Κ. Σημίτη και του ‘αριστερού εκσυγχρονισμού’. Τα επιτελεία δεν βομβαρδίστηκαν – κατά την προσφιλή έκφραση του Μάο Τσε Τουγκ – απ’ τους αριστερούς διανοούμενους, αλλά αλώθηκαν μαζικά απ’ αυτούς. Προέκυψε η συστηματική στελέχωση των υπουργείων μ’ αριστερούς ειδικούς συμβούλους, ιδίως εκ της ανανεωτικής Αριστεράς και η δημιουργία ενός αριστερού think tank γύρω απ’ την ‘εκσυγχρονιστική’ κρατική πολιτική.

Έχουμε έτσι μία μετατόπιση των αριστερών διανοουμένων απ’ την περιφέρεια του κράτους, από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς και από τους θεσμούς οργάνωσης της συναίνεσης και της κοινωνικής αναπαραγωγής, στον σκληρό πυρήνα του κρατικού σχεδιασμού και προγραμματισμού, στην ‘καρδιά’ του κράτους». Και σ’ ένα άλλο σημείο συμπληρώνει αποκαλυπτικά: «Η πλειοψηφική τοποθέτηση των αριστερών διανοουμένων ήταν μια τοποθέτηση αποδοχής του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας ως τεχνικής αναγκαιότητας, της θέσης της νέας μικροαστικής τάξης και των διανοουμένων μέσα σ’ αυτόν και ειδικότερα της ανάληψης από αυτούς διευθυντικών ρόλων στην αναπαραγωγή των σχέσεων εξουσίας (ιδεολογική επιβουλή, ‘επιστημονική’ διεύθυνση της εργασιακής διαδικασίας, λειτουργίες διεύθυνσης του κεφαλαίου)». [9]

Πιο παραστατικά δεν μπορεί να περιγραφεί ο ρόλος αυτής της κατηγορίας αριστερών διανοούμενων, οι οποίοι είναι οι κύριοι υπαίτιοι της αναπαραγωγής των σχέσεων εξουσίας, μέσω της ιδεολογικής ηγεμονίας και κατά συνέπεια της συναίνεσης, όπως αποφαίνεται ο Γκράμσι, δηλαδή της αστικής εξουσίας που υποτίθεται ότι, λόγω της  φαινομενικά αριστερής ιδεολογίας τους, θέλουν να καταπολεμήσουν, ενώ στην πράξη συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Αυτή η κατηγορία των αριστερών διανοούμενων αποτελεί «την ιδεολογική καρδιά του κράτους», του πυρήνα της ιδεολογικής ηγεμονίας του αστικού κράτους». [10]

Παραπομπές

[1] Το άρθρο δημοσιεύτηκε ως Α΄ μέρος στο «Δρόμος της Αριστεράς», στις 10.12.2011 με τίτλο: «Ιστορικές και πολιτικές επισημάνσεις μετά την πτώση του Μπερλουσκόνι».

[2] Ο Μηλιός αναφέρεται στον μαζικό διορισμό σε θέσεις και αξιώματα του κρατικού μηχανισμού «αριστερών» διανοουμένων απ’ τον Ανδρέα Παπανδρέου, για να πετύχει τον συμβιβασμό και τον προσεταιρισμό τους στον αστικό «εκσυγχρονισμό». Μια τέχνη που ο Ανδρέας Παπανδρέου κατείχε άριστα και την εφάρμοσε με επιτυχία και ο διάδοχός του, ο Κώστας Σημίτης. Όλοι αυτοί από την Αριστερά και το κέντρο, αλλά και από όλες τις πολιτικές παρατάξεις, που ευνοήθηκαν από τον Ανδρέα Παπανδρέου ποικιλοτρόπως, είτε με διορισμούς σε θέσεις είτε σε οργανισμούς, είτε κάπου αλλού, άσχετα αν το άξιζαν ή όχι,  είναι δύσκολο να ασκήσουν κριτική στον ίδιο.

Πρέπει να κάνει κανείς μεγάλη υπέρβαση και αυτοκριτική για να μπορέσει να ασκήσει στη συνέχεια κριτική στον Ανδρέα Παπανδρέου, που τους χρησιμοποίησε, απλώς για να λεηλατεί με την μεγαλύτερη δυνατή ευκολία τις ψήφους τους, για να τον εκλέγουν, αυτοί και το περιβάλλον τους. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί έντιμοι κατά τα άλλα αγωνιστές, δεν τολμούν να μιλήσουν και να κάνουν κριτική στον Ανδρέα Παπανδρέου και περιορίζονται μόνο στην μετά Σημίτη εποχή. Όσο θα συμβαίνει αυτό η Ελλάδα δεν πρόκειται να βγει από την κρίση, γιατί η κρίση είναι πρωταρχικά ηθική και πολιτική.

[3] Βλ,, Γιάννης Μηλιός, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, εκδ. «Εναλλακτικές εκδόσεις», Αθήνα 1999, σ. 154. Βλ. σχετικά για το ίδιο θέμα και τη μελέτη μας: «Διεθνισμός και Παγκοσμιοποίηση» αναρτημένο στο ιστολόγιο: www.damonpontos.gr.

[4] Μας έκανε αλγεινή εντύπωση και μας δημιούργησε τραυματική εμπειρία η διαπίστωση, ότι ακόμη και καπετάνιοι του Ε.Λ.Α.Σ εκλιπαρούσαν παράγοντες του ΠΑΣΟΚ, που κατείχαν κάποια κατώτερα πόστα, για να διοριστούν σε μια θέση προέδρου κάποιου οργανισμού ή να τακτοποιήσουν τα παιδιά τους ή ν’ αξιοποιηθούν οι ίδιοι κάπου στον κρατικό μηχανισμό, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη «σοσιαλιστική αλλαγή», τη στιγμή κατά την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου διέγραφε κατά χιλιάδες τους άξιους αγωνιστές του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ, διορίζοντας τυχοδιώκτες και καιροσκόπους, που τους διέκρινε μόνον η ιδιοτέλεια. (Αυτό εξηγείται φυσικά κι’ απ’ την έλλειψη δημοκρατικής παράδοσης στα αριστερά κόμματα. Για την πολιτική κουλτούρα με την οποία είχαν διαμορφωθεί στα πλαίσια του Σταλινισμού, η προσωποπαγής και αυταρχική δομή του ΠΑΣΟΚ, κάτω από ένα αρχηγό–αφέντη, δεν έπαιζε κανένα ρόλο). Επί Σημίτη μάλιστα (χωρίς να είναι άμοιρος κι’ ο Γιώργος Παπανδρέου) διορίστηκαν κατά εκατοντάδες στα πανεπιστήμια (κυρίως ιστορικοί), ενάντιοι στο έθνος–κράτος, δηλαδή ορκισμένοι κοσμοπολίτες, αποδομητές της εθνικής συνείδησης, της ιστορικής μνήμης και της εθνικής κληρονομιάς.

Πολλοί μας κατηγορούν, όταν αναφερόμαστε σε συγκεκριμένα άτομα και στις ιδέες τους. Η άποψή μας είναι ότι τα ιστορικά υποκείμενα αποτελούν πάντοτε φορείς μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας, την οποία εκφράζουν. Η κριτική λοιπόν γίνεται στην ιδεολογία και στην θεωρία, την οποία διακηρύττουν και για την οποία οι ίδιοι είναι πολλές φορές υπερήφανοι. Η ανωνυμία δεν έχει κανένα νόημα και είναι επικίνδυνη, γιατί εύκολα μπορούν τα άτομα αυτά να μεταμφιεστούν από αντιδραστικά σε προοδευτικά, ανάλογα με τις περιστάσεις. Πολλές φορές εξάλλου ο όρος π.χ. «αποδομητές του έθνους –κράτους» αποτελεί γι’ αυτούς τίτλο τιμής. Η λέξη «πατριωτισμός» και όχι εθνοκεντρισμός, είναι απεναντίας τίτλος τιμής για μας. Πρόκειται γι’ αντιλήψεις που βρίσκονται σε μια συγκρουσιακή σχέση. Για μας ισχύει αυτό που διακηρύττει με σθένος ο Βάσος Λυσσαρίδης: «Αν εθνικισμός είναι να σέβεσαι την εθνότητα όλων και διαφυλάττεις τη δική σου, τότε δηλώνω αδιόρθωτος εθνικιστής».

[5] Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου μιλάει σ’ ένα άρθρο του για την κατηγορία των ανθρώπων αυτών, χαρακτηρίζοντάς τους συμβιβασμένους και προσεταιρισμένους, παρ’ όλο που κι’ ο ίδιος συνετέλεσε τα μέγιστα στην προώθησή τους, για να τους χρησιμοποιεί κατά το δοκούν. Ως συμβιβασμένους, νόμιζε (είχε την αυταπάτη, όπως και με τον Σημίτη και άλλους), ότι μπορεί να τους χρησιμοποιεί σαν μαριονέτες, για τις δικές του αρχηγικές κι’ εξουσιαστικές σκοπιμότητες, ως ταχυδακτυλουργός. Τελικά στο σημείο αυτό αποδείχτηκε, όσον αφορά τον Κ. Σημίτη, αφελής, ενώ ο διάδοχός του πανούργος.

[6] Το απόσπασμα αναφέρεται στο έργο του Κρις Χάρμαν, Μαρξισμός και ιστορία. Βάση και εποικοδόμημα, εκδ. «Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο», Αθήνα 2009, σ. 63.

[7] Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της χούντας 1967 -74 κυκλοφορούσαν πλήθος βιβλίων μαρξιστικής προέλευσης. 

[8] Ένας  από τους συνεργάτες του Μηλιού στο περιοδικό «Θέσεις», του κατ’ εξοχήν περιοδικού της μαρξιστικής σκέψης και της θεωρητικής σχολής ενάντια στο έθνος–κράτος. Από κει και πέρα υπάρχει και το περιβόητο ΕΛΙΑΜΕΠ, ορισμένες ΜΚΟ και οι εθνομηδενιστές πανεπιστημιακοί διανοούμενοι.

[9] Δημήτρης Μπελαντής, «Η ‘στροφή’ των διανοουμένων: Για την αδιάκριτη γοητεία του ‘εκσυγχρονισμού’  στους αριστερούς διανοούμενους», περιοδικό «Θέσεις» τεύχος 59, Απρίλιος – Ιούνιος 1997. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα γνωστών και μη εξαιρετέων πρώην «αριστερών» και νυν ακραιφνών νεοφιλελεύθερων, που κατέχουν διευθυντικό ρόλο στο σύστημα εξουσίας της αστικής τάξης. Θα αναφέρω παραδείγματα, όπως της Δαμανάκη, του Ανδρουλάκη, του Κοτζιά, του Μπίστη, του Πάγκαλου, του Μόσιαλου και άλλων πολλών ακραιφνών «αριστερών», που υπηρετούν στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του συστήματος, όπως στα Πανεπιστήμια, στα Πνευματικά Ιδρύματα, στα Συνδικάτα, στη Βουλή, αλλά και στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους κ.λπ. Τόσο ο Γιαννης Μηλιός όσο και ο Δημήτρης Μπελαντής αναφέρονται σε αριστερούς διανοούμενους. Τίθεται ωστόσο το ερώτημα: Γιατί να είναι σώνει και καλά «αριστεροί διανοούμενοι», αυτοί που αναφέρουν ο Μηλιός και ο Μπελαντής; Με αυτήν την έννοια αριστεροί διανοούμενοι υπήρξαν κι’ ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κώστας Σημίτης και πολλοί άλλοι, ων ουκ έστιν αριθμός.

Όποιος έχει την ταμπέλα ή αυτοαποκαλείται «αριστερός», για να το γενικεύσουμε, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι και αριστερός! Ούτε επειδή κάποιος είναι στο ΚΚΕ. είναι αυτομάτως κομμουνιστής, ούτε επειδή είναι στο ΠΑΣΟΚ είναι αυτομάτως σοσιαλιστής. Ούτε προοδευτικός, όποιος χαρακτηρίζει συλλήβδην τους Έλληνες ως ρατσιστές. Είναι πασίγνωστο το: Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις! Αυτός ο παραλογισμός στην Ελλάδα έχει γίνει καθεστώς. Αυτή η σύγχυση πρέπει κάποτε να εκλείψει, για να διαχωριστεί η ήρα απ’ το στάρι.

Η διαστροφή και η μετάλλαξη των εννοιών, είναι απ’ τις γενεσιουργές αιτίες της απόλυτης σύγχυσης, του ποιος είναι αριστερός, δεξιός, προοδευτικός, συντηρητικός, αντιδραστικός κ.λπ. Τίποτε δεν είναι πια αυτονόητο! Και για να γίνουμε απόλυτα σαφείς: Είναι π.χ. αριστεροί οι ανωτέρω αναφερόμενοι, επειδή πήγαν στο μεταλλαγμένο «αριστερό», αντιλαϊκό,  ΠΑΣΟΚ της Νέας Τάξης και της παγκοσμιοποίησης; Όλοι αυτοί θα πρέπει να ξεσκεπαστούν, για να τους αφαιρεθεί το «αριστερό» φωτοστέφανο, που εξαπατά τον κόσμο. Η παρακμιακή πορεία της ελληνικής κοινωνίας που οδηγεί στην υποτέλεια και την εξάρτηση, έχει αλλοιώσει και οδηγήσει στην παρακμιακή πορεία και κακοποίηση και τη γλώσσα και τις έννοιες, που εκφράζει.

Βέβαια όλους αυτούς τους προστατεύει το σύστημα, γιατί τους χρειάζεται και τους δίνει την πλήρη δημοσιότητα και ασυδοσία, ενώ όλους όσοι ασκούν κριτική σ’ αυτό το σύστημα, προσπαθεί να τους θέσει στο περιθώριο μέσω του κοινωνικού αποκλεισμού. Όσοι φύγαμε απ’ το ΠΑΣΟΚ και ήμασταν απ’ τα ιδρυτικά στελέχη του, ήμασταν αντιδραστικοί; Γι’ αυτό το εγκαταλείψαμε; Γιατί προσχωρήσαμε στην αντίδραση; Ή συνέβη το αντίθετο; Η απάντηση: Ασφαλώς το αντίθετο. Με όλα αυτά τα κρίσιμα θέματα ασχοληθήκαμε στις μελέτες μας: «Δημοκρατικός Σοσιαλισμός ή το όραμα του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η εφαρμογή του στην πράξη» και στο: «Ο μύθος του Ανδρέα ή οι θεωρητικές βάσεις  της Ένωσης Κέντρου, του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η πρακτική τους κατάληξη», καθώς και σε σωρεία αναλύσεών μας που αναφέρονται στο ιστολόγιο: www.damonpontos.gr. Θα αναφέρουμε απλώς μία απ’ τις τελευταίες: «Απαρχές και εξέλιξη της κακοδαιμονίας στην Ελλάδα», όπου εξιστορούμε τα αίτια της παρακμιακής πορείας του τόπου έως σήμερα.

[10] Βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, Ο Μαρξ, ο Λένιν, ο Γκράμσι και η πολιτισμική ηγεμονία της Αριστεράς

Αθήνα, 13.12.2011

 

* Ο Δαμιανός Βασιλειάδης είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας.

Ε. Ε.: «Υψηλή πολιτική» με τρύπιο παντελόνι

«Υψηλή πολιτική» με τρύπιο παντελόνι

 

Του Σταύρου Χριστακόπουλου


 

Με ακροβασίες στο χείλος του γκρεμού συνεχίζονται οι παράλληλες διαπραγματεύσεις για την «ανταλλαγή ομολόγων» PSI από την κυβέρνηση Παπαδήμου, για τη χρηματοδότηση του ΔΝΤ από την ευρωζώνη, για τα κεφάλαια του προσωρινού και του μόνιμου μηχανισμού «στήριξής», για τον ρόλο της ΕΚΤ στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους, αλλά και για το αν η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει ή όχι κ.λπ. Ακροβασίες και εκβιασμοί από τη μια πλευρά και ουσιαστική ακυβερνησία από την άλλη.

Όπως σημειώναμε χθες: «Τα ίδια καθάρματα επαναφέρουν τους ίδιους εκβιασμούς με μικρές παραλλαγές. Μόνο που αυτή τη φορά δεν εκβιάζουν τον ανίσχυρο και προδομένο από θέση ισχύος, αλλά από θέση αδυναμίας».

Πράγματι δεν είναι δύσκολο να δει κάποιος ότι η αντιμετώπιση της κρίσης από την ευρωζώνη έχει υπάρξει, μέχρι σήμερα, παιδαριώδης και αδιέξοδη. Με τον ίδιο τρόπο που ένας βαρύτατα ασθενής δεν αναγνωρίζει την ασθένειά του, η ζώνη του ευρώ χώνει συνεχώς το κεφάλι στο έδαφος πιστεύοντας ότι κανένας δεν τη βλέπει.

Κι όμως, καμιά από τις αποφάσεις της μέχρι σήμερα δεν έχει βάλει ούτε το στοιχειώδες φρένο στη σαρωτική εξάπλωση της κρίσης, η οποία υποτίθεται ότι άρχισε εξ αιτίας της ασυνεπούς και διεφθαρμένης Ελλάδας για να φτάσει σήμερα να απειλεί ακόμη και τον πυρήνα της ευρωζώνης – και οι θεσμικοί εκπρόσωποί της να αναγνωρίζουν ότι είναι συστημική. Δηλαδή κρίση του ευρώ.

Μπορεί οι εκβιασμοί προς την Ελλάδα να συνεχίζονται, μπορεί μια καταστροφική και αδιέξοδη πολιτική λιτότητας να εντείνεται έστω κι αν δεν αποδίδει κανένα αποτέλεσμα, μπορεί οι σύνοδοι κορυφής να αποφασίζουν μεγαλόπνοα σχέδια, αλλά πλέον οι χώρες του ευρώ, και κυρίως η γερμανογαλλική ηγεσία τους, σατιρίζονται ή χλευάζονται ως «ευρω-μπορντέλο» (Economist).

Την ίδια ώρα η πιο διαβασμένη αλλά και η πιο… ευθυγραμμισμένη με τις αγορές στήλη (Lex) των Financial Times αναρωτιέται ενώπιον του παγκόσμιου κοινού της

αν θα πρέπει να μιλάμε για τη διάσπαση της ευρωζώνης ή για την τελική κατάρρευσή της,

σε ποιο ποσοστό θα κινείται η πιθανότητα διάσπασης ή διάλυσης ακόμη και μετά την κρίση και με ποιον τρόπο τελικά θα επέλθει.

Κατάρρευση εμπιστοσύνης στην Ευρώπη

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός, ανεξάρτητα από τον χρόνο και τη μορφή της κατάληξης, είναι ότι η Γερμανία, με τη συνδρομή της Γαλλίας και των άλλων χωρών με πιστοληπτική αξιολόγηση ΑΑΑ, έχουν καταφέρει να πιστοποιήσουν, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, ότι αδυνατούν να εγγυηθούν το κατ’ εξοχήν δημιούργημά τους: το ευρώ. Και το κατ’ εξοχήν αποτέλεσμά του: τα τεράστια χρέη των χωρών και τις απίστευτες τραπεζικές φούσκες. Γι’ αυτό άλλωστε υποχωρεί ραγδαία η εμπιστοσύνη σε χώρες και τράπεζες.

Οι οίκοι αξιολόγησης, οι οποίοι ανά πάσα στιγμή μπορούν να τινάξουν τα πάντα στον αέρα, ήδη απειλούν ευθέως με οριζόντιες υποβαθμίσεις χωρών και τραπεζών, εξέλιξη που θα σημάνει υποβάθμιση όλων των υπαρκτών, μελλοντικών και… πιθανών εργαλείων αντιμετώπισης της κρίσης στην ευρωζώνη. Από τους μηχανισμούς στήριξης (EFSF και ESM) έως το ευρωομόλογο και τον… προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γι’ αυτό οι αποφάσεις της ευρωζώνης και του συνόλου της Ευρώπης είναι αστείες και είτε παραμένουν ανεφάρμοστες είτε, εφαρμοζόμενες, οδηγούν σε χρεοκοπίες.

1. Να θυμηθούμε ότι οι αποφάσεις για υπαγωγή χωρών μελών της στην τρόικα δεν επέφερε καμιά ανακούφιση ούτε για τις ίδιες ούτε για τις υπόλοιπες; Ότι όλες βυθίζονται στην ύφεση, με τις ανάγκες τους για νέα δάνεια να μεγαλώνουν και τις οικονομίες τους να γκρεμίζονται; Ότι καμιάς χώρας η επιτροπεία και η λιτότητα δεν εμπόδισε τη μετάδοση της κρίσης;

2. Να θυμηθούμε το πρώτο PSI του καλοκαιριού για την Ελλάδα με την υποτιθέμενη μείωση του χρέους κατά 21%; Κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος λόγω της πρόχειρότητάς του και μάλιστα υπό την απειλή των οίκων ότι θα θεωρηθεί πιστωτικό γεγονός.

3. Να θυμηθούμε ότι το νυν PSI – για να μην εξελιχθεί σε πιστωτικό γεγονός – ονομάστηκε «μοναδική περίπτωση» που δεν θα επαναληφθεί; Κι όμως, ήδη ζητούνται από τις τράπεζες, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, «ρήτρες συλλογικής δράσης», οι οποίες θα υποχρεώνουν και τους απρόθυμους να συμμετάσχουν ακυρώνοντας τον εθελοντικό χαρακτήρα της διαδικασίας. Δηλαδή… χρεοκοπία.

Όμως, ακόμη και στην περίπτωση που το PSI «επιτύχει», θα έχει επιφέρει μεσοπρόθεσμη αύξηση του ελληνικού χρέους, δυσμενέστερους νομικούς όρους (αγγλικό δίκαιο) και θα καθιστά τη χώρα ολοκληρωτικά έρμαιο των δανειστών της. Γι’ αυτό ήδη θεωρείται ότι πρέπει να αλλάξει και το ΔΝΤ αναμένεται να ετοιμάσει νέο σχέδιο. Ενδεχομένως πολύ πιο κοντά σε μια… κανονική και πιο άμεση χρεοκοπία.

4. Να θυμηθούμε ότι στην απόφαση της συνόδου κορυφής, πριν από καμιά δεκαριά ημέρες, αποφασίστηκε η χρηματοδότηση του ΔΝΤ από την… ευρωζώνη με 200 δισ. ευρώ προκειμένου αυτό να αντιμετωπίσει την κρίση της;

Και αυτή η απόφαση βρίσκεται ήδη στον αέρα όχι μόνο επειδή η Βρετανία «κλωτσάει» γκρεμίζοντας την προϋπόθεση οι εκτός ευρωζώνης χώρες της Ευρώπης να συνεισφέρουν τα 50 δισ., αλλά και διότι μια ακόμη προϋπόθεση δεν εκπληρώνεται: τα 200 δισ. αποτελούσαν την εγγύηση των χωρών της ζώνης του ευρώ ώστε να προσελκυστούν διεθνή κεφάλαια που θα πέσουν στη χοάνη της εγγύησης του ευρωπαϊκού χρέους. Όμως:

1. Οι ΗΠΑ δεν βλέπουν θετικά τη συμβολή τους στην αύξηση κεφαλαίων του ΔΝΤ. Θεωρούν ότι η Ευρώπη είναι αρκετά πλούσια ώστε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα κεφάλαια.

2. Η Κίνα, όπως δηλώνουν οι αρμόδιοι διαχειριστές του κρατικού επενδυτικού κεφαλαίου των 300 δισ. δολαρίων, δεν θεωρούν χρήσιμη την επένδυση στο συνολικό χρέος της ευρωζώνης. Αντιθέτως προτιμούν την εξαγορά σημαντικών επιχειρήσεων και υποδομών σε όλη την Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ. Επιδιώκουν ρόλο οικονομικού κατακτητή και συγκυρίαρχου με το ελάχιστο δυνατό ρίσκο.

3. Η Ρωσία φαίνεται να υπαναχωρεί από την αρχική πρόθεσή της να συνεισφέρει το – ελάχιστο – ποσόν των 10 δισ., ενώ καμιά άλλη από τις δυναμικές οικονομίες του πλανήτη δεν είναι διατεθειμένη να ρίξει λεφτά στο πηγάδι.

Κάπως έτσι η Ελλάδα κατάντησε να ζητιανεύει από έναν μηχανισμό… «σωτηρίας», ο οποίος επίσης ζητιανεύει από τη διεθνή «αγορά» λεφτά που δεν μπορούν να δοθούν – ή θα δοθούν με δυσβάστακτα ανταλλάγματα. Μόνο και μόνο επειδή η Γερμανία, με όπλο το ευρώ, καταλήστευσε τους πάντες και τους άφησε ρέστους. Και σήμερα αρνείται να πληρώσει παλαιές και νέες επανορθώσεις. Ευρωπαϊκή «υψηλή πολιτική» με τρύπιο παντελόνι…

Συνθήκες – κουρελόχαρτα

Έτσι η Ευρώπη είναι υποχρεωμένη να τα βγάλει πέρα μόνη της αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο της συντριβής ή, έστω, της συρρίκνωσης. Μόνο που, είτε στο ένα ενδεχόμενο είτε στο άλλο, η χώρα μας, παγιδευμένη στο αδιέξοδο στο οποίο την ώθησε η κυβέρνηση Παπανδρέου, δεν συμπεριλαμβάνεται σε κανένα ευρωπαϊκό σχέδιο «σωτηρίας».

 Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο η Ελλάδα εκβιάζεται να συνεχίσει την ιλιγγιώδη πλέον πορεία της προς τον γκρεμό προχωρώντας στις εξής αυτοκτονικές κινήσεις:

Να συμβάλει στο ξεφόρτωμα σάπιου ενεργητικού των ευρωπαϊκών και άλλων τραπεζών αντικαθιστώντας το με νέο, «υγιές» και πλήρως εγγυημένο από το αγγλικό δίκαιο και από τις χρηματικές και εμπράγματες εγγυήσεις. Με την πλήρη παράδοση της περιουσίας, των πόρων, των τραπεζών και των υποδομών της και, άρα, κάθε μελλοντικής δυνατότητάς της να ανακάμψει. Με αποτέλεσμα την καταδίκη της σε καθεστώς διαρκούς και μόνιμης χρεοκοπίας.

Να παραδώσει – μαζί με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης – τα «κλειδιά» της δημοσιονομικής πολιτικής της, παραχωρώντας μαζί με αυτήν και κάθε έννοια πολιτικής εξουσίας και εθνικής κυριαρχίας.

Και όλα αυτά, υποτίθεται, για να παραμείνει στο ευρώ. Κι όμως, είναι παγκόσμια η βεβαιότητα της εξόδου της από το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, καθώς ελάχιστοι πιστεύουν ότι η ευρωζώνη πρόκειται στο μέλλον να διατηρήσει την Ελλάδα στους κόλπους της.

Ο πολιτικά αφελής αντίλογος – ο οποίος ακούγεται… σχεδόν μόνο στην Ελλάδα, αφού εκτός αυτής θεωρείται ανέκδοτο – είναι ότι «δεν μπορούν να μας βγάλουν βιαίως από το ευρώ». Γιατί; Επειδή… «το απαγορεύουν οι ευρωσυνθήκες». Σοβαρά μιλάνε;

Μήπως θυμούνται ότι η εμπλοκή του ΔΝΤ… απαγορευόταν από το ίδιο κανονιστικό πλαίσιο; Αυτό δεν ήταν το επιχείρημά τους, με το οποίο μας κατακεραύνωναν όταν μιλούσαμε για τη βέβαιη υπαγωγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ; Για να φτάσουμε βεβαίως σε απονομή στο Ταμείο ρόλου διαχειριστή ολόκληρης της ευρωζώνης.

Μήπως θυμούνται ότι απαγορεύεται και η… χρεοκοπία χώρας της ευρωζώνης; Κι όμως, όλοι πλέον – κυρίως στην ευρωζώνη – μιλούν (και εκβιάζουν ανοιχτά) για την ελληνική χρεοκοπία, την οποία θεωρούν δεδομένη και απλώς την προτιμούν ελεγχόμενη και εντός του ευρώ επειδή θα ήταν δυσκολότερα διαχειρίσιμη από τους ίδιους αν γινόταν υπό τον ελληνικό έλεγχο και εκτός του ευρώ.

Μήπως θυμούνται ότι η ίδια η συνθήκη της Λισσαβώνας – επειδή παίρνει πολύ χρόνο και απαιτεί διαπραγμάτευση η μεταρρύθμισή της – παρακάμπτεται από το ευρωσύμφωνο λιτότητας του Δεκεμβρίου μέχρι να ξεπεραστεί εντελώς και να γίνει νεκρό γράμμα;

Μήπως θυμούνται ότι, ενώ οι ίδιοι πάνω – κάτω ζητούν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αποτελέσει τον «δανειστή της ύστατης στιγμής», αυτό… απαγορεύεται από «τη βασική μας εντολή και τη νομική μας βάση», όπως το διατυπώνει ο νυν επικεφαλής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι προχθές στους Financial Times;

Παρεμπιπτόντως ο ίδιος, ερωτώμενος στην ίδια συνέντευξη αν θα έπρεπε κάποιες χώρες να φύγουν από την ευρωζώνη, απάντησε: «Σε αυτήν την περίπτωση θα είχαμε σημαντική παραβίαση της ισχύουσας συνθήκης. Και, όταν αρχίσει κανείς έτσι, ποτέ δεν ξέρει πού μπορεί να καταλήξει». Με απλά λόγια, ούτε καν γι’ αυτόν η καταπάτηση της συνθήκης δεν είναι απίθανη. Είναι απλώς απευκταία. Ήδη άλλωστε έγινε ήδη, όταν αυτό θεωρήθηκε «χρήσιμο» ή «αναγκαστικό» για το ευρωσύστημα.

Εν τέλει ο πραγματικός λόγος που ο Ντράγκι αποκλείει μια έξοδο από το ευρώ δεν είναι κυρίως η… απαγόρευση από τη συνθήκη, αλλά οι συνέπειες για την ευρωζώνη.

Εδώ ακριβώς προκύπτει το μεγάλο θέμα: Αν η παράβαση των συνθηκών όχι μόνο έχει ήδη υπάρξει, αλλά επιπλέον δεν θεωρείται ταμπού ούτε για το μέλλον, ποια στρατηγική έχει επεξεργαστεί το ελληνικό πολιτικό σύστημα για την περίπτωση… «ατυχήματος»; Καμιά απολύτως. Πορεύεται στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα και σημαία την εγκληματική ανευθυνότητά του.

Όμως σε αυτό θα επανέλθουμε συντόμως πολύ πιο συγκεκριμένα…

 

ΠΗΓΗ: ΤΡΙΤΗ, 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2011, http://topontiki.gr/article/26955

Παιδιά: οι ευεργετικές συνέπειες της ανάγνωσης

Οι ευεργετικές  συνέπειες της ανάγνωσης στην παιδική και εφηβική ηλικία για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας

 

Της Αμαλία Κ. Ηλιάδη*


 

 

Το διάβασμα είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, στην οποία συμμετέχουν όλες οι περιοχές του εγκεφάλου (ινιακός, βρεγματικός, μετωπιαίος λοβός). Είναι μια δραστηριότητα κατά την οποία χρησιμοποιούμε και τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου και, για το λόγο αυτό, ενεργοποιείται και το μεσολόβιο, δηλαδή ο ιστός που συνδέει τα δύο ημισφαίρια, επομένως συμβάλλει και στην καλύτερη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τους.

Έτσι ένα βιβλίο ακονίζει και κρατά σε φόρμα το μυαλό μας, ενισχύοντας τη μνήμη και προφυλάσσοντάς μας από άνοια. Και επειδή το διάβασμα ενεργοποιεί το μετωπιαίο λοβό, από τον οποίο εξαρτώνται – έστω και έμμεσα – οι αυτόματες λειτουργίες του οργανισμού όπως η αναπνοή ή η καρδιακή λειτουργία, μπορεί να είναι ευεργετικό ακόμη και για το αναπνευστικό σύστημα ή την καρδιά μας!

Ένα εξαιρετικό βιβλίο που μελετά, αναλύει και αποκωδικοποιεί την τέχνη της ανάγνωσης είναι το «Ο Προυστ και το καλαμάρι. Πώς ο εγκέφαλος έμαθε να διαβάζει», της Μαριάν Γουλφ, νευροεπιστήμονα του πανεπιστημίου Ταφτς της Μασαχουσέτης. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, τα εγκεφαλικά κύτταρα εξασκούνται μέσω της ανάγνωσης βιβλίων και της μετέπειτα επεξεργασίας του περιεχομένου, κάτι που θα αρχίσει να χάνεται εξαιτίας της υπερβολικής χρήσης υπολογιστών. Όταν ένα παιδί μαθαίνει ανάγνωση, ο εγκέφαλός του αναδιαρθρώνεται και δημιουργεί συγκεκριμένες νευρωνικές συνδέσεις προκειμένου να μπορεί να κατανοεί γραπτά σύμβολα. Διαβάζοντας κανείς ένα κείμενο έχει την εντύπωση πως βλέπει ένα πρόσωπο να διαγράφεται κάπου πίσω από τη σελίδα. Αντίθετα, η δυνατότητα εμπλουτισμού ενός ηλεκτρονικού κειμένου με υπερκείμενο, βίντεο, ήχους και εικόνες, στην πραγματικότητα εμποδίζει ένα αναγνώστη να δημιουργήσει ένα φανταστικό σύμπαν από τις δικές του νοητικές εικόνες.

Με το λογοτεχνικό βιβλίο το παιδί εξασφαλίζει εμπειρίες και ευκαιρίες ισάξιες με τις πραγματικές, “ταξιδεύει” σε πραγματικό και φανταστικό χωροχρόνο, γνωρίζει στάσεις και αντιλήψεις ανθρώπων διαφορετικές από εκείνες που το ίδιο έχει υιοθετήσει. Βάζει στη θέση των ηρώων τον εαυτό του και με τον τρόπο αυτό αυτοπροσδιορίζεται. Μια λυτρωτική ταύτιση με τον ήρωα μπορεί να χρησιμεύσει στο παιδί ως δικλείδα ασφαλείας, σαν «καθρέφτης» για να δει και να συνειδητοποιήσει τις συγκρούσεις και τους φόβους του με ασφαλέστερο τρόπο. Το παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο συμβάλει στην ανάπτυξη της φαντασίας, της έκφρασης και της δημιουργικότητας. Κυρίως όμως προσφέρει στο παιδί αισθητική απόλαυση, κριτήριο δηλαδή αποτίμησης του ωραίου και του αληθινού στη ζωή.

Δεν χρειάζεται να περιμένουμε ώστε το παιδί να μάθει να διαβάζει για να το μυήσουμε στον κόσμο του βιβλίου. Από τη νηπιακή ηλικία ήδη επιστημονικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι όταν ο γονιός διαβάζει ένα εικονογραφημένο βιβλίο έχοντας αγκαλιά το παιδί του, συμβάλει στη μεταγενέστερη γλωσσική, νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη του. Για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας χρήσιμο είναι τα βιβλία να είναι εικονογραφημένα. Όσο μικρότερης ηλικίας είναι το παιδί, τόσο πιο απλές και ξεκάθαρες πρέπει να είναι οι εικόνες ,με έντονα και φωτεινά χρώματα. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της προσχολικής ηλικίας, είναι το ενδιαφέρον του παιδιού για τον εαυτό του, το σπίτι του, την οικογένειά και τους φίλους του. Άρα στο περιεχόμενο του βιβλίου καλό είναι να κυριαρχούν οικείες σε αυτό καταστάσεις, όπως και ιστορίες με ζώα ή περιπέτειες ανθρωπόμορφων πραγμάτων και όντων.

Για τα παιδιά σχολικής ηλικίας, τα βιβλία, οφείλουν να έχουν λέξεις που θα ξεχωρίζουν και θα προξενούν το ενδιαφέρον π.χ με ομοιοκαταληξία, ονοματοποιημένες ή αστείες λέξεις. Επίσης να προτιμώνται βιβλία που παρουσιάζουν φανταστικούς χαρακτήρες και καταστάσεις γιατί σε αυτή την ηλικία τα παιδιά αρέσκονται να υποδύονται ρόλους.

Από την ηλικία των 12 ετών και άνω το φανταστικό στοιχείο μπορεί να μετριάζεται στα βιβλία, ο τόπος και ο χρόνος της ιστορίας μπορεί να είναι καθορισμένος και κύριος στόχος είναι η χωρίς προκαταλήψεις γνωριμία του παιδιού με το περιβάλλον (μόλυνση, πόλεμος) και τις σχέσεις των ανθρώπων (σχέσεις των δύο φύλων, κοινωνική αδικία, διαπολιτισμικότητα κ.α.). Σε αυτή την ηλικία απευθύνονται τα διηγήματα-μυθιστορήματα και τα ιστορικά παιδικά βιβλία.

Στον πολιτισμό της εικόνας, πολλά είναι τα εναγώνια ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις. Τα όρια ανάμεσα στο καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο, το όμορφο και το άσχημο έχουν αλλάξει ή δεν είναι πια τόσο ευδιάκριτα όσο κάποιες άλλες εποχές. Το καλό λογοτεχνικό βιβλίο ως μέσο διεύρυνσης των πνευματικών οριζόντων, δημιουργίας υγιών προτύπων μίμησης και ταύτισης από το παιδί, ως φορέας γνώσεων και κοινωνικοποίησης, μα πρωτίστως ως δάσκαλος αισθητικής καλλιέργειας του παιδιού, δημιουργίας δηλαδή κριτηρίων αποτίμησης του ωραίου και του αγαθού μέσα στη ζωή, αποτελεί sine qua non στοιχείο μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας, ιδιαίτερα στην αντιπνευματική εποχή που ζούμε.

 

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι Φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων 

ΧΡΙΣΤΟΣ, η ανά τους αιώνες Πρόσκληση

ΧΡΙΣΤΟΣ, η ανά τους αιώνες Πρόσκληση 

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Ο Ιησούς Χριστός υπήρξε αναμφισβήτητα το πλέον σημαίνον πρόσωπο της παγκόσμιας ιστορίας. Ξεχώρισε αυτήν σε δύο περιόδους, προ και μετά από Αυτόν. Μάλιστα οι χριστιανοί, όταν έπαψαν πλέον να πιστεύουν σ’ Αυτόν και εκδήλωσαν προτίμηση να αναφέρονται σε χρονολογίες απομακρυσμένες λιγότερο ή περισσότερο από την εποχή μας, κατάφεραν να επιβάλουν τη διάκριση των ιστορικών περιόδων και στους ετεροδόξους μέσω της επιστήμης και της πολιτικής! Αδυνατούμε πλέον να φανταστούμε πως είναι δυνατόν να λειτουργήσουν οι υπολογιστές σε διαφορετική χρονολογική βάση.

Ήδη στην αρχή της χιλιετίας που διανύουμε μεγάλος σάλος, μάλλον κερδοσκοπικός, προκλήθηκε από τη φήμη ότι οι υπολογιστές θα καταστούν αδρανείς. Όσο για τους ετεροδόξους, αν και έχουν δικά τους συστήματα χρονολόγησης, υποκύπτουν στο χριστιανικό, λόγω της ισχύος των «χριστιανικών» χωρών, οι οποίες συμπλέουν και μάλιστα σε αγαστή συνεργασία με τους διαχρονικούς διώκτες του Ιησού Χριστού σιωνιστές. (Δεν θα κουραστώ να γράφω: Όχι τον εβραϊκό λαό).

Δύο είναι οι λόγοι, για τους οποίους διαδόθηκε ταχύτατα η πίστη στον Χριστό: Η δίψα του αρχαίου κόσμου για κάτι το γνήσιο και αυθεντικό και το αίμα των μαρτύρων της πίστεως, που ασφαλώς δεν θα ήσαν ικανοί να χύσουν, αν δεν ενισχύονταν από τον Χριστό. Αυτός μας άφησε αιώνιο πρότυπο, καθώς πρώτος έχυσε το αίμα του για χάρη μας.

Ο πρώτος λόγος απορρίπτεται με βδελυγμία από τους διανοούμενους στις «χριστιανικές» χώρες από την εποχή του διαφωτισμού και μετά. Αυτοί καυχώνται για την επανανακάλυψη του πνεύματος των αρχαίων Ελλήνων μετά από την επώδυνη «εγκυμοσύνη» της «Αναγέννησης»! Ένα πνεύμα ελευθερίας, το οποίο απαλλάσσει τον άνθρωπο από το πλέγμα των ενοχών, στο οποίο τον αιχμαλωτίζει ο χριστιανισμός. (Οι αρνητές αγνοούν τον Χριστό και αποφεύγουν να κάνουν λόγο για Εκκλησία). Αλαζόνες διαχρονικά και αναθρεμμένοι σε θρησκευτικά περιβάλλοντα αιρετικά στάθηκαν ανήμποροι (και εξακολουθούν) να κατανοήσουν τόσο το πνεύμα των προγόνων μας, όσο και το πνεύμα του Ευαγγελίου. Τονίζουν ευκαίρως ακαίρως το πλέγμα των απαγορεύσεων, που στερούν την ελευθερία του ατόμου (ακόμη εμμένουν με πάθος στην παραγνώριση του προσώπου). Αλλά οι πρόγονοί μας υπήρξαν αυτοί που, παρά τη θαυμαστή καλλιέργεια της ηθικής φιλοσοφίας, περιορίστηκαν στο να προβάλουν την ύψιστη εντολή με τη μορφή απαγόρευσης: «Ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις» (Κλεόβουλος ο Ρόδιος). Είχαν όμως μορφοποιήσει τις ενοχές του παραβάτη του ηθικού νόμου ως Ερινύες και τόνιζαν με ιδιαίτερη έμφαση ότι η ύβρις, η αλαζονική δηλαδή καταπάτηση του θείου νόμου, επιφέρει τη θεία τιμωρία.

Οι «επανακαλύψαντες» το πνεύμα των αρχαίων προγόνων μας (που είχε, όπως ισχυρίζονται, καταχωνιάσει το «σκοταδιστικό» Βυζάντιο) με τη βοήθεια των ριψάσπιδων δικών μας αρχαιοπλήκτων, προχώρησαν στη θλιβερή παραχάραξη των πάντων. Παραθεώρησαν την ύβριν και τις Ερινύες κρατήσαντες επιλεκτικά από τις δοξασίες των προγόνων μας τον αφροδισιασμό, τον διονυσιασμό και την ερμεία θεωρία του κέρδους έστω και με απάτη! Ναι, αυτοί όλοι, που εμφανίζονται στην ιστορία να καυχώνται για την αποτίναξη του ζυγού της αντιδραστικής εξουσίας των φεουδαρχών και του παπισμού, υποβοήθησαν τους ευρωπαϊκούς λαούς να υποταξουν πλείστους άλλους και να υποταχθούν οι ίδιοι σε πάθη ατιμίας!

 Ο Χριστός αποτελεί το αιώνιο και ανυπέρβλητο πρόσωπο – πρότυπο. Είναι βασιλιάς των βασιλιάδων και κύριος των κυρίων. Όμως γεννήθηκε σε στάβλο και ανακλίθηκε σε παχνί, αυτό που αποκαλούμε ακόμη φάτνη, για να εξωραΐζουμε τη σκηνή, ώστε να γίνεται αποδεκτή από τα δυτικά πρότυπα ευγένειας. Όλη του τη ζωή την πέρασε στην αφάνεια ασκώντας την τέχνη του ξυλουργού και μόνο στο τέλος του, που δεν άργησε να έλθει, κίνησε πορεία προς τον πονεμένο λαό. Έσπευσαν να επωφεληθούν από τις θαυματουργικές του δυνάμεις οι διψώντες για εξουσία συμπατριώτες του, στρεβλωτές του νόμου του Θεού.

Εκείνος, που είχε τάξει τις εξουσίες στις ανθρώπινες κοινωνίες, δεν διψούσε για πρωτοκαθεδρίες. Κατέβηκε για να επουλώσει τις πληγές που η αμαρτία προξενούσε στην ψυχή και στο σώμα του πεσόντος πλάσματός του. Δεν υποσχέθηκε να χορτάσει τους πεινασμένους, να ελευθερώσει τους σκλάβους, να δημιουργήσει την ιδανική κοινωνία. Ήλθε να σώσει το απωλωλός. Εξακόντισε τον ηθικό νόμο πέρα από κει που είχε φθάσει ο στοχασμός των προγόνων μας. Πρότεινε στη θέση της άρνησης του κακού, την αποδοχή του καλού: «Πάντα όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ποιείτε και υμείς αυτοίς ομοίως»! Και αυτή η εντολή αποτελεί και το θεμέλιο της κρίσεώς του: «Πείνασα και με χορτάσατε, δίψασα και με ποτίσατε, ήμουν ξένος και με φιλοξενήσατε, ήμουν γυμνός και με ντύσατε, ήμουν άρρωστος και με επισκεφθήκατε, ήμουν στη φυλακή και ήλθατε σε μένα».

Ο Ιησούς Χριστός κατήργησε επί αιώνες τον ιδεαλισμό των αρχαίων Ελλήνων υποκαθιστώντας τις έννοιες, με τις οποίες εκφράζονταν τα αποκαλούμενα πανανθρώπινα ιδανικά, με το Πρόσωπό του. Η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η ειρήνη, η αλήθεια έπαψαν να αποτελούν θαυμαστούς ορισμούς διανοητών και έγιναν Πρόσωπο, το πρόσωπο του Χριστού. Βέβαια ο Χριστός δεν έγινε κατανοητός από όλους ούτε κατά τον εδώ βίο του ούτε και αργότερα. Το «τί εστιν αλήθεια» του Πιλάτου είναι ερώτημα διαχρονικό για πολλούς. Μάλιστα κάποιοι επιχείρησαν να επανάλαβουν το του Χριστού «Εγώ είμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή». Ο ηγέτης, που αξιώνει ο λαός να τον ακολουθεί ως κοπάδι, παραβλέπει ουσιώδεις συνιστώσες της θυσιαστικής ηγεσίας: Ο Χριστός, που ενεργούσε ως ο απόλυτος Άρχων, τόνισε ότι για τον ηγέτη του κόσμου η εξουσία είναι «άνωθεν δεδομένη». Και όμως ο Χριστός μας κάλεσε εν ελευθερία και θυσιάστηκε για μας, ενώ ο εγκόσμιος άρχων ολισθαίνει στο να ταυτίζει την εξουσία με το πρόσωπό του  και να θυσιάζει τον λαό για ιδιοτελείς επιδιώξεις. Ο στοχαστής που επανήλθε στον ιδεαλισμό της αρχαιότητας αναμασά ορισμούς και ορισμούς. Μοιάζει με τον θηρευτή, που έντρομος αρνήθηκε να αντικρίσει τον λέοντα αρκεσθείς στην υπόδειξη των ιχνών του. Για ποια δικαιοσύνη να στοχασθεί ο κατέχων;

Για ποια ελευθερία ο «απελευθερωμένος» από την πίστη στο θεό και δούλος των παθών, μάλιστα παθών ατιμίας. Για ποια ειρήνη να στοχασθεί ο πλουτίζων από τη διενέργεια πολέμων; Για ποια ισότητα ο επιθυμών τα πάντα; Αυτά συνιστούν επώδυνες προκλήσεις για τους ανθρώπους της άρνησης. Όλοι αυτοί βασιλιάδες, άρχοντες, επαναστάτες, πολιτικοί, διανοούμενοι, πλουτοκράτες, αναρχικοί, θύματα της αδικίας γεμάτοι ταξικό μίσος ενώνονται στην πολεμική τους κατά του προσώπου του Χριστού.

Και καθώς το ολοκληρωτικό Βατικανό είναι ανίσχυρο πλέον να χορηγεί συγχωροχάρτια, σπεύδουν να καλύψουν το κενό της διαδικασίας και να παρηγορήσουν τον άνθρωπο που δοκιμάζεται κατά τρόπο βασανιστικό βυθισμένος στο υπαρξιακό κενό με νέες φιλοσοφικές αρχές και νέα «επιστημονικά» ευρήματα. Με την κατάργηση του ιερού και της ηθικής (Νίτσε) επιδιώχθηκε η πράυνση της ένοχης συνείδησης. Καθώς αυτό δεν θεωρήθηκε αρκετό έσπευσαν τα κοινοβούλια, αστικά και μαρξιστικά, να νομοθετήσουν αντίθετα προς τον νόμο του Ευαγγελίου.

Η κοινωνία κατρακύλισε στις εσχατιές της εξαθλίωσης (αδικία, εκμετάλλευση, βία, εκφυλισμός). Και τότε ανακαλύφθηκαν δύο ακόμη συγχωροχάρτια. Το ένα προέρχεται από την ψυχανάλυση, που δικαιώνει τον άνθρωπο επιρρίπτοντας την ενοχή στην κοινωνία! Το δεύτερο προέρχεται από την φιλοσοφία, που θεωρεί τη συμπεριφορά του ανθρώπου παράλογη. Αλλά η συμπεριφορά του ανθρώπου δεν είναι διόλου παράλογη, είναι εμπαθής. Και μάταια αυτός προσπαθεί να λυτρωθεί από τις ενοχές του παραμένοντας αγέρωχος και αλαζών.

Όχι μόνο οι βοσκοί (απλοί και αγράμματοι), αλλά και οι μάγοι (γνώση και  αξιώματα κατέχοντες) πορεύονται και εφέτος προς το σπήλαιον – στάβλο. Μήπως είναι καιρός να συμπορευθούμε και εμείς;

                                                                                               

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 19-12-2011

Τέχνη και πολιτισμός στη μαζική δημοκρατία

Τέχνη και πολιτισμός στη μαζική δημοκρατία

 

Του Παναγιώτη Κονδύλη*


 

Μέσα στην ώριμη μαζική δημοκρατία, όπως διαμορφώθηκε στις δε­καετίες μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και υπό την επιρροή της αυξανόμενης μαζικής κατανάλωσης και της πολιτισμικής επανάστασης, δημιουργήθηκε μια τέχνη, η υφολογική ανάλυση της οποίας απο­τελεί επιπρόσθετη απόδειξη του ισχυρισμού ότι ο λεγόμενος μεταμοντερνισμός δεν είναι νέα αρχή, παρά μάλλον η κατακλείδα εξελίξεων που άρχισαν ήδη πριν από το 1900 και επέφεραν τη διάλυση της αστικής σύνθεσης.

Γνωρίζουμε ότι κινητήρια δύναμη της διάλυσης τούτης υπήρξε ο λογοτεχνικός-καλλιτεχνικός μοντερνισμός, ο οποίος υποστηρίχθηκε και μάλιστα υπερφαλαγγίστηκε με μένος από την πρωτοπορία, μολονότι οι δύο αυτές κατευθύνσεις κατά τα άλλα διέ­φεραν σε σημαντικά σημεία. Η υπόμνηση των διάφορων ανάμεσα στον λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό μοντερνισμό και στην πρωτοπορία μας φαίνεται εδώ σημαντική και απαραίτητη, επειδή η τέχνη της μαζικής δημοκρατίας συνήθως ακολουθεί πολύ εντονότερα τούτη την τελευταίοι. Μια εξωτερική ένδειξη σχετικά είναι η ενθουσιώδης επανανακάλυψη των προγραμματικών κειμένων και των έργων των φουτουριστών, των ντανταϊσμών και των σουρεαλιστών στην εποχή της πολιτισμικής επανάστασης, τα όποια και χρησίμευσαν ως πηγή νέας έμπνευσης, ενώ οι μεγάλοι εκπρόσωποι του λογοτεχνικού-καλλιτεχνικού μοντερνισμού απέκτησαν στο μεταξύ το κύρος των κλασσικών και παρά τον θαυμασμό που τούς επιδαψιλεύθηκε τοποθετηθήκαν σε κάποια απόσταση.

Ένα αποφασιστικό σημείο, όπου η μεταμοντέρνα πρωτοπορία ακολουθεί την παλαιά και επομένως ξεχωρίζει από τον λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό μοντερνισμό, είναι η άρνηση της να θεωρήσει την αμετάκλητη και γενικά διαπιστωμένη κατάρρευση των αστι­κών άξιων και του αστικού πολιτισμού ως ήττα του ανθρώπου εν γένει και ως αδιέξοδο του πολιτισμού εν γένει, και ν’ αποσυρθεί στη ζοφερή περιοχή των νοσηρών διαθέσεων και των αποκαλυψιακών προφητειών. Τέτοιες τάσεις, που προέρχονται άμεσα από τον λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό μοντερνισμό, διόλου δεν απουσιάζουν από την καλλιτεχνική και προ παντός από τη λογοτεχνική μεταπολεμική παραγωγή (απεναντίας, εκπροσωπούνται από έργα υψηλής ποιότητας), παράλληλα μ’ αυτές αναπτύσσεται όμως όλο και ορμητικότερα η μεταμοντέρνα πρωτοπορία, προβάλλοντας μια στάση που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε χαρούμενο μηδενισμό. Ότι για τον μοντερνισμό ήταν απώλεια, εμφανίζεται εδώ ως απελευθέρωση η ως ευκαιρία, προ παντός όμως απορρίπτεται ολότελα η παλιά ιεραρχία των άξιων, στην οποία παρέμενε εγκλωβισμένος ο μοντερνισμός ακριβώς με τις δια­μαρτυρίες του, και απαιτείται μια ανάπτυξη της δημιουργικότητας που να καταφάσκει τη ζωή πέρα απ’ το καλό και το κακό. Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε ιδιαίτερα ποιά είναι η σχέση ανάμεσα στη στάση τούτη και στον ηδονισμό ή στον πλουραλισμό των άξιων που είναι απαραίτητος για τη λειτουργία της μαζικής δημοκρατίας.

"Στο φαινόμενο της Pop Art γίνονται πρόδηλες και οι δύο βασικές όψεις του προβλήματος της τέχνης μέσα στη μαζικά καταναλωτική μαζική δημοκρατία. Αφ' ενός εδώ έγινε η προσπάθεια να καλυφθεί το χάσμα ανάμεσα σε αισθητικό και μη αισθητικό, έξοχο και τετριμμένο στοιχείο, αφ' ετέ ρου περιγράφτηκε κατά προτίμηση ο κόσμος της κατανάλωσης και των καταναλωτικών αγαθών, δηλαδή αντικείμενα, τα οποία είναι βέ βαια οικεία και ανήκουν στο καθημερινό περιβάλλον του σημερινού ανθρώπου, αλλά όταν αποκόπτονται από το περιβάλλον αυτό και παρασταίνονται μεμονωμένα διεκδικούν την αξία του τυπικού και πάνε να πούνε κάτι για τις συνθήκες της σύγχρονης μαζικής ζωής."

Το ενιαίο μέτωπο της μεταμοντέρνας και της παλαιάς πρωτοπο­ρίας ενάντια στον λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό μοντερνισμό εκτείνεται όμως και σ’ έναν ακόμα σημαντικό τομέα. Έτσι, αποκρούεται από κοινού ο φορμαλισμός του μοντερνισμού, δηλαδή η βούληση του να διασώσει την τελειότητα της μορφής και την αυτονομία της τέχνης, να διαφυλάξει τις μορφολογικές παραδόσεις μέσα στην τέχνη και να μετατρέψει την τέχνη σε πύργο από ελεφαντόδοντο  ή σε ζεστό, αν και πικρό, καταφύγιο σ’ εποχή μεγάλης ανθρώπινης χρείας. Στον φορμαλισμό μ’ αυτήν την ευρεία έννοια αντιπαρατίθεται τώρα, πάνω στα ίχνη της πρωτοπορίας, το αίτημα της ριζικής αποκοπής από κάθε παράδοση και μορφή καθώς και μιας νέας αρχής, αίτημα του οποίου η νομιμότητα αντλείται από τη σουρεαλιστική αντίληψη για το προ­βάδισμα του συνειρμικού και ασυνείδητου ή αυθόρμητου στοιχείου μέσα στην καλλιτεχνική δραστηριότητα· αυθορμητισμός από την πλευρά του καλλιτέχνη σημαίνει όμως αποσπασματικότητα, τυχαία διάταξη της μορφής η και αμορφία από την πλευρά του καλλιτεχνήματος.  Η μεταμοντέρνα πρωτοπορία στρεφόταν όμως ενάντια στον μοντερνιστικό φορμαλισμό όχι απλώς εξ αιτίας της προγραμματικής της στήριξης στην παλαιά πρωτοπορία, τη θεωρητική αύτη συμφωνία την έκαναν υπόθεση πολύ συγκεκριμένη και επίκαιρη oι δικές της κοινωνικές προϋποθέσεις και οι ιδιαίτερες συνθήκες της γένεσης της.

Τέχνη και ζωή


Φωτό: αρχιτεκτονική δημιουργία του Gaudí στη Βαρκελώνη. Πηγή: http://www.panoramio.com/photo/11866489

Η μεταμοντέρνα πρωτοπορία εμφανίσθηκε μέσα σε κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες έδιναν καινούργια έμφαση, και συνάμα απτές δυνατότητες πραγμάτωσης, στο παλαιό αίτημα της πρωτοπορίας για κατάργηση της διάφορος ανάμεσα σε ανώτερη και κατώτερη τέχνη και για αφομοίωση της τέχνης από τη ζωή. Μόνον η εξισωτική, κινητική και μαζικά καταναλωτική μαζική δημοκρατία μπορούσε να ενστερνιστεί τα συνθήματα της πρωτοπορίας, υποτάσσοντας τα ταυτόχρονα στη λογική της δίκης της λειτουργίας. Μ’ αυτό δεν εννοούμε απλώς, και γενικά, ότι σε μια τέτοια κοινωνία ευδοκιμεί ευκολότερα η περιφρόνηση της παράδοσης ή η λατρεία της κίνησης, της δυναμικής και του αυθορμητισμού, αλλά επίσης, και πιο συγκεκριμένα ακόμη, ότι οι μηχανισμοί της μαζικής κατανάλωσης δημιούργησαν τούς όρους, υπό τους οποίους τα πνευματικά προϊόντα της παλαιάς, προ παντός όμως της μοντέρνας πρωτοπορίας, με μερικές αβαρίες και μερικούς εκχυδαϊσμούς, μπορούσαν να βρουν τον δρόμο για να μπουν στις νοητικές και αντιληπτικές συνήθειες πλατειών μαζών.  Η μαζική κατανάλωση συντελείται μέσω της μαζικής διαφήμισης, της ρεκλάμας και των πλακάτ, δηλαδή μέσω εικόνων και γραφικών σχεδίων, όπου οι εμπνεύσεις, οι ιδέες και τα στερεότυπα της πρωτοπορίας τίθενται στην υ­πηρεσία της αγοράς. Μια κοινωνία, που συνεχώς χρειάζεται γρήγορη και τελεσφόρα υποβολή σε εικόνα και λόγο, δεν μπορεί να αγνοήσει τον συνειρμικό, κοφτό και εμφατικό τρόπο έκφρασης της πρωτοπορίας.

Χάρη στην άμεση η έμμεση σύνδεση της με ζωτικές ανάγκες της μαζικής δημοκρατίας, η μεταμοντέρνα πρωτοπορία κέρδισε τον αγώνα της ενάντια στον φορμαλισμό του λογοτεχνικού-καλλιτεχνικού μοντερνισμού και επικράτησε. Οι αισθητικές μέριμνες και επιφυλάξεις με την παλαιά έννοια παραμερίσθηκαν κατά μέγα μέρος, το Kitsch και το αφελές αποκαταστάθηκαν κι οι καλλιτέχνες εντάξανε στα έργα τους μοτίβα της λαϊκής φιλολογίας ή των εικονογραφημένων περιοδικών. Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε με κάποια υπερβολή ότι ο λογοτεχνικός-καλλιτεχνικός μεταμοντερνισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πρωτοπορία (και εν μέρει ο μοντερνισμός) που έχει μεταμορφωθεί σε Kitsch, εν πάση περιπτώσει δεν ήταν σύμπτωση το ότι ακριβώς σ’ αυτές τις δεκαετίες συζητήθηκε τόσο συχνά και έντονα το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα σε τέχνη και μαζική κουλτούρα.

Pop Art

"Η κατάργηση της τέχνης ακριβώς διά μέσου της σύμφυσης της με τον κόσμο των εμπορευμάτων η με τις παραστάσεις του καταναλωτή συνεπάγεται προφανώς μιαν αισθητική ανατίμηση ή έναν εξωραϊσμό της μαζικής κατανάλωσης, η οποία τώρα πλουτίζεται με μια λεπτότερη ηδονιστική διάσταση. Αλλά και το αντίστροφο: η δυνατότητα να μετατραπούν σε καλλιτέχνημα τα πάντα, ακόμα και τα παλιοσίδερα, σημαίνει ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν εμπορεύματα, έφ' όσον μάλιστα στη μαζικά καταναλωτική μαζική δημοκρατία τα καλλιτεχνήματα γίνονται εμπορεύματα όσο ποτέ άλλοτε."

Στο φαινόμενο της Pop Art γίνονται πρόδηλες και οι δύο βασικές όψεις του προβλήματος της τέχνης μέσα στη μαζικά καταναλωτική μαζική δημοκρατία. Αφ’ ενός εδώ έγινε η προσπάθεια να καλυφθεί το χάσμα ανάμεσα σε αισθητικό και μη αισθητικό, έξοχο και τετριμμένο στοιχείο, αφ’ ετέ­ρου περιγράφτηκε κατά προτίμηση ο κόσμος της κατανάλωσης και των καταναλωτικών αγαθών, δηλαδή αντικείμενα, τα οποία είναι βέ­βαια οικεία και ανήκουν στο καθημερινό περιβάλλον του σημερινού ανθρώπου, αλλά όταν αποκόπτονται από το περιβάλλον αυτό και παρασταίνονται μεμονωμένα διεκδικούν την αξία του τυπικού και πάνε να πούνε κάτι για τις συνθήκες της σύγχρονης μαζικής ζωής. Ο νηφάλιος πραγματισμός της παρουσίασης θυμίζει τα ντανταϊστικά ready made και ταυτόχρονα υποδηλώνει ότι η εξωτερική και η καλλιτεχνική πραγματικότητα καλύπτονται αμοιβαία και ολότελα, ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν τέχνη η μάλλον είναι τέχνη. Η θεώρηση των αντικειμένων του κόσμου της κατανάλωσης ως καλλιτεχνημάτων και η κατάργηση της τέχνης με την αστική έννοια του όρου αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η καλλιτεχνική ευαισθησία μπορεί τώρα να αναφέρεται στα πάντα και να ενεργοποιείται σε κάθε πλαίσιο, κάνοντας το όμως αυτό σχετικοποιεί τόσο τη σημασία του αντικείμενου όσο και την εκάστοτε επιλογή της, βλέπει τη σχέση της με τον κόσμο και με τον εαυτό της ως παιγνίδι και ξέχνα εντελώς την αστική σοβαρότητα. Σε τούτη τη διασταύρωση της Pop Art και της πρωτοπορίας βρίσκεται ο πυρήνας του μεταμοντερνισμού ως συνδυαστικής, η οποία παρακάμπτει αμέριμνα τον αστικό αισθητικό κανόνα και στρέφεται πρόσχαρα προς την καθημερινή ζωή της μαζικής δη­μοκρατίας. Το merveilleux quotidien, στο όποιο οι σουρεαλιστές στήριζαν την καλλιτεχνική νομιμοποίηση του τετριμμένου και κοινότοπου, ξεθωριάζει εν μέρει, όμως εξακολουθεί να παραμένει κάπου στο βάθος.

Η κατάργηση της τέχνης ακριβώς διά μέσου της σύμφυσης της με τον κόσμο των εμπορευμάτων η με τις παραστάσεις του καταναλωτή συνεπάγεται προφανώς μιαν αισθητική ανατίμηση ή έναν εξωραϊσμό της μαζικής κατανάλωσης, η οποία τώρα πλουτίζεται με μια λεπτότερη ηδονιστική διάσταση. Αλλά και το αντίστροφο: η δυνατότητα να μετατραπούν σε καλλιτέχνημα τα πάντα, ακόμα και τα παλιοσίδερα, σημαίνει ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν εμπορεύματα, έφ’ όσον μάλιστα στη μαζικά καταναλωτική μαζική δημοκρατία τα καλλιτεχνήματα γίνονται εμπορεύματα όσο ποτέ άλλοτε. Με τη διεύρυν­ση της έννοιας του καλλιτεχνήματος διευρύνεται έτσι ο κόσμος των εμπορευμάτων σε μια πραγματικότητα, της οποίας ο χαρακτήρας προσδιορίζεται από τις μάζες των εμπορευμάτων, η ολοκληρωτική απορρόφηση της τέχνης από την πραγματικότητα τελικά θα πρέπει να ισοδυναμεί με την ολοκληρωτική μετατροπή της τέχνης σε εμπόρευμα. Φτάνουμε έτσι στην πρακτική εφαρμογή του παλαιού αιτήματος της πρωτοπορίας για κατάργηση της τέχνης ή για ταύτιση της τέχνης με τη ζωή. Από κοινωνιολογική άποψη, στο αίτημα τούτο εκφράστηκε η αστικοδημοκρατική επιθυμία ισοπέδωσης όλων των ιδεατών βαθμίδων δικαιοδοσίας, οι οποίες στην αστική-προδημοκρατική εποχή φαίνονταν εν μέρει ν’ αντικατοπτρίζουν και έν μέρει να επιρρώνουν (σ.σ.= ενισχύουν, δυναμώνουν)  τις κοινωνικές διαφορές και διαβαθμίσεις· oι ιεραρχίες στον χώρο της τέχνης οφείλουν τώρα να γκρεμισθούν με την ίδια έννοια και την ίδια συνέπεια όπως και οι ιεραρχίες μέσα στην κοινωνία.

 

* To κείμενο είναι απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο του Π. Κονδύλη Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Κείμενα του Π.Κ. μπορείτε επίσης να βρείτε εδώ και βέβαια στο ομώνυμο προσεγμένο ιστολόγιο.

 

ΠΗΓΗ: 09-09-2010, http://eranistis2.wordpress.com/2010/09/09/….B6/

Κατά Νίτσε – έκδοση του Αντιχρίστου ΙΙ

Κατά Νίτσε, με αφορμή την έκδοση του Αντιχρίστου* – Μέρος ΙΙ

 

Του Σωτήρη Γουνελά


 

«Καλλιτέχνης χωρίς πίστη είναι σαν ζωγράφος τυφλός εκ γενετής»

Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο, σ. 60-61.

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

Έτσι επέρχεται σιγά-σιγά η παραμόρφωση της χριστιανικής αγάπης, εδραιώνεται ο νεωτερικός φιλανθρωπισμός, (ακόμη και ο Καντ χαρακτηρίζει  την αγάπη ‘μια αισθησιακή συγκίνηση παθολογικής τάξεως’), φτάνοντας  σε μια άχρωμη και γλυκερή αγάπη εναντίον της οποίας ξεσηκώνεται ο Νίτσε, χωρίς να μπορέσει η να θελήσει να διακρίνει την αυθεντική χριστιανική αγάπη από τις παραμορφώσεις της και την έκπτωσή της σε στείρα ηθική.

Εγείρονται βέβαια τεράστια ζητήματα τα οποία δεν τελειώνουν με τη δική μου σύνοψη μιας πραγματικότητας που αντιστοιχεί σε ιστορία αιώνων και μάλιστα εκεί στη Δύση. Και προκύπτουν ερωτήματα όπως: Πόσο εδώ στην Ελλάδα είμαστε ενήμεροι αυτών των ζητημάτων και μπορούμε να διαφοροποιηθούμε πάνω στη βάση μιας άλλης ιστορικής συνέχειας που είναι η ελληνική και ορθόδοξη-χριστιανική, περασμένη από τη βυζαντινή περίοδο και τα βιώματα των λαών της χιλιετούς αυτοκρατορίας, για την οποία οι περισσότεροι θεολόγοι της εποχής του Νίτσε και όχι μόνο αυτής (ενν. και φιλόσοφοι και ποιητές και επιστήμονες) είτε δεν έχουν ιδέα, είτε έχουν ελάχιστη;

Γενικεύοντας θα έλεγα ότι ο Νίτσε πολεμά τον ίδιο τον Χριστό και όχι έναν παρακμασμένο και αλλοιωμένο χριστιανισμό. Όσο για το «θάνατο του Θεού των χριστιανών», «το τέλος  της μεταφυσικής και των αξιών της» κλπ., επειδή σε σημαντικούς διανοητές έλληνες (Χρ. Μαλεβίτση, Χρ. Γιανναρά αν όχι και  Στ. Ράμφο)  πέρασε όντως η ίδια αντίληψη ότι στον Νίτσε αυτά είναι πιο πολύ  δ ι α π ί σ τ ω σ η  για την κατάσταση της εποχής του αν όχι και προφητεία, ίσως ήρθε ο καιρός να ειπωθεί ρητά ότι μια τέτοια αντίληψη μάλλον συσκοτίζει τα πράγματα όσον αφορά  την περίπτωση του αν δεν τα εξωραϊζει. Δεν χρειάζεται  παρά μια ανάγνωση του Αντίχριστου για να καταλάβουμε  ότι ο Νίτσε όχι μονάχα  διαπιστώνει τον «θάνατο του Θεού» και το «τέλος της μεταφυσικής» αλλά θεωρεί ότι η παρακμή – μεταφυσική ή άλλη – άρχισε με τον Σωκράτη, συνεχίστηκε με τον  Ιουδαϊσμό και κορυφώθηκε με το Χριστιανισμό. Όλο το «ressentiment» (μνησικακία) για το οποίο καταγγέλλει  τους χριστιανούς, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον κατοικεί και τον ωθεί στην δική του επίθεση. Είναι ποτισμένος με το δηλητήριο που όντως πρόσβαλε τους χριστιανούς της Ιεράς Εξέτασης και όσους άλλους μετέτρεψαν την Εκκλησία της Αγάπης σε σφαγείο (περιλαμβανομένων και των σταυροφόρων). Είναι άραγε τυχαίο ότι ποτέ δεν αναφέρει λέξη για τέτοια πράγματα;

Θα μπορούσα να ισχυριστώ, χωρίς να θέλω τώρα να το αναπτύξω, ότι ο Νίτσε είναι η προσωποποίηση της μνησικακίας κι ας λέει ότι θέλει για τα «ελεύθερα πνεύματα» στα οποία ανήκει και για τον «υπεράνθρωπο» που πρεσβεύει. Ούτε είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα γραπτά του έδωσαν αφορμή για να προωθηθεί η θεωρία της «αρίας φυλής» και ο εξολοθρεμός των Εβραίων χάρη στον  Χίτλερ που εφάρμοσε κατά γράμμα ορισμένες υποδείξεις του Νίτσε, ακόμη κι αν τους έδωσε μια κτηνώδη και ωμή διάσταση που δεν υπήρχε σ’ εκείνον.  Όλο το ζήτημα του Νίτσε είναι η «βούληση για δύναμη», μια μανιακή επιδίωξη υπέρβασης κάθε ορίου που εν τέλει τον οδηγεί στην εξουθένωση και αποδείχνει σαφέστατα τη ματαιοπονία της προσπάθειας.  Αυτή ήταν «η απελευθέρωση της δημιουργικής όψης του» και η πραγμάτωση του αληθινού του «είναι». Ποιο ήταν το αληθινό του είναι; Το βύθισμα μέσα στην άνοια; Αυτή ήταν η δύναμη του «υπερανθρώπου»; Και τί είναι πάλι αυτή η διατύπωση η δύναμη του «υπερανθρώπου»; Ή εκείνη ή άλλη διατύπωση (του Νίτσε) «Το ουσιώδες είναι η ίδια η πραγματικότητα»; Ποια είναι αυτή η περιβόητη πραγματικότητα, στην οποία πρέπει να σκύψουμε το κεφάλι, να της υποταχτούμε, να προσαρμοστούμε απόλυτα μαζί της; Ό,τι υπάρχει στο ρεύμα της ζωής, από το άγριο κύμα ως την καταιγίδα, μπορεί να αποτελέσει κριτήριο ζωής και ανάπτυξη του ανθρώπου σε υψηλό επίπεδο ή αποτελεί κάτι σαν εγκλωβισμό στην «άγρια φύση» και προσπάθεια να την συναγωνιστούμε και να γίνουμε χειρότεροι από αυτήν, πιο δυνατοί – υποτίθεται – «υπεράνθρωποι»;

Παρ’ όλα αυτά θα μπορούσε κανείς να υπερασπιστεί τον αριστοκρατισμό του, όχι στην αρνητική του όψη, αλλά στη θετική: την ανάγκη δηλαδή κριτηρίων (προερχόμενων από παιδεία, καλλιέργεια, φυσικό χάρισμα, γενναιοψυχία κλπ.), την ανάγκη ‘ψυχικής φτιαξιάς’, όπως γράφει κάπου ο Ταρκόφσκι, που να μπορεί να αντισταθεί στην ισοπέδωση των αξιών. Ισοπέδωση που συνέβη με την είσοδο των μαζών στην ιστορία και του γενικευμένου εκδημοκρατισμού που απαιτεί ‘ισότητα’ στο γράμμα, πράγμα ολότελα στείρο, πολτοποιεί τον άνθρωπο και τον στερεί την πνευματική του ανάπτυξη και πραγμάτωση. Το λάθος του Νίτσε είναι ότι φόρτωσε το Χριστιανισμό μ’ αυτή την ‘ισότητα’, ενώ είναι προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης. Η Επανάσταση αυτή μπορεί να απελευθέρωσε τις μάζες από τον ζυγό άλλων τάξεων, αλλά καλλιέργησε την απάτη ότι αυτή είναι όλη κι όλη η ‘πελευθέρωση’: κοινωνική και ατομική. Ο άνθρωπος ως ελεύθερο κοινωνικό όν, και ως ελεύθερο άτομο-πολίτης. Τίποτε άλλο. Με κομμένο το όραμα του ουρανού, βουτηγμένος σε απόλυτο μεταφυσικό κενό, απαιτεί λυσσαλέα τα δικαιώματά του, μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια: πνευματικά νεκρός.

Να τι δεν φαίνεται να συνέλαβε ο Νίτσε: ότι με το πέρασμα του χρόνου, η αλλοίωση και η παραμόρφωση της χριστιανικής Αλήθειας και Παράδοσης και η εκλογίκευσή της παρέδωσε τον άνθρωπο στις φαντασιώσεις της λογικής του, που θέλει πάση θυσία να ερμηνεύσει τα πάντα μόνο ρασιοναλιστικά, μεγεθύνοντας στο έπακρο την ανθρώπινη διάνοια, καταργώντας κάθε μυστηριακή διάσταση και κάθε σάρκωση του Λόγου. Μηδενίζοντας το γεγονός του σαρκωμένου Θεού, ο άνθρωπος ξαναγυρνά σε ένα γιγαντισμό του Λόγου, θεοποιεί το Λόγο χωρίς Θεό αυτή τη φορά, θεοποιώντας συνάμα τον εαυτό του. Αυτό που ο Νίτσε φτάνει να ζητήσει ως ‘μεταστοιχείωση των αξιών’ βρίσκεται μέσα στην… Εκκλησία! Ο Χριστός ‘ποιεί καινά τα πάντα’, μεταστοιχειώνει και ανακαινίζει ακριβώς τις ανθρώπινες  φθαρμένες αξίες.

Ο Νίτσε δέσμιος του αρχαιοπρεπούς αριστοκρατισμού του και περιφρονητής ο,τιδήποτε εβραϊκού και χριστιανικού (το τελευταίο παρέλαβε και ο ίδιος κολοβωμένο, καλβινοποιημένο και ευσεβιστικό), έχοντας πλήρη άγνοια της βυζαντινής χιλιετίας αλλά και της αδιαίρετης Εκκλησίας, φαντάστηκε τη ‘μεταστοιχείωση’ να γίνεται στο μέλλον,  φαντάστηκε ότι δεν έχει γίνει. Ότι η ‘ανακαίνιση’ της ζωής που καλεί και φέρνει ο Χριστός σβήστηκε από τους αστοιχείωτους όχλους (τα ‘τσάνταλα’ των Ινδών, όπως τα αποκαλεί) της εποχής εκείνης και τους κληρονόμους τους, οπότε μόνος και έρημος, περιπλανώμενος στα όρη και στα άγρια βουνά, αυτοχρίεται προφήτης μιας πραγματικότητας που ήρθε στη Γη και αυτός δεν πήρε είδηση τις διαστάσεις Της!

Αντί να τα βάλει με τους παραμορφωτές της αυθεντικής διδασκαλίας και Εκκλησίας, ταύτισε Εκκλησία, Εβραίους, Χριστό, αποστόλους και παραμορφωτές, με μια λέξη Θεό και ανθρώπους και τους πέταξε στον  αρχαιοελληνικό του καιάδα, ανασύροντας μέσα από την παιδεία του ξανά την αρχαία γνώση, εξ ου και η εμμονή του στην Αναγέννηση και η στροφή του σε αυτήν. Είναι δυνατόν τόσα χρόνια από τότε που μεσουράνησε να μη βλέπει κανείς ότι ο ‘υπεράνθρωπός’ του είναι μια ‘πρωτότυπη’ (λόγω ‘Ζαρατούστρα’) επιστροφή στην  ευρωπαϊκή αναγέννηση; Τί λογής ‘μεταστοιχείωση αξιών’ είναι αυτή που μας γυρνά πίσω σε ορισμένη ιστορική περίοδο και δοσμένο κοσμοείδωλο και που συνοδεύεται μάλιστα από εκθειασμό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που κατ’ αυτόν μεγάλυνε τον άνθρωπο; Δεν είχε ακούσει ποτέ για ρωμαϊκή θηριωδία και για στρατοκράτισσα Ρώμη;

Αφήνοντας για άλλη φορά την κριτική του Νίτσε για φιλοσόφους τύπου Καρτέσιου, αλλά και την έξοχη κριτική του στην ιδέα του Κράτους, σταματώ εδώ, αφού παραθέσω την ακόλουθη μονοκοντυλιά από ένα σπουδαίο βιβλίο που εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα: «Αυτό που οι νεώτεροι φιλόσοφοι ονομάζουν ηθική (λέξη που δε χρησιμοποιώ σχεδόν ποτέ) και στην οποία αφιερώνουν μάλιστα ιδιαίτερο κεφάλαιο στη φιλοσοφία τους, δεν έχει καμιά σχέση με το Χριστιανισμό. Θαυμαστά και επιγραμματικά την αλήθεια αυτήν τη διατυπώνει ο Μπλέηκ: ‘If Morality was Christianity, Socrates was the Saviour’ (Μπορεί αυτός να είναι ένας από τους λόγους που ο Νίτσε δεν κατάλαβε γρυ και από το Χριστιανισμό και από το Σωκράτη)». Ζήσιμου Λορεντζάτου, Collectanea, C 494, σ. 250, Δόμος 2009).  

 

* Εισαγωγή Κ. Δεληκωσταντής, Μετ.-Προλ.-Σημ.-Γλωσσάριο Βαγγ. Δουβαλέρης, Φιλ. Θεώρηση Δημ. Πολυχρονάκης, γεν. επιμέλεια-Επίμετρο Κ. Μπελέζος, εκδ. ‘Ιδεόγραμμα’, Αθήνα 2007.

 

ΠΗΓΗ: Πρωτοδημοσιεύτηκε στη Σύναξη τχ 118, σελ. 96-103. Το είδα: Πέμπτη, 15 Δεκέμβριος 2011, Αντίφωνο.

Κατά Νίτσε – έκδοση του Αντιχρίστου Ι

Κατά Νίτσε, με αφορμή την έκδοση του Αντιχρίστου* – Μέρος Ι

 

Του Σωτήρη Γουνελά

 


«Καλλιτέχνης χωρίς πίστη είναι σαν ζωγράφος τυφλός εκ γενετής»

Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο, σ. 60-61.

 Όταν έγραφα την  Κρίση του πολιτισμού  είχα ήδη σημειώσει στην εισαγωγή ότι τρία πρόσωπα, ο Μαρξ, ο Νίτσε και ο Φρόυντ έστρωσαν το δρόμο στον σύγχρονο αποχριστιανισμό των κοινωνιών. Τους αφιέρωσα χωριστές ενότητες αλλά όσον αφορά τον Νίτσε δεν ασχολήθηκα εκεί παρά με τα θετικά του.  Εννοώ τον τρόπο που αντιμετώπιζε το ζήτημα της παιδείας ειδικά μέσα από τα  Μαθήματα για την παιδεία**  που είχαν στο μεταξύ εκδοθεί και στα ελληνικά. Σήμερα μελετώντας την πρόσφατη έκδοση του  Αντίχριστου  ξανακοίταξα και άλλα βιβλία του και αποφάσισα να μιλήσω εκτενέστερα για την περίπτωση του σε καιρούς μάλιστα που η συμβολή του στον αποχριστιανισμό του κόσμου φαίνεται πολύ πιο καθοριστική και απαιτεί ξαναδιάβασμα του όλου έργου.

Σήμερα μελετώντας την πρόσφατη έκδοση του Αντίχριστου ξανακοίταξα και άλλα βιβλία του και αποφάσισα να μιλήσω εκτενέστερα για την περίπτωση του σε καιρούς μάλιστα που η συμβολή του στον αποχριστιανισμό του κόσμου φαίνεται πολύ πιο καθοριστική και απαιτεί ξαναδιάβασμα του όλου έργου.

Παρενθετικά σημειώνω, για όσους δεν ξέρουν, ότι το τρίπτυχο Μαρξ-Νίτσε-Φρόυντ θριάμβευε τη δεκαετία του εξήντα και εβδομήντα στη Γαλλία (το μαρτυρούν αν μη τι άλλο  τα γεγονότα του Μάη του ’68) και πώς το έργο διανοητών σαν τον Deleuze, τον Lyotard και άλλους που φιγουράρουν σε σημερινές βιβλιογραφίες των νεωτέρων θεολόγων μας, στο βάθος αποτελεί απόπειρα σύνθεσης (επί το επαναστατικότερον) του έργου εκείνων. Αλλιώς  γράφει κανείς για βιβλίο γραμμένο στην εποχή μας και εκδομένο στις μέρες μας και αλλιώς για βιβλίο του 1888 με τον ηχηρό τίτλο Ο Αντίχριστος όταν μάλιστα συγγραφέας του είναι  ο Νίτσε. Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι το πνεύμα του Νίτσε – με αρκετή εκλαίκευση βέβαια αλλά και αρκετές παρανοήσεις – έχει διαποτίσει στις μέρες μας το ευρωπαϊκό αν όχι και το ελληνικό στερέωμα. Πόσοι και ποιοί τον έχουν μελετήσει στην Ελλάδα είναι άλλο ζήτημα,  θα βρεθούν πάντως αρκετοί πρόθυμοι να υπερθεματίσουν εν ονόματί του. Ο ίδιος ο Νίτσε, μιλώντας στον πρόλογό του για τον Αντίχριστο, λέει ότι «ανήκει στους πολύ λίγους» από τους οποίους «ίσως δεν ζει κανείς τους ακόμα»!

Όσοι έχουν έστω και λίγο ασχοληθεί μαζί του θα ξέρουν ότι κατέχεται από έναν αριστοκρατισμό που υποτίθεται ότι προέρχεται από τον αρχαιοελληνικό κόσμο, αριστοκρατισμό που δεν μπορεί επ΄ουδενί να δεχτεί το ευαγγελικό κήρυγμα και μάλιστα την παύλεια ρήση «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ ¨Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ¨ πάντες δε υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού.» (Γαλ. 3, 27). Βασικό θέμα που τον ενδιαφέρει κυρίως στη Γενεαλογία της ηθικής, αλλά και στον Αντίχριστο είναι η ‘υψηλοφροσύνη’, η επιδίωξη της κυριαρχίας ενός ανώτερου ανθρώπινου όντος, ‘δυνατού’, ‘υπερβόρειου’, εκτός ‘νεωτερικότητας’, έξω από την ‘ευτυχία των αδυνάτων’, έξω από την ‘αδυναμία’, την ειρήνη, την συμπόνια. Με δυο λόγια ο ανώτερος τύπος που ζητάει ο Νίτσε είναι «ο εκ διαμέτρου αντίθετος» στο «κατοικίδιο ζώο, το αγελαίο, το άρρωστο ζώο άνθρωπος», «τον χριστιανό…» (σ. 37).

Φοβάμαι ότι η προσέγγιση του Νίτσε στο χριστιανισμό αφορά ένα κομμάτι του και μάλιστα το πιο λειψό, κολοβωμένο, στερημένο αληθινού πνεύματος.  Άλλωστε, τί πάει να πει ‘προσέγγιση του χριστιανισμού’, παρά προσέγγιση μιας ιδεολογίας ή μιας θεωρίας; Εάν δεν είσαι  μ  έ σ α, όχι στον χριστιανισμό, αλλά στην Εκκλησία, ως πνευματικό γεγονός και μυστήριο, για ποιό πράγμα θα μιλήσεις και σε ποιά Αλήθεια θα εναντιωθείς; Δεν υπάρχει μια αθεράπευτη αντίφαση να εφαρμόζεις μια ανελέητη ρασιοναλιστική αν όχι και θετικιστική ανάγνωση στα Ευαγγέλια κι από την άλλη να ‘επενδύεις’ στην πρωτογενή κατάσταση την ‘πέραν του καλού και του κακού’, δηλαδή πέραν της συνείδησης;

Και μόνο το γεγονός ότι θεωρεί τον Χριστό «άγιο αναρχικό που ξεσήκωσε τον κατώτερο λαό, τους απόβλητους και τους αμαρτωλούς, τους  εντός του Ιουδαισμού ενάντια στην άρχουσα τάξη» (σ. 73), παραγνωρίζοντας παντελώς ακόμη και τη μαρτυρία των Ευαγγελίων για τη στάση του ρωμαίου διοικητή Ποντίου Πιλάτου απέναντί του και φυσικά τη ρήση του ίδιου του Χριστού «η βασιλεία η εμοί ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου», δείχνει το μέγεθος της π α ρ α ν ά γ ν ω σ η ς που επιχειρεί. Είναι τέτοια η προσκόλλησή του στη σημασία που έχει η διατήρηση του αριστοκρατικού καθεστώτος και ιδεώδους ή, αν θέλετε, η εμμονή του στην ταξική διαφορά και στην πάση θυσία συντήρηση των εξαθλιωμένων μαζών στο ίδιο σταθερό σημείο, που δεν μπορεί να δει ούτε καν τη διάκριση που κάνει ο Παύλος μεταξύ ‘κυρίου’ και ‘δούλου’. Για τον Χριστό, όπως και για τον Παύλο, προέχει η ‘απελευθέρωση’ του ανθρώπου από τον πνευματικό θάνατο και την υποδούλωση στα πάθη: δεν προέχει η εξίσωση κυρίων και δούλων. Αυτό, είτε αρέσει στους σημερινούς χριστιανούς, είτε δεν αρέσει, δεν αποτελούσε στην ουσία για την Εκκλησία άμεση προτεραιότητα. Η ποιότητα της ζωής εξαρτάται κατά το Ευαγγέλιο από τη σχέση με το Πρόσωπο του Λόγου που ενανθρώπησε, όχι από τη σχέση κυρίων-δούλων, που στάθηκε για τον  Νίτσε η μεγαλύτερη ίσως αφορμή απόρριψης της χριστιανικής παράδοσης.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να παραθέσω απόσπασμα του γερμανού φιλόσοφου Μαξ Σέλλερ. Είναι από το βιβλίο του Ο μνησίκακος άνθρωπος”, (μετ. Κωστή Παπαγιώργη, Ίνδικτος, 2002), πρωτογραμμένο το 1912 με εξαιρετικές παρατηρήσεις πάνω στη διαφορά αρχαιοελληνικού έρωτα και χριστιανικής αγάπης αλλά και βαθιά κριτική των αντίχριστων θέσεων του Νίτσε. Γράφει: «…είναι μεγάλη πλάνη να εννοούμε το χριστιανισμό με βάση λίγο πολύ απόμακρες αναλογίες με ορισμένα σημερινά δημοκρατικά κινήματα, και να μετατρέπουμε τον Ιησού, …σε ένα είδος ‘λαϊκού  δικαστή’, σε ένα είδος ‘κοινωνικού πολιτικού’, σε έναν άνθρωπο που ξέρει τι πρέπει να προσφέρουμε στους ενδεείς και στους απογυμνωμένους, σε έναν ‘Αντι-Μαμμωνά’ που εχθρεύεται κάθε οικονομικό σύστημα. Αυτή η εικόνα του Ιησού, ευρύτατα διαδεδομένη την εποχή του Νίτσε, έπαιξε μεγάλο ρόλο στην εκπόνηση της άποψής του και εξηγεί γιατί πίστεψε, πλήττοντας τον νεωτερικό σοσιαλισμό και κομμουνισμό, ότι πλήττει ταυτόχρονα τη χριστιανική ηθική και το  πνεύμα της. Έτσι, είτε εξαίρουμε είτε υποβιβάζουμε τον Ιησού και τη χριστιανική αρχή, επειδή προεικόνιζαν τις σοσιαλιστικές ή δημοκρατικές τάσεις της νεωτερικής ιεραρχίας αξιών, πέφτουμε σε πλάνη, γι’ αυτό άλλωστε το αξίωμα στο οποίο βασίζεται ο Νίτσε και οι ‘σοσιαλιστές’ είναι άκυρο. Παρόμοια, ο χριστιανισμός δεν υποστήριξε ποτέ την  ‘ισότητα των ψυχών ενώπιον του Θεού’  όπου ο Νίτσε εντόπισε τη ρίζα κάθε δημοκρατίας, αν με αυτή εννοούμε τη δράση του  Θεού ο οποίος αποκαθαίρει την π ρ α γ μ α τ ι κ ή αξία του ανθρώπου από ψευδο-αξίες που γεννήθηκαν από τις περιστάσεις, τις μικρότητες, τις αποτυφλώσεις και τα επιμέρους συμφέροντα» ( ο. π. σ. 98-99).

Τα παραπάνω σημαίνουν συνακόλουθα ότι η επίθεσή του κατά της ‘χριστιανικής ηθικής’ ισχύει για τον συμβατικό-κοινωνικό χριστιανισμό και προπαντός της εποχής του, πάντως ούτε με το Χριστό έχει σχέση, ούτε με τον Παύλο, ούτε με τους Πατέρες, τουλάχιστον της ορθόδοξης Εκκλησίας. Η διατύπωσή του: «Ο ‘πρώτος Χριστιανός’ – πολύ φοβάμαι κι ο ‘τελευταίος Χριστιανός’ επίσης, τον οποίο μπορεί πιθανώς και να προλάβω -, είναι (από πλευράς ενστίκτου) επαναστάτης κατά παντός προνομιούχου: η ζωή του, ένας αγώνας για ‘ίσα δικαιώματα’» (σ.107), αποτελεί πυροτέχνημα ψεύδους ή λάθους. Ωστόσο, αποτελεί μέγα παράδοξο στο βιβλίο, το περιεχόμενο των σελίδων 74-85, όπου ο Νίτσε δηλώνοντας στην αρχή «Εκείνο που ενδιαφέρει εμένα είναι ο ψυχολογικός τύπος του Λυτρωτή» (σ.74) από τη μία αναγγέλλει την προσήλωσή του σε μια ψυχολογική ερμηνεία του Χριστού και της πραγματικότητας που τον αφορά άμεσα, με όλα όσα μπορεί να συνεπάγεται μια τέτοια ερμηνεία, και από την άλλη καταφέρνει όντως-μοναδική φορά στο βιβλίο αν όχι σε όλα τα βιβλία του- να αγγίξει ορισμένες βαθιές χριστιανικές αλήθειες.

Λόγου χάρη: «Τι σημαίνει ‘χαρμόσυνο άγγελμα’; Η αληθινή ζωή, η αιώνια ζωή ευρέθη – δεν είναι υπόσχεση, είναι παρούσα, είναι ε ν τ ό ς υ μ ώ ν: ως ζωή αγάπης, της αγάπης που δεν αφαιρεί, δεν αποκλείει, δεν αποστασιοποιεί.» (σ.75). Τα παιχνίδια της φυσιολογίας τα οποία παίζει παρακάτω και τα περί  ‘αφής’ και ‘επαφής’ απ’ όπου ανάγεται σε «ένστικτο μίσος κατά πάσης απτής πραγματικότητας, ως μια φυγή προς το ‘ακατάληπτο’, το ‘ασύλληπτο’,… ως μια ζωή εξασκημένη σε έναν κόσμο που καμιά πραγματικότητα πια δεν τον αγγίζει» (σ.75-76), που εννοείται αφορούν τον Χριστό, δεν μπορεί να ισχύουν. Θα αρκούσε να αναλογιστούμε την τόσο συχνή επαφή του με τους πάσχοντες που θεράπευε, το συγχρωτισμό του με τον όχλο – που περιφρονεί ο Νίτσε – για να μην αναφέρω το λαμπρό παράδειγμα ‘αφής’ όταν τον πλησιάζει η αιμορροούσα του Ευαγγελίου και θεραπεύεται αγγίζοντας το χιτώνα του,  ενώ εκείνος μέσα στο συνωστισμό ρωτά «τις  μου ήψατο των ιματίων;» προκαλώντας την έκπληξη των μαθητών. Το ‘ακατάληπτο’ και το ‘ασύλληπτο’ στην περίπτωση του Χριστού συνδυάζεται με απέραντη ευαισθησία, με απέραντη ‘αφή’.

Ωστόσο, επανερχόμενος στην σημασία των σελίδων που ξεχώρισα πριν, θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι στο βιβλίο υπάρχουν δύο κύρια επίπεδα: αυτό που αφορά το Πρόσωπο Χριστός και που ο Νίτσε – τι σημαίνει άραγε αυτό; – αποφεύγει να τον αποκαλέσει έτσι χρησιμοποιώντας συνήθως τη λέξη «Λυτρωτής», και υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο που αφορά την παραμόρφωση της διδασκαλίας ή μάλλον της πρότασης ζωής που έκανε. Παραμόρφωση που αρχικά, κατά τον Νίτσε, οφείλεται στο οχλοπρεπές περιβάλλον του και αργότερα σε άλλους παράγοντες. Ωστόσο, είναι τέτοιο το μένος του γενικά κατά του Χριστιανισμού, που αυτές οι ξεχωριστές σελίδες που φανερώνουν όντως Αλήθειες του Χριστού, πνίγονται μέσα σ’ ένα κυκεώνα καταγγελιών και κατηγοριών αλλά και οικοδόμησης επιχειρημάτων και αποδείξεων, ώστε να συντριβεί ο υπεύθυνος για όλα τα κακά του κόσμου και προπαντός για την συμπόνοια, την δηλητηρίαση με την ηθική των δούλων, με την ηθική της παρακμής, με την απατηλή γλώσσα του ιερέα κλπ.

Σε όλο σχεδόν το βιβλίο έρχεται και ξανάρχεται ο όρος decadence, γραμμένος γαλλιστί που μεταφράζεται παρακμή, και την οποία ο Νίτσε «διάβαζε» στην ευρωπαϊκή ιστορία (αν μπορούμε να το πούμε) από τον καιρό του Σωκράτη. Κάπου ο Χριστός χαρακτηρίζεται «ο πιο ενδιαφέρων από όλους τους «decadents», «decadent» ωστόσο. Αυτή η λέξη με τις παραδηλώσεις  που έχει ειδικά σήμερα, τις οποίες παρέλαβε μεταξύ 19ου και 20ου αιώνα, συναπτόμενη με το πρόσωπο του Χριστού ή γενικότερα με την χριστιανική παράδοση, μάλλον γελοία ακούγεται, όχι μόνο σε αυτιά χριστιανών. Θα πρόσθετα εδώ ότι παρά τον αρχαιοελληνισμό του ο Νίτσε παρουσιάζει τεράστια κενά στις αναφορές του σε ελληνοχριστιανικό διάλογο ή συσχέτιση,  εννοιολογικού και γλωσσικού επιπέδου. Έχει «δέσει» απόλυτα τον ιουδαϊσμό με τον χριστιανισμό και δεν αφήνει συνάμα να εισέλθει μέσα τους τίποτα ελληνικό. Περιττό να πω ότι αυτό οφείλεται σε άγνοια, όχι μόνο ιστορικής τάξης αλλά και πατερικής θεολογίας. Ο Ν. αγνοεί παντελώς τους Πατέρες της Εκκλησίας και δή τους κατόχους αρχαιομάθειας (Μέγα  Βασίλειο, Γρηγόριο, Χρυσόστομο κλπ). Αλλά ένας άνθρωπος, με τέτοια γνωστικά κενά (ας αφήσουμε έξω την πίστη), για ποιό χριστιανισμό θα μιλήσει, παρά για ένα κολοβωμένο και παραμορφωμένο χριστιανισμό, ίσως ούτε καν τον χριστιανισμό του Λούθηρου; Και ποιά είναι η κολοσσιαία εκείνη αυταπάτη που τον έχρισε κάτι σαν κεφαλή του αντιχριστιανισμού;

Στην Εισαγωγή του στον Αντίχριστο ο Κ. Δεληκωσταντής γράφει: «είναι αυτονόητο ότι η κριτική της χριστιανικής και της νεωτερικής ηθικής από τον Nietzsche πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τη γενικότερη φιλοσοφική του τοποθέτηση. Πίσω απ’ αυτή βρίσκεται η αρχή ότι ‘ο Θεός είναι νεκρός᾿. Αυτό φυσικά δεν σήμαινε μόνον τον θάνατο του Θεού των χριστιανών, αλλά και το τέλος της μεταφυσικής και των αξιών της, το τέλος του διχασμού  και της διάσπασης της πραγματικότητας σε φυσική και υπερφυσική και των μηδενιστικών συνεπειών της. Στον  χριστιανισμό ο Nietzsche πολεμά την ανθρωπολογική σύγχυση, την εχθρική προς τη ζωή στάση, το ήθος των δούλων, τη μετατροπή του ήθους από έκφραση δύναμης σε έκφραση αδυναμίας και σε ιδεολογική επικάλυψη αυτής της αδυναμίας. Αυτές τις μηδενιστικές τάσεις καταπολεμά και στη νεωτερική ηθική, την οποία θεωρεί συνέχεια του χριστιανισμού.» (σ. 13)

Θα πρέπει να ειπωθεί εδώ ότι πριν από τον Νίτσε ένας άλλος ετοίμασε το δρόμο κι αυτός ήταν ο Λούθηρος. Κατά τον Σέλλερ – «αρνούμενος στην αγάπη έναν πρωταρχικό και υπερφυσικό χαρακτήρα, παράπλευρα προς την πίστη, και θεωρώντας την εσωτερική πράξη της αγάπης ως άχρηστη για τη σωτηρία, πρόδωσε τη χριστιανική ιδέα της αγάπης βαθύτερα και από το θεσμό που καταπολεμούσε, οπότε συνεισέφερε περισσότερο από τον πάπα στη διαμόρφωση του νεωτερικού ανθρωπισμού, για τον οποίο η αγάπη είναι μόνο μια υποκειμενική, ανθρώπινη δύναμη που αποδίδεται στο σώμα και τις αισθήσεις. […] Αφαιρώντας από την οδό της σωτηρίας τον θεμελιώδη παράγοντα της χριστιανικής ηθικής, την αγαπητική πράξη (αγάπη του πλησίον και του εαυτού μας), ο Λούθηρος καθιέρωσε τη ρήξη ανάμεσα στη θρησκεία και στην ηθική-υποβιβάζει την αγάπη σε αμιγώς ανθρώπινη δύναμη, βασισμένη στη φυσική συμπάθεια και έτσι έμμεσα αλλά τελεσφόρα, αναδεικνύεται σε πρόδρομο των μοντέρνων και θετικών ιδεών της ανθρωπότητας και του φιλανθρωπισμού» (ο. π. σ. 124 και 126).

* Εισαγωγή Κ. Δεληκωσταντής, Μετ.-Προλ.-Σημ.-Γλωσσάριο Βαγγ. Δουβαλέρης, Φιλ. Θεώρηση Δημ. Πολυχρονάκης, γεν. επιμέλεια-Επίμετρο Κ. Μπελέζος, εκδ. ‘Ιδεόγραμμα’, Αθήνα 2007.

** Βλ. Σ. Γουνελά, Η κρίση του Πολιτισμού, 4η ενότητα, ‘Φ. Νίτσε: Οι διαλέξεις για την παιδεία και η σημασία τους για μας τους σημερινούς Έλληνες και τους Ευρωπαίους’, εκδ. Αρμός 1997, σσ.113-138. Το βιβλίο περί του οποίου γίνεται λόγος στην ελληνική έκδοση είναι: Φρήντριχ Νίτσε, Μαθήματα για την παιδεία, Μετ.-Προλ.- Σημ. Ν. Σκουτερόπουλος, εκδ. Ροές , 1988.

 

ΠΗΓΗ: Πρωτοδημοσιεύτηκε στη Σύναξη τχ 118, σελ. 96-103. Το είδα: Πέμπτη, 15 Δεκέμβριος 2011, Αντίφωνο.

 

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η επιστροφή των Ρωμιών στην Πόλη – Αλήθειες

Η επιστροφή των Ρωμιών στην Κωνσταντινούπολη και οι Αλήθειες

 

Του Δρ. Νικόλαου Ουζούνογλου*


 

Την  τελευταία  περίοδο  σε τουρκικές αλλά και σε ελληνικές  εφημερίδες συναντώνται συχνά τίτλοι του είδους ‘οι Ρωμιοί της Κωνσταντινουπόλεως επιστρέφουν πίσω λόγω της οικονομικής κρίσης’. Αυτού του είδους οι ‘‘ειδήσεις’’ δεν διαφέρουν και πολύ από τις εσκεμμένες δηλώσεις πολιτικών της Τουρκίας, μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, που θέλοντας να παραπλανήσουν την κοινή γνώμη για τον βίαιο ξεριζωμό  και εκπατρισμό των Ρωμιών προσπαθούσαν  να παρουσιάσουν ως αίτιο της φυγής αυτών τα οικονομικά προβλήματα που βίωνε η τότε Τουρκία.

Πρόκειται για ‘‘ειδήσεις’’ που εσκεμμένα η ασυναίσθητά προκαλούν την εντύπωση ότι οι Ρωμιοί της Κωνσταντινουπόλεως είναι μια καιροσκόπος πληθυσμιακή ομάδα που άγεται και φέρεται από στενά συμφεροντολογικούς υπολογισμούς και η οποία διακατέχεται από μια νοοτροπία που βλέπει ως πατρίδα της τον τόπο  που κερδίζει οικονομικά. Είναι δε αξιοσημείωτο και χρήζει συζητήσεως το ότι κάτι τέτοιες ‘‘ειδήσεις’’ εμφανίζονται ιδίως σε έντυπα που στο παρελθόν είχαν συμβάλει καίρια στην προπαγάνδα στιγματισμού των Ρωμιών ως ‘εσωτερικού εχθρού’.

Μια ερώτηση που συχνά κάνουν στους Ρωμιούς, πολλοί σημερινοί νέοι της Τουρκίας, είναι ‘γιατί φύγατε;’ Σαφώς, την κάνουν επειδή δεν γνωρίζουν τα γεγονότα που έχουν διαδραματιστεί στο παρελθόν και έχουν ως εξής:

1. Η δια μυστικών κυβερνητικών αποφάσεων επιστράτευση σε κάτεργα όλου του μειονοτικού αντρικού πληθυσμού, ηλικιών μεταξύ 18-45,  ως στρατιωτών-εργατών  στην κατασκευή δρόμων και οχυρωματικών έργων σε πολύ σκληρές συνθήκες το 1941-42.

2. Ο  οικονομικός αφανισμός  των μειονοτικών δια της επιβολής ενός ειδικού  βαρύτατου κεφαλικού  φόρου γνωστού ως Βαρλίκ Βεργκισί 1942-44. Η με απόφαση του ηγέτη μονοκομματικού κράτους επιβολή των φόρων αυτών και η καταδίκη όσων αδυνατούσαν να καταθέσουν τα ποσά αυτά σε κάτεργα, στο Aşkale. Με συνοπτικές, μάλιστα, διαδικασίες και εντός ολίγων ημερών. Σε περίπτωση που ο ‘υπόχρεος’ δεν είχε να δώσει τα απαιτούμενα ποσά, τα υπάρχοντά του δημοπρατούνταν και αν το προκύπτων χρήμα δεν ήταν του ύψους του απαιτούμενου ποσού αποστέλλονταν, εν μέσω βαρυχειμωνιάς, στα κάτεργα αυτά. Ακόμη και αν συνέβαινε να ήταν εβδομήντα ετών.

3. Η οργάνωση του Πογκρόμ, την νύκτα της 6ης και 7ης  Σεπτεμβρίου του 1955 εναντίον των Ρωμιών και άλλων μειονοτικών, με την οργανωμένη κινητοποίηση  εκατό χιλιάδων ατόμων σε μορφή ταγμάτων εργασίας , που είχε ως αποτέλεσμα  τη μαζική καταστροφή των τόπων  λατρείας, κοιμητηρίων, σχολείων, μαγαζιών και σπιτιών  της μειονότητας και ακόμη να δολοφονηθούν και να τραυματιστούν δεκάδες Ρωμιοί πολίτες της χώρας.

4. Η συγκρότηση το 1962, ειδικής επιτροπής για θέματα μειονοτικών και  δημιουργία μηχανισμών προς ακύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των μελών της μειονότητας. Άρνηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων της κοινότητας των Ρωμιών με προγραμματισμένο μποϋκοτάζ σε επιχειρήσεις τους και περιορισμούς στην λειτουργία των σχολίων τους. Και όλα αυτά με τον καθημερινό στιγματισμό τους ως ‘ξένων πρακτόρων’.

5. Η απέλαση 12.500  Ρωμιών της Κωνσταντινουπόλεως που είχαν εξαιρεθεί από την ανταλλαγή πληθυσμών και θεωρούνταν ‘ετμαπλί-εγκατεστημένοι’ με τις συμφωνίες της Λωζάννης και μπλοκάρισμα των περιουσιών τους δια νομικών ραδιουργιών και δημιουργία ατμόσφαιρας πανικού ως αποτέλεσμα των πρακτικών αυτών, το 1964.

6. Η κατάληψη τεσσάρων ιστορικών εκκλησιών στην συνοικία Γαλατά  και των υπαγόμενων σε   αυτά ακινήτων εκ μέρους μιας οικογένειας και η παρότρυνση των αρχών για την καταφανή αυτή αδικία.

7. Το 1974 η απόφαση  του ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας για τον  σφετερισμό από το κράτος μεγάλης έκτασης ακινήτων των Ρωμαίϊκων ευαγών και κοινωφελών ιδρυμάτων με την δικαιολογία ότι οι μειονοτικοί είναι πολίτες της χώρας αλλά και ξένοι.

Και το σημαντικότερο: η αίσθηση του ότι ποτέ δεν επρόκειτο να βρει κάποιος το δίκιο του, εφ’όσον  ήταν αναγεγραμμένη στην ταυτότητά του η ένδειξη ‘Ρωμιός Ορθόδοξος’. Μια αίσθηση που ρίζωσε στους Ρωμιούς την πεποίθηση ότι ήταν αδύνατη η περαιτέρω διαμονή στην χώρα υπ’αυτές τις συνθήκες.

Ο βίαιος αυτός ξεριζωμός του Ρωμαίϊκου πληθυσμού και οι συνθήκες καταπίεσης που βίωσε συνετέλεσαν στο να σχηματιστεί μέσα του ένα σύνδρομο ‘ριξίματος μαύρης πέτρας στο παρελθόν’. Πρόκειται για ένα ψυχολογικό σύνδρομο όπου ο πάσχων προσπαθεί να ‘διαγράψει’ το παρελθόν του  και εγκαταλείπεται στο να ζει ένα αδιάκοπο πένθος. Μελετώντας τα αρχεία της Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής των Αθηνών μπορεί  κάποιος να κάνει κάποιες σχετικές διαπιστώσεις: μετά το 1964 το ποσοστό προβλημάτων στις ξεριζωμένες από την πατρίδα τους Ρωμιές γυναίκες άνω των σαράντα ετών αγγίζει το 40%. Η απέλαση και εκπατρισμός των Ρωμιών που είχαν αναγνωριστεί ως  ‘εταμπλί’ βάσει της  Συνθήκης  της Λωζάννης και οι οποίοι έχασαν όλη την περιουσία τους ‘εν μια νυκτί’ είχε ως συνέπεια να υπάρξουν πάνω από πενήντα κρούσματα αυτοκτονιών. Την εκτίμηση ποιά αίσθηση   προκαλούν στα θύματα του εν λόγω διωγμού  οι ‘‘ειδήσεις’’ όπως αυτές που αναφέρθηκαν στην αρχή του κειμένου την  αφήνω στους αξιότιμους αναγνώστες.

Τα ιστορικά τεκταινόμενα της μετά την Λωζάννη περιόδου και τα σχετιζόμενα με αυτήν προβλήματα που αντιμετώπισε η μειονότητα των Ρωμιών έχουν μελετηθεί λεπτομερώς, την τελευταία ιδίως δεκαετία, με βάση τις  διεθνείς πηγές αλλά και με εργασίες Τούρκων μελετητών. Είναι πλέον διαπιστωμένο πως η σε βαθμό εξαφανισμού  μείωση του Ρωμαίϊκου πληθυσμού της Πόλης οφείλεται στις διάφορες εξοντωτικές πολιτικές που έχουν εφαρμόσει οι εκάστοτε  κυβερνήσεις του Τουρκικού κράτους. Οι μελέτες που βασίζονται σε αξιόπιστα στοιχεία καταλήγουν όλες, από κοινού, στο συμπέρασμα του ότι τα μέτρα αυτά που λήφθηκαν εναντίον της μειονότητας αποτελούσαν σοβαρότατη καταπάτηση του συντάγματος της χώρας (1924-1960) αλλά και της Συνθήκης της Λωζάννης που αποτελεί τον θεμέλιο λίθου του σύγχρονου Τουρκικού κράτους.  Είναι προφανές ότι η πολιτική που εφαρμόστηκε εναντίον των μειονοτήτων στην Τουρκία ήταν αναμφίβολα η παραβίαση  και η καταπάτηση των διεθνώς αναγνωρισμένων συνθηκών  των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των αρχών των Ηνωμένων Εθνών –ιδρυτικό μέλος του οποίου υπήρξε  η Τουρκία  – και της  Ευρωπαϊκής  Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που έχει υιοθετήσει η Τουρκία από το 1950.  

 Στην περίπτωση μιας επιφανειακής ‘ανάγνωσης’ των όσων διενεργήθηκαν εναντίον της μειονότητας των Ρωμιών τα γεγονότα αυτά θα μπορούσαν να συνδεθούν σαν συνέπειες των τότε σχέσεων της Τουρκίας με την Ελλάδα αλλά και με τον διεθνή περίγυρο. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι τα όσα εφαρμόστηκαν εναντίον των Ρωμιών δεν είχαν καμιά σχέση με τις σχέσεις αυτές. Απλά, ήταν εφαρμογή ενός προαποφασισμένου σχεδίου του οποίου η εφαρμογή χρονιζόταν με τις εκάστοτε συγκιρίες. Είναι γεγονός ότι πολλές από αυτές τις  καταπιεστικές πρακτικές εφαρμόστηκαν σε περιόδους όπου οι Ελληνο-Τουρκικές σχέσεις ήταν άριστες. Ο εξαναγκασμός σε εκπατρισμό  15.000 Ρωμιών ετμαπλί έγινε το 1932 με την απαγόρευση δεκάδων επαγγελμάτων σε έλληνες υπηκόους όταν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν άριστες   ενώ κατά την  αποστολή σε κάτεργα  των νέων των μειονοτήτων 1941-42 και η  θέσπιση του κεφαλικού  φόρου το 1942-44  δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα μεταξύ των δύο χωρών.

Τα τελευταία πέντε χρόνια ανώτατα κυβερνητικά στελέχη της Τουρκίας έχουν παραδεχτεί ότι εφαρμόστηκαν διωγμοί κατά των μειονοτήτων, χαρακτηρίζοντας τις πρακτικές αυτές ως ‘φασιστικές’ (βλ. την ομιλία του πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον Μάιο του 2009, στην περιοχή Ντούζτζε και του υπουργού Εγκεμέν Μπαγίς στις 15 Δεκεμβρίου του 2010 στην εκδήλωση για το ‘Πρόγραμμα  του Αιώνα’).

Η ουσία του θέματος σχετίζεται με  την ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ του ΔΙΚΑΙΟΥ αλλά και με την ενίσχυση της Δημοκρατίας και της ειλικρινούς της εφαρμογής στην Τουρκία. Δεν υπάρχει κράτος στον κόσμο  που να μπορεί να υποστηρίξει πως δεν έχει προβεί σε καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο παρελθόν. Το σημαντικό είναι να αποδεχτεί το Κράτος την πραγματικότητα και να κάνει ότι μπορεί για να επανορθώσει. Ο χρόνος δεν γυρνάει πίσω αλλά το να αποδοθούν τα δίκαια των παιδιών και απογόνων των θυμάτων  αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αιτήματα του παρόντος. Είναι ανάγκη να αποκατασταθούν, κατά το δυνατόν, οι συνθήκες εκείνες που επικρατούσαν πριν βιωθούν όλες αυτές οι καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ρωμαίϊκης κοινότητας. Το σχέδιο επανόρθωσης θα’πρεπε να αρχίσει με την αναγνώριση όλων των δικαιωμάτων των Ρωμιών της Πολύς και της  Ίμβρου -Τενέδου και την άρση όλων των εμποδίων που έχουν επιβληθεί εναντίον τους. Η δημοσίευση της με ημερομηνία 14 Μαϊου 2010 εγκυκλίου του πρωθυπουργού Ρ. Τ. Ερντογάν αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Επίσης, είναι ανάγκη να επιλυθούν και τα προβλήματα των Ρωμιών που το 95% του πληθυσμού τους ζει εκτός Κωνσταντινουπόλεως και Τουρκίας, με σημαντικότερα αυτά της επιστροφής της υπηκοότητάς τους, της διευκόλυνσης εγγραφής στα σχολεία των παιδιών όσων θέλουν να επιστρέψουν και της εξασφάλισης δυνατοτήτων και εγγυήσεων σε ζητήματα εύρεσης εργασίας, μαζί με όλα όσα συνεπάγεται η επανόρθωση των ζημιών που υπέστησαν όταν εξαναγκάστηκαν να αποκοπούν από την Κωνσταντινούπολη.

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία που πρέπει να προσεχτεί στην προετοιμασία του νέου συντάγματος της Τουρκίας είναι η ανάγκη της  επούλωσης των αδικιών που έχουν λάβει χώρα ως αποτέλεσμα της καταστρατήγησης των νόμων του κράτους από τον ίδιο το κράτος. Η  λήψη των κατάλληλων νομικών διευθετήσεων που θα παρέχουν εγγυήσεις προς αποφυγή  παρόμοιων καταπατήσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο μέλλον  είναι ένα καίριας σημασίας βήμα για το καλό όλων των πολιτών της Τουρκίας.

 

Σημείωση από τΜτΒ: Μετάφραση άρθρου από την εφημερίδα ΖΑΜΑΝ 7-12-2011. Το τουρκικό κείμενο εδώ

 

* Ο Δρ. Νικόλαος Ουζούνογλου είναι απόφοιτος Πολυτεχνείου Κωνσταντινουπόλεως 1973 και Καθηγητής  Πολυτεχνείου Αθηνών.

 

ΠΗΓΗ:   19 Δεκεμβρίου 2011, http://nationalpride.wordpress.com/2011/12/19/…BD/