Αρχείο κατηγορίας Oι 5 άρτοι, οι 2 ιχθείς

Oι 5 άρτοι, οι 2 ιχθείς (και ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος)

(Απο) ανάπτυξη ή (μόνο) απομεγέθυνση;

 (Απο) ανάπτυξη ή (μόνο) απομεγέθυνση;

 

του Τάκη Νικολόπουλου*

 

Όλη η πολιτική μας αναπαράσταση, από την άκρα Δεξιά έως την άκρα Αριστερά, είναι εμποτισμένη από την έννοια της οικονομικής ανάπτυξης-μεγέθυνσης (growth-croissance), η οποία ταυτίζεται με την ανάπτυξη (development) ή θεωρείται προϋπόθεση αυτής.

Η τελευταία συστημική οικονομική κρίση (2008 -;), που βύθισε στην ύφεση και την αρνητική μεγέθυνση πολλές χώρες, έφερε στο προσκήνιο (από τις λίγες εξαιρέσεις η Ελλάδα της «πράσινης ανάπτυξης») τη συζήτηση γύρω από την «κίνηση» ή «σχολή» της αποανάπτυξης-απομεγέθυνσης (décroissance-degrowth) ως σταδιακή λύση όχι μόνο στο οικολογικό πρόβλημα αλλά και στο οικονομικό και, εν τέλει, στο ανθρωπολογικό. Ωστόσο στη Γαλλία η σχετική συζήτηση είχε ήδη (επαν)εμφανισθεί από το 2001, με πρωτοβουλία του B. Clementin και του V. Cheynet.

Δύο πρόσφατα βιβλία αποτελούν σημαντική παρέμβαση στην εντεινόμενη συζήτηση που αποκτά, σε συνθήκες κρίσης, ξεχωριστό ενδιαφέρον. Συγγραφείς τους είναι οι εκφραστές των δύο κύριων -σε αδρές γραμμές-1 πολιτικοφιλοσοφικών αλλά και στρατηγικών τάσεων της αποανάπτυξης: από τη μιαο συνιδρυτής, το 2004, του περιοδικού Décroissance, μεταρρυθμιστής, ρεπουμπλικανός, οικουμενιστής, κομματοεκλογεντρικός, «ατομικός και συλλογικός» V. Cheynet, και από την άλλη ο ριζοσπάστης, αντισυστημικός, αντικρατιστής, «τοπικιστής», «συλλογικός», Σ. Λατούς (με τίτλους αντίστοιχα: Le choc de la décroissance. Lʼ histoire immédiate, Seuil, 2008 και Το στοίχημα της αποανάπτυξης, Βάνιας/Περάσματα, 2008 σε αυτές τις εκδόσεις γίνονται οι παραπομπές στη συνέχεια του άρθρου),

 

Η σημερινή κρίση ως ευκαιρία για τους θιασώτες της αποανάπτυξης

 

 Πράγματι, πολλοί θιασώτες της αποανάπτυξης θεωρούν ως ευκαιρία την σημερινή κρίση.2 «Να μεγαλώσει η κρίση», αναφωνεί ο Σ. Λατούς, επαναλαμβάνοντας τον Fr. Partant. H ανθρωπότητα θα αναγκασθεί, συλλογικά ή και ατομικά, να συνετισθεί και -εύχονται άλλοι- να οδηγηθεί στην αποανάπτυξη. Να την επιλέξει αυτή τη φορά, και όχι να την υποστεί όπως σήμερα. Ούτως ή άλλως (N. Georgescu-Roegen ο οποίος εισήγαγε και τον όρο απομεγέθυνση και την «βιοοικονομία») η μεγέθυνση τελειώνει για λόγους αντικειμενικούς-εντροπιακούς (δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα).

 Από την άλλη βέβαια η κρίση και, με αφορμή αυτή, μια «παιδαγωγική των καταστροφών», που φαίνεται, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, να υιοθετεί ο Σ. Λατούς (βλ. όμως και σ. 338, βρίσκοντας ανεπιφύλακτα απέναντί του τον Ph. Ariès3 και τον V. Cheynet, σ. 137) οδηγεί τους ανθρώπους σε ατομικιστική ή ακόμα και «φασιστική» αναδίπλωση και απωθεί την πολυτέλεια του οικολογικού προβλήματος – ή νομίζει ότι το επιλύει μέσω της «πράσινης» ανάπτυξης-μεγέθυνσης.

 Περί τίνος πρόκειται όμως; Πρόκειται για ένα οικοπολιτικό πρόταγμα με διάφορες τάσεις και παραλλαγές (τουλάχιστον δύο κύριες), οι οποίες κινούνται ανάμεσα στις αντισυστημικές προσεγγίσεις, την ισχυρή αειφορία και τα πράσινα κινήματα, ή ακόμα και τη βαθιά οικολογία. Δεν ταυτίζεται ούτε με τη «στάσιμη κατάσταση» των κλασικών, παρόλο που τη θυμίζει, ούτε με την αρνητική μεγέθυνση, αλλά ούτε και με τη μηδενική ή επιβραδυμένη ανάπτυξη μερικών οπαδών της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και της ανθρώπινης ανάπτυξης (Attac, J. Harribey, A. Lipietz). Ανήκει σʼ εκείνη τη γενική (με αρκετές διαφοροποιήσεις πάντως) κατηγορία απόψεων που θεωρούν ότι η βαθύτερη ανάλυση των αιτίων της οικολογικής (αλλά και ανθρωπολογικής και συμβολικής) κρίσης προϋποθέτει ριζική κριτική στάση απέναντι σε κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές δομές και παγιωμένα αξιώματα, καθώς και αναθεώρηση και επαναπροσδιορισμό των αξιών που τις συνοδεύουν, όπως η ανάπτυξη και η πρόοδος, ο ορθολογισμός της ποσοτικοποίησης και η τυφλή «πίστη» στην τεχνοεπιστήμη.

 Πιο συγκεκριμένα, έχει ως αφετηριακή παρατήρηση-δεδομένο ότι η -ποσοτική- ανάπτυξη (είτε «βιώσιμη» είτε «αυτοσυντηρούμενη» είτε ακόμα και «πράσινη» είτε «ανθρώπινη») υποβαθμίζει το περιβάλλον, ενώ εξακολουθεί να αυξάνει τις ανισότητες και τις αδικίες. Ευνοεί έτσι πρώτα τα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας (V. Cheynet, σ. 25), τα πλούσια και «ανώτερα» κράτη του Βορρά δημιουργώντας φτώχεια στον Τρίτο Κόσμο, ενώ σταδιακά καταβροχθίζει και την ευημερία, αφού δεν υπολογίζει, στο ΑΕΠ, το οικολογικό και κοινωνικό κόστος. Και τούτο επειδή κάθε ανάπτυξη είναι οικονομική, βασίζεται δηλαδή στην αύξηση του πλούτου («στο μεγάλωμα της πίτας»), είναι εν τέλει μεγεθυνσιακή. Η αποανάπτυξη, με άλλα λόγια, δεν νοείται χωρίς έξοδο από τον «οικονομισμό», και ειδικότερα την οικονομία της αγοράς και τον καπιταλισμό (σ. 92 και σ. 85).

Τη θέση αυτή των καθολικών «αντιρρησιών της ανάπτυξης», στον βαθμό που προαναγγέλλει «μια κοινωνία λιτότητας», δεν την αποδέχεται βέβαια το σύνολο των κατεστημένων πολιτικών δυνάμεων ούτε η πλειονότητα της Αριστεράς και της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης. Οι περισσότεροι οπαδοί της σχολής αυτής, όχι όμως όλοι, αρνούνται και την έννοια της (ποιοτικής) ανάπτυξης, η οποία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη θανατηφόρα (ποσοτική) μεγέθυνση – εξ ου και η γενική χρήση στην ελληνική του όρου «αποανάπτυξη».

 

Οι πολιτικές υλοποίησης του προτάγματος

 

Οι προσεγγίσεις διαφέρουν και ως προς τις πολιτικές υλοποίησης του προτάγματος. Ο Σ. Λατούς (σημ. 515) θεωρεί τα «8Re» (επανατοπικοποίηση, επαναχρησιμοποίηση, επανάκτηση, επαναξιολόγηση κλπ.) ως τους βασικούς άξονες μιας διαδικασίας αποανάπτυξης. Ο V. Cheynet (σ. 113) προτείνει δέκα μέτρα με τα οποία ήταν υποψήφιος των «αποαναπτυξιακών» με το κόμμα της αποανάπτυξης (PPLD, το οποίο απεκάλεσε «γελοιότητα» ο Σ. Λατούς) στις βουλευτικές εκλογές του 2007. Τα μέτρα αυτά εκτείνονται από την απαγόρευση όλων των μέσων σύγχρονης καταναλωτικής προπαγάνδας (διαφήμιση κλπ.) και την απελευθέρωση των ΜΜΕ από την επιτροπεία των πολυεθνικών και το σταδιακό «ξήλωμα» αυτών, μέχρι την κατάργηση του επαγγελματικού αθλητισμού, περνώντας από μέτρα όπως απαγόρευση κατοχής πάνω από δύο ακινήτων, θέσπιση σταδιακού ανώτατου εισοδήματος, επανατοπικοποίηση της οικονομίας και εγκαθίδρυση μικρών οικονομικών μονάδων, σταδιακή έξοδο από τον πολιτισμό του αυτοκινήτου υπέρ των μαζικών μεταφοράς κ.ά.

 Είναι αλήθεια ότι πολλά από αυτά τα μέτρα υιοθετούνται και από το ρεύμα της οικολογικής ή «ανθρωπιστικής» οικονομίας (R. Passet κ.ά.) και επαναχαρακτηρισμού της ανάπτυξης («ανάπτυξη χωρίς μεγέθυνση»-«ανθρώπινη ή «κατάλληλη» ανάπτυξη» βλ. ATTAC, H. Daly, M. Mousel, περιοδικό Alternatives Economiques, εναλλακτικοί). Έτσι συχνά θεωρείται, λανθασμένα, ότι η βιώσιμη ή διαρκής ανάπτυξη είναι το ίδιο πράγμα με την απο-ανάπτυξη (βλ. λ.χ. A. Caillé). Είναι όμως φανερό ότι τα παραπάνω μέτρα δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουν την μεγαμηχανή ούτε της – διεθνοποιημένης – οικονομίας της αγοράς-ανάπτυξης/μεγέθυνσης ούτε της – συνδεδεμένης με την προηγούμενη –  τεχνοεπιστήμης.

 

Κριτικές στην αποανάπτυξη

 

H κριτική εναντίον αυτής της σχολής-προτάγματος δεν προέρχεται μόνο από τους κλασικούς φιλελεύθερους αναπτυξιολάγνους ή ορισμένους σοσιαλφιλελεύθερους (J.-P. Fittoussi, ο πρώην υπουργός του Λ. Ζοσπέν Cl. Allegre κ.ά.), αλλά και από τους οπαδούς της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και της ανθρωπιστικής ανάπτυξης (κυρίως ATTAC4 και ένα τμήμα του περιοδικού Alternatives Economiques), όπως και από Πράσινους (C. Di Meo, Y. Fremion) και αντισυστημικούς (Τ. Φωτόπουλος). Αυτή εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, καταρχήν στο ότι η αποανάπτυξη, ή τουλάχιστον μια τάση της, δίνει την έμφαση στο ανθρωπολογικό στοιχείο και στη μη αναγνώριση των υλικών συνθηκών. Όπως σημειώνει ο J. Harribey,5 ο χώρος της πολιτικής, ως χώρος διαμεσολάβησης και μετασχηματισμού, απωθείται στο όνομα μιας ελευθεριακής ή θρησκευτικής ριζοσπαστικότητας, η οποία γενικά δυσπιστεί απέναντι στους (υπάρχοντες πολιτικούς) θεσμούς και στο κράτος πρόνοιας. Επιπλέον, ακόμα και αν δεχθούμε ως ορθή την ανθρωπολογική αφετηρία του προτάγματος για μια συνολική κριτική του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης-μεγέθυνσης και συνεπώς κάθε έννοιας ανάπτυξης, πάλι φαίνεται να παραμένει μετέωρο και θολό το πολιτικό πρόβλημα και ένας -θετικός- πολιτικός ορισμός του προτάγματος (π.χ. μείωση ή κατάργηση ανισοτήτων, ισοκατανομής της εξουσίας κλπ.), σε επίπεδο συλλογικού φαντασιακού. Το ίδιο πρόβλημα παραμένει ακόμα κι αν θεωρήσουμε, όπως ο V Cheynet αλλά και ο Η. Kempf, ότι η αρχή της απομεγέθυνσης θα γίνει από τους έχοντες , αφού αυτοί καταστρέφουν τον πλανήτη μέσω της υπερκατανάλωσης.

 Πράγματι, κατά τους υποστηρικτές της ανάπτυξης, δύσκολα μπορεί να απορριφθεί ο διαχωρισμός της ανάπτυξης από τη μεγέθυνση, αν με την πρώτη (και έναν ορισμό αυτής) εννοούμε την διεκδίκηση των φτωχών ανθρώπων του (Νότου του) πλανήτη για πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση, το πόσιμο νερό ή άλλες βασικές ανάγκες. Είναι θεμιτό τα παραπάνω αγαθά να συνιστούν ανάπτυξη και να αποτελούν οικουμενικά δικαιώματα χωρίς αυτά να ταυτίζονται με τα φιλελεύθερα και «δυτικά» φυσικά δικαιώματα (π.χ. δικαίωμα της ιδιοκτησίας). 6 Είναι δυνατόν, με άλλα λόγια, διερωτώνται οι πολέμιοι της αποανάπτυξης (Attac, J. Harribey), να γίνει δεκτή η θέση του Σ. Λατούς ότι η φτώχεια είναι μόνο προβολή των δυτικών αξιών ή απλή προβολή του φαντασιακού; Βέβαια, εδώ ο συγγραφέας (σ. 188, 295, 307) κάνει λόγο για «μη μεγέθυνση» ή «α-μεγέθυνση», αναγνωρίζοντας ότι ο στόχος της αποανάπτυξης δεν αφορά όλους αδιακρίτως τους πληθυσμούς του πλανήτη, ιδίως του Νότου. Αλλά και ο V. Cheynet αναγνωρίζει επίσης, μαζί με τον H. Kempf, ότι η αποανάπτυξη απευθύνεται πρώτα στους πλούσιους και στα πλούσια κράτη του Βορρά (σ. 23 και σ. 60), με στόχο να καταστεί δυνατή μια -θεμιτή- οικονομική μεγέθυνση των φτωχών κρατών σε μια μη παραγωγιστική κατεύθυνση. Έτσι οι λαοί της Αφρικής έχουν ανάγκη ανύψωσης του υλικού επιπέδου ζωής, ακόμα κι αν δεν χρειάζεται προς τούτο να μιμηθούν τον  – εθνοκεντρικό – δυτικό τρόπο ζωής και ανάπτυξης.7

Συνακόλουθα, αν η αποανάπτυξη υλοποιείτο κατά γενικευμένο τρόπο στις πλούσιες χώρες του Βορρά, κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε χωρίς επιπτώσεις στο καθεστώς της απασχόλησης, με ορατό τον κίνδυνο επανεμφάνισης της μαζικής φτώχειας. Για παράδειγμα, ο Τ. Φωτόπουλος, στον οποίο συχνά παραπέμπει ο Σ. Λατούς, θεωρεί ότι το σύστημα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς οικονομική μεγέθυνση και ότι μια διαδικασία θεμελιακής ανατροπής της, που μερικοί αποκαλούν απομεγέθυνση, δεν είναι δυνατή στο ισχύον σύστημα της οικονομίας της αγοράς.

Ειδικότερα από την πλευρά της παραγωγής, μια μηδενική ανάπτυξη είναι καθαρή φαντασία, κυρίως διότι μια επιτυχημένη παγκόσμια πολιτική απομεγέθυνσης (εντός του ισχύοντος συστήματος της οικονομίας της αγοράς) θα επέσπευδε μια οικονομική ύφεση μεγαλύτερη από αυτή του 19298 ή τη σημερινή. Βέβαια, και ο ίδιος ο Σ. Λατούς , όπως προαναφέραμε, δεν ταυτίζεται με την αρνητική ή μηδενική ανάπτυξη, αλλά κάνει λόγο για αποανάπτυξη σε μια «κοινωνία αποανάπτυξης» (passim), όπως αντίστοιχα ο V. Cheynet κάνει λόγο για «βιώσιμη ή υποστηρίξιμη αποανάπτυξη» (σ. 111 και σ. 116), κατʼ αντίθεση προς την «βιώσιμη ανάπτυξη». O Σ. Λατούς επίσης αναγνωρίζει ότι ακόμα και η σταδιακή μετάβαση με προσωρινή διατήρηση της αγοράς και του κέρδους δεν θα γινόταν εύκολα αποδεκτή χωρίς βίαιες αντιδράσεις. Γιʼ αυτό φαίνεται να «στοιχηματίζει», όπως ήδη αναφέρθηκε (κατʼ αντίθεση προς τον V. Cheynet, σ. 132) περισσότερο στην «αντικειμενική» αναγκαιότητα της απομεγέθυνσης, που εκπορεύεται από την αύξηση των -συστημικών- κρίσεων, όπως η σημερινή. Κρίσεων όλο και πιο συχνών, έντονων και πολύπλευρων, κατανοήσιμων και μέσα από το πρίσμα μιας, όπως αναφέρθηκε αρχικά, «παιδαγωγικής των καταστροφών» (έκφραση του D. de Rougemont που υιοθετεί ο Σ. Λατούς και άλλοι όπως ο F. Partant, αλλά απορρίπτουν ο P. Ariès και ο V. Cheynet, σ. 137 ), για την «απο-αποικιοποίηση του φαντασιακού».

 Επίσης, πώς μια «κοινωνία αποανάπτυξης» μπορεί να εξορκίσει την οικονομία (ανάλυση κόστους/αποτελεσματικότητας, το σύστημα των τιμών και της αναδιανομής του εισοδήματος),9 εάν δεν υπάρξει μια γενικότερη και εξαρχής σε όλα τα επίπεδα οικονομική και, κυρίως, πολιτική (θεσμική) επανασχεδίαση της κοινωνίας; Ο Σ. Λατούς (σ. 319) υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν στο ισχύον σύστημα, εάν δεν γίνει μια «συνολική ανατροπή» του και μια «επανασυγκρότηση της κοινωνίας», με βασικό και πρώτο ζητούμενο την «επανίδρυση της δημοκρατίας» (όχι αποκλειστικά στην άμεση μορφή της).

 Τέλος, η αποανάπτυξη, στην ακραία της (άμεση) μορφή, όπως και η βαθιά οικολογία αλλά και η έκθεση της Λέσχης της Ρώμης, κατηγορείται για μαλθουσιανισμό. Ο Σ. Λατούς, αν και υποστηρίζει, όπως και ο P. Rabhi, ότι το πρόβλημα δεν είναι ο (υπερ)πληθυσμός του πλανήτη αλλά η δίκαιη διανομή του πλούτου και των πόρων, εντούτοις αναγνωρίζει ότι η δημογραφική αποανάπτυξη θέτει φοβερά προβλήματα, ακόμα κι αν είναι εφικτή ή επιθυμητή (σ. 180). Με τον Λατούς φαίνεται να συμφωνεί και ο V. Cheynet (σ. 127-128) ο οποίος, εντούτοις, θεωρεί ότι η συζήτηση για τη μείωση των φυσικών πόρων παραμένει ανοιχτή. Είναι αλήθεια ότι ο υπερπληθυσμός, όπως και κατά μερικούς η σπανιότητα των πόρων,10 αποτελούν απατηλά επιχειρήματα, απολογητικά του ισχύοντος οικονομικού αγορα-μεγεθυνσιακού μοντέλου και της ισχύουσας τάξης πραγμάτων.

 Εν πάση περιπτώσει, όλα τα παραπάνω επιχειρήματα κατά της αποανάπτυξης οδηγούν (V. Cheynet σ. 20-21) σε υπερβολικούς και αδικαιολόγητους αφορισμούς. Κυρίως, απορρίπτεται η αποανάπτυξη ως αρνητική ουτοπία και οπισθοχώρηση της ανθρωπότητας αλλά και του περιβάλλοντος (στον βαθμό που άνθρωπος και φύση βρίσκονται σε διάδραση), με άλλοθι την καθολική υπεράσπιση της ιδεολογίας της «προόδου» – «ψευδοπροόδου» ή «προοδευτισμού», κατά τους αποαναπτυξιακούς.

 Τελικά, η αποανάπτυξη δεν φαίνεται να συνιστά ένα μοντέλο ή σύστημα αλλά, σύμφωνα με τον V. Cheynet, μια εισαγωγή σε μια συζήτηση και ένα άνοιγμα του πεδίου των εναλλακτικών δυνατοτήτων, ή ένα πολιτικό σύνθημα, κατά τον Σ. Λατούς, διακηρύξεις αρχών, όχι όμως πολιτικό σχέδιο που βασίζεται σε συνολικές αναλύσεις.

 

 

1 E. Dupin, «La décroissance, une idée qui chemine sous la récession», Le Monde diplomatique, Αύγουστος 2009, σ. 20-2.

 2 Στο ίδιο.

 3 Βλ συνέντευξη στη Liberation, που αναδημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, 13.5.2008: «Η κρίση οδηγεί από την κοινωνία της αφθονίας στην κοινωνία των ορίων». Ακόμα, βλ. Ph. Ariès, Décroissance ou barbarie, Parangon, 2005.

4 ATTAC, Le petit Alter. Mille et une nuits, 2006, σ. 172 κ.ε. J. Harribey, «Développement, croissance et environnement. Les théories de la décroissance: enjeux et limites», στο Développement et Environnement, Cahiers français, αρ. 337/2007, La documentation française, σ. 20-25.

 5 J. Harribey, ό.π., σ. 25.

 6 J. Harribey, «Faut-il renoncer au développement?», στο Ecologie le grand défi, Manière de voir , τ. 81/2005, σ. 72, 78.

 7 E. Dupin , ό.π. 

 8 Τhe price of "development" and the limitations of direct action, http//:www.iclusivedemocracy.org/journal/vol3, no4 (October 2007).

 9 D. Clerc, Alternatives Economiques, αρ. 270 /2008 σ. 36, αναφορικά με το βιβλίο του V. Cheynet.

 10 Π. Παπακωνσταντίνου, Το χρυσό παραπέτασμα, η γέννηση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, Λιβάνης, 2009, σ.148

 

* Ο Τάκης Νικολόπουλος διδάσκει δίκαιο και πολιτική περιβάλλοντος στο Τμήμα Κοινωνικών-Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων και Οργανώσεων του ΤΕΙ Μεσολογγίου.

 

ΠΗΓΗ: 24/01/2010, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=519467

Οι 3 Ιεράρχες και το κοινωνικό πρόβλημα

Οι Τρεις Ιεράρχες και το κοινωνικό πρόβλημα   

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

 

Οι Τρεις Ιεράρχες της Εκκλησίας μας παραμένουν τυπικά και μόνο προστάτες της ανύπαρκτης πλέον στην Ελλάδα παιδείας. Και ο λόγος είναι απλός. Η υλιστική αστική φιλοσοφία, η επίσημη φιλοσοφία του αστικού (καπιταλιστικού) καθεστώτος έχει διαποτίσει σε βάθος τους ασκούντες την εξουσία, τους ελέγχοντες τα ΜΜΕ, τη διανόηση, τους ανθρώπους της τέχνης και πλείστους όσους διδάσκοντες στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οι αστοί όμως, σε αντίθεση προς τους κομμουνιστές, διαθέτουν το χάρισμα της ευελιξίας, ίσως επειδή θέλουν να τηρήσουν τα προσχήματα της δημοκρατίας.

Πολύ σύντομα μετά την κατάληψη της εξουσίας και την απομάκρυνση των διεφθαρμένων ευγενών από αυτή, συνειδητοποίησαν ότι συνιστά ματαιοπονία ο διωγμός κατά της πίστεως. Έτσι προσέγγισαν τους θρησκευτικούς ηγέτες της δυτικής χριστιανοσύνης και κατέληξαν σε συμφωνία, δια της οποίας αυτοί αναγνώρισαν την αστική εξουσία και εκείνη έπαψε να πολεμά φανερά τη θρησκευτική πίστη για αιώνα και πλέον. Ήταν αυτή η μεθόδευση εξαιρετικά επιτυχής τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για τους θρησκευτικούς ηγέτες.

Οι πρώτοι επιθυμούσαν να δρουν ανενόχλητοι στην αγορά οι προστάτες τους επιχειρηματίες. Στην διαπλεγμένη επιχείρηση πολιτικών και επιχειρηματιών προς αμοιβαίο όφελος και συσσώρευση πλούτου δεν ήθελαν να έχουν απέναντί τους επικριτές της αθεϊστικής τους κοσμοαντίληψης τους θρησκευτικούς ηγέτες και εχθρό τους τη μεγάλη πλειονοψηφία του λαού που ήταν ακόμη πιστός. Τη διάδοση της υλιστικής φιλοσοφίας ανέθεσαν στη διανόηση και στο αστικό Πανεπιστήμιο, το οποίο στα πλαίσια της αστικής εξουσίας άρχισε να λειτουργεί αυτόνομα. Οι άλλοι θεώρησαν επαρκές το πρόσχημα ότι δεν έχουν απέναντί τους εχθρική κατά της πίστεως εξουσία!

Ο ανώτερος κλήρος στήριζε κατά τον Μεσαίωνα τον ελέω Θεού άρχοντα, επειδή εκείνος εγγυάτο την επιβολή, έστω και δια της βίας, της "χριστιανικής αλήθειας". Το αστικό καθεστώς δεν είχε τη διάθεση να διαιωνίσει τις πυρές για την καύση των πάσης φύσεως αντιφρονούντων, είχε όμως όλη τη διάθεση να μην ενοχλεί τους πιστούς και ιδίως τους θρησκευτικούς ηγέτες, από τους οποίους δεν αφαίρεσε τα σημαντικά προνόμια του παρελθόντος. Οι αστοί ήσαν άκρως ικανοποιημένοι με το να έχουν απέναντί τους θρησκευτικούς ηγέτες, οι οποίοι συνέχιζαν να διατηρούν στον πίνακα απαγορευμένων βιβλίων (Index librorum prohiborum) του Μεσαίωνα και την περί κοινωνικής δικαιοσύνης διδασκαλία του Ευαγγελίου και των Πατέρων της Εκκλησίας;  

Με την πάροδο του χρόνου η προσέγγιση οδήγησε στη σύμπηξη πολιτικοθρησκευτικής συμμαχίας, που αποδείχθηκε άκρως αποτελεσματική στην καταπολέμηση του κομμουνισμού! Στην προπαγάνδα της διανόησης προσετέθη και η άλλη του υλιστικού "επιστημονικού" μεσσιανισμού και το αστικό Κοινοβούλιο ολοένα και πιό συχνά προχωρούσε πλέον στην ψήφιση αντιευαγγελικών νομοσχεδίων υποκαθιστώντας το θείο δίκαιο από το φυσικό-κοινοβουλευτικό. Καθ' όλο αυτό το διάστημα Η μέθοδος της αμβλύνσεως του θρησκευτικού συναισθήματος μέσω της εκλύσεως των ηθών και της διαφθοράς αποδείχθηκε στη Δύση ιδιαίτερα αποτελεσματική. Σήμερα οι θρησκευτικοί ηγέτες, στο λυκόφως της ευρωπαϊκής ιστορίας, εκλιπαρούν τους άθεους αστούς πολιτικούς να αναγνωρίσουν τις χριστιανικές ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Θέλουν με λίγα λόγια να φορτώσουν στο Ευαγγέλιο του Χριστού την απληστία για κέρδος των νέων αφεντικών, την εξόντωση των ιθαγενών της Αμερικής, τον εξανδραποδισμό των Μαύρων της Αφρικής, τη στυγνή αποικιοκρατία, τον φασισμό και τον ναζισμό, τους δύο φονικότατους πολέμους και τους άλλους που κατά καιρούς προκαλούν για τα συμφέροντά τους οι καπιταλιστές σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Ακόμη δεν συνειδητοποίησαν οι θρησκευτικοί ηγέτες ότι μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, οι αστοί δεν τους έχουν ανάγκη, καθώς ο αστικός υλισμός έχει διαδοθεί σε ευρέα στρώματα των λαών και σ' αυτό συνέβαλαν και οι κομμουνιστές (από τα λίγα που πέτυχαν)!

Στα πλαίσια της αστικής διαπαιδαγώγησης προβάλλεται από πολιτικούς, ιστοριογράφους και παιδαγωγούς ο Βολταίρος ως μια από τις πλέον λαμπρές μορφές της ιστορίας. Γιατί αστοί πολιτικοί και παιδαγωγοί να προβάλουν τους Τρείς Ιεράρχες, τους οποίους αγνοούν στη Δύση (μήπως και στην καθ' ημάς Ανατολή;) ακόμη και οι χριστιανοί;

Να μάθουν τα παιδιά ότι ο Μέγας Βασίλειος δαπάνησε την πατρική του περιουσία, για να κτίσει τη "Βασιλειάδα", αυτό το εκπληκτικό για το πλήθος των παρεχομένων υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας συγκρότημα; Να μάθουν ότι παράμεινε ατάραχος, όταν ο απεσταλμένος του ιταμού αυτοκράτορα τον απείλησε με δήμευση περιουσίας, εξορία, βασανιστήρια και θάνατο; Μα θα μάθουν τα παιδιά και την περιουσία του: Μερικά βιβλία και ένα τριμμένο ράσο! Θα μάθουν ακόμη ότι για τον ασκητή άγιο όλη η γη εθεωρείτο του Θεού (όχι των απλήστων ηγεμόνων). Θα μάθουν ακόμη ότι δεν φοβόταν τα βασανιστήρια, γιατί δεν θα τα άντεχε το ασθενικό του σώμα. Θα μάθαιναν ακόμη το θάρρος, με το οποίο απάντησε στον Ιουλιανό, όταν με επιστολή του αυτός ως αυτοκράτωρ τον διέταζε να του στείλει χρυσάφι. Του υπενθύμιζε ότι είχε γνωρίσει τον χαρακτήρα του κατά τις σπουδές τους στην Αθήνα και γνώριζε ασφαλώς ότι ποτέ του δεν είχε κυριευθεί από το πάθος για απόκτηση υλικών αγαθών!

Να μάθουν ακόμη ότι ο άγιος Γρηγόριος παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης μόλις, επί τέλους (μετά από σαράντα περίπου έτη) ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ορθόδοξος αυτοκράτωρ; Και αντί να ζητήσει από αυτόν τον απηνή διωγμό των αιρετικών, που ως τότε τον καταδίωκαν, τον τρομοκρατούσαν και αποπειράθηκαν δύο φορές να τον δολοφονήσουν, εγκατέλειψε τον θρόνο, επειδή τον αμφισβήτησαν κάποιοι συνεπίσκοποί του, τους οποίους η Ιστορία κάλυψε με το σάβανο της λήθης. Και επανήλθε στην ιδιαίτερή του πατρίδα και κλείστηκε σε μιά καλύβα και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ως ασκητής (Αυτό για τους θρησκευτικούς και όχι τους πολιτικούς ηγέτες).

Να μάθουν για τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος επανέφερε τη λιτότητα στην πατριαρχική κουζίνα, που απέφευγε τη συμμετοχή στα πλούσια δείπνα, που στηλίτευε χωρίς δισταγμό την αλαζονεία των πλουσίων και την αναλγησία τους έναντι των πασχόντων και φτωχών; Να μάθουν ότι αυτός έφθασε στο σημείο να συγχωρήσει τον πλέον άσπονδο εχθρό του, τον ύπατο Ευτρόπιο, όταν αυτός έπεσε στη δυσμένεια της εξουσίας; Να μάθουν τέλος ότι εξορίστηκε και πέθανε στην εξορία;

Αλλά τί σχέση έχουν όλα αυτά με τις "αξίες" της αστικής φιλοσοφίας και της υποταγμένης στον κοσμικό άρχοντα δυτικής χριστιανοσύνης; Μήπως είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι στηρίξαμε το πλέον αντιευαγγελικό κοινωνικοπολιτικό σύστημα αναπαύοντας τη συνείδησή μας με το ψευτοεπιχείρημα ότι αυτό σέβεται την ανθρώπινη ελευθερία. Τί γνωρίζουν από ελευθερία οι δέσμιοι του πλούτου;

 

                                                            "ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 31-01-2010      

Για το Πρόγραμμα Σταθερότητας II

Για το Πρόγραμμα Σταθερότητας

 

Συνολική πάλη για την ανατροπή του ΠΣΑ

 

Του Βασίλη Μηνακάκη

 

Το επικαιροποιημένο ελληνικό Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) που παρουσίασε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την προηγούμενη εβδομάδα συνιστά μια σημαντική κοινωνική, οικονομική και πολιτική τομή, που επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί από το εργατικό κίνημα και την Αριστερά με τη σημασία και τη διάσταση που του αρμόζει.

Τι εννοούμε; Από τη μια επιβάλλεται να αναδειχτεί η ιδιαίτερη αξία και βαρύτητά του, παράλληλα όμως επιβάλλεται να συναρθρωθεί με τα άλλα μέτρα που προωθούνται την ίδια περίοδο από την κυβέρνηση, το κεφάλαιο και την ΕΕ (προϋπολογισμός, φορολογία, εργασιακά, παιδεία, ασφαλιστικό κ.λπ.) – και είτε ενσωματώνονται στο ΠΣΑ είτε όχι.

Ώστε και να αναδειχθεί η αντίθεση στο ΠΣΑ ως συνολική πολιτική αιχμή του κινήματος την παρούσα περίοδο, ως συνολικό αίτημα αμτιπαράθεσης με την ΟΝΕ/ΕΕ, την κυβέρνηση και το κεφάλαιο, αλλά και να εξασφαλιστεί ότι αυτή η αντιπαράθεση δεν θα εξαντληθεί στο επίπεδο της πολιτικής διαμαρτυρίας, αλλά θα τροφοδοτήσει ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό ρεύμα ρήξης και ανατροπής της αστικής πολιτικής, που θα καταγράφεται τόσο στις επιμέρους μάχες σε χώρους και μέτωπα, όσο και σε συνολικό πολιτικό επίπεδο..
Μάλιστα, καθώς το ΠΣΑ περιγράφει ένα ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα, με αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις -ειδικά το 2010-, ανακύπτει κι ένα ακόμη μείζον ζήτημα στρατηγικής για το κίνημα και την αντικαπιταλιστική Αριστερά: θα εξαντληθούν σε κάποιες κινήσεις πολιτικής διαμαρτυρίας που θα «σέρνονται» πίσω από το ημερολόγιο της αστικής επίθεσης ή τους δήθεν «αγωνιστικούς σταθμούς» του αστικοποιημένου συνδικαλιστικού κινήματος (αλλά δεν θα χτίζουν την ταξική αγωνιστική ενότητα της εργατικής τάξης ούτε θα οικοδομούν άλλους συσχετισμούς) ή θα διαμορφώσουν μια στρατηγική γραμμή αντιπαράθεσης και μάχης, με προτεραιότητες και ιεραρχήσεις, στόχους οικοδόμησης και πολιτικής αποκρυστάλλωσης, μαζικοκινηματικές και πολιτικές επιδιώξεις;
Μείζον, βέβαια, από μακροπρόθεσμη άποψη, είναι και για το κεφάλαιο να «πετύχει», το ΠΣΑ.. Γιατί, απ' αυτό προσδοκά όχι απλώς κάποιους πολιτικά οφέλη ή μια διαχειριστική τακτοποίηση των ελλειμμάτων, αλλά μια πιο σοβαρή ανάταξη των όρων κερδοφορίας και πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Θα τα καταφέρουν; Ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει τη μια ή την άλλη εξέλιξη – ούτε καν οι εμπνευστές του ΠΣΑ, που με κάθε ευκαιρία δηλώνουν πως οι προβλέψεις του στηρίζονται σε πολλούς αστάθμητους παράγοντες, ότι οι αβεβαιότητες είναι πολλές και ότι ίσως χρειαστεί να ενεργοποιηθούν πρόσθετα μέτρα και εναλλακτικά σενάρια Β ή και Γ.

Πρόγραμμα βαθιάς εκμετάλλευσης

Το ΠΣΑ που διαμόρφωσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σε πολλά σημεία (π.χ., σσ. 4, 10) εξηγεί ρητά ότι έχει διπλή διάσταση: διαχειριστική (μείωση δημοσιονομικού ελλείμματος και χρέους) και αναδιαρθρωτική («μεταρρυθμιστικές ενέργειες» που θα αντιμετωπίσουν τις στρεβλώσεις, θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και επιχειρηματικότητα και θα αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητα).
Τούτες οι δύο πλευρές είναι αξεδιάλυτες στο ΠΣΑ, που -για να μην αφήσει ίχνος παρανόησης- σημειώνει ότι «το πρώτο αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το δεύτερο» (4), ότι «η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας τόσο με διαρθρωτικούς όρους όσο και με όρους τιμών αποτελεί παράλληλο στόχο με αυτόν της δημοσιονομικής προσαρμογής» (5) και ότι «το μεγαλύτερο μέρος του δημοσιονομικού προβλήματος είναι διαρθρωτικής φύσης» (29). Επιπλέον, επισημαίνει ότι «οι κίνδυνοι αυτοί [σσ.. να μην επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του] θα αντιμετωπιστούν με τη συνεχή προσπάθεια να εισαχθεί και να εκτελεστεί το κυβερνητικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων» (30).
Χαρακτηριστική τούτης της αλληλοσυσχέτισης είναι και η εκτίμηση ότι στη μείωση του ελλείμματος θα συνεισφέρουν η μείωση της γραφειοκρατίας (2-3% του ΑΕΠ), το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων (1%), η άρση των περιορισμών στον ανταγωνισμό (2%) και η αυξημένη αποτελεσματικότητα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (1%)!
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη πλευρά, την αναδιαρθρωτική (την πιο υποτιμημένη τόσο στη δημόσια συζήτηση όσο και στις αναλύσεις της Αριστεράς), διευκρινίζεται ότι απαιτείται θεμελιώδης μεταβολή του αναπτυξιακού υποδείγματος της ελληνικής οικονομίας, από το προηγούμενο, που αντιμετώπιζε την κατανάλωση ως κινητήριο μοχλό της ανάπτυξης, σε ένα νέο μοντέλο, που θα βασίζεται στη βιώσιμη μεγέθυνση των εγχώριων και διεθνών επενδύσεων και στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (4, 10, 30). Με άλλα λόγια, διακηρύσσεται -σε πλήρη αρμονία με τα πιο κλασικά νεοφιλελεύθερα δόγματα- ότι βασική φιλοσοφία της προωθούμενης πολιτικής δεν είναι η στήριξη του λαϊκού εισοδήματος (μέσω ενός κλασικού ή ενός «τραπεζικού» κεϊνσιανισμού των δανείων και των πιστωτικών καρτών), αλλά η στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας και ανάπτυξης, με την ελπίδα ότι θα οδηγήσουν σε μείωση της ανεργίας και βελτίωση της θέσης των εργαζομένων (κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί, μιας και τα τελευταία χρόνια η καπιταλιστική ανάπτυξη «παράγει» ανεργία και όχι νέες θέσεις εργασίας)
Ας ξεκινήσουμε όμως από την πρώτη πλευρά, της «δημοσιονομικής εξυγίανσης», που αφορά τον περιορισμό των δημόσιων ελλειμμάτων και τους χρέους. Αναμφίβολα αποτελεί δεσπόζουσα επιδίωξη του ΠΣΑ, που ποσοτικοποιείται στο στόχο της μείωσης του ελλείμματος από 12,7% το 2009 στο 2,8% το 2012.
Ένα πρώτο εντυπωσιακό στοιχείο εδώ είναι ότι το ΠΣΑ δεν περιορίζεται απλώς στη διατύπωση αυτού του στόχου. Παράλληλα, ενσωματώνει ένα αυστηρότατο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης (τον τάδε μήνα αυτό το νομοσχέδιο, τον άλλο εκείνο, «υποχρεωτική αναφορά της εκτέλεσης του προϋπολογισμού σε μηνιαία βάση» κ.λπ.) κι έναν επίσης αυστηρότατο μηχανισμό παρακολούθησης και ελέγχου της υλοποίησής του τόσο από τεχνοκράτες της ΕΕ όσο και από εγχώριες διυπουργικές ομάδες εργασίας, που «θα αναλαμβάνουν διαρθρωτική δράση σε όλες τις περιπτώσεις υπέρβασης των δαπανών, ενώ σε περίπτωση που τα έσοδα του προϋπολογισμού είναι χαμηλότερα από τα προβλεπόμενα, μπορούν να μειώνουν τα έξοδα, προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη του στόχου για το έλλειμμα» (31, 35). Ενσωματώνει, δηλαδή, μηχανισμούς ελέγχου τόσο σε μακρο-επίπεδο (τριετίας – π.χ. «τα υπουργεία θα υποβάλλουν, μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2010, προτάσεις για περικοπές δαπανών στα πλαίσια τριετών προϋπολογισμών») όσο και σε μικρο-επίπεδο (μήνας).
Πώς θα εξασφαλιστεί η μείωση των ελλειμμάτων; «Με ένα μίγμα μέτρων», απαντά το ΠΣΑ, «τόσο στο σκέλος των εσόδων, όσο και στο σκέλος των δαπανών». Μάλιστα, «στο σκέλος των δαπανών γίνεται επίσης αναδιάταξη από τις λιγότερο παραγωγικές δαπάνες, στις οποίες περιλαμβάνονται μειώσεις στις αμυντικές δαπάνες και το λειτουργικό κόστος, προς τις πιο παραγωγικές, που συμβάλλουν στη μεγέθυνση και ανάπτυξη της οικονομίας σύμφωνα με τις προτεραιότητες και τη στρατηγική της Λισαβόνας» (20).
Σε ό,τι αφορά τα έσοδα, κεντρική θέση στο ΠΣΑ κατέχει το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο θα ψηφιστεί το Μάρτιο, ενώ πολύ υποδεέστερης σημασίας είναι οι «σάλτσες» για αύξηση αποτελεσματικότητας εισπρακτικών μηχανισμών, μείωση φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, πάταξη διαφθοράς, διαχείριση ανείσπρακτων εσόδων, αυτοσυμμόρφωσης κ.ά. Ο στόχος της επί θύραις φορολογικής μεταρρύθμισης είναι σαφής: διεύρυνση της φορολογικής βάσης, εφαρμογή καλά σχεδιασμένων μέτρων και εξασφάλιση της αποτελεσματικότητάς τους (21). Ποιος θα πληρώσει για όλα αυτά; Από τα 2.610 εκ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα αποδώσουν τα μόνιμα φορολογικά μέτρα το 2010, τα 1.100 θα προέλθουν από την ενιαία φορολογική κλίμακα και την κατάργηση των εξαιρέσεων, τα 650 εκ. από τον υψηλότερο φόρο στα τσιγάρα, τα 400 από τους υψηλότερους φόρους στη κινητή τηλεφωνία και το πετρέλαιο.
Κοινώς, όλα τα βάρη στους μισθωτούς και τους μικρομεσαίους. Ανερυθρίαστα, βέβαια, η κυβέρνηση και το ΠΣΑ, ισχυρίζονται ότι και οι τράπεζες θα πληρώσουν, καθώς «μέρος του ποσού που χορηγήθηκε στα πλαίσια του πακέτου στήριξης της ρευστότητας για την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών θα επιστραφεί» (29). Μόνο που το μέρος αυτό είναι μόλις 3,8 δις, ενώ το πακέτο στήριξης ήταν 28 δις (αντίστοιχοι είναι και οι «λεονταρισμοί» του Ομπάμα, που ζητά πίσω από τις τράπεζες 90 δις δολ., όταν μόνο από το πακέτο Πόλσον είχαν καρπωθεί 700 δις).
Σε ό,τι αφορά τη μείωση των δημόσιων δαπανών, κεντρική θέση κατέχουν η μείωση των δαπανών για μισθούς στο δημόσιο, με τη μείωση των επιδομάτων κατά 10%, το πάγωμα των αμοιβών άνω των 2.000, τη μείωση στο 1/3 των συμβασιούχων, τη μείωση των προσλήψεων στην εκπαίδευση ως και 70%, την πρόσληψη ενός υπαλλήλου για κάθε πέντε που συνταξιοδοτούνται στο δημόσιο). Ας σημειωθεί ότι το ψαλίδισμα των εργατικών αμοιβών είναι καθολική στόχευση του ΠΣΑ, που εκτιμά ότι θα υπάρχει μείωση του πραγματικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος κατά 1% την περίοδο 2011-2013. Αν αυτό συσχετιστεί με την εκτίμησή του για τον πληθωρισμό (1,8-1,9%), είναι φανερό ότι οδηγούμαστε σε μια άμεση μισθολογική απώλεια της τάξης του 3% ετησίως.
Κεντρική επίσης επιδίωξη είναι η μείωση των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης (μόνο το 2010 κατά 9,7%, κυρίως λόγω της μείωσης των δαπανών υγείας), η μείωση των λειτουργικών δαπανών κατά 10,8% λόγω μείωσης των δαπανών για κρατικές προμήθειες, των επιχορηγήσεων δημόσιων φορέων κ.ά. (μια κατεύθυνση που θα θέσει σε δοκιμασία πολλές από τις υπάρχουσες μορφές κρατικομονοπωλιακής διαπλοκής, ιδίως των μικρότερων επιχειρήσεων).
Είναι χαρακτηριστικό το πώς αποτιμά το ίδιο το ΠΣΑ τη συμβολή κάθε παράγοντα στη μείωση των δαπανών: από τα 1.825 εκ. ευρώ που θα μειωθούν οι κρατικές δαπάνες το 2010, τα 650 θα προέλθουν από τις περικοπές στα επιδόματα και τα 75 από τις υπερωρίες, τα 150 από την αναστολή των προσλήψεων και τα 50 από τη μείωση των συμβασιούχων, τα 540 από τη μείωση των επιχορηγήσεων στα ασφαλιστικά ταμεία και μόνο τα 360 εκ. από την πολυδιαφημισμένη μείωση των λειτουργικών δαπανών.
Εξίσου χαρακτηριστικό είναι και το εξής (26): ενώ οι δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ θα πέσουν από 52% το 2009 σε 47,7% το 2013 (4,3%). τα έσοδα θα ανέλθουν από 39,3% το 2009 σε 45,7% το 2013 (6,4%), Πράγμα που σημαίνει ότι γύρω από την «αντιμετώπιση του ελλείμματος» στήνεται όχι μια ειλικρινής επιχείρηση «σωτηρίας της εθνικής οικονομίας», αλλά ένας γιγάντιος μηχανισμός έμμεσης εκμετάλλευσης και ανακατανομής του κοινωνικού πλούτου υπέρ του κεφαλαίου. Αν, μάλιστα, αυτό συνδυαστεί με τις προαναφερθείσες μισθολογικές κατευθύνσεις του ΠΣΑ, τότε γίνεται φανερό ότι οδεύουμε σε μια μακρά περίοδο όχι μόνο σχετικής αλλά και απόλυτης εξαθλίωσης μεγάλων τμημάτων της εργαζόμενης πλειοψηφίας.
Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε και το «εντατικό πρόγραμμα μετοχοποιήσεων, ιδιωτικοποιήσεων και αναδιαρθρώσεων στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας», το οποίο θα δημιουργήσει έσοδα ύψους 2,3% του ΑΕΠ μέσα στα επόμενα χρόνια» (28-9 και 59-60) και θα οδηγήσει στη «μείωση ή εξάλειψη του κρατικού ελέγχου στις περισσότερες οικονομικές δραστηριότητες εκτός των δημόσιων αγαθών και στη συνεχιζόμενη κατοχή μετοχών σε τομείς στρατηγικής σημασίας για το δημόσιο συμφέρον και την εθνική ασφάλεια» (59). Για την έκταση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων είναι ενδεικτικό το εξής: από αυτό θα εξασφαλιστούν 2,5 δις ευρώ το 2010 και συνολικά 5,6 δις την επόμενη τριετία, όταν η συμμετοχή του δημοσίου στις εν λόγω επιχειρήσεις υπολογίζεται σε 9,224 δις ευρώ. Που σημαίνει ότι την επόμενη τριετία, το δημόσιο θα εκποιήσει το 60^ της περιουσίας του!

Μέτωπο πάλης κατά ΕΕ και κεφαλαίου

Η ίδια η ύπαρξη και ο χαρακτήρας του ΠΣΑ, ο τρόπος κι ο λόγος για τον οποίο καταρτίστηκε, ο θεσμός στον οποίο θα λάβει την τελική έγκριση και οι μηχανισμοί που θα ελέγχουν -ασφυκτικά και εκ του σύνεγγυς- την υλοποίησή του παραπέμπουν ευθέως και εντελώς ωμά και ανοιχτά στην ΕΕ και στο πλαίσιο που εκ των πραγμάτων θέτει η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν. Δικαιώνεται, έτσι, η λογική της αντικαπιταλιστκής Αριστεράς που χρόνια τώρα υποστηρίζει ότι όποιο πρόβλημα κι αν προσπαθήσει να αντιμετωπίσει το κίνημα, δεν μπορεί παρά να συγκρουστεί με την ΕΕ, τις οδηγίες, τις δεσμεύσεις τη συνολική της φύση και το χαρακτήρα της.
Βεβαίως, αυτή η λογική δεν έχει καμιά σχέση με την εκσυγχρονισμένη λογική της «ψωροκώσταινας», που βλέπει το ΠΣΑ να κατατίθεται στα πόδια της Μέρκελ και του Σαρκοζί, ή με τις νεοεξαρτησιακές προσεγγίσεις του ΚΚΕ, που θεωρούν ότι έτσι εκχωρούνται τα πάντα στο διευθυντήριο των Βρυξελλών ή με τις καρατζαφερικές εθνικοανεξαρτησιακές κορώνες.
Το ΠΣΑ, πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα αποτελεί ένα σκαρίφημα στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου για τη μακροπρόθεσμη ανάταξη της οικονομικής κερδοφορίας και της πολιτικής κυριαρχίας του. Ένα σχέδιο που απηχεί, κατά μείζονα λόγο, τις επιδιώξεις των ισχυρότερων μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου, που διαθέτουν πολυεθνική διαπλοκή και λειτουργούν με όρους καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης» και ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Ταυτόχρονα το ΠΣΑ απηχεί και τους όρους που θέτουν οι ισχυροί ευρωπαϊκοί πολυεθνικοί κολοσσοί και τα ιμπεριαλιστικά κράτη της πρώτης γραμμής ως κυρίαρχο πλαίσιο λειτουργίας της ΟΝΕ και της ΕΕ – γιατί ασφαλώς αυτοί οι οργανισμοί δεν είναι ένας κόσμος «όμορφος και αγγελικά πλασμένος», αλλά ένα σφαγείο των μισθωτών που οικοδομείται με βάση και τις ενδοαστικές συγκρούσεις και το συσχετισμό δύναμης μεταξύ των κεφαλαίων.
Ας μην ξεχνάμε, συνεπώς, τις δηλώσεις αρκετών εκπροσώπων του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου, που λένε ευθέως πως «ακόμα κι αν δεν υπήρχε η ΕΕ, θα έπρεπε από μόνοι μας να διαμορφώσουμε ένα ΠΣΑ» ή ότι οι ελεγκτές της ΕΕ θα πηγαίνουν χέρι χέρι με τους εξίσου άτεγκτους τεχνοκράτες των εγχώριων διϋπουργικών επιτροπών στο κυνήγι της χωρίς παρεκκλίσεις υλοποίησης του ΠΣΑ..

Συντάξεις πείνας άνεργοι – σκλάβοι

Η αναδιαρθρωτική πλευρά περιλαμβάνει αλλαγές που στοχεύουν στην «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην αντιμετώπιση των στρεβλώσεων της αγοράς και στην αντιμετώπιση των ζητημάτων της διακυβέρνησης, της διαφάνειας και της υποχρέωσης λογοδοσίας.
Τέτοιος χαρακτήρας, πέραν του άμεσα «εισπρακτικού», αποδίδεται στην αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, στην αναδιάταξη των δημόσιων δαπανών σε αποτελεσματικούς τομείς (17), στη μείωση των εργαζόμενων στο δημόσιο, στον έλεγχο του λογαριασμού μισθοδοσίας τους μέσω Ενιαίας Αρχής Πληρωμών (25), στη μείωση των επιπέδων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην ομαδοποίηση και δραστική μείωση του αριθμού των δημόσιων οργανισμών που συνδέονται με τις τοπικές αρχές (Καλλικράτης).
Βασική αναδιαρθρωτική παράμετρος του ΠΣΑ είναι οι αλλαγές στην ασφάλιση, όπου προωθούνται μέτρα «εξορθολογισμού δαπανών, αύξησης της βάσης των εσόδων… αλλά και θεσμική μεταρρύθμιση» (41). Ο στόχος είναι «ο διαχωρισμός της κοινωνικής ασφάλισης και των λειτουργιών κοινωνικής πρόνοιας του συστήματος… και η εγγύηση τόσο της παροχής ενός δικτύου κοινωνικής πρόνοιας για τους ηλικιωμένους όσο και του περιορισμού του ελλείμματος του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Ο πρώτος στόχος θα πρέπει να επιτευχθεί με την εισαγωγή μιας μη ανταποδοτικής σύνταξης στους πολίτες, ενώ ο δεύτερος θα επιτευχθεί κυρίως μέσα από την αποκατάσταση της σχέσης μεταξύ του επιπέδου των συντάξεων και του ύψους των συσσωρευμένων εισφορών κοινωνικής ασφάλισης». Μάλιστα, γίνεται η πρωτοφανής εκτίμηση ότι «υπάρχει σημαντικό περιθώριο για τη μείωση της συνεισφοράς του κρατικού προϋπολογισμού στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα» (42), η οποία υλοποιείται «αυθωρεί και παραχρήμα» με τον προϋπολογισμό του 2010, που μειώνει την κρατική χρηματοδότηση στο συνταξιοδοτικό σύστημα από 6,6% του ΑΕΠ το 2009 στο 6%, με προοπτική το 5,2% το 2012 (43). Το παζλ συμπληρώνουν οι μεταρρυθμίσεις στον ΟΓΑ -κυρίως η αύξηση της εισφοράς κατά 1%-, που θα μειώσει τις πιστώσεις του προϋπολογισμού στο εν λόγω ταμείο από 2,6% το 2010 σε 2% το 2012.
Κεντρική θέση στο αναδιαρθρωτικό τμήμα του ΠΣΑ κατέχουν οι λεγόμενες ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης (50-51), που υιοθετούν την «αρχή των αμοιβαίων υποχρεώσεων, σύμφωνα με την οποία οι αναζητούντες εργασία θα κάνουν ενεργή αναζήτηση με αντάλλαγμα στοχοθετημένες ενέργειες που θα τους βοηθήσουν να βρουν εργασία», την «υποχρεωτική συμμετοχή για όλους τους ανέργους νέους σε πρόγραμμα κατάρτισης στην αναζήτηση εργασίας, μετά το πέρας ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος ανεξάρτητης αναζήτησης», την «ολοκλήρωση της συγχώνευσης των αρμόδιων γραφείων για την καταβολή του επιδόματος με τα αρμόδια γραφεία για τα μέτρα επαναφοράς στην αγορά εργασίας», τη «μετατροπή των επιδομάτων ανεργίας σε μέτρα υποστήριξης της απασχόλησης», τη «μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας με … την επιδότηση του κόστους κοινωνικής ασφάλισης για την πρόσληψη νέων»,την «ίδρυση ΣΔΙΤ που εστιάζονται στη βελτίωση των υπηρεσιών της αγοράς εργασίας».
Πολύ σημαντική είναι και η «δημιουργία ανεξάρτητης υπηρεσίας προϋπολογισμού, από τεχνοκράτες που θα ελέγχει σε μηνιαία βάση τους δημοσιονομικούς λογαριασμούς» (34), καθώς και η αλλαγή στον τρόπο κατάρτισης του προϋπολογισμού με μετάβαση σε προϋπολογισμούς προγραμμάτων, «αυστηρό έλεγχο και αιτιολόγηση των επιμέρους δαπανών» (35) και «από μηδενικής βάσης αξιολόγηση του κάθε στοιχείου των δαπανών του προϋπολογισμού του 2011» (31, 36). Νέος νόμος για τη διαδικασία κατάρτισης, παρακολούθησης και εκτέλεση του προϋπολογισμού θα κατατεθεί στα μέσα του 2010.
Τέλος, εδώ εντάσσονται η αναδιάρθρωση των κρατικών δαπανών και ώστε να υπάρξει αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, η αναθεώρηση του επενδυτικού νόμου μέσα στο 2010 (θα προβλέπει πρόσθετα κίνητρα για δραστηριότητες πράσινης ανάπτυξης, παραγωγική αναδιάρθρωση αγροτικού τομέα, σύσταση καινοτόμων επιχειρήσεων, προώθηση εξαγωγών κ.λπ.» (48), η σύσταση Ελληνικού Αναπτυξιακού Ταμείου και η βελτίωση και η διευκόλυνση της εφαρμογής του νόμου για τις ΣΔΙΤ (48).

 

ΠΗΓΗ: Κυριακάτικη εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 24/01/2010

Tο καλό παράδειγμα …

Tο καλό παράδειγμα

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Είχαμε γράψει σε πρόσφατο άρθρο ότι το όνειρο του Νεοέλληνα υπήρξε κατ' εξοχήν βραχύβιο. Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα, για την οποία οι κατά καιρούς κυβερνώντες δεν μας είχαν προετοιμάσει, αλλά ούτε και εμείς θελήσαμε να προετοιμαστούμε προς αντιμετώπισή της, όπως ακριβώς δεν θέλαμε να αναρωτηθούμε πώς προέκυπταν εκείνα τα εντυπωσιακά κέρδη κατά την αρχική φάση του μεγάλου στημένου παιχνιδιού του χρηματιστηρίου.

Τώρα καλούμαστε να κατανοήσουμε την κρισιμότητα των περιστάσεων και να αποδεχθούμε αδιαμαρτύρητα τις θυσίες που πρέπει να υποστούμε προς αποφυγή καταρρεύσεως της οικονομίας της χώρας.

Εκείνο το οποίο καθιστά δυσχερή την αποδοχή των θυσιών είναι η πλήρης αναξιοπιστία των πολιτικών (όχι αποκλειστικά των σήμερα κυβερνώντων). Ούτε ευθύνες για την ως τώρα κακοδιαχείριση έχουν αναλάβει (αποδεικτική η πρόσφατη εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού για το θέμα της οικονομίας) ούτε διάθεση να ελαφρύνουν τους πλουτίσαντες κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ούτε τη δύναμη να κατοχυρώσουν ότι απόμεινε διαθέτουν. Εκείνο όμως που δεν αναφέρεται διόλου είναι ότι όχι μόνον οι καλλιεργήσαντες τη διαπλοκή αλλά και μεγάλο μέρος του λαού ωφελήθηκε από την κατασπατάληση πόρων κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μηδέ και των γεωργοκτηνοτρόφων εξαιρουμένων, αυτών που τώρα βρίσκονται σε κατάσταση απόγνωσης. Αφού η Πολιτεία εμφύσησε σ' αυτούς το πνεύμα του ατομισμού, κυρίαρχη αντίληψη του καπιταλισμού, τους εξώθησε στη διάλυση των συνεταιρισμών και στη σπατάλη για την αγορά πλεονάζοντος μηχανικού εξοπλισμού, προκειμένου να αυξήσουν τα κέρδη τους οι βιομηχανίες της Δύσης.

Το ίδιο πνεύμα με την Πολιτεία καλλιέργησε και η τοπική Αυτοδιοίκηση. Έχοντας να αντιμετωπίσει πλείστα όσα προβλήματα, την επίλυση των οποίων μετέφερε σ' αυτήν η κεντρική Εξουσία χωρίς να μετακινήσει και αναλόγους πόρους, αναλώθηκε στη διάθεση σημαντικών κατ' έτος ποσών για λεγόμενες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ο όροι παράδοση και πολιτισμός στις ημέρες μας είναι τραγικά παρεξηγημένοι. Σχετίζονται με τη σπατάλη προς στήριξη τόσο των διονυσιακών εκδηλώσεων της Αποκριάς, της μόνης ίσως κληρονομιάς των αρχαίων προγόνων μας που αναγνωρίζουν αρκετοί από τους πρωταγωνιστές του εθίμου, και προς στήριξη της πληθώρας των θερινών εκδηλώσεων, κατά τις οποίες ακριβοπληρωμένοι εκπρόσωποι του καλλιτεχνικού κόσμου απομυζούν τα ισχνά κονδύλια της τοπικής Αυτοδιοίκησης προς δωρεάν τέρψη του λαού του άρτου και του θεάματος.

Βέβαια δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι πλείστες όσες τοπικές αρχές έχουν καταστεί δέσμιες των πρωταγωνιστών και "υπευθύνων" των εκδηλώσεων αυτών αλλά και μερίδας επαγγελματιών, οι οποίοι επωφελούνται από την αυξημένη κίνηση, και παρά την καλή τους θέληση να περικόψουν τα ποσά που σπαταλώνται, δεν τολμούν να αποφασίσουν αναλογιζόμενοι το πολιτικό κόστος, καθώς αντιγράφουν τη συλλογιστική της κεντρικής Εξουσίας. Και για να είμαστε πλέον ακριβείς δεν είναι μικρό το τμήμα εκείνο του λαού που επιθυμεί να συνεχιστεί η σπατάλη, έστω και αν αντιμετωπίζει οξυμμένα οικονομικά προβλήματα.

Το κατ' εξοχήν γνώρισμα της κεντρικής Εξουσίας υπό το καθεστώς της λεγόμενης οικονομίας της αγοράς είναι η αναλγησία προς αντιμετώπιση προβλημάτων κοινωνικής πρόνοιας. Στον τομέα αυτό καλείται η τοπική Αυτοδιοίκηση να αποστασιοποιηθεί και να επωμισθεί το χρέος έναντι των αποκλήρων της κοινωνίας που καθίστανται ημέρα με την ημέρα και περισσότεροι. Πρέπει όμως προς την κατεύθυνση αυτή να υποστηριχθεί από όλους εκείνους που αποτελούν τη σιωπηλή πλειονοψηφία, από εκείνους που περιφέρονται από γραφείο σε γραφείο για να εξασφαλίσουν μια δίμηνη σύμβαση εργασίας για τον άνεργο γυιό τους και δεν επιθυμούν να ξεσαλώνουν ένα βράδυ με δωρεάν κρασί! Αυτοί μπορούν να δείξουν τη θέλησή τους με την παρουσία τους ή μη στα δρώμενα. Αν ο λαός δεν εκδηλώσει τη θέλησή του, η τοπική Εξουσία θα συνεχίσει την σπατάλη και των τελευταίων ποσών που διαθέτει. Βέβαια πολύ θα βοηθούσε η δημοσιοποίηση, μετά το τέλος των εορταστικών εκδηλώσεων, ενός απολογισμού της δαπάνης. Τότε ο λαός θα αντιδρούσε διαφορετικά. Προς το παρόν ας αναλογισθεί ο καθένας,  τί μπορεί να πράξει προσωπικά. Μια πρώτη κίνηση είναι η μείωση της φλυαρίας μας μέσω των κινητών τηλεφώνων. Αναλογιζόμαστε πόσο μας κοστίζει (σε χρήμα και σε υγεία);   

Ίσως είναι αργά για αλλαγή αποφάσεων εν όψει της προσεχούς Αποκριάς. Καλό είναι να ληφθούν τα γραφόμενα υπ' όψη πριν από τις εκδηλώσεις του θέρους και του χρόνου. Η κρίση θα διαρκέσει και θα επιδεινωθεί. Κανείς δεν τολμά να μας διαβεβαιώσει περί του αντιθέτου.

                                                           

"ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 24-01-2010      

             

 

Tα οικονομικά μας

Tα οικονομικά μας

 

Του Απόστολου Παδημητρίου

 

 

Αν και δεν έχουν ανακοινωθεί επίσημα από την κυβέρνηση τα οικονομικά μέτρα για τη μείωση του δημοσίου χρέους, από τα σχόλια των ΜΜΕ αντιλαμβανόμαστε ότι για μία ακόμη φορά θα κινηθούμε προς την κατεύθυνση της μείωσης του εισοδήματος και της όποιας περιουσίας των οικονομικά ασθενεστέρων, ενώ οι κατέχοντες θα εξακολουθούν να απολαμβάνουν τα κτηθέντα χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο να απωλέσουν σημαντικό μέρος αυτών.

Η σκέψη να δοθούν κίνητρα για τον "επαναπατρισμό" κεφαλαίων που έχουν κατατεθεί σε τράπεζες άλλων χωρών μαρτυρεί ότι η Κυβέρνηση ευρισκόμενη σε θέση αδυναμίας θα εκλιπαρήσει αυτούς που φυγάδευσαν τεράστια ποσά, τα οποία απέκτησαν αδιαφανώς, να τα μεταφέρουν σε εγχώριες τράπεζες. Αλλά ο όρος επαναπατρισμός, που χρησιμοποίησα σε εισαγωγικά είναι ολότελα ατυχής στην προκειμένη περίπτωση, καθώς όλοι μας γνωρίζουμε ότι το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα. Το έδειξαν αυτό πλείστοι όσοι εφοπλιστές, οι οποίοι υψώνουν στα πλοία τους σημαία ευκαιρίας και όσοι άλλοι πλουτοκράτες διαχρονικά φυγαδεύουν τα υπερκέρδη τους στις ελβετικές, κυρίως, τράπεζες.

            Εκείνο που έχει διαφύγει της προσοχής μας είναι ότι η χώρα μας, κατά τη διαχείριση των οικονομικών της, βρίσκεται υπό επιτήρηση. Αυτό συνιστά είδος κατοχής, όσο και αν δεν θέλουμε να αποδεχθούμε την πραγματικότητα. Εξωθεσμικοί φορείς συντάσσουν εκθέσεις για την κατάσταση της οικονομίας μας και αυτές καθορίζουν αποφασιστικά τους όρους του δανεισμού της χώρας. Η Ενωμένη Ευρώπη κυβερνάται από διευθυντήριο πλήρως υποταγμένο στους οικονομικά ισχυρούς και μέσω της οικονομίας επιχειρεί την επέκταση της επιτήρησης σε πλείστους όσους άλλους τομείς, όπως εθνικά θέματα, εξωτερική πολιτική, παιδεία.

            Το ερώτημα που δεν τίθεται προς απάντηση είναι: Πώς φθάσαμε ως εδώ; Ήσαν τόσο αδαείς οι διευθύνοντες τα οικονομικά μας κατά την τελευταία τριακονταετία, ώστε να αδυνατούν να αντιληφθούν την πορεία της οικονομίας της χώρας; Γιατί παραμυθίαζαν όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις τον λαό μας με το ευρωπαϊκό όραμα; Τί απέγινε αυτό; Πού οι ισχυρές οικονομίες; Πού η αφθονία της παραγωγής; Πού οι θέσεις εργασίας; (Και αυτά όχι μόνο για τη χώρα μας). Η ΕΕ κινείται σε ξέφρενη πορεία προς την κατάρρευση και αυτοί που την οδήγησαν εδώ καλούνται να την επαναφέρουν σε πορεία ευημερίας. Πώς; Με αλλαγή πολιτικής; Ασφαλώς όχι. Η πολιτική είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Αλλά τότε πώς; Με τη διάδοση του μύθου ότι τα φαινόμενα κρίσης οφείλονται σε συγκυρίες της αγοράς (εξωανθρώπινες;) και ότι η κλονισμένη αγορά θα ανακάμψει γρήγορα. Αλλά η οικονομία δεν είναι επιστήμη κατά το πρότυπο των θετικών επιστημών. Είναι σειρά μέτρων και κινήσεων, τα οποία υπαγορεύονται από την απληστία των οικονομικά ισχυρών. Δεν υπάρχουν συγκυρίες στο χρηματιστήριο παρά έξυπνα παιχνίδια που παίζονται σε βάρος των αφελών, που έχουν ως όνειρο να χαμογελάσει κάποτε και σ' αυτούς η "θεά" τύχη! Δεν υπάρχουν νόμοι που καθορίζουν την ανεργία, υπάρχει απληστία των εργοδοτών για κέρδη. Δεν υπάρχει υγιής ανταγωνισμός, υπάρχει συμπαιγνία των οικονομικά ισχυρών για καταλήστευση παραγωγών και καταναλωτών. Και αν κάποτε χάνουν και οικονομικά ισχυροί, είναι γιατί ταυτόχρονα κερδίζουν τα χαμένα οικονομικώς ισχυρότεροι. Και τότε σπεύδουν οι κυβερνήσεις να τονώσουν την αγορά προσφέροντας άφθονο χρήμα, που όλως περιέργως  ανευρίσκεται σε κατάσταση πλήρους ανέχειας.

            Ας δεχθούμε ότι οι μεγάλοι καταθέτες του εξωτερικού ευαισθητοποιούνται από την έκκληση της Πολιτείας και επαναφέρουν τα χρήματά τους εδώ. Ποιά θα είναι η συνέχεια; Θα προβούν σε παραγωγικές επενδύσεις; Αλλά υπάρχει εχέφρων που θα ισχυριστεί ότι θα καταστούμε ξαφνικά ανταγωνιστικοί εμείς οι άκρως σπάταλοι ενεργαιακά, από τη Βουλή ώς την καλύβα; Θα το καταφέρουμε ακόμη και αν εξωθήσουμε όλους τους Έλληνες στην ανεργία απασχολούντες αποκλειστικά μετανάστες αμοιβόμενους με ημερομίσθια Κίνας; Ας μη μας διαφεύγει ότι η τριακονταετία που πέρασε υπήρξε ολέθρια για την ελληνική βιομηχανία. Ας μη μας ξεγελά η απασχόληση σε κατασκευή έργων υποδομής. Όπου νάναι κι αυτά τελειώνουν, μαζί με τα πολυσυζητημένα προγράμματα σύγκλησης, τα οποία δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως αξιοποιήσαμε κατά τρόπο ικανοποιητικό. Πάντως κάποιοι επωφελήθηκαν αρκούντως από αυτά και σχημάτισαν την τάξη των νεοπλούτων. Οι παρούσες συνθήκες λοιπόν δεν ευνοούν την αύξηση της παραγωγής, συνεπώς ούτε τη μείωση της ανεργίας. Το ξαναγράψαμε ότι μόνο υπό συνθήκες ισχυρού κρατικού προστατευτισμού θα καταστεί εκ νέου δυνατή αυτή.

            Αλλά όταν είχαμε τον προστατευτισμό επωφεληθήκαμε στο έπακρο, ώστε να καλλιεργήσουμε συνείδηση απαξίας του Κράτους και προσωπικής ραστώνης. Η δημόσια επιχείρηση έγινε φέουδο του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος και ο εργαζόμενος σ' αυτή κατέστη σατραπίσκος, κηφήνας ή διαπλεκόμενος (οι εξαιρέσεις δεν αίρουν τον κανόνα) με τον ιδιώτη ομοϊδεάτη του, ώσπου καταλήξαμε στην υπέρβαση των κομματικών μικροτήτων: Η διαπλοκή είναι πλέον υπερκομματική! Σήμερα οι πιέσεις κινούνται προς την κατεύθυνση της οικονομικής τιμωρίας των δημοσίων υπαλλήλων, προς τους οποίους στρέφουν τα πυρά όχι ολίγοι στενάζοντες ελεύθεροι επαγγελματίες. Αλλά όλοι μας πλέον τιμωρούμαστε μέσω της ανεργίας των τέκνων μας.

            Η Κυβέρνηση προτίθεται να επιβάλει τη χρήση ταμειακών μηχανών ακόμη και στις λαϊκές μηχανές. Εμφανίζονται μάλιστα και κάποιοι που δηλώνουν σε συνεντεύξεις, πιθανόν στημένες, ότι επικροτούν το μέτρο! Όλα δείχνουν ότι η κοινωνία μας έχει αρκετά εξαμερικανισθεί. Έχουμε γίνει "αμερικανάκια"!

            Ο λαός πρέπει να συνειδητοποιήσει επί τέλους ότι υπήρξε θύμα ενός μικρού ονείρου κατ' αναλογία προς το μεγάλο αμερικανικό, το οποίο επίσης δείχθηκε απατηλό. Ας επανέλθει στις ρίζες του, από τον οποίο τον απομάκρυναν, όχι και πολύ βίαια, και ας υιοθετήσει εκ νέου τον παραδοσιακό τρόπο ζωής: Επιστροφή στη φύση και επίδοση στην πρωτογενή παραγωγή, την οποία καταπολεμά με πάθος η ΕΕ της στρεβλής πολιτικής μέσω της ανοχής της καταλήστευσης των γεωργοκτηνοτρόφων. Συγκράτηση των οικογενειακών δαπανών. (Τί να κάνουμε κάποιοι επαγγελματίες θα υποστούν τις συνέπειες). Καλλιέργεια της ολιγάρκειας στη νέα γενιά. Ελπίδα για το μέλλον. Όχι πως δεν θα επαναληφθούν "συγκυρίες" όπως αυτές που δοκιμάσαμε, καθώς οι ισχυροί πασχίζουν να μας "απαλλάξουν" και από το τελευταίο μας ευρώο. Αλλά όλα τα δεινά έχουν κάποιο τέλος στην ανθρώπινη ιστορία. Ως τότε, ας στρέφουμε κάπου κάπου την προσοχή μας προς εκείνους τους συνανθρώπους μας που είναι απόκληροι της κοινωνίας και δεν φοβούνται τις "συγκυρίες", καθώς δεν έχουν κάτι να χάσουν.

 

                                                                        "ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 10-01-2010

Η ανισότητα στις διακρατικές σχέσεις

Η  ανισότητα στις διακρατικές σχέσεις

 

Του Χρήστου Τσουκαλά

 

 «Ζούμε σε ένα κόσμο ανισότητας και ποικιλότητας». Σ' ένα πλανητικό χωριό των μέγιστων   διαστάσεων και του ελάχιστου χρόνου  για τη διάνυσή τους. Παγκοσμιοποιημένο και ιμπεριαλιστικό.  Με ποικίλες αλληλεξαρτήσεις, αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις,    τοπικούς πολέμους ενταγμένους σε πλανητικές  και πάλι στρατηγικές. «Σκέψου πλανητικά, δράσε τοπικά» παροτρύνει εξ άλλου ένα οικολογικό σύνθημα. Με τις αναγκαίες προσαρμογές θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης,  των πολέμων, των δημογραφικών ανισορροπιών και άλλων ίσως μεγάλων προκλήσεων. Αν δεν σκεφθούμε πλανητικά, διαλεκτικά και ολιστικά  δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε, να ερμηνεύσουμε, τις εξελίξεις, τις μεγάλες ανατροπές της εποχής μας και να απαντήσουμε αποτελεσματικά.

Αν εξαιρέσουμε τους κροίσους και αυτούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα,  που μπορούν  να ζήσουν ή και να μη ζήσουν οπουδήποτε σχεδόν,  οι υπόλοιποι κοινοί θνητοί ζούμε σε  κράτη και η ζωή μας επηρεάζεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, κάποτε η ίδια η ύπαρξή μας, από τη γενικότερη δομή τους, τις σχέσεις τους, τις συγκρούσεις τους, από τη θέση τους, από το ρόλο τους στην παγκόσμια σκακιέρα και τελικά  από την όλη τους ισχύ.

Συγκεκριμένα  ανάμεσα στις περίπου διακόσιες (200) χώρες του πλανήτη παρατηρούνται πολλαπλές ανισότητες:

      α) στον πληθυσμό : 1η η Κίνα  με  1. 324. 655. 000 κατοίκους, ενώ το Λιχτενστάιν έχει μόνο 35.000 , είναι δηλαδή 37.847 φορές μικρότερο(!)  και υπάρχουν δεκάδες χώρες με πληθυσμό λιγότερο από ένα εκατομμύριο. Τελικά οι (6) έξι μεγαλύτερες σε πληθυσμό χώρες έχουν το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού και οι υπόλοιπες 200 το άλλο το 50%.

      β) στο ρυθμό αύξησης  του πληθυσμού που κυμαίνεται από  +10% (ετήσια μεταβολή) για το  Κατάρ  έως  -1%   για τη  Γεωργία (στοιχεία 2008)

    γ) στη γεννητικότητα που ποικίλει από τα 7,15 παιδιά ανά γυναίκα στο Νίγηρα έως τα  1,02 στο Χονγκ Κονγκ (2008)

    δ) στο Μέσο Όρο Ζωής που κυμαίνεται από τα  82,7 χρόνια για την  Ιαπωνία έως τα 44  για το Αφγανιστάν

      ε) στην  έκταση  που η Ρωσική Ομοσπονδία είναι το μεγαλύτερο κράτος της Γης με 17.075.200 χλμ², ενώ το Ναούρου είναι το μικρότερο με 21 μόνο τετραγωνικά χιλιόμετρα.

   στ)στην οικονομία (ΑΕΠ)  που έρχονται  1ες οι   Ηνωμένες Πολιτείες  με 14,204,322 εκατομμύρια $ και  182η   το Κιριμπάτι  με 131  εκατομμύρια $.  Οι πλουσιότερες 6 χώρες (το παλιό G6) διαθέτουν το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αν και έχουν μόνο το 10,2% του παγκόσμιου πληθυσμού.  Τώρα  μέσα σε αυτό το πλούσιο 10% υπάρχει άλλο ένα 10%  αυτού,  που καρπώνεται το 50% του ΑΕΠ των πλουσίων χωρών (δηλαδή το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού καρπώνεται τουλάχιστον το 1/4 (25%) του παγκόσμιου πλούτου)1*.  Μια ανισότητα,  μια ίδια σχέση, μια ίδια δομή στη μικρή και στη μεγάλη κλίμακα,  και εντός των κρατών  μα και μεταξύ τους, πλανητικά.  Αλλιώς: στο πεδίο της οικονομίας οι διακρατικές σχέσεις είναι εξίσου άνισες  με τις ταξικές σχέσεις εντός των χωρών ή εξίσου ταξικές. Αυτό το 1% κατορθώνει να κυριαρχεί πάνω σε ολόκληρο τον πλανήτη χρησιμοποιώντας ως μηχανισμούς, ως όργανά του, μια σειρά  από  διεθνείς οργανισμούς,   συμμαχίες,  περιφερειακές καπιταλιστικές  ολοκληρώσεις,  τα ίδια τα κράτη, τους φορολογικούς παραδείσους ακόμα.  (Κατά το  περιοδικό  Forbes    οι δισεκατομμυριούχοι του πλανήτη ήταν 800 το 2009 και οι πρώτοι από αυτούς διέθεταν περιουσίες 40 δις $ την ίδια στιγμή που ένα σχεδόν δισεκατομμύριο  άνθρωποι πεινούν.)

      ζ)   στο  κατά κεφαλήν  εισόδημα  με 69,737 $ που αναλογούν στον κάτοικο του Λουξεμβούργου  ενώ στον Αιθίοπα μόνο 113 $ ετήσιο εισόδημα.(2008)

 η) στο ρυθμό αύξησης του  ΑΕΠ  που παίζει από το -13.79% (Ισλανδία)  μέχρι +8.23% για το  Αζερμπαϊτζάν  (2008)

     ι) στη στρατιωτικές δαπάνες  με 1η   χώρα τις ΗΠΑ  οι οποίες δαπανούν το 41.5% του 1.464 δις $ που δαπανάται παγκοσμίως, με 2η την  Κίνα με  5.8%,  3η τη  Γαλλία με 4.5% ,  4η το  Ηνωμένο Βασίλειο με 4.5%,  5η τη  Ρωσία με 4.0%.  Έτσι που οι (15)  πρώτες  σε εξοπλισμούς χώρες δαπανούν το 81,4%  του παγκόσμιου ποσού και  όλες οι άλλες 190 χώρες το υπόλοιπο 18,6%.(2*)(αποκαλυπτική της σύμφυτης με τον πόλεμο απάτης είναι και  το γεγονός ότι οι δαπάνες αυτές ονομάζονται αμυντικές. Σαν να μπορούσε το  81,4  να απειληθεί από το 18,6.)

Οι παραπάνω ανισότητες  αποτελούν  μικρό μόνο δείγμα  του σχεδόν ανεξάντλητου κατάλογου των ανισοτήτων που παρατηρούνται στις παγκόσμιες διακρατικές σχέσεις. Ας σκεφθούμε ακόμα τις διαφορές στα κρατικά χρέη, στα συναλλαγματικά αποθέματα, στις  πολυεθνικές, στην ανεργία, στα ποσοστά φτώχειας, στα καθεστώτα, στην εγκληματικότητα, στην κοινωνική συνοχή, στην ανισοκατανομή του πλούτου, στις μεταναστευτικές ροές, στις θρησκείες, στις γλώσσες κλπ, κλπ.

Όλη αυτή η τεράστια ποικιλομορφία έχει βέβαια τη θετική της  πλευρά (αποτελεί μάλιστα ανασταλτικό παράγοντα στη βολική ομοιομορφία, που απαιτεί η εμπορευματική παραγωγή, η ‘'αγορά'').Τα κράτη όμως  μετατρέπουν όλες σχεδόν τις  ανισότητες, άλλες σε μεγαλύτερο άλλες σε μικρότερο βαθμό, σε συντελεστές ισχύος, σχηματίζοντας  έναν πλανήτη κρατών με άνιση ισχύ, άδικο και εκμεταλλευτικό.

Όταν λοιπόν τα κράτη συγκρούονται, συγκρίνονται, έρχονται σε επαφή, αναπτύσσουν σχέσεις, συμμαχούν,  σημαντικό κριτήριο αποτελεί και  παίζει σπουδαίο ρόλο η ισχύς τους. Και είναι αυτή που καθορίζει τη μορφή, το είδος, την ίδια την ανισότητα των σχέσεών τους. Έτσι  όταν «οι κεφαλαιοκράτες μοιράζουν τον κόσμο, τον μοιράζουν ανάλογα με τα κεφάλαιά τους, ανάλογα με τη δύναμή τους»      

Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι πανάρχαια επιδίωξη των κρατών είναι η απόκτηση, η αύξηση και η διαρκής διεύρυνση της δικιάς τους ισχύος, εκμηδενίζοντας παράλληλα αυτή των αντιπάλων καθώς και η αποδυνάμωση ή έστω η αποτροπή ισχυροποίησης  των συμμάχων τους.  Αυτή η παμπάλαια επιδίωξη, στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού (ιμπεριαλισμού, αν δεν ενοχλεί), γίνεται επιτακτική ανάγκη, όρος απαράβατος  τόσο για την επικράτηση σε ολόκληρο τον πλανήτη, όσο και για την απλή     επιβίωση.  Τώρα «μια χούφτα (λιγότερο από το ένα δέκατο του πληθυσμού της γης, …….) πολύ πλούσια και ισχυρά κράτη  ληστεύουν όλο τον κόσμο «κόβοντας» απλώς κουπόνια».(3*)…. Εδώ και έναν αιώνα έχει ακόμα  γραφεί: «Η εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μικρών ή αδύναμων εθνών από μια χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη…»(3*).  Αυτό ισχύει περισσότερο τώρα που  η  ‘‘Αγορά'' είναι παγκόσμια και τείνει να γίνει  σε μεγαλύτερο βαθμό, για τα  καταναλωτικά αγαθά, τις  υπηρεσίες, τα εμπορεύματα, την ενέργεια, τα δάνεια, τα ομόλογα, τις μετοχές, τις προθεσμιακές αγορές κλπ.

Επίκαιρο παράδειγμα ανισότητας και εκμετάλλευσης των αδύναμων μικρών χωρών από τις πλουσιότερες και ισχυρότερες  είναι  και τα επιτόκια με τα οποία δανείζονται τα κράτη από τις διεθνείς αγορές. Πχ το  Ελληνικό  κράτος  δανείζεται  με επιτόκιο ως και 3% παραπάνω από όσο δανείζεται η Γερμανία και κάθε (1%) μονάδα-πανωτόκι  κοστίζει στα φορολογικά υποζύγια της χώρας μας  900 εκατμ ευρώ.  Η δε «φίλη» και «σύμμαχος» Γερμανία  απαιτεί θυσίες, αποκρατικοποιήσεις (όπως του ΟΤΕ, του Αεροδρομίου της Αθήνας) και συμβάσεις (όπως με τη Siemens).Ανάλογη (με τη δύναμή τους και τη δικιά τους θέση) στάση έχουν και οι άλλες χώρες της Ε.Ε. 

Γενικότερα οι χώρες που θα βρεθούν σε κατάσταση αδυναμίας είτε χρεοκοπούν ( όπως Αργεντινή) είτε υποδουλώνονται από στρατούς κατοχής ( όπως Ιράκ, Αφγανιστάν) είτε απειλούνται στρατιωτικά (όπως Β.Κορέα, Ιράν) είτε εκβιάζονται (όπως Λιβύη, Κούβα) είτε  οι εκλεγμένες τους κυβερνήσεις ανατρέπονται με πραξικοπήματα (όπως παλιότερα στην Ελλάδα, στη Χιλή, πρόσφατα στην Ονδούρα) είτε διαμελίζονται (όπως  η Γιουγκοσλαβία) κλπ.  Έχουμε έτσι την ταυτόχρονη λειτουργία δυο αντιθετικών διαδικασιών: την συντριβή του εκάστοτε αδύναμου κρίκου από τη μια και την ανάδυση νέων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων καθώς οι παλιές παρακμάζουν από την άλλη.

Ιδιομορφία της μετά το 1945 εποχής  η αποφυγή  παγκόσμιων πολέμων. Μόνο που οι στρατιωτικές αναμετρήσεις έχουν αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από τον αδυσώπητο οικονομικό ανταγωνισμό.

Οι συνέπειες όμως και τα θύματα του οικονομικού πολέμου   δεν είναι λιγότερα. Υπάρχουν τα δισεκατομμύρια των πεινασμένων, οι οικονομικοί ‘‘λαθρο''μετανάστες, οι φτωχοί εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, οικονομικοί κολοσσοί (Lehman Brothers) , ολόκληρες αυτοκρατορίες (όπως η Σοβιετική Ένωση).

Οι χώρες που καταρρέουν οικονομικά ακολούθως   χάνουν και την πολιτική τους ανεξαρτησία. Κάποτε    διαμελίζονται κιόλας. «Διεμερίσαντο τά ιμάτιά μου   'εαυτοίς και επί τον    'ιματισμόν μου έβαλον κλήρον».  Γιατί υπάρχουν και σήμερα σταυρωτήδες.

Ο ιμπεριαλισμός  λοιπόν είναι ο συνδυασμός   της ταξικής διάρθρωσης των κοινωνιών,  του κεφαλαίου που ‘'ξεχειλίζει''  και ξεχύνεται στο εξωτερικό μέχρι τις άκρες του πλανήτη,  της υπερεθνικής φύσης του κεφαλαίου, της συσσώρευσης πλούτου σε λίγα χέρια και της ανισότητας ισχύος των κρατών. Πιο απλά  είναι η ανισότητα των διακρατικών σχέσεων

 

1* Παγκόσμια Τράπεζα 2008

2*Οι δέκα πρώτες χώρες σε εξοπλιστικές δαπάνες και η Ελλάδα Χώρα / Αμυντικές δαπάνες (εκατ. δολ.) / Κατά κεφαλήν δαπάνες (δολ.) / % ΑΕΠ

ΗΠΑ / 552.568 / 1.835 / 3,99

Ρωσία / 32.215 / 228 / 1,54

Γαλλία / 60.662 / 993 / 2,37

Γερμανία / 42.108 / 511 / 1,27

Βρετανία / 63.258 / 1.041 / 2,28

Σαουδική Αραβία / 35.446 / 1.284 / 9,40

Ισραήλ / 11.607 / 1.806 / 7,17

Κίνα / 46.174 / 35 / 1,42

 Ινδία / 26.513 / 23 / 2,32

Ιαπωνία / 41.039 / 322 / 0,93

Ελλάδα / 7.000 / 636 / 2,9 Πηγή: Sipri, Institute for Strategic Studies

3*Λένιν «ο ιμπεριαλισμός ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού»

O δανεισμός και οι συνέπειές του

O δανεισμός και οι συνέπειές του 

 

Του Απόστολου Παπαδημηρίου

 

Πολύς ο λόγος τις τελευταίες ημέρες για την οικονομική κατάσταση της χώρας μας. Η φήμη βέβαια για επικείμενη πτώχευση διαψεύσθηκε κατηγορηματικά τόσο από κυβερνητικούς παράγοντες, όσο και από αρμοδίους της ΕΕ. Πόσο όμως ανακουφιστική πρέπει να είναι για όλους μας η διαβεβαίωση ότι δεν κινδυνεύουμε με οικονομική κατάρρευση;

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι το δημόσιο χρέος διογκώθηκε υπέρμετρα σε περίοδο τριακονταετίας (1980-2009). Από το ύψος του 30% περίπου του ΑΕΠ αυτό εξακοντίστηκε στο δυσθεώρητο ύψος του 110% και πλέον του ΑΕΠ. Υπήρξε αυτή η περίοδος, κατά την οποία έρευσε άφθονο χρήμα στην αγορά και καλλιεργήθηκε στην μέσο Έλληνα η εντύπωση ότι αυτό ήταν προϊόν του κόπου του. Ο εθισμός στον καταναλωτισμό (κάθε εθισμός είναι επικίνδυνος) δεν του επέτρεψε να συνειδητοποιήσει τη διαρκή συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγής λόγω του αγρίου ανταγωνισμού στην ενοποιημένη παγκόσμια αγορά, στην οποία απαγορεύεται κάθε προστατευτική υπέρ της εγχώριας παραγωγής παρέμβαση.

Κατά το διάστημα αυτό τα κοινοτικά κονδύλια διατέθησαν, ως επί το πλείστον σε μη παραγωγικές επενδύσεις, και η διαπλοκή εισήχθη ως οικονομικός όρος στην καθομιλουμένη γλώσσα. Οι ελπίδες στράφηκαν στο ακέραιο προς τον τομέα του τουρισμού με την "αισιόδοξη" προοπτική να καταστούμε οι Νεοέλληνες αυτό, για το οποίο μας προώριζαν οι μεγάλοι της Ευρώπης: Θεραπαινίδες των ευκαταστάτων Ευρωπαίων που επιλέγουν τη χώρα μας για τουρισμό, συνέδρια ή γηροκόμηση! Η μικρομεσαία επιχείρηση, οικογενειακής υφής ως επί το πλείστον, καθ' όλο αυτό το διάστημα παλεύει εναγωνίως για την επιβίωσή της και πολλές φορές καταφεύγει στον εσωτερικό δανεισμό με την ελπίδα να ξημερώσουν γι' αυτήν κάπως καλύτερες ημέρες. Αλλά πώς να ξημερώσουν αυτές, όταν τα πάμφθηνα προϊόντα της Ασίας, τα παραγόμενα από απόκληρους εργαζομένους και διατιθέμενα στις αγορές του κόσμου από το αδηφάγο κεφάλαιο κατακλύζουν τον τόπο και απωθούν τα εγχώρια;

Η αύξηση της ανεργίας ως απόρροια της συρρίκνωσης της βιομηχανικής παραγωγής ελάχιστες επιπτώσεις είχε στα οικονομικά της Πολιτείας, καθώς σε κάθε οικογένεια συστάθηκε το οικογενειακό ταμείο ανεργίας για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών των ανέργων τέκνων ώς την ηλικία των 30 ετών και πέραν αυτής. Η νέα γενιά, η εθισμένη κυρίως από εμάς (και ας μη κατηγορούμε για όλα την Πολιτεία) στην κατανάλωση αντιλαμβάνεται το κατρακύλισμα της κοινωνίας, όταν είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει εργασία δίχως οικογενειακό στήριγμα. Καθώς ο δημόσιος πλούτος έχει εκποιηθεί σε μεγάλο ποσοστό προς κάλυψη επιτακτικών υποχρεώσεων του παραπαίοντος Κράτους και ο εγχώριος ιδιωτικός τομέας δίνει μάχες οπισθοφυλακής προς επιβίωση του έναντι της επελάσεως του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, οι θέσεις εργασίας σπανίζουν πλέον. Βέβαια υπάρχουν ακόμη κάποιες στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών, ο οποίος ελέγχεται σχεδόν πλήρως από το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο.

Το δημόσιο οδεύει προς οριστική εκτόπιση από την αγορά, ο μικροεπιχειρηματίας αδυνατεί να αμείψει κατά τρόπο στοιχειωδώς ικανοποιητικό και το διεθνές κεφάλαιο ως στόχο έχει την αύξηση της κερδοφορίας και μόνο. Υπό τις συνθήκες αυτές πώς θα καταφέρουμε ως χώρα να μειώσουμε τον εξωτερικό δανεισμό, μέσω του οποίου κάθε κυβέρνηση παρατείνει τον επιθανάτιο ρόγχο της οικονομίας της χώρας ως το τέλος της τετραετίας της; Γιατί αλλοίμονο, αν δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι απειλούμαστε με πτώχευση, αν δεν καταφέρουμε να ανατρέψουμε την παρούσα οικονομική κατάσταση. Ας θυμίσουμε τον λόγο του Ανδρέα Παπανδρέου σε στιγμή περισυλλογής (ίσως και αυτοκριτικής): «Αν η χώρα δεν κατορθώσει να αφανίσει το χρέος, το χρέος θα αφανίσει τη χώρα». Όμως το αγωνιώδες ερώτημα είναι: Πώς;

            Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι: Διαθέτει η χώρα μας (το Κράτος και οι πολίτες της δηλαδή) αποθεματικά ύψους ικανού, ώστε να μειωθεί δραστικά το εξωτερικό χρέος και στο εξής η κάθε κυβέρνηση να προσφεύγει προς τον εσωτερικό δανεισμό, αν δεν πάψει να δανείζεται; Ας λάβουμε υπ' όψη ότι το κεφαλήν χρέος μας ανέρχεται σε 18.000 € περίπου, συνάγεται ότι υπάρχει πλούτος επαρκής ακόμη, ώστε να συμπιεστεί το χρέος μας. Βέβαια ο πλούτος δεν είναι ισοκατανεμημένος. Υπάρχουν πολίτες απόκληροι, χωρίς εξασφαλισμένο ημερομίσθιο, και άλλοι που έχουν επωφεληθεί στο έπακρο από το χρήμα που έρρευσε στην εσωτερική αγορά μέσω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και των δημοσίων επενδύσεων κατά την τριακονταετία. Οι πλουτοκράτες δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να εκχωρήσουν μέρος των τεραστίων τους εισοδημάτων προς σωτηρία της πατρίδος, δεδομένου ότι δεν πιστεύουν στην πατρίδα.

Άλλωστε σε περίπτωση πτώχευσης αυτής δεν έχουν να χάσουν, καθώς τα κέρδη αποταμιεύονται σε "ασφαλείς" αγορές! Ούτε όμως και η Πολιτεία φαίνεται να έχει τη διάθεση αλλά και την τόλμη να προβεί σε μείωση της κοινωνικής αδικίας μέσω ενός δικαιότερου συστήματος φορολόγησης και σε βάθος εξέτασης του "πόθεν έσχες". Οι μεσοαστοί, ίσως να είχαν κάποια διάθεση να δανείσουν το Κράτος, υπό την προϋπόθεση βέβαια της αξιοπιστίας του. Υπάρχει όμως παραμένουσα αξιοπιστία μετά το άθλιο παιχνίδι του χρηματιστηρίου, τα σκάνδαλα διαπλοκής εξουσίας και οικονομικά ισχυρών, το μεσουράνημα της αναξιοκρατίας, την αντιπαλότητα μέχρι τελικής πτώσεως μεταξύ των εκάστοτε κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, όταν ακόμη και ο απονήρευτος πολίτης έχει συνειδητοποιήσει ότι η πολιτική χαράσσεται από το διευθυντήριο των Βρυξελλών και οι κυβερνήσεις είναι πλέον εντολοδόχοι; Τέλος βέβαια υπάρχουν και πολλοί που θα είχαν όλη τη διάθεση να βοηθήσουν την πατρίδα, όμως ισχύει γι' αυτούς η αρχαιότερη οικονομική αρχή: Ουκ αν λάβης παρά του μη έχοντος. Αν υπήρχε σύγκλιση του πολιτικού κόσμου για την ανόρθωση της οικονομίας και λαμβάνονταν μέτρα προς την ορθή κατεύθυνση (κοινωνική δικαιοσύνη), τότε θα έπρεπε να σπεύσει και η Εκκλησία να διαθέσει στην Πολιτεία την περιουσία της, όπως έπραξε και άλλες φορές στο παρελθόν.

Δεδομένης της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, την οποία κατά καιρούς επιδεινώνουν άθλια οικονομικά παιχνίδια για την επιτάχυνση της συσσώρευσης του πλούτου των λαών στα χέρια μιας ασήμαντης αριθμητικά οικονομικής ολιγαρχίας, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα η δυνατότητα μείωσης του εξωτερικού δημοσίου χρέους. Οι προσδοκούμενες νέες επενδύσεις στη χώρα μας αποτελούν χίμαιρα και ο τουρισμός θα φθίνει, καθώς η παγκόσμια ύφεση θα εντείνεται. Στον λαό δεν πρόκειται οι κρατούντες να το αναγγείλουν ποτέ. Θα τον τρέφουν με φρούδες ελπίδες και θα τον αποκοιμίζουν, καθώς κι αυτός εκδηλώνει έντονη την προδιάθεση προς τον ύπνο, όχι πάντως του δικαίου. Το κράτος θα εκποιήσει και τα τελευταία υπολείμματα δημοσίου πλούτου και μετά;  

Ας συνέλθουμε λοιπόν, ως λαός, και ας προβούμε στην αναθεώρηση του βίου μας στο μέτρο των δυνατοτήτων μας. Ας επιδοθούμε σε αγώνα απεξάρτησης από τον καταναλωτισμό και ας διαπαιδαγωγήσουμε τα παιδιά μας με το πνεύμα της συνετής διαχείρησης των οικονομικών μας, σε αντίθεση προς το χαρακτηριζόμενο ως σπάταλο κράτος. Ας κλείνουμε τα αυτιά μας στις εκμαυλιστικές σειρήνες του εσωτερικού δανεισμού, που δεν είναι και τόσο εσωτερικός, καθώς οι τράπεζες, η μία μετά την άλλη, αλλάζουν χέρια. Σ' αυτό έχουμε ως στήριγμα την ασκητική θεώρηση του βίου εκ μέρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. Το κράτος μας το έστησαν οι δυτικοί "προστάτες" και οι εντόπιοι εντολοδόχοι αυτών και αφανιστήκαμε με το να υιοθετήσουμε τον δυτικό τρόπο ζωής. Ας αγοράζουμε εγχώρια προϊόντα, έστω και ακριβότερα, αν μπορούμε. Ας μειώνουμε διαρκώς τον όγκο των εισαγωγών ως αντιστάθμιζα της διαρκούς μείωσης των εξαγωγών μας. Ας στραφούμε πάλι προς την πρωτογενή παραγωγή, προς την οποία οι οικονομικά ισχυροί εκδηλώνουν καθημερινά την απέχθεια τους. Ας στηρίξουμε κάθε προσπάθεια των γεωργών και των κτηνοτρόφων να αντισταθούν στον αφανισμό τους από τα καρτέλ της αγοράς.

Αν επιμείνουμε στον τρόπο του σημερινού βίου, θα έλθει κάποια στιγμή που η χώρα μας θα αδυνατεί να ανταποκριθεί προς τις εκ του δανεισμού υποχρεώσεις της. Και τότε οι δανειστές θα απαιτήσουν πληρωμή σε είδος. Ακόμη και τα εθνικά θέματα δεν βρίσκονται έξω από τα οικονομικά ενδιαφέροντα των ισχυρών.                                                                                                                                                                      

"ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ", 06-12-2009        

Ύποπτη οικονομική τρομοκρατία

Ύποπτη οικονομική τρομοκρατία

 

Εντελώς αβάσιμη η ενορχηστρωμένη εκστρατεία περί της απειλούμενης δήθεν χρεοκοπίας της οικονομίας

 

Του Γιώργου Δελαστίκ*

 

Έχει υπερβεί πλέον κάθε όριο ανεκτής υπερβολής, ακόμη και για τα ελληνικά δεδομένα, αυτός ο ενορχηστρωμένος θόρυβος περί δήθεν κινδύνων χρεοκοπίας της χώρας. Αντιλαμβανόμαστε την εξόφθαλμη άλλωστε πολιτική σκοπιμότητα αυτής της «οικονομικής τρομοκρατίας». Στόχο έχει να καλλιεργήσει μια ψυχολογία δέους και κατάρρευσης, ώστε να παραλύσουν εκ των προτέρων οι όποιες διαθέσεις αντίστασης του κόσμου σε σοβαρότατα αντιλαϊκά μέτρα που ίσως σχεδιάζει να περάσει η κυβέρνηση Παπανδρέου.

Ο ψυχολογικός πόλεμος εναντίον του πληθυσμού αποσκοπεί επίσης στο να συγκαλύψει ότι, ενώ οι χρυσοκάνθαροι του χρηματοπιστωτικού συστήματος βούλιαξαν στην κρίση την παγκόσμια οικονομία με τον προκλητικό τζόγο τους πέρα από κάθε όριο λογικής, ο κοσμάκης πρέπει τώρα να πληρώσει τα τρισεκατομμύρια δολάρια και ευρώ που έθεσαν στη διάθεσή τους οι κυβερνήσεις.

Οι πολίτες αποτελούν επίσης στόχο τρομοκράτησης για να ανεχθούν αδιαμαρτύρητα το γεγονός ότι αυτό που οι κυβερνήσεις ονομάζουν «έξοδο από την κρίση» σημαίνει θεαματική αύξηση της κερδοφορίας των τραπεζών και των τιμών των μετοχών των εταιρειών και ταυτόχρονα δραματική επιδείνωση της ανεργίας και μείωση των εξόδων των κυβερνήσεων για την παιδεία, την υγεία, τις συντάξεις, τις κοινωνικές παροχές, παράλληλα με επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων.

Οπως ήταν βέβαιο από την αρχή, από τη στιγμή που δεν σημειώθηκαν πουθενά πολιτικές αναστατώσεις και ανατροπές, η κρίση χρησιμοποιείται ως μοχλός ανακατανομής του κοινωνικού πλούτου υπέρ των πλουσίων και εις βάρος των ασθενέστερων οικονομικά, των μισθωτών και των συνταξιούχων σε πρώτη γραμμή. Πάνω από 50%… αυξημένα (!) θα είναι φέτος τα μπόνους που θα πάρουν τα παρασιτικά «γκόλντεν μπόις» της Γουόλ Στριτ ως ανταμοιβή γιατί κατέστρεψαν την παγκόσμια οικονομία.

Την ίδια ώρα η κυβέρνηση π.χ. της Ιρλανδίας ανέστειλε μονομερώς τη μηδαμινή αύξηση ύψους μόλις 2,5% που έπρεπε να δώσει στους εργαζομένους του δημόσιου τομέα τον Οκτώβριο, προκαλώντας προχθές τη μεγαλύτερη εργασιακή κινητοποίηση εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια! Πάνω από 250.000 Ιρλανδοί εγκατέλειψαν τις εργασίες τους και η ζωή της χώρας παρέλυσε, από τα σχολεία και τα νοσοκομεία ως τους σταθμούς της πυροσβεστικής.

Κανέναν απολύτως λόγο δεν είχε π.χ. η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να ανοίξει το ασφαλιστικό τόσο εσπευσμένα μέσα σε τόσο αντίξοες συνθήκες, αν στο μυαλό κάποιων κυβερνητικών στελεχών δεν υπήρχε ίσως η σκέψη να κάνουν κάποια «αρπαχτή» κατά το ιρλανδικό παράδειγμα, όπου τον Φεβρουάριο η δεξιά κυβέρνηση περιέκοψε κατά 7,5% τους μισθούς όλων των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, εισάγοντας μονομερώς αύξηση κατά 7,5% των κρατήσεων από τους μισθούς τους για τις συντάξεις τους!

Ας είμαστε σοβαροί. Στη Βρετανία ή στην Ισπανία, που βρίσκονται σε χειρότερα χάλια από εμάς (δεν συζητάμε για τις Βαλτικές Χώρες ή την Ιρλανδία), δεν γίνεται ούτε το ένα… εκατοστό της πανικόβλητης τρομο- οικονομικής συζήτησης που γίνεται στην Ελλάδα.

Είναι εξωφρενικό να εμφανίζεται ως στοιχείο δήθεν επικείμενης χρεοκοπίας ότι δανειζόμαστε με επιτόκιο 1,5% έως ίσως και 2% ακριβότερα από όσο δανείζεται η Γερμανία ή 0,5% ακριβότερα από όσο δανείζεται η Ιταλία. Καλά, δεν υπήρχε καν υπόνοια χρεοκοπίας π.χ. το 1990 όταν η Ελλάδα δανειζόταν με επιτόκια 10% στη διεθνή και μέχρι και… 25% στην εσωτερική αγορά, θα χρεοκοπήσουμε τώρα;

Οι ξένοι κερδοσκόποι οι οποίοι βρέθηκαν πάλι με τρισεκατομμύρια δολάρια στα χέρια τους με τα λεφτά που τους έδωσαν οι κυβερνήσεις, έχουν κάθε λόγο να χειραγωγούν τις τιμές των μετοχών ή να τζογάρουν στα άκρως τυχοδιωκτικά CDS για να αγοράσουν και να πουλήσουν την Ελλάδα. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είναι ανάγκη να τους διευκολύνει καλλιεργώντας αυτό το κλίμα πανικού; Ας το σκεφθεί καλύτερα.

Έτσι μας θέλουν:  Όνειρο της ΕΕ η… Βουλγαρία!

Οι μακροοικονομικοί δείκτες έχουν πραγματικό νόημα μόνο στον βαθμό που εξετάζονται σε συνάρτηση με το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού.

Το 2010 π.χ. οι 26 χώρες της ΕΕ θα έχουν έλλειμμα μεγαλύτερο από το 3% που ορίζει το Μάαστριχτ. Θα έχουν μέσο έλλειμμα 7,5%.

Μία και μοναδική θα έχει έλλειμμα κάτω από 3%: η πιο εξαθλιωμένη από όλες, η έσχατη στους 27, η Βουλγαρία! Μια χώρα με μισθούς 150 ευρώ τον μήνα και συντάξεις κάτω από 100 ευρώ! Φτώχεια και δυστυχία. Πείνα. Αυτή η χώρα όμως θα είναι του χρόνου το… υπόδειγμα του Αλμούνια!

Η δεξιά βουλγαρική κυβέρνηση λιώνει τους Βούλγαρους στη λιτότητα για να πιάσει το νούμερο του ελλείμματος. Αυτοί της ΕΕ έτσι θέλουν να μας κάνουν. Εμείς όμως θέλουμε να γίνουμε έτσι; Προφανώς όχι.

 

ΠΗΓΗ:  ΕΘΝΟΣ,  Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11826&subid=2&pubid=8582879

 

* Ο Γιώργος Δελεστίκ είναι δημοσιογράφος και εκδότης του ΠΡΙΝ.

ΔΕΗ: Δρυός πεσούσης …

ΔΕΗ: «Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται»

 

Του  Απόστολο Παπαδημητρίου

 

Eίναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η ΔEH υπήρξε η μεγαλύτερη δημόσια επιχείρηση της χώρας και συνάμα το μεγαλύτερο επίτευγμα του ελληνικού λαού μεταπολεμικά. Kατόρθωσε σε τρεις δεκαετίες να εξηλεκτρίσει τη χώρα και να παράσχει φθηνή ηλεκτρική ενέργεια στις επιχειρήσεις. Λειτουργώντας κατά την περίοδο αυτή χωρίς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, επεξέτεινε τα δίκτυά της ώς τον πλέον απόμακρο οικισμό χωρίς επιβάρυνση των κατοίκων και συνέβαλε στην ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, συμμετέχοντας στη δαπάνη ηλεκτροδοτήσεως αγροτοκτηνοτροφικών εγκαταστάσεων.

Έφθασε μάλιστα στο σημείο να δανείζεται, για να πιστώσει την Πολιτεία, έχοντας πετύχει μεγαλύτερη δανειοληπτική ικανότητα από αυτήν! Aκόμη, υφίστατο τις συνέπειες από την υπογραφή επαχθών συμβάσεων, με την παρέμβαση της Πολιτείας, για πώληση της ενέργειας με ζημία σε ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Δεν θα ισχυριστούμε ότι η ΔEH υπήρξε πρότυπο επιχείρησης, καθώς συρόταν από το άρμα του κομματικού κράτους, το οποίο, κατ' επανάληψιν εκμεταλλεύτηκε την επιχείρηση για ιδιοτελείς κομματικούς σκοπούς. Έτσι, ευδοκιμούσαν και σε αυτήν τα αγκάθια των αλόγιστων προσλήψεων, της αναξιοκρατίας και της κομματικής παρέμβασης για την ανέλιξη αναξίων ή την απομάκρυνση αξίων στελεχών, καθώς και τα άλλα της ανυπαρξίας ελέγχου και της μικρής, εκ τούτου, αποδοτικότητας, προϊόντος του χρόνου και εκλείποντος του φιλοτίμου.

H ΔEH στηρίχθηκε για την ανάπτυξή της στο λιγνίτη, ο οποίος δικαίως απεκλήθη εθνικό καύσιμο. Tα πλέον σημαντικά κοιτάσματα του ορυκτού αυτού είχαν εντοπιστεί στη Δυτική Mακεδονία ήδη προ της ιδρύσεως της ΔEH. Έτσι, με την ανάπτυξη εκεί επιφανειακών ορυχείων και την εγκατάσταση, στη συνέχεια ατμοηλεκτρικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η περιοχή κατέστη ενεργειακή καρδιά της χώρας. Eίναι αναμφισβήτητο ότι στη ΔEH οφείλουν την οικονομική τους ανάπτυξη οι πόλεις της Kοζάνης και της Πτολεμαΐδας. Eίναι επίσης αναμφισβήτητο, ότι σε αυτήν οφείλουν και τη σημαντική υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

 Στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, τίθεται κατά καιρούς το ερώτημα, αν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν η οικονομική ανάπτυξη με την προστασία του περιβάλλοντος και εύστοχα επιχειρείται να γίνει αποδεκτή από τον μέσο πολίτη η αρνητική απάντηση. Στο πλαίσιο της λογικής αυτής πρυτανεύει η εξασφάλιση θέσεων εργασίας με θυσία κάποιων περιβαλλοντικών όρων. H λογική αυτή διακηρύσσεται τόσο από πολιτικούς φορείς, σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο, φορείς που έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με το απειλητικό φάσμα της ανεργίας, το ενδημικό κακό του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο κακό σε περιόδους κρίσεων λαμβάνει τη μορφή μάστιγας. Διακηρύσσεται ακόμη και από συνδικαλιστικούς φορείς, οι οποίοι αποδέχονται η επιβάρυνση της υγείας των εργαζομένων να αποζημιώνεται με ανθυγιεινά επιδόματα.

Προϊόντος του χρόνου, έκαναν την εμφάνισή τους διάφορες οικολογικές οργανώσεις, εκτός πολιτικής αρχικά και εντός οψίμως. Mακριά από την εξουσία και χωρίς το άγχος εκ του προβλήματος της ανεργίας επιχείρησαν την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης προς την κατεύθυνση της προστασίας του περιβάλλοντος και, κατά συνέπεια, της δημόσιας υγείας. Oι μετέχοντες σε αυτές αντιμετωπίστηκαν στην αρχή ως γραφικοί και αιθεροβάμονες. Xλευάστηκαν και οι προτάσεις τους περιφρονήθηκαν. Σε κάποιες περιπτώσεις διευκόλυναν και οι ίδιοι τον κατεστημένο πολιτικό κόσμο με τις εκτός πραγματισμού (ρεαλισμού στα ελληνικά) θέσεις τους. Έτσι, πήγαιναν χαμένες και πολλές άλλες.

Σημαντικό ζήτημα για την περιοχή μας ήταν και παραμένει η αποκατάσταση των επιφανειών του εδάφους, που χάσκουν μετά την ολοκλήρωση της εξόρυξης του λιγνίτη. Tο δεύτερο και φλέγον είναι ο περιορισμός της ρύπανσης από τα αέρια και τα αιωρούμενα σωματίδια, που εκπέμπονται από τις καπνοδόχους των μονάδων των ατμοηλεκτρικών σταθμών.

Στο πρώτο, ενώ βαίνουμε ταχύτατα προς τη μεταλιγνιτική περίοδο, δεν έγινε κάποιο σημαντικό βήμα. Δεν υπάρχει κάποιος τόπος αναψυχής σε αποκατεστημένα εδάφη. Kαι το έργο αυτό θα είχε πραγματοποιηθεί, αν μας χαρακτήριζε καλύτερη οργάνωση και οι τοπικοί φορείς απαιτούσαν από τη ΔEH στον κολοφώνα της δόξας και της ισχύος της να εγκύψει στα περιβαλλοντικά προβλήματα που προκαλεί στην περιοχή, η οποία της προσέφερε τον πλούτο της για την ανάπτυξή της.

Στο δεύτερο, έχουμε καταστεί κατά καιρούς μάρτυρες της ολιγωρίας της ΔEH να αντικαθιστά τα πεπαλαιωμένα φίλτρα συγκράτησης με νέα, ολιγωρίας, την οποία έτρεφε η αβελτηρία της τοπικής εξουσίας. Γιατί, πρέπει να τονιστεί ότι συνήθως ρύπανση διαπίστωναν, πέρα από τους έχοντες οικολογική ευαισθησία, οι ανήκοντες στην εκάστοτε αντιπολίτευση. H ρύπανση εξαφανιζόταν γι' αυτούς ως δια μαγείας, μόλις άλλαζε το πολιτικό σκηνικό!
Tην πλέον σημαντική όμως αφορμή σύγκρουσης προκαλούσε και προκαλεί το ερώτημα: Προσθήκη άλλης λιγνιτικής μονάδας στην περιοχή; Nαι ή όχι;
Στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα εξεδόθη από την E.E. η περίφημη οδηγία «περί της απελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας». Στην πλούσια γλώσσα μας γίνεται η διάκριση μεταξύ ελευθερίας και ελευθεριότητας. H αγορά, με βάση την οδηγία, δεν ελευθερώθηκε, αλλά εκδόθηκε στους καραδοκούντες κατόχους του μεγάλου κεφαλαίου.

H ΔEH βρέθηκε στο στόχαστρο επιτηδείων με τη βοήθεια της Πολιτείας, η οποία έχει παραδοθεί στις επιθυμίες των οικονομικά ισχυρών, ενώ βάλλεται πανταχόθεν, με φανερό σκοπό να καταστεί προβληματική και να εκποιηθεί (να εκδοθεί) στους οικονομικά ισχυρούς. Eισήχθη αρχικά στο Χρηματιστήριο και η μετοχή της κατέστη διάτρητη. Πωλήθηκαν κομμάτια της στην κεφαλαιαγορά και αναμένεται και νέα εκποίηση. Aποκλείστηκε από την επιδότηση για την αξιοποίηση ηπίων μορφών ενέργειας. Yποχρεώθηκε διά νόμου να αγοράζει σε προκλητικά επιβαρυντικές τιμές την ενέργεια από τους ιδιώτες, οι οποίοι στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στο κέρδος, μη έχοντας βέβαια κοινωνικά οράματα.

Στο χρηματιστήριο ενέργειας, που με εκβιασμό των καταστάσεων επιχειρείται να στηθεί, οι ιδιώτες θα βρίσκονται διαρκώς σε πλεονεκτική θέση έναντι της ΔEH, εφ' όσον αυτή θα παραμένει ενιαία και αδιάσπαστη υπό κρατικό έλεγχο. Tώρα, όλοι οι τοπικοί φορείς απέκτησαν θάρρος και επιβάλλουν απανωτά πρόστιμα κατά της επιχείρησης. Όσοι διεκδικούν από αυτήν κερδίζουν πολύ εύκολα τους δικαστικούς αγώνες. Eίναι προφανές ότι επιχειρείται να καταστεί η επιχείρηση προβληματική χωρίς σχέδιο ανάπτυξης, χωρίς προοπτική. «Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται», έλεγαν οι πρόγονοί μας.

Tο μέλλον της μεγαλύτερης δημόσιας επιχείρησης έχει προδιαγράψει ήδη από το 1992 η E.E. Όταν θα έλθει το τέλος, αν δεν συμβεί κάποια συνταρακτική μεταβολή στη διεθνή πολιτική, τότε θα δοθεί η χαριστική βολή και στη μικρομεσαία ελληνική επιχείρηση, για να γευθούν την απογοήτευση όσοι έχουν πειστεί από τη δυσφημιστική εκστρατεία κατά της ΔEH, με την κατηγορία της ακριβής τιμής της κιλοβατώρας. Tότε θα δεχθούν τη χαριστική βολή και οι αγρότες-κτηνοτρόφοι. Tότε oι πολύτεκνοι, αλλά και όλοι μας θα γευθούμε την κοινωνική ευαισθησία του ιδιώτη επιχειρηματία. Tο μείζον ερώτημα, που δεν μας απασχολεί, είναι: ΔEH δημόσιου χαρακτήρα ή ιδιωτικές «ανταγωνιστικές» επιχειρήσεις που στοχεύουν αποκλειστικά στο κέρδος των μετόχων τους;

 

ΠΗΓΗ: « Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ», Δευτέρα, 05 Οκτώβριος 2009

http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/1120/dee-druos-pesouses-pas-aner-xuleuetai.html

Οικονομικός φασισμός…

Οικονομικός φασισμός…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Ο καπιταλισμός είναι το κοινωνικό σύστημα-μονόδρομος στο οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε «αναγκαστική προσγείωση»:

Αυτή είναι η θέση του φίλου μου του Ιάσωνα, ο οποίος είναι φανατικός υπερασπιστής του καπιταλισμού.

Και προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση του αυτή επιστρατεύει ένα απόσπασμα από βιβλίο του Τάκη Λαζαρίδη. Ο οποίος (Λαζαρίδης) είχε καταδικαστεί σε θάνατο μαζί με το Μπελογιάννη και υπήρξε τρόφιμος των εγκληματικών φυλακών για μια 15ετία. Ενώ ο πατέρας του-ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ (Γραμματέας του Εργατικού ΕΑΜ στην κατοχή), εκτελέστηκε για την αντιστασιακή του δράση απ' τους Γερμανούς το Μάη του '43. Όπως και η μάννα του, για τον ίδιο λόγο-καταδικάστηκε ισόβια από βουλγαρικό στρατοδικείο και έζησε και την εξορία της Μακρονήσου:

Λέει, λοιπόν, στο βιβλίο του («Αναγκαστική προσγείωση», σελ 197) ο Τάκης Λαζαρίδης:

 

«Ειμαστε  υποχρεωμενοι να μαθουμε να ζουμε με τον καπιταλισμο, οπως μαθαινουμε να ζουμε με τον σεισμο.Και στο κατω-κατω, αν ο σεισμος μονον καταστροφες προκαλει, δεν συμβαινει το ιδιο με τον καπιταλισμο.Οι επικριτές του, διαπραττουν ενα σοβαρο λαθος.Κρινουν τον καπιταλισμο αυτοτελως. Ξεχνουν όμως οτι δεν σχεδιαστηκε και δεν κατασκευαστηκε στο εργαστηριο καποιου σοφου ή αρωστημενου εγκεφαλου.Υπηρξε το αποτελεσμα, το τελικον προϊόν διαδικασιων και συνεργασιων που συντελεσθηκε βαθμιαια μεσα στα σπλαχνα της Φεουδαρχιας.Κρινομενος αντικειμενικα με επιστημονικα κριτηρια υπηρξε ενα τεραστιο αλμα προοδου ενα γιγαντιο βημα για την ανθρωποτητα…Ανοιξε το δρομο να περασουν οι επιστημες, οι τεχνες, ο πολιτισμος και τα επιτεύγατά τους να γινουν κτημα οχι μονο των λιγων και εκλεκτων αλλα των πολλων, των ταπεινων και καταφρονεμενων.

Και  το κυριοτερο ανοιξε το δρομο να περση η ελευθερια και η δημοκρατια..».

 

Σεβαστή η ιστορία του Τάκη Λαζαρίδη και των γονιών του. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να δεχτούμε ασυζητητί τις οποιεσδήποτε θέσεις και απόψεις του.

Γιατί-για ν' αρχίσουμε απ' το τέλος-ο καπιταλισμός, πρώτα-πρώτα, δεν έχει καμιά σχέση ούτε με την ελευθερία ούτε με τη δημοκρατία.

Η ελευθερία μέσα στον καπιταλισμό είναι η ελευθερία των λύκων να τρώνε τα πρόβατα. Και τανάπαλιν η ελευθερία των προβάτων να κατασπαράζονται απ' τους λύκους. Ή να πεθαίνουν από την πείνα.

Κι όσο για τη δημοκρατία; Στο καπιταλιστικό καθεστώς μόνο δημοκρατία δεν υπάρχει. Πρόκειται για οικονομική ολιγαρχία. Ή μάλλον καλύτερα για οικονομικό φασισμό.

Γιατί η αληθινή δημοκρατία δεν έγκειται απλά και μόνο στο δικαίωμα του λαού να εκλέγει ελεύθερα αυτούς, οι οποίοι μπορούν, με τη συνέργια των ΜΜΕ,  να τον εξαπατούν και να υφαρπάζουν την ψήφο τους. Έγκειται κυρίως και προπάντων στο δικαίωμα των πολιτών να συμμετέχουν, εξίσου με όλους τους άλλους συμπολίτες τους στην απολαβή των αγαθών της δημοκρατίας. Που σημαίνει ότι δημοκρατία πρώτιστα είναι κοινωνική. Και όχι ένα κάποιο νομικό κατασκεύασμα, με το οποίο οι ολίγοι στο όνομα της νομικής ασυδοσίας μπορούν να ρημάζουν και να λεηλατούν το λαό…

Ο καπιταλισμός είναι ένα καθεστώς χειρότερο ακόμη κι απ' τη ζούγκλα. Γιατί στη ζούγκλα κυριαρχεί η νομοτέλεια των ενστίκτων. Η οποία θέτει όριο  στην αρπακτικότητα. Ενώ στο καπιταλισμό δεν υπάρχει κανένα όριο. Αφού, παρότι ο καθένας έχει ένα σώμα να θρέψει και να ντύσει, υπάρχουν άνθρωποι, που σωριάζουν τρόφιμα και ενδύματα και χρήματα, ωσάν να έχουν δεκάδες και εκατοντάδες και χιλιάδες σώματα.

Που σημαίνει ότι ο καπιταλισμός, είναι το «άκρον άωτον» όχι μόνο της ανηθικότητας, αλλά και του παραλογισμού. Κι ακόμη πως πρόκειται για καθεστώς και αφύσικο και απάνθρωπο.

Γιατί δεν αντιστρατεύεται απλά και μόνο τη φύση συλλήβδην, αλλά καταδικάζει τον ίδιο τον άνθρωπο. Γιατί υπέρτατο κριτήριο του καπιταλισμού είναι όχι ο άνθρωπος, αλλά το χρήμα.

Και, μέσα απ' αυτόν τον απάνθρωπο και αφύσικο παραλογισμό, μπορούμε να ιδούμε και να ερμηνεύσουμε την ουσιαστικά ανθρωποκτόνο-με τα εκατομμύρια των θυμάτων του- δραστηριότητά του.

Αφού, κατά κάποιον τρόπο, έχει αντιστρέψει το «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος» του Πρωταγόρα, σε «πάντων ανθρώπων μέτρον χρήμα»!

 

Παπα-Ηλίας, 24-08-2009