Αρχείο κατηγορίας Επαχθή χρέη και το Χρέος μας

Με αφορμή την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση (ΗΠΑ 2007), την ελληνική δημοσιονομική κρίση στη χώρα μας (2009) και την υποταγή μας σε ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ άνοιξε ένας διάλογος. Εμείς αναρτούμε κείμενα που είτε ανοίγουν το δρόμο της Απελευθέρωσης, είτε συμμετέχουν κριτικά απέναντι σ΄αυτά.

Δημόσιο χρέος – καθεστώς υποδούλωσης της Ελλάδας

Το δημόσιο χρέος και το καθεστώς υποδούλωσης της Ελλάδας

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 


 

 

Όταν μιλάμε για κρίση σήμερα στην Ελλάδα, είτε το θέλουμε, είτε όχι, είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε πρώτα απ’ όλα για το δημόσιο χρέος. Αν δεν απαντήσεις σήμερα στο πρόβλημα του δημόσιου χρέους, δεν μπορείς να απαντήσεις πειστικά σε τίποτε, ούτε στα εργασιακά, ούτε στα μισθολογικά, ούτε στα ασφαλιστικά, ούτε στο ξεπούλημα των πάντων. Κι αυτό γιατί όλα αυτά, αλλά κι αυτά που έρχονται, πηγάζουν από το πρόβλημα του δημόσιου χρέους. Η ίδια η κρίση έχει επικεντρωθεί στην κατάσταση του χρέους.

Το εγγενές πρόβλημα του δημόσιου χρέους

 

Υπάρχει πρόβλημα με το δημόσιο χρέος ή όλα όσα λέγονται αποτελούν πρόσχημα, μπλόφα ή φόβητρο; Σαφώς και υπάρχει. Η εξυπηρέτηση του δημόσιου δανεισμού έχει φτάσει να αποτελεί το 35% του ΑΕΠ το 2009. Πράγμα που ισοδυναμεί σχεδόν με το σύνολο των μισθών που πληρώνει κάθε χρόνο η ελληνική οικονομία. Ισοδυναμεί με το 140% των δημοσίων εσόδων και σχεδόν με το διπλάσιο των εισπράξεων της χώρας από τις εξαγωγές της. Με μεγάλη δυσκολία θα βρείτε άλλη χώρα στον κόσμο που να έχει φτάσει σ’ αυτό το έσχατο σημείο εξυπηρέτησης του δημόσιου δανεισμού της.

Η χώρα εδώ και χρόνια έχει οδηγηθεί σε μια κατάσταση όπου η επιβίωσή της εξαρτάται από το αν και κατά πόσο μπορεί να βρει δάνεια για να εξυπηρετήσει το χρέος της. Την τελευταία δεκαετία η χώρα δανείστηκε κοντά στα 490 δις ευρώ από τα οποία το 97% πήγε στην εξυπηρέτηση παλιότερων δανείων, ενώ μόνο το 3% πήγε στην κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος. Με άλλα λόγια δανειζόμαστε για να ξεπληρώνουμε παλιότερα χρέη.

Τέλος η δυναμική του δημόσιου δανεισμού είναι τέτοια που είναι αδύνατον να αποπληρωθεί ότι κι αν γίνει. Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία δεκαετία η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στοίχισε γύρω στα 450 δις ευρώ, δηλαδή τα έσοδα 8 προϋπολογισμών του 2009. Παρόλα αυτά αντί το δημόσιο χρέος να αναχαιτιστεί, να μειωθεί ή τέλος πάντων να σταθεροποιηθεί, αυτό αυξήθηκε κατά 153 δις ευρώ.

Με βάση τις προβλέψεις του «μνημονίου» που ψήφισε η κυβέρνηση και με την προϋπόθεση ότι όλοι οι στόχοι που έχουν τεθεί από την «τρόικα» θα επιτευχθούν, το δημόσιο χρέος της χώρας όχι μόνο δεν θα συγκρατηθεί, αλλά θα αυξηθεί σημαντικά και θα φτάσει μετά το τέλος της τριετίας στο 167% του ΑΕΠ, από 125% που είναι σήμερα. Με άλλα λόγια ο λαός και η χώρα ρίχνεται στον καιάδα του ΔΝΤ και της ΕΕ με μόνο σίγουρο αποτέλεσμα την ακόμη μεγαλύτερη αύξηση του δημόσιου χρέους.

Τότε ποιος είναι ο στόχος αυτού του καθεστώτος κατοχής; Να τεθεί η χώρα σε μια ιδιότυπη «καραντίνα» για να μην επεκταθεί η αποκαλούμενη «μόλυνση» και στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Το κύριο ενδιαφέρον της «τρόικας» δεν είναι η αποκατάσταση της οικονομίας της χώρας, αλλά η προστασία των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών και του ευρώ.

Γιατί; Διότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες κατέχουν πάνω από το 75% των ελληνικών ομολόγων και δεν θέλουν ν’ ακούσουν ούτε λέξη για τυχόν αδυναμία της Ελλάδας να συνεχίσει να πληρώνει τα χρέη της.

Επομένως, η ΕΕ και το ΔΝΤ ήρθε για να εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα δεν θα σταματήσει να πληρώνει τα χρέη της, έστω κι αν πεινάσει ο λαός της, έστω κι αν η χώρα διαλυθεί και ξεπουληθεί στο σύνολό της.

Όσο οι διεθνείς αγορές ήταν ανοιχτές για την χρηματοδότηση του χρέους, όσο οι διεθνείς τράπεζες και οι επενδυτές επιδείκνυαν ασίγαστη όρεξη για αγορά ομολόγων κρατικού χρέους, η εκτίναξη του δημόσιου δανεισμού δεν απασχολούσε κανέναν. Ούτε κυβερνήσεις, ούτε «ειδικούς», ούτε τραπεζίτες, οι οποίοι κέρδιζαν τεράστια ποσά από την κερδοσκοπία με τα ομόλογα. Όλοι είχαν υιοθετήσει το νεοφιλελεύθερο δόγμα που ήθελε την αγορά των δανείων να αυτορυθμίζεται χωρίς να οδηγεί σε κρίσεις και κραχ. Μόνο κάποιες περιοδικές «διαστολές» και «συστολές» αναγνώριζαν, που όμως δεν ήταν ικανές να αντιστρέψουν την ανιούσα των αγορών. Το χρέος ήταν απλά μια ακόμη αγορά, η οποία στο βαθμό που κρατιόταν ελεύθερη από παρεμβάσεις και ελέγχους δεν είχε κανένα λόγο να οδηγήσει σε συντριβή. Κι επομένως δεν υπήρχε κανένας λόγος να απασχολείται κανείς με το ύψος και τη δυναμική του χρέους, παρά μόνο με το κόστος δανεισμού.

Αυτό πίστευαν οι ιεροκήρυκες της σύγχρονης οικονομικής θεολογίας. Και ήταν τόσο πειστικοί που κατόρθωσαν να πείσουν και αρκετούς στην αριστερά. Γι’ αυτό και βλέπουμε σήμερα τέτοια αμηχανία στην αριστερά απέναντι στο χρέος. Πολλοί μάλιστα, ακόμη και στην ριζοσπαστική αριστερά, πίστεψαν – τουλάχιστον στην αρχή – ότι πρόβλημα δημόσιου χρέους δεν υπάρχει, μόνο πρόβλημα επιτοκίων και όρων δανεισμού. Κι επομένως το γεγονός ότι καταλήξαμε στα νύχια του ΔΝΤ, της ΕΕ και του καθεστώτος κατοχής δεν ήταν παρά μια μεγάλη συνωμοσία της κυβέρνησης και της άρχουσας τάξης.

 

Έχουμε χρεωκοπήσει εδώ και χρόνια

 

Ανεξάρτητα από τους σχεδιασμούς της ολιγαρχίας που σίγουρα υπήρξαν και υπάρχουν, το ελληνικό κράτος βρίσκεται υπό καθεστώς δημοσιονομικής χρεωκοπίας εδώ και χρόνια. Απλά συγκαλυπτόταν από το γεγονός ότι μπορούσε να βρει στις διεθνείς αγορές τα νέα δάνεια που χρειαζόταν για να εξυπηρετήσει τα παλιά.

Η κατάσταση αυτή έφτασε στα όριά της στις αρχές του 2009. Κι αυτό γιατί μαζί με την κορύφωση της παγκόσμιας κρίσης με το κραχ του φθινόπωρου του 2008 αποκαλύφθηκε η πλήρης αδυναμία του ελληνικού κράτους να αναχρηματοδοτήσει το χρέος του χωρίς να προσφύγει στη διεθνή αγορά ομολόγων.

Έτσι τον Ιανουάριο του 2009 η κυβέρνηση Καραμανλή αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα κάλυψης των νέων ομολόγων που εκδίδει για νέο δανεισμό. Οι διεθνείς αγορές μετά το κραχ δεν έδειχναν ενδιαφέρον για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα.

Τότε ήταν που για πρώτη φορά η κυβέρνηση Καραμανλή πετά στα σκουπίδια το δόγμα της «ισχυρής Ελλάδας» που κληρονόμησε από τις κυβερνήσεις Σημίτη και άρχισε ξαφνικά να μιλά για «σοβαρή κρίση», για την «παγκόσμια κρίση που αρχίζει να πλήττει την Ελλάδα», κοκ.

Η αλήθεια, όμως, ήταν ότι η ελληνική οικονομία βρισκόταν ήδη στην τελευταία πράξη του δράματός της. Η κρίση που συντρίβει κυριολεκτικά την ελληνική οικονομία δεν ήρθε ξαφνικά από το εξωτερικό, δεν είναι εισαγόμενη, έστω κι αν έχει πια συνυφανθεί με την κρίση που πλήττει την παγκόσμια οικονομία του κεφαλαίου.

Η χώρα οδηγήθηκε συστηματικά στη χρεωκοπία όχι μέσα από κάποια σκοτεινή συνωμοσία, αλλά ως λογικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός πολύ συγκεκριμένου τρόπου εξαρτημένης και παρασιτικής ανάπτυξης. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 επιβλήθηκε στη χώρα ένα καταστροφικό μοντέλο «εξωστρεφούς» ανάπτυξης, ανοιχτό στις πιο ασύδοτες και μονοπωλιακές δυνάμεις των διεθνών αγορών. Ανοχύρωτη η χώρα και κλειδωμένη στον αυτόματο πιλότο της ΕΕ, οικοδόμησε μια παρασιτική οικονομία υπηρεσιών που αποτέλεσε και αποτελεί παράδεισο κερδοφορίας για το μεγάλο κεφάλαιο.

Η Ελλάδα ενώ αποτελεί το 2,7% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, διαθέτει το χαμηλότερο δείκτη επενδύσεων, μόλις στο 0,3% των συνολικών επενδύσεων στην ευρωζώνης. Αντίθετα τα ιδιωτικά κέρδη που παράγει η οικονομία της Ελλάδας υπερβαίνουν τα 5 % του συνόλου των ιδιωτικών κερδών που παράγει η ευρωζώνη ως σύνολο.

Για να στηριχθεί λοιπόν η κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου και να διατηρήσει αυτά τα εξωφρενικά επίπεδα μέσα σε μια χειμαζόμενη οικονομία, στην οποία η αγοραστική δύναμη και η παραγωγική ικανότητα της οικονομίας συμπιέζονταν διαρκώς, χρειάστηκε η εκρηκτική επέκταση του δανεισμού. Και μάλιστα σ’ όλα τα επίπεδα.

Έτσι φτάσαμε σήμερα το μέσο νοικοκυριό να χρωστά το 70% του διαθέσιμου εισοδήματός του, οι τράπεζες να έχουν εξωτερικό χρέος που ξεπερνά το 52% του ΑΕΠ της χώρας και το δημόσιο χρέος να βρίσκεται στο 125% του ΑΕΠ της χώρας για το 2009.

Η έλευση του ευρώ μαζί με τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν και συνεχίζουν να εφαρμόζονται μετέτρεψαν τη χώρα σε παράδεισο χρηματοπιστωτικής αγυρτείας κυρίως από διεθνείς θεσμικούς επενδυτές και τράπεζες. Ενώ σε συνδυασμό με την απευθείας κρατική τόνωση της πιο απροκάλυπτης κερδοσκοπίας μέσα από την προώθηση επενδύσεων «κοινοτικής επιχορήγησης» και τις γνωστές εργολαβίες των «μεγάλων έργων», η οικονομία της χώρας έχει μεταβληθεί σε προνομιακή σφαίρα τοποθέτησης των πιο κερδοσκοπικών, των πιο παρασιτικών κεφαλαίων διεθνώς.

Ποιος ήταν ο κερδισμένος από την είσοδό μας στην ΟΝΕ; Μια μικρή οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που είναι στενότατα συνδεδεμένη με διεθνείς κύκλους τραπεζικής και χρηματιστικής κερδοσκοπίας, η οποία με το ευρώ μπορούσε πια ελεύθερα να μεταφέρει στο εξωτερικό τον πλούτο που λεηλατούσε από τη χώρα και το λαό της.

Έτσι στα τέλη του 2009 το σύνολο των κεφαλαίων από κατοίκους της Ελλάδας που βρισκόταν σε κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στο εξωτερικό (μετοχές, ομόλογα, παράγωγα, κλπ.) ανερχόταν πάνω από 250 δις ευρώ, όταν το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας για την ίδια χρονιά ανήλθε λίγο πάνω από 298 δις ευρώ. Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε τις καταθέσεις του εξωτερικού, ή τις λεγόμενες άμεσες επενδύσεις Ελλήνων στο εξωτερικό, ούτε φυσικά τον πλούτο που βρίσκεται κρυμμένος στις αρκετές χιλιάδες υπεράκτιες εταιρείες (offshore), κλπ., ελληνικών συμφερόντων.

Όλα αυτά οδήγησαν μεν σε μια πλασματική, εικονική άνοδο του ΑΕΠ, αλλά συνέτριψαν κυριολεκτικά την παραγωγική βάση της χώρας και την αγοραστική δύναμη των λαϊκών στρωμάτων. Πράγμα που οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μια βαθιά κρίση που την έχει αγκαλιάσει ήδη από το 2001.

Όμως ο πιο κερδισμένος απ’ όλους ήταν φυσικά το διεθνές και κυρίως το ευρωπαϊκό χρηματιστικό κεφάλαιο, το οποίο χάρις στο ευρώ μπόρεσε να μετατρέψει το δημόσιο χρέος της χώρας από πρωτίστως εγχώριο και εκφρασμένο σε δραχμές, σε κυρίαρχα εξωτερικό και εκφρασμένο στο «ισχυρό ευρώ», δηλαδή στο νόμισμα των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Η δυναμική του δημόσιου χρέους σήμερα είναι τέτοια που δεν μπορεί πια να αποπληρωθεί με κανέναν τρόπο. Αργά η γρήγορα οι ίδιοι οι δανειστές της χώρας με τα διεθνή τους όργανα, το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και την ΕΕ, θα οδηγήσουν την χώρα στην επίσημη πτώχευση. Όχι όμως πριν την ξεζουμίσουν όσο δεν παίρνει άλλο, πριν κερδοσκοπήσουν σε βάρος της, πριν την πουλήσουν και την αγοράσουν αμέτρητες φορές.

 

Το σχέδιο υπαγωγής στο καθεστώς του μνημονίου

 

Η πολιτική της κυβέρνησης του κ. Παπανδρέου ξεκινά από τη βασική αξιωματική παραδοχή ότι οφείλουμε να συνεχίσουμε την αποπληρωμή των χρεών, που έτσι ή αλλιώς δεν μπορούν να πληρωθούν. Να συνεχίσουμε δηλαδή την ίδια πρακτική που μας έφερε σ’ αυτή την κατάντια. Με όλη την τακτική της οδήγησε την χώρα να είναι κυριολεκτικά έρμαιο των αγορών και των κερδοσκόπων.

Τι έκανε αναγκαίο το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση; Σύμφωνα με την κυβέρνηση η αδυναμία της χώρας να προσφύγει στις αγορές για νέο δανεισμό. Δεν είναι αλήθεια. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στην κατάσταση αυτή σκόπιμα, έτσι ώστε να εμφανιστεί ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Σ’ αυτό συνέπραξαν οι αγορές – δηλαδή συγκεκριμένα επενδυτικά κεφάλαια και τράπεζες – η ΕΕ και η ΕΚΤ. Το σχέδιο αυτό ήταν εν γνώσει τόσο του κ. Καραμανλή, όσο και του κ. Παπανδρέου ήδη από πριν τις τελευταίες εκλογές. Με δεδομένη την πολιτική κατάρρευση της κυβέρνησης Καραμανλή, σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε η παράδοση των κλειδιών της χώρας στον κ. Παπανδρέου, ο οποίος υπήρξε εξαρχής κάτι παραπάνω από πρόθυμος να εκτελέσει το συγκεκριμένο σχέδιο.

Το σχέδιο αυτό των αγορών και της ΕΕ ήταν εξαρχής να μην επιτρέψουν στο ελληνικό κράτος με κανένα τρόπο να κηρύξει μονομερώς πτώχευση. Οι δανειστές κρατών, σ’ ολόκληρη την ιστορία των κρατικών χρεοκοπιών, ζουν με έναν βασικό εφιάλτη: την ασυλία που διαθέτει ένα κράτος λόγω της εθνικής του κυριαρχίας. Γι’ αυτό και τα κράτη είναι οι μόνοι οφειλέτες που μπορούν να αρνηθούν τις υποχρεώσεις τους, χωρίς ουσιαστικά οι δανειστές να είναι σε θέση να κάνουν τίποτε. Γι’ αυτό και από τον 19ο αιώνα αποτελεί μόνιμη προσπάθεια των διεθνών δανειστών, αφενός, να εξαναγκάσουν ένα κράτος υπό χρεωκοπία να απεμπολήσει οικιοθελώς την ασυλία του λόγω εθνικής κυριαρχίας και, αφετέρου, να μετατρέψουν τη διαφορά τους σε διακρατική υπόθεση, δηλαδή να πάψει να είναι μια σχέση ιδιώτη-κράτους και να γίνει σχέση διακανονισμού ανάμεσα σε κυρίαρχα κράτη.

Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρχε τίποτε που να την εμπόδιζε τον Οκτώβριο του περασμένου χρόνου να επικαλεστεί την ασυλία της λόγω εθνικής κυριαρχίας και να καλέσει τους δανειστές της σε διαπραγματεύσεις για ρύθμιση του χρέους της. Μια τέτοια κίνηση μπορούσε να γίνει ακόμη και μέσα στα πλαίσια της συνθήκης της Λισαβόνας. Βέβαια στην πράξη θα την οδηγούσε σε ευθεία σύγκρουση με την ΕΕ και θα προκαλούσε σάλο στις διεθνείς αγορές, αλλά θα της έδινε τουλάχιστον τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί με τους δανειστές της. Το σίγουρο είναι ότι μια τέτοια κίνηση δεν θα είχε χειρότερα αποτελέσματα από αυτά που βιώνει σήμερα η χώρα και ο λαός της. Με μια διαφορά. Στην περίπτωση της μονομερούς πτώχευσης της Ελλάδας, οι δανειστές – δηλαδή τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και οι τράπεζες – θα έχαναν πολλά και το ευρώ θα δεχόταν ανεπανόρθωτα πλήγματα. Ακόμη κι αν βάζανε το λαό και τη χώρα στο γύψο, όπως έχουν κάνει τώρα, η ζημιά θα είχε γίνει.

Έτσι επινόησαν και προώθησαν ένα σχέδιο «πτώχευσης-μη πτώχευσης» της χώρας, που αργότερα ονομάστηκε επίσημα «ελεγχόμενη», ή «συντεταγμένη πτώχευση». Τι προέβλεπε το σχέδιο αυτό; Πρώτα απ’ όλα να κυρηχθεί επίσημα η χώρα σε καθεστώς αφερεγγυότητας, δηλαδή σε καθεστώς αδυναμίας προσφυγής στις αγορές υπό καθεστώς διεθνούς επιτήρησης. Με τον τρόπο αυτό η Ελλάδα θα εξαναγκαζόταν να παραιτηθεί οικιοθελώς από την ασυλία που της παρέχει η εθνική της κυριαρχία. Πράγμα που έκανε με την αποδοχή της δανειακής σύμβασης. Κι όχι μόνο αυτό. Με αυτή την δανειακή σύμβαση, που η κυβέρνηση δεν τολμά ούτε καν να την φέρει για επικύρωση στο κοινοβούλιο, παραιτείται από κάθε δικαίωμα έναντι των δανειστών της. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση αθέτησης των όρων της σύμβασης, ολόκληρη η χώρα – δημόσια περιουσία, εθνικό έδαφος, ακόμη και η περιουσία των πολιτών της – τίθεται στη διάθεση των δανειστών. Αποδέχεται επίσης ως δίκαιο διακανονισμού των σχέσεών της με τους δανειστές, το αγγλικό και ως διαιτητικό δικαστήριο το Ευρωπαϊκό.

Επιπλέον μετατρέπει τη διαφορά της με τους ιδιώτες δανειστές της – επενδυτικά κεφάλαια και τράπεζες της ΕΕ – σε διακρατική υπόθεση και έτσι δίνει το δικαίωμα στα κράτη των δανειστών της να επέμβουν σε περίπτωση διαφοράς. Στην πράξη με την δανειακή σύμβαση η κυβέρνηση μετατρέπει μια διαφορά με ιδιώτες δανειστές της αγοράς, σε διακρατική υπόθεση. Δηλαδή αναγνωρίζει το δικαίωμα σε κράτη όπως η Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, κοκ να επέμβουν στη χώρα μας για την προστασία των συμφερόντων των δικών τους δανειστών. Πράγμα που ισοδυναμεί με μονομερή αναγνώριση εκ μέρους της χώρας μας του δικαιώματος άσκησης «πολιτικής κανονιοφόρων» σε βάρος της.

Ανάλογη δανειακή σύμβαση με τέτοιον καθαρά αποικιοκρατικό χαρακτήρα, είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρει κανείς σε ολόκληρη την ιστορία των κρατικών χρεωκοπιών από τις αρχές του 19ου αιώνα. Δεν συγκρίνεται ούτε καν με τη διεθνή συνθήκη που επέβαλε στην Ελλάδα τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο μετά τον στημένο ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

Όμως, η δανειακή σύμβαση δεν συνιστά απειλή μόνο με το τι προβλέπει, αλλά και με το νομικό προηγούμενο που δημιουργεί. Από τη στιγμή που στη διεθνή πρακτική ισχύει η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των δανειστών (pari passu), οι ρήτρες και οι προβλέψεις της δανειακής σύμβασης μπορούν να χρησιμοποιηθούν από οποιονδήποτε δανειστή της χώρας στο μέλλον. Η χώρα με το καθεστώς του μνημονίου και κυρίως της δανειακής σύμβασης είναι πλέον ανοχύρωτη απέναντι σε κάθε επιδίωξη των δανειστών της.

 

Τι πρέπει να γίνει;

 

Μήπως πρέπει να προχωρήσουμε σε αναδιάρθρωση του χρέους, όπως προτείνουν πολλοί; Τι σημαίνει όμως αναδιάρθρωση του χρέους; Με απλά λόγια σημαίνει έκδοση νέων ομολόγων που θα αντικαταστήσουν τα παλιά, είτε με «κουρεμένη» αξία, δηλαδή με μειωμένη την παλιότερη ονομαστική τους αξία, είτε με επιμήκυνση της χρονικής διάρκειας εξόφλησής τους. Αυτό φυσικά προϋποθέτει πριν απ’ όλα διαπραγμάτευση και συμφωνία με τους κατόχους ομολόγων. Πράγμα που απαιτεί επιτόκια, αποζημιώσεις και εγγυήσεις ικανές να πείσουν ακόμη και τους πιο κερδοσκόπους από τους ομολογιούχους του ελληνικού χρέους ότι τους συμφέρει μια τέτοια διευθέτηση.

Ορισμένοι λένε ότι αρκεί να τους απειλήσει η χώρα ότι θα χάσουν τα λεφτά τους για να τους καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να πετύχει ένα καλό για την ίδια αποτέλεσμα. Καταρχήν όσο η χώρα βρίσκεται υπό καθεστώς ευρώ, ΟΝΕ και ΕΕ είναι απίθανο να της επιτραπεί οποιαδήποτε μονομερής διαπραγμάτευση. Μην ξεχνάμε ότι η ΕΕ είναι αυτή που μας οδήγησε στο ΔΝΤ και μας επέβαλε το καθεστώς του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, ακριβώς γιατί δεν ήθελε η χώρα να έχει οποιαδήποτε διαπραγματευτική ισχύ.

Γίνεται σήμερα διαπραγμάτευση των ελληνικών ομολόγων; Ναι. Στο παρασκήνιο και με πρωταγωνιστές το ΔΝΤ, την Κομισιόν και την ΕΚΤ. Η Ελλάδα έχει βρεθεί εγκλωβισμένη σε μια διαπραγμάτευση για το χρέος της που γίνεται ερήμην της και σε βάρος της. Το όλο ζήτημα είναι πότε, με ποιόν τρόπο και προς όφελος ποιού θα προχωρήσει η διαδικασία της ελεγχόμενης πτώχευσης για τη χώρα.

Όταν λοιπόν εμφανίζονται σήμερα ορισμένοι και προτείνουν αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» 20%, 30% ή και 50% επί της ονομαστικής αξίας των ελληνικών ομολόγων, η πρόταση αυτή μπορεί να φαντάζει στον αφελή ως σημαντική μείωση του χρέους. Στην πραγματικότητα όμως κρύβει την προσπάθεια αφενός να αποζημιωθούν οι κάτοχοι των ομολόγων του ελληνικού χρέους για τις ζημιές που έχουν ήδη υποστεί λόγω της κρίσης. Και αφετέρου να τους εξασφαλίσει νέες καλύτερες αποδόσεις.

Οι προτάσεις αναδιάρθρωσης του χρέους δουλεύουν πάντα υπέρ του δανειστή, του κερδοσκόπου, του τοκογλύφου. Πρώτα και κύρια γιατί ισοδυναμούν με κήρυξη επίσημης πτώχευσης της χώρας. Και τι σημαίνει πτώχευση; Σημαίνει παράδοση άνευ όρων στους δανειστές. Αυτός είναι και ο λόγος που όσοι διεθνείς αναλυτές προτείνουν αναδιάρθρωση χρέους με «κούρεμα» μιλούν κατ’ ουσία για «συντεταγμένη πτώχευση». Τι είναι η «συντεταγμένη πτώχευση». Είναι μια πτώχευση που γίνεται όχι μονομερώς από την ίδια τη χώρα-οφειλέτη, αλλά σε συμφωνία με τους δανειστές της και υπό καθεστώς διεθνούς επιτήρησης και κηδεμονίας. 

Επομένως, όσοι προτείνουν αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» ή χωρίς ως εναλλακτική λύση απέναντι στο μνημόνιο, στην ουσία ζητούν να επιταχυνθούν οι διαδικασίες επίσημης πτώχευσης της χώρας υπό καθεστώς κατοχής και δήμευσης. Ιδίως αν αυτή συμβεί εντός της ευρωζώνης.

Μια ριζικά διαφορετική πολιτική που ξεκινά στη βάση των αληθινών συμφερόντων του λαού και της χώρας οφείλει να ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής τα στοιχειώδη: Το χρέος δεν το δημιούργησε ο λαός, ούτε χρηματοδότησε την ανάπτυξη της χώρας. Πρόκειται για προϊόν ρεμούλας, κερδοσκοπίας και λεηλασίας της χώρας. Γιατί λοιπόν θα πρέπει ο ελληνικός λαός να το αναγνωρίσει και να το πληρώσει;

Το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι ένα επαναστατικό μέτρο, αλλά ένα βαθύτατα λαϊκό και δημοκρατικό μέτρο που απαντά όχι μόνο στην αδυναμία της αποπληρωμής του σημερινού δημόσιου χρέους της χώρας, αλλά και στον χαρακτήρα αυτού του χρέους. Δηλαδή στο γεγονός ότι αποτελεί το προϊόν της οργανικής διαπλοκής ανάμεσα σε ένα διεφθαρμένο, διάτρητο, σάπιο πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης και σε διεθνείς κερδοσκόπους και τοκογλύφους.

Αυτός είναι ο λόγος που το κεντρικό ζήτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι η παύση πληρωμών και η διαπραγμάτευση ή μη, η μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, αλλά η μη αναγνώριση του χρέους και των υποχρεώσεών του από τον λαό, ως χρέος "απεχθές", ως μοχλός κατάλυσης της κυριαρχίας της χώρας και του λαού. Πρόκειται για την μόνη καθαρή, έντιμη, δημοκρατική και εθνικά συμφέρουσα απάντηση στο καθεστώς του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Hellenic NEXUS, τ. 45, Οκτώβριος 2010

Τρόϊκα: Θα ξεπουλήσουν και τα βράχια μας

Θα ξεπουλήσουν και τα βράχια

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου, ηλεκτρονικού και μη, συζητά το αν θα επιβληθεί νέο μνημόνιο ή όχι. Ο λόγος που όλοι έχουν επικεντρωθεί στο μνημόνιο είναι γιατί δεν θέλουν να συζητήσουν τις εξελίξεις που συμβαίνουν σε επίπεδο ευρωζώνης και Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτές τις ημέρες. Ο κόσμος δεν πρέπει να ξέρει σε τι βάζει την υπογραφή της η κυβέρνηση. Σε τι καθεστώς καταδικάζουν την Ελλάδα και τον λαό της ο κ. Παπανδρέου και η κυβέρνησή του προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις δικές του προσωπικές φιλοδοξίες και τα κοράκια της πολιτικής και της οικονομίας που έχει μαζέψει γύρω του.

Άλλωστε τι είπε στην εκλεκτή ομήγυρη από κερδοσκόπους επενδυτές, τραπεζίτες, γραφειοκράτες και ό,τι άλλο διαθέτει ο υπόκοσμος της διεθνούς αγοράς στο New York Economist Club (22.9): «Εν ολίγοις μετατρέψαμε την κρίση σε ευκαιρία, προκειμένου να προωθήσουμε τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, που οι προηγούμενες κυβερνήσεις ανέβαλλαν επί σειρά ετών, φοβούμενες το ενδεχόμενο πολιτικό κόστος». Τι σημαίνει αυτό; Ότι για τον πρωθυπουργό και το κόμμα του η κρίση της χώρας δεν ήταν παρά μια ευκαιρία να ξεγελάσει τον κόσμο και να επιβάλει πολιτικές που καθυστερούσαν λόγω κοινωνικής αντίδρασης.

Με άλλα λόγια, ο κ. πρωθυπουργός επαναλαμβάνει ακόμη μια φορά ότι δεν του καίγεται καρφί για την κρίση της χώρας, απλώς είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για να κάνει αυτά που δεν μπόρεσε να κάνει ο κ. Καραμανλής, παλιότερα ο κ. Σημίτης και ακόμη παλιότερα ο κ. Μητσοτάκης λόγω της κοινωνικής και πολιτικής απαξίωσης των κυβερνήσεών τους.

Να συνεχίσει δηλαδή την ίδια καταστροφική πορεία έως ότου ξεπουληθεί μέχρι κι ο τελευταίος βράχος αυτού του έρημου τόπου στους αετονύχηδες από το Κατάρ, το Άμπου Ντάμπι, τα Αραβικά Εμιράτα και όπου αλλού βρεθούν βρόμικες και ύποπτες διασυνδέσεις με διεθνή επενδυτικά κεφάλαια. Έως ότου μετατραπεί η χώρα, ή ό,τι θα έχει μείνει από τη χώρα, σε απόπατο της διεθνούς αγοράς.

Άλλωστε ο κ. Παπανδρέου είναι περαστικός από αυτήν τη χώρα. Του ανατέθηκε να φέρει εις πέρας μια συγκεκριμένη αποστολή και ήδη προετοιμάζει την έξοδό του. Αυτός είναι κι ο βασικός λόγος της πολυήμερης περιοδείας του στις ΗΠΑ. Να ενισχύσει το δικό του προσωπικό προφίλ ως διεθνούς προσωπικότητας που διεκδικεί θέση στο σύστημα της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», που υποστηρίζει τόσο σθεναρά. Με έξοδα του Έλληνα φορολογούμενου ο κ. Παπανδρέου και η κουστωδία του εξάντλησαν κάθε περιθώριο λομπισμού για να πείσουν τα κέντρα αποφάσεων στις ΗΠΑ ότι είναι ικανός και διαθέσιμος για μια κορυφαία θέση στον ΟΗΕ, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ ή την Ε.Ε.

Οι διεθνείς διπλωματικοί κύκλοι έχουν να λένε για τον ξετσίπωτο τρόπο που ο κύκλος του κ. Παπανδρέου, αλλά και ο ίδιος, προσπάθησε να πείσει ότι είναι η καλύτερη επιλογή που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν οι ΗΠΑ για τη θέση του γ.γ. του ΟΗΕ ή για κάποια άλλη αντίστοιχη. Στις συναντήσεις που είχαν με επιτελικά στελέχη της κυβέρνησης, αλλά και κέντρων που παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση της διεθνούς πολιτικής των ΗΠΑ, εκθείαζαν την «εξαίρετη δουλειά» του κ. Παπανδρέου στην Ελλάδα, αλλά και στη Σοσιαλιστική Διεθνή, που με την προεδρία του πέρασε στον απόλυτο έλεγχο της αμερικανικής πολιτικής.

 

«Business friendly»

 

Στο περιθώριο αυτής της δραστηριότητάς του ο κ. Παπανδρέου λειτούργησε ως μεσίτης και πλασιέ της χώρας που είναι πρωθυπουργός. «Η αξία της Ελλάδας δεν έχει προσμετρηθεί δεόντως, αλλά έχει υποτιμηθεί. Για τον λόγο αυτόν θεωρώ ότι η επένδυση στην Ελλάδα αποτελεί μεγάλη ευκαιρία» είπε σε συνέντευξή του στον πρόεδρο του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης (21.9).

Με άλλα λόγια, κάλεσε τους διεθνείς επενδυτές να επωφεληθούν από την πολιτική υποτίμησης που ακολουθούν η τρόικα και ο ίδιος. Φτηνά μεροκάματα, φτηνές δουλειές, φτηνά έργα, φτηνή δημόσια περιουσία, φτηνά τα πάντα, πάρε κόσμε! Αυτό ήταν το μήνυμα του πρωθυπουργού. Και γιατί επέλεξε να το εκπέμψει από το βήμα του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης; Για τρεις βασικούς λόγους:

Πρώτον: Για να δείξει ότι τόσο από την τωρινή του θέση όσο και αύριο, από την όποια θέση του αναθέσουν στο σύστημα της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», είναι και θα παραμείνει business friendly, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ένας από τους ακολούθους του σε στελέχη των αμερικανικών τραπεζών. Δηλαδή φιλικός με τις επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και έχουν κάθε λόγο να τον στηρίξουν και να τον προωθήσουν.

Δεύτερον: Επειδή απευθύνεται όχι σε σοβαρούς επενδυτές της διεθνούς αγοράς που σκέφτονται μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην παραγωγή, αλλά σε επενδυτές – λαμόγια που έχουν κύριο στόχο το βραχυπρόθεσμο κέρδος μέσα από το χρηματιστήριο. Πρόκειται για επενδυτικά κεφάλαια που δεν επενδύουν με σκοπό την ανάπτυξη μιας αγοράς, αλλά κερδοσκοπούν με ιδιωτικοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων κρατών, με έτοιμες στημένες επιχειρήσεις, με ακίνητα και γη.

Στόχος τους είναι να προσθέσουν πολύ γρήγορα στη χρηματιστική αξία της όλης επένδυσης έτσι ώστε να μπορέσουν να κερδίσουν από τη μεταπώλησή της αφήνοντας πίσω ερείπια. Τέτοιο επενδυτικό κεφάλαιο είναι και του Κατάρ, το οποίο, εκτός όλων των άλλων, αποτελεί καταφύγιο και για το διεθνές πολιτικό χρήμα. Όπως άλλωστε και τα άλλα αραβικά επενδυτικά κεφάλαια. Γι’ αυτό και οι δικοί μας πολιτικοί, ιδίως της σημερινής κυβέρνησης, έλκονται τόσο πολύ από τη χερσόνησο της Αραβίας.

Τρίτον: Για να πείσει τις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, ειδικά τις επενδυτικές, όπως την Goldman Sachs, τη Morgan Stanley κ.ά., ότι παραμένουν κυρίαρχες στη διαμεσολάβηση του ελληνικού δημόσιου χρέους και της επαπειλούμενης αναδιάρθρωσής του σύμφωνα με τις απαιτήσεις των πιο κερδοσκοπικών κεφαλαίων διεθνώς. Κεφάλαια που συνιστούν μερικούς από τους βασικούς και πιο προσοδοφόρους πελάτες αυτών των αμερικανικών επενδυτικών τραπεζών.

Οικονομική διακυβέρνηση

Πριν μεταβεί ο κ. Παπανδρέου στις ΗΠΑ για να «κυνηγήσει το όνειρό του», πέρασε από τις Βρυξέλλες για να παρακολουθήσει την άτυπη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (16.9) προκειμένου να δώσει λευκή επιταγή στην Κομισιόν και στην ΕΚΤ για να μετατρέψουν την ευρωζώνη, αλλά και ευρύτερα την Ε.Ε., σε γκέτο, σε γερμανογαλλικό Νταχάου, έτσι ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση του ευρώ. Να οικοδομηθεί δηλαδή αυτό που χαριτωμένα ονομάζεται «ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση».

Ποιο είναι το βασικό νόημα αυτής της «ευρωπαϊκής διακυβέρνησης»; Μας το ξεκαθάρισε ο Μπαρόζο: «Μέχρι τώρα, η αγορά μας ήταν αλληλεξαρτώμενη, αλλά η επίβλεψη ήταν καθαρά εθνική. Από το 2011 και μετά η Ευρώπη θα είναι η πρώτη περιοχή στον κόσμο που θα έχει εγκαταστήσει έναν εκπληκτικό μηχανισμό εποπτείας σύμφωνο με τις προκλήσεις του μέλλοντος» (23.9, Council on Foreign Relations).

Τι προβλέπει αυτός ο «εκπληκτικός μηχανισμός εποπτείας»; Καταργεί το δικαίωμα της αυτοτελούς σύνταξης του προϋπολογισμού σε κάθε κράτος – μέλος. Για να συνταχθεί ο προϋπολογισμός μιας κυβέρνησης και να προωθηθεί στο εθνικό Κοινοβούλιο, θα πρέπει πρώτα να περάσει ένα εξάμηνο συνεννοήσεων και προσαρμογών στις υποδείξεις και εντολές των οργάνων της Ένωσης.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Σημαίνει ότι για το τι μισθό ή σύνταξη θα πάρει ο Έλληνας πολίτης, τι έργα είναι σκόπιμο να γίνουν στην ελληνική περιφέρεια, τι δαπάνες πρέπει να καλύψουν τις κοινωνικές ανάγκες Υγείας, Παιδείας, τι φόροι και ποιους θα βαρύνουν κ.ο.κ., θα αποφασίζουν κάποιοι γραφειοκράτες στις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη με την πολύ γνωστή κοινωνική ευαισθησία που τους διακρίνει.

Τι θα γίνει όμως αν ένα κράτος δεν συμμορφωθεί με τις άνωθεν εντολές; Τι θα γίνει αν ένα εθνικό Κοινοβούλιο απορρίψει τον εγκεκριμένο άνωθεν προϋπολογισμό και απαιτήσει νέο προϋπολογισμό με βάση τις εθνικές ανάγκες; Τότε αρχίζουν οι κυρώσεις. Στις 23.9 ο αρμόδιος επίτροπος Όλι Ρεν παρουσίασε τις τελευταίες προτάσεις του για τις κυρώσεις, που περιλαμβάνουν ένα πρόστιμο ίσο με το 0,2% του ΑΕΠ, με τη μορφή της άμεσης καταβολής, που υποτίθεται ότι θα επιστραφεί άμα το κράτος συμμορφωθεί.

Μόνο η άρνηση ενός κράτους – κυβέρνησης ή εθνικού Κοινοβουλίου, τους είναι αδιάφορο – να υπακούσει στις υποδείξεις των οργάνων της Ένωσης μπορεί να επισύρει πρόστιμο ίσο με το 0,1% του ΑΕΠ, που πρέπει να καταβληθεί αμέσως.

Φυσικά οι κυρώσεις δεν σταματούν στα πρόστιμα. Θα υπάρχει και μια σειρά θεσμικών κυρώσεων, που αφορούν τη θέση του κράτους στην Ένωση, τις χρηματοδοτήσεις προς αυτό κ.λπ., οι οποίες συζητιούνται και αποφασίζονται πίσω από κλειστές πόρτες. Όλες οι κυρώσεις αυτές, πρόστιμα και θεσμικού χαρακτήρα, θα είναι αυτόματες, δηλαδή χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους («Financial Times Deutschland», 24.9).

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πρακτικά ότι καταργείται κάθε έννοια εσωτερικής έννομης τάξης για το κράτος – μέλος της Ένωσης. Οι λαοί τίθενται επισήμως υπό κηδεμονία από μια υπερκρατική, υπερεθνική εξουσία, που δεν έχει καμιά βάση νομιμοποίησης, αλλά και δεν λογοδοτεί πουθενά και σε κανέναν.

 

Ο… Ευρωπαίος Γκέμπελς

 

Από 1.1.2011, όταν επισήμως αναμένεται να ισχύσει το νέο καθεστώς, είτε εκλέγονται κυβερνήσεις και Κοινοβούλια είτε διορίζονται απευθείας από τα όργανα της Ένωσης, θα είναι το ίδιο και το αυτό. Δεν θα έχει καμιά διαφορά επί της ουσίας. Κι αν νομίζατε ότι ήταν πολύ δύσκολο μέχρι σήμερα να στείλετε με την ψήφο σας ή με την αντίδρασή σας κάποιο μήνυμα στην εξουσία, τώρα γίνεται αδύνατο.

Κι όλα αυτά προς τι; Μα για να προστατευθούν το ευρώ και οι τράπεζες. Από 1.1.2011 και στο διηνεκές, όποια χώρα τολμήσει να παραβεί τις άνωθεν υποδείξεις ή βρεθεί με υπερβολικό έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό, στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών, στο ύψος του δημόσιου χρέους, κ.λπ., θα αντιμετωπίζει ένα μπαράζ εξοντωτικών κυρώσεων προκειμένου, υποτίθεται, να ξαναμπεί στον ίσιο δρόμο.

Η όλη φιλοσοφία αυτής της «οικονομικής διακυβέρνησης» μας γυρίζει άμεσα και πρακτικά πίσω στον μεσαίωνα. Όχι μόνο οι κρίσεις αποδίδονται ως αμαρτήματα, ως παραστρατήματα από τον ίσιο δρόμο, από την ορθή πίστη, σύμφωνα με τον φονταμενταλισμό των κυρίαρχων κύκλων της Ένωσης – κατά το πρότυπο του καθολικισμού και του παπισμού στον μεσαίωνα –, αλλά ποινικοποιούνται επιλογές και πράξεις ολόκληρων κρατών και λαών, χωρίς καν το δικαίωμα της προσφυγής.

Η εξέλιξη αυτή είναι τόσο απόκοσμη και τρομακτική ώστε σπρώχνει τον παλιό οικονομικό φιλελευθερισμό σε μια νέου τύπου ολοκληρωτική λογική, που παλιά χαρακτήριζε μόνο τον φασισμό.

Η λογική που θέλει να διορθώσει τις ατέλειες ή τα λάθη της αγοράς με κανόνες και κυρώσεις, αποτελεί μια ιδιότυπη νέα εκδοχή του παλιού οικονομικού δόγματος του χιτλερισμού για την «ένωση της Ευρώπης». Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Γκέμπελς το 1940 είχε πει ότι μια Ευρώπη μπορεί να ενωθεί μόνο όταν η κυρίαρχη δύναμη θα καθορίζει τη στρατιωτική, οικονομική, νομισματική και εξωτερική πολιτική:

«Σ’ αυτούς τους τέσσερις τομείς η κυρίαρχη δύναμη πρέπει να φέρει το βάρος της κύριας ευθύνης για ολόκληρη την Ευρώπη. Τα μικρότερα κράτη πρέπει να τεθούν υπό την κηδεμονία των ηγετικών δυνάμεων, ειδικότερα σ’ αυτές τις τέσσερεις σφαίρες της πολιτικής ζωής, τόσο για το καλό το δικό τους, όσο και για το καλό της Ευρώπης ως σύνολο» («World Survey», November, 1941, σελ. 18-19).

Σήμερα συμβαίνει αυτό ακριβώς που απέτυχε να επιβάλει η χιτλερική Γερμανία. Με μια μόνο διαφορά. Αυτήν τη φορά επιχειρείται να οικοδομηθεί στο επίπεδο ολόκληρης της Ευρώπης, όχι με τις ορδές της Βέρμαχτ και των Ες-Ες, αλλά με την επέλαση των γραφειοκρατών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΚΤ. Οι μεγάλες τράπεζες και οι αγορές είναι σήμερα η «κυρίαρχη δύναμη», για την οποία μιλούσε παλιά ο Γκέμπελς.

 

Μνημόνιο επ’ άπειρον

 

Αν ισχύσει αυτό το καθεστώς από 1.1.2011, τότε τι ανάγκη έχει η τρόικα το μνημόνιο για την Ελλάδα; Τι θα εμποδίσει την επιβολή της πολιτικής του μνημονίου εσαεί, για πάντα, στο διηνεκές, δίχως καμία επίσημη λήξη, από τη στιγμή που η χώρα θα υποταχθεί στο νέο καθεστώς επιτήρησης και κηδεμονίας;

Τίποτε απολύτως. Γι’ αυτό και το έχουμε ξαναπεί: μην εκπλαγείτε αν δείτε τον κ. Παπανδρέου, την κυβέρνησή του, αλλά και την τρόικα να αποκηρύσσουν το μνημόνιο. Άλλωστε η ίδια η ύπαρξη του μνημονίου ήταν εξαρχής ένα προσωρινό, μεταβατικό μέτρο, μέχρις ότου η Ε.Ε. και τα όργανά της βρουν τον τρόπο και τον μηχανισμό για τη μόνιμη διαχείριση τέτοιων κρίσεων. Ο μηχανισμός αυτός ήδη τίθεται σε κίνηση και είναι πολύ πιθανό σύντομα να κάνει την επιβολή του μνημονίου περιττή.

Αυτό θα τους απαλλάξει κι από ένα σοβαρό βάσανο. Το μνημόνιο ήταν και παραμένει μια εντελώς αυθαίρετη κατάργηση της εσωτερικής έννομης τάξης της χώρας, όπως αυτή προκύπτει από το Σύνταγμά της και τους νόμους της. Αυτό δίνει τη δυνατότητα να προσβληθεί η νομιμότητά του σε όλα τα επίπεδα. Όμως η μετάβαση στο νέο καθεστώς εποπτείας, ελέγχου και κηδεμονίας που προωθείται, ανάγει το όλο ζήτημα στη σχέση της χώρας μας με την ευρωζώνη και την Ε.Ε., υπέρ της οποίας συνταγματικά έχουμε εκχωρήσει εθνική κυριαρχία. Κι έτσι μια αυθαίρετη, αντισυνταγματική και παράνομη συμφωνία μνημονίου μετατρέπεται σε υποχρεωτικό καθεστώς για τη χώρα μέσα από την ευρωζώνη και την Ε.Ε.

Γι’ αυτό και οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης επιμένουν να επεκτείνουν το καθεστώς αυτό και έξω από τα όρια της ευρωζώνης. Να αγκαλιάσει δηλαδή το σύνολο των χωρών της Ε.Ε. Γιατί; Μα για να μπορούν με ελεγχόμενο τρόπο να πτωχεύουν μια χώρα, να τη θέτουν υπό αυστηρή επιτήρηση και κηδεμονία εκτός ευρώ, αλλά εντός Ε.Ε., και με τη βοήθεια του ΔΝΤ να την υποτιμούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργηθεί μια νέα ισορροπία με το κοινό νόμισμα για να μπορεί να επανέλθει στην ευρωζώνη.

Αυτόν τον μηχανισμό αναλύει ο Ζαν Πισανί-Φερί, πρώην σύμβουλος του Μιτεράν και επικεφαλής ενός από τα πιο κοντινά στην Κομισιόν ιδρύματα, το Bruegel, τον οποίο ονομάζει «ευρωπαϊκό μηχανισμό αναδιάρθρωσης χρέους» (Esharp, July-August, 2010), πράγμα που επιβεβαιώνει και η «Wall Street Journal» (24.9) σε ένα εκτενές ρεπορτάζ για το παρασκήνιο της δημιουργίας των «μηχανισμών στήριξης» στην ευρωζώνη.

Με τη σειρά του ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ και σύμβουλος του προέδρου των ΗΠΑ Σάιμον Τζόνσον προτείνει αναδιάρθρωση του χρέους με ευρωομόλογα τύπου Brady (Project Syndicate, 15.9). Σαν εκείνα δηλαδή που χρησιμοποιήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 για να αναδιαρθρώσουν το χρέος της Λατινικής Αμερικής και οδήγησαν ύστερα από μια κόλαση ολόκληρης δεκαετίας στις χρεοκοπίες της Αργεντινής και άλλων κρατών της περιοχής.

 

 

* Ο Δημήτρη Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 30-09-10), http://www.topontiki.gr/article/10076

 

Η κίτρινη γάγγραινα στις παρυφές της Ευρώπης

Η ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΕΠΙΔΗΜΙΑ:

 

Η κίτρινη γάγγραινα στις παρυφές της Ευρώπης, η Cosco, η ασιατική ανάπτυξη, οι ύπουλες κινήσεις του Καρτέλ, τα διλήμματα της Ελλάδας, η αντίσταση των Πολιτών της, η άρνηση χρέους και η «Καλλικράτεια» λύση

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*

 


 

Κατ’ αρχήν επιθυμούμε να διευκρινίσουμε, έτσι ώστε να γίνει απόλυτα κατανοητή η θέση μας σε σχέση με όλα τα κείμενα μας ότι, αναφερόμενοι στην έκφραση «πατριωτισμός», δεν εννοούμε φυσικά την «ολοκληρωτική» εκείνη στάση, η οποία θέτει ένα έθνος υπεράνω της Ανθρωπότητας – πόσο μάλλον υπεράνω των βασικών αρχών της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης (όπως συνέβαινε, για παράδειγμα, στην κάποτε ναζιστική Γερμανία).

Μακριά από το «εθνικιστικό» αυτό «σύμπλεγμα», λέγοντας πατριωτισμός εννοούμε το φλογερό, μη φυλετικό, μη ρατσιστικό καλύτερα ενδιαφέρον που έχει κανείς για τη χώρα του, το οποίο έχει σχέση τόσο με την πνευματική, όσο και με την υλική ευημερία του έθνους του – σε καμία περίπτωση με την κυριαρχία του επάνω σε άλλα έθνη, κατά τα αρνητικά «πρότυπα» των ολοκληρωτικών «καθεστώτων» (φασισμός, απολυταρχικός καπιταλισμός κλπ). Αυτόν τον αυτονόητο «πατριωτισμό» θα επιθυμούσαμε να έχουν όλοι οι πολιτικοί μας, όταν «διαπραγματεύονται» το μέλλον των Πολιτών της χώρας τους.         

 Περαιτέρω, θεωρούμε σκόπιμο τον «εμπλουτισμό» της εισαγωγής μας με ένα χαρακτηριστικό κείμενο, μέρος ενός βιβλίου/ντοκουμέντου, το οποίο γράφτηκε πρόσφατα από τον R.Saviano – μεταξύ άλλων, αναφορικά με την «μυστική» εισβολή της Κίνας στην Ιταλία και από εκεί σε ολόκληρη την ΕΕ. Ουσιαστικά βέβαια δεν πρόκειται για μία απλή επεκτατική κίνηση της μεγάλης αυτής χώρας, αλλά για μία «επιδημική μόλυνση» τεραστίων διαστάσεων – ένα είδος «θανατηφόρου βιοχημικού ιού», με το οποίο «εμβολίασε» το Καρτέλ την ΕΕ. Πιθανολογούμε ότι, οι στόχοι του φονικού αυτού ιού, είναι

 (α)  η «παράλυση» των απασχολουμένων – δηλαδή, ο συνεχής περιορισμός των μισθών, γενικά των εισοδημάτων των μη προνομιούχων κοινωνικών τάξεων, χωρίς απεργιακές κινητοποιήσεις, συνδικαλιστικές διεκδικήσεις κλπ,

 (β)  η εξαθλίωση, η «κατάργηση» καλύτερα της μεσαίας τάξης, η οποία διατηρεί συνήθως την κοινωνική συνοχή (όπως συνέβη στις Ασιατικές τίγρεις, στη Βραζιλία κλπ)

 (γ)  η δημιουργία συνθηκών ανελέητου ανταγωνισμού χωρίς όρια – μεταξύ των εργαζομένων, αλλά και των επιχειρήσεων, οι οποίες παράγουν εμπορεύματα για τις πολυεθνικές (φασόν), καθώς επίσης

 (δ)  η δια της βίας επιβολή των δέκα εντολών του νεοφιλελευθερισμού, με τη βοήθεια των συνδίκων του διαβόλου.    

 

Η ΚΙΤΡΙΝΗ ΓΑΓΓΡΑΙΝΑ

 

Στο λιμάνι της Νάπολης δραστηριοποιείται η σημαντικότερη ναυτιλιακή εταιρεία της Κίνας, η COSCO, η οποία κατέχει τον τρίτο μεγαλύτερο στόλο στον κόσμο” γράφει ο R.Saviano. “Έχει αναλάβει τη διαχείριση του μεγαλυτέρου τερματικού σταθμού κοντέινερ, σε κοινοπραξία με την MSC – η οποία κατέχει το δεύτερο μεγαλύτερο στόλο στον κόσμο και εδρεύει στη Γενεύη” συνεχίζει ο Ιταλός. “Ελβετοί και Κινέζοι ενώθηκαν σε κοινοπραξία και αποφάσισαν να επενδύσουν στη Νάπολη το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων τους……Θα έπρεπε να διευρύνουμε υπερβολικά τη φαντασία μας, για να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε πως είναι δυνατόν το εύρος της κινεζικής παραγωγής να αποτίθεται στο κατώφλι του ναπολιτάνικου λιμανιού.

Τα προϊόντα έχουν πολλές υπηκοότητες – υβριδικές και νόθες. Τα μισά γεννιούνται στην κεντρική Κίνα, αργότερα ολοκληρώνονται σε κάποια σλαβική περιφέρεια, τελειοποιούνται στη βορειοανατολική Ιταλία και συσκευάζονται στα Τίρανα, για να καταλήξουν σε κάποια εμπορική αποθήκη της Ευρώπης……..Σήμερα στη Νάπολη εκφορτώνονται εμπορεύματα, τα οποία προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την Κίνα – 1.600.000 τόνοι είναι αυτά που καταγράφονται. Τουλάχιστον άλλο 1.000.000 τόνοι περνούν από το λιμάνι χωρίς να αφήσουν ίχνος. Σύμφωνα με την υπηρεσία τελωνείων, μόνο στο λιμάνι της Νάπολης το 60% ων εμπορευμάτων διαφεύγει τον έλεγχο του τελωνείου – το 20% των δελτίων αποστολής δεν ελέγχεται, ενώ διενεργούνται περίπου 50.000 παραποιήσεις εγγράφων.

Τα κοντέινερ, τα οποία πρέπει να εξαφανιστούν προτού ελεγχθούν, ευρίσκονται στις πρώτες σειρές. Κάθε κοντέινερ είναι κανονικά αριθμημένο – υπάρχουν όμως πολλά με την ίδια ακριβώς αρίθμηση. Έτσι, ένα ελεγμένο κοντέινερ «βαφτίζει» αυτόματα όλα τα ομώνυμα του, αυτά δηλαδή που έχουν το ίδιο νούμερο, σε παράνομα, τα οποία πρέπει να εξαφανιστούν…..Με αυτόν τον τρόπο, ένα μεγάλο μέρος των κινεζικών εμπορευμάτων κυκλοφορεί αφορολόγητο. Οι χονδρέμποροι τα αποκτούν, χωρίς να πληρώσουν δασμούς και εφορία…..Οι τιμές πρέπει να πέσουν, όλα πρέπει να κινηθούν γρήγορα, κρυφά. Οι τιμές πρέπει να «συρρικνωθούν», μέχρι να φτάσουν σε αυτές που ζητάει η αγορά. Αναπάντεχο οξυγόνο για τους Ιταλούς και Ευρωπαίους εμπόρους”.

Δηλητηριώδες μονοξείδιο για τους ντόπιους «Βιοτέχνες», συμπληρώνουμε εμείς, οι οποίοι είναι αδύνατον να ανταγωνιστούν τα «λαθραία» κινέζικα προϊόντα, χωρίς την προστασία των δασμών και των φόρων – τους οποίους καλούνται οι ίδιοι να πληρώσουν (για να παραμείνει υγιές το κράτος τους), τόσο για τον εαυτό τους, όσο και για τους Κινέζους λαθρέμπορους. Έτσι, συντελείται η αποβιομηχανοποίηση της Ευρώπης και η εξάρτηση της, τουλάχιστον σε πολλά καταναλωτικά είδη, από την Κίνα – μία ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της ΕΕ, έξυπνα τοποθετημένη από τις πολυεθνικές, τον κυρίαρχο του σύμπαντος.

Οι αυτονόητοι «συνειρμοί» μας, σε σχέση με την μακροπρόθεσμη ενοικίαση του λιμανιού του Πειραιά, καθώς επίσης με το που οδηγείται η Ευρώπη, θεωρούμε ότι είναι απόλυτα αιτιολογημένοι. Πόσο μάλλον όταν διαβάζουμε ένα επόμενο μέρος του βιβλίου, αναφορικά με τις νέες συνθήκες ανελέητου ανταγωνισμού, με τη χολέρα καλύτερα, με την οποία «μόλυναν» οι Κινέζοι την Ιταλία:     

Ο Σιάν (κινέζος στη Νάπολη) έπρεπε να λάβει μέρος σε έναν πλειστηριασμό – σε έναν διαγωνισμό δηλαδή για την ανάληψη της παραγωγής ενδυμάτων, για λογαριασμό (φασόν) μίας πολυεθνικής. Στην αίθουσα περίμεναν γύρω στα 20 άτομα, τα οποία εκπροσωπούσαν τις εταιρείες τους…..Κάποιος τράβηξε τρείς κάθετες γραμμές στον πίνακα που βρισκόταν στην αίθουσα του πλειστηριασμού. Άρχισε να γράφει όσα του υπαγόρευε η γυναίκα, η οποία διεύθυνε τη διαδικασία.

800 – ήταν ο αριθμός των ενδυμάτων που έπρεπε να παραχθούν. «40 Ευρώ το κομμάτι», πρότεινε ένας επιχειρηματίας. Η πρόταση που γράφτηκε ήταν 800-40-2 και εννοούσε 800 ενδύματα προς 40 € το ένα, έτοιμα μέσα σε δύο μήνες…..Τελικά έγινε αποδεκτή η τελευταία πρόταση ενός επιχειρηματία-φασονίστα, η οποία ήταν 800-20-25. Δηλαδή, 20 € το κομμάτι, έτοιμα μέσα σε 25 ημέρες.

Όταν το έμαθαν οι ιταλίδες εργάτριες του επιχειρηματία που κέρδισε το διαγωνισμό, ανέβηκαν για να πιούν ένα ποτήρι κρασί και να το γιορτάσουν. Στο εξής βέβαια τα ωράρια τους θα ήταν πολύ σκληρά: Από τις 6 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, με διάλειμμα μίας ώρας για φαγητό, χωρίς αμοιβή για τις υπερωρίες. Έτσι μόνο μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους κινέζους «συναδέλφους» τους……Βέβαια, οι πολυεθνικές πληρώνουν μόνο αφού ολοκληρωθεί η εργασία που αναθέτουν με διαγωνισμό – για την ακρίβεια, μόνο αφού εγκριθεί η εργασία. Οι μισθοί, το κόστος παραγωγής, ακόμη και η αποστολή των έτοιμων εμπορευμάτων, προκαταβάλλονται από τους παραγωγούς, οι οποίοι συνήθως δανείζονται από τους τοκογλύφους της τοπικής μαφίας”.     

 

Αυτό είναι λοιπόν ουσιαστικά το άνοιγμα των επαγγελμάτων και η απελευθέρωση των αγορών, όσον αφορά τους απασχολουμένους – επιχειρηματίες και απλούς εργαζομένους. Αυτή είναι η άναρχη παγκοσμιοποίηση, η οποία αργά ή γρήγορα θα εκβάλλει στον ολοκληρωτισμό – αφού αποκρατικοποιηθεί εντελώς η εξουσία και ξυπνήσει το φασιστικό θηρίο. Βέβαια, για να ολοκληρωθεί η εικόνα των καταστροφικών παρενεργειών, τις οποίες προκαλεί σκόπιμα ο κινεζικός ιός, η σύγχρονη πανώλη καλύτερα, είναι απαραίτητη η προσθήκη ενός τρίτου μέρους του βιβλίου:

Η οδός Μπακού στη Νάπολη είναι ένα ατελείωτο «πηγαινέλα» εμπόρων ναρκωτικών. Οι πελάτες έρχονται, πληρώνουν, παίρνουν και φεύγουν. Μερικές φορές σχηματίζονται ακόμη και ουρές αυτοκινήτων, πίσω από τους εμπόρους. Κυρίως τα Σαββατόβραδα. Και τότε μεταφέρονται από άλλες πιάτσες καινούργια βαποράκια στην περιοχή. …Κάθε φορά που συλλαμβάνονται βαποράκια, καλούνται άλλοι για να τους αντικαταστήσουν – τοξικομανείς ή συνήθεις χρήστες της περιοχής, οι οποίοι διατίθενται να εργασθούν σαν βαποράκια σε περίπτωση ανάγκης. Το εμπόριο πρέπει να συνεχίζεται χωρίς διακοπή”.

Οι γονείς των παιδιών αυτών, Ιταλοί και μετανάστες, «στοιβαγμένοι» από το πρωί ως τη νύχτα σε κάποιο σκοτεινό υπόγειο, παράγουν ανταγωνιστικά, φθηνά δηλαδή, τα προϊόντα για τις πολυεθνικές. Προφανώς δεν έχουν καθόλου χρόνο για να ασχοληθούν με τα παιδιά τους. Τι θα συμβεί άραγε με τα παιδιά των παιδιών τους, όταν τα ίδια θα αναγκασθούν κάποτε να δουλέψουν κάτω από ακόμη πιο «νεοφιλελεύθερες» συνθήκες άκρατου ανταγωνισμού, βιώνοντας μία ακόμη πιο εξαθλιωμένη ζωή;

Για να τα καταφέρουν, θα χρειαστούν σίγουρα τη βοήθεια των παραισθησιογόνων – όπως οι συμπολίτες τους στην Κίνα, στην Αφρική και όπου αλλού «λυμαίνονται» οι πολυεθνικές βδέλλες. Στην ουσία λοιπόν, εκτός των άλλων,  επιβεβαιώνεται μέσα από τη «δυναμική» του μονοπωλιακού καπιταλισμού η αρχή του Lavoisier, σύμφωνα με την οποία «Τίποτα δεν δημιουργείται, τίποτα δεν καταστρέφεται, αλλά τα πάντα μεταμορφώνονται». Η διαστρέβλωση της αλήθειας, την οποία μας «σερβίρουν» ορισμένοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι, κάποιοι «πιγκουίνοι» καλύτερα και κάποια «βατράχια», είναι επίσης μία μεταμόρφωση – καμία καταστροφή και καμία δημιουργία.

 

Η ΑΣΙΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

 

Με βάση τα παραπάνω, αλλά και πολλά άλλα που έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, από τη μία πλευρά βρισκόμαστε στο μάτι του κυκλώνα, στο επίκεντρο δηλαδή της αμερικανοευρωπαϊκής διαμάχης, ενώ από την άλλη σε εμπόλεμη κατάσταση με την Κίνα – η οποία δρομολογείται έντεχνα από το Καρτέλ, με τη βοήθεια της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης. Η επέκταση της μεγάλης αυτής χώρας, η οποία διακρίνεται από ένα εξαιρετικά επικίνδυνο «καθεστώς», τον απολυταρχικό καπιταλισμό, είναι αφενός μεν ραγδαία, αφετέρου ανελέητη – προφανώς εις βάρος όλων των Πολιτών της δύσης.

Ειδικότερα, εκτός του ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας της είναι σε σταθερή βάση άνω του 10%, η ποσότητα χρήματος στην αγορά της έχει σχεδόν τριπλασιαστεί, σε σχέση με το 2003. Ενώ η ποσότητα χρήματος στην Ιαπωνία αυξάνεται με ρυθμό 0,7% ετήσια, η αντίστοιχη αύξηση στην Κίνα, στην Ινδία, στην Ινδονησία ή στη Μαλαισία καταγράφεται μεταξύ 13% και 17% ετησίως. Το έτος 2009, η αύξηση της κατά κεφαλήν ποσότητας χρήματος στην Κίνα ήταν 30%. Φυσικά, με 2.500 € μέσον όρο κατά κεφαλή, το μέγεθος είναι ακόμη μικρό, σε σχέση με τις ανεπτυγμένες χώρες, όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι που ακολουθεί:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Οι πλουσιότερες χώρες του κόσμου το 2009

 

Κατάταξη

Χώρα

Ποσότητα χρήματος*

Παγκ. ποσοστό

Κατάταξη**

 

 

 

 

 

1

Ελβετία

164.000

1,5%

 

2

Η.Π.Α.

101.000

39,0%

1

3

Δανία

96.000

 

 

4

Ολλανδία

92.000

 

 

5

Ιαπωνία

92.000

14,0%

2

6

Σιγκαπούρη

66.000

 

 

7

Γερμανία

57.000

5,7%

3

 ./.

Κίνα

2.500

4,1%

7

* Κατά κεφαλήν σε ευρώ

** Η παγκόσμια κατάταξη, ανάλογα με τη συνολική ποσότητα χρήματος που υπάρχει σε κάθε χώρα

Πηγή: MM     Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως είναι γνωστό, ως «ποσότητα χρήματος» ενός κράτους, ορίζεται το σύνολο των «μέσων πληρωμής» (χρηματικά αποθέματα), συν τις απαιτήσεις, μείον τις υποχρεώσεις. Στην αρχή της δεκαετίας, η χρηματική περιουσία των πλούσιων χωρών, ήταν 135 φορές μεγαλύτερη, από αυτή των φτωχών κρατών του πλανήτη. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ο δείκτης αυτός (135) έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά, περιοριζόμενος στο 45. Η Κίνα, αφενός μεν έχει ξεπεράσει τη Γερμανία στις εξαγωγές, κατακτώντας την πρώτη θέση παγκοσμίως, αφετέρου δε, κατέχοντας πλέον το 4,1% της παγκόσμιας χρηματικής περιουσίας, δεν βρίσκεται μακριά από τη Γερμανία (5,7%).

Όσον αφορά τώρα την Ιαπωνία, η οποία μόλις το 2003 κατείχε περισσότερα από τα 75% της ασιατικής τοπικής ποσότητας χρήματος, μέσα σε λίγα μόνο χρόνια έχει περιορισθεί στο 60%. Αντίθετα, η Κίνα έχει αυξήσει ραγδαία το μερίδιο της, διπλασιάζοντας το στο 20% συνολικά. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί είναι αρκετά αποκαλυπτικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Μερίδια στην τοπική χρηματική περιουσία, μεταξύ των ετών 2003 και 2009

 

Χώρες

Χρηματικό μερίδιο 2003

Χρηματικό μερίδιο 2009

 

 

 

Ιαπωνία

75,9%

60,9%

Κίνα

8,2%

18,3%

Ταιβάν

6,1%

6,4%

Ν. Κορέα

4,9%

6,5%

Ινδία

1,7%

3,5%

Σιγκαπούρη

1,3%

1,7%

Μαλαισία

0,9%

1,4%

Ταϊλάνδη

0,6%

0,6%

Ινδονησία

0,4%

6,7%

Πηγή: MM

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από το μερίδιο των παραπάνω κρατών, στην τοπική «ποσότητα χρήματος», οι «ανακατατάξεις» στην περιοχή αυτή του πλανήτη είναι τεράστιες – με τις περισσότερες χώρες (εκτός Ταϊλάνδης) να αναπτύσσονται, εις βάρος της Ιαπωνίας. Εν τούτοις πιθανολογείται ότι, η αύξηση στις ποσότητες χρήματος των γειτονικών χωρών του «Ιάπωνα-ασθενή», ο οποίος πάσχει από «χρόνιο» αποπληθωρισμό, θα αποβεί μακροπρόθεσμα προς όφελος του – αφού θα καλυτερεύσουν οι προϋποθέσεις ανάπτυξης του ΑΕΠ, μέσω της αύξησης των ιαπωνικών εξαγωγών σε αυτές τις χώρες.

Βέβαια, καμία άλλη χώρα δεν έχει τόσο μεγάλες «κατά κεφαλήν» αποταμιεύσεις, όσο η Ιαπωνία – οι πολίτες της οποίας έχουν συνολικές καταθέσεις ύψους 13,2 τρις €. Παρ’ όλα αυτά, η Ιαπωνία είναι το δεύτερο πλέον υπερχρεωμένο κράτος του πλανήτη, μετά από τη Ζιμπάμπουε – με δημόσιο χρέος 8,2 τρις € ή περίπου το 200% του ΑΕΠ, το οποίο όμως καλύπτεται κατά 90% από εσωτερικό δανεισμό. Εκτός αυτού, είναι αντιμέτωπη από πολλά χρόνια τώρα με μία διαρκή ύφεση η οποία, σε συνδυασμό με τη «υπεργήρανση» του πληθυσμού της, είναι πολύ δύσκολο να καταπολεμηθεί

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση της «κατηγορείται» για «συλλογική ανευθυνότητα», επειδή η χώρα έχει τεράστια διαρθρωτικά προβλήματα. Δηλαδή, όσον αφορά όλα εκείνα τα «προϊόντα», τα οποία δεν εξάγονται, η Ιαπωνία απέχει αιώνες από τα «στάνταρτ» των ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών. Αυτό αφορά κυρίως τους κλάδους της υγείας, των μεταφορών, της ενέργειας και του λιανικού εμπορίου.   

Ολοκληρώνοντας, στην Ασία κατοικεί το 45% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ διατηρείται το 25% της συνολικής ποσότητας χρήματος – με αυξητική τάση. Τέλος, η μέση κατά κεφαλή ποσότητα χρήματος στην Κίνα είναι για παράδειγμα 25 φορές χαμηλότερη από αυτήν της Σιγκαπούρης και 10 φορές από την Ν. Κορέα – αν και ο ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας είναι αρκετά υψηλός (περισσότερα για την ασιατική περιοχή ελευθέρου εμπορίου, την τρίτη ζώνη υπό την «αιγίδα» της Κίνας, στο άρθρο μας «Εκτός ελέγχου»).    

 

ΤΟ ΚΑΡΤΕΛ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ

 

Όπως έχουμε αναφέρει σε διάφορα κείμενα μας στο παρελθόν, το «Κτήνος», το οποίο προσωρινά στεγάζεται στην πρωτεύουσα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στις Η.Π.Α. (με ορμητήριο των ανελέητων επιθέσεων του το χρηματοπιστωτικό κλάδο και τη Wall Street, η οποία μάλλον θα μετονομασθεί σε Γουάν-Street), δεν έχει πατρίδα. Έτσι, έχουμε την εντύπωση ότι σήμερα προσανατολίζεται προς την περιοχή της ασιατικής ζώνης ελευθέρου εμπορίου – με κέντρο βάρους την Κίνα (παραγωγή) και «χρηματοπιστωτικές συνιστώσες» τη Σιγκαπούρη, σε συνδυασμό με το Χονγκ Κονγκ.

Προφανώς λοιπόν έχει στο στόχαστρο του τις Η.Π.Α., τους Πολίτες της οποίας θα απομυζήσει μέχρι θανάτου – παράλληλα βέβαια και την ΕΕ, την οποία έχει ήδη μολύνει με τον κινεζικό ιό. Η «ατλαντική οικονομική συμμαχία» που συζητείται από τους πολιτικούς (στη θέση της Ευρωζώνης), στην οποία θα συμμετέχουν τόσο οι Η.Π.Α., όσο και ορισμένες χώρες της Ευρώπης (κυρίως η Γερμανία και η Μ. Βρετανία), είναι κατά την άποψη μας αρκετά δύσκολο να επιτευχθεί. Το Καρτέλ είναι κατά πολύ ισχυρότερο από την Πολιτική, ενώ διαβλέπει ήδη το μέλλον του στην ασιατική ήπειρο.

Σαν παράδειγμα των προθέσεων του Κεφαλαίου, παραθέτουμε μία ανάλυση των κινήσεων στην κινεζική αυτοκινητοβιομηχανία (πηγή: Roland Berger Strategy Consultants), με τις διάφορες εταιρείες του Καρτέλ, οι οποίες δραστηριοποιούνται εκεί:

(α)  Jianglink: Πρόκειται για μία τοπική αυτοκινητοβιομηχανία, στην οποία συμμετέχει η αμερικανική Ford με 30%. Επενδύει σε ένα νέο εργοστάσιο, το οποίο θα κατασκευάζει 300.000 αυτοκίνητα το χρόνο – τριπλασιάζοντας την παραγωγική της δυναμικότητα.       

(β)  Volkswagen: Ετοιμάζει επίσης ένα νέο εργοστάσιο (2013), το οποίο θα κατασκευάζει 300.000 αυτοκίνητα ετησίως – συνολική επένδυση 6 δις €.

(γ)  Honda: Οι γιαπωνέζοι σχεδιάζουν να αυξήσουν την παραγωγή τους κατά 36%, έως το 2012. Η παραγωγική δυναμικότητα της κοινοπρακτικής εταιρείας με την τοπική GAIG θα αυξηθεί στα 240.000 αυτοκίνητα ετησίως.

(δ)  Beiqi: Είναι μία αμιγώς κινέζικη βιομηχανία, η οποία δεν προλαβαίνει να καλύψει τη ζήτηση και σχεδιάζει νέες επενδύσεις (με χρήματα, μεγάλο μέρος των οποίων προέρχονται από τη «δύση», όπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες).

(ε)  Daimler: Οι γερμανοί επικεντρώνουν τις επενδύσεις τους στην Κίνα – επίσης με κοινοπρακτική εταιρεία (BAIC). Σήμερα παράγονται πολλά από τα εξαρτήματα των γερμανικών αυτοκινήτων στην Κίνα, ενώ κατασκευάζεται ένα εργοστάσιο για την παραγωγή μηχανών – προγραμματίζονται συνολικές επενδύσεις, μαζί με την κινέζικη συνεταίρο, ύψους 3 δις € μέχρι το 2013.

(στ) Toyota: Η γιαπωνέζικη εταιρεία ήταν μέχρι σήμερα πολύ συντηρητική, όσον αφορά τις επενδύσεις της στην Κίνα. Σήμερα όμως κατασκευάζει ένα εργοστάσιο εκεί, το οποίο θα παράγει 100.000 Corollas ετησίως.

(ζ)  Hyundai: Οι κορεάτες κατασκευάζουν ήδη το τρίτο τους εργοστάσιο στην Κίνα, επίσης για 300.000 νέα αυτοκίνητα – συνολική επένδυση 800 εκ $.

(η) BMW: Η τρίτη μεγάλη γερμανική πολυεθνική προσπαθεί να καλύψει την αυξημένη ζήτηση με ένα δεύτερο εργοστάσιο – σε συνεργασία με την κινέζικη Brilliance.

(θ) Ford: Οι αμερικανοί κατασκευάζουν το τρίτο τους εργοστάσιο, με στόχο να ανταγωνιστούν την General Motors (η οποία έχει επιβιώσει με τα χρήματα των αμερικανών φορολογουμένων, τα οποία μεταφέρει στην Κίνα!), καθώς επίσης τη Volkswagen.

(ι)  Dongfeng: Η κινέζικη βιομηχανία, σε κοινοπραξία με τη γιαπωνέζικη Nissan, θέλει να διπλασιάσει την ετήσια παραγωγή της, στα 600.000 αυτοκίνητα.

 

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Απλά και μόνο για να γίνει κατανοητή η σχέση μεταξύ παραγωγής «εθνικού πλούτου» και ανταγωνιστικότητας μίας χώρας, παραθέτουμε τον Πίνακα ΙΙΙ, τον οποίο οφείλουμε να αντιπαραθέσουμε με τον προηγούμενο Πίνακα Ι:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Οι 12 πλέον ανταγωνιστικές οικονομίες του πλανήτη

 

Χώρα

Κατάταξη 2010

Κατάταξη 2009

 

 

 

Ελβετία*

1

1

Σουηδία

2

4

Σιγκαπούρη

3

3

Η.Π.Α.**

4

2

Γερμανία

5

7

Ιαπωνία

6

8

Φιλανδία

7

6

Ολλανδία

8

10

Δανία

9

5

Καναδάς

10

9

Χονγκ Κονγκ

11

11

Μ. Βρετανία

12

13

* Τα βασικότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας είναι ο νεωτερισμός, η ευρύτερη δημιουργικότητα και η έρευνα – καθώς επίσης μία υψηλού επιπέδου επιχειρηματική κουλτούρα. Θεωρείται επί πλέον ως το μοναδικό δημοκρατικό κράτος του πλανήτη, ενώ ελάχιστοι γνωρίζουν «επώνυμα» την κυβέρνηση της, αφού στην Ελβετία λειτουργεί σωστά ο διαχωρισμός των εξουσιών – με τις τοπικές (καντόνια) αναβαθμισμένες και τη δικαστική απόλυτα ανεξάρτητη.      

** Πτώση λόγω κρίσης εμπιστοσύνης

Σημείωση: Τόσο στις σκανδιναβικές χώρες, όσο στην Ολλανδία και στον Καναδά, τα σημαντικότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα είναι στην εκπαίδευση.  

Πηγή: IMF    ΄

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ, οι σημαντικότερες (και παράλληλα υγιείς) προϋποθέσεις παραγωγής πλούτου σε μία χώρα, η οποία διαθέτει ένα ορθολογικό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων της, είναι ο νεωτερισμός, η δημιουργικότητα και η έρευνα – ανθρώπινες ικανότητες, οι οποίες «απαιτούν» ένα πραγματικά δημοκρατικό πολίτευμα για την ανάπτυξη τους. Τόσο η σωστή εκπαίδευση, όσο και η υψηλού επιπέδου επιχειρηματική κουλτούρα (επαγγελματική ηθική, έντιμη διοίκηση κλπ), πλαισιώνουν ιδανικά το δρόμο προς την επιτυχία (δυστυχώς, τόσο η εκπαίδευση, όσο και η επιχειρηματικότητα, υποφέρουν τα πάνδεινα στην Ελλάδα – με τη γνώση να θεωρείται περιττή πολυτέλεια και τα χρήματα, ανεξαρτήτως προέλευσης, να αποτελούν το σπουδαιότερο κριτήριο «κοινωνικής καταξίωσης»!).   

Αντίθετα, η νεοφιλελεύθερη εκδοχή του άκρατου ανταγωνισμού, χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς και όρια, δεν είναι ικανή να δημιουργήσει μακροπρόθεσμα «τοπικό» πλούτο – πόσο μάλλον δίκαια κατανεμημένο σε όλους τους Πολίτες μίας χώρας (όπως φαίνεται ολοκάθαρα από τη Μ. Βρετανία και τις Η.Π.Α.).        

 

ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Έχοντας περιγράψει τι ακριβώς συμβαίνει στις τρείς μεγάλες εστίες πυρκαγιάς του πλανήτη (τα τεκταινόμενα στη Ρωσία, στη Ν. Αμερική, στην Αφρική, στη Μέση Ανατολή κλπ δεν είναι λιγότερο σημαντικά, αλλά δεν ευρίσκονται ακόμη στο προσκήνιο της επικαιρότητας), καθώς επίσης πως ακριβώς συνδέεται ιδανικά η παραγωγή πλούτου με την «θεμιτή» ανταγωνιστικότητα, γυρίζουμε ξανά πίσω στην Ελλάδα – στα προβλήματα και στις ευκαιρίες που πάντοτε τα συνοδεύουν.  

Θεωρώντας ότι, το πόσο κινδυνεύουμε και από πόσες διαφορετικές πλευρές είναι πλέον εμφανές σε όλους μας, ειδικά μετά την απόβαση του ΔΝΤ στην Ευρώπη, πιστεύουμε ότι ο στόχος μας δεν πρέπει να είναι απλά η αποφυγή της χρεοκοπίας – ενδεχομένως μέσω της «σύνδεσης» μας στον ορό του ΔΝΤ, της υποταγής μας στη Γερμανία ή της θανατηφόρας μόλυνσης μας από την Κίνα, κατά το παράδειγμα της Ιταλίας. Αυτό που οφείλουμε σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, είναι να οδηγήσουμε την πατρίδα μας στο να γίνει η ωραιότερη, η πλουσιότερη και η πιο πολιτισμένη δημοκρατική χώρα του πλανήτη, Προφανώς, το μικρό μέγεθός μας δεν αποτελεί εμπόδιο – είναι μάλλον προτέρημα, κρίνοντας τουλάχιστον από τη θέση της Ελβετίας στο παγκόσμιο στερέωμα.

Εν πρώτοις λοιπόν οφείλουμε να επιλύσουμε ριζικά το θέμα της υπερχρέωσης μας – δευτερευόντως το έλλειμμα, το οποίο είναι κατά πολύ ευκολότερο να διορθωθεί. Στο τέλος όμως, πρέπει να καταπολεμήσουμε με επιτυχία το πολιτικό, το πολιτιστικό και το κοινωνικό μας πρόβλημα, εάν θέλουμε να έχουμε πραγματική συνέχεια σαν ανεξάρτητο Έθνος.

Στα πλαίσια αυτά, ο Πίνακας IV που ακολουθεί είναι απαραίτητος, αφού προέχει η συγκεκριμενοποίηση του οικονομικού προβλήματος, για το οποίο αναζητούνται λύσεις:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ IV: Ομόλογα του δημοσίου χρέους της περιόδου 2005-2010 (στα 300 δις € χρέος – περίπου ποσοστά και ποσά)

 

Ιδιοκτήτες

Ποσοστό*

Ποσόν

 

 

 

Επενδυτικές τράπεζες**

43%

129 δις €

Διαχειριστές Κεφαλαίων

22%

66 δις €

Ασφαλιστικά ταμεία και εταιρείες

15%

45 δις €

Διαχειριστές ενεργητικού

8%

24 δις €

Κεντρικές τράπεζες

5%

15 δις €

Hedge funds

4%

12 δις €

Λοιποί επενδυτές

3%

9 δις €

 

 

 

Σύνολα

100%

300 δις €

*Πηγή: ΟΔΔΗΧ  

** Κυρίως γαλλικές, γερμανικές και ελβετικές.

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος     

 

Θεωρείται ότι, με εξαίρεση ένα 15% περίπου, το οποίο ανήκει σε ασφαλιστικά ταμεία και μικροεπενδυτές, όλα τα υπόλοιπα αφορούν τους διεθνείς κερδοσκόπους – επομένως, συνολικά περί τα 255 δις €. Οι δυνατότητες τώρα «αποπληρωμής» του χρέους μας είναι κυρίως οι εξής (χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες):

 

(α)  Η ολοκληρωτική άρνηση χρέους: Αφορά βέβαια τα 255 δις €, αφού τα υπόλοιπα 45 δις € θα πρέπει να αντιμετωπισθούν διαφορετικά, για κοινωνικούς λόγους. Η άρνηση αυτή έχει υπάρξει στο παρελθόν σε άλλες χώρες, αναφέρεται στην οικονομική βιβλιογραφία (A.Smith, D.Ricardo), «τιμωρείται» πολύ αυστηρά από το διεθνές κεφάλαιο («αιώνια» απαγόρευση πρόσβασης στις αγορές) και έχει πάρα πολλές παρενέργειες. Η (νομική) αιτιολογία της μπορεί να είναι το ότι, τα χρήματα που έχει δανειστεί το κράτος, δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού –  ενώ τεκμηριώνεται από επίσημες πηγές πως, την τελευταία δεκαετία, το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε πάνω από 450 δις € για τη εξυπηρέτηση του χρέους (μιάμιση φορά δηλαδή το σημερινό χρέος των 300 δις €). Σε κάθε περίπτωση, είναι μία λύση που δεν μπορεί κανείς να την παραβλέψει (ίσως η μοναδική, εάν δεν εξοφλήσει η Γερμανία το τεράστιο χρέος της απέναντι μας).  

(β)  Η διαγραφή μέρους του χρέους από τους δανειστές: Έχει επίσης λειτουργήσει στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα στην Αργεντινή. Εν τούτοις, η συγκεκριμένη χώρα δεν παραχώρησε την εθνική της κυριαρχία, όπως η Ελλάδα με την υπογραφή του μνημονίου, εναντίον του οποίου δεν μπορεί να καταφύγει στα Ελληνικά δικαστήρια (!), αλλά σε αυτά του Λουξεμβούργου, με το αγγλικό Δίκαιο – το μοναδικό «Δίκαιο» στον κόσμο, το οποίο εξασφαλίζει αποκλειστικά και μόνο τους δανειστές, εις βάρος των οφειλετών. Κατά την άποψη μας, δεν αποτελεί την ιδανική λύση – ενώ δεν είναι σε καμία περίπτωση ριζική, εάν υποθέσουμε ότι είναι ακόμη εφικτή, μετά τις απίστευτες ενέργειες της κυβέρνησης μας, «ερήμην» της (δήθεν;) ανεξάρτητης Ελληνικής Δικαιοσύνης.    

(γ)  Ο μηδενισμός του χρέους, με τη δική μας συμμετοχή: Είναι ουσιαστικά ένας ωφελιμιστικά έντιμος τρίτος δρόμος, ο οποίος όμως απαιτεί πειθώ και μεγάλες διαπραγματευτικές ικανότητες από την κυβέρνηση που θα το επιχειρήσει – πόσο μάλλον πατριωτικά συναισθήματα, επιμονή, ήθος και επάρκεια. Στη λύση αυτή έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στα άρθρα μας «Ο μηδενισμός του χρέους» και «Εθνική κυριαρχία», ενώ είναι εμφανές ότι, εάν το επιτύχουμε, το έλλειμμα διορθώνεται σε μεγάλο βαθμό – αφού θα σταματήσει η επιβάρυνση της χώρας μας με τοκογλυφικά επιτόκια, τα οποία πολύ σύντομα θα μας οδηγήσουν σε ετήσιους τόκους της τάξης των 20 δις € (στα 22 δις € τοποθετείται το έλλειμμα του 2010 – άρθρο μας από 30.01.10).

 

Καμία από τις παραπάνω «μεθόδους» διαχείρισης του χρέους δεν μας υποχρεώνει σε έξοδο μας από την Ευρωζώνη – ένα ενδεχόμενο, το οποίο θα έπρεπε να αναλυθεί, σε σχέση με τη χρησιμότητα του, αφού όμως επιλυθεί προηγουμένως το πρόβλημα του χρέους (αν και δεν βλέπουμε να επιβιώνει τελικά η Ευρωζώνη, εάν παραμείνει απλή νομισματική ένωση, όπως έχουμε τεκμηριώσει στο παρελθόν – Πρώσοι, Γαλάτες και Σάξονες).

Όσον αφορά δε την απλή «αναδιάρθρωση» χρέους, την επιμήκυνση δηλαδή του χρόνου πληρωμής των υποχρεώσεων μας, με χαμηλότερα επιτόκια, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση λύση για εκείνες οικονομίες, στις οποίες το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 120% – πόσο μάλλον όταν ευρίσκονται σε ύφεση ύψους -4%, οπότε το «ενδεδειγμένο» επιτόκιο δανεισμού θα έπρεπε να είναι αρνητικό (-3%, -4% κλπ). Το 2011 άλλωστε, όπου υπολογίζεται από το ΕΒΕΑ να κλείσουν 175.000 επιχειρήσεις, από τις συνολικά 800.000 μικρομεσαίες, αυξάνοντας κατά 300.000 άτομα τους απολυμένους και εκτινάσσοντας στα ύψη την ανεργία (άνω του 20%), θα είναι πλέον πολύ αργά για οποιεσδήποτε διορθωτικές κινήσεις.

Ίσως όμως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ το ότι, μία μείωση του επιτοκίου δανεισμού μας κατά 1%, την οποία δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθούν οι τοκογλύφοι-εταίροι μας, θα σήμαινε λιγότερη επιβάρυνση του προϋπολογισμού μας κατά 3 δις € – όταν η μείωση των (πραγματικών) συντάξεων ή των αμοιβών των ΔΥ αναλογούν σε αντίστοιχα ποσά, ενώ οι συνολικές διεκδικήσεις των μεταφορέων δεν υπερβαίνουν το 1,5 δις € σε 7 έτη (ο πραγματικές μειώσεις στα εισοδήματα των Ελλήνων είναι τεράστιες, αφού στις ονομαστικές προστίθεται ο φορολογικός πληθωρισμός ύψους άνω του 6%, καθώς επίσης οι εγκληματικά αυξημένοι άμεσοι φόροι).     

Κατά την άποψη μας τώρα, την οποία έχουμε διατυπώσει αρκετές φορές, πρέπει να σταματήσουμε αμέσως να δανειζόμαστε από το ΔΝΤ, «προσβάλλοντας» ταυτόχρονα το «μνημόνιο, καθώς επίσης να υιοθετήσουμε μία από τις δύο λύσεις (α και γ), χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό. Είναι η μοναδική μας δυνατότητα να επιβιώσουμε, σώζοντας τη χώρα και τα παιδιά μας, καθώς επίσης να χαράξουμε μία νέα πορεία προς το μέλλον.

Περαιτέρω, είναι η μόνη ουσιαστική αιτία για να διαδηλώνουμε καθημερινά, εάν πρέπει να γίνεται κάτι τέτοιο, αφού όλες οι άλλες «διεκδικήσεις» αποτελούν «παράγωγα» αυτής της μίας και μοναδικής: του μηδενισμού του χρέους.

Ας μην ξεχνάμε ότι, η αποχή των εργαζομένων για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, εάν είναι μαζική, μπορεί να εξαναγκάσει κυβέρνηση και δανειστές στη μοναδική λύση που υπάρχει για τη χώρα μας – κάτι που έχει αποδειχθεί από την Ινδία του Gandhi. Όλα τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένων των δικών μας ή άλλων άρθρων, καθώς επίσης των επί μέρους κινητοποιήσεων ομάδων Πολιτών που παρατηρούνται, «εκλεκτών» και μη, είναι μη ρεαλιστικά – θεωρίες και ασκήσεις επί χάρτου που δεν οδηγούν πουθενά.       

Με μία τέτοια «σιωπηλή» κίνηση αντίστασης και όχι απλής διαμαρτυρίας, ολόκληρη η οικονομία θα παραλύσει – ενώ ενδεχομένως θα ακολουθήσουν πολλοί άλλοι Πολίτες άλλων κρατών, με εξαιρετικά θετικά αποτελέσματα στον υποχρεωτικό πόλεμο εναντίον του Καρτέλ. Είμαστε σίγουροι ότι, η διαδικτυακή «κοινότητα» μπορεί να οργανώσει μία τέτοια «αντίσταση», χωρίς να χρειαστεί καθόλου τη βοήθεια «αλλοτριωμένων» ΜΜΕ.

Τέλος, θεωρούμε ότι δεν έχουμε καθόλου «περιττό» χρόνο στη διάθεση μας (πόσο μάλλον όταν ελλοχεύει ο κίνδυνος να μας «καταδικάσουν» μονομερώς στη δραχμή ή/και να «παγώσουν» τις τραπεζικές καταθέσεις μας, με στόχο να μας αποπροσανατολίσουν εντελώς), εάν θέλουμε να αποφύγουμε την υποδούλωση – καθώς επίσης την απόλυτη εξαθλίωση της πλειοψηφίας των Ελλήνων, των Γερμανών, των Ευρωπαίων, αλλά και των Αμερικανών Πολιτών.       

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ

 

Οι Έλληνες έθεσαν τα βάθρα της πνευματικής εξέλιξης του δυτικού κόσμου. Έθεσαν τις «πρώτες αρχές» της επιστημονικής σκέψης, ήταν ο πρώτοι που ανέδειξαν τη θεωρία, ως βάθρο της επιστήμης και ανέπτυξαν μία συστηματική φιλοσοφία, σε βαθμό που δεν υπήρχε σε κανέναν προγενέστερο πολιτισμό. Διατύπωσαν τη θεωρία του κράτους και της κοινωνίας, με βάση την εμπειρία τους από την Ελληνική πόλη-κράτος, της οποίας συνεχιστής ήταν η Ρώμη, επάνω στην κοινωνική βάση μίας απέραντης, ενιαίας αυτοκρατορίας.

Η ανικανότητα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας να εξασφαλίσει μία συνεχή κοινωνική και πολιτική εξέλιξη, οδήγησε σε αποτελμάτωση γύρω στον τέταρτο αιώνα – αφού όμως είχε εμφανισθεί προηγουμένως ένας νέος, πανίσχυρος θεσμός: η καθολική εκκλησία. Ενώ η κοινωνική διάρθρωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μετασχηματιζόταν βαθμιαία στο (ολοκληρωτικό) φεουδαρχικό σύστημα, το οποίο κυβέρνησε σκοτεινά την Ευρώπη για πάνω από χίλια χρόνια, δόθηκε στις μάζες μία τέτοια ψυχολογική υποστήριξη από την εκκλησία, ώστε αποδέχθηκαν με αυταπάρνηση την εξάρτηση και την αθλιότητα τους – κάνοντας ελάχιστες προσπάθειες για τη βελτίωση των κοινωνικών τους συνθηκών”.

Το παραπάνω, ελαφρά διαμορφωμένο κείμενο, ανήκει στον E.From (Η υγιής κοινωνία). Εξετάζοντας μέσα από αυτό τις προοπτικές της Ελλάδας, δεν μπορεί παρά να σταματήσουμε στην έννοια Πόλη-Κράτος, στην οποία στηρίχθηκε τόσο η πρόοδος, όσο και η αληθινή, η μοναδική δημοκρατία της χώρας μας.

Περαιτέρω, διαπιστώνοντας μία σημερινή παραδοξότητα, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είναι ένας από τους λίγους εναπομείναντες παραδείσους του κόσμου για την πλειοψηφία των Πολιτών της (εάν εξετάσουμε τις πραγματικές συνθήκες ζωής της πλειοψηφίας των αμερικανών πολιτών, των γερμανών, των ιαπώνων, των ολλανδών κλπ, θα καταλάβουμε πόσο ευτυχισμένοι θα έπρεπε να είμαστε, ζώντας στην Ελλάδα), ακριβώς λόγω των διαρθρωτικών αλλαγών που δεν έχουμε δρομολογήσει, εξ αιτίας της (έμφυτης, γονιδιακής) ανυπακοής μας στις 10 εντολές του Καρτέλ, δεν μπορούμε παρά να οδηγηθούμε σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα, από αυτά με τα οποία μας κατακλύζουν καθημερινά οι πιγκουίνοι και τα βατράχια.   

Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, θεωρούμε ότι το μέλλον της Ελλάδας οφείλει να στηριχθεί ξανά σε σύγχρονες Πόλεις-Κράτη, οι οποίες θα υπερτερούν – θα έχουν δηλαδή μεγαλύτερη εξουσία από τα κυβερνώντα κόμματα και θα λειτουργούν ανεξάρτητα από τις εκάστοτε εθνικές κυβερνήσεις της. Μακριά από τις «έξωθεν εντολές» περί ανοίγματος επαγγελμάτων, απελευθερώσεως των αγορών, ιδιωτικοποιήσεων κοινωφελών επιχειρήσεων και λοιπών «δολοφονικών παγίδων», οφείλουμε να λειτουργήσουμε βασιζόμενοι στις «Καλλικράτειες» περιφέρειες μας.

Έτσι θα «συναγωνιζόμαστε» μεταξύ μας, υιοθετώντας εκείνα τα χαρακτηριστικά, τα οποία καθιέρωσαν την μικρή Ελβετία στην πρώτη θέση παγκοσμίως – χωρίς να ξεχνάμε βέβαια ότι, η Ελβετία στήριξε την ανάπτυξη της σε αντίστοιχους, δημοκρατικούς και δημιουργικούς «πυλώνες»: Στα ανεξάρτητα καντόνια της.

Ολοκληρώνοντας, μόνο αυτός που θα μας υποσχεθεί μία τέτοια ουσιαστική, ριζική και δημοκρατική «διαρθρωτική» αλλαγή, αξίζει την ψήφο μας στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές – κανένας άλλος, πόσο μάλλον η «σκιώδης Εξουσία» του «επάρατου» μνημονίου.      

 

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 25. Σεπτεμβρίου 2010,  viliardos@kbanalysis.com     

 

 

*  Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2193.aspx

 

Περί λάθους, αξιοπιστίας και άλλων αλχημειών

Περί λάθους, αξιοπιστίας και άλλων αλχημειών

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 


 

Κατανοώ απόλυτα τη δύσκολη θέση όλων εκείνων που πασχίζουν να εμφανίσουν ως αριστερή πρόταση αυτό που επιδιώκουν τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και οι μεγάλες τράπεζες, δηλαδή την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας εντός του ευρώ, υπό καθεστώς διεθνούς κηδεμονίας και επιτήρησης.

Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει και ο κ. Καλλωνιάτης, ο οποίος σε ένα πρόσφατο σημείωμά του (http://youpayyourcrisis.blogspot.com/2010/09/blog-post_3287.html) αναλαμβάνει να μας διασώσει από ένα τρομερό λογιστικό λάθος και να αποκαταστήσει την χαμένη τιμή της συζήτησης για το δημόσιο χρέος που υποτίθεται ότι έχει διακορεύσει ο υποφαινόμενος.

Ποιο είναι το τρομερό «λογιστικό λάθος»;

 

Ο κ. Καλλωνιάτης ισχυρίζεται ότι ο γράφων κάνει μέγα λάθος με το να προσθέτει τις εξοφλήσεις του βραχυπρόθεσμου χρέους στα τοκοχρεωλύσια, διότι «ουσιαστικά πρόκειται για ταμειακές διευκολύνσεις – όχι για δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους – οι οποίες επαναλαμβάνονται, ανακυκλώνονται και αυτοακυρώνονται αρκετές φορές μέσα στη διάρκεια του έτους.» Και για να κάνει υποτίθεται κατανοητό αυτό που λέει παραθέτει το εξής παράδειγμα: «εάν κάποιος κάθε μήνα δαπανά εξ αρχής το ισόποσο του μισθού του (πριν τον εισπράξει πχ στο μέσο ή το τέλος του μήνα) χρησιμοποιώντας τη πιστωτική του κάρτα, και στο τέλος κάθε μήνα πηγαίνει και κλείνει το άνοιγμα της πιστωτικής του με τον μισθό που στο μεταξύ κανονικά εισέπραξε, τι να σημαίνει αυτό άραγε; Μήπως ότι δαπανά όλο τον μισθό του για τις αγορές που έκανε και άλλο τόσο για την αποπληρωμή της κάρτας του; Γιατί αυτό κάνει ο κ. Καζάκης όταν προσθέτει στα τοκοχρεολύσια τις εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων. Είναι σαν να σου λέει πως στο τέλος του έτους δαπάνησες 14.000 που ήταν ας πούμε το άθροισμα των μισθών σου και άλλες 14.000 για την αποπληρωμή της κάρτας σου (σύνολο 28.000 χωρίς να υπολογίζουμε τόκους χάριν ευκολίας). Μα είναι δυνατόν να έχεις δαπανήσει τα διπλά απ' όσα εισπράττεις ετησίως και μάλιστα αφήνοντας ελάχιστο υπόλοιπο ως χρέος στο τέλος του έτους;»

Έχει δίκιο ως προς το παράδειγμα που αναφέρει ο κ. Καλλωνιάτης; Απόλυτο. Μόνο που του ξεφεύγουν δυο μικρές ασήμαντες λεπτομέρειες: Αφενός δεν λειτουργεί έτσι όπως το περιγράφει το βραχυπρόθεσμο χρέος και, αφετέρου, δεν κάνω τίποτε τέτοιο εγώ. Αν εξαιρέσει κανείς αυτές τις ασήμαντες μικρές λεπτομέρειες, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο κ. Καλλωνιάτης έχει απόλυτο δίκιο!

Σχετικά με το παράδειγμα του κ. Καλλωνιάτη, πρέπει να επισημάνουμε ότι το κράτος χρησιμοποιεί την «πιστωτική κάρτα» μη έχοντας διαθέσιμο «μισθό» για να την καλύψει στο τέλος του μήνα. Ο «μισθός» του, δηλαδή τα δημόσια έσοδα, δεν του επαρκούν και γι’ αυτό τραβά από την «πιστωτική κάρτα». Κι όπως όλοι ξέρουν, όσοι τουλάχιστον έχουν βρεθεί στο τέλος του μήνα με ακάλυπτη πιστωτική κάρτα, για να συνεχίσεις να τραβάς από αυτήν και τον επόμενο μήνα, οφείλεις να καταβάλεις τη «δόση» που απαιτεί η εκδότρια τράπεζα. Αυτό συμβαίνει και με το κράτος. Επομένως οι εξοφλήσεις των βραχυπρόσθεσμων τίτλων δεν συνιστούν κάλυψη της «πιστωτικής κάρτας», αλλά καταβολή της τακτικής «δόσης» της.

Αν λοιπόν κάποιος έχει πάρει δάνειο (οικιστικό ή καταναλωτικό) από μια τράπεζα και πληρώνει τακτικά ανά μήνα το καθορισμένο τοκοχρεωλύσιό του και ταυτόχρονα είναι ανοιγμένος σε πιστωτικές κάρτες, είναι ποτέ δυνατόν να μην συνυπολογίσει στη μηνιαία εξυπηρέτηση των δανείων του και τη «δόση» που υποχρεούται να καταβάλει στην εκδότρια τράπεζα της πιστωτικής; Εκτός ίσως από τον κ. Καλλωνιάτη, εγώ προσωπικά δεν γνωρίζω κανέναν που να μην το κάνει. Γιατί λοιπόν να μην ισχύει το ίδιο και για το κράτος; Επειδή έτσι νομίζει ο κ. Καλλωνιάτης;

 

Ας δούμε τι ισχύει στ’ αλήθεια

 

Όμως, ας αφήσουμε τα αστεία και τα παραδείγματα και ας πάρουμε τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν. Το πρόβλημα του κ. Καλλωνιάτη εντοπίζεται στον πίνακα που παρατίθεται σε ένα άρθρο μου, το οποίο δημοσιεύτηκε στην Αυγή (7/3/10) και είναι ο παρακάτω:

Πίνακας 1: Δαπάνες εξυπηρέτησης δημόσιου χρέους (εκατ. ευρώ)

 

Α. Τοκοχρεολύσια

Β. Εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων

Σύνολο

Α + Β

% επί των Δημόσιων Δαπανών

% επί του ΑΕΠ

2000

22.688

6.342

29.030

66,0

21,3

2001

20.946

2.401

23.347

52,4

15,9

2002

28.874

1.303

30.177

65,0

19,3

2003

30.041

2.228

32.269

62,5

18,7

2004

27.799

7.631

35.430

61,2

19,1

2005

30.066

5.085

35.151

59,8

18,0

2006

26.065

8.091

34.156

56,3

16,2

2007

31.923

24.773

56.696

84,4

25,0

2008

37.452

25.674

63.126

84,2

26,4

2009

41.340

35.904

77.224

89,8

32,1

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων Προϋπολογισμού και Εθνικών Λογαριασμών

Τον αναδημοσιεύουμε για να έχει υπόψη του ο αναγνώστης περί τίνος πρόκειται. Σ’ αυτόν δίνεται μια εκτίμηση των δαπανών εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους με βάση τα στοιχεία των Προϋπολογισμών για την δεκαετία 2000-2009. Σύμφωνα με τον κ. Καλλωνιάτη διαπράξαμε μέγα σφάλμα όταν προσθέσαμε στα τοκοχρεωλύσια, όπως τα ορίζει ο κρατικός προϋπολογισμός, τις εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων, για τους λόγους που αναφέραμε. Ποια είναι η αλήθεια;

Πρώτο: Το βραχυπρόθεσμο χρέος είναι δανεισμός, καλύπτει τρέχουσες δανειακές ανάγκες και όχι «ταμειακές διευκολύνσεις». Και όπως όλα τα χρέη, έχει κόστος και προπαντός εξυπηρέτηση. Όπως ακριβώς και ο δανεισμός του δημοσίου με έντοκα γραμμάτια και ομόλογα. Πώς αποτυπώνεται η εξυπηρέτηση των εντόκων γραμματίων και των ομολόγων; Με την πληρωμή τοκοχρεολυσίων. Πώς αποτυπώνεται η εξυπηρέτηση του βραχυπρόθεσμου χρέους; Με τις εξοφλήσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων. Εκτός κι αν ο κ. Καλλωνιάτης ισχυρίζεται ότι ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός δεν έχει εξυπηρέτηση, απλά μας τον χαρίζουν οι χρηματογορές και η ΕΚΤ επειδή είμαστε μάγκες. Είναι κι αυτό μια άποψη, αλλά δυστυχώς δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Αν λοιπόν θέλει να δει κανείς τη συνολική εξυπηρέτηση του χρέους του από όλες τις πηγές άντλησης δανεισμού, τι κάνει; Αθροίζει τις εξυπηρετήσεις των διαφορετικών χρεών του. Αυτό λέει η κοινή λογική, αυτό κάνουν όλα τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, αυτό γίνεται και για το κράτος.

Δεύτερο: Που το βρήκε ο κ. Καλλωνιάτης ότι οι βραχυπρόθεσμοι τίτλοι «αυτοακυρώνονται» εντός του έτους; Σε ποιον καζαμία; Γιατί στον προϋπολογισμό, αλλά και στα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους είναι σίγουρο ότι δεν το βρήκε. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο κ. Καλλωνιάτης επιλέγει να αγνοήσει τον μηχανισμό ανακύκλωσης του βραχυπρόθεσμου χρέους που έχω εξηγήσει συνοπτικά στα άρθρα μου και κατασκευάζει μια δική του εκδοχή, δίνει το δικό του αυθαίρετο ορισμό, μόνο και μόνο για να «αποδείξει» το δήθεν μέγα λάθος μου. Με αυτό δεν ισχυρίζομαι ότι θα έπρεπε αναγκαστικά να συμφωνήσει μαζί μου, απλά δεν θα έπρεπε να πει και σ’ εμένα τον δυστυχή που κάνω λάθος; Δεν το κάνει. Όχι από παράλειψη, αλλά από σκοπιμότητα προκειμένου να φανεί ότι χρησιμοποιώ αυθαίρετα κάποια στοιχεία χωρίς να έχω εξηγήσει το γιατί. Πράγμα που στην κοινώς καθομιλουμένη αποκαλείται λαθροχειρία, είτε αρέσει στον κ. Καλλωνιάτη, είτε όχι. Και δεν είναι η μόνη, όπως θα δούμε παρακάτω.

Τρίτο: Ποιον «μισθό» άραγε δαπανά το κράτος για να καλύψει το «άνοιγμα» της πιστωτικής του κάρτας; Μήπως από τα δημόσια έσοδα; Αυτό που ισχυρίζεται με το παράδειγμά του ο κ. Καλλωνιάτης είναι ότι το κράτος έχει να εισπράξει ένα ποσό, αλλά επειδή δεν το έχει στο ταμείο του χρησιμοποιεί μια «πιστωτική κάρτα», παίρνει τα λεφτά που χρειάζεται προκαταβολικά και μετά όταν τα εισπράττει πηγαίνει και καλύπτει το άνοιγμα. Ωραία. Και ξαναρωτάμε, που βρήκε τα λεφτά το ελληνικό δημόσιο για να καλύψει το άνοιγμα της «πιστωτικής κάρτας»; Από τα δημόσια έσοδα; Δηλαδή το 2009 π.χ. που χρειάστηκε να εξοφλήσει βραχυπρόθεσμους τίτλους αξίας 36 δις ευρώ, το κράτος δαπάνησε από τα 55,5 δις ευρώ που ήταν το σύνολο των δημόσιων εσόδων του, το 65% για να καλύψει την «πιστωτική κάρτα»; Είναι ανάγκη να ξέρει οικονομικά κάποιος, ή να έχει τριβή με το θέμα για να αντιληφθεί ότι αυτό δεν έγινε; Κι επομένως τα 36 δις ευρώ αντλήθηκαν από νέο δανεισμό, που σε μεγάλο βαθμό προέρχεται από νέους βραχυπρόθεσμους τίτλους διογκώνοντας και αυτήν την κατηγορία του χρέους σε ετήσια βάση, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς και από τα στοιχεία που έχω παραθέσει στα άρθρα μου.

 

Το ίδιο «λογιστικό λάθος» κάνει το Ελεγκτικό Συνέδριο και το Υπουργείο Οικονομικών

 

Γιατί τον ίδιο διαχωρισμό που κάνει ο κ. Καλλωνιάτης δεν τον κάνουν και οι επιφορτισμένοι με την παρακολούθηση και καταγραφή των στοιχείων φορείς του κράτους; Γιατί δεν τον κάνει η Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου; Αντίθετα, π.χ. στην «Έκθεση του ελεγκτικού συνεδρίου επί του Απολογισμού των εσόδων και εξόδων του Κράτους έτους 2008 και του Γενικού Ισολογισμού της 31ης Δεκεμβρίου 2008» αναφέρονται τα εξής: «Για την εξυπηρέτηση του Χρέους του Δημοσίου και έναντι πρόβλεψης του Προϋπολογισμού €35.876.972.000, καταβλήθηκαν €62.470.685.137,53, ποσό που αντιπροσωπεύει το 53% των δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού, έναντι ποσού €55.040.688.847,25, πρόβλεψης του Προϋπολογισμού €30.913.349.000 και ποσοστού 51,22% του προηγούμενου οικονομικού έτους. Το ανωτέρω ποσό αναλύεται ως ακολούθως: Για την πληρωμή τόκων δαπανήθηκε ποσό €10.920.551.528,72, έναντι €10.162.655.000 των προβλέψεων του Προϋπολογισμού. Για την πληρωμή χρεωλυσίων και εξοφλήσεων δανείων καταβλήθηκαν €51.550.133.608,81, έναντι €25.714.317.000 των προβλέψεων του Προϋπολογισμού.» (σ. 34) Το Ελεγκτικό Συνέδριο εμφανίζει ως συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους για το 2008 το ποσό των 62,470 δις ευρώ. Το ποσό είναι πολύ κοντά με αυτό που παραθέτουμε στον Πίνακα 1 και πηγάζει από την άθροιση των εξυπηρετήσεων των διαφορετικών χρεών.

Μήπως όμως διαφώνησε το Υπουργείο Οικονομικών με την λογική της εκτίμησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου; Κάθε άλλο. Στην «Έκθεση του Υπουργού Οικονομικών επί της Εκθέσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον Απολογισμό των Εσόδων και Εξόδων του Κράτους οικονομικού έτους 2008 και το Γενικό Ισολογισμό της 31ης Δεκεμβρίου 2008» αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους (τόκοι + χρεολύσια) ανήλθαν στο ποσό των 63.127.652.271,84 € έναντι πρόβλεψης 36.682.040.000,00 € και ειδικότερα: Οι δαπάνες για την πληρωμή τόκων ανήλθαν στο ποσό των 11.206.779.857,56 € έναντι πρόβλεψης 10.500.000.000,00 €, παρουσιάζουν δηλαδή υπέρβαση κατά 706.779.857,56 € ή κατά ποσοστό 6,7%. Σε σχέση με το 2007 οι τόκοι είναι αυξημένοι κατά 1.414.377.469,49 € ή κατά ποσοστό 14,4%.» (σ. 6)

Τι κάνει το υπουργείο οικονομικών; Μήπως εγκαλεί το Ελεγκτικό Συνέδριο και του επισημαίνει ότι κάνει τραγικό λάθος να συνυπολογίζει τις εξοφλήσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων στις δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους; Όχι βέβαια. Απαντά στην ίδια ακριβώς λογική με το Ελεγκτικό Συνέδριο και διορθώνει την εκτίμηση των συνολικών δαπανών εξυπηρέτησης προς τα πάνω, φτάνοντας το ποσό στα 63,127 δις ευρώ για το 2008. Ο αναγνώστης δεν έχει παρά να δει τον δικό μας πίνακα για να διαπιστώσει ότι και οι δικοί μας «λανθασμένοι» υπολογισμοί για το 2008 φτάνουν την συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ακριβώς στο ίδιο ποσό. Τυχαίο; Δεν νομίζω.

Το ίδιο επαναλαμβάνεται σε όλες τις Εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τις Εκθέσεις του Υπουργού Οικονομικών για όλα τα χρόνια που αναφερόμαστε. Άρα δεν είναι μόνο δική μου η ευθύνη γι’ αυτό το τραγικό «λογιστικό λάθος». Περιμένουμε τον κ. Καλλωνιάτη να γράψει λάβρες επιστολές διαμαρτυρίας προς το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά και προς το Υπουργείο Οικονομικών που παραποιούν έτσι βάναυσα τα στοιχεία. Όμως, τι είναι οι εκθέσεις όλων αυτών μπροστά στην αλάνθαστη λογική του κ. Καλλωνιάτη; Τι ξέρουμε όλοι εμείς οι άμοιροι από εκτιμήσεις εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, όταν υπάρχει ένας Καλλωνιάτης που επιμένει ότι έχουμε κάνει «λογιστικό λάθος»; Και ποιοι είμαστε εμείς που τολμάμε να λέμε ότι έχουμε δίκιο, όταν ο κύριος αυτός μας διαβεβαιώνει ότι έχουμε άδικο;

 

Το ίδιο «λογιστικό λάθος» κάνει και ο προϋπολογισμός του κράτους

 

Θα περίμενε κανείς ο κ. Καλλωνιάτης να εμφανίσει κάποια επίσημη πηγή που να στηρίζει την άποψή του και να αποδεικνύει το λάθος μας. Εκτός όμως από τον λόγο της προσκοπικής του τιμής και την τετράγωνη λογική των παραδειγμάτων του – που όμως δεν έχουν καμμιά σχέση με το όλο ζήτημα – δεν έχει τίποτε να παρουσιάσει. Βασίζεται μόνο στην εντύπωση που αφήνει το γεγονός ότι στην Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού οι δαπάνες για τοκοχρεωλύσια παρουσιάζονται ξεχωριστά από τις εξοφλήσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων. Όμως η απλή εντύπωση δεν αποτελεί επιχείρημα, ιδίως όταν κάποιος γνωρίζει πώς να διαβάζει τα στοιχεία. Κάτι όμως που όπως φαίνεται δεν συμβαίνει στην περίπτωση του κ. Καλλωνιάτη.

Το γεγονός ότι η εκάστοτε Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού παρουσιάζει διαφοροποιημένα τα εν λόγω στοιχεία, καθόλου δεν σημαίνει ότι πρόκειται για μη αθροίσιμες δαπάνες εξυπηρέτησης. Αν ο κ. Καλλωνιάτης γνώριζε πώς να διαβάζει τα δεδομένα του προβλήματος, θα πήγαινε για παράδειγμα στη σ. 60 της Εισηγητικής Έκθεσης του Προϋπολογισμού του 2010 όπου παρατίθεται ο συγκεντρωτικός πίνακας 3.7 με τίτλο «δαπάνες τακτικού προϋπολογισμού κατά κατηγορίες» και θα έβλεπε – με την προϋπόθεση ότι γνωρίζει τι διαβάζει – μια υποσημείωση η οποία διευκρινίζει ότι στις δαπάνες του πίνακα (πρωτογενείς + τοκοχρεωλύσια) δεν περιλαμβάνονται οι επιπλέον «δαπάνες για βραχυπρόθεσμους τίτλους δημοσίου, ειδικές εκδόσεις ομολόγων και βραχυπρόθεσμη ταμειακή διευκόλυνση», οι οποίες για το 2009 εκτιμάται ότι ανήλθαν στα 42,7 δις ευρώ. Τι σημαίνει αυτή η υποσημείωση; Ότι εκτός από τις πρωτογενείς δαπάνες του προϋπολογισμού και τα τοκοχρεωλύσια, υπάρχουν και πρόσθετες δαπάνες. Πόσο καλός γνώστης του προϋπολογισμού πρέπει να είναι κάποιος για να αντιληφθεί ότι αυτές οι πρόσθετες δαπάνες εντάσσονται στη συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους;

Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι οι δαπάνες για τους βραχυπρόθεσμους τίτλους ανέρχονταν το 2009 σχεδόν στα 36 δις ευρώ. Τα υπόλοιπα 6,7 δις ευρώ αφορούν δαπάνες έκδοσης και εξυπηρέτησης για «ειδικές εκδόσεις ομολόγων», όπως είναι τα γνωστά δομημένα ομόλογα, ή άλλου είδους τίτλων που το κράτος εκδίδει και διακινεί εκτός αγοράς, ή στο παρασκήνιο, αλλά και για «βραχυπρόθεσμη ταμειακή διευκόλυνση» την οποία ο προϋπολογισμός ξεχωρίζει από τους βραχυπρόθεσμους τίτλους. Αναρωτιέμαι ποιος γνωρίζει καλύτερα; Οι συντάκτες του Προϋπολογισμού ή ο κ. Καλλωνιάτης που επιμένει να θεωρεί τους βραχυπρόθεσμους τίτλους ως κάλυψη «ταμειακών διευκολύνσεων»;

Βέβαια το δυστύχημα δεν είναι αυτά που ισχυρίζεται ο κ. Καλλωνιάτης, αλλά το γεγονός ότι ο Προϋπολογισμός δεν παρέχει αναλυτικά στοιχεία για αυτές τις «ειδικές εκδόσεις ομολόγων», ούτε για τις «βραχυπρόθεσμες ταμειακές διευκολύνσεις», ώστε να μπορεί κάποιος να εκτιμήσει την πραγματική έκταση του δημόσιου χρέους, αλλά και της εξυπηρέτησής του. Πρόκειται για περίεργα αφανή χρέη, για τα οποία καμμιά κυβέρνηση δεν δίνει αναλυτικά στοιχεία. Γι’ αυτό και εμείς στον υπολογισμό του δικού μας πίνακα περιοριστήκαμε στην άθροιση των τοκοχρεολυσίων με τις δαπάνες των βραχυπρόθεσμων τίτλων, που για το 2009 δίνουν το ποσό των 77,2 δις ευρώ. Αν αντί για τις δαπάνες μόνο των βραχυπρόθεσμων τίτλων, προσθέταμε το συνολικό ποσό των 42,7 δις ευρώ, τότε το σύνολο της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους θα ανερχόταν λίγο πάνω από τα 84 δις ευρώ. Ποσό που αντιστοιχεί στο 34,9% του ΑΕΠ για το 2009.

Και για να μην αφήσουμε τον κ. Καλλωνιάτη παραπονεμένο και γεμάτο απορίες για το γιατί ο προϋπολογισμός διαφοροποιεί την παρουσίαση των τοκοχρεολυσίων από τις εξοφλήσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων έχουμε να πούμε τα εξής: Καθαρά για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Με την είσοδο της χώρας στο ευρώ η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να διαφοροποιήσει την αποτύπωση του δημόσιου χρέους. Αφενός στο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης που για το 2009 ανερχόταν στο 125% του ΑΕΠ και στο χρέος της γενικής κυβέρνησης που για τον ίδιο χρόνο ανερχόταν στο 113% του ΑΕΠ. Η διαφορά έγκειται στο ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης είναι ο τρόπος με τον οποίο μετρά το δημόσιο χρέος η συνθήκη του Μάαστριχτ, ενώ το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης είναι το πραγματικό συνολικό χρέος του κράτους. Για να βγει το πρώτο αφαιρείται από το δεύτερο το λεγόμενο «ενδοκυβερνητικό χρέος», το οποίο είναι καθ’ όλα πραγματικό δημόσιο χρέος, αλλά δεν εντάσσεται στο ορισμό του δημόσιου χρέους που δίνει το Μάαστριχτ. Πρόκειται για μια καθαρά πολιτική συμφωνία σε επίπεδο ευρωζώνης για να υποτιμηθεί τεχνητά το δημόσιο χρέος των κρατών με το σκεφτικό ότι έτσι θα μειωθεί η επίδρασή του στη διαμόρφωση της αξίας του ευρώ.

Όμως συμφωνία, ξεσυμφωνία, το δημόσιο χρέος πρέπει να εξυπηρετηθεί στο σύνολό του. Κι έτσι οι κυβερνήσεις Σημίτη σε συνεργασία με την ευρωζώνη και την ΕΚΤ προώθησαν ως βασική μορφή εξυπηρέτησης του «πλεονάζοντος» δημόσιου χρέους τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό. Αυτός είναι ο λόγος που διαφοροποιούν στα κατάστιχα του Προϋπολογισμού τα τοκοχρεωλύσια, που κυρίως αφορούν το δημόσιο χρέος κατά Μάαστριχτ, από τις δαπάνες για βραχυπρόθεσμούς τίτλους, που  έρχονται να καλύψουν τις υπόλοιπες δανειακές ανάγκες. Πρόκειται για εσκεμμένη πολιτική τεχνητής υποβάθμισης του πραγματικού συνολικού βάρους που αντιπροσωπεύει το δημόσιο χρέος.

 

Το ίδιο «λογιστικό λάθος» κάνει και η ΕΣΥΕ

 

Το εντυπωσιακό δεν είναι αυτό που κάνουν οι κυβερνήσεις και οι συμφωνίες-μούφα που στηρίζουν το ευρώ, αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν διάφοροι – ευτυχώς ελάχιστοι – σαν τον κ. Καλλωνιάτη που εμφανίζονται βασιλικότεροι του βασιλέως. Άγνοια; Πολύ χειρότερα, σκοπιμότητα. Μιας και η άγνοια δεν ήταν ποτέ επιχείρημα θα πρέπει να πούμε ότι ο κ. Καλλωνιάτης όφειλε να ψάξει το ζήτημα λίγο περισσότερο πριν αμοληθεί να μας διορθώσει. Γιατί μπορεί να μην γνώριζε όσα είπαμε παραπάνω, αλλά πόσο δύσκολο του ήταν να ανοίξει τα κιτάπια της ΕΣΥΕ και να διαπιστώσει τα εξής:

Πίνακας 2: Σύνολο δαπανών εξυπηρέτησης δημόσιου χρέους (δις ευρώ)

Έτος

Σύνολο τόκων και χρεωλυσίων

Υπολογισμός με βάση τους προϋπολογισμούς

2001

23,353

23,347

2002

30,182

30,177

2003

32,272

32,269

2004

40,641

35,430

2005

35,153

35,151

2006

34,179

34,156

2007

56,646

56,696

 

Η πρώτη στήλη του πίνακα 2 είναι το «σύνολο των τόκων και χρεωλυσίων» που δαπανά το κράτος για το συνολικό δημόσιο χρέος του, όπως αυτό καταγράφεται από τους Εθνικούς Λογαριασμούς και παρουσιάζεται στην ειδική έκδοση της ΕΣΥΕ για τα Δημόσια Οικονομικά, έκδοση 2009 (Πίνακας VIII,1, σ. 58). Στη δεύτερη στήλη του πίνακα παραθέτουμε τους δικούς μας υπολογισμούς με βάση τον πίνακα του άρθρου της Αυγής, που ο κ. Καλλωνιάτης καταγγέλλει ως «λογιστικό λάθος». Οι αποκλίσεις που παρατηρούνται ανάμεσα στους δυο υπολογισμούς, οφείλονται στη διαφορετική πηγή των πρωτογενών στοιχείων, αφενός και αφετέρου, στο γεγονός ότι ο υπολογισμός της διεύθυνσης Εθνικών Λογαριασμών είναι σαφώς πιο πλήρης μιας και παίρνει υπόψη του όλες τις άλλες δαπάνες εξυπηρέτησης πέρα από τις εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων, που δυστυχώς δεν καταγράφονται αναλυτικά στους προϋπολογισμούς. Αλλάζει όμως αυτό το γεγονός ότι και οι δυο υπολογισμοί, τόσο των Εθνικών Λογαριασμών, όσο και ο δικός μας έχουν ταυτόσημη λογική;

 Επιτρέπουμε με όλη μας την καρδιά στον κ. Καλλωνιάτη να θεωρεί ότι ο δικός μας υπολογισμός είναι λάθος και ο υπολογισμός της ΕΣΥΕ είναι ο σωστός. Αλλάζει τίποτε επί της ουσίας; Η κοινή λογική λέει πώς όχι. Λέμε η κοινή λογική, γιατί για την λογική που φαίνεται να υιοθετεί ο κ. Καλλωνιάτης αμφιβάλουμε εντόνως.

Ο λόγος που εμφανίσαμε τον συγκεκριμένο πίνακα στο δημοσιευμένο άρθρο της Αυγής, αντί για τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών και της ΕΣΥΕ για το 2000-2007, του Υπουργείου Οικονομικών και του Προϋπολογισμού για το 2008-2009, ήταν απλός: θέλαμε να δώσουμε στον αναγνώστη να καταλάβει την βασική σύνθεση της συνολικής εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους με στοιχεία που είχαν μία ενιαία πηγή, αυτήν των Εισηγητικών Εκθέσεων των Προϋπολογισμών, ώστε όποιος θέλει να είναι σε θέση να τα ελέγξει εύκολα και γρήγορα. Που να φανταστώ ότι θα υπήρχαν ορισμένοι σαν τον κ. Καλλωνιάτη που θα αμφισβητούσαν την αλφαβήτα;

Μετά από όλα αυτά ειλικρινά δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει κανείς για να πείσει τον κ. Καλλωνιάτη. Όχι πώς τρέφω καμμιά αυταπάτη ότι ο κ. Καλλωνιάτης μπορεί να πειστεί από επιχειρήματα. Το αληθινό πρόβλημα για τον ίδιο δεν είναι το «λογιστικό λάθος», αλλά η αξιοπιστία της πρότασης και πώς θα την πλήξει. Θα μου πείτε βέβαια ότι αν είχα δημοσιεύσει τον πίνακα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ όλα θα ήταν μέλι γάλα. Ούτε ο κ. Καλλωνιάτης, ούτε τα φιλαράκια του στον ΣΥΝ θα είχαν πάρει μυρωδιά περί «λογιστικού λάθους». Αμ δε! Να είστε σίγουροι ότι ακόμη και στο 1+1 θα έβρισκαν «λογιστικό λάθος» ή κάποια παραποίηση, προκειμένου να διαβάλουν την αξιοπιστία της πρότασης και να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των αγορών και της ΕΕ. Πάντα με αριστερή εκφορά λόγου και αντικαπιταλιστικά επίθετα.

 

Το ζουμί της όλης της ιστορίας

 

Όμως ας κάνουμε τη χάρη στον κ. Καλλωνιάτη. Ας δεχτούμε ότι εμείς έχουμε το λάθος, ότι εμείς, μαζί με τους Εθνικούς Λογαριασμούς, την ΕΣΥΕ, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Υπουργείο Οικονομικών, δεν ξέρουμε τι μας γίνεται και μόνο αυτός και ενδεχομένως τα φιλαράκια του στο γενικό επιτελείο του ΣΥΝ γνωρίζουν πώς να μην παραποιούν στοιχεία. Που θέλει να καταλήξει; Στο επιχείρημα ότι το 97% του δανεισμού πηγαίνει σε αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους. Αφού λοιπόν μας κατηγορεί για λάθος υπολογισμό, οδηγείται στην εξής χοντροειδή παραποίηση των στοιχείων που έχουμε παραθέσει:

«Με τον τρόπο αυτό, ο κ. Καζάκης καταφέρνει πχ τα 41 δις τοκοχρεολυσίων του 2009 σχεδόν να τα διπλασιάσει, φουσκώνοντας έτσι τις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους στα 77 δις με τη προσθήκη των εξοφλήσεων βραχυχρόνιων τίτλων του Πίν. 1. Ακολούθως, δε, να τις διογκώσει ακόμη περισσότερο στα 84 δις στον Πίν. 2 υπό τον τίτλο «πληρωμές δανείων». Τη διαφορά αυτή (84-77 = 7 δις.) πουθενά δεν εξηγεί πως προκύπτει, παρότι έχει επεξεργασθεί ο ίδιος τα στοιχεία. Εάν μείνουμε μόνον στα τοκοχρεολύσια της δεκαετίας που ανέρχονται στα 297 δις τότε οι πραγματικές δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους σαν ποσοστό του συνολικού νέου δανεισμού της περιόδου περιορίζονται στο 61% αντί του εκπληκτικού 97% που προβάλλει ο Καζάκης. Το ποσοστό παραμένει σημαντικό, όμως η διαφορά είναι μεγάλη, καθώς ξεπερνά το 1/3 του συνολικού δανεισμού της δεκαετίας. Η υπερβολή ουδέποτε ήταν καλός δάσκαλος. Σου προσφέρει πόντους εντυπώσεων αρχικά προσθέτοντας σε πειθώ, για να σου τα αφαιρέσει με το παραπάνω στη συνέχεια όταν αποκαλυφθεί η αλήθεια.»

Από πού να αρχίσει κανείς και που να τελειώσει. Δεν υπάρχει ίχνος αλήθειας σε όλα όσα ισχυρίζεται ο κ. Καλλωνιάτης, ακόμη κι αν κάποιος είναι αρκετά άσχετος και εύπιστος ώστε να δεχθεί την αρχική του άποψη για «λογιστικό λάθος». Καταρχάς ο Πιν. 2 που αναφέρει ο κ. Καλλωνιάτης δεν υπάρχει στο δικό μου άρθρο της Αυγής. Πρόκειται για έναν πίνακα που παραθέτω σ’ ένα άλλο άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι (25/3/10) και είναι ο παρακάτω:

Πίνακας 3: Εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και νέος δανεισμός 2000-2009 (εκατ. ευρώ)

 

Πληρωμές δανείων

Νέος δανεισμός

Πιστωτικά υπόλοιπα 31/12

Πρωτογενές αποτέλεσμα**

2000

23.773

29.875

143.608

1.601

2001

25.509

31.960

155.838

4.501

2002

33.340

35.897

166.117

3.773

2003

35.219

37.968

171.323

-431

2004

41.465

50.047

197.830

-3.397

2005

42.074

44.797

214.142

-1.543

2006

37.133

38.748

225.207

1.357

2007

60.920

61.656

239.801

-718

2008

67.467

69.661

262.308

-3.361

2009*

84.184

85.230

298.524

-17.054

Σύνολα

451.084

485.835

-15.272

* Εκτιμήσεις Προϋπολογισμού 2010.

** Το Πρωτογενές Αποτέλεσμα (πλεόνασμα ή έλλειμμα) ισούται με την αφαίρεση των μη πιστωτικών εσόδων του δημοσίου από τις πρωτογενείς δαπάνες, οι οποίες είναι όλα τα έξοδα του δημοσίου εκτός από τις δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Πηγή: Επεξεργασία Ισολογιστικών στοιχείων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους 2000-2008. Το Πρωτογενές Αποτέλεσμα από την Τράπεζα της Ελλάδος, Στατιστικό Δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας, διάφορα τεύχη.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει ακόμη και ο πιο αδαής, ο πίνακας αυτός συντάχθηκε όχι από τα στοιχεία των Εισηγητικών Εκθέσεων του Προϋπολογισμού των ετών που αναφέρονται – με εξαίρεση το 2009 –  αλλά από την επεξεργασία των στοιχείων των Ισολογισμών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Δηλαδή αθροίζοντας έναν προς έναν τους κωδικούς των Ισολογισμών δημόσιου χρέους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Για όσους δεν γνωρίζουν οφείλουμε να πούμε ότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους καταρτίζει ετήσια Ισολογισμούς σε σχήμα «Τ» όπου στη μια μεριά καταγράφονται όλες οι δαπάνες για τα δάνεια του δημοσίου και από την άλλη όλα τα νέα δάνεια που συνάπτει το κράτος εντός του έτους. Η άθροιση έγινε με βάση τις πρωτογενείς καταγραφές του Ισολογισμού κωδικό προς κωδικό. Μιλάμε για εκατοντάδες κωδικούς κατ’ έτος και επομένως για πολλές χιλιάδες αθροίσεις που έγιναν για να υπάρξει αυτή η εκτίμηση για όλα τα χρόνια του πίνακα.

Μόνη εξαίρεση του πίνακα είναι το 2009, για το οποίο την εποχή που έκανα τους υπολογισμούς δεν υπήρχαν ακόμη τα διαθέσιμα στοιχεία κωδικό προς κωδικό. Γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκαν οι εκτιμήσεις του Προϋπολογισμού.

Ο τρόπος αυτός, αν και εξαιρετικά χρονοβόρος και ιδιαίτερα κοπιώδης για όποιον τον επιχειρήσει, είναι κατά τη γνώμη μας ο πιο αξιόπιστος για να εκτιμηθεί κυρίως η έκταση του νέου δανεισμού κατ’ έτος, αλλά και οι συνολικές δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σ’ αυτά τα στοιχεία και στα άλλα που έχουμε παρουσιάσει από άλλες πηγές, οφείλονται σε πιθανά λογιστικά λάθη στους υπολογισμούς που έκανε ο γράφων και είναι κάτι παραπάνω από πρόθυμος να αναγνωρίσει, αλλά και στον διαφορετικό τρόπο εγγραφής των στοιχείων από τις διαφορετικές υπηρεσίες.

Ορισμένοι, άλλοι καλοπροαίρετα, άλλοι λόγω άγνοιας και άλλοι γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να βρουν κάτι να πουν, αναρωτήθηκαν γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη συνολική εξυπηρέτηση και το νέο δανεισμό, αφενός και αφετέρου, ανάμεσα στα πιστωτικά υπόλοιπα της δεκαετίας. Με άλλα λόγια, γιατί σύμφωνα με τον πίνακα 3 η διαφορά ανάμεσα στις πληρωμές δανείων και το νέο δανεισμό είναι γύρω στα 40 δις ευρώ, όταν η διαφορά ανάμεσα στα πιστωτικά υπόλοιπα της δεκαετίας είναι κοντά στα 155 δις ευρώ. Η απάντηση είναι απλή. Πέρα από τα όποια δικά μου λάθη στους υπολογισμούς, που δεν αρνούμαι να αναγνωρίσω προκαταβολικά, ο αναγνώστης δεν πρέπει να ξεχνά ότι υπάρχουν αρκετά ομόλογα ή άλλοι τίτλοι που έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από δεκαετία και έτσι συμβάλουν στο πιστωτικό υπόλοιπο δυσανάλογα από την ετήσια κίνηση του λογαριασμού τους. Όπως επίσης υπάρχουν και δάνεια που δεν κινήθηκαν σχεδόν καθόλου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας. Πρόκειται κυρίως για συμφωνίες swap, ειδικές εκδόσεις ομολόγων, κοκ για τις οποίες οι κυβερνήσεις αρνούνται να δώσουν αναλυτικά στοιχεία. Αυτά επιβαρύνουν το γενικό πιστωτικό υπόλοιπο, δίχως να εμφανίζουν ετήσια κίνηση. Γι’ αυτό και υπάρχει αυτή η διαφορά.

Αν κ. Καλλωνιάτης έμπαινε στον κόπο να επαναλάβει τους υπολογισμούς αυτούς και να με διορθώσει, τότε στ’ αλήθεια θα του ήμουν ευγνώμων! Θα ήμουν ο πρώτος που θα αναγνώριζα τα λάθη μου, αλλά που τέτοια τύχη. Στο περίεργο είδος αριστεράς που ανήκει και ο κ. Καλλωνιάτης, έχει κυριαρχήσει η πιο μεγάλη προχειρότητα, η πιο απλοϊκή μετριότητα και η λατρεία της ήσσονος προσπάθειας, η οποία συνοδεύεται πάντα από μια βαθιά απέχθεια στη σοβαρή δουλειά και στην επίπονη συστηματική αναζήτηση των αληθινών δεδομένων ενός προβλήματος.

 

Όταν το ένα δεν έχει σχέση με το άλλο, αλλά πρέπει να δημιουργηθούν εντυπώσεις…

 

Όπως και να ‘χει όμως ακόμη και ο κ. Καλλωνιάτης θα μπορούσε να καταλάβει – αν βέβαια ήταν στοιχειωδώς καλοπροαίρετος – ότι άλλο το 77 δις και άλλο το 84 δις ευρώ εξυπηρέτηση που δίνουν οι δυο διαφορετικοί πίνακες και έχουμε εξηγήσει πιο πάνω από πού βγαίνουν. Όσο για το 61% που βγάζει ο ίδιος τι να πει κανείς; Προσέξτε τι κάνει: αθροίζει τα τοκοχρεωλύσια του δικού μας πίνακα 1 (297 δις ευρώ) και τα διαιρεί με το 490 δις ευρώ που προσεγγιστικά δίνεται από τον δικό μας πίνακα 3 ως νέο δανεισμό της δεκαετίας 2000-2009. Του διαφεύγουν όμως δυο λεπτομέρειες:

Πρώτο: Στα 490 δις ευρώ περιλαμβάνεται και το σύνολο των βραχυπρόθεσμων τίτλων που έχει εκδώσει το κράτος και για τα οποία γίνεται όλη η φασαρία. Τι έγινε η «αυτοακύρωση» για την οποία μιλούσε ο κ. Καλλωνιάτης; Ή μήπως ισχύει μόνο όταν πρόκειται να κάνει κριτική σ’ εμένα, αλλά δεν ισχύει όταν κάνει τις πράξεις αυτός; Βλέπετε ο κ. Καλλωνιάτης μπορεί να αφαιρεί ή να προσθέτει τους βραχυπρόθεσμους τίτλους κατά πώς τον βολεύει κάθε φορά. Αρκεί να πετύχει τον σκοπό του.

Δεύτερο: Το περίφημο 97% δεν βγαίνει από την διαίρεση της εξυπηρέτησης με το νέο δανεισμό. Επειδή γνωρίζουμε ότι τα καταγραμμένα στοιχεία εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους δεν είναι πλήρη, υπολογίσαμε το ποσοστό αναχρηματοδότησης από το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα της δεκαετίας, όπως το παρουσιάζει ο πίνακας 3. Αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 3,1% των 485 και πλέον δις ευρώ του νέου δημόσιου δανεισμού στη δεκαετία. Αν λοιπόν μόλις το 3% του νέου δανεισμού στη δεκαετία κάλυψε το πρωτογενές έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, το υπόλοιπο 97% που πήγε; Θέλει ιδιαίτερη ευφυΐα για να αντιληφθεί κανείς ότι πήγε για να καλύψει παλιότερα δάνεια;

Ακόμη κι αν υποθέσει κανείς ότι τα πρωτογενή ελλείμματα δεν είναι πλήρη, ότι καταγράφονται υποτιμημένα, κοκ, αλλάζει μήπως η εικόνα; Ακόμη κι αν υποθέσουμε αυθαίρετα πως το συνολικό πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα της δεκαετίας είναι τριπλάσιο από αυτό που αποτυπώνεται στον πίνακά μας, τι θα συμβεί; Ακόμη κι έτσι αντιστοιχεί στο 9,3% του συνολικού νέου δανεισμού της δεκαετίας, ενώ το υπόλοιπο 90,7% πήγε για να καλύψει παλιότερα δάνεια.

Ελπίζω ο αναγνώστης να κατανόησε αυτό που φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται ο κ. Καλλωνιάτης. Ακόμη κι αν ξεχνούσαμε αυτά που ξέρουμε και αποδεχόμασταν την υπόθεση του «λογιστικού λάθους», με την οποία ξεκινάει ο κ. Καλλωνιάτης, το 97% δεν έχει καμμιά σχέση μ’ αυτό. Έχει υπολογιστεί με βάση αφενός το σύνολο του νέου δανεισμού της δεκαετίας 2000-2009 – που αποδέχεται ο κ. Καλλωνιάτης ως βάση και των δικών του υπολογισμών – και αφετέρου το συνολικό πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα της ίδιας περιόδου.

Τότε προς τι όλος ο καυγάς; Μα είναι απλό. Έπρεπε πάση θυσία να πληγεί η αξιοπιστία της πρότασης για μη αναγνώριση και άρνηση του χρέους και επειδή δεν μπορούν να την αντικρούσουν με λογικά επιχειρήματα, πέραν της γνωστής επίσημης κινδυνολογίας, και ο υποφαινόμενος, όπως αναφέρει ο ίδιος ο κ. Καλλωνιάτης, «είναι ίσως ο βασικός θεμελιωτής της πρότασης για παύση πληρωμών-έξοδο από το ευρώ-άρνηση χρέους», έπρεπε οπωσδήποτε να βρεθεί ένα λάθος στα οικονομικά στοιχεία που παραθέτει και πάνω τους θεμελιώνεται η όλη πρόταση.

Και μάλιστα να βρεθεί τώρα. Γιατί όπως ομολογεί εμμέσως πλην σαφώς πάλι ο κ. Καλλωνιάτης η πρόταση περπατάει και περπατάει πλατιά όχι μόνο στην αριστερά, αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία: «Οφείλω να διευκρινίσω πως τόσο καιρό δεν αποφάσιζα να σχολιάσω αυτό που, εγώ τουλάχιστον, θεωρώ λογιστικό λάθος του κ. Καζάκη γιατί δεν φανταζόμουν πως θα μπορούσε να υιοθετηθεί και να αναπαραχθεί σε τόση μεγάλη έκταση στον διάλογο της αριστεράς και γιατί, φυσικά, υπήρχαν πολύ σημαντικότερα πράγματα να καταπιαστεί κανείς.  Όταν, όμως, ένα λάθος προβάλλεται σαν ύψιστη αλήθεια και γίνεται σημαία προπαγανδιστικής καμπάνιας, τότε ο κίνδυνος να γίνει μπούμερανγκ στον αγώνα για την κοινωνική αυτοσυνείδηση και χειραφέτηση αποκτά διαστάσεις που δεν πρέπει νομίζω να παραγνωρισθούν.»

Βλέπετε πόσο ψυχοπονιάρης είναι ο κ. Καλλωνιάτης; Μας λυπόταν τόσο καιρό και δεν μας διόρθωνε, αλλά τώρα που «προβάλλεται σαν ύψιστη αλήθεια και γίνεται σημαία προπαγανδιστικής καμπάνιας» τον έζωσαν τα φίδια. Γι’ αυτό και ούτε αυτός, ούτε οι φίλοι του πρόκειται να βρουν το θάρρος, την παρρησία και την προσωπική εντιμότητα να δεχτούν λογικά επιχειρήματα, όσο ακράδαντα κι αν είναι, ούτε να ομολογήσουν το λάθος τους ότι κι αν πούμε, ότι κι αν συμβεί. Θα συνεχίσουν το ίδιο βιολί και θα ανακαλύπτουν «λάθη» εκεί που δεν υπάρχουν μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούν να πλήξουν αλλιώς την πρόταση που έχουμε καταθέσει.

 

Πώς μια «αθώα» κριτική γίνεται πρόστυχη…

 

Όπως είδαμε, η κριτική του κ. Καλλωνιάτη δεν είναι μόνο γεμάτη λαθροχειρίες και παραποιήσεις στοιχείων, αλλά γίνεται και πολιτικά πρόστυχη όταν αναφέρει: «Το επιχείρημα αυτό [του 97%, ΔΚ] επανέλαβε τακτικά σε άρθρα του ο κ. Καζάκης, και υιοθέτησαν πολλοί άλλοι (από τον κ. Τόλιο του ΣΥΝ σε εισηγήσεις του, ως τον κ. Σ. Χριστακόπουλο στο πρόσφατο εύστοχο πόνημά του «Η ομοιοπαθητική της διαφθοράς», Ποντίκι, 14/9). Το πρόβλημα είναι πως το επιχείρημα είναι πολύ βολικό για να είναι αληθινό.» Προφανώς ο κ. Καλλωνιάτης θεωρεί εκτός εμού του ιδίου, αλλά και όλους όσους έχουν υιοθετήσει τη λογική και τα στοιχεία της πρότασης, αφελείς, ανίδεους και ηλίθιους. Γιατί πώς είναι δυνατόν να υιοθετούν ένα επιχείρημα χωρίς να το έχουν τσεκάρει, χωρίς να είναι σίγουροι ότι έχει βάση; Αυτή η πρόστυχη αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα δεν είναι τυχαία. Επιχειρεί να διευκολύνει τον εσωκομματικό αγώνα της παρέας του μέσα στον ΣΥΝ, λεκιάζοντας τις απόψεις του Τόλιου και του Χριστακόπουλου που φαίνεται να έχουν απήχηση στις γραμμές του, αλλά και ευρύτερα.

Έτσι επιδιώκει να πετύχει μ’ έναν σμπάρο δυο τριγώνια. Μόνο που κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια. Αντί να κάτσει να σκεφτεί γιατί τα φιλαράκια του τον σπρώχνουν να εκτεθεί ισχυριζόμενος ανοησίες περί «λογιστικού λάθους», πήρε σβάρνα χωρίς καν να κάνει τον κόπο να ελέγξει στοιχειωδώς τον ισχυρισμό του. Μα καλά για τόσο χαζούς μας πέρασε. Να αναλύουμε ένα ζήτημα που ξέρουμε εκ των προτέρων ότι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων ειδικά στον χώρο όπου δημοσιεύτηκε αρχικά, χωρίς να έχουμε διπλοτσεκάρει τα δεδομένα μας;

Αν είχε δράμι μυαλό και λίγη καλή θέληση το όλο ζήτημα θα είχε επιλυθεί με ένα απλό τηλεφώνημα, ή με ένα email. Θα γλύτωνε κι αυτός τον διασυρμό. Αλλά, όπως είπαμε, έπρεπε πάση θυσία να χτυπηθεί ύπουλα η πρόταση. Κι ενώ τα φιλαράκια του λουφάζουν στις κρυψώνες τους και δεν τολμούν να αντιπαρατεθούν δημόσια – μιας και κάθε φορά που το επιχείρησαν τους βγήκε ξινό – βρήκαν τον κ. Καλλωνιάτη να το κάνει. Μπορεί να προσφέρθηκε εθελοντικά και ο ίδιος. Όλα μπορεί να τα περιμένει κανείς από έναν παλιό θαυμαστή του Σημιτικού εκσυγχρονισμού, που μόλις πριν λίγους μήνες ανακάλυψε ξανά την αριστερά. Έστω και στην πολύ λάιτ εκδοχή της. Μόνο και μόνο για να μην επιτρέψει την εξάπλωση του μιάσματος της άρνησης του χρέους και της εξόδου από το ευρώ.

Αυτός και ο κ. Τσίπρας, ο οποίος αποδείχτηκε πολύ πιο άσχετος και ανόητος απ’ ότι δείχνει εκ πρώτης όψεως, μιας και δέχεται να παπαγαλίσει ότι του σφυρίζουν στ’ αυτί. Θυμηθείτε τη σοφή ρήση του ότι η χρεωκοπία είναι παραμύθι χωρίς δράκο, που τον έβαλαν να την κάνει αμέσως μετά τη δημοσίευση του άρθρου μου στην Αυγή. Πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα που μαζί με τον κ. Καλλωνιάτη ανακάλυψαν το «λογιστικό λάθος» στο ίδιο άρθρο. Θυμηθείτε τις δηλώσεις του ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς το χρέος, ή τις άλλες ανοησίες που ψελλίζει κάθε φορά που αναγκάζεται να αναφερθεί στο δια ταύτα. Θυμηθείτε ότι είναι ο μόνος επίσημος εκπρόσωπος της αριστεράς που έχει υιοθετήσει κατά γράμμα τη θέση των αγορών για το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, δηλαδή την αναδιάρθρωση. Κατά τ’ άλλα πλασάρεται για αριστερός. Της οδού Βαλαωρίτου, ίσως.

 

Γιατί εμφανίζεται να συμφωνεί, όταν είναι προφανές ότι διαφωνεί;

 

Όμως, ο μέγας τιμωρός, όχι ο Νομάρχης Ψωμιάδης, αλλά ο κ. Καλλωνιάτης, αυτός ο Ραδάμανθυς της Αριστεράς, διακατέχεται από τόση μεγαθυμία ώστε να αναγνωρίσει και σε εμένα τον άμυαλο που τόλμησα να τα βάλω με τέτοιες διάνοιες, τα εξής: «Σημαίνουν οι παρατηρήσεις αυτές πως δεν ισχύουν τα περί χρεοκοπίας και ανάγκης διαγραφής μεγάλου μέρους του χρέους; Ασφαλώς όχι. Αυτά ισχύουν, αλλά για άλλους λόγους που δεν προκύπτουν από τους πίνακες του κ. Καζάκη και έχουν να κάνουν με τέσσερις παράγοντες (ύψος χρέους, πρωτογενές ισοζύγιο, ύψος και τάση επιτοκίου, μεταβολή ΑΕΠ) ο αλγεβρικός συνδυασμός των οποίων προσδιορίζει στην ελληνική περίπτωση το αδιέξοδο της σημερινής κατάστασης και της πολιτικής του Μνημονίου που τη συντηρεί.»

Τρία πουλάκια κάθονται. Αυτό μόνο αξίζει να σχολιάσει κανείς στα παραπάνω. Μα θα πείτε, δεν είναι καλό που ο κ. Καλλωνιάτης παραδέχεται ότι έχω δίκιο για την χρεωκοπία, ειδικά όταν τα φιλαράκια του (Δραγασάκης, Σταθάκης, Τσακαλώτος, Μηλιός και Σία) ακόμη και σήμερα αγωνίζονται να πείσουν ότι δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο, εκτός ίσως από μια σκοτεινή συνωμοσία κακών κυβερνήσεων και ακόμη πιο κακών κερδοσκόπων που στρέφεται μάλιστα και εναντίον της αυτού μεγαλειότητος του ευρώ, ή μια «κρίση κεφαλαίου» που δεν αφορά την εργατική τάξη; Είναι δώρο, άδωρο. Γιατί ο κ. Καλλωνιάτης επιχειρεί να κρύψει πίσω από μια παραδοχή για την οποία σήμερα βοά σύσσωμη η ίδια η πραγματικότητα δυο λαθροχειρίες:

Πρώτο: Το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είναι υπέρ της μονομερούς διαγραφής μεγάλου μέρους του δημόσιου χρέους, αλλά υπέρ της αναδιάρθρωσης με «κούρεμα». Πράγμα εντελώς διαφορετικό. Η αναδιάρθρωση με «κούρεμα» είναι αυτό που ζητάνε επίσημα τα επενδυτικά κεφάλαια και μάλιστα τα πιο κερδοσκοπικά (Hedge και Vulture Funds) τα οποία ξέρουν πώς να κερδίζουν από την «συντεταγμένη πτώχευση» μιας χώρας.

Δεύτερο: Ο «αλγεβρικός συνδυασμός» που επικαλείται είναι μια μπούρδα που έχει αντιγράψει από τα εγχειρίδια του νεοφιλελευθερισμού. Άλλωστε αυτά είναι και τα κριτήρια που χρησιμοποιεί επίσημα το ΔΝΤ, η τρόικα, αλλά και οι κυβερνήσεις που μας οδήγησαν στη σημερινή χρεωκοπία και το αδιέξοδο.

Το ύψος του χρέους, το πρωτογενές ισοζύγιο του κρατικού προϋπολογισμού, το ύψος και η τάση του επιτοκίου, καθώς και η μεταβολή του ΑΕΠ, είναι παράγοντες που μπορεί να επιδρούν στον ένα ή στον άλλο βαθμό στη γενικότερη κατάσταση του δημόσιου χρέους, αλλά δεν είναι αυτοί που καθορίζουν τη δυναμική του. Ούτε το αν θα χρεοκοπήσει ένα κράτος. Τι είναι εκείνο που καθορίζει το αν ένα χρέος οδηγεί στη χρεωκοπία ή όχι; Δεν χρειάζεται να είναι κανείς γνώστης των οικονομικών για να αντιληφθεί ότι το καθοριστικό είναι η εξυπηρέτηση του χρέους. Ότι ισχύει για ένα νοικοκυριό, ή μια επιχείρηση, ισχύει και για το κράτος. Αυτό που μετρά κανείς για να κρίνει τις προοπτικές του χρέους είναι η δυνατότητά του να το εξυπηρετήσει.

Αν έχει οδηγηθεί σε μια κατάσταση όπου πρέπει να δανείζεται για να εξυπηρετεί τα παλιότερα χρέη, τότε βρίσκεται αμετάκλητα σε χρεωκοπία, είτε βρίσκει να του δανείσουν εκ νέου, είτε όχι, είτε πετυχαίνει χαμηλό επιτόκιο, είτε όχι. Αυτό έχει συμβεί και με το δημόσιο χρέος της Ελλάδας. Αυτό αποδεικνύει το 97% των νέων δανείων που πάνε για την κάλυψη των παλιών χρεών του κράτους και το οποίο έχει καθίσει τόσο άσχημα στο λαιμό του κ. Καλλλωνιάτη.

Η τεχνική του κ. Καλλωνιάτη είναι γνωστή από παλιά. Αντί να κάνει τον κόπο να αποδείξει τις δικές του θέσεις και τη δική του λογική, επιχειρεί να προσβάλει την αντίπαλη τεκμηρίωση. Συμφωνούμε στα συμπεράσματα, λέει, αλλά διαφωνούμε στη μεθοδολογία προσέγγισης γιατί ο κ. Καζάκης έχει κάνει σοβαρό «λογιστικό λάθος». Έτσι καθώς υποτίθεται ότι καταρρέει η αξιοπιστία της αντίπαλης άποψης, μπορεί να περάσει χωρίς πολλά-πολλά τη δική του λογική ως τη μόνη σωστή, έστω κι αν δεν έχει εμφανίσει ούτε δείγμα απόδειξης, αλλά και χωρίς να ομολογήσει ότι ταυτίζεται απόλυτα με την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη αντίληψη.

 

Πώς φτάσαμε στη χρεοκοπία και τι μπορεί να γίνει με το χρέος

 

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κανένα σημείο επαφής και συμφωνίας ανάμεσα στις απόψεις που υπερασπίζομαι και στις απόψεις του κ. Καλλωνιάτη. Ούτε καν στο επίπεδο των παραδοχών. Ξεκινάμε από εντελώς διαφορετικές ταξικές, κοινωνικές και πολιτικές αφετηρίες ακόμη και στο επίπεδο της μεθοδολογίας. Εμένα με ενδιαφέρει να δω πώς θα διασωθεί η χώρα από τη χρεωκοπία για να μπορέσει ο λαός και η εργατική τάξη να σταθούν στα πόδια τους και να ξεκινήσουν μια νέα πορεία. Αυτόν τον ενδιαφέρει πρώτα και κύρια να μην πληγεί η ΕΕ και το ευρώ. Πρόκειται για δυο ριζικά διαφορετικούς κόσμους, οι οποίοι δεν συναντώνται πουθενά εκτός από το πεδίο της αναμέτρησης.

Ακόμη και ο τρόπος που κατανοούν αυτοί οι δυο κόσμοι την επιβάρυνση του δημόσιου χρέους είναι ριζικά διαφορετικός. Αν ξεκινάς από τη σκοπιά των δανειστών και το μόνο που σε απασχολεί είναι τι μπορεί να πετύχεις μέσα από μια συμφωνία μαζί τους, τότε είναι λογικό να σε απασχολεί το ύψος του δημόσιου χρέους στο ΑΕΠ και το επιτόκιο δανεισμού. Όμως ο δανειστής δεν νοιάζεται για το πού θα βρεθούν τα λεφτά για να εξυπηρετηθεί το χρέος, ούτε τον ενδιαφέρει αν προέρχονται από το υστέρημα του λαού και της οικονομίας. Γι’ αυτό και το κριτήριο όλων εκείνων που μιλάνε για αναδιάρθρωση με «κούρεμα» του δημόσιου χρέους είναι η υφιστάμενη υποχώρηση της τρέχουσας αξίας των ελληνικών ομολόγων στην αγορά.

Όλοι οι περισπούδαστοι αυτοί αναλυτές μιλάνε για ρύθμιση του χρέους μέσα από μια μείωσή του της τάξης του 10, 20, 30, 40, 50%, ανάλογα από το τι θα βγάλει η διαπραγμάτευση με τους ομολογιούχους. Κανένας όμως από δαύτους δεν μπήκε στον κόπο να υπολογίσει και να μας πει πόση εξυπηρέτηση χρέους μπορεί να αντέξει η ελληνική οικονομία και ο κρατικός προϋπολογισμός στην παρούσα κατάστασή τους. Πόση εξυπηρέτηση χρέους μπορούν να αντέξουν χωρίς να οδηγηθούμε στη λιτότητα, τις περικοπές και τα ξεπουλήματα αφενός και αφετέρου στον φαύλο κύκλο ενός νέου δανεισμού; Κανείς, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει μπει στον κόπο να κάνει και να μας παρουσιάσει τέτοιους υπολογισμούς.

Κι όμως η ουσία του όλου ζητήματος είναι ακριβώς εκεί. Πώς μπορούμε να αποφασίσουμε πόσο δημόσιο χρέος στο ΑΕΠ είναι σε θέση να αντέξει η ελληνική οικονομία και ο κρατικός προϋπολογισμός, αν δεν βρούμε πρώτα το μέγεθος της εξυπηρέτησης στο οποίο μπορούν να ανταποκριθούν χωρίς να συνθλίβουν τα λαϊκά εισοδήματα, να συμπιέζουν την εσωτερική αγορά, να περικόπτουν διαρκώς κρίσιμες δαπάνες για την κοινωνία και την οικονομία; Ο λόγος που δεν το κάνουν αυτό όσοι μιλούν για αναδιάρθρωση με «κούρεμα» είναι γιατί πολύ απλά δεν τους καίγεται καρφί. Νοιάζονται μόνο για τη «χασούρα» των δανειστών, αν δεν είναι πράκτορες των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό και μιλάνε για το τι είναι «δίκαιο» να περικοπεί από το δημόσιο χρέος και τι δεν είναι με βάση μια πιθανή συμφωνία μαζί τους. Κουβέντα για το αν η όποια «δίκαιη» συμφωνία τους μπορεί να εξυπηρετηθεί από την ελληνική οικονομία και το κράτος χωρίς να γυρίσουμε ξανά μανά στα ίδια: λιτότητα και πάλι λιτότητα, μαζί με νέα δάνεια για να πληρωθούν τα παλιά δάνεια.

Για να γίνει κατανοητό αυτό που λέμε, ας δούμε τα υπάρχοντα στοιχεία. Από πού προκύπτει ότι η χώρα έχει οδηγηθεί σε χρεωκοπία; Όπως είπαμε από το βάρος της ετήσιας εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Οι δυο πιο συνήθεις δείκτες με βάση τους οποίους μετριέται αυτή η επιβάρυνση είναι συγκρινόμενη με τις εισπράξεις από τις εξαγωγές της οικονομίας και με το σύνολο των δημοσίων εσόδων. Έτσι το 2009 με συνολική εξυπηρέτηση δημόσιου χρέους 84 δις ευρώ, οι εισπράξεις από τις εξαγωγές (εμπορεύματα + υπηρεσίες) ανήλθαν σε 42,2 δις ευρώ, ενώ το σύνολο των δημοσίων εσόδων στα 55,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ανήλθε σχεδόν στο διπλάσιο των εισπράξεων από τις εξαγωγές της χώρας και σχεδόν στο 150% των δημοσίων εσόδων.

Αν τώρα πάρουμε τις αντίστοιχες εκτιμήσεις για ολόκληρη τη δεκαετία του 2000-2009, τότε τι έχουμε; Με συνολική εξυπηρέτηση 450 δις ευρώ περίπου, είχαμε για την ίδια περίοδο σύνολο δημοσίων εσόδων γύρω στα 477 δις ευρώ. Έτσι η συνολική εξυπηρέτηση του τρέχοντος δημόσιου χρέους ανήλθε στο 94% του συνόλου των δημοσίων εσόδων της δεκαετίας. Την ίδια περίοδο το σύνολο των εισπράξεων της ελληνικής οικονομίας από τις εξαγωγές της (εμπορεύματα + υπηρεσίες) ανήλθαν σχεδόν στα 400 δις ευρώ. Επομένως η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ανήλθε στο 112% των εισπράξεων από το σύνολο των εξαγωγών της δεκαετίας. Με αυτούς τους δείκτες εξυπηρέτησης το δημόσιο χρέος στο τέλος της δεκαετίας (31/12/2009) έφτασε να είναι περίπου 300 δις ευρώ, ή το 125% του ΑΕΠ.

Πόσο πρέπει να κατέβει η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ώστε να πάψει αφενός η λιτότητα και αφετέρου να σπάσει ο κύκλος του νέου δανεισμού; Κανείς δεν έχει απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα απ’ όσους μιλάνε για αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα», ή για διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους. Στη δεκαετία του ’80 οι μελέτες για το χρέος είχαν δείξει ότι μια οικονομία του επιπέδου των χωρών της Λατινικής Αμερικής, όπως Χιλή, Αργεντινή, Βραζιλία, Μεξικό, μπορεί να αντέξει μια εξυπηρέτηση της τάξης του 10% έως 20% επί των εξαγωγών. Αν πάρουμε αυτό το μέτρο και το εφαρμόσουμε στην ελληνική οικονομία με βάση τα δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας, θα διαπιστώσουμε τα εξής: Για να κατέβει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στο 20% επί των εισπράξεων από τις εξαγωγές, θα πρέπει το συνολικό δημόσιο χρέος να πέσει στο 22% του ΑΕΠ από 125% που ήταν στο τέλος του 2009. Για την εξυπηρέτηση αυτού μειωμένου δημόσιου χρέους θα απαιτείται το λιγότερο ένα 4% του ετήσιου ΑΕΠ με την προϋπόθεση ότι οι ρυθμοί μεταβολής του θα είναι τουλάχιστον οι ίδιοι της τελευταίας δεκαετίας.

Που θα βρεθεί αυτό το 4% του ετήσιου ΑΕΠ; Είτε μέσα από ένα πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού, το οποίο κάθε χρόνο θα πρέπει να είναι τουλάχιστον τόσο. Είτε, στην περίπτωση κρατικού ελλείμματος, μέσα από νέο δανεισμό, ο οποίος για να μην οδηγήσει σε έναν νέο φαύλο κύκλο υπερχρέωσης θα πρέπει να πληροί δυο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: Αφενός, να γίνεται σε εθνικό νόμισμα και όχι σε ξένο σκληρό συνάλλαγμα, όπως είναι το ευρώ, ή άλλο παγκόσμιο νόμισμα από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Κι αφετέρου, να αντλείται από την εσωτερική αγορά όπου η εθνικοποίηση των μεγαλύτερων τραπεζών που κατέχουν τον βασικό όγκο της αγοράς, αλλά και της κεντρικής τράπεζας, εξασφαλίζει την ρύθμιση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα.

Αν επιχειρήσει κανείς να ανεβάσει τον πήχη στο 40% του υπάρχοντος δημόσιου χρέους, τότε θα πρέπει να εξασφαλίζει γύρω στο 8% ετήσια από το ΑΕΠ της χώρας για την εξυπηρέτησή του. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι το ΑΕΠ γνωρίζει ρυθμούς μεταβολής τουλάχιστον της προηγούμενης δεκαετίας. Βέβαια η άντληση αυτού του 8% από τον κρατικό προϋπολογισμό, ή από την εγχώρια τραπεζική αγορά, μάλλον θα αποτελέσει πρόβλημα έστω και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες. Όποια σενάρια υπολογισμών και να κάνει κανείς σε παρόμοια συμπεράσματα θα καταλήξει.

Για να μπορέσει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους της χώρας να πέσει σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε να είναι υποφερτή για την οικονομία και τον προϋπολογισμό, χωρίς λιτότητες, περικοπές ζωτικών δαπανών και ξεπουλήματα, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να πληροί τις εξής βασικές προϋποθέσεις:

 Πρώτο: Μονομερής διαγραφή άνω του 80% του υπάρχοντος δημόσιου χρέους.

Δεύτερο: Έξοδος από το ευρώ και εισαγωγή εθνικού νομίσματος.

Τρίτο: Εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών με πρώτη την Τράπεζα της Ελλάδος.

Σε κάθε άλλη περίπτωση η χώρα είναι αδύνατον να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο του δημόσιου χρέους, ακόμη κι αν το «κουρέψει» σε μεγάλο ποσοστό. Θα παραμείνει αιχμάλωτη των εξωτερικών και των εσωτερικών ελλειμμάτων και εξαρτημένη από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Βέβαια το πραγματικό ερώτημα είναι το εξής: Μπορεί στ’ αλήθεια μια οικονομία με τους πόρους της ήδη κατασπαταλημένους και λεηλατημένους να προχωρήσει γρήγορα σε παραγωγική ανασυγκρότηση, η οποία απαιτεί πολλαπλάσιες επενδύσεις και δαπάνες από το δημόσιο, έχοντας ταυτόχρονα να εξυπηρετεί έστω κι αυτό το 4% ή έστω ένα ακόμη μικρότερο ποσοστό επί του ΑΕΠ; Κατά τη γνώμη μου όχι. Τουλάχιστον για μια δεκαετία η ελληνική οικονομία, αφού πρώτα ξεφύγει από το δόκανο του ευρώ, θα χρειαστεί ότι έχει και δεν έχει από άποψη χρηματοδοτικών πόρων προκειμένου να πετύχει την παραγωγική της ανασυγκρότηση. Όχι μόνο δεν θα της περισσεύει τίποτε, αλλά θα χρειαστεί πρόσθετους πόρους από το εξωτερικό για να εξασφαλίσει τεχνογνωσία, τεχνολογία και εφαρμογές για μια σύγχρονη ανάπτυξη της δικής της παραγωγής.

Εδώ βρίσκεται και η διαφορά της μη αναγνώρισης και άρνησης του χρέους από όλες τις άλλες προτάσεις που επικεντρώνονται απλά στη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του. Δεν μιλάμε φυσικά για τις προτάσεις αναδιάρθρωσης του χρέους με «κούρεμα» και μάλιστα εντός του ευρώ, όπως του κ. Καλλωνιάτη, διότι αυτές δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να πρακτορεύουν συγκεκριμένα συμφέροντα των διεθνών δανειστών και των οργάνων τους στο ΔΝΤ, την ΕΕ και την ΕΚΤ. Μιλάμε για προτάσεις που μένουν μόνο στο μέγεθος του δημόσιου χρέους, χωρίς να απαντάνε στο κρίσιμο ερώτημα της εξυπηρέτησης: πόση εξυπηρέτηση μπορεί να σηκώσει η ελληνική οικονομία, ο λαός και τα δημόσια οικονομικά του;

Η διαφορά τους με τη δική μας πρόταση δεν έγκειται όπως παραπλανητικά συχνά λέγεται στο ότι εκείνοι επιζητούν τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους, ενώ εμείς τη διαγραφή ολόκληρου του χρέους. Η αληθινή διαφορά βρίσκεται στο ότι η πρόταση για μη αναγνώριση και άρνηση του δημόσιου χρέους ξεκινά από μια διαφορετική αφετηρία. Ξεκινά από την ανάγκη ανατροπής της σχέσης οφειλέτη-δανειστή υπέρ της χώρας μας. Ξεκινά από την τεκμηρίωση της ανάγκης το κράτος και η χώρα να μην αναγνωρίσει το υπάρχον δημόσιο χρέος, να μην αναγνωρίσει το σύνολο των υποχρεώσεών της, όχι απαραίτητα για να το διαγράψει ολόκληρο, αλλά για να αλλάξει ριζικά τους συσχετισμούς δύναμης με τους δανειστές. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιλέξει η χώρα και ο λαός της ποιο μέρος του χρέους αντέχει να πληρώσει, πότε, υπό ποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ποιο το όφελος. Χωρίς να δυναμιτιστεί η προσπάθεια ανασύνταξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Χωρίς δηλαδή να πάθει ότι και η Αργεντινή, η οποία ενώ διέγραψε το 70% του χρέους της το 2003 αναγνώρισε τις οφειλές της για το 30%, το οποίο έτσι ή αλλιώς δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει ευθύς εξαρχής. Τώρα σέρνεται ξανά πίσω στο κατώφλι του ΔΝΤ.

Ας ξαναγυρίσουμε στον κ. Καλλωνιάτη κι ας τελειώνουμε με τις χοντράδες του. Ο κ. Καλλωνιάτης γκρινιάζει διαρκώς ότι παρουσιάζω στοιχεία που υποστηρίζουν τη λογική μου. Μακάρι να μπορούσα να πω και εγώ το ίδιο γι’ αυτόν και την παρέα του. Τουλάχιστον εγώ παρουσιάζω στοιχεία, ενώ οι κύριοι αυτοί εμφανίζονται μονάχα με ισχυρισμούς που βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στην κινδυνολογία. Έτσι και τα βάλουμε με την ΕΕ και τολμήσουμε να φύγουμε από το ευρώ θα επιπέσουν οι δέκα πληγές του Φαραώ επί της φτωχής Ελλαδίτσας. Η λογική αυτή αποτελεί επιχείρημα, όσο επιχείρημα είναι και η κόλαση για τους αμαρτωλούς στη χριστιανική πίστη.

Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αν μπορεί να επιβιώσει η χώρα χωρίς το ευρώ θα πρέπει πρώτα να απαντήσει στο αν μπορεί να επιβιώσει η χώρα με το ευρώ. Αν έχετε προσέξει όλοι οι απολογητές του ευρώ και της ΕΕ, από τους διατεταγμένους προπαγανδιστές του επίσημου δωσιλογισμού, έως τα βαποράκια τους στην αριστερά, αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι να αναφερθούν στο συγκεκριμένο ερώτημα. Αρκούνται μόνο σε μια απίστευτη καταστροφολογία για το τι δήθεν πρόκειται να γίνει, αν τυχόν η χώρα απαλλαγεί από τον χαλινό του ευρώ.

Ενώ όταν αναγκάζονται να μιλήσουν για το τι μας έχει «προσφέρει» το ευρώ, τότε απογειώνονται από τον μάταιο τούτο κόσμο της κοινής λογικής και αναζητούν καταφύγιο στην νεφελοκοκκυγία του παραλόγου. Εκεί δηλαδή όπου τα εξωτερικά ελλείμματα είναι απόδειξη αναπτυξιακής δυναμικής και όχι παραγωγικής αποσύνθεσης. Εκεί όπου ο υπερδανεισμός, ιδιωτικός και δημόσιος δεν αποτελεί πρόβλημα, ούτε οδηγεί στην χρεωκοπία. Εκεί όπου με την δραχμή είχαμε πολύ περισσότερα αδιέξοδα και προβλήματα, παρά με το ευρώ. Εκεί όπου η άνοδος του ΑΕΠ, του πιο εικονικού δείκτη της οικονομίας, αποτελεί βασικό κριτήριο της οικονομικής ανάπτυξης. Εκεί όπου το να πληρώσει με κάποιο τρόπο ο λαός και η εργατική τάξη το τοκογλυφικό χρέος που έχει συσσωρεύσει η άρχουσα τάξη, είναι ο μόνος δρόμος.

Κι όχι μόνο αυτό. Η ίδια η κρίση του ευρώ και της ευρωζώνης έχει εξαφανιστεί παντελώς από την ανάλυσή τους. Δεν είναι παρά μια απλή παράπλευρη συνέπεια της παγκόσμιας κρίσης, έστω κι αν ο ίδιος ο Τρισέ έχει πει ότι «από τον Σεπτέμβριο του 2008 αντιμετωπίζουμε την πιο δύσκολη κατάσταση από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου – ίσως ακόμη και από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.» (Der Spiegel, 15/5/10) Τι ξέρει ο Τρισέ από ευρώ και κρίση, όταν υπάρχουν αριστεροί σαν τους Καλλωνιάτη, Μηλιό και Λαπατσιώρα, που ξεμπερδεύουν στα γρήγορα με όλα αυτά σαν να ήταν ασήμαντες λεπτομέρειες. Η απολογητική στην οποία ασκούνται οι κύριοι αυτοί κάνει ακόμη και τους Μπαρόζο-Τρισέ να ωχριούν. Όσο για την τερατώδη υπερδιόγκωση των τραπεζών και την επιβολή ενός δημοσιονομικού ολοκληρωτισμού στην ευρωζώνη υπέρ των χρηματαγορών, ούτε που τους απασχολεί. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει μεγαλύτερος «διεθνισμός» από την ολοκληρωτική ισοπέδωση λαών, χωρών και εργατικών τάξεων που εφαρμόζει η ΕΕ σήμερα.

Τέλος θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ένα πράγμα: Αυτός που σε μια τόσο κρίσιμη καμπή της χώρας, του λαού και της εργατικής τάξης αναλαμβάνει να πείσει τον απλό κόσμο ότι μπορεί να κάνει ελάχιστα, ότι δεν μπορεί να πετύχει και πολλά και γενικά ότι δεν μπορεί να αποτινάξει με την πάλη του καταπιεστικά πλαίσια και δεσμά, εδώ και τώρα που το χρειάζεται, που κρίνεται η επιβίωσή του, τότε αυτός δεν ανήκει στην αριστερά. Ότι κι αν δηλώνει, ότι κι αν λέει, ότι κι αν επικαλείται, όποια κι αν είναι η ιστορία του, όσες φορές την ημέρα κι αν προσεύχεται στο μαρξισμό, όσα ευχέλαια κι αν κάνει στην παγκόσμια επανάσταση, όσα καντήλια κι αν ανάβει στον Λένιν, στον Στάλιν ή στον Τρότσκι, όσα πρόβατα κι αν βάφει κόκκινα σαν τον Τραμπάκουλα του Χάρι Κλιν. Δεν αντιπροσωπεύει παρά μια συντηρητική και καθεστωτική δύναμη, μια δύναμη δωσιλογισμού, εθνικής και ταξικής προδοσίας, ανάχωμα και εμπόδιο στην αναγκαία πάλη για τη χειραφέτηση του λαού και της χώρας.

Και με τέτοιες δυνάμεις δεν χωρά διάλογος. Ιδίως σε μια περίοδο όπου η εργατική τάξη, η διανόηση και ο υπόλοιπος λαός καλούνται να δώσουν τη μάχη της ζωής τους. Να με συγχωρούν λοιπόν όλοι οι σ/φοι και φίλοι για τον τρόπο που μεταχειρίζομαι όλους αυτούς τους βολεμένους κυρίους της δήθεν αριστεράς, της δήθεν επιστήμης και της δήθεν αντικειμενικότητας, που σαν τον κ. Μπινιάρη ή σαν τον κ. Καλλωνιάτη έρχονται για να ασκήσουν αφ’ υψηλού κριτική σε πράγματα που δεν σκαμπάζουν μόνο και μόνο για να υπερασπιστούν την κυρίαρχη τάξη και λογική. Καλοπροαίρετος διάλογος ανάμεσα σ’ όσους συνειδητά στρατεύονται σήμερα στην υπηρεσία του λαού, της εργατικής τάξης και των αληθινών συμφερόντων της χώρας και σε όσους πασχίζουν να υπερασπιστούν το άθλιο και χρεοκοπημένο καθεστώς της ευρωενωσιακής υποδούλωσης, δεν μπορεί να υπάρξει. Μόνο ανελέητη πολεμική.   

Ο θυμόσοφος λαός συνηθίζει να λέει, δείξε μου τον φίλο σου για να σου πω ποιος είσαι. Στο λαϊκό κίνημα και περισσότερο στην αριστερά ισχύει πάντα το δείξε μου με ποιον κάνεις «διάλογο» για να σου πω ποιος πραγματικά είσαι. Σε όλες τις εποχές όπου κυριαρχεί η δράση με ιστορικούς όρους, όπου η συνεισφορά καθενός μετριέται πολύ συγκεκριμένα και σε ημερήσια βάση, όπου μέτρο σύγκρισης όχι μόνο για συλλογικότητες, αλλά και για τους μεμονωμένους αγωνιστές είναι οι ανάγκες και οι απαιτήσεις ενός ολόκληρου λαού, βρίσκονται κάποιοι ξεπεσμένοι διανοούμενοι, περιπλανώμενοι παράγοντες και παραγοντίσκοι, ανερχόμενοι αστέρες, αποτυχημένοι γραφειοκράτες των κομματικών μηχανισμών και ιδεολογικοπολιτικά ερείπια μιας άλλης εποχής που κηρύττουν την ανάγκη του «διαλόγου» μέσα στην αριστερά. Την ίδια ακριβώς ώρα που χρειάζονται τεκμηριωμένα αιτήματα για να εμπνεύσουν τη μαζική δράση. Είναι κι αυτό ένα στοιχείο της βαθιάς σήψης και αποσύνθεσης μιας αριστεράς που πρέπει να εκλείψει μια δια παντός, να πεταχτεί στα σκουπίδια, ώστε να ανοίξει ο δρόμος σε μια νέα ρωμαλέα επαναστατική δύναμη που να μπορεί να τεθεί επάξια επικεφαλής του τιτάνιου αγώνα που καλείται να δώσει η εργατική τάξη, ο λαός και η χώρα.

Σε τέτοιους «διαλόγους» όπου οποιοσδήποτε μπορεί να αναβαπτιστεί ως έντιμος αριστερός, προοδευτικός, ή δημοκράτης, σαν να βγήκε μόλις από την κολυμπήθρα του Σιλωάμ, παρά το γεγονός ότι υποστηρίζει ότι πιο αντιδραστικό υπάρχει σήμερα, εγώ προσωπικά δεν πρόκειται να συμμετάσχω. Όπως λέει κι ο λαός μας, καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα.

 

30/9/2010,

Δημήτρης Καζάκης

Ληστρικό χρέος: ή πληρώνεις ή δεν πληρώνεις

Ή πληρώνεις ή… δεν πληρώνεις

 

Του Δημήτρη Καζάκη*

 

 

Ο λογαριασμός του μνημονίου δεν βγαίνει. Το ομολογούν πια ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του. «Κάτι άλλο πρέπει να γίνει» λένε οι πιο… ταγμένοι απολογητές της τρόικας.

Άλλοι προτείνουν ανοιχτά την αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας, εντός φυσικά του ευρώ.

Άλλοι ανακάλυψαν την… «ανάταξη του χρέους», που υποτίθεται ότι είναι κάτι διαφορετικό από την αναδιάρθρωση, έστω κι αν στην πραγματικότητα οι αγορές χρησιμοποιούν την έννοια αυτή για να αποδώσουν το ίδιο ακριβώς πράγμα.

Άλλοι πάλι ανέσυραν την ιστορία του ευρωομολόγου. Όλα αυτά βέβαια έχουν τον ίδιο κοινό παρονομαστή: την ελεγχόμενη ή συντεταγμένη πτώχευση της χώρας.

Οι δυστυχέστεροι όμως όλων είναι όσοι διεξάγουν «αντιμνημονιακό» αγώνα χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να μας πουν τι θα κάνουν με το δημόσιο χρέος.

Θα έχετε προφανώς δει όλους τους επιφανείς υποψηφίους του «αντιμνημονιακού» αγώνα να ζητούν την ψήφο σας. Όλοι, από τους εκλεκτούς της Ν.Δ. έως τους υποψηφίους της επίσημης Αριστεράς και τους «διαφωνούντες» του ΠΑΣΟΚ, εκτοξεύουν μύδρους εναντίον του μνημονίου. Αλλά μέχρι εκεί. Όταν η συζήτηση έρχεται στο διά ταύτα, τότε τα πράγματα αλλάζουν.

Οι εκπρόσωποι της Ν.Δ. καταφεύγουν σε ανέκδοτα περί μηδενισμού του ελλείμματος, για να κρύψουν ότι είναι υπέρ της αναδιάρθρωσης του χρέους και της ελεγχόμενης πτώχευσης της χώρας. Οι άλλοι σφυρίζουν αδιάφορα.

Ορισμένοι ανάγουν τα πάντα στη Δευτέρα Παρουσία της δικής τους χίμαιρας, όπου όλα τα βάσανα του λαού θα βρουν την οριστική λύση τους. Όλα τ’ άλλα ας γίνουν στάχτη και μπούρμπερη, για να μάθει ο λαός πως το μόνο που έχει να κάνει σήμερα είναι να τους ψηφίζει και να τους ακολουθεί τυφλά.

Οι υπόλοιποι είναι σίγουροι ότι μέσα στα ίδια πλαίσια της Ε.Ε. και του ευρώ που μας επέβαλαν το μνημόνιο και τη χρεοκοπία αυτοί θα εφαρμόσουν αναδιανομή εισοδημάτων υπέρ των εργαζομένων, θα κρατικοποιήσουν τις τράπεζες και θα προχωρήσουν στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Και μετά ξύπνησαν. Ή, μάλλον, θα ξυπνήσουν άγαρμπα μετά τις εκλογές.

Όλα αυτά γίνονται για να κρύψουν ότι δεν έχουν καμία πρόταση ουσιαστικά διαφορετική από την κυρίαρχη λογική που εφαρμόζεται μέσω του μνημονίου. Ό,τι και να λένε, το κυρίαρχο ζήτημα ήταν και παραμένει ένα: Τι κάνουμε με το δημόσιο χρέος; Όσο κι αν αποφεύγουν να απαντήσουν, όσο κι αν αναζητούν διέξοδο σ’ έναν ανούσιο, ανέξοδο και ατελέσφορο «αντιμνημονιακό» αγώνα, το ερώτημα αυτό θα συνεχίζει να τους στοιχειώνει. Και σ’ αυτό το ερώτημα – δυστυχώς ή ευτυχώς – δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Ή το πληρώνεις ή δεν το πληρώνεις! Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

 

 

Νέο καρφί στο φέρετρο

 

Το αδιέξοδο που βιώνει ο λαός μας, η χρεοκοπία στην οποία έχει οδηγηθεί το κράτος και η χώρα δεν οφείλεται στο μνημόνιο, αλλά στην αξιωματική παραδοχή ότι η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει πάση θυσία να πληρώνει ένα χρέος από τη φύση του καταχρηστικό, προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας. Ένα χρέος που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί χωρίς να αναζητά το κράτος διαρκώς νέα δάνεια από τη διεθνή αγορά για να πληρώσει τα παλιά. Είναι ποτέ δυνατόν να ξεφύγει από τη χρεοκοπία κάποιος που πρέπει διαρκώς να δανείζεται για να πληρώνει παλιότερα δάνεια;

Επομένως, το κεντρικό πρόβλημα δεν είναι τι θα γίνει με το μνημόνιο. Ούτε αν θα υπάρξει νέο μνημόνιο μεγαλύτερης διάρκειας. Το αληθινό πρόβλημα είναι πώς θα γίνει να απαλλαγούν η χώρα και ο λαός της από το άχθος αυτού του δημόσιου χρέους. Διότι όσο συνεχίζει να αναγνωρίζει το χρέος αυτό ως δικό της, όσο συνεχίζει να το εξυπηρετεί, τόσο θα εντείνονται τα αδιέξοδα και θα δοκιμάζεται η επιβίωσή της. Είτε υπάρχει μνημόνιο είτε δεν υπάρχει.

Ποιο είναι το ζητούμενο του μνημονίου; Να εφαρμοστούν τέτοιες περιοριστικές πολιτικές και «διαρθρωτικές αλλαγές» που θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να κερδίσει ξανά – όπως λέει και ξαναλέει η κυβέρνηση – την εμπιστοσύνη των αγορών. Για να κάνει τι; Να ξαναβγεί στις αγορές με σκοπό να δανειστεί με υποφερτούς όρους και επιτόκια.

Γιατί πρέπει να ξαναβγεί στις αγορές; Για να αναχρηματοδοτήσει το δημόσιο χρέος της. Δηλαδή για να βρει νέα δάνεια προκειμένου να εξυπηρετήσει τα παλιά. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που η Ελλάδα χρειάζεται τις διεθνείς αγορές ομολόγων. Γιατί αυτό δεν αποτελεί ομολογία χρεοκοπίας;

Αν κάποιος έχει βρεθεί στην ανάγκη να δανείζεται για να εξυπηρετεί τα χρέη του, τι είναι αυτό που θα πρέπει να τον ενδιαφέρει; Να βρίσκει διαρκώς νέα δάνεια ώστε να παρατείνει την αδιέξοδη κατάστασή του ή να τελειώνει μια και καλή με το σύνολο των χρεών του; Η κυβέρνηση, όπως και οι οπαδοί των διαφόρων παραλλαγών αναδιάρθρωσης του χρέους, έχουν στόχο το πρώτο. Αδιαφορώντας για το γεγονός ότι κάθε νέο δάνειο που συνάπτει η χώρα στην κατάσταση υπερχρέωσης που βρίσκεται είναι ένα ακόμη καρφί στο φέρετρό της.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χώρα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία έπειτα από μια δεκαετία εξαιρετικά ευνοϊκής προσφυγής στις διεθνείς αγορές ομολόγων, όπου με μέσο σταθμικό ετήσιο κόστος της τάξης του 4% οι επενδυτές κεφαλαίου και οι τράπεζες αγόραζαν ελληνικά ομόλογα ουσιαστικά στα τυφλά. Σ’ αυτό το διάστημα το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας αυξήθηκε κατά 153 δισ. ευρώ, δηλαδή υπερδιπλασιάστηκε. Χρειάστηκε η παγκόσμια κρίση για να αποκαλυφθεί σ’ όλο της το μεγαλείο η χρεοκοπία της χώρας.

Η εφαρμογή του μνημονίου δεν οδήγησε απλώς σε μια δραστική αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου υπέρ των δανειστών της χώρας, αλλά δημιουργεί νέα μεγαλύτερα χρέη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση των ελεγκτών του ΔΝΤ, ο κρατικός προϋπολογισμός, εκτός όλων των άλλων, εμφανίζει σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας ύψους 1,5 δισ. ευρώ. Κι αυτό λόγω κυρίως των αυξημένων αναγκών στήριξης των ντόπιων τραπεζών.

Ακόμη, το πρόβλημα εσόδων που αντιμετωπίζει ήδη ο κρατικός προϋπολογισμός έκανε τον κ. Παπακωνσταντίνου να ομολογήσει σε συνέντευξή του στην Bloomberg TV (15.9) ότι «ενδέχεται να έχουμε κάποια υστέρηση στα έσοδα γιατί η χώρα είναι σε ύφεση». Έτσι επινόησε το ομόλογο της διασποράς, που η κυβέρνηση προτίθεται να πουλήσει σε Έλληνες του εξωτερικού κάνοντας έκκληση στον πατριωτισμό τους. Πρόκειται για λύση απελπισίας.

Το ίδιο και η πρακτική που εισήγαγε η κυβέρνηση με τη μηνιαία έκδοση τριμηνιαίων και εξαμηνιαίων έντοκων γραμματίων ώστε να βρει τα πολυπόθητα έσοδα και να καλύψει τις αυξανόμενες «μαύρες τρύπες». Έτσι, στις 14.9 πούλησε εξαμηνιαία έντοκα γραμμάτια αξίας 1,17 δισ. ευρώ σε επενδυτές – κυρίως τράπεζες του εσωτερικού – με επιτόκιο που έφτασε το 4,82%. Ενώ στις 21.9 πούλησε τριμηνιαία έντοκα γραμμάτια συνολικής αξίας 390 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 3,98%. Αν και σ’ αυτήν την έκδοση εκδήλωσαν ενδιαφέρον κάποιοι ξένοι θεσμικοί επενδυτές, ο κύριος όγκος αγοράστηκε πάλι από τράπεζες του εσωτερικού.

Οι θριαμβολογίες για την υπερπροσφορά που εμφανίστηκε, αλλά και την οριακή μείωση του επιτοκίου των τριμηνιαίων εντόκων σε σχέση με την προηγούμενη φορά, δεν μπορεί να κρύψουν τη δεινή θέση ενός κράτους το οποίο αντιμετωπίζει τέτοιο πρόβλημα ρευστότητας ώστε αναγκάζεται να δανειστεί με βραχυπρόθεσμους τίτλους σε τακτική βάση. Πράγμα που συνιστά εξαιρετικά επαχθή τρόπο δανεισμού. Κι αυτό διότι το ετήσιο κόστος για τα εξαμηνιαία έντοκα γραμμάτια φτάνει το 10%, ενώ για τα τριμηνιαία ξεπερνά το 16%!

 

Θανατηφόρο… φάρμακο

 

Μπορεί να συνεχιστεί έτσι αυτή η κατάσταση; Και βέβαια όχι. Διότι η πηγή του προβλήματος, ο κύριος λόγος που οδηγηθήκαμε στην υπερχρέωση και τη χρεοκοπία, δεν είναι το κρατικό έλλειμμα ούτε η «έλλειψη εμπιστοσύνης των αγορών». Η κύρια πηγή του δημόσιου χρέους είναι τα παραγωγικά και εξωτερικά ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία τη δεκαετία του ευρώ εκτινάχθηκαν στα ύψη και δημιούργησαν αυτό που επίσημα αποκαλείται «κρίση ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό πλέον αναγνωρίζεται από κάθε σοβαρό αναλυτή της σημερινής κρίσης, ακόμη κι όταν δουλεύει για την… ΕΚΤ. Για παράδειγμα, σε μια πρόσφατη ανάλυση του προβλήματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από μια ομάδα οικονομολόγων της ΕΚΤ διαπιστώθηκε η ζοφερή επιδείνωσή του κατά τη διαδικασία ένταξης στο ευρώ και κατόπιν:

«Στην τελευταία υποπερίοδο 1999-2007 παρατηρήθηκε σημαντικό άνοιγμα και επιμονή του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό με τη σειρά του ανέδειξε το ζήτημα της εξωτερικής αειφορίας της Ελλάδας, στα πλαίσια της δυνατότητας η οικονομία της να εξυπηρετήσει μακροπρόθεσμα τις συσσωρευμένες υποχρεώσεις του εξωτερικού χρέους της…

Ένα από τα κύρια ευρήματα είναι το γεγονός ότι η χρηματοπιστωτική φιλελευθεροποίηση που συνέβη στη δεκαετία του 1990 και η διαδικασία της νομισματικής ολοκλήρωσης, που οδήγησε στην υιοθέτηση του ευρώ το 2001, είχαν αποτέλεσμα μια αξιοσημείωτη πιστωτική επέκταση και πτώση στις ιδιωτικές αποταμιεύσεις, συμβάλλοντας σε μια δραστική χειροτέρευση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Στην κατοπινή περίοδο της ένταξης στην Ευρωζώνη η πιστωτική επέκταση και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα» (Current account determinants and external sustainability in periods of structural change, by Sophocles N. Brissimis, George Hondroyiannis, Christos Papazoglou, Nicholas T. Tsaveas and Melina A. Vasardani, Working Paper Series, Νο 1243/ September 2010).

Με απλά λόγια, η πολιτική φιλελευθεροποίησης που ακολουθήθηκε για την προετοιμασία της χώρας για την ένταξη στο ευρώ, καθώς και αυτή καθαυτή η ένταξη εκτίναξαν το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Κι αυτό επειδή η σχέση μας με το ευρώ οικοδομήθηκε στη βάση της διαρκούς συμπίεσης των λαϊκών εισοδημάτων και στην αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που εκτινάχθηκαν τα εξωτερικά ελλείμματα.

Ταυτόχρονα ενισχύθηκε η κερδοσκοπία μέσω της χρηματοπιστωτικής επέκτασης, που συνέβαλε καθοριστικά στην εκτίναξη του δημόσιου χρέους και στη χρεοκοπία της χώρας. Το δράμα είναι ότι η ίδια πολιτική που μας έφερε σε αυτήν την κατάσταση μας επιβλήθηκε, μέσω του μνημονίου, ως αναγκαία λύση για την έξοδο απ’ αυτήν. Η ίδια πολιτική, μόνο σε θανατηφόρα δόση.

 

Τα μέλη της Ε.Ε. σε πορεία σύγκρουσης

 

Ωστόσο το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι το ευρώ δημιούργησε συνθήκες παραγωγικής αποσύνθεσης της οικονομίας και δημοσιονομικής χρεοκοπίας. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι με το ευρώ και την Ε.Ε. η χώρα έχασε όλα εκείνα τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει μια ύφεση, και μάλιστα μια κρίση χρέους.

Σ’ αυτό έγκειται και το σημερινό αδιέξοδο της χώρας. Ειδικά σε μια περίοδο που η Ε.Ε. έχει μετατραπεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης. Αυτό πλέον είναι κοινό «μυστικό» σε όλους τους φορείς που παρακολουθούν την παγκόσμια οικονομία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία έκθεση «Trade and development report», 2010, της United Nations Conference on Trade and Development (ΟΗΕ), που δημοσιοποιήθηκε στις 14.9. Σ’ αυτήν επισημαίνεται ότι «η κρίση της Ευρώπης δηλώνει πως το σημερινό καθεστώς πολιτικής της Ευρωζώνης είναι πολύ πιθανό να μην μπορεί να διατηρηθεί και ότι οι ασυντόνιστες εθνικές πολιτικές των κρατών – μελών βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης.

Κυρίως γι’ αυτούς τους λόγους η Ευρώπη είναι σήμερα το παγκόσμιο θερμό επίκεντρο της αστάθειας και της απόκλισης. Αφού ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παγκόσμια κρίση έχει τώρα επικεντρωθεί στην Ευρώπη και η περιφέρεια αυτή επιβραδύνει την παγκόσμια ανάκαμψη λόγω της σημασίας της στο παγκόσμιο εμπόριο». Ενδιαφέρον όμως έχει το τι εντοπίζει η συγκεκριμένη έκθεση ως προς τους παράγοντες που συντέλεσαν καθοριστικά στην ελληνική κρίση:

«Ως μέλος της Ευρωζώνης, η Ελλάδα έχει ουσιαστικά παραχωρήσει όλα τα μακροοικονομικά εργαλεία πολιτικής που εν δυνάμει θα μπορούσαν να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση.

Πρώτον, λόγω των περιορισμών που επιβλήθηκαν από τις συνθήκες της Ε.Ε. και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως επίσης και τις ογκούμενες πιέσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε δρακόντεια μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας – το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που ήταν δικαιολογημένο, δηλαδή μια αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική.

Δεύτερον, ενώ απαγορευόταν η παροχή οποιασδήποτε νομισματικής υποστήριξης στο ελληνικό δημόσιο ταμείο, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας δεν είναι επίσης σε θέση να υποστηρίξει την οικονομία ή το τραπεζικό σύστημα.

Τρίτον, δεν είναι πια δυνατή η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μέσα από την υποτίμηση της ονομαστικής αξίας του νομίσματός της. Αυτός ο τελευταίος περιορισμός θέτει την Ελλάδα σε ακόμα χειρότερη θέση από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες και τις αναδυόμενες αγορές που έχουν αντιμετωπίσει ανάλογες χρηματοπιστωτικές κρίσεις…

Όχι μόνο μια καθορισμένη διαδικασία υποτίμησης μισθών και τιμών είναι πολύ περισσότερο επίπονη από μια νομισματική υποτίμηση, αλλά ένα πρόσθετο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές και τα τρέχοντα εισοδήματα πέφτουν κατ’ αυτή τη διαδικασία, η αξία του χρέους… παραμένει αμετάβλητη, ώστε η πραγματική επιβάρυνση του χρέους να αυξάνεται».

Το γεγονός ότι εντός της ευρωζώνης και της Ε.Ε. η Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη θέση από οποιαδήποτε άλλη χώρα του «Τρίτου Κόσμου» αντιμετώπισε κρίση χρέους ανάλογη με τη δική μας, έχει οδηγήσει στο σημερινό αδιέξοδο. Κι αυτό ανεξάρτητα από την επιβολή του μνημονίου, που έτσι ή αλλιώς είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για την επίσημη πτώχευση της χώρας.

Η κατάσταση αυτή εξασφαλίζει ότι η χώρα θα παραμείνει έρμαιο των αγορών που πιέζουν διαρκώς για ελεγχόμενη πτώχευση και αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη δήμευση και ρευστοποίηση της χώρας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η πολιτική του μνημονίου προετοιμάζει νέες εξάρσεις του δανεισμού, ιδιωτικού και δημόσιου, μέσα από τη συρρίκνωση των εισοδημάτων, την εξαφάνιση των αποταμιεύσεων, την κρίση ρευστότητας των τραπεζών και του κράτους, αλλά και την ιδιωτικοποίηση των πάντων.

Μόνη λύση είναι να απαλλαγεί η χώρα από το μνημόνιο και την πολιτική του, ώστε να αποτραπούν τα χειρότερα. Όμως η απαλλαγή από το μνημόνιο συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την απαλλαγή από τον βραχνά του δημόσιου χρέους. Κι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν επιβληθεί εδώ και τώρα η μη αναγνώριση και η άρνηση του δημόσιου χρέους της χώρας.

Μαζί με την έξοδο από το ευρώ μπορεί να δοθεί πραγματικά η ευκαιρία να αντιμετωπιστεί η ύφεση και να αναταχθεί η οικονομία της χώρας προς όφελος του λαού της. Μόνο έτσι μπορούμε να ξεφύγουμε από τον φαύλο κύκλο της χρεοκοπίας και θα πάψουμε να βρισκόμαστε στο έλεος των διεθνών αγορών.

 

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 23-09-10),  http://www.topontiki.gr/article/9906

Ελλάδα 2010: H επίθεση του κεφαλαίου ΙΙΙ

Ελλάδα 2010: H επίθεση του κεφαλαίου ΙΙΙ

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου*

 

7. Οι τρεις βασικές διαστάσεις του ζητήματος

 

Βασική μας θέση είναι πως τα πράγματα πήραν αυτή τη διάσταση επειδή το αληθινό πρόβλημα αφενός αφορούσε την κρίση στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου αλλά, αφετέρου, επειδή πυροδότησε και ευρύτερες διεργασίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Ελλάδα είναι χώρα της Ευρωζώνης, κατά συνέπεια η συγκεκριμένη κρίση, η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της παγκόσμιας ύφεσης, δεν μπορούσε να έχει μόνο «τοπικά» αποτελέσματα.

Σ’ ό,τι αφορά την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, η αδυναμία εκπόνησης μιας εναλλακτικής αστικής στρατηγικής από την ελληνική άρχουσα τάξη εκτιμήθηκε αρνητικά από τις διεθνείς χρηματαγορές, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια διαδικασία απόσυρσης της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών οίκων απέναντι στον ελληνικό καπιταλισμό. Με άλλα λόγια το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος (άλλωστε όπως δείξαμε κι άλλες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα) αλλά δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Από τη μια σχηματίστηκε η εκτίμηση πως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι πιθανό να μπει σε πορεία υποβάθμισής του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας στο επόμενο διάστημα και κατά συνέπεια ενείχε κινδύνους η επένδυση σε αυτόν και γι’ αυτό η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια.[1] Αυτό είχε την αντανάκλασή του και στο τραπεζικό σύστημα: οι τράπεζες αναζητούν στο εξωτερικό κεφάλαια για τη συντήρηση της ζήτησης αλλά η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας συντελεί στη διαμόρφωση των υψηλών επιτοκίων δανεισμού (Πελαγίδης-Μητσόπουλος 2010: 248).

Σ’ ό,τι αφορά τη διεθνή της διάσταση, η ελληνική κρίση έχει να κάνει με το ευρώ και τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η προσπάθεια αρκετών ευρωπαϊκών χωρών να δημιουργήσουν ένα ισχυρό νόμισμα που σταδιακά θα λειτουργούσε ως το παγκόσμιο αποταμιευτικό νόμισμα θα συναντήσει την αντίδραση των αντίπαλων σχηματισμών, πόσο μάλλον που το ευρώ από το διάστημα της δημιουργίας του ανατιμήθηκε σημαντικά έναντι του δολαρίου και της στερλίνας. Η κρίση στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως κερκόπορτα όχι μόνο για να αντληθούν κερδοσκοπικά κέρδη από τον ακριβό δανεισμό αλλά επίσης για να μετατραπεί η κρίση της Ελλάδας σε κρίση του ευρώ.[2] Στο εσωτερικό της Ευρωζώνης αυτό αποτυπώθηκε στις πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας.[3] Η Γαλλία βλέποντας τον κίνδυνο που δημιουργείτο, θέλησε να παρασχεθεί βοήθεια στην Ελλάδα, διότι φοβήθηκε πως η κρίση στη συνέχεια θα επεκτεινόταν και στην Πορτογαλία και την Ισπανία με αποτέλεσμα να επέλθει η κατάρρευση του κοινού νομίσματος. Η Γερμανία από την πλευρά της είχε εκτιμήσει πως τα ιδιαίτερα συμφέροντά της εκφράζονταν μέσω της υφιστάμενης κατάστασης όπου όντας η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα είχε καταφέρει να ηγεμονεύσει ως εξαγωγική δύναμη στο χώρο της ευρωζώνης. Οποιαδήποτε βοήθεια προς την Ελλάδα θεωρούσε πως θα λειτουργούσε ως αφορμή για να περιοριστούν τα κέρδη των γερμανικών επιχειρήσεων, αφού αυτό θα λειτουργούσε ανασχετικά και στις διαφορές παραγωγικότητας. Διαφορετικά ειπωμένο, ο γερμανικός καπιταλισμός συμφώνησε να συμμετάσχει στο ευρώ θεωρώντας πως οι άλλοι σχηματισμοί χάνοντας το όπλο των υποτιμήσεων δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τη δική του υψηλή παραγωγικότητα. Όταν οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής άρχισαν να γίνονται ορατές, υπήρξε η εκτίμηση πως είναι προτιμότερο να πιεστεί η ελληνική οικονομία παρά να τεθεί σε αμφισβήτηση το όλο πλαίσιο που επέφερε πολύ μεγάλα κέρδη στη Γερμανία.

Υπάρχει βεβαίως και μια τρίτη, πρόσθετη διάσταση η οποία δεν έχει πάρει ακόμα σαφή χαρακτηριστικά αλλά εκτιμούμε πως στο προσεχές μέλλον θα απασχολήσει τη γενικότερη ριζοσπαστική σκέψη. Ξεκινώντας από την Ελλάδα, η οποία παρεμπιπτόντως πάντοτε αποτελούσε μια δυτική ανορθοδοξία με το δυναμικό εργατικό κίνημα, την ισχυρή αριστερή παράδοση και το μετατοπισμένο προς τ’ αριστερά πολιτικό σύστημα, φαίνεται να επιδιώκεται η μετάβαση σε μια νέα φάση για τους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς. Η σημερινή κρίση αποδεικνύει πως η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους δεν εμφανίζει σημαντικές αντίρροπες τάσεις ούτε μέσω των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής (εφαρμογή των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων), ούτε μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών (χρήση της πληροφορικής στην παραγωγή). Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η ανεύρεση νέων τρόπων αναστροφής της τάσης και αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί είναι η κατεύθυνση της αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Αυτό δε σημαίνει πως δε θα συνεχίσει να κυριαρχεί η σχετική υπεραξία αλλά πως θα υπάρξει μεγάλη μείωση της συμμετοχής της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο με παράλληλη αύξηση του χρόνου της απασχόλησης. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα τα μέτρα δεν περιορίζονται σε μια νέα περίοδο λιτότητας, αλλά εκφράζουν την τάση κατάργησης κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών, με πρόσχημα την αντιμετώπιση της κρίσης.

8. Υπάρχει περίπτωση τα συγκεκριμένα μέτρα να οδηγήσουν στην ανάκαμψη;

Στη βάση των όσων αναφέραμε, εκτιμούμε πως τα συγκεκριμένα μέτρα που λήφθηκαν όχι μόνο δεν θα συντελέσουν στη μείωση του ελλείμματος αλλά το πιο πιθανό είναι πως θα βυθίσουν τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Καταρχήν τα μέτρα δεν αποφασίστηκαν για τους λόγους που προβλήθηκαν, αφού όπως είδαμε το όλο ζήτημα είναι αρκετά διαφορετικό, και κατά προέκταση είναι δύσκολο να υπάρξει αντιστοίχηση μεταξύ μέτρων και στόχων. Από εκεί και πέρα ανακύπτουν και άλλα θέματα. Η βασική αντίληψη περί δημοσιονομικής εξυγίανσης στηρίζεται στην άποψη πως με περιορισμό της συνολικής ζήτησης θα ακολουθήσει κρίση των πωλήσεων με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών και στη συνέχεια αναθέρμανση της αγοράς. Αυτό που δεν πρέπει να γίνει, υποστηρίζουν οι θιασώτες της κυβερνητικής πολιτικής, είναι μια αύξηση των μισθών γιατί τότε θα περιοριστούν τα κέρδη και επομένως οι επενδύσεις και στη συνέχεια η απασχόληση. Ωστόσο αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό, όχι για λόγους νοημοσύνης αλλά επειδή πρόκειται για σαφώς ταξικές πολιτικές, είναι πως η αύξηση των κερδών και των επενδύσεων γίνεται εφικτή μόνο αν το βάρος της οικονομικής πολιτικής κατευθύνεται στην επέκταση της συνολικής ζήτησης. Σε αντίθετη περίπτωση τα «φθηνά» εμπορεύματα θα μείνουν απούλητα, οι επιχειρήσεις θα περιορίσουν την παραγωγή τους, η ανεργία θα αυξηθεί και η ύφεση θα βαθύνει. Διαφορετικά ειπωμένο, η μείωση των εισοδημάτων δεν θα λύσει το πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, θα δημιουργήσει πληθώρα νέων ζητημάτων (Θανασούλας 2010: 13). Στον δε τραπεζικό τομέα θα αυξηθεί η επισφάλεια των τραπεζών με συνέπεια τη νέα περιστολή της ρευστότητας στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας (Λαπατσιώρας- Μηλιός 2010: 12)

9. Συμπέρασμα

Όπως έχει δείξει η «Σχολή Αλτουσέρ» η ιδιαιτερότητα του πολιτικού είναι πως συμπυκνώνει την ταξική πάλη σε όλα τα επίπεδα. Υπό αυτήν την έννοια τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα δεν είναι απλώς μια οικονομικού χαρακτήρα απάντηση στην κρίση, αλλά μια σαφής πολιτική στρατηγική που εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Η ελληνική άρχουσα τάξη βρίσκεται μέσα σε μια δίνη, η οποία αποτελεί προϊόν πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ταξικής πάλης: Παραπέμπει στην αδυναμία συνέχισης του συγκεκριμένου τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, στις αντιφάσεις που έχει δημιουργήσει η χρήση του ευρώ στο πλαίσιο της παγκόσμιας κρίσης, στην ανάγκη συμμόρφωσης όλων των εθνικών σχηματισμών με τις κατευθύνσεις των ισχυρών ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, στην προσπάθεια σε διεθνή κλίμακα ανεύρεσης ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκτιμούμε πως τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηριστούν από προσπάθειες των εθνικών αστικών τάξεων για συστηματική και εντατική μετακύλιση του κόστους της κρίσης στον κόσμο της εργασίας. Σε αυτό οι οργανωμένες, πολιτικά και συνδικαλιστικά, μορφές εκπροσώπησης των λαϊκών συμφερόντων, θα κληθούν να σχεδιάσουν αποτελεσματικές στρατηγικές ανάσχεσης της επίθεσης του κεφαλαίου. Το μέλλον, πέραν του ότι διαρκεί πολύ, προοιωνίζεται και πολύ ενδιαφέρον…

 

8/5/2010

 

Βιβλιογραφία

Βεργόπουλος Κώστας 2009, «Δυστυχώς δεν επτωχεύσαμεν», Ελευθεροτυπία 17/12.

Βεργόπουλος Κώστας 2010, «Η Ελλάδα πρέπει να ματώσει», Ελευθεροτυπία 26/2.

Δελαστίκ Γιώργος, 2010α, «Για να μην τρώμε κουτόχορτο», Έθνος 11/2.

Δελαστίκ Γιώργος, 2010β, «Καταχρεωμένοι και οι μεγάλοι της ΕΕ» Έθνος 6/3.

Θανασούλας Τάκης, 2010, «Η Πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία», Σπάρτακος 101: 10- 13.

Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, 2008, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση. Ετήσια Έκθεση 2008, Αθήνα.

Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, 2009, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση. Ετήσια Έκθεση 2009, Αθήνα.

Ιντσέλ Αχμέτ, 2010, «Οι ακροβάτες των χρηματοοικονομικών ξανά επί σκηνής», Αυγή 14/3.

Κρούγκμαν Πωλ, 2010, «Τι προκάλεσε το ευρω- χάος», Βήμα 17/2.

Λαπατσιώρας Σπύρος και Γιάννης Μηλιός, 2010, «Είναι αναγκαία τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση για τη “διάσωση της Ελλάδας”;», Μπλόκο 0: 12.

Μηλιός Γιάννης και Ηλίας Ιωακείμογλου, 1990, Η διεθνοποίηση του ελληνικού καπιταλισμού και το ισοζύγιο πληρωμών, Αθήνα: Εξάντας.

Πελαγίδης Θοδωρής και Μιχάλης Μητσόπουλος, 2010, Η στιγμή της στροφής για την ελληνική οικονομία. Πώς ο προοδευτικός πραγματισμός μπορεί να τη θέσει ξανά σε τροχιά ανάπτυξης, Αθήνα: Παπαζήσης.

Παπαντωνίου Γιάννος 2010, «Από την ανάπτυξη στη στασιμότητα», Βήμα 3/1.

Σταθάκης Γιώργος, 2010, «Το ελληνικό δημόσιο χρέος, η “χρεοκοπία” και το Ευρώ», Αυγή 14/3.

 

UNCTAD 2010, UNCTAD Handbook of Statistics, http://stats.unctad.org/Handbook/ TableViewer/tableView.aspx

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Πίνακας 1

Διαχρονική εξέλιξη του Ισοζυγίου Τρεχουσών συναλλαγών

1960- 1989

 

 

 

 

 

 

 

Σε εκατ. $

1960

1965

1970

1975

1980

1985

1989

Εισαγωγές χωρίς καύσιμα

945

1580

4221

7921

7373

12983

Εμπορικό Έλλειμμα

289

686

1084

3036

6810

6268

9086

Έλλειμμα Καυσίμων

71

116

844

2982

3188

2092

Εμπορικό Έλλειμμα χωρίς καύσιμα

615

968

2192

3827

3080

6994

Έλλειμμα Καυσίμων/ εμπορικό έλλειμμα %

12

11

28

44

51

23

Ναυτιλιακό (1)

77

164

277

845

1816

1039

1375

Μεταναστευτικό (2)

91

207

345

782

1084

801

1386

Τουριστικό (3)

49

108

194

644

1734

1428

1977

Πόροι ΕΟΚ (4)

0

0

0

0

869

2602

Λοιπά (5)

57

71

134

455

1526

1123

2901

Σύνολο αδήλων πόρων (1) + (2) + (3)+ (4) + (5)

276

550

950

2726

6160

5260

10241

Άδηλες πληρωμές

65

137

267

765

1566

2268

3732

Ισοζύγιο Αδήλων

211

413

683

1961

4594

2992

6509

Ισοζύγιο αδήλων/ εμπορικό έλλειμμα %

73

60

63

65

67

48

72

Έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών

78

273

402

1075

2216

3276

2577

Πηγή: Μηλιός – Ιωακείμογλου 1990: 116

 

 

 

 

 

 

 

 

 

* Άρθρο (Μέρος ΙΙ) του Σπύρου Σακελλαρόπουλου από τις τελευταίες Θέσεις, τεύχος Ιούλιος Σεπτέμβριος 2010.

 

Πηγή aformi.wordpress.com

 

ΠΗΓΗ: synt, Σάββατο, 11-09-2010,

http://www.attacktv.gr/Pages/viewArticle.aspx?ID=9101

 

[1]Βεβαίως σε αυτό συνέβαλε και η απόκρυψη των πραγματικών στοιχείων από την προηγούμενη κυβέρνηση με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια ασάφεια στις χρηματαγορές για την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.

 

[2]Σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του, ο Αχμέτ Ιντσέλ αναδεικνύει το ρόλο συγκεκριμένων αμερικάνικων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με κορυφαία την Goldman Sachs, στις πιέσεις που δημιουργήθηκαν για να αυξηθεί το ασφάλιστρο κινδύνου στην Ευρωζώνη υπερμεγενθύνοντας τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιρλανδίας. Ως όπλο χρησιμοποιήθηκαν τα λεγόμενα Credit Default Swap (CDS) που αποτελούν ασφαλιστικά συμβόλαια απέναντι στον κίνδυνο μη αποπληρωμής εκ μέρους μιας επιχείρησης ή ενός κράτους των χρεών του. Όσο πιο μεγάλος είναι ο κίνδυνος τόσο μεγαλύτερο είναι και το επιτόκιο (Ιντσέλ 2010). Μέχρι την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης ο βαθμός διακινδύνευσης της Ελλάδας στις αγορές CDS είχε εκτιναχθεί από το 120 στο 700, πράγμα που σημαίνει πως οι χρηματοοικονομικές αγορές εκτιμούσαν πως κατά 60% η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της για αποπληρωμή των δανείων στα επόμενα πέντε χρόνια. Για να καταλάβουμε πόσο υπερδιογκωμένος εμφανίζεται ο συγκεκριμένος κίνδυνος, αρκεί να αναφέρουμε πως ο αντίστοιχος δείκτης για τη Ρουμανία, η οποία παρουσιάζει ακόμα χειρότερη δημοσιονομική κατάσταση, ήταν 265. Αντίστοιχα εκτιμάται πως ο κίνδυνος να μην αποπληρώσει το Μαρόκο τα χρέη του είναι οκτώ φορές μικρότερος από τον κίνδυνο της Ελλάδας, ενώ του Λιβάνου τέσσερις φορές μικρότερος!

 

[3]Θα πρέπει να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό πως οι ενδο-ευρωπαϊκές διαφωνίες αφορούσαν την πιθανότητα περαιτέρω στήριξης της Ελλάδας και όχι αυτή καθ’ αυτή την αναγκαιότητα των πρόσφατων κυβερνητικών μέτρων. Αντίθετα, το σύνολο των μελών της ευρωζώνης ήταν αναφανδόν υπέρ της λήψης των μέτρων. Αυτό συνέβη γιατί είχε διαμορφωθεί ένα κλίμα ενοχοποίησης της Ελλάδας για το γεγονός πως συνέχιζε να εμφανίζει αποκλίσεις από αυτό που τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και οι διεθνές αγορές θα επιθυμούσαν (συντριβή το εργατικού κινήματος, ακόμα μεγαλύτερη αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, μεγαλύτερη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού σε ακόμα συντηρητικότερες και νεοφιλελεύθερες ατραπούς).

Ελλάδα 2010: Η επίθεση του κεφαλαίου ΙΙ

Ελλάδα 2010: η επίθεση του κεφαλαίου ΙΙ

 

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου*

 

6. Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα;

Το πραγματικό πρόβλημα έχει να κάνει με το μοντέλο ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας που υιοθέτησε η ελληνική αστική τάξη μεταπολεμικά. Το βάρος δινόταν πρωταρχικά στον εφοπλισμό, άλλωστε η Ελλάδα παραμένει σταθερά η πιο ισχυρή ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, και στην ανάπτυξη των κατασκευών (πέραν της κατασκευαστικής ανοικοδόμησης της χώρας αξίζει να αναφερθεί και η πολύ σημαντική παρουσία των ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών στη Β. Αφρική και στη Μ. Ανατολή) και του τουρισμού και μόνον δευτερευόντως και υποτελώς στη βιομηχανία και μάλιστα στην εξαγωγική εκδοχή της. Στη συνέχεια και με την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ΕΕ την όλη αυτή κατεύθυνση ενίσχυσαν και οι κοινοτικοί πόροι.

 

Αυτή η στρατηγική παρουσιάζεται στον πίνακα 1 του παραρτήματος. Το τουριστικό συνάλλαγμα, τα έσοδα από τον εφοπλισμό και οι πόροι από την ΕΟΚ συντελούν αποφασιστικά στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Διαφορετικά ειπωμένο το σχετικά αδύνατο σημείο του ελληνικού καπιταλισμού που ήταν η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας του, το αντιστάθμιζε το γεγονός της πολύ ισχυρής ναυτιλιακής παρουσίας, της ανάπτυξης της τουριστικής βιομηχανίας και των πόρων από την ΕΟΚ/ΕΕ που σε σημαντικό βαθμό κατευθύνονταν στο κατασκευαστικό κεφάλαιο.

Στη δεκαετία του ’90 το ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα των διεθνών αγορών που έφερε η νίκη του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο επίπεδο (το φαινόμενο που για ορισμένους ονομάστηκε «παγκοσμιοποίηση») ενέτεινε τις πιέσεις απέναντι στην ελληνική οικονομία. Η λύση που επιλέχτηκε για να ανταπεξέλθει στα νέα δεδομένα δεν ήταν κάποιας μορφής τεχνολογικός μετασχηματισμός ή μια ριζική αναδιαμόρφωση του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, όπως υπήρξε ο φορντισμός στο παρελθόν, πέραν της υιοθέτησης ορισμένων μορφών εργασιακής ευελιξίας. Αντίθετα δόθηκε βάρος στη συνέχιση του ίδιου μοντέλου με ταυτόχρονη ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων (μείωση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν, αυξήσεις μικρότερες από την άνοδο της παραγωγικότητας), καθώς και μέσω της αξιοποίησης της φτηνής μεταναστευτικής εργασίας. Είναι δε χαρακτηριστικό πως σε μια περίοδο έντονης κεφαλαιακής διεθνοποίησης, η Ελλάδα είναι χώρα με πολύ λίγες άμεσες επενδύσεις προς το εξωτερικό[i] και αυτές σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών της Βαλκανικής.

Η ένταξη στην ΟΝΕ, η πραγματοποίηση μεγάλων κατασκευαστικών έργων, η διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων το 2004, δεν διαφοροποιούσαν αυτήν την στρατηγική αλλά την ενίσχυαν. Ταυτόχρονα συνεχίστηκαν διάφορες παράλληλες μορφές ενίσχυσης του συνασπισμού εξουσίας και των στηριγμάτων του όπως η ανοχή στην παραοικονομία (η οποία αισίως έφτασε στις αρχές του 21ου αιώνα το 28,5% του ΑΕΠ), η διαπλοκή μονοπωλιακών μερίδων και κρατικού μηχανισμού με αποτέλεσμα την υπερκοστολόγηση δημόσιων έργων κ.ο.κ.

Τα προβλήματα άρχισαν να οξύνονται όταν εμφανίστηκε μείωση των ευρωπαϊκών πόρων, πτώση των εσόδων από τον τουρισμό, αύξηση του δανεισμού για να καλυφτεί το κόστος που δημιουργούσε η προνομιακή μεταχείριση στην ανάληψη δημόσιων έργων από συγκεκριμένους μονοπωλιακούς ομίλους (πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σκανδάλου της Ζήμενς), σταθερά υψηλά κόστη στρατιωτικών δαπανών κυρίως λόγω ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδιασμών και υποχρεώσεων, [ii]υπερκοστολόγηση δημόσιων δαπανών (ενδεικτικό παράδειγμα η λειτουργία του νοσοκομειακού τομέα με ό,τι αυτός περιλαμβάνει: φάρμακα, ιατρικά μηχανήματα, ιατρικές εξετάσεις που εκτελούνται από τον ιδιωτικό τομέα λόγω αδυναμίας τέλεσής τους από τον δημόσιο). Ταυτόχρονα η ένταξη στην ΕΕ σχηματισμών χαμηλότερου κόστους εργασίας (των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών) ενέτειναν την εικόνα της μειωμένης ελληνικής παραγωγικότητας, αφού αυξήθηκε περισσότερο ο ανταγωνισμός εντός της ίδιας οικονομικής ολοκλήρωσης. Εξέλιξη που έπληξε κυρίως τους παραδοσιακούς κλάδους έντασης εργασίας (κλωστοϋφαντουργία, ένδυση, υπόδηση) με συνέπεια είτε την πτώχευση επιχειρήσεων είτε την μετοίκησή τους σε χώρες της Βαλκανικής.

Το τραπεζικό κεφάλαιο από την πλευρά του επιχείρησε να ασκήσει πιέσεις στις επιχειρήσεις προς την κατεύθυνση έντονων αναδιαρθρώσεων, ωστόσο αυτό προσέκρουσε στην αδυναμία αρκετών εταιρειών να ενσωματώσουν τόσο σημαντικές αλλαγές στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης με αποτέλεσμα συχνά να παράγονται αποδιαρθρωτικά αποτελέσματα. Έτσι από ένα σημείο και μετά θα δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος αφού η κρίση οδήγησε στον περιορισμό των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις, πράγμα που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την ύφεση κ.ο.κ.

Όλα αυτά θα κάνουν πολύ έντονη την παρουσία τους και στην αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας, η οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου[iii] ακολούθησε μακροχρόνια ανοδική πορεία μέχρι το 2004. Από εκεί και πέρα κάθε πρόσθετη μονάδα επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο συνοδευόταν από μικρότερη αύξηση του παραγόμενου προϊόντος. Πρόκειται για το τέλος ενός επενδυτικού κύκλου ο οποίος χαρακτηρίστηκε από τη χρήση νέων τεχνολογιών στον εισαγόμενο από το εξωτερικό μηχανολογικό εξοπλισμό. Ο συγκεκριμένος κύκλος ξεκίνησε το 1996 και από 25% που ήταν η σχέση προϊόντος/κεφαλαίου το 1995 έφτασε στο 28,5% το 2005. Από το 2006 η άνοδος ανακόπηκε και μετατράπηκε σε πτώση το 2008 (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009).

Το συνολικό αποτέλεσμα είναι πως βοηθούσης και της παγκόσμιας ύφεσης η ελληνική οικονομία από το 2005 αρχίζει να εμφανίζει έντονα στοιχεία συστολής. Έτσι η εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώ­ριου προϊόντος σε σταθερές τιμές, υπήρξε ανοδική κατά την περίοδο 1996-2004, παρουσίασε κάμψη από το 2005 και κατέστη στη συνέχεια έντονα πτωτική. Σύμφωνα δε με τις προβλέψεις, το ΑΕΠ θα μειωθεί, σε σταθερές τιμές, κατά περίπου 2% το 2010. Ο ετήσιος ρυθµός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε από 4,0% το 2007 στο 2,9% το 2008 και στο -2% το 2009. Πρέπει δε να σημειωθεί πως το 2008, υπήρξε, για πρώτη φορά μετά από το 1992-1994, κάμψη του όγκου των ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4,0% το 2008 ενώ το 2007 είχε παρουσιάσει άνοδο 2,7%.

Στο επίπεδο της κρατικής διαχείρισης, η κρίση συμπυκνώθηκε στην άνοδο του δημόσιου ελλείμματος από 6,6% που ήταν το 2008 στο 12,9% του ΑΕΠ στο 2009. Αυτό οφείλεται σε μια σημαντική μείωση των εσόδων και των επιστροφών εσόδων (περίπου 4%), καθώς και στην αύξηση των δημοσίων δαπανών (περίπου 2/%). Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ σε όλη τη περίοδο 2002-2008 τα δημόσια έσοδα σημείωναν κάθε έτος αύξηση, το 2009 για πρώτη φορά θα σημειωθεί μείωση 1,1 δις ευρώ.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα θα πρέπει να διαβάσουμε τα στοιχεία του πίνακα 3

 

Πίνακας 3

Εξέλιξη ορισμένων δεικτών δημόσιων μεγεθών

Α. Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών

 

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών/ ΑΕΠ

7,7

7,5

6,7

6,8

5,9

7,8

11,6

14,8

15,1

11,0

Εμπορικό έλλειμμα / ΑΕΠ

20,0

15,2

15,0

13,6

12,6

14,5

17,5

18,9

19,1

12,7

Εμπορικό Έλλειμμα χωρίς καύσιμα/ ΑΕΠ

13,7

13,1

12,7

11,2

11,6

11,0

13,0

14,7

13,8

9,5

Ισοζύγιο Τρεχουσών Μεταβιβάσεων/ ΑΕΠ

2,6

2,7

2,5

2,3

2,0

1,6

1,6

0,7

1,2

0,5

Ταξιδιωτικές εισπράξεις/ ΑΕΠ

7,3

7,5

6,8

5,7

5,7

5,6

5,6

5,1

5,0

4,3

Β. Ισοζύγιο Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών

Έλλειμμα ομολόγων και εντόκων γραμματίων/ ΑΕΠ

5,6

6,0

6,6

6,3

6,3

2,1

1,8

4,7

7,6

11,7

Γ. Δημόσιο Χρέος

Δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους και νέου δανεισμού /ΑΕΠ

16,4

14,8

19,1

18,1

15,4

15,8

12,8

14,5

16,2

17,0

Χρέος γενικής Κυβέρνησης/ ΑΕΠ

 

 

100,8

97,9

98,6

98,8

95,9

95,6

99,2

113,4

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων από Τράπεζα της Ελλάδος και από τον Προϋπολογισμό του 2010.

 

Επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε τα υπάρχοντα στοιχεία υπό το πρίσμα της συσχέτισής τους με το ΑΕΠ έτσι ώστε να μην ελλοχεύει ο κίνδυνος της δραματοποίησης ορισμένων πραγματικών ή υποτιθέμενων εξελίξεων.

Σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η πρώτη διαπίστωση που κάνουμε έχει σχέση με το εμπορικό έλλειμμα. Παρατηρούμε πως υπάρχει μια μείωση του ελλείμματος μέχρι το 2004, όπου και λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε μια σημαντική οικονομική ανάπτυξη, στη συνέχεια το έλλειμμα αυξάνει και το 2008 βρίσκεται στα επίπεδα του 2000, για να μειωθεί ξανά το 2009 λόγω της αποδιεθνοποίησης που προκαλεί η παγκόσμια ύφεση. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ενός τέτοιου εύρους κρίση εξαγωγών που να δικαιολογεί, έστω και από αστική σκοπιά, την ένταση των μέτρων που ελήφθησαν. Επίσης αν λάβουμε υπόψη μας και την παράμετρο των καυσίμων, η Ελλάδα ως ενεργειακά εξαρτημένη χώρα θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από πλευράς εμπορικού ισοζυγίου αν δεν είχε να αντιμετωπίσει και αυτό το πρόβλημα. Με παράλληλο τρόπο κινείται και η εξέλιξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μείωση μέχρι το 2004, αύξηση μέχρι το 2008, ξανά μείωση του 2009. Ωστόσο θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως το έλλειμμα κινείται στη μετά το 2004 περίοδο σε πολύ πιο υψηλά επίπεδα από ό,τι στην πριν του 2004. Αυτό από τη μια επιβεβαιώνει πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ξαφνική κρίση εξαγωγών και από την άλλη δείχνει πως οι υπόλοιποι δείκτες εμφανίζουν μια μεγαλύτερη υστέρηση. Ο πρώτος λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο θεωρούμε πως είναι η πτώση των ταξιδιωτικών εισπράξεων η οποία είναι σχεδόν συνεχής από το 2000 μέχρι το 2009 – παρά τη διοργάνωση των Ολυμπιακών, που θα περίμενε κανείς να λειτουργήσει ενισχυτικά για τον τουρισμό. Εκτιμούμε πως σημαντικός παράγοντας σε αυτήν την εξέλιξη θα πρέπει να είναι η υιοθέτηση του (ακριβού) ευρώ. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη μείωση των τρεχουσών μεταβιβάσεων, δηλαδή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Παρατηρούμε πως η ολοκλήρωση του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης λειτουργεί αρνητικά σε αυτόν τον δείκτη.

Η κρίση ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαπλέχθηκε με την παγκόσμια κρίση κάνοντας δυσχερή τον μέχρι τότε ρόλο των ελληνικών τραπεζών. Πιο συγκεκριμένα τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης ήταν σε θέση να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δανειζόμενες από το εξωτερικό. Με τον τρόπο αυτό αντικαθιστούσαν και τις εισροές για τις αγορές κρατικών ομολόγων και μετοχών που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ευρώ συνέβαλαν στην κάλυψη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο η έλλειψη ρευστότητας των ξένων τραπεζών που προήλθε από την κρίση συντέλεσε στην αδυναμία εξεύρεσης φθηνού χρήματος για τις ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος (Πελαγίδης-Μητσόπουλος 2010: 247).

Περνώντας στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών, το βασικό πρόβλημα που διαπιστώνουμε αφορά το έλλειμμα από επενδύσεις χαρτοφυλακίου και ειδικά σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια. Η περίοδος 2000-2004 χαρακτηρίζεται από μια σχετική σταθερότητα και το έλλειμμα διατηρείται στο 5-6%. Στη συνέχεια η υπερθέρμανση της οικονομίας με την αύξηση του ΑΕΠ έχει ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του ελλείμματος στο 1,8% το 2006, αλλά από το 2007 παρατηρείται ραγδαία άνοδος με αποτέλεσμα το 2009 να φτάσει το έλλειμμα στο 11,7%. Εκτιμούμε πως η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες: μείωση του πραγματικού ΑΕΠ το 2009 λόγω της ύφεσης, αύξηση της προσφυγής σε δανεισμό λόγω του κόστους των δημόσιων έργων που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, μείωση των φορολογικών εσόδων λόγω της οικονομικής συστολής που έφερε η παγκόσμια ύφεση και στην Ελλάδα.

Όλα τα παραπάνω έχουν, όπως είναι φυσικό, συνέπειες στο χρέος. Από το 2006 υπάρχει αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους ενώ το 2009 παρατηρείται μια σημαντική μεγέθυνση αυτού καθ’ αυτού του χρέους. Πάνω σε αυτό θέλουμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις: Η πρώτη είναι πως η αύξηση του χρέους αποτελεί σοβαρό ζήτημα το οποίο δεν είναι εύκολο να παρακαμφθεί. Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική αστική τάξη που φανερώνει την κρίση του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που είχε υιοθετηθεί τα προηγούμενα (πολλά) χρόνια, πόσο μάλλον που πολλά ληξιπρόθεσμα δάνεια θα πρέπει να ανανεωθούν μέσα στην περίοδο 2011- 2013 ενώ ο μέσος όρος αποπληρωμής των δανείων θα μειωθεί από τα 10 στα 7 χρόνια. Ωστόσο, κι αυτή είναι η δεύτερη παρατήρηση, δεν πρόκειται για κάτι το ιστορικά πρωτοφανές, ούτε πρέπει να γίνονται συσχετίσεις με το 1898 ή το 1932. Το υποστηρίζουμε αυτό γιατί όπως φαίνεται και στον πίνακα 3 το 2002 και το 2003 η κατάσταση ήταν σαφώς πιο επιβαρυμένη. Έπειτα σχεδόν όλο το χρέος (97%) είναι σε ευρώ και κατά συνέπεια δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις του ευρώ με το δολάριο, το γιεν ή τη στερλίνα και δεν τίθεται θέμα ανεπάρκειας συναλλάγματος (Βεργόπουλος 2009), ενώ το 75% βρίσκεται στην κατοχή ευρωπαϊκών τραπεζών οι οποίες για προφανείς λόγους δεν θα επιθυμούσαν μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας.[iv] Τέλος, το 75% του χρέους είναι με σταθερό επιτόκιο και το 25% με κυμαινόμενο, κατά συνέπεια η επίδραση των αγορών αφορά κυρίως τα νέα δάνεια (Σταθάκης 2010).

 

* Άρθρο (Μέρος ΙΙ) του Σπύρου Σακελλαρόπουλου από τις τελευταίες Θέσεις, τεύχος Ιούλιος Σεπτέμβριος 2010.

 

Πηγή aformi.wordpress.com

 

 

ΠΗΓΗ: synt, Σάββατο, 11-09-2010,

http://www.attacktv.gr/Pages/viewArticle.aspx?ID=9101

 



[i] Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός πως το 2006 ο συσσωρευμένος όγκος ελληνικών άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό μόλις που έφτανε το 8,0% του ΑΕΠ τη στιγμή που ο ΜΟ της ΕΕ 27 ήταν 23,2% και η Ελλάδα με αυτή την επίδοση ξεπερνούσε μόνο τη Σλοβακία, τη Ρουμανία, την Πολωνία, τη Λιθουανία, τη Λετονία την Τσεχία και τη Βουλγαρία, δηλαδή ούτε καν το σύνολο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών.

[ii] Από αυτή την άποψη δεν έχουμε παρά να αναφέρουμε την αγορά από το ελληνικό κράτος αμερικάνικων πολεμικών αεροπλάνων, γαλλικών φρεγατών, γερμανικών (ελαττωματικών!) υποβρυχίων. Γίνεται έτσι σαφές πως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τα αστικά κέντρα εξουσίας μια συνολική μείωση των δημόσιων δαπανών γιατί η δραστική περικοπή ορισμένων δημόσιων δαπανών θα συναντήσει την αντίδραση των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών. Κατά συνέπεια οι περικοπές που «οφείλουν» να γίνουν δεν πρέπει να ξεπερνούν ένα ορισμένο πλαίσιο: μειώσεις μισθών, μειώσεις προσωπικού, μειώσεις συντάξεων και μειώσεις δαπανών που δε θα δημιουργούν εντάσεις με μονοπωλιακούς ομίλους και ιμπεριαλιστικά κέντρα.

[iii] Ως οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου ορίζεται η μεταβολή του ΑΕΠ κατά το έτος (t) σε σταθερές τιμές ανά μονάδα ακαθάριστης επένδυσης παγίου κεφαλαίου του έτους (t-1).

[iv] Υπάρχουν ορισμένες όψεις της τρέχουσας κατάστασης οι οποίες δεν πρέπει να παραγνωρίζονται και δείχνουν τις ευρύτερες διαστάσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια επέκταση της κρίσης της ελληνικής οικονομίας. Για παράδειγμα σημαντικό τμήμα του τραπεζικού συστήματος (υπολογίζεται περίπου στο 30%) της Βουλγαρίας ανήκει σε ελληνικές τράπεζες. Κατά συνέπεια μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας θα εξήγαγε στοιχεία της κρίσης και στον Βαλκανικό χώρο.

Ελλάδα 2010: Η επίθεση του κεφαλαίου Ι

Ελλάδα 2010: η επίθεση του κεφαλαίου Ι

 

Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου*

 

 

1. Εισαγωγή

Στο παρόν άρθρο ασχολούμαστε με τις διαστάσεις των πρόσφατων οικονομικών μέτρων που ελήφθησαν με αφορμή την αύξηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η βασική μας κατεύθυνση είναι να δείξουμε πως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που παρουσιάζει η επίσημη ρητορεία. Η όλη κατάσταση εκκινεί από τη διάχυση της παγκόσμιας κρίσης στο εσωτερικό των χωρών της ΟΝΕ και των ζητημάτων που προκύπτουν από την ύπαρξη κοινού νομίσματος σε εθνικούς σχηματισμούς διαφορετικής παραγωγικότητας, τον ειδικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μέσα στη συγκυρία, αλλά και τη διατήρηση της ηγεμονικής θέσης της Γερμανίας εντός της ΕΕ.

Από εκεί και πέρα το ζήτημα με το έλλειμμα και το χρέος χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να εφαρμοστούν ταξικές πολιτικές επιθετικού χαρακτήρα. Ο λόγος που γίνεται αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να συνεχίζει να εντάσσεται με τον ίδιο τρόπο εντός του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Η αποτυχία υιοθέτησης ενός τεχνολογικά και κλαδικά αναδιαρθρωμένου μοντέλου που θα συντελούσε στην άνοδο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας απέναντι στους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, έχει ως αποτέλεσμα την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος μέσω της μετακύλισης του σχετικού κόστους στα λαϊκά στρώματα. Διαφορετικά ειπωμένο, βιώνουμε αυτή την περίοδο την πιο επιθετική κίνηση του αστικού κράτους στο οικονομικό επίπεδο από το τέλος του εμφυλίου και ύστερα. Η προσπάθεια αυτή εδράζεται στη ραγδαία μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο σε βαθμό πρωτοφανέρωτο για τα νεώτερα χρονικά. Μέσα από αυτό το σχέδιο η ελληνική αστική τάξη εκτιμά πως θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις πιέσεις που δέχεται από τα κεφάλαια σχηματισμών υψηλότερης παραγωγικότητας.

2. Το γενικότερο πλαίσιο

Η είσοδος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έφερε στην επιφάνεια τη δομική αντίφαση που ενυπήρχε εξαρχής στο εγχείρημα του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Όπως ακόμα και ο Πωλ Κρούγκμαν έχει υποστηρίξει (Κρούγκμαν 2010), ο οποίος μόνο για ύποπτος για μαρξιστικές απόψεις δεν μπορεί να θεωρηθεί, η δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος από χώρες με διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή να φέρει στην επιφάνεια μια σειρά από αντιφάσεις. Το κοινό νόμισμα χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για εκσυγχρονισμό των λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης από τη στιγμή που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια το όπλο της υποτίμησης. Βεβαίως δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διαδικασία, και βάση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης η τάση των πραγμάτων θα είναι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών κεφαλαίων συνολικά ιδωμένων, να αυξάνονται. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η Γερμανία, ως ο πιο ισχυρός οικονομικά εθνικός σχηματισμός της ΕΕ, επέλεξε τη λύση του ευρώ. Εκτίμησε πως η υπεροχή της ανταγωνιστικότητάς της, ενισχυμένη από την αδυναμία πραγματοποίησης υποτιμήσεων θα οδηγούσε σε μια εκτεταμένη ανάπτυξη των εξαγωγών της, όπως και έγινε. Από εκεί και πέρα η εξελισσόμενη οικονομική κρίση τροποποίησε μερικά, αλλά όχι συνολικά, το υφιστάμενο πλαίσιο. Δημιουργήθηκαν συνθήκες ύφεσης όπου το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας έγινε πιο έντονο με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τηn επιδείνωση των δημοσιονομικών δεικτών και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Αυτό συνέβη γιατί περιορίστηκαν οι καταναλωτικές δαπάνες με συνέπεια τη μείωση των κρατικών εσόδων και την αύξηση του ελλείμματος ως ποσοστού ενός συρρικνούμενου ΑΕΠ. Η κατάσταση αυτή εντείνεται από το γεγονός πως η πτώση της παραγωγής οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας με αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη υστέρηση δημόσιων εσόδων και την πιο συχνή προσφυγή στο δανεισμό για την κάλυψη των αναγκών. Το γεγονός της απουσίας ουσιαστικών αναδιανεμητικών πολιτικών που θα αντιστάθμιζαν την ανισόμετρη ανάπτυξη, δεν φανερώνει τίποτε άλλο παρά πως η ΕΕ δεν αποτελεί μια συνομοσπονδία, πόσο μάλλον μια ομοσπονδία, αλλά μια ειδική θεσμική συνάρθρωση εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών οι οποίοι ανταγωνίζονται για τη μεγαλύτερη δυνατή απόσπαση του παραγόμενου πλούτου.

Η νέα αυτή πραγματικότητα θα οδηγήσει την ελληνική αστική τάξη σε μια αλλαγή υποδείγματος για τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Για να μπορέσουμε όμως να καταλάβουμε ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αλλαγής υποδείγματος είναι αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε ορισμένους μύθους που προσπαθεί να επιβάλει η άρχουσα τάξη μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

3. Μύθος πρώτος:

Υπάρχει μια ιδιαίτερη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας,  η οποία δημιουργεί την ανάγκη για τη λήψη τέτοιας έκτασης μέτρων λιτότητας

Πραγματικά, αν πάρει στα σοβαρά κανείς τα όσα αναφέρονταν από τα ΜΜΕ, τους επίσημους κυβερνητικούς κύκλους αλλά και μερίδα των οργανικών διανοουμένων, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τη βαναυσότητα των μέτρων, θα σχηματίσει την εντύπωση πως στην ελληνική οικονομία συμβαίνουν πρωτοφανείς εξελίξεις αποτελώντας μια οριακή περίπτωση για τα δυτικά δεδομένα. Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία μόνο αυτό δε δείχνουν. Καταρχήν το ελληνικό κράτος δεν είναι το πιο σπάταλο της Ευρώπης. Η λειτουργία του στοιχίζει το 17,3% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες για το γερμανικό κράτος φτάνουν στο 19,9%, για το Γαλλικό στο 24%, για το βρετανικό στο 23,7% ενώ ο μέσος όρος (ΜΟ) της ευρωζώνης φτάνει στο 21,8% (Βεργόπουλος 2010). Σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα, οι ΗΠΑ εμφανίζουν έλλειμμα το 2009 12,5%, η Ιαπωνία 10,5% και ο ΜΟ των χωρών της ευρωζώνης ήταν 6,6%.

Στον τομέα του χρέους μπορεί το ελληνικό χρέος να φτάνει στο 113,4% του ΑΕΠ το 2009 αλλά στην πολύ ισχυρή οικονομικά Ιαπωνία το χρέος έχει εκτοξευτεί στο 197,2%.[i] Η κατάσταση δε, εμφανίζεται πολύ διαφορετική αν λάβουμε υπόψη μας το συνολικό χρέος κάθε χώρας (δηλαδή το σύνολο του ποσού που έχει δανειστεί το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες): Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ το συνολικό ελληνικό χρέος φτάνει στο 179% του ΑΕΠ όταν ο ΜΟ της ΕΕ είναι 175% και η Ολλανδία παρουσιάζει συνολικό χρέος 234% του ΑΕΠ, η Ιρλανδία 222%, το Βέλγιο 219%, η Ισπανία 207% η Πορτογαλία 197% η Ιταλία 194%. Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν αν μελετήσει κανείς τα στοιχεία για το εξωτερικό χρέος (δηλαδή τις οφειλές του κράτους, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών προς τις ξένες τράπεζες, δεδομένου πως ένα τμήμα του χρέους αφορά τράπεζες της ίδιας χώρας): Μεταξύ των λεγόμενων PIGS (Portugal, Ireland, Greece, Spain) η Ιρλανδία χρωστάει το 414% του ΑΕΠ, η Πορτογαλία το 130%, η Ελλάδα το 89,5% και η Ισπανία το 80% (Δελαστίκ 2010α).

Επιπρόσθετα, μπορεί η Ελλάδα να εμφανίζει υψηλές δανειακές ανάγκες, ωστόσο η κατάσταση για πολλά άλλα δυτικά κράτη δεν εμφανίζεται διαφορετική. Συγκεκριμένα οι νέες δανειακές ανάγκες της χώρας μας για το 2010 αναμένεται να φτάσουν τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που άλλες «μικρές» χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία θα δανειστούν από 100 δισεκατομμύρια εκάστη. Κι αν για τις ξένες τράπεζες το ρίσκο δανεισμού 50 δις προς την Ελλάδα θεωρείται υψηλό τότε τι μπορεί να ειπωθεί για τη Γερμανία που μπορεί μεν να έχει το εννεαπλάσιο ΑΕΠ σε σχέση με το ελληνικό, αλλά αναμένεται να δανειστεί 370 δις ευρώ; Η δε Γαλλία θα φτάσει τα 450 δις και η Ιταλία τα 400 δις, με αποτέλεσμα η αντιστοιχία του δανεισμού προς το ΑΕΠ τους να κινείται στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα (Δελαστίκ 2010β).

Τι προκύπτει από όλα τα παραπάνω; Καταρχήν πως παρόμοια οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες δυτικές χώρες. Όταν αυτό άρχισε να γίνεται σαφές τότε επιστρατεύτηκε ένα δεύτερο επιχείρημα: πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει και πρόβλημα χρέους και πρόβλημα ελλειμμάτων και είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών προβλημάτων που δημιουργεί αυτήν την οξυμένη κατάσταση. Το ζήτημα όμως είναι, πως αυτό το επιχείρημα εμπεριέχει δύο αντιφάσεις. Η πρώτη είναι το γεγονός πως χώρες πιο αναπτυγμένες από την Ελλάδα, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, παρουσιάζουν επίσης ταυτόχρονα υψηλό έλλειμμα αλλά και υψηλό χρέος. Το γεγονός πως δεν αντιμετωπίζουν παρόμοια με την Ελλάδα προβλήματα έχει να κάνει με το ότι ως πολύ πιο ισχυρές οικονομικά δυνάμεις είναι σε θέση να διαχειριστούν τις επιπτώσεις, σ’ αυτή τη φάση, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με διαφορετικό τρόπο. Η δεύτερη αντίφαση έχει να κάνει με το ότι πολύ σύντομα άρχισε να δημιουργείται ένα συνολικότερο πλαίσιο δραματοποίησης της κατάστασης και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η Ισπανία όμως δεν έχει υψηλό δημόσιο χρέος, ενώ το έλλειμμα της Πορτογαλίας είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας. Κατά συνέπεια κάπου άλλου πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια. Όπως θα δείξουμε στην ενότητα 6, αυτό έχει κύρια να κάνει με το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που παρουσιάζει η Ελλάδα, αλλά και η Πορτογαλία με την Ισπανία, το οποίο οξύνει η παρούσα παγκόσμια κρίση και η κρίση του ευρώ, γεγονός που οδηγεί τις αγορές στην απόσυρση της εμπιστοσύνης τους προς τους νοτιοευρωπαικούς καπιταλισμούς.

4. Μύθος δεύτερος:

Το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας δημιουργήθηκε γιατί οι Έλληνες εργαζόμενοι απόκτησαν ένα καταναλωτικό πρότυπο που δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας.

Το παραπάνω με απλά λόγια σημαίνει πως στο προηγούμενο διάστημα δόθηκαν αυξήσεις μισθών τις οποίες δεν μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία με αποτέλεσμα να αυξηθεί υπέρμετρα το κόστος παραγωγής και τα ελληνικά προϊόντα να καταστούν μη ανταγωνιστικά. Η λογική συνέπεια αυτού του μυθεύματος είναι πως από εδώ και πέρα θα πρέπει να μειωθεί το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων έτσι ώστε να αποκατασταθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα.[ii]

Ωστόσο, η θεωρία της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων στην Ελλάδα και μάλιστα με ρυθμούς υπέρτερους από αυτούς του ΜΟ των χωρών της ΕΕ-15 είναι επιδεκτική κριτικής για πολλούς λόγους. Πράγματι, τα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν πως μεταξύ 1995 και 2008 η σωρευτική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μέσων αποδοχών στην Ελλάδα έφτασε το 37%. Εντούτοις η αύξηση αυτή είναι υπερεκτιμημένη: Καταρχήν λαμβάνει υπόψη τον μέσο πληθωρισμό και όχι τον πληθωρισμό που αντιστοιχεί σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες που κατά κύριο λόγο κάνουν χρήση τα νοικοκυριά των εργαζομένων. Σύμφωνα με τους σχετικούς υπολογισμούς η υπερεκτίμηση αυτή προσεγγίζει κάθε χρόνο το 0,7% (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2009). Έπειτα, ο μέσος μισθός δεν αντανακλά την πραγματικότητα που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων αφού σε αυτόν περιλαμβάνονται και οι πολύ υψηλές αμοιβές των στελεχών. Τέλος οι μέσες πραγματικές αποδοχές δεν είναι υπολογισμένες για σταθερό αριθμό ωρών, αλλά για το σύνολο του χρόνου εργασίας, με αποτέλεσμα να συνυπολογίζονται και οι αμοιβές για υπερωρίες.

Το πρόβλημα είναι πως η απουσία τέτοιων στοιχείων για όλη την περίοδο δεν διευκολύνει να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα για το τι συνέβη στη μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών. Για το λόγο αυτό εκτιμούμε πως είναι ασφαλέστερο να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τι ακριβώς έχει συμβεί.

Ξεκινώντας από τη συμμετοχή των μισθών στο ΑΕΠ διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια μακροχρόνια τάση μείωσης του μεριδίου τους από 56% το 1995 σε 54% το 2008.

Η επιδείνωση των όρων διαβίωσης των Ελλήνων φαίνεται και από το γεγονός πως το ποσοστό της αποταμίευσης των νοικοκυριών ως ποσοστό του εισοδήματος μειώνεται από 14,1% το 1996 σε 8,9% το 2004. Ταυτόχρονα το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2006 έφτανε το 21%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως οι μισοί φτωχοί έχουν εισόδημα μικρότερο από το 44,4% του διαμέσου εισοδήματος και άρα απέχουν σημαντικά από το να εξέλθουν από τη φτώχεια (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 210- 211).

Σε ότι, αφορά τη φορολόγηση, το 2004 οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι κατέβαλαν το 44% των φόρων εισοδήματος ενώ το 2006 το 50,1%. Αντίθετα οι επιχειρήσεις, ενώ το 2004 είχαν καταβάλει το 43% των φόρων εισοδήματος, το 2006 κατέβαλαν το 36,3% των φόρων εισοδήματος (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2008: 22- 23).

Το παραπάνω μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο ως το αποτέλεσμα μιας συνειδητής ταξικής κρατικής πολιτικής σε σχέση και με τη φορολογία. Και δεν μπορούσαν να είναι τα πράγματα διαφορετικά από τη στιγμή που για τις μεγάλες επιχειρήσεις η φορολογική επιβάρυνση από 29,9% το 2000 μειώθηκε σε 18,6% το 2006. Το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελεστής φορο­λογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 53,3%, στη Γαλλία 31,4%, στην Ιταλία 27,1%, στην Κύπρο 26,8%, στο Βέλγιο 21,6%, στην Δανία 32,3%, στην Πορτογαλία 22,6%, στην Αγγλία 27,7% και στην Ε.Ε-25 ήταν 28,7%. Αντίθετα, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα το 2000 ανερχόταν σε 34,5% και το 2006 αυξήθηκε σε 35,1%. Κατά το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελε­στής φορολογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 30,8%, στη Γαλλία 41,9%, στην Ιταλία 42,5%, στην Κύπρο 24,18%, στο Βέλγιο 42,7%, στη Δανία 37,1%, στην Πορ­τογαλία 28,6%, στην Αγγλία 25,8% και στην Ε.Ε-25 ήταν 36,4%. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο μέσο όρο της Ε.Ε-25, ενώ η πραγματική φορολογική επιβάρυνση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε-25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε-25 (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2009: 93).[iii]

Το συνολικό αποτέλεσμα όλων όσων αναφέρθηκαν είναι η Ελλάδα να διακρίνεται για τις οικονομικές της ανισότητες από τη στιγμή που το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων Ελλήνων που κατέχουν το 40,4% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, είναι περίπου εξαπλάσιο από το εισόδημα του 20% των λιγότερο εύπορων Ελλήνων που κατέχουν το 7% του εισοδήματος. Αντίθετα στις χώρες της ΕΕ-15 η διαφορά δεν υπερβαίνει την τελευταία δεκαετία τις 4,8 φορές (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 213).

Γενικό συμπέρασμα: Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα αυξήθηκαν γιατί ο παραγόμενος πλούτος διαμοιράστηκε πολύ άνισα. Κατά συνέπεια τα σημερινά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να θεωρηθεί πως οφείλονται στην (υποτιθέμενη) αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων.

5. Μύθος τρίτος:

Η αύξηση των μισθών οδήγησε σε ραγδαία μείωση των εξαγωγών

Το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς είναι πως ακόμα και αν δεχτούμε, ως υπόθεση εργασίας, πως υπάρχει αύξηση των μισθών, αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε πτώση της ανταγωνιστικότητας. Κι αυτό γιατί ακόμα και αν δεν λάβουμε υπόψη μας τις μεθοδολογικές παρατηρήσεις που κάναμε στην προηγούμενη παράγραφο, η παραγωγικότητα της εργασίας προς το ΜΟ της ΕΕ 15 έχει αυξηθεί περισσότερο απ’ ό,τι οι μισθοί (19% έναντι 14%). Κατά συνέπεια το πρόβλημα δεν πρέπει να εστιάζεται στους μισθούς.

Ταυτόχρονα είναι λάθος να θεωρείται πως το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας είναι τωρινό πρόβλημα – πόσο μάλλον πως γι’ αυτό φταίει η άνοδος των μισθών.

Ας το εξετάσουμε αυτό λίγο πιο αναλυτικά. Για να θεωρήσουμε πως τώρα υπάρχει κρίση ανταγωνιστικότητας, αυτό σημαίνει πως σε κάποια, πολύ πρόσφατη χρονική φάση αυτό το πρόβλημα δεν υπήρχε και γι’ αυτό η ελληνική οικονομία γνώριζε σημαντική ανάπτυξη. Ωστόσο ο πίνακας που ακολουθεί και αφορά τα τελευταία 50 χρόνια δε δείχνει κάποια ιδιαίτερη διαφοροποίηση.

 

Πίνακας 1

Διαχρονική εξέταση της σχέσης εξαγωγών/εισαγωγών

1960- 2009

Έτος

Εξαγωγές/ Εισαγωγές %

1960

42

1965

33

1970

36

1975

40

1980

37

1985

41

1989

40

2000

34

2001

35

2002

32

2003

33

2004

33

2005

34

2006

31

2007

30

2008

31

2009

33

Πηγή: α) Για τα έτη 1960- 1989 βλ. Μηλιός- Ιωακείμογλου 1990: 117 β) για τα έτη 2000- 2009 βλ. Τράπεζα της Ελλάδος

 

Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα στοιχεία του Πίνακα 1 είναι πως η σχέση εξαγωγών προς εισαγωγές υλικών αγαθών για την περίοδο 1960-1989 παρουσιάζει ορισμένες, όχι σημαντικές αυξομειώσεις, κυμαινόμενη μεταξύ 1/3 και 1/2,5. Η σαφής αυτή υπεροχή των εισαγωγών αντανακλά ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν οδήγησε στην πτώχευση της χώρας ούτε σε κάποια αντίστοιχη οικονομική καταστροφή. Από την άλλη, για την περίοδο 2000-2009 μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα: α) Παρατηρείται μια περιορισμένη διολίσθηση της σχέσης εξαγωγών/εισαγωγών η οποία κυμαίνεται γύρω από το ύψος του 1/3. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ένταση του τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και ειδικότερα με τις πιέσεις που δέχθηκε η ελληνική οικονομία λόγω της ένταξής της στη ζώνη του ευρώ από εθνικούς σχηματισμούς με υπέρτερη παραγωγικότητα. β) Σε κάθε περίπτωση πάντως η δεκαετία αυτή δε φαίνεται να χαρακτηρίζεται από κάποια δραστική μείωση των εξαγωγών, τέτοιας τάξης που να δικαιολογεί τη λήψη αντίστοιχης εμβέλειας μέτρων όπως αυτά που αποφάσισαν από κοινού Κυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Το ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατακόρυφης μείωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας φαίνεται και από τα στοιχεία του πίνακα 2 όπου εξετάζεται η εξέλιξη της συμμετοχής των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές, στις εξαγωγές των χωρών της ζώνης του Ευρώ καθώς και στις εξαγωγές στο σύνολο των χωρών της ΕΕ.

 

Πίνακας 2

Βαθμός συμμετοχής ελληνικών εξαγωγών

(2000- 2008)

(%)

Έτος

Κόσμος

Ζώνη Ευρώ

ΕΕ27

2000

0,0017

0,058

0,045

2001

0,0016

0,048

0,037

2002

0,0016

0,050

0,040

2003

0,0018

0,054

0,043

2004

0,0017

0,052

0,041

2005

0,0017

0,055

0,043

2006

0,0017

0,059

0,046

2007

0,0017

0,057

0,044

2008

0,0016

0,055

0,043

Πηγή: UNCTAD 2010

 

 

Παρατηρούμε πως ούτε και αυτά τα στοιχεία δείχνουν κάποια βαθιά κρίση εξαγωγών. Υπάρχουν διακυμάνσεις οι οποίες οφείλονται σε συγκυριακούς λόγους αλλά όλα κινούνται σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια. Έτσι την περίοδο 2000-2008 η συμμετοχή των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές κυμαίνεται μεταξύ 0,016 και 0,018 του συνόλου, στις εξαγωγές των χωρών της ΟΝΕ από 0,048 μέχρι 0,059 και στις εξαγωγές των χωρών της ΕΕ από 0,037 μέχρι 0,049. Βεβαίως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως ακόμα και για το μέγεθος της Ελλάδας οι επιδόσεις αυτές είναι πολύ χαμηλές. Δε θα διαφωνήσουμε πως ο ελληνικός καπιταλισμός δεν αντλεί τη δυναμική του από τη βιομηχανία, αλλά σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν δείχνουν κάποια καθίζηση των εξαγωγών.

 

* Άρθρο (Μέρος Ι) του Σπύρου Σακελλαρόπουλου από τις τελευταίες Θέσεις, τεύχος Ιούλιος Σεπτέμβριος 2010.

 

Πηγή aformi.wordpress.com

 

ΠΗΓΗ: synt, Σάββατο, 11-09-2010,  http://www.attacktv.gr/Pages/viewArticle.aspx?ID=9101

 



[i] Για την περίπτωση της Ιαπωνίας από ορισμένες πλευρές αναφέρεται πως δεν έχει σημασία το ύψος του χρέους της αλλά το γεγονός πως σε συντριπτικό βαθμό είναι εσωτερικό χρέος, σε αντίθεση με την Ελλάδα που είναι στο μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικό χρέος. Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει τις διεθνείς πιέσεις που δέχεται η Ελλάδα αλλά από δημοσιονομικής άποψης δεν υπάρχει διαφορά. Κάποια στιγμή τα ομόλογα θα πρέπει να εισπραχθούν και τότε η Ιαπωνία θα αναγκαστεί να συνάψει νέα δάνεια μπαίνοντας σε παρόμοιο φαύλο κύκλο με την Ελλάδα.

[ii] Παραθέτουμε χαρακτηριστικά τις θέσεις του Γ. Παπαντωνίου πρώην Υπουργού Εθνικής Οικονομίας στις κυβερνήσεις Σημίτη: «Από τα μέσα … αυτής της δεκαετίας διευρύνθηκαν υπέρμετρα τα ελλείμματα του εξωτερικού ισοζυγίου αντανακλώντας υστερήσεις στην προσαρμογή της οικονομίας στο νέο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Ο ιδιωτικός και δημόσιος δανεισμός ακολούθησε έντονα ανοδική πορεία. Η χώρα άρχισε να ζει πάνω από τις οικονομικές της δυνατότητες σε αντιστοίχηση με τις υψηλές προσδοκίες που διαμόρφωσε η επιτυχία της ένταξης. Οι αποταμιεύσεις κατευθύνονταν σε μεγάλο βαθμό στην κάλυψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, οι παραγωγικές επενδύσεις εξασθένησαν, η ανταγωνιστικότητα υποβαθμίστηκε» (Παπαντωνίου 2010).

[iii] Τα συγκριτικά στοιχεία που παραθέτουν οι Πελαγίδης- Μητσόπουλος, τα οποία αφορούν το φόρο των διανεμόμενων σε φυσικά πρόσωπα μερισμάτων καθώς και το φόρο εισοδημάτων των φυσικών προσώπων αναδεικνύουν επίσης το περιορισμένο της φορολόγησης των επιχειρήσεων στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ-15 (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 231). 

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ:

 

Η βασική αδυναμία της πολιτικής, ο φόβος του ολοκληρωτισμού, η επέλαση του κτήνους, οι τρείς πολιτικοοικονομικές παραλλαγές, η ελεγχόμενη χρεοκοπία και η αναγκαιότητα μίας ενωμένης Ευρώπης

 

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*

 

 

Γνωρίζετε αλήθεια ποια είναι η «ειδοποιός» διαφορά μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού; Η απάντηση είναι απλή, δόθηκε με τη μορφή «ανέκδοτου» από την υπουργό οικονομικών της Γαλλίας και έγινε «αμοιβαία» κατανοητή, αφενός μεν μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (αδυναμία πληρωμών της Ρωσίας, άρνηση εξόφλησης χρεών κλπ), αφετέρου δε μετά το ξέσπασμα της «δυτικής» χρηματοπιστωτικής κρίσης: «Στο καπιταλιστικό σύστημα, οι τράπεζες πρώτα χρεοκοπούν και μετά κρατικοποιούνται. Αντίθετα, στο κομμουνιστικό καθεστώς, οι τράπεζες πρώτα κρατικοποιούνται και μετά χρεοκοπούν».  

Εμβαθύνοντας πέρα από το «ανέκδοτο», διαπιστώνουμε ότι ουσιαστικά, η κεντρική απειλή και των δύο «πολιτευμάτων», το αδύνατο σημείο τους καλύτερα, δεν είναι άλλη από το χρηματοπιστωτικό σύστημα – το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο ευρύτερα, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου, τα 20 περίπου τρις $ που προέρχονται από τα μεγάλα συνταξιοδοτικά ταμεία, είναι δικό μας. Στην κυριολεξία λοιπόν, μας απειλούν τα ίδια τα χρήματα μας, τα οποία έχουν αυτονομηθεί εντελώς.    

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε παρά να αποδεχθούμε το γεγονός ότι, η διαδικασία «κρατικοποιήσεις-αποκρατικοποιήσεις» μπορεί να εξελιχθεί σε έναν επικίνδυνο «φαύλο κύκλο» – όχι μόνο στην περίπτωση των τραπεζών, αλλά και αρκετών άλλων «συστημικών» επιχειρήσεων (ιδιαίτερα των κοινωφελών). Δηλαδή τα κράτη, προσπαθώντας να μειώσουν τα χρέη τους, προτιμούν δυστυχώς να το επιτύχουν μέσω της αύξησης των εσόδων τους – αντί να μειώσουν τις δαπάνες. Στα πλαίσια αυτά, ιδιωτικοποιούν (πουλούν) ακόμη και τις «συστημικές» επιχειρήσεις τους – αυτές που δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί η χρεοκοπία τους. Έτσι λοιπόν, αναγκάζονται να τις αγοράσουν ξανά πίσω, εάν οι νέοι ιδιώτες-ιδιοκτήτες δεν καταφέρουν να τις λειτουργήσουν σωστά. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, οι επιχειρήσεις αυτές «επιστρέφονται» στα κράτη υπερχρεωμένες – όπως συνέβη πρόσφατα με αρκετές τράπεζες.   

Περαιτέρω, θεωρούμε ότι βοηθάει στην τεκμηρίωση των ενδόμυχων «φόβων» μας, των απόψεων μας καλύτερα, καθώς επίσης κάποιων προβλέψεων μας, ο ελαφρά διαμορφωμένος διάλογος στο  κείμενο που ακολουθεί:

«- Ναι, είναι οι εφημερίδες, που όλες τα ίδια γράφουν……αυτό είναι αλήθεια. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό αναμασούν όλες τα ίδια, που σου θυμίζουν βατράχια, όταν πρόκειται να βρέξει. Κάνουν τόσο φασαρία, που δεν μπορεί κανείς να ακούσει τίποτα άλλο»

«- Βατράχια, ξεβατράχια, δεν θέλω να ξέρω. Εγώ δεν εκδίδω εφημερίδες και ούτε έχω την πρόθεση να τις υπερασπιστώ. Άλλωστε, ξέρω πολύ καλά πως όταν γίνεται πόλεμος, πουλάνε τα διπλά φύλα. Γιατί λοιπόν να μη φωνάζουν σαν τα βατράχια; Εγώ αναφέρομαι απλούστατα στην ομοφωνία που παρουσιάζει ο μορφωμένος κόσμος μας»

«- Ε, μα γι’ αυτήν την ομοφωνία δα, είναι που μπορεί κανείς να υποθέσει πολλά και διάφορα. Το γαμπρό μου, τον γνωρίζετε. Αυτός τώρα, πρόκειται να διορισθεί μέλος μίας επιτροπής….ποιάς ακριβώς, δεν θυμάμαι… (κομματικός) κρατικός υπάλληλος δηλαδή, όχι απλός δημόσιος υπάλληλος. Καμία δουλειά δεν θα κάνει εκεί πέρα, αλλά θα παίρνει μισθό 8.000! Ε, λοιπόν, ρωτήστε τον, αν η υπηρεσία αυτή είναι χρήσιμη. Θα τον δείτε να σας αποδεικνύει ότι είναι η πιο απαραίτητη. Και αυτός είναι άνθρωπος ειλικρινέστατος. Όσο και να είναι όμως, δεν μπορεί να μην πιστέψει στη χρησιμότητα των οκτώ χιλιάδων».

«-  Μου θύμισες κάτι τώρα για τους δημοσιογράφους. Αν ήταν στο χέρι μου, εγώ θα έβαζα έναν μόνο όρο. Ο A.Karr έγραψε κάτι πολύ αξιόλογο, πριν από τον πόλεμο. “Θεωρείτε πως ο πόλεμος είναι απαραίτητος; Πολύ ωραία. Όποιος προπαγανδίζει τον πόλεμο, να πάει σε μία ξέχωρη λεγεώνα, μπροστά-μπροστά, στην πρώτη γραμμή. Και να δίνει το σύνθημα για την επίθεση, για την έφοδο, πάντα μπροστά από όλους”. Τότε θα δούμε αν πιστεύουν οι δημοσιογράφοι αυτά που λένε……όταν πληρώνουν για τα λόγια τους και όταν οι ίδιοι κάνουν πράξη, αυτά που μας μεταφέρουν».

«-  Μια χαρούλα θα είναι οι δημοσιογράφοι μας…..οι πολιτικοί δεν είναι μακριά τους….ιλικρινά δεν ξέρω ποιος από τους δύο κάνει το μεγαλύτερο κακό…. Μα τι φαντάζεσθε; Αν τους ζητηθεί να πάνε στον πόλεμο, αυτοί θα το βάλλουν στα πόδια με το πρώτο».  

Ο παραπάνω διάλογος θα μπορούσε κάλλιστα να γινόταν σήμερα, κάπου στην Ελλάδα. Εν τούτοις, γράφτηκε για την τσαρική Ρωσία του 19ου αιώνα – από τον L.Tolstoy. Φυσικά, όλοι μας γνωρίζουμε που ακριβώς κατέληξε το τσαρικό καθεστώς – καθώς επίσης πόσοι άνθρωποι πλήρωσαν με τη ζωή τους τις αλλαγές, οι οποίες οδήγησαν στο γνωστό μας αδιέξοδο και στην ολοκληρωτική κατάρρευση του «μαρξιστικού ονείρου».

Εάν δε συνεχίσουμε στην σύγχρονη «σοσιαλιστική» παραλλαγή, στη σημερινή Κίνα, θα καταλάβουμε που ακριβώς μας κατευθύνουν τα «τεκταινόμενα» – αυτά που συμβαίνουν τώρα δηλαδή, σε συνδυασμό με την καταφανή αδυναμία της δυτικής Πολιτικής, να αντιπαρατεθεί με την οικονομική εξουσία. Το θηρίο του ολοκληρωτισμού δεν έχει πάψει ποτέ να απειλεί τον άνθρωπο – απλούστατα, κάποια ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα κοιμάται, περιμένοντας να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να επανέλθει «δριμύτερο».      

 

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ

 

Χωρίς να θέλω να υποστηρίξω τη Γερμανία, νομίζω ότι δεν είναι ο «τρομοκράτης» της Ελλάδος. Ο λόγος είναι πως πίσω από την γερμανική πολιτική, τις τράπεζες και την οικονομία, κρύβεται ο «μεγάλος αδελφός». Δεν υπάρχει γερμανική οικονομία, ούτε γερμανικές τράπεζες – όλα, μα όλα, είναι «ξένων συμφερόντων». Ελάχιστοι είναι οι φορείς εξουσίας, οι οποίοι διοικούνται από «Γερμανούς». Για παράδειγμα, στο Βερολίνο ακόμη και η τέχνη (θέατρα, μουσική, ορχήστρες κλπ) ευρίσκονται, ανήκουν δηλαδή, σε «ξένα» χέρια. Εμφανίζοντας την Γερμανία σαν «εχθρό» και «τρομοκράτη», κρύβουμε τον πραγματικό μας αντίπαλο – το Καρτέλ”.  

 

Το παραπάνω «σχόλιο» προέρχεται από συνάδελφό μας, ο οποίος ζει και εργάζεται στη Γερμανία. Είναι εμφανές ότι, στην «ατμομηχανή» της Ευρώπης διεξάγεται ήδη ένας «αιματηρός» πόλεμος – με τις πολυεθνικές από τη μία του πλευρά και την Πολιτική από την άλλη. Διαπιστώνοντας δε ότι, οι πολυεθνικές έχουν στην κατοχή τους σχεδόν το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας, ενώ σε πολλούς «ζωτικούς» κλάδους κυριαρχούν τα «ολιγοπώλια» (τράπεζες, ενέργεια κλπ), η κατάληξη του πολέμου είναι εύκολο να προβλεφθεί – εκτός εάν αλλάξει ριζικά το φιλελεύθερο καθεστώς της Γερμανίας. Ο Πίνακας I που ακολουθεί, είναι χαρακτηριστικός, σε σχέση με την «ολιγοπωλιακή» δομή της αγοράς ενέργειας :

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Επί πλέον κέρδη των ενεργειακών ομίλων από το 2011, λόγω της επέκτασης του χρόνου λειτουργίας των ατομικών εργοστασίων – την οποία επέβαλλαν οι όμιλοι στην κυβέρνηση, παρά την πλήρη αντίθεση της πλειοψηφίας των Γερμανών Πολιτών.

 

Όμιλος

Επί πλέον κέρδη

Υπόλοιπο μετά φορολόγηση

 

 

 

Ε.ΟΝ

40,266 δις €

29,76 δις €

RWE

24,233 δις €

17,49 δις €

EnBW

19.568 δις €

14.32 δις €

Vattenfall

6,756 δις €

4,97 δις €

Υπόλοιποι

3,374 δις €

2,49 δις €

Πηγή: Oko Institut

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Από τον Πίνακα Ι φαίνεται καθαρά η ολιγοπωλιακή δομή της αγοράς ενέργειας, αφού το σύνολο των υπολοίπων επιχειρήσεων, εκτός των τεσσάρων ισχυρότερων, θα έχει ελάχιστα κέρδη (3,37 δις €) – σε σχέση ακόμη και με τη μικρότερη των άλλων. Από την «επιβολή» ουσιαστικά των κανόνων των γερμανών managers των πολυεθνικών στην κυβέρνηση, τεκμηριώνεται η απόλυτη πρωτοκαθεδρία τους, σε σχέση με την Πολιτική.   

Το επόμενο σχόλιο, χαρακτηριστικό για την απελευθέρωση των αγορών, όσον αφορά την ενέργεια, προέρχεται επίσης από συνάδελφο, κάτοικο της Μεγάλης Βρετανίας:

Σε σχέση με το άρθρο «Το καρτέλ», προσθέτω μερικές παρατηρήσεις, οι οποίες είναι μάλλον χρήσιμες – ειδικά όσον αφορά την «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας:

Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι, πριν των απελευθερώσεων, προηγήθηκαν στη Μ. Βρετανία αυξήσεις τιμών, για να προσελκύσουν επενδυτές (ακριβώς όπως και στην Ελλάδα, όπου όμως ελπίζουμε ότι οι συνδικαλιστές της ΔΕΗ δεν θα πέσουν στην παγίδα, αυξάνοντας τις τιμές του ρεύματος χωρίς λόγο). Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας προωθείται, όπως γνωρίζω, η σταδιακή υποκατάσταση λιγνίτη, με εισαγόμενο φυσικό αέριο. Αυτό σημαίνει αύξηση της ενεργειακής εξάρτησης από το εξωτερικό – γενικώς, από τις διαθέσεις των χωρών (πολυεθνικών), από τις οποίες περνούν οι αγωγοί.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μία εταιρία προσφέρει 97 διαφορετικά τιμολόγια σε οικιακούς καταναλωτές (πουλάει ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο). Όπως γνωρίζετε, πέρα από ένα όριο, όσο πιο πολλές επιλογές παρέχονται στους καταναλωτές, τόσο πιο πολύ μπερδεύονται και τελικά μένουν με το «πακέτο» που έχουν ήδη”.

Η Μ. Βρετανία, με συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, το οποίο πλησιάζει το 500% του ΑΕΠ της, έχοντας «αποκρατικοποιήσει» σχεδόν το σύνολο της δημόσιας περιουσίας (μόνο μία γέφυρα παραμένει στην ιδιοκτησία του κράτους), έχει αλωθεί εντελώς από τις πολυεθνικές. Επομένως, η Πολιτική της δεν μπορεί παρά να είναι στην «υπηρεσία» τους – με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται για το μέλλον των Πολιτών και την κοινωνική συνοχή, εάν κάποια στιγμή πάψει να αναπτύσσεται η Οικονομία και υπάρξουν προβλήματα επιβίωσης των Βρετανών εργαζομένων.

Ολοκληρώνοντας τις αναφορές μας, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε ένα μέρος από άρθρο του J.Stieglitz, το οποίο αναφέρεται στην κατάσταση που έχουν φέρει τα ολιγοπώλια και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος τις Η.Π.Α.:  

Μια από τις κλασικές ενδείξεις της δυσλειτουργικής αγοράς σε μια οικονομία, είναι η επίμονη ανεργία. Σήμερα στις Η.Π.Α., ένας στους έξι εργαζομένους (17%) δεν μπορεί να βρει πλήρη απασχόληση. Πρόκειται για μια οικονομία με τεράστιες ακάλυπτες ανάγκες και τεράστιους αναξιοποίητους πόρους.

Στην αγορά κατοικίας εντοπίζεται ένα ακόμη οξύμωρο της αμερικανικής οικονομίας: οι άστεγοι ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες (το 2009 περισσότεροι από 1,5 εκατομμύρια Αμερικανοί έμειναν τουλάχιστον μία νύχτα σε καταφύγιο αστέγων), ενώ την ίδια ώρα εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια παραμένουν άδεια (ίσως οφείλουμε να συμπληρώσουμε εδώ το ότι, μόνο στο Las Vegas ζουν περίπου 15.000 άτομα σε υπόγεια τούνελ – «υποχρεώνοντας» μας να μιλάμε πια για «ανθρώπους-αρουραίους»).

Το ποσοστό των κατασχέσεων είναι, πράγματι, εντυπωσιακό. Δύο εκατομμύρια Αμερικανοί έχασαν το σπίτι τους το 2008 και άλλα 2,8 εκατομμύρια το 2009 – ενώ ο αριθμός των ανέργων αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο το 2010. Η απόδοση των χρηματοοικονομικών αγορών ήταν εντελώς απογοητευτική. Οι «εύρυθμες», «ορθολογικές» αγορές, δεν δανείζουν σε όσους δεν μπορούν ή δεν πρόκειται να τις ξεπληρώσουν – παρ’ όλα αυτά, όσοι κατεύθυναν αυτές τις αγορές, επιβραβεύτηκαν σαν να ήταν ιδιοφυίες της οικονομίας”.

Οι επισημάνσεις του οικονομολόγου, σε συνδυασμό με την πολυφυλετική δομή της υπερδύναμης και τους «ανθρώπους-αρουραίους», οδηγούν σχεδόν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι, πρόκειται για ένα εν ενεργεία ηφαίστειο, για ένα «καζάνι που βράζει». Αργά ή γρήγορα, το ηφαίστειο αυτό θα εκραγεί, με ανυπολόγιστες συνέπειες τόσο για το εσωτερικό των Η.Π.Α., όσο και για ολόκληρο τον υπόλοιπο πλανήτη – σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, για την «ανοχύρωτη», υπερχρεωμένη Ευρώπη.

Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται καθαρά πως οι αγορές παραμένουν εκτός ελέγχου, ότι η απόβαση στην Ευρώπη δεν έχει αντιμετωπισθεί (πιθανότατα η Ιρλανδία θα ακολουθήσει σύντομα την Ελλάδα, στο δρόμο προς το ΔΝΤ) και πως η παγκόσμια ασυμμετρία, μέρος της οποίας είναι η εσωτερική ευρωπαϊκή, δεν προδιαθέτουν σε καμία περίπτωση θετικά. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί, είναι αρκετά χαρακτηριστικός, αναδεικνύοντας την υπερχρέωση τόσο της «δύσης», όσο και της Ευρώπης – τουλάχιστον συγκριτικά με τις τελευταίες έξι ανερχόμενες Οικονομίες:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξωτερικό χρέος επιλεγμένων κρατών

 

Χώρα

Ημερομηνία

Χρέος σε δις $

Χρέος προς ΑΕΠ

 

 

 

 

Πλανήτης

31.12.2009

56.900

98%

 

 

 

 

Η.Π.Α.

30.06.2009

13.450

94%

Μ. Βρετανία

30.06.2009

9.088

416%

Γερμανία

30.06.2009

5.208

155%

Γαλλία

30.06.2009

5.021

188%

Ολλανδία

31.12.2009

3.733

470%

Ισπανία

30.06.2009

2.410

165%

Ιταλία

31.12.2008

2.328

101%

Ιρλανδία

30.09.2009

2.287

1.004%

Ιαπωνία

30.06.2009

2.132

205%

Βέλγιο

31.12.2008

1.354

267%

Ελβετία

30.06.2009

1.339

271%

Ελλάδα

30.06.2009

553

167%

Πορτογαλία

30.06.2009

507

223%

 

 

 

 

Ρωσία

31.12.2009

369

30%

Κίνα

31.12.2009

347

7%

Ν. Κορέα

31.12.2009

334

40%

Ινδία

31.12.2009

224

18%

Βραζιλία

31.12.2009

216

14%

Ν. Αφρική

30.06.2009

74

26%

Πηγή: CIA Factbook

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

* Οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου, με εξαίρεση την Πορτογαλία, δεν έχουν μεγάλο εξωτερικό χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ – το κοινό πρόβλημα τους είναι αποκλειστικά και μόνο το δημόσιο χρέος, γεγονός που αποδεικνύει την έλλειψη εμπιστοσύνης των Πολιτών τους στα κράτη τους. Όσον αφορά την Ιρλανδία, όπου συζητείται ότι η διάσωση μίας και μόνο τράπεζας της θα κοστίσει περί τα 70 δις €, έχουμε την άποψη ότι τελικά θα είναι η επόμενη χώρα εισβολής του ΔΝΤ.    

    

Όπως φαίνεται λοιπόν από τις παραπάνω γενικές αναφορές, τόσο η «δυτικού τύπου» ελεύθερη αγορά, όσο και η Δημοκρατία, ευρίσκονται σε διαρκή «υποχώρηση» – έχοντας απολέσει ένα μεγάλο μέρος των «πλεονεκτημάτων» του παρελθόντος. Αντίθετα, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις (η οικονομική εξουσία δηλαδή), ειδικά με τη βοήθεια της παρούσης κρίσης, ευρίσκονται στην «επίθεση», εμφανίζοντας μία αξιοσημείωτη έξαρση.

Ειδικότερα, ο κλάδος των τραπεζών, με τη βοήθεια νέων συνθηκών (Βασιλεία ΙΙΙ κλπ), «υποχρεώνεται» από τα κράτη σε ακόμη μεγαλύτερη ισχυροποίηση του (η έλλειψη κεφαλαίων θα οδηγήσει προφανώς στην εξαγορά των μικρότερων πιστωτικών ιδρυμάτων από τα μεγαλύτερα) – γεγονός που σημαίνει ότι δεν μας έγινε το πάθημα μάθημα (too big to fail).

Το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες, παραγωγικές ή εμπορικές πολυεθνικές επιχειρήσεις οι οποίες, «αρπάζοντας» την ευκαιρία (προβλήματα τζίρου, μειωμένη κερδοφορία, δυσκολίες χρηματοδότησης, χαμηλές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις κλπ), εξαγοράζουν τις μικρότερες, αυξάνοντας διαρκώς τόσο τα μεγέθη τους, όσο και την κυριαρχία τους στις αγορές (ολιγοπώλια κλπ).

Επομένως οι «μονοπωλιακές», οι ηγεμονικές καλύτερα κινήσεις των ισχυρότερων εκπροσώπων του καρτέλ, ειδικά αυτών του «κτήνους» (έτσι αποκαλέστηκε το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο για πρώτη φορά από τον P.Krugman), πλησιάζουν όλο και πιο κοντά στο στόχο τους – με όλα όσα κάτι τέτοιο σημαίνει για έναν πλανήτη, ο οποίος χαρακτηρίζεται από μία απίστευτα στρεβλή, «ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση». 

 

ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΑΓΟΡΕΣ

 

Εξετάζοντας τις ανθρώπινες κοινωνίες από την πλευρά των αγορών, σε συνδυασμό με το εκάστοτε πολίτευμα που επικρατεί, διακρίνουμε τα παρακάτω:

(α)  Το ατομικό συμφέρον πριν από το συλλογικό: Αποτελεί τη βασική αρχή του καπιταλισμού η οποία, σε συνδυασμό με φιλελεύθερα πολιτεύματα, οδήγησε σε μεγάλη ανάπτυξη τις «δυτικές» χώρες. Βέβαια, η πρόοδος αυτή «λειτούργησε» με τη βοήθεια της «δημιουργικής καταστροφής» (Schumpeter), όπου το παλαιό καταστρέφεται από το καινούργιο – είτε ειρηνικά (με την εύρεση και επικράτηση νέων μεθόδων παραγωγής, οργάνωσης κλπ), είτε με πολέμους.

Δυστυχώς, τις τελευταίες δεκαετίες της καπιταλιστικής εποχής (έχουμε αναφέρει σε πολλά κείμενα μας ότι, ο καπιταλισμός στηρίζεται στη συνεχή εξέλιξη -παρομοιάζοντας τον με ένα ιπτάμενο όχημα, το οποίο είναι αδύνατον να παραμείνει σταθερό στον αέρα, εάν δεν αυξάνει συνεχώς το ύψος του, με τη βοήθεια των κινητήρων του), τα φιλελεύθερα πολιτεύματα αντικαταστήθηκαν με τα γνωστά μας νεοφιλελεύθερα. Τα πολιτεύματα αυτά, παραχώρησαν σχεδόν ολόκληρη τη δημόσια περιουσία σε ιδιώτες (κυρίως τις κοινωφελείς επιχειρήσεις), με αποτέλεσμα τον συνεχή περιορισμό της ισχύος της Πολιτείας – προς όφελος της οικονομικής εξουσίας.   

Μετά την πτώση του τείχους, την κατάρρευση δηλαδή του κομμουνισμού και την «επίσημη έναρξη» της παγκοσμιοποίησης, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις εξελίχθηκαν σε μεγάλες πολυεθνικές – οι οποίες έπαψαν πλέον να εξαρτώνται από τα κράτη, στα οποία είχαν την έδρα τους. Έχοντας όμως ανέκαθεν την ίδια στρατηγική αύξησης των μεγεθών τους,  δηλαδή

(1) προσπάθειες περιορισμού της παραγωγής προϊόντων, με στόχο την αύξηση των τιμών πώλησης, καθώς επίσης

(2) «συγκράτηση» του κόστους εργασίας, με σκοπό την συνεχή μεγέθυνση των κερδών τους,

κατόρθωσαν πια, με τη βοήθεια της παγκοσμιοποίησης και των εναλλασσομένων οικονομικών κρίσεων («τεχνητών» ή μη), να την επιβάλλουν «απολυταρχικά» στις ανθρώπινες κοινωνίες.

Έτσι λοιπόν διαπιστώνουμε σήμερα, αφενός μεν τη «χειραγώγηση» των τιμών αγοράς ή πώλησης σε πάρα πολλά προϊόντα (πρώτες ύλες, πετρέλαιο, ενέργεια κλπ), αφετέρου τη χειραγώγηση του κόστους εργασίας, με τους εργαζομένους να «εκβιάζονται» σε απίστευτες μειώσεις των αποδοχών τους (πραγματικών και ονομαστικών), τις οποίες «αποδέχονται», επειδή «επιλέγουν» να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας τους – διαφορετικά, μεταφέρονται από τις πολυεθνικές στις αναπτυσσόμενες χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού.

Επί πλέον, επιχειρείται έντεχνα να «πεισθούν» οι Πολίτες εκβιαζόμενοι, για τις ανάγκες στήριξης των εθνικών τους οικονομιών, μέσω της μείωσης των αμοιβών τους (στη Γερμανία οι καθαρές ωριαίες αποδοχές του 20% των εργαζομένων υπολείπονται των 5 €, όταν αυτές των παραπάνω τραπεζικών στελεχών ξεπερνούν τα 5.000 € την ώρα), του περιορισμού των συνταξιοδοτικών απαιτήσεων τους (Πίνακας ΙΙΙ), του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων, προς όφελος του ανταγωνισμού ή των τιμών (όταν προηγουμένως οι τιμές αυξήθηκαν μέσω της φορολόγησης, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, όπου ο πληθωρισμός «οδεύει» προς το 8%) και πολλών άλλων «θυσιών».

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Μέσες μικτές μηνιαίες συντάξεις σε €, με ημερομηνία 31.12.2008, στη Γερμανία

 

Περιοχή

Άνδρες

Γυναίκες

 

 

 

Βαυαρία

983,41

496,12

Βερολίνο

1.039,27

684,06

Αμβούργο

1.069,70

596,02

Ρηνανία Βεστφαλία

1.118,28

457,83

Σάαρλαντ

1.119,18

390,32

Πηγή: Υπηρεσία κοινωνικής ασφάλισης Γερμανίας

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Οι πολύ υψηλές συντάξεις (άνω των 1.500 € μικτά μηνιαία), αφορούν μόλις το 10% των ανδρών για τη Δ. Γερμανία και το 5,3% για την πρώην Ανατολική

 

Ταυτόχρονα, για να «επιδράσει» σίγουρα το «φάρμακο», με το οποίο επιχειρείται η «εξυγίανση» των δημοσίων οικονομικών (με τη βοήθεια φυσικά των μικρομεσαίων «στρωμάτων» και της αναδιανομής των εισοδημάτων μεταξύ τους), επιλέγονται οι σωστές εποχές, το ιδανικό σύστημα (σοσιαλισμός) και οι κατάλληλες μέθοδοι σύγκρουσης των δύστυχων επί μέρους κοινωνικών ομάδων μεταξύ τους – ιδιωτικοί υπάλληλοι εναντίον δημοσίων υπαλλήλων, μικροέμποροι και τουρίστες εναντίον ιδιοκτητών φορτηγών (προετοιμασία εισόδου των πολυεθνικών) κλπ.

Περαιτέρω, η «ειρηνική δημιουργική καταστροφή», ο κεντρικός πυρήνας δηλαδή του καπιταλιστικού «μηχανισμού», αναιρέθηκε δυστυχώς από τα ίδια τα κράτη, τα οποία δεν επέτρεψαν στις τράπεζες να χρεοκοπήσουν – με αποτέλεσμα να «παρακαμφθεί» η χρηματοπιστωτική κρίση, «εκβάλλοντας» καταστροφικά στη δημοσιονομική.

Για παράδειγμα, αντί να πληρώσουν τις ζημίες οι τράπεζες (αλλά και άλλες επιχειρήσεις – General Motors κλπ), όπως θα γινόταν, εάν δεν είχαν επέμβει τα κράτη στη λειτουργία της αγοράς, δέχθηκαν να τις πληρώσουν τα κράτη – με τα χρήματα των Πολιτών τους. Ουσιαστικά λοιπόν, η δημιουργική καταστροφή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε χώρες (άρθρο μας), με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον της ανθρωπότητας («εξαγορά» χρεοκοπημένων κρατών από τα ισχυρότερα, κατά το πρότυπο των πολυεθνικών – αναφέρεται σήμερα εκλεπτυσμένα με τον όρο «ελεγχόμενη χρεοκοπία»).

Το ατομικό συμφέρον λοιπόν εξελίχθηκε εις βάρος του συλλογικού, ενώ αποτελεί μία αρκετά ρεαλιστική προοπτική η εμφάνιση «Κρατών-ΑΕ». Στην περίπτωση αυτή η Κίνα, η οποία ήδη λειτουργεί σαν μία τεράστια Ανώνυμη Εταιρεία στον τομέα της συγκέντρωσης εθνικών κεφαλαίων, καθώς επίσης στην εξασφάλιση ενεργειακών πηγών και πρώτων υλών, θα έχει ένα σημαντικότατο προβάδισμα. Ήδη η Γερμανία προσπαθεί να τη μιμηθεί, με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους της να πιέζουν την κυβέρνηση στη συγκεκριμένη κατεύθυνση. 

Οι «εξελίξεις» αυτές θα σημάνουν, κατά την άποψη μας, το τέλος της καπιταλιστικής εποχής, μέσα από κοινωνικές εξεγέρσεις (αν όχι καταστροφικούς πολέμους), αφού έχει πλέον «διαβρωθεί ανεπανόρθωτα» το σύστημα. Συνήθως βέβαια, οι έντονες κοινωνικές εξεγέρσεις «εκβάλλουν» σε απολυταρχικά, ενδεχομένως μιλιταριστικά καθεστώτα – τα οποία ανέρχονται στην εξουσία, επικαλούμενα τη διατήρηση της Εθνικής Κυριαρχίας, την προστασία απέναντι σε εισβολείς, την επαναφορά της τάξης, την κρατικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων κλπ (το ΔΝΤ θεωρείται ένας εξαιρετικά επικίνδυνος οικονομικός εισβολέας, ενώ υπάρχουν ήδη αρκετοί στην Ελλάδα, οι οποίοι «εισηγούνται» μία τέτοιου είδους προστασία απέναντι στην υποδούλωση, καθώς επίσης στην προβλεπόμενη χρεοκοπία του κράτους).

Ας μην ξεχνάμε ότι δυστυχώς, η μοναδική δεύτερη επιλογή της διακυβέρνησης μίας χώρας, αυτή δηλαδή που μπορεί να αντικαταστήσει τον κομματικό στρατό της εκάστοτε πολιτικής παράταξης, συμπληρώνοντας τις «θέσεις λειτουργίας» ενός κράτους, δεν είναι άλλη από το «συμβατικό» στρατό.

(β)  Το συλλογικό συμφέρον πριν από το ατομικό: Κατά τη άποψη διαφόρων μελετητών, υπάρχουν δύο μορφές πολιτευμάτων, τα οποία «εκπροσωπούν» ένα τέτοιο οικονομικό σύστημα – ο (υπαρκτός) κομμουνισμός και ο ολοκληρωτισμός, με την συνδυαστική ίσως παραλλαγή (απολυταρχικός καπιταλισμός) της σημερινής Κίνας. Για τις ιδιαιτερότητες των δύο αυτών πολιτευμάτων, παραθέτουμε απλά την άποψη του K. Popper, χωρίς να μπορούμε ή να θέλουμε να την κρίνουμε:

«Η μαρξιστική άκρα αριστερά πτέρυγα, καθώς επίσης το συντηρητικό κέντρο και η φασιστική άκρα δεξιά, βασίζουν, και οι τρείς, τις πολιτικές φιλοσοφίες τους στον Hegel. Η αριστερή πτέρυγα αντικαθιστά τον πόλεμο των Εθνών με τον πόλεμο των τάξεων, ενώ η άκρα δεξιά με τον πόλεμο ανάμεσα στις ράτσες…….Ο (γερμανικός) εγελιανισμός είναι η αναγέννηση του φυλετισμού…..Το πνεύμα του Έθνους καθορίζει το κρυμμένο ιστορικό πεπρωμένο του. Κάθε Έθνος που επιθυμεί να αναδειχθεί σε ύπαρξη, είναι υποχρεωμένο να πολεμήσει εναντίον όλων των άλλων Εθνών, με αντικείμενο του αγώνα την παγκόσμια κυριαρχία».

Ανεξάρτητα από τις απόψεις του K.Popper, το συλλογικό συμφέρον, στην περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας, καθώς επίσης της σταλινικής Ρωσίας, εξελίχθηκε εις βάρος του ατομικού. Δυστυχώς όμως για τη Δημοκρατία, αυτού του είδους τα καθεστώτα έχουν τη δυνατότητα να επιλύουν ριζικά δύο «θεμελιώδη» οικονομικά προβλήματα – τα οποία έχουν αναδυθεί ξανά σήμερα, με ιδιαίτερη ένταση: την ανεργία, καθώς επίσης την αναδιανομή των εισοδημάτων. Επομένως, από οικονομικής πλευράς, υπάρχει ξανά το κατάλληλο έδαφος, επάνω στο οποίο μπορούν να ευδοκιμήσουν κάλλιστα «ολοκληρωτικά» καθεστώτα.           

(γ)  Το συλλογικό συμφέρον πριν από το ατομικό, αλλά όχι εις βάρος του: Το πολιτικό σύστημα, το οποίο «πλησιάζει» το δυνατόν περισσότερο στην παραπάνω «ιδανική» μορφή κοινωνικής οργάνωσης, την πραγματική Δημοκρατία, είναι η «σοσιαλδημοκρατία» των χωρών της Βόρειας Ευρώπης – η οποία διακρίνεται από ένα ανεπτυγμένο, σχετικά μεγάλο αλλά αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος. Όπως δε μας ανέφερε ένας εξαιρετικός νομικός: «Θεωρώ ιδανικά πολιτεύματα, με βάση τη δεδομένη κατάσταση, αυτά των Σκανδιναβικών χωρών, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. Παρά το ότι οι χώρες αυτές έχουν αρκετές διαφορές, δεν παύουν όλες μαζί να δίνουν έμφαση στο κοινωνικό κράτος».   

Δυστυχώς αυτό το σύστημα, όπως τεκμηριώνεται από την σημερινή «αποδόμηση» του σε κράτη σαν τη Γερμανία, είναι πολύ δύσκολο να αντισταθεί στις επιθέσεις του κτήνους – εάν δεν είναι οχυρωμένο, τηρώντας αποστάσεις από μία άναρχη, ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση. Με δεδομένη λοιπόν την αλαζονεία της Γερμανίας, η οποία έχει την εντύπωση ότι μπορεί να αντιταχθεί στον ανταγωνισμό της Κίνας, επιβάλλοντας στους Πολίτες της «αυστηρά μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας», καθώς επίσης την πεποίθηση της γερμανικής κυβέρνησης, ότι δεν έχει ανάγκη πλέον τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση (εκτός εάν ηγηθεί της ΕΕ, «καταλαμβάνοντας» την Κεντρική Τράπεζα της Φρανκφούρτης), όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες θα αναγκασθούν κάποια στιγμή να συνθηκολογήσουν – ανοίγοντας τις πύλες τους στο ΔΝΤ, όπως η Ελλάδα ή/και θυσιάζοντας ανεπιστρεπτί το κοινωνικό τους κράτος.

Όμως, η εξαθλίωση της πλειοψηφίας των ευρωπαίων πολιτών, η οποία αργά ή γρήγορα θα ακολουθήσει, δεν μπορεί παρά να αναζητήσει διέξοδο, μέσα από εξεγέρσεις. Κατά την άποψη μας, οι προβλεπόμενες επαναστάσεις, τόσο στις Η.Π.Α., όσο και στην Ευρώπη, είναι πολύ δύσκολο να εξελιχθούν αντίστοιχα με τη Γαλλική – κατά την οποία ανακαλύφθηκαν εκ νέου οι διαχρονικές αξίες της μεγάλης γενιάς και του χριστιανισμού, η ελευθερία, η ισότητα και η αδελφότητα όλων των ανθρώπων, έστω και αν κατέληξε στη δικτατορία του Ναπολέοντα και σε έναν αιματηρό πόλεμο.       

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Δεν θα πάψουμε να επισημαίνουμε ότι, η Ελλάδα μπορεί να καταφέρει να βγει με επιτυχία από την κρίση, χωρίς να χρειασθεί τη βοήθεια κανενός. Αρκεί να ενεργούν «πατριωτικά» (όχι βέβαια εθνικιστικά) οι πολιτικοί μας, να μειώσει τις τεράστιες δαπάνες του το δημόσιο, να υποχρεωθούν όλες οι κρατικές υπηρεσίες σε διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, να καταρτούνται Ισολογισμοί από το κράτος και τους δήμους, να υπάρξει ένα σωστό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων, να λειτουργήσει το Κράτος Δικαίου και να τιμωρηθούν όλοι όσοι μας έφεραν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.

Συνεχίζοντας, ο κίνδυνος της επικράτησης του κτήνους, συνεπικουρούμενου από θηριώδη απολυταρχικά καθεστώτα (το γνωστό παράδειγμα της τοποθέτησης απολυταρχικών καθεστώτων στη Ν. Αμερική, από το αμερικανικό Καρτέλ, είναι χαρακτηριστικό), τα οποία θα «διαδεχθούν» τις κοινωνικές εξεγέρσεις, είναι πάρα πολύ μεγάλος – ακόμη και εάν δεν υπάρξουν πόλεμοι ή άλλες δυσάρεστες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Η Ευρώπη έχει τη δυνατότητα να αποφύγει το μοιραίο, αρκεί να επιταχύνει την πολιτική και δημοσιονομική της ένωση. Στην περίπτωση που η Γερμανία δεν θέλει ή δεν μπορεί να συμμετέχει, εμποδιζόμενη ουσιαστικά τόσο από το Καρτέλ, όσο και από τη ματαιοδοξία της κυβέρνησης της, η ένωση των υπολοίπων χωρών δεν πρέπει καθόλου να καθυστερήσει – ενώ είναι απαραίτητη η αποχώρηση του ΔΝΤ από ολόκληρη την ΕΕ.

Στην αντίθετη περίπτωση η Ευρωπαϊκή Ένωση, πόσο μάλλον η Ευρωζώνη, θα καταρρεύσουν πολύ πιο γρήγορα από όσο φανταζόμαστε, αφού ευρίσκεται ήδη στο «σημείο μηδέν» – υποκύπτοντας στην επέλαση του κτήνους, το οποίο θα εγκαταστήσει πολύ γρήγορα σκιώδη καθεστώτα (κατά το οδυνηρό παράδειγμα της Ελλάδας), καταλύοντας τη Δημοκρατία και εξαθλιώνοντας τους Πολίτες.   

Ολοκληρώνοντας και σε σχέση με την Ελλάδα, γνωρίζουμε όλοι ότι, ο μοναδικός τρόπος για να εισπραχθούν τα 70 δις € που μας χρωστάει η Γερμανία, αφού πρόκειται για ένα κυρίαρχο κράτος, θα ήταν, θεωρητικά βέβαια, να της κηρύξουμε τον πόλεμο. Το ίδιο ακριβώς ίσχυε μέχρι την υπογραφή του «μαύρου μνημονίου» και για τη χώρα μας, σε σχέση με τα 300 δις των οφειλών μας – θα έπρεπε δηλαδή να μας κηρύξουν τον πόλεμο οι δανειστές μας.   

Εκχωρώντας όμως, με την υπογραφή της «σύμβασης υποτέλειας», τα εθνικά δικαιώματα μας σε ξένα δικαστήρια (ερήμην των Ελλήνων) και καθιστώντας έτσι δυνατή την κατάσχεση περιουσιακών μας στοιχείων από τους δανειστές μας, έχουμε ήδη αποδεχθεί την ελεγχόμενη χρεοκοπία – δηλαδή, την εγκατάσταση ενός ύπατου αρμοστή στη χώρα μας (ενός σύγχρονου «δικτάτορα» καλύτερα, αφού δεν υπάρχει εκλογή του με δημοκρατικές διαδικασίες), ο οποίος θα μπορεί να προβαίνει σε κατασχέσεις, προς όφελος των ξένων δανειστών μας (χωρίς να χρειάζεται πλέον να μας κηρύξουν τον πόλεμο).     

Κατά την άποψη μας, την οποία αναλύσαμε στο «μηδενισμό του χρέους», είναι απείρως προτιμότερη η συμμετοχή μας στην εξόφληση των οφειλών του δημοσίου – έτσι ώστε να υποχρεωθούν σε μία εύλογη, τουλάχιστον αντίστοιχη διαγραφή οφειλών οι δανειστές μας, καθώς επίσης να μας αποπληρώσει τα χρέη της η Γερμανία (ενδεχομένως με συμψηφισμό, όπως έκανε και η ίδια με τις Η.Π.Α. στην περίπτωση της Lehman Brothers). Η οποιαδήποτε άλλη λύση, θα μας κοστίσει πολύ περισσότερα – πόσο μάλλον το ξύπνημα του θηρίου.       

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 19. Σεπτεμβρίου 2010,

viliardos@kbanalysis.com      

 

 

*  Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2188.aspx

 

Οι βαθιές πολιτικές ρίζες της ελλ. χρεοκοπίας

Οι βαθιές πολιτικές ρίζες της ελληνικής χρεοκοπίας

 

Του Δημήτρη Καζάκη*

 

 

 

 Σε μια συνέντευξή του ο υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου διατύπωσε την εξής ενδιαφέ­ρουσα άποψη: «Καμία χώρα με τόσο μεγάλες ανάγκες δανεισμού, με τόσο μεγάλη εξάρτηση από δανεικά κεφάλαια για να λειτουρ­γήσει δεν είναι κατ’ ουσίαν ελεύθερη. Οι πιστωτές – είτε άμεσα είτε έμμεσα – ζητούν λογαριασμό για το τι κάνεις τα λεφτά που σε δανείζουν, όχι απαραίτητα γιατί θέλουν να επιβάλουν την οικονομική τους πολιτική, αλλά κυρίως για να εξασφαλίσουν ότι τα χρήματα που σου δανείζουν θα μπορέσουν να τα πάρουν πίσω, γιατί είναι χρήματα φορολογουμένων και ασφαλισμένων σε Ταμεία άλλων χωρών και μετόχων στους οποίους λογοδο­τούν» («Κόσμος του Επενδυτή», 15-16.5).

Ας αφήσουμε κατά μέρος την αναφορά σε «φορολογούμε­νους και ασφαλισμένους σε Ταμεία άλλων χωρών», όπου υπο­τίθεται ότι λογοδοτούν οι πιστωτές της χώρας μας. Πρόκειται για τις συνήθεις ανοησίες με τις οποίες διανθίζουν τόσο ο κύριος υπουργός όσο και ο πρωθυπουργός της χώρας τις λιγοστές αλήθειες που αναγκάζονται να ομο­λογήσουν. Άλλωστε δεν μπορεί να μην ξέρει κοτζάμ υπουργός Οικονομικών ότι σε ασφαλιστικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρείες ανήκει μόλις το 15% των ελληνι­κών ομολόγων.

Κι αυτοί που διαχειρίζονται τα λεφτά των «φορολογουμένων και ασφαλισμένων» λογοδοτούν σ’ αυτούς όσο λογοδοτούν και οι διαχειριστές των δικών μας ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίοι καθ’ υπόδειξη των κυβερνήσεων, αλλά και γνωστών κερδοσκοπικών κυκλωμάτων, έχουν φορτώσει τα ταμεία με κάθε λογής ομόλογα και άλλες ανάλογου τύπου επενδύσεις χωρίς αντίκρισμα.

Οι πιστωτές του κράτους εξ άλλου δανείζουν την Ελλάδα μόνο επειδή γνωρίζουν ότι έχουν να κερδίσουν πάρα πολλά. Πάντα με την αμέριστη βοήθεια των κυβερνήσεων αυτής της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ολόκληρη την περίοδο της μεταπολίτευσης, 1974-2009, η Ελλάδα έχει πληρώσει σε εξυπηρέτηση χρέους πάνω από 640 δισ. ευρώ για ένα κυλιόμενο δημόσιο χρέος των 300 δισ. ευρώ το 2009. Πρόκειται για μια μέση απόδοση της τάξης του 215%!

Ποια άλλη επιχείρηση μπορεί να υπερηφανευτεί για τέτοιες αποδόσεις;

Γιατί λοιπόν να μη φορτώσουν με δάνεια τη χώρα;

Ωστόσο, αυτό που ομολογεί ο υπουργός Οικονομικών, ότι δη­λαδή το βασικό πρόβλημα έγκειται στις «τόσο μεγάλες ανάγκες δανεισμού», είναι αυτό που αρνιόταν να παραδεχθεί η κυβέρνηση ευθύς εξαρχής. Αντ’ αυτού είχε πλασάρει το γνωστό πια παραμύθι περί «αξιοπιστίας της χώρας στις αγορές».

Για να μη μιλήσουμε για τον Καιάδα του ΔΝΤ, ο οποίος, όπως ομολόγησε πρόσφατα ο υφυ­πουργός Οικονομικών Σαχινίδης, ήταν εξαρχής ο κρυφός στόχος της κυβέρνησης, ήδη από την επομένη των εκλογών.

Όμως αυτό που δεν διευκρινίζει ο κ. Παπακωνσταντίνου είναι το πώς γεννήθηκαν αυτές οι «τόσο μεγάλες ανάγκες δανεισμού».

Το ελληνικό κράτος δανειζόταν ανέκαθεν, όχι για να επενδύσει στην ανάπτυξη της χώρας και στην ευημερία του λαού, αλλά για να ξεπληρώσει παλιότερα δάνεια που είχε συνάψει με επαχθείς όρους.

 

Στον Μητσοτάκη η ρίζα του κακού!

 

«Η μεγάλη αυτή δανειακή επιβάρυνσις εδημιουργήθη συ­νεπεία των υποχρεώσεων των παλαιών δανείων και μάλιστα δανείων μη εισπραχθέντων και μη χρησιμοποιηθέντων χάριν της εθνικής οικονομίας» έγραφε το 1937 ο καθηγητής Άγγελος Αγγελόπουλος σχετικά με την υπέρογκη δανειακή επιβάρυνση του κράτους εκείνης της εποχής.

Οι σημερινές δανειακές ανάγκες, τα σημερινά αδιέξοδα της υπερχρέωσης, έχουν την καταγωγή τους στις ρυθμίσεις των προπολεμικών χρεών της χώρας που έγιναν στη δεκαετία του 1960 από τις κυβερνήσεις της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου. Από την περίοδο της απελευθέρωσης, τόσο το ΕΑΜ όσο και σύσσωμη η Αριστερά αργότερα, με κύρια έκφρασή της την ΕΔΑ, είχαν ως βασική θέση τη διαγραφή των προπολεμικών χρεών της χώρας, με σκοπό την αυτοδύναμη παραγωγική ανσυγκρότησή της προς όφελος του λαού της.

Την άποψη αυτή, περί διαγραφής των προπολεμικών χρεών, είχαν υιοθετήσει την εποχή εκείνη και μια σειρά σεβαστών καθη­γητών της οικονομίας, όπως ο μετέπειτα ακαδημαϊκός Άγγελος Αγγελόπουλος, ο διατελέσας διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Ξενοφών Ζολώτας, ο καθηγητής Δημήτριος Καλιτσουνάκης κ.ά. Το θεωρούσαν – εκτός όλων των άλλων – και ως έναν ελάχιστο φόρο τιμής από τους συμμάχους προς την Ελλάδα που υπέστη ανυ­πολόγιστες καταστροφές κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Φυσικά οι Βρετανοί και οι Αμερικάνοι κάθε άλλο παρά ήταν διατεθειμένοι να ξεχάσουν τα προπολεμικά χρέη της Ελλάδας. Αντίθετα θέλησαν να τα χρησιμοποιήσουν για να τη μετατρέψουν ουσιαστικά σε αποικία τους. Εν τη μεγαθυμία τους, αντί για διαγραφή, πρότειναν αναδιαπραγμάτευση και ρύθμιση των προπολεμικών χρεών.

Έτσι ξεκίνησε ένας οργανωμένος διεθνής διασυρμός της χώρας από τους πιστωτές της προκειμένου να εξασφαλίσουν, μέσα από την ανα­διαπραγμάτευση του προπολεμικού χρέους, όσο το δυνατόν μεγαλύ­τερα οφέλη. Ο διασυρμός αυτός διάρκεσε σχεδόν δυο δεκαετίες, με αποτέλεσμα μια αποικιοκρατική ρύθμιση των προπολεμικών χρεών.

Την τελική αυτή ρύθμιση επέτυχε – ποιος άλλος; – ο κ. Μητσο­τάκης, ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, τον Ιούλιο του 1964. Ο Μητσοτάκης προχώρησε σε τέτοια ρύθμιση χρεών, ώστε μπροστά της ωχριούσε ακόμη και η παλιότερη της ΕΡΕ.

«Η ονομαστική αξία των χορηγηθεισών νέων ομολογιών εις τους κομιστάς προπολεμικών εσωτερικών δανείων διαπλασιάζεται, ο τόκος αυξάνεται και θεσπίζεται λαχείον. Εν συγκρίσει προς την ρύθμισιν υπό της κυβερνήσεως της ΕΡΕ, δίνονται ήδη 160% επί πλέον», θριαμβολογούσε τότε η φιλική προς τον Μητσοτάκη «Ελευθερία» (16.7.1964). Ο διακανονισμός αποπληρωμής αυτής της λεόντειας σύμ­βασης προβλεπόταν να γίνει εντός 42 έως 45 ετών. Ο κ. Μητσοτάκης, δηλαδή, το 1964 υποθήκευσε τη χώρα έως το 2006 και 2009!

Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα αναγνώριζε και όφειλε να αποπλη­ρώσει προπολεμικά δάνεια από το 1881 σε τουλάχιστον διπλάσια από την τρέχουσα αξία τους. Κι αυτό παρά, το γεγονός ότι είχαν μεσο­λαβήσει δυο επίσημες πτωχεύσεις της χώρας (το 1893 και το 1932) και δυο παγκόσμιοι πόλε­μοι που την είχαν κυριολεκτικά ισοπεδώσει. Το ύψος αυτών των υποχρεώσεων αντιστοιχεί σε σημερινές τιμές γύρω στα 100 δισ. ευρώ! Δηλαδή σχεδόν το ένα τρίτο του σημερινού δημόσιου χρέους. Αυτές αποτέλεσαν τη βάση της δυναμικής του σημερινού χρέους, που είναι πλέον αδύνατο να αποπληρωθεί.

Ο γνωστός ιστορικός της περιόδου Ζορζ Μεϊνό παρατηρούσε ότι ο «εξαναγκασμός της χώρας ν’ αναλάβη την εξυπηρέτηση του δη­μοσίου της χρέους, υποχρέωση με αμφίβολη ηθική βασιμότητα», αποκτά εκ των πραγμά­των «δυσάρεστο χαρακτήρα για την οικονο­μική κατάσταση μιας χώρας από την στιγμή που η κυβέρνησή της είναι υποχρεωμένη να συνάπτη νέα χρέη για να εξασφαλίση την υπηρεσία των παλαιών» αυτά γράφονταν το 1964.

 

Από τη χούντα στον Καραμανλή

 

 Η χούντα κατόπιν θεσμοθέτησε ως αναπόφευκτη την πολιτική υπερχρέωσης ισχυριζόμενη ότι «ο συνεχώς διογκούμενος δανεισμός από την ξένην κεφαλαιαγοράν ακολουθεί ως αναπόφευκτον δυσμε­νές σύνδρομον αυτής της ανωμαλίας (σ.σ.: του ελλειμματικού ισο­ζυγίου πληρωμών), καθιστών ακόμη στενωτέραν την εξάρτησιν από το εξωτερικόν. Και το τελευταίον αυτό αποτελεί την πλέον εντυπωσιακήν ομοιότητα μεταξύ των μικρών εθνικών οικονομικών μονάδων» («Ελεύθερος Κόσμος», 29.12.1968).

Με άλλα λόγια, ως τυπική Ψωροκώσταινα, η Ελλάδα δεν μπορεί να αποφύγει τον δυσμενή δανεισμό από τη διεθνή κεφαλαιαγορά. Ό,τι δηλαδή ισχυρίζονται και οι σημερινοί κυβερνήτες.

Με τη μεταπολίτευση οι κυβερνήσεις Καραμανλή του πρεσβύτε­ρου όχι μόνο αναγνώρισαν τα κρυφά και φανερά χρέη της χούντας, αλλά συνέχισαν στον ίδιο καταστροφικό δρόμο. Ο υφυπουργός Συ­ντονισμού Στ. Δήμας διευκρίνιζε ότι «η χώρα μας… θα συνεχίσει για αρκετά ακόμη χρόνια να έχει την ανάγκη προσφυγής στον εξωτερικό δανεισμό…» («Ναυτεμπορική», 20.10.1979).

Ενώ ο κ. Μητσοτάκης, ως υπουργός Συντονισμού, δήλωνε υπερη­φάνως: «Όλοι επιδιώκουν να μας δανείσουν!» (ό.π.). Και πώς να μην επιδιώκουν να μας δανείσουν, όταν κάθε σύμβαση δανείου, ιδίως από το εξωτερικό, συνοδευόταν με προνομιακούς όρους αποπληρωμής και ταυτόχρονα με δεσμεύσεις αγοράς προϊόντων, βιομηχανικών και άλλων, από την πιστώτρια χώρα;

Κι ενώ ο ελληνικός λαός, από τον «γύψο» της χούντας, έμπαινε στον «γύψο» της μόνιμης λιτότητας επί μεταπολίτευσης, οι κυβερνήσεις Καραμανλή ανακάλυπταν ένα νέο κόλπο για να φορτώνουν με χρέη το Δημόσιο. Αντί να δανείζεται η κεντρική κυβέρνηση, έβαζαν τις δη­μόσιες επιχειρήσεις και τις κρατικές τράπεζες να δανείζονται, για να καλύπτονται οι «μαύρες τρύπες» στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και να τροφοδοτούνται με «δανεικά και αγύριστα» οι μεγαλοβιομήχα­νοι και οι κρατικοδίαιτοι μεγαλοεπιχειρηματίες της εποχής.

Έτσι εντέχνως εμφανιζόταν ο δημόσιος δανεισμός να είναι πε­ριορισμένος, την ίδια στιγμή που οι δημόσιες επιχειρήσεις και οι τράπεζες φορτώνονταν με χρέη έως και 10 φορές την κεφαλαια­κή τους σύνθεση.

 

Η εποχή Ανδρέα Παπανδρέου

 

 Το 1981 η πλειονότητα του ελληνικού λαού πίστεψε ότι θα απαλ­λάξει τη χώρα από αυτόν τον βραχνά και ανέδειξε στην κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, το οποίο είχε υποσχεθεί «σεισάχθεια» για τα χρέη και τιμωρία για τους ενόχους της εξωτερικής υπερχρέωσης της χώρας. Δυστυχώς όμως οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ανακάλυψαν στον δανεισμό ένα καλό εργαλείο για να εξαναγκάσουν τον λαό να πορευτεί στον ίδιο καταστροφικό κατήφορο.

Μάλιστα ο ίδιος ο Α. Παπανδρέου στην 9η Σύνοδο της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ το 1983 ανακάλυ­πτε ότι λόγω της κρίσης:

«Η Ελλάδα θα πρέπει να στηριχτεί αρκετά στον εξωτερικό δανεισμό, όχι περισσότερο από πριν, αλλά τουλάχιστον όσο πριν. Και εδώ είναι το κλειδί της ιστορίας. Εάν η οικονομία σου δεν κριθεί φερέγγυα, με κάποια έννοια του νοικοκύρη, θα αναγκαστείς να πας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και να χτυπήσεις την πόρ­τα του. Και αυτοί θα σου δώσουν. Αλλά υπό τον όρο πλέον ότι αυτοί θα επιβάλουν – εκείνοι σε σένα – την οικονομική πολιτική της κυβέρνησής σου. Και αυτό σημαίνει: Τέρμα το σοσιαλι­στικό πείραμα».

Το σκηνικό της προσφυγής στο ΔΝΤ άρχισε να στήνεται από την εποχή που ο Α. Παπανδρέ­ου έκανε την ιστορική ανακάλυψη ενός «σοσι­αλιστικού πειράματος» με δανεικά και μάλιστα χρωστούμενα στις ξένες κεφαλαιαγορές. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ όχι μόνο αποδέχτηκαν να συνεχίσουν την αποπληρωμή όλων των προηγούμενων ληστρικών δανειακών συμ­βάσεων, αλλά ξεκίνησαν και τον δικό τους καταστροφικό κύκλο υπερχρέωσης.

Για παράδειγμα, φρόντισαν να φορτώσουν στον κρατικό προϋ­πολογισμό τις αποκαλούμενες «προβληματικές επιχειρήσεις», αυτές δηλαδή που είχαν λεηλατήσει οι ιδιοκτήτες τους με την αμέριστη βοήθεια των «δανεικών κι αγύριστων» των κυβερνήσεων Καραμανλή. Όχι μόνο φόρτωσαν στο κράτος τα τεράστια ιδιωτικά χρέη που είχαν συσσωρεύσει αυτές οι επιχειρήσεις, αλλά τις κρά­τησαν για σχεδόν μια δεκαετία ουσιαστικά ανενεργές ή σε κατά­σταση σκόπιμης υπολειτουργίας, πληρώνοντας μέσω του Οργα­νισμού Ανασυγκρότησης των Επιχειρήσεων (ΟΑΕ) τους μισθούς των εργαζομένων σ’ αυτές με αντάλλαγμα την ψήφο τους.

Με τον τρόπο αυτόν όχι μόνο κατέστρεψαν την αφρόκρεμα των παραγωγικών επιχειρήσεων της ελληνικής οικονομίας εκείνης της εποχής, όχι μόνο εκμαύλισαν συστηματικά το πιο παραγωγικό εργατικό δυναμικό της χώρας, αλλά μετασχημάτισαν τη ληστεία των προβληματικών σε ένα τεράστιο δημόσιο χρέος. Τελικά, άλλες τις έκλεισαν και άλλες τις πούλησαν για παλιοσίδερα.

Κι όχι μόνο αυτό. Ο εναγκαλισμός των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ με την τότε ΕΟΚ είχε ως αντάλλαγμα τα Μεσογειακά Ολοκληρω­μένα Προγράμματα (ΜΟΠ), τα οποία αποτέλεσαν την απαρχή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων προς τη χώρα, έχοντας ευθύς εξαρχής σκοπό να εκμαυλίσουν και να διαφθείρουν πλατιά κοινω­νικά στρώματα, ώστε να αποδεχτούν την υποταγή της χώρας στην «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».

Προκειμένου οι αγρότες να μη φωνάζουν για την αδιάθετη πα­ραγωγή τους, τους έμαθαν να νοιάζονται μόνο για τα θαφτικά των χωματερών και τις επιδοτήσεις άνευ αντικρίσματος. Προκειμένου η επαγγελματική διανόηση να μη διαμαρτύρεται για τη μάστιγα της ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της ετεροαπασχόλησης, τους έμαθαν να βολεύονται με τα κοινοτικά προγράμματα. Έτσι έκαναν τη δουλειά τους ανενόχλητοι και οι ποικίλοι επιτήδειοι του κομματικού μηχανισμού που συντηρούν ανέκαθεν και αναπαρά­γουν την εξουσία. Έτσι, για κάθε 100 ευρώ κοινοτικών επιχορηγή­σεων, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά 250.

Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ αδιαφόρησαν πλήρως για την εκτί­ναξη των εξωτερικών ελλειμμάτων, στην οποία συνέβαλε αποφασι­στικά πρώτα η ΕΟΚ και αργότερα η Ε.Ε. Πώς αντιμετώπισαν αυτήν την εκτίναξη; Με τον πολύ παραδοσιακό τρόπο. Με επιστροφή, από το 1984 και μετά, στη μονόπλευρη λιτότητα και φυσικά στην έξαρση του δημόσιου δανεισμού.

Την εποχή εκείνη πλήθαιναν οι προειδοποιήσεις για τον εκτρο­χιασμό του δημόσιου χρέους, ειδικά του εξωτερικού. Ο ακαδημα­ϊκός Άγγελος Αγγελόπουλος προειδοποιούσε ότι το 75% των νέων δανείων χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση των παλιών και επομένως «είναι πολύ αμφίβολο αν κατά τα προσεχή έτη η Ελλάς θα μπορεί να δανείζεται τόσο σημαντικά ποσά δίχως παρεμβάσεις διεθνών οργανισμών, δίχως δεσμεύσεις έναντι των δανειστών και δίχως υποθήκευση του οικονομικού μέλλοντος της χώρας» («Το Βήμα», 15.9.1985).

 

Το 1986 πρώτη φορά στο ΔΝΤ…

 

 Η προειδοποίηση του Αγγελόπουλου δεν άργησε να επαλη­θευτεί. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αδυνατώντας να δανειστεί από το εξωτερικό, προσέφυγε το 1986 στην ΕΟΚ. Οι Βρυξέλλες ανταποκρίθηκαν με δάνειο της τάξης των 1,75 δισ. Ευρωπαϊκών Νομισματικών Μονάδων, το οποίο θα δινόταν σε δυο δόσεις «μετά από ανασκόπηση εκ μέρους της Νομισματικής Επιτροπής του ΔΝΤ της πορείας της ελληνικής οικονομίας κατά το 1986», όπως σημείωνε η έκθεση του ΔΝΤ εκείνη τη χρονιά.

 Ήταν η πρώτη φορά που οι Βρυξέλλες έστελναν την Ελλάδα στο ΔΝΤ με μοχλό τον δανεισμό. Το τι ζητούσε το ΔΝΤ για να εγκρίνει τον εξωτερικό δανεισμό της ελληνικής κυβέρνησης ήταν αυτονόητο: «σταθερή εισοδηματική πολιτική ώστε να περιορι­στεί η αύξηση του κόστους εργασίας συνοδευόμενη από αυστη­ρή νομισματική και οικονομική πολιτική…» («Ναυτεμπορική», 24.8.1986). Δηλαδή περικοπές μισθών, περικοπές δαπανών, άνοιγ­μα των αγορών, ιδιωτικοποιήσεις κ.ο.κ.

Αυτός που ανέλαβε να διεκπεραιώσει τις έξωθεν «υποδείξεις» ήταν ο γνωστός κ. Σημίτης, ο οποίος, ως υπουργός Οικονομικών, υπο­στήριζε το 1986 ότι «η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου οδήγησε σε αύξηση του εξωτερικού χρέους της χώρας». Επομένως «πρόγραμμα για τη συγκράτηση του εξωτερικού χρέους, χωρίς συγκράτηση της εγχώριας ενεργού ζήτησης, δεν μπορεί να υπάρξει» («Εξόρμηση», 7.2.1986) Τι φταίει λοιπόν για τον δανεισμό; Το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Τσακίστε το. Αυτή ήταν η φιλοσοφία Σημίτη.

Αυτό που ακολούθησε ήταν ουσιαστικά δυο δεκαετίες αυ­στηρής λιτότητας, ανοίγματος των αγορών, ιδιωτικοποιήσεων, απορρύθμισης των πάντων κ.ο.κ. Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να γίνει το λατρεμένο παιδί των διεθνών κεφαλαιαγορών και να δανείζεται ασύστολα. Το δημόσιο χρέος και η εξυπηρέτησή του εκτινάσσονται στα ουράνια.

Όσο έβρισκε δάνεια καμιά κυβέρνηση δεν νοιάστηκε για το δημόσιο χρέος. Ούτε ο Μητσοτάκης ούτε ο Α. Παπανδρέου ούτε ο Σημίτης ούτε κι ο Καραμανλής. Κι όσο συμπίεζαν μισθούς και συντάξεις, όσο άνοιγαν όλο και περισσότερο τις αγορές, όσο ξε­πουλούσαν και ιδιωτικοποιούσαν το σύμπαν, τόσο περισσότερο πίστευαν ότι θα βρίσκουν εσαεί να δανείζονται όσα ήθελαν, ανε­ξάρτητα από το ύψος του δημόσιου χρέους.

 Κι έτσι φτάσαμε εδώ που είμαστε σήμερα, με μια διαλυμένη οικο­νομία, ένα χρεοκοπημένο κράτος και υπό καθεστώς κατοχής. Κι αντί να καθίσουμε στο σκαμνί τους αρχιτέκτονες αυτής της καταστρο­φής, τον κ. Μητσοτάκη, τον κ. Σημίτη και όλους τους υπόλοιπους, τους ανεχόμαστε να βγαίνουν δημόσια και να διαγκωνίζονται για νέους ρόλους στη «νέα μεταπολίτευση» που σχεδιάζουν οι επικυρίαρχοι πάνω στο πτώμα της χώρας και του λαού της.

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

ΠΗΓΗ: 21-05-2010,  «ακυβέρνητες πολιτείες».

Το παραπάνω πολύ επιτυχημένο πρωτοσέλιδο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ  (με αριθμό φύλλου 1604) [ΣΣ: ΠΕΜΠΤΗ, 20-05-2010), από την οποία θα αναδημοσιεύσω το πολύ καλό άρθρο του οικονομολόγου-αναλυτή Δημήτρη Καζάκη με τίτλο «Οι βαθιές πολιτικές ρίζες της ελληνικής χρεοκοπίας».  Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω τους ανθρώπους της εφημερίδας για την άδεια αναδημοσίευσης του συγκεκριμένου άρθρου μετά από επικοινωνία που είχαμε.  Προς το παρών δεν υπάρχει στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας.  

Αξίζει να το διαβάσουμε για να κατανοήσουμε επιτέλους το πώς φτάσαμε ως εδώ αλλά και το ποιοί έχουν την πολιτική ευθύνη στο ακέραιο. Γιατί τελικά ΔΕΝ «έχουν όλοι ευθύνη για την κρίση» και κυρίως οι εργαζόμενοι. Για συνεχή ροή πληροφόρησης επισκεφθείτε το site της εφημερίδας.  

http://yiannis63.wordpress.com/2010/05/21/%CE%BF%CE%B9-%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CE%AD%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%BB/