Αρχείο κατηγορίας Βιβλία που αγγίζουν

Βιβλία και Περιοδικά που αγγίζουν

Το μπόλιασμα της τεχνοκρατίας από τη φιλοσοφία

Το μπόλιασμα της τεχνοκρατίας από τη φιλοσοφία*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Στην απόπειρα μείωσης του ελληνικού χρέους μέσα από την ανταλλαγή των παλιών ομολόγων με νέα, η εθελοντική συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών ανήλθε στο 85,8%, ποσοστό που αυξήθηκε στο 95,7% με την ενεργοποίηση των ρητρών συλλογικής δράσης (CACs) (9/3/2012, http://www.nooz.gr/economy/elikse-i-pro8esmia-gia-to-psi). Η ενεργοποίηση των ρητρών συλλογικής δράσης σημαίνει πως ορισμένοι κάτοχοι ομολόγων υποχρεώνονται, παρά τη θέλησή τους, να συμμετέχουν στην απομείωση του χρέους.

Η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε από την Ένωση Παραγώγων (International Swap and Derivatives Association) πιστωτικό γεγονός, εφόσον «περιορίζεται το δικαίωμα όλων των κατόχων των συγκεκριμένων ομολόγων να πληρωθούν» (9/3/2012, http://www.nooz.gr/economy/pistotiko-gegonos-gia-tin-ellada). Έτσι ενεργοποιούνται πλέον τα ασφάλιστρα κινδύνου έναντι της ελληνικής χρεοκοπίας (CDS), άρα όσοι είχαν επιχειρήσει να κερδοσκοπήσουν ποντάροντας στη χρεοκοπία της Ελλάδας δικαιώνονται.

Το κερδοσκοπικό παιχνίδι είναι ένα από τα ζητήματα που συζητούνται στον τόμο «Η βαθιά ελληνική κρίση», όπου ο Θανάσης Νιάρχος, σε ρόλο διαμεσολαβητή και συντονιστή, φέρνει σε επαφή έναν λογοτέχνη, τον Βασίλη Βασιλικό, κι έναν οικονομολόγο, τον Γιάννη Στουρνάρα, προκειμένου να συζητήσουν πάνω στο επίμαχο θέμα της οικονομικής κρίσης με τρόπο εύληπτο από το ανειδίκευτο οικονομικά αναγνωστικό κοινό. Τα οικονομικά ζητήματα που προσκομίζονται προς συζήτηση είναι ποικίλα, θα άξιζε όμως η ανατροπή της φυσικής τους ροής στον διάλογο των δύο αντρών, ώστε να προβληθεί εμφαντικά η παρουσίαση του κερδοσκοπικού παιχνιδιού, τόσο λόγω της ευόδωσής του τον Μάρτιο του 2012, όσο κι επειδή τίθεται από νωρίς στον διάλογο Βασιλικού – Στουρνάρα, ήδη προτού αυτό καρποφορήσει για τους κερδοσκόπους.

Η παρουσίαση των κερδοσκοπικών κινήσεων από τον Στουρνάρα είναι ένα από τα δυνατότερα σημεία του τόμου, αφού ο οικονομολόγος πετυχαίνει ευσύνοπτα και με επάρκεια να εξηγήσει τι διακυβεύεται. Πρόκειται για μία αρρωστημένη «επενδυτική» πραγματικότητα, καθώς αφορά ασφαλιστήρια συμβόλαια στην προοπτική κατάρρευσης της Ελλάδας, τα οποία όμως συνάπτονται από πρόσωπα που δεν κατέχουν ελληνικά ομόλογα! Τα συγκεκριμένα ασφαλιστήρια συμβόλαια είναι τα λεγόμενα «γυμνά CDS». Ο Στουρνάρας τα χαρακτηρίζει ως έναν από τους παραλογισμούς του καπιταλισμού, εφόσον λογικό θα ήταν να έχει κανείς το δικαίωμα της ασφάλισης για προϊόντα που κατέχει, κι όχι για προϊόντα που δεν κατέχει! Η ασφάλιση για ανύπαρκτους τίτλους ιδιοκτησίας, εν προκειμένω για τα ελληνικά ομόλογα, συνιστά στην ουσία τζόγο, όχι επένδυση. Εκλαϊκεύοντας, ο Στουρνάρας παραλληλίζει τον διεξαγόμενο τζόγο με την υποθετική δυνατότητα να συνάψει κανείς ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το σπίτι ενός τρίτου, το οποίο δεν του ανήκει. Στην περίπτωση αυτή θα είχε, βεβαίως, κάθε λόγο να πυρπολήσει το ξένο σπίτι, για να καρπωθεί τα λεφτά της ασφάλισης. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με την περίπτωση των ελληνικών ομολόγων.

Ο Στουρνάρας θεωρεί κάθε επένδυση στην καταστροφή του άλλου ως το πιο μελανό κι ανήθικο στοιχείο του καπιταλισμού. Στη χρεοκοπία της Ελλάδας έχουν επενδυθεί 8 δισεκατομμύρια ευρώ παγκοσμίως, γι' αυτό και οι τζογαδόροι έχουν κάθε λόγο να παράγουν φήμες για την εξώθηση της Ελλάδας στη χρεοκοπία. Το ερώτημα για έναν υγιή νου είναι, φυσικά, γιατί επιτρέπεται αυτού του είδους η αρρωστημένη «επένδυση». Όπως εξηγεί ο Στουρνάρας, η απαγόρευση των γυμνών ασφαλιστήριων συμβολαίων ισχύει -ορθώς- μόνο στη Γερμανία και, δυστυχώς, όχι πανευρωπαϊκά, επειδή τα λόμπι που κερδίζουν από τα συμβόλαια αυτού του είδους είναι πια πανίσχυρα, χρηματοδοτούν κράτη και κόμματα και τα ελέγχουν, επιβάλλοντας τα συμφέροντά τους επί των πολιτικών συστημάτων, που αποδεικνύονται επίορκα, διαπλεκόμενα και διεφθαρμένα.

Με τις επενδύσεις σε ομόλογα συνδέεται και το πρόβλημα με την ανάδειξη των οίκων αξιολόγησης σε υπερεξουσίες. Το δικαίωμα της αξιολόγησης οι οίκοι το παίρνουν από την ίδια τη λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς, όπως εξηγεί ο Στουρνάρας. Όποιος επιθυμεί να επενδύσει σε ομόλογα χρειάζεται κάποια αξιολόγηση αυτών. Την αξιολόγηση την προσφέρουν οι σχετικοί οίκοι. Το παράδοξο όμως της υπόθεσης είναι πως οι οίκοι που προβαίνουν στις αξιολογήσεις δεν πληρώνονται από τους πελάτες τους αλλά από τη χώρα ή την εταιρεία που αξιολογούν! Αν η στάση τους αυτή συνδεθεί και με τα κερδοσκοπικά παιχνίδια σε σχέση, για παράδειγμα, με τη χρεοκοπία της Ελλάδας ή τη διάλυση του ευρώ, προκύπτει πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει περιθώρια να παραμένει εξαρτημένη από τις αξιολογήσεις των οίκων κι αδρανής. Θα πρέπει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να ιδρύσει και τους δικούς της οίκους αξιολόγησης.

Η κρίση της Ελλάδας, επομένως, οφείλεται σε κινήσεις που σημειώνονται στη διεθνή οικονομική σκηνή, δεν πρέπει όμως να προσπερνιούνται και οι ελληνικές ευθύνες, που απορρέουν από την προβληματική λειτουργία του ελληνικού κράτους με την κυριαρχούσα σ' αυτό κομματικοκρατία. Ο Στουρνάρας επισημαίνει στρεβλώσεις στην ελληνική δημόσια διοίκηση, όπως είναι η αλόγιστη επέκταση του κράτους με το ένα εκατομμύριο δημόσιους υπαλλήλους, η ανισορροπία στους μισθούς, η αναξιοκρατία, η έλλειψη μέτρησης αποτελεσμάτων, η σύσταση δημόσιων οργανισμών με μοναδικό τους στόχο την τοποθέτηση διευθυντών και κομματικών ψηφοφόρων. Πρόβλημα αποτελεί και η φοροδιαφυγή, καθώς το 30% του ελληνικού εθνικού προϊόντος δεν αναφέρεται πουθενά.

Η εξειδικευμένη γνώση του Στουρνάρα σε οικονομικά θέματα του επιτρέπει να προβαίνει σε εύστοχες ως επί το πλείστον επισημάνσεις· η πολιτική συμπόρευσή του ωστόσο με τις κυβερνήσεις του κ. Κώστα Σημίτη συχνά θολώνει τις κρίσεις του, οι οποίες εκτροχιάζονται κι αστοχούν. Όταν ερμηνεύει, για παράδειγμα, τη μεταφορά της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, με την κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers στις Η.Π.Α., ως προϊόν της ελληνικής αδυναμίας λόγω της αλόγιστης επέκτασης του κράτους και της απώλειας κάθε ελέγχου στα δημοσιονομικά του κράτους κατά την περίοδο 2004-2009 (κυβερνήσεις Νέας Δημοκρατίας), προβαίνει σε μία υπεραπλούστευση που επιλέγει να αγνοεί πως οι διεθνείς δρομολογημένες εξελίξεις από τα καπιταλιστικά κέντρα θα οδηγούσαν ούτως ή άλλως σε επίθεση εναντίον της Ελλάδας, ασχέτως των δικών της επιμέρους κινήσεων. Όταν πάλι μιλά για τα λάθη του Ανδρέα Παπανδρέου, τα οποία θα έπρεπε να τα διορθώσει ο γιος του κ. Γιώργος Παπανδρέου από τη θέση του πρωθυπουργού που κατείχε μέχρι πρότινος, υιοθετεί απλώς ένα βολικό ερμηνευτικό σχήμα της μεταπολίτευσης, που αποδίδει στον Ανδρέα Παπανδρέου όλα τα δεινά του τόπου, υποπίπτοντας μάλιστα και σε αντιφάσεις, εφόσον δέχεται ότι μεταξύ πατέρα και γιου Παπανδρέου υπήρξαν οι εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις του κ. Σημίτη αλλά και η συντριβή των δημοσιονομικών που προκλήθηκε επί κυβερνήσεων του κ. Κώστα Καραμανλή.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αστοχίας του Στουρνάρα λόγω των προσωπικών του πολιτικών επιλογών είναι η ερμηνεία του για το σκάνδαλο του ελληνικού χρηματιστηρίου την πρώτη δεκαετία του 2000, το οποίο λίγο-πολύ το αποδίδει στην απληστία των Ελλήνων, που αποπειράθηκαν να γίνουν πλούσιοι «μέσα σε δύο ώρες», και κατηγόρησαν στη συνέχεια την τότε κυβέρνηση για το σκάσιμο της χρηματιστηριακής φούσκας. Ο Στουρνάρας, έχοντας θητεύσει σε καίρια οικονομικά πόστα επί κυβερνήσεων του κ. Σημίτη, αδυνατεί να αποστασιοποιηθεί από τη γραμμή επιχειρηματολογίας της τότε κυβέρνησης, και την καθαγιάζει απαλλάσσοντάς την από κάθε ευθύνη. Όμως η κυβέρνηση του κ. Σημίτη φέρει αναμφίβολα βαρύτατες ευθύνες για το χρηματιστηριακό σκάνδαλο, γιατί καλλιέργησε την τάση των πολιτών να «επενδύσουν» στο χρηματιστήριο, εξωθώντας με δημόσιες δηλώσεις προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση όχι μόνο τους ιδιώτες αλλά ακόμη και τα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία θα 'πρεπε να «αξιοποιήσουν» τα κεφάλαιά τους τοποθετώντας τα στο χρηματιστήριο. Έτσι, παρά την επίγνωση της επερχόμενης χρηματιστηριακής κατάρρευσης, ο κ. Σημίτης επέλεξε για ψηφοθηρικούς λόγους να διατηρήσει μία επίπλαστη ευφορία τονώνοντας το χρηματιστήριο με κεφάλαια των ασφαλιστικών ταμείων, παγιδεύοντας τους ιδιώτες κι εγκληματώντας σε βάρος των ταμείων. Την πραγματικότητα τούτη ο κ. Στουρνάρας δεν δικαιούται να την προσπερνά χρεώνοντας απλοϊκά τις αρνητικές εξελίξεις στην «απληστία» του Έλληνα.

Είναι εμφανές πως στη συνομιλία Βασιλικού – Στουρνάρα πρωτοστατεί στην ερμηνεία των εξελίξεων ο Στουρνάρας, ως αρμοδιότερος επί οικονομικών ζητημάτων. Εκείνος όμως που διακρίνεται για την ευστοχία των παρατηρήσεών του και των κατευθύνσεων που δίνει στη συζήτηση, παρά την επιλογή του να μην κρατήσει στον παρόντα διάλογο ρόλο πρωταγωνιστικό, είναι ο Βασίλης Βασιλικός. Ο Βασιλικός επιβεβαιώνει με τις επισημάνσεις του την ικανότητά του να τοποθετεί τα γεγονότα σε περιβάλλοντα διεθνή και να τα συσχετίζει με ιστορικές εξελίξεις, οι οποίες φωτίζουν τις διαχρονικές επιδιώξεις των παραγόντων που εμπλέκονται σ' αυτές. Έτσι, στην ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία («τρόικα») που εποπτεύει σήμερα την ελληνική κυβέρνηση, ο Βασιλικός βλέπει τις τρεις «εγγυήτριες» δυνάμεις που επόπτευαν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος γύρω στα 1840. Τη σύγχρονη ελληνική κρίση, πάλι, την εντάσσει σε χορεία εξωτερικών επεμβάσεων που αντιμετώπισαν την Ελλάδα σαν πειραματόζωο, όπως συνέβη με τον ελληνικό εμφύλιο ή την αμερικανοκίνητη χούντα των συνταγματαρχών. Την ουσιώδη μεταφορά στην ερμηνεία της κρίσης από το εσωτερικό στο εξωτερικό ο Βασιλικός την ανακινεί, με τις εύστοχες ερωτήσεις του για τους οίκους αξιολόγησης, τον ρόλο τους στις οικονομικές εξελίξεις και την απόπειρα της καπιταλιστικής τάξης να κατεδαφίσει τα συστήματα κοινωνικών πολιτικών προς όφελός της. Ακόμη και η εναλλακτική λύση υπέρβασης της κρίσης μέσα από τη συνεργασία της Ελλάδας με άλλες ισχυρές κρατικές οντότητες και πέρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως η Κίνα, από τον Βασιλικό προτείνεται.

Ο εμπνευστής του διαλογικού εγχειρήματος στον παρόντα τόμο Θανάσης Νιάρχος, έχοντας δώσει εξαρχής τη γραμμή της εκλαΐκευσης που θα συμβάλει στη διαφώτιση των αναγνωστών, γνωρίζει καλά, μετά την ένωση των πνευματικών δυνάμεων Βασιλικού – Στουρνάρα, πώς να τηρεί στάση διακριτική, ώστε να μην παρεμποδίζει τη ροή της συνομιλίας. Άλλωστε η τοποθέτηση ενός λογοτέχνη με φιλοσοφικό υπόβαθρο πλάι στον τεχνοκράτη οικονομολόγο, έρχεται να επιβεβαιώσει την πεποίθηση καί των δύο συνομιλητών πως στα δημόσια πράγματα είναι απαραίτητη η παρουσία ανθρώπων με φιλοσοφικό υπόβαθρο που θα μπολιάσουν την απόλυτη τεχνοκρατία. Κι η φιλοσοφική τούτη προσέγγιση βρίσκεται εξάλλου στο τελικό αισιόδοξο μήνυμα που εκπέμπει ο Βασιλικός, όταν επισημαίνει πως απέναντι στην καταστροφολογία οι Έλληνες επέδειξαν μία τρομερή ψυχραιμία.

 

Βασίλης Βασιλικός – Γιάννης Στουρνάρας, «Η βαθιά ελληνική κρίση. Με τη ματιά ενός λογοτέχνη και ενός οικονομολόγου», επιμ. Θανάσης Θ. Νιάρχος, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2011, σελ. 112.

 

«[…] ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ: Μιλήσατε για την καπιταλιστική κοινωνία και έχω ένα άλλο ερώτημα να κάνω, σε σχέση με μια κριτική που δημοσιεύτηκε στο ιταλικό Il Fatto Quotidiano και τη μεταφράσανε στην Εποχή. Τίτλος "The enigma of capital and the crises of capitalism" του David Harvey. Θα σας πω ποιο σημείο…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ: Ιστορικός είναι ο David Harvey;

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ: Κοινωνιολόγος. Γράφει το άρθρο: "Όποιος χρησιμοποιεί το youtube, είναι πιθανόν να γνωρίζει τον γεωγράφο και κοινωνιολόγο David Harvey, χάρη στα κινούμενα σχέδιά του για την κρίση του καπιταλισμού που είχαν μεγάλη επιτυχία. Πάνω από 12.000.000 επισκέψεις. Πριν από λίγο καιρό τα σχέδια μεταφράστηκαν και στα ιταλικά". Αυτός είναι. Και λέει εδώ ένα πράγμα με το οποίο εγώ συμφωνώ απολύτως. Μιλάει πάντα για την καπιταλιστική οικονομία και αναφέρει έναν δισεκατομμυριούχο των Ηνωμένων Πολιτειών, τον Warren Buffett, με τον εξής τρόπο: Έχει πει ο τελευταίος ότι "υπάρχει ταξική πάλη, είναι αλήθεια, αλλά η τάξη μου, η πλούσια τάξη, είναι αυτή που διεξάγει τον πόλεμο και πάντα νικάει". Ξεκινώντας από αυτό παρατηρεί ο Harvey ότι "σε μεγάλο μέρος των εξελιγμένων καπιταλιστικών οικονομιών, με τη δικαιολογία της κρίσης υπερβολικού χρέους, η καπιταλιστική τάξη άρχισε να κατεδαφίζει ό,τι απομένει απ' τα συστήματα κοινωνικών παροχών μέσα από μια πολιτική λιτότητας. Κατ' αυτό τον τρόπο, επανεντάσσονται στη λογική του κέρδους υπηρεσίες και παροχές που αποσπάστηκαν απ' αυτήν πριν από δεκαετίες". Και συνεχίζει ο Harvey, "κάποιες σημαντικές περιοχές δημόσιας παρέμβασης, αρχής γενομένης από την κοινωνική πρόνοια και τα δημόσια συνταξιοδοτικά συστήματα, πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν και πάλι. Και αυτή η κρίση προσφέρει αυτή την ευκαιρία. Η σημερινή έμφαση στα προγράμματα λιτότητας δεν είναι επομένως παρά ένα από τα πολλά βήματα προς την εξατομίκευση του κόστους της κοινωνικής αναπαραγωγής". […]»

 

* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. Φύλλου 339, 16/3/2012.

Ο «Α», επιχειρώντας να φωτίσει το ζήτημα της οικονομικής κρίσης, προβαίνει σε μια σειρά βιβλιοπαρουσιάσεων, που έχουν ως στόχο τους την πολύπλευρη προσέγγιση του θέματος από ποικίλες οπτικές. Τα τελικά συμπεράσματα ας διαμορφωθούν στο τέλος αυτής της πορείας από τους αναγνώστες.

 

Νίκος Μπογιόπουλος: «Είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε»

Νίκος Μπογιόπουλος: «Είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε»

Του Δημήτρη Καζάκη [κριτική παρουσίαση]


Το βιβλίο του Νίκου Μπογιόπουλου, «Είναι ο Καπιταλισμός, Ηλίθιε», εκδόσεις Λιβάνη, αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη. Από δυο απόψεις. Αφενός γιατί πρόκειται για ένα πολύ προσιτό και ευκολοδιάβαστο βιβλίο για τον μέσο αναγνώστη που αναζητά να μάθει τι συμβαίνει με την σημερινή κρίση. Κι αφετέρου γιατί διαπιστώσαμε ότι υπάρχει ακόμη μαρξιστική φλόγα στο σημερινό ΚΚΕ.

Για να είμαστε ειλικρινείς δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά. Τον Ν. Μπογιόπουλο τον γνωρίζουμε από τις επιφυλλίδες και τις παρεμβάσεις του μέσα από τις στήλες του Ριζοσπάστη, αλλά και από τις δημόσιες εμφανίσεις του όλο αυτό το διάστημα που και εύστοχες υπήρξαν και αποκαλυπτικές και αρκούντως τεκμηριωμένες. Κι αυτό πρέπει να το τονίζουμε ιδιαίτερα σήμερα.
Μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, αλλά δυστυχώς η τεκμηριωμένη παρέμβαση είναι είδος εξαιρετικά δυσεύρετο στις μέρες μας. Ιδίως στην αριστερά.

Συνέχεια →

Ο καπιταλισμός ως ωρολογιακή βόμβα

Ο καπιταλισμός ως ωρολογιακή βόμβα

 

Συνέντευξη του Φρέντρικ Τζέιμσον* [στον Άαρον Λέοναρντ – Μετάφραση: Γιώργος Σουβλής]


 

Από την περίοδο του Ρήγκαν και της Θάτσερ ωστόσο, έχουμε περάσει σε κάτι το οποίο προσομοιάζει πολύ περισσότερο στη θεμελιώδη λογική του κεφαλαίου που περιγράφει ο Μαρξ  

Ο Φρέντρικ Τζέιμσον, μαρξιστής που ασχολείται κυρίως με την κριτική λογοτεχνίας και την πολιτική θεωρία, εξέδωσε πρόσφατα το Representing Capital: A Reading of Volume One, ένα βιβλίο το οποίο επανεξετάζει το πιο σημαντικό έργο του Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο.

Υπό μια έννοια, ίσως να φαίνεται παράδοξη η επανεξέταση ενός βιβλίου 150 χρόνων. Για ποιο λόγο μας είναι χρήσιμο για την ερμηνεία της τρέχουσας συγκυρίας; Εν τούτοις, το να αγνοούμε Το Κεφάλαιο, όπως είθισται να συμβαίνει, σημαίνει την απώλεια της οξυδερκούς κριτικής του και της διεισδυτικής βαθύνοιάς του.

Το ότι καταπιάνεται με τις κεντρικούς άξονες της κατάστασης που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν πρέπει να θεωρηθεί ως συμπτωματικό: τον τρόπο με τον οποίο οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι, τον τρόπο με τον οποίο οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι και τον τρόπο με τον οποίο όλες οι διευθετήσεις και οι προτεινόμενες λύσεις εδράζονται στην ψευδαίσθηση πως ο καπιταλισμός μπορεί με κάποιον τρόπο να ικανοποιήσει τις ανάγκες της πλειοψηφίας του πληθυσμού και να συνεχίζει να υφίσταται ως τέτοιος.

Εν συντομία, ο Μαρξ και Το Κεφάλαιο είναι ζητήματα που χρήζουν διερεύνησης. Άαρον Λέοναρτ: Yποστηρίζετε ότι, «Το Κεφάλαιο δεν είναι ένα βιβλίο που καταπιάνεται με την πολιτική, ούτε καν με την εργασία: είναι ένα βιβλίο για την ανεργία». Μπορείτε να μας πείτε για ποιον λόγο θεωρείτε ότι αυτό ισχύει;

Φρέντρικ Τζέιμσον: Γνωρίζω πως αυτό ενδεχομένως να προκαλεί έκπληξη στους ανθρώπους που σκέφτονταν πάντα τον Μαρξ υπό το πρίσμα της πολιτικής, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχουν ελάχιστες αναφορές για οποιαδήποτε μορφή πολιτικής δράσης στο Κεφάλαιο. Προκύπτουν βεβαίως συμπεράσματα για το είδος της κοινωνίας που θα μπορούσε να προκύψει από τον καπιταλισμό και επίσης τις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο τέλος του καπιταλισμού. Δεν υποστηρίζω πως ο Μαρξ ήταν αδιάφορος για την πολιτική ή ότι δεν σκεφτόταν διαρκώς πολιτικές στρατηγικές, αλλά ότι το Κεφάλαιο δεν είναι ένα βιβλίο που αφορά αυτά, αλλά ένα βιβλίο για αυτή την ωρολογιακή βόμβα που είναι ο καπιταλισμός.

Είναι ένα βιβλίο το οποίο καταπιάνεται με την ανεργία με την έννοια ότι ο θεμελιώδης γενικός νόμος του καπιταλισμού, όπως αυτός αναφέρει σαφώς, είναι η αύξηση της παραγωγικότητας, με αποτέλεσμα, όπως γράφει, «η εξαρτημένη μάζα του εφεδρικού στρατού, δηλαδή οι άνεργοι, να αυξάνεται από κοινού με τη δυνητική παραγωγικότητα του πλούτου». Αυτό αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό με αυτά που συμβαίνουν στις μέρες μας. Πρόσφατα ακουσα το πιο αποκαλυπτικό πράγμα από έναν καπιταλιστή θιασώτη του επιχειρηματικού κινδύνου, εμφανέστατα ενοχλημένο από τη συζήτηση τόσο των Ρεπουμπλικάνων όσο και των Δημοκρατικών για την υποστήριξη των επιχειρήσεων έτσι ώστε να μπορούν να «δημιουργούν θέσεις εργασίας»: «Κανένας δεν σηκώνεται το πρωί και λέει, θέλω να αυξήσω το μισθολογικό κόστος επειδή θεωρώ πως είναι καλό για την Αμερικάνικη οικονομία». Αυτός είναι ένας εύσχημος τρόπος για πεις ότι οι επιχειρήσεις δεν υπάρχουν για να δημιουργούν θέσεις εργασίας• υπάρχουν για να παράγουν κέρδος. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που ο Μαρξ περιγράφει στο Κεφαλαίο. Δεν προκύπτει καμία ευθεία σύνδεση μεταξύ παραγωγικότητας και δημιουργίας θέσεων εργασίας.

Όσο τα κεϋνσιανά οικονοµικά εφαρμόζονταν σε ορισμένες χώρες, η συγκεκριμένη θέση φαινόταν εξωπραγματική. Ο Κέυνς αντιλήφθηκε πως είναι αναγκαίο να υπάρχουν εργάτες με αρκετά χρήματα για να αγοράζουν όλα αυτά τα αγαθά που παράγονταν. Από την περίοδο του Ρήγκαν και της Θάτσερ ωστόσο, έχουμε περάσει σε κάτι το οποίο προσομοιάζει πολύ περισσότερο στη θεμελιώδη λογική του κεφαλαίου που περιγράφει ο Μαρξ. Δεν είναι μόνο η μεταφορά εργασίας σε άλλες χώρες• αυτό αποτελεί τμήμα μιας παγκόσμιας διαδικασίας.

Η επιθυμία για την επιστροφή των εργοστασίων στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκρούεται με την επιθυμία να είναι παραγωγικά. Αυτό προφανώς σημαίνει ολοένα και μεγαλύτερο αυτοματισμό και ολοένα και λιγότερους εργάτες. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ανακύπτει μια θεμελιώδης αντίφαση μεταξύ της απασχόλησης και των επιθυμιών του συστήματος. Υπό αυτή την έννοια το πολιτικό αίτημα για πλήρη απασχόληση μου φαίνεται να αποτελεί ένα αίτημα που το σύστημα δεν μπορεί να ικανοποιήσει.

Α. Λ.: Αναπτύσσετε ένα επιχείρημα σε αυτό το βιβλίο, και στο «Valences of the Dialectic» ότι, «Ο Μαρξ στα Grundrisse (ίσως πιο έντονα κι από ό,τι στα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του Κεφαλαίου) επιμένει στη σημασία της παγκόσμιας αγοράς ως απώτατου ορίζοντα στον καπιταλισμό». Με ποιο τρόπο το διατυπώνει αυτό και με ποιον τρόπο βλέπετε να πραγματοποιείται κάτι τέτοιο σήμερα;

Φ. Τ.: Δεν καταπιάνεται αρκετά με αυτό στο συγκεκριμένο έργο. Το βασικό ζήτημα είναι η γενίκευση της εμπορευματοποίησης: παντού η μισθωτή εργασία αρχίζει να αντικαθιστά οποιαδήποτε άλλη μορφή εργασίας, είτε τη δουλική είτε την φεουδαρχική. Μόνο όταν διαπιστώνεις την υπεροχή της μισθωτής εργασίας σε μια περιοχή, όπως η δυτική Ευρώπη για παράδειγμα, συνειδητοποιείς τι είδους καπιταλισμός υπάρχει, τι είδους διαδικασία είναι αυτή, και με ποιον τρόπο καθίσταται καθολική.

Σε μια υποσημείωση στα Grundrisse, ο Μαρξ αναφέρει ότι μια παγκόσμια επανάσταση, μια σοσιαλιστική επανάσταση δεν καθίσταται προβλέψιμη παρά μόνο όταν φτάσουμε στα όρια της παγκόσμιας αγοράς. Με αυτό εννοεί ότι βαθμιαία σε όλο τον κόσμο όλες αυτές οι μορφές εργασίας θα έχουν αντικατασταθεί από την μισθωτή εργασία και ως εκ τούτου τα κέρδη που παράγουν θα έχουν αντικατασταθεί από το κεφάλαιο (από την υπεραξία).

Τι συμβαίνει όταν το κεφάλαιο οδηγείται σε μια αντίφαση ή σε μια κρίση; Ανακύπτει μια πτωτική κίνηση. Στο βιβλίο έγραψα πως ο καπιταλισμός αποτελεί «μια ιδιόμορφη μηχανή της οποίας η εξέλιξη είναι συνυφασμένη με τη διάλυσή της, η επέκταση της είναι συνυφασμένη με την δυσλειτουργία της, η ανάπτυξή της με την κατάρρευσή της». Η κατάρρευση του συστήματος είναι ενδογενής στην επέκταση του συστήματος. Η αγροτιά εξαντλείται με τη μετατροπή της σε κτηματίες και στην συνέχεια σε ανέργους, το σύστημα κινείται προς αυτή κατεύθυνση επιδιώκοντας να διασφαλίσει ολοένα και φτηνότερη εργασία και τελικά φτάνει σε ένα σημείο που δεν υπάρχει πλέον οποιαδήποτε μορφή φτηνής εργασίας, αλλά ταυτόχρονα και κάποιος να αγοράσει όλα αυτά τα προϊόντα.

Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε στις μέρες μας ευκολότερα και με μεγαλύτερη σαφήνεια παρά στον 20ο αιώνα. Στο βαθμό που πλησιάσει τα όρια της παγκόσμιας αγοράς, ο καπιταλισμός δεν μπορεί στην πραγματικότητα να διευρυνθεί περεταίρω. Σήμερα δεν βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο. Εν τούτοις, το σημείο στο οποίο έχουν φτάσει τα πράγματα μας επιτρέπει να διαγνώσουμε τα όρια της κατάστασης στην οποία πλησιάζουμε, σε σχέση με την περίοδο που ζούσε ο Μαρξ. Δηλαδή, την στιγμή εκείνη που το σύστημα καθίσταται ανυπόφορο και που γίνεται σαφές πως είτε θα καταρρεύσει είτε θα αντικατασταθεί με κάτι άλλο.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο Μαρξ υποστήριζε πως ο σοσιαλισμός είναι αναπόφευκτος. Όμως, ακόμα και στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο έγραφε τόσο για μια επαναστατική ανασυγκρότηση «όσο και για την από κοινού συντριβή των αντιμαχόμενων τάξεων». Ως εκ τούτου δεν είναι αναπόφευκτη αλλά συνιστά το σημείο όπου αλληλεπιδρούν η ανθρώπινη δράση και ο πολιτικός σχεδιασμός.

Α. Λ.: Στο βιβλίο σας γράφετε ότι «Ο Μαρξ μόνο επιχείρησε να συγκεράσει μια πολιτική της επανάστασης με την “ποιητική του μέλλοντος” και ο ίδιος επιχείρησε να καταδείξει πως ο σοσιαλισμός ήταν πιο σύγχρονος από ό,τι ο καπιταλισμός αλλά και πιο παραγωγικός. Επανευρίσκουμε πως ο φουτουρισμός και η παρακίνηση είναι πράγματι τα θεμελιώδη καθήκοντα οποιουδήποτε αριστερού αγώνα σήμερα». Μπορείτε να σχολιάσετε εκτενέστερα την συγκεκριμένη θέση, και με ποιον τρόπο κάποιος μπορεί να αρχίσει να οραματίζεται έναν φουτουριστικό σοσιαλισμό;

Φ. Τ.: Ο ίδιος ο Μαρξ ήταν πάντοτε ενθουσιώδης με την τεχνολογία – πράγματα όπως τα χημικά λιπάσματα (με τα οποία εμείς δυσανασχετούμε σήμερα, αλλά οδήγησαν σε μια έκρηξη της αγροτικής παραγωγής στην εποχή τους), τα υποθαλάσσια καλώδια, κι άλλες ανακαλύψεις της εποχής. Είναι σαφές πως φανταζόταν τον σοσιαλισμό ως πιο προηγμένο τεχνολογικά, και υπό οποιαδήποτε άλλη έννοια, σε σχέση με τον καπιταλισμό. Ο Ρέιμοντ Γουίλιαμς έγραψε για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι φαντάζονται πως τον σοσιαλισμό ως μια νοσταλγική επιστροφή σε μια πιο απλή κοινωνία. Ο Γουίλιαμς αμφισβητήθηκε όταν υποστήριξε πως ο σοσιαλισμός δεν θα είναι πιο απλός αλλά περισσότερο σύνθετος.

Υπάρχει μια τάση στην αριστερά σήμερα – και εννοώ σε όλες τις εκδοχές της αριστεράς – να περιορίζεται στην προστασία των κοινωνικών κατακτήσεων, στη διάσωση όλων των πραγμάτων που ο καπιταλισμός καταστρέφει και τα οποία εκτείνονται από την φύση έως τις κοινότητες, τις πόλεις, την κουλτούρα κ.λπ. Αυτό συνιστά μια μορφή συντηρητισμού. Η αριστερά παίρνει μια αρκετά αμυντική και νοσταλγική θέση, προσπαθώντας μόνο να επιβραδύνει την κίνηση της ιστορίας. Υπάρχει μια γενεαλογική γραμμή που ξεκινάει από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, η οποία θεωρεί ότι οι επαναστάσεις – αν και δεν γνωρίζω με ποιον τρόπο ακριβώς τις αντιλαμβανόταν – «τραβούν τον μοχλό της έκτακτης ανάγκης», σταματώντας την έλευση του τραίνου. Δεν νομίζω ότι ο Μαρξ είχε αυτήν την άποψη ως προς αυτά τα ζητήματα. Μου φαίνεται πως ο Μαρξ πίστευε πως η παραγωγικότητα θα αυξανόταν με το ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Στο επίπεδο της οργάνωσης, της τεχνολογίας και της παραγωγής, ο Μαρξ δεν επιθυμούσε επιστροφή στη χειρονακτική εργασία, αλλά να επιμείνουμε σε όλα τα είδη σύνθετων μορφών αυτοματισμού και εκμηχάνισης.

Το ιστορικό συμβάν της Οκτωβριανής Επανάστασης η οποία οδήγησε σε κάτι που έμοιαζε με  σοσιαλισμό ή κομμουνισμό, το οποίο συνέβη σε μια υποανάπτυκτη χώρα, στη Ρωσία, μας έκανε να σκεφτόμαστε τον σοσιαλισμό με ένα τρόπο ο οποίος δεν εναρμονιζόταν με τον τρόπο που ο Μαρξ τον φανταζόταν. Το σοσιαλιστικό κίνημα πρέπει να εμπνευστεί από τον οραματισμό του Μαρξ.


ΠΗΓΗ: rabble.ca. Το είδα: 15 February 2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=4845

 

* Ο Αμερικανός στοχαστής Φρέντρικ Τζέιμσον είναι θεωρητικός σε ζητήματα κουλτούρας. Διδάσκει συγκριτική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Duke, όπου και διευθύνει το Κέντρο Κριτικής Θεωρίας. Το έργο του καλύπτει ένα πολύ μεγάλο εύρος σχετικά με τα ζητήματα κουλτούρας που απασχόλησαν τον 20ό αιώνα: μοντερνισμός, μεταμοντέρνο, λογοτεχνία και κινηματογράφος του Τρίτου Κόσμου, Μαρξ και Φρόιντ, η σχολή της Φρανκφούρτης, επιστημονική φαντασία κ.λπ. Από τα πιο γνωστά του βιβλία είναι τα εξής: The Prison House of Language (Η φυλακή της γλώσσας, 1972), Late Marxism (Ύστερος μαρξισμός, 1990), Signatures of the Visible (Υπογραφές του ορατού, 1990), (1991), Postmodernim: Or, The Cultural Logic of Late Capitalism (Το μεταμοντέρνο, ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, 1992), και το Seeds of Time (Η σπορά του χρόνου, 1994).  Περισσότερα για το θεωρητικό έργο του Τζέιμσον διαβάστε εδώ (Οδηγός Ανάγνωσης).

ΠΗΓΗ: http://www.toposbooks.gr/contents/writers.php?wid=12

«Ο άγγελος της πείνας», ένα βιβλίο εμψυχωτής

«Ο άγγελος της πείνας»,  ένα βιβλίο εμψυχωτής

 

Της Βασιλική Νευροκοπλή


 

Είναι οπωσδήποτε ολότελα ανορθόδοξο να γράφεις για ένα βιβλίο προτού το ολοκληρώσεις. Όμως, υπάρχει μια “οικογένεια” βιβλίων για τα οποία μπορείς να μιλήσεις μόνον ενόσω τα διαβάζεις και αφού τα τελειώσεις δεν μπορείς να πεις τίποτα γι’ αυτά. Σ’ αυτήν θα κατέτασσα “Το βιβλίο της ανησυχίας” του Πεσσόα, το “Όνειρο ενός γελοίου” του Ντοστογιέφσκι και το βιβλίο “Η αγάπη και ο θάνατος του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε” του Ρίλκε.

Είναι γιατί αυτά τα βιβλία κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης σε μεταμορφώνουν, σε αλλοιώνουν, τα ερωτεύεσαι και δεν μπορείς παρά όσο είσαι μαζί τους να μιλάς διαρκώς γι’ αυτό που σου προκαλεί η σπάνια ομορφιά τους. Μετά το πέρας της ανάγνωσης και της μεταμόρφωσής σου, όλα έχουν συντελεστεί μέσα σου σ’ ένα νέο είναι που αδυνατεί να κοιτάξει πίσω ή να προχωρήσει σε μια ανάλυση που θα σήμαινε αυτο-ανάλυση.

Διαβάζω τον Άγγελο της πείνας εδώ κι ένα μήνα, ένα, δύο, τρία κεφάλαια κάθε βράδυ. Όχι επειδή δεν αντέχω περισσότερο, όπως μου συνέβαινε με τον Πεσσόα, αλλά επειδή αυτή είναι η ικανή δόση που θεραπεύει την ψυχή μου. Κάτι σαν φάρμακο. Ή σαν ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.  Ίσως όμως να είναι που δεν θέλω να τελειώσει. 

Είναι αλήθεια πως ένα καλό βιβλίο είναι κάτι πολύ περισσότερο από την ιστορία που διαπραγματεύεται. Πάντα κάτι περισσότερο από το επίπεδο της γλώσσας του, των νοημάτων, της τεχνικής και της πλοκής του. Αποτελεί ένα σύμπαν που άλλοτε προσπαθείς να μπεις εσύ μέσα του κι άλλοτε δεν παίρνεις είδηση για πότε εισχώρησε αυτό σ’ εσένα και σ’ έχει κυριεύσει. Του υποτάσσεσαι, το υπακούς, εν τέλει το ερωτεύεσαι και δε διανοήσαι να το αποχωριστείς. “Ο άγγελος της πείνας” ανήκει στην δεύτερη περίπτωση. 

Κάθε σελίδα του, κάθε παράγραφος, κάθε του πρόταση  αποτελεί όχι ένα, αλλά πλήθος από επουράνια και καταχθόνια σύμπαντα που σ’ αρπάζουν  και – αφού σε αφοπλίσουν από όλες σου τις αντιστάσεις – σε οδηγούν τεχνηέντως στις μυστικές και συνάμα μαγικές συνάψεις που τα συνδέουν; Έτσι, κατά τη διάρκεια της ατελής μου ακόμα μεταμόρφωσης επιχειρώ την ατελή μου παρουσίαση.

“Ο άγγελος της πείνας” θα μπορούσε να είναι ένα ξεδοντιασμένο φρικαλέο φάντασμα που ορμά να μας κατασπαράξει. Θα μπορούσε να είναι ένα αφόρητα συναισθηματικό ρέκβιεμ. Μια βάναυση ιστορία που δε θα θέλαμε ούτε την αρχή της να ακούσουμε. Ένας ογκόλιθος θλίψης που κανείς μας δε θα είχε διάθεση να σηκώσει. Θα μπορούσε να είναι ό, τι ακριβώς δε θα θέλαμε να διαβάσουμε και ό, τι θα θέλαμε πάση θυσία να αποφύγουμε στην αγχωμένη, κουρασμένη, μελαγχολική ζωή μας. Και όμως, όχι μονον δεν είναι τίποτα από όλα αυτά, αλλά είναι αυτό ακριβώς που μπορεί να μας στηρίξει στις μέρες μας σαν ιδανικός εμψυχωτής. Ίσως, γιατί, αν και “της πείνας”, παραμένει “άγγελος”, σκέφτομαι. 

Η Χέρτα Μύλερ καταφέρνει κάτι πραγματικά ακατόρθωτο κι επιτέλους, γι’ αυτό κι εγώ θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Θέλω να μάθω τι γίνεται στο τέλος, αλλά δεν είναι το πρώτο που μ’ ενδιαφέρει. Το ενδιαφέρον μου όλο το αποροφούν οι λέξεις της, το βλέμμα της, η ποίησή της, ο αναπάντεχος τρόπος που κοιτάζει τον κόσμο μέσα από το βλέμμα του νεαρού πρωταγωνιστή της. Το ίδιο ακριβώς θα με απορροφούσε αν δεν υπήρχε πρωταγωνιστής και ιστορία. Όταν συναντάς την ομορφιά δεν αναρωτιέσαι από πού ήρθε και πού πηγαίνει. Ποιος είναι ο σκοπός της. Βρέθηκε στο δρόμο σου κι αν είσαι γνήσιος εραστής της, μένεις καρφωμένος πάνω της. Σου αρκεί να την θωρείς. 

Το κατόρθωμα της Μύλερ έγκειται στο γεγονός ότι η βαθύτατη ευαισθησία της συμβαδίζει με την ψυχραιμία της πάνω στο λεπτότατο σχοινί του τραγικού,. Όλο το κείμενο διακατέχεται από μια αναπάντεχη νηφαλιότητα που ειρηνεύει τον αναγνώστη, ακόμη κι όταν διαβάζει γεγονότα ιδιαίτερης σκληρότητας. Εκεί που το συμβάν είναι βαρύ σα μολύβι οι λέξεις της γίνονται μικρά αστραφτερά διαμάντια. Η ύλη: ο άνθρακας, η κίτρινη άμμος, οι τσιμεντόλιθοι, τα δέκα ρούβλια, γίνονται τίτλοι κεφαλαίων που ξεκινάς να διαβάζεις ολότελα ανυποψίαστος γι’ αυτό που θα συναντήσεις. Διότι αυτό που συναντάς διαπνέεται ολοκληρωτικά από έναν ατελεύτητο ερωτισμό.

Ο χρόνος μεταπηδά απροειδοποίητα από το παρόν στο παρεθλόν, από διαρκείας γίνεται στιγμιαίος, από αιωνιότητα στιγμή. Η Μύλερ ενώνει τα πάντα δίχως ίχνος κόμπλεξ. Αυτό, μόνον η ποίηση μπορεί να το κατορθώσει δίχως να θυσιάσει το νόημα στην έμπνευση ή το αντίθετο.

Μήπως, λοιπόν, “Ο άγγελος της πείνας” είναι στην πραγματικότητα ένα μακροσκελές ποίημα; Ένα κατ’ επίφασιν μυθιστόρημα που σεβόμενο τον τρόμο των θνητών μπροστά στην ποίηση, φόρεσε τη μάσκα του πεζού λόγου για να τρυπώσει υπογείως στην απαρηγόρητη ζωή μας προκειμένου να την παρηγορήσει;

 

Αντί απάντησης και επιλόγου, παραθέτω τρία αποσπάσματα.

 

“Οι λέξεις που περιγράφουν την πείνα, όπως και οι λέξεις που περιγράφουν φαγητά, επικρατούν στους διαλόγους, κι ωστόσο παραμένεις μόνος. Καθένας τρώει μόνος του τις λέξεις του. Η συμμετοχή στην πείνα των άλλων είναι μηδενική, δε γίνεται να συμμετάσχεις στην πείνα. Η λαχανόσουπα ως βασικό φαγητό ήταν η θεμελιώδης αιτία για να χάνεις τη σάρκα από το σώμα σου και τα λογικά από το κεφάλι σου. Ο άγγελος της πείνας τριγυρνούσε σαν υστερικός. Έχανε κάθε μέτρο, μεγάλωνε μέσα σε μια μέρα τόσο πολύ όσο δε ψηλώνει το χορτάρι ένα ολόκληρο καλοκαίρι ή το χιόνι έναν ολόκληρο χειμώνα. Τόσο πολύ ίσως όσο ψηλώνει ένα ψηλό μυτερό δέντρο σε όλη του τη ζωή. Μου φαίνεται πως ο άγγελος της πείνας δε μεγάλωνε απλώς, πολλαπλασιαζόταν. Παρείχε στον καθένα το δικό του, το προσωπικό του μαρτύριο, παρόλο που όλοι μοιάζαμε μεταξύ μας. Αφού με το τρισυπόστατο που αποτελούν το πετσί, το κόκκαλο και το νερό που προκαλεί δυστροφία, οι άντρες και οι γυναίκες δεν ξεχωρίζουν πια μεταξύ τους κι οι γενετήσιες ορμές καταστέλλονται. Συνεχίζεις βέβαια να λες Ο και Η, όπως λες ο γλόμπος και η χτένα. Όπως αυτά, έτσι κι οι μισοπεθαμένοι από την πείνα δεν είναι γένους ούτε αρσενικού ούτε θηλυκού παρά αντικειμενικά άφυλοι σαν αντικείμενα, -προφανώς ουδέτεροι.

… όλα όσα έκανα πεινούσαν. Κάθε αντικείμενο ισούται ως προς το ύψος, το βάρος, το μήκος και το χρώμα με τις διαστάσεις της πείνας μου. Ανάμεσα στην ουράνια σκεπή και στη σκόνη της γης, κάθε τόπος μυρίζει από ένα διαφορετικό φαγητό. Ο κεντρικός δρόμος του στρατοπέδου μύριζε καραμέλα, η είσοδος του στρατοπέδου φρεσκοψημένο ψωμί, ο δρόμος από το στρατόπεδο μέχρι το εργοστάσιο ζεστά βερύκοκα, ο ξύλινος φράχτης του εργοστασίου ζαχαρωμένα αμύγδαλα, η είσοδος του εργοστασίου ομελέτα…

… Ήταν μαγεία και μαρτύριο. Ακόμα κι ο αέρας έτρεφε την πείνα, ύφαινε ορατό φαγητό, καθόλου αφηρημένο…”

 

“Πώς κυκλοφορεί κανείς στον κόσμο όταν δεν μπορεί να πεί τίποτε άλλο για τον εαυτό του παρά μόνον ότι πεινάει. Όταν δεν μπορεί να σκεφτεί πια τίποτε άλλο. Ο ουρανίσκος είναι μεγαλύτερος από το κεφάλι, ένας θόλος ψηλός και διαπερατός, που φτάνει μέχρι ψηλά στο κρανίο. Όταν κανείς δεν αντέχει άλλο την πείνα, ο ουρανίσκος του τον τραβάει σάμπως πίσω από το πρόσωπο να του έχουν τεντώσει ένα φρέσκο λαγοτόμαρο για να στεγνώσει. Τα μάγλουλα ξεραίνονται και καλύπτονται μ’ ένα χνούδι…”

 

“Τα ταξίδια είναι πάντα ευτυχία.

Πρώτον: Όσο ταξιδεύεις, ακόμα δεν έχεις φτάσει. Όσο δεν έχεις φτάσει δεν χρειάζεται να δουλεύεις. Το ταξίδι είναι περίοδος χάριτος.

Δεύτερον: Όταν ταξιδεύεις, φτάνεις σε μια περιοχή που δε νοιάζεται καθόλου για σένα…”

 

Εύχομαι καλό ταξίδι στους αναγνώστες αυτού του εξαίσιου βιβλίου. “Ο άγγελος της πείνας”, Χέρτα Μύλερ, Εκδόσεις Καστανιώτη, Μυθιστόρημα

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 09 Φεβρουάριος 2012,  http://www.antifono.gr/portal/….82.html

Το άδοξο τέλος της μεταπολίτευσης

Το άδοξο τέλος της μεταπολίτευσης*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Η απόπειρα αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, στο σκέλος που αφορά την Ελλάδα, περιλαμβάνει διακρατικές συμφωνίες αποτυπωμένες σε κείμενα μακροσκελή και πολύπλοκα. Για έναν μέσο πολίτη η πρόσβαση στις σχετικές συμφωνίες, καθώς και η κατανόησή τους καθίστανται απαγορευτικές. Γι’ αυτό και οι επιχειρούμενες προσεγγίσεις μέσα από διαλέξεις και δημόσιες συζητήσεις, επιδιώκοντας την εκλαΐκευση και τη διαφώτιση ενός πλατιού κοινού, λειτουργούν αναμφίβολα γόνιμα.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 336, 1/2/2012.

Ο «Α», επιχειρώντας να φωτίσει το ζήτημα της οικονομικής κρίσης, προβαίνει σε μια σειρά βιβλιοπαρουσιάσεων, που έχουν ως στόχο τους την πολύπλευρη προσέγγιση του θέματος από ποικίλες οπτικές. Τα τελικά συμπεράσματα ας διαμορφωθούν στο τέλος αυτής της πορείας από τους αναγνώστες.

Μία διάλεξη αναφορικά με την οικονομική κρίση και την πολιτική κατάσταση που διαμορφώνεται στην Ελλάδα περιλαμβάνει και το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Ανίερη συγκυβέρνηση». Πρόκειται για διάλεξη που δόθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2011 στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, και συνέπεσε με την ημέρα κατά την οποία η κυβέρνηση του νέου πρωθυπουργού κ. Λουκά Παπαδήμου έλαβε στη Βουλή ψήφο εμπιστοσύνης από τις παρατάξεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ., της Ν.Δ. και του ΛΑ.Ο.Σ. με 255 ψήφους υπέρ.

Ο Ζουμπουλάκης διευκρινίζει ότι δεν υποκαθιστά τους οικονομολόγους ή τους πολιτικούς επιστήμονες, τοποθετείται όμως ως πολίτης δυσαρεστημένος μεν από τις στάσεις της χώρας του, μα και με βαθιά αγάπη απέναντί της. Άλλωστε δεν θα εκχωρούσε στους «τεχνικούς της οικονομίας» την καθοδήγηση της κοινωνίας και του έθνους, εφόσον η σοφία τους δεν επαρκεί για τον αντίστοιχο ρόλο. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα το επιβεβαιώνουν: παρόλο που στις Η.Π.Α. βρίσκονται ακόμη εν ζωή είκοσι οικονομολόγοι βραβευμένοι με το νόμπελ οικονομίας, κανένας τους δεν προέβλεψε την κρίση του 2008· επιπλέον η «συνταγή» της άγριας λιτότητας που προτάθηκε από τις «σοφές κεφαλές» για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση απέτυχε παταγωδώς.

Η ελληνική κρίση είναι για τον Ζουμπουλάκη πολιτική και ηθική, με δύο πτυχές: μία εξωτερική και μία εσωτερική. Η εξωτερική σχετίζεται με την παγκόσμια συστημική κρίση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και της άγριας νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Σ’ ένα περιβάλλον όπου η παγκοσμιοποίηση έχει καταστήσει δυσχερέστατη την προστασία των εθνικών οικονομιών, ακόμη και οι σοβαρότεροι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού τρομάζουν με την αποχαλίνωσή του. Η εργασία και η δημοκρατία είναι δύο τομείς που ’χουν πληγεί βαρύτατα από τον νεοφιλελευθερισμό. Η εργασία, υπό την απειλή της ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της αβεβαιότητας, κατάντησε απλός αγώνας επιβίωσης· κι όταν ο άνθρωπος γίνεται έρμαιο της ανάγκης, εκδηλώνει ατομικισμό κι επιθετικότητα, που θρυμματίζουν κάθε έννοια συλλογικού βίου. Η δημοκρατία, πάλι, υποτάχτηκε στις «αγορές» κι υποχρεώθηκε να αποδεχτεί τους τεχνοκράτες που αυτές τής επέβαλαν. Όταν όμως τα κόμματα και τα πρόσωπα που ψηφίζονται από τον λαό για να κυβερνήσουν υποκαθίστανται από άλλα, τότε είναι δεδομένη η κρίση της δημοκρατίας, ενώ προλειαίνεται και το έδαφος για κάθε πολιτειακή εκτροπή.

Αν οι εξωτερικοί λόγοι της κρίσης είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν από την Ελλάδα, οι εσωτερικοί επιβάλλεται να υπερφαλαγγιστούν. Το σπάταλο κι αναποτελεσματικό πελατειακό κράτος ευθύνεται αναμφίβολα για την κρίση. Όμως, όπως πιστεύει ο Ζουμπουλάκης, δεν αρκεί να εμμένει κανείς στην παθολογία του κράτους. Η ευθύνη της κοινωνίας δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, αφού η ανομία βρίσκει γόνιμο έδαφος στον νοσηρό ατομικισμό του Έλληνα, ο οποίος αποδίδει όλα τα δεινά στους άλλους, αποποιούμενος οποιαδήποτε προσωπική του ευθύνη. Έτσι παρακάμπτεται ο ορθός λόγος ως μέσο δυνατό να εντοπίσει τις αιτίες της κρίσης.

Η πλέον προβληματική εξέλιξη, ωστόσο, είναι για τον Ζουμπουλάκη η συμμετοχή της ακροδεξιάς παράταξης του ΛΑ.Ο.Σ. στη νέα κυβέρνηση συνεργασίας που σχηματίστηκε. Η συμμετοχή ακροδεξιών στη νέα ελληνική κυβέρνηση, που έρχεται ως συνέχεια της συμμετοχής στελεχών του ΛΑ.Ο.Σ. σε τηλεοπτικές συζητήσεις ακόμη και πλάι σε πανεπιστημιακούς καθηγητές, με τους οποίους τα στελέχη της ακροδεξιάς παράταξης αναδεικνύονται ισόκυροι συνομιλητές, έχει τεράστια συμβολική σημασία και παραβιάζει έναν ιδρυτικό κανόνα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Η ανάδειξη του ΛΑ.Ο.Σ. σε πολιτικό παράγοντα οφείλεται στην ανεύθυνη πολιτικάντικη επιδίωξη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και των μέσων ενημέρωσης που επηρεάζει (Mega Channel) να στερήσουν ψήφους από τη Ν.Δ., μα και στον τυφλό αρνητισμό της Αριστεράς, που με την άγονη στάση της να θεωρεί κάθε λόγο περί ασφάλειας και νομιμότητας ως αστυνομική καταστολή, μεταβίβασε τα δύο κρίσιμα ζητήματα του μεταναστευτικού και της ασφάλειας στα χέρια του ΛΑ.Ο.Σ., και του επέτρεψε να εμφανίζεται ως δύναμη «εθνικής ευθύνης» και «σύνεσης». Σύνεση όμως, όπως εύστοχα αποκαθιστά τον όρο ο Ζουμπουλάκης, δεν είναι η συνεργασία με ρατσιστές, αντισημίτες, φιλοχουντικούς, φιλοχιτλερικούς, όσους μισούν τους μετανάστες, τους Τούρκους, τους ομοφυλόφιλους.

Η συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ. στην κυβέρνηση είναι ανησυχητική, μα εξίσου ανησυχητική είναι η απουσία αντιδράσεων για τη συγκεκριμένη εξέλιξη. Ο Ζουμπουλάκης αποδίδει την έλλειψη αντιδράσεων στην αγωνία της κοινωνίας μπροστά στην οικονομική κρίση. Ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας υπήρξε μια ανακούφιση, υποτιμήθηκε ωστόσο ο κίνδυνος από τη συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ. σε αυτήν. Η συγκυβέρνηση σοσιαλιστών και ακροδεξιών είναι για τον Ζουμπουλάκη ανίερη, όπως άλλωστε τιτλοφορεί και το βιβλίο του, και, μέσα στο κλίμα της γενικής σιωπής κι ανακούφισης που επήλθε, αποτελεί το πιο άδοξο τέλος της μεταπολίτευσης. Η κοινωνία παγιδεύτηκε στην εξέλιξη τούτη, γιατί κανείς δεν θα επιθυμούσε την αποτυχία της νέας κυβέρνησης. Όμως η πιθανή επιτυχία της θα χρεωθεί και στον ΛΑ.Ο.Σ.· κι όταν προδίδονται θεμελιώδεις πολιτικές αρχές κι αξίες της δημοκρατίας, ακολουθεί η πληρωμή του τιμήματος. Κανείς δεν πρέπει να προσπερνά με ελαφρότητα το γεγονός πως η πολιτική αβελτερία του ευρωπαϊκού μεσοπολέμου οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στοίχισε εξήντα εκατομμύρια νεκρούς.

Στην πολιτική λοιπόν η κατάσταση είναι απελπιστική. Η κοινωνία, πάλι, είναι φοβισμένη κι ανέτοιμη για επανάσταση. Η αβεβαιότητα, η ανασφάλεια, η παγωμάρα κι ο φόβος κυριαρχούν μπροστά στην εκρηκτική ανεργία και το ενδεχόμενο της εξαθλίωσης. Η νέα γενιά εξωθείται στη μετανάστευση, αν και η Ελλάδα δεν έχει περιθώρια για απώλεια άξιων ανθρώπων. Από την άλλη μεριά, η τυχοδιωκτική κι εκβιαστική πολιτική του πρώην πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου μπορεί να ταπείνωσε τη χώρα, όμως ώθησε την κοινωνία στη συνειδητοποίηση του κινδύνου. Έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για ένα πολιτικό ακροατήριο που θα υποστηρίξει νέες πολιτικές προτάσεις και σχήματα, τα οποία θα δημιουργηθούν πάνω στα ερείπια του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος. Ο Ζουμπουλάκης εύχεται να ηττηθεί η πολιτική των ηγετών της Γερμανίας και της Γαλλίας, κυρίας Μέρκελ και κυρίου Σαρκοζί αντίστοιχα, καθώς και να βρει η ελληνική κοινωνία τις απαιτούμενες δυνάμεις για να αντέξει και να ανακάμψει. Επειδή όμως πιστεύει ότι η κρίση που διέρχεται η Ελλάδα είναι κοινή πολιτική και οικονομική κρίση όλης της Ευρώπης, θεωρεί και πως η χώρα θα πρέπει να ακολουθήσει την κοινή ευρωπαϊκή περιπέτεια μέχρι το τέλος.

Παρά το γεγονός πως ο Ζουμπουλάκης δεν είναι οικονομολόγος και ειδικός επί σχετικών θεμάτων, όπως άλλωστε παραδέχεται κι ο ίδιος, κατορθώνει χάρη στην ευαισθησία του να προσεγγίσει το ζήτημα της παρούσας κρίσης με ευστοχία. Υποπίπτει ωστόσο σε επιμέρους αστοχίες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν ούτε από το γεγονός πως ο λόγος του απευθύνεται σε ακροατήριο, είναι δηλαδή στην πρώτη του εκφώνηση προφορικός, άρα περισσότερο επιρρεπής σε γενικόλογες στρογγυλώσεις. Όταν, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι στην Ελλάδα «όλοι χτίζουν αυθαίρετα», προβαίνει σε μία υπερβολική, απόλυτη γενίκευση, η οποία δεν ευσταθεί ούτε ως προς το περιεχόμενό της ούτε σαν σκόπιμη υπερβολή. Η απόδοση ευθυνών στην κοινωνία γίνεται μέσω ανακριβειών, όπως εκείνη που πρεσβεύει ότι οι «εθιμοτυπικές» καταλήψεις σχολείων από τους μαθητές «βολεύουν» και τους καθηγητές. Η στάση αυτή του Ζουμπουλάκη παραβλέπει πως η ατιμωρησία για παραπτώματα στα οποία διολισθαίνουν μέλη της κοινωνίας δεν οφείλεται στην κοινωνία. Η ευθύνη για την εφαρμογή των νόμων εμπίπτει στην πολιτεία, επομένως ανάγεται στους φορείς εξουσίας που εκπροσωπούν το κράτος, είναι δηλαδή βαθύτατα πολιτική. Γι’ αυτό ακριβώς κι όταν ο Ζουμπουλάκης διαπιστώνει εντέλει πως «η γενικευμένη μέσα στην κοινωνία ανομία και ατιμωρησία συνεπάγονται και προϋποθέτουν έναν διαλυμένο κρατικό μηχανισμό», στην ουσία αποδέχεται την ευθύνη του κράτους, υποπίπτοντας σε αντίφαση με τη θέση του περί ευθύνης της κοινωνίας.

Αστήρικτη επίσης είναι η θέση του Ζουμπουλάκη πως κανένας βραβευμένος οικονομολόγος στις Η.Π.Α. δεν πρόβλεψε την οικονομική κρίση (ο Τζόζεφ Στίγκλιτς, για παράδειγμα, τον διαψεύδει). Εσφαλμένα ερμηνεύει και την αντικατάσταση των εκλεγμένων πρωθυπουργών από τεχνοκράτες, κατ’ απαίτηση των χρηματαγορών. Βεβαίως το πλήθος ανάλογων αντικαταστάσεων που παραθέτει σε διεθνές επίπεδο εντυπωσιάζει. Όμως η ελληνική περίπτωση διαφέρει, αφού η παραίτηση του κ. Παπανδρέου δεν προκλήθηκε από εξωτερικές, παρά κυρίως από εσωτερικές, και μάλιστα εσωκομματικές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. πιέσεις. Άλλωστε οι χρηματαγορές δεν θα είχαν λόγους να επιδιώξουν την πτώση του κ. Παπανδρέου, δεδομένου πως εκείνος υπηρέτησε τις επιδιώξεις τους. Η δε «αναστάτωση» από τον ελιγμό του δημοψηφίσματος, με το οποίο ο κ. Παπανδρέου επιχείρησε να εκβιάσει μάλλον τον ελληνικό λαό παρά τα ξένα κέντρα, διευθετήθηκε ταχύτατα από τους Ευρωπαίους ηγέτες, που ανάγκασαν τον κ. Παπανδρέου σε εξάχνωση της κίνησής του, μέσω της επιβολής πολύ συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο θα την εφάρμοζε, εφόσον θα προέβαινε, φυσικά, στην υλοποίησή της.

Οι παραπάνω επιμέρους αστοχίες, βέβαια, δεν μειώνουν τη γενικώς εύστοχη τοποθέτηση του Ζουμπουλάκη, η οποία πετυχαίνει, μέσα από τη σύνοψη που προϋποθέτει μία ομιλία ενώπιον ακροατηρίου, να σκιαγραφήσει τόσο το διεθνές τοπίο, όσο και να καταδείξει τους κινδύνους για την ελληνική πολιτική σκηνή, κι ευρύτερα για την παγκόσμια, από την ανοχή ακροδεξιών ιδεοληψιών. Η επιδίωξη της πρόκλησης προβληματισμών, και μάλιστα γόνιμων, εκπληρώνεται, αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά πως οι πολιτικοοικονομικές εξελίξεις είναι προορισμένες να λειτουργήσουν υγιώς και να εξυπηρετήσουν το κοινωνικό σύνολο μόνο όταν αποδέχονται ως βάση τους την ηθική.

Σταύρος Ζουμπουλάκης**, «Ανίερη συγκυβέρνηση. Μια διάλεξη για την ελληνική κρίση», εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011, σελ. 48.

«Η συστημική ανεργία, το πρεκαριάτο, η υποαπασχόληση, η αστάθεια, η αβεβαιότητα, οι ελαστικές συμβάσεις εργασίας καταστρέφουν κάτι πολύ σημαντικό, με σοβαρές κοινωνικές αλλά και ανθρωπολογικές συνέπειες, καταστρέφουν την έννοια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Αυτό που διαβάζουμε ότι γίνεται αλλού, το ζούμε σήμερα καθημερινά πια και στον τόπο μας. Η εργασία έχει γίνει απλώς αγώνας επιβίωσης. Κάποιος αίφνης που σπούδασε αρχιτεκτονική (ή ό,τι άλλο) και θέλει να ζήσει και να εργαστεί ως αρχιτέκτονας, που έχει εννοήσει τον κοινωνικό του ρόλο συνδεδεμένο με αυτό το επάγγελμα, σήμερα είναι υποχρεωμένος να τα ξεχάσει όλα αυτά. Ο άνθρωπος όμως για τον οποίο η εργασία του είναι μόνο σκληρός αγώνας επιβίωσης γίνεται έρμαιο, έρμαιο της ανάγκης, μεταβάλλεται σε φρικτό ατομιστή, που αντιμετωπίζει τους άλλους ως εχθρούς. Μια κοινωνία όπου δεν υπάρχει η προοπτική της επαγγελματικής σταδιοδρομίας είναι μια κοινωνία στην οποία θρυμματίζεται κάθε έννοια συλλογικού βίου και κάθε έλλογη αντιστασιμότητα στο κοινωνικό κακό και την αδικία.»

 

«[…] Έτσι λοιπόν 37 χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, την παραμονή του εορτασμού της 38ης επετείου του Πολυτεχνείου, ορκίστηκε κυβέρνηση σοσιαλιστών και ακροδεξιών, μέσα στη γενική σιωπή και ανακούφιση! Δεν μπορώ να φανταστώ πιο άδοξο τέλος της Μεταπολίτευσης! Ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς συγκυβερνάει με τον παλαιό γραμματέα της Νεολαίας της Ε.Π.ΕΝ. (το κόμμα του Παπαδόπουλου) και πρόεδρο επίσης του λεπενικού Ελληνικού Μετώπου! […]»

 


Ο «Α», επιχειρώντας να φωτίσει το ζήτημα της οικονομικής κρίσης, προβαίνει σε μια σειρά βιβλιοπαρουσιάσεων, που έχουν ως στόχο τους την πολύπλευρη προσέγγιση του θέματος από ποικίλες οπτικές. Τα τελικά συμπεράσματα ας διαμορφωθούν στο τέλος αυτής της πορείας από τους αναγνώστες.

 

** Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης (1953) σπούδασε νομική, φιλολογία και φιλοσοφία. Από το 1998 διευθύνει το περιοδικό «Νέα Εστία».

Ρήξη με την κοινωνία, λήξη μιας εποχής

Ρήξη με την κοινωνία, λήξη μιας εποχής*

Του Γιάννη Στρούμπα

 
 
 
Κάθε κρίση συνδέεται μ’ ένα «τέλος», με την εξάντληση μιας τάξης πραγμάτων που λήγει. Η σύγχρονη διεθνής οικονομική τάξη πραγμάτων σημαδεύτηκε από την αφάνταστη δυσαναλογία μεταξύ εικονικού χρήματος και πραγματικής οικονομίας, η οποία δημιούργησε φούσκες πλασματικής ευημερίας. Η νομοθετική και ιδεολογική κατοχύρωση του επισφαλούς χρήματος, αντί για την απόσυρσή του, προκάλεσε την απομύζηση της οικονομίας. Οι θιασώτες του επισφαλούς χρήματος, διογκώνοντας το ατομικό τους συμφέρον σε βάρος του συλλογικού, προκάλεσαν ρήξη με την κοινωνία. Η ρήξη αυτή ορίζει τη λήξη μιας εποχής, όπως τη διαβλέπει ο Κώστας Βεργόπουλος στο βιβλίο του «Μετά το τέλος».
——————————————————————————————–
 α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 335, 16/1/2012

 

Ο παρασιτικός χαρακτήρας του σύγχρονου καπιταλισμού παρέδωσε τις κοινωνίες στο χρηματοπιστωτικό φαινόμενο, σκυλεύοντας κάθε συνθήκη αναπαραγωγής, δυσφημίζοντας τις έννοιες της εθνικής και της λαϊκής κυριαρχίας, αχρηστεύοντας για τις χώρες της ευρωζώνης το εκδοτικό προνόμιο της δημιουργίας νέου χρήματος, και οδηγώντας τις εθνικές οικονομίες στον δανεισμό και τη γενικότερη υποταγή τους στις χρηματαγορές και τους ιδιωτικούς αξιολογικούς οίκους. Η εθνική υπερχρέωση οδήγησε με τη σειρά της στην υπερχρέωση των ιδιωτικών τομέων της κάθε οικονομίας. Όμως την κρίση δεν την προκάλεσαν οι δημόσιες δαπάνες· η κρίση ήταν, αντιθέτως, συνέπεια αυτών: τα κράτη δανείστηκαν ώστε να διασώσουν τον χρηματοπιστωτικό τομέα από τη δική του απληστία. Η αυτιστική και κοντόθωρη αρπακτικότητα των θυτών, οι οποίοι ακόμη και τώρα επιχειρούν να επωφεληθούν ακόμη περισσότερο από την κρίση που οι ίδιοι προκάλεσαν, επιμένει να δυναμιτίζει κάθε απόπειρα επίλυσης του προβλήματος. Κάθε επιχειρούμενη διάσωση καταλήγει σε μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση, και κάθε άρνηση διάσωσης έχει επίσης το ίδιο αποτέλεσμα: όταν τα θύματα υποχρεώνονται να διασώσουν τους θύτες, το μακελειό βαθαίνει· όταν οι θύτες αφήνονται να καταρρεύσουν, μεταθέτουν το κόστος της κατάρρευσης στα θύματά τους.

Η καταφυγή στη χρηματιστική σφαίρα επέφερε παρασιτισμό κι αποσύνθεση, που υπονόμευσαν την πραγματική οικονομία απειλώντας κάθε μορφή παραγωγής, ενώ και η παράλληλη τάση αποταμίευσης περιέστειλε τις διεθνείς συναλλαγές. Η επιδιωκόμενη αύξηση των αποθεματικών συνιστά μια μορφή συγκαλυμμένου προστατευτισμού, ωστόσο αρρωστημένου, επειδή οδηγεί στον αποπληθωρισμό, δημιουργεί χρηματιστικές εξουσίες και καταδικαστική για την ανάκαμψη άνοδο των επιτοκίων. Οι αναδυόμενες ανατολικές οικονομίες, κάτι που ισχύει σε μικρότερη κλίμακα και για τις αναδυόμενες λατινοαμερικάνικες, ακολουθούν τη συγκεκριμένη πολιτική, καθώς δεν ανακυκλώνουν τα συναλλαγματικά τους αποθεματικά αλλά τα αποταμιεύουν, γεγονός που επισπεύδει την παγκόσμια ύφεση, εφόσον συρρικνώνεται η διεθνής ρευστότητα. Όσο οι πλεονασματικές και πιστώτριες τής Δύσης χώρες δεν προσανατολίζονται προς την εσωτερική αύξηση των εισοδημάτων, με στόχο την εσωτερική ζήτηση και κατανάλωση, ώστε η τελευταία να περικοπεί χωρίς διεθνείς απώλειες στις ελλειμματικές και υπερχρεωμένες χώρες, η κρίση θα οξύνεται. Συνάγεται λοιπόν πως η κρίση επισπεύδεται όχι από την υπερκατανάλωση, μα από την υπεραποταμίευση, άρα από τη χρηματοπιστωτική λογική των πλεονασματικών χωρών, παρά από την ευθύνη των ελλειμματικών! Παρ’ όλ’ αυτά η Δύση δεν δικαιούται να κατηγορεί την Ανατολή, γιατί η ίδια προκάλεσε τη μετεγκατάσταση μητροπολιτικών κεφαλαίων ανατολικά, αποσκοπώντας στο «ανταγωνιστικότερο» κόστος εργασίας, με τους μισθούς πείνας και τη σύμπραξη τοπικών ολιγαρχιών.

Η παραπάνω πραγματικότητα αναδεικνύεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη χρηματοπιστωτική πολιτική της φερόμενης ως πλεονασματικής Γερμανίας, η οποία ουσιαστικά είναι υπόλογη για την κρίση της ευρωζώνης, μέσα από τη βαθιά αντινομική της λειτουργία: ενώ επιβάλλει στους εταίρους-πελάτες της τις εισαγωγές γερμανικών προϊόντων, αρνείται τις γερμανικές πιστώσεις προς τη χρηματοδότηση των εισαγωγών. Έτσι οι ευρωπαϊκοί εταίροι της Γερμανίας χρεώνονται μονομερώς το κόστος προσαρμογής, με αποτέλεσμα την αύξουσα απόκλιση μεταξύ αυτών και της Γερμανίας, κι όχι την –υποτίθεται– επιδιωκόμενη σύγκλιση. Την απόκλιση την αποκαλύπτουν τα διαφορετικά επιτόκια δανεισμού (spreads), τα οποία ακυρώνουν πρακτικά την ενιαία αξία του ευρώ στις χώρες της ευρωζώνης. Η «χρηματοπιστωτική καταστολή» της Γερμανίας στο όνομα του «ανταγωνισμού», ώστε να σβήσουν οι μη βιώσιμες επιχειρήσεις και να επιβιώσουν οι «υγιείς», οδηγεί στην κατάρρευση της οικονομίας.

Ο σύγχρονος κόσμος όχι μόνο δεν συγκλίνει, μα κατατέμνεται κι αποδομείται. Η προστασία του πλούτου καταστρέφει κάθε κοινωνική κι ανθρώπινη συνοχή. Το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης, της αρπακτικής συγκέντρωσης του πλούτου, επέβαλε σήμερα τον χείριστο δυνατό κόσμο, με τον αστικό πληθυσμό να ’χει υπερβεί πλέον τον αγροτικό, μ’ ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους να ζουν σε παραγκουπόλεις, με την έλλειψη εργασίας και στέγης να μην αποζημιώνεται πια, μα να επισύρει κυρώσεις σαν να συνιστά ποινικό αδίκημα, και με την ανώτερη τάξη να διακατέχεται από άγχος, ανασφάλεια και υστερία περισσότερο από κάθε άλλον, προκειμένου να μην απολέσει τα κεκτημένα της. Το ισχύον σύστημα ισχυρών προνομίων για ελάχιστους θυμίζει την κοινωνική πόλωση στη Γαλλία πριν από την επανάσταση του 1789. Κι ενώ το κοινωνικό πρόβλημα οξύνεται, αντιμετωπίζεται σαν πρόβλημα τήρησης της «τάξης», εγκυμονώντας τον κίνδυνο ανεξέλεγκτων καταστάσεων.

Το δημοκρατικό έλλειμμα είναι εμφανές. Διαβάλλονται οι έννοιες του κράτους-έθνους, του κοινωνικού κράτους, της συλλογικής δράσης, των εργατικών ενώσεων, των εθνικών διαπραγματεύσεων, της δικαιοσύνης. Όσες ευρωπαϊκές πολιτικές τέθηκαν σε δημοψήφισμα και καταψηφίστηκαν (για παράδειγμα στη Γαλλία, την Ολλανδία, την Ιρλανδία, τη Σουηδία), επανήλθαν κι επικυρώθηκαν διά πλαγίων οδών (όπως με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας). Έτσι νομιμοποιήθηκαν συνταγματικά νεοφιλελεύθερες επιλογές, που όμως ευθύνονται για τη σημερινή καταβύθιση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μπροστά στην κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση αδρανεί επιδεικτικά, με βασικό υπαίτιο της καθήλωσης τη Γερμανία. Την ίδια ώρα ο αμερικανικός προστατευτισμός έχει προ πολλού ξεκινήσει, ενώ κι όλες οι χώρες στον κόσμο καταφεύγουν σε πολιτικές που μέχρι πρότινος αποδοκίμαζαν.

Η επάνοδος του κόσμου στην «ευθεία οδό» προϋποθέτει την απεμπλοκή από τον ασφυκτικό χρηματοπιστωτικό εναγκαλισμό και οικονομίες ικανές να παράγουν μόνες τους αυξανόμενα καθαρά εισοδήματα. Το νέο «Νιου Ντιλ», υποστηρίζει ο Βεργόπουλος, πρέπει να αποκολληθεί από τις χρηματοπιστωτικές μεταρρυθμίσεις και να ενισχύει τη μεσαία τάξη, ώστε να αποκατασταθεί η κοινωνική συνοχή. Κρίνεται αναγκαία η αύξηση της απασχόλησης, ώστε και η οικονομία να ανακάμψει. Η ουσιαστική ομοσπονδιοποίηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και του ενιαίου του νομίσματος θα μπορούσε επίσης να αποβεί λυτρωτική. Η απεμπλοκή της Ευρώπης από τον νεοφιλελευθερισμό αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας γι’ αυτήν. Είναι αδιανόητο να καθορίζεται η κοινωνία και η πολιτική από την οικονομία, ενώ ο αντίστροφος καθορισμός της οικονομίας από την κοινωνία και την πολιτική θα διευκόλυνε τον έλεγχο όλων των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων, που προώθησαν μια «κοινωνία πολιτών» χωρίς την πολιτεία, τη συκοφαντημένη σαν περιττό και παρασιτικό μόρφωμα. Η παραπλάνηση του «λιγότερου κράτους» αποσκοπούσε αποκλειστικά στην άνευ όρων παράδοση των αδύναμων τάξεων στην αρπακτική άρχουσα. Όμως από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Μακιαβέλι και τον Χομπς η κοινωνία συγκροτείται πάντα μέσω της πολιτείας, η οποία εξασφαλίζει την κοινωνική συνοχή.

Προς το παρόν ωστόσο, το σκοτεινό μέλλον, το ανύπαρκτο παρόν, η περιθωριοποίηση προκαλούν ρήγμα μεταξύ των γενεών. Η νέα εποχή, σύμφωνα με τον Βεργόπουλο, επισπεύδεται λόγω του αυτοκαταστροφισμού της παλιάς. Οι «απόκληροι» νέοι εύλογα αντιστέκονται, σε μια εξέγερση αυθόρμητη, πέρα από προκατασκευασμένα σχήματα. Η επέκταση της πείνας, σε συνδυασμό με το υψηλό μορφωτικό επίπεδο και το δραματικό έλλειμμα ελευθερίας, αποτελεί ξανά το εκρηκτικό μείγμα που πυροδοτεί τις εξελίξεις, ρίχνοντας την αυλαία στην ιστορία της τελευταίας τριακονταετίας. Αν το σύστημα κλείσει τις πόρτες στους νέους, μοιραία θα αποξενωθεί από το ίδιο το μέλλον του. Η επιμονή των νέων είναι ίσως το πιο ισχυρό στοιχείο αισιοδοξίας για τη «μετά το τέλος» εποχή, στην οποία εκείνοι μοιραία θα πρωταγωνιστήσουν.

Ο Βεργόπουλος, με το «Μετά το τέλος», συμπυκνώνει τη γνώση του σχετικά με τη διεθνή οικονομική κρίση, την οποία τοποθετεί στο σωστό της πλαίσιο: υποδεικνύει τις ένοχες πρακτικές, κατανέμει ευθύνες στους φορείς που οδήγησαν στο αδιέξοδο χωρίς να συγκαλύπτει κανέναν, και υποβάλλει προτάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Με λόγο πυκνό κι αποκαλυπτικό, που αφυπνίζει και συγκλονίζει, συγκρούεται απροσχημάτιστα με τις αντικοινωνικές πρακτικές των αρχουσών τάξεων των ευθυνόμενων για την κρίση, κι αποδεικνύει εμπράκτως με τη στάση του πως ο δρόμος της κοινωνικής ευαισθησίας, του σεβασμού των ανθρώπων και της ανιδιοτέλειας είναι ο μόνος ικανός να αποκαταστήσει την κοινωνική ισορροπία, αίροντας και καταδικάζοντας τον εγωισμό και τη συμφεροντολογία, που εκτρέφουν ανισότητες.

Κώστας Βεργόπουλος, «Μετά το τέλος. Η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη μέρα», εκδ. Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2011, σελ. 304.

«[…] Η βραβευμένη στο Φεστιβάλ της Βενετίας ταινία Ιδιωτική Ζώνη του Ουρουγουανού σκηνοθέτη Ροντρίγκο Πλα, που εργάζεται μεταξύ Βαρκελώνης και Μεξικού, καταγράφει ανηλεώς τα δρώμενα στα πολυτελή γκέτο των πλουσίων. Το φαινόμενο των περίκλειστων και υπερπροστατευμένων οικισμών των ανθρώπων του πλούτου ξεκίνησε από την Καλιφόρνια και τη Νότιο Αμερική, αλλ’ επεκτείνεται ταχύτατα και στις άλλες ηπείρους. Θωρακισμένα τείχη με συρματοπλέγματα, βιντεοκάμερες, ασύδοτοι σεκιουριτάδες με μαντρόσκυλα, εξοβελισμός του κράτους, του νόμου, της αστυνομίας, της δικαιοσύνης. Αποσχιστικά κρατίδια μέσα στο κράτος, σε κλίμα υστερίας, με πρόσχημα την άμυνα έναντι όσων στερούνται ακόμη και των στοιχειωδών προϋποθέσεων διαβίωσης. Από τη Μανίλα, το Γιοχάνεσμπουργκ, το Σαν Πάολο, το Μαλιμπού, οι πλούσιοι γκετοποιούνται ταχύτερα και ριζοσπαστικότερα από τους φτωχούς. Οπλοφορία και αυτοδικία συμπληρώνουν την προστασία τους, ενώ το αντίστοιχο για τους φτωχούς ποινικοποιείται. Εδώ τελειώνει ο κόσμος και αρχίζει η παράνοια του μεγάλου χρήματος. […]»

«[…] Όσο η φερεγγυότητα των κρατών-μελών δεν διασφαλίζεται με κοινοτικό μηχανισμό, τα spreads θα αποκλίνουν και η κερδοσκοπία μοιραία θα θριαμβεύει, αποσταθεροποιώντας το ευρωπαϊκό σύνολο, ακόμη και τους ισχυρούς εταίρους. Η παρούσα κρίση ήταν ευκαιρία συγκρότησης μηχανισμού ευρωπαϊκής συνοχής και αλληλεγγύης, με την ίδρυση: α) Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου που να προμηθεύει ρευστότητα όχι μόνον σε τράπεζες αλλά και σε κράτη, και β) Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που να αναλαμβάνει ως τελικός πιστωτής τα δημόσια χρέη στην αντίστοιχη νομισματική περιοχή. Αντ’ αυτού, η Ευρώπη θεσμοποιεί, ως “χρυσό κανόνα”, τη συμμόρφωσή της στην ανευθυνότητα των χρηματαγορών και των κερδοσκόπων. Αυτό δεν αποδίδεται τόσο στη “δημοσιονομική ελαφρότητα” και “ασυνειδησία” των ελλειμματικών εταίρων όσο κυρίως σε συνειδητή αλλ’ άφρονα επιλογή των πλεονασματικών […]»

** Ο Κώστας Βεργόπουλος (1942) είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Επισκέπτης καθηγητής σε Πανεπιστήμια της Βόρειας και Νότιας Αμερικής. Οικονομικός εμπειρογνώμων σε διεθνείς οργανισμούς (Ηνωμένα Έθνη και Ευρωπαϊκή Ένωση).

 
 Σημείωση:Ο «Α», επιχειρώντας να φωτίσει το ζήτημα της οικονομικής κρίσης, προβαίνει σε μια σειρά βιβλιοπαρουσιάσεων, που έχουν ως στόχο τους την πολύπλευρη προσέγγιση του θέματος από ποικίλες οπτικές. Τα τελικά συμπεράσματα ας διαμορφωθούν στο τέλος αυτής της πορείας από τους αναγνώστες.

Ο γύρος του θανάτου

Ο γύρος του θανάτου

 

Του Θωμά Κοροβίνη*


 

«Μερικά δημιουργήματα βγαίνουν από μία ανάγκη βαθύτατου χρέους…» ο συγγραφέας Θωμάς Κοροβίνης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για την βιωματική – δημιουργική πορεία -από την έμπνευση έως το τυπογραφείο- της συγγραφής του βιβλίου «Ο γύρος του θανάτου», των Εκδόσεων Άγρα.

 «…Τη δεκαετία του ’50 είχε διαμορφωθεί στη χώρα μας ένα σκηνικό, όπου όποιος πολίτης δεν είχε συμπεριφορά δουλική ή προσαρμοστική τουλάχιστον στις εξουσιαστικές και κοινωνικές νόρμες της εποχής, όφειλε συχνά να λογοδοτεί.

 Μικρό παιδί σφραγίστηκα από το κλίμα απαξίωσης του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσης των ανθρώπων.

Ήταν κοινή συνείδηση στην Θεσσαλονίκη ότι ο Παγκρατίδης που εκτελέστηκε το 1968 ως «δράκος του Σέιχ Σου» υπήρξε ένα βολικό θύμα του ενοχικού εκείνου καιρού που τον εξέθρεψε.

Ένα παιδί του πάθους και της μοίρας, που η ιστορία του με βασάνιζε και το μυθιστόρημα που έφτιαξα γύρω από την τραγωδία του εκείνη την εποχή, προέκυψε περίπου σαν μια φυσιολογική γέννα.

Σκύβω πάντοντε πάνω απ’ τα απολωλότα. Μαζεύω τα τσαλαπατημένα άνθη που απομένουν από το ποδοβολητό και το σάρωμα.  Η πλούσια γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιώ δεν είναι φτιαχτή, έτσι μιλούσαν πριν από πενήντα χρόνια οι άνθρωποι.


Ένας νεαρός διορθωτής κειμένων ή τυπογράφος μπορεί και να ξενίζεται. Οι εποχές μοιάζει να αλλάζουν αλλά κατ’ ουσίαν επαναλαμβάνονται.

Ο βρόγχος που μας έπνιγε τον καιρό των Θεσσαλονικιών δράκων και του φονικού του Λαμπράκη, τότε που η κοινή ελληνική πιεζόταν απ’ την καθαρεύουσα αλλά πλουτίζονταν από λαϊκά και αργκοτικά τσαλίμια, ξανασχεδιάστηκε σε νέο λουσάτο ντιζάιν για τον μέχρι χτες επαναπαυμένο και ξεγελασμένο μας σβέρκο.».


* O συγγραφέας ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ, φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, έζησε για μια οχταετία στην Κωνσταντινούπολη. Εδώ και χρόνια έρευνα πτυχές του ελληνικού και του τούρκικου λαϊκού πολιτισμού καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους. Συνεργάζεται με διάφορα περιοδικά πολιτιστικού προσανατολισμού.

Έγραψε τα βιβλία: Τουρκικές παροιμίες, Κανάλ ντ' Αμούρ, Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου, Φαχισέ Τσίκα, Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες, Κωνσταντινούπολη – Λογοτεχνική ανθολογία, Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη, Ο Μάρκος στο χαρέμι, Το χτικιό της Άνω Τούμπας, Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για τον Γιώργο Κούδα, Οι Ασίκηδες – Εισαγωγή και ανθολογία της τουρκικής λαϊκής ποίησης από τον 13ο αιώνα μέχρι σήμερα, Οι Ζεϊμπέκοι της Μικρός Ασίας, Αφιέρωμα στον Στέλιο Καζαντζίδη, Θεσσαλονίκη 2005 – Ρεπορτάζ- Στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου πού λείπει 20 χρόνια στην καταπακτή, Σμύρνη, μια πόλη στην λογοτεχνία, Όμορφη Νύχτα – Χρονογραφία-μυθιστόρημα για 20 χρόνια λαϊκού τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη [ 1985-2005], Ο Καραγκιόζης λαϊκός τραγουδιστής.

Το βιβλίο του «Ο γύρος του θανάτου» των εκδόσεων Άγρα, ;ήταν υποφήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2011. Επίσης, πρόσφατα, επιμελήθηκε το βιβλίο «Ημερολόγιο του 2012: Θεσσαλονίκη», Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Είναι συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών.
Δισκογραφία: Από έβενο κι αχάτη, Φουζουλή: Λείλά και Μετζνούν, Τακίμια, Το Κελί. Συχνά παρουσιάζει συναυλίες με το δικό του ρεπερτόριο ή με θέματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.

 

ΠΗΓΗ: 06:12, 03 Δεκ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη,

Η ελληνική Πομπηία του Δημ. Καζάκη

Η ελληνική Πομπηία:

Κυκλοφόρησε το βιβλίο του Δημήτρη Καζάκη από το «Ποντίκι»

 

Από τη Σεισάχθεια

 

Το βιβλίο «Η ελληνική Πομπηία – Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας χρεοκοπίας» του οικονομολόγου – αναλυτήΔημήτρη Καζάκη, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ποντίκι», περιλαμβάνει τα κείμενά του που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Το Ποντίκι» από τον Μάρτιο του 2010 έως τον Νοέμβριο του 2011. 

Τα άρθρα του προειδοποιούν εγκαίρως – και, από ένα σημείο και ύστερα, αποτυπώνουν πλήρως – το οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο της Ελλάδας και τα μεγέθη της καταστροφής, αλλά δεν περιορίζονται εκεί: εκτός από την έγκαιρη και επιτυχή πρόβλεψη των εξελίξεων στη χώρα μας, επεκτείνονται στο περιβάλλον της ευρωζώνης και ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Ο Δημήτρης Καζάκης ενέταξε με επιμονή την ελληνική κρίση σε αυτό που ελάχιστοι τολμούσαν να διατυπώσουν: στη χρεοκοπία της ευρωζώνης και του ίδιου του ευρώ. 

Έτσι, πέραν του χρονικού της ελληνικής κρίσης, της «ελληνικής Πομπηίας», ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει ότι κάποια«κεφάλαια» διατρέχουν το σύνολο των κειμένων του: 

● Δανειακή σύμβαση και μνημόνιο: ο αυτοχειριασμός της Ελλάδας. 

● «Διάσωση» της Ελλάδας ή διάσωση των τραπεζών; 

● Το χρέος της Ελλάδας ως εργαλείο υποδούλωσης των Ελλήνων. 

● Η νομιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους. 

● Η κρίση χρέους και η κρίση εθνικής κυριαρχίας. 

● Ευρωζώνη: Οι τράπεζες εναντίον των εθνών. 

● Οι αγορές επιχειρούν τον διαμελισμό των κρατών. 

● Η ευρωζώνη ως «κατασκευαστικό λάθος». 

● Η μετατροπή της Ευρώπης σε δημοσιονομική φυλακή. 

● Ευρώ: ένα νόμισμα των τραπεζών χωρίς οικονομικό και κοινωνικό αντίκρισμα. 
● Το ευρώ ως αιτία της υπερχρέωσης. 

● Εντός ή εκτός του ευρώ η Ελλάδα; 

● Πτώχευση, αναδιάρθρωση ή άρνηση του χρέους; 

 

Προφανώς τα «κεφάλαια» αυτά… δεν υπάρχουν στο βιβλίο αυτοτελώς – λόγω της κατά χρονική σειρά παράθεσης των άρθρων, ωστόσο το διατρέχουν σε όλη του την έκταση, καθώς αποτελούν τους κύριους θεματικούς άξονες των κειμένων, γύρω από τους οποίους πλέκεται η δομή τους. 
Στην πραγματικότητα πρόκειται για την πληρέστερη ανάλυση της ελληνικής και ευρωπαϊκής κρίσης που έχει γραφτεί στην Ελλάδα… 
Το βιβλίο διατίθεται στα κεντρικά βιβλιοπωλεία και στα γραφεία του «Π», Καφαντάρη 27, Δάφνη. 

 

ΠΗΓΗ: Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/12/blog-post_10.html

«Μετά το “Μνημόνιο”»… πάλι το “Μνημόνιο”…

«Μετά το “Μνημόνιο”»… πάλι το “Μνημόνιο”…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Ο «Α», επιχειρώντας να φωτίσει το ζήτημα της οικονομικής κρίσης, προβαίνει σε μια σειρά βιβλιοπαρουσιάσεων, που έχουν ως στόχο τους την πολύπλευρη προσέγγιση του θέματος από ποικίλες οπτικές. Τα τελικά συμπεράσματα ας διαμορφωθούν στο τέλος αυτής της πορείας από τους αναγνώστες.

Η οικονομική κρίση που ενέσκηψε στην Ελλάδα έχει προκαλέσει ποικίλους προβληματισμούς κι αντιδράσεις από ειδήμονες και μη, σε πολλαπλές απόπειρες να ερμηνευτεί το φαινόμενο, να εντοπιστούν οι αιτίες του και να αναζητηθούν λύσεις εξόδου από το πρόβλημα. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης λογικής εντάσσεται και το βιβλίο του καθηγητή Πάνου Καζάκου «Μετά το “Μνημόνιο”», με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Οικονομική πολιτική στην Ελλάδα υπό διεθνή έλεγχο».


* α΄ δημοσίευση: εφημερίδα «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 332, 1/12/2011.

Ο Καζάκος παραδίνει με το βιβλίο του αυτό ένα έργο που τοποθετείται με σαφήνεια πάνω στις τρέχουσες οικονομικές εξελίξεις, που προσπαθεί να τις ερμηνεύσει, καθώς και να διαβλέψει τις διανοιγόμενες προοπτικές από τις ενδεχόμενες επιλογές της Ελλάδας σε σχέση με την αντιμετώπιση της κρίσης. Πρόκειται παράλληλα για έργο που παρουσιάζει με επάρκεια το χρονικό της κρίσης, γι’ αυτό θα μπορούσε να καταστεί οδηγός για μελλοντικούς αναγνώστες, που δεν θα ’χουν ζήσει τα γεγονότα και δεν θα ’χουν προσωπική τους αντίληψη.

Βασική επισήμανση του Καζάκου αποτελεί η διαπίστωση πως οι όποιες απόπειρες να αποδοθεί η κρίση σε παράγοντες εξωτερικούς σε σχέση με την Ελλάδα παραβλέπουν ότι η διολίσθηση της χώρας εδράζεται στην υπερχρέωση. Η δημοσιονομική της διαχείριση υπήρξε μονίμως ελλειμματική. Η φοροσυλλεκτική της ικανότητα μικρή. Οι θεσμοί της ασθενείς, επιδεκτικοί σε πελατειακές συμπεριφορές. Η κακοδιαχείριση κι η γραφειοκρατία συνήθεις ασθένειες. Γι’ αυτό και υπαίτιοι για την κρίση πρέπει να θεωρούνται μάλλον οι εσωτερικοί παρά οι εξωτερικοί παράγοντες, αφού καμία «κερδοσκοπία» δεν επώασε τα δημοσιονομικά ελλείμματα, τα χρέη και τη φθίνουσα ανταγωνιστικότητα.

Ένας άλλος παράγοντας, πέρα από την κερδοσκοπία, στον οποίο αποδίδεται η κρίση είναι η προβληματική δομή της ευρωζώνης. Όμως καί στην περίπτωση αυτή ισχύει, σύμφωνα με τον Καζάκο, ό,τι σχολιάστηκε και νωρίτερα: οι όποιες απαιτήσεις της ευρωζώνης δεν αρκούν ώστε να εξηγήσουν ούτε την υπερχρέωση, ούτε την κακοδιαχείριση, ούτε τη σπατάλη, τη διαφθορά ή την ανομία. Με δεδομένες συνεπώς τις δομικές ακαμψίες της Ελλάδας, ο Καζάκος θεωρεί πως δεν θα πρέπει να υποτιμάται η προσπάθεια που κατέβαλε η χώρα στο πλαίσιο του «Μνημονίου» από τον Φεβρουάριο-Μάρτιο του 2010 μέχρι σήμερα.

Από την έναρξη της εφαρμογής του «Μνημονίου» οι ελληνικές επιδόσεις στα μακροοικονομικά μέτρα ήταν καλύτερες σε σχέση με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (όπως οι νομοθετικές), που επηρεάζουν βαθύτερες κοινωνικές δομές. Οι καθυστερήσεις στον δεύτερο τομέα αποδίδονται στην ιδεολογική κληρονομιά του ΠΑ.ΣΟ.Κ., με την οποία οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις έρχονταν σε σύγκρουση, αλλά και στην αναχρονιστική δημόσια διοίκηση, στις προσωπικές στρατηγικές υπουργών με στόχο την αποτροπή του πολιτικού κόστους, καθώς και στον χαλαρό πρωθυπουργικό συντονισμό. Είναι μάλιστα ενδεικτικό πως το «Μνημόνιο» αντιμετωπιζόταν όχι ως εργαλείο για τον ανασχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής αλλά ως κωδικοποίηση εξωτερικών πιέσεων. Η αντιμετώπιση αυτή αντικατοπτρίζεται στο γεγονός πως κάθε φορά που η ομάδα τεχνικής βοήθειας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου εγκατέλειπε τη χώρα, οι προσπάθειες σταματούσαν!

Ο Καζάκος αποτιμά πως, παρά τις δυσκολίες, η κυβέρνηση του κ. Γιώργου Παπανδρέου διαχειρίστηκε θετικά την κρίση προσαρμογής, τολμώντας μεταρρυθμίσεις. Θεωρεί ότι η εφαρμογή του «Μνημονίου» μπορεί να παρουσιάζει βραχυπρόθεσμα υψηλό κόστος, όμως μακροπρόθεσμα θα ωφελήσει τόσο στην ανάκαμψη της οικονομίας όσο και στην αναδιοργάνωση των θεσμών της χώρας. Η επιτυχία μάλιστα της δημοσιονομικής προσαρμογής θα σημάνει λογικά επιτόκια για την επιστροφή της Ελλάδας στον δανεισμό από τις «αγορές», θα δημιουργήσει προοπτικές επενδύσεων και ανάκαμψης.

Η προηγούμενη θετική προοπτική του «Μνημονίου» δεν ακυρώνει βέβαια τις δυσκολίες του. Ο Καζάκος αναγνωρίζει πως η εφαρμογή του οδηγεί στην αύξηση του δημόσιου χρέους, επιτείνει την ύφεση δυσχεραίνοντας τη δημοσιονομική εξυγίανση, ενώ παρασύρει και την απασχόληση. Παράλληλα το «Μνημόνιο» παραβλέπει παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την επιτυχία του, παραβλέπει τις ελληνικές οικονομικές ιδιαιτερότητες, δεν βάζει όρια στην «εσωτερική υποτίμηση», με δεδομένη την αδυναμία υποτίμησης του ευρώ, έχει εσφαλμένες δημοσιονομικές προτεραιότητες και τρέφει υπερβολικές προσδοκίες για κάποιες μεταρρυθμίσεις. Τα μέτρα του χρειάζονται αναμφίβολα περισσότερο χρόνο προκειμένου να αποδώσουν στο ελληνικό περιβάλλον. Επιπλέον χρειάζεται να αναγνωριστεί η σημασία της διαμεσολάβησης του κράτους, εφόσον οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις απαιτούν ενεργό κρατικό ρόλο, πέρα από το άνοιγμα της αγοράς, που από μόνο του δεν αρκεί.

Οι ανεπάρκειες του «Μνημονίου» είναι εμφανείς, όμως για τον Καζάκο δεν υπάρχει ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση. Αν ζητούμενο είναι η παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη, τότε το «Μνημόνιο» αποτελεί μονόδρομο. Επιδέχεται ωστόσο βελτιώσεις. Καταρχάς, η περικοπή δαπανών είναι αποτελεσματικότερη από την αύξηση των φόρων. Έπειτα απαιτείται η ταχεία πάταξη της φοροδιαφυγής, η κατάργηση κρατικών φορέων που εξυπηρετούν απλώς την πολιτική πελατεία, η ριζική αναδιάρθρωση του κράτους, η μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος, ο εξορθολογισμός στην οργάνωση του στρατού με την εξυγίανση των κυκλωμάτων προμηθειών, η ενδυνάμωση της ανάπτυξης, οι ενεργητικές πολιτικές στην εργασία.

Η έξοδος, πάλι, από το ευρώ δεν συνιστά, για τον Καζάκο, λύση. Τα πλεονεκτήματά της θα είναι πρόσκαιρα, ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή δεν θα γινόταν να ανατραπεί. Τα «σοσιαλιστικά» (τα εισαγωγικά ανήκουν στον συγγραφέα) προγράμματα εξόδου από την ευρωζώνη περιλαμβάνουν την εθνικοποίηση των τραπεζών και την υιοθέτηση βιομηχανικής πολιτικής. Όμως το διεφθαρμένο ελληνικό παρελθόν φανερώνει πως το ελληνικό κράτος αδυνατεί να διαχειριστεί μία βιομηχανική πολιτική, ενώ και οι λύσεις «κρατισμού», ως πηγές ελλειμμάτων και χαμηλής ανταγωνιστικότητας, εισάγουν τη χώρα που τις επιλέγει σ’ έναν φαύλο κύκλο πληθωρισμού-υποτιμήσεων. Επιπλέον, μία επικείμενη αναδιάρθρωση χρεών θα ήταν προτιμότερο να συντελεστεί εντός ευρωζώνης παρά εκτός, αφού μία μονομερής παύση πληρωμών θα προκαλούσε πιθανότατα διακοπή της κοινοτικής χρηματοδότησης, δραματική αύξηση του χρέους, κρίση ρευστότητας στις τράπεζες κι ανεξέλεγκτες κοινωνικές αναταράξεις.

Ο Καζάκος δεν αφήνει ασχολίαστη ούτε την υπό συζήτηση προοπτική για τον χαρακτηρισμό του χρέους ως «επαχθούς», λόγω ενδείξεων διαφθοράς και κλοπής, που οδήγησαν στη σύναψη δανείων υπό όρους παράδοξους και ύποπτους. Μία τέτοια εξέλιξη θα προϋπέθετε από την πλευρά των κυβερνήσεων την παραδοχή των παρατυπιών τους, άρα θα τις άφηνε ηθικά υπόλογες. Επομένως δυσχεραίνεται η έκβαση αυτή, σε συνδυασμό με το γεγονός πως διεθνώς παραμένουν αδιευκρίνιστες οι διαδικασίες μέσα από τις οποίες ένα χρέος θα χαρακτηριζόταν «επαχθές». Άλλωστε οι αντίστοιχες διαδικασίες συνήθως προϋποθέτουν ισορροπημένους συμβιβασμούς μεταξύ δανειστών και οφειλετών.

Από τα παραπάνω προκύπτει πως ο καταλληλότερος δρόμος για την αντιμετώπιση της κρίσης, σύμφωνα με τη θέαση του Καζάκου, είναι εκείνος του «Μνημονίου». Το «Μνημόνιο» παρουσιάζει προοπτικές εργαλείου εκσυγχρονισμού, αρκεί να εφαρμοστεί με τον ενδεδειγμένο τρόπο, να μην κρίνεται με βάση την κακή του εφαρμογή στο ελληνικό πολιτικό τοπίο και να αποσυνδεθεί από την αιτίαση της ξενικής διείσδυσης στην Ελλάδα, εφόσον για αυτήν δεν ευθύνεται εκείνο, παρά η προηγηθείσα διολίσθηση προς την υπερχρέωση.

Στα πλεονεκτήματα του πονήματος του Καζάκου περιλαμβάνονται η επαρκής καταγραφή του ιστορικού της κρίσης, η νηφάλια συνειδητοποίηση των ελληνικών ανεπαρκειών –ιδίως της ελληνικής πολιτικής– στη γιγάντωση του προβλήματος, η σαφής τοποθέτηση επί του ζητήματος και η πρόταση συγκεκριμένης πορείας προς τη λύση. Από την άλλη πλευρά, η εμμονή στις ελληνικές ευθύνες εμποδίζει τον Καζάκο να συλλάβει ορθά τις διεθνείς διαστάσεις της οικονομικής κρίσης, όπως αποδεικνύει εξάλλου η μετάδοσή της και στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Τις διαστάσεις τούτες, αν και τις επισημαίνει, σαφώς τις υποτιμά καθώς τις προσπερνά με βιασύνη, ενώ υποπίπτει και στην αντίφαση να θεωρεί ικανό το «Μνημόνιο» μα ανεπαρκή την ελληνική πολιτική, τη στιγμή που απορρίπτει τις «σοσιαλιστικές» προτάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, ακριβώς επειδή η ελληνική πολιτική είναι διεφθαρμένη. Αν συνεπώς ο Καζάκος αντιμετώπιζε τις δύο ιδεολογικές προσεγγίσεις της κρίσης με τα ίδια μέτρα και σταθμά, θα έπρεπε να απορρίψει καί το «Μνημόνιο», αφού η αναξιοπιστία της ελληνικής πολιτικής δεν πρόκειται να επιτρέψει την εφαρμογή του, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο καθιστά ανεδαφικές τις αριστερές προτάσεις. Στα μειονεκτήματα του τόμου τα πολλά του τυπογραφικά λάθη, καθώς και ορισμένες εκφραστικές αστοχίες, όπως η χρησιμοποίηση της λέξης «επίπτωση» (=αρνητική συνέπεια) με την έννοια της θετικής συνέπειας (σελ. 134) ή η αμιγώς νεοελληνική πρόσληψη της λέξης «μαλακία» (=μαλθακότητα, νόσος) στον Πλούταρχο (σελ. 49).

 

Πάνος Καζάκος**, «Μετά το “Μνημόνιο”. Οικονομική πολιτική στην Ελλάδα υπό διεθνή έλεγχο», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2011, σελ. 280.

Γιάννης Στρούμπας

«[…] Γεγονός είναι επίσης ότι η συζήτηση για τα φορολογικά έσοδα είχε ως επί το πλείστον βραχύχρονους ορίζοντες. Η  άμεση άντληση εσόδων έγινε υπέρτατο κριτήριο σε βάρος άλλων που, υπό ομαλές συνθήκες, θα λαμβάνονταν υπόψη. Έτσι π.χ. ψηφίστηκε ένας νόμος για τη λεγόμενη “περαίωση” φορολογικών εκκρεμοτήτων της δεκαετίας 2000-2009, δηλαδή ουσιαστικά μια γενικευμένη αμνηστία έναντι άμεσης καταβολής (προκαταβολικά και σε δόσεις) μέρους των φορολογικών οφειλών των επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών.

Η “περαίωση” είναι ένα μέτρο απελπισίας για την άντληση πόρων, που όμως επιβραβεύει τους φοροφυγάδες. Εφαρμόστηκε επανειλημμένα και στο παρελθόν από τις κυβερνήσεις, και πρέπει να θεωρηθεί σύμπτωμα της σοβαρής παθογένειας του ελεγκτικού μηχανισμού (διαφθορά), του νομικού πλαισίου που διέπει τις φορολογικές διαφορές καταλήγοντας σε χρονοβόρες διαδικασίες, και της χαλαρής φορολογικής συνείδησης. […]»


** Ο Πάνος Καζάκος (1941) σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Σήμερα διδάσκει μεθοδολογία των κοινωνικών επιστημών στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ, ΒΙΒΛΙΟ

ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ, ΒΙΒΛΙΟ:

Η παρτίδα έχει μάλλον χαθεί ενώ, όσον αφορά τη Γερμανία, έχουμε την άποψη ότι, η επιστροφή στο εθνικό της νόμισμα (μάρκο) είναι πλέον θέμα χρόνου – παρά τις αντίθετες τοποθετήσεις της ανατολικογερμανίδας καγκελαρίου

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


 

Όπως φαίνεται, ο διάβολος μάλλον κέρδισε την παρτίδα – αφού η Ευρωζώνη έχει εισέλθει σε πορεία διάλυσης, ενώ η πολιτική ηγεσία τόσο στην Ελλάδα (άρθρο μας), όσο και στην Ιταλία, έχει καταληφθεί από τις αγορές (άρθρο μας). Ειδικά όσον αφορά τη Γερμανία έχουμε την άποψη ότι, η επιστροφή στο εθνικό της νόμισμα (μάρκο) είναι πλέον θέμα χρόνου – παρά τις αντίθετες τοποθετήσεις της καγκελαρίου ή/και του υπουργού οικονομικών (προετοιμάζεται ήδη σχέδιο Β εξόδου της από το Ευρώ, όπως επίσης, σύμφωνα με γερμανικά ΜΜΕ, εναλλακτικά σχέδιο Γ – εξόδου της Ελλάδας ή άλλων ελλειμματικών χωρών).  

Ίσως λοιπόν η κυκλοφορία του τέταρτου βιβλίου μας, με τον τίτλο «Σκάκι με το Διάβολο», περί τις 300 σελίδες, από τις ONEeditions (μπορείτε να το παραγγείλετε με την αποστολή μηνύματος στο kb@kbanalysis.com, στην τιμή των 11,90 € συν τα έξοδα αποστολής – τα έσοδα του βιβλίου στηρίζουν τόσο τα άρθρα, όσο και τη σελίδα: www.casss.gr), να συμβαδίζει με το ατυχές αυτό ενδεχόμενο, το οποίο όμως δεν είναι τόσο απίστευτο, όσο φαινόταν μερικούς μήνες πριν.

Στα πλαίσια αυτά έχουμε την άποψη ότι, παρά την πίστη μας τόσο στην Ευρωπαϊκή Ιδέα, όσο και το κοινό νόμισμα, χρειαζόμαστε άμεσα ένα σχέδιο Β – χωρίς αυτό να σημαίνει πως επιθυμούμε την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί,  

“Η έξοδος από την Ευρωζώνη θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη και αρκετά οδυνηρή αλλά, εάν γίνονταν οι σωστοί χειρισμοί, η οδύνη και τα προβλήματα θα ήταν βραχυπρόθεσμα. Μία κρατικοποιημένη κεντρική τράπεζα και μία ικανή, έντιμη, φιλελεύθερη κυβέρνηση, έχοντας το δικό τους νόμισμα, θα μπορούσαν να χορηγήσουν την απόλυτα αναγκαία ρευστότητα στην εγχώρια αγορά – η οποία αυτή τη στιγμή αργοπεθαίνει, εξ αιτίας της σοβαρότατης έλλειψης πιστώσεων.

Η αυξημένη ρευστότητα, σε συνδυασμό με το φυσικό πλούτο και τις τεράστιες ικανότητες των Ελλήνων, μαζί με τα ευεργετικά αποτελέσματα της ελεγχόμενης υποτίμησης μέσω της υποκατάστασης των εισαγωγών, της μείωσης τους, καθώς επίσης της αύξησης των εξαγωγών, θα αναζωπύρωναν την οικονομία, αυξάνοντας την απασχόληση και καταπολεμώντας το στασιμοπληθωρισμό – φυσικά με την προϋπόθεση ότι, η χώρα θα παρέμενε εντός της ΕΕ, ενώ η κυβέρνηση της θα εξασφάλιζε μία λεπτή ισορροπία, ανάμεσα στην υπερβάλλουσα ρευστότητα και τη συγκράτηση του πληθωρισμού σε λογικά επίπεδα”.

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

Όπως έχουμε πολλές φορές αναφέρει, είμαστε ανεπιφύλακτα υπέρ της Ευρώπης των Πολιτών της, εναντίον της Ευρώπης των Τραπεζών, υπέρ του κοινού νομίσματος (Ευρώ) και εναντίον της επιστροφής στη δραχμή – τα αποτελέσματα της οποίας θα ήταν καταστροφικά, ενώ τα έχουμε αναλύσει σε πάρα πολλά κείμενα μας. Εν τούτοις δεν θεωρούμε ότι, η παραμονή μας στο Ευρώ πρέπει να εξασφαλιστεί με αντίτιμο την υποδούλωση της χώρας μας στις αγορές – ή/και με τη μετατροπή της σε προτεκτοράτο της Γερμανίας, μέσα από αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις, επικίνδυνους εμφυλίους πολέμους, φτώχεια, εξαθλίωση και αυξημένη εγκληματικότητα.   

Εκτός αυτού, δεν φθάνει να θέλουμε μόνο εμείς την παραμονή μας στην Ευρωζώνη, εάν οι υπόλοιποι «εταίροι» μας δεν το επιθυμούν – ενώ, έχοντας μάλλον αντίθετη άποψη, μας διασύρουν αναίσχυντα, μας προσβάλλουν, καταρρακώνουν την εθνική μας υπερηφάνεια και θέλουν να λεηλατήσουν τις κοινωφελείς επιχειρήσεις μας, ίσως για να αναγκαστούμε τελικά μόνοι μας να αποχωρήσουμε (αν και η συμφωνία του Μάαστριχτ δεν προβλέπει ούτε αποβολή, ούτε εθελούσια αποχώρηση των χωρών-μελών της Ευρωζώνης).

Περαιτέρω, είναι αδύνατον να προβάλουμε τις δικές μας απόψεις, σε σχέση με τις επώδυνες «ερήμην συμφωνίες» που μας επιβάλλουν, εάν δεν έχουμε καμία εναλλακτική δυνατότητα – η οποία να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στις δικές μας δυνάμεις. Επί πλέον, ακόμη και αν δεχθούμε ότι, οι «εταίροι» μας είναι καλοπροαίρετοι και θέλουν μόνο το καλό μας, παρά τα καταστροφικά μέτρα που μας επιβάλλουν δικτατορικά, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει κοινό μέλλον, εάν εμείς είμαστε μονόπλευρα εξαρτημένοι από αυτούς – όπως συμβαίνει σε έναν γάμο, ο οποίος είναι αδύνατον να αποβεί ευτυχισμένος, ενώ δεν έχει συνήθως διάρκεια, εάν οι σύζυγοι δεν είναι ώριμες και ανεξάρτητες μεταξύ τους, ισότιμες προσωπικότητες.

Τέλος, όταν όλες οι απόψεις συγκλίνουν στο ότι, πλησιάζει το τραγικό τέλος της Ευρωζώνης, αν και υπάρχουν πολλές λύσεις, εμείς πρέπει να λάβουμε τα μέτρα μας – παρά το ότι οφείλουμε παράλληλα να κάνουμε όλα όσα μπορούμε για να αποφευχθεί η ανεξέλεγκτη διάλυση, αφού θα γυρίσει πολλά χρόνια πίσω τόσο την Ευρώπη, όσο και ολόκληρο τον πλανήτη.   

Επομένως, είμαστε υποχρεωμένοι να επεξεργασθούμε σοβαρά ένα σχέδιο επιστροφής στο εθνικό μας νόμισμα, για όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, το συντομότερο δυνατόν – ένα «σχέδιο Β» το οποίο, παρά το ότι θα είναι αναμφίβολα επώδυνο, θα είναι εφικτό, όσον αφορά την πραγματοποίηση του, ενώ παράλληλα θα αποδιώξει τους φόβους μας, οι οποίοι μας κοστίζουν την ελευθερία, την υπερηφάνεια και την εθνική μας ανεξαρτησία.

Ας μην ξεχνάμε ότι, ο νέος πρωθυπουργός, στην πρώτη ομιλία του, αναφέρθηκε τουλάχιστον τέσσερις φορές στο «εκβιαστικό δίλημμα»: μέτρα λιτότητας και υποταγή μας στην εγκληματική συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου ή έξοδος από την Ευρωζώνη – ενώ, παρά τις αναφορές του στα πλεονεκτήματα της συμφωνίας, δεν μας εξήγησε ούτε μία φορά τα μέτρα, με τα οποία είναι συνδεδεμένη.

Δυστυχώς, κανένας πολιτικός μέχρι σήμερα δεν μας έχει αναφέρει τι ακριβώς απαιτεί από εμάς η συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου – παρά το ότι οφείλουν να είναι τουλάχιστον ειλικρινείς απέναντι μας αφού, χωρίς τους Πολίτες, δεν είναι δυνατόν να ανακάμψει ποτέ η Ελλάδα.

Πόσο μάλλον όταν, η εφαρμογή της συμφωνίας πτώχευσης της 26ης Οκτωβρίου ή οποιασδήποτε άλλης, η οποία θα στηρίζεται στη λιτότητα και στην ύφεση, δεν πρόκειται να μας βγάλει ποτέ από την κρίση – ενώ πιθανότατα θα μας κοστίσει τη λεηλασία της χώρας μας, την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας, την υποδούλωση, την εξαθλίωση και τελικά τη χρεοκοπία, στην οποία όμως θα οδηγηθούμε εξευτελισμένοι και εξαθλιωμένοι (ειδικά επειδή η εσωτερική υποτίμηση, η οποία επιχειρείται, δεν μειώνει ούτε το κόστος διαβίωσης, ούτε και τα χρέη, ενώ αυξάνει τη σχέση τους προς ένα διαρκώς μειούμενο ΑΕΠ).

Φυσικά ο χρόνος που έχουμε στη διάθεση μας μειώνεται συνεχώς – αφού τα χρέη που συνάπτονται, μετά την προσφυγή μας στο ΔΝΤ, είναι ενυπόθηκα, δεν είναι μετατρέψιμα σε δραχμές και υπάγονται στο εγκληματικό αγγλικό δίκαιο (υπολογίζονται σήμερα στα 65 δις €, από τα 370 δις € συνολικά). Παράλληλα βέβαια οφείλουμε να αναλύσουμε το θέμα του ιδιωτικού εξωτερικού χρέους, το οποίο είναι τουλάχιστον εξίσου επικίνδυνο – εάν δεν έχουν βρεθεί τρόποι διαχείρισης του, πολύ πριν εξέλθει μία χώρα από την Ευρωζώνη. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ολοκληρώνοντας, κατά την άποψη μας η Ελλάδα είναι δυνατόν να επιβιώσει ελεύθερη, εάν υποχρεωθεί να εγκαταλείψει ελεγχόμενα την Ευρωζώνη – αρκεί να μην καθυστερήσει υπερβολικά, να μην φοβηθεί τα τεράστια προβλήματα που θα αντιμετωπίσει, να το έχει προγραμματίσει με κάθε λεπτομέρεια, να διοικείται από μία έντιμη, ικανή, φιλελεύθερη και θαρραλέα κυβέρνηση, καθώς επίσης να δημιουργήσει έγκαιρα ένα σωστό επενδυτικό πλαίσιο, το οποίο θα της εξασφαλίσει την υγιή ανάπτυξη. Ο ιδιωτικός τομέας της χώρας μας, λιγότερο χρεωμένος από όλες τις υπόλοιπες ανεπτυγμένες οικονομίες, μπορεί να συνάψει δάνεια και να επενδύσει – αυξάνοντας τόσο το ΑΕΠ, όσο και τα έσοδα του δημοσίου, καθώς επίσης δημιουργώντας πρωτογενή πλεονάσματα.

Στα πλαίσια αυτά, η στάση (αναβολή) πληρωμών θα ήταν ίσως η καλύτερη λύση, έτσι ώστε η Ελλάδα να πάψει να δανείζεται σε μη μετατρέψιμα σε δραχμές Ευρώ και με στόχο την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής όλων των δανείων της – χωρίς καμία διαγραφή, με επιτόκια που όμως δεν θα ξεπερνούν το εκάστοτε βασικό της ΕΚΤ (1,25% σήμερα).

Φυσικά, η έξοδος της χώρας μας από την Ευρωζώνη (σχέδιο Β) όφειλε να επιτευχθεί, χωρίς τη σύγκρουση με τους υπόλοιπους «εταίρους» μας – επιτρέποντας τους να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν μία πιο συνεκτική, βιώσιμη Ευρωζώνη, έτσι όπως φαίνεται σήμερα ότι οι ίδιοι επιθυμούν και ευχόμενοι τους καλή επιτυχία.  

 

ΥΓ: Υπενθυμίζουμε ξανά ότι, κυκλοφορεί σύντομα το τέταρτο βιβλίο μας με τον τίτλο «Σκάκι με το Διάβολο», περί τις 300 σελίδες, από τις ONEeditions.

Μπορείτε να το παραγγείλετε με την αποστολή μηνύματος στο kb@kbanalysis.com στην τιμή των 11,90 € συν τα έξοδα αποστολής – τα έσοδα του βιβλίου στηρίζουν τόσο τα άρθρα, όσο και τη σελίδα: www.casss.gr

Κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο «Υπέρβαση εξουσίας» (τιμή 25,00 € συν έξοδα αποστολής – 400 σελίδες), στο οποίο αποκαλύπτονται οι σκοτεινοί μέθοδοι της Γερμανικής Οικονομικής Αστυνομίας, οι οποίοι φαίνεται ότι δυστυχώς εφαρμόζονται σήμερα και στην Ελλάδα (συλλήψεις κάθε Τρίτη κλπ.).     

 

* Βασίλης Βιλιάρδος  (copyright), Αθήνα, 15. Νοεμβρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com.

 

Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Σύντομα κυκλοφορεί το τέταρτο βιβλίο του, με τον τίτλο «Σκάκι με το Διάβολο» (προπαραγγελίες στο mail:  kb@kbanalysis.com).