PSI: στο φως της επόμενης μέρας

PSI: στο φως της επόμενης μέρας

 

Του Γιάννη Βαρουφάκη


 

Αν έπρεπε να έχουμε μάθει ένα πράγμα όλοι μας τα τελευταία δύο χρόνια, αυτό είναι το εξής απλό μάθημα: Όλες οι ως τώρα επίσημες εκτιμήσεις, οι θριαμβευτικές ανακοινώσεις, οι προβλέψεις ανάκαμψης, όλη η συζήτηση που εκπορεύεται από την κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης εδώ και δύο χρόνια, τελικά προσκρούουν στον κυματοθραύστη της πραγματικότητας, ακυρώνονται εκ των πραγμάτων, ξεπερνιόνται από την ιστορία. Μαζί με όλους, θέλω να ελπίζω ότι, αν όχι τώρα, σύντομα, αυτός ο θλιβερός κύκλος θα κλείσει και μαντάτα που διαφημίζονται ως καλά να αποδειχθούν ότι είναι όντως καλά. Έως τότε, όσο και να διαφωνούμε ως προς το τι πρέπει να γίνει, τι προκρίνει το συμφέρον της πατρίδας, σε ένα πρέπει να συμφωνήσουμε: Δεν δικαιολογείται πλέον σε κανέναν μας η άκριτη αποδοχή της «επίσημης εκδοχής» των πραγμάτων.

Στις γραμμές που ακολουθούν προτείνω μια οπτική γωνία από την οποία μπορούμε, και πρέπει, να ερμηνεύσουμε τις τελευταίες εξελίξεις για το PSI και την νέα δανειακή συμφωνία ανεξάρτητα του αν συμφωνούμε με την πολιτική που ακολουθεί ή πρέπει να ακολουθεί η κυβέρνηση (ή ακόμα και η Ευρώπη στο σύνολό της). Δεν θα  συμφωνήσουμε για το τι πρέπει να γίνει. Τουλάχιστον ας συμφωνήσουμε για το τι «παίζεται».

Σύντομο βιογραφικό του κουρέματος

Από τον Μάρτιο του 2010 και για ενάμιση χρόνο, σε αυτές τις σελίδες και αλλού, επιχειρηματολογούσα ότι, εφόσον η Ευρώπη δεν επανασχεδιάζει το ευρωσύστημα, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα αναδιαρθρωθεί, θα «κουρευτεί», θα διαγραφεί μερικώς. Δεν ήταν θέμα επιθυμίας ή επιλογής. Απλά, το «κούρεμα» δεν ήταν δυνατόν να αποφευχθεί. Εκείνη την εποχή η οποιαδήποτε συζήτηση περί «κουρέματος» αντιμετωπιζόταν από κυβέρνηση, Τράπεζα της Ελλάδας, ΕΚΤ, ΕΕ και τα «σοβαρά» μέσα ενημέρωσης ως αιρετική, επικίνδυνη, δημαγωγική.

Όταν η μακρά άρνηση της πραγματικότητας κάποια στιγμή υποχώρησε υπό το βάρος της αλήθειας, η αναδιάρθρωση (ή, επί το λαϊκότερον, το «κούρεμα») έγινε αποδεκτή από τους ισχυρούς της Ελλάδας και της Ευρώπης σε δύο δόσεις. Τον περασμένο Ιούλιο την αποδέχθηκαν επί της αρχής, με την πρώτη πρόταση μιας πολύ μικρής αναδιάρθρωσης που δεν θα άγγιζε την ονομαστική αξία των ομολόγων (αλλά που θα επιμήκυνε τις αποπληρωμές και για μείωνε το επιτόκιο). Κατόπιν ήρθε το κυρίως πιάτο, τον Οκτώβριο του 2011, με την ιδέα ενός «κουρέματος» τουλάχιστον 50% επί της ονομαστικής αξίας του χρέους (που δεν είχε ήδη περάσει στην τρόικα). Από τότε, η πάλαι ποτέ «απαγορευμένη» αναδιάρθρωση, το «κούρεμα»-ταμπού, έχει αναχθεί σε  εθνική και ευρωπαϊκή υπόθεση και η κοινή γνώμη ταλαιπωρείται με τη φιλολογία περί ποσοστών «εθελοντικής» συμμετοχής, ενεργοποίηση CAC, πυροδότηση CDS κλπ.

Τίποτα από όλα αυτά δεν έχει σημασία. Πλην ενός: Κατά πόσον την «επόμενη μέρα» το ελληνικό χρέος θα είναι βιώσιμο. Επειδή τις τελευταίες μέρες η συζήτηση τείνει να γίνει γελοιωδώς περιπεπλεγμένη, επιτρέψτε μου να προσπαθήσω μια απλοποίηση (χωρίς καμία υπεραπλούστευση).

Η διαφορά ενός «καλού» κι ενός «αποτυχημένου» κουρέματος

Έστω ένα «κούρεμα» της τάξης του Χ% ενός συγκεκριμένου χρέους το οποίο το αποδέχεται ο δανειστής επειδή συνειδητοποιεί ότι ο υπόχρεος αδυνατεί να  αποπληρώσει το συνολικό ποσό όχι μόνο σήμερα αλλά διαχρονικά. Πότε λέμε ότι το «κούρεμα» πέτυχε τον στόχο του; Όταν το εναπομείναν χρέος (100-Χ)% μπορεί να εξυπηρετηθεί από τον πτωχευμένο. Δηλαδή, το Χ πρέπει να είναι παράλληλα (α) το ελάχιστο δυνατόν (από την πλευρά του δανειστή) και (β) αρκετά μεγάλο για να είναι βιώσιμο το χρέος που απομένει μετά το «κούρεμα». (*)

Ας εξετάσουμε την σημερινή συγκυρία μέσω μιας αλληγορίας: Έστω ότι ο Λουκάς χρωστά €100 χιλιάδες στην τράπεζα. Το χρέος αυτός συσσωρεύεται χρόνια τώρα και πρόσφατα, λόγω μείωσης των εισοδημάτων του, όλοι κατανοούν ότι δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί. Έρχεται λοιπόν το «κούρεμα» στο οποίο η τράπεζα συναινεί επειδή προτιμά να εισπράξει κάποιο μέρος των εκατό χιλιάρικων παρά τίποτα. Έτσι Λουκάς και τράπεζα συμφωνούν ότι:  

– ο Λουκάς θα καταβάλει στην τράπεζα €15 χιλιάδες μετρητά,

– ο Λουκάς θα δώσει στην τράπεζα έντοκα γραμμάτια (με επιτόκιο μεταξύ 3% και 4,5%) των €32 χιλιάδων (τα οποία δεσμεύεται να αποπληρώσει σε βάθος χρόνου)

– η τράπεζα δέχεται να διαγράψει τα υπόλοιπα €53 χιλιάδες χρέους.

Για να γίνουν τα παραπάνω, ο Λουκάς θα πάρει νέο μεγάλο δάνειο από δεύτερη τράπεζα για να μπορεί: (α) να δώσει τις €15 χιλιάδες στην πρώτη τράπεζα, (β) να εξυπηρετεί τα νέα γραμμάτια των €32 χιλιάδων και (γ) να καλύπτει όπως-όπως κάποια από τα λειτουργικά του έξοδα τα οποία δεν μπορεί, προς το παρόν, να καλύψει μέσα από τα πενιχρά του εισοδήματα.

Ερώτημα: Κατέστη το χρέος του Λουκά βιώσιμο μετά από αυτό το κούρεμα;

Απάντηση: Εξαρτάται από το εάν τα επόμενα χρόνια το εισόδημά του επαρκεί για να επιβιώνει ώστε να εργάζεται ώστε να έχει εισοδήματα ώστε και να επιβιώνει και να αποπληρώνει τα δανεικά του (στην πρώτη και στην δεύτερη τράπεζα).

Ως εδώ νομίζω ότι όλοι μας μπορούμε να συμφωνήσουμε, ανεξάρτητα του αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με την σύναψη της εν λόγω δανειακής συμφωνίας. Η διαφωνία μας έγκειται στο εάν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι εν δυνάμει καταφατική ή αρνητική. Ας μην αφεθούμε όμως ακόμα στην διαφωνία. Ας προσπαθήσουμε για λίγο ακόμα να παραμείνουμε στο πλαίσιο του «κοινού τόπου», της κοινής ανάλυσης της κατάστασης.

Στην υποθετική περίπτωση του Λουκά, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ένδειξη για το κατά πόσον το χρέος τους κατέστη βιώσιμο ή όχι από την συμφωνία κουρέματος. Είναι η εξής: Η αξία των νέων γραμματίων των €32 χιλιάδων (που ανέλαβε ο Λουκάς ως μέρος της συμφωνίας του με την αρχική τράπεζα)!  Αυτά τα γραμμάτια αποτελούν, μην ξεχνάμε, περιουσιακό στοιχείο για την τράπεζα που τα κατέχει. Έχουν αξία καθώς ο κάτοχος ενός τέτοιου γραμματίου έχει «λαμβάνειν» από τον Λουκά. Εφόσον η «αγορά» πιστεύει πως το χρέος του Λουκά έχει καταστεί βιώσιμο, η τράπεζα θα μπορούσε να τα πουλήσει σε ιδιώτες επενδυτές άμεσα σε τιμή πολύ κοντά στην ονομαστική τους αξία. Γιατί να τα αγοράσουν οι επενδυτές; Επειδή δίνουν, σε μια εποχή ελάχιστων επιτοκίων, επιτόκιο πάνω από 3%. Αν οι επενδυτές πίστευαν ότι το χρέος του Λουκά είναι πλέον βιώσιμο, κάθε ένα από αυτά τα γραμμάτια ονομαστικής αξίας π.χ. €100 θα έπρεπε να πωλείται προς €100 (ίσως και περισσότερο αν οι επενδυτές δεν μπορούν να βρουν επιτόκια πάνω από 3% σε άλλες μορφές «σίγουρων» επενδύσεων). Με άλλα λόγια, κι εδώ δεν χωρά η μεταξύ μας διαφωνία, μια ένδειξη του πόσο βιώσιμο είναι πλέον το χρέος του Λουκά δεν είναι άλλη από την απόκλιση της τιμής που είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν οι ιδιώτες για ένα από αυτά τα γραμμάτια των €100 από τα… €100. Όταν αυτή η απόκλιση είναι μηδενική τότε συμπεραίνουμε ότι η «αγορά», οι ιδιώτες, κρίνουν συλλογικά πως ο Λουκάς μπορεί να εξυπηρετήσει το μετά το «κούρεμα» χρέος του. Αν όμως τα γραμμάτια των €100 δεν μπορούν να πωληθούν για πάνω από €50, τότε έχουμε ένα δεύτερο ντε φάκτο «κούρεμα» που προκύπτει, ουσιαστικά, από την εκτίμηση των ιδιωτών ότι η πιθανότητα μη αποπληρωμής των νέων γραμματίων του Λουκά φτάνει το 50%.

Έως εδώ συμφωνούμε όλοι. Σε αυτό το σημείο αρχίζουν οι διαφορετικές ερμηνείες. Η κυβέρνηση λέει ότι το επιχειρούμενο κούρεμα (εφόσον ευοδωθεί πλήρως) θα καταστήσει το ελληνικό χρέος βιώσιμο. Το ίδιο λένε (επισήμως) και οι Ευρωπαίοι ηγέτες μας (αν και κανείς τους δεν το πιστεύει, ούτε και επαναλαμβάνει αυτή την πρόβλεψη όταν οι κάμερες και τα μικρόφωνα είναι σβηστά). Οι αγορές τι λένε; Δηλώνουν ότι οι πιθανότητες αποπληρωμής του νέου χρέους δεν ξεπερνούν το 20%! Μάλιστα, φίλες και φίλοι. Τα νέα γραμμάτια (ή ομόλογα), του αγγλικού μάλιστα Δικαίου (το οποίο υποτίθεται ότι εξασφαλίζει καλύτερα του δανειστές του ελληνικού δημοσίου), αυτή την στιγμή αξιολογούνται στις διεθνείς αγορές σε τιμές που βρίσκονται κοντά στο 15% της ονομαστικής τους αξίας.

Ποιος νομίζετε ότι έχει δίκιο; Οι αγορές ή ο κ. Βενιζέλος; Προσωπικά, δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην κρίση των αγορών (μην ξεχνάμε ότι μέχρι πρόσφατα αξιολογούσαν το ελληνικό χρέος ως περίπου αξιόπιστο). Όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να πω ότι μάλλον οι αγορές έχουν δίκιο. Γιατί; Επειδή ο κ. Βενιζέλος, για να βγει σωστός, θα πρέπει να πετύχει έναν άθλο που κανείς υπουργός οικονομικών στην οικονομική ιστορία της ανθρωπότητας δεν έχει πετύχει: την αναστροφή της μεγέθυνσης του ΑΕΠ από το -7,5% στο +2% εντός μηνών και μάλιστα σε μια περίοδο βάναυσης μείωσης των δημόσιων δαπανών και εσόδων.

Προς τι η μακρά διαπραγμάτευση;

Κυβέρνηση και ΕΕ αναφέρθηκαν χτες στην ικανοποίησή τους που οι μακρές διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές της ελληνικού κράτους κατέληξαν σε συμφωνία και στην «αποφυγή της χρεοκοπίας της Ελλάδας». Πρόκειται περί ενδιαφέροντος πειράματος με τα όρια της γλώσσας, με την ικανότητα των πολιτικών να ωθούν στα άκρα την έννοια των λέξεων. Με το αζημίωτο βέβαια. Επιτρέψτε μου μερικά σχόλια που ελπίζω να είναι διαφωτιστικά:

Πρώτον, η χρεοκοπία είναι γεγονός. Αυτό δεν το λέω επιτιμητικά. Οι αναγνώστες των άρθρων μου γνωρίζουν ότι δεν έχω κάποια φετιχιστική απέχθεια προς την χρεοκοπία. Την θεωρώ ένα δυσάρεστο μεν αλλά απαραίτητο (σε κάποιες στιγμές) φαινόμενο στο πλαίσιο των κοινωνιών της αγοράς. Το μόνο που λέω είναι ότι όταν κάτι μοιάζει με πτώχευση, μυρίζει σαν πτώχευση, έχει όλα τα ποσοτικά χαρακτηριστικά και την γεύση της πτώχευσης, τότε μπορεί και να είναι… πτώχευση. Στην περίπτωσή μας, οι ιδιώτες που δάνεισαν το ελληνικό δημόσιο έχασαν περί το 85% της διαχρονικής αξίας των χρημάτων που είχαν λαμβάνειν από το κράτος μας. (**) Ακόμα και οι δανειστές της Lehman έλαβαν από την πτωχευμένη εταιρεία μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό. Το ίδιο και οι δανειστές της Αργεντινής μετά την πτώχευσή της. Η μόνη διαφορά είναι ότι στην περίπτωση του ελληνικού δημοσίου η ΕΕ αποφάσισε ότι η Ελλάδα θα πτωχεύσει αλλά ότι δεν θα επιτραπεί να ειπωθεί ότι πτώχευσε. Τόσο απλά και Οργουελιανά.

Δεύτερον, αυτή η απόφαση να ονομαστεί δια «νόμου» το κρέας (βλ. πτώχευση) ψάρι (βλ. PSI) είχε ως σκεπτικό την μη ενεργοποίηση των ασφαλίστρων CDS που είχαν αγοράσει όσοι ήθελαν είτε να ποντάρουν στην πτώχευση του ελληνικού δημοσίου, είτε να διασφαλίσουν τα νώτα τους αφού επένδυαν σε ελληνικά ομόλογα. Η αγωνία των «αρχών», Ευρώπης αλλά και Αμερικής, ήταν ότι η πυροδότηση των CDS θα έθετε σε κίνδυνο τις ανόητες τράπεζες που τα εξέδωσαν (χωρίς να έχουν τα χρήματα να τα καλύψουν εφόσον ενεργοποιηθούν). Όμως σήμερα διαβάζουμε ότι το ποσοστό συμμετοχής στο «κούρεμα», στο PSI, θα ξεπεράσει το 95% με την ενεργοποίηση των ρητρών εκ μέρους του ελληνικού δημοσίου – δηλαδή τον «εξαναγκασμό στην εθελοντική συμμετοχή» όσων δεν συμμετείχαν εθελοντικά. (Ο Orwell κάπου εδώ ετοιμάζεται να αναστηθεί για να μας πάρει στο κυνήγι!) Αν αυτό δεν πυροδοτήσει τα CDS τότε αυτό σημαίνει ότι η επιτροπή που αποφασίζει την πυροδότησή τους απλά δεν θα την αποφασίσει ποτέ, καθώς αποτελείται από τους ίδιους τραπεζίτες που θα πληγούν αν πυροδοτηθούν τα CDS!

Άρα, προς τι όλη η πολύμηνη διαπραγμάτευση; Γιατί η πτώχευση του ελληνικού δημοσίου να αποτελέσει αντικείμενο συνομιλιών, διαβουλεύσεων, και ατελείωτων συζητήσεων με τον κ. Dallara (τον εκπρόσωπο των τραπεζιτών); Ποιος ο λόγος να αντιμετωπιστούν τα ασφαλιστικά ταμεία που ήταν υποχρεωμένα να δανείζουν το κράτος μας ως ίσα κι όμοια με τους ανόητους τραπεζίτες (ιδίως της Βόρειας Ευρώπης) που επέλεγαν να αγοράζουν ελληνικά ομόλογα; Από την στιγμή που και το «κούρεμα» ήταν μεγάλο, επιπέδου παταγώδους πτώχευσης, και τα CDS θα πυροδοτηθούν (ή όχι) ανεξάρτητα από τις συνομιλίες αυτές, δεν υπήρχε κανένας λόγος διαπραγματεύσεων με τους τραπεζίτες. Τρόικα και ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να αποφασίσουν ερήμην των δανειστών του ελληνικού δημοσίου το βάθος και την κατανομή του κουρέματος ανά περίπτωση (από μεγάλο κούρεμα για hedge funds μέχρι μηδενικό για το ΙΚΑ). Το ότι δεν το έκαναν έχει μόνο μια εξήγηση: την αγωνία των πολιτικών μας, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, να διατηρήσουν ανέπαφες τις πολύ καλές τους σχέσεις με τους (πτωχευμένους) τραπεζίτες, ιδίως της Εσπερίας.

Επίλογος

Ένα «κούρεμα» το οποίο πριν δύο χρόνια θα ήταν λυτρωτικό, σήμερα αποτελεί μέρος όχι της λύσης αλλά του προβλήματος. Παρατείνει την ήδη αδυσώπητα μακρά περίοδο στην διάρκεια της οποίας η οικουμένη βάζει στο ελληνικό κράτος την ταμπέλα «Προσεχώς Πτώχευση». Πολλοί αφήνουν να εννοηθεί ότι το «κούρεμα» που επετεύχθη ναι μεν αφήνει πολλά προβλήματα άλυτα αλλά τουλάχιστον κερδίζουμε, ελέω PSI, λίγο περισσότερο χρόνο μέχρι να αλλάξει πολιτική η ΕΕ (πιθανόν με μια ήττα Σαρκοζύ στις επικείμενες προεδρικές εκλογές στην Γαλλία). Τους απαντώ ότι  πλανώνται.

Η ανταλλαγή ομολόγων δεν είναι παιχνίδι. Τα νέα ομόλογα αγγλικού δικαίου βάζουν την χώρα μας σε μια απίστευτη περιπέτεια: Αποτελούν χρέος το οποίο δεν θα μπορούμε να αποπληρώσουμε και το οποίο δεν θα δικαιούμαστε να μην αποπληρώσουμε. Αντ’ αυτού θα έπρεπε να εισηγηθούμε στην ΕΕ μια απλή εναλλακτική λύση: Να διαγραφεί το 100% αυτών των χρεών (αντί για το 85% που μόλις «κουρεύτηκε») και, σε αντάλλαγμα, το ελληνικό δημόσιο να μην πάρει ούτε ένα ευρώ από τους εταίρους μας για κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του ελληνικού δημοσίου. Έτσι, η δημοσιονομική προσαρμογή θα ήταν πιο ήπια από την λαίλαπα που έρχεται, το χρέος μας θα ήταν λιγότερο αβάστακτο απ’ ότι με το PSI, και ο χρόνος που θα δινόταν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη (έως ότου η τελευταία επανασχεδιάσει το ευρωσύστημα) περισσότερος.

(*) Ένα παράδειγμα «καλού» κουρέματος χρέους ήταν εκείνο της General Motors το 2009: 90% των δανείων διαγράφηκαν, νέα αναπτυξιακά δάνεια δόθηκαν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής και, έτσι, η General Motors όχι μόνο επιβιώνει αλλά και αναπτύσσεται γοργά. Ένας από τους πιστωτές της, το συνδικάτο των εργαζόμενων (που έγινε ντε φάκτο πιστωτής καθώς  η εταιρεία χρώσταγε συντάξεις και μισθούς στα μέλη του), έχοντας αποδεχθεί αυτό το «γενναίο κούρεμα», τελικά βγήκε κερδισμένο (σε σχέση με το τι οφέλη θα λάμβανε αν απόρριπτε το κούρεμα του 90%) επειδή δέχθηκε να αποπληρωθεί με μετοχές της εταιρείας.

(**) Το επίσημο κούρεμα επί της ονομαστικής αξίας συμφωνήθηκε τελικά στο 53%. Ένα ακόμα 32% επαναδανείστηκε στο κράτος με επιτόκια όμως χαμηλότερα από τα αρχικά. Έτσι, η επί πλέον απώλεια αυτών των τόκων ανεβάζει το ποσοστό του «κουρέματος» στο 75% της διαχρονικής αξίας των δανείων. Τώρα που τα νέα ομόλογα (ή γραμμάτια) που πήραν οι δανειστές του δημοσίου χάνουν μέχρι και το 85% της διαχρονικής τους αξίας (καθώς μεταπωλούνται σε τιμές κοντά στο 15% της ονομαστικής τους αξίας), το συνολικό ποσοστό πραγματικού «κουρέματος» αγγίζει το 85%.

 

ΠΗΓΗ: 10/03/2012, http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=13354

Terry Eagleton: Μαρξιστής κατά αθεϊσµού

Μαρξιστής κατά αθεϊσµού

Ο βρετανός λογοτεχνικός κριτικός και θεωρητικός του πολιτισµού Τέρι Ιγκλετον* υπερασπίζεται τη χριστιανική πίστη απέναντι στους νεοαθεϊστές

 

Της Λαμπρινής Κουζέλη

 

«Σε µια εποχή που η πολιτική Αριστερά βρίσκεται σε δεινή ανάγκη για καλές ιδέες, ο λόγος της θρησκείας θα µπορούσε να προσφέρει πολύτιµες εναισθητικές γνώσεις για την ανθρώπινη χειραφέτηση» υποστηρίζει ο κριτικός και θεωρητικός του πολιτισµού Τέρι Ιγκλετον.

Βρετανός της εργατικής τάξης ο οποίος ανατράφηκε ως κοινός ρωµαιοκαθολικός ιρλανδικής καταγωγής, µε το βιβλίο του Λογική, πίστη και επανάσταση εµφανίζεται ως αυτόκλητος υπερασπιστής της θρησκευτικής πίστης, εν προκειµένω της χριστιανικής, απέναντι στη νέα σχολή ενός µανικού αθεϊσµού, που εντοπίζεται στα πρόσωπα και στα κείµενα του βιολόγου Ρίτσαρντ Ντόκινς και του δηµοσιογράφου Κρίστοφερ Χίτσενς – του διδύµου «Ντίτσκινς», όπως τους αποκαλεί χάριν συντοµίας. 

Στη µετανεωτερική εποχή η θρησκεία βρίσκεται παντού σε άνοδο, το ενδιαφέρον όµως είναι ότι ξαναγίνεται δηµόσια και συλλογική και τείνει συχνά να πάρει πολιτική µορφή – φαίνεται πως είναι πάλι έτοιµη να ξεσηκώσει και να σκοτώσει. Κοσµικοί διανοούµενοι τύπου Ντίτσκινς ανασκουµπώθηκαν για να πολεµήσουν αυτό το σκοτεινό, ανορθολογικό πρόσωπο της θρησκείας. 

Ο Ιγκλετον δεν αρνείται ότι η θρησκεία έχει υπάρξει µια «βρωµερή ιστορία µισαλλοδοξίας, δεισιδαιµονίας, ευσεβών πόθων και καταπιεστικής ιδεολογίας» και ότι ο χριστιανισµός έχει προδώσει τις επαναστατικές του καταβολές περνώντας από το πλευρό των απόκληρων στο πλευρό ψευδόµενων πολιτικών, διεφθαρµένων τραπεζιτών και φανατικών νεοσυντηρητικών. Εκείνο όµως που πυροδοτεί την πολεµική τού αταλάντευτου µαρξιστή Ιγκλετον είναι το γεγονός ότι οι πολέµιοι του θρησκευτικού φονταµενταλισµού δεν ασκούν καµία κριτική στον παγκόσµιο καπιταλισµό, ο οποίος δηµιουργεί τα αισθήµατα άγχους και ταπείνωσης που τρέφουν τον φονταµενταλισµό. Πολύ βολικά, οι κληρονόµοι του φιλελευθερισµού και του ∆ιαφωτισµού ξεχνούν ότι έχουν επίσης προδώσει τις θεωρητικές τους διακηρύξεις, όπως αποδεικνύουν η βίαιη υπεξαίρεση της ελευθερίας και της δηµοκρατίας στο εξωτερικό, ο ρατσισµός, η αποικιοκρατία, οι ιµπεριαλιστικοί πόλεµοι, η Χιροσίµα, το απαρτχάιντ, η υποταγή στους σκοπούς του εµπορικού κέρδους.

Επιστρατεύοντας στο οπλοστάσιό του θεολόγους, πολιτικούς επιστήµονες, ιστορικούς, φιλοσόφους και λογοτέχνες, από τον Θωµά τον Ακινάτη ως τον Μαρξ, τον Φρόιντ, τον Λακάν, τον Σλάβοϊ Ζίζεκ, τον Τσαρλς Τέιλορ, τον Αλέν Μπαντιού, τον Μίλτον και τον Τόµας Μαν, ο Ιγκλετον τονίζει ότι οι σχέσεις µεταξύ γνώσης και πίστης είναι περίπλοκες, αλλά πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγµατα τα οποία δεν παραµερίζουν το ένα το άλλο. Η φανατική θρησκευτική πίστη της µετανεωτερικής εποχής άνθησε ακριβώς επειδή η λογική έγινε υπερβολικά κυριαρχική και εργαλειακή, µε αποτέλεσµα να µην µπορεί να ευδοκιµήσει στο έδαφός της ένα έλλογο είδος πίστης. Αυτός όµως δεν είναι λόγος για να αρνηθούµε την πίστη εξ ολοκλήρου.

 Το όραµα του φιλελεύθερου ανθρωπισµού για ελεύθερη και ευτυχή ανάπτυξη της ανθρωπότητας είναι εφικτό, καταλήγει ο Ιγκλετον, µόνο µέσω της αντιµετώπισης του χειρότερου εαυτού µας µέσα από µια διαδικασία αυτοαλλοτρίωσης και ριζικής αναδηµιουργίας, µια διαδικασία, όπως την αποκαλεί χαρακτηριστικά, «τραγικού ανθρωπισµού». Η θρησκεία, εκτιµά ο βρετανός θεωρητικός, θέτει ερωτήµατα για ζωτικά ζητήµατα, για τον θάνατο, τον πόνο, την αγάπη, την αυτοαλλοτρίωση, για τα οποία η σηµερινή κοινωνία και η πολιτική σιωπούν και ο Ιγκλετον αποφασίζει εδώ να κηρύξει το τέλος σε αυτή την «πολιτικά παραλυτική συστολή».

 

ΠΗΓΗ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  18/12/2011, http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=435332&h1=true

 

* http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=852 Και: O Τέρυ Ίγκλετον είναι καθηγητής Aγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Oξφόρδης. Tο 1996 κυκλοφόρησαν η δεύτερη έκδοση του κλασικού έργου του Literary Theory: An Introduction, καθώς και το Marxist Literary Theory: A Reader, το οποίο έχει επιμεληθεί μαζί με τον Drew Milne. Στο πολυάριθμο συγγραφικό έργο του συμπεριλαμβάνονται επίσης τα: Heathcliff and the Great Hunger (1995), The Ideology of the Aesthetic (1990), William Shakespeare (1986), Walter Benjamin (1976), Criticism and Ideology (1976) και Marxism and Literary Criticism (1976). Πηγή: http://www.kastaniotis.com/author/688.

Επίσης: Ο Terry Eagleton, http://en.wikipedia.org/wiki/Terry_Eagleton

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΙΣΛΑΝΔΙΑΣ Ι

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΙΣΛΑΝΔΙΑΣ:

Οι πολίτες της χώρας επέβαλλαν δημοψηφίσματα, με τη συνδρομή του Προέδρου της Δημοκρατίας, την οποία εξασφάλισαν με διαδηλώσεις, καθώς επίσης με τη συλλογή υπογραφών, ενώ οδήγησαν στα Δικαστήρια όλους τους υπευθύνους της κρίσης – αναφορά στο PSI – Μέρος Ι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

“Όπως στη Γερμανία του 2ου Παγκοσμίου πολέμου έτσι και σε κάθε λαό, η ήττα και η μεγάλη κοινωνική καταστροφή (όπως για παράδειγμα η χρεοκοπία), αυξάνουν το «αγελαίο ένστικτο». Μέσα σε συνθήκες απόγνωσης, πανικού και φόβου, ελκόμαστε από σύμβολα τάξης, από σωτήρες τύπου Χίτλερ, καθώς επίσης από μοντέλα «ολοκληρωτικού κράτους» – τα οποία θα αναλάβουν την ευθύνη για λογαριασμό μας.

Σε συνθήκες διάχυτου φόβου, το άτομο εξαφανίζεται ολοκληρωτικά, οπότε κυριαρχεί ένα γενικό αμόκ, μια παγκόσμια και μοιραία δύναμη – ενώ, ενάντια στη συντριπτική της επίδραση, το άτομο είναι ανίκανο να αμυνθεί. Αυτές οι συνθήκες «διαβρώνουν» τους Πολίτες και μεταβάλουν τους οργανωμένους λαούς σε ανεξέλεγκτους όχλους. Περαιτέρω, επειδή ο όχλος είναι από τη φύση του ανώνυμος και ανεύθυνος, μια τέτοια κατάσταση, δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για το συλλογικό έγκλημα (K. Jung, παρεμβάσεις).

 

Ανάλυση

Η κάθε χώρα έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά – συνήθως δε είναι τα μέσα, με τη βοήθεια των οποίων οι Πολίτες της αντιμετωπίζουν την καταστροφή, τον πόνο και την οδύνη. Μεταξύ όλων, το σημαντικότερο είναι ίσως η πίστη απέναντι σε κάτι – απέναντι στο Θεό, στο κράτος ή σε οποιαδήποτε άλλη έννοια και θεσμό. Για παράδειγμα, οι Αμερικανοί πιστεύουν στο όνειρο της επιτυχίας (American dream) – οπότε υποφέρουν αδιαμαρτύρητα μέχρι να τα καταφέρουν, ενώ δημιούργησαν ένα κράτος και δόμησαν μία κοινωνία, με αποκλειστικό στόχο την υλική ευτυχία. Ακριβώς για το λόγο αυτό θεοποιήθηκε ουσιαστικά ο πλούτος, άνθησε ο νεοφιλελευθερισμός και «μεγαλούργησαν» τα παιδιά του Σικάγου, εις βάρος του κοινωνικού κράτους προνοίας.

Αντίθετα, οι Γερμανοί πιστεύουν σε ένα ηγεμονικό κράτος στρατόπεδο, ενώ δεν έχουν στόχο την ευτυχία, αλλά τη λιγότερη δυνατή δυστυχία – θέτοντας έτσι τις βάσεις του κοινωνικού κράτους πρόνοιας, το οποίο όμως είναι παράλληλα αστυνομικό (η ελευθερία και η ασφάλεια είναι αντικρουόμενες έννοιες). Στα πλαίσια αυτά, επιλέγεται σκόπιμα η χαμηλή αμοιβή από την ανεργία, «τιμωρείται» ουσιαστικά ο υπερβολικός πλούτος, η χώρα τοποθετείται πάνω από όλα, ενώ απαιτείται από τους Πολίτες πειθαρχία – καθώς επίσης απόλυτη συμμόρφωση με τους αυστηρούς κανόνες του κράτους.

Δυστυχώς, οι «ομάδες συμμόρφωσης» ενός τέτοιου κράτους, όπως για παράδειγμα τα SS στο παρελθόν, πρέπει να τιμωρούν και να βασανίζουν τα θύματα τους –  δείχνοντας παράλληλα τη συμπόνια τους κάτω από τους ήχους της κλασσικής μουσικής, επειδή διαφορετικά δεν αντέχουν το ρόλο τους. Όσον αφορά δε το Κράτος Δικαίου που έχει επιβληθεί στη χώρα, έχει ουσιαστικά στόχο να δικαιολογεί όσο καλύτερα μπορεί το de facto άδικο των Πολιτών, απέναντι σε ένα de jure δίκαιο κράτος – η πίστη στην ισχύ του οποίου αποτελεί το αντίδοτο, για τα όποια δεινά και τις θυσίες των Πολιτών του.      

Συνεχίζοντας, οι Έλληνες δυστυχώς δεν πιστεύουν σε τίποτα άλλο, εκτός από τον ίδιο τους τον εαυτό – οπότε δεν εκτιμούν το κράτος τους και δεν σέβονται τους Θεσμούς ή τους κοινωνικούς και λοιπούς κανόνες συμβίωσης, με τα γνωστά μας αποτελέσματα. Η αυτοπροβολή υπερέχει της ευτυχίας, ενώ ο φθόνος αποτελεί φυσικό επακόλουθο – αφού, θεωρώντας ο καθένας πως είναι ίσος, εάν όχι καλύτερος από όλους τους άλλους, δεν αποδέχεται την επιτυχία του διπλανού (ισχυριζόμενος συνήθως πως η επιτυχία «των άλλων» προέρχεται από την τύχη, από τη διαφθορά, από τη διαπλοκή κλπ.).

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων Ελλήνων, είναι η αντιμετώπιση του πόνου και της οδύνης με έναν περίεργο αυτοσαρκασμόο οποίος είναι κατά πολλούς προϊόν της μακρόχρονης σκλαβιάς τους, κατά τη διάρκεια της οποίας τον χρησιμοποιούσαν ως προστασία της αυτοεκτίμησης τους. Ένα επόμενο είναι το ότι ο καθένας γνωρίζει τα πάντα, οπότε δεν αλλάζει εύκολα γνώμη και δεν αποδέχεται τις συμβουλές ή τις απόψεις των άλλων – ακόμη και για εξειδικευμένα θέματα. 

Όπως φαίνεται, η πίστη των Ελλήνων στην ελευθερία αποτελεί παρελθόν – κρίνοντας τουλάχιστον από την πολιτική ηγεσία, η οποία αποδέχθηκε πως ψήφισε το εγκληματικό μνημόνιο υποτέλειας, επειδή η εξ αυτού καταστροφή θα είναι μικρότερη (ανάλογα θα είχε συμπεριφερθεί η Ελληνική ηγεσία στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, εάν επέλεγε την ελεύθερη εισβολή των Γερμανών, αντί της αντίστασης – αφού η πρώτη επιλογή θα ήταν φυσικά λιγότερο καταστροφική). Προφανώς λοιπόν η αρετή και η τόλμη των Ελλήνων, βασικές προϋποθέσεις της διατήρησης της ελευθερίας, δεν κυριαρχούν πια – έχοντας πιθανότατα «απωθηθεί» από την καλοπέραση των τελευταίων δεκαετιών. 

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, οι Ισλανδοί πιστεύουν στην αυτοδιάθεση και στη συλλογικότητα, η οποία όμως δεν είναι εις βάρος της ατομικότητας – έχοντας εξελίξει την Άμεση Δημοκρατία (την ενεργό συμμετοχή δηλαδή των Πολιτών ενός κράτους στις κρίσιμες αποφάσεις, μέσω των δημοψηφισμάτων), σε βασικό πολιτικό όργανο της χώρας τους (η οποία ιδρύθηκε τον 9ο αιώνα μ.Χ. από Νορβηγούς εποίκους, ενώ διοικείται από το αρχαιότερο ενεργό ακόμη κοινοβούλιο του πλανήτη, το Althing, το οποίο ανάγεται στο 930 μ.Χ.).

Στα πλαίσια αυτά, η επιλογή της χρεοκοπίας των τραπεζών εκ μέρους τους ανεξαρτήτως κόστους, η αντίσταση των υπερήφανων, κελτικής καταγωγής Ισλανδών καλύτερα απέναντι στους διεθνείς τοκογλύφους, οι οποίοι απαιτούσαν την ανάληψη των χρεών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων από τους Πολίτες, ήταν μάλλον αναμενόμενη.

Σε γενικές γραμμές δε, διαπραγματεύθηκαν την κρίση δανεισμού της χώρας τους (οι οικονομικές κρίσεις δεν είναι ντροπή για κανέναν, αφού όλα σχεδόν τα κράτη έχουν αντιμετωπίσει ανάλογες καταστάσεις, πολλές φορές στην Ιστορία τους), με κριτήριο το πώς θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν με τις υποχρεώσεις που θα αναλάμβαναν – γνωρίζοντας ότι, μία επιτυχημένη διαπραγμάτευση εξαρτάται από το εάν το χρέος γίνεται βιώσιμο, ενώ μόνο αυτό εκτιμάται από τις αγορές.

Δεν υπέκυψαν λοιπόν στις απαιτήσεις των δανειστών τους, όπως η Ελλάδα, η οποία δυστυχώς επέλεξε μία διαγραφή χρέους που συνεχίζει να μην αποτελεί βιώσιμη λύση και δεν την προστατεύει από την απόλυτη χρεοκοπία (αντί της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής με χαμηλά επιτόκια και με εφικτές δόσεις, χωρίς καμία διαγραφή) – ενώ θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία των Πολιτών της (εθνική κυριαρχία), χωρίς κανένα απολύτως αντίκρισμα.    

       

ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Λίγο μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, τον Οκτώβριο του 2008, το 85% του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ισλανδίας κατέρρευσε – με αποτέλεσμα να αλλάξουν τα πάντα στη χώρα, μέσα σε λίγες μόνο ημέρες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι τρεις μεγάλες τράπεζες, οι οποίες τελικά χρεοκόπησαν (Kaupthing Bank, Landsbanki, Glitnir Bank), είχαν αποκτήσει το δεκαπλάσιο μέγεθος του ΑΕΠ της Ισλανδίας, παρά το ότι είχαν ιδιωτικοποιηθεί μόλις το 2002 – ενώ μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα είχαν εξαγοράσει, με τη βοήθεια της άμετρης μόχλευσης, πολυάριθμες επιχειρήσεις στη Σκανδιναβία, στις Η.Π.Α. και στη Μ. Βρετανία. 

Σε αντίθεση τώρα με πολλές άλλες χώρες (Ιρλανδία, Γερμανία, Ισπανία κλπ.), οι κυβερνήσεις των οποίων επέλεξαν τη διάσωση των χρεοκοπημένων τραπεζών τους (θύματα της μεγαλύτερης ληστείας όλων των εποχών, εκ μέρους των Η.Π.Α.), με τα χρήματα των Πολιτών τους, οι Ισλανδοί αποφάσισαν να αφήσουν τις τράπεζες να πτωχεύσουν – με αποτέλεσμα να χάσουν τα χρήματα τους γερμανικές, γαλλικές και βρετανικές τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και ιδιώτες (οι οποίοι είχαν καταθέσει χρήματα, λόγω των υψηλών επιτοκίων).

Στους χαμένους ανήκαν και οι Πολίτες της Ισλανδίας, οι οποίοι είχαν εμπιστευθεί τις αποταμιεύσεις τους στις τρεις μεγάλες τράπεζες. Δόθηκαν μόλις 20.887 € ανά καταθέτη, όσο ουσιαστικά ήταν η εγγύηση εκ μέρους του κράτους, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία, η οποία ίσχυε και στην Ισλανδία – αφού, παρά το ότι η χώρα δεν είναι μέλος της Ευρωζώνης, ανήκει στον ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο, οπότε είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει τους κανόνες και τις συνθήκες της ΕΕ.

Ένα μεγάλο μέρος των ιδιωτικών αποταμιεύσεων λοιπόν χάθηκε, η ανεργία διευρύνθηκε επικίνδυνα, οι τιμές των προϊόντων πρώτης ανάγκης έγιναν απρόσιτες, ενώ οι κοινωνικές υπηρεσίες (παιδεία, υγεία κλπ.) έπαψαν στην κυριολεξία να υπάρχουν.

Οι δείκτες του χρηματιστηρίου κατέρρευσαν, εμφανίζοντας μεγαλύτερη πτώση από αυτούς του αμερικανικού κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης του 1930, ενώ η ιδιωτική ζήτηση περιορίσθηκε, μεταξύ των ετών 2007 και 2010, κατά 25%. Το εθνικό νόμισμα της χώρας, η ισλανδική κορώνα, υποτιμήθηκε κατά 50% σε σχέση με το Ευρώ, ενώ το έλλειμμα του προϋπολογισμού ανήλθε στο 13,5% (2008).

Το συνολικό δημόσιο χρέος αυξήθηκε στο 130% του ΑΕΠ (ύψους 12,14 δις $ το 2009), με αποτέλεσμα 8.000 Ισλανδοί (320.000 συνολικός πληθυσμός) να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, αναζητώντας εργασία στο εξωτερικό. Οι μετανάστες αυτοί αποτελούσαν το 2,5% των κατοίκων της χώρας – γεγονός που σημαίνει ότι, σε μία ανάλογη διαδικασία, οι Έλληνες μετανάστες θα έφθαναν στους 275.000 περίπου.

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 10. Μαρτίου 2012, viliardos@kbanalysis.com. Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι συγγραφέας οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2551.aspx

 

 

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

῾Ο Π. Κονδύλης ὡς μαΐστωρ τῆς Γεωπολιτικῆς ΙΙΙ

Ο Π. Κονδλης ς μαστωρ τς Γεωπολιτικς

Του Κώστα Κάλχα [ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΙΙΙ]


Συνέχεια από τις ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΙΙ    Ερπη κα Ρωσα Κνα κα Ερασα

Η πρ δεκαπενταετας περπου πργνωση τν παγκσμιων διεξδων κα διεξδων φερε τν Παναγιτη Κονδλη στ ζηλευτ ππεδο το στοχαστ το κσμου. Δυστυχς, δν ζε, γι ν μς βοηθσει στν κρσιμη καμπ πο περνμε μ τν στρεα σκψη του. Ας δομε, μως, τ μποτλια ριξε στ πλαγο γι μς.

«Τ κλειδ τς Απω ᾿Ανατολς»:Η Ερπη θ μποροσε μελλοντικ ν δραστηριοποιηθε ς συνεκτικ πολιτικ νττητα σ πλανητικ ππεδο, πρπει τρα ν θσουμε τ ελογο ρτημα· πο κα γι ποιν σκοπ; Σ᾿ ναν πολυπολικ κσμο, νταγωνισμς μ τν καιρ θ ξυνθε, πειδ κθε νεργ μρος θ ναγκζεται ν μετρ τς δυνμεις του μ κενες πολλν λλων. Ο πλανητικς χαρακτρας τν δρωμνων δν σημανει, ββαια, τι τ δρντα ποκεμενα φελουν ν πλωθον σομερς σ λκληρη τν δργειο κα ν χουν παντο τ δια ζωτικ συμφροντα.Η Ερπη εναι δυνατν ν διαθτει κε ξιλογο βρος, μονχα ν δν πουλ πλς τεχνογνωσα, τν ποα μπορον, τσι κι λλις, ο νδιαφερμενοι ν τν γορσουν π τς γνσιες πιχριες Δυνμεις το Ερηνικο, τν ᾿Ιαπωνα κα τς Ηνωμνες Πολιτεες, λλ χει στ χρια της πλεονεκτματα, τ ποα ναγνωρζονται μσως ς ττοια, τσο σ σχση μ τς δικς της δραστηριτητες, σο κα στ μτια τς Απω ᾿Ανατολς. ᾿Εννοομε τ Ρωσα, κα μλιστα τ Σιβηρα. Η Σιβηρα (κα Κεντρικ ᾿Ασα) ποτελε τν τελευταα πλοσια σ πρτες λες κα ραιοκατοικημνη μεγλη πιφνεια μσα σ᾿ ναν πυκνοκατοικημνο πλαντη. Οποιος πιστεει τι «γνση» κα «πληροφορα» κανε παρωχημνα τ ζητματα το χρου κα τν πρτων λν, πλς χει πσει θμα τς διοτελος μυθολογας το κυβερνοχρου, πο σμερα εναι τς μδας. (…)᾿Αμερικανο κα ᾿Ιπωνες κμεταλλεθηκαν ταχτατα τν ξασθνιση κα κατπιν τν κατρρευση τς Σοβιετικς Ενωσης, προκειμνου ν εσβλουν οκονομικ στ Σιβηρα, ρχικ π τ μορφ τς νηλεος ποψλωσης το δασικο της πλοτου, λλ χοντας πντοτε κατ νον τ τερστια ποθματα ρκτικο πετρελαου κα βιομηχανικ-στρατηγικ σημαντικν μεταλλευμτων. Ωστσο, πρτος μνηστρας το σιβηρικο (κα κεντροασιατικο) χρου κα το πλοτου του νομζεται Κνα. Η Κνα δν θεται πρς τν χρο ατ πλς κα μνο π μακρινς μνμες βσιμες στορικς ξισεις, ο ποες παιξαν κι ατς τν ρλο τους στς νοπλες συγκροσεις μ τν Σοβιετικ Ενωση κατ τ δεκαετα το 1960, λλ π στοιχειακς δυνμεις. Στος 1,2 δις κατοκους τς σημερινς Κνας θ προστεθον ς τ 2030 λλα 500 κ. περπου, κα δη διατροφ τους, καθς μλιστα νρχεται παρλληλα τ βιοτικ τους ππεδο, θ θσει σ τρομερ δοκιμασα τος παγκσμιους γροτικος πρους. Μ τν διο τουλχιστον ρυθμ θ αξηθε πενα γι νργεια κα πρτες λες. Εκατοντδεςε κατομμρια νθρπων θ βρσκονται μπροστ σ᾿ ναν σχεδν κεν τερστιο χρο, ποος προσφρει τ πλεστα, π᾿ σα χρειζονται κατεπειγντως. (…)

«Πο θ στρψει ᾿Αρκοδα»; Μλις ρχσει ν διαγρφεται μι ττοια κατσταση, Ρωσα θ τεθε π πεση κα θ᾿ ναγκασθε ν᾿ ναζητσει συμμχους. Αν δν βρε, ττε θ ποχρεωθε ν κμει παραχωρσεις πρς τν Κνα κα ν συμπαραταχθε μαζ της, πτε θ δημιουργετο νας πανσχυρος συνασπισμς. Μι μακροπρθεσμη ερωπαϊκ πολιτικ πναντι στ Ρωσα φελει ν προσανατολισθε σ᾿ ατς τς γεωπολιτικς προοπτικς. ᾿Ασφαλς, εναι δικαωμα τν Ηνωμνων Πολιτειν ν πιθυμον τν διασφλιση τς πλανητικς μονοκρατορας τους, μεταξ λλων, μ τ συνεχ χαλιναγγηση κα μ τν κατακερματισμ τς Ρωσας. Ομως, μι νωμνη Ερπη δν θ εχε ν κερδσει πολλ πργματα, ν μφανιζταν ς στρατηγικς τοποτηρητς τν ᾿Αμερικανν στν ᾿Ανατολικ Ερπη κα ς ποστηρικτς λων τν χωριστικν τσεων μσα στν πικρτεια τς πρην Σοβιετικς Ενωσης. Η ερωπαϊκ, κα πρ παντς γερμανικ μυωπα, πως φανεται μ τν ποστριξη το μερικανικο σχεδου γι τν πκταση το ΝΑΤΟ σαμε τ ρωσικ σνορα, δν μπορε παρ ν δσει τροφ σ μιν πολτως θεμιτ δυσπιστα τς Ρωσας κα ν σπρξει τ γιγαντιαα ερασιατικ ατ χρα στν πιθετικ πομνωση στν γκαλι τς Κνας.Οποιος εναι στω κι πιφανειακ ξοικειωμνος μ τ ρωσικ στορα, θ πρπει ν γνωρζει τι καμμα entente cordiale μ τ Ρωσα δν εναι δυνατ, ν δν τς ναγνωρισθε ξ παρχς τ δικαωμα ν τηρε τν τξη στν Καυκασα, στν Κεντρικ ᾿Ασα κα σ λκληρο τν σιβηρικ χρο. Η Ερπη δν θ εχε ν χσει τποτε, ν Ρωσα πιτελοσε μ πιτυχα τ ργο ατ, ντθετα μλιστα. Κα δν θ πρχε κνδυνος ρωσικς γεμονας πνω σ μιν πλοσια κι νωμνη Ερπη, καν ν δρ πολιτικ μ νιαο τρπο. Μι ττοια Ερπη δν θ εχε ν φοβηθε τποτε π τ Ρωσα, ν Ρωσα θ εχε ν λπζει τ πντα π μι ττοια Ερπη. Συνμα, στ πλασιο μις μεγαλεπβολης γεωπολιτικς ναδιταξης τς Ερασας, θ λνονταν π μνα τους ζητματα, πως ρωσικ πιρρο στν ᾿Ανατολικ Ερπη κα ο ντστοιχοι φβοι τν λαν της.Ωστε μεγλη πλανητικ κα κοσμοϊστορικ δυναττητα μις νωμνης Ερπης θ ταν Ερασα.

«᾿Ακμ κα Παρακμ»; (…) ᾿Απ δημογραφικ ποψη, Κνα θ εχε ποφασιστικ πλεονκτημα πναντι τς Ερπης, ν τυχν ο δο πλευρς προβαλαν ταυτχρονα ξισεις στν σιβηρικ κα κεντρασιατικ χρο· κμα κα ν πρτερη ερωπαϊκ τεχνικ ξουδετρωνε ς να σημεο ατν τν παργοντα, πλι Ερπη θ πιεζταν χρονικ. Πρα π τοτες τς δυσχρειες, θ μποροσαμε ν ναφρουμε κι λλες. Ομως, λα ατ δν μεταβλλουν τ βεβαιτητα τι μι Ερπη, δχως δικς της νεργειακς πηγς κα πρτες λες, μι Ερπη μ γερασμνο πληθυσμ, πο θ᾿ ποτελοσε τ πολ 3%-4% το παγκσμιου, μι Ερπη ποκομμνη π τ μεγλα στρατηγικ θματα τς πλανητικς στορας το 21ου αἰώνα, μι ττοια Ερπη, ργ γργορα, θ μαραινταν κα θ σβηνε. Τ θερημα τοMackinder γι τν Ερασα διατηρε πντοτε τν ξα του. Ομως, θση τι ποιος κατχει τ Γερμανα κατχει κα τν Ερασα εχε νημα μονχα σ᾿ ναν ερωκεντρικ κσμο. Σ᾿ ναν πλανητικ κσμο, που πλνεται λο κα περισστερο κραται σκι τς Κνας, τ κλειδ γι τν παγκσμια κυριαρχα θ μποροσε ν εναι σιβηρικς κα κεντροασιατικς χρος.Η Ερασα θ ταν τ μεγλο θετικ κντρο βρους τς πλανητικς μις νιαας νιαα κυβερνμενης Ερπης. [᾿Απ τ βιβλο το Π. Κονδλη «᾿Απ τν 20 στν 21ο αἱώνα» κδ. Θεμλιο. Σελ. 114 κα πειτα] (Ο πτιτλοι το ρθρογρφου).

Κα πλι Ντοστογιφσκυ: Ας μπλουτιστε πτικ το ρθρου ατο μ σα γραφε στ «Ημερολγιο το Συγγραφα» Ντοστογιφσκυ, τν ᾿Απρλιο το 1876. Εναι τσοι παλις κα τσο πκαιρος, πο φωτζει σα λει κα δν λει Π. Κονδλης, μ τρπο ξαιρετικ· — ᾿Εν κποτε φτσει ποχ που λοι θ πειστον γι τν νιδιοτλεια τς Ρωσας, ττε μσως θ ναζωογονηθε κα θ λλξει μορφ τς Ερπης. Σγουρα θ ρθει ατ πστη, λλ ατ δν θ εναι ποτλεσμα τν δικν μας διαβεβαισεων· Ερπη δν πρκειται ν πιστψει καμμα π τς διαβεβαισεις μας μχρι τ τλος κα συνχεια θ μς ντιμετωπζει χθρικ. — Εναι ξιοθαμαστο πο δν μς γαπ Ερπη. Ποτ, λλωστε, δν μς εχε γαπσει, ποτ δν μς θερησε δικος της Ερωπαους, πντα μς βλεπε ς τρομερος νεοφερμνους. Ν λοιπν, γιατ μερικς φορς τς ρσει ν παρηγορε τν αυτ της μ τ σκψη τι τχα Ρωσα εναι «πρς τ παρν νσχυρη». — Κα γενικ θση μας στν ερωπαϊκ μορα εναι ττοια, στε εναι δνατο ν νικσουμε τν Ερπη, κμη κα στν περπτωση πο θ μποροσαμε ν τ κνουμε· ατ σ ψιστο βαθμ σμφορο κα πικνδυνο. Ετσι, μπορον ν μς «συγχωρσουν» ρισμνες τοπικς, θ λγαμε, νκες, τν κατκτηση το Καυκσου… στ Μση ᾿Ασα, λλ, παρ’ λα ατ, δν μπορον ν συχσουν.

ΠΗΓΗ: Εφημ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ», φ. 864 (1177), σελ. 3, Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012.

Κόμμα για την εργατική τάξη ή όλα για το «Κόμμα»;

Κόμμα για την εργατική τάξη ή «όλα για το Κόμμα»;

 

Του Αλέκου Αναγνωστάκη

 

Το κόμμα, έγραφε στις 31 Mαΐου 1921 στο περιοδικό Rassegna Comunista, το ηγετικό στέλεχος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Αμαντέο Μπορντίγκα, «είναι ένα σύνολο ανθρώπων που έχουν την ίδια γενική αντίληψη για την εξέλιξη της ιστορίας. Που έχουν μια σαφή αντίληψη του τελικού σκοπού της τάξης που εκπροσωπούν και που έχουν ετοιμάσει εκ των προτέρων ένα σύστημα λύσεων στα ποικίλα προβλήματα τα οποία το προλεταριάτο θα αντιμετωπίσει όταν αυτό γίνει η άρχουσα τάξη. Γι’ αυτό τον λόγο», καταλήγει χωρίς περιστροφές, «η εξουσία της τάξης μπορεί να είναι μονάχα η εξουσία του κόμματος».

Οι αντιλήψεις αυτές, για το κόμμα αποκλειστική πρωτοπορία, το κόμμα υπερβατική έννοια που δρα στο όνομα της εργατικής τάξης και τελικά επ’ αυτής, αποτέλεσαν και αποτελούν ρεύμα στο κομμουνιστικό κίνημα. Στη διαπάλη που έγινε, ο Αντόνιο Γκράμσι και το ρεύμα που εκπροσωπούσε, χρειάστηκε να πράξουν και να πουν ενάντια σε αυτή τη λογική.

 Στις 29 Φεβρουαρίου 2012 το μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ Δ. Γόντικας, δημοσίευσε ένα μακροσκελές άρθρο για το κόμμα με τίτλο «Το ηθικό κύρος των κομμουνιστών». Ο ρίζες της πολιτικής του αρθρογράφου για το κόμμα, βρίσκονται στις ιστορικά αδιέξοδες, επιζήμιες και επικίνδυνες αντιλήψεις Μπορντίγκα. Το άρθρο περιρρέεται από την επαναλαμβανόμενη αντίληψη ενός πάνσοφου κόμματος (δηλαδή μιας σοφής καθοδήγησης) στο οποίο «όλες οι θέσεις και προβλέψεις και σε θεωρητικό και πολιτικό – πρακτικό επίπεδο στα πιο φλέγοντα προβλήματα της εποχής μας δικαιώνονται από τις εξελίξεις» (Pιζοσπάστης 29/12/10).

Ο Δ. Γ. αντιμετωπίζει το κόμμα ως την αποκλειστική πρωτοπορία της τάξης και όχι ως την ανώτερη ειδική ιδεολογικοπολιτική πρωτοπορία της. Έτσι όμως η γενικότερη πρωτοπορία, από μορφή κίνησης της ιστορικής επαναστατικής πράξης των ιδίων των εργαζόμενων, περιορίζεται στην ειδική πρωτοπορία και το επιμέρους, το κόμμα. Το δε κόμμα μετατρέπεται στο συνολικό και το συνολικό – η ευρύτερη αντικαπιταλιστική πράξη της εργατικής τάξης – γίνεται το επιμέρους. Στην ουσία, η αυτοτελής αντικαπιταλιστική πάλη των ιδίων των εργατών δεν αντιμετωπίζεται ως το καθοριστικό στην ανάπτυξη της επαναστατικής πάλης, αλλά ως το αποκλειστικό αποτέλεσμα της δράσης του κόμματος. Αυτή ακριβώς η αποσύνδεση της ειδικής πρωτοπορίας, του κόμματος, από τη γενική πρωτοπορία – την οποία στην ουσία αγνοεί πλήρως – τις πολυάριθμες αντικαπιταλιστικές θελήσεις, συλλογικές πράξεις και αγώνες της εργατικής τάξης, είναι η βάση της αυτονόμησης από την τάξη. Η ίδια εργολαβική αντίληψη της ηγεσίας του ΚΚΕ για τον κατ’ αποκλειστικότητα πρωτοπόρο ρόλο του κόμματος οδηγεί στο να «ξεχνιέται» από τον Δ. Γοντικα ο υπέρτατος νόμος της πάλης των τάξεων, πως η «χειραφέτηση της εργατικής τάξης είναι υπόθεση της ίδιας» (Μαρξ, Γερμανική Ιδεολογία). Τον οδηγεί να συλλογίζεται γύρω από την αρχή πως το κοινωνικό και το πολιτικό επικοινωνούν μεταξύ τους, περνώντας αποκλειστικά μέσα από τα σινικά τείχη του κόμματος, αντί να αποτελούν μια διαλεκτική σχέση σε όλες τις σφαίρες της ταξικής πάλης.

Το κόμμα όμως νέου τύπου του Λένιν, στην αυγή του και παρά τα αντίθετα γραφόμενα, η ίδια η μαρξική αντίληψη και πρακτική στην εξέλιξή της, ως μέτρο και κριτής της ανεξάρτητης παρουσίας και δράσης του κόμματος, έχουν την ιδεολογική οργανωτική και πολιτική ανάπτυξη των ευρύτερων φορέων και οργάνων της εργατικής πολιτικής, της ευρύτερης και γενικότερης πρωτοπορίας, δηλαδή της ιδίας της αντικαπιταλιστικής αυτενέργειας των εργατών. Η επιμονή στο «όλη η εξουσία στα σοβιέτ», στον αποφασιστικό και καθοριστικό τους πολιτικό ρόλο, αποδεικνύουν την ευρύτερη αντίληψη των ηγετών του μπολσεβικισμού για το χαρακτήρα του πολιτικού υποκειμένου της επανάστασης. Εκεί, εντός των σοβιέτ και εντός του κόμματος, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός αντιμετωπίζεται ως μέσο συγκέντρωσης όλων των απειθαρχιών απέναντι στην αστική πολιτική και όχι όπως μεταλλάχθηκε με την πρώιμη ήττα των μπολσεβίκων, ως αποκεντρωμένη πειθαρχία των πάντων απέναντι στο Κόμμα.

Στο σημερινό αχαλίνωτο καπιταλισμό, από τη μια οι βιομηχανικές και επιστημονικές δυνάμεις ξύπνησαν με τέτοιο τρόπο που καμιά περίοδος δεν μπορούσε να διανοηθεί. Από την άλλη, στη σε εξέλιξη κρίση εμφανίζονται δείγματα υπεραντιδραστικότητας και παρακμής που παραπέμπουν σε μεσαιωνικού τύπου φρικαλεότητες. Σ’ αυτήν ακριβώς την κρίσιμη φάση, διασταυρώνονται τα πιο αμείλικτα καθημερινά ερωτήματα της στοιχειώδους επιβίωσης του λαού με τις μεγάλες επιδιώξεις, ερωτήματα και αναγκαιότητες της Ιστορίας. Σε αυτή τη φάση οι κομμουνιστές βάζουν πάνω απ’ όλα την υπόθεση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης με επιδίωξη την επανάσταση και τον κομμουνισμό, σαν υπόθεση της ίδιας της εργατικής τάξης. Εκεί το κόμμα, ως το κρίσιμο και το καθοριστικό, το αντικαπιταλιστικό μέτωπο ως το αποφασιστικό και η αντικαπιταλιστική πτέρυγα του κινήματος στη διαλεκτική τους σχέση οφείλουν να επαληθεύουν το διακριτό, ειδικό και κρίσιμο πρωτοπόρο ρόλο τους.

 

ΠΗΓΗ: Tue, 2012-03-06, http://aristeroblog.gr/node/550

Επιστροφή στο δίκαιο του 19ου αιώνα!

Επιστροφή στο δίκαιο του 19ου αιώνα!

 

Συνέντευξη  του Άρη Καζάκου [στο ΠΡΙΝ στο Γιώργο Λαουτάρη]


 

Δύο αιώνες πίσω, στα σπάργανα του εργατικού δικαίου όπου βασίλευε η ατομική διαπραγμάτευση εκτιμά ότι μας πάει το δεύτερο Μνημόνιο ο καθηγητής εργατολόγος, Άρης Καζάκος. Υποστηρίζει ότι ο αντιδημοκρατικός και αντισυνταγματικός χαρακτήρας των μέτρων θα καταδειχθεί στα αρμόδια δικαστήρια και καταρρίπτει τα “ιδεολογικά σκουπίδια” του νεοφολελευθερισμού περί ανταγωνιστικότητας.

Έχει αντικείμενο πλέον το Εργατικό Δίκαιο; Τι θα διδάσκετε στους φοιτητές σας;

Το εργατικό δίκαιο δεν μπορεί να εξαφανιστεί διά μαγείας επειδή ψηφίζεται ο ένας ή ο άλλος νόμος. Είναι ένα ολόκληρο οικοδόμημα ιδεών, αξιών και έκφρασης αναγκών που δεν μπορεί να εξαφανιστεί τόσο εύκολα και για να είμαι ακριβής, δεν μπορεί να εξαφανιστεί ποτέ. Επειδή τα νέα νομοθετήματα, το Μνημόνιο 2 και η κοινή υπουργική απόφαση δημιουργούν ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο, το επόμενο βήμα για την υπεράσπιση του εργατικού δικαίου είναι η προσφυγή στα δικαστήρια για την ανάδειξη των προφανών αντισυνταγματικοτήτων, της προφανούς αντίθεσης όλων αυτών των μέτρων προς το Σύνταγμα και τις συνδικαλιστικές ελευθερίες.

Πάντως, πολλές διατάξεις του εργατικού δικαίου στην πράξη δεν εφαρμόζονταν για χιλιάδες εργαζόμενους. Μήπως λοιπόν οι τελευταίοι νόμοι απλώς αποτυπώνουν μια νομοτελειακή πραγματικότητα της κοινωνίας;

Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, γιατί αυτό είναι ένα επιχείρημα της τρόικας που το επέβαλε στην κυβέρνηση. Λένε ότι υπάρχει μια εκτεταμένη ανομία στο χώρο των εργασιακών σχέσεων και ότι έρχονται να βάλουν τάξη. Η απάντηση που δίνουν για να επιβληθεί η τάξη είναι να νομιμοποιήσουν την ανομία, σαν να νομιμοποιούν μια ληστεία. Αυτή η λογική δεν έχει καμία απολύτως βάση. Όπου υπάρχει ανομία την πολεμάμε. Τα εργατικά δίκαια στον κόσμο ποτέ δεν καταφέρνουν να έχουν μια πλήρη εφαρμογή. Σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες υπάρχει υπάρχει μια εκτεταμένη γκρίζα ζώνη στις εργασιακές σχέσεις, αυτό που μάθαμε να ονομάζουμε μαύρη αγορά εργασίας. Εκεί το εργατικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται, είτε γιατί πράγματι είναι αδύνατον αντικειμενικά είτε γιατί η οικονομική και πολιτική εξουσία θέλει να αφήσει ένα τέτοιο χώρο, που δρα διαλυτικά για το πεδίο των νόμιμων εργασιακών σχέσεων. Όταν οι εργοδότες μπορούν να προσφεύγουν στη μαύρη αγορά εργασίας, αντιλαμβάνεστε πόσο τρομακτική είναι η πίεση που ασκείται στη νομιμότητα και κυρίως πάνω στους ίδιους τους εργαζομένους. Κυρίως πόσο πολύ επηρεάζεται αρνητικά η εξέλιξη των δικαιωμάτων και η υπόσταση του κοινωνικού κεκτημένου σε κάθε χώρα. Υπάρχει κατασκευαστικό λάθος στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό.

Ποιος είναι ο στόχος των μέτρων;

Αυτό που ζούμε τώρα και ιδίως το Μνημόνιο 2 είναι η κορύφωση ενός μεγάλου αποδομητικού εγχειρήματος που έχει ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Η σηματοδότηση για την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων δόθηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αυτή η διάβρωση κορυφώθηκε στις μέρες μας λόγω της κρίσης των τραπεζών που μεταμορφώθηκε στη συνέχεια σε κρίση δημόσιου χρέους. Τα μέτρα βέβαια του πρώτου και του δεύτερου Μνημονίου, όπως για παράδειγμα τα μέτρα για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με το δημόσιο χρέος. Για να αντιμετωπίσουμε αυτές τις ιδέες, πρέπει να σκάψουμε πιο βαθιά. Η συζήτηση βέβαια αυτή απαιτεί χρόνο και κόπο, επειδή τις τελευταίες δεκαετίες οι άνθρωποι ταΐστηκαν με ιδεολογικά σκουπίδια τα οποία προηγουμένως είχαν καλογυαλιστεί. Όλο αυτό το σκουπιδαριό που στη συνέχεια κομποστοποιήθηκε και καταστάλαξε έχει εγγραφεί τόσο σταθερά στις συνειδήσεις, ώστε οποιαδήποτε συζήτηση για τα θέματα αυτά μας αναγκάζει να αρχίσουμε από τον Αδάμ και την Εύα.
Όλα αυτά τα ιδεολογήματα που είναι συμπαρομαρτούντα του νεοφιλελευθερισμού σε όλο τον κόσμο για την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα, την ανάπτυξη κ.λπ. δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Όσο κι αν ασιατικοποιήσει ή βουλγαροποιήσει κανείς τους μισθούς στην Ελλάδα, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να έχουμε «ανταγωνιστικούς» μισθούς έναντι της Αιγύπτου ή της Τυνησίας. Αν δώσουμε στους ανθρώπους να καταλάβουν συγκεκριμένα τι σημαίνει ανταγωνιστικότητα, θα αντιληφθούν αμέσως τα αδιέξοδα αυτής της πολιτικής. Τι είναι αυτό που στην πραγματικότητα αναγκάζει τις επιχειρήσεις στις δυτικές χώρες να ανταγωνίζονται χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν, η Βουλγαρία ή η Ρουμανία; Τότε θα σκεφτεί κανείς την καταστατική οργάνωση του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού τρόπου. Υπάρχει λοιπόν κατασκευαστικό λάθος στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και έτσι βαθαίνουν τα ερωτήματα για την αλλαγή της καταστατικής αυτής οργάνωσης. Ως απάντηση διαφαίνεται η ανατροπή της, διότι είναι αδύνατο να ανταγωνιστούμε μισθούς Τουρκίας και Βουλγαρίας. Ή αν τους ανταγωνιστούμε με όλα αυτά τα σφαγιαστικά μέτρα, οι άνθρωποι στην Ελλάδα θα είναι τελείως εξαθλιωμένοι.

Ποιο είναι το μέλλον του συνδικαλισμού μετά την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και της διαιτησίας;

Αν η κοινωνία δεν αντιδράσει σε αυτά τα μέτρα, το μέλλον είναι ζοφερό. Στην Ελλάδα καθυστερήσαμε δύο αιώνες για να αποκτήσουμε ένα σύστημα συλλογικών εργασιακών σχέσεων, με όλες τις υπαρκτές αδυναμίες. Οι μεγάλες προσπάθειες για να αποκτήσουμε ένα σύστημα συλλογικών διπραγματεύσεων άρχισαν τυπικά το 1935, ουσιαστικά το 1955 και καταφέραμε το 2010 να έχουμε ένα σύστημα πραγματικά ζηλευτό. Φτάνουμε σε ένα σημείο όπου καταλύονται οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, όλο αυτό το σύστημα με τις επάλληλες συλλογικές διαπραγματεύσεις που συνδυαζόταν με έναν επικουρικό μηχανισμό διαιτησίας, ο οποίος όταν δεν τα έβρισκαν τα μέρη, εγγυόταν ότι θα υπάρξει τουλάχιστον μία συλλογική ρύθμιση με τη μορφή της διαιτητικής απόφασης. Η μεγάλη κατάκτηση του ελληνικού συστήματος ήταν ακριβώς αυτή, η εξασφάλιση του ζητούμενου κάθε εθνικού συστήματος, το οποίο είναι να έχουμε συλλογικές και όχι ατομικές ρυθμίσεις. Τα μέτρα του Μνημονίου 2 διαλύουν αυτό το σύστημα και μας ρίχνουν δύο αιώνες πίσω, εκεί που πρωτοξεκίνησε το εργατικό δίκαιο στις αρχές του 19ου αιώνα, όπου ο βασικός και αποκλειστικός παράγοντας διαμόρφωσης όρων εργασίας ήταν η ατομική σύμβαση.

Η επίθεση που περιγράψατε πέρασε από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία, την ίδια ώρα που υπάρχουν σκέψεις, διάφορες πλευρές αυτής της πολιτικής να εντυπωθούν και στο Σύνταγμα. Υπάρχει δυνατότητα να ανακληθούν οι νόμοι των Μνημονίων;

Φανταστείτε ένα δανειολήπτη που παίρνει ένα τοκογλυφικό δάνειο, το οποίο είναι φανερό ότι συντρίβει κάθε δυνατότητά του να το επιστρέψει. Αναγκάζεται να υποθηκεύσει όποια περιουσία έχει για να πάρει αυτά τα χρήματα που του είναι αναγκαία για τις επείγουσες ανάγκες του. Μια τέτοια σύμβαση θα μπορούσε να αντέξει σε οποιοδήποτε δικαστικό έλεγχο; Επειδή η απάντηση είναι σαφής και αρνητική, κάντε τη μεταφορά του παραδείγματος στις δανειακές συμβάσεις που έχει συνάψει η χώρα μας τα δύο τελευταία χρόνια. Είναι ποτέ δυνατόν να έχουν αντοχή από νομική άποψη συμβάσεις που έχουν επιβληθεί με την άσκηση ωμής βίας από τους δανειστές; Η βία ασκήθηκε αρχικά σας κυβερνήσεις και στη συνέχεια μεταφέρθηκε αυξημένη και στους ίδιους τους βουλευτές. Είναι δυνατόν ποτέ κοινοβούλιο να νομοθετεί με τρόπο αυθεντικά δημοκρατικό όταν οι βουλευτές ενεργούν υπό την απειλή εξαφάνισής τους από το πολιτικό σκηνικό; Η απάντησή μου είναι σαφής. Καμιά από αυτές τις συμβάσεις δεν μπορεί να έχει υπόσταση εξαιτίας του περιεχομένου τους και εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο επιβλήθηκαν.

 

ΞΕΠΕΡΑΣΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣτΕ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ 2!

 Όρος για το ξεπέρασμα της κρίσης η ανατροπή αυτής της πολιτικής

 

Επικαλείστε τη δικαστική κρίση, όμως το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι το πρώτο Μνημόνιο είναι συνταγματικό. Τι μπορούμε να ελπίζουμε από αυτή την οδό;

Σε ό,τι αφορά τις διεθνείς συμβάσεις που υπογράφει μια χώρα, αρμόδια κατά πρώτο λόγο είναι διεθνή διαιτητικά δικαστήρια Στο διεθνές δίκαιο υπάρχουν αποφάσεις δικαιοδοτικών οργάνων, διαιτητικών ή διεθνών δικαστηρίων που έχουν ξεκαθαρίσει τα ζητήματα αυτά στο παρελθόν, κυρίως στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Σε ό,τι αφορά τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, πρώτα απ’ όλα πρέπει να δούμε το κείμενο της απόφασης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε να κρίνει τη νομιμότητα συγκεκριμένων ενεργειών και το αντικείμενο αυτής της δίκης δεν ήταν εκείνο που θα επέτρεπε ίσως στο δικαστήριο να πάρει μια διαφορετική απόφαση. Με βάση τις πληροφορίες που έχω, υπάρχουν σημεία στην απόφαση που δείχνουν ότι ορισμένα από τα μέτρα είναι οριακής νομιμότητας, έτσι ώστε τα μέτρα του Μνημονίου 2 εύκολα μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν ξεπεράσει το όριο που φαίνεται να έχει θέσει το ΣτΕ.

Ένας τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς το ζήτημα της δικαιοσύνης, όπως είναι σήμερα, είναι να θέσει το ερώτημα που υπάρχει στα χείλη πολλών: Υπάρχουν δικαστές σε αυτή τη χώρα; Η απάντηση που δίνω είναι ότι και υπάρχουν και δεν υπάρχουν δικαστές. Στην Ελλάδα ξέρω καλά ότι υπάρχουν αρκετοί δικαστές που όταν κληθούν να κάνουν τη δουλειά τους, θα την κάνουν καλά.

Υπάρχει η άποψη ότι το εργατικό δίκαιο ήταν αποτέλεσμα μιας εποχής που το σύστημα μπορούσε να δώσει ένα μέρος του παραγόμενου πλούτου. Τώρα στο έδαφος της κρίσης από πού θα βρει ο εργοδότης;

Υπάρχουν δικαιώματα που μπορούν να περιορίζονται για λόγους προστασίας γενικότερων συμφερόντων αλλά τα δικαιώματα αυτά για τα οποία μιλάμε, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, έχουν μια περιοχή που είναι τελείως απαραβίαστη. Είναι η καρδιά των δικαιωμάτων. Με τα μέτρα αυτά πλήττεται η ουσία τους. Μαζί με τα δικαιώματα πέφτουν και οι άνθρωποι. Σε οποιεσδήποτε συνθήκες ο πυρήνας των δικαιωμάτων αυτών πρέπει να παραμένει απρόσβλητος, αν δεν θέλουμε να καταρρεύσει το σύνολο της κοινωνίας και τα άτομα που την αποτελούν. Όταν προβάλλεται σήμερα ότι δεν αντέχουν οι επιχειρήσεις, πρέπει να το δούμε μέσα στο πλαίσιο που έχει διαμορφώσει η πολιτική που ακολουθείται εδώ και δύο χρόνια, που οδηγεί στο φαύλο κύκλο της ύφεσης.

Κάθε φορά ένας κύκλος ύφεσης προκαλεί νέες καταστροφές στις ζωές των εργαζομένων και των επιχειρήσεων. Στη χώρα μας η δομή της οικονομίας αποτελείται κυρίως από μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες υποφέρουν εξαιτίας της ύφεσης. Όσο συνεχίζεται αυτή η πολιτική, τα προβλήματα για τις επιχειρήσεις μεγαλώνουν κι άλλες χιλιάδες θα κλείσουν κι άλλες χιλιάδες εργαζομένων θα μείνουν άνεργοι. Η πολιτική αυτή είναι που επιδεινώνει το πρόβλημα, όχι οι μισθοί. Οι επιχειρήσεις ζουν από τη ζήτηση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, τους εργαζόμενους. Όταν σακατεύεις το εισόδημά τους είναι φανερό ότι θα υποφέρουν και οι επιχειρήσεις. Επομένως, όρος απαράβατος για το ξεπέρασμα της κρίσης είναι να σταματήσει αυτή η πολιτική. Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιήθηκε και σε καλούς καιρούς. Σας καλώ λοιπόν να σκεφτούμε όλοι το πρόβλημα που αποτελεί τη ρίζα αυτού του κακού, που είναι ο ασύμμετρος καπιταλισμός.

 

ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012, http://www.prin.gr/2012/03/kazakos.html

Η πολιτική ευθύνη των χριστιανών….

Η πολιτική ευθύνη των χριστιανών…

 

Του Ηλία Σταμπολιάδη*


Πολιτική είναι η ενασχόληση του πολίτη με τα πράγματα που αφορούν την Πόλη, σαν χώρο συμβίωσης ανθρώπων με κοινή γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό, που συνιστά τρόπο ζωής βασισμένο στην κοινή αντίληψη για το αγαθό.

Αυτή η αντίληψη για το αγαθό πηγάζει από την κοινώς αποδεκτή κοσμοθεωρία περί της δημιουργίας και της αλήθειας που σήμερα ονομάζουμε θρησκεία, συγχέοντάς την πολλές φορές με μια συγκεκριμένη τυπολατρία ή ιερατική δομή.

Συνέχεια

«Τσέπη βαθιά»!

«Τσέπη βαθιά»!

 

Του Γιώργου Κ. Καββαδία*



Τώρα που καταλάγιασε ο σάλος από τον βουλευτή – μυστήριο που τελικά ήταν ο σύζυγος της Ντ. Μπακογιάννη που έβγαλε 1 εκατομμύριο ευρώ στο εξωτερικό και με δεδομένο ότι η συζήτηση διεξήχθη με  όρους σκανδαλοθηρικούς και θεάματος, ας διερευνήσουμε το θέμα. Δύσκολα μπορεί να κρυφτεί η επαγγελματοποίηση της πολιτικής. Οι εκπρόσωποι του λαού και «εθνοσωτήρες» στην πλειονότητά τους αντιμετωπίζουν την πολιτική όχι ως «κοινωνική προσφορά», αλλά ως επάγγελμα με έντονα συντεχνιακά χαρακτηριστικά ως ακριβοπληρωμένοι υπάλληλοι των κυρίαρχων τάξεων και ας στιγματίζουν κλάδους εργαζομένων ως συντεχνίες.

Είναι κοινή διαπίστωση ότι η πολιτική για την πλειονότητα των πολιτικών με κάποιες εξαιρέσεις από  χώρους της Αριστεράς είναι ένα προσοδοφόρο επάγγελμα, εφαλτήριο οικονομικής και κοινωνικής ανόδου.

Είναι κοινό μυστικό ότι έχοντας αντιστρέψει τον λόγο του Ισοκράτη «από την εξουσία να φεύγεις όχι πιο πλούσιος, αλλά πιο δοξασμένος, γιατί ο έπαινος του λαού είναι καλύτερος από πολλά χρήματα» έχουν ανυψώσει το επάγγελμα του πολιτικού σε εφαλτήριο πλουτισμού νόμιμου και παράνομου.  Μόνο οι καταθέσεις που έχουν 18 βουλευτές  ξεπερνά το 1 εκατομμύριο ευρώ.

Πάντως σχεδόν 100 βουλευτές έχουν καταθέσεις της τάξης των 200.000 ευρώ, ενώ πολλοί έχουν αποκτήσει τεράστια περιουσία.  Συνολικές καταθέσεις 2,6 εκατ. ευρώ δηλώνει ο ένας αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο Ε. Βενιζέλος με την σύζυγό του, ενώ  ο  άλλος ο Θ. Πάγκαλος που δεν …  έχει να πληρώσει τους  φόρους της τεράστιας ακίνητης περιουσίας του, την ώρα που τα ετήσια εισοδήματά του υπερβαίνουν τις 640 χιλιάδες ευρώ.  Mε άλλα λόγια έχουν αντιστρέψει το παλιό ηρωικό σύνθημα «ψυχή βαθιά» σε «τσέπη βαθιά».

«Η εξουσία, που όλοι την κυνηγάνε, είναι δυσκολομεταχείριστη και κάνει όσους την αγαπούν να παραφρονούν. Μοιάζει με τις ερωμένες, που προκαλούν την αγάπη, όμως καταστρέφουν τους εραστές τους».  Ισοκράτης.

Η αλήθεια είναι ότι  οι αποδοχές και τα προνόμια των βουλευτών αποτελούν πρόκληση για τον χειμαζόμενο  λαό μας, παρά τις όποιες μειώσεις, αν και πρέπει να σημειωθεί ότι το 50 %  και πλέον της αποζημίωσης των βουλευτών της αριστεράς πηγαίνει στο κόμμα. Η κοινοβουλευτική αριστερά δεν ενέχεται, αλλά σίγουρα ανέχεται αυτή την άθλια κατάσταση. Τη στιγμή που οι μισθωτοί βλέπουν τους μισθούς τους να μειώνονται μέχρι και 50% το μήνα, εδώ και ένα χρόνο ελέω Μνημονίου, οι πολιτικοί μας ταγοί είδαν μόνο τη μείωση κατά 12% των εξόδων παράστασης. Δεν είναι μόνο η βουλευτική αποζημίωση που υπερβαίνει τα 6.100 ευρώ το μήνα, αλλά και μια σειρά προνόμια από τα βουλευτικά πολυτελή αυτοκίνητα, τη συμμετοχή στις επιτροπές που σε ετήσια βάση που η  αμοιβή ξεπερνά τα 15.000 ευρώ μέχρι το πενταμελές προσωπικό που έχουν στη διάθεσή τους και άλλα «ών αριθμός ουκ έστιν». Κοντά σε βουλευτές, υπουργούς, υφυπουργούς, τον πρωθυπουργό και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας «ευνοημένοι» είναι και οι πέριξ αυτών υπάλληλοι της Βουλής, οι οποίοι εκτός του ότι διατήρησαν 16 μισθούς εισπράττουν παχυλά εφάπαξ – κατά μέσον όρο 250.000 ευρώ – και υψηλές συντάξεις. Είναι ενδεικτικό ότι μέσα σε μια δεκαετία ο προϋπολογισμός του Κοινοβουλίου υπερδιπλασιάστηκε προσεγγίζοντας τα 198 εκατομμύρια ευρώ σε σύγκριση με τα 97,2 του 2000.

Την ώρα που συρρικνώνουν δραματικά τις συντάξεις των πολιτών ληστεύοντας ουσιαστικά τις κρατήσεις από τους μισθούς για όσα χρόνια εργάζονταν, οι ίδιοι συνταξιοδοτούνται  με 4.880 ευρώ μηνιαίως από τα λεφτά των φορολογουμένων μόνο με δύο εκλογές τους στη Βουλή, δηλαδή με 6 -7 χρόνια, χωρίς αντίστοιχες καταβολές (!) και παίρνοντας τη σύνταξη του επαγγέλματός τους. Προκλητικό είναι το συνταξιοδοτικό καθεστώς των υπαλλήλων της Βουλής, καθώς και η πληθώρα επιδομάτων, προσαυξήσεων, αποζημιώσεων και εφάπαξ παροχών. Ενδεικτικές είναι οι συνταξιοδοτικές και ασφαλιστικές ρυθμίσεις που έχουν θεσπιστεί κατά καιρούς για το προσωπικό της Βουλής. Όπως η προσαύξηση κατά 25% του βασικού μισθού, η περαιτέρω προσαύξηση κατά 15% με την αποχώρησή τους λόγω συνταξιοδότησης και η λήψη πλήρους σύνταξης ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Οι υπάλληλοι της Βουλής κατά την αποχώρησή τους από την εργασία λαμβάνουν εφάπαξ από το Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Βουλής (ΤΑΥΒ) πέραν του ποσού που λαμβάνουν από το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ). Το εφάπαξ του ΤΑΥΒ ισούται με 2 μισθούς ανά έτος ασφάλισης, δηλαδή με 28,5 έτη λαμβάνουν 58 μισθούς ή κατά μέσον όρο 200.000 ευρώ. Όσο δε για το εφάπαξ από το ΤΠΔΥ υπολογίζεται σε περίπου 50.000 ευρώ. Συνολικά, με τη αποχώρησή τους λαμβάνουν κοντά 250.000 ευρώ.


Εξουσία – διαφθορά – διαπλοκή


Δεν είναι να απορεί, λοιπόν, κανείς γιατί η πλειονότητα των βουλευτών ψηφίζει μέτρα που συρρικνώνουν τα λαϊκά εισοδήματα και κονιορτοποιούν δικαιώματα και κατακτήσεις ολόκληρου αιώνα. Άλλωστε, κυρίως, τα κόμματα εξουσίας με τις κρατικές και ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις  είναι κόμματα εξαρτημένα από το κράτος και το τραπεζικό κεφάλαιο. Με την ψήφο τους έχουν νομιμοποιήσει τη φυγάδευση στο εξωτερικό εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Ως πολιτικοί διαμεσολαβητές αναλαμβάνουν να στηρίξουν την πιο βίαιη αναδιανομή του πλούτου μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο σε βάρος των μικρομεσαίων και ασθενέστερων τάξεων με τον πιο προκλητικό και κυνικό τρόπο στο όνομα του «εθνικού καθήκοντος» και της «σωτηρίας της πατρίδας». Με την ψήφο τους έχουν νομιμοποιήσει τη φυγάδευση στο εξωτερικό εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Μέχρι και οι δυνάστες – δανειστές της χώρας διατυμπανίζουν: «Την ώρα όμως που τα χαμηλότερα στρώματα πλήττονται από την κρίση, οι πλούσιοι βγάζουν τα λεφτά τους σε λογαριασμούς στο εξωτερικό και τα βάρη τα σηκώνουν αυτοί που δεν έχουν» Α. Μέρκελ («Έθνος» 23 -2 -12)

Ασφαλώς και η διαφθορά και διαπλοκή των πολιτικών είναι η άλλη όψη του νομίσματος. Από πρόσφατη έρευνα προκύπτει ότι συνιστά «μεγάλο πρόβλημα για το 98% των πολιτών, όταν στους «27» είναι το 74%. Ο πλέον διεφθαρμένος τομέας στην Ελλάδα θεωρείται η πολιτική (όπως και πανευρωπαϊκά) και ιδιαίτερα οι βουλευτές, καθώς το 78% των ερωτηθέντων τους θεωρεί ότι δωροδοκούνται και ότι καταχρώνται την εξουσία που διαθέτουν για προσωπικό τους όφελος, ενώ υψηλή θεωρείται η διαφθορά πολιτικών που δραστηριοποιούνται σε τοπικό (68 %) και περιφερειακό επίπεδο (66 %). (Ευρωβαρόμετρο, «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 16 -2 – 2012). Ίσως, γιατί στη χώρα μας ο πλουτισμός της πλειονότητας των πολιτικών των κυρίαρχων κομμάτων να έχει πάρει προκλητικές και ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Η διαφθορά  είναι μέσα στα γονίδια όχι μόνο του καπιταλισμού, αλλά και κάθε εκμεταλλευτικού συστήματος. Ως έννοια και φαινόμενο είναι σύμφυτη με την άσκηση της εξουσίας και τη διαπλοκή με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Είναι στερεότυπη, αλλά δραματικά δικαιωμένη η ρήση ότι «η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».  Σύμφωνα με τον Μοντεσκιέ διεφθαρμένη εξουσία είναι η υπερβολικά ισχυρή. Από τον Σόλωνα που πριν θεσπίσει τον νόμο της «σεισάχθειας» είχε ενημερώσει κάποιους φίλους του βοηθώντας τους έτσι να πλουτίσουν μέχρι τους σημερινούς εκπροσώπους του δικομματισμού που εμπλέκονται στο σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου, των υποκλοπών, για το «Φαγοπέδι», τα δομημένα ομόλογα και τη Siemens κ.α., αλλά και τους «σοσιαλιστές του κότερου και της σαμπάνιας» και τους εκπροσώπους της «Αριστεράς του χαβιαριού» αποδεικνύεται η διαχρονικότητα της διαφθοράς και της διαπλοκής.

Παράλληλα η καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας με σημαία το κέρδος ευνοεί τη διαπλοκή των θεσμών και των εκπροσώπων της κρατικής εξουσίας με τα ιδιωτικά συμφέροντα. Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα πολιτικών που μετά την πολιτική τους σταδιοδρομία βρήκαν ανοιχτές αγκάλες στους κόλπους μεγάλων επιχειρήσεων. Εξάλλου είναι κοινή διαπίστωση ότι η πολιτική για την πλειονότητα των πολιτικών με κάποιες εξαιρέσεις από  χώρους της Αριστεράς είναι ένα προσοδοφόρο επάγγελμα, εφαλτήριο οικονομικής και κοινωνικής ανόδου.

Πίσω από την άλλη πλευρά του φεγγαριού κρύβεται η νόμιμη ληστεία του κοινωνικού πλούτου που παράγουν οι εργαζόμενοι σωρεύοντας αμύθητα κέρδη για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις πολυεθνικές. Με άλλα λόγια τα σκάνδαλα είναι η άλλη και λιγότερο ορατή όψη της κοινωνίας της εκμετάλλευσης, της φτώχειας και της ανεργίας.

Εύστοχα έχει τονιστεί ότι «η πολιτική  είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, για να αφεθεί μόνο στους πολιτικούς»…


* Ο Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι εκπαιδευτικός – ερευνητής,  http://gkavadias.blogspot.com

  

ΠΗΓΗ: 9-3-2012, http://www.alfavita.gr/artrog.php?id=59271

Η εσχατολογική και τραγική ερμηνεία

Η εσχατολογική και τραγική ερμηνεία της ιστορίας και του κόσμου*

 

Του Σπύρου Κουτρούλη

 

 

Δύο ερμηνείες του κόσμου, η εσχατολογική και η τραγική φιλοδοξούν να ανιχνεύσουν την εξέλιξη του κόσμου και του πραγματικού.

Η πρώτη, η εσχατολογική, εμφανίζεται μετά τον χριστιανισμό και ενώ αυτός αρχίζει να υποχωρεί, να παρακμάζει και να αμφισβητείται έντονα. Θεωρεί ότι η ιστορία έχει συγκεκριμένο νόημα, νομοτελειακό χαρακτήρα και συνεπώς προβλέψιμο με ακρίβεια, ευθύγραμμη κατεύθυνση και τερματισμό. Η ιστορία έχει ένα τέλος και από αυτό το τέλος αποκτά έλλογο χαρακτήρα. Βεβαίως η στάση αυτή δεν αποκλείει, αλλά συνήθως εμφανίζεται μαζί με την νοσταλγία προς σε ένα αρχέτυπο, σε μια αρχική παραδείσια κατάσταση, που θα αποκατασταθεί με το τέλος της ιστορίας.

Η δεύτερη, η τραγική, ερμηνεύει τον κόσμο και την ιστορία ως μια διαδικασία αντιφάσεων και συγκρούσεων που δεν έχει ούτε συγκεκριμένο νόημα, ούτε συγκεκριμένο τέλος. Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις η αντιφατικότητα μπορεί να περιλαμβάνει και την ίδια την γνωστική διαδικασία. Η εξέλιξη μπορεί να έχει κυκλικό χαρακτήρα όχι όμως με την έννοια της επανάληψης των ίδιων γεγονότων. Χωρίς αμφιβολία προέρχεται από τον αρχαιοελληνικό στοχασμό. Όμως σύμφωνα με τον Μ. Ελιάντε ο μύθος της αιώνιας επανάληψης, από τον οποίο εμπνέεται τουλάχιστον η μη εσχατολογική ερμηνεία της ιστορίας, συναντάται σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς, αποτελώντας μια απόπειρα βίωσης του ιερού και «επιβεβαιώνουν κυρίως την ελπίδα και την επιθυμία για μια περιοδική αναγέννηση του περασμένου χρόνου και της ιστορίας», ενώ η νοσταλγία της αιωνιότητας ή ενός χαμένου παράδεισου «απαντά η επιθυμία της αιώνιας ζωής χάρη στην ατέρμονη επανάληψη των αρχετυπικών κινήσεων». Βεβαίως οι δύο αυτές ερμηνείες δεν χωρίζονται μεταξύ τους με στεγανά, αλλά αντίθετα, συμπεράσματα της μίας ,μπορεί να χρησιμοποιηθούν από την άλλη για να ενδυναμώσει τις απόψεις της.

Ο H. Morgenthau προσδιόρισε ως τραγική έννοια της ζωής την συνειδητοποίηση της, ως «μιας ατέρμονης διαπάλης αντιθέσεων και συγκρούσεων, στοιχείων εγγενών στη φύση των πραγμάτων, τις οποίες το ανθρώπινο λογικό αδυνατεί να επιλύσει». Συνεπώς το στοιχείο της σύγκρουσης που δεν μπορεί να επιλυθεί και να τελεσφορήσει και όχι ο κυκλικός χρόνος, είναι το στοιχείο που καθορίζει τελικά την μη εσχατολογική αντίληψη του πραγματικού. Δεδομένου ότι ο χριστιανισμός δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία η οποία θα προέλθει από μια προβλέψιμη από τον άνθρωπο σειρά γεγονότων, αλλά στα Έσχατα όπου ο Λόγος σαρκώνεται με μυστηριακό και υπέρλογο τρόπο, μπορεί από πλευράς δομής σκέψεως να ενέπνευσε τις ευθύγραμμες εξελίξεις του πραγματικού, αλλά από πλευράς περιεχομένου του είναι τελικά εντελώς ξένη κάθε εσχατολογική φιλοσοφία της ιστορίας ή ερμηνεία του κόσμου.

Ο Ερατοσθένης Καψωμένος γράφει ότι «η ελληνική παράδοση απορρίπτει ως παιδαριώδη αφέλεια το δυναμοκεντρικό μοντέλο της συνεχούς εξέλιξης προς την τελειότητα. Η αντίληψη του χρόνου και της ιστορίας στην ελληνική παράδοση είναι κυκλική (ή σπειροειδής). Οι καθοριστικές νομοτέλειες της ζωής, όπως η νομοτέλεια της κίνησης από τη γέννηση στον θάνατο, επανέρχονται αέναα Ο θάνατος προαναγγέλλει μια νέα γέννηση».

Ο Κ. Γεωργούλης, ένας επαρκής γνώστης της ελληνικής αρχαιότητας θεωρεί ότι τόσο στον Ησίοδο όσο και στον Όμηρο ο κόσμος προχωρεί «από μιάς ανωτέρας καταστάσεως, προς την παρακμήν», ενώ ο Θουκυδίδης και ο Πολύβιος «δέχονται την θεωρίαν της ανακυκλήσεως», που με ποιητικό τρόπο ξαναδιαβάζουμε στο έργο του Φ. Νίτσε. Παρόμοια ο Πλάτων «βλέπει την ανέλιξιν του ιστορικού βίου υπό την προοπτικήν της κυκλογενέσεως. Η ιστορική ζωή αρχίζει ως προσπάθεια προς ανάπτυξιν. Φθάνει εις μιαν ακμήν και έπειτα μεταπίπτει εις την παρακμήν», ενώ ο Αριστοτέλης «πρεσβεύει και αυτός ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται ακολουθούσα την κυκλική περιφοράν του κόσμου». Ο Πλάτων περιγράφει στα έργα του, κυρίως στην «Πολιτεία» και στους «Νόμους», την ιδανική πολιτεία, στην οποία θα βασιλεύουν οι φιλόσοφοι, δηλαδή αυτοί που είναι αφοσιωμένοι στην μελέτη του όντος που αργότερα θα απλουστευθεί ως κυριαρχία των διανοούμενων, όμως η πραγμάτωση της, δεν θα έρθει ως αποτέλεσμα μιας νομοτέλειας .Αποτελεί συμπέρασμα της σκέψης του και του διαλεκτικού λόγου. Την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στην θεωρητική κατασκευή της ουτοπικής πολιτείας του και την πραγματικότητα δεν επιχειρεί με κάποιο τρόπο να την γεφυρώσει. Περιγράφει βέβαια τα τέσσερα πολιτεύματα – τιμοκρατία, ολιγαρχία, δημοκρατία, τυραννία -, που το καθένα δημιουργεί τις προυποθέσεις για να ξεπεραστεί και να το διαδεχθεί το επόμενο. Στοχαστές σαν τον Κ. Δεσποτόπουλο θα ισχυριστούν ότι δεν προκύπτει από πουθενά η κυκλικότητα των πολιτευμάτων.

Το βέβαια είναι, ανεξάρτητα από αυτές τις αντιρρήσεις η πλατωνική ουτοπία δεν θεωρείται από τον δημιουργό της, ως ο δρόμος που θα πρέπει να βαδίσει αναγκαστικά η ιστορία, ώστε να ολοκληρωθεί και να κλείσει. Εκτός αυτού, ο Πλάτων, στον Φαίδωνα ( 72 Ε), θα καταλήξει ότι «η μάθησις ουκ τι άλλο τι ή ανάμνησις τυγχάνει ούσα», δηλαδή ότι η γνώση προϋπάρχει στο παρελθόν και δεν κάνουμε τίποτε άλλο από την καλούμαι στον τρέχοντα χρόνο. Η θέση αυτή έχει ουσιώδεις συνέπειες στην πλατωνική φιλοσοφία, όπως την απόδειξη της αθανασίας της ψυχής, αλλά και τον αποκλεισμό της εσχατολογίας, διότι η αλήθεια και το αγαθό υπάρχουν ως αρχέτυπα στον παρελθόντα χρόνο.

Από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους ο Εμπεδοκλής θα δει τον κόσμο να στροβιλίζεται σε μια δίνη ανάμεσα στην Φιλότητα και το Νείκος, την Αγάπη, την Φιλία και την Εχθρότητα. Πρόκειται για μια κοσμοθεωρία, που θα επιστρέψει με έλλογο τρόπο στον 20ο και στον 21ο αιώνα για να ερμηνεύσει το Πολιτικό ή ακόμη ευρύτερα το Κοινωνικό. Έτσι ο Κ. Σμίτ ισχυρίζεται ότι «η ειδικά πολιτική διάκριση, στην οποία μπορούν να αναχθούν οι πολιτικές πράξεις και τα πολιτικά κίνητρα, είναι η διάκριση Φίλου και Εχθρού», ενώ «όλες οι πολιτικές έννοιες, παραστάσεις και λέξεις έχουν ένα πολεμικό νόημα».

Αντίθετα ο Π. Κονδύλης θα διαπιστώσει ότι η διάκριση Εχθρού – Φίλου, Εχθρότητας- Φιλίας έχει ένα κοσμοθεωρητικό χαρακτήρα, ικανό όπως και στον Εμπεδοκλή, να ερμηνεύσει το σύνολο του κοινωνικού, καθότι «η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες, που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρησή τους και μαζί, αναγκαστικά, για τη διεύρυνση της ισχύος τους. Γι’ αυτό συναντώνται ως φίλοι ή ως εχθροί και αλλάζουν τους φίλους και τους εχθρούς ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα για την αυτοσυντήρησή τους και τη διεύρυνση της ισχύος τους», ενώ και το «πνεύμα» έχει μια πολεμική υφή που «καθορίζει όχι μόνο τον τρόπο, με τον οποίο αυτό κατανοεί τον εαυτό του, αλλά και τη – συναφή – διατύπωση θεωριών οι οποίες έχουν γενικευτικές αξιώσεις και μέσα από τη δομή τους, όπως διαμορφώνεται μέσα σε «πνευματικούς» αγώνες, αφήνουν να διαφανούν οι υπαρξιακές μέριμνες του υποκειμένου της εκάστοτε απόφασης».

Βεβαίως από τους Προσωκρατικούς, ο Ηράκλειτος, είναι αυτός που θα αναδείξει τον κόσμο ως το αιώνιο γίγνεσθαι, ως μια διαδικασία συγκρούσεων, τον πόλεμο ως τον πατέρα των πάντων. Το ενδιαφέρον είναι ότι η σύγκρουση και η αντίφαση δεν περιορίζεται μόνο στον κόσμο, αλλά και στον τρόπο που τον αντιλαμβανόμαστε. Από αυτό το σημείο θα προκύψουν πολλά προβλήματα, που θα επισημανθούν αρχικά από τον Αριστοτέλη, τα οποία όμως θα αξιοποιηθούν από τον Έγελο, προς μια κατεύθυνση εσχατολογική, που αναιρεί και αντιστρέφει τις αφετηρίες του Ηράκλειτου. Ειδικά οι αμφισημίες και οι αοριστολογίες θα εμποδίσουν σε πολλές περιπτώσεις να κατανοήσουμε και τα προφανή. Όμως στην σκέψη του Ηράκλειτου οφείλεται η σύνθεση μια μη ευθύγραμμής και εσχατολογικής κοσμοεικόνας. Αφού αποδεχθεί ότι κόσμος είναι ενιαίος και ένας, θα προσθέσει ότι όλα συμβαίνουν σύμφωνα με τον Λόγο, παρόλο που αυτό οι άνθρωποι δεν το κατανοούν. Βεβαίως αυτή η ενότητα, είναι ενότητα των αντιθέτων και των συγκρούσεων. Όπως έλεγε «οδός άνω κάτω μία και αυτή» (ο ανήφορος και ο κατήφορος είναι ο ίδιος δρόμος). Η πορεία μπορεί να λαμβάνει μια κυκλική τάση καθώς «ταυτό τ’ ένι ζών και τεθνηκός και το εγρηγορός και το καθεύδον και νέον και γηραιόν. Τάδε γαρ μεταπεσόντα εκείνα εστι κακείνα (πάλιν) μεταπεσόντα ταύτα» (και το ίδιο πράγμα είναι στον άνθρωπο η ζωή και ο θάνατος, ο ξύπνος και ο ύπνος, τα νιάτα και τα γηρατειά. Γιατί αν αυτά τα πράγματα αλλάξουν γίνονται εκείνα, και αν εκείνα πάλι αλλάξουν γίνονται αυτά). Κάθε ενότητα έχει ένα προσωρινό χαρακτήρα καθώς η ενότητα και η πολλαπλότητα διαδέχεται η μία την άλλη, ώστε «συλλάψιες όλα και ουχ όλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνάδον διάδον, εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα» (τα πράγματα που θεωρούνται ότι σχηματίζουν σύνολα είναι και δεν είναι ένα όλο, συναρθρώνονται και διαλύονται, βρίσκονται και δεν βρίσκονται σε αρμονία, από όλα προέρχεται το ένα και από το ένα όλα).

Το πραγματικό δεν είναι δύσκολο να συμφωνήσουμε ότι καθορίζεται από αντιφάσεις (μέρα – νύχτα, χειμώνας- καλοκαίρι, κορεσμός – πείνα) ή όπως γράφει ο Ηράκλειτος «ταναντία άπαντα, ούτος ο νούς» (όλα τα αντίθετα, αυτό είναι το νόημα ) Τα προβλήματα αρχίζουν όταν επεκτείνεται η αντίφαση ή και η πολεμικότητα στις έννοιες και στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τον κόσμο. Δηλαδή «ου ξυνιάσιν όκως διαφερόμενον εωυτώ ξυμφέρεται. Παλίντονος αρμονίη όκωσπερ τόξου και λύρης» (Δεν καταλαβαίνω πως είναι δυνατό, ενώ βρίσκεται σε αντίθεση, να συμφωνεί με τον εαυτό του (επί λέξει: πως, ενώ έρχεται σε διάσταση, συγκλίνει με τον εαυτό του): υπάρχει ένας παλίντονος δεσμός, όπως στο τόξο και τη λύρα) Ενώ για παράδειγμα τον χειμώνα τον διαδέχεται η άνοιξη και το καλοκαίρι και το καλοκαίρι το φθινόπωρο και ο χειμώνας, ο χειμώνας δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και καλοκαίρι – ακόμη και αν υπάρχουν οι αλκυονίδες μέρες – που εξομαλύνουν τις διαφορές. Ο χρόνος εδώ είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για την λογική σκέψη. Για αυτό όπως επισημαίνει ο Φ. Νίτσε, ο Ηράκλειτος, «φαίνεται ψυχρός, αναίσθητος, ακόμη και εχθρικός απέναντι σ’ εκείνο τον άλλο τρόπο παράστασης, ο οποίος προχωρεί με έννοιες και λογικούς συνδυασμούς, συνεπώς και απέναντι στο λογικό (Vernunft), και δείχνει να νιώθει ευχαρίστηση όταν μπορεί να του εναντιωθεί με κάποια αλήθεια που έχει αποκτήσει με την εποπτεία. Όντως αυτό κάνει σε θέσεις όπως «κάθε πράγμα, σε κάθε χρονική στιγμή, έχει μέσα του το αντίθετό του», με τέτοια αυθάδεια που ο Αριστοτέλης τον κατηγορεί για το μέγιστο έγκλημα μπροστά στο δικαστήριο του λογικού, τον κατηγορεί ότι αμάρτησε ενάντια στην «αρχή της αντίφασης». Αν λάβουμε υπόψην τις αντιρρήσεις του Αριστοτέλη, που διατυπώνει με πολλούς τρόπους, στα «Μετά τα Φυσικά», αλλά και σε άλλα έργα του, η σκέψη μας θα προφυλαχθεί από πολλές κακοτοπιές. Εχθρός του Αριστοτέλη, όπως και του Πλάτωνα, είναι το σύνολο της σκέψης του Ηράκλειτου και του Κρατύλου. Καθότι «Το γαρ αυτό άμα υπάρχειν τε και μη υπάρχειν αδύνατον τω αυτώ και κατά το αυτό» (μετάφραση Α. Δαλέζιου: είναι αδύνατον ένα και το αυτό κατηγορούμενο να ανήκει και συγχρόνως να μην ανήκει σε αυτό το υποκείμενο και κατά τας αυτάς σχέσεις)  αλλά « ότι ουκ ενδέχεται τας αντικειμένας φάσεις περί ταυτού καθ’ ένα χρόνον αληθεύειν, ουδέ ταναντία, δια το λέγεσθαι κατά στέρησιν πάσα εναντιότητα» (μετάφραση Α. Δαλέζιου: δεν ημπορούν αι αντιθετικαί θέσεις περί του αυτού πράγματος εις τον αυτόν χρόνον να αληθεύουν, ουδέ αι εναντιώσεις, διότι κάθε εναντιότης έχει στερητικήν σημασίαν).

Στο κλασικό έργο του Αριστοτέλη, για την Λογική, το «Όργανον», εξ αρχής τίθεται ως στόχος ο αποκλεισμός της αντίφασης από την λογική διαδικασία.  Γι’ αυτό θα επαναληφθούν οι αντιρρήσεις του στην σκέψη του Ηράκλειτου και σε όσους συμμερίζονται για παράδειγμα «οίον αγαθόν και κακόν είναι ταυτόν» ή ότι το ίδιο και το αντίθετό του μπορεί να ανήκουν την ίδια στιγμή στο ίδιο υποκείμενο. Συγχρόνως θα αποδεχθεί την διαλεκτική ως μια διαδικασία ερωτήσεων, με περιορισμένες όμως αποδεικτικές δυνατότητες, ιδιαίτερα στην εύρεση της φύσης των πραγμάτων. Φυσικά δεν της αναγνωρίζει καμία αρμοδιότητα στον τρόπο που κινούνται τα πράγματα και στην ίδια την ιστορία.

Η διέξοδος του Ηράκλειτου, από την εσχατολογική σκέψη, αλλά και την εμμονή στην αιώνια ανακύκλωση, είναι ο χρόνος που λαμβάνει την μορφή του παιδιού που ρίχνει ζάρια: «Αιών παις εστί παίζων, πεσσεύων, παιδός η βασιλίη» (ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει, ρίχνοντας ζάρια, ενός παιδιού η βασιλεία). Ο Κ. Αξελός εξηγεί ότι ο Χρόνος στα όρια αυτής της σκέψης «είναι το παιχνίδι ενός παιδιού που συνεχώς χτίζει και ξεχτίζει, κι αυτό το παιχνίδι παίζεται χωρίς κίνδυνους, κινδύνους που ο στοχαστής δεν μπορεί και δεν πρέπει ν’ αποκλείσει αλλά να τους δεχτεί». Το Παιχνίδι, είναι ανοιχτό σύστημα, ο κόσμος είναι διαρκής ροή και το γίγνεσθαι αθώο κατά την έκφραση του Νίτσε. Η διαλεκτική του Ηράκλειτου διασώζει την ταυτότητα και την ετερότητα των μερών που δεν ανασυντάσσονται προς ένα νοητό τέλος και σε ένα έσχατο σημείο, το οποίο εξορθολογίζει την διαδρομή.

Συνεπώς η διαφορά ανάμεσα στον Ηράκλειτο και τον Έγελο δεν μπορεί να γεφυρωθεί διότι, όπως επισημαίνει ο Κ. Αξελός, «ο ρυθμός της ηρακλειτικής διαλεκτικής δεν είναι τριαδικός – θέση, αντίθεση, σύνθεση, ή, θέση, άρνηση, άρνηση της άρνησης  – αλλά βαθύτατα δυαδικός: αυτή η ακατάπαυστη κίνηση του πηγαινέλα. Όπως οι αντιθέσεις του είναι αντιθέσεις διπολικές, ανταγωνισμοί όπου μια δύναμη γίνεται διαδοχικά ισχυρότερος ανταγωνιστής από μια άλλη δύναμη, αντιθέσεις έντονες, έτσι κι η μέθοδος της σκέψης του είναι εξίσου αντιθετική. Απαρνιέται ο Ηράκλειτος τη σύνθεση; Είναι αλήθεια πως μόλις τεθούν οι δύο «θέσεις», κάνει την εμφάνισή της μια περιέχουσα οντότητα, οι δύο θέσεις όμως εξακολουθούν ν’ αλληλοσπαράζονται, η σύγκρουση παραμένει σύγκρουση κι η άρνηση δε βρίσκει την άρνησή της». Το χαρακτηριστικό στοιχείο της ηρακλείτειας κοσμοεικόνας ως σύγκρουσης, είναι το τραγικό, η «σύλληψη είναι τραγική, επειδή η πάλη των αντιμαχόμενων στοιχείων είναι συστατικό του Κόσμου», καταλήγει ο Κ. Αξελός.

Ο Νίτσε στο εγχείρημα του Ηράκλειτου βλέπει να συνοψίζεται η αγωνιστική ερμηνεία του αρχαιοελληνικού κόσμου, η τοποθέτηση της έριδος, της σύγκρουσης, του πολέμου ως του θεμελίου του γίγνεσθαι: «Μόνον ένας Έλληνας ήταν ικανός να βρεί αυτή την παράσταση ως θεμέλιο μιας κοσμοδικίας. Είναι η καλή Έρις του Ησιόδου ανυψωμένη σε αρχή του κόσμου, είναι η σύλληψη του αγώνος που χαρακτηρίζει τον μεμονωμένο Έλληνα και το ελληνικό κράτος». Αλλά η εισαγωγή του Παιχνιδιού, προϋποθέτει την αισθητική ερμηνεία του κόσμου: «Έτσι βλέπει τον κόσμο μόνον ο αισθητικός άνθρωπος ο οποίος έχει μάθει από την επαφή με τον καλλιτέχνη και από την γέννηση ενός έργου τέχνης πως ο αγώνας της πολλότητας μπορεί μολαταύτα να φέρει μέσα του έναν νόμο και ένα δίκαιο, πως ο καλλιτέχνης είναι συγχρόνως θεωρών και δρών μέσα στο έργο του, πως αναγκαιότητα και παιχνίδι, σύγκρουση και αρμονία οφείλουν να ζευγαρώσουν για να γεννήσουν το έργο τέχνης».

Σε αντίθεση με τον Εμπεδοκλή, στον Ηράκλειτο, η Φιλότητα έχει απορροφηθεί από το Νείκος. Η εξισορρόπηση επέρχεται από την αποφυγή της Ύβρεως («ύβριν χρη σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν»: είναι πιο αναγκαίο να σβήνει κανείς την ύβρη παρά την πυρκαγιά.) και την στήριξη στον θεϊκό νόμο που θρέφει την ανθρώπινη κοινότητα («ξυν νόω λέγοντας ισχυρίζεσθαι χρη τω ξυνώ πάντων, όκωσπερ νόμω πόλις και πολύ ισχυροτέρως. Τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπειοι νόμοι υπο ενός του θείου. Κρατεί γαρ τοσούτον οκόσον εθέλει και εξαρκεί πάσι και περιγίνεται»: όσοι μιλούν μυαλωμένα πρέπει να στηρίζονται σ’ αυτό που είναι κοινό σε όλους, όπως μια πόλη πρέπει να στηρίζεται στο νόμο της, και με πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Γιατί όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από ένα νόμο, τον θείο. Γιατί αυτός έχει όση δύναμη θέλει και όχι μόνο φτάνει για όλους, παρά μένει και υπόλοιπο).

 

* Απόσπασμα από μελέτη του συγγραφέα.

 

ΠΗΓΗ:  Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012, http://www.koutroulis-spyros.blogspot.com/

 

Σημείωση από τΜτΒ: Διορθώθηκαν τα σημεία στίξης και έγιναν οι υπογραμμίσεις.

Γερμανική «τεχνογνωσία»: χωρίς εγγυήσεις ποιότητας

Γερμανική «τεχνογνωσία»· χωρίς εγγυήσεις ποιότητας…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Η ανυποληψία στην οποία οδήγησε την Ελλάδα το εντόπιο κατεστημένο πολιτικό σύστημα ευθύνεται για τους διαδοχικούς διασυρμούς της χώρας από τους Ευρωπαίους «εταίρους» της. Έχοντας υπερβεί κάθε όριο ευπρέπειας οι «εταίροι» επιμένουν να της συμπεριφέρονται ταπεινωτικά. Την πρωτοκαθεδρία στις αποικιοκρατικές δηλώσεις έχει επαξίως κερδίσει ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ο κ. Σόιμπλε δεν αφήνει πλέον καμία ευκαιρία να χαθεί χωρίς να επιβεβαιώσει μέσω δηλώσεών του τη γερμανική προφανώς πεποίθηση πως η Ελλάδα αποτελεί γερμανικό προτεκτοράτο.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 338, 1/3/2012.

Κορυφαία τοποθέτηση του κ. Σόιμπλε, ενδεικτική της αποθράσυνσής του, είναι η «υπόδειξή» του στη χώρα μας «να μην πάει στις κάλπες, αλλά να προτιμήσει μια κυβέρνηση τεχνοκρατών αλά Μόντι» (15/2/2012, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22767&subid=2&pubid=63617212), κατά το πρότυπο της Ιταλίας και του τεχνοκράτη πρωθυπουργού της κ. Μάριο Μόντι.

Όσες πιέσεις ασκούνται από τους κύκλους που εκπροσωπεί ο κ. Σόιμπλε έχουν κοινή τους συνισταμένη την απαίτηση των δανειστών της Ελλάδας να υπάρξουν ενυπόγραφες εγγυήσεις καταρχάς από τα «κόμματα εξουσίας» και κατόπιν απ’ όλα τα ελληνικά κόμματα πως, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, όποτε αυτές κι αν γίνουν, η Ελλάδα θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της απέναντι στους δανειστές της. «Οι ελληνικές υποσχέσεις δεν αρκούν», τόνισε ο κ. Σόιμπλε στη γερμανική εφημερίδα «Welt am Sonntag» (11/2/2012, http://news247.gr/oikonomia/oikonomika/soimple_den_arkoun_oi_yposxeseis_sas.1637696.html), ενώ επέμεινε αναφορικά με τη «δέσμευση των πολιτικών αρχηγών για τα μέτρα, ανεξάρτητα από την έκβαση των εκλογών», καθώς κι αναφορικά με τη «διασφάλιση της εφαρμογής διάσωσης της Ελλάδας» (11/2/2012, http://news247.gr/oikonomia/oikonomika/soimple_den_theloyme_na_vasanisoyme_toys_ellhnes.1636757.html).

Οι γερμανικές και οι λοιπές δορυφορικές τους ευρωπαϊκές αξιώσεις στο ζήτημα των γραπτών εγγυήσεων που θα όφειλαν να δώσουν τα ελληνικά κόμματα στο διευθυντήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποπνέουν καθεστωτισμό, αλαζονεία και διάθεση όχι προς συντροφική συμπόρευση, μα προς εξευτελισμό της ελληνικής πλευράς. Πέραν του παραλογισμού που κρύβει η εμμονή να ζητούνται εγγυήσεις από τα ελληνικά κόμματα, τη στιγμή που η όποια επικυρωμένη από την ελληνική Βουλή απόφαση θεωρείται αναξιόπιστη, κρύβει κι αφέλεια: αν φοβάται κανείς ότι η επίσημη απόφαση της ελληνικής πολιτείας είναι πιθανό να ανατραπεί, γιατί θα έπρεπε να ελπίζει ότι μια προφορική ή γραπτή δέσμευση των ελληνικών κομμάτων θα τα εμπόδιζε να αλλάξουν στάση προσφεύγοντας σε οποιαδήποτε επιχειρηματολογία; Προπάντων όμως η όλη συζήτηση γύρω από τις ελληνικές εγγυήσεις είναι κενή, γιατί δεν στηρίζεται σε καμία αμοιβαιότητα.

Όταν δύο πλευρές καλούνται να κλείσουν μια συμφωνία και να δεσμευτούν για την τήρησή της, η δέσμευση θα πρέπει προφανώς να είναι αμοιβαία. Ενώ όμως προαπαιτούμενο για την εκταμίευση κάθε δόσης προς την Ελλάδα είναι οι ελληνικές ενυπόγραφες εγγυήσεις, ο κ. Σόιμπλε, η χώρα του και οι ακόλουθοί της δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν με τη σειρά τους καμία δέσμευση! Σε επιστολή του προς τα μέλη του γερμανικού κοινοβουλίου, με την οποία ζητά απ’ αυτά να υπερψηφίσουν το δεύτερο πακέτο της ελληνικής «διάσωσης», ο κ. Σόιμπλε σχολιάζει πως «δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι ο δρόμος που έχει αποφασιστεί οδηγεί στην επιτυχία» (24/2/2012, http://www.skai.gr/news/politics/article/195701/den-apokleiei-trito-paketo-voitheias-o-soible-/). Αναφορικά με την απουσία οποιασδήποτε εγγύησης για την επιτυχία του ελληνικού «πακέτου στήριξης» υπερθεμάτισε και η Γερμανίδα καγκελάριος κ. Άγκελα Μέρκελ, προσκαλώντας στη γερμανική βουλή τους βουλευτές της χώρας της να εγκρίνουν τη νέα συμφωνία για την Ελλάδα (27/2/2012, http://www.inews.gr/102/merkel-den-yparchei-engyisi-gia-tin-epitychia-tou-ellinikou-paketou.htm). Απορίας άξιον: πώς είναι δυνατόν να επιμένει κανείς, και μάλιστα με μένος, για την εφαρμογή ενός προγράμματος «διάσωσης», την επιτυχία του οποίου δεν είναι σε θέση να την εγγυηθεί ούτε ο ίδιος;

Η ελληνική πολιτική, κινούμενη φοβικά, χωρίς ίχνος ψύχραιμης στάθμισης των εξελίξεων και διαπραγματευτικής ικανότητας, σέρνεται πίσω από τις πλέον ατιμωτικές γερμανικές αξιώσεις, χωρίς να τολμά να θέσει κι εκείνη τους όρους της. Εν προκειμένω, η απαίτηση των Γερμανών για τις «ενυπόγραφες εγγυήσεις» με τις οποίες η Ελλάδα θα δεσμευτεί πως θα τηρήσει τα μέτρα που της προτείνονται, θα έπρεπε να επισύρει την ελληνική απαίτηση να δεσμευτούν η Γερμανία και οι δορυφόροι της πως τα μέτρα που προτείνουν θα είναι για την Ελλάδα αποτελεσματικά! Σε περίπτωση που τα προτεινόμενα μέτρα εφαρμοστούν από την ελληνική πλευρά, χωρίς ωστόσο να επέλθει κάποια θετική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία, οι λαλίστατοι εμπνευστές των οικονομικών εκτρωμάτων οφείλουν να δεσμευτούν πως θα αναλάβουν το βάρος της ζημιάς που θα προκαλέσουν!

Μα είναι σε θέση ο δανειζόμενος να θέσει όρους στους δανειστές του; Πρόκειται για το «κλασικό» επιχείρημα που κραδαίνουν οι Έλληνες πολιτικοί προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο αιτιολογούν την υποχωρητικότητά τους. Όμως ο δανειζόμενος, εδώ και δύο χρόνια, έχει υποστεί μία ανελέητη αφαίμαξη εμπνεύσεως και συμφερόντων των δανειστών του, η οποία υποτίθεται ότι θα καθιστούσε τη χώρα ανταγωνιστική, και η οποία ωστόσο προκάλεσε ως μοναδικό της αποτέλεσμα μία θανατηφόρα ύφεση, που ’χει εκτοξεύσει την ανεργία στα ύψη, χωρίς να υπόσχεται καμία ανάκαμψη. Όταν λοιπόν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης πολιτικής τα διαπιστώνουν με την πάροδο του χρόνου ακόμη και ξένοι παρατηρητές, αντιλαμβανόμενοι το αδιέξοδο των σχετικών μέτρων, οι εμπνευστές της σχετικής πολιτικής για πόσο ακόμη θα πρέπει να μένουν στο απυρόβλητο, ασφαλείς πίσω από τα ελληνικά ενοχικά σύνδρομα, παρόλο που οι ίδιοι, ένοχοι για την καταστροφική πολιτική που επιβάλλουν στην Ελλάδα, θα ’πρεπε να απολογούνται και να αναλαμβάνουν τις ευθύνες των πολιτικών τους;

Ήδη τούτη τη στιγμή στη διεθνή κοινή γνώμη, και μετά από την ανελέητη εκστρατεία κυρίως γερμανικών μέσων ενημέρωσης περί «τεμπέληδων», «μη παραγωγικών» Ελλήνων, παρατηρείται μεταστροφή απέναντι στην Ελλάδα και στους πολίτες της. Η συνειδητοποίηση του οικονομικού παιχνιδιού, που επιχειρεί να συντρίψει τα μεσαία κοινωνικά στρώματα παγκοσμίως, αφυπνίζει διεθνώς τους λαούς. Ακόμη και γερμανικά μέσα ενημέρωσης πλέον, όπως η ηλεκτρονική «Zeit», αναλαμβάνουν την υπεράσπιση της Ελλάδας, επισημαίνοντας πως «δεν ήταν η Ελλάδα εκείνη που ωφελήθηκε περισσότερο από τα προγράμματα σωτηρίας, από το κοινό νόμισμα και την κοινή αγορά, αλλά η Γερμανία, η οποία, αν επέστρεφε στο μάρκο, θα έβλεπε τα προϊόντα της να ακριβαίνουν κατά 40%, λόγω της μείωσης των εξαγωγών» (11/2/2012, http://news247.gr/oikonomia/zeit_afhste_thn_ellada_hsyxh.1636435.html).

Κι ενώ η Γερμανία απροκάλυπτα πλέον επιχειρηματολογεί υπέρ της ανάγκης διάσωσης της ευρωζώνης και του ευρώ, με άλλα λόγια υπέρ των γερμανικών συμφερόντων, τα οποία κι εξυπηρετήθηκαν στο πλαίσιο της ευρωζώνης σε βάρος των υπόλοιπων μελών αυτής, δηλαδή καί της Ελλάδας, το ελληνικό πολιτικό σύστημα όχι μόνο δεν είναι σε θέση να αρθρώσει λόγο που θα θέσει σε επαναξιολόγηση τη συνολική λειτουργία της ευρωζώνης, δεδομένου πως τούτη οδήγησε σε κατάρρευση την ελληνική παραγωγή, μα δεν είναι καν σε θέση να αξιοποιήσει την απρόσμενη υποστήριξη που του παρέχεται σε θεωρητικό επίπεδο από φορείς στο εξωτερικό, ακόμη μάλιστα κι από φορείς στην ίδια τη Γερμανία. Αντί λοιπόν να κατευθύνεται προς τη ζωτική υπεράσπιση στην ύπαρξη της χώρας, η ελληνική πολιτική συνεχίζει να σύρεται πίσω από διαπιστώσεις τύπου Τόμσεν περί υπερβολικών αμοιβών των Ελλήνων εργαζομένων, οι οποίες δεν συνάδουν με την παραγωγικότητά τους.

Να εκμεταλλευόταν, άραγε, η ελληνική πολιτική τις μελέτες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.), σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα έρχεται πρώτη μεταξύ των χωρών της Ευρώπης σε ώρες εργασίας το χρόνο, με τους Έλληνες μάλιστα να εργάζονται κατά 40% περισσότερο σε σχέση με τους Γερμανούς (26/2/2012, http://www.newsbomb.gr/chrhma/story/116986/oi-ellines-oi-pio-sklira-ergazomenoi-stin-eyropi); Ούτε λόγος! Στον αντίποδα, οι πολιτικοί εκπρόσωποι της Ελλάδας υπομένουν «αναλύσεις» και «προτάσεις» όπως εκείνες που εκφέρει ο επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου κ. Πολ Τόμσεν περί μειώσεων στους μισθούς και τις συντάξεις των Ελλήνων, επειδή τάχα οι αποδοχές τους δεν αντιστοιχούν στην παραγωγικότητά τους. Και δεν βρίσκεται ούτε ένας επίσημος εκπρόσωπος της ελληνικής πολιτείας να επισημάνει στον κ. Τόμσεν πως η δική του ετήσια αμοιβή των 242.000 ευρώ (5/2/2012, http://news247.gr/kosmos/news/misthoi_35_ellhnwn_h_amoivh_toy_tomsen.1606001.html) είναι η μόνη που δεν συνάδει με την παραγωγικότητά του! Και δεν συνάδει, τόσο επειδή το δικό του παραγόμενο προϊόν είναι θεωρητικές οικονομικές «φούσκες», χωρίς την ουσιώδη προσφορά, για παράδειγμα, ενός φαρμάκου που θα έσωζε ανθρώπινες ζωές ή ενός τεχνολογικού επιτεύγματος που θα βελτίωνε τους όρους της ανθρώπινης ζωής, όσο κυρίως επειδή το θεωρητικό προϊόν του κ. Τόμσεν αποδεικνύεται εδώ και δύο χρόνια ακατάλληλο για την εκπλήρωση των στόχων τούς οποίους υποτίθεται πως υπηρετεί.

Αν αναλογιστεί, επιπλέον, κανείς πως το μοντέλο του κ. Τόμσεν έχει δοκιμαστεί ήδη και σε προηγούμενες διεθνείς κρίσεις, με αποτελέσματα εξίσου αποτυχημένα, δεν θα μπορούσε να βρει καμία δικαιολογία για την αστρονομική αμοιβή του αποτυχημένου, εντέλει, κ. Τόμσεν. Εκτός κι αν γίνει δεκτό πως ο κ. Τόμσεν είναι επιτυχημένος, επειδή εργάζεται προς όφελος όχι της Ελλάδας, παρά του οικονομικού κατεστημένου που εκπροσωπεί, και το οποίο τον ανταμείβει αφειδώς για τις υπηρεσίες του! Η προώθηση ωστόσο συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων από το παγκόσμιο καπιταλιστικό καθεστώς δεν σημαίνει πως η ελληνική πολιτική θα πρέπει να παραμένει αδιαμαρτύρητη και βουβή στον αδυσώπητο οικονομικό πόλεμο που μαίνεται. Οι θυσίες στις οποίες υποχρεώνονται οι Έλληνες είναι αδιέξοδες για τους ίδιους, και συμφέρουσες μόνο για όσους αποσκοπούν στην ισοπέδωση της Ελλάδας. Η αδυναμία των Γερμανών, γνωστών για την εγγυημένη ποιότητα των προϊόντων τους, να εγγυηθούν και την αποτελεσματική έκβαση των συγκεκριμένων μέτρων είναι περισσότερο από εύγλωττη. Οι Γερμανοί, όμως, μέσα στη γενικότερη αμηχανία, εξετάζουν ποικίλα ενδεχόμενα προς όφελός τους και μελετούν εναλλακτικά σενάρια για την περίπτωση της αποτυχίας των παρόντων. Είναι καιρός για την ελληνική πολιτική να απαγκιστρωθεί από την ατολμία της, να ενεργοποιήσει κάθε διαπραγματευτικό της όπλο και να υπηρετήσει τα ελληνικά συμφέροντα.