Οικονομική Κρίση – καημός της ρωμιοσύνης Ι

Η οικονομική Κρίση και ο καημός της ρωμιοσύνης – Μέρος Ι

 

Του Γιώργου Καραμπελιά


 

Η οικονομική κρίση που βιώνουμε υποτάσσεται βέβαια σε αναπότρεπτες διεθνείς παραμέτρους – κρίση της ηγεμονίας της Δύσης, μεταφορά του επικέντρου της παγκόσμιας συσσώρευσης από τη Δύση στην Ανατολή. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, αποτελεί και συνέπεια – την έσχατη, αν όχι και την τελευταία – της παρασιτικής υφής της ένταξης της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας στη Δύση, η οποία και μεγεθύνει υπέρμετρα τη δική μας κρίση.

Τωόντι, ο παρασιτικός-ημιαποικιακός χαρακτήρας της ενσωμάτωσης του ελληνικού κόσμου στη Δύση διαμορφώθηκε στη διάρκεια μιας μακράς ιστορικής διαδρομής, που ξεκινά από τον… 11ο  αι., όταν ο βυζαντινός ελληνικός κόσμος θα αρχίσει να υποτάσσεται οικονομικά στις ιταλικές εμπορικές πόλεις, κατ’ εξοχήν τη Βενετία και τη Γένοβα. Σταθμοί σε αυτή την πορεία απώλειας της αυτονομίας μας, που θα συνεχιστεί με την κατάκτηση και τον διαμελισμό του Βυζαντίου, μετά το 1204, υπήρξαν αρχικώς η άλωση του 1453 και, εν συνεχεία, η ατελής και ανολοκλήρωτη εθνική μας χειραφέτηση, κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης ελληνικής επανάστασης, που άρχισε το 1821 και συνεχίστηκε έως το 1922. Μέσα από τη διαρκή οικονομική και στρατιωτική πίεση της Δύσης και την επεκτατική παρουσία της τουρκικής Ανατολής, η ελληνική οικονομία δεν μπόρεσε να μετεξελιχθεί σε έναν αυτόνομο παραγωγικό πόλο, το ελληνικό κοινοτικό και εταιριστικό παραγωγικό μοντέλο αποσυντέθηκε, και οι άρχουσες τάξεις της προσδέθηκαν παρασιτικά στη Δύση, ως μεταπράτες προϊόντων, ιδεών, προτύπων. Επανειλημμένα έγιναν απόπειρες για οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση, οι οποίες, κάθε φορά, σκόνταφταν σε αυτή τη διπλή πίεση, όπου το τουρκικό ξίφος, σε συνδυασμό με τις δυτικές κανονιοφόρους και τη δυτική βιομηχανία, υποχρέωναν την ελληνική οικονομία σε παραγωγική συρρίκνωση και τις άρχουσες τάξεις σε μεταπρατική μετάλλαξη.

Στον ξεσηκωμό των Ελλήνων της Πόλης ενάντια στους Ενετούς, στα 1184, στην Αυτοκρατορία της Νικαίας, στα 1204-1261, στο Δεσποτάτο του Μορέως, στα Αμπελάκια, τη Μοσχόπολη, τα Ζαγοροχώρια και στα νησιά μας, πριν από την Επανάσταση, κάθε φορά, η αρχόμενη διαδικασία αυτόκεντρης ανάπτυξης θα ανακόπτεται από τη συνδυασμένη – συνήθως – δράση αυτών των δυνάμεων, που δεν ήθελαν την ανασύσταση ενός αυτόνομου ελληνικού πόλου στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Αυτή τη μακρόσυρτη διαδικασία συγκρότησης και αποδόμησης θα αποκαλέσει «καημό της ρωμιοσύνης» ο Κωστής Μοσκώφ. Αποφασιστικοί υπήρξαν δύο αιώνες, οι αιώνες της ελληνικής Αναγέννησης, από το 1700 έως το 1922, όταν ο ελληνισμός αρχίζει και πάλι να αναπτύσσεται γοργά σε όλα τα πεδία – και κατ’ εξοχήν στο οικονομικό – και να επιχειρεί να ανασυστήσει τον κατακρεουργημένο ελληνικό κόσμο που τους προηγούμενους πέντε αιώνες είχε αποδομήσει η δυτική αποικιοκρατία και η οθωμανική κατάκτηση. Από την Κύπρο και την Αλεξάνδρεια έως τη Βιέννη και την Οδησσό, οι δυνάμεις του ελληνισμού θα επιχειρήσουν μια γενικευμένη επιστροφή, μια κυριολεκτική Αναγέννηση.

Στο δοκίμιο που ακολουθεί, επιλέγοντας ορισμένες προνομιακές «στιγμές» αυτής της οικονομικής αναγέννησης, τη Μοσχόπολη, τα Αμπελάκια, τη διασπορά και τη διαμόρφωση του «χιακού δικτύου», προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τις διαδικασίες της άνθησης και ταυτόχρονα τις αιτίες της μεταπρατικής υποστροφής της. Μιας υποστροφής που βρίσκεται – καθοριστικά, αποφασιστικά – στο υπόβαθρο της σημερινής καθολικής κρίσης του μεταπρατικού μοντέλου στην Ελλάδα.

Ο χαρακτήρας της οικονομικής επέκτασης

Η οικονομική παρακμή του ελληνικού κόσμου αρχίζει από τον 11ο αιώνα, με τη σταδιακή ενίσχυση της παρουσίας των ιταλικών πόλεων στο Βυζάντιο, και κορυφώνεται τον 15ο αιώνα με την Άλωση. Ωστόσο, παρά το γενικευμένο «σκότος», που καλύπτει τα νεοκατακτημένα οθωμανικά εδάφη, από τα μέσα του 15ου έως τα μέσα του 17ου αιώνα, μειώνεται ταυτόχρονα η εξωτερική οικονομική εξάρτηση και η οικονομία στρέφεται προς μια εσωτερίκευση της οικονομικής ζωής. Η οθωμανική κατάκτηση και ιδιαίτερα οι δύο πρώτοι αιώνες της τουρκοκρατίας, κατά τους οποίους συνεχιζόταν η επέκταση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας – περίοδος που θα λήξει με τη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης και τη συνθήκη του Κάρλοβιτς – εξετόπισε σταδιακώς τους Ιταλούς (Ενετούς και Γενουάτες) από τη σφαίρα της παλαιάς τους κυριαρχίας στο ύστερο Βυζάντιο και έδωσε τη δυνατότητα στους εμπόρους της οθωμανικής Αυτοκρατορίας να τους υποκαταστήσουν.

Μεταξύ 1592 και 1783, το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας φαίνεται ότι ήταν τελείως απρόσιτο στα πλοία της Δυτικής Ευρώπης. Η Μαύρη Θάλασσα έγινε mare clausum. Η νίκη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συμβόλιζε, στη σφαίρα της οικονομίας, νίκη των Ελλήνων, των Τούρκων, των αποστατών χριστιανών, των Αρμενίων, των Ραγουζάνων και των Εβραίων, στον αγώνα τους κατά της διακοσιάχρονης ηγεμονίας της Βενετίας και της Γένοβας. Ωστόσο, στα Δυτικά Βαλκάνια και στην ελληνική χερσόνησο,  όπου συνεχίζονται οι πολεμικές συγκρούσεις με τους Ισπανούς και Ενετούς, οι ελληνικοί και γενικότερα οι ορθόδοξοι πληθυσμοί αφήνουν τις πόλεις, καταφεύγουν στα ορεινά και εγκαταλείπουν το πεδίο του εμπορίου στους Εβραίους και τους καθολικούς Ραγουζαίους Σλάβους.

Η «απόσπαση» του εσωτερικού εμπορίου της Αυτοκρατορίας από τα χέρια των Ενετών και των Γενουατών θα συνοδευτεί, τους πρώτους αιώνες, και από μια γενικότερη άνθηση της βιοτεχνίας και ιδιαίτερα της υφαντουργίας, συνέπεια της προστατευτικής πολιτικής των σουλτάνων. Υπογραμμίζει η Αγγελική Χατζημιχάλη: Η Ελλάδα είχε μεταβληθή σε ένα απέραντο βιοτεχνικό εργαστήρι που το προωθούσαν οι καινούριες συνθήκες της τουρκοκρατούμενης χώρας. […] Στην Πελοπόννησο ακμάζουν όλες σχεδόν οι τέχνες και δημιουργούνται ισνάφια σε όλες τις πόλεις. Η Δημητσάνα φημίζεται για τους μύλους της που παρασκευάζουν το μπαρούτι. Οι κάτοικοι της Στεμνίτσας γίνονται ξακουστοί για την κατεργασία του μετάλλου. […] Στα περισσότερα νησιά, Κύπρο, Κρήτη, Ρόδο, Χίο, Μυτιλήνη, Σάμο, Ύδρα, Σπέτσες, Σίφνο, ιδρύονται μεγάλα ισνάφια με εξαιρετική δράση. […] Στη Θεσσαλία ακμάζει η υφαντουργία. […] Ολόκληρο το Πήλιο καταγίνεται με τις τέχνες. Στην Ήπειρο οι κάτοικοι των περισσότερων χωριών ειδικεύονται στην κατασκευή έργων ορισμένου κλάδου της λαϊκής τέχνης. Το ίδιο και στη δυτική Μακεδονία. […] Η Νιγρίτα με τους περίφημους αλατζάδες η Καστοριά με την κατεργασία των γουναρικών, η Νάουσα για τα πολλά και μεγάλα υφαντουργεία της. Στα Γιάννινα, τη Θεσσαλονίκη, την Τραπεζούντα, ακμάζουν και εργαστήρια για εκκλησιαστικά είδη και άμφια με βυζαντινή παράδοση και τεχνοτροπία. Σε πολλές πόλεις της Θράκης ευδοκιμεί η αγγειοπλαστική και κεραμεική […]. Στον Πόντο καλλιεργείται η μεταξουργία, μεταλλουργία, χρυσοχοΐα.

Οι Έλληνες, μετά το 1650, αρχίζουν να επανεγκαθίστανται μαζικά στις πόλεις και να υποκαθιστούν σταδιακώς τους Εβραίους εμπόρους, οι οποίοι πραγματοποιούν μια νέα μετακίνηση, αυτή τη φορά κυρίως προς τη δυτική Ευρώπη. Ο εβραϊκός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης, θα γνωρίσει το απόγειό του το 1650, όταν θα φθάσει τις 40.000 ψυχές, ενώ στη συνέχεια φθίνει. Όπως υπογραμμίζει ο Κ. Μοσκώφ: Οι πλουσιότεροι ισραηλίτες εγκαταλείπουν μετά την παρακμή της υφαντουργίας την Θεσσαλονίκη για τις Ιταλιώτιδες πόλεις, […] ή για τις πόλεις του εσωτερικού όπου τους ωθεί ιδίως η ευρωπαϊκή διείσδυση που τους χρησιμοποιεί σαν μεσάζοντες. Άλλοι εξισλαμίζονται, οι ντονμέδες. Στη Θεσσαλονίκη, όλοι οι μεσίτες των Γάλλων ήταν Εβραίοι. Τα μεσιτικά δικαιώματα ήταν 0,5% σε όλες τις αγοραπωλησίες, αλλά οι μεσίτες εισέπρατταν επιπλέον 1% από τους αγοραστές και 1% από τους πωλητές.

Η ημιαποικιακή δομή και οι Έλληνες

Όμως, μετά τον 17ο αι., σημειώνεται σχετική συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγής και κυρίως αδυναμία συγκέντρωσής της σε μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες μονάδες παραγωγής, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, όπως στα Αμπελάκια, τη Χίο και αλλού. Ωστόσο δεν έγιναν τεχνικές πρόοδοι κατά τον 17ο αιώνα και η προστασία της οθωμανικής βιομηχανίας σταμάτησε. Οι ελληνικές, τουρκικές και εβραϊκές υφαντουργίες της Θεσσαλονίκης, της Αδριανούπολης και της Κωνσταντινούπολης (αλλά όχι της Προύσας ή της Χίου), έμειναν στάσιμες ή παρήκμασαν.

Η παρακμή της μεγάλης βιοτεχνικής παραγωγής υπήρξε συνέπεια πολλών παραγόντων: Κατ’ αρχάς, η παραδοσιακή οικονομία της αρπαγής και της «εξω-οικονομικής» απαλλοτρίωσης, στον βαθμό που η εδαφική επέκταση έχει λάβει τέλος, στρέφεται προς το εσωτερικό και οργανώνεται η συστηματική καταλήστευση και «φορολόγηση» των αγροτικών και βιοτεχνικών πληθυσμών. Επιπλέον, πολλαπλασιάζονται οι αποσυνθετικές τάσεις, όχι μόνο με τον Αλή Πασά και τον Πασβάνογλου, αλλά και με τους πολυάριθμους πανίσχυρους «αγιάννηδες» της Μικράς Ασίας και της Μακεδονίας, την ενίσχυση της αυτονομίας της Βλαχίας και της Μολδαβίας, των Μωραγιάννηδων της Πελοποννήσου, των διοικητών των νησιών κ.λπ. Τέλος, μετά τον 18ο αι., οι πόλεμοι μεταφέρονται στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας, με καταστρεπτικές συνέπειες, προπαντός για τη μεταποίηση. Παράλληλα, οι ιταλικές πόλεις αντικαθίστανται σταδιακώς από τις αναπτυσσόμενες αποικιακές δυνάμεις της Δύσης, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ολλανδία και την Αυστρία.

Η σταθεροποίηση των συνόρων οδήγησε στη διαμόρφωση μιας τάξης Τούρκων γαιοκτημόνων με κληρονομικά δικαιώματα πάνω στη γη. Για να αντεπεξέλθουν στις αυξημένες απαιτήσεις της φορολογίας και τις καταναλωτικές ανάγκες, στρέφονται προς την παραγωγή εμπορεύσιμων αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών, με συνέπεια την άνοδο των τιμών και τη διασύνδεση με τα δυτικά εμπορικά δίκτυα. Έτσι, οι τουρκικές άρχουσες τάξεις της περιφέρειας δεν είχαν συμφέρον από την εσωτερική βιομηχανική ανάπτυξη, η δε κεντρική διοίκηση  ήταν όλο και πιο εξαρτημένη από τις δυτικές μεγάλες δυνάμεις, που συστηματικά εμπόδιζαν την ανάπτυξη της εγχώριας μεταποίησης. Μόνο στις αρχές του 18ου αιώνα (στα 1703), ο Μεγάλος Βεζύρης Ραμί Μεχμέτ πασάς Εξιπλής προσπάθησε να δημιουργήσει νέα υφαντουργεία και να ενισχύσει τη μεταξουργία στην Προύσα, απαγορεύοντας την εξαγωγή των πρώτων υλών. Ωστόσο, σημειώνει ο Γάλλος πρέσβης, ο Βεζύρης σύντομα θα αντικατασταθεί, μαζί με τον Σουλτάνο Μουσταφά Β΄, και τα σχέδια «να ιδρύσει βιομηχανίες υφασμάτων και μετάξης στην επικράτεια του Μεγάλου Σουλτάνου θα πέσουν μαζί του».

Το 1767, ο Γάλλος πρόξενος εμπόδισε τον Σαράντο Παπαδόπουλο να ιδρύσει σαπωνοποιία παραγωγικής δυνατότητας 30.000 κιλών, στο Ναβαρίνο και στην Κορώνη, που θα ανταγωνιζόταν τη Μασσαλία και την Προβηγκία, ενώ,  το 1779, ο βαρόνος De Tott συμβούλευσε την κυβέρνηση να συνεχίσει να παρεμποδίζει τη δημιουργία βιομηχανιών στην οθωμανική Αυτοκρατορία. Η διείσδυση των δυτικών δυνάμεων διαμορφώνει ένα αρνητικό πλαίσιο για την εσωτερική μεταποιητική παραγωγή. Οι δυτικοί έμποροι καταβάλλουν μειωμένους δασμούς ενώ οι εγχώριοι, μη μουσουλμάνοι, φορολογούνται βαρύτατα, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται μια αποικιακού τύπου σχέση, η οποία είχε εγκαινιαστεί με την απαλλαγή των Ιταλών εμπόρων, το 1081, από το κομμέρκιον. Έτσι, ακόμα και τα Ζαγοροχώρια ή τα Αμπελάκια θα λυγίσουν κάτω από το βάρος του ανταγωνισμού των εισαγόμενων από τη Δύση βιομηχανικών προϊόντων.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η «οικονομική απογείωση» των Ελλήνων της Αυτοκρατορίας θα προσανατολιστεί κατ’ εξοχήν προς εμπορικές ή τις συναφείς ναυτιλιακές δραστηριότητες, ενώ η ανθούσα βιοτεχνία δεν θα κατορθώσει να μετεξελιχθεί προς την κατεύθυνση της «μανιφακτούρας». Οι Έλληνες έμποροι και καραβοκυραίοι θα σωρεύουν σημαντικά πλούτη και κεφάλαια, τα οποία όμως δεν θα μπορούν να τα επενδύουν σε παραγωγικές δραστηριότητες αλλά θα τα επανεπενδύουν στο εμπόριο, σε τραπεζιτικές δραστηριότητες ή, στην καλύτερη περίπτωση, στη ναυτιλία. Ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις πόλεων, περιοχών ή επιχειρηματιών που στράφηκαν προς τη μεταποιητική παραγωγή. Η Χίος, τα Αμπελάκια, η Ζαγορά, τα Ζαγοροχώρια, η Μοσχόπολη, η Δημητσάνα, τα ναυτικά νησιά, οφείλουν τη μεταποιητική τους δραστηριότητα στο γεγονός ότι ήταν απομονωμένα ή απολάμβαναν ένα ιδιαίτερο καθεστώς αυτονομίας. Έτσι, στα τέλη του 18ου αιώνα, οι Έλληνες άνοιγαν πιο συχνά εργοστάσια σαπωνοποιίας, ζυμαρικών κ.ά, στη Νότια Ρωσία παρά στους τόπους καταγωγής τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι Έλληνες μεγαλέμποροι μεταβάλλονται σε τμήμα των οθωμανικών αρχουσών τάξεων και συνδέονται – έστω «στανικώς» – με τη Δύση ως μεταπράτες. Τα ανώτερα στρώματά τους μεταπηδούν σε μια ιδιότυπη noblesse de robe, τους Φαναριώτες, οι οποίοι, εκτός από ενοικιαστές φόρων, τραπεζίτες και μεγαλέμποροι, γίνονται δραγουμάνοι, «υποδιοικητές» του στόλου, πρίγκιπες της Μολδοβλαχίας και συχνά ανώτατοι κληρικοί και πατριάρχες. Οι Έλληνες έμποροι δεν παύουν να βρίσκονται σε μόνιμο ανταγωνισμό με τους Δυτικούς, αλλά στο εσωτερικό αυτής της μεταπρατικής δραστηριότητας, για τον έλεγχο δηλαδή του ημιαποικιακού τύπου εμπορίου της Αυτοκρατορίας με τη Δύση, καθώς και του εσωτερικού εμπορίου.

Η Μοσχόπολη και ο «ληστρικός τρόπος παραγωγής»

Η πρώτη, ίσως και η σοβαρότερη, αιτία, για την αδυναμία μετασχηματισμού της βιοτεχνικής και εμπορικής δραστηριότητας σε «βιομηχανική», ήταν η κατάσταση των ενδημικών πολέμων, επαναστάσεων, της ληστείας, της πειρατείας και της ανασφάλειας, που δεν επέτρεπε σταθερές επενδύσεις. Ο «ληστρικός τρόπος απόσπασης του υπερπροϊόντος» απετέλεσε ουσιώδες στοιχείο της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από την αρχή μέχρι το τέλος. Εξ άλλου, κάθε ιμπεριαλισμός στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αρπαγή. Ο ισπανικός, ο πορτογαλικός και ο αγγλικός ιμπεριαλισμός, στην Αμερική, θα πραγματοποιήσουν μία από τις μεγαλύτερες λεηλασίες της ιστορίας, τον βίαιο εξανδραποδισμό, καταλήστευση και εξόντωση δεκάδων εκατομμυρίων αυτοχθόνων. Όσο για τον ιμπεριαλισμό ανατολικού τύπου, των νομαδικών φυλών και λαών, ήταν κατ’ εξοχήν ληστρικός. Τα μογγολικά φύλα, στην Κίνα, την Ασία και τη Ρωσία, τα τουρκικά φύλα, από την Ινδία έως τις αραβικές χώρες και το Βυζάντιο, στηρίζονταν κατ’ εξοχήν στην «εξω-οικονομική βία» για την απόσπαση του υπερπροϊόντος από κοινωνίες περισσότερο εξελιγμένες τεχνολογικά και πολιτισμικά. Βέβαια, όταν εγκαταστάθηκαν με μονιμότερο τρόπο, άρχισαν να οργανώνουν και μια συστηματικότερη εκμετάλλευση των εγχώριων πληθυσμών, ιδιαίτερα της αγροτικής παραγωγής, προπαντός διά της φορολογίας, ως «φυσιολογικής» μετεξέλιξης της ληστείας. Ωστόσο, δεν έπαψαν ποτέ να λειτουργούν, παράλληλα, και οι μηχανισμοί της απροκάλυπτης αρπαγής.

Επί πλέον, οι Ισπανοί θα δικαιολογήσουν με θρησκευτικούς λόγους την καταστροφή των «ειδωλολατρών» Ίνκας και Μάγια, ενώ τα αραβικά και τα τουρκικά φύλα την υποταγή των απίστων ως ανταποκρινόμενη στις ανάγκες του «ιερού πολέμου». Αν οι ντόπιοι πληθυσμοί προσχωρήσουν στην ιδεολογία-θρησκεία του κατακτητή και αν ανακοπεί η εδαφική επέκταση, εκεί, σταδιακώς, οι μέθοδοι εκμετάλλευσης θα προσανατολιστούν προς σταθερότερους, «οικονομικής υφής», μηχανισμούς. Έτσι θα συμβεί στο αραβικό καλιφάτο των Αββασιδών ή στην οθωμανική Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Παράλληλα, οι πόλεμοι και η πειρατεία υπήρξαν ενδημικά φαινόμενα καθ’ όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας και φραγκοκρατίας στην ελληνική χερσόνησο και το αρχιπέλαγος. Στη διάρκεια του τελευταίου μεγάλου ενετο-τουρκικού πολέμου, το 1684-1699, ο πληθυσμός της Πελοποννήσου, που προσέγγιζε το εκατομμύριο, έπεσε στους 80.000 κατοίκους, και αυξήθηκε πάλι στις 200.000 μόλις το 1701. Ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1768-1774 και τα Ορλωφικά ερήμωσαν εκ νέου την Πελοπόννησο, μόνο στα νησιά, μετανάστευσαν πάνω από 30.000 άτομα. Στην Ήπειρο, την Αλβανία και τη Δυτική Μακεδονία, συνεχίζονταν μέχρι και τον 18ο αι.  οι ληστρικές επιδρομές των πρόσφατα εξισλαμισθέντων αλβανικών φύλων. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η δευτερογενής παραγωγή, ιδιαίτερα, καθίστατο σχεδόν αδύνατη, δεδομένου ότι απαιτεί σταθερές εγκαταστάσεις, διάρκεια, διευρυνόμενες επενδύσεις, σταθερές επικοινωνίες κ.λπ. Γι’ αυτό θα περιοριστεί συνήθως σε κάποιες ορεινές περιοχές, περισσότερο προφυλαγμένες από τις επιδρομές, όπως τα Ζαγοροχώρια, οι Καλαρρύτες, το Συρράκο, τα Αμπελάκια, η Ζαγορά, ή σε ορισμένα νησιά που απελάμβαναν αυτονομία και αυτοδιοίκηση.

ΠΗΓΗ: τ.2 του νέου Λόγιου Ερμή, Ιανουαρίου 4, 2012 2:15 μμ. http://ardin-rixi.gr/archives/3023

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Επανασύνδεση με την τριαδική παράδοση ΙΙ

Η επανασύνδεση με την τριαδική παράδοση είναι όρος για να ξαναβρούμε τον πολιτειακό κοινοτισμό – Μέρος ΙI [1]

 

Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα

 

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι

2. Θεωρητική προσέγγιση

Με θεωρητικούς όρους ο δυισμός για τον οποίο μιλάμε αναγνωρίζεται ως πρόβλημα σχέσεων μεταξύ Ιδεολογίας και Πολιτικής, σε συνθήκες όπου το κατ' αλήθειαν ζην προκαλεί υπέρβαση της Ιδεολογίας[6] και οι άνθρωποι αποκτούν άμεση προσωπική σχέση μεταξύ τους και με τη φύση. Αναρωτιόμαστε, λοιπόν, τι θα σήμαινε, στις συνθήκες αυτές, μία ενεργητική αποδοχή  του εν λόγω δυισμού;

Ας χρησιμοποιήσουμε τη νεομαρξιστική ανάλυση, με βάση την οποία η Ιδεολογία και η Πολιτική είναι δύο διαφορετικά επίπεδα, με σχετική αυτονομία. Το πρώτο δεσπόζεται από την πειθώ (λειτουργεί κυρίως με «ιδεολογία»), το δεύτερο από τη δύναμη (λειτουργεί κυρίως με καταναγκασμό). Το πρώτο είναι ο χώρος της ηθικής. Ενώ στο δεύτερο η ηθική αποτελεί πρόσχημα, υποτάσσεται και εξυπηρετεί συσχετισμούς δύναμης πού υπερβαίνουν τούς ηθικούς ενδοιασμούς.[7][40] Αν οι υποκειμενοποιητικές παραδόσεις διαιρούν το πολιτισμικό πεδίο σε δύο περιοχές, την περιοχή της βίας (Α) και την περιοχή της πειθούς (Β), η Πολιτική ανήκει στην περιοχή (Α). Ο αντιδυναμοκεντρικός χώρος του εσωτερικού μίας παράδοσης, όπως η Ορθόδοξη, ανήκει στην περιοχή της Ιδεολογίας και όχι της Πολιτικής. Η Πολιτική είναι πάντα ένα «εκτός» σε σχέση με τις υποκειμενοποιητικές παραδόσεις. Όταν είσαι στον χώρο της Πολιτικής ή στα σπάργανα της Ιδεολογίας, τη διάκριση Ιδεολογίας-Πολιτικής δεν μπορείς να την υπερβείς. Μπορείς όμως να την «καταργήσεις» φαντασιωδώς, ευτελίζοντας την Ιδεολογία και μετατρέποντάς την σε υπηρέτρια της Πολιτικής.

Το πρόβλημα δεν είναι εύκολο να συζητηθεί, επειδή έχει συσκοτισθεί απελπιστικά από τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία. Επαναλαμβάνοντας τον Πλάτωνα, ο μαρξισμός-λενινισμός θέλησε να ενοποιήσει σε μία τις διαφορετικές κεφαλές της κοινωνικής Ιεραρχίας (τον βασιλιά και τον φιλόσοφο· τη βασιλική, την ιερατική και την προφητική λειτουργία` την πολιτική, την οικονομική και την πνευματική ηγεσία). Ως τέτοιος ακριβώς ενοποιητικός (ολοκληρωτικός) φορέας προτάθηκε το κομμουνιστικό κόμμα. Ο ηγέτης του (ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Μάο, ο Ζαχαριάδης) έγινε ο μυθικός βασιλέας-φιλόσοφος. Ήταν επί πλέον ο εμπνευσμένος προφήτης. Ο κάτοχος της «επιστήμης των επιστημών» και ο μεγαλοφυής κριτικός της παγκόσμιας τέχνης. Σε μερικές μάλιστα στιγμές το βάθρο του υπερκέρασε ακόμα και τον «θρόνο του Υψίστου[8] [41]. Ο απόηχος των δοξολογιών, που θα αποτελούν αιώνια ντροπή για την ανθρωπότητα, ηχεί ακόμη στ' αυτιά μας. Αποτέλεσμα; η ενοποίηση της δύναμης πολλαπλασίασε τη δύναμη καθιστώντας το κακό απόλυτο[9] [42]. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί και η ταύτιση-υποταγή της Ιδεολογίας στην Πολιτική, που χαρακτηρίζει τον εθνικισμό και παράγεται από την αναγωγή του έθνους-κράτους σε ιδανικό. Επίσης ο φιλελευθερισμός, κηρύσσοντας το «τέλος των ιδεολογιών» και ανάγοντας τη συλλογικότητα σε συμβατική σύμπραξη οικονομικών συμφερόντων, καθιστά αδύνατη την ανάπτυξη πραγματικών αντιεξουσιαστικών κινημάτων στο έδαφος του. Απελευθερώνει έτσι τους μηχανισμούς εξουσίας από κάθε ιδεολογικό χαλινό και ακυρώνει κάθε δυνατότητα ελέγχου από τα κάτω.

Η εμπειρία των ολοκληρωτισμών αυτών μας επιτρέπει να επανεκτιμήσουμε την αξία του μοντέλου της δυαδικής κοινωνίας, πού μας κληροδότησε το Βυζάντιο. Το μοντέλο, όπου η Ιδεολογία δεν υποτάσσεται στην Πολιτική, ούτε η Πολιτική στην Ιδεολογία. Και να συζητήσουμε, χωρίς προκαταλήψεις τη στάση της ορθόδοξης διανόησης απέναντι σ' αυτό. Είναι, πράγματι, σαφής η τάση των ορθόδοξων ιδεολόγων να απέχουν από τη ζώνη της δύναμης, τη ζώνη της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας (μιλώ για συνειδητή επιλογή και όχι για χαρακτηρολογική ανεπάρκεια). Αλλά όταν κρίνουμε το γεγονός, είναι αναγκαίο να διαφοροποιούμε το οντολογικό από το ιστορικό επίπεδο. Αν η κριτική μομφή αναφέρεται στο οντολογικό πεδίο, τότε είναι αβάσιμη. Διότι εκεί: α) Κακό και δύναμη ταυτίζονται (πηγή του κακού είναι η ταύτιση με τη δύναμη). β) Η ιδεολογική δύναμη είναι μάλιστα η ισχυρότερη μορφή δύναμης. γ) Η δύναμη δεν αίρεται με δύναμη, αλλά με παραίτηση από τη δύναμη. δ) Το συναμφότερον ιδανικού-πραγματικού δεν μπορεί να καταργηθεί, ώστε η ουράνια πατρίδα να αντικαταστήσει την επίγεια.

Αν τα επιχειρήματα αυτά ισχύουν, τότε ασφαλώς είναι επιβεβλημένη η αποστασιοποίηση της διανόησης (της φύσει ισχυρότερης κοινωνικής ομάδας) από την πολιτική και την οικονομική εξουσία. Συμφέρει την πλειοψηφία των αδυνάτων ο πολιτικός ευνουχισμός της μειοψηφίας των «φύσει» πιο δυνατών. Δηλαδή είναι επιθυμητό να πείθονται τα πιο έξυπνα και δυναμικά στοιχεία ότι μόνο ανώριμοι και πλεγματικοί άνθρωποι μπορούν να έλκονται από τις σειρήνες της εξουσίας. Ώστε να απεχθάνονται την εξουσία, να βασίζονται στο προσωπικό τους παράδειγμα, αν θέλουν να πείσουν τους άλλους, και να αισθάνονται υποχρεωμένοι να ελέγχουν την εξουσία, με βάση τα κοινά αντιδυναμοκεντρικά πρότυπα. Να μετασχηματίζονται έτσι σε υπηρέτες των πολλών[10] [43]. Η αποστασιοποίηση της Ορθόδοξης διανόησης από την πολιτική και την οικονομική εξουσία μπορεί να αναχθεί, λοιπόν, στον αντιδυναμοκεντρικό χαρακτήρα των προτύπων της.

Η αντίθεση πνευματικού και πολιτικού πεδίου λύνεται, από την Εκκλησία, με την άμεση δημιουργία, στον δικό της χώρο, της συλλογικότητας που επαγγέλλεται. Ως Εκκλησία δρα από το δικό της επίπεδο με τη λειτουργική πράξη και το παράδειγμα [11] [44]. «Ζυμώνει» το «φύραμα» σε όση έκταση το επιτρέπει η χαρισματικότητα των προσώπων και των ομάδων της. Δεν ασκεί «πολιτική παρέμβαση»[12][45]. Μ' αυτή την έννοια είναι «εναλλακτική». Δε περιμένει «να πάρει πρώτα την εξουσία», για να επιβάλει έπειτα, με την κρατική δύναμη, το δικό της πρότυπο κοινότητας, όπως κάνουν οι δήθεν επαναστατικές ιδεολογίες των διαφωτισμένων καιρών μας. Και έχει δίκιο, γιατί από τη φύση της η αντιδυναμοκεντρική μορφή συλλογικότητας δεν επιβάλλεται. Είναι χαρισματική. Βασίζεται στην ελευθερία και την παραίτηση από τη δύναμη. Με δεδομένη την πρωτογενή και οργανική αυτή δράση, έξω και πριν από την πολιτική σφαίρα, ο παθητικός εγκλωβισμός της ορθόδοξης διανόησης στην εντολή «τα του καίσαρας τω καίσαρι» αποτελεί ασφαλώς πρόβλημα. Αν έτσι έχει το ζήτημα τότε τι θα σήμαινε ενεργητική αποδοχή του δυισμού; Μήπως θα χρειαζόταν και μία συμπληρωματική δράση – «άμεσα» στο πολιτικό επίπεδο – από μία πολιτική «πρωτοπορία» εναλλακτική (ιδεολογικά αντιδυναμοκεντρική);

Ας υποθέσουμε ότι εξαγγέλλεται η ίδρυση ενός κόμματος το οποίο: α) Δεν θα επιδιώκει να πάρει την εξουσία και θα διαγράφει αμέσως όποιον εκδηλώνει παρόμοια πρόθεση. β) θα κάνει γνήσια αντιπολίτευση, ξεσκεπάζοντας τη μικρόνοια και την ιδιοτέλεια της κάθε εξουσίας. γ) Δεν θα χαίδεύει τ' αυτιά του λαού. δ) Θα επεξεργάζεται προτάσεις για τη λύση των προβλημάτων, βασισμένες στην αρχή της απόσπασης της ευθύνης από την τάξη των πολιτικών και των γραφειοκρατών και της αποκέντρωσης τους στις κατά τόπους Εκκλησίες του Δήμου. ε) Θα οργανώνει λαϊκά κινήματα όχι για να ζητήσουν τη λύση των προβλημάτων τους από κάποιους άλλους, ξένους προς αυτά, αλλά για να τα πάρουν οι πολίτες στα χέρια τους και να τα λύσουν από μόνοι τους. Αυτό θα μπορούσε να είναι, ίσως, και το περιεχόμενο της παρέμβασης ενός κοινοτικού πολιτικού κινήματος  στις μέρες μας. Μίας «εναλλακτικής πολιτικής πρότασης».

Ένα τέτοιο «κόμμα», προστιθέμενο σε μία κοινωνικά υφιστάμενη τριαδικού τύπου συλλογικότητα, πιθανόν να έλυνε (χωρίς να καταργεί) τον εμφανιζόμενο, σε ένα ανώτερο πάντοτε επίπεδο πολιτισμικής εξέλιξης, δυισμό πνευματικής και πολιτικής ζωής. Αφού όμως ζούμε σε εποχή όπου η Ιδεολογία και η Πολιτική ταυτίζονται (η Ιδεολογία είναι θεραπαινίδα της Πολιτικής) και δεν υπάρχει η αναγκαία κοινωνική βάση (στην οποία προστιθέμενη η εν λόγω πολιτική μορφή θα παρήγε τα πιθανολογούμενα ευεργετικά αποτελέσματα), τότε συζητάμε, επαναλαμβάνω, για κάτι πού έχει μόνο θεωρητική αξία[13][46]. Πράγματι, ως πρόταση προβαλλόμενη για άμεση εφαρμογή, θα προκαλούσε το ειρωνικό μειδίαμα του αναγνώστη. Είναι αμφίβολο αν θα έβρισκε έστω και έναν οπαδό, πέραν των γνωστών και μη εξαιρετέων αιθεροβαμόνων. Ποιος παλαβός θα πήγαινε να γίνει μέλος ενός κόμματος που δεν θα υποσχόταν στους οπαδούς του ρουσφέτια και στα στελέχη του εξουσία; Χωρίς τη δίψα για δύναμη και τις προσδοκώμενες απολαύσεις από τη νομή της εξουσίας, πώς θα μπορούσε να υπάρξει σήμερα πολιτικό υποκείμενο; Ορισμός της πολιτικής δεν είναι ίσα-ίσα ο αγώνας για την εξουσία; Αλλά αν δεν υπάρχουν άνθρωποι με ανιδιοτελές ενδιαφέρον για τα κοινά, περιττεύει κάθε συζήτηση για τον δυισμό πνευματικού και πολιτικού. Σε μία τέτοια βάση κάθε έκκληση για «πολιτική ανανέωση» στερείται σοβαρότητας, είναι επικίνδυνη και πρέπει να μας αφήνει παγερά αδιάφορους. Αν φυσικά πιστεύουμε σε «άλλο σύστημα πατρίδος». Χωρίς κοινωνικά υπαρκτές μορφές κοινοτικής συλλογικότητας, κάθε καλοπροαίρετη παρέμβαση στο πολιτικό πεδίο είναι αδύνατο να αποφύγει τον μετασχηματισμό στο αντίθετο της.

Ο δυισμός δυναμοκεντρικής και τριαδικής συλλογικότητας, Πολιτικής και Ιδεολογίας, ομόλογος της διάκρισης μεταξύ πραγματικού και ιδανικού, δεν είναι δυνατόν να καταργηθεί. Ή θα υπερβαθεί προς την κατεύθυνση της τριαδικής προοπτικής ή θα «εξαλειφθεί» με την εκπόρνευση της Ιδεολογίας. Επομένως για να φτάσουμε στην αποκατάσταση της ενότητας πολιτειακού κοινοτισμού και τριαδικής οντολογίας, θέμα που μας απασχολεί σε τούτο το κεφάλαιο, προϋποτίθεται η επαναυτονόμηση της Ιδεολογίας, έναντι της Πολιτικής, και η δημιουργία της ανάλογης κοινωνικής-οντολογικής βάσης, που θα ήταν ικανή να καθορίσει ένα άλλο πλαίσιο για την Πολιτική. Χωρίς τη μετάβαση από την ταύτιση στον διαχωρισμό τους, δεν είναι δυνατή η εμφάνιση μίας άλλης Πολιτικής. Βεβαίως η σχετική αυτονομία των δύο επιπέδων καθορίζει την ανάγκη για παράλληλη ανάπτυξη ιδεολογικών και πολιτικών παρεμβάσεων, αλλά είναι σαφές ότι το κέντρο βάρους πέφτει στην ιδεολογική πλευρά. Η επανασύνδεση με την τριαδική παράδοση είναι όρος για να ξαναβρούμε τον πολιτειακό κοινοτισμό.

3. Σύνοψη

Η τριαδική πρόταση, ως ενότητα προσωποκεντρικής οντολογίας και πολιτειακού κοινοτισμού, είναι η απάντηση της ελληνικής παράδοσης στην κρίση του πολιτισμού της Νεωτερικότητας. Η πρόταση αυτή βρήκε μία αποσπασματική και για τούτο ανεπαρκή πραγματοποίηση, στην ελληνική ιστορία. Ο αρχαίος Ελληνισμός ανέπτυξε τον πολιτειακό κοινοτισμό, αλλά χωρίς την προσωποκεντρική οντολογία. Ο βυζαντινός Ελληνισμός προσέγγισε την προσωποκεντρική οντολογία, αλλά στα πλαίσια του πολιτειακού δεσποτισμού.[14][47] Στη νεώτερη εποχή ξαναβρίσκει, μέσα από την πάλη ενάντια στον ραγιαδισμό, μία ανανεωμένη μορφή πολιτειακού κοινοτισμού, αλλά η διανόησή του είχε ήδη ενταχθεί σε δορυφορική τροχιά γύρω από τον ανερχόμενο νεωτερικό πολιτισμό. Έχασε έτσι και τις δύο κατακτήσεις του: τον πολιτειακό κοινοτισμό και την οντολογία του προσώπου. Μιλάμε επομένως για μία πρόταση που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Δηλαδή το ιστορικό της περιεχόμενο παραμένει εισέτι ζητούμενο.

Σημειώσεις

[6] Ο όρος "Ιδεολογία" χρησιμοποιείται στο βιβλίο με διαφορετική έννοια απ' ό,τι στην καθομιλουμένη. Με κεφαλαίο γιώτα παραπέμπει στην "ιδεολογία εν γένει", η οποία παρεμβαίνει ως οιονεί "μεγάλο Υποκείμενο", το οποίο "εγκαλεί" τα άτομα ως "μικρά υποκείμενα": επώνυμα συγκεκριμένα πρόσωπα. Είναι το "πεδίο" (των ιδανικών, προτύπων, αξιών κλπ.) σε σχέση με το οποίο λαμβάνει χώρα η "υποκειμενοποίηση" του βιολογικού όντος, το οποίο γεννώμενο στον κόσμο καλείται "να γίνει άνθρωπος". Το "κατ' αλήθειαν ζην" ορίζεται, στη βάση αυτή, ως η "ιδεολογία της Ιδεολογίας", ήτοι η απαίτηση που (επί ποινή άρσης της υποκειμενοποιητικής έγκλησης) η Ιδεολογία θέτει στο υποκείμενο: να είναι οι πράξεις του συνεπείς προς τις αρχές της. Εφ’ όσον υφίσταται υποκειμενοποιητική έγκληση, εφ' όσον υπάρχει πίστη, αυτό που πριν απ' όλα συζητιέται δεν είναι η αληθινότητα της αλήθειας αλλά η βίωση της αλήθειας – της όποιας ιδεολογικής αλήθειας (ιδανικού, προτύπων, αξιών). Αν δηλαδή επιτυγχάνεται, πράγματι, στην πράξη η μετατροπή του ατόμου σε "υποκείμενο" και δεν παραμένει μια πλασματική/ονομαστική υποκειμενοποίηση (π.χ. δημοκρατικός στα λόγια και φασιστικός στην πράξη). Επισημαίνεται, κατόπι, ο κατά κανόνα ισχύων στην πράξη "ιδεολογικός"/ψευδεπίγραφος χαρακτήρας της ιδεολογίας, η λειτουργία της ως "συμπληρώματος δικαίωσης" – αυτοδικαίωσης και τίθεται το κρίσιμο ζήτημα αν το υποκείμενο δύναται και υπό ποιες προϋποθέσεις, να υπερβεί την Ιδεολογία μέσω του "κατ' αλήθειαν ζην", πράγμα που θεωρείται εφικτό και συναρτάται με την "αληθινότητα" της υποκειμενοποιητικής αλήθειας. Η δυνατότητα αυτή επιτρέπει τη διάρρηξη του διπόλου κολεκτιβισμού/ατομοκεντρισμού. (Βλ. Έκλειψη του Υποκειμένου, σ. 235 κ.ε.).

[7][40] Ή ανάλυση αυτή είναι ακριβής, άλλα θεωρεί τον διαχωρισμό «φυσικό». Δεν αναρωτιέται γιατί συμβαίνει. Με αποτέλεσμα να μην μπορεί να λύσει το πρόβλημα της υπέρβασης του. Το γιατί συμβαίνει ο διαχωρισμός εξηγείται, όπως είδαμε στο γ' μέρος, από τη «φυσιολογία» της αλλοτρίωσης (της «πτώσης», κατά την παραδοσιακή ορολογία). Είναι η διάκριση ανάμεσα στο φυσικό και το γνωμικό θέλημα ή τη «φυσική» και την προσωπική συνείδηση (πρβλ. Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Εθνος και Παράδοση, Μέρος ΠΙ, κεφ. 3) που την φωτίζει.

[8][41] Πρβλ. τον ύμνο του Λουί Αραγκόν στον Στάλιν. Ή του Γιάννη Ρίτσου στον Ζαχαριάδη.

[9][42] Πρόκειται για κάτι πεζότατο που μας διαφεύγει όταν κινούμαστε στο χώρο της κοινωνικής μηχανικής: Τα καθήκοντα του αρχιτέκτονα και τα καθήκοντα του εργολάβου δεν είναι φρόνιμο να ανατίθενται στο ίδιο πρόσωπο. Ο αρχιτέκτονας, που κάνει και τον εργολάβο, είναι ανίκανος να χτίσει. Ενώ ο εργολάβος, στον οποίο έχουν ανατεθεί και τα καθήκοντα του αρχιτέκτονα, είναι ικανός μόνο για εξαμβλώματα. Η πνευματική ηγεσία έχει τον δικό της ρόλο: Να κάνει τις γενικές συλλήψεις. Να επεξεργάζεται τις εναλλακτικές στρατηγικές και τα σχέδια, πάνω στα οποία θα εργαστεί ο εργολάβος της πολιτικής. Να ασκεί έλεγχο και κριτική στον εργολάβο, αν παρεκκλίνει από τα καθορισμένα σχέδια ή κλέβει στα υλικά. Και όχι γιατί «δεν έχει… εθνική στρατηγική». Σε μας οι σχέσεις μεταξύ πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας έχουν διαστραφεί: η πνευματική ηγεσία έχει καταδικασθεί σε στωική ή επικούρεια ιδιωτεία, ενώ οι εργολάβοι μας υμνούνται κυρίως για την αρχιτεκτονική τους μεγαλοφυΐα.

[10][43] Αυτή ήταν και η κοινωνική φιλοσοφία του μοναχισμού, στα όρια της ορθόδοξης οικουμένης. Κι αυτή είναι που κάνει επιθυμητή την ανάπτυξη του ορθόδοξου μοναχισμού και στην εποχή μας.

[11][44]. Η στάση αυτή χαρακτηρίζει την Εκκλησία ήδη από την εποχή του πρώτου χριστιανισμού: «Η στάση αυτή του αρχαϊκού Χριστιανισμού δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αδιαφορία για την ηθική στάση του κόσμου. Το κλειδί της κατανοήσεως της βρίσκεται για μία φορά ακόμη στον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν τη σχέση της Ιστορίας με την εσχατολογία οι πρώτοι χριστιανοί. Στην αρχή υπήρχε μία έντονη προσδοκία του άμεσου τέλους της Ιστορίας. Στις επιστολές του Παύλου επιζεί ακόμη η κατάσταση αυτή και γι' αυτό το επιχείρημα του είναι πάντοτε ότι "ο καιρός συνελιγμένος εστί" και δεν υπάρχουν περιθώρια ηθικής αναμορφώσεως της κοινωνίας. Αλλά και όταν υποχώρησε αυτή η προσδοκία, η στάση του Χριστιανισμού παρέμεινε η ίδια. Η εξήγηση της στάσεως αυτής βρίσκεται στο ότι, όσο και αν αλλάξουν κοινωνικά τα πράγματα, ο κόσμος ποτέ δεν μπορεί να μεταβληθεί σε Βασιλεία του θεού ως αποτέλεσμα ιστορικών και μόνο εξελίξεων. Η Βασιλεία του Θεού έρχεται "ου μετά παρατηρήσεως" και χωρίς να την περιμένει κανείς, "ως κλέπτης εν νυκτί". Όταν η Βασιλεία του Θεού εισδύσει στην Ιστορία θα δημιουργήσει μία "κρίση", δηλαδή ένα ξεκαθάρισμα, πράγμα που προϋποθέτει ότι θα βρει στην Ιστορία μία όχι καλή κοινωνική κατάσταση. Έτσι το ότι ο "κόσμος" μισεί και καταδιώκει την Εκκλησία είναι κάτι το εντελώς φυσικό για τούς πρώτους χριστιανούς, που δεν θα αρθεί με καμιά προσπάθεια αναμορφώσεως του κόσμου. Η αρχική Εκκλησία πίστευε μόνο στο ότι η Ίδια ήταν στην εποχή της μία εικόνα της Βασιλείας του Θεού, όχι ο κόσμος όλος. Και ο ελληνορωμαϊκός κόσμος στο σύνολο του θα σωζόταν ή θα καταδικαζόταν με κριτήριο τη στάση του προς τη χριστιανική κοινότητα που καταδίωκε (Ματθ. 25)» (Ί. Ζηζιούλας, «Ελληνισμός και Χριστιανισμός, η συνάντηση των δύο κόσμων», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ζ', Εκδοτική Αθηνών).

[12][45] Αλλά ας μην ξεχαστούμε. Δεν μιλάμε για τη σημερινή κρατοδίαιτη ελλαδική Εκκλησία που ταυτίζεται με το κράτος λόγω ακριβώς της απουσίας πραγματικά εκκλησιαστικών μορφών συλλογικότητας. Η απουσία τέτοιων μορφών την καθιστά τελείως ακίνδυνη, σε σημείο που ακόμα και οι κοσμοθεωρητικοί εχθροί της, οι πάσης φύσεως δυτικιστές, να είναι σήμερα υπέρ του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Η ταύτιση της Εκκλησίας με το κράτος χρησιμοποιήθηκε από τους δυτικιστές με σκοπό: α) Την καταστροφή του πυρήνα της παραδοσιακής κοινοτικής συλλογικότητας, που μας έκανε έναν κόσμο ριζικά διαφορετικό απ' αυτόν της καθολικής και προτεσταντικής Δύσης, με τον οποίο θέλαμε να εξομοιωθούμε. β) Την απόκτηση, από το έξωθεν και άνωθεν επιβαλλόμενο κράτος της Προστασίας, μίας εσωτερικής κοινωνικής βάσης, ενός κακέκτυπου «κοινωνίας των πολιτών», στο πρόσωπο της ευσεβιστικά πλαισιωμένης μικροαστικής τάξης των πόλεων. Ο παλιός, ελεγχόμενος από τα ανάκτορα, οργανωσιακός ευσεβισμός δεν υπάρχει πια. Είναι όμως καρκίνος που μάλλον έχει κάνει μετάσταση. Έχει εισχωρήσει στη δομή της ελλαδικής Εκκλησίας και μετατρέπει την Ενορία σε Οργάνωση, πού αναπτύσσεται σύμφωνα με τα ευσεβιστικά πρότυπα. Η απομεταρρύθμιση της ελλαδικής Εκκλησίας και η επιστροφή της στον παραδοσιακό δυισμό Εκκλησίας-Κράτους είναι προϋπόθεση για την αναγέννηση της.

[13][46] Για να καταστήσω σαφέστερο τι εννοώ, επικαλούμαι και τη μαρξιστική διατύπωση του ίδιου προβλήματος: «Πολιτική παρέμβαση» σημαίνει «παίρνω θέση» στα ζητήματα που αναδεικνύει η ταξική πάλη. Παίρνω το μέρος μίας τάξης. Δεν δημιουργώ εγώ τις τάξεις ούτε την ταξική πάλη. Εκεί όπου δεν υπάρχουν καν «προλεταριακές πρακτικές», εκεί που υπάρχει μόνο διαπάλη μεταξύ παρασιτικών συμφερόντων, δεν νοείται σοσιαλιστικό κίνημα.

[14][47] Λαμβάνοντας υπόψη μεταγενέστερες μελέτες ο συγγραφέας έχει αναθεωρήσει εν μέρει τη θέση αυτή. Γράφει: «Ως υπερπολεοτική μορφή Οικουμένης το Βυζάντιο καταλαμβάνει μια θέση εννοιολογικώς υπερκείμενη του «Έθνους». Δεν είναι, δηλαδή, πολιτειακή οντότητα συγκρίσιμη με τις προνεωτερικές-προεθνοκρατικές δεσποτικές οντότητες: της Ανατολής ή της φεουδαρχικής Δύσης. Δεν είναι «αυτοκρατορία». (Ο όρος «αυτοκρατορία» αναφέρεται σε πολυεθνικά κράτη, όπου ισχύει η διάκριση κυρίαρχου έθνους / κατακτημένου έθνους. Παράδειγμα: το ρωμαϊκό κράτος αμέσως μετά την κατάκτηση των ελληνικών χωρών. Όταν η διάκριση αυτή καταργείται, με την δικαιοπολιτική εξίσωση των συνιστωσών εθνοτήτων, παύει να είναι «αυτοκρατορία» στην κυριολεξία.) Ούτε είναι συγκρίσιμη με τις «εθνικές» οντότητες: τις δικές της καταγωγικές-πολεοκρατικές ή τις μεταγενέστερες νεωτερικές-εθνοκρατικές. Βρίσκεται σε μια ανώτερη τυπολογικώς και ανθρωπολογικώς βαθμίδα εξελίξεως, χωρίς ακόμη αντίστοιχο στην Ιστορία. Το Βυζάντιο θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με ό,τι θα έφτιαχνε η Νεωτερικότητα αν κατόρθωνε να λύσει το πρόβλημα της οικουμενικής Αρχής.» (Θεόδωρος Ι. Ζιάκας, Ο σύγχρονος μηδενισμός σ.183. Αρμός Αθήνα, 2008β.) Το "βυζαντινό" πολιτειακό παράδειγμα, παραμένει εισέτι μη εννοιολογημένο, ως προς τον δεύτερο όροφό του: στο πώς δηλαδή η βασιλεύουσα πόλη-κράτος είναι συνάμα οικουμένη-κράτος και πώς (και γιατί) οι σχέσεις της με τα λοιπά συστατικά πολεοτικά της κύτταρα (τα Κοινά), θεσμίζεται κατά αρχαϊκότερο (εξουσιαστικό) τρόπο απ' ό,τι αυτά τα ίδια στο εσωτερικό τους, τα οποία – ειρήσθω εν παρόδω – αποτελούν (κατά τον Κ. Παπαρρηγόπουλο) "τροπολογίαν τινά των αρχαίων πολιτευμάτων".

πηγή: Aντίφωνο, Η έκλειψη του Υποκειμένου (σ.295-308.)

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 05 Ιανουάριος 2012 08:00, http://www.antifono.gr/portal/…8C.html

Ερμηνεία εικόνας της Βαπτίσεως του IC XC

Η ερμηνεία της εικόνας της Βαπτίσεως του Κυρίου

(Τα Θεοφάνεια)

 

+ Του Παύλου  Εδοκίμωφ



Μέχρι τόν Δ
́ αώνα, Γέννηση καί Βάπτιση το Κυρίου ορτάζονταν τήν δια μέρα. νότης τους εναι κόμη ρατή στήν παρόμοια σύσταση τν κολουθιν ατν τν δύο ορτν καί δείχνει μιά ρισμένη συμπλήρωση το γεγονότος τς Γεννήσεως σ ̉ κενο τς Βαπτίσεως. Στή Γέννησή του, λέγει γιος ερώνυμος, Υός το Θεο λθε στόν κόσμο μέ κρυφό τρόπο, στήν Βάπτισή του μφανίστηκε μέ φανερό τρόπο. πίσης γιος ωάννης Χρυσόστομος: Τά Θεοφάνεια δέν εναι ορτή τς Γεννήσεως λλά τς Βαπτίσεως. Πρίν ταν γνωστη πό τό λαό, μέ τή Βάπτιση, ποκαλύπτεται σέ λους.

Τό γιο Πνεμα ναπαύεται αώνια πάνω στόν Υό· κδηλωτική δύναμη ποκαλύπτει τόν Υό στόν Πατέρα καί τόν Πατέρα στόν Υό καί πραγματοποιε τσι τή θεία γενεαλογία, εναι αώνια χαρά… που ο τρες χαίρονται μαζί. νσάρκωση ριζώνεται στήν δια πράξη γενεαλογίας λλά πού καλύπτει προοδευτικά τήν νθρωπότητα το Χριστο.

Στή Γέννηση, τό γιο Πνεμα κατεβαίνει στήν Παρθένο καί τήν κάνει πραγματικά Θεοτόκο, Μητέρα το Θεο: «τό γενώμενον γιον κληθήσεται υός Θεο» (Λουκ. 1, 35). «Τό δέ παιδίον ηξανε… καί χάρις Θεο ν π̉ ατό» (Λουκ. 2, 40). «Καί ησος προέκοπτε σοφί καί λικί καί χάριτι» (Λουκ. 2, 52). Γιά νά εναι ληθινός νθρωπος, νθρώπινη φύση το Χριστο περν πό τή φυσική καί προοδευτική νάπτυξή της· χάρη το Πνεύματος τή συνοδεύει, λλά δέν εναι κόμη πόσταση το Πνεύματος πού ναπαύεται σ ̉ ατόν πως ατή ναπαύεται αώνια στή θεότητά του. Λοιπόν, μιλώντας γιά τή Βάπτιση, γιος Κύριλλος εροσολύμων καί γιος ωάννης Δαμασκηνός ναφέρουν τίς Πράξεις (10, 38): «ησον τόν πό Ναζαρέτ, ς χρισεν ατόν Θεός Πνεύματι γί», καί πογραμμίζουν στό γεγονός τό ψιστο σημεο τς ριμότητος, τήν κατακόρυφη κδήλωση τς νθρωπότητος το Κυρίου πό τότε ντελς θεοποιημένη. Εναι Χριστός, Κεχρισμένος· τό πνεμα ποκαλύπτει τήν νθρωπότητά του στόν Πατέρα, καί Πατήρ τή δέχεται σάν τόν Υό του: «Καί δού φωνή κ τν ορανν λέγουσα: οτος στιν υός μου γαπητός, ν εδόκησα» (Ματθ. 3, 17). Τό πνεμα κατεβαίνει στόν σαρκωθέντα Υό σάν πνοή υοθεσίας κατά τήν δια στιγμή που Πατήρ λέγει: «γώ σήμερον γεγέννηκά σε».

στοργή μου ενοιά μου εναι γάπη το Πατρός καί το Υο πού πό τότε ναπαύεται στό Χριστό στήν ποστατική κάθοδο το Πνεύματος. Θεός – νθρωπος ποκαλύπτεται πραγματικά Υός στίς δύο φύσεις του καί ατό τό πλήρωμα το ληθινο Θεο καί ληθινο νθρώπου θά διαβεβαιωθε πάλι κατά τό χρόνο τς Μεταμορφώσεως σάν νέργεια πιά κδηλωμένη στή Βάπτιση: «Οτος στιν υός μου γαπητός». Γι ̉ ατό Βάπτιση νομάζεται Θεοφάνεια, πιφάνεια, κδήλωση τν Τριν Προσώπων στήν μόφωνη μαρτυρία τους. άν τό τροπάριο τς Μεταμορφώσεως λέγει: Μεταμορφώθηκες γιά νά δείξεις στούς μαθητές σου τή δόξα σου, τό τροπάριο τς Βαπτίσεως ναγγέλει: Κατά τήν Βάπτισή σου στόν ορδάνη, Χριστέ… φωνή το Πατρός σέ μαρτύρησε δίνοντάς σου τό νομα το γαπημένου Υο καί το Πνεύματος, μέ τή μορφή το περιστεριο, διαβεβαίωσε τήν ναμφισβήτητη λήθεια ατο το λόγου…

τσι ησος αξάνει μέχρι τήν ριμότητά του «καί ατός ν σεί τν τριάκοντα» (Λουκ. 3, 23) — ταν στή συναγωγή τς Ναζαρέτ ναγγέλει ατός διος πανηγυρικά. «Πνεμα Κυρίου π̉ μέ, ο ενεκεν χρισέ με» (Λουκ. 4, 18). Εναι κε τό διο τό μυστήριο στήν νσάρκωση. νθρωπότης το Χριστο περν πό τόν λεύθερο προσδιορισμό του. ησος φιερώνεται συνειδητά στήν πίγεια ποστολή του, ποτάσσεται λοκληρωτικά στή θέληση το Πατρός καί Πατήρ το παντ ποστέλλοντας σ ̉ ατόν τό γιο Πνεμα.

λος, πυκνός καί συγκεντρωμένος συμβολισμός τς Βαπτίσεως πού εκόνα τς ορτς μς δείχνει, κάνει νά κατανοήσουμε τή φοβερή κταση ατς τς πράξεως. Εναι πιά θάνατος πάνω στό Σταυρό· Χριστός λέγοντας στόν γιο ωάννη: «οτω γάρ πρέπον στίν μν πληρσαι πσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. 3, 15) προλαβαίνει τόν τελευταο λόγο πού θά ντηχήσει στόν κπο τς Γεθσημαν: «Πάτερ, γενηθήτω τό θέλημά σου…». λειτουργική νταπόκριση τν ορτν τό πογραμμίζει ρητά: τσι ο ψαλμωδίες τς κολουθίας τς 3ης ανουαρίου παρουσιάζουν μιά κπληκτική ναλογία μέ κενες τς Μεγάλης Τετάρτης, κολουθία τς 4ης ανουαρίου μέ κείνη τς Μεγάλης Πέμπτης καί κολουθία τς 5ης ανουαρίου μέ κείνη τς Μεγάλης Παρασκευς καί το Μεγάλου Σαββάτου.

γιος ωάννης Βαπτιστής χει χρισθε μέ μιά πηρεσία μαρτυρίας: εναι μάρτυρας τς ποταγς το Χριστο, τς τελευταίας κένωσεώς του. λλά στόν ωάννη Βαπτιστή σάν ρχέτυπο, σάν ντιπρόσωπο το νθρωπίνου γένους, εναι λη νθρωπότης πού εναι μάρτυρας τς θείας γάπης. «Φιλανθρωπία το Θεο» μεσουρανε στήν πράξη τς Βαπτίσεως, «κπλήρωση τς δικαιοσύνης», μέ τό θάνατο καί τήν νάσταση στό τέλος κπλήρωση τς προαιώνιας ποφάσεως πού χουμε παρατηρήσει στήν εκόνα τς Τριάδος.

«γένετο δέ ν τ βαπτισθναι παντα τόν λαόν καί ησο βαπτισθέντος» (Λουκ. 3, 21). Λόγος ρχεται πάνω στή γ, πρός τούς νθρώπους, καί μες εμαστε παρόντες τς πιό συνταρακτικς Συναντήσεως το Θεο καί τς νθρωπότητος «λος λαός». Μυστικά, στόν ωάννη τόν Βαπτιστή λοι ο νθρωποι ναγνωρίζονται υοί μέσα στόν Υό, ο γαπημένοι υοί στόν γαπημένο Υό καί ρα ο φίλοι το Νυμφίου, ο μάρτυρες. Τό γένοιτο τς Παρθένου πρξε τό ναί λων τν νθρώπων στήν νσάρκωση, στήν λευση το Θεο στούς δικούς του. Στόν γιο ωάννη, ατόν τόν λλο τν«δικν του», λοι ο νθρωποι λέγουν «γένοιτο» στήν Συνάντηση, στή θεία Φιλία, στή Φιλανθρωπία το Πατρός, φίλου τν νθρώπων. πως Συμεών θούμενος πό τό Πνεμα συναντ καί δέχεται τόν ησο-βρέφος, πίσης ωάννης συναντ καί δέχεται τόν ησο-Μεσσία: «γένετο νθρωπος πεσταλμένος παρά Θεο, νομα ατο ωάννης· οτος λθεν ες μαρτυρίαν, να μαρτυρήσ περί το φωτός, να πάντες πιστεύσωσι δι ̉ ατο» (ω. 1, 6 – 7). Μαρτυρε γιά λους, στή θέση λων καί ατή μαρτυρία εναι να γεγονός στό σωτερικό λοκλήρου τς νθρωπότητος καί φορ λο τόν νθρωπο.

Τό Δ΄ εαγγέλιο μιλ γιά τόν ωάννη στόν πρόλογό του, μέσως μετά τό Λόγο, πού εναι στήν ρχή, καί ταν διαβάζει κανείς πρχε νθρωπος πεσταλμένος πό τό Θεό, ασθάνεται τι λευσή του, σέ μιά ρισμένη ννοια ρχεται πίσης πό τήν ρχή, τήν αωνιότητα. ορανός νοίγει μπροστά πό ατόν καί μαρτυρε: «τι τεθέαμαι τό Πνεμα καταβανον π ̉ ατόν… οτός στιν Υός το Θεο» (ω. 1, 29 -34)· σ ̉ ατό τόν σύντομο λόγο εναι πιά, μέ μιά μορφή περιορισμένη λο τό Εαγγέλιο. ωάννης εναι ατός πού γνωρίζει, προσδιορίζει τόν μνό γιατί εναι μυημένος στό μυστήριο το «σφαγμένου ρνίου πό καταβολς κόσμου…». ωάννης δέν χει τίποτε προαγγείλει καί εναι πιό μεγάλος προφήτης, πως δάκτυλος το Θεο προσδιορίζει τόν Χριστό. Εναι πιό μεγάλος διότι εναι πιό μικρός, ατό πού θέλει νά πε πελεύθερος πό τήν δια του πάρκεια γιά νά μήν εναι κενος πού μένει κε, κενος πο τέρπεται κούοντας τή φωνή το Νυμφίου, καί χαρά του εναι μεγάλη χωρίς μέτρο. Εναι πιό νδόμυχη γγύτης που Λόγος ντηχε· εναι κατ ̉ εκόνα το Υο πού δέν εναι ξ λοκλήρου παρά Λόγος το Πατρός· εναι κατ ̉ εκόνα το Πνεύματος γιατί δέν λέγει τίποτε γιά τόν αυτό του λλά μιλ στό νομα Ατο πού χει λθει. Εναι ατός ρμητικός πού ρπάζει τούς ορανούς καί τό μαρτύριό του λαμπρύνει θαυμαστά να ρχαο μοναστικό λόγιο: Δσε τό αμα σου καί πάρε τό Πνεμα… Μέ τή Θεοτόκο περιβάλλει τό Χριστό Κριτή καί μεσιτεύει γιά λους τούς νθρώπους. Μπορε νά τό κάνει γιατί φιλία του φθάνει τό πίπεδο νός λλου μεγάλου πνευματικο το ποίου στορία μς χει ναφερθε στά ποφθέγματα τν Πατέρων. γιος Παΐσιος Μέγας προσευχόταν γιά τόν μαθητή του πού εχε ρνηθε τό Χριστό, καί ταν προσευχόταν, Κύριος το μφανίστηκε καί το λέγει: «Παΐσιε, γιά ποον προσεύχεσαι; Δέν γνωρίζεις τι μέ χει ρνηθε;».λλά γιος δέν παυε νά χει λεος καί νά προσεύχεται γιά τόν μαθητή του, καί λοιπόν Κύριος το λέγει: Παΐσιε, χεις ξομοιωθε μέ μένα μέ τήν γάπη σου…

λειτουργία νομάζει τόν ωάννη: κήρυκα, γγελο καί πόστολο. Μαρτυρε καί φωνή το Νυμφίου προκαλε τήν πρώτη ποστολική κλήση: «νδρέας καί ωάννης κολουθον τόν ησον» (ω. 1, 37). Πιό ργά, γκαταλείπει ατό τόν κόσμο καί κατεβαίνει στόν δη σάν Πρόδρομος τς Καλς γγελίας. Τό βάπτισμα το ωάννη πρό τν Θεοφανείων δέν ταν παρά να «βάπτισμα μετανοίας ες φεσιν μαρτιν» (Λουκ. 3, 3), ταν μεταβολή τς τελευταίας ναμονς. Πηγαίνοντας στόν ορδάνη, ησος δέν πγε νά μετανοήσει φο ταν χωρίς μάρτημα· νά πομε τι δωσε τό παράδειγμα τς ταπεινότητος δέν παντ κόμη στό μέγεθος το γεγονότος. βάπτιση τού ησο εναι προσωπική Πεντηκοστή του, κάθοδος το γίου Πνεύματος καί τά τριαδικά Θεοφάνεια: Κατά τό χρόνο τς βαπτίσεώς σου στόν ορδάνη, Κύριε, κδηλώθηκε προσκύνηση πού χρειαζόταν στήν γία Τριάδα (τροπάριο ορτς). Εναι πό ατό τό πλήρωμα πού ρχεται τό μυστήριο το βαπτίσματος στό νομα το ησο, ατό τό νομα καθορίζεται, μεσα στόν πλήρη βαπτιστικό τύπο: «ες τό νομα το Πατρός, το Υο καί το γίου Πνεύματος». Τά λειτουργικά κείμενα νομάζουν τήν ορτή τό μεγάλο Νέο τος γιατί τό συμβάν πανέρχεται στό φς τς Τριάδος. Εναι κριβς ατή στιγμή πού ο πίσκοποι ξέλεγαν γιά νά ναγγείλουν στίς κκλησίες τό χρόνο τς μεγάλης τεσσαρακοστς καί τή χρονολογία το ορτασμο το Πάσχα.

Βάπτιση. Ψηφιδωτό Ι. Νέα Μονή Χίου. Φωτο: Κώστας Σταμούλης

εκόνα τν Θεοφανείων προσφέρει τήν εαγγελική διήγηση λλά προσθέτει μερικές λεπτομέρειες πού χουν χρησιμοποιηθε στή λειτουργία τς ορτς καί δείχνει ατό πού ωάννης θά μποροσε νά διηγηθε. πάνω στήν εκόνα να τμμα νός κύκλου παριστ τούς ορανούς πού νοίγουν, καί κάποτε πό μιά διπλή πτυχή πού μοιάζει μέ κροσσό νός σύννεφου, βγαίνει τό χέρι το Πατρός πού ελογε. πό ατό τόν κύκλο ναχωρον κτνες φωτός, χαρακτηριστικό το γίου Πνεύματος, καί πού φωτίζουν τό περιστέρι. Ατόματη νάμνηση το ρχικο λόγου «καί γένετο φς», κδηλωτική νέργεια το Πνεύματος, ποκαλύπτει τόν τριαδικό Θεό: Τριάδα, Θεός μας, μς κδηλώνεται χωρίς διαίρεση. Χριστός λθε γιά νά εναι τό φς το κόσμου, πού φωτίζει ατούς πού κάθονταν στά σκοτάδια (Ματθ. 4, 16) πό κε δέ τό νομα τς «ορτς τν φώτων». ν Χριστός κατέβαινε στά νερά, φωτιά ναψε μέσα στόν ορδάνη, εναι Πεντηκοστή το Κυρίου καί προεικονισμένος Λόγος, μέ στύλο φωτός δείχνει τι τό βάπτισμα εναι φωτισμός, γέννηση τς πάρξεως στό θεο φς.

λλοτε τήν παραμονή τς ορτς γινόταν τό βάπτισμα τν κατηχουμένων καί ναός ταν πλημμυρισμένος πό φς, σημεο μυήσεως στή γνώση το Θεο. μάρτυρας ατο το φωτός, γιος ωάννης εναι δοσμένος στό γεγονός γιατί ατός διος εναι « λύχνος καιόμενος καί φαίνων» καί ο νθρωποι ρχονταν «γαλλιαθναι ν τ φωτί ατο» (ω. 5, 35). κάθοδος το γίου Πνεύματος μέ τή μορφή νός περιστεριο κφράζει τήν κίνηση το Πατρός πού φέρεται πρός τόν Υό του. ξ λλου, ξηγεται, κατά τούς Πατέρες, κατ ̉ ναλογία μέ τόν κατακλυσμό καί τό περιστέρι μέ τόν κλάδο λαίας, σημεο τς ερήνης. Τό γιο Πνεμα πού φέρεται πάνω πό τά ρχέγονα νερά νέδειξε τή Ζωή, πίσης ατό πού αωρεται πάνω στά νερά το ορδάνη, προκαλε τή δεύτερη γέννηση το νέου δημιουργήματος.

Χριστός παριστάνεται ρθός νάντια πρός τό βυθό το νερο σκεπασμένος πό τά κύματα το ορδάνη. πό τήν ρχή τς ποστολς του, ησος ντιμετωπίζει τά κοσμικά στοιχεα πού περιέχουν σκοτεινές δυνάμεις: τό νερό, τόν έρα καί τήν ρημο. διάβαση τς ρυθρς Θαλάσσης εναι πό τίς μορφές το βαπτίσματος: νίκη πό τό Θεό το δράκοντος τς θαλάσσης, το τέρατος Rahab. να διόμελο τς ορτς κάνει νά κατανοήσουμε τόν Κύριο λέγοντας στόν ωάννη Βαπτιστή: Προφήτη, λα νά μέ βαπτίσεις… Βιάζομαι νά χαθε κρυμμένος στά νερά χθρός, πρίγκηπας το σκότους, γιά νά πελευθερώσω τόν κόσμο πό τά δίχτυα του παραχωρώντας του τήν αώνια ζωή. τσι, μπαίνοντας στόν ορδάνη Κύριος, καθαρίζει τά νερά: Σήμερα τά κύματα το ορδάνη μεταβάλλονται σέ φάρμακο καί λη δημιουργία ποτίζεται μέ μυστικά κύματα… (εχή γίου Σωφρονίου). Εναι λο τό σύμπαν πού δέχεται τήν γιοποίησή του: Χριστός βαπτίζεται· βγαίνει πό τό νερό καί μέ ατό ποκαλύπτει τόν κόσμο (διόμελο το Κοσμ). Σπάζει τό κεφάλι τν δρακόντων καί ναζωογονε τόν δάμ, εναι νάπλαση τς νθρωπίνης πάρξεως, ναγέννησή της στό καθαριστικό λουτρό το μυστηρίου. Δίδυμος Τυφλός καθορίζει: « δέ Κύριος δωκέ μοι μητέρα τήν κολυμβήθραν (κκλησία), πατέρα τόν ψιστον, δελφόν τόν δι ̉ μς βαπτισθέντα Σωτρα».

Στήν εκόνα μέ τό δεξιό του χέρι Χριστός ελογε τά νερά καί τά τοιμάζει νά γίνουν τά νερά τς βαπτίσεως πού γιάζει μέ τήν δια του κατάδυση. Τό νερό λλάζει σημασία, λλοτε εκόνα το θανάτου (κατακλυσμός), εναι τώρα πηγή το δατος τς ζως (ποκ. 21, 6· ω. 4, 14). Μυσταγωγικά τό νερό τς βαπτίσεως δέχεται τήν ξία το αματος το Χριστο. Στά πόδια το Κυρίου, στά νερά το ορδάνη, εκόνα δείχνει δύο μικρές νθρώπινες μορφές, εκονογράφηση τν παλαιοδιαθηκικν κειμένων πού ποτελον μέρος τς κολουθίας: «τί σοί στι, θάλασσα τι φυγες, καί σύ ορδάνη, τι στράφης ες τά πίσω» (Ψαλμ.113, 5). Τό τροπάριο (χος Δ΄) ξηγε: «πεστρέφετο ποτέ, ορδάνης ποταμός, τ μηλωτ λισσαιέ, ναληφθέντος λιού καί διρετο τά δατα νθεν καί νθεν· καί γέγονεν ατ ξηρά δός γρά ες τύπον ληθς το Βαπτίσματος, δι ̉ ο μες τήν ρέουσαν το βίου διαπερμεν διάβασιν». Εκόνα συμβολική πού μιλ γιά τή μετάνοια κόμη όρατη τς κοσμικς φύσεως, τς μεταστροφς τς ντολογίας της. ελογία τς δρόβιας φύσεως γιάζει τήν δια ρχή τς πίγειας ζως. Γι ̉ ατό, μετά τή θεία λειτουργία γίνεται μεγάλος γιασμός τν δάτων (νός ποταμο, μις πηγς ντελς πλά νός δοχείου τοποθετημένου μέσα στήν κκλησία).

Μιλώντας γιά τά μή γιασμένα νερά, εκόνα το θανάτου – κατακλυσμο λειτουργία τά νομάζει δατόστρωτο τάφο. Πραγματικά, εκόνα δείχνει τόν ησο νά εσέρχεται στά νερά, στόν γρό τάφο. Ατός δ χει τή μορφή νός σκοτεινο σπηλαίου (εκονογραφική μορφή το δη) περιέχοντας λο τό σμα το Κυρίου (εκόνα το νταφιασμο, πού προσφέρεται στό μυστήριο το βαπτίσματος μέ λική κατάδυση, μορφή το πασχαλίου τριημέρου), γιά νά ποσπάσει τόν ρχηγό τς φυλς μας στή ζοφερή διαμονή. Συνεχίζοντας τόν προκαταβολικό συμβολισμό τς Γεννήσεως, εκόνα τν Θεοφανείων δείχνει τήν προκάθοδο το Χριστο στόν δη: «καταβάς ν τος δασιν δησε τόν σχυρόν». γιος ωάννης Χρυσόστομος, σχολιάζει: κατάδυση καί νάδυση εναι εκόνα τς καθόδου στόν δη καί τς ναστάσεως.

Χριστός παριστάνεται γυμνός, εναι ντυμένος μέ τήν δαμική γυμνότητα καί τσι ποδίδει στήν νθρωπότητα τό νδοξο παραδεισιακό νδυμά της. Γιά νά δείξει τήν πέρτατη πρωτοβουλία του παριστάνεται βαδίζοντας κάνοντας να βμα πρός τόν γιο ωάννη: λεύθερα ρχεται καί κλίνει τό κεφάλι. ωάννης εναι ταραγμένος: «γώ χρείαν χω πό σο βαπτισθναι, καί σύ ρχ πρός με; »… ησος τόν διατάζει: «φες ρτι». ωάννης τείνει τό δεξιό του χέρι σέ μιά τελετουργική χειρονομία, στό ριστερό κρατε να ελητάριο, κείμενο το κηρύγματός του. Ο γγελοι τς νσαρκώσεως εναι σέ μιά στάση προσκυνήσεως, τά σκεπασμένα χέρια τους σέ νδειξη σεβασμο. Συμβολίζουν πίσης καί εκονογραφον τό λόγο το ποστόλου Παύλου (Γαλατ. 3, 27) :«σοι γάρ ες Χριστόν βαπτίσθητε, Χριστόν νεδύσασθε...».

ΠΗΓΗ: www.imkby.gr. Το είδα: Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012, http://syndesmosklchi.blogspot.com/2012/01/blog-post_05.html

Φτώχεια και «μνημόνια»… ο καπιταλισμός τους!

Φτώχεια και «μνημόνια» είναι ο καπιταλισμός τους!

 

Του Νίκου Μπογιόπουλου


 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) που δόθηκαν χτες στη δημοσιότητα, πάνω από 3 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ελλάδα (για την ακρίβεια: 3.030.900 άτομα) βιώνουν τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού! Μιλάμε για το 27,7% του πληθυσμού της χώρας!

Το γεγονός θα ήταν… «ευτυχές» αν η πραγματική εικόνα δεν ήταν ακόμα χειρότερη. Χειρότερη ακόμα κι από αυτή που περιγράφεται στην έρευνα – ακτινογραφία της βαρβαρότητας. Και τούτο διότι:

***

α) Η συγκεκριμένη έρευνα αφορά στα δεδομένα του έτους 2010, που προσδιορίστηκαν με περίοδο αναφοράς τα εισοδήματα του 2009. Τι σημαίνει αυτό;

Ότι η τρέχουσα, η εν έτει 2012 κατάσταση που βιώνει ο ελληνικός λαός, είναι ακόμα πιο μαύρη, είναι πιο φριχτή ακόμα και από τα όσα φριχτά περιγράφει η ΕΛΣΤΑΤ στην παρούσα έρευνα.

*

Με άλλα λόγια: Στην Ελλάδα του ευρώ, της ΟΝΕ και της ΕΕ, οι απόκληροι, οι εξαθλιωμένοι, οι φτωχοί, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι είχαν ξεπεράσει τα 3 εκατομμύρια πριν ακόμα τεθούν σε εφαρμογή τα μνημόνια!

*

Στην Ελλάδα του Παπαδήμου, του Παπανδρέου, του Σαμαρά και του Καρατζαφέρη, το 27,7% του πληθυσμού είχε στοιβαχτεί ήδη στα υπόγεια του οικονομικού και κοινωνικού περιθωρίου πριν ακόμα από τις μειώσεις μισθών και συντάξεων.

Πριν ακόμα από το τσουνάμι των απολύσεων. Πριν ακόμα από τα χαράτσια. Πριν ακόμα από τη φοροληστεία. Πριν από τα χιλιάδες λουκέτα στην αγορά.

Στην Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑ.Ο.Σ., στην Ελλάδα του ΣΕΒ, των τραπεζιτών και των εφοπλιστών, ένας στους περίπου τρεις Ελληνες ήταν φτωχός, πριν ακόμα αποφασίσουν να μας φτωχοποιήσουν όλους… για να μας «σώσουν»!

***

β) Στην έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ σημειώνεται ότι το κατώφλι κινδύνου φτώχειας ανά άτομο προσδιοριζόταν το 2010 με βάση ετήσιο εισόδημα ύψους 7.178 ευρώ και για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ετήσιο εισόδημα ύψους 15.073 ευρώ.

*

Προσοχή: Έκτοτε οι «σωτήρες», ανάμεσα στα υπόλοιπα που έχουν διαπράξει, φρόντισαν να κάνουν και τούτο: Μείωσαν το αφορολόγητο εισόδημα στα 5.000 ευρώ!

*

Αν, λοιπόν, το 2010, με βάση τα παραπάνω εισοδήματα των 7 και 15 χιλιάδων, στο κατώφλι της φτώχειας ήταν 868.597 νοικοκυριά με 2.204.800 μέλη, σήμερα που οι «πατριώτες» έφτασαν στο σημείο να φορολογούν ακόμα και τη φτώχεια, ποιος αμφιβάλλει ότι εξ αυτού του λόγου και μόνο (χωρίς να υπολογίζονται χαράτσια, φόροι κ.λπ.) εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται πλέον όχι στο κατώφλι αλλά στα έγκατα της φτώχειας…

***

γ) Σύμφωνα με την έρευνα η φτώχεια πάει χέρι χέρι με τη μερική απασχόληση.

*

Το 2010 τα ποσοστά της φτώχειας ήταν τριπλάσια μεταξύ των εργαζομένων με μερική απασχόληση σε σχέση με τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης. Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος της φτώχειας απειλούσε τους εργαζόμενους σε κατάσταση μερικής απασχόλησης σε ποσοστό 29,4%. Ένας στους τρεις!

*

Σήμερα που – δίπλα στην ανεργία – η μερική απασχόληση αποτελεί πλέον γενικευμένο καθεστώς, ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι ο εργασιακός Αρμαγεδδώνας που έχουν εξαπολύσει και επεκτείνουν η κυβέρνηση, η πλουτοκρατία, η ΕΕ, η τρόικα, έχει βυθίσει τη ζωή των χιλιάδων και χιλιάδων νέων «απασχολήσιμων» σε κατάσταση «απαρτχάιντ»…

***

δ) Στην έρευνα υπάρχει ένα στοιχείο πραγματικά συγκλονιστικό: Όπως αναφέρεται, οι συνταξιούχοι άνω των 65 ετών, αν το 2010 ζούσαν χωρίς να εισπράττουν τις συντάξεις τους και τα κοινωνικά επιδόματα που δικαιούντο, τότε το ποσοστό τους που θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο της φτώχειας θα ανερχόταν στο 83,7%! Ε, λοιπόν, οι κυβερνώντες αυτό ακριβώς έκαναν! Τους έκοψαν τις συντάξεις!

*

Ενώ οι επίσημες κρατικές μελέτες πιστοποιούν ότι χωρίς τις συντάξεις τους πάνω από 8 στους 10 συνταξιούχους θα βυθίζονταν στη φτωχοποίηση, σε αυτούς τους γέροντες είναι που οι «σωτήρες» εφάρμοσαν το δόγμα του «όλοι μαζί τα φάγαμε»!

***

ε) Η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ είναι αποκαλυπτική ως προς ένα ακόμα σημείο: Στους πάνω από 3 εκατομμύρια φτωχούς και αποκλεισμένους του 2010 δεν υπολογίζονται οι κατά τεκμήριο φτωχοί: Δε συμπεριλαμβάνονται οι άστεγοι. Οι διαβιούντες σε ιδρύματα. Οι Ρομά. Και φυσικά δεν υπολογίζονται οι οικονομικοί μετανάστες…

*

Δηλαδή, οι φτωχοί και απόκληροι το 2010 ήταν το 27,7% του πληθυσμού, αλλά χωρίς στον αριθμό αυτό να έχουν υπολογιστεί οι «εκ προοιμίου» φτωχοί και απόκληροι…

***

Έχει ειπωθεί ότι η Στατιστική είναι η επιστήμη του ψεύδους. Έχει ειπωθεί – και σωστά – ότι καμία στατιστική, όσο ευρύ κι αν είναι το δείγμα της, δεν μπορεί να καταγράψει ή να περιγράψει το μέγεθος του δράματος που βιώνει κάθε «μονάδα του δείγματος», κάθε άνθρωπος, δηλαδή, ξεχωριστά.

*

Η στατιστική, όμως, και εν προκειμένω η συγκεκριμένη έρευνα είναι χρήσιμη. Δεν παραγνωρίζουμε αυθαιρεσίες, όπως, για παράδειγμα, ότι ορίζεται ως κατώφλι φτώχειας το εισόδημα των 7 χιλιάδων ευρώ, λες και όποιος παίρνει 10 χιλιάδες, δηλαδή όποιος «ζει» με 714 ευρώ το μήνα ή όποιος παίρνει 15 χιλιάδες, δηλαδή «ζει» με 1.070 ευρώ το μήνα, υποτίθεται ότι… «δεν είναι» φτωχός. (σ.σ.: Να ένας παράγοντας που φανερώνει ότι η φτώχεια αγκαλιάζει ακόμα πλατύτερα στρώματα απ' όσα παρουσιάζονται).

Εντούτοις, η έρευνα είναι χρήσιμη επειδή, παρότι ακριβώς κινείται μέσα στα συστημικά και καθεστωτικά όρια, στέκεται αδύνατον να μην καταδείξει πλευρές για το πώς ήταν ήδη σπαρμένο το έδαφος της απανθρωπιάς και της μεταπολιτευτικής δικομματικής «δημοκρατίας» κατά τη στιγμή που επέδραμαν οι «σωτήρες» για να εξαπολύσουν τις νέες θηριωδίες τους, τα κοινωνικά «έκτροπα» της τελευταίας τριετίας.

*

Ότι ήδη από το 2010 ήταν πάνω από 3 εκατομμύρια οι Ελληνες που «γεύονταν» με τον απόλυτο τρόπο την «ευημερία» και την «ανάπτυξη» της καπιταλιστικής ασυδοσίας.

Και ότι πάνω σε αυτόν τον χειμαζόμενο λαό, ένα λαό που πάνω στη φτώχεια του φούντωσαν τα κέρδη των κεφαλαιοκρατών, ήταν που εμφανίστηκαν τα πολιτικά ανδρείκελα των μονοπωλίων για να του φορτώσουν, πλέον, εκτός από τα κέρδη της πλουτοκρατίας και τα χρέη της! Για να του φορτώσουν εκτός από τα πλούτη της πλουτοκρατίας και τα ελλείμματα της πλουτοκρατίας!

*

Ποιος αμφιβάλλει, λοιπόν, ότι μετά τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί από την εποχή του Παπανδρέου με φόντο το Καστελόριζο μέχρι τον τραπεζίτη Παπαδήμο, η μαζική δυστυχία και η ανέχεια που περιγράφονται στην έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2009 – 2010, έχουν σήμερα απλώσει το δίχτυ τους σε κάθε σπίτι.

Ποιος αμφιβάλλει ότι η «πτώχευση» και η ανασφάλεια αφορούν πλέον κάθε Ελληνα του μόχθου και ότι αυτή η πολιτική που έχουν εξαπολύσει οι καπιταλιστές είναι ένας ολοκληρωτικός ταξικός πόλεμος και μόνο ως τέτοιος πρέπει να αντιμετωπιστεί…

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη 5 Γενάρη 2012, http://www2.rizospastis.gr/page.do?publDate=5/1/2012&id=13850&pageNo=27&direction=-1

Επανασύνδεση με την τριαδική παράδοση Ι

Η επανασύνδεση με την τριαδική παράδοση είναι όρος για να ξαναβρούμε τον πολιτειακό κοινοτισμό – Μέρος Ι [1]

 

Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα


 

Το χάσμα μεταξύ πολιτειακού κοινοτισμού και τριαδικής οντολογικής παράδοσης είναι βασική όψη του προβλήματος και σ' αυτήν καλούμαστε να εμβαθύνουμε.

Κατ’ αρχάς έχουμε την ιστορικά διαπιστωμένη αντίθεση μεταξύ κοινοτήτων και εκκλησιαστικής ιεραρχίας, πού (παρά τον αποφασιστικό ρόλο της Εκκλησίας στη διαμόρφωση των κοινοτήτων) αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο στη νεοελληνική ιστορία. Φαινόμενο που παρατηρείται ακόμη και σήμερα στο εξωτερικό, όπου εξακολουθούν να υπάρχουν ελληνικές κοινότητες.

Έχουμε έπειτα την αντίθεση μεταξύ κοινοτιστών, που προέρχονται από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος, κι εκείνων που ανακάλυψαν την τριαδική παράδοση προερχόμενοι από τον ευσεβιστικό χώρο. Μεταξύ τους υπάρχει πλήρης ακατανοησία.

Η πρώτη όψη της αντίθεσης είναι ένα ειδικό ιστορικό θέμα, η ανάλυση του οποίου εκφεύγει του παρόντος. Η δεύτερη όψη, που είναι καθαρά ιδεολογικής φύσεως, γιατί συνδέεται με παρανοήσεις και προκαταλήψεις, είναι η πλέον προσπελάσιμη και ενδιαφέρουσα. Ο εξ αριστερών ορμώμενος κοινοτιστής (που ονειρεύεται αυτοδιοίκηση, αυτοδιαχείριση, αυτονομία, εναρμόνιση με το οικοσύστημα κλπ), βλέπει μόνον ευσεβισμό, θρησκοληψία, ηλιθιότητα και ταπεινά συμφέροντα, εκεί που καλείται να ψάξει για την οντολογική θεμελίωση των οραμάτων του. Αντιστρόφως οι θελγόμενοι από την πληρωματικότητα του «τριαδικού πρωτοτύπου» δεν φαίνεται να υποπτεύονται ότι αυτή έχει ιστορικό πολιτειακό αντίκρισμα κι ότι αυτό συμπίπτει με το κοινοτικό ημικράτος.[2] [37]

Η μελέτη των αμοιβαίων παρανοήσεων που αναπαράγουν την αντίθεση θα είχε, κατά τη γνώμη μου, μεγάλη χρησιμότητα. Τούτο το βιβλίο το βλέπω σαν μια μικρή συμβολή σε ένα τέτοιο έργο και μάλιστα μόνο από τη μία πλευρά: αυτήν του «πολιτικού» κοινοτιστή που ψάχνει για την οντολογική θεμελίωση του κοινοτισμού. Προσεγγίζοντας την τριαδική παράδοση ένας τέτοιος αναζητητής προσκρούει, αν μου επιτρέπεται να γενικεύσω την προσωπική μου εμπειρία, σ' ένα διπλό τείχος, που τον χωρίζει από την τριαδική παράδοση και κρύβει την αλήθεια της. Το «εξωτερικό τείχος» είναι η ταύτιση της τριαδικής παράδοσης με τον ευσεβισμό. Το «εσωτερικό τείχος» είναι η παθητική αποδοχή τού δυαδισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Με το είδος των «τειχών» που περιβάλλουν τον πολιτικό κοινοτισμό δεν έχω ασχοληθεί, αλλά φαντάζομαι ότι πρέπει να έχουν κυρίως να κάνουν με τον «αθεϊσμό» (γι' αυτό και στο α' μέρος ασχολήθηκα με τον χαρακτήρα της αντίθεσης θεϊσμού-αθείσμού).

Η ταύτιση της Ορθοδοξίας με τον ευσεβισμό: (θρησκοληψία, άγχος ατομικής σωτηρίας, αντιερωτική θωράκιση της προσωπικότητας, παρεκκλησιαστικές και εκκλησιαστικές οργανώσεις) είναι, όπως έχει καταδειχθεί, νεώτερο ιστορικό φαινόμενο.[3] [38] Οι μελέτες πού ακολούθησαν την «πνευματική άνοιξη» της δεκαετίας του '60 έχουν ήδη προκαλέσει μεγάλα ρήγματα στο «εξωτερικό τείχος» και εύκολα μπορεί κανείς να περάσει. Χωρίς αυτά και η δική μου «διείσδυση» θα ήταν αδύνατη. Σήμερα μόνον αδιάβαστοι μπορούν να ισχυρίζονται ότι ο ευσεβισμός και η Ορθοδοξία ταυτίζονται. Δεν θα επιμείνω λοιπόν σ' αυτό το είδος παρανοήσεων και θα ασχοληθώ μόνο με το δεύτερο, με το «εσωτερικό» τείχος, όπου τα ρήγματα είναι νομίζω πολύ περιορισμένα.

1. Ιδανικό και πραγματοποίηση

Η συνάντηση με το «εσωτερικό τείχος» βιώνεται ως ανάγκη να ασκήσει κανείς κριτική στην Ορθοδοξία, καταλογίζοντς της ότι αγνοεί τις σχετικά αυτόνομες συλλογικές ρίζες του κακού. Στο κέντρο όμως του ζητήματος βρίσκεται η σύγχυση μεταξύ ιδανικού και πραγματικού, εσχατολογικού και ιστορικού, βιοθεωρίας και πραγματοποίησης. 

Είναι γεγονός ότι ο ατομισμός δεν αποτελεί ιδανικό για την Ορθόδοξη παράδοση, όπως άλλωστε ούτε ο κολεκτιβισμός. Η Ορθοδοξία δέχεται το συναμφότερον ατομικού-συλλογικού και επιδιώκει την τριαδική υπέρβασή τους, άμεσα στο εδώ και τώρα της Ιστορίας (κι αυτή είναι  αυθεντική σημασία της εσχατολογίας της). Η αποχή από τη συλλογική ζωή γίνεται ιδανικό μόνο σε περιπτώσεις περιθωριακών εσωτεριστικών αλλοιώσεων του χριστιανικού μοναχισμού, και ευσεβιστικών παραμορφώσεων.[4] [39] Μια κριτική επομένως τοποθέτηση που θα ήθελε να συμπεριλάβει ιδανικό και πράξη, βιοθεωρία και κέλυφος[5],πρέπει να αναζητηθεί σε ένα πιο σύνθετο αναλυτικό πλαίσιο. Η κριτική για υποτίμηση τού συλλογικού κακού μπορεί να αφορά την πραγματοποίηση και όχι τα πρότυπα. 

Αλλά και η πραγματοποίηση δεν ήταν, όπως είδαμε, ολοκληρωτικά ανεπιτυχής. Στη μικρή κλίμακα του τοπικού κοινωνικού βίου οι επιτυχίες ήταν αξιόλογες.Το πρόβλημα εμφανίζεται κυρίως στη μεγάλη κλίμακα, στην κλίμακα της αυτοκρατορίας, όπου υπεισέρχονται και οι διεθνικές σχέσεις, που αναμφισβήτητα παίζουν καθοριστικό ρόλο. (Παρατεταμένη "βαρβαρική περικύκλωση"). Αν υπήρξε ιστορική πραγματοποίηση του τριαδικού ιδανικού, όχι μόνο στο μοναστήρι αλλά και στις κατά τόπους κοσμικές ενορίες, πράγμα που είναι αληθές, τότε το πρόβλημα δέν έξαντλείται με αναφορές στην πόλωση ατομισμού και κολεκτιβισμού. Μιλήσαμε ήδη για το πώς ο μοναχισμός γεννήθηκε ως αντίδραση στον ιστορικό συμβιβασμό του χριστιανισμού με την αυτοκρατορία, συμβιβασμό που απειλούσε με ολοκληρωτική εκκοσμίκευση την εκκλησιαστική συλλογικότητα. Είδαμε ότι χάρη στην ύπαρξη και παρέμβαση του μοναχισμού, μπόρεσε να πραγματοποιηθεί το ιδανικό της τριαδικής συλλογικότητας, υπό τύπον παραδειγματικών νησίδων, με αυξομειούμενη κατά εποχές ακτινοβολία και με ευτυχέστερη απόληξη αυτήν της σύμπτωσης των ορίων της εκκλησιαστικής και της ιστορικής κοινότητας στο τοπικό επίπεδο – αυτό που ο Σπ. Ζαμπέλιος αποκαλεί «ενδημοποίηση» της Εκκλησίας. Στη μεγάλη κλίμακα είναι που βλέπουμε την αδυναμία να λυθεί ιστορικά η αντίθεση μεταξύ εκκλησιαστικής και πολιτειακής συλλογικότητας, με θεσμική έκφραση τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Το πρόβλημα τίθεται επομένως ως αντίθεση μεταξύ εκκλησιαστικού συλλογικού (πού είναι πάντοτε μειοψηφικό ρεύμα, όχι μόνο σε επίπεδο αυτοκρατορίας, αλλά και σε επίπεδο Εκκλησίας), από τη μια πλευρά, και πολιτειακού συλλογικού (κρατικού και θρησκευτικού), από την άλλη. Τίθεται δηλαδή ως αντίθεση μεταξύ χαρισματικής-αντιδυναμοκεντρικής συλλογικότητας και συλλογικότητας βασισμένης στο κύρος της εξουσίας. Μια αντίθεση τοποθετημένη πλήρως στο πεδίο της πραγματοποίησης του κοινού προτύπου.

Για να εκτιμήσουμε το μέγεθος της πραγματοποίησης πρέπει να δούμε και τι συνέβαινε στη γειτονιά της Ρωμανίας: Στη Δύση η Καθολική Εκκλησία κατόρθωσε να ενοποιήσει το θρησκευτικό και το πολιτειακό πεδίο, προδίδοντας όμως πλήρως το τριαδικό ιδεώδες και εκφυλιζόμενη σε απολυταρχικό μηχανισμό. Για τον χώρο του 'Ισλάμ ούτε λόγος. Την ενότητα των δύο πεδίων ενσάρκωνε εκεί ό Σουλτάνος. 'Ο Σουλτάνος ήταν πρωτίστως ζωτική ανάγκη του χώρου αυτού (για να γίνει κατόπι και δική μας).

Στον Καθολικισμό, στο Ισλάμ, αλλά και στον υπαρκτό σοσιαλισμό, δεν υπάρχει ο δυισμός για τον οποίο μιλάμε, γιατί δεν υπάρχει τριαδική συλλογικότητα, όχι μόνο στην πράξη, αλλά ούτε καν στη θεωρία, στο δόγμα. Και στον ιδιωτικό καπιταλισμό, επίσης, η τριαδική συλλογικότητα είναι άγνωστη, αφού δεν υπάρχουν εκεί παρά στοιχειώδεις προσωπικές σχέσεις. Σ' όλους αυτούς τους πολιτισμικούς χώρους η γνήσια συλλογικότητα εμφανίζεται μόνο στους κόλπους ηρωικών κινημάτων, που αποτελούν, ούτως η άλλως, σπάνιο φαινόμενο. Εμφανίζεται δηλαδή σε έκτακτες συνθήκες και όχι σε κανονικές ειρηνικές περιόδους. Γι' αυτό και η εμπειρία της αυθεντικής συλλογικότητας ακολουθεί εκεί την «υπόγεια διαδρομή», χωρίς να μπορεί να οικοδομήσει τίποτα ή, αν οικοδομήσει κάτι, στις στιγμές της μεγάλης έντασης, αυτό γρήγορα μετασχηματίζεται στο αντίθετό του, μόλις η κοινωνία επιστρέψει στον «κανονικό» της ρυθμό. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που αρκετές φορές το έθεσε η νεώτερη επαναστατική σκέψη, αλλά η μόνη απάντηση, στην οποία κατόρθωσε να φτάσει, ήταν η τεχνητή παράταση της έκτακτης κατάστασης ("διαρκής" ή «αδιάκοπη» επανάσταση).

Στο Βυζάντιο, αλλά και γενικότερα, η 'Εκκλησία φαίνεται να περιορίζει τη διεκδίκηση του τριαδικού τρόπου συλλογικότητας μόνο στο εσωτερικό της. Η Πολιτεία, το Κράτος, ό Κόσμος, αφήνονται απ' έξω. Ανήκουν στη δικαιοδοσία του Διαβόλου («τού άρχοντα τού κόσμου τούτου»). Ανήκουν στον «Καίσαρα» και τελικά στον Σουλτάνο, που καθίσταται οιονεί απαραίτητος. Αυτή είναι η πιο ακραία, η χειρότερη διατύπωση. Στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για παθητική αποδοχή του δυαδισμού Εκκλησίας-Αυτοκρατορίας. Για παθητική αναγνώριση της αντίθεσης τριαδικού και δυναμοκεντρικού συλλογικού. Για την όχι εντελώς επιτυχή εφαρμογή της συνταγής «τα του καίσαρος τω καίσαρι». Για τη μη αμφισβήτηση της αυτοκρατορικής ιδεολογίας. Αυτό δεν ήταν μήπως και το status του «ιστορικού συμβιβασμού»; 

Για μας όμως που δεν ζούμε σε δυαδικό κοινωνικό περιβάλλον, ώστε πλάι στις συνηθισμένες να υπάρχουν και μορφές χαρισματικής συλλογικότητας, το πρόβλημα είναι υπερβολικά θεωρητικό. Αλλά ας το δούμε έστω και μόνο σαν τέτοιο.

Σημειώσεις

[1] Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από το τελευταίο κεφάλαιο 5.2 Ιδεολογία και Πολιτική του έργου του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα, "Η έκλειψη του Υποκειμένου" (σ.295-308, Αρμός Αθήνα 2001β).

[2] [37] Δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν π.χ. αυτό που έλεγαν ο Σολόβιεφ και ο Μπερντιάγεφ, ότι δηλαδή και το χειρότερο λαϊκό επαναστατικό κίνημα είναι χριστιανικότερο από την καλύτερη χριστιανική αυτοκρατορία. "Υπήρξε περισσότερη χριστιανική αλήθεια στα απελευθερωτικά κινήματα παρά στις θεοκρατίες της ιστορίας" (Ν. Μπερντιάγεφ, Δοκίμιο εσχατολογικής μεταφυσικής, Imago, Αθήνα 1984, σ. 331).

[3] [38] Χ. Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, ό.π.

[4] [39] Εσωτεριστικές αλλοιώσεις είχαμε στον αιγυπτιακό και τον συριακό μοναχισμό υπό την επίδραση του Ωριγένη, του νεοπλατωνισμού και του γνωστικισμού. Προσωπικότητες όμως όπως ο Μακάριος ο Αιγύπτιος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Μάξιμος Ομολογητής, απομάκρυναν τον μοναχισμό από τον δρόμο του αρνησίκοσμου μυστικισμού. Αυτά για το Βυζάντιο. Στη νεώτερη 'Ορθοδοξία οι παλιές εξαιρέσεις φαίνεται να γίνονται κανόνας. Κυριαρχεί ο ατομικισμός και η αδιαφορία για τα κοινά. Η ψυχούλα μου να σωθεί κι ας γίνουν όλα τσιμέντο. 'Η τριαδική συλλογικότητα λειτουργεί ως πρότυπο μόνο σε κάποιες μοναστικές κοινότητες. Η κοσμική ενορία είναι εντελώς απρόσωπη και δεν θυμίζει σε τίποτα την εκκλησιαστική κοινότητα άλλων εποχών. Δεν γνωρίζει την αυθεντική συλλογικότητα. Στις σημερινές ενορίες η συλλογικότητα απλώς «ιερουργείται" ενώπιον ασχέτων ατόμων. Η Εκκλησία προσφέρεται σαν θεσμός παροχής θρησκευτικών υπηρεσιών, όπως και κάθε άλλος γραφειοκρατικός μηχανισμός του κράτους. (Πρβλ. κείμενα συλλογής "Η Ενορα", Ακρίτας, Αθήνα 1992.) Οι ορθόδοξοι κατ' όνομα μόνον είναι τέτοιοι. (Όπως και οι κομμουνιστές, που είχαν καυχηθεί κάποτε ότι πήραν από τον αποστολικό χριστιανισμό τη σκυτάλη της κοινοτικής συλλογικότητας, για να την «υλοποιήσουν», και μάλιστα σε «ανώτερη μορφή».)

[5] Ο όρος "κέλυφος" παραπέμπει στη διάκριση ιδανικού/πραγματικού, όπου στην πράξη το ιδανικό περιβάλλεται πάντοτε από ένα "κέλυφος" απωθητικής ψευτοπραγματοποίησής του, το οποίο κρύβει αυτό που στ' αλήθεια είναι το ιδανικό και μ' αυτό τον τρόπο το "εξουδετερώνει" ως μεταμορφωτική υποκειμενοποιητική δύναμη. Την προσφυέστερη διατύπωση του φαινομένου τη βρίσκουμε στο Ευαγγέλιο, όπου ο Ιησούς καταγγέλλει τους φαρισαίους, ότι στέκονται μπροστά στην πόρτα της "βασιλείας" και ούτε οι ίδιοι μπαίνουν ούτε τους άλλους αφήνουν να μπουν! Και επειδή είναι "οργανικό" το φαινόμενο (της ειδικής αυτής "υποκρισίας" εκ μέρους των "στελεχών" (φαρισαίων) των παραδόσεων-φορέων διαχείρισης του ιδανικού) μας συμβουλεύει να λαμβάνουμε υπόψη μόνο τα λόγια τους και όχι τα έργα τους!… Το φαινόμενο του "κελύφους" είναι και η ερμηνεία του εκ πρώτης όψεως παράδοξου φαινομένου να γίνεται ο πιο αντιεξουσιαστικός λόγος (ο χριστιανικός) θρησκεία του ισχυρότερου-εξουσιαστικότερου πολιτισμού στην Ιστορία. Αλλά το ζήτημα αυτό είναι μεταξύ των πλέον "κεκρυμμένων από καταβολής"…

πηγή: Aντίφωνο, Η έκλειψη του Υποκειμένου (σ.295-308.)

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 05 Ιανουάριος 2012 08:00, http://www.antifono.gr/portal/…8C.html

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού Ι

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού

 

+ Του Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλούμ (1914 -2003)


 

Πιστεύουμε, διαβεβαιώνουμε και γνωρίζουμε βιωματικά, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος ήταν αναμάρτητος, και ως Θεός τέλειος σε όλα. Ποιοί λόγοι λοιπόν τον οδήγησαν στη βάπτιση; Ποιό θα μπορούσε να είναι το νόημα μιας τέτοιας πράξης; Το Ευαγγέλιο δεν δίνει σχετική εξήγηση, όμως εμείς έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε το ερώτημα, το δικαίωμα να μείνουμε σαστισμένοι, το δικαίωμα να στοχαζόμαστε βαθιά για τη σημασία της βάπτισης.

Κάποτε, όταν ήμουν νέος, έθεσα το συγκεκριμένο ερώτημα σε έναν ηλικιωμένο ιερέα, ο οποίος μου αποκρίθηκε: «Ξέρεις, νομίζω ότι όταν οι άνθρωποι έρχονταν στον Ιωάννη, και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, τα ψεύδη τους, τις πνευματικές και σαρκικές ακαθαρσίες τους, καθαρίζονταν κατά κάποιο τρόπο συμβολικά στα ύδατα του Ιορδάνη. Και τα νερά του ποταμού, όντας καθαρά, όπως όλα τα τρεχούμενα νερά, βαθμιαία ρυπαίνονταν, όπως συμβαίνει με τα νεκρά (στάσιμα) ύδατα, που έχουν χάσει κάθε ζωντάνια και δεν μπορούν να μεταδώσουν παρά μόνο το θάνατο. Τούτα τα νερά γεμάτα με τις ακαθαρσίες, τα ψεύδη, τις αμαρτίες, τον ανθρώπινο αθεϊσμό, σιγά-σιγά πέθαιναν, έχοντας την ικανότητα μόνο να σκοτώνουν. Και να που ο Χριστός καταδύεται στα ύδατα, γιατί ήθελε όχι μόνο να γίνει τέλειος σε όλα, αλλά ως άνθρωπος τέλειος ν’ αναλάβει όλη τη φρίκη, όλο το φορτίο της ανθρώπινης αμαρτίας. Βυθίστηκε σε αυτά τα νεκρά ύδατα, που Του μετέδωσαν τον θάνατο, την θνητότητα, που ήταν ιδιότητα όσων είχαν αμαρτήσει και ήταν φορείς της θνητότητας και του θανάτου, δηλαδή των οψωνίων της αμαρτίας (Ρωμ. 6,23), της τιμωρίας για την αμαρτία».

Είναι η στιγμή που ο Χριστός ενώνεται με τις συνέπειες της αμαρτίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου – ούτε κατ’ ελάχιστο με την αμαρτία καθεαυτή. Ο θάνατος όμως, συγκεκριμένα, δεν έχει τίποτα κοινό με Αυτόν, καθώς όπως γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, δεν είναι δυνατόν μία ανθρώπινη ύπαρξη καθ’ ολοκληρίαν περιχωρημένη από τη θεότητα να είναι θνητή. Ένας λειτουργικός ύμνος που ακούμε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας εκφράζει τούτη την αλήθεια ως εξής: «Υπό γην εκρύβης, ώσπερ ήλιος νυν…η ζωή πως θνήσκεις;…». Είναι η αιώνια ζωή, το φως, που τα δικά μας σκοτάδια το σβήνουν, και τελικά υφίσταται τον δικό μας θάνατο. Γι’ αυτό τον λόγο και λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή: μην επιμένεις, μην μ’ αποτρέπεις να μπω σε τούτα τα νερά, πρέπει και οι δυο μας να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή ό,τι είναι δίκαιο και ορθό, ό,τι πρέπει να γίνει για τη σωτηρία του κόσμου, και οφείλουμε να το πραγματώσουμε εδώ και τώρα.

Τότε όμως γιατί έφτασε στα νερά του βαπτίσματος στην ηλικία των τριάντα ετών, και όχι νωρίτερα η αργότερα; Καλούμαστε να σκεφτούμε βαθύτερα τη σημασία αυτού του γεγονότος.

Με την ενανθρώπηση του Λόγου στους κόλπους της Παρθένου, ο Θεός πραγματώνει εντελώς μονομερώς ένα έργο στα πλαίσια της θείας σοφίας και αγάπης. Η σωματικότητα, η έμψυχη ζωή, η ανθρωπότητα του γεννημένου Χριστού ήταν δανεισμένα, κατά κάποιο τρόπο, από τον Θεό δίχως να συμμετέχει ο άνθρωπος. Από την πλευρά της η Θεομήτωρ, είχε δώσει τη συγκατάθεσή της: «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ ας γίνει ο,τι αναφέρουν τα λόγια σου» (Λουκ. 1,38). Το παιδί γεννήθηκε, έγινε άνθωπος με την πλήρη έννοια του όρου, δηλαδή είχε τον έλεγχο του εαυτού Του, με το δικαίωμα να επιλέγει ανάμεσα στο καλό και το κακό, τον Θεό και την άρνηση του Θεού. Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής Του – νηπιότητα, εφηβεία, ενήλικος βίος – ανοίγεται προς τον Θεό προσφέροντας καθ’ ολοκληρίαν τον εαυτό Του. Με την ανθρώπινη φύση Του και χάρη στην πίστη και τη θυσία της Θεομήτορος, ανέλαβε ως άνθρωπος όλα όσα του είχε αναθέσει ο Θεός. Σαρκώθηκε για ν’ αναλάβει ως άνθρωπος όλα όσα είχε αναλάβει ο Θεός, όταν κατά την προαιώνιο Βουλή Του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει τον άνθρωπο και να επωμιστεί, μετά την προπατορική πτώση, τις συνέπειες της δημιουργίας, καθώς και της φοβερής δωρεάς της ελευθερίας που προσφέρθηκε στον άνθρωπο. Στη σλαβονική μετάφραση της προφητείας του Ησαΐα (7,16), τίθεται το ζήτημα του Χριστού, τούτου του αγέννητου παιδιού, το οποίο, πριν να διακρίνει το αγαθό από το κακό, θα επέλεγε το αγαθό, ακριβώς επειδή είναι τέλειο κατά την ανθρώπινη φύση.

Να γιατί τούτος ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, προκόπτοντας μέχρις ότου η ανθρώπινη φύση Του φτάσει στην τελείωσή της, αναλαμβάνει πλήρως όσα ο Θεός και η πίστη της παναχράντου Θεοτόκου και Θεομήτορος Του εμπιστεύθηκε. Με την κατάδυσή Του στα νεκρά νερά του Ιορδάνη, έμοιαζε με το καθαρό λινάρι που το βυθίζουν μέσα στη χρωστική ουσία. Εκείνος που ήταν πιο λευκός κι από το χιόνι, αναδύεται τελικά από το νερό, όπως αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας, με ιμάτιο κατακόκκινο από το αίμα, με ένδυμα θανάτου, το ένδυμα που κλήθηκε να φορέσει.

Να λοιπόν ποια μηνύματα στέλνει η Βάπτιση του Κυρίου. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ποια μεγαλόπρεπη ενέργεια περικλείει, ποια πράξη αγάπης θέτει ενώπιόν μας. Και μπροστά μας τίθεται διαρκώς ένα επίμονο ερώτημα: ποια θα είναι η απάντησή μας;

 

Από το βιβλίο, Συνάντηση με τον Θεό, εκδ. Εν πλώ.

 

ΠΗΓΗ: Ιανουαρίου 5, 2012, http://fdathanasiou.wordpress.com/2012/01/05/…AF/

Τα Φώτα στ' Αϊβαλί

Τα Φώτα στ' Αϊβαλί

 

+ Του Φώτη Κόντογλου


 

Στα θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ' από τη Λειτουργία των Θεοφανίων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ' ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.

Ξεκινούσε η συνοδεία από τη μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ' ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουρ­γία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορ­τή πιο επίσημη.

Οι ψαλτάδες ήτανε και κείνοι κάμποσοι κ' οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελ­ληνικά, κι όχι σαν σήμερα πού τρελλαθήκαμε και κάναμε την ψαλ­μωδία μας σαν ανάλατα και ξενικά θεατρικά τραγούδια. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς.

Σαν φτάνανε στ' Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή σάγια εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό. Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου εύρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια πού ήτανε ένα γύρο γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια. Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκότανε ο δεσπότης. Έτσι που ήτανε παραταγμένα τα καΐ­κια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο και κείνα. Αλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό, κ' ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προ πάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.

Σ' αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο, και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος. Στην κάθε βάρκα από κείνες που είχανε κοντοζυγώσει στη στε­ριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα – δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά. Αυτοί που στεκόντανε ορθοί στην πλώρη, ήτανε ολόγυμνοι, εξόν ένα άσπρο βρακί που φορούσανε σαν πεστιμάλι. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θεριά, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο. Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια, θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ' αλάτι. Οι πιο πολλοί είχανε ριχμένες στις πλάτες τις γούνες τους, για να μην παγώσουνε. Ένα – δυο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου – κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος που θα 'ριχνε τον Σταυρό ο δεσπότης.

Ανάμεσα στους γυμνούς ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατης ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας,  Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβό – Παρασκευάς κι άλλοι. Σαν να τους βλέπω μπροστά μου. Ο Γιωργάρας ήτανε μιαν ανθρωπάρα θηρίο, σαν Κουταλιανός, με μουστάκια μαύρα, μ' έναν λαιμό σαν βαρέλι. Είχε δεμένο στο κεφάλι του ένα μαντίλι κ' ήτα­νε ίδιος κουρσάρος. Ακουμπούσε απάνω σ' ένα κοντάρι, λες κ' ήτανε ο Ποσειδώνας ζωντανός. Ο Δημητρός ο Μπούμπας ήτανε ένα άλλο θεριόψαρο, χοντρός και κοντόφαρδος, μαυριδερός σαν Σαρακηνός, και καθότανε ανεκούρκουδος, σκεπασμένος με τη γούνα του, με το μάτι του καρφωμένο στον δεσπότη. Ο Πατσός ο Αράπης, ο λεγόμενος παλαβό – Παρασκευάς, είχε γένεια κατσαρά και κόκκινα και το πετσί του ήτανε από φυσικό του κόκκινο. Στο κορμί ήτανε αντρειωμένος και σβέλτος σαν τζαμπάζης και δεν χαμπάριζε ολότελα από κρύο. Στο σουλούπι ήτανε ίδιος Ρούσος. Αυτός ήτανε ανεβασμένος απάνω στα ξάρτια σε μια μπρατσέρα φουνταρισμένη, και στεκότανε δίχως να σαλέψει, σαν τ' άγαλμα. Μυστήριο πως δεν πάγωνε! O Πέτρος ο Κλόκας ήτανε ο μονάχος που δε φορούσε βρακιά. Αυτός ήτανε ευρωπαϊσμένος, φορούσε στενό πανταλόνι και ναυτικό σκουφί. Στο κορμί ήτανε λιγνός και μάγκας στο σχέδιο. Τα χέρια του τα 'χε μπλεγμένα μπροστά στο στήθος του και σουλατσάριζε απάνω στη βάρκα, ολοένα μιλούσε κ' έκανε και κάμποσα θεατρικά.

Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα, κι ακουγότανε από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κ' οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να 'ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος πού θα 'πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε. Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο δεσπότης, κ' έλεγε: «Γιόλ βέριν εφεντιά!» – δηλαδή: «Κάνετε δρόμο στον αφέντη!» Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κ' οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε». Στο τέλος το 'ψελνε κι ο δεσπότης κ' έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα. Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το 'να τ' άλλο. Οι πλώ­ρες χτυπούσαμε η μια την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευόντανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κ' η θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ' αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν' ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γλήγορα πριν να το δεις.

Άξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένεια κ' ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό. Ήτανε ο παλαβό – Παρασκευάς. Με δυο – τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά. Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κ' έδωσε τον Σταυρό. Ο δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κ' υστέρα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά. Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε. Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά. Ο Παρασκευάς θεόγυμνος, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κ' έρριχνε ο κάθε ένας ό,τι ρεγάλο ήθελε. Τόσες ώρες ολόγυμνος και βρεμένος, με παγωμένο βρακί, μήτε κρύωνε, μήτε κάνε τους ώμους του δεν ανεσήκωνε. Όπως ήτανε κοκκινογένης αστακόχρωμος, έλεγε κανένας πως ήτανε ο Σκύθης Ανάχαρσις, που γύριζε τον χειμώνα γυμνός μέσα στην Αθήνα τα παλιά τα χρόνια, κ' οι Αθηναίοι τον ρωτούσανε γιατί δεν κρυώνει, κι αυτός αποκρινότανε πως όλο το κορμί του είναι σαν το κούτελο, που δεν κρυώνει ποτές.

Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια, που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.

(από το βιβλίο «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου»)

ΠΗΓΗ: http://alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1712

Ευρώπη: Η κρίση αυξάνει την εσωτ. μετανάστευση

Η κρίση αυξάνει την εσωτερική μετανάστευση στην Ευρώπη

 

Της Mariana Bechir [στη ρουμανική Adevarul]

 

Η κρίση της ευρωζώνης αναγκάζει όλο και περισσότερους Ευρωπαίους να μεταναστεύσουν. Για τους νέους των μεσογειακών χωρών, καθώς και για αυτούς της ανατολικής Ευρώπης, η «σωτηρία» βρίσκεται πλέον στον Βορρά. Μέσα σε έναν αιώνα, οι ευρωπαϊκές χώρες κατέληξαν να φιλοξενούν μετανάστες, αντί να στέλνουν μετανάστες οι ίδιες. Ο πόλος έλξης ήταν η βιομηχανική τους ανάπτυξη, που ώθησε πάρα πολλούς φτωχούς από ολόκληρο τον κόσμο να αναζητήσουν τη τύχη τους στην Ευρώπη.

Πολλοί επέστρεψαν τελικά στις πατρίδες τους, αλλά η παρουσία τους κάλυψε τα κενά στο εργατικό δυναμικό που χρειάζονταν οι βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης. Οι τελευταίες χώρες που αποτέλεσαν μεταναστευτικό προορισμό ήταν αυτές του Νότου, στις οποίες βρέθηκαν και πολλοί Ρουμάνοι, ανταγωνιζόμενοι τους ντόπιους στην αγορά εργασίας. Η Ευρώπη έχει ζήσει στο παρελθόν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα. Το διάστημα 1950-1970, περίπου δέκα εκατομμύρια Ιταλοί, Ισπανοί, Έλληνες, και Πορτογάλοι μετακινήθηκαν προς τα αναπτυγμένα κράτη του Βορρά.

Μετά το 1973, και με τους πληθυσμούς της Μεσογείου να μαραζώνουν, η στρόφιγγα της μετανάστευσης άρχισε να κλείνει οριστικά. Την δεκαετία του 1980 άρχισε ένα νέο κύμα μετανάστευσης  από την Βόρεια Αφρική, και λίγο αργότερα, με τη πτώση του σιδηρού παραπετάσματος, από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη.

Τα τελευταία στοιχεία από την Βρετανία, θέλουν μια αύξηση των Ισπανών μεταναστών κατά 85% μέσα σε ένα μόνο έτος (2010). Για πρώτη φορά, οι Ισπανοί αποτελούν την μεγαλύτερη εθνική ομάδα μεταναστών στο Η.Β, ξεπερνώντας τους Πακιστανούς, τους Λιθουανούς,, τους Ιρλανδούς, και αυτούς από την Σρι Λάνκα.

Σύμφωνα με στοιχεία της ισπανικής Adecco, 110.000 Ισπανοί μετανάστευσαν μεταξύ 2008-2010, καθώς η ανεργία στη χώρα ξεπέρασε το 21%. Σήμερα, υπάρχουν 4.2 εκατομμύρια ανέργων στην Ισπανία. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην Ιταλία, αφού ήδη υποβλήθηκαν πάνω από 150.000 βιογραφικά στην Eurostat με σκοπό την μετανάστευση.

Η μετανάστευση «μονής διαδρομής», όπως αυτή κατά την οποία Ιταλοί και Ιρλανδοί πήγαιναν με πλοία στην Αμερική και έμεναν εκεί μέχρι τον θάνατό τους, εξαφανίσθηκε για τα καλά. Σήμερα, η μετανάστευση αφορά ταξίδια από χώρα σε χώρα, με σκοπό την εκμετάλλευση ανοιγμάτων στην αγορά εργασίας.

Στην Ιρλανδία, ο αριθμός όσων μεταναστεύουν στο εξωτερικό  είναι πολύ υψηλότερος του αντίστοιχου όσων έρχονταν μετανάστες στη χώρα όταν αυτή αποκαλούνταν η «κελτική τίγρις». Μεταξύ Απριλίου του 2010, και Απριλίου του 2011, έφυγαν 40.000 Ιρλανδοί, και ήρθαν 36.000 μετανάστες.

Η σημερινή τάση θα συνεχιστεί, τόσο εξαιτίας της κρίσης όσο και εξαιτίας της ύφεσης που πλήττουν την Ευρώπη. Επίσης, τα κράτη που μπήκαν στην ΕΕ το 2004, θα στείλουν και αυτά μετανάστες, αφού η περίοδος των 7 χρόνων που υπάρχουν περιορισμοί στη μετακίνηση των πολιτών τους θα λήξει του χρόνου. Τα κράτη αυτά είναι η Πολωνία, η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Σλοβενία, και η Σλοβακία.

Ακολουθώντας το παράδειγμα της Ισπανία και της Γαλλίας, που επέβαλλαν περιορισμούς εναντίον των Ρουμάνων, για λόγους προστασίας της αγοράς εργασίας τους, και άλλα κράτη ανακοίνωσαν παρόμοια μέτρα περιορισμού της μετανάστευσης. Με το πρόσχημα της ανεργίας και της προστασίας της αγοράς τους, εμποδίζουν πλέον την μετανάστευση. Και όλα αυτά δημιουργούν κλίμα, εν όψει των εκλογών που θα πραγματοποιηθούν σε πολλές χώρες μέσα στο 2012.

Κάθε φορά που η οικονομία συρρικνώνεται, τίθενται ζητήματα περιορισμού της μετανάστευσης. Οι Ρουμάνοι αποτελούν πλέον στόχο αντιμεταναστευτικών εκστρατειών, όπως στην Ισπανία όπου κυκλοφορούν αφίσες με το σύνθημα No queremos rumanos (Δεν θέλουμε Ρουμάνους).

 

ΠΗΓΗ: http://www.presseurop.eu/en/content/article/1058131-europeans-sticks.

 

Το είδα:  Ημερομηνία καταχώρησης 03-01-2012, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=1001

Στάχτη από ξύλα, η πολύτιμη

Στάχτη από ξύλα, η πολύτιμη

 

Της Maria's handmade


 

Είναι πολύ ευχάριστο να ζεσταινόμαστε το χειμώνα από την φωτιά, με μια ξυλόσομπα ή τζάκι! Από αυτή τη φυσική ζέστη φωτίζεται το σπίτι, ψήνεται το φαγητό, στεγνώνονται τα ρούχα, ζεσταίνεται το νερό, και φυσικά μένει στο τέλος η πολύτιμη στάχτη! Δεν πετάμε την στάχτη, δεν είναι καθόλου άχρηστη ή σκουπίδι. Συνεχίζουμε να την χρησιμοποιούμε, όπως έκαναν και παλιά και αυτό μας κάνει να νοιώθουμε απερίγραπτη χαρά!

Η στάχτη από ξύλα είναι η σκόνη που έμεινε από την καύση τους.  Ξύλα εννοούμε μόνο φυσικά, όχι με βαφές, κόλες  ή επεξεργασμένα.  Πρέπει να προσέχουμε να μην πετάμε μέσα στην φωτιά πλαστικά, αποτσίγαρα, ή οτιδήποτε άλλο σκουπίδι που μπορεί να μολύνει την στάχτη.  Περιμένουμε να κρυώσει εντελώς και μετά την συλλέγουμε. Από την στάχτη ξεχωρίζουμε την άσπρη στάχτη που έχει μείνει πάνω-πάνω από τα καρβουνάκια και την αποθηκεύουμε σε ένα μεταλλικό δοχείο με καπάκι. Τα καρβουνάκια τα κρατάμε σε άλλο δοχείο. Δεν πετάμε τίποτα, γιατί όλα χρειάζονται!

Πάμε τώρα να αναλύσουμε τι περιέχει η στάχτη και είναι τόσο πολύτιμη!

Η στάχτη περιέχει κυρίως ανθρακικό ασβέστιο  από 25% έως 45% (το οποίο είναι ένα ανόργανο αλάτι με χημικό τύπο CaCO3.), λιγότερο από 10 %  περιέχει  Κάλιο (Κ), και λιγότερο από 1% φωσφορικό άλας. Υπάρχουν ιχνοστοιχεία σιδήρου, μαγγανίου, ψευδαργύρου, χαλκού και μερικά βαρέα μέταλλα (όπως ο μόλυβδος, το κάδμιο, το νικέλιο και το χρώμιο). Δεν περιέχει άζωτο.  Ωστόσο αυτοί οι αριθμοί ποικίλλουν ανάλογα με την θερμοκρασία καύσης των ξύλων. Η καύση επηρεάζει πολύ τη σύνθεση και την ποσότητά της στάχτης, και κατά συνέπεια υψηλότερη θερμοκρασία μειώνει την απόδοση της στάχτης. Οπότε για καλύτερη ποιότητα στάχτης η χαμηλή θερμοκρασία είναι ιδανικότερη. Σκληρά ξύλα συνήθως παράγουν περισσότερη στάχτη από τα μαλακά, όπως των κωνοφόρων και ο φλοιός και τα φύλλα παράγουν γενικά πιο πολύ  στάχτη από το εσωτερικό ξυλωδών τμημάτων του δέντρου. Κατά μέσο όρο, η καύση των ξύλων δίνει περίπου 6-10% στάχτες.

Παρακάτω θα αναλύσουμε τις χρήσεις της στάχτης, για να μπορούμε να γνωρίζουμε πώς να την χρησιμοποιήσουμε!


Χρήσεις της στάχτης


1.Μπορούμε να φτιάξουμε αλισίβα, απλά βράζουμε 2 με 3 κουταλάκια στάχτη σε 1 μπρίκι με νερό και μετά την σουρώνουμε με ένα φίλτρο του καφέ. Είναι το καλύτερο απορρυπαντικό γενικής χρήσης, καθαρίζει, λευκαίνει και απολυμαίνει ρούχα, πατώματα, τζάμια, ασημικά, πιάτα,  σκουριές που έχουν ποτίσει στα μάρμαρα, κα.

2. Βουτάμε ένα υγρό πανί σε στάχτη ή σε αλισίβα και καθαρίζει τις γυάλινες πόρτες από το τζάκι. Τρίβουμε τα τζάμια με ένα υγρό σφουγγάρι βουτηγμένο στη στάχτη. Μια πάστα από στάχτη και νερό μπορεί να αφαιρέσει τους λεκέδες από τα έπιπλα.

3. Αν θέλουμε να φύγει γρήγορα ένας λεκές από τα ρούχα την στιγμή που έγινε, βάζουμε πάνω του λίγη στάχτη και μετά από πέντε λεπτά τον τρίβουμε με ψίχα ψωμιού.

4. Η στάχτη χρησιμοποιείται για να διώξουμε τις άσχημες οσμές. Απλά την βάζουμε πάνω σε οτιδήποτε μυρίζει άσχημα. Πχ. Σε παλιές τουαλέτες, τουαλέτα της γάτας.

5. Για να ξεμυρίσει το ψυγείο μας βάζουμε μέσα ένα πιάτο με καρβουνόσκονη (από ξυλοκάρβουνο), και την ανανεώνουμε μέχρις ότου φύγει κάθε μυρωδιά.

6. Χρησιμοποιείται και στο πλύσιμο των δοντιών, έχω αναρτήσει μια συνταγή για την οδοντική σκόνη εδώ.

7. Μπορούμε να λουστούμε πολύ φυσικά με την αλισίβα, και να χρησιμοποιήσουμε ξύδι στο ξέβγαλμα, αυτό ευνοεί περισσότερο το λιπαρό μαλλί.

8. Την αλισίβα την χρησιμοποιούμε στην κουζίνα μας σε πολλά γλυκά και φαγητά, όπως στην παρασκευή μουσταλευριάς, στα μελομακάρονα, στο ψωμί. Εκτός από την υπέροχη γεύση και την βελούδινη υφή που δίνει στα φαγητά μας καθαρίζει το έντερο από τους παθογόνους μικροοργανισμούς. Το ψωμί γίνεται πιο αφράτο και το βοηθά να μην τρίβεται.

9. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η στάχτη του ξύλου έχει χρησιμοποιηθεί στη γεωργία, δεδομένου ότι ανακυκλώνει τα θρεπτικά συστατικά πίσω στην γη. Η στάχτη χρησιμοποιείται και ως λίπασμα, αλλά δεν περιέχει άζωτο. Επίσης δεσμεύεται διοξείδιο του άνθρακα από τους μικροοργανισμούς μέσα στο χώμα η ανάπτυξη των οποίων ενισχύεται από τη στάχτη και η γη γίνεται πιο εύφορη. Λόγω της παρουσίας του ανθρακικού ασβεστίου εξουδετερώνεται η οξύτητα του εδάφους, αυξάνοντας το pH του και αυξάνει την δραστηριότητα των βακτηρίων του εδάφους. Η αύξηση της αλκαλικότητας του εδάφους επηρεάζει την θρέψη των φυτών. Θρεπτικές ουσίες είναι πιο εύκολα διαθέσιμες στα φυτά, όταν το έδαφος είναι ελαφρώς όξινο. Αλλά επειδή αυξάνεται πολύ το pH του εδάφους με την προσθήκη μεγάλων ποσοτήτων μπορεί να κάνει κακό παρά καλό. Η στάχτη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε φυτά που αγαπάνε όξινα εδάφη, όπως είναι οι πατάτες, τα βατόμουρα. Είναι καλο να χρησιμοποιείται με φειδώ και γίνεται τακτικά έλεγχος του PH του εδάφους.

10. Δυναμώνει τα φυτά που αγαπούν το ασβέστιο, όπως είναι οι ντομάτες, τα αμπέλια, οι φασολιές, το σπανάκι, ο αρακάς, τα αβοκάντο, τα σκόρδα κ.α. Ακόμα ευδοκιμούν και οι τριανταφυλλιές. Μπορούμε να προσθέσουμε  1 / 4 φλιτζανιού σε κάθε λάκκο κατά τη φύτευση.

11. Μια κουταλιά στάχτη ανά 1000 λίτρα νερό δυναμώνει υδρόβια φυτά.

12. Βοηθάει τα φυτά να μην παγώσουν τον χειμώνα αν ρίξουμε πάνω τους μια στρώση από στάχτες.

13. Απωθεί ζώα, τίποτα δεν πλησιάζει την στάχτη! Με την στάχτη απομακρύνονται από τον κήπο διάφορα έντομα και παράσιτα όπως γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια κ.α.
14. Διώχνει τα μυρμήγκια αν ρίξουμε λίγη στάχτη στην μυρμηγκοφωλιά τους. Δεν μπορούν να μεταφέρουν την στάχτη όποτε θα αλλάξουν φώλια!

15. Σκορπίζουμε στάχτη στις γωνίες και στα σκοτεινά σημεία της αποθήκης μας ή του σπιτιού μας. Όσο υπάρχει στάχτη δεν θα πλησιάζουν ποντίκια, κατσαρίδες, έντομα.
16. Απωθεί τις ψείρες (στο τριχωτό της κεφαλής), τους ψύλλους και τα τσιμπούρια από τα κατοικίδια ζώα. Μπορούμε να φτιάξουμε ένα μίγμα στάχτης μαζί με ξύδι ώστε να γίνει μια πηχτή λάσπη και να την αλείψουμε στο τριχωτό.

17. Απωθεί τον σκόρο. Μπορούμε να ρίξουμε στάχτη στα ρούχα μας και μετά να τα αποθηκεύσουμε και όταν θα θέλουμε να τα χρησιμοποιήσουμε απλά τα τινάζουμε. Μπορούν έτσι να μείνουν αρκετά χρόνια χωρίς να πάθουν τίποτα απολύτως.

18. Η ποτάσα (Υδροξείδιο του καλίου, ΚΟΗ) μπορεί να παραχθεί από στάχτη και αποσταγμένο νερό, η οποία με τη σειρά της μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή σαπουνιού. Η διαδικασία είναι λίγο πολύπλοκη και χρονοβόρα και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή γιατί η ποτάσα είναι καυστική.

19. Χρησιμοποιείται στα αιώνια αυγά, τα οποία είναι κονσερβοποιημένα αυγά που φτιάχνουν στην Ανατολή και χρησιμοποιούνται στην κουζίνα τους. Τα αυγά μπορούν να διατηρηθούν με μείγμα πηλού, στάχτης, αλάτι, ασβέστη, και  φλοιού του ρυζιού για αρκετές εβδομάδες έως αρκετούς μήνες, ανάλογα με τη μέθοδο της επεξεργασίας.

20. Η σόδα (Ανθρακικό νάτριο Na2CO3, σόδα πλυσίματος) μπορεί να παραχθεί από την στάχτη.  Η σόδα είναι γνωστή για την καθημερινή χρήση της ως αποσκληρυντικό του νερού. Na2SO4 + CaCO3 + 2 C Na2CO3 + 2 CO2 + CaS. Η σόδα παράγεται από βράσιμο του μίγματος στάχτης και νερού, και στη συνέχεια συλλέγεται όταν το νερό εξατμιστεί.

21. Η στάχτη λιώνει τον πάγο επειδή περιέχει αλάτι. Είναι λίγο πιο από το αλάτι ή άλλες  χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας.

22. Φίλτρο. Τα κάρβουνα που μένουν από την καύση (τα μαύρα κομμάτια, όχι η γκρι / λευκή στάχτη) μπορούμε να τα χτυπήσουμε με ένα σφυρί και στη συνέχεια να τα αλέσουμε με  ένα γουδοχέρι ή μπλέντερ και να πάρουμε μια λεπτή σκόνη. Η σκόνη αυτή από τα κάρβουνα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φίλτρο.

23. Χρησιμοποιείται για να φιλτράρουμε το κρασί μας αν μας βρήκε λίγο θολό.

24. Αν το νερό πηγής μας έχει σκουλήκια ή κυπρίνους  μπορούμε να το φιλτράρουμε την στάχτη και παίρνουμε ένα πεντακάθαρο νερό.

25. Αφύγρανση. Κομμάτια από άνθρακα (κάρβουνο) τοποθετούνται σε μεταλλικά δοχεία με τρύπες και  μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση υγρασίας σε μέρη όπως τα ντουλάπια, τα υπόγεια, κάτω από τους νεροχύτες κλπ.

26. Σβήνουμε τη φωτιά, πολύ εύκολα και γρήγορα πετώντας στάχτη πάνω της.

27. Τα παλιά χρόνια χρησιμοποιούσαν για την συντήρηση των σπόρων όπως των φασολιών μεγάλα πήλινα δοχεία που από πάνω τα κάλυπταν με παχύ στρώμα από στάχτη. Αυτό βοηθούσε να μην τα φάνε τα σκαθάρια. Μία μελέτη στη Νιγηρία δείχνει ότι η στάχτη ξύλου αφυδατώνει τους σπόρους και τους καθιστά λιγότερο επιρρεπή σε μόλυνση.

28. Χρησιμοποιείται σε πληγές για να σκοτώσει κάθε μικρόβιο και να γίνει η επούλωση πολύ γρήγορα.  Διαλύουμε  λίγο χειροποίητο σαπούνι μέσα στην αλισίβα και πλένουμε με αυτό την πληγή χωρίς να την ξεπλύνουμε μετά.

29. Ψυγείο χωρίς ηλεκτρικό. Μπορούμε να διατηρήσουμε φρούτα και λαχανικά χωρίς να πάθουν τίποτα για πολλές μέρες έως και χρόνια!  Σκάβουμε έναν λάκκο, τον γεμίζουμε με στάχτη τοποθετούμε τα λαχανικά έτσι ώστε να μην έρχονται σε επαφή το ένα με το άλλο αλλά ούτε και με το χώμα. Σκεπάστε τον λάκκο με ,ένα ξύλο και τα αφήνουμε.

30. Παλιά για να διατηρήσουν την πυτιά, την βάζανε μέσα σε ένα κέρατο, το γεμίζανε με στάχτη, το σφραγίζανε με λάσπη και κρεμούσανε σε ένα δέντρο. Το αφήνανε εκεί για χρόνια χωρίς να πάθει τίποτα απολύτως η πυτιά.

Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλες χρήσεις που δεν ανακάλυψα ακόμα!!!


Πηγές http://www.thisoldhouse.com/, http://en.wikipedia.org, http://kleitor.blogspot.com, http://www.hort.purdue.edu, http://www.weekendgardener.net/

 

Maria's handmade

 

ΠΗΓΗ: 3 Δεκ 2010, http://fysikaproionta.blogspot.com/2010/12/blog-post.html

Εδώ είναι «Ινδο-Κίνα»;

Εδώ είναι «Ινδο-Κίνα»;*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

«Άρωμα Ινδίας διαχέεται γύρω από τη Σ.Ε.ΚΑΠ.», αναφέρεται στο ρεπορτάζ της εφημερίδας «Κέρδος» (http://www.kerdos.gr/default.aspx?id=1623788&nt=103) τής 2/12/2011. Η Συνεταιριστική Ελληνική Καπνοβιομηχανία, ένα ακόμη θύμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης που μαστίζει και την Ελλάδα, είναι αναγκασμένη πλέον να αναζητά νέους επενδυτές που θα την ενισχύσουν με την εισροή κεφαλαίων, δεδομένης τόσο της συρρίκνωσης στις εργασίες της ελληνικής καπνοβιομηχανίας, όσο και των οφειλών που προέκυψαν από τις ζημιές κατά τη λειτουργία της εταιρείας τα δύο τελευταία έτη (2010-2011).


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 334, 1/1/2012.

Από τις προσφορές λοιπόν που κατατέθηκαν κατά την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την πώληση του 50,36% των μετοχών της ξανθιώτικης καπνοβιομηχανίας, το οποίο κατέχει η Αγροτική Τράπεζα, ανακηρύχθηκε «πρώτος προτιμητέος υποψήφιος» επενδυτής, σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα του «Κέρδους», η ινδική εταιρεία «Bommidala Enterprises Pvt Ltd».

Η διείσδυση μίας ινδικής επιχείρησης στην ελληνική οικονομία θα χαρακτηριζόταν τραγικά ειρωνική, εφόσον συνδυαζόταν με το πρόσφατο σχόλιο του μέχρι πρότινος πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου ότι στην Ελλάδα «δεν είμαστε “Ινδία” και ούτε πρόκειται να γίνουμε» (3/10/2011, http://news247.gr/ellada/politiki/apanthsh_papandreoy_sthn_troika.1396146.html ). Το σχόλιο του κ. Παπανδρέου προέκυψε ως απόρροια της πίεσης στην Ελλάδα από την τριμελή επιτροπή («τρόικα») των Ευρωπαίων αξιωματούχων που εποπτεύουν την εφαρμογή του «Μνημονίου», προκειμένου να καταργηθεί η Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Παριστάνοντας λοιπόν ο κ. Παπανδρέου ότι αντιστέκεται στις πιέσεις, υπενθύμισε πως υπάρχουν θεσμοί για την προστασία των εργαζομένων, οι οποίοι δεν πρόκειται να επιτρέψουν την εξομοίωση των όρων εργασίας στην Ελλάδα με τους όρους που ισχύουν για τους εργαζόμενους στην Ινδία.

Το ενδεχόμενο να καταστεί η Ελλάδα «Ινδία» δεν γίνεται βεβαίως να προσπεραστεί με την απλή διαβεβαίωση του κ. Παπανδρέου πως οι ελληνικοί θεσμοί δεν πρόκειται να επιτρέψουν μία αντίστοιχη εξέλιξη. Ο κ. Παπανδρέου έχει διαψευστεί κι έχει αποδειχτεί αναξιόπιστος πολλές φορές μέχρι σήμερα. Οι θεσμοί, πάλι, δεν έχουν αιώνια ισχύ· υποβάλλονται σε μεταβολές. Βεβαίως, αν υπονοηθεί πως η δήλωση ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να γίνει Ινδία αφορά την πιθανότητα να μετατραπεί η Ελλάδα σε μία από τις είκοσι ισχυρότερες οικονομίες διεθνώς, τότε πράγματι είναι δήλωση αδιαφιλονίκητη και δεν απέχει πολύ από την επαλήθευσή της, εφόσον το τραγικό σημερινό ελληνικό αδιέξοδο δεν προοιωνίζεται καμία αίσια προοπτική. Επειδή όμως το πνεύμα της δήλωσης δεν είναι ασφαλώς αυτό, οι αντικειμενικοί φόβοι για την περαιτέρω κατάργηση στην Ελλάδα όσων θεμελιωδών δικαιωμάτων απέμειναν στους εργαζομένους είναι δυστυχώς βάσιμοι.

Το κρίσιμο ερώτημα που απορρέει από τη συγκεκριμένη υπόθεση σχετίζεται με τη διερεύνηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μία ινδική εταιρεία αποφασίζει να δραστηριοποιηθεί στην ελληνική επικράτεια. Για ποιους λόγους μία εταιρεία συνηθισμένη να λειτουργεί με τους ευνοϊκότατους όρους που ισχύουν για την ανάπτυξή της στην Ινδία, θα διακινδύνευε την επέκτασή της σε άλλη χώρα με συνθήκες ασύμφορες γι’ αυτήν; Η πιθανή επιθυμία της να διεισδύσει σε μία νέα χώρα ώστε να διευρύνει τις αγορές για τη διάθεση των προϊόντων της δεν φαίνεται λόγος πειστικός. Η αντίστοιχη διείσδυση είναι ήδη επιτρεπτή στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερο ρίσκο. Επιπλέον το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς δύσκολα δελεάζει όποιον επιδιώκει μεγάλα κέρδη. Το ενδεχόμενο λοιπόν να επιχειρείται εκ μέρους της ινδικής εταιρείας μία μετάθεση του βάρους παραγωγής δυτικότερα, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση στις μεγάλες δυτικές αγορές με όρους παραγωγής εξίσου συμφέροντες με εκείνους της Ινδίας, προβάλλει εφιαλτικό για τους Έλληνες εργαζόμενους και τις εξελίξεις που προδιαγράφονται αναφορικά με τις εργασιακές τους συνθήκες.


Η Ινδία, αν και παρουσιάζει μία διαρκή οικονομική ανάπτυξη, μέσω της οποίας σταθεροποιεί και ισχυροποιεί περαιτέρω τη θέση της στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, δεν επικεντρώνει τις προτεραιότητές της στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και στην αύξηση των απολαβών για τους εργαζομένους στην επικράτειά της. Ακολουθώντας την ίδια πολιτική με την Κίνα, η Ινδία κατόρθωσε να παρουσιάζει πλεονάσματα στην οικονομία της, το μέγεθος των οποίων την καθιστά μία παγκόσμια οικονομική δύναμη. Ο πλούτος της Ινδίας, ως χώρας, αντικατοπτρίζεται στο κέντρο των μεγαλουπόλεών της, με τους επιβλητικούς ουρανοξύστες και τα εκτεταμένα εμπορικά κέντρα. Η συνέχιση της περιδιάβασης ωστόσο από το κέντρο προς τα περίχωρα των ίδιων μεγαλουπόλεων, αποκαλύπτει παραγκουπόλεις με άθλιες συνθήκες διαβίωσης για τους κατοίκους τους, χωρίς ρυμοτομικό σχέδιο και χωρίς βασικότατες υποδομές, όπως εκείνη της ύδρευσης. Ο πλούτος της Ινδίας, όταν δεν κατακρατείται ως αποθεματικό στα κρατικά ταμεία ή όταν δεν μεταφράζεται σε προγράμματα εξερεύνησης του διαστήματος(!), διανέμεται σε μια μικρή οικονομική ελίτ, που εδράζει την άνθισή της στην εκμετάλλευση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Καμία προοπτική ανακατανομής του πλούτου και στοιχειώδους βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης για τους πολλούς δεν περιλαμβάνεται στα σχέδια διακυβέρνησης της χώρας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αύξηση των οικονομικών μεγεθών, που στηρίζεται στην εξαθλίωση της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού, αποδεικνύεται παντελώς ανούσια.

Η κατίσχυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας στις αναδυόμενες οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας δικαίως εγείρει ανησυχίες αναφορικά με τις εργασιακές συνθήκες στην Ελλάδα, για τις οποίες ήδη προϊδεάζει η διαφαινόμενη εγκατάσταση επιχειρήσεων από τις οικονομίες της Ανατολής. Δεδομένου πως οι επιχειρήσεις αυτές δεν έχουν προφανείς λόγους ώστε να λειτουργήσουν με δυσχερέστερους όρους σε ό,τι αφορά το κόστος της παραγωγής, η ίδια τους η παρουσία επικυρώνει την εξάτμιση των εργασιακών δικαιωμάτων, που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη. Άλλωστε οι οικονομικές τούτες επιλογές ενθαρρύνονται, ή – μάλλον – επιβάλλονται στην Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο της «μνημονιακής» πολιτικής.

Η διετής εφαρμογή του «Μνημονίου» στην ελληνική πραγματικότητα από τις αρχές του 2010 υπηρέτησε τη λογική της συρρίκνωσης στα εισοδήματα και στο κόστος εργασίας, προκειμένου η ελληνική οικονομία να καταστεί «ανταγωνιστική», αναπτύσσοντας δηλαδή τη δυνατότητα, όπως φανερώνουν οι εξελίξεις, να παρέχει σε όσες πολυεθνικές επιχειρήσεις αποφασίσουν να δραστηριοποιηθούν στη χώρα συνθήκες κόστους παραγωγής ανάλογες με εκείνες της Κίνας και της Ινδίας. Υποτίθεται βέβαια πως ο στόχος της «ανταγωνιστικότητας» αφορά πρωτίστως τις ελληνικές επιχειρήσεις, ώστε μέσα από τη μείωση του κόστους εργασίας να πετύχουν την παραγωγή ελκυστικών οικονομικά προϊόντων ή την αντίστοιχη παροχή υπηρεσιών. Η ύφεση ωστόσο που ’χει επέλθει μέσω της πολιτικής του «Μνημονίου», με τη δραματική συρρίκνωση των οικογενειακών προϋπολογισμών, δεν ευνοεί ούτε την ανάπτυξη των ελληνικών επιχειρήσεων, καθώς το ελληνικό καταναλωτικό κοινό έχει χάσει την αγοραστική του δύναμη και περιορίζει την κατανάλωση. Ο κύκλος είναι φαύλος κι αδιέξοδος. Οι σχετικές διαπιστώσεις καθίστανται με το πέρασμα του χρόνου όλο κι εναργέστερες. Τούτη όμως την εμφανέστατη αρνητική εξέλιξη η τρόικα αρνείται να την κατανοήσει. Και, φυσικά, δεν πρόκειται εντέλει για ζήτημα «κατανόησης», παρά για ζήτημα ωμής προώθησης συγκεκριμένων συμφερόντων. Γιατί ζητούμενο για την τρόικα και τους πολιτικούς της προϊσταμένους στο ευρωπαϊκό διευθυντήριο δεν είναι η ανάκαμψη της Ελλάδας. Ζητούμενο είναι η δημιουργία μίας ζώνης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θα προσφέρει στις πολυεθνικές επιχειρήσεις – άρα καί στις γερμανικές – σκανδαλωδώς ευνοϊκές συνθήκες παραγωγής. Η δε εμπορική στόχευση δεν αφορά το εξαντλημένο καταναλωτικό κοινό της Ελλάδας – επουσιώδες σε αριθμό, άλλωστε – αλλά τις παγκόσμιες αγορές.

Μα αν η Ελλάδα κατόρθωνε να επωφεληθεί, έστω κι ελάχιστα, από τις προαναφερθείσες συνθήκες, δεν θα βελτίωνε τη θέση της; Η Ελλάδα, για να βελτιώσει τη θέση της, έχει ανάγκη να στηριχτεί στην παραγωγική δύναμη των δικών της επιχειρήσεων, οι οποίες θα επιστρέψουν τα κέρδη τους στην ίδια την ελληνική αγορά, κι όχι σε αλλοδαπές, που θα τα «φυγαδεύσουν». Ακόμη όμως κι αν γινόταν δεκτό πως ένα ενδεχόμενο ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας διά της παραπάνω οδού θα ήταν πιθανό, θα παρέμενε εκκρεμές το μείζον ζήτημα της εργασιακής εξαθλίωσης για το εργατικό δυναμικό της χώρας. Οι Έλληνες πολιτικοί, στον βαθμό που δεν είναι ταγμένοι στην εξυπηρέτηση συμφερόντων εκπορευόμενων από ξένα κέντρα αποφάσεων, οφείλουν να αναλογιστούν ποιο είναι το όραμά τους για την κοινωνία της χώρας τους. Όσες ιδιομορφίες ή παθογένειες κι αν κουβαλά η Ελλάδα από τον γεωγραφικό της εντοπισμό στον χώρο των Βαλκανίων, η μετακίνησή της στη χέρσα οικονομική χερσόνησο της «Ινδο-Κίνας» – που νοηματοδοτεί επακριβώς τη διάφορη γεωγραφικά, μα «συνώνυμή» της Ινδοκίνα, αντιστοιχίζοντάς την επιτέλους στα συνθετικά της – είναι αδύνατο να συνιστά πρόοδο. Στην πραγματικότητα δεν μπορεί καν να νοηθεί σαν μία, έστω, ανεκτή προοπτική.