Αρχείο κατηγορίας Επαχθή χρέη και το Χρέος μας

Με αφορμή την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση (ΗΠΑ 2007), την ελληνική δημοσιονομική κρίση στη χώρα μας (2009) και την υποταγή μας σε ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ άνοιξε ένας διάλογος. Εμείς αναρτούμε κείμενα που είτε ανοίγουν το δρόμο της Απελευθέρωσης, είτε συμμετέχουν κριτικά απέναντι σ΄αυτά.

Παύση πληρωμών ή επαναδιαπραγμάτευση χρέους;

Παύση πληρωμών ή επαναδιαπραγμάτευση χρέους;

 

Του Γιάννη Τόλιου *

 

Η χώρα έχει βυθιστεί στη δίνη μιας πρωτοφανούς κρίσης, της χειρότερης μεταπολεμικά. Οι τεράστιες θυσίες των εργαζομένων έχουν ήδη γίνει βορά των κερδοσκόπων. Η ελληνική κυβέρνηση και η Ε.Ε., βάζουν το ΔΝΤ μπροστά, σε ρόλο «κακού μπάτσου», να κάνει τη «βρώμικη δουλειά» προσπαθώντας να κρύψουν τις ευθύνες τους.

Ανακοίνωσαν νέο κύκλο θυσιών και αίματος (δραστικές περικοπές μισθών, συντάξεων, επιδομάτων, νέους φόρους, απελευθέρωση απολύσεων και… έπεται συνέχεια με ξεθεμελίωση ασφαλιστικού, απολύσεις στους ΟΤΑ, ξεπούλημα ό,τι έχει απομείνει από δημόσια περιουσία, πλήρη ασυδοσία αγορών κ.ά.). Πάνω απʼ όλα όμως βάζουν ενέχυρο την εθνική κυριαρχία και τη μετατροπή του «μηχανισμού στήριξης» σε νεοαποικιακό μηχανισμό υποδούλωσης των Ελλήνων.

 

Το χρέος δεν… ξεχρεώνεται!

 

Όλα αυτά στο όνομα της αντιμετώπισης των ελλειμμάτων και του χρέους, χωρίς όμως να χτυπούν και τις αιτίες. Ειδικότερα το δημόσιο χρέος από 298,5 δισ. ευρώ (125,7% του ΑΕΠ) το 2009, προβλέπεται να φθάσει 374,6 δισ. ευρώ (167,8%) το 2014, ενώ είναι αμφίβολο αν θα δημιουργηθεί πρωτογενές πλεόνασμα, με την ύφεση, την ανεργία, τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση που φέρουν τα νέα μέτρα.

Στην πραγματικότητα μόνο θεωρητική πιθανότητα υπάρχει για εξόφληση του χρέους (απαιτούνται ρυθμοί ανάπτυξης τουλάχιστον 5% ετησίως για μια εικοσαετία). Ήδη οι δαπάνες εξυπηρέτησης απορρόφησαν το 2009 πάνω από 41 δισ. ευρώ (17% του ΑΕΠ ή 75% των δημοσίων εσόδων), ενώ με εκείνες του βραχυπρόθεσμου δανεισμού (Euro-commercial paper) οι συνολικές δαπάνες ανήλθαν σε 77 δισ. ή 32% του ΑΕΠ.

Η Ελλάδα το διάστημα 2010-2014 θα χρειαστεί συνολικά γύρω στα 420 δισ. ευρώ για εξυπηρέτηση του χρέους, ενώ ο «μηχανισμός στήριξης» μπορεί με βάση δημοσιεύματα να εξασφαλίσει 45-110 δισ. ευρώ κι αυτά με τοκογλυφικά επιτόκια (5%-6% για τρία χρόνια) και άλλους σκληρούς όρους. Πώς θα προκύψουν τα υπόλοιπα χωρίς πολύ ακριβό δανεισμό, εξαθλίωση εργαζόμενων και ξεπούλημα κυριολεκτικά της χώρας;

Κατʼ αρχήν πολύ σημαντικό είναι ποιος βρίσκεται στην κυβέρνηση και ποια συμφέροντα κατά προτεραιότητα υπερασπίζεται. Με δεδομένο ότι η Ελλάδα είναι ουσιαστικά σε αδυναμία αποπληρωμής του χρέους, ο χαρακτήρας της κυβέρνησης είναι καθοριστικός στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν.

Τα σενάρια μπροστά μας είναι τρία. «Ελεγχόμενη χρεωκοπία», «επαναδιαπραγμάτευση χρέους», «μονομερή παύση πληρωμών». Κάθε περίπτωση σηματοδοτεί διαφορετική πολιτική συμπεριφορά και παράγει διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα, ανάλογα με τον προσανατολισμό επίλυσης του προβλήματος (με όρους κεφαλαίου ή με όρους κοινωνίας).

Η πολιτική της «ελεγχόμενης χρεωκοπίας» προωθείται από Ε.Ε., ΔΝΤ, ελληνική κυβέρνηση και μεγάλα συμφέροντα. Στόχος είναι η Ελλάδα να μην χρεωκοπήσει επίσημα, γιατί σύμφωνα με αξιωματούχους των Βρυξελλών θα ήταν κακή εξέλιξη για το ευρώ. Στο πλαίσιο της «ελεγχόμενης χρεωκοπίας» ίσως γίνει κάποια αναδιάρθρωση χρέους με παράταση χρόνου αποπληρωμής αλλά με επαχθείς όρους. Πρόκειται για το πλέον δυσμενές σενάριο, που εξυπηρετεί τους τραπεζίτες, κερδοσκόπους, πολυεθνικές και «ευρωκράτες».

Από την άλλη το αίτημα «επαναδιαπραγμάτευσης» χωρίς προσφυγή σε μονομερή στάση πληρωμών σηματοδοτεί μια ήπια μορφή διεκδίκησης για ρύθμιση χρέους, με αμφίβολα όμως αποτελέσματα. Εκτός από παράταση του χρόνου αποπληρωμής, θα μπορούσε να απαιτηθεί μείωση επιτοκίων (παλιών και νέων δανείων) σε επίπεδα λίγο πιο πάνω από αυτό που δανείζει η ΕΚΤ τις τράπεζες (π.χ. 1,5%).

Ωστόσο η συγκεκριμένη επιλογή εμπεριέχει δύο αδύνατα σημεία. Πρώτον δεν απαντάει στο πρόβλημα πώς θα εξασφαλιστεί εξυπηρέτησή του χωρίς διαρκεί προγράμματα λιτότητας, ενώ από την άλλη δεν διαθέτει αποφασιστική δύναμη πίεσης στους πιστωτές ώστε να δεχτούν ρύθμιση. Η μόνη ελπιδοφόρα προοπτική θα ήταν μια κυβέρνηση με φιλολαϊκό πρόγραμμα και αποφασιστική στάση διεκδίκησης, με παράλληλη αναζήτηση άλλων πηγών δανεισμού και δημιουργία κοινού μετώπου με χώρες και λαούς του ευρωπαϊκού Νότου.

 

«Παύση πληρωμών» και προεκτάσεις της

 

Η τρίτη επιλογή είναι η «μονομερής παύση πληρωμών». Πρόκειται για ριζοσπαστική διεκδίκηση (μη καταβολή τοκοχρεωλυσίων), που εξασφαλίζει οικονομική ανακούφιση στο δημοσιονομικό αδιέξοδο. Τα σκανδαλώδη δάνεια με «τοκογλυφικά» επιτόκια δίνουν ηθικό έρεισμα για μη αποπληρωμή τους. Σε μια τέτοια ενέργεια προχώρησε το Εκουαδόρ το 2008 διαθέτοντας μόνο 10% των συναλλαγματικών του εισπράξεων από εξαγωγές για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Μια τέτοια ενέργεια θα έχει οπωσδήποτε σοβαρές προεκτάσεις στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, στις σχέσεις με την Ε.Ε., καθώς, στην οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας. Είναι πολύ πιθανόν η ΕΚΤ (διαθέτει το αποκλειστικό προνόμιο έκδοσης ευρώ) να σταματήσει τη διάθεση ευρωνομισμάτων για συναλλαγές, οπότε μοιραία θα οδηγηθούμε στην έκδοση εθνικού νομίσματος.

Η επιστροφή στη δραχμή περιέχει θετικές και αρνητικές πλευρές. Από τη μια δίνει δυνατότητα χάραξης συναλλαγματικής και νομισματικής πολιτικής, απεγκλωβισμού από τις ρυθμίσεις του Συμφώνου Σταθερότητας και χάραξης ευέλικτης εθνικής οικονομικής πολιτικής. Από την άλλη προκύπτει ζήτημα κατεύθυνσης της συναλλαγματικής πολιτικής και τρόπου αντιμετώπισης του χρέους.

Θεωρητικά στον καθορισμό της συναλλαγματικής ισοτιμίας υπάρχουν οι εξής επιλογές: Υποτίμηση, ανατίμηση ή πρόσδεση δραχμής στο ευρώ. Ξεκινώντας από το τελευταίο, μια πρόσδεση με ίδια ισοτιμία (340,75 δραχμές) δεν θα δημιουργήσει μάλλον πρόβλημα στις συναλλαγές. Κατά καιρούς στο παρελθόν (δεκαετίες ʼ50 και ʼ60 και ένα διάστημα στη δεκαετία ʼ80) υπήρχε σταθερή πρόσδεση δραχμής στο δολάριο, ενώ στον μεσοπόλεμο στη χρυσή λίρα Αγγλίας.

Ωστόσο η μόνιμη πρόσδεση δεν μπορεί να διατηρηθεί και αργά ή γρήγορα θα προκύψει αναπροσαρμογή με βάση την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η περίπτωση ανατίμησης μόνο θεωρητικά αναφέρεται (αν η οικονομία διέθετε υψηλή ανταγωνιστικότητα). Κατά συνέπεια το πιο ρεαλιστικό είναι η σημαντική υποτίμησή της.

Η πολιτική υποτίμησης (όπως κάθε επιλογή συναλλαγματικής ισοτιμίας) ασκεί αντιφατικές επιδράσεις στα βασικά μεγέθη του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών και τα αποτελέσματά της πρέπει να εξετάζονται συγκεκριμένα. Για παράδειγμα με υποτίμηση οι εισαγωγές γίνονται ακριβότερες και οι εξαγωγές φθηνότερες. Η αύξηση των εξαγωγών και μερική υποκατάσταση εισαγωγών (από εγχώρια προϊόντα) θα ασκήσουν θετική επίδραση στην εγχώρια παραγωγή, απασχόληση και εισόδημα.

Όμως από την άλλη οι ανελαστικές εισαγωγές (καύσιμα, μηχανήματα, τρόφιμα κ.ά.), θα οδηγήσουν σε αύξηση δαπανών για εισαγωγές και πιθανότατα σε αύξηση εμπορικού ελλείμματος. Ωστόσο το ισοζύγιο «αδήλων» (τουριστικό, ναυτιλιακό, μεταναστευτικό) μάλλον θα ευνοηθεί (η Ελλάδα θα γίνει φθηνότερη) και άρα θα ενισχυθεί ο τουρισμός.

Τέλος, από την πλευρά της κίνησης κεφαλαίων, θα υπάρξει θετική ροή (φθηνότερο κόστος εργασίας και πλουτοπαραγωγικοί πόροι για ξένες επενδύσεις), ενώ η εξωτερική επέκταση ελληνικών επιχειρήσεων για επενδύσεις σε άλλες χώρες θα αποθαρρυνθεί. Ταυτόχρονα όμως θα έχουμε εκροή κεφαλαίων λόγω αύξησης δαπανών εξυπηρέτησης χρέους. Σήμερα το δημόσιο χρέος είναι σε ευρώ και το μεγαλύτερο βρίσκεται στα χαρτοφυλάκια ξένων τραπεζών με μορφή ομολόγων Δημοσίου.

Η μετάβαση στη δραχμή και η υποτίμησή της σημαίνει αυτόματα ανατίμηση χρέους και δαπανών εξυπηρέτησης σε εθνικό νόμισμα. Μια υποτίμηση π.χ. 10%, σημαίνει ανατίμηση κατά 12,5 δισ. και αύξηση των δαπανών εξυπηρέτησης κατά 7,7 δισ. σε δραχμές. Βεβαίως μπορεί να παρθεί απόφαση υποτίμησης των κρατικών ομολόγων σε βάρος των κατόχων (φυσικών ή νομικών προσώπων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό). Όμως αυτό απαιτεί οικονομικό και πολιτικό υπολογισμό των συνακόλουθων πιέσεων και αντιδράσεων.

Σοβαρό πρόβλημα ενδεχομένως, προκύψει στο τραπεζικό σύστημα από πιθανή μείωση του «δείκτη φερεγγυότητας» των τραπεζών. Σήμερα το ενεργητικό και παθητικό των τραπεζών είναι σε ευρώ. Με το πέρασμα στη δραχμή ορισμένα στοιχεία του ενεργητικού (και παθητικού) θα υποτιμηθούν, ενώ άλλα θα ανατιμηθούν. Αν το τελικό αποτέλεσμα είναι αύξηση υποχρεώσεων, ίσως προκύψει κίνδυνος κατάρρευσης. Αντίστοιχο πρόβλημα θα εμφανισθεί με τις ελληνικές επιχειρήσεις (κυρίως μεγάλες) που έχουν δανειστεί σε ευρώ και πρέπει να αποπληρώσουν σε ευρώ. Μια υποτίμηση θα επιφέρει απομείωση ενεργητικού (π.χ. πάγια), αύξηση υποχρεώσεων, άρα πρόβλημα βιωσιμότητας, απώλεια θέσεων εργασίας κ.ά.

Παρʼ όλα αυτά η «παύση πληρωμών» αποτελεί ισχυρό μέσο πίεσης και δίνει μια μεγάλη ανάσα στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Τα κονδύλια της «παύσης πληρωμών» (τοκοχρεωλύσια), αν αξιοποιηθούν σωστά (τόνωση οικονομικής δραστηριότητας, αύξηση απασχόλησης, μείωση ανεργίας, αύξηση εθνικού εισοδήματος, προστασία αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων, στήριξη κοινωνικών δαπανών κ.ά.), θα έχουν θετική επίδραση στην οικονομία και κοινωνία.

Ταυτόχρονα σταματά το άγχος του πρόσθετου δανεισμού. Προκύπτει ωστόσο το ερώτημα: Τι άλλους είδους πιέσεις θα ασκηθούν στη χώρα και ποιος θα εξασφαλίσει την ορθολογική διαχείριση των κονδυλίων και σωστές αναπτυξιακές επιλογές; Μπορεί μια κυβέρνηση που ακολουθεί τον «οδικό χάρτη» του νεοφιλελευθερισμού και συμπεριφέρεται ως υποτελής στην αποικιοκρατική «τρόικα» της Ε.Ε.-ΕΚΤ-ΔΝΤ να εξασφαλίσει αυτόν τον στόχο; Σίγουρα όχι.

Κατά συνέπεια το πρόβλημα γίνεται πολιτικό. Δηλαδή αφορά τις προϋποθέσεις δημιουργίας μιας προοδευτικής κυβέρνησης που θα διεκδικήσει με αποφασιστικότητα και ενεργητική στήριξη του λαού μια ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, φτάνοντας έως τη μονομερή παύση πληρωμών, με παράλληλη προώθηση μέτρων οικονομικής και κοινωνικής ανόρθωσης και αναγέννησης της χώρας.

Μια τέτοια προοδευτική διέξοδος συνεπάγεται: Εθνικοποίηση τραπεζών (τα 28 δισ. ξεπερνούν κατά πολύ το μετοχικό τους κεφάλαιο) και αξιοποίηση λαϊκών αποταμιεύσεων για στήριξη προγραμμάτων ανάπτυξης. Προώθηση παραγωγικής ανασυγκρότησης, με ευρύ πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και κλαδικές πολιτικές, αύξηση απασχόλησης και εισοδήματος, μείωση ανεργίας. Ριζοσπαστική φορολογική μεταρρύθμιση με πάταξη φοροδιαφυγής και φοροκλοπής, δικαιότερη κατανομή φορολογικών βαρών, αύξηση φορολογίας «εχόντων και κατεχόντων». Ορθολογική διαχείριση πόρων, περικοπή στρατιωτικών δαπανών, κυρίως αυτών που συνδέονται με σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ. Επιστροφή κερδοφόρων ΔΕΚΟ στο δημόσιο έλεγχο, επέκταση σε τομείς στρατηγικής σημασίας. Έλεγχος αγορών και κίνησης κεφαλαίων, καταπολέμηση καρτέλ και ασυδοσίας πολυεθνικών. Προγράμματα στήριξης οικογενειακής γεωργίας, μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Στήριξη ασφαλιστικού συστήματος και δημόσιου τομέα υγείας, πρόνοιας, παιδείας και περιβάλλοντος. Διασφάλιση αγοραστικής δύναμης μισθών, συντάξεων και στήριξη ανέργων. Ειδικά προγράμματα απασχόλησης ιδιαίτερα της νέας γενιάς, προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων κ.ά.

 

Όχι στους δραγουμάνους του ΔΝΤ. Προοδευτική διέξοδος

 

Το παραπάνω πλαίσιο προοδευτικής εξόδου αποτελεί αφετηρία μιας ριζικής στροφής στην οικονομική πολιτική και καταπολέμηση των βαθύτερων αιτίων της κρίσης. Για να γίνει όμως η «στροφή», χρειάζεται ανατροπή του κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των δυνάμεων που αντιτίθενται στον νεοφιλελευθερισμό και επιζητούν προοδευτική διέξοδο με προοπτική τον σοσιαλισμό.

Η ανάπτυξη μαζικού κινήματος αντίστασης των εργαζόμενων και η κοινή δράση όλων των δυνάμεων της αριστεράς είναι αναντικατάστατος παράγοντας. Η πρόταση για δημοψήφισμα κατά της προσφυγής στο ΔΝΤ μπορεί να δώσει το έναυσμα μιας καθολικής και μαχητικής αντίστασης του ελληνικού λαού, για ριζικές ανατροπές στο πολιτικό σκηνικό και στόχο τη συγκρότηση μιας προοδευτικής κυβέρνησης με πυρήνα τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς για ελπιδοφόρα πορεία στο μέλλον.

 

* Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ οικονομικών επιστημών, http://www.ytolios.gr/

 

ΠΗΓΗ: Η Αυγή, Ημερομηνία δημοσίευσης: 09/05/2010,   http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=541508

Αναδιάρθρωση χρέους – αποφυγή χρεοκοπίας

Αναδιάρθρωση του χρέους προς αποφυγήν της χρεοκοπίας

 

Του Nouriel Roubini *

 

«Είναι καιρός να αναγνωρίσουμε ότι η Ελλάδα δεν υποφέρει μόνο από μία κρίση ρευστότητας. Αντιμετωπίζει επίσης μία κρίση αδυναμίας εξόφλησης χρεών.  Οι οίκοι αξιολόγησης έχουν υποβαθμίσει το δημόσιο χρέος της σε επίπεδα "junk", ενώ τα spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων ενσχύθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα σε νέα υψηλά.

Το πακέτο σωτηρίας των 110 δισ. ευρώ που αποφασίστηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τον Μάιο απλώς καθυστερεί την αναπόφευκτη χρεοκοπία και δημιουργεί κινδύνους να μην είναι ελεγχόμενη όταν τελικά συμβεί. Αντιθέτως, απαιτείται η ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας τώρα.

Τα μέτρα λιτότητας τα οποία η Ελλάδα υπέγραψε ως προϋπόθεση για το πακέτο σωτηρίας απαιτούν δρακόντειες δημοσιονομικές περικοπές της τάξεως του 10% του ΑΕΠ. Αυτό ενδέχεται να επιμηκύνει την ύφεση στη χώρα, αφήνοντάς την παράλληλα με δημόσιο χρέος στο 148% του ΑΕΠ το 2016. Σε αυτό το επίπεδο, ακόμη και ένας μικρός κλονισμός είναι πιθανόν να πυροδοτήσει μία νέα κρίση χρέους.

Ενδεχομένως να είναι αναγκαία η λιτότητα -όπως συμφωνήθηκε στο G20- για να σταθεροποιηθεί ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μέχρι το 2016 στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Για την Ελλάδα, όμως, τέτοια σταθεροποιήση θα ήταν σε επίπεδα τα οποία είναι μη διατηρήσιμα.

Ας συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Αργεντινή της περιόδου 1998 – 2001, με τη δεύτερη να αντιμετωπίζει μία κρίση που κορυφώθηκε και οδήγησε σε ανεξέλεγκτη χρεοκοπία. Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Αργεντινής ήταν 3% του ΑΕΠ. Της Ελλάδας είναι 13,6%. Το δημόσιο χρέος της Αργεντινής ήταν 50% του ΑΕΠ. Της Ελλάδας είναι 115% και ενισχύεται. Η Αργεντινή είχε έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 2% του ΑΕΠ και η Ελλάδα έχει τώρα 10%. Εάν η Αργεντινή κατέληξε σε χρεοκοπία, η Ελλάδα έχει χρεοκοπήσει δύο και τρεις φορές.

Αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα μπορεί να γλιτώσει την αναδιάρθρωση του χρέους επισημαίνουν προηγούμενες σημαντικές δημοσιονομικές περικοπές που έκαναν χώρες όπως το Βέλγιο, η Ιρλανδία και η Σουηδία τη δεκαετία του 1990. Αλλά αυτά τα παραδείγματα δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση σύγκρισης, καθώς έγιναν σε μεγαλύτερες χρονικές περιόδους και σε καιρούς οικονομικής ανάπτυξης. Επίσης, έλαβαν χώρα εν μέσω ενός περιβάλλοντος μείωσης των επιτοκίων και με υποτίμηση των εγχώριων νομισμάτων, κάτι που συνέβαλε στην ανάπτυξη.

Άλλοι εκτιμούν ότι μία ελληνική αναδιάρθρωση θα επέφερε μαζικές απώλειες για τα ευρωπαϊκά χρηματοοικονομικά ιδρύματα που διατηρούν τους περισσότερους τίτλους της Ελλάδας. Αλλά, με μία προληπτική αναδιάρθρωση χρέους θα μπορούσε να περιοριστεί αυτή η ζημιά. Αναβάλλοντάς την, μόνο χειρότερη μπορεί να γίνει η κατάσταση.

Τόσο η κρίση της Αργεντινής όσο και εκείνη της Ρωσίας το 1998 έδειξαν ότι η στήριξη από το ΔΝΤ δεν εμποδίζει τη χρεοκοπία της χώρας. Τουναντίον, μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στη χώρα και στους πιστωτές της.

Όταν το δημόσιο χρήμα χρησιμοποιείται για να κρατηθεί μία χώρα στην επιφάνεια, οι τυχεροί επενδυτές των οποίων οι δανειακές απαιτήσεις ωριμάζουν άμεσα βγαίνουν αλώβητοι, καθώς τα κεφάλαια του ΔΝΤ και της Ε.Ε. τους δίνουν τη δυνατότητα να πληρωθούν πλήρως.

Αλλά όταν χρεοκοπεί τελικώς η χώρα, οι εναπομείναντες ιδιώτες πιστωτές βαρύνονται με ακόμη πιο επώδυνες ζημίες, καθώς οι δημόσιοι πιστωτές είναι εκείνοι που παίρνουν πρώτοι ό,τι απομένει.

Με λίγα λόγια, οι ελεγχόμενες αναδιαρθρώσεις χρεών -όπως έγινε στην περίπτωση του Πακιστάν και της Ουκρανίας το 1999 και στην Ουρουγουάη το 2002- είναι καλύτερες για τους περισσότερους ιδιώτες πιστωτές, για το έθνος που δανειοδοτείται και τους διεθνείς οργανισμούς από ό,τι μία καταστροφική χρεοκοπία, όπως έγινε στην περίπτωση της Αργεντινής.

Το Πακιστάν, η Ουκρανία και η Ουρουγουάη προχώρησαν σε αναδιάρθρωση των χρεών τους ανταλλάσσοντας παλαιούς τίτλους με νέες συμφωνίες που επέκτειναν κατά πολλά χρόνια τη διάρκεια αποπληρωμής των χρεών. Αυτές οι συμφωνίες επίσης καθόρισαν και τα επίπεδα των επιτοκίων των νέων δανείων σε διατηρήσιμα επίπεδα, κάτω από τον μέσο όρο της αγοράς. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η συνολική ονομαστική αξία του χρέους δεν μειώθηκε, όπως συνήθως συμβαίνει στις μη ελεγχόμενες χρεοκοπίες.

Βεβαίως, δίνοντας στις χώρες μεγαλύτερη χρονική διάρκεια να αποπληρώσουν τα χρέη τους και βοηθώντας τες με γενναία επιτόκια, σημαίνει ότι οι πιστωτές υφίστανται κάποια ζημία. Αλλά η ζημία αυτή είναι μικρότερη από ό,τι θα ήταν σε μία μη ελεγχόμενη χρεοκοπία. Δεδομένου ότι η αξία του χρέους έχει ήδη μειωθεί σημαντικά, δεν θα υπάρχουν ούτε περαιτέρω ζημίες mark-to-market. Για τον λόγο αυτόν, τέτοιου τύπου ελεγχόμενες χρεοκοπίες έχουν τη στήριξη της ισχυρής πλειοψηφίας -ίσως και του 90%- των πιστωτών.

Ένα ακόμη πλεονέκτημα είναι ότι οι περισσότερες τράπεζες που έχουν ελληνικό χρέος το διατηρούν στο χαρτοφυλάκιο διακράτησης και όχι στο χαρτοφυλάκιο trading. Έτσι, όσο η ονομαστική αξία του χρέους δεν μειώνεται, μπορούν να συνεχίσουν να προσποιούνται -όπως κάνουν τώρα- ότι αξίζει ακόμη 100 σεντς στο δολάριο, όταν η πραγματική αξία στην αγορά είναι ήδη χαμηλότερη.

Το πικρό χάπι της αναδιάρθρωσης του χρέους μπορεί να το πάρει κανείς μαζί με συνοδευτικά γλυκαντικά, όπως η ενίσχυση της πίστωσης με τη στήριξη του ΔΝΤ και της Ε.Ε. Βεβαίως, θα ήταν καλύτερα να χρησιμοποιηθεί ένα μικρό μέρος δημοσίων κεφαλαίων ώστε να προσελκυστούν οι πιστωτές σε μία προληπτική συμφωνία τώρα από το να σπαταληθούν 110 δισ. ευρώ προσπαθώντας να αποφευχθεί η αναπόφευκτη αναδιάρθρωση.

Τέτοια δημόσια κεφάλαια θα ήταν καλύτερα να χρησιμοποιηθούν για να βοηθηθούν άλλες προβληματικές οικονομίες της ευρωζώνης όπως η Ισπανία, το χρέος της οποίας δέχεται συνεχείς πιέσεις.

Με λίγα λόγια, μία ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους της Ελλάδας είναι επιτεύξιμη και επιθυμητή τόσο για την ίδια τη χώρα όσο και για τους πιστωτές της. Εάν η Ευρώπη θέλει να αποφύγει μία βαθιά κρίση, τότε θα πρέπει και εκείνη να θεωρήσει την ελεγχόμενη αναδιάρθρωση αναγκαία».

 

ΠΗΓΗ 1:  FT.com, Copyright The Financial Times Ltd

 

ΠΗΓΗ 2: Πηγή:Euro2day  Δημιουργία:30/6/2010 12:25 μμ  Τελευταία ενημέρωση:30/6/2010 12:29 μμ,   http://antennaonline.gr/Economy/Persons/Pages/20106/4d7ecff3-03a3-4a28-8dac-9c57695f1075.aspx

 

* Ο συγγραφέας είναι καθηγητής Οικονομικών στο Stern School του New York University και πρόεδρος της Roubini Global Economics, http://www.leighbureau.com/speaker.asp?id=445

Η Δυναμική του Ελλ. Δημοσίου Χρέους – Ιδεολογία της

Η Δυναμική του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους και η Ιδεολογία της

 

Των Θεόδωρου Μαριόλη και Κώστα Παπουλή*

 

Στο παρόν άρθρο διερευνούμε τη μακροχρόνια μεταβολή ή, αλλιώς, «δυναμική» του ελληνικού δημοσίου χρέους ως ποσοστού του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΠΔΧ, εφεξής) και διαπιστώνουμε ότι αυτό το μέγεθος, το οποίο ανήλθε στο 113.4% το 2009, είναι μάλλον απίθανο να περιοριστεί ή, έστω, να σταθεροποιηθεί. Περισσότερο απίθανο είναι να προσαρμοσθεί στο επίπεδο του 60% της «Συνθήκης του Μάαστριχτ». Στόχος μας δεν είναι η πραγματοποίηση μίας «άσκησης επί χάρτου», αλλά η ανάδειξη ορισμένων δομικών προβλημάτων της υπαγμένης στην ΟΝΕ ελληνικής οικονομίας.

* Ο Θ. Μαριόλης είναι Αν. Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου και Managing Editor του Bulletin of Political Economy.

Ο Κ. Παπουλής είναι Πολιτικός Μηχανικός, Msc στην Περιφερειακή Ανάπτυξη.

Η δυναμική του ΠΔΧ προσδιορίζεται, όπως είναι γνωστό, από τους ακόλουθους παράγοντες: (1) το τρέχον ύψος του ΠΔΧ, (2) το μέσο ονομαστικό επιτόκιο εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, (3) τον πληθωρισμό, (4) τον ποσοστιαίο ρυθμό μεταβολής του πραγματικού (αποπληθωρισμένου) ΑΕΠ, (5) το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού ως ποσοστό του ΑΕΠ, και (6) τη δημιουργία νέου χρήματος για τη χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος (δηλ. την αύξηση της λεγόμενης «νομισματικής βάσης»). Οι παράγοντες (1) και (2) τείνουν να αυξήσουν το ΠΔΧ, ενώ όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες τείνουν να τον μειώσουν. Έπεται, λοιπόν, ότι όταν γνωρίζει κανείς (ή, καλύτερα, εκτιμά) τα ύψη όλων αυτών των παραγόντων (τα οποία δεν είναι, όμως, ανεξάρτητα μεταξύ των, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό), δύναται να προσδιορίσει πλήρως τη δυναμική του ΠΔΧ. Τονίζεται, ωστόσο, ότι στα πλαίσια της ΟΝΕ, και ως συνέπεια της κυριαρχίας μονεταριστικών θεωρήσεων, απαγορεύεται η νομισματική χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος (Άρθρο 101 της «Συνθήκης του Μάαστριχτ») και, επομένως, ο κατά σειρά τελευταίος παράγοντας δεν υφίσταται.

Στα ακόλουθα εκτιμούμε και σχολιάζουμε, βάσει έξι, εναλλακτικών, σεναρίων και για 21 έτη (δηλ. από το 2010 έως και το 2030), την εξέλιξη του ελληνικού ΠΔΧ υποθέτοντας (όχι εξωπραγματικά) ότι το μέσο ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους είναι σταθερό και ίσο με 5% (οι εκτιμήσεις των περισσοτέρων αναλυτών κυμαίνονται από το 5.1% έως το 5.5%, υπό την υπόθεση ότι τα λεγόμενα «spreads» θα εξομαλυνθούν), και ότι ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός είναι σταθερός και ίσος με 2%. Παράμετροι της εκτίμησης είναι ο ετήσιος ποσοστιαίος ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ, στον οποίο δίνουμε τις τιμές 1% και 2%, και το ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού ως ποσοστό του ΑΕΠ, στο οποίο δίνουμε τις τιμές -3% (έλλειμμα), 0% και 1% (Οι υπολογισμοί βασίζονται στην «κλασική», θεωρητική ανάλυση του Spaventa, L., 1986, The growth of public debt: sustainability, fiscal rules, and monetary rules, Working Paper, WP/86/8, Fiscal Affairs Department, International Monetary Fund, την οποία αναπροσαρμόζουμε στις ανάγκες του παρόντος άρθρου).

Τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων παρατίθενται στον Πίνακα που ακολουθεί, ενώ από την περαιτέρω ανάλυση αυτών (την οποία δεν εκθέτουμε χάρη συντομίας) είμαστε σε θέση να αντλήσουμε τα εξής συμπεράσματα:

(1) Σε όλες τις υπό θεώρηση περιπτώσεις το ΠΔΧ αυξάνεται συνεχώς, χωρίς όριο, δηλ. τα ελλείμματα είναι, όπως λέγεται, «μη διατηρήσιμα». Βεβαίως, η ταχύτητα αύξησης συναρτάται με τις τιμές των παραμέτρων της εκτίμησης (και είναι πολύ χαμηλή, συγκριτικά, στο κατά σειρά τελευταίο σενάριο, όπου το ΑΕΠ αυξάνεται με ρυθμό 2% και ο προϋπολογισμός εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα 1%).

 

 

Εκτίμηση της εξέλιξης του ελληνικού δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, 2010-2030

ΡΥΘΜΟΣ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗΣ

ΑΕΠ

                1%                                                              2%

2%

ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΣ

ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ

ΔΗΜΟΣΙΟΥ

-3%

0%

1%

-3%

0%

1%

2010

118.6

115.6

114.6

117.4

114.4

113.44

2015

146.0

127.1

120.8

138.2

119.8

113.7

2020

176.2

139.8

127.7

160.0

125.5

113.9

2030

245.9

169.1

143.6

206.7

137.5

114.5

 

(2) Εάν, όπως αναμένεται, σημειωθούν, κατά το διάστημα 2010-2011, αρνητικοί ποσοστιαίοι ρυθμοί μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ (ή/και πληθωρισμός μικρότερος από 2%), τότε το ΠΔΧ θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Για παράδειγμα, εάν σημειωθεί, το 2010, αρνητικός ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ ίσος με -2% ή -3% και πληθωρισμός 1.5% (βλ. τις τελευταίες προβλέψεις του Διοικητή ΤτΕ), τότε η διατήρηση του ΠΔΧ στο ύψος του 113.4%, απαιτεί τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος της τάξης του 6.3% ή 7.5% (!), αντιστοίχως (ας αναφερθεί ότι το 2009 σημειώθηκε πρωτογενές έλλειμμα της τάξης του 7.7%).

(3) Με ονομαστικό επιτό κιο 5% και πληθωρισμό 2%, η μακροχρόνια σταθεροποίηση του ΠΔΧ απαιτεί ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ μεγαλύτερο από 2.94%. Έτσι, για παράδειγμα, με πρωτογενές έλλειμμα 3% και με ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ ίσο με 4%, το ΠΔΧ θα εξακολουθεί να αυξάνεται συνεχώς, αλλά θα τείνει να σταθεροποιηθεί στο ύψος του 294.7%, ενώ με έναν ρυθμό μεγέθυνσης ίσο με 5%, θα τείνει να σταθεροποιηθεί στο ύψος του 153.0% (και, για την ακρίβεια, θα φθάσει στο 90% αυτού του ύψους, δηλ. στο 137.7%, έπειτα από – περίπου – 48 έτη: βλ. Σχήμα 1).

Σχήμα 1. Περίπτωση σταθεροποίησης του ελληνικού δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, με πρωτογενές έλλειμμα 3% και ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ 5%

(4) Με ονομαστικό επιτόκιο 5%, πληθωρισμό 2% και πρωτογενές έλλειμμα 3%, η συνεχής μείωση του ΠΔΧ απαιτεί ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ μεγαλύτερο του 5.7% (!). Έτσι, για παράδειγμα, η σταθεροποίηση του ΠΔΧ στο επίπεδο του κριτηρίου του Μάαστριχτ, δηλ. 60%, απαιτεί ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 8.4% (βλ. Σχήμα 2). Τέλος, με πρωτογενές πλεόνασμα 1%, η κατά το έτος 2030 μείωση του ΠΔΧ στο 60% απαιτεί ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 4.8%.

Σχήμα 2. Περίπτωση προσαρμογής του ελληνικού δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ στο κριτήριο του Μάαστριχτ, με πρωτογενές έλλειμμα 3% και ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ 8.4%

 

Από την προηγηθείσα ανάλυση συνάγεται ότι ο περιορισμός ή, έστω, η σταθεροποίηση του ελληνικού ΠΔΧ είναι μάλλον απίθανα σενάρια. Επειδή, κυρίως, απαιτούνται εξωπραγματικοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ ή/και πρωτογενή πλεονάσματα, των οποίων το ύψος ενδέχεται να έχει ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην ενεργό ζήτηση (άρα, στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ και, κατ' επέκταση, στην εξέλιξη του ΔΠΧ) όσο και στην κοινωνική συνοχή. Τέλος, η νομισματική χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος, κατά ένα ορισμένο ποσοστό, δεν θα οδηγούσε μόνον σε απαίτηση μικρότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά και (1) σε αύξηση του πληθωρισμού, κατά ένα συγκριτικά μικρότερο ποσοστό, (2) σε μείωση του επιτοκίου, και (3) σε αύξηση του ΑΕΠ, και, επομένως, σε μάλλον σημαντική μείωση της ταχύτητας αύξησης του ΠΔΧ. Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η νομισματική χρηματοδότηση απαγορεύεται στα πλαίσια της ΟΝΕ, με συνέπεια η χρηματοδότηση του ελλείμματος να γίνεται με δανεισμό και, έτσι, να ενεργοποιείται τάση ανόδου του επιτοκίου, η οποία ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα ισχυρή (όπως, ακριβώς, στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, λόγω των έντονα αρνητικών προσδοκιών που δημιουργεί στους δανειστές η συνεχώς μειούμενη διεθνής ανταγωνιστικότητά της).

Το ΠΔΧ συνιστά σύνθετο δείκτη της διαδικασίας αναπαραγωγής μίας εθνικής οικονομίας ως πολύπλοκο (δηλ. οικονομικό, δικαιο-πολιτικό και ιδεολογικό) σύστημα. Η κατά κανόνα ανοδική πορεία του ελληνικού ΠΔΧ, από το 1980 και μετά, δεν συνεπάγεται, όπως μηχανικά επαναλαμβάνεται, ότι «κάθε παιδί που γεννιέται στην Ελλάδα χρωστάει περί τα 25000-30000 ευρώ». Και αυτό γιατί τα παιδιά των κατόχων ομολόγων του ελληνικού δημοσίου θα κληρονομήσουν αυτά τα ομόλογα και, έτσι, θα λαμβάνουν τόκους και χρεολύσια. Αντιθέτως, και σε συνδυασμό με άλλους συζυγείς δείκτες (όπως π.χ. ο λόγος του συνολικού, δημοσίου και ιδιωτικού, εξωτερικού χρέους προς το ΑΕΠ, ο οποίος εκτιμάται στα επίπεδα του 180%), η εν λόγω πορεία υποδηλώνει, στην πράξη, ότι η υπαγμένη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση διαδικασία αναπαραγωγής της ελληνικής οικονομίας είναι μη διαχειρίσιμη. Αν και θα πρέπει να διερευνηθούν διεξοδικά η εξέλιξη του ύψους και της σύνθεσης του συνολικού χρέους της Ελλάδας και, κυρίως, οι σχέσεις της με τη συνεχώς μειούμενη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, δύναται ήδη να λεχθεί ότι στους απαιτούμενους για την εξομάλυνση της κατάστασης ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ αντικατοπτρίζεται η εικόνα «μίας ισχυρής Ελλάδας μέσα σε μία ισχυρή Ευρώπη». Αλλά αντεστραμμένη.

Το ΔΝΤ δεν είναι μονόδρομος

Το ΔΝΤ δεν είναι μονόδρομος

 

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

 

Η χώρα μας οδηγήθηκε στο ικρίωμα του ΔΝΤ με συνοπτικές διαδικασίες και με το χαρακτηρισμό τού δήθεν μονόδρομου, χωρίς να έχει προηγηθεί κανενός είδους αντίδραση ή προσπάθεια διαπραγμάτευσης. Σαν ώριμη, δηλαδή, και από καιρό προαποφασισμένη λύση, αν και ήταν η πιο οδυνηρή και, ταυτόχρονα, η λιγότερο αποτελεσματική.

Ωστόσο, το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα, που με μικρές γενικά διαφορές το συμμερίζεται και ολόκληρος ο ευρωπαϊκός νότος – και όχι μόνο -, ουδόλως δικαιολογούσε την έσχατη αυτή καταδίκη του ελληνικού λαού. Ιδιαίτερα και μετά την κυκλοφορία της τελευταίας έκθεσης του ΔΝΤ, που διαπιστώνει ότι το 2015 το δημόσιο χρέος του συνόλου των προηγμένων οικονομιών, ως ποσοστό στο ΑΕΠ τους, θα υπερβεί το 110%.

Είναι βέβαια γεγονός ότι, αφότου μπήκαμε στο μάτι του κυκλώνα, εξαιτίας σωρείας ασύγγνωστων δικών μας λαθών, αλλά και εξαιτίας του ρατσιστικού μένους της κυρίας Μέρκελ εναντίον μας, μοιραία μεγεθύνθηκε το πρόβλημά μας και περιορίστηκαν οι ομαλές δυνατότητες αντιμετώπισής του. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη κάποιες οριακές λύσεις που, σε σύγκριση με το αδιέξοδο του ΔΝΤ, υπόσχονται λιγότερο δραματικά αποτελέσματα και ενδέχεται να αποδειχθούν σωτήριες.

Αναφέρομαι πολύ συγκεκριμένα στις καθημερινές προτάσεις αναδιαπραγμάτευσης του χρέους μας, που προέρχονται από νομπελίστες και από γνωστούς οικονομικούς αναλυτές και που συνοδεύονται από την απορία τού γιατί μια τέτοια λύση να εκλαμβάνεται ως απαγορευμένη συζήτηση από ελληνικής όσο και από ευρωπαϊκής πλευράς.

Από τα πολυάριθμα αυτά παραπάνω σχήματα, που άλλωστε δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, επιλέγω, εντελώς ενδεικτικά, αυτό του Αμερικανού οικονομολόγου Carl Weinberg, ο οποίος προτείνει την υπαγωγή του συνόλου των ελληνικών ομολόγων, που λήγουν έως το 2019, σε δεξαμενή που θα χρηματοδοτηθεί εκ νέου με 25ετή ομόλογα και με επιτόκιο 4,5%. Υπολογίζεται ότι έτσι οι ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας μας θα περιοριστούν κατά 60% ή κατά 140 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ οι απώλειες για τους δανειστές μας θα είναι σημαντικές μόνο για την περίπτωση των τελευταίων, που ανέμεναν απόδοση πάνω από 8% και που οπωσδήποτε αυτή ήταν σαφώς τοκογλυφική.
Τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας λύσης, σε σύγκριση πάντοτε με την αγχόνη του ΔΝΤ, είναι σημαντικά. Να υπογραμμίσω, καταρχάς, ότι ο μηχανισμός στήριξης, που δημιουργήθηκε όχι για να βοηθηθεί η χώρα μας, αλλά για να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των γαλλικών και γερμανικών τραπεζών, βασίστηκε στο ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης, δηλαδή, εμφανώς, σε ένα συνονθύλευμα παντελώς ανέφικτων μέσων και προσδοκιών. Έτσι άλλωστε και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η προσφυγή της αμήχανης ΕΕ στο αδίστακτο ΔΝΤ για την παρά ταύτα εφαρμογή του. Είναι, πράγματι, δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να γίνει πιστευτό ότι η ΕΕ έχει την αφέλεια να ελπίζει ότι σε 3 ή σε 5 χρόνια το δημόσιο έλλειμμα θα έχει μειωθεί σε 3% και το δημόσιο χρέος σε 60% του ΑΕΠ μας, αν και με βάση λογικές προσδοκίες, καθώς και με βάση το ιστορικό του ΔΝΤ, θα έχουμε:

  • συρρίκνωση του ΑΕΠ ανώτερη του 10%,
  • ανεργία που θα ξεπεράσει το 20% του ενεργού πληθυσμού,
  • δημόσιο χρέος που από το 115% του ΑΕΠ θα σκαρφαλώσει στο 150% το 2014,
    λουκέτο σε 60.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις,
  • κατακόρυφη μείωση της ζήτησης, ακόμη και ειδών διατροφής,
  • καλπάζοντα στασιμοπληθωρισμό – και όχι απλώς αντιπληθωρισμό, όπως εσφαλμένα υποθέτει το ΔΝΤ,
  • ανεξέλεγκτες κοινωνικές αντιδράσεις και εξαιτίας της επαναφοράς της μεσαιωνικής βαρβαρότητας στις εργασιακές σχέσεις.

Αντιθέτως, είναι δυστυχώς ξεκάθαρο ότι παρά τις ανθρωποθυσίες που απαιτούνται από το λαό, σε 1 ή 2 χρόνια από σήμερα η Ελλάδα, που ήδη εκλαμβάνεται ως χρεοκοπημένη από τα διεθνή ΜΜΕ, θα είναι έτσι και επίσημα, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να απολέσουν το σύνολο σχεδόν του κεφαλαίου τους, όπως συνέβη και με την Αργεντινή. Η αναδιαπραγμάτευση του χρέους, που δεν πρέπει να συγχέεται με χρεοκοπία, και που θα επιδιωχθεί στο πλαίσιο συμφωνίας με τους δανειστές μας, μπορεί να μας εξασφαλίσει την απαραίτητη επιμήκυνση του χρόνου πληρωμής των χρεών μας και, το σημαντικότερο, να εισαγάγει στον ορίζοντά μας την αναπτυξιακή διάσταση που απουσιάζει παντελώς από το ΔΝΤ.

Πράγματι, το ΔΝΤ, ως όργανο αποκλειστικά των δανειστών, αδιαφορεί παντελώς για την τύχη των λαών που κατακτά. Με τις πάγιες πρακτικές του, που απορρέουν από το σκληρότερο πυρήνα του νεοφιλελεύθερου συστήματος, αρκείται στην απομύζηση του έστω και συρρικνούμενου εθνικού πλούτου των θυμάτων του, αποκλείοντας κάθε αναπτυξιακή διαδικασία που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των δανειστών. Τέλος, με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους μας υπάρχουν ελπίδες ότι θα αναχαιτιστεί η εγκληματική μεταφορά εισοδήματος και πλούτου από τους εργαζόμενους στους τραπεζίτες, από τους φτωχότερους στους πλουσιότερους, από την εργασία στο κεφάλαιο. Αυτή η ανορθόδοξη μορφή αναδιανομής, που ωστόσο επιτεύχθηκε μετά το 1980 χάρη στο σφετερισμό της παραγωγικότητας της εργασίας από τα κέρδη, σε παγκόσμιο και σε ελληνικό επίπεδο, είναι το κυρίαρχο αίτιο του ξεσπάσματος της δεύτερης μεγάλης παγκόσμιας κρίσης το 2007, καθώς και της κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας.

Είναι βέβαιο ότι η παραμονή μας στο ΔΝΤ θα έχει δραματικές και, πιθανότατα, μη αναστρέψιμες συνέπειες για την Ελλάδα. Θα πρόκειται για ολοκληρωτική καταστροφή. Γι' αυτό και επιβάλλεται η άμεση αναθεώρηση του χαρακτηρισμού του ΔΝΤ ως μονόδρομου.

 

* Η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη είναι πρ. πρύτανης και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και πρόεδρος του Ιδρύματος Δελιβάνη.


ΠΗΓΗ: ΕΠΙΚΑΙΡΑ, 11/6/2010,  

http://m-epikaira.gr/2010/06/%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%BD%CF%84-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82/

Όχι στην κατάργηση …. και την αφρικανοποίηση

Όχι στην κατάργηση της δημοκρατίας, το πλιάτσικο και την αφρικανοποίηση

 

Του Δημήτρης Καζάκη*

 

Παύση πληρωμών δεν σημαίνει πτώχευση, με βάση τη διεθνή εμπειρία δύο αιώνων, αλλά άρνηση της λεηλασίας της χώρας – Το κράτος φορτώνεται τα χρέη των τραπεζών – Κρίση του συνολικού τρόπου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας – Αδύνατη η αποπληρωμή του χρέους – Το κόστος διαγραφής των άχρηστων χαρτιών στις πλάτες των εργαζομένων – Κατάργηση της δημοκρατίας και αφρικανοποίηση της Ελλάδας, ως συνέπειες ενός «μη βιώσιμου» κράτους και οι πολιτικές συνέπειες του προγράμματος του ΔΝΤ – Το ευρώ είναι ο μόνος μηχανισμός που μπορεί να συντρίψει την ελληνική οικονομία – Απαραίτητη η έξοδος.

Πίσω από τη θεωρητική ανάλυση των αιτιών της κρίσης και το πότε, το πώς διαμορφώθηκε και όλα αυτά και το αν ξεπεράστηκε (που δεν ξεπεράστηκε) η παγκόσμια κρίση, κρύβεται το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή έχουμε μια τρομακτική υπερσυσσώρευση, να το πούμε έτσι, πλασματικού – εικονικού το λέγανε οι κλασικοί οικονομολόγοι – κεφαλαίου, η οποία επικεντρώνεται, όπως καταλαβαίνετε, στο τραπεζικό σύστημα. Γι' αυτό και βλέπουμε το τραπεζικό σύστημα να είναι το επίκεντρο του όλου προβλήματος στην παγκόσμια οικονομία.

 

Το κράτος φορτώνεται τα χρέη των τραπεζών

 

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Σημαίνει ότι μετά το παγκόσμιο κραχ του 2008, χρειάστηκε να καθαριστούν τα λεγόμενα χαρτοφυλάκια των μεγάλων τραπεζών παγκόσμια, από κείνα τα χαρτιά τα οποία πλέον δεν είχαν αξία. Μια τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, σχετικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα, λέει ότι διαγράφηκε μέχρι τώρα, από τα χαρτοφυλάκια των μεγάλων τραπεζών στις αναπτυγμένες χώρες, περίπου 2,3 τρισ. Δολάρια που, τελείως τυχαία, είναι περίπου ο αριθμός της αύξησης του δημόσιου χρέους στις ανεπτυγμένες ή λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου. Δηλαδή, η διαγραφή των χρεών των αξιογράφων των τραπεζών μετατράπηκε σε κρίση χρέους. Εκεί είναι η όλη ιστορία. Ένας κλασικός μηχανισμός διατυπώθηκε και νωρίτερα και νομίζω σωστά, είναι μέσα από την ελλειμματική πολιτική του κράτους, το οποίο φορτώθηκε τα χρέη, φορτώνεται ξανά χρέη κ.λ.π. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ιρλανδία κατέρρευσε […] – το οικονομικό θαύμα του ευρώ, η χώρα που θα ‘πρεπε να ‘τανε πρότυπο – μέσα σε μια νύχτα και δεν υπάρχει δυνατότητα αναδιάρθρωσης της οικονομίας της, τουλάχιστον στο κοντινό μέλλον, αυτό εκτιμάται, και δεν χρεοκόπησε λόγω δημόσιου χρέους, χρεοκόπησε κυρίως λόγω του τεράστιου χρέους που είχε συσσωρευτεί στις τράπεζες, συν το γεγονός ότι από την εξάρτησή της από το ξένο κεφάλαιο το οποίο έφυγε, σχεδόν σε μια νύχτα, [….] διαλύθηκε η παραγωγική της βάση. Λοιπόν, αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η παγκόσμια οικονομία, εκεί εδράζεται η κρίση στην Ε.Ε. και πιο συγκεκριμένα η κρίση του ευρώ. […]

 

Το ευρώ επινόηση των τραπεζιτών

 

Δυστυχώς και στην οικονομική σκέψη της Αριστεράς επέδρασε, δραστικά, η κυρίαρχη αντίληψη του νεοφιλελευθερισμού που, για κάποιο περίεργο λόγο, αντιμετωπίζει το ευρώ, όπως οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, πράγμα που δεν είναι. Το ευρώ ούτε γεννήθηκε, ούτε αντιπροσωπεύει διαδικασίες οικονομιών, όπως τα εθνικά νομίσματα ή τα παγκόσμια νομίσματα όπως π.χ. το δολάριο. Στην πραγματικότητα το ευρώ, να το πούμε έτσι πιο απλά και συγχωρήστε μου μια… τοποθέτηση, για να γίνω πιο κατανοητός το κάνω, ήταν μια επινόηση των τραπεζιτών της Ευρωζώνης για τη διευκόλυνσή τους. Αυτό οδήγησε σε ένα τεράστιο κύμα τιτλοποιήσεων πλούτου μες στην Ευρωζώνη, με αποτέλεσμα οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες, σήμερα, να έχουν χαρτοφυλάκια αξιογράφων που φτάνουν τα 46 τρισ. δολάρια, όταν το ΑΕΠ ολόκληρης της Ευρωζώνης είναι 9,2 τρισ. Και σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ, αλλά και άλλων παγκόσμιων οργανισμών, θα πρέπει αυτές οι τράπεζες να διαγράψουν από τα χαρτοφυλάκιά τους, γιατί πρόκειται για αξιόγραφα τα οποία έχουν χάσει την αξία τους, περίπου 21 τρισ. Αυτό, βέβαια, για να το διαγράψουν δεν είναι μια απλή ιστορία, για να το διαγράψουν θα πρέπει να το μεταφέρουν σε κάποιον άλλον το κόστος της διαγραφής. Συν το γεγονός ότι αυτή η μεταφορά κόστους, που γίνεται κατά κύριο λόγο στο κράτος, άρα μέσω του κράτους στον φορολογούμενο και δη στις λαϊκές μάζες, αποτέλεσε αντικείμενο και σοβαρής κερδοσκοπίας. […] Να σας πω ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα: Στο τελευταίο εννεάμηνο, τα heads fund, δηλαδή τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια πολύ υψηλού ρίσκου που υπάρχουν στην παγκόσμια αγορά και φαίνεται να ασκούν πάρα πολύ μεγάλη επιρροή σήμερα, διπλασίασαν την κεφαλαιακή τους βάση. Κι αυτό παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στη φαινομενική, εικονική, πλασματική άνοδο των παγκόσμιων αγορών, το προηγούμενο διάστημα. Αυτό δημιουργεί και το σοβαρό πρόβλημα που έχουμε στην Ευρωζώνη και στο ζήτημα του ευρώ. Πολλοί οικονομολόγοι, όχι μόνο της Αριστεράς αλλά και mainstream, δηλαδή του κυρίως δόγματος στην οικονομία, έχουν χαρακτηρίσει πολύ εύστοχα το ευρώ μία από τις μεγάλες φούσκες που πήγε να σπάσει. Και εκεί εδράζεται όλο το παιχνίδι αυτή τη στιγμή που βλέπουμε στις παγκόσμιες αγορές και ειδικά με επίκεντρο το ευρώ. Αυτό, βέβαια, είναι η διεθνής πλευρά της κρίσης.

 

Αδύνατη η αποπληρωμή των δανείων

 

Παρά το γεγονός ότι η ελληνική κρίση έχει συνυφανθεί πλέον με την παγκόσμια κρίση, δεν είναι ταυτόσημη. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα αυτή τη στιγμή δεν είναι ταυτόσημο, ούτε προήλθε από την παγκόσμια κρίση. Δεν είναι κρίση εισαγόμενη αυτή που αντιμετωπίζουμε. Είναι πρόβλημα συνολικού τρόπου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας από πολύ παλιά. Κι αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα, αυτό που ονομάστηκε νωρίτερα δομικό. Και έχει να κάνει με το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος συνολικά, να το πω απλά, χρησιμοποιήθηκε για να χρηματοδοτήσει μια άκρως παρασιτική, παραγωγικά αναιμική και συνολικά ληστρική οικονομική ανάπτυξη της χώρας από τη μεταπολίτευση κι εδώ. Αυτό είναι το πρόβλημα του δημοσίου χρέους σήμερα. Βέβαια, κάποιοι, και ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι, και εμείς στην Αριστερά, εμείς εννοώ μη ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι, λέγαμε ήδη από τη δεκαετία του '70 ότι το πρόβλημα του χρέους είναι πολύ σοβαρό. Ο ακαδημαϊκός Άγγελος Αγγελόπουλος που έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το ζήτημα του εξωτερικού χρέους και ειδικότερα του δημόσιου χρέους από τη δεκαετία του '30, είχε τονίσει τη δεκαετία του '70 ότι το πρόβλημα του χρέους, του δημόσιου χρέους και δη του εξωτερικού χρέους, στην Ελλάδα γίνεται μη διαχειρίσιμο. Και τότε ήταν μη διαχειρίσιμο, γιατί όπως έλεγε από τις 100 δραχμές που δανειζόμασταν, οι 70 φεύγανε για να πληρώσουμε παλιά δάνεια, 75 όπως υπολόγιζε. Στην τελευταία δεκαετία, από τα 100 ευρώ που δανειζόμαστε τα 97 πηγαίνουν σε ξένα δάνεια. Γι' αυτό ακριβώς το δημόσιο χρέος στην Ελλάδα, που κατά κύριο λόγο είναι εξωτερικό, δεν είναι απλώς μη διαχειρίσιμο δεν μπορεί να αποπληρωθεί. Δεν πάει να πετύχουμε 1% επιτόκιο; Τζάμπα να μας το δίνουνε δεν βγαίνει. Απλή αριθμητική. […]. Εάν το τριετές πρόγραμμα που επιβάλει το ΔΝΤ πετύχει τους στόχους του, μ' έναν παλαβό, μαγικό τρόπο, θα πρέπει το 2013, για να πληρώσουμε μόνο τους τόκους των δανείων, η ελληνική οικονομία να παράγει από κει και πέρα στο διηνεκές, ένα πλεόνασμα, πρωταρχικό πλεόνασμα, της τάξης του 7,5%. Πρωταρχικό πλεόνασμα εννοούμε οι οικονομολόγοι τη διαφορά δαπανών και εσόδων, το καθαρό πλεόνασμα του κράτους, χώρια το τι πληρώνουμε για τα δάνεια. Σημαίνει δηλαδή ότι θα ‘πρεπε η ελληνική οικονομία να αναπτύσσεται τουλάχιστον κατά 7,5% για να μπορέσει να παράγει αυτό το πλεόνασμα και πάλι αυτό θα πληρώνει μόνο τους τόκους. Χώρια τα χρεολύσια, χώρια οι ιστορίες των τρομακτικών ταμειακών αναγκών που υπάρχουν αυτή τη στιγμή και που έχουν εκτοξεύσει τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό στα ύψη. Χώρια τα κρυμμένα χρέη που υπάρχουν αυτή τη στιγμή σε διάφορες μεριές, χώρια το ιδιωτικό εξωτερικό χρέος το οποίο κι αυτό σιγά-σιγά εκτινάσσεται.

Μόνο το εξωτερικό χρέος των τραπεζών αυτή τη στιγμή είναι 52% του ΑΕΠ της χώρας. Άρα, δεν είναι δυνατόν να αποπληρωθεί το χρέος. Άρα πού πάμε; Προς τι λοιπόν αυτή η πολιτική;

 

Συντρίβουν την κοινωνία για να σωθούν τραπεζίτες και ευρώ

 

Η πολιτική αυτή εφαρμόζεται – τουλάχιστον στις βασικές υποθέσεις – και θα εξηγήσω γιατί δεν μπορεί να επιτευχθεί  για να εξασφαλιστεί ο φόρος αίματος που πληρώνει η ελληνική οικονομία στους ξένους δανειστές. Να συνεχιστεί η πληρωμή των δανείων, ανεξαρτήτως κατάστασης της ελληνικής οικονομίας και των λαϊκών στρωμάτων αυτών, αυτό είναι το ένα στοιχείο.

Το δεύτερο είναι να αποφευχθεί για όσο είναι δυνατό να μη λειτουργήσει η ελληνική οικονομία και η πτώχευσή της ως θρυαλλίδα, ως ντόμινο, για τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης, και ευρύτερα ενδεχομένως, αλλά και πολύ περισσότερο να μην επιδεινώσει, την ήδη δραματική κατάσταση του ίδιου του ευρώ. Δεν τους ενδιαφέρει, ούτε η ανάπτυξη της οικονομίας στην Ελλάδα, ούτε το να φτιάξουν τα οικονομικά, ούτε πώς θα μας βοηθήσουνε να πληρώσουμε τα χρέη, τίποτα από όλα αυτά.

Σήμερα, οι διεθνείς οικονομικοί οίκοι, αυτοί που, κατά κύριο λόγο έχουν τα μεγάλα πακέτα ομολόγων του ελληνικού χρέους, εκτιμούν ότι με το πρόγραμμα του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτού που επεβλήθη και που ψήφισε η κυβέρνηση πριν από δύο μέρες, στην πραγματικότητα θα φέρει μία πτώση του ΑΕΠ, στην τριετία, από 25 μέχρι 37%, όπως υπολογίζουν όλοι. Αυτό θα σημαίνει μη ανατάξιμη, όπως λένε μια σειρά οικονομικοί αναλυτές διεθνώς, ύφεση, τουλάχιστον για 20 χρόνια για την ελληνική οικονομία. Αυτό σημαίνει οικονομική καταστροφή. Και όχι μόνον αυτό.

 

Κατάργηση δημοκρατίας και πλιάτσικο

 

Συνήθως, στην ιστορία, γνωρίζουμε, ότι αντίστοιχες οικονομικές κρίσεις, δεν συνοδεύτηκαν μόνο με οικονομικές συνέπειες και αποτελέσματα, είχαν και σοβαρές πολιτικές συνέπειες. Είχαν προβλήματα, σε σχέση με τη δημοκρατία. Και είδαμε ήδη μόλις χθες ότι καταργήθηκε το Κοινοβούλιο με την τροπολογία. Θα περνάνε οι συμφωνίες με το ΔΝΤ, χωρίς έγκριση του Κοινοβουλίου – αίτημα το οποίο το βάζουν οι οικονομικοί αναλυτές του ΔΝΤ και της Ε.Ε. ήδη εδώ και δύο βδομάδες. Με την κατάργηση της έννοιας του Κοινοβουλίου δεν μπορεί να υπάρχει ανάταξη της οικονομίας. Είναι γνωστό τι έγινε στη Λατινική Αμερική, με τις χρεοκοπίες της δεκαετίας του '80, όπου οι περισσότερες χώρες, ακόμη και αυτές που είχανε γλιτώσει από τη δικτατορία ή μόλις είχανε βγει από καταστάσεις δικτατορίας, επέστρεψαν σε καταστάσεις δικτατορίας.

Όμως, υπάρχει άλλο και σοβαρό θέμα. Σήμερα, οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές, μιλάμε για αυτούς που κατέχουν τα ελληνικά ομόλογα και διεκδικούν σοβαρές αποδόσεις από αυτά, θεωρούν ότι η ελληνική οικονομία, η ελληνική κοινωνία, το ελληνικό κράτος, δεν είναι βιώσιμο. Μη οικονομικά βιώσιμο, λέγεται.

Και ξαφνικά αναπτύσσονται θεωρίες που λένε το εξής: αν αυτό δεν είναι βιώσιμο, ολόκληρες οικονομικές περιφέρειες της χώρας θα πρέπει, είτε να απορροφηθούν από τους γείτονες, είτε θα πρέπει να ενσωματωθούν πλήρως στην Ευρωζώνη, ακριβώς όπως έγινε με τη Νέα Γη – αγγλιστί New Foudland –  που έγινε επαρχία του Καναδά, το 1949, επειδή η New Foudland, ένα πρώην προτεκτοράτο της Βρετανίας, οδηγήθηκε το ‘34, σε τέτοια κατάσταση υπερχρέωσης, που δεν ήτανε βιώσιμο […]. Αυτά συζητάνε. Και δεν τα συζητάνε μόνο. Εξ επαγγέλματος, μπορώ να γνωρίζω και να σας διαβεβαιώσω, με όσες πληροφορίες γίνεται, υπάρχουν ήδη επιχειρηματικά σχήματα τα οποία στήνονται αυτή τη στιγμή μέσα στην Ευρωζώνη, στο Μπαχρέιν, στα Αραβικά Εμιράτα και παντού, που στοχεύουν σε αυτού του είδους το πλιάτσικο της Ελλάδας.

Στην υιοθεσία ή την απορρόφηση ολόκληρων οικονομικών περιφερειών της χώρας. Άρα, το ζήτημα που μπαίνει μπροστά στη χώρα και στο λαό της, πρώτα και κύρια στην ίδια την εργατική τάξη, δεν είναι ότι θα χάσει το μεροκάματο ή κινδυνεύει η σύνταξη ή η δουλειά της. Κινδυνεύει να χάσει τη χώρα της. Και όχι μόνο με πολιτικούς όρους, δηλαδή με όρους ανοιχτής πολιτικής δικτατορίας, χούντας δηλαδή – όπως την έχουμε δει να εφαρμόζεται παντού, όπου μπήκε το ΔΝΤ, ή όπου μπήκε ο συνδυασμός ΕΕ και ΔΝΤ, στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, και γνωρίζουμε τι συνέβη – αλλά και με όρους φυσικής ακεραιότητας της χώρας. Πολλοί οικονομολόγοι, πριν από μια εβδομάδα, έτυχε να βρίσκομαι σε ένα τέτοιο team οικονομολόγων, που συζητούσαν ακριβώς τις προοπτικές από μεριάς των επενδυτών για την Ελλάδα, και όλοι καταλήγανε στο συμπέρασμα, ότι η μόνη λύση της Ελλάδας είναι η «αφρικανοποίησή» της. Δηλαδή αυτό που συνέβη στη Νιγηρία ή στη Σομαλία, όπου στη δεκαετία του ‘90 ήταν τα πρότυπα ανάταξης οικονομιών για το ΔΝΤ. Κοιτάξτε τις σήμερα πού είναι και τι συμβαίνει εκεί. Άρα […] το δίλημμα που μπαίνει σήμερα μπροστά στην εργατική τάξη, στο λαό, στη χώρα την ίδια είναι ή η σωτηρία της χώρας ή η ολοκληρωτική καταστροφή της χωρίς προοπτική. […] Ή παλεύει, η Αριστερά, πρώτη και κύρια, προσπαθώντας κοινωνικά να θέσει τη εργατική τάξη στο προσκήνιο, να μπορεί να αναδείξει την ηγετική της ικανότητα και να τραβήξει τα υπόλοιπα στρώματα που πλήττονται σε μια ανασυγκρότηση της χώρας, με νέους όρους, με νέες προοπτικές, σε μια νέα τροχιά οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ανάπτυξης, ή είναι χαμένο το παιχνίδι. […] Για αυτό και η έννοια της άρνησης της πληρωμής του χρέους είναι βασική αφετηριακή αρχή, για να μπορέσει να ξεκινήσει μια τέτοια πορεία. Είναι ζήτημα επιβίωσης.

 

Παύση πληρωμών δεν σημαίνει πτώχευση

 

Ας συζητήσουμε λιγάκι το θέμα της άρνησης πληρωμών, επειδή υπάρχουν πολλές φορές συγχύσεις, άλλες φορές καλόπιστες και άλλες φορές κακόπιστες, κυρίως από την κυρίαρχη προπαγάνδα. Άρνηση πληρωμής του χρέους, μέσα από την παύση πληρωμών, δεν σημαίνει πτώχευση της χώρας. Η πτώχευση – είτε έτσι, είτε αλλιώς – έρχεται. Ειπώθηκε προηγούμενα, έχει κλειδωθεί η οικονομία προς τα κει. Το θέμα είναι πότε θα έρθει, με ποιους όρους και ποια είναι τα συμφέροντα και πώς θα τοποθετηθούν, αν θέλετε, στις αγορές, οι κυρίως κερδισμένοι από την πτώχευση, για να μπορέσουν να επικαρπωθούν την πτώχευση. Αυτό είναι το θέμα. Λοιπόν, το θέμα είναι ότι πρέπει να προχωρήσουμε σε άρνηση πληρωμής του χρέους, ακριβώς για να αντιμετωπίσουμε την πιθανότητα και την προοπτική της πτώχευσης. Και αυτό το πράγμα πώς μπορεί να γίνει: Μόνο αρνούμενοι το δικαίωμα στους δανειστές να κατάσχουν ή να λεηλατούν αυτή τη χώρα. Αυτό είναι. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Η ιδέα αυτή και στο επίπεδο της πολιτικής και στο επίπεδο της οικονομίας, δεν είναι πρωτοσήμαντη – ξέρετε, μαζευτήκαμε ορισμένοι οικονομολόγοι και μας ήρθε ξαφνικά στο μυαλό. Στην ιστορία, στη διεθνή εμπειρία – αναφέρθηκε μια πολύ αξιόλογη μελέτη προηγουμένως – εγώ έχω να σας αναφέρω μια τεράστια βιβλιογραφία σε σχέση με το ζήτημα αυτό που ξεκινάει από το 19ο αιώνα, αναφέρεται το πολύ απλό εξής πράγμα: ότι δεν μπορεί […] να ανασυγκροτηθεί μια οικονομία η οποία βαρύνεται από ένα τέτοιο δημόσιο χρέος […]

 

Απαραίτητη η έξοδος από το ευρώ

 

Βεβαίως, οφείλουμε να πούμε ότι το μεγάλο πρόβλημα στην ελληνική οικονομία, πέραν από αυτά που είπαμε είναι, όντως, το ευρώ. Είναι ο μόνος μηχανισμός με τον οποίο μπορούν οι δανειστές, όπως οι ξένοι τοκογλύφοι, να μου επιτρέψετε να πω, μπορούν να συντρίψουν μέσα σε ένα 24ωρο την ελληνική οικονομία.

Γι' αυτό είναι απαραίτητο, σε αυτήν τη πορεία, να φύγουμε από το ευρώ, είναι βασική προϋπόθεση. Και βεβαίως, η παύση πληρωμών δεν μπορεί από μόνη της να λύσει τα δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, αν δεν προχωρήσουμε γρήγορα σε μία διαφορετική αναπτυξιακή πορεία, εν συντομία: στην εθνικοποίηση των βασικών τραπεζικών ιδρυμάτων, ώστε να σταματήσει η κερδοσκοπία, είτε ιδιωτική είτε κρατική.  Το δεύτερο είναι ο έλεγχος των ροών κεφαλαίου, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να σταματήσει η αιμορραγία της ελληνικής οικονομίας που υπάρχει αυτή τη στιγμή. Θα σας πω μόνο ένα στοιχείο: στα τέλη του 2009, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ που παρακολουθεί τις βάσεις δεδομένων, από την Ελλάδα είχαν εξαχθεί κεφάλαια που ανήκουν σε ιδιώτες κατοίκους της Ελλάδας. Τα κεφάλαια που είχαν πάει στο εξωτερικό σε κερδοφόρες τοποθετήσεις, δηλαδή σε αγορές παραγώγων, σε μετοχές, σε CDs, σε ομόλογα κ.λπ., ήτανε 200 δισ. ευρώ, όταν όλο μας το χρέος είναι 300 δισ. ευρώ.  Λοιπόν, φυσικά και χρειάζεται μια άλλη αναπτυξιακή πορεία, δε θέλω να αναφερθώ παραπέρα. Βεβαίως, χρειάζεται να αναπτυχθεί το κράτος, ένα άλλο, όχι το σημερινό, το διεφθαρμένο, όπως είναι, ως βασικός μοχλός της οικονομίας, έτσι ώστε να μπορεί να ανασυνταχθεί η οικονομία και να αναταχθεί σε όλα τα επίπεδά της και, φυσικά, (χρειάζεται) ένας άλλος προσανατολισμός της χώρας, ώστε να αξιοποιήσει τις πραγματικές ευκαιρίες που υπάρχουνε στην αποδιεθνοποίηση της οικονομικής ζωής.

 

ΠΗΓΗ: Ο Δρόμος, Παρασκευή, 21 Μάιος 2010 23:48,

 http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=987:%C…….%CE%B7&Itemid=45

Ευρωζώνη-κρίση: οι αιτίες του χρέους

Ο δομικός χαρακτήρας της Ευρωζώνης και η κρίση 2007-2009 αιτίες του χρέους

 

Κώστας Λαπαβίτσα

 

 

Αιτία του χρέους οι δαπάνες για τη διάσωση των τραπεζών και η ύφεση – Η Ευρωζώνη, μηχανισμός που δημιουργεί δομικά πλεονάσματα στο κέντρο και δομικά ελλείμματα στην περιφέρεια – Η αλήθεια για την πτώση της ανταγωνιστικότητας – Η χώρα οδηγείται εξ αντικειμένου στην παύση πληρωμών – Ιστορική αποτυχία της αστικής τάξης και του κράτους της – Μακροχρόνια ύφεση και οικονομικός μαρασμός το αποτέλεσμα των μέτρων – Αναγκαία η έξοδος από το ευρώ.

Καταρχάς να πω ότι είναι, πλέον, εμφανές ότι η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι κρίση της Ελλάδας, μόνο. Είναι προφανές ότι αυτά που συμβαίνουν στις παγκόσμιες αγορές, ειδικά στην ευρωπαϊκή αγορά τις τελευταίες μέρες, δείχνουν ότι η κρίση εξαπλώνεται και κινδυνεύει να γίνει ξανά τραπεζική κρίση.

 

Ευρωζώνη: μηχανισμός που δημιουργεί δομικά πλεονάσματα στο κέντρο και δομικά ελλείμματα στην περιφέρεια

 

Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, και κατά τη γνώμη των υπολοίπων συνεργατών μου, στη μελέτη που δημοσιοποιήσαμε τον Μάρτιο, τα αίτια της κρίσης είναι δομικά και είναι δύο Το πρώτο αίτιο, κατεξοχήν και ίσως και κυρίαρχο σε μεγάλο βαθμό, είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας της Ευρωζώνης. Η δομική μεροληψία της Ευρωζώνης, αυτό το οποίο είναι η Ευρωζώνη η ίδια. Δηλαδή, εν ολίγοις, η Ευρωζώνη έχει εξελιχθεί σε έναν μηχανισμό δημιουργίας δομικών πλεονασμάτων στις τρέχουσες συναλλαγές σε πρώτο βαθμό, για το κέντρο, και κυρίως για τη Γερμανία  και δομικών ελλειμμάτων για τις περισσότερες άλλες χώρες και κυρίως για την περιφέρεια. Κι όταν μιλάμε για την περιφέρεια της Ευρωζώνης, προφανώς εννοούμε δύο περιφέρειες, την περιφέρεια του Νότου, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτή τη στιγμή, η οποία ανήκει στην Ευρωζώνη, αλλά φυσικά και την ευρύτερη περιφέρεια της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία δεν ανήκει στην Ευρωζώνη[…] και θα αναφερθώ στον Νότο. Τα πλεονάσματα αυτά μετατρέπονται σε εξαγωγή κεφαλαίου, φυσικά, από τη Γερμανία κυρίως προς την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη, εξαγωγή κεφαλαίου που λαμβάνει τη μορφή των άμεσων ξένων επενδύσεων και φυσικά του τραπεζικού δανεισμού. Αυτό το πράγμα το βλέπετε και στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.[…] η Ευρωζώνη έχει μετατραπεί σε μια περιοχή γερμανικής κυριαρχίας. Πρωτοφανούς γερμανικής κυριαρχίας, οικονομικής κυριαρχίας, η οποία φυσικά δυσκολεύεται να μετατραπεί σε πολιτική, κι αυτό είναι ένα από τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζουμε αυτή τη στιγμή. Σε τι οφείλεται αυτή; Σε έναν λόγο, με δύο αίτια. Ο λόγος, φυσικά, ο οποίος όλοι γνωρίζουμε, είναι η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας των χωρών της περιφέρειας η οποία επιτρέπει τη δημιουργία πλεονασμάτων που σας ανέφερα.

 

Η αλήθεια για την πτώση της ανταγωνιστικότητας

 

Γιατί υποχωρεί η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και των άλλων χωρών της περιφέρειας; Για δύο κυρίως λόγους: πρώτον γιατί οι χώρες της περιφέρειας μπήκαν στην Ευρωζώνη με πολύ υψηλές αρχικές ισοτιμίες – 340 δραχμές στο ευρώ. Ισοτιμίες οι οποίες έπληξαν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Περισσότερο απ' αυτό, όμως, η ανταγωνιστικότητα συνέχισε να πέφτει, διότι οι πιέσεις μεταφέρθηκαν στην αγορά εργασίας και στην αγορά εργασίας η πίεση που μπόρεσε να ασκήσει η Γερμανία στους δικούς της εργαζόμενους ήταν πολύ ισχυρότερη απ' αυτή που μπόρεσαν να ασκήσουν οι αστικές τάξεις στις περιφέρειες. Οι γερμανικοί μισθοί παραμένουν παγωμένοι.

Είναι μία τρομακτική κατάσταση η οποία συνεχίζεται εδώ και 15 χρόνια κι έχει να κάνει με την πολιτική οικονομία της Γερμανίας, με την επανένωση, την ανυπαρξία συνδικάτων στην Ανατολή, με το ρόλο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.[…] ως εκ τούτου, η ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας έχει βελτιωθεί μέσα στην Ευρωζώνη. Δεν υπάρχει άλλος λόγος, δεν οφείλεται στην τεχνολογία, δεν οφείλεται στη γερμανική αποτελεσματικότητα, δεν οφείλεται σ' όλα αυτά το οποία, συνήθως, λέγονται στον Τύπο. Έχει να κάνει με την πίεση στην εργατική τάξη, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη στη Γερμανία. Αυτός είναι και ο λόγος της εμφάνισης της γερμανικής κυριαρχίας στην Ευρωζώνη κατά πρώτο λόγο, στην Ε.Ε. ευρύτερα.

 

Αίτια χρέους οι δαπάνες για διάσωση των τραπεζών και η ύφεση

 

Το δεύτερο αίτιο της κρίσης του δημοσίου χρέους είναι, φυσικά, η οικονομική κρίση του 2007-2009. Αυτό που ξεκίνησε ως γιγάντια κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα και μετεξελίχθηκε σε ύφεση. Όχι πολύ μεγάλη ύφεση η οποία, τέλος πάντως, σταθεροποιήθηκε στον α' βαθμό, το 2009,  μέσω πάρα πολύ μεγάλης κρατικής παρέμβασης. Η κρατική παρέμβαση, φυσικά, στόχευσε στη διάσωση των τραπεζών κατά πρώτο λόγο – πράγμα πάρα πολύ ακριβό. Ταυτόχρονα, όμως, η κρίση έφερε και συντριβή των εσόδων του κράτους λόγω της ύφεσης κι αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο ξέφυγαν τα ελλείμματα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για σπατάλες του κράτους […] υπάρχει μια άνοδος το 2007, είναι αλήθεια, αλλά εκεί που ξεφεύγουν τα πράγματα είναι όταν η ύφεση συντρίβει τα έσοδα και δημιουργεί το έλλειμμα που διογκώνει το δημόσιο χρέος.

Αυτά τα πράγματα τα παρατηρούμε και σ' άλλες χώρες. Το ερώτημα τώρα είναι, γιατί η Ελλάδα; Γιατί βρέθηκε η Ελλάδα στο επίκεντρο αυτού του πράγματος, εφόσον αυτό είναι γενικό ή, τέλος πάντων, γενικότερο. Οι λόγοι είναι αρκετά ξεκάθαροι.

Πρώτον, η αδυναμία του παραγωγικού ιστού. Αυτό που σας είπα αρχικά για τα ελλείμματα στις περιφέρειες και για τα γερμανικά πλεονάσματα, ότι ο παραγωγικός ιστός στις περιφέρειες εξασθενίζει, είναι ιδιαίτερα έντονο στην Ελλάδα, όπου το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών έφτασε το απίστευτο ύψος του 15% του ΑΕΠ το 2008, λίγο πριν αρχίσει η ύφεση. Είναι αντανάκλαση της υποχώρησης του παραγωγικού δυναμικού. Αυτό το οποίο λέει ο κόσμος «δεν παράγουμε τίποτα», είναι αλήθεια.

Ο δεύτερος λόγος είναι, φυσικά, η αδυναμία του κράτους, πράγμα το οποίο επίσης το γνωρίζουμε όλοι. Οι δομικές αδυναμίες του ελληνικού κράτους, δηλαδή η διαφθορά, η αδυναμία να φορολογήσει με αποτελεσματικό και δίκαιο τρόπο, κυρίως να συλλέξει φόρους, η έλλειψη οργάνωσης και όλα τα συναφή.

Πράγμα το οποίο το γνωρίζουμε δεν είναι, όμως, αίτιο της κρίσης. Οι αδυναμίες αυτές υπήρχαν και βγήκαν στην επιφάνεια λόγω των δομικών προβλημάτων τα οποία σας ανέφερα. Τρίτος λόγος είναι φυσικά η χειραγώγηση των στοιχείων […], ως εκ τούτου έγινε πολύ πιο δύσκολο για το ελληνικό κράτος να εμφανίζεται στις διεθνείς αγορές για να μπορέσει να δανειστεί. Και τέταρτος λόγος, επίσης προφανής, η Ελλάδα είναι μικρή. Η ελληνική αγορά ομολόγων, κρατικών ομολόγων, είναι σχετικά μικρή. Εμάς μας φαντάζει το χρέος γιγαντιαίο -και είναι- αλλά για τα συνολικά μεγέθη είναι μικρό . Αν επιδιώξει κάποιος να κερδοσκοπήσει, η Ελλάδα είναι πιο πρόσφορη. Με 300 δισεκατομμύρια ευρώ χρέος, μπορείς να κερδοσκοπήσεις.

Με 3.000 δισ. ευρώ χρέος, που είναι το χρέος την Ιταλίας, δεν μπορείς να κερδοσκοπήσεις. Αν, λοιπόν, επιδιώξεις γενικότερη επίθεση κερδοσκοπική, είναι πολύ πιο καλό να αρχίσεις από την Ελλάδα και σιγά-σιγά να προχωρήσεις. Επί τροχάδην πάλι, τι δείχνει αυτή η κρίση για τη θεσμική οικονομική οργάνωση της Ευρωζώνης; […]. Το πρώτο είναι η θεσμική αντίφαση ανάμεσα στην ενιαία νομισματική πολιτική: μία κεντρική τράπεζα, ίδια νομισματική πολιτική, ίδιο επιτόκιο για όλους, και στην πολυδιάσπαση της δημοσιονομικής πολιτικής. Δεκαέξι κράτη, το καθένα με το δικό του τρόπο να αντιμετωπίσει τις δημόσιες δαπάνες. Αυτή η αντίφαση εμφανίζεται σ' όλα τα επίπεδα και στο επίπεδο των αποφάσεων, αλλά και στο επίπεδο των αγορών. […] Δεκαέξι είναι στην ουσία (οι χρηματοπιστωτικές αγορές), οπότε το κάθε κράτος αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο. Δεύτερον, που πηγάζει απ' αυτό, είναι φυσικά η θεσμική μεροληψία, την οποία βλέπουμε στην Ευρωζώνη, υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου. Όλο το σύστημα είναι φτιαγμένο για να στηρίξει τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και ο Ζ.Κ. Τρισέ, ο πρόεδρος της ΕΚΤ, όταν βρέθηκαν οι τράπεζες σε κρίση, το 2008-2009, ήταν ξεκάθαρος. Επ' ουδενί έπρεπε να αφεθούν οι τράπεζες να χρεοκοπήσουν. Όταν, όμως, τα κράτη βρέθηκαν σε δυσκολία, τέλος του 2009- 2010, εκεί τηρεί ρόλο παρατηρητή η ΕΚΤ κι αυτό το κάνει συνεχώς την τελευταία δεκαετία. Σε κάθε δύσκολη στιγμή στηρίζει τις τράπεζες, στηρίζει το ιδιωτικό κεφάλαιο, αλλά όχι το δημόσιο. Τρίτον, επίσης πασιφανές, υπάρχει βέβαια παντελής έλλειψη αλληλεγγύης. […], υπάρχουν σχέσεις θυγατρικές, σχέσεις ανταγωνιστικές και φυσικά σχέσεις κυριαρχικές. Με παλαιομαρξιστικό τρόπο θα ‘λεγα ότι υπάρχουν σχέσεις ιμπεριαλιστικές […]

 

Ιστορική αποτυχία της αστικής τάξης

 

Η κρίση δείχνει φυσικά την παντελή αποτυχία των στρωμάτων που έχουν κυβερνήσει τη χώρα, τις τελευταίες δεκαετίες. Πρόκειται για ιστορική αποτυχία, κοινωνική αποτυχία συνολική, και κυρίως της αστικής τάξης η οποία έχει το μερίδιο του λέοντος στην πολιτική εξουσία και φυσικά στις οικονομικές απολαβές. Έχει αποτύχει να εντάξει την Ελλάδα στην ευρωπαϊκή αγορά με όρους ανταγωνιστικότητας. Πού είναι οι επενδύσεις, πού είναι ο δυναμισμός – δεν υπάρχει τίποτα απ' αυτό, μόνο κουβέντες ακούμε για τον Έλληνα που κάνει το ‘να και τ' άλλο… Το κράτος και οι αδυναμίες του κράτους αντανακλούν τη γενική αποτυχία και της αστικής τάξης, αλλά και των στρωμάτων τα οποία έχουνε κυβερνήσει μαζί με την αστική τάξη επωφελούμενα απ' αυτήν. Το άλλο που δείχνει […] είναι ο τυχοδιωκτικός και άβουλος χαρακτήρας της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα. Είναι εντυπωσιακό! Δεν υπάρχει εθνική στρατηγική. Δεν βλέπει κανείς να διαγράφεται εθνική στρατηγική. Να υπάρχει κάποιο κομμάτι της αστικής τάξης το οποίο να αντιλαμβάνεται το τι συμβαίνει και να ‘χει κάποιο πρόγραμμα, το οποίο να λέει θα κάνουμε κάτι άλλο. Σύρονται πίσω από αυτά που τους επιτάσσουν οι ισχυρότεροι της Ε.Ε. και κερδοσκοπούν και οι ίδιοι, κερδοσκοπούν εναντίον της Ελλάδας. Έχουν καταρρεύσει ως αξιόπιστη, ηγετική δύναμη.

 

Μακροχρόνια ύφεση και οικονομικός μαρασμός

 

Τα μέτρα θα φέρουν βαθιά ύφεση. Για έναν πάρα πολύ απλό λόγο. Η συνολική ζήτηση είναι κατανάλωση -επενδύσεις- εξαγωγές. Η κατανάλωση συντρίβεται. Οι επενδύσεις δεν είχαν κανένα δυναμισμό, όπως σας είπα, η ελληνική άρχουσα τάξη μόνο για επενδύσεις δεν φημίζεται, οι επενδύσεις είναι χαμηλές, και φυσικά στο πλαίσιο αστάθειας και ανησυχίας για το μέλλον, μόνο για επενδύσεις δεν μπορούμε να μιλάμε αυτή τη στιγμή. Το ότι θα φωνάξουμε το ξένο κεφάλαιο να κάνει επενδύσεις, είναι κουβέντες του αέρα.

Δεν έχει συγκριτικό πλεονέκτημα η Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Θα πάνε στην Τουρκία, θα πάνε στη Βουλγαρία, γιατί να ‘ρθουνε στην Ελλάδα; Πώς θα λυθεί το πρόβλημα μ' αυτό; Και μιλάμε για εξαγωγές που δεν είναι πολύ μεγάλο κομμάτι της ελληνικής οικονομίας, αλλά επίσης δεν υπάρχει δυνατότητα υποτίμησης, για να πάρουν εξαγόμενα, γιατί είμαστε στο ευρώ. […] Οι εξαγωγές μπορούν να αυξηθούν αν υπάρξει πτώση-συμπίεση του κόστους. Πράγμα το οποίο δεν βλέπω να βγαίνει να το λέει ανοιχτά η κυβέρνηση. Το λέει με έμμεσο τρόπο, διότι φυσικά το κόστος πρέπει να πέσει και στον ιδιωτικό τομέα. Δεν μπορεί να πέσει μόνο στον δημόσιο. […] Άρα, περικοπές μισθών θα γίνουν, κι αυτό που κάνουν στον δημόσιο τομέα θα πρέπει επεκταθεί στον ιδιωτικό, το οποίο είναι πιθανό. Όμως, είναι άκρως απίθανο να υπάρξει τέτοια γιγαντιαία επέκταση των εξαγωγών η οποία να φέρει ανάταση συνολική της οικονομίας.[…]

Αν η οικονομία πέσει σε ύφεση και έχουμε κοινωνικές τριβές και κοινωνική αντίδραση, το πιθανότερο είναι ότι το πρόγραμμα του ΔΝΤ θα

αποτύχει. Δηλαδή, δεν θα μπορέσει να μπει η Ελλάδα σε πλαίσιο μέσα στο οποίο θα βρει, αυτόνομα, να αποπληρώνει το χρέος της και άρα να ξαναπάει στις διεθνείς αγορές και να γυρέψει δάνεια.

 

Παύση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ

 

Επομένως, το συμπέρασμα είναι προφανές, το έχουν πει εξάλλου και οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, κατά πάσα πιθανότητα οδηγούμαστε σε παύση πληρωμών. Παύση πληρωμών, ίσως το 2011, είναι δύσκολο να πει κανείς, πάντως αυτή είναι μία πολύ πιθανή προοπτική σήμερα. Το δάνειο που έχει πάρει η χώρα απλώς δίνει χρόνο, και ίσως έτσι το σκέφτηκαν το ΔΝΤ και η Ευρωζώνη. Επιτρέπει να σηκωθούν αναχώματα για τις ευρωπαϊκές, τις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες.

Επιτρέπει να ληφθούν μέτρα πιθανώς για την Πορτογαλία και την Ισπανία, ώστε αν η Ελλάδα προχωρήσει σε παύση πληρωμών, η κατάσταση να μην ξεφύγει εκτός ελέγχου, όπως φαίνεται να συμβαίνει τώρα, έτσι κι αλλιώς. Το λέω τώρα αυτό, γιατί πολλοί στην Αριστερά μίλησαν για παύση πληρωμών, και καλά κάνανε, είναι κάτι το οποίο πρέπει πολύ σοβαρά να ληφθεί υπ' όψιν. Πιστεύω ότι η Αριστερά πρέπει να το στηρίξει, αλλά θέλω να τονίσω ότι […] παύση πληρωμών μπορεί να κάνει η αστική τάξη. Πιθανόν εκεί θα καταλήξουμε.

Το ζήτημα, λοιπόν, είναι πώς θα γίνει η παύση πληρωμών, με ποιους όρους και πώς θα γίνει η χρεοκοπία και με ποιους όρους. Το ζήτημα για την Αριστερά θα είναι, λοιπόν, να ζητήσει αυτό το πράγμα να γίνει με όρους υπέρ των πολλών, και φυσικά με όρους που θα μπορέσουν να βάλουν την οικονομία και την κοινωνία σε πορεία ανάπτυξης. Αυτό είναι το ζητούμενο. Όχι αν θα γίνει παύση πληρωμών. Κατά την εκτίμησή μου προς τα ‘κει πάμε. Δεν πρέπει, όμως, να γίνει με όρους ΔΝΤ και με όρους της αστικής τάξης. αλλά με όρους του λαϊκού κινήματος. Τι σημαίνει αυτό; […] Πρέπει, λοιπόν, η στάση πληρωμών να είναι ευκαιρία για να μπει η χώρα σε άλλη τροχιά και να αλλάξει, να γίνει μεταφορά της ισορροπίας υπέρ της εργασίας και κατά του κεφαλαίου, για πρώτη φορά στη χώρα μας, εδώ και δεκαετίες. Τι πρέπει να προτείνει η Αριστερά γι' αυτό; Πιστεύω ότι η Αριστερά πρέπει να προτείνει έξοδο απ' το ευρώ.

Η Ευρωζώνη είναι ένας μηχανισμός όπως σας το εξήγησα που δημιουργεί πλεονάσματα, ένας μηχανισμός καταχρηστικός,[…]

Η έξοδος απ' το ευρώ, φυσικά, θα φέρει αμέσως υποτίμηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό. Τεχνικά, να βγει η Ελλάδα απ' το ευρώ δεν είναι πολύ δύσκολο πράγμα, μην ακούτε αυτά που λένε για τον Αρμαγεδώνα, ο Αρμαγεδών είναι εδώ. Θα ‘ρθει η υποτίμηση, που πρέπει να το συζητήσουμε, τι θα φέρει, αυτό είναι προς διερεύνηση. Δεν έχω τις απαντήσεις, ούτε και κανένας μας, μπορεί να βρεθούν συλλογικά. […] Αν έχουμε έξοδο από το ευρώ και φυσικά υποτίμηση, το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να γίνει θα είναι να επέλθει δημόσιος έλεγχος επί των τραπεζών.

Προφανώς οι τράπεζες θα καταρρεύσουν. Θα καταρρεύσουν διότι, πρώτον κατέχουν πολύ μεγάλο ποσό ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, θα συντριβούν. Δεύτερον οι τράπεζες παίρνουν ρευστότητα από τις διεθνείς αγορές. Αν γίνει έξοδος από την Ευρωζώνη, δεν θα μπορέσουν να το κάνουν με τους προηγούμενους όρους, θα πρέπει αμέσως να τεθεί θέμα δημοσίου ελέγχου επί των τραπεζών. Σας το λέω αυτό, γιατί αν γίνει με όρους αστικής τάξης η παύση πληρωμών, όχι με όρους Αριστεράς, υπάρχει περίπτωση να καταλήξει χωρίς εθνικές τράπεζες.

Δηλαδή, επειδή ακριβώς θα καταρρεύσουν οι τράπεζες, υπάρχει περίπτωση να διατηρηθούν μέσω του γερμανικού κεφαλαίου, μέσω του αμερικανικού κεφαλαίου, μέσω του ισπανικού κεφαλαίου κ.λπ. Δηλαδή, υπάρχει περίπτωση να καταλήξει η Εθνική και όλες οι υπόλοιπες τράπεζες να βρίσκονται, συνολικά, στα χέρια ξένων κεφαλαιούχων. Θα μου πείτε, έχει σημασία ποιος κατέχει την τράπεζα;

Δυστυχώς, έχει. Έχει σημασία, κυρίως για τις τράπεζες, διότι απ' ό,τι γνωρίζουμε από την εμπειρία των τελευταίων 10-15 χρόνων, για το Μεξικό και την Κορέα π.χ., όταν καταρρέουν οι τράπεζες λόγω τέτοιας κρίσης και τις παίρνει το ξένο κεφάλαιο, στη μία τους μορφή οι τράπεζες συνήθως επικεντρώνουν την προσοχή τους στον τοπικό δανεισμό, στο δανεισμό για κατανάλωση, στην κερδοσκοπία.

Δεν χρηματοδοτούν την ανάπτυξη δηλαδή. […] Πρέπει, λοιπόν, να υπάρξει δημόσιος έλεγχος των ελληνικών τραπεζών, για να μπορέσουνε να διασωθούν σε πρώτη φάση και γενικά να χρησιμοποιηθούν ως μοχλός για άλλη πορεία της ελληνικής οικονομίας. Μπορεί να γίνει αυτό μέσα στην Ευρωζώνη;

Δεν μπορεί, είναι πολύ δύσκολο. Διότι οι τράπεζες πρέπει να παίρνουν ρευστότητα από κάπου. Εάν οι τράπεζες, τις οποίες υποτίθεται θα τις έχουμε βάλει σε δημόσιο έλεγχο, πρέπει να παίρνουνε ρευστότητα από την ΕΚΤ, όπως γίνεται τώρα μέσα στην Ευρωζώνη, δεν θα μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν με τους όρους που θα ήθελε η Αριστερά να τις χρησιμοποιήσει.

Θα είναι δεμένες από την ΕΚΤ. θα πρέπει δηλαδή να γίνει και η έξοδος από το ευρώ για να μπορέσουν να στηριχθούν πραγματικά οι τράπεζες, για να μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν ως κομμάτι της δημόσιας οικονομίας. Αυτό θα πρέπει να γίνει φυσικά και σ' άλλους τομείς. Όχι μόνο οι τράπεζες, αλλά προφανώς η ενέργεια, οι συγκοινωνίες κ.λπ. διότι κι αυτές θα χτυπηθούν πολύ απ' την έξοδο απ' την Ευρωζώνη. Θα πρέπει, φυσικά, να γίνει με διαφάνεια με έλεγχο κ.λπ. Βέβαια, το ένα φέρνει το άλλο. Δεν μπορεί να γίνει αυτό, όταν οι κεφαλαιακές αγορές είναι παντελώς ελεύθερες και χωρίς περιορισμούς. Θα πρέπει να μπουν και έλεγχοι στις κεφαλαιακές αγορές. Για το οποίο καθεστώς μιλάει ακόμα και το ΔΝΤ σήμερα.

Ακόμα και αυτοί αναγνωρίζουν ότι σε ορισμένες συνθήκες υπάρχει ανάγκη ελέγχου των αγορών. Αυτό το πράγμα θα δημιουργήσει πλαίσιο φυσικά, ώστε να μπορέσουν να γίνουν περαιτέρω βήματα, η αναδιανομή, η προστασία του εργατικού εισοδήματος μέσω αναδιανεμητικών μεθόδων, με τη φορολογία κ.λπ. […] κι αυτό θα βάλει τις βάσεις για ευρύτερη βιομηχανική πολιτική. Όλοι οι μηχανισμοί της βιομηχανικής πολιτικής στην Ελλάδα, σήμερα, έχουν καταρρεύσει. Η βιομηχανική πολιτική στην Ελλάδα είναι «μπάτε σκύλοι αλέστε».

Αυτό το πράγμα θα πρέπει να ξαναγίνει, για να μπει η χώρα σε τροχιά ανάπτυξης. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο φυσικά δεν μπορεί να γίνει με το σημερινό κράτος. Το σημερινό κράτος δεν μπορεί να κάνει αυτό το πράγμα, χρειάζεται δομική αλλαγή του κράτους, χρειάζεται ξεκαθάρισμα, χρειάζεται διαφάνεια, δημοκρατικοί μηχανισμοί, απόδοση χρεών κ.λπ. για να γίνει όλο αυτό το πράγμα. Πώς θα γίνει αυτό; Αυτό θα το βρείτε εσείς κι όλοι οι υπόλοιποι που έχουν να κάνουν με το λαϊκό κίνημα. […]

 

ΠΗΓΗ: Ο Δρόμος, Παρασκευή, 21 Μάιος 2010 11:25, http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=….F%82&Itemid=45

Άρνηση της πληρωμής του χρέους και Ριζοσπαστης

Είναι η άρνηση της πληρωμής του χρέους «διαχειριστική» πρόταση;

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 


 

Στον Ριζοσπάστη της 26ης Μαΐου εμφανίστηκαν δυο σχόλια σχετικά με την πρόταση για την άρνηση της πληρωμής του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, την οποία ταυτίζουν με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους και έτσι αποφαίνεται ο ανώνυμος αρθρογράφος της εφημερίδας ότι «όσο κι αν καμώνονται και οι μεν και οι δε, ότι οι προτάσεις τους αποτελούν το αντίδοτο στην κρίση, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Καμία από τις δύο απόψεις δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική κρίση, γιατί καμία από τις δύο δεν συγκρούεται με την πηγή της κρίσης, δηλαδή το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που σαπίζει…»

Αυτό που κάνει εντύπωση είναι η ευκολία με την οποία η πρόταση για άρνηση της πληρωμής του χρέους και έξοδο από το ευρώ ταυτίζεται με μια φιλομονοπωλιακή ανάπτυξη. «Έτσι, προβάλλει ως λύση η έξοδος από την ΕΕ και την ευρωζώνη, η επιστροφή στη δραχμή και η υποτίμησή της. Παράλληλα, μιλούν για έλεγχο της καπιταλιστικής αγοράς – λες και μπορεί να χαλιναγωγηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου στον καπιταλισμό – ως αντίδοτο στην κρίση, για να μην πληρώσει – δήθεν – ο λαός και προτείνουν κρατικό έλεγχο στις τράπεζες, κανόνες στο κεφάλαιο και στην καπιταλιστική αγορά, χρηματοδότηση της βιομηχανίας κλπ.», υποστηρίζει ο ανώνυμος αρθρογράφος του Ριζοσπάστη.

Στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη της ίδιας εβδομάδας ο Μάκης Παπαδόπουλος επιχειρεί να δώσει «θεωρητική» χροιά στην κριτική της πρότασης – που πάλι την ταυτίζει με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους – και ισχυρίζεται εξίσου αυθαίρετα ότι «η συγκεκριμένη πρόταση αφήνει στο απυρόβλητο την καπιταλιστική ιδιοκτησία των μονοπωλιακών ομίλων και τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ. Παρά τις αντικαπιταλιστικές κορόνες με τις οποίες επενδύεται από ορισμένους αρθρογράφους, στην πράξη οδηγεί στη διαπραγμάτευση του χρόνου και του τρόπου που θα πληρώσει ξανά η εργατική τάξη για να τονωθεί ο ρυθμός της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και μοχλό τις κρατικές επενδύσεις, για να συνεχιστούν οι θυσίες των εργαζομένων στο βωμό της ανταγωνιστικότητας. Προτείνει διαφορετική ιεράρχηση στις συμμαχίες της άρχουσας τάξης με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και καλεί το λαϊκό κίνημα να στηρίξει αυτή την επιλογή.» Από πού προκύπτουν όλα αυτά, μόνο ο εν λόγω αρθρογράφος το ξέρει.

 

Γιατί τσουβαλιάζουν ανόμοια αιτήματα;

 

Οι συγκεκριμένοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη επιλέγουν να τσουβαλιάσουν ριζικά διαφορετικά πράγματα. Εκτός κι αν δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι είναι άλλο πράγμα να ζητάς αναδιαπραγμάτευση και άλλο να αρνείσαι το σύνολο του χρέους.  Γιατί λοιπόν τσουβαλιάζουν την αναδιαπραγμάτευση του χρέους που προτείνει ο Τσίπρας ή ο Αλαβάνος και μάλιστα χωρίς να αποδέχονται την έξοδο από το ευρώ, με την πρόταση για άρνηση της πληρωμής του χρέους με ταυτόχρονη έξοδο από το ευρώ, όπως προτείνουν π.χ. οι «αριστεροί οικονομολόγοι»; Είναι μήπως ταυτόσημες προτάσεις; Δεν γνωρίζουν ότι πρόκειται για εντελώς διαφορετικά πράγματα, τόσο ως προς την ουσία τους, όσο και ως προς τις πολιτικές που προτείνουν για την έξοδο από την κρίση; Ή μήπως το μόνο που ήθελαν να φτιάξουν ήταν μια καρικατούρα της άποψης και έτσι να την απορρίψουν χωρίς πολλά-πολλά; Τι άλλο όμως αποδεικνύει αυτό εκτός από ένδεια επιχειρημάτων και αδυναμία απάντησης επί της ουσίας;

Από πού προκύπτει ότι η άρνηση της πληρωμής του χρέους και η έξοδος από το ευρώ μαζί με τις εθνικοποιήσεις και τα άλλα μέτρα πολιτικής χτυπήματος της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου που προτείνονται «κινούνται μέσα στα πλαίσια διαχείρισης του καπιταλισμού»; Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε γιατί η κυβέρνηση και οι δυνάμεις του κεφαλαίου δεν την υιοθετούν σαν πρόταση; Γιατί η κυβέρνηση και το πολιτικό προσωπικό των μονοπωλίων έχουν κηρύξει πόλεμο στην συγκεκριμένη πρόταση, επιχειρώντας να την ταυτίσουν με την πτώχευση και την καταστροφή της Ελλάδας; Μήπως δεν γνωρίζουν το συμφέρον τους; Ή μήπως υπάρχουν «προτάσεις διαχείρισης του καπιταλισμού» που τις πολεμά το ίδιο το κεφάλαιο; Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε δεν είναι επαρκής απόδειξη ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν χωρά στη «διαχείριση του καπιταλισμού»;

Από πότε το εργατικό και λαϊκό κίνημα δεν οφείλει να έχει άμεσες προτάσεις με σκοπό να χαλιναγωγηθεί το κεφάλαιο ακόμη και μέσα στα γενικά πλαίσια του καπιταλισμού; Από πού προκύπτει ότι με τον αγώνα της η εργατική τάξη δεν μπορεί να επιβάλει ακόμη και πάνω στο γενικό έδαφος του καπιταλισμού μέτρα και κανόνες ενάντια στο κεφάλαιο; Τι άλλο επεδίωκε με την πάλη του δυο αιώνες τώρα το εργατικό κίνημα; Κι αν, παρ’ ελπίδα, πιστέψει σήμερα η εργατική τάξη ότι δεν μπορεί με την πάλη της να χαλιναγωγήσει το κεφάλαιο, τότε γιατί να πιστέψει ότι έχει ελπίδες να αποκρούσει την επίθεση που της γίνεται, ή ότι μπορεί να καλυτερέψει την μοίρα της με τον αγώνα της; Όσο στενεύει κανείς τον ορίζοντα της πάλης και των αιτημάτων της εργατική τάξης, τόσο την καταδικάζει στο περιθώριο της πολιτικής και της ταξικής πάλης, τόσο την καταδικάζει σε εκδηλώσεις απόγνωσης, γενικής διαμαρτυρίας και σε μάχες για την τιμή των όπλων. Αυτό χρειάζεται σήμερα η εργατική τάξη;

Τι εννοεί ο ΜΠ όταν ισχυρίζεται ότι «η μαχητική προβολή του ριζοσπαστικού πλαισίου πάλης που προτείνουμε (π.χ., πλήρης σταθερή εργασία με 35ωρο – 5ήμερο – 7ωρο, φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου με 45%, κατάργηση στρατιωτικών εξοπλισμών για ανάγκες του ΝΑΤΟ, κλπ.) αποτελεί όρο για να μη νομιμοποιηθεί στη λαϊκή συνείδηση σαν αναγκαία η κυβερνητική πολιτική.» Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται ως αντιμονοπωλιακή πολιτική η πάλη για πλήρη σταθερή εργασία, φορολογία του κεφαλαίου, κατάργηση εξοπλισμών του ΝΑΤΟ, κλπ., αλλά η πάλη για άρνηση του χρέους, έξοδο από το ευρώ, εθνικοποιήσεις τραπεζών, παλιών ΔΕΚΟ και υποδομών, κοκ, να θεωρείται φιλομονοπωλιακή; Πώς είναι δυνατόν κλασσικά τρεϊντγιουνίστικα αιτήματα από τον 19ο αιώνα για μισθούς, εργασία, φορολογία και δαπάνες να θεωρούνται αντιμονοπωλιακή πολιτική και μάλιστα «ριζοσπαστικό πλαίσιο πάλης», αλλά το χτύπημα της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου, ακόμη και πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, να θεωρείται φιλομονοπωλιακή πολιτική;

 

Γιατί υποβαθμίζεται το ζήτημα του δημόσιου χρέους;

 

Οι ανώνυμοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη προσπερνούν με μεγάλη ευκολία το πρόβλημα του χρέους, σαν να μην υφίσταται, ή τέλος πάντων σαν να μην είναι άξιο λόγου. Ενώ ο ΜΠ μιλά για το «φόβητρο της χρεωκοπίας», λες και η διαδικασία πτώχευσης της χώρας είναι τρικ ή μπλόφα του συστήματος, καταλήγοντας σ’ ένα εντελώς ακατανόητο συλλογισμό: «Εμφανίζει [η πρόταση] σαν κεντρικό ζήτημα το ύψος του δημόσιου χρέους, απομονωμένο απ' τον ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης, τους παράγοντες που διαμορφώνουν την ανισόμετρη θέση μιας οικονομίας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και την αιτία της καπιταλιστικής κρίσης.»

Αλήθεια, δεν είναι κεντρικό ζήτημα το δημόσιο χρέος; Δεν οφείλει η εργατική τάξη να απαντήσει πολύ συγκεκριμένα σ’ αυτό; Ή πρέπει να ασχοληθεί με άλλα ώστε να αφήσει την «τρόικα» και την κυβέρνηση να προετοιμάσουν με την ησυχία τους την επίσημη πτώχευση της χώρας; Εκτός κι αν επαναστατική πολιτική είναι να καλούμε τον κόσμο κατόπιν εορτής για να αποκρούσει αυτό που έχει ήδη επιβάλλει το κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι.

Με ποιον βασικό μοχλό επιχειρείται σήμερα η πρωτοφανής επίθεση στην εργατική τάξη και στον υπόλοιπο λαό; Δεν είναι το δημόσιο χρέος αυτός ο βασικός μοχλός; Τι είναι εκείνο που συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο σήμερα την κρίση, το σάπισμα και την ολοκληρωτική χρεωκοπία του ελληνικού καπιταλισμού; Δεν είναι το δημόσιο χρέος η πιο παρασιτική, εικονική μορφή κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης; Δεν είναι το δημόσιο χρέος σήμερα που επιτρέπει ακόμη και στον πιο πολιτικά καθυστερημένο εργάτη να καταλάβει άμεσα και πρακτικά όχι μόνο την εκμεταλλευτική φύση του συστήματος, αλλά και τον ιμπεριαλιστικά εξαρτημένο χαρακτήρα του που επιβάλει και την αναπόφευκτη χρεωκοπία του; Πόσες δεκαετίες προσπαθούσαν αριστεροί, κομμουνιστές, μαρξιστές να πείσουν τους εργάτες για την επικείμενη χρεωκοπία του καπιταλισμού με θεωρητικά και πολιτικά επιχειρήματα; Και τώρα μπροστά στα μάτια όλων το σύστημα χρεωκοπεί με τόσο επιδεικτικό τρόπο που αναγκάζει ακόμη και τους εκπροσώπους της άρχουσας τάξης να το παραδεχτούν. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ορισμένοι σήμερα που αντιμετωπίζουν την χρεωκοπία ως μπλόφα (κατά το γνωστό απόφθεγμα του Τσίπρα, «η χρεωκοπία είναι παραμύθι δίχως δράκο») και κάποιοι άλλοι που σνομπάρουν ως κάτι δευτερεύον το δημόσιο χρέος επειδή, δήθεν, απομονώνει «από τον ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης.»

Τι το κοινό έχουν οι δυο φαινομενικά διαφορετικές τοποθετήσεις; Και οι δυο αντιλαμβάνονται τον σύγχρονο καπιταλισμό και μάλιστα τον ελληνικό, με ικανότητες και δυναμισμό που δεν διαθέτει. Τρέφουν τέτοια εμπιστοσύνη στο σύστημα που ούτε τους περνά από το μυαλό ότι όντως χρεωκοπεί στην πράξη κι όχι μόνο στα λόγια και στις θεωρίες, ότι η κρίση του έχει τόσο βαθιά δομικά χαρακτηριστικά που δεν του επιτρέπουν εύκολα να βρει διέξοδο. Γιατί αν νομίζει κανείς ότι με αυτές τις πολιτικές της άγριας λιτότητας, της διάλυσης των εργασιακών σχέσεων και γενικά της επίθεσης στην εργατική τάξη, το κεφάλαιο έχει εξασφαλίσει την ανασυγκρότησή του και την έξοδο από την κρίση του συστήματος, τότε λυπούμαστε πολύ αλλά αυταπατάται οικτρά.

Επιπλέον, όποιος αρνείται να δει το δημόσιο χρέος ως κεντρική αναφορά της κρίσης, τότε αρνείται να αντιληφθεί το ταξικό περιεχόμενό του, λες και πρόκειται απλά για μια δημοσιονομική ανωμαλία του κράτους. Αρνείται να αντιληφθεί ότι το δημόσιο χρέος αποτελεί βασικό μοχλό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, του λαού και ολόκληρης της χώρας από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο. Στις μέρες μας ειδικά αντιπροσωπεύει, μαζί με το ιδιωτικό χρέος, την κυρίαρχη μορφή συσσώρευσης και αξιοποίησης του μονοπωλιακού κεφαλαίου διεθνώς. Η υπερχρέωση και η αδυναμία εξυπηρέτησης του δημόσιου δανεισμού δεν συνιστά απλά ένα εξαιρετικά δυσεπίλυτο πρόβλημα για την άρχουσα τάξη και το κράτος της, αλλά υποδηλώνει και την βαθύτερη αδυναμία του συστήματος να ανασυνταχθεί και να ανασυγκροτηθεί με όρους κεφαλαίου. Υποδηλώνει την αδυναμία ολόκληρου του συστήματος να αναπτυχθεί και να αναπαραχθεί με τον τρόπο που το έκανε μέχρι χθες. Η αδυναμία αυτή της άρχουσας τάξης της χώρας φαίνεται και από το γεγονός ότι παραδίδει τις τύχες της, αλλά και του συστήματός της, στα διεθνή όργανα του χρηματιστικού κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Αυτό το νόημα έχει το καθεστώς της νέας κατοχής.

Έτσι σπρώχνει αντικειμενικά τις πολύ πλατιές μάζες όχι απλά στην κοινωνική διαμαρτυρία, στην οποία εναποθέτουν όλες τις ελπίδες τους οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά στο να αρχίζουν σιγά-σιγά να συνειδητοποιούν την ανάγκη ότι χρειάζεται να ξεμπερδέψουν μια και καλή με το ίδιο το σύστημα. Ότι χρειάζεται να τα βάλουν με ολόκληρο το σύστημα και μάλιστα όχι μόνο με το ντόπιο, αλλά και με το διεθνές. Αυτό αντιπροσωπεύει το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και της εξόδου από το ευρώ. Έτσι το αντιλαμβάνονται και οι μάζες, σαν να τα βάζεις με την καρδιά του σύγχρονου καπιταλισμού, με το σύστημα κυριαρχίας της διεθνούς χρηματιστικής ολιγαρχίας. Κι έτσι είναι. Γι’ αυτό και σε ρωτάνε: «τι θα πάθουμε άμα σταματήσουμε να πληρώνουμε το χρέος;». Γνωρίζουν πολύ καλά ότι η άρνηση της πληρωμής του χρέους μαζί με την έξοδο από το ευρώ θα σημάνει όχι απλά τη σύγκρουση με την άλφα ή την βήτα πολιτική του κεφαλαίου, αλλά την αναμέτρηση με τον σκληρό πυρήνα του συστήματος, τις ίδιες τις αγορές και τους οργανισμούς τους. Αυτός είναι κι ο λόγος που στις μάζες υπάρχουν ακόμη διάφορες φοβίες, δισταγμοί, αμφιβολίες για το αν μπορούμε να τα καταφέρουμε έχοντας απέναντί μας ολόκληρο το διεθνές σύστημα του κεφαλαίου. Μόνο που η ίδια η πορεία της κρίσης και της χρεωκοπίας, μαζί με τη συστηματική ανάλυση της πρότασης στην ουσία της, θα τις πείσουν όχι μόνο ότι μπορούν να το κάνουν, αλλά και ότι οφείλουν να το κάνουν. Διαφορετικά δεν υπάρχει σωτηρία ούτε γι’ αυτές, ούτε για τη χώρα.

Επομένως όλες αυτές οι «θεωρίες» που αντιμετωπίζουν το δημόσιο χρέος σαν κάτι δευτερεύον, που αντιλαμβάνονται τις πολιτικές ως κάτι το «προαποφασισμένο» από την άρχουσα τάξη, λες και η κρίση ήταν ή είναι «προαποφασισμένη», που μιλάνε για χρεωκοπία μπλόφα ή «φόβητρο» του συστήματος, που μιλούν γενικά για καπιταλισμό, αντί να μιλούν ειδικά για το πώς πρέπει να τον υπερβούμε σήμερα με όρους μαζών, φανερώνουν αμηχανία και τρόμο μπροστά στα καθήκοντα. Είναι πολύ πιο εύκολο σε μια εποχή που ωριμάζει όλο και περισσότερο η κοινωνική έκρηξη, να μιλά κανείς ενάντια στον καπιταλισμό γενικά, παρά να απαντά συγκεκριμένα στα προβλήματα που θέτει η χρεωκοπία του συστήματος μπροστά στις μάζες. Μόνο που όλα αυτά δεν συνθέτουν τίποτε άλλο εκτός από μια απολογητική των κυρίαρχων πολιτικών, όπως κι αν τα μασκαρέψει κανείς.

 

Είναι καινούργιο ζήτημα για το εργατικό κίνημα;

 

Όμως, για κάποιον που γνωρίζει την ιστορία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, κάνει ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση η προσπάθεια να καταγγελθεί η άρνηση της πληρωμής και η έξοδος από το ευρώ με όλα τα συνοδευτικά μέτρα που προτείνονται, ως πρόταση «διαχειριστική του συστήματος»; Δεν γνωρίζουν οι ανώνυμοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά και ο ΜΠ, ότι οι προτάσεις αυτές δεν είναι καινούργιες, αλλά συνυφασμένες με το εργατικό κίνημα, με τις προτάσεις και τη δράση των κομμουνιστών από την εποχή της Λίγκας των Κομμουνιστών;

Για πρώτη φορά η άρνηση της πληρωμής των κρατικών χρεών εμφανίστηκε ως εργατικό αίτημα την εποχή των δημοκρατικών επαναστάσεων του 1848 στη Γαλλία και αλλού. Ήταν το αίτημα του Γαλλικού προλεταριάτου που υπερασπίστηκε ο Κ. Μαρξ στους Ταξικούς Αγώνες στην Γαλλία, όπου ανέλυσε και την ταξική φύση του κρατικού χρέους. Επιχειρώντας ο Κ. Μαρξ εκ μέρους της Κεντρικής Επιτροπής της Λίγκας των Κομμουνιστών, να συνοψίσει το 1850 την εμπειρία των δημοκρατικών επαναστάσεων, συνέταξε μαζί με τον Ένγκελς μια εισήγηση προς τους κομμουνιστές συντρόφους του. Σ’ αυτήν επισημαίνει τα εξής:

«Είδαμε πώς οι δημοκράτες θα έρθουν στην εξουσία με το επόμενο κίνημα, πώς θα αναγκαστούν να προτείνουν λιγότερο ή περισσότερο σοσιαλιστικά μέτρα. Θα ρωτήσει κανείς τι μέτρα οι εργάτες θα πρέπει να προτείνουν με τη σειρά τους. Στην αρχή του κινήματος, φυσικά, οι εργάτες δεν θα μπορούν ακόμη να προτείνουν απευθείας κομμουνιστικά μέτρα. Όμως, μπορούν:

1.                          Να εξαναγκάσουν τους δημοκράτες να παρέμβουν σε όσο το δυνατό περισσότερες σφαίρες από την μέχρι σήμερα υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων, έτσι ώστε να διαταράξουν την ομαλή πορεία της και να συμφωνήσουν επίσης με την συγκέντρωση όλο και μεγαλύτερων παραγωγικών δυνάμεων, μέσων μεταφοράς, εργοστασίων, σιδηροδρόμων, κλπ., στα χέρια του κράτους.

2.                          Θα πρέπει να οδηγήσουν τις προτάσεις των δημοκρατών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση δεν θα δράσουν με επαναστατικό, αλλά με τυπικά ρεφορμιστικό τρόπο, στα άκρα και να τις μεταμορφώσουν σε απευθείας επίθεση στην ατομική ιδιοκτησία. Έτσι, για παράδειγμα, αν ο μικροαστός προτείνει την εξαγορά των σιδηροδρόμων και των εργοστασίων, οι εργάτες θα πρέπει να απαιτήσουν ότι αυτοί οι σιδηρόδρομοι και τα εργοστάσια θα πρέπει να κατασχεθούν από το κράτος δίχως αποζημίωση μιας και αποτελούν ιδιοκτησία των αντιδραστικών. Αν οι δημοκράτες προτείνουν αναλογική φορολογία, οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν προοδευτική φορολογία. Αν οι δημοκράτες από μόνοι τους προωθήσουν μετριοπαθείς προοδευτικούς φόρους, οι εργάτες πρέπει να επιμείνουν σε φόρους με κλίμακες που ανεβαίνουν τόσο απότομα ώστε το μεγάλο κεφάλαιο να καταστραφεί από αυτές. Αν οι δημοκράτες ζητούν την ρύθμιση των κρατικών χρεών, οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν την κρατική χρεωκοπία. Έτσι, τα αιτήματα των εργατών πρέπει παντού να καθορίζονται από τις παραχωρήσεις και τα μέτρα των δημοκρατών.»

Τι εννοεί εδώ με τον όρο κρατική χρεωκοπία ο Κ. Μαρξ; Προφανώς την μονομερή παύση πληρωμών και διαγραφή των κρατικών χρεών. Κι αυτό όχι από μια μελλοντική προλεταριακή εξουσία, αλλά σαν εργατικό αίτημα προς την αστική ή μικροαστική δημοκρατία. Από τότε η άρνηση της πληρωμής των κρατικών χρεών πολιτογραφήθηκε ως ένα από τα κλασσικά δημοκρατικά αιτήματα της εργατικής τάξης. Έτσι το ενσωμάτωσαν στα προγράμματά τους όλα τα μαρξιστικά εργατικά κόμματα από την εποχή της Λίγκας των κομμουνιστών έως την εποχή του Λένιν και της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Ήταν μήπως ρεφορμιστής ο Μαρξ; Μήπως έκανε προτάσεις που ήταν «διαχειριστικές του συστήματος»; Τι γνώριζε ο Μαρξ που αγνοούν οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη; Γνώριζε πολύ καλά ότι η πάλη της εργατικής τάξης μπορεί να βάλει χαλινάρια στο κεφάλαιο, μπορεί να υπονομεύσει το σύστημα ακόμη και μέσα στα πλαίσια μιας αστικής ή μικροαστικής δημοκρατίας. Αρκεί να παλεύει για να επιβάλει όλα εκείνα που απορρίπτουν σήμερα εκ προοιμίου οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη. Μπορεί η άποψη των ανωνύμων αρθρογράφων και του ΜΠ να είναι αντικαπιταλιστική, αλλά σίγουρα δεν είναι εργατική, ούτε Μαρξιστική.

 

Τι έγινε στ’ αλήθεια με τους μπολσεβίκους;

 

Για να δούμε αν είναι Λενινιστική. Ο ΜΠ φαίνεται να έχει θυμώσει που όλοι εμείς οι οπαδοί της «διαχείρισης του συστήματος» τολμήσαμε να χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα του Λένιν και των μπολσεβίκων: «Όταν όμως φτάνουν να παραλληλίσουν την πρότασή τους με την άρνηση των μπολσεβίκων να πληρώσουν τα τσαρικά δάνεια, αποκαλύπτονται. Ξεχνούν μια μικρή λεπτομέρεια: Ποια τάξη έχει κάθε φορά την εξουσία και διαπραγματεύεται το ύψος του χρέους. Δεν ξεχνούν τυχαία αλλά συνειδητά, γιατί σε τελευταία ανάλυση θέλουν να στοιχηθεί το λαϊκό κίνημα «κάτω από ξένη σημαία». Το ΚΚΕ δε θα τους κάνει τη χάρη. Αναδεικνύει σταθερά και ανυποχώρητα τον πραγματικό αντίπαλο με τον οποίο πρέπει να αναμετρηθεί το λαϊκό κίνημα: Την εξουσία των μονοπωλίων.»

Μάλλον εδώ αποκαλύπτεται ο ίδιος ο ΜΠ, πρώτον, διότι δεν γνωρίζει, ως όφειλε, το παράδειγμα που αναφέρει και, δεύτερον, γιατί εξάγει πάλι συμπεράσματα από το πουθενά. Ποιος σας είπε αγαπητέ ΜΠ ότι όταν κάνουμε αυτή την πρόταση, δεν την κάνουμε με σκοπό να ανοίξει ο δρόμος προς την εξουσία της εργατικής τάξης; Από πού συνάγεται το συμπέρασμα ότι θέλουμε το λαϊκό κίνημα «κάτω από ξένη σημαία»; Πώς είναι δυνατόν όταν ζητάς από την εργατική τάξη να ενώσει το λαό και να ηγηθεί της σωτηρίας της χώρας απαιτώντας την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, να σημαίνει ότι έχεις στο μυαλό σου κάτι άλλο εκτός από το να ανοίξει ο δρόμος για την εργατική εξουσία; Αλλά ακόμη κι έτσι να είναι, δηλαδή να έχουμε άλλους σκοπούς, είναι ποτέ δυνατόν όταν παλεύεις για την ανάδειξη της εργατικής τάξης σε ηγέτιδα δύναμη του λαού και του έθνους να μην τίθεται εκ των πραγμάτων, αντικειμενικά, θέμα πολιτικής εξουσίας;

Αλήθεια, ποιον αντίπαλο αναδεικνύει το αίτημα για άρνηση της πληρωμής του χρέους και έξοδο από το ευρώ, αν όχι την εξουσία των μονοπωλίων; Εκτός κι αν οι σύγχρονες τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια διεθνώς μαζί με το ΔΝΤ, την ΕΕ, κοκ, δεν αντιπροσωπεύουν την εξουσία των μονοπωλίων και μάλιστα στην πιο ολοκληρωμένη της μορφή.

Όσο για τον Λένιν και τους μπολσεβίκους θα έπρεπε ο ΜΠ να γνωρίζει ότι το αίτημα της διαγραφής των τσαρικών χρεών δεν ήταν κάτι που το επινόησαν όταν πήραν την εξουσία. Ήταν ένα αίτημα που γεννήθηκε από τα ίδια τα εργατικά σοβιέτ στην επανάσταση του 1905. Δεν ήταν αίτημα καθαρά μπολσεβίκικο, αλλά ένα πλατύ εργατικό δημοκρατικό αίτημα. Σαν τέτοιο το υιοθέτησαν όλες οι φράξεις της Ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Και οι μπολσεβίκοι και οι μενσεβίκοι. Μιας και εκείνη την εποχή δεν είχαν ξεχάσει – όπως φαίνεται να συμβαίνει σήμερα – ότι σαν αίτημα υπάρχει στις αποσκευές του εργατικού κινήματος από την εποχή της Λίγκας.

 

Πώς γεννήθηκε το αίτημα στη Ρωσία;

 

Γνωρίζει ο ΜΠ πώς συγκεκριμένα γεννήθηκε το αίτημα αυτό στη Ρωσία; Πολύ αμφιβάλουμε, γιατί αν το γνώριζε δεν θα τολμούσε να ισχυριστεί όσα έγραψε. Εκτός κι αν δεν παίζει κανένα ρόλο η αλήθεια όταν η σκοπιμότητα επιβάλει να αφοριστεί μια άποψη στο πυρ το εξώτερο. Ας τον πληροφορήσουμε εμείς. Το αίτημα της άρνησης των τσαρικών χρεών διατυπώθηκε για πρώτη φορά όχι από τους μπολσεβίκους, αλλά από το εργατικό σοβιέτ της Πετρούπολης στις 2 Δεκεμβρίου του 1905. Ήταν η εποχή όπου το τσαρικό καθεστώς διαπραγματευόταν, παρά την επικείμενη δημοσιονομική χρεωκοπία του, νέα δάνεια από τις ιμπεριαλιστικές χώρες. Με το «οικονομικό μανιφέστο» – όπως το αποκάλεσαν – του σοβιέτ της Πετρούπολης, η εργατική τάξη προειδοποιούσε το διεθνές κεφάλαιο να μην δώσει άλλα δάνεια στο τσαρικό καθεστώς, γιατί η δημοκρατία που θα ανατρέψει τον τσάρο δεν θα αναγνωρίσει τα χρέη του. Εμπνευστής του μανιφέστου ήταν ο Λ. Τρότσκι, πρόεδρος του σοβιέτ, ενώ συντάκτης ήταν ο σύντροφός του εκείνη την εποχή, Α. Πάρβους. Έγινε ομόφωνα δεκτό από το Σοβιέτ και το υπέγραφαν επίσης η Κεντρική Επιτροπή της Πανρωσικής Αγροτικής Ένωσης, η Κεντρική Επιτροπή (μπολσεβίκοι) και η Οργανωτική Επιτροπή (μενσεβίκοι) του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας, η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος των Εσέρων και η Κεντρική Επιτροπή του Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Να πώς διηγείται το περαστικό ο ίδιος ο Τρότσκι αρκετά χρόνια αργότερα: «Η σύλληψη [του Τρότσκι, σημ. δική μας] συνέβη μια μέρα αφού είχαμε δημοσιεύσει το λεγόμενο οικονομικό μανιφέστο, το οποίο διακήρυττε ότι η δημοσιονομική χρεωκοπία του Τσαρισμού ήταν αναπόφευκτη και διατύπωνε την κατηγορηματική προειδοποίηση ότι τα χρέη που πραγματοποιήθηκαν από τους Ρομανόφ δεν πρόκειται να αναγνωριστούν από το νικηφόρο έθνος. ‘Η απολυταρχία ποτέ δεν απόλαυσε της εμπιστοσύνης του λαού,’ έλεγε το μανιφέστο του Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων, ‘και δεν της δόθηκε ποτέ κανενός είδους νομιμοποίηση από τον λαό. Γι’ αυτό και αποφασίσαμε να μην επιτρέψουμε την εξυπηρέτηση των δανείων που έχει συνάψει η Τσαρική κυβέρνηση η οποία έχει ανοιχτά εμπλακεί σε πόλεμο με ολόκληρο τον λαό.’

Η Γαλλική Bourse [χρηματιστηριακή αγορά, σημ. δική μας] απάντησε στο δικό μας μανιφέστο λίγους μήνες αργότερα με ένα νέο δάνειο ¾ του εκατομμυρίου φράγκα. Ο φιλελεύθερος και αντιδραστικός τύπος γέμισε με σαρκασμό γι’ αυτή την σημαντική απειλή του Σοβιέτ εναντίον των οικονομικών του Τσάρου και των Ευρωπαίων τραπεζιτών. Τα κατοπινά χρόνια πέτυχαν να ξεχαστεί το μανιφέστο, αλλά αυτό επανήλθε. Η δημοσιονομική χρεωκοπία του Τσαρισμού, που προετοιμάστηκε από ολόκληρη την προηγούμενη ιστορία του, συνέπεσε με την στρατιωτική του κατάρρευση. Αργότερα, μετά τις νίκες της επανάστασης, το διάταγμα του Σοβιέτ των Λαϊκών Επιτρόπων που εκδόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1918, διακήρυττε την ακύρωση όλων των Τσαρικών χρεών. Αυτό το διάταγμα παραμένει σε ισχύ ακόμη και σήμερα. Είναι λάθος να πούμε, όπως λένε μερικοί, ότι η Οκτωβριανή επανάσταση δεν αναγνωρίζει καμμιά υποχρέωση: τις δικές της υποχρεώσεις η επανάσταση τις αναγνωρίζει πλήρως. Την υποχρέωση που ανέλαβε στις 2 Δεκεμβρίου του 1905, την εκπλήρωσε στις 10 Φεβρουαρίου του 1918. Η επανάσταση έχει κάθε δικαίωμα να υπενθυμίσει στους δανειστές του Τσαρισμού: ‘Κύριοι, είχατε προειδοποιηθεί εδώ και καιρό.»

Πρόκειται για φαντασιοπληξίες του Τρότσκι; Όποιος γνωρίζει την ιστορία της ρωσικής επανάστασης, ξέρει πολύ καλά ότι έτσι έγιναν τα πράγματα. Απόδειξη είναι και το γεγονός ότι όταν το 1930, για πολλοστή φορά, οι ιμπεριαλιστές απειλούσαν την ΕΣΣΔ με αφορμή την ακύρωση των τσαρικών χρεών, η Ιζβέστια, όργανο της σοβιετικής κυβέρνησης, απάντησε σε κεντρικό άρθρο της σύνταξης ως εξής: «Είναι καιρός για τις καπιταλιστικές χώρες να καταλάβουν, μια και καλή, ότι η σοβιετική κυβέρνηση δεν μπορεί να αναλάβει τις υποχρεώσεις της τσαρικής κυβέρνησης. Από την εποχή ακόμη του 1905 όλα τα επαναστατικά κόμματα είχαν προειδοποιήσει το διεθνές κεφάλαιο να μην δώσει κανένα δάνειο στην τσαρική κυβέρνηση. Δεν έχουμε αποστασιοποιηθεί από αυτή τη θέση με κανέναν τρόπο

 

Πώς το αντιλαμβανόταν ο Λένιν;

 

Επρόκειτο, λοιπόν, για μια δέσμευση όλων των επαναστατικών κομμάτων της Ρωσίας απέναντι στην εργατική τάξη. Ο τσαρισμός απειλείτο με άμεση δημοσιονομική χρεωκοπία και οι ιμπεριαλιστές επεδίωκαν να τον στηρίξουν με ακόμη περισσότερα δάνεια. Πώς έπρεπε να αντιδράσει η εργατική τάξη και ο λαός της Ρωσίας; Να το προσπεράσει και να πει ότι όταν θα πάρω την εξουσία, τότε θα δω πώς θα λύσω το πρόβλημα; Όχι βέβαια. Η οργανωμένη σε σοβιέτ εργατική τάξη επέβαλλε σ’ όλα τα επαναστατικά κόμματα μια βαριά υποχρέωση.

Μια υποχρέωση που μόνο οι μπολσεβίκοι αποδείχτηκαν συνεπείς μέχρι τέλους και υλοποίησαν όταν τους δόθηκε η ευκαιρία. Από τον Φλεβάρη του 1917 έως και τον Οκτώβρη, οι μπολσεβίκοι ήταν το μόνο κόμμα που εξακολουθούσε να υποστηρίζει τα αιτήματα του «οικονομικού μανιφέστου» και απαιτούσε να υλοποιηθεί όχι από μια μελλοντική εξουσία του προλεταριάτου, αλλά εδώ και τώρα από το σοβιέτ που έλεγχαν μενσεβίκοι και εσέροι, καθώς και από την προσωρινή κυβέρνηση Κερένσκι. Ήταν το μόνο κόμμα, από όσα είχαν υπογράψει το «οικονομικό μανιφέστο» το 1905, που συνέχιζε πιστά να το υποστηρίζει και μετά τη νίκη του Φλεβάρη του 1917. Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι γνώριζαν πολύ καλά ότι το ζήτημα της εξουσίας για τις μάζες δεν τίθεται αφεαυτού, από μόνο του ως σύνθημα, αλλά πρώτα και κύρια μέσα από την πάλη για τα αιτήματα εκείνα που έχει αναδείξει η ίδια η εργατική τάξη, για τα αιτήματα δηλαδή που απαντούν άμεσα και πρακτικά από τη σκοπιά των συμφερόντων της στα προβλήματα που έχει μπροστά της η εργατική τάξη, με τους όρους που καταλαβαίνει η ίδια η εργατική τάξη κι όχι η όποια αυτοανακυρηγμένη «πρωτοπορία» της. Κι ένα από αυτά τα προβλήματα, από τα πλέον σοβαρά, ήταν η χρεωκοπία του τσαρισμού και η δανειακή του εξάρτηση από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Επρόκειτο για ένα ζήτημα που ουσιαστικά επισκιαζόταν μόνο από τον παγκόσμιο πόλεμο και τις καταστροφικές συνέπειές του.

Η σημασία που έδινε ο Λένιν, οι μπολσεβίκοι, αλλά και οι διεθνιστές επαναστάτες της εποχής στο αίτημα της διαγραφής των κρατικών χρεών ώστε να τραβηχτεί η εργατική τάξη στην επαναστατική πάλη εναντίον του ιμπεριαλισμού, ήταν ιδιαίτερη. «Σαν θετικό σύνθημα που τραβάει τις μάζες στον επαναστατικό αγώνα και εξηγεί την ανάγκη των επαναστατικών μέτρων για ‘δημοκρατική’ ειρήνη θα πρέπει να ριχτεί το σύνθημα: άρνηση πληρωμής των δημόσιων χρεών.» Έτσι έθετε τότε το ζήτημα ο Λένιν, με τον ίδιο τρόπο μπαίνει και από εμάς σήμερα. Η άρνηση της πληρωμής του δημόσιου χρέους απαντάει θετικά από την σκοπιά της εργατικής τάξης στην ανάγκη να τραβηχτεί η μεγάλη μάζα στον αγώνα για άμεσα δημοκρατικά μέτρα – όπως είναι η έξοδος από το ευρώ, οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και βασικών τομέων της οικονομίας, η αναδιανομή πλούτου και εισοδημάτων υπέρ των εργαζομένων, κοκ. – τα οποία κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης μπορούν ν’ ανοίξουν το δρόμο για την επαναστατική ανατροπή. Μόνο έτσι, δηλαδή μόνο μέσα από άμεσα, μεταβατικά, ή ενδιάμεσα μέτρα, μπορεί να τεθεί θέμα εξουσίας με όρους μαζών, με όρους αληθινής κι όχι εικονικής εργατικής τάξης. Όλοι οι άλλοι τρόποι είναι μόνο για να ονειροβατούν όσοι ζουν στον κόσμο τους.

Επομένως όποιος αρνείται να προτάξει την άρνηση πληρωμής των δημόσιων χρεών, μπορεί να είναι αντικαπιταλιστής, αλλά σίγουρα δεν έχει καμμιά σχέση ούτε με την εργατική τάξη, ούτε με τον Μαρξισμό, ούτε με την Λενινισμό και προπαντός δεν έχει καμμιά σχέση με την πραγματική πάλη ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων και τον ιμπεριαλισμό σήμερα. Κι αυτό γιατί πολύ απλά «όποιος θέλει να τραβήξει προς το σοσιαλισμό από άλλο δρόμο, έξω από τον πολιτικό δημοκρατισμό, θα καταλήξει αναπότρεπτα σε ανόητα και αντιδραστικά συμπεράσματα, τόσο με την οικονομική όσο και με την πολιτική έννοια», όπως έγραφε ο Λένιν.

 

Τι φοβούνται και δεν μιλάνε για άρνηση πληρωμών;

 

Προς στιγμή ας ξεχάσουμε όσα είπαμε. Ας δεχτούμε όσα ισχυρίζονται οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη και ιδιαίτερα την αποστροφή του ΜΠ, ο οποίος θέλει την εργατική τάξη να «διαπραγματεύεται το ύψος του χρέους» αφού πάρει την εξουσία. Ας αφήσουμε στην άκρη το γεγονός ότι η σοβιετική εξουσία δεν «διαπραγματεύθηκε το ύψος του χρέους», αλλά διέγραψε μονομερώς τα τσαρικά χρέη κι ας έρθουμε στο ζουμί. Εφόσον εμείς δεν καταλαβαίνουμε πώς ταξικά, επαναστατικά, κλπ., πρέπει να μπει το ζήτημα, τότε γιατί αυτοί δεν το βάζουν με τον δικό τους «σωστό» τρόπο; Γιατί στις επίμονες πιέσεις της κυβέρνησης και των δημοσιογραφικών εκπροσώπων του καθεστώτος, «που θα βρούμε τα λεφτά;» δεν απαντούν ότι ο λαός, οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη δεν αναγνωρίζει τα χρέη του συστήματος κι ότι όταν πάρουν την εξουσία θα τα ακυρώσουν. Γιατί δεν απευθύνουν προς τους δανειστές, το ΔΝΤ, την ΕΕ και γενικά την εξουσία των μονοπωλίων, την ίδια προειδοποίηση που απεύθυνε το ρώσικο προλεταριάτο το 1905 όταν διαπίστωσε την επικείμενη δημοσιονομική χρεωκοπία του τσαρισμού; Γιατί είναι πιο επαναστατικό να απαντά κάποιος σαν την ΓΓ της ΚΕ, όταν την ρωτούν στη Βουλή ή στα ΜΜΕ επίμονα «που θα βρούμε τα λεφτά;»:

«— Είπατε μεταξύ ευρώ και δολαρίου δεν μπορούμε να επιλέξουμε. Μα, έχουμε ήδη επιλέξει, έχουμε το ευρώ εμείς εδώ.

— Μιλάμε για το ΚΚΕ και για τα αντικειμενικά συμφέροντα του λαού.

— Ναι, αλλά κι εσείς στο ΚΚΕ με ευρώ συναλλάσσεστε, το εθνικό μας νόμισμα είναι το ευρώ.

— Και δραχμή να είχαμε δε θα ήταν καλύτερα τα πράγματα.

— Συμφωνώ μαζί σας, αλλά λέω πάντως ότι εμείς με το ευρώ είμαστε να το διευκρινίσουμε.

— Λέμε ότι γίνεται αυτή τη στιγμή μια διαπάλη ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ, μια σκληρή διαπάλη. Και οι μεν και οι δε δεν παλεύουν για το πώς θα ζήσουν καλύτερα οι λαοί, αλλά τα συγκεκριμένα συμφέροντα, τα ταξικά, ποια θα κυριαρχήσουν. Προηγουμένως έγινε μια συζήτηση για το καμποτάζ…

— Εγώ περιμένω να απαντήσετε πρώτα στην ερώτηση της κ. Τρέμη πού θα βρούμε τα λεφτά. Γιατί σας είπε πολύ σωστά ότι στο τέλος του μήνα 10 δισ. θα χρειαστούμε. Εκτός, αν πιστεύετε ότι υπάρχουν τα χρήματα.

— Θα σας απαντήσω. Αυτά τα χρήματα, όταν θα τα δανειστεί η ελληνική κυβέρνηση, ποιος θα επωφεληθεί; Θα βρεθούν τα λεφτά, εγώ σας λέω και με επιτόκιο 1%…

— Πού θα βρεθούν;

— Απ' το Νομισματικό Ταμείο, ή την ευρωζώνη. Η κυβέρνηση – κι εδώ είναι η υποκρισία της ΝΔ και των άλλων κομμάτων – δεν έχει άλλη επιλογή απ' το να δανειστεί χρήματα, για να τα επιστρέψει σ' αυτούς που ενδιαφέρονται να ανεβάσουν την κερδοφορία και την ίδια στιγμή να απελευθερωθεί το όριο απολύσεων, να δουλεύουμε μέχρι τα 70. Η κυβέρνηση, απ' την πλευρά της, καλά κάνει. Ο λαός όμως δεν μπορεί να δεχτεί ότι καλά κάνει η κυβέρνηση.»

Είναι αυτή απάντηση; Και μάλιστα ταξική! Κάντε ότι θέλετε με το ευρώ και τα δάνεια, εμένα μ’ ενδιαφέρει ο λαός! Τι άλλο πάει να πει αυτό εκτός από το «εμείς μπορεί να διαμαρτυρόμαστε, αλλά μην ανησυχείτε δεν πρόκειται να σας ενοχλήσουμε σ’ αυτό που πάτε να κάνετε.» Γιατί η ΓΓ δεν έθεσε την άρνηση της πληρωμής των χρεών με τον «σωστό» τρόπο, προτάσσοντας δηλαδή το ζήτημα της εξουσίας, και όχι με τον «διαχειριστικό» τρόπο που υποτίθεται ότι το βάζουμε εμείς; Γιατί αποφεύγει να κάνει έστω και νύξη επί του θέματος; Για βαθύτερους ιδεολογικούς και πολιτικούς λόγους, που απ’ ότι φαίνεται γνωρίζει μόνο η ίδια, ή γιατί πολύ απλά φοβάται να απαντήσει με τρόπο καθαρό στις συνεχείς πιέσεις από το σύστημα εξουσίας; Μήπως η στάση αυτή είναι ένας πολύ εύσχημος, «ταξικός», τρόπος ώστε να αποφύγει όπως-όπως την σύγκρουση με το κυρίαρχο σύστημα εκεί ακριβώς που το πονάει σήμερα περισσότερο; Και σήμερα το σύστημα πονάει σε δυο καίρια ζητήματα, στην άρνηση του χρέους και στην άρνηση του ευρώ. Κι όποιος δεν απαντάει σ’ αυτά καθαρά και ξάστερα βάζει πλάτες στις κυρίαρχες πολιτικές είτε το θέλει, είτε όχι, είτε ντύνει τις θέσεις του με αντικαπιταλιστικό βερμπαλισμό, είτε με ανανεωτικό ευρωπαϊσμό της υποτέλειας και της εθελοδουλίας.

Τι έλεγε παλιότερα το ΚΚΕ; 

Αλήθεια, τι σχέση έχει αυτή η στάση με ολόκληρη την παράδοση του εργατικού κινήματος, του Μαρξισμού, του Λενινισμού, του ίδιου του ΚΚΕ; Γιατί μπορεί να μην το γνωρίζουν οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά την θέση αυτή για άρνηση της πληρωμής του χρέους ανέδειξε για πρώτη φορά στην ιστορία της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, το ίδιο το ΚΚΕ. Όταν το 1932 η Ελλάδα μπήκε σε αναγκαστικό χρεωστάσιο και παραδόθηκε, όπως σήμερα, στους δανειστές της, το ΚΚΕ διατύπωσε την εξής θέση: «Μπορεί όμως να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση [η πληρωμή των δανείων, σημ. δική μας]; Θα σκύβουμε έτσι το κεφάλι για να δεχόμαστε φόρους πάνω σε φόρους; Θα δεχτούμε αδιαμαρτύρητα να αφαιρεθούν 700 ολόκληρα εκατομμύρια από το αίμα μας, να πληρώσουμε και την τελευταία δραχμή, να κοπεί και το ψωμί μας για να πληρωθούν μια φούχτα βδέλλες, ληστές, ντόπιοι και ξένοι τοκογλύφοι; Όχι. Με την επαναστατική μας πάλη, με τη γροθιά μας, μπορούμε να σταματήσουμε τους εκμεταλλευτές. ΟΥΤΕ ΠΕΝΤΑΡΑ ΣΤΟΥΣ ΝΤΟΠΙΟΥΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΥΣ ΛΗΣΤΕΣ ΟΜΟΛΟΓΙΟΥΧΟΥΣ, ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΑΝΕΡΓΟΥΣ, ΣΤΙΣ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ. Με αυτό το σύνθημα πρέπει να ξεσηκωθούν οι εργάτες, όλοι οι εργαζόμενοι της χώρας

Προφανώς το ΚΚΕ εκείνης της εποχής δεν γνώριζε ότι διαπράττει μέγα σφάλμα καθοσιώσεως, ότι προτάσσοντας την άρνηση της πληρωμής των δανείων οδηγείται σε προτάσεις «διαχειριστικές του συστήματος» και άλλα τέτοια φαιδρά. Ούτε φυσικά γνώριζε ότι ακολουθώντας τις εντολές της Κομμουνιστικής Διεθνούς, την παράδοση του διεθνούς εργατικού κινήματος, τις παρακαταθήκες των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, υιοθετούσε θέσεις που απομόνωναν το κίνημα από τον «ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης». Ούτε βέβαια διανοήθηκαν ποτέ εκείνοι οι παλιοί κομμουνιστές, που ζούσαν και ανέπνεαν μέσα στην εργατική τάξη, ότι είχαν λάθος να πιστεύουν ότι με την δύναμη της πάλης του εργατικού κινήματος μπορούν να επιβληθούν χαλινάρια στο κεφάλαιο ακόμη και πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού. Αν είναι ποτέ δυνατόν, όπως θα αναφωνούσε κι ο σημερινός ανώνυμος αρθρογράφος του Ριζοσπάστη.

Την άποψη αυτή το ΚΚΕ τη διατήρησε σ’ ολόκληρη την ιστορία του. Το ΕΑΜ στην απελευθέρωση έθεσε θέμα διαγραφής των προπολεμικών χρεών της χώρας, ώστε να μπορέσει να ανασυγκροτηθεί η χώρα προς όφελος του λαού. Στη διάρκεια της ΕΔΑ συνέχιζε να θέτει το ίδιο ζήτημα και ταυτόχρονα ζητούσε να κοπεί ο ομφάλιος λώρος με τον εξωτερικό δανεισμό της χώρας.

Στη μεταπολίτευση, το ΚΚΕ επανάφερε το ζήτημα του δημόσιου δανεισμού υποστηρίζοντας τα εξής: «Πρέπει να σταματήσει κάποτε ο αλόγιστος δανεισμός που γίνεται ίσα-ίσα για την κάλυψη του ισοζυγίου πληρωμών. Να σταματήσουμε να δανειζόμαστε ίσα-ίσα για να ξεπληρώνουμε τα προηγούμενα χρέη. Να σταματήσει ο δανεισμός για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Να αλλάξει ο τρόπος χρησιμοποίησης των δανείων: Να χρηματοδοτούν τις συγκεκριμένες ανάγκες μιας πραγματικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, ανάπτυξη που θα οδηγήσει στο σπάσιμο του φαύλου κύκλου της διεθνούς ιμπεριαλιστικής κερδοσκοπίας

Μήπως το ΚΚΕ σε ολόκληρη την ιστορία του ήταν ένα κόμμα «διαχείρισης του συστήματος» και οι σημερινοί αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη ήρθαν να αποκαταστήσουν την τραυματισμένη επαναστατική του υπόληψη; Αν είναι έτσι, τότε γιατί δεν το λένε ανοιχτά; Γιατί δεν λένε ανοιχτά στα μέλη του κόμματος ότι το ΚΚΕ της ΚΔ, το ΚΚΕ του ΕΑΜ, το ΚΚΕ της ΕΔΑ, το ΚΚΕ της μεταπολίτευσης, δηλαδή το ΚΚΕ εξ ιδρύσεώς του, ήταν ένα κόμμα υποταγμένο στη «διαχείριση του συστήματος» και μόνο αυτοί κατόρθωσαν να το φέρουν στον «ίσιο δρόμο» της επαναστατικής αρετής και καθαρότητας; Γιατί δεν λένε ανοιχτά ότι χτυπώντας το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και της εξόδου από το ευρώ, προσπαθούν να ξεμπερδέψουν και με ολόκληρη την ιστορία του ΚΚΕ, με το σύνολο των αιτημάτων, των διεκδικήσεων και των αγώνων του, που σφράγισαν την πορεία του εργατικού και λαϊκού κινήματος της χώρας. Στην ουσία οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη επιχειρούν, στα μουλωχτά, να επανιδρύσουν το ΚΚΕ ώστε να κρατήσουν από το παλιό κόμμα μόνο τα σύμβολα και την επωνυμία.

 

Υπάρχουν επαναστατικά και ρεφορμιστικά αιτήματα;

 

Βγαίνοντας από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι καπιταλιστικές χώρες, ιμπεριαλιστικές και εξαρτημένες, είχαν φορτωθεί με τεράστια κρατικά χρέη. Μοναδική εξαίρεση οι ΗΠΑ, οι οποίες είχαν βγει από τον πόλεμο ως η κύρια πιστώτρια χώρα παγκοσμίως. Τα κρατικά χρέη ήταν τόσο μεγάλα, που ήταν αδύνατο να πληρωθούν και γι’ αυτό τότε πολλοί αστοί οικονομολόγοι – με πρώτον απ’ όλους τον Τζον Μέϊναρντ Κέινς – είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να υπάρξει ακύρωση όλων των κρατικών χρεών. Ο Κέινς συγκεκριμένα στο βιβλίο του για τις «οικονομικές συνέπειες της ειρήνης» έγραφε: «Η ύπαρξη των χρεών του μεγάλου πολέμου είναι μια απειλή για την οικονομική σταθερότητα παντού. Δεν υπάρχει καμμιά Ευρωπαϊκή χώρα στην οποία η αποκήρυξη [του χρέους, σημ. δική μας] δεν θα μετατραπεί σύντομα σε ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα.»

Το γεγονός ότι η ακύρωση των κρατικών χρεών γινόταν υπόθεση των αστών οικονομολόγων, σταμάτησε τον Λένιν και τη νεαρή τότε Κομμουνιστική Διεθνή από το να υιοθετήσουν και να προβάλουν το αίτημα; Όχι βέβαια. Στο 2ο Συνέδριο της ΚΔ ο Λένιν έλεγε πώς η επαπειλούμενη χρεωκοπία έσπρωχνε εκατομμύρια να σκεφτούν σαν τον Κέινς, πώς προκειμένου να γλυτώσουν την καταστροφή όφειλαν να προχωρήσουν αλλιώς: «Με την ακύρωση όλων των χρεών, όπως προτείνει ο Κέινς! Η ιδέα αυτή δεν είναι μόνο ιδέα του οικονομολόγου επιστήμονα Κέινς. Στην ιδέα αυτή κατέληξαν και θα καταλήξουν εκατομμύρια. Και εκατομμύρια άνθρωποι ακούν τους αστούς οικονομολόγους να λένε πώς δεν υπάρχει άλλη διέξοδος εκτός από την ακύρωση των χρεών, και γι’ αυτό ‘ας είναι καταραμένοι οι μπολσεβίκοι’ (που ακύρωσαν τα χρέη) και ελάτε να απευθυνθούμε στη ‘γενναιοψυχία’ της Αμερικής!! – Νομίζω πώς θα έπρεπε εξονόματος του συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς να στείλουμε ένα ευχαριστήριο σ’ αυτούς τους οικονομολόγους-προπαγανδιστές υπέρ του μπολσεβικισμού.»

Ο Λένιν γνώριζε πολύ καλά ότι το ίδιο το αίτημα της ακύρωσης όλων των κρατικών χρεών ήταν ικανό να τραβήξει τις μάζες στην επαναστατική πάλη, να τις οδηγήσει σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό και το χρηματιστικό κεφάλαιο και να τις φέρει μπροστά στην ανάγκη μιας άλλης διαφορετικής εξουσίας, της δικής τους εξουσίας. Γι’ αυτό και δεν τον ένοιαζαν οι επικλήσεις των αστών οικονομολόγων της εποχής στην «λογική» των αστικών κυβερνήσεων και στην «γενναιοψυχία» των ΗΠΑ, η οποία ήταν αυτή που θα έχανε τα περισσότερα στην περίπτωση της ακύρωσης των κρατικών χρεών. Δεν τον φόβιζε ακόμη και η δυνατότητα μιας αστικής κυβέρνησης να προχωρήσει η ίδια σε ακύρωση των κρατικών χρεών, γιατί γνώριζε πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο θα έπληττε σοβαρά την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, θα προωθούσε τις θέσεις του εργατικού κινήματος, στο βαθμό που θα γινόταν κάτω από την πίεση και την απειλή του, και θα άνοιγε τις πόρτες για νέες κατακτήσεις, για νέους καλύτερους συσχετισμούς. Τώρα αν το κίνημα σταθεί αδύναμο, ή ανίκανο να αξιοποιήσει και να εκμεταλλευτεί την έστω και μερική ικανοποίηση του αιτήματός του ως εφαλτήριο για νέες μεγαλύτερες κατακτήσεις, για νέα βήματα μπροστά, τότε δεν φταίει ούτε το αίτημα, ούτε το γεγονός ότι μια αστική κυβέρνηση το ικανοποίησε, φταίει το ίδιο το κίνημα και πιο συγκεκριμένα οι δυνάμεις που ηγούνται σ’ αυτό.

Με το ίδιο σκεφτικό κι ένας άλλος αρχιρεφορμιστής – αν πάρουμε στα σοβαρά τα κριτήρια των αρθρογράφων του Ριζοσπάστη – και γνωστός για τις προτάσεις του με σκοπό τη «διαχείριση του συστήματος», ο Φιντέλ Κάστρο, όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1980 πρωτοστάτησε στο κίνημα για την ακύρωση των χρεών της Λατινικής Αμερικής, δεν έθετε ως προϋπόθεση την προλεταριακή ή επαναστατική εξουσία. Μάλιστα σε μια συνέντευξή του το 1985 του έθεσαν και την εξής προκλητική ερώτηση: «Κάθε πρόγραμμα για τη λύση της ‘κρίσης χρέους’ είναι… ένα πρόγραμμα για τη διάσωση του καπιταλισμού. Θέλει όντως η Κούβα να σώσει τον καπιταλισμόΟ Κάστρο απάντησε με τον εξής τρόπο: «Ναι, τον άλλο καπιταλισμό, τον καπιταλισμό των υπερχρεωμένων, μιλώντας με ανθρωπιστικούς όρους. Οι κατευθυνόμενοι πύραυλοι των επιτοκίων και των όρων του εμπορίου σκοτώνουν εκατομμύρια ανθρώπους στον λεηλατημένο κόσμο. Δολοφονούνται από την πείνα, τις ασθένειες και το έγκλημα. Και σαν να μην ήταν αρκετή η σφαγή από το χρέος και το εμπόριο, οι καταχρεωμένες χώρες έχουν τεθεί υπό την επιτήρηση κέντρων απόφασης στο εξωτερικό αναφορικά με την οικονομική ‘προσαρμογή’ τους, η οποία οδηγεί στην ύφεση. Είναι σαν τον καλοπροαίρετο γιατρό που επιβάλει σ’ έναν αδύναμο ασθενή καθεστώς αναγκαστικής απώλειας βάρους…»

Στόχος ενός λαϊκού, εργατικού αιτήματος δεν είναι να προβάλει την ανάγκη του σοσιαλισμού ή της επανάστασης, αλλά να απαντά στα πιο άμεσα και ζωτικά προβλήματα του απλού κόσμου από τη σκοπιά των συμφερόντων του, να βελτιώνει τη θέση της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων, να ανοίγει δρόμους για νέες κατακτήσεις, να αλλάζει τους συσχετισμούς σε βάρος του κεφαλαίου και να βάζει χαλινάρι στην ασυδοσία του. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν ρεφορμιστικά ή επαναστατικά αιτήματα, παρά μόνο λαϊκά και εργατικά αιτήματα που γίνονται τέτοια μόνο όταν τα αγκαλιάζει και τα αναδεικνύει η ίδια η εργατική τάξη, ο ίδιος ο λαός. Κι αυτά μπορεί να τα παλέψει κανείς με ρεφορμιστικό ή με επαναστατικό τρόπο. Να τα παλέψει δηλαδή με το να τα διατυμπανίζει μόνο ως γενικές διακηρύξεις, με το να τα υποτάσσει σε μια προοπτική βελτίωσης του κυρίαρχου συστήματος, ή να τα παλέψει αξιοποιώντας κάθε ευκαιρία για να κινητοποιήσει τις ευρύτερες δυνατές μάζες, αρπάζοντας κάθε μικρή ή μεγάλη επιτυχία, κάθε μερική κατάκτηση για να κάνει μαζί με τις μάζες ένα ακόμη βήμα προς τα μπρος, να κερδίσει ακόμη περισσότερο από το εχθρικό έδαφος, να προχωρήσει τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ως το τέλος. Κι αυτό γιατί, όπως έλεγε κι ο Μαρξ, «οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ποτέ δεν οφείλονται στην αδυναμία των ισχυρών, οφείλονται και προκαλούνται από την ισχύ των αδυνάτων.» Όποιος δεν δοκιμαστεί πρώτα και κύρια στην πάλη για να ικανοποιηθούν μερικές διεκδικήσεις και ενδιάμεσα αιτήματα, για να κερδισθούν κατακτήσεις και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις υπέρ της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων πάνω στο γενικό έδαφος του καπιταλισμού, τότε είναι επαναστάτης μόνο στα λόγια.

Στο βαθμό που θα τεθεί σε κίνηση η τάξη και συνολικά η μάζα του λαού η πρακτική ανάγκη για το σοσιαλισμό θα προκύψει μέσα από την ίδια την πάλη για τα αιτήματά της, όσο ασήμαντα και μηδαμινά κι αν φαίνονται στους επαναστάτες της φράσης. Η ίδια η εμπειρική λογική της πάλης για τα δικά τους αιτήματα οδηγεί τις μάζες να κατανοήσουν το τι πρέπει, το τι οφείλουν να κάνουν κάθε φορά. Κι όχι τα «προωθημένα συνθήματα» των δήθεν πρωτοποριών και οι ανέξοδες επικλήσεις του σοσιαλισμού. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο Κάστρο σε μια ομιλία του στην Ηπειρωτική Συνδιάσκεψη των χωρών της Λατινικής Αμερικής για το πρόβλημα του εξωτερικού χρέους, η οποία συνήλθε στην Αβάνα τον Αύγουστο του 1985, έλεγε χαρακτηριστικά: «Αυτό το πρόβλημα επηρεάζει ολόκληρο τον κόσμο περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα… Δεν έχουμε παρουσιάσει ανατρεπτικές θέσεις. Δεν καλούμε σε κοινωνική επανάσταση. Είπαμε αντίθετα ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε πρώτα τον σοσιαλισμό για να λύσουμε αυτό το πρόβλημα. Αυτό είναι ένα επείγον πρόβλημα εδώ και τώρα, ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε. Προκειμένου να το λύσουμε, πρέπει να ενώσουμε όλους τα στρώματα, εκτός από την ασήμαντη εκείνη μειοψηφία που έχει πουληθεί στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, που έχει πουληθεί στον ιμπεριαλισμό… Το βλέπουμε σαν έναν εθνικό απελευθερωτικό αγώνα που μπορεί, για πρώτη φορά στην ιστορία, να ενώσει όλους τους κοινωνικούς τομείς στην πάλη για την ανεξαρτησία. Δεν μπορούμε να πούμε ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι προϋπόθεση. Δεν προτείνουμε σοσιαλισμό. Φυσικά, δεν είμαστε και εναντίον του [γέλια] Αυτό που νομίζω ότι δεν θεωρώ σωστό είναι να τον μετατρέψεις σε βασικό ζήτημα. Η κατάσταση θα φέρει επίγνωση στο λαό. Και νομίζω ότι καθώς ο λαός θα αποκτά συνείδηση, εμείς θα βαδίζουμε όλο και πιο κοντά στον σοσιαλισμό. Νομίζω ότι στο μέλλον μπορεί να υπάρξει μια σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά θα ήταν λάθος αν παρουσιάζαμε τον σοσιαλισμό ως τωρινό στόχο.»

Πριν οι ανώνυμοι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, ο ΜΠ, ή όποιος άλλος θελήσει να ξαναπιάσει την πένα για να συκοφαντήσει το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, καλό θα ήταν να φυλλομετρήσει τις απόψεις του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος της εποχής που ο Κάστρο πρωτοστατούσε στο κίνημα για την κατάργηση των χρεών των εξαρτημένων χωρών. Ίσως έτσι αποφύγουν τις χοντράδες. Ίσως πάλι και να μην καταλάβουν τίποτε γιατί έχουν απορρίψει τη βασική, θεμελιώδη αρχή που ανέκαθεν διαφοροποιούσε τα μαρξιστικά εργατικά κόμματα, τις καθαρόαιμες εργατικές οργανώσεις και φυσικά τους κομμουνιστές, από κάθε άλλη αντικαπιταλιστική οργάνωση. «Ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα. Ο σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη του σημερινού προλεταριάτου, που βαδίζει από ένα σκοπό σήμερα σ’ έναν άλλο αύριο στο όνομα του βασικού του σκοπού, προς τον οποίο πλησιάζει κάθε μέρα

Το κλειδί ήταν και παραμένει στη δυνατότητα να κινητοποιηθεί η πλειοψηφία της εργατικής τάξης και του λαού. Δεν έχει κανένα νόημα το να έχεις σωστή θέση όταν αρνείσαι την ενότητα δράσης, ή καλείς τους πάντες να στοιχηθούν πίσω σου. Το ΚΚΕ του 1932, αν και όπως είδαμε απέναντι στη χρεωκοπία πήρε γενικά σωστή θέση, ωστόσο αυτό δεν το βοήθησε καθόλου στην πρακτική οργάνωση της εργατικής πάλης. Απορρίπτοντας τους πάντες ως φασίστες (σοσιαλφασίστες, αγροτοφασίστες, αρχειοφασίστες, κοκ) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μόνη σωστή επιλογή ήταν να καλέσει την εργατική τάξη να στοιχηθεί πίσω του και να προετοιμάσει τη σοσιαλιστική επανάσταση. Κι αυτό όχι στα λόγια, όπως οι σημερινοί αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, αλλά στην πράξη. Όταν όμως είδε και απόειδε, όταν το ένα χτύπημα διαδεχόταν το άλλο, όταν «το Κόμμα όλο και περισσότερο απομονωνόταν από τις μάζες και έχανε τη μια θέση μετά την άλλη,» όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, τότε άλλαξε γραμμή. Τον Σεπτέμβρη του 1934 η ΚΕ του ΚΚΕ και η διοίκηση της Ενωτικής ΓΣΕΕ απέστειλε από κοινού ανοιχτό γράμμα «προς όλους τους εργαζομένους της χώρας, τη Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδας, τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα, το Αγροτικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, προς τη Γενική Συνομοσπονδία των Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος,» όπου έθετε τα εξής: «Το μαχαίρι έχει φτάσει στο κόκκαλο. Μόνο μια πανελλαδική, παλλαϊκή κινητοποίηση των εργαζομένων, με επί κεφαλής τις οργανώσεις τους, μπορεί να αναχαιτίσει τα αντιλαϊκά μέτρα, τον κίνδυνο του φασισμού.» Η κίνηση αυτή επισφραγίστηκε με το Σύμφωνο κοινής δράσης ενάντια στη στρατιωτικοφασιστική δικτατορία τον Οκτώβρη του 1934. Αν και η στροφή αυτή ήλθε κάπως αργά και δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα εναντίον του φασιστικού κινδύνου, αποτέλεσε όμως το γόνιμο έδαφος για να βλαστήσει αργότερα και μέσα στον πόλεμο η εποποιεία του ΕΑΜ.

 Σήμερα, αντιμέτωπη η χώρα με τους μεγαλύτερους κινδύνους που έχει αντιμετωπίσει ποτέ στη νεότερη ιστορία της, μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας και προπαντός των εργαζομένων προσδοκούν σε ένα νέο ανοιχτό γράμμα της ΚΕ του ΚΚΕ. Ένα ανοιχτό γράμμα προς όλους τους εργαζόμενους της χώρας και όλες τις αριστερές, προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις του τόπου, που θα τις καλεί σε μια πανστρατιά εναντίον του νέου καθεστώτος κατοχής από το ΔΝΤ, την ΕΕ και τους ντόπιους δωσίλογους με στόχο μια αναγεννημένη Ελλάδα απαλλαγμένη από τα δεσμά της χρηματιστικής ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού. Θα έρθει άραγε ποτέ αυτό το ανοιχτό γράμμα;

 

5/6/2010, Δημήτρης Καζάκης

 

 

 [1] Κ. Μαρξ & Φ. Ένγκελς, Εισήγηση της ΚΕ προς την Λίγκα των Κομμουνιστών. Διαλεχτά Έργα, τ. 1, Μόσχα: Progress Publishers, 1976, σ. 184.

[2] Το «οικονομικό μανιφέστο» δημοσιεύεται ολόκληρο στο παρών τεύχος του Εμπρός.

[3] Λέων Τρότσκι, Η Ζωή μου, Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1970, σ. 186.

[4] Ιζβέστια, 4 Αυγούστου 1930.

[5] Β. Ι. Λένιν, Για το «Πρόγραμμα Ειρήνης», Άπαντα, τ. 27, Αθήνα: ΣΕ, 1980, 

 

σ.279.

[6] Β. Ι. Λένιν, Δυο Ταχτικές της Σοσιαλδημοκρατίας στη Δημοκρατική Επανάσταση, Αθήνα: ΣΕ, 1980, σ. 18.

[7] Ριζοσπάστης, Πέμπτη 22 Απρίλη 2010.

[8] Ο Νέος Ριζοσπάστης, Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 1932.

[9] Χαρακτηριστικό του πνεύματος που αντιμετώπιζαν οι κομμουνιστές το ζήτημα του δημόσιου δανεισμού της χώρας είναι το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη, Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα, Αθήνα: ΣΕ, 1998. Αν οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, εκτός από το να δοξάζουν το όνομα του Μπελογιάννη, έριχναν και μια ματιά στο βιβλίο του, ίσως τους βοηθούσε να αντιληφθούν πώς και με ποιο τρόπο πάλευαν οι αληθινοί κομμουνιστές το ζήτημα του χρέους.

[10] Ριζοσπάστης, 23 Δεκέμβρη 1979.

[11] John Maynard Keynes, The Economic Consequences of the Peace, London: Macmillan, 1920, σ. 261.

[12] Β. Ι. Λένιν, Εισήγηση για τη Διεθνή Κατάσταση και τα Βασικά Καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Άπαντα, τ. 41, Αθήνα: ΣΕ, 1983, σ. 225.

[13] Folha De Sao Paulo, 2 Ιουνίου 1985.

[14] Καρλ Μαρξ, Οι οπαδοί του προστατευτισμού, του ελεύθερου εμπορίου και η εργατική τάξη, Collected Works, τ. 6, σελ. 281. Επίσης Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 33, σελ. 167.

[15] Speech by President Fidel Castro at the Continental Dialogue on the Foreign Debt held at Havana's Palace of Conventions, Havana Domestic Service, 4 Αυγούστου 1985.

[16] Β. Ι. Λένιν, Συζήτηση, Άπαντα, τ. 23, σελ. 54.
[17] Δημήτρη Σάρλη, Η Πολιτική του ΚΚΕ στον Αγώνα κατά του Μοναρχοφασισμού, Αθήνα: ΣΕ, 1981, σ. 26.
[18] Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ. 4, Αθήνα: ΣΕ, 1981, σ. 84.
[19] Ό. Π., σ. 85. 
 

 

ΠΗΓΗ: http://www.stopcartel.info/

Πάμπλουτοι και χρεοκοπημένοι…

Πάμπλουτοι και χρεοκοπημένοι…

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

 

Έλληνας ιεραπόστόλος έλεγε για κάποια αφρικανική χώρα ότι, ενώ η χώρα είναι πάμπλουτη, οι κάτοικοί της είναι πάμπτωχοι. Γιατί; Γιατί οι κυβερνήτες της, εκτός από τύραννοι και άρπαγες, είναι και εφιάλτες. Οι οποίοι έναντι των ανταλλαγμάτων της προδοσίας σε βάρος των συμπατριωτών τους, προσφέρουν τον πλούτο της χώρας τους στους διεθνείς ληστάρχους.

Πραγματικότητα, που παραπέμπει, δυστυχώς, και στη δική μας αθλιότητα। Για την οποία ακούστε τι μας λέει, σε βίντεό του, ο κ. Δημήτριος Μαντές. «Ο πτωχός και καταχρεωμένος Έλληνας πολίτης, πλην πλούσιος, υπερήφανος και Αληθινός», όπως ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται. Τον οποίο και θα παρακαλέσω να με συχωρέσει για τυχόν σφάλματα, που ελλείψει τεχνογνωσίας, έχω κάνει, κατά την απομαγνητοφώνηση και απόδοση του περιεχομένου του βίντεο.

Αναρωτιέται, λοιπόν, ο κ. Μαντές:

Οι Έλληνες Χρεωμένοι;

Και απαντάει:

Το μεγαλύτερο ψέμα, που ειπώθηκε ποτέ!

Κι όμως πάνω σ' αυτό το παραμύθι-προσθέτει- στήθηκε το μεγαλύτερο ίσως φαγοπότι, που έγινε ποτέ!

Και συνεχίζει , ρωτώντας:

Γιατί βιάστηκαν έτσι αμαχητί να μας παραδώσουν στο ΔΝΤ και στην Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα;
Και γιατί πρωτίστως δεν μας ρώτησαν;
Μας είπαν: Είσαστε χρεωμένοι!
Ενώ αυτοί σαφώς δεν ήταν χρεωμένοι….
Ας ρίξουμε, όμως, μια ματιά μαζί να ιδούμε πόσο χρεωμένοι είμαστε; Γιατί, όπως και σεις θα δείτε στα στοιχεία , που παραθέτω, είμαστε από τους πλουσιότερους λαούς του κόσμου!
Και όμως, παρόλα αυτά, πτωχοί και χρεωμένοι…
Πώς Γίνεται ;
Στην Ελλάδα όλα γίνονται. Όπως και οι μεγαλύτερες κομπίνες και οι μεγαλύτερες μίζες στον κόσμο!

Ας πάμε λοιπόν να ιδούμε τον ορυκτό μας πλούτο σε ευρώ κατά προσέγγιση:
Όπως γνωρίζουμε και όπως έχει λεχθεί και στην τηλεόραση και σε παρά πολλά βιβλία και σε πολλές έρευνες της εφημερίδας Επενδυτής, ο ορυκτός μας πλούτος, που είναι τεράστιος, έχει ως εξής:
Τα μεταλλεύματα σε βωξίτη, όσμιο κλπ, ανέρχονται σε 500 τρις ευρώ.
Τα κοιτάσματα πετρελαίου κλπ, ανέρχονται σε 250 τρις.
Το ουράνιο από το οποίο είναι γεμάτη η περιοχή Παγγαίου και Μακεδονίας ανέρχονται σε 960 τετράκις εκατομμύρια ευρώ.
Μεγάλες και πρώτες ύλες, όπως το ρουτίλιο, το λατέσιο, το λανθάνιο, σε 100 τετράκις εκατομμύρια.
Ο χρυσός, τόσο των μεταλλείων της Χαλκιδικής, όσο και όλης της Βόρειας Ελλάδας, σε 700 τρις ευρώ.
Αν τα προσθέσουμε όλα αυτά, ξεπερνάνε το ένα (1)πεντάκις εκατομμύριο, 61 τετράκις, 400 τρισεκατομμύρια। Πάντα σε ευρώ, παρακαλώ!…

Μια απλή διαίρεση με τα 10 (δέκα) εκατομμύρια Έλληνες, δείχνει πως ο εθνικός ορυκτός μας πλούτος, που αντιστοιχεί σε καθένα Έλληνα πολίτη, ανέρχεται στα 106 δις 140 εκατομμύρια κατά κεφαλήν…
Αυτός είναι ο πλούτος μας!
Το απαναλαμβάνω: Εκατόν έξι (106) δις και… εθνικού πλούτου , σε ευρώ, αντιστοιχούν σε κάθε Έκλληνα πολίτη!
Κι εγώ δεν σας λέω να δεχτείτε ότι σώνει και καλά ο κατά κεφαλήν εθνικός μας πλούτος είναι100 δις, για τον καθένα μας. Σας λέω να δεχθείτε ότι είναι έστω και ένα εκατομμύριο ευρώ. Δηλαδή το ένα χιλιοστό του δισεκατομμυρίου…
Είναι ποτέ δυνατόν να είμαστε από πάνω και χρεωμένοι!

Ας υποθέσουμε, έστω ακόμη, ότι όλα τούτα, που σας είπα, δεν είναι αλήθεια, πως είναι ένα παραμύθι।
Έτσι, όπως έλεγαν παραμύθι και την Ιλιάδα, για 18 αιώνες Έλληνες και ελληνιστές ξένοι και δικοί μας. Μέχρι που κάποιος Σλήμαν πήρε την αξίνα και έσκαψε. Κι άρχισε να ψάχνει. Οπότε τα παραμύθι αποδείχτηκε αλήθεια και πραγματικότητα…
Μ' αυτό, λοιπόν το πνεύμα άρχισα κι εγώ να ψάχνω….
Και σας ρωτάω: Θ' αρχίσουν να ψάχνουν και κάποιοι άλλοι μαζί μου;
Επαναλαμβάνω:
Έστω κι αν το 99%, των όσων ειπώθηκαν παραπάνω είναι παραμύθι… Αν όμως και 1% είναι αλήθεια, τότε αξίζει τον κόπο, αδέρφια!…
Τέλος αποτείνομαι στους πολιτικούς και τους λέω:

Δεν γνωρίζω τι χρωστάτε εσείς. Εμείς δεν υπογράψαμε τίποτα δεν χρωστάμε τίποτα και δεν πληρώνουμε τίποτα. Και μη μας πολυζορίζετε!!!…».

Αυτά μας λέει, αγαπητοί φίλοι, ο κ. Δημήτρης Μουντές.


Και ελπίζω να καταλάβατε, απ ‘τα λεγόμενα του πώς δουλεύει το σύστημα…


Όταν οι διεθνείς μαφιόζοι μυριστούν ότι κάπου υπάρχει φιλέτο, φροντίζουν να χρεώσουν και να χρεοκοπήσουν τις χώρες. Έτσι ώστε να σύρουν τους λαούς τους στη δυστυχία και την υποτέλεια.


Πάντα βέβαια με τη συνεργασία των ντόπιων εφιαλτών.


Πραγματικότητα, που φαίνεται να ισχύει, δυστυχώς, και για τη χώρα μας.


Γεγονός, που σημαίνει ότι είναι καιρός να συνέλθουμε από τη νάρκη μας. Και ν' αρχίσουμε να ψάχνουμε κι εμείς μαζί με τον κ. Δημήτρη Μαντέ.


Κι όχι μόνο για τον ορυκτό μας πλούτο….


Αλλά και για όλους τους πολύτιμους θησαυρούς, που έχει η χώρα μας και η ιστορία μας και ο πολιτισμός μας.


Και που οι έμποροι των εθνών θέλουν να τους συλήσουν. Για να μας σύρουν στον εξανδραποδισμό.


Όπως οι αποικιοκράτες δουλέμποροι τους μαύρους της Αφρικής…

 

Παπα-Ηλίας, 05-06-20410

 

http://papailiasyfantis.blogspot.com

http://papailiasyfantis.wordpress.com

 

Προσοχή, επίκειται αιφνιδιασμός!

Προσοχή, επίκειται αιφνιδιασμός!

 

Του Δημήτρης Καζάκη*

 
 

Μια περίεργη ησυχία επικρατεί στο μέτωπο των αγορών σχετικά με την Ελλάδα. Εκεί όπου επικρατούσε ένας βομβαρδισμός πληροφοριών και αναλύσεων σχετικά με την πορεία της Ελλάδας, άλλες αξιόπιστες και άλλες, οι περισσότερες, για τη δημιουργία κατάλληλου επενδυτικού κλίματος, εκεί όπου όλες οι αγορές είχαν στραμμένη την προσοχή τους πάνω στο «Ελληνικό πρόβλημα», ξαφνικά επικράτησε σιγή. Τι συμβαίνει; Μήπως καταλάγιασαν οι πιέσεις των αγορών προς την Ελλάδα; Όχι βέβαια. Τα επιτόκια εξακολουθούν να κινούνται σε δυσθεώρητα ύψη και η πιθανότητα άμεσης χρεωκοπίας της χώρας εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο. Τότε τι γίνεται;

Συνήθως οι περίοδοι αυτοί, όταν επικρατεί ησυχία στις αγορές, συνδέονται με σοβαρές αλλαγές στρατηγικής των επενδυτικών κεφαλαίων διεθνώς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι μεγάλοι κερδοσκόποι αναθεωρούν τις θέσεις τους στις αγορές και επανεξετάζουν τις προτεραιότητές τους. Έτσι για παράδειγμα τις ημέρες αυτές τα μεγάλα Hedge Funds αναθεωρούν τις επενδύσεις τους σε προθεσμιακά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (Futures) σε πετρέλαιο και βενζίνη. Σύμφωνα με το Bloomberg (31/5) «τα Hedge Funds πουλούν βενζίνη με ρυθμό ταχύτερο απ' ότι τον Οκτώβριο του 2006, ρίχνοντας στην αγορά το 57% των στοιχημάτων τους λόγω ανησυχιών ότι η κρίση χρέους της Ευρώπης θα χτυπήσει την ενεργειακή ζήτηση.» Στην πραγματικότητα απελευθερώνουν κεφάλαια για να τα επανατοποθετήσουν στις αγορές. Στόχος τους είναι να επικεντρωθούν στο ευρώ και στην ευρωζώνη το αμέσως επόμενο διάστημα. Κι αυτό όχι τυχαία.

Η κρίση χρέους που εμφανίστηκε ως «Ελληνικό πρόβλημα» έχει μετατραπεί ήδη σε εκτεταμένο πρόβλημα ολόκληρης της ευρωζώνης. Η τακτική των ευρωκρατούντων να ενεργοποιήσουν τον «μηχανισμό στήριξης» για την Ελλάδα με σκοπό να κρατήσουν σε «καραντίνα» το πρόβλημα ώστε να μην «μολυνθούν» και οι άλλες χώρες της ευρωζώνης, δεν απέδωσε. Και δεν απέδωσε γιατί πολύ απλά η αιτία του προβλήματος δεν είναι η Ελλάδα, ούτε το δημοσιονομικό έλλειμμα. Η βασική αιτία του προβλήματος είναι ο συνολικός τρόπος ανάπτυξης της ευρωζώνης που στηρίχθηκε κυρίως στη δανειακή επέκταση, δηλαδή στη συσσώρευση χρέους. Όχι μόνο δημόσιου, αλλά και ιδιωτικού.

Χαρακτηριστικός είναι ο Πίνακας 1, όπου βλέπουμε τη συνολική έκταση του χρέους στις κύριες χώρες του ευρώ ως % του ΑΕΠ τους. Η διαφορά ανάμεσα στο συνολικό χρέος και στο εξωτερικό χρέος είναι ότι το δεύτερο αναφέρεται σε εκείνο το μερίδιο του συνολικού χρέους που βρίσκεται σε ξένα χέρια. Για τις χώρες με εθνικό νόμισμα, όπως π.χ. η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ, η σημασία αυτής της διαφοροποίησης είναι μεγάλη. Κι αυτό γιατί το εσωτερικό χρέος της χώρας εκφράζεται στο εθνικό της νόμισμα και συνήθως αντλείται από την εσωτερική τραπεζική αγορά, η οποία και πάλι ελέγχεται από την κεντρική τράπεζα και τις νομισματικές αρχές της χώρας. Από τη στιγμή λοιπόν που μια χώρα έχει τον έλεγχο του δικού της νομίσματος και της κυκλοφορίας του, τότε το εσωτερικό χρέος και ειδικά το εσωτερικό δημόσιο χρέος είναι απολύτως διαχειρίσιμο. Το εξωτερικό χρέος είναι εκείνο που δύσκολα μπορεί να το διαχειριστεί μια χώρα, γιατί εκφράζεται σε ξένο νόμισμα και αντλείται από τις διεθνείς αγορές.

Για παράδειγμα η Ελλάδα την περίοδο από το 1992 έως το 1997 το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας ανήλθε κατά μέσο όρο στο 117% του ετήσιου ΑΕΠ και η ετήσια εξυπηρέτησή του γύρω στο 40% του ΑΕΠ, δηλαδή σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα από ότι κινείται σήμερα. Την ίδια περίοδο το δημοσιονομικό έλλειμμα κυμάνθηκε γύρω στο 8% ετήσια. Τότε γιατί δεν χρεοκόπησε η χώρα, όπως συμβαίνει σήμερα; Γιατί πάνω από το 85% τόσο του συνολικού δημόσιου χρέους, όσο και της εξυπηρέτησης του χρέους ήταν δραχμικό, δηλαδή εσωτερικό χρέος σε δραχμές. Όσο το κράτος έχει το δικό του νόμισμα και την κεντρική τράπεζα να δουλεύει για λογαριασμό του, τότε πολύ δύσκολα μπορεί να οδηγηθεί σε πτώχευση. Η επιβάρυνση του εξωτερικού χρέους ήταν εκείνη που ανέκαθεν εξωθούσε τα κράτη στη χρεωκοπία.

Τι συνέβη με το ευρώ; Με την υιοθέτηση του ευρώ είχαμε την μετατροπή του χρέους σε βασική κινητήρια δύναμη επέκτασης στην ευρωζώνη. Ας δούμε τα στοιχεία. Το συνολικό χρέος της ευρωζώνης για το 2009 έφτασε γύρω στα 886% του ΑΕΠ της. Δηλαδή κοντά 9 φορές το ΑΕΠ της ευρωζώνης για το 2009! Από αυτό μόλις το 9% είναι το χρέος της γενικής κυβέρνησης, δηλαδή το δημόσιο χρέος. Το υπόλοιπο είναι το χρέος που έχουν συσσωρεύσει οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, δηλαδή το ιδιωτικό χρέος, που βρίσκεται στα χέρια κυρίως των ευρωπαϊκών τραπεζών. Γι' αυτό και το εξωτερικό χρέος, δηλαδή το χρέος που βρίσκεται σε χέρια εκτός ευρωζώνης είναι μόλις το 13% του συνολικού χρέους.

Με άλλα λόγια η οικονομική άνοδος της ευρωζώνης εξαρτήθηκε κατά κύριο από το πόσο χρέος θα μπορέσουν να φορτωθούν τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις, αλλά και οι κυβερνήσεις, προκειμένου να κερδίσουν οι τράπεζες και να προσελκύσει επενδυτές το ευρώ. Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα 1, όλες οι χώρες της ευρωζώνης, ακόμη και η Γαλλία με τη Γερμανία έχουν εντυπωσιακά μεγέθη συνολικού χρέους. Με πιο εντυπωσιακά το συνολικό χρέος της Ιρλανδίας, το οποίο το 2009 ξεπέρασε σχεδόν κατά 23 φορές το ΑΕΠ της χώρας! Το χρέος της Πορτογαλίας το οποίο ξεπέρασε το ΑΕΠ της κατά το 2009 πάνω από 10 φορές! Και το χρέος της Γαλλίας που επίσης ξεπέρασε το 2009 κατά 10 φορές το ΑΕΠ της!

Συγκριτικά με την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ τα συσσωρευμένα χρέη της ευρωζώνης είναι κατά πολύ μεγαλύτερα, τουλάχιστον διπλάσια.

Το χειρότερο όμως για τις χώρες του ευρώ είναι το γεγονός ότι έχουν βρεθεί μ' ένα νόμισμα, που ουσιαστικά δεν είναι δικό τους νόμισμα. Καμιά από τις χώρες του ευρώ, ακόμη και οι πιο μεγάλες, δεν ελέγχει την έκδοση και την κυκλοφορία του νομίσματος. Καμιά από τις χώρες του ευρώ δεν έχει την κεντρική της τράπεζα να δουλεύει για την προστασία και την διευκόλυνση της δικής της οικονομίας. Το ευρώ είναι ένα επενδυτικό προϊόν και οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της ευρωζώνης έχουν υπαχθεί στην ΕΚΤ με βασικό σκοπό την στήριξη αυτού του προϊόντος. Σύμφωνα με τον Τρισέ «το ευρώ είναι ένα αξιόπιστο νόμισμα το οποίο διατηρεί σταθερή την αξία του. Από την εισαγωγή του 11½ χρόνια πριν, ο μέσος πληθωρισμός ήταν κάτω αλλά κοντά στο 2%, σύμφωνα με τον δικό μας ορισμό της τιμαριθμικής σταθερότητας. Η ικανότητα του ευρώ να διατηρεί την αξία του είναι απολύτως ουσιώδης για την εμπιστοσύνη των επενδυτών τόσο εντός, όσο και εκτός της ευρωζώνης.» (Le Monde, 31/5/2010)

Επομένως, όσον αφορά τις χώρες της ευρωζώνης, το ευρώ ως νόμισμα είναι το ίδιο ξένο για τις ανάγκες των οικονομιών τους, όσο ξένο είναι το δολάριο, το Ιαπωνικό γιέν, το Κινέζικο γουάν, κοκ. Μόνο που είναι αναγκασμένες να εκφράζουν όλες τις συναλλαγές και τα αποθεματικά των οικονομιών τους σ' ένα νόμισμα που δεν ελέγχουν. Όσο οι τράπεζες κέρδιζαν και τα επενδυτικά κεφάλαια προσελκύονταν από το ευρώ, ήταν όλα καλά. Έλα όμως που έφτασε η ώρα να δουν τι θα κάνουν με τα χρέη τους. Κι αυτά, είτε πρόκειται για ιδιωτικά, είτε πρόκειται για κρατικά, είναι πλέον εκφρασμένα σε ένα σκληρό, ανελαστικό νόμισμα, που καμμιά οικονομία δεν ελέγχει.

Τι μπορεί να κάνει μια χώρα όταν το σύνολο του χρέους της, ιδιωτικό και κρατικό, εσωτερικό και εξωτερικό, είναι εκφρασμένο σε ξένο νόμισμα; Πολύ λίγα πράγματα. Το πρόβλημα του χρέους στην ευρωζώνη δεν περιορίζεται στο δημόσιο χρέος, αλλά εκτείνεται στο σύνολο του χρέους. Πώς μπορεί μια οικονομία να χρηματοδοτήσει επιχειρήσεις, τράπεζες, νοικοκυριά και κράτος, όταν ήδη το συνολικό της χρέος έχει ξεπεράσει 9 φορές το ΑΕΠ της, όπως συμβαίνει με την Ισπανία; Ακόμη κι αν βρεθεί τρόπος να αναχρηματοδοτηθεί το δημόσιο χρέος από τις αγορές, πώς είναι δυνατόν να αντέξουν την πίεση ενός χρέους που ακόμη και για τη Γερμανία φτάνει να ξεπερνά 7 φορές το ΑΕΠ της; Και μάλιστα σ' ένα νόμισμα που δεν ελέγχει.

 

Πίνακας 1: Διάρθρωση χρέους για το 2009 ως % του ΑΕΠ κάθε χώρας.

 

Ευρωζώνη

Ελλάδα

Ιρλαν

δία

Πορτο

γαλία

Ισπανία

Ιταλία

Γαλλία

Γερμανία

Ιαπωνία

ΗΠΑ

Συνολικό Χρέος Γενικής Κυβέρνησης

79

115 

64

77

53

116

78

73

192

86

Εξωτερικό χρέος Γενικής Κυβέρνησης

21

91

48

62

29

54

50

39

13

26

Σύνολο χρέους*

886

562

2.263

1.018

893

679

1,007

744

471

296

Συνολικό Εξωτερικό χρέος

113

171

2.321

241

174

122

196

153

42

97

*Τα στοιχεία για όλες τις χώρες, εκτός Ελλάδας, Ιαπωνίας και ΗΠΑ, είναι του 2008.

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων ΔΝΤ (IMF, External Debt Database) και

 Eurostat, National Accounts.

 

 

 

 

Γαλλία

Γερμανία

Ιαπωνία

ΗΠΑ

Συνολικό Χρέος Γενικής Κυβέρνησης

78

73

192

86

Εξωτερικό χρέος Γενικής Κυβέρνησης

50

39

13

26

Σύνολο χρέους*

1,007

744

471

296

Συνολικό Εξωτερικό χρέος

196

153

42

97

 


Αυτή είναι η διαφορά με την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ. Η Ιαπωνία εμφανίζει ένα δημόσιο χρέος κυριολεκτικά τεράστιο, σχεδόν διπλάσιο του ΑΕΠ της. Ωστόσο μόλις το 7% αυτού του δημόσιου χρέους είναι εξωτερικό, δηλαδή σε ξένο νόμισμα που έχει αντληθεί από τις διεθνείς αγορές. Το ίδιο ισχύει και για το συνολικό της χρέος, από το οποίο μόλις το 9% είναι εξωτερικό. Έτσι χάρις στο δικό της νόμισμα, που ακολουθεί τους δικούς της νομισματικούς και πιστωτικούς κανόνες, αλλά και χάρις στα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα που διαθέτει, μπορεί να διαχειρίζεται ένα πολύ μεγάλο δημόσιο και ακόμη μεγαλύτερο ιδιωτικό χρέος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα υπερχρέωσης, απλά με τον τρόπο αυτό διαθέτει περισσότερα μέσα για την αποφυγή της χρεωκοπίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ΗΠΑ.

Αντίθετα, οι χώρες της ευρωζώνης δεν διαθέτουν δικό τους νόμισμα, ούτε ελεγχόμενο πιστωτικό σύστημα για να αντλήσουν κεφάλαια ή για να αναχρηματοδοτήσουν μέρος του χρέους τους. Ακόμη και για τα πιο μικρά ποσά βραχυπρόθεσμου ή μακροπρόθεσμου δανεισμού οφείλουν να βγουν στις αγορές και να εκτεθούν στις πιέσεις των κερδοσκόπων επενδυτών. Χαρακτηριστικός είναι ο Πίνακας 2, όπου καταγράφονται οι ανάγκες αναχρηματοδότησης των βασικών χωρών της ευρωζώνης έως το τέλος του τρέχοντος έτους.

Από τα στοιχεία γίνεται φανερή πρώτα απ' όλα η αδυναμία του αποκαλούμενου «μηχανισμού στήριξης» της ευρωζώνης των 750 δις ευρώ. Μόνο για την αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους θα χρειαστούν από τον Μάιο έως τον Δεκέμβριο του 2010 γύρω στα 965 δις ευρώ. Κι αυτά με τα στοιχεία στις 30 Απριλίου του 2010. Κι ενώ οι ευρωκρατούντες είναι όλο δηλώσεις για το πώς θα καθυποτάξουν τις αγορές, το μόνο που έχουν καταφέρει είναι να θέσουν όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και μια σειρά άλλες χώρες, όπως την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία, εκτός αγορών. Οι χώρες αυτές αδυνατούν πλέον να χρηματοδοτήσουν το χρέος τους από τις αγορές. Επιπλέον οι εγχώριες τράπεζες βρίσκονται ήδη υπό καθεστώς χρεοκοπίας και έτσι εξαρτώνται πια σχεδόν αποκλειστικά από τις αγορές ομολόγων που κάνει η ίδια η ΕΚΤ. Ως πότε όμως;

 

Πίνακας 2: Αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους το 2010 (δις ευρώ)

 

Μάιος

Ιούνιος

Ιούλιος

Αύγουστος

Σεπτέμβριος

Οκτώβριος

Νοέμβριος

Δεκέμβριος

Σύνολο

Γερμανία

15,0

34,9

43,4

10,0

25,9

28,8

4,0

14,6

177

Γαλλία

32,1

28,6

78,5

13,6

28,9

43,1

8,0

9,5

242

Ιταλία

20,2

47,7

23,8

45,5

51,7

26,2

30,9

21,0

267

Ισπανία

9,2

8,2

31,5

6,8

5,9

6,7

7,9

4,6

81

Ολλανδία

9,4

11,8

18,3

6,2

9,1

0,8

0,0

3,8

59

Ελλάδα

8,4

0,1

4,4

0,0

4,9

2,2

0,0

0,7

21

Βέλγιο

8,7

5,9

9,2

6,0

20,7

3,1

2,1

2,3

58

Ιρλανδία

4,2

1,3

2,4

1,6

0,0

0,9

0,2

0,0

11

Αυστρία

1,4

1,8

3,4

1,1

0,8

2,0

0,3

0,0

11

Πορτογαλία

6,9

0,0

5,4

0,0

3,6

0,0

2,6

0,0

19

Φιλανδία

3,0

1,6

7,1

0,6

5,4

1,4

0,0

0,0

19

Σύνολο

119

142

228

91

157

116

56

57

965

Πηγή: Morgan Stanley Research. Τα στοιχεία είναι σύμφωνα με τις προβλέψεις στις 30/4/2010.

 

 

 

 

Νοέμβριος

Δεκέμβριος

Σύνολο

Γερμανία

4,0

14,6

177

Γαλλία

8,0

9,5

242

Ιταλία

30,9

21,0

267

Ισπανία

7,9

4,6

81

Ολλανδία

0,0

3,8

59

Ελλάδα

0,0

0,7

21

Βέλγιο

2,1

2,3

58

Ιρλανδία

0,2

0,0

11

Αυστρία

0,3

0,0

11

Πορτογαλία

2,6

0,0

19

Φιλανδία

0,0

0,0

19

Σύνολο

56

57

965

 

Παρά το γεγονός ότι η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και κυρίως η Ισπανία έχουν στριμωχτεί άγρια και χρειάζονται επειγόντως τις ενέσεις από τον «ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης», ωστόσο οι ευρωκρατούντες δεν προχωρούν σε καμμιά ενέργεια. Γιατί; Αφενός τρέμουν τον αντίκτυπο στις αγορές και, αφετέρου, δεν θέλουν να βάλουν χέρι στα 750 δις ευρώ που έχουν υποσχεθεί, γιατί δεν ξέρουν τι τους περιμένει στη γωνία. Ήδη η Γαλλική κυβέρνηση δηλώνει ότι μετά την υποβάθμιση της Ισπανίας από την Fitch, θα είναι «πολύ δύσκολο» να αποφύγει και τη δική της υποβάθμιση. Ταυτόχρονα η Γερμανία για πρώτη φορά αρχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα στις αγορές ομολόγων. Το τελευταίο Economist (27/5) δεν αφήνει κανένα περιθώριο στη Γερμανική κυβέρνηση και τους άλλους ευρωκρατούντες να συνεχίσουν την εικονική μάχη με τους κερδοσκόπους: «φαίνεται μάλλον ανόητο για τις Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αρχίσουν να παρενοχλούν εκείνους ακριβώς τους ανθρώπους από τους οποίους έχουν ανάγκη να δανειστούν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Οι επενδυτές δεν χρειάζεται να πουλήσουν ομόλογα που δεν έχουν (short selling) – να στοιχηματίσουν σε μια τιμή που πέφτει – ώστε να δημιουργήσουν προβλήματα στις κυβερνήσεις. Το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να αγνοήσουν τα ομόλογα στις συχνές δημοπρασίες των κυβερνήσεων (Γερμανία, Ιταλία και Πορτογαλία, όλες είχαν για παράδειγμα δημοπρασίες στις 26 Μαΐου). Μια αποτυχημένη δημοπρασία θα προκαλέσει γρήγορα μια εκτίναξη στις αποδόσεις των ομολόγων, αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης αυτών των τεράστιων ελλειμμάτων

Η ευθεία αυτή απειλή δεν πέρασε απαρατήρητη από καμμιά κυβέρνηση της ευρωζώνης. Ιδίως με το ευρώ να έχει κατρακυλήσει κάτω από το 1,22 στην ισοτιμία του με το δολάριο. Ιδίως με τις Ευρωπαϊκές τράπεζες να χρειάζεται να διαγράψουν πολύ περισσότερα δάνεια από τα χαρτοφυλάκιά τους φέτος σε σχέση με πέρυσι. Με τις κυβερνήσεις να αντιμετωπίζουν «βαριές χρηματοδοτικές απαιτήσεις για τα επόμενα χρόνια», υπάρχει «ο κίνδυνος οι εκδόσεις ομολόγων από τις τράπεζες να παραγκωνιστούν», έγραψε η ΕΚΤ στην πρόσφατη εξαμηνιαία Financial Stability Report, που εξέδωσε στις 31/5. «Ο κίνδυνος που συνεπάγεται για την χρηματοδότηση του κόστους των τραπεζών εγείρει την πιθανότητα ενός πισωγυρίσματος στην κερδοφορία του τραπεζικού τομέα», σημειώνει η έκθεση της ΕΚΤ. Εκτιμά επίσης ότι το ερχόμενο εξάμηνο θα πρέπει οι ευρωπαϊκές τράπεζες να προχωρήσουν σε διαγραφές άνω των 90 δις ευρώ, χωρίς όμως να θιγεί η κερδοφορία τους. Πώς θα συμβεί αυτό; Πολύ απλά, περνώντας το κόστος αυτό στις πλάτες του φορολογούμενου μέσω των κρατικών ελλειμμάτων.

Απ' ότι φαίνεται ο φαύλος κύκλος των ελλειμμάτων και των χρεών μόλις έχει αρχίσει για την ευρωζώνη. Αργά ή γρήγορα οι ευρωκρατούντες θα κληθούν να επιλέξουν τις χώρες ή τις τράπεζες; Μέχρι στιγμής η πολιτική που ακολουθούν για τη διάσωση των τραπεζών τους οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην χρεωκοπία τις χώρες της ευρωζώνης την μια μετά την άλλη.

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης  είναι οικονομολόγος – αναλυτής.

 

ΠΗΓΗ:  "Ποντίκι", 3/6/2010,

ΑΝΑΡΤΗΣΗ: 3/6/2010, http://youpayyourcrisis.blogspot.com/2010/06/blog-post_03.html#mor

Θέμα χρόνου η χρεοκοπία

Θέμα χρόνου η χρεοκοπία

Αναπόφευκτο το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»: αποτέλεσμα της προσφυγής 

Του Λεωνίδα Βατικιώτη *

 

Θέατρο του παραλόγου είναι αυτό που παίζεται στην Ελλάδα με άξονα τις προοπτικές αποπληρωμής του δημόσιου χρέους. «Πρόκειται να προβείτε σε αναδιάρθρωσή του», ρώτησε τον πρωθυπουργό ο ισπανός δημοσιογράφος της Ελ Παΐς την προηγούμενη Κυριακή, επαναλαμβάνοντας ό,τι ακριβώς συζητιέται καθημερινά σε όλο, μα όλο τον διεθνή Τύπο. «Όχι», απάντησε ορθά κοφτά ο Γιώργος Παπανδρέου για να συμπληρώσει ότι αποτελεί ζήτημα αξιοπιστίας για την Ελλάδα να επιστρέψει τα χρήματα στους δανειστές της!