Αρχείο κατηγορίας Βιβλία που αγγίζουν

Βιβλία και Περιοδικά που αγγίζουν

Στην αυλή ενός Αγίου… (Νεκταρίου)

Στην αυλή ενός Αγίου…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή

 

Η συγγραφέας Σοφία Ξένη μου έστειλε ένα πανέμορφο βιβλίο, που έχει τον ίδιο τίτλο με το άρθρο αυτό. Δηλαδή, «στην αυλή ενός αγίου». Και αναφέρεται στον Άγιο Νεκτάριο. Όπου η συγγραφέας αναλύει ενδοσκοπικά διάφορες περιπτώσεις προσκυνητών. Των οποίων τα ενδιαφέροντα πορτραίτα κινούνται ανάμεσα στην ετεροπαρατηρησία, αλλά και την αυτοπαρατηρησία.

Που, σε μένα, τουλάχιστο, θύμισαν τις «Εξομολογήσεις» του Αγίου Αυγουστίνου. Αλλά και παράλληλα μου θύμισαν περιστατικά, που έχω ζήσει κι ο ίδιος στο χώρο αυτό. Σε κάποια απ' αυτά θα ήθελα στη συνέχεια να αναφερθώ:

1ο περιστατικό:

Ήταν ένα πανέμορφο δειλινό. Και είχαμε πάει, μια παρέα προσκυνητές, στον Άγιο. Οι λόφοι γύρω από το μοναστήρι, καθώς φωτίζονταν απ' τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, έμοιαζαν με πέταλα ανεμώνης. Κάποιος απ 'την παρέα έβαλε το αυτί του στον τάφο. Και κάλεσε κι εμένα ν' ακούσω το χτύπο, που ακούγεται από μέσα. Του είπα ότι εκείνη τη στιγμή άκουγα τα πουλάκια που τιτίβιζαν πάνω στο πεύκο. Μια γυναίκα διαμαρτυρήθηκε και είπε:

Έχουν δίκιο αυτοί, που λένε ότι οι παπάδες χάλασαν τη θρησκεία!

Δεν της αποκρίθηκα. Γιατί θα ήταν δύσκολο να της δώσω να καταλάβει ότι το θαύμα βρίσκεται παντού. Κι, όπως θα 'λεγε κι ο ποιητής «σε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει». Και ότι, σε τελική ανάλυση, κολυμπάμε μέσα στο θαύμα, όπως τα ψάρια μέσα στο νερό…

2ο περιστατικό:

Με είχε καλέσει ο πρώην Μητροπολίτης της Αίγινας μακαριστός Ιερόθεος στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Τον βρήκα να συντρώγει με φίλους του. Μεταξύ των οποίων και ο συχωρεμένος συγγραφέας Σώτος Χονδρόπουλος. Μου ανέθεσε το πανηγύρι της Μεταμόρφωσης στη Σουβάλα της Αίγινας. Και, καθώς έφευγα, με ρώτησε πώς πάει η ενορία.

– Φκιάσαμε, του είπα, τον πρόναο του ενοριακού ναού…. Έγινε θηρίο!

– Πού το βρήκες γραμμένο, μου είπε, ότι έπρεπε να φκιάσετε τον πρόναο, αφού δεν τον προβλέπει το σχέδιο!

– Έτσι μου είπαν οι επίτροποι, τόλμησα να ψελλίσω…

 – Και δεν ντρέπεσαι, μορφωμένος άνθρωπος, να σε κοροϊδεύουν οι χωριάτες!… Είπε και άλλα χλευαστικά και προσβλητικά σε βάρος μου…. Όλη τη μέρα δεν μπόρεσα να φάω και να πιω νερό απ' τη στενοχώρια μου. Και περασμένα μεσάνυχτα δεν μ' έπαιρνε ο ύπνος.

Διαρκώς έλεγα και ξανάλεγα: «Δεν ήταν σωστό, Άγιε Νεκτάριε, να μου συμβεί αυτή η προσβολή στο δικό σου το σπίτι. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν εσύ – όσο ελάχιστοι – έχεις υποστεί διωγμούς και εξευτελισμούς απ' τη δεσποτική ασυδοσία»..

Και, να, που σε κάποια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα: «Πάρε και γράψε»! Και πήρα κι έγραψα μια επιστολή, που δημοσιεύτηκε στη «Χριστιανική». Όπου μεταξύ άλλων – αν καλά θυμάμαι – έγραφα:

"Υπάρχουν δεσποτάδες που είναι νηστευτές και εγκρατείς. Που όμως έχουν περιορίσει την ηθική τους στην γαστέρα και το υπογάστριο. Γιατί, ενώ τις σαρακοστές νηστεύουν τα συκωτάκια, τρώνε ολοχρονίς τις καρδιές των παπάδων. Και αυτό, βέβαια, οπουδήποτε κι αν συνέβαινε, θα ήταν πολύ άσχημο. Όταν όμως συμβαίνει στο χώρο, που ο Άγιος Νεκτάριος άφθονη γεύτηκε την πίκρα απ' τους διωγμούς εκ μέρους της δεσποτοκρατίας, είναι εξωφρενικό και ακατανόητο"!…

Ο Δεσπότης πήρε το μήνυμα. Κάποιος άλλος στη θέση του μικρόνους και μικρόψυχος, με αγιάτρευτη εμπάθεια και αβυθομέτρητη βλακεία, θα εξαπέλυε αδυσώπητο διωγμό εναντίον μου. Όμως…

Ο μακαριστός Δεσπότης της Αίγινας δεν ανήκε στην κάστα των εστεμμένων-ή μη- απάνθρωπων και ανόητων. Ήταν έξυπνος άνθρωπος και κατάλαβε το λάθος του. Και, όχι μόνο ζήτησε συγνώμη για τη συμπεριφορά του, αλλά έκαμε και στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών.

Οι παπάδες, που δεν ήξεραν το περιστατικό, συνέκριναν την προηγούμενη με τη μετέπειτα συμπεριφορά του και έτριβαν τα μάτια τους. «Τι συνέβη, έλεγαν και ξανάλεγαν, και άλλαξε τόσο πολύ ο Μητροπολίτης! Και η αλλαγή αυτή δεν ήταν μια περιστασιακή και προσωρινή παρένθεση. Αλλά τον συνόδεψε, όπως φαίνεται, σε όλη τη μετέπειτα αρχιερατική του πολιτεία. Και αυτό ήταν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένα ακόμη, ανάμεσα στα πολλά, θαύματα του Αγίου…

3ο περιστατικό:

Είχα μετατεθεί απ' την Αίγινα στην Αθήνα ως καθηγητής, αλλά υπηρετούσα ακόμη την ενορία μου στην Αίγινα. Μια και οι δεσποτάδες του λεκανοπεδίου της Αττικής δεν δέχονταν με κανένα τρόπο στη μητρόπολή τους έναν «αντάρτη» παπά. Επισκέφτηκα, στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, τον μακαριστό Μητροπολίτη της Αίγινας για κάποιο υπηρεσιακό θέμα:

– Θα σου βρω εγώ ενορία στην Αττική, μου είπε. Αρκεί να μου υποσχεθείς ότι θα κάνεις τυφλή υπακοή στο Δεσπότη.

-Εσείς, του είπα, έναντι ποίου τιμήματος θα θυσιάζατε την ελευθερία σας;

-Έναντι κανενός, μου αποκρίθηκε.

-Το ίδιο κι εγώ! Του είπα.

Και, αφού με κοίταξε καλά-καλά με τα πανέξυπνα του μάτια, μου είπε:  «Θα έλεγα πως έχεις μέσα σου το διάβολο, αν δεν φοβόμουνα πως έχεις το Θεό»!  Πάντως το βιβλίο της Σοφίας Ξένης έχει μέσα του σίγουρα το Θεό και τον Άγιο Νεκτάριο. Και το συνιστώ, με όλη μου την καρδιά, σε όσους αγαπούν το καλό βιβλίο…


παπα-Ηλίας, Νοεμβρίου 8, 2012, http://papailiasyfantis.wordpress.com

Μ. Ουζούνη: Αγία Πετρούπολη – Kάτω Πατήσια

Αγία Πετρούπολη – Κάτω Πατήσια, της Μ. Ουζούνη

 

Της  Μαριάννας Τζιαντζή

 

Το Αγία Πετρούπολη – Κάτω Πατήσια είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Μαρίας Ουζούνη και επίσης είναι ο πρώτος τίτλος στη σειρά «Λογοτεχνία στην Ελλάδα» των Εκδόσεων των Συναδέλφων, ένα αντοδιαχειριζόμενο συνεταιριστικό εκδοτικό εγχείρημα που αξίζει να το προσέξουμε και να το ενισχύσουμε.

Εδώ ξεδιπλώνονται αρκετές ιστορίες μες στη διπλή ιστορία, δηλαδή την ιστορία με μικρό «ι» (το «στόρι»), αλλά και τη μεγάλη Ιστορία (επανάσταση του 1905 στη Ρωσία, παραμονές του Α' Παγκόσμιου Πολέμου). Πρωταγωνιστές είναι πρόσωπα, τόποι και πράγματα. Στα πρόσωπα συγκαταλέγονται Ρώσοι αριστοκράτες και πληβείοι, νόμιμα και νόθα τέκνα, Έλληνες της διασποράς αλλά και ξένοι μετανάστες στη σύγχρονη Ελλάδα. Ανάμεσα στα «πράγματα» κυριαρχεί ένα πιάνο του 19ου αιώνα, μοναδικό έργο τέχνης και μαστοριάς, συναντάμε όμως και μια χειροποίητη κασετίνα, καθώς και μια παλιά οικογενειακή φωτογραφία.

Πρόσωπα, πράγματα, τόποι και διαδρομές. Μόσχα, Κριμαία, Οδησσός, Μενίδι, Πατήσια, Κηφισιά, Βούλα. Μέγαρα και υπόγεια. Τροχιές που διασταυρώνονται, ιστορίες που εξελίσσονται με όρους που δεν είχαν προβλεφθεί ή σχεδιαστεί από τα υποκείμενα. Η πλοκή, παρά τη φαινομενική πληθωρικότητά της, είναι το πιο δυνατό στοιχείο αυτού του μυθιστορήματος. Μια πλοκή που κρατά τον αναγνώστη σε εγρήγορση (χωρίς να παίζει δημαγωγικά και συναισθηματικά με τα νεύρα του) και ταυτόχρονα, δεν φαίνεται επινοημένη, τραβηγμένη από τα μαλλιά, παρά τα όσα ασυνήθιστα συμβαίνουν, παρά το παχνίδι των συμπτώσεων. Το Αγία Πετρούπολη – Κάτω Πατήσια θα μπορούσε να γίνει σενάριο για ταινία ή για τηλεοπτική σειρά με λίγα επεισόδια αλλά με πολύ ισχυρή απήχηση.

Πιστεύω ότι αρκετοί καλοί Έλληνες σκηνοθέτες θα υπέγραφαν με περηφάνια τη μεταφορά του στην οθόνη. Η μουσική, η επανάσταση, η γυναικεία χειραφέτηση, η μετανάστευση, τα χαμένα αλλά και τα ξανά κερδισμένα όνειρα, η φιλία είναι μερικά από τα θέματα του βιβλίου, το οποίο είναι γραμμένο «και» με γεωγραφική και ιστορική ευαισθησία (και όχι απλώς με «γυναικεία»). Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η ημερομηνία ολοκλήρωσης του, όπως αναγράφεται στο τέλος, είναι ο Δεκέμβρης του 2006: Μα είναι δυνατόν ένα τόσο καλό μυθιστόρημα να έμεινε σχεδόν έξι χρόνια στο συρτάρι;

Ενδεχομένως ο αναγνώστης να εντοπίσει ορισμένες αδυναμίες, όμως συνολικά το βιβλίο αυτό σε γοητεύει και σε κερδίζει.

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ, 22.7.2012. Το είδα: Tue, 2012-09-04, http://aristeroblog.gr/node/994

Συλλογική «ανάβασις» – «Ο κ. Γιάννης»,

Συλλογική «ανάβασις»[i]

Μαρίας Νικολάου, «Ο κύριος Γιάννης»,

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Καβάλα στη μηχανή του ο κύριος Γιάννης διασχίζει ρεματιές με πλατάνια ανιχνεύοντας το τοπίο και τους ανθρώπους του, για να αναλάβει τα καθήκοντά του ως δάσκαλος σε απροσδιόριστο πομακοχώρι του νομού Ξάνθης, στην οροσειρά της Ροδόπης. Ο δάσκαλος είναι αποφασισμένος να εγκατασταθεί στο χωριό αντί να πηγαινοέρχεται εκεί διαμένοντας στο αστικό κέντρο, και να μοιραστεί τις γνώσεις και το είναι του με τους μαθητές του και την τοπική κοινωνία.


[i] α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 348-349, 16/8/2012.

Χωρίς ηλεκτρικό και δίκτυο ύδρευσης, με την άσφαλτο να σταματά στο προηγούμενο χωριό, με μαθητές που δεν έχουν απομακρυνθεί ποτέ από το χωριό τους, που δεν έχουν γνωρίσει καν τη θάλασσα ούτε άλλα βασικά στοιχεία του σύγχρονου πολιτισμού, υπό αντίξοες συνθήκες, ο δάσκαλος, στο πεζογράφημα «Ο κύριος Γιάννης» της Μαρίας Νικολάου, επιχειρεί να διαπλατύνει τους ορίζοντες της τοπικής κοινωνίας, διευρύνοντας ταυτόχρονα και τους δικούς του, σε μια διαδικασία αμφίδρομου δοσίματος.

Ο χαρισματικός δάσκαλος κερδίζει την κοινωνία του χωριού ήδη με την απόφασή του να εγκατασταθεί σ' αυτό, κερδίζει όμως και την προσοχή των μαθητών του χάρη στην ικανότητά του να παρέχει γνώσεις αφορμώμενος πάντοτε από εμπειρικά δεδομένα, οφειλόμενα σε οπτικά ή ακουστικά ερεθίσματα. Η επίδειξη μιας πατάτας στους μαθητές δίνει το έναυσμα για την εξιστόρηση του τρόπου με τον οποίο διαδόθηκε η καλλιέργεια της πατάτας στην Ελλάδα επί Καποδίστρια, ενώ η ιστορική προσέγγιση παραχωρεί κατόπιν τη θέση της σε μια μαγειρική συνταγή, που επιστρατεύεται για τη διαρκή κινητοποίηση του μαθητικού ενδιαφέροντος. Μια συνταγή για ποπκόρν επισφραγίζει το μάθημα για τους εξερευνητές και τα καλλιεργήσιμα είδη που εκείνοι έφεραν πίσω στον «παλιό κόσμο» επιστρέφοντας από τις εξερευνήσεις τους. Το νόημα του τουρισμού διδάσκεται μέσω του αντίστοιχου βιώματος κατά τη σχολική εκδρομή στη Θάσο. Το «μαθαίνεις παίζοντας» εκφράζει τη μαθησιακή λογική του δασκάλου, όπως αυτή ενσαρκώνεται σε πρακτική τακτική.

Η εξάχρονη Μελέκ, κεντρική ηρωίδα του αφηγήματος πλάι στον κύριο Γιάννη, είναι ο φορέας που διαδίδει τις κινήσεις και τις μεθόδους του δασκάλου μέσα από τη μεταφορά τους στον παππού και τη γιαγιά της, και κατ' επέκταση στο τοπικό περιβάλλον και τους ίδιους τους αναγνώστες του πεζογραφήματος. Με θαυμασμό και αγάπη για τον δάσκαλό της που τη φέρνει σε επαφή με τόσες νέες πληροφορίες η Μελέκ αφηγείται στους δικούς της όσα πρωτάκουστα για την ίδια και θαυμαστά μαθαίνει, και μάλιστα με την ίδια βιωματική τεχνική που αξιοποιεί κι ο δάσκαλος. Με αφορμή το πλέξιμο των μαλλιών της σε κοτσίδες από τη γιαγιά της, η Μελέκ μεταφέρει στη γιαγιά της τη σχολική γνώση για τον αριθμό των τριχών που φυτρώνουν στο κεφάλι των ανθρώπων. Η τεχνική των βιωματικών αφορμήσεων του δασκάλου και της Μελέκ αποδεικνύεται και συγγραφική τεχνική της Νικολάου, επιτρέποντας την αβίαστη κατάθεση των πληροφοριών.

Οι ενθουσιώδεις εξιστορήσεις της Μελέκ σχετικά με τις παραδόσεις του κυρίου Γιάννη θα οδηγήσουν τον Φατίχ, παλιό τελειόφοιτο του δημοτικού, να ζητήσει την επανεγγραφή του στο σχολείο, αυξάνοντας τους μαθητές του σε δεκαπέντε. Δεν ελκύει όμως τους μαθητές μόνο η διδακτική αποτελεσματικότητα του κυρίου Γιάννη. Πολύ περισσότερο από απλός δάσκαλος, ο κύριος Γιάννης συμπεριφέρεται σαν πατέρας: ανάβει από νωρίς τη σόμπα στο σχολείο για να μην κρυώνουν οι μαθητές του· στεγνώνει τη βρεγμένη κάλτσα του Εβρέν, ο οποίος βρέθηκε μες στο ποτάμι· μοιράζει τα μαθήματα της επόμενης μέρας στα σπίτια των παιδιών, όταν ο χιονιάς δεν επιτρέπει την προσέλευσή τους στο σχολείο· φιλοξενεί για πέντε ημέρες στο δικό του σπίτι τον άρρωστο Φατίχ, ώσπου το παιδί να γίνει καλά· παρηγορεί τον Αϊντίν, που δεν γνώρισε ποτέ μητέρα, προσφέροντας μια καινούρια οπτική αντιμετώπισης του θανάτου: «Οι άνθρωποι, όταν φεύγουν από τη ζωή, ζουν στις καρδιές και στη μνήμη μας.»

Η σοφία όμως του κυρίου Γιάννη δεν έχει «μονοπωλιακό» χαρακτήρα· συντροφεύεται από τη λαϊκή σοφία των ντόπιων. «Οι άνθρωποι είναι άρπαγες» αποκαλύπτει ο παππούς στη Μελέκ. Επίσης της διδάσκει πως ο άνθρωπος δεν κρίνεται από τα υπάρχοντά του αλλά από το πόσο καλή παρέα κάνει, για να συμπληρώσει κι η γιαγιά πως ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου είναι σαν την ουρά ενός ζώου, που το ακολουθεί διαρκώς. Με τις συγκεκριμένες αναφορές η Νικολάου δεν προσθέτει απλώς νέο υλικό που εμπλουτίζει την ιστορία της· πρωτίστως σμιλεύει τις χαρακτηρολογικές πτυχές των ηρώων της, τονίζοντας το ήθος τους, το πνευματικό τους βάθος, που φανερώνεται αξιόλογο, έστω κι αν οφείλεται σε βιώματα κι όχι σε ανώτερες σπουδές. Τοποθετώντας τους απλούς ανθρώπους ισότιμα πλάι στον «πεπαιδευμένο» δάσκαλο προστατεύει και τον κεντρικό ήρωά της από τον κίνδυνο να αναχθεί σε πρόσωπο απόμακρο, υπεροπτικό απέναντι στους χωρικούς.

Μπορεί λοιπόν το χωριό της Μελέκ να 'ναι αποκομμένο από τον «πολιτισμό», προσφέρει ωστόσο σαν αντιστάθμισμα τον δικό του πολιτισμό, την αυθεντικότητα, την αγνότητα, τα αρώματα και τις γεύσεις του. Το ψωμί της γιαγιάς δεν το συναγωνίζεται κανένας φούρνος της πόλης. Κι αν ο ορεινός τούτος τόπος υστερεί στην πρόσβαση σε τεχνολογικά επιτεύγματα, έχει να επιδείξει το λαογραφικό του υλικό από συνταγές μαγειρικής, παραδοσιακές φορεσιές, πολύτιμες λαϊκές αντιλήψεις που ριζώνουν στα βάθη των αιώνων, μάλιστα και σε αρχαιοελληνικές φιλοσοφικές θεωρίες. Εκεί εντοπίζεται κι η αντίληψη της γιαγιάς ότι ο ύπνος είναι ο δίδυμος αδελφός του θανάτου.

Ο αποκομμένος τόπος συναντά τον πολιτισμό χάρη στον κύριο Γιάννη. Ο δάσκαλος μεριμνά για την οργάνωση σχολικής βιβλιοθήκης, φέρνει τους μαθητές του σε γνωριμία με τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και, μέσω αυτού και για όσο χρόνο το επιτρέπει η μπαταρία του, με τον κινηματογράφο, τα κινούμενα σχέδια, τα κλασικά έργα της παιδικής λογοτεχνίας, δίνοντας μάλιστα την ευκαιρία στη Μελέκ να παραλληλίσει τον εαυτό της -σ' έναν ευφάνταστο, επιτυχημένο παραλληλισμό-  με μια άλλη, διάσημη μικρούλα των βουνών, τη Χάιντι. Ακόμη και παράσταση κουκλοθέατρου προσφέρει ο δάσκαλος μέσω προσκεκλημένων καλλιτεχνών στους μαθητές. Ο ίδιος τόπος ωστόσο συναντά δυστυχώς και τις ρυπογόνες συνήθειες του σύγχρονου τρόπου ζωής. Η προστασία της φύσης προτείνεται στην ανάληψη πρωτοβουλίας για τον καθαρισμό από τους μαθητές της κοίτης του τοπικού ποταμού. Το αφήγημα της Νικολάου αποκτά διαστάσεις οικολογικού παραμυθιού χάρη στην ευαισθησία που καλλιεργεί απέναντι στις ανθρώπινες καταχρήσεις, όπως στην περίπτωση της ρίγανης που συλλέγεται απρόσεκτα με ξερίζωμα, με αποτέλεσμα τη σταδιακή της εξαφάνιση. Η εκ νέου ρύπανση του ποταμού από τους ενήλικες συνιστά πηγή προβληματισμού, ενώ παράλληλα αποτρέπει τις ωραιοποιήσεις που απέχουν από την πραγματικότητα.

Η Νικολάου δεν επιδιώκει σε καμία περίπτωση να εξωραΐσει καταστάσεις. Με επίγνωση των δύσκολων συνθηκών και των χρόνιων προβλημάτων θίγει τα κακώς κείμενα, αγγίζοντας ακόμη και τις πολιτικές τους ρίζες. Η χρόνια απομόνωση του τόπου από την ελληνική πολιτεία με τη μπάρα στον επαρχιακό δρόμο θίγεται από τον παππού της Μελέκ και γίνεται κατανοητή από τον δάσκαλο. Οι αντιλήψεις του παππού για τον ρόλο της γυναίκας αμφισβητούνται από τη μικρή Μελέκ, όταν το κορίτσι εμπράκτως του αποδεικνύει τις ικανότητες του θηλυκού φύλου κάνοντας αριθμητικούς υπολογισμούς ταχύτερα από εκείνον. Ωστόσο, ζητούμενο για τη Νικολάου δεν είναι η ωμή καταγγελία. Αντικρίζοντας τις υποθέσεις μέσα από τα μάτια ενός εξάχρονου κοριτσιού, προτείνει την όποια αμφισβήτηση των δύσκαμπτων, πεπαλαιωμένων απόψεων με κομψότητα. Η επιχειρούμενη επανάσταση της γνώσης, επανατοποθετώντας τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις, είναι βελούδινη, όχι συγκρουσιακή, ταιριάζοντας με την τρυφερότητα της μικρής ηρωίδας. Έτσι αποκτά και προοπτικές μακροπρόθεσμης αποτελεσματικότητας, εφόσον, στηριζόμενη στην πειθώ κι όχι στη μετωπική απόρριψη, χαρίζει ελπίδες για ένα δικαιότερο αύριο.

Η τρυφερότητα της Μελέκ, που αμφισβητεί κομψά το αλάθητο της ανδροκρατούμενης κοινωνίας, ασκεί εξίσου αποτελεσματικά και κοινωνική κριτική. Μετά από την πρόσκληση των μαθητών από σχολείο της πόλης και την επίσκεψή τους εκεί, η Αγγελική, μαθήτρια του άλλου σχολείου, σχολιάζει θεωρητικολογώντας ότι «κάθε παιδί έχει δικαίωμα να πηγαίνει στο σχολείο». Η πολιτικώς ορθή άποψη κλονίζεται από το εκπληκτικό ενδόμυχο σχόλιο της Μελέκ πως η γιαγιά της και η θεία της ποτέ δεν βίωσαν το προνόμιο αυτό. Ούτε στη συγκεκριμένη περίπτωση επέρχεται κάποια εμφανής σύγκρουση· όμως η πλάνη προσδιορίζεται, έστω κι απαλά, χωρίς οξύτητες και καταγγελτικό λόγο, μέσα από την αλήθεια των παιδικών ματιών που τρέφονται από τα αντίθετα της εύσχημης θεωρίας βιώματα.

Η σκληρή πραγματικότητα λοιπόν δεν αγνοείται από τη Νικολάου, ούτε όμως υπερτονίζεται, καθώς η τρυφερότητα της Μελέκ είναι αντίστοιχη της συγγραφικής θέασης. Η Νικολάου συνθέτει το πεζογράφημά της με εμφανή στόχο να χτίσει γέφυρες ανάμεσα στους αποκομμένους μεταξύ τους κόσμους του δυτικοθρακιώτικου τοπίου, κι όχι να τις γκρεμίσει αναδεικνύοντας ανυπέρβλητες διαφορές. Γι' αυτό ο κυρίαρχος τόνος είναι μειλίχιος, προσιδιάζοντας στη γλυκύτητα των τρυφερών του πρωταγωνιστών της σχολικής ηλικίας. Κι αν η παιδική σκέψη κάποτε φανερώνεται αφελής, σκορπώντας απλόχερα το χαμόγελο, όπως στη διαπίστωση της Μελέκ πως ο Θεός θα έπρεπε να συμβουλεύεται τουλάχιστον για τη διοργάνωση των εκδρομών τον ικανότατο κύριο Γιάννη, είναι γιατί η αφέλειά της πηγάζει εντέλει από την ίδια γόνιμη παιδική αγνότητα.

Η λήξη της σχολικής χρονιάς βρίσκει τον δάσκαλο, σε κλίμα συγκίνησης, να καβαλά ξανά τη μηχανή του, σε σχήμα κύκλου, κι έχοντας ολοκληρώσει τον δικό του κύκλο στον τόπο όπου κλήθηκε να διδάξει. Σαν μοναχικός καβαλάρης ή σύγχρονος ιππότης αποχωρεί από το χωριό, έχοντας προσφέρει στους μαθητές και τους ντόπιους κομμάτι της ψυχής του. Για τους κατοίκους του χωριού, που μένουν πίσω, μοίρα τους είναι ο διαρκώς δύσβατος δρόμος τους: «Φατίχ ανάβασις», συλλογίζεται η Μελέκ, φέρνοντας στο μυαλό της το όνομα που είχε δώσει ο κύριος Γιάννης στο δρόμο με κατεύθυνση το βουνό και το μαντρί του Φατίχ. Ο εύγλωττος συμβολισμός δηλώνει για μία ακόμη φορά πως δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις· η ανάβαση, ωστόσο, προϊόν της διάθεσης για αγώνα κι εγκατάλειψης κάθε πρόθεσης για παραίτηση, που πραγματοποιείται συλλογικά, με την προτροπή του δασκάλου και την αποδοχή της από την τοπική κοινωνία, προσφέρει πάντοτε πολύτιμες αφορμές αυτογνωσίας και προόδου.

 

Μαρία Νικολάου, «Ο κύριος Γιάννης», εκδ. Γραφίς, Αλεξανδρούπολη 2011, σελ. 104.

 

«Για τον παππού, παρά τα προβλήματα, ο τόπος του δεν είναι απλά "ένας τόπος", αλλά ένα φίδι που σέρνεται, ένα βατράχι που στέκει ξαφνιασμένο στην όχθη του ποταμού, μια φωλιά με τα μικρά πουλιά πάνω να περιμένουν την επιστροφή των γονιών τους, το δάκρυ από ρετσίνι που τρέχει στον κορμό του δέντρου, ακόμη-ακόμη και η πάχνη που λάμπει επάνω στα φυτά. Ήταν ένας τόπος, όπως έλεγε, κομμάτι μιας δημοκρατικής χώρας, της χώρας του, που δεν μπορούσε να καταλάβει πώς επί χρόνια ακολουθούσε τόσο λανθασμένες πολιτικές. "Κοίτα τα πουλιά, δάσκαλε. Πετούν από δέντρο σε δέντρο ανεμπόδιστα, κι όμως για εμάς τους ανθρώπους εδώ πάνω ο περιορισμός της ελευθερίας κίνησης για στρατιωτικούς δήθεν λόγους ήταν κανόνας. Κοίτα τα πουλιά, δάσκαλε. Ξέρεις τι είναι ο άνθρωπος να ζηλεύει τα πουλιά και να ζει σε έναν τόπο που λατρεύει;"»

 

«Η ζωή για τη γιαγιά Μελέκ ποτέ δεν ήταν επισφαλής, ακόμη και όταν ζούσε στα όρια της φτώχειας, κι αυτό γιατί ήταν σίγουρη ότι ο πρώτος που θα τη στήριζε ήταν ο Θεός. Γι' αυτό πάντοτε έλεγε: "Φρόντιζε να τον κουβαλάς μέσα σου, Μελέκ". Σε αντίθεση δηλαδή με τον παππού, που έλεγε πάντα ότι ο άνθρωπος σώθηκε, όσες φορές σώθηκε, και καταστράφηκε, όσες φορές καταστράφηκε, μόνος του. Εγώ πάλι από εκείνη τη μέρα της εκδρομής και για πολύ καιρό μετά φρόντιζα να παρακαλώ κρυφά τον Θεό να διοργανώνει πάντα τόσο πετυχημένες μέρες, όσο εκείνη της εκδρομής στη Θάσο. Η γιαγιά είχε περάσει τόσα πολλά βάσανα στη ζωή της, που δεν χρειαζόταν τα βάσανα των άλλων για να νιώσει ευγνωμοσύνη. Την ένιωθε και ευχαριστούσε τον Θεό από μόνη της, ακόμη και για τα πολύ απλά. Ο παππούς και στα πολύ απλά ακόμη έβλεπε να μην υπάρχει παρά μόνο ο αγώνας. Πάντως καλά θα έκανε ο Θεός στις εκδρομές τουλάχιστον να άκουγε τη συμβουλή μου και να ζητούσε τη βοήθεια του κυρίου Γιάννη, γιατί ήξερε να τις διοργανώνει άψογα.»

 

Σπονδυλωτή κινηματογραφική λογοτεχνία

Σπονδυλωτή κινηματογραφική λογοτεχνία*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Άνθρωποι με σάρκα και οστά. Άνθρωποι γήινοι, με ρίζες στην πραγματικότητα κι αναφορές στον ρεαλισμό. Συνάμα όμως κι άνθρωποι παράδοξοι, υπερβατικοί, που παγιδεύονται σε σουρεαλιστικές καταστάσεις. «Άνθρωποι από λέξεις» είναι οι ήρωες του Γιάννη Ευσταθιάδη στο ομότιτλο βιβλίο του, όπου συγκεντρώνονται τρία μακροσκελή διηγήματά του. Τα διηγήματα προσδιορίζονται στον υπότιτλο του έργου ως «μεγάλου μήκους». Ο προσδιορισμός σχετίζεται τόσο με την έκτασή τους όσο και με τη δόμησή τους κατά τρόπο κινηματογραφικό.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ, φύλλου 346, 1/7/2012.

Οι τρεις ιστορίες του Ευσταθιάδη, που θα μπορούσαν να συγκροτούν ενότητες μιας σπονδυλωτής κινηματογραφικής ταινίας, τιτλοφορούνται, με τη σειρά της εμφάνισής τους, «Ο Έψιλον έρως», «Η σαρδέλα θα κολυμπήσει στην κονσέρβα» και «Δον Ιωάννης. Dramma giocoso». Στο πρώτο διήγημα ο ήρωας διεκδικεί τον έρωτα στο πρόσωπο μιας γυναικείας φιγούρας ιδεατής ως προς τις προσωπικές του απαιτήσεις, ώστε αυτή καταντά ένα ερωτικό ανεκπλήρωτο. Στο δεύτερο διήγημα ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας υλοποιεί την πρωτοποριακή του ιδέα να προσφέρει στο καταναλωτικό κοινό σαρδέλες που σπαρταρούν ολοζώντανες μέσα στην κονσέρβα τους, ώσπου καταλήγει κι ο ίδιος κατά τρόπο μαγικό μέσα σε μια απ' τις κονσέρβες του. Στο τρίτο και τελευταίο διήγημα το περιβάλλον ενός διεθνούς φήμης σκηνοθέτη όπερας ανασυνθέτει την προσωπικότητα του καλλιτέχνη, αναλύοντας τον βίο και την πολιτεία του έπειτα από τον αδόκητο χαμό του σε τροχαίο δυστύχημα.

Οι ήρωες του Ευσταθιάδη πολιτογραφούνται ήδη από τον τίτλο της συλλογής διηγημάτων του ως οντότητες πλαστές, πλασμένες από λέξεις εντός μιας φανταστικής συγγραφικής σύνθεσης. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν επιχειρεί απλώς να ερμηνεύσει την επιλογή του συγγραφέα να κινηθεί, ιδίως στο δεύτερο διήγημα, σε επίπεδο σουρεαλιστικό – άλλωστε το εγχείρημα έχει πρωτίστως αισθητική στόχευση και η όποια του εκλογίκευση θα 'ταν ανούσια· η τοποθέτηση τούτη επιχειρεί κυρίως να προϊδεάσει για την πρόθεση του Ευσταθιάδη να συμπλέξει τον κόσμο του συγγραφέα και των αναγνωστών του με τον κόσμο των λογοτεχνικών ηρώων. Η συμπλοκή των δύο κόσμων αφενός δημιουργεί υπόνοιες για την πιθανότητα να καταστούν ρεαλιστικές οι παραδοξότητες· αφετέρου όμως λειτουργεί κυρίως αντίστροφα, εφόσον οι καταστάσεις οι θεωρούμενες ως ρεαλιστικές αμφισβητούνται διαλεγόμενες με τη μυθοπλασία και συνυπάρχοντας με τα πλάσματα της συγγραφικής φαντασίας. Στο πλαίσιο αυτό η υπόσταση του συγγραφέα και των αναγνωστών του τίθεται υπό διαπραγμάτευση και δυναμιτίζεται, καθώς «άνθρωποι από λέξεις» θα μπορούσαν να 'ναι οι ίδιοι, σε μια τεχνική που 'χει καλλιεργηθεί τόσο στην ξένη τέχνη όσο και στην ελληνική, με χαρακτηριστικότερο και συνεπέστερο Έλληνα λογοτεχνικό της φορέα τον Παύλο Μάτεσι.

Η σχετική πρόθεση του Ευσταθιάδη κατατίθεται εξαρχής, όταν ήδη στο πρώτο διήγημα ο αφηγητής σχολιάζει εύγλωττα: «Αγνοώ αν η ηρωίδα στην οποία θα αναφερθώ υπάρχει […] ή αν προσπαθώ να την επινοήσω μόλις τώρα […]» Αργότερα ο αφηγητής, αναφερόμενος στους αναγνώστες, σχολιάζει πως η ηρωίδα του, απορρίπτοντάς τον, μοιάζει να αποχωρεί από το κείμενο και να μετοικεί αλλού, ίσως σε άλλη μυθιστορία, σε άλλον συγγραφέα. Η εναλλακτική εμφάνιση ενός σκηνοθέτη ως αφηγητή υπονομεύει εκ νέου την αληθοφάνεια της ιστορίας, καθώς την παρουσιάζει σαν μια πλαστή κινηματογραφική υπόθεση. Ακριβώς ανάλογη είναι η εμφάνιση ως αφηγητή ενός κριτικού λογοτεχνίας, μέσω του οποίου συμπλέκεται ο μύθος με την πραγματικότητα του Ευσταθιάδη, ως συγγραφέα του κρινόμενου έργου. Ο αφηγητής μάλιστα δηλώνει πως εισάγοντας στην ιστορία του τον αναγνώστη τον καθιστά μάρτυρα του γεγονότος πως η ηρωίδα του είναι υπαρκτή, κι όχι πλαστή. Ακόμη και η επιλογική απόφανση του συγγραφέα «Δεν μ' ενδιαφέρει η τέχνη. Θέλω να ζήσω», η οποία αποδέχεται πως η ζωή αποκτά νόημα εκτός τέχνης κι αποδεσμεύει τους ήρωες από τη συγγραφική πένα, έρχεται μέσα από την αντιφατικότητα της έκφρασής της ακριβώς μέσω ενός έργου τέχνης να αυτονομήσει τους ήρωες, να τους προσδώσει ζωή κι εντέλει διαχρονικότητα σαν χαρακτήρες. Ο επιλογικός προσδιορισμός του αφηγητή ως συγγραφέα στο τρίτο διήγημα της συλλογής τείνει να ταυτίσει τον αφηγητή με τον συγγραφέα Ευσταθιάδη, σε μια ταύτιση που προσδίδει μεγαλύτερη αληθοφάνεια σαν κατάθεση βιωματικού γεγονότος, μα και που αμφισβητεί παράλληλα την ίδια την ιστορία σαν προϊόν συγγραφικής φαντασίας.

Η σύμφυρση του μυθοπλαστικού με τον συγγραφικό κόσμο, υπηρετούμενη από το εύρημα του κινηματογραφιστή-αφηγητή, αποκτά μία πρόσθετη καλλιτεχνική διάσταση, πέρα από τη λογοτεχνική, εφόσον οι εναλλαγές οπτικής γωνίας διά των ποικίλων αφηγητών παραπέμπουν σε ενότητες-σπονδύλους κινηματογραφικής ταινίας. Ο Ευσταθιάδης εναλλάσσει διαρκώς τα πλάνα στα διηγήματά του είτε διαφοροποιώντας την οπτική γωνία εισάγοντας ποικίλους αφηγητές των τεκταινομένων στις ιστορίες του είτε παρεμβάλλοντας μια σειρά ενθετικών υλικών που κομίζουν νέες πληροφορίες σχετικές με τους ήρωες και τα συμβάντα στα οποία αυτοί μετέχουν. Τον ρόλο του αφηγητή αναλαμβάνουν, παράλληλα με τον κεντρικό, ένας ψυχαναλυτής, ένας μουσικολόγος, ένας σκηνοθέτης, ένας κριτικός λογοτεχνίας. Τα υλικά, πάλι, που παρατίθενται «αφηγούνται» με τον δικό τους τρόπο: ένα ωροσκόπιο, ένα ημερολόγιο, ένα βιογραφικό σημείωμα, μια επιστολή, ένας κατάλογος ρούχων, ένα οπερετικό ρετσιτατίβο ή ένα ιντερμέτζο άριας, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, μια κασέτα με το περιεχόμενό της.

Καμία αφηγηματική παρεμβολή και κανένα από τα ενθέματα του Ευσταθιάδη δεν εμφανίζονται τυχαία. Καθένα τους μπολιάζει την κατάλληλη στιγμή την ιστορία στην οποία συμμετέχει, φωτίζοντας ανθρώπινες συμπεριφορές κι ερμηνεύοντας τις εξελίξεις. Η παρουσία του ψυχαναλυτή υπογραμμίζει την «ατέλεια των νευρολογικών λειτουργιών» της ηρωίδας στο διήγημα «Ο Έψιλον έρως», ενώ ο κατάλογος ρούχων αποκαλύπτει διαθέσεις και αισθητικές στάσεις. Οι παρέμβλητες αφηγήσεις λειτουργούν ακόμη και σαν παύσεις στον διάλογο του αφηγητή με την ηρωίδα του, δηλώνοντας τη διστακτικότητά του στην εξομολόγηση του έρωτά του. Οι αναγνωστικές αναμνήσεις του επιχειρηματία Λεωνίδα Ραγούση στο διήγημα «Η σαρδέλα θα κολυμπήσει στην κονσέρβα», με την παράθεση αποσπάσματος από τις «Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα» του Ιουλίου Βερν, τοποθετούν τον ήρωα του Ευσταθιάδη πλάι στον επινοητικό, επιβλητικό, ηγεμονικό ήρωα του Βερν, τον πλοίαρχο Νέμο. Το απόκομμα εφημερίδας, στο τρίτο και τελευταίο διήγημα «Δον Ιωάννης» της σειράς, προσκομίζει αβίαστα τις συνθήκες θανάτου και την ηλικία του διάσημου σκηνοθέτη όπερας.

Ιδιαίτερος είναι ο ρόλος των ενθεμάτων του Ευσταθιάδη τα οποία σχετίζονται με την κλασική μουσική. Το ενδιαφέρον των ηρώων για τον κλασικό συνθέτη Σούμαν στο διήγημα «Ο Έψιλον έρως» δηλώνει τις λεπτές αισθητικές τους απαιτήσεις, τις ψυχικές τους ευαισθησίες και ποιότητες. Το βιογραφικό σημείωμα του συνθέτη μάλιστα, με την απόπειρα αυτοκτονίας και τον ψυχιατρικό του εγκλεισμό, φωτίζει τον ψυχισμό της ηρωίδας, εφόσον εμφανίζει κοινά ψυχικά χαρακτηριστικά μ' εκείνον. Στο διήγημα «Η σαρδέλα θα κολυμπήσει στην κονσέρβα» οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις του Ραγούση δεν προκύπτουν μόνο από την παρουσία του σε όπερα αλλά κι από τα προσωπικά του ρετσιτατίβα και τις άριες, που προσδίδουν στον βίο του τη θεατρικότητα μιας μουσικής παράστασης, μιας όπερας ή ενός χορικού αρχαίου δράματος. Μάλιστα και το περιεχόμενο των οπερετικών ενθεμάτων, με την εμφαντική επανάληψη του στίχου «Τρέλα παντού!» από τους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης» του Βάγκνερ, αποδίδει την εκτεινόμενη ως την τρέλα τόλμη του Ραγούση. Η ίδια τεχνική αξιοποιείται από τον Ευσταθιάδη στο έπακρο στο διήγημα «Δον Ιωάννης», όπου ο ήρωας, σκηνοθέτης όπερας ο ίδιος, έχει όνομα ταιριαστό με την αγαπημένη του όπερα «Ντον Τζιοβάνι» του Μότσαρτ, πολύ δε περισσότερο ο βίος του φαντάζει μελόδραμα, οι κινήσεις του διαθέτουν θεατρικότητα, μέχρι και οι παύσεις του είναι οπερετικές και περιγράφονται με όρους κριτικής όπερας:

«[…] η κίνηση του χεριού του απέκτησε μια θεατρική, θαρρείς, αλληγορία, αλλά ήταν γεμάτη ρεαλισμό στη δύναμη…» Ο θάνατος του σκηνοθέτη αποκαθιστά την ηθική τάξη που θα πρότεινε μια αρχαία τραγωδία ή ένα μελόδραμα, εφόσον ο κυνικός ήρωας βρίσκει το τραγικό τέλος που θα άρμοζε στον ανάλγητο χαρακτήρα του.

Το γκροτέσκο του Ευσταθιάδη στην απόδοση κάποιων ηρώων, αναπαριστάνοντας τις πρακτικές των μελοδραμάτων, εξυπηρετεί παράλληλα την πρόθεσή του να μιλήσει ο ίδιος, πέρα από τους ήρωές του, αλληγορικά. Γιατί, αν στο δεύτερο διήγημα το όνειρο του Ραγούση, εδρασμένο στο παραμύθι του Χανς και της Γκρέτελ, προσαρμόζεται στη σύγχρονη πραγματικότητα κι αποκτά αλληγορικές διαστάσεις μέσω του οικολογικού, διατροφικού σχολίου για τις τροφές τις γεμάτες χημικές ουσίες, πολύ περισσότερο αλληγορικά λειτουργεί το διήγημα στο σύνολό του, όταν παρουσιάζει τον ήρωα θύμα των ψαροπουλιών, τα οποία, σε τραγικά ειρωνικό για τον Ραγούση σχηματισμό ψαριού, τον ρίχνουν στα νερά του ιχθυοτροφείου του, για να καταλήξει στο συσκευαστήριο ακολουθώντας κι εκείνος την τύχη των σαρδελών του. Το σχόλιο για την προσωπική εκδίκηση της βιασμένης φύσης σε βάρος του βιαστή της δηλώνει παρόν, και μάλιστα με όρους βιβλικής αποκαλύψεως: «Τότε, ο ουρανός εσχίσθη από αιφνίδια αστραπή […]»

Η αποκατάσταση της ηθικής τάξης στα διηγήματα του Ευσταθιάδη επισφραγίζει τον θεατρικό τους χαρακτήρα, ο οποίος προϋποθέτει την ψυχογραφική απόδοση των ηρώων. Πράγματι, από τα τρία διηγήματα δεν απουσιάζει το ψυχογράφημα. Ενισχύεται δε περαιτέρω από το φιλοσοφικό καταστάλαγμα των ηρώων με την ωριμότητα που το πέρασμα του χρόνου επιφέρει, καθώς και με τη νηφαλιότητα της απόστασης από τις ψυχοφθόρες καταστάσεις. «[…] η πραγματική μοναξιά δεν είναι να μην αγαπιέσαι αλλά να μην αγαπάς», φιλοσοφεί ο αφηγητής-συγγραφέας στο «Ο Έψιλον έρως». Στο «Δον Ιωάννης» η διατήρηση της γυναίκας του σκηνοθέτη στη ζωή προσφέρει την ψυχογραφική ερμηνεία για τη «νίκη» της ηρωίδας, εφόσον εκείνη, σε αντίθεση με τον νεκρό σύζυγό της, παραμένει ζωντανή και «θαυμάζει με την αναίδεια επισκέπτριας μουσείου το αχρονικό πια έκθεμα».

Με στοχαστική και συνάμα παιγνιώδη διάθεση, άλλοτε μπριόζος κι άλλοτε βαρύθυμος, ευέλικτος μεταξύ ρεαλισμού κι υπερβατικότητας, ο Ευσταθιάδης δομεί τις ιστορίες του μετερχόμενος σύμβολα που, έστω κι αν αποτελούν λογοτεχνικούς κοινούς τόπους, αξιοποιούνται με φρεσκάδα κι αποκτούν νέα δυναμική. Το προτασσόμενο στο πρώτο διήγημα μότο του Μπόρχες είναι επ' αυτού άκρως αποκαλυπτικό: «Εκείνος που αγκαλιάζει μια γυναίκα, είν' ο Αδάμ. Η γυναίκα, η Εύα. Όλα γίνονται για πρώτη φορά.» Το πρωτογενές σύμβολο του έρωτα, η πρώτη γυναίκα της πλάσης, η Εύα, προσφέρεται από τον συγγραφέα, μ' όλον τον υπόλοιπο λογοτεχνικό του κόσμο, για μια νέα προσέγγιση, εφόσον κάθε Εύα είναι εντέλει διαφορετική. Αρχέτυπος έρως, τόσο οικείος, τόσο αλλότριος. Έρως που εκκινεί από το γράμμα έψιλον. Έρως, όπως Εύα. Λογοτεχνικός Έρως, όπως Ευσταθιάδης.

 

Γιάννης Ευσταθιάδης, «Άνθρωποι από λέξεις. Διηγήματα μεγάλου μήκους», εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2011, σελ. 144.

 

Γιάννης Στρούμπας

            «[…] Αυτή σου λέει "Ποια να πηδούσε, άραγε, τότε;" και ακούει γάργαρες τις λέξεις της, ενώ εκείνον τον έχει οριστικά αποδομήσει το μαύρο.

            Βλέπεις, λοιπόν, τα πάντα είναι θέμα χρόνου… εννοώ, χρόνου μεγαλύτερου… Επέζησε… νίκησε… μαρμαρυγή εναντίον θνησιμότητας… ιδού η αλληγορία στη σύντομη και μπανάλ, θα πρόσθετα, φράση της.

            Κατά τα άλλα ναι, τον θαυμάζει… συμφωνώ μαζί σου… και, μάλιστα, τώρα ακόμα περισσότερο… Μόνο που τώρα θαυμάζει με την αναίδεια επισκέπτριας μουσείου το αχρονικό πια έκθεμα.

            Με ορθάνοιχτα τα μάτια της – που έκλεισε τόσες φορές -, θαυμάζει τα σφραγισμένα βλέφαρά του, το υποκίτρινο χρώμα του δέρματος, τον μπλαβή τόνο των χειλιών, τα ακινητοποιημένα – σαν σε φωτογραφία – μέλη του.

            Και ονειρεύεται – θαυμάζοντας πάντα – τον ευθυτενή σκελετό πρώην υψηλόσωμου άνδρα να συρρικνώνεται σε ασφυκτικό οστεοφυλάκιο, και μετά, μ' ένα αίσθημα αηδίας, να μετατρέπεται σταδιακά σε χώμα, σκόνη, τίποτα…

            Να πού καταλήγω: με τα δάκρυά της πενθεί ειλικρινά το σώμα, αλλά με κρυφή χαρά θαυμάζει τώρα το πτώμα. […]»

Από το διήγημα «Δον Ιωάννης. Dramma giocoso».

 

Ο καταστροφικός «φονταμενταλισμός των αγορών»

Ο καταστροφικός «φονταμενταλισμός των αγορών»*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Η ολοκληρωτική επικράτηση κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια τού ιδεολογήματος της «ελεύθερης αγοράς» είναι, σύμφωνα με τον νομπελίστα Αμερικανό οικονομολόγο Τζόζεφ Στίγκλιτζ, υπεύθυνη για τη σύγχρονη κρίση της παγκόσμιας οικονομίας και για το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης της κατάρρευσης.



* 12-06-2012: προδημοσίευση για την «Αποικία Ορεινών Μανιταριών», από το φύλλο υπ' αριθμ. 345 του «Αντιφωνητή» τής 18/6/2012.

Ο Στίγκλιτζ, στο βιβλίο του «Ο θρίαμβος της απληστίας», εξηγεί πώς ο «φονταμενταλισμός της αγοράς», δηλαδή η άποψη ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές, αν αφεθούν να λειτουργήσουν χωρίς κανέναν κρατικό έλεγχο, μπορούν να διασφαλίσουν από μόνες τους οικονομική ευημερία, οδήγησε στην ασυδοσία των αγορών, στην αδικαιολόγητη εκ μέρους τους ανάληψη κινδύνων σε βάρος του δημοσίου, στην κερδοσκοπία, σ' έναν ψευδεπίγραφο εντέλει καπιταλισμό, στον οποίο ιδιωτικοποιούνται μόνο τα κέρδη, ενώ οι ζημιές «κοινωνικοποιούνται», καθώς τις επιβαρύνονται οι φορολογούμενοι μέσω των κρατικών «διασώσεων».

Ο Στίγκλιτζ παρουσιάζει στο βιβλίο του το χρονικό της οικονομικής κρίσης που πυροδοτήθηκε από την αρρωστημένη λειτουργία των αγορών. Η σύγχρονη οικονομική κρίση, προϊόν της ανισορροπίας στην παγκόσμια οικονομία λόγω αφενός του δημοσιονομικού κι εμπορικού ελλείμματος των Η.Π.Α., κι αφετέρου της συσσώρευσης τεράστιων αποθεμάτων δολαρίων από την Κίνα, ξέσπασε το 2008 με το σκάσιμο της φούσκας στην αμερικανική αγορά κατοικίας. Σε μια περίοδο κατά την οποία τα εισοδήματα των Αμερικανών παρέμεναν καθηλωμένα, έπρεπε να βρεθεί τρόπος μεγέθυνσης της οικονομίας. Ως λύση προτάθηκε πονηρά ο δανεισμός των νοικοκυριών, ώστε να συνεχιστεί η κατανάλωση. Ενέχυρο για τον δανεισμό ορίζονταν οι κατοικίες. Οι τράπεζες προσέφεραν φτηνά ενυπόθηκα δάνεια. Εκατομμύρια πολίτες έσπευσαν να τα εκμεταλλευτούν, αν και δεν είχαν τη δυνατότητα εξόφλησής τους. Όταν λοιπόν τα επιτόκια άρχισαν να ανεβαίνουν, τα υποθηκευμένα σπίτια έφευγαν από τα χέρια των ιδιοκτητών τους. Η καταστροφή στην αγορά κατοικίας σηματοδότησε το ξέσπασμα της κρίσης.

Οι επιπτώσεις από το σκάσιμο της φούσκας διογκώθηκαν επειδή οι τράπεζες είχαν δημιουργήσει πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά προϊόντα βασισμένα στα ενυπόθηκα δάνεια. Στόχος ήταν το βραχυπρόθεσμο κέρδος με την εξασφάλιση προμηθειών, χωρίς να υπολογίζονται τα προβλήματα από την αθέτηση των υποχρεώσεων εκ μέρους των ανήμπορων δανειοληπτών. Έτσι δημιουργήθηκαν τίτλοι με κάλυμμα ενυπόθηκα δάνεια, οι οποίοι δεν ελέγχθηκαν ποτέ για την αξιοπιστία τους. Έχοντας επίγνωση της σαθρότητας των προϊόντων τους, και προκειμένου να αποφύγουν επιπλέον τον έλεγχο της πολιτείας και τη φορολόγηση, οι τράπεζες επιδόθηκαν σε αλλεπάλληλους τεμαχισμούς των τίτλων σε νέα πακέτα. Το τέρας που δημιουργήθηκε στα τραπεζικά «φρανκενσταϊνικά» εργαστήρια, όπως τα χαρακτηρίζει ο Στίγκλιτζ, με τον πολυτεμαχισμό των τίτλων, αποσκοπούσε στη μεταβίβαση των κινδύνων σε πολυάριθμους επενδυτές. Οι τράπεζες πίστευαν πως αν ο κίνδυνος καταμεριζόταν ευρέως θα ήταν πιο εύκολο να απορροφηθεί. Όμως τα προϊόντα, λόγω της πολυπλοκότητάς τους, ξέφυγαν από κάθε έλεγχο. Όταν λοιπόν σημειώθηκε το κραχ, αποδείχτηκε πως είχαν μείνει στους τραπεζικούς ισολογισμούς επισφαλή στοιχεία ενεργητικού αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, παρά την πλανεμένη εντύπωση των τραπεζών ότι τα είχαν ξεφορτωθεί. Η κατάρρευση του χάρτινου πύργου των «τιτλοποιήσεων» συμπαρέσυρε «σεβαστά ιδρύματα» όπως η Lehman Brothers, η Bear Stearns και η Merrill Lynch.

Ένας λόγος αποτυχίας, συνεπώς, του χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν πως οι αγορές εκτίμησαν εσφαλμένα τους κινδύνους. Σε μερικές περιπτώσεις ωστόσο, η λάθος τιμολόγηση αποδείχτηκε σκόπιμη: οι τράπεζες πίστευαν ότι αν προέκυπταν προβλήματα, το κράτος θα έσπευδε να τις σώσει! Καπηλεύτηκαν τον φόβο από τις άγνωστες συνέπειες της πιθανής τους κατάρρευσης, προκειμένου να αποσπάσουν από το κράτος νέα ποσά, παρόλο που ευθύνονταν οι ίδιες για τις αρνητικές εξελίξεις. Ακόμη χειρότερα, τα ποσά που απέσπασαν οι τράπεζες για την αναπλήρωση των κεφαλαίων τους τροφοδότησαν μπόνους-ρεκόρ: οι τραπεζίτες αντάμειψαν τον εαυτό τους για τις ζημιές που προκάλεσαν, και μοιράστηκαν ανύπαρκτα κέρδη, τα οποία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η κρατική ελεημοσύνη! Έτσι, το αυτορρυθμιζόμενο, υποτίθεται, σύστημα της ελεύθερης αγοράς, βρέθηκε να διασώζεται από το κράτος. Η ειρωνεία είναι πως το αμερικανικό κράτος, παρά την επικράτηση της άποψης περί ελαχιστοποίησης του κρατικού ρόλου στην οικονομία, κατέληξε, μέσα από τη διάσωση των επιχειρήσεων που κατέρρεαν, ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης ασφαλιστικής εταιρείας στον κόσμο, της μεγαλύτερης αυτοκινητοβιομηχανίας, και κάποιων από τις μεγαλύτερες τράπεζες!

Η αμερικανική κρίση αποδείχτηκε τοξική για τράπεζες και εταιρείες επενδύσεων σε όλο τον κόσμο, αφού σχεδόν το ¼ των αμερικανικών ενυπόθηκων δανείων είχε καταλήξει στο εξωτερικό. Όπως στις Η.Π.Α., έτσι και στον υπόλοιπο κόσμο τα κράτη κλήθηκαν να διασώσουν τα ιδρύματα που κατείχαν τοξικά προϊόντα, με συνέπεια τα ελλείμματα να μεταφερθούν στα κράτη. Τότε οι χρηματοπιστωτικές αγορές των Η.Π.Α., που ήταν υπεύθυνες για την κρίση, άρχισαν να εκβιάζουν για τον περιορισμό των κρατικών ελλειμμάτων. Απαιτούσαν περικοπές στους προϋπολογισμούς, χωρίς τις οποίες προειδοποιούσαν ότι τα επιτόκια θα αυξάνονταν, ενώ οι πιστώσεις θα διακόπτονταν. Οι χώρες ήταν καταδικασμένες είτε μείωναν τις δαπάνες τους είτε όχι. Εφόσον οι αγορές θα άρχιζαν να προβλέπουν πληθωρισμό, θα απαιτούσαν και υψηλότερα επιτόκια, ώστε να μη μειωθεί η αξία των οφειλόμενων ποσών σε αυτές. Η αύξηση των επιτοκίων, όμως, θα σήμαινε και την αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων και χρεών. Αποδεικνυόταν λοιπόν ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν τόσο ο πληθωρισμός και τα κρατικά χρέη, όσο οι υποτιθέμενες ανησυχίες των χρηματοπιστωτικών αγορών γι' αυτά.

Η αδυναμία των κρατών να ανανεώσουν τις πιστώσεις τους από τις αγορές τα οδήγησε, ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κυρίως λόγω της ασυμφωνίας δράσης στη Δυτική Ευρώπη, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μια επιλογή αυτή καθαυτή προβληματική. Το Δ.Ν.Τ. πιστεύει στον φονταμενταλισμό της αγοράς. Οι απόψεις του διαμορφώνονται από τους ανθρώπους του χρηματοπιστωτικού χώρου. Μόνιμος στόχος τους είναι η διασφάλιση κερδών για τις αγορές, παρά η οικονομική ανάκαμψη των πληττόμενων χωρών. Τα προγράμματα του Δ.Ν.Τ. στην Ανατολική Ασία, τη Λατινική Αμερική και τη Ρωσία επιδείνωσαν την κατάσταση των χωρών, προξενώντας άγριες ταραχές (π.χ. Ινδονησία). Όπου τελικά σημειώθηκε ανάκαμψη, όπως στις χώρες της Ανατολικής Ασίας, αυτή δεν οφειλόταν στις δυτικές οικονομικές κατευθύνσεις αλλά επιτεύχθηκε σε πείσμα αυτών! Οι αδιέξοδες πρακτικές του Δ.Ν.Τ. απεικονίζονται ακόμη και στην αντίφασή του να πιστεύει μεν στην ελεύθερη αγορά αλλά σε κάθε κρίση να ζητά κρατικές ενισχύσεις!

Η ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς δεν ήταν παρά μια δικαιολογία για καινούριες μορφές εκμετάλλευσης. «Ιδιωτικοποίηση» σήμαινε ότι οι ξένοι θα αγόραζαν σε χαμηλές τιμές ορυχεία και πετρελαιοφόρες περιοχές στις αναπτυσσόμενες χώρες. «Απελευθέρωση των αγορών» σήμαινε ότι οι ξένες τράπεζες θα αποκόμιζαν υψηλές αποδόσεις από τα δάνεια που χορηγούσαν. «Απελευθέρωση του εμπορίου» σήμαινε ότι οι ξένες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να εξολοθρεύουν τις εντόπιες. Επιδιωκόταν σε κάθε περίπτωση η «ευελιξία» των μισθών, η αποδυνάμωση των συνδικάτων και η χαλάρωση των μέτρων προστασίας των εργαζομένων, ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος, του χρηματοπιστωτικού κλάδου, των φαρμακοβιομηχανιών, των πετρελαϊκών εταιρειών, την ίδια στιγμή που για την ανεργία κατηγορούνταν οι εργαζόμενοι, σε μια εφαρμογή της προσφιλούς πρακτικής τού «ρίξτε το φταίξιμο στο θύμα»! Όπου άσκησαν επιρροή η Παγκόσμια Τράπεζα και το Δ.Ν.Τ., τα πράγματα δεν πήγαν καλά.

Τα προγράμματα του Δ.Ν.Τ. απαιτούν τη μείωση των ελλειμμάτων, μέσω της μείωσης των δαπανών και της αύξησης των φόρων. Όμως οι περικοπές δαπανών υπονομεύουν τη δύναμη της οικονομίας., αφού μειώνονται τα φορολογικά έσοδα, με αποτέλεσμα η μείωση του ελλείμματος να είναι μικρότερη από την προσδοκώμενη. Αυτά τα προγράμματα δημοσιονομικής πειθαρχίας, που υιοθετούνται μάλιστα κι από πολλούς στη Γερμανία μα και αλλού, ο Στίγκλιτζ τα χαρακτηρίζει «σκέτη μπούρδα». Η μείωση των μισθών, πάλι, ως υποτιθέμενο ισοδύναμο της υποτίμησης του νομίσματος, δημιουργεί τεράστιες κοινωνικές εντάσεις, αυξάνει τις χρεοκοπίες, και σαν πρόταση λύσης για τα προβλήματα αποτελεί «σκέτη φαντασιοκοπία».

Κατά τον Στίγκλιτζ, η ανάκαμψη πρέπει να συνδέεται με την τόνωση της οικονομίας, η οποία θα επικεντρώνεται στις επενδύσεις με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας, θα χαρακτηρίζεται από φορολογική δικαιοσύνη, ενώ θα μεριμνά και για τις αδύναμες κοινωνικές ομάδες. Απαραίτητη κρίνεται και η διαφάνεια αντί της ανοχής σε άνομες δραστηριότητες. Τεράστιες ποσότητες παγκόσμιων κεφαλαίων διακινούνται μέσω θυλάκων απορρήτου, όπως οι νήσοι Κέιμαν, ώστε να διευκολύνεται το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, η φοροδιαφυγή, και να παρακάμπτεται κάθε κρατικός έλεγχος. Και μόνη η δυνατότητα των τραπεζών να ανακόπτουν τις ρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις αποδεικνύει την πολιτική τους εξουσία.

Ο Στίγκλιτζ θεωρεί πως όσοι δημιούργησαν το υπάρχον νοσηρό πλαίσιο πρέπει να λογοδοτήσουν. Είναι αδιανόητο οι «πολύ μεγάλες για να πτωχεύσουν» τράπεζες να βρίσκονται διαρκώς στο απυρόβλητο. Η χρηματοπιστωτική αναδιάρθρωση θα πρέπει να περιλάβει τη σωτηρία μόνο των καταθετών. Τα στελέχη των τραπεζών και οι μέτοχοι οφείλουν να κατανοήσουν ότι ο εκλεκτός τους καπιταλισμός δεν σημαίνει μόνο κέρδη αλλά επίσης κινδύνους κι απώλειες. Όσοι λοιπόν αναλαμβάνουν κινδύνους δημιουργώντας προβλήματα θα πρέπει, κατά τον Στίγκλιτζ, πρώτοι «να πάρουν πόδι». Το κράτος θα μπορούσε επιπλέον να δανείζει απευθείας τους πολίτες με χαμηλά επιτόκια. Το ίδιο ισχύει για τη διάσωση των ταμείων, ώστε να καταλήγει σε αυτά όλη η κρατική ενίσχυση.

Η οικονομική κρίση αποκάλυψε, σύμφωνα με τον Στίγκλιτζ, τη σοβαρή ηθική κρίση που μαστίζει την κοινωνία. Οι πρακτικές εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τους τραπεζίτες κατέδειξαν την έλλειψη ηθικού έρματος στο αμερικανικό κράτος που, παρά τον πλούτο του, αποδεικνύεται ανεπαρκές να παράσχει υγειονομική περίθαλψη σε όλους τους πολίτες του και ποιοτική παιδεία σε όλους τους νέους του. Αν οι Η.Π.Α. δεν αντιμετωπίσουν τα ζητήματα αυτά, δύσκολα θα πετύχουν να υπαγορεύουν τους όρους τους στην αναδυόμενη παγκόσμια τάξη πραγμάτων, έχοντας ήδη χάσει την ευκαιρία να ηγηθούν παγκοσμίως σε ηθικό και πνευματικό επίπεδο. Ο Στίγκλιτζ διακρίνει γκρίζα σύννεφα στον ορίζοντα. Η διαπίστωσή του μοιάζει απαισιόδοξη, περισσότερο όμως αποτελεί προειδοποίηση αφύπνισης, προκειμένου να ακολουθηθούν υγιείς πολιτικές, χωρίς χρονοτριβές κι ευθυνοφοβίες.

 

Τζόζεφ Στίγκλιτζ, «Ο θρίαμβος της απληστίας. Η ελεύθερη αγορά και η κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας», εκδ. Παπαδόπουλος, Αθήνα 2011, σελ. 512.

            «Στον χώρο της χάραξης πολιτικής, το να προσδιορίσει κανείς τι αποτελεί επιτυχία και τι αποτυχία αποτελεί πρόκληση ακόμα μεγαλύτερη από το να διαπιστώσει σε ποιον πρέπει να απονεμηθούν τα εύσημα (και σε ποιον ή σε τι πρέπει να ρίξουμε το φταίξιμο). Τι είναι, όμως, η επιτυχία ή η αποτυχία; Για τους παρατηρητές από τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη, οι επιχειρήσεις διάσωσης στην Ανατολική Ασία το 1997 ήταν επιτυχημένες επειδή δεν προέκυψε καμία ζημία για τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη. Για τους κατοίκους της περιοχής, που είδαν τις οικονομίες τους να συντρίβονται, τα όνειρά τους να διαλύονται, τις εταιρείες τους να χρεοκοπούν και τις χώρες τους να φορτώνονται χρέη δισεκατομμυρίων, οι επιχειρήσεις διάσωσης απέτυχαν οικτρά. Σύμφωνα με τους επικριτές, οι πολιτικές του Δ.Ν.Τ. και του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών επιδείνωσαν τα πράγματα. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές τους, απέτρεψαν την καταστροφή. Και εδώ προκύπτει το πρόβλημα. Τα ερωτήματα είναι: πώς θα ήταν τα πράγματα αν είχαν υιοθετηθεί άλλες πολιτικές κατευθύνσεις; Οι ενέργειες του Δ.Ν.Τ. και του Υπουργείου Οικονομικών των Η.Π.Α. παρέτειναν και βάθυναν την ύφεση ή τη συντόμευσαν μειώνοντας το βάθος της; Κατ' εμέ, υπάρχει μια ξεκάθαρη απάντηση: τα υψηλά επιτόκια και οι περικοπές δαπανών που επιβλήθηκαν από το Δ.Ν.Τ. και το Υπουργείο – ακριβώς το αντίθετο από τα είδη πολιτικής που εφάρμοσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη κατά την τρέχουσα κρίση – επιδείνωσαν την κατάσταση. Τελικά οι χώρες της Ανατολικής Ασίας ανέκαμψαν, όμως αυτό δεν συνέβη χάρη σε αυτές τις πολιτικές κατευθύνσεις, αλλά σε πείσμα τους.»

            «Ένα άλλο παράδειγμα προέρχεται από την Αργεντινή, η οποία, μετά τη χρηματοπιστωτική της κρίση, δεν ήξερε τι ποσά θα μπορούσε να πληρώσει στους πιστωτές της, κι έτσι πρότεινε μια ενδιαφέρουσα καινοτομία. Αντί να προσπαθήσει να πληρώσει περισσότερα απ' όσα μπορούσε και να οδηγηθεί σε μια νέα κρίση χρέους μερικά χρόνια αργότερα, πρότεινε την έκδοση ενός ομολόγου που να συνδέεται με το Α.Ε.Π. Το ομόλογο αυτό θα πλήρωνε περισσότερα εάν και εφόσον το εθνικό εισόδημα της Αργεντινής ανέβαινε, και η χώρα είχε τη δυνατότητα να πληρώσει πιο πολλά. Έτσι τα συμφέροντα των πιστωτών θα εναρμονίζονταν με εκείνα της Αργεντινής, και οι πιστωτές θα φρόντιζαν να συμβάλουν στην οικονομική μεγέθυνση της χώρας. Και σε αυτή την περίπτωση εναντιώθηκε η Γουόλ Στριτ.»

            «Η Δυτική Ευρώπη αδυνατούσε να καταλήξει σε συμφωνία για το πώς μπορούσε καλύτερα να βοηθήσει τους γείτονές της, κι έτσι πάσαρε την ευθύνη στο Δ.Ν.Τ. […]

            Η επιλογή του Δ.Ν.Τ. ως του θεσμού που θα διένειμε τα χρήματα ήταν αυτή καθαυτή προβληματική. Το Δ.Ν.Τ. δεν είχε κάνει απλώς ελάχιστα για να αποτρέψει την κρίση, αλλά είχε προωθήσει και την πολιτική της απορρύθμισης, η οποία περιελάμβανε την απελευθέρωση των κεφαλαιαγορών και των χρηματοπιστωτικών αγορών που συνέβαλε στη γένεση της κρίσης και τη ραγδαία εξάπλωσή της σε ολόκληρο τον κόσμο. Επιπλέον, τόσο αυτή όσο και άλλες πολιτικές κατευθύνσεις που προώθησε το Δ.Ν.Τ. -ακόμα και ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας του- αποτελούσαν "κόκκινο πανί" για πολλές από τις φτωχές χώρες που είχαν ανάγκη τα κονδύλια, αλλά και για τις χώρες της Ασίας και της Μέσης Ανατολής που είχαν μεγάλα αποθέματα ρευστών διαθεσίμων, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν αξιοποιηθεί για να δοθεί βοήθεια προς φτωχές χώρες που τα χρειάζονταν. Ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας μιας αναπτυσσόμενης χώρας μού εκμυστηρεύτηκε μια άποψη που δεν ήταν και τόσο ασυνήθιστη: η χώρα του έπρεπε να βρίσκεται στα τελευταία της για να στραφεί στο Δ.Ν.Τ.

            Έχοντας παρακολουθήσει το Δ.Ν.Τ. από κοντά, καταλάβαινα την απροθυμία κάποιων χωρών να απευθυνθούν σε αυτό για χρήματα. Στο παρελθόν το Δ.Ν.Τ. παρείχε χρήματα αλλά μόνο υπό αυστηρούς όρους που στην πραγματικότητα επιδείνωναν ακόμα περισσότερο τις υφέσεις στις χώρες που πλήττονταν. Οι όροι αυτοί είχαν στόχο να βοηθήσουν τους Δυτικούς πιστωτές να ανακτήσουν μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους απ' ό,τι θα ήταν δυνατό, παρά να βοηθήσουν την πληττόμενη χώρα να διατηρήσει την οικονομική ευρωστία της. Οι αυστηροί όροι που συχνά επέβαλλε το Δ.Ν.Τ. προξενούσαν ταραχές σε ολόκληρο τον κόσμο – με πιο γνωστές εκείνες που ξέσπασαν στην Ινδονησία κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ανατολική Ασία. […]

            Το Δ.Ν.Τ. ήταν μια κλειστή λέσχη πλούσιων βιομηχανικών χωρών, των πιστωτριών χωρών, την οποία διεύθυναν οι υπουργοί Οικονομικών και οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών τους. Οι απόψεις του περί καλής οικονομικής πολιτικής διαμορφώνονταν από τους ανθρώπους του χρηματοπιστωτικού χώρου – απόψεις που συχνά ήταν πλανημένες, όπως έχω εξηγήσει και όπως απέδειξε περίτρανα η κρίση. Μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν τη δυνατότητα να ασκούν βέτο ενάντια σε κάθε σημαντική απόφαση, και πάντα διόριζαν το νούμερο δύο στην ιεραρχία· η Ευρώπη πάντα διόριζε τον επικεφαλής. Ενώ το Δ.Ν.Τ. μιλούσε από καθέδρας περί καλής διακυβέρνησης, δεν εφάρμοζε όσα διακήρυττε. Δεν το χαρακτήριζε η διαφάνεια που απαιτούμε σήμερα από τους δημόσιους θεσμούς. […]»

            «Όπως αποδείχτηκε, η ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς αποτελούσε δικαιολογία για καινούριες μορφές εκμετάλλευσης. "Ιδιωτικοποίηση" σήμαινε ότι οι ξένοι μπορούσαν να αγοράζουν σε χαμηλές τιμές ορυχεία και πετρελαιοφόρες περιοχές στις αναπτυσσόμενες χώρες. Σήμαινε επίσης ότι μπορούσαν να δρέπουν τεράστια κέρδη από μονοπώλια και οιονεί μονοπώλια, όπως στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. "Απελευθέρωση χρηματοπιστωτικών αγορών και κεφαλαιαγορών" σήμαινε ότι οι ξένες τράπεζες μπορούσαν να αποκομίζουν υψηλές αποδόσεις από τα δάνεια που χορηγούσαν και, όταν τα δάνεια έπαυαν να εξυπηρετούνται, το Δ.Ν.Τ. επέβαλλε την "κοινωνικοποίηση" των ζημιών, πράγμα που σήμαινε ότι ολόκληροι πληθυσμοί υποχρεώνονταν με το ζόρι να εξοφλήσουν τις ξένες τράπεζες. Στη συνέχεια, τουλάχιστον όπως συνέβη στην Ανατολική Ασία μετά την κρίση του 1997, κάποιες ξένες τράπεζες έβγαλαν ακόμα περισσότερα κέρδη από την αναγκαστική εκποίηση στοιχείων ενεργητικού που επέβαλε το Δ.Ν.Τ. στις χώρες που είχαν ανάγκη τα χρήματά τους. Η απελευθέρωση του εμπορίου σήμαινε επίσης ότι οι ξένες επιχειρήσεις μπορούσαν να εξολοθρεύουν νηπιακές βιομηχανίες, καταπιέζοντας την ανάπτυξη του επιχειρηματικού ταλέντου. Ενώ τα κεφάλαια διακινούνταν ελεύθερα, δεν συνέβαινε το ίδιο με την εργασία – με εξαίρεση την περίπτωση των πιο ταλαντούχων ατόμων, πολλά από τα οποία βρήκαν καλές δουλειές στη διεθνή αγορά εργασίας.»

            «Όπως είδαμε, στο ξεκίνημα της κρίσης σημειώθηκε μια σύντομη νίκη της κεϊνσιανής οικονομικής ανάλυσης, όταν ολόκληρος ο κόσμος πίστεψε ότι η κρατική δαπάνη δεν ήταν μόνο αποτελεσματική, αλλά και επιθυμητή και αναγκαία. Εδώ και έναν αιώνα μαίνεται μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο απόψεις, αυτή την κεϊνσιανή άποψη και τη "χουβεριανή" άποψη, σύμφωνα με την οποία για να αποκατασταθεί η δύναμη της οικονομίας πρέπει να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη· και για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη πρέπει να μειωθούν τα ελλείμματα· και για να μειωθούν τα ελλείμματα πρέπει να μειωθούν οι δαπάνες και να αυξηθούν οι φόροι. Τα προγράμματα του Δ.Ν.Τ. που εφαρμόστηκαν πριν από μια δεκαετία στην Ανατολική Ασία, τη Λατινική Αμερική και τη Ρωσία προσέφεραν πειστικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι, κανονικά, η χουβεριανή προσέγγιση δεν φέρνει αποτέλεσμα. Οι περικοπές δαπανών υπονομεύουν τη δύναμη της οικονομίας· η εξασθένηση της οικονομίας προκαλεί κάμψη των φορολογικών εσόδων, με αποτέλεσμα η μείωση του ελλείμματος να είναι μικρότερη από την προσδοκώμενη· δεν αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη, αλλά ούτε η κατανάλωση και η επένδυση. Η "νεράιδα της εμπιστοσύνης" είναι πιθανότερο να κάνει την εμφάνισή της με κεϊνσιανές πολιτικές που αποκαθιστούν την οικονομική μεγέθυνση παρά με μέτρα λιτότητας που την καταστρέφουν. Παρά τις αδιάκοπες αποτυχίες τους οι χουβεριανοί έχουν επιστρέψει και, ενώ σε μερικές χώρες -όπως το Ηνωμένο Βασίλειο- βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μια ιδεολογική μάχη, σε άλλες χώρες -όπως η Γερμανία- φαίνεται πως έχουν πάρει το πάνω χέρι οι χουβεριανοί.»

            «Μια διέξοδος που έχει προταθεί για την Ισπανία και τις άλλες χώρες είναι να απεργαστούν το ισοδύναμο μιας υποτίμησης – μια ομοιόμορφη μείωση μισθών. Πιστεύω ότι αυτό είναι ανέφικτο, και ότι οι επιπτώσεις του ως προς την κατανομή του εισοδήματος είναι απαράδεκτες. Στην πράξη οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να μειώσουν υποχρεωτικά άλλους μισθούς εκτός από εκείνους των δημόσιων υπαλλήλων. Σε κάποιες χώρες, όπου οι δημόσιοι υπάλληλοι εισπράττουν υπερβολικά υψηλούς μισθούς, κάτι τέτοιο ίσως είναι λογικό· αλλά σε άλλες χώρες, όπου οι αποδοχές τους είναι ήδη χαμηλές, μια τέτοια κίνηση θα περιορίσει ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα του κράτους να προσλαμβάνει τα ικανά άτομα που χρειάζεται για να παρέχει απαραίτητες δημόσιες υπηρεσίες. Οι κοινωνικές εντάσεις θα είναι τεράστιες. Αλλά ακόμα και οι οικονομικές συνέπειες μπορεί να είναι δυσμενείς: καθώς μειώνονται οι μισθοί και οι τιμές, θα περιοριστεί η δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταποκρίνονται στις δανειακές τους υποχρεώσεις· θα αυξηθούν οι χρεοκοπίες, όπως και τα προβλήματα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η ιδέα ότι η περικοπή μισθών αποτελεί λύση για τα προβλήματα της Ελλάδας, της Ισπανίας και άλλων χωρών της Ε.Ε. αποτελεί σκέτη φαντασιοκοπία.»

Λέξεις-μολότοφ ενάντια στο μαύρο χρήμα

Λέξεις-μολότοφ ενάντια στο μαύρο χρήμα*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Η «νέα τάξη» πραγμάτων, ένας όρος που επικράτησε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης για να δηλώσει τη γεωπολιτική πραγματικότητα της ακόλουθης χρονικά συντριπτικής διεθνούς κυριαρχίας των Η.Π.Α., χρησιμοποιείται από τον Ντίνο Σιώτη στην ποιητική του συλλογή «Μαύρο χρήμα», όμως όχι τη φορά αυτή για να δηλώσει τη γεωπολιτική αλλά τη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα ενός ακραίου, ανάλγητου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος, στο οποίο οι κρατούντες εγκαθιδρύουν το σκοτάδι για να διακινούν την ανομία και την αιμοβορία:


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 343, 16/5/2012.

«Έχουν αγκαλιές και δεν αγκαλιάζουν/ έχουν μάτια και δεν βλέπουν έχουν/ αυτιά και δεν ακούν κατεβαίνουν// σκάλες που δεν τις έχουν ανεβεί»· οι αγκαλιές, τα μάτια και τ' αυτιά είναι σφραγισμένα, η άρχουσα τάξη αρνείται να αφουγκραστεί τις ανάγκες των υπολοίπων. Η άνοδός της με αθέμιτα μέσα δεν της επιτρέπει να κατανοεί, παρά μόνο να ποδοπατά και να εγκληματεί.

 Το σκηνικό είναι μουντό. «Στις μέρες μας δεν αξιωθήκαμε να δούμε/ τον θρίαμβο της δημοκρατίας ούτε της/ δικαιοσύνης» συλλογίζεται ο Σιώτης. Ο κυνισμός, η απάθεια, η έλλειψη ενδιαφέροντος, επικοινωνίας κι ανθρωπιάς πυροδοτούνται από το μαύρο χρήμα: «τα ώτα των μη ακουόντων/ είναι βουλωμένα με μαύρο χρήμα». Αυταπάτες εκταμιεύονται σε μαύρο χρήμα, αβεβαιότητες εξοφλούνται σε μαύρο χρήμα, η βεβαιότητα ασφαλίζεται σε μαύρο χρήμα. Το μαύρο χρήμα κατεδαφίζει τα όνειρα, την εμπιστοσύνη, τη σιγουριά, την ασφάλεια. Υποταγμένοι σε τούτη τη μαύρη πρακτική, όσοι συμμετέχουν στο παιχνίδι των ισχυρών υπογράφουν την καταδίκη τους, που σηματοδοτεί την προσωπική τους εγκατάλειψη «στην άκρη του δρόμου», σφραγίζοντας την ταξική, κυρίως όμως την ηθική τους χρεοκοπία. Όσο λοιπόν οι «νεόπλουτοι» του ομότιτλου ποιήματος «τοκίζουν την/ ευμάρεια σε παράκτιες εταιρείες», «η/ ζωή παραμένει ανασφάλιστη και φοβική». Η μόνη ασφάλεια, κατά τον Σιώτη, εντοπίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη.

Ανακυκλώνοντας εμφαντικά τον όρο «μαύρο χρήμα» δώδεκα φορές μέσα στην ποιητική του συλλογή (δεκατρείς μαζί με τον τίτλο της συλλογής, σημαινόμενο κακοδαιμονίας) ο Σιώτης τον ταυτίζει λόγω χρώματος και υπόγειων διαδρομών με το σκοτάδι, ενώ παράλληλα τον αντιπαραβάλλει στο φως, το οποίο απειλείται με θάνατο. Ο ήλιος, φορέας του φωτός, ακρωτηριάζεται, ξεπουλιέται από «πλεονέκτες που θησαυρίζουν/ τοκίζοντας αέρα αλαζονείας σε τράπεζες/ πλειστηριασμού φωτός». Σκιές, φασματικές φιγούρες υποχθόνιες, επιβάλλουν το «άπλετο σκοτάδι». Τα δελτία ειδήσεων ισοπεδώνουν τον «άμαχο πληθυσμό» και προσκολλούν επάνω του τον θάνατο «σαν βδέλλα». Με ποιητική ευαισθησία ο Σιώτης αγωνιά για το σκοτεινό αύριο σε μια προφητεία που προβλέπεται να επαληθευτεί με μαθηματική ακρίβεια: «το πρωί να 'ναι εδώ και να μην έχει ξημερώσει», εφόσον θα κυριαρχεί το σκότος.

Ανάχωμα στην αλαζονεία των άπληστων υψώνεται ο ποιητικός λόγος. Ο ποιητής απευθύνει προσκλητήριο αντίστασης αναλαμβάνοντας ο ίδιος πρώτος δράση: «στο αμόνι χτυπώ την αλαζονεία»· και κηρύσσει την επανάσταση με τρομπέτες που συνθέτουν σκηνικό τελικής κρίσης. Οι λέξεις του είναι «εξεγερμένες» και παλεύουν ενίοτε μόνες ενάντια στην ατιμώρητη αυθαιρεσία. Πώς να πορευτούν άλλωστε αλλιώς, όταν ακόμη κι ο Θεός απουσιάζει; Στα ποιήματα «Θεέ μου» και «Κύριε» ο ποιητής προσευχόμενος απευθύνει στον Θεό επίκληση προς σωτηρία. Παρουσιάζοντας όλη την ελληνική τραγωδία με το κλίμα της φιλαρχίας, της ανομίας, της διαπλοκής, της διαφθοράς, της ατιμωρησίας, της σήψης, της δυσωδίας και της διάλυσης, παρακαλά για την έξοδο από τον «νυχτερινό ουρανό». Όμως ο Θεός είναι εξαφανισμένος («γιατί εξαφανίστηκες Κύριε»), απών από τον άδικο, παράλογο, εγωιστικό, υποκριτικό, ανυπόληπτο κόσμο. «Κι εσύ Κύριε κάθεσαι εκεί ψηλά/ (μα πόσο ψηλά πια;) και δεν λες δυο λόγια»: η μοιραία διαπίστωση του τραγικού αδιεξόδου επισύρει το απεγνωσμένο ερώτημα «μήπως θα 'πρεπε να τα μαζεύω/ Κύριε και να πάω σε άλλη πατρίδα;»

Σε ποια πατρίδα όμως να αναζητηθεί το καταφύγιο, όταν η πατρίδα της θεϊκής αγκαλιάς, στην οποία θα μπορούσαν να αναχθούν όλες οι υπόλοιπες, είναι από καιρό εξαφανισμένη κι αγνοούμενη; Γι' αυτό και στο σκηνικό της τελικής κρίσης, ελλείψει της θεϊκής επιφάνειας, πρωταγωνιστεί η ποίηση. Καθώς μάλιστα η ποίηση δεν απέχει πολύ απ' το να ταυτιστεί με τη ζωή που «βρέθηκε ατιμασμένη σ' ένα χαντάκι», εφόσον ανακαλείται η ανάλογη μοίρα ενός ποιητή, του δολοφονημένου από τους φασίστες Ισπανού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, έχει κάθε λόγο να διεκδικήσει την αποκατάστασή της. Βεβαίως το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο, δεδομένου πως η βασικότερη μονάδα λόγου, το ρήμα, διαστρέφεται: «το ρήμα το εξαγοράζω με μαύρο// χρήμα», δηλώνει ο ποιητής, σχολιάζοντας πόσο εύκολα το «ρήμα» μεταπίπτει σε «χρήμα», πόσο εύκολα η αλήθεια παραλλάσσεται κι ακυρώνεται με την προσθήκη ενός «Χ» που την παραχαράσσει. Εδώ λοιπόν απαιτείται «λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ' την ποίηση», εδώ επιβάλλεται «να εφεύρουμε/ λέξεις μολότοφ».

Ο Σιώτης αρπάζει τις αυτοσχέδιες μολότοφ του και τις εκτοξεύει με τη σκληρότητα της τιμωρού ποιητικής του γλώσσας ενάντια «στην κάθε φύσεως μαλακία». Δεν διστάζει να χαρακτηρίσει εμμέσως ως κτήνη τους μαυραγορίτες, που «αφήνουν ατάιστα τα ζώα τους φροντίζουν/ όμως στο έπακρο τα ζωώδη αισθήματα». Οι άπληστοι, πάλι, αποκαλούνται «πρεζόνια του πλούτου», ενώ και το προφίλ τους σχηματοποιείται «με άναρχες παντομίμες καύλας». Για όλους όσους δεν αναγνωρίζουν άλλο ιερό και όσιο πέρα από την «Αγία Απληστία», ο Σιώτης επιστρατεύει ενισχυτικά την ειρωνεία του: «έζησα/ τις μεγάλες στιγμές της μικρότητας των/ πολιτικών»· έτσι ο ποιητής προσδιορίζει το μέγεθος το προσωπικό μα και το μέγεθος των πράξεων των όντων τούτων με επίθετα αντιθετικά στις αποδιδόμενες σε αυτά ιδιότητες, επιτείνοντας έτσι τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους.

Η αναλγησία και ο κυνισμός όσων υπηρετούν το βρόμικο σύστημα αναδεικνύεται περαιτέρω μέσα από την ευαισθησία που εκδηλώνουν τα άψυχα αντικείμενα καθώς προσωποποιούνται. Το παγκάκι, ξενώνας συχνά αστέγων, χαρακτηρίζεται το ίδιο από τον Σιώτη «άστεγο». Τα μαχαίρια λιποτακτούν «γιατί δεν είχαν ψωμί να κόψουν/ δεν είχαν τοστ να το αλείψουν βούτυρο». Οι δρόμοι, με τη σειρά τους, «στ' αλήθεια τα// χάνουν τρελαίνονται και κλαίνε απαρηγό-/ ρητοι όχι λόγω δακρυγόνων αλλά λόγω/ κατάντιας του συλλογικού δράματος». Ακόμη και τα άψυχα, επομένως, χάνουν τον προσανατολισμό τους και αλλοτριώνονται, όταν υποχρεώνονται να συμμετάσχουν στον πόνο και στον εξευτελισμό του ανθρώπου. Η εκδήλωση ευαισθησίας από τα άψυχα, σε σύγκριση με την αφασία των ανθρώπων, κορυφώνει την τραγικότητα της κατάστασης.

Εξίσου δραστικά λειτουργεί η αντιστροφή από τον Σιώτη παραδοχών ευρέως διαδεδομένων, των οποίων η αποδόμηση τις καθιστά άκυρες. Η πασίγνωστη παραδοχή πως όποιον πολιτικό αποχωρεί από το «μαντρί», δηλαδή από το κόμμα στο οποίο ανήκει, προκειμένου να κινηθεί αυτόνομα, τον τρώει ο «λύκος», προσεγγίζεται από τον ποιητή υπό ένα νέο πρίσμα ερμηνείας, σύμφωνα με το οποίο ο λύκος δεν βρίσκεται έξω από το μαντρί, παρά μέσα σ' αυτό, ενώ το «αρνί», δηλαδή ο μαντρωμένος λαός, καλείται να δείξει εμπιστοσύνη στον λύκο, υπονομεύοντας την ύπαρξή του και αποδεικνυόμενο «τυφλό». Η αντίστροφη αλληγορία του Σιώτη αποδίδει τόσο το πόσο απροστάτευτος είναι ο λαός σαν αρνί, όσο όμως και τη δική του ευθύνη, που επιφέρει την τυφλότητά του.

Η τυφλότητα αυτή, εξάλλου, έχει ως συνέπεια «ο// κύκλος να μην κλείνει αλλά να παρα-/ μένει ανοιχτός όπως οι πληγές των/ Φαραώ». Τα νοσήματα των Ελλήνων, διαχρονικά κι ανίατα, παρουσιάζονται από έναν χορό αρχαίας τραγωδίας στο Σύνταγμα, ο οποίος «απαγγέλλει το αρχαίο δράμα του λαού». Οι διαφορετικοί χρόνοι, παρελθόν και παρόν, συμφύρονται στον ίδιο τόπο, στον ίδιο λαό, αποκαλύπτοντας πως ποτέ δεν επήλθε η πρόοδος. Η κυριαρχία του παρελθόντος επί του παρόντος, καθώς «το τέλος του/ αιώνα ήρθε πριν την αρχή του», με το τέλος να προηγείται χρονικά της αρχής, δηλώνει μέσω του οξύμωρου σχήματος την κατίσχυση του μεσαίωνα. Η ίδια διαπίστωση επιβεβαιώνεται κι από το επιλογικό της συλλογής τρίστιχο «Αν και ένα χρόνο στο/ μνημόνιο ζούμε σε/ προμνημονιακή εποχή», γεγονός που καταδεικνύει πως παρά το πέρασμα του χρόνου δεν επήλθαν βελτιωτικές αλλαγές· αντιθέτως επήλθε οπισθοδρόμηση.

Πώς μπορεί να συντελεστεί λοιπόν η έξοδος από τον λαβύρινθο; Η πρόταση του Σιώτη περιλαμβάνει την εγκατάλειψη του παρελθόντος και της σήψης του: «η καινούρια ζωή/ προχωρά αφήνοντας πίσω της τα ρετάλια/ τα ρεμάλια και τα ράκη της απάτης». Για να κατορθωθεί αυτό, βεβαίως, προϋποτίθεται πως τα πράγματα θα ειπωθούν με τ' όνομά τους, χωρίς κολακείες και ωραιοποιήσεις: «όσοι χαϊ-/ δεύουν τα αυτιά της εξουσίας ας πάνε/ να κλειστούν ξανά στον γυάλινο πύργο/ τους: σε κανέναν μας δεν θα λείψουν». Έτσι ο Σιώτης δεν δείχνει απλώς στα παπαγαλάκια της εξουσίας τον δρόμο για το κλουβί τους, μα βγάζει από τον γυάλινο πύργο την μέχρι πρότινος εκεί εγκλωβισμένη ποίηση, που αφυπνίζεται και αφυπνίζει, καθώς αποσπά τον εαυτό της από την ιδιώτευσή της και τις εσωτερικές της καταβυθίσεις, και διεκδικεί ξανά ενεργά τον κοινωνικό της ρόλο.

 

Ντίνος Σιώτης, «Μαύρο χρήμα», εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2011, σελ. 88.

 

ΕΦΕΥΡΕΣΗ

 

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε

λέξεις μολότοφ που ν' αντιστέκονται στα

δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη

 

γλώσσα των καταφρονεμένων που να

μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για την

χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια

 

άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν

άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς

ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες

 

να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού

που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω

στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο

 

κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να

μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλλα ένα

λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ' την ποίηση

 

Αθήνα, 9 Δεκεμβρίου 2008

 

Η ΧΩΡΑ ΜΑΣ

 

Χωρίς προειδοποίηση μείναν πίσω τα

πουλιά μείναν πίσω οι γλάστρες μείναν

πίσω οι λύκοι να φυλάνε τα πρόβατα

 

τότε δεν βλέπαμε τίποτα: ο καλός ποιμήν

έλειπε με άδεια στα ιαματικά λουτρά εμάς

μας τύφλωναν τα καζίνα κι οι διαφημίσεις

 

στην τηλεόραση όπου τα φαινόμενα σήψης

& παρακμής μύριζαν φρεσκάδα και ακμή

τώρα χωρίς προειδοποίηση χαροπαλεύει η

 

χώρα τι κι αν ο ηγέτης μόλις ανακάλυψε

την πράσινη ανάπτυξη τι κι αν του δείχνουν

τον μεσαίωνα που προπορεύεται της χώρας

 

Αθήνα, 14 Μαΐου 2011

 

Κρίση και αριστερή διέξοδος: Η πρόκληση

Κρίση και αριστερή διέξοδος – Η πρόκληση της επόμενης μέρας

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ*

 

Tων Στάθη Κουβελάκη & Κώστα Λαπαβίτσα

 

«Η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ, η σύγκρουση με την ΕΕ και η υιοθέτηση εκτεταμένου αντικαπιταλιστικού προγράμματος θα λειτουργήσει ως παράδειγμα για τους ευρωπαϊκούς λαούς… Η Ελλάδα μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για τη δράση των άλλων ευρωπαϊκών λαών που δέχονται τεράστιες πιέσεις λόγω της κρίσης και επιζητούν μεγάλες αλλαγές, όπως δείχνουν οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία. Σε μια τέτοια προοπτική η Ευρώπη θα μπορέσει ίσως να μπει σε διαφορετική πορεία, προωθώντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών λαών με πραγματικούς όρους και όχι με τη σημερινή υποκρισία που καλύπτει την ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Θα πρόκειται για το πρώτο ουσιαστικό πλήγμα κατά του νεοφιλελευθερισμού και της χρηματιστικοποίησης που οδήγησαν στην τεράστια κρίση του 2007. Η ανατρεπτική αριστερά μπορεί όντως να κάνει την Ελλάδα να αλλάξει τον εαυτό της συμβάλλοντας σε ευρύτερες παγκόσμιες αλλαγές».

Ο Κώστας Λαπαβίτσας και ο Στάθης Κουβελάκης καταθέτουν 54 θέσεις – προτάσεις, χαράσσουν τους άξονες της Αριστερής Διεξόδου από την Κρίση, ενώ αναδεικνύουν την αναγκαιότητα μετωπικής συμμαχίας των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων με πυρήνα μια Αριστερά με ανατρεπτικό προσανατολισμό.

Οι θέσεις χωρίζονται σε τρία μέρη:

Γενικευμένη καπιταλιστική κρίση: Ευρώπη και Ελλάδα (θέσεις 1-17)

Κοινωνικές δυνάμεις και πολιτική εξουσία στην εποχή των μνημονίων (θέσεις 18-41)

Αριστερή πρόταση για επίλυση της κρίσης και κοινωνική αλλαγή (θέσεις 42-54) 

Σας παρουσιάζουμε μια σύντομη περίληψη των θέσεων.

 

Η κρίση που αντιμετωπίζει ο ελληνικός καπιταλισμός είναι οικονομική, κοινωνική, πολιτική, κρατική, ιδεολογική και ηθική. Για πρώτη φορά στην ιστορία της η Ελλάδα αντιμετωπίζει γενικευμένη κρίση που δεν οφείλεται σε πόλεμο αλλά πηγάζει ενδογενώς από τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις… Η ελληνική κρίση είναι μέρος της παγκόσμιας αναταραχής που ξεκίνησε το 2007 και άρα πηγάζει από τις γιγαντιαίες αντιφάσεις του χρηματιστικοποιημένου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού της εποχής μας… Η συσσώρευση στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες δεν έχει μπει σε νέα και δυναμική βάση, ενώ δεν έχει ανεβεί αποφασιστικά η μακροπρόθεσμη κερδοφορία του κεφαλαίου. Παράλληλα η παραγωγική βάση της παγκόσμιας οικονομίας αναδιαρθρώνεται προς όφελος της αναδυόμενης Ασίας και σε βάρος των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Το θεσμικό και νομικό πλαίσιο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, από την άλλη, καθορίζεται από τις νεοφιλελεύθερες θεσμικές αλλαγές των τελευταίων τριών δεκαετιών. Η κυριότερη αλλαγή είναι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και των χρηματοπιστωτικών αγορών… Ο ώριμος καπιταλισμός της εποχής μας δεν έχει έντονο αναπτυξιακό δυναμισμό, αλλά δημιουργεί αλλεπάλληλες φούσκες στις οποίες συμμετέχει και το βιομηχανικό κεφάλαιο αποσπώντας χρηματοπιστωτικά κέρδη. Η γιγαντιαία φούσκα του 2001-2007 οδήγησε στην κρίση που ξέσπασε το 2007, εκφράζοντας τη βαθύτερη δυστοκία της συσσώρευσης με τη μορφή της διόγκωσης του ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους…

Η ΟΝΕ ασκεί τεράστιες πιέσεις στη μισθωτή εργασία και έχει δημιουργήσει νέα αντίθεση κέντρου–περιφέρειας στην Ευρώπη. Η αντίθεση παίρνει τη μορφή απώλειας ανταγωνιστικότητας από πλευράς περιφέρειας … οδηγώντας έτσι σε διόγκωσης του χρέους… Το χρέος της περιφέρειας είναι εν μέρει εγχώριο, λόγω της γιγάντωσης των περιφερειακών τραπεζών, και εν μέρει διεθνές, λόγω του δανεισμού από τις τράπεζες του κέντρου… Για τις χώρες της περιφέρειας, αλλά και τα εργατικά στρώματα κέντρου και περιφέρειας, δεν υπάρχει προοπτική κεϋνσιανής πολιτικής, ή εκ νέου ενίσχυσης του κράτους πρόνοιας. Το μέλλον θα φέρει μόνο λιτότητα, μειώσεις και αυστηρό έλεγχο του κόστους εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις, περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και εξασθένιση του κράτους πρόνοιας. Είναι στρατηγικό λάθος που πηγάζει από την αποτυχημένη ιδεολογία του ευρωπαϊσμού να πιστεύεται ότι οι εξελίξεις αυτές είναι συγκυριακές και οφείλονται σε πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων της Γερμανίας, της Γαλλίας και άλλων χωρών του κέντρου. Απεναντίας, τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης απορρέουν από τη φύση της ΟΝΕ και σκοπεύουν στην προστασία των συμφερόντων του μεγάλου τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου.

Η νομισματική ένωση είναι ένα αντιφατικό και εκμεταλλευτικό πλέγμα σχέσεων που δε μπορεί να διατηρηθεί επί μακρόν, είτε γιατί οι χώρες της περιφέρειας θα αντιδράσουν, είτε γιατί θα υπάρξει γενικευμένη αντίδραση της μισθωτής εργασίας. Το σπάσιμο της ΟΝΕ με τη σημερινή μορφή της είναι θέμα χρόνου. Οι επιλογές της ελληνικής αστικής τάξης αποδείχθηκαν απολύτως τυχοδιωκτικές απειλώντας τη χώρα και την κοινωνία της με κατάρρευση. Πρόκειται για τεράστια ιστορική αποτυχία που οδηγεί σε νέα μορφή αποικιοποίησης της Ελλάδας…

Η αντιμετώπιση της κρίσης υπό την αιγίδα της τρόικας έχει επίσης άμεσες επιπτώσεις στη λειτουργία και τη σύσταση του ελληνικού κράτους. Με την έξαρση της ευρωπαϊκής ‘ενοποίησης' καθ' οδόν προς την ΟΝΕ, το ελληνικό κράτος απώλεσε σειρά μηχανισμών παρέμβασης και ελέγχου της οικονομίας. Η ΕΕ επέβαλε την αντίληψη ότι η απελευθέρωση των αγορών θα φέρει από μόνη της τα επιθυμητά αποτελέσματα ανάπτυξης. Οι ελληνικοί κρατικοί μηχανισμοί φαίνεται ότι σταδιακά έχασαν ακόμη και τη δυνατότητα να διαμορφώνουν ανεξάρτητη άποψη αποδεχόμενοι την επικυριαρχία των ευρύτερων μηχανισμών της ΕΕ… Πρόκειται για εξέλιξη πρωτοφανή στην ελληνική ιστορία, η οποία εμπεριέχει μεγάλους κινδύνους για την κοινωνία, αλλά και για την εθνική υπόσταση… Η Ελλάδα μετατρέπεται σε μία λιμνάζουσα και ασήμαντη γωνιά της ΕΕ, με περιορισμένη εθνική κυριαρχία και δημοκρατικές διαδικασίες υπό αίρεση, που θα φέρει μονίμως ένα τεράστιο χρέος. Το τίμημα της συνεχιζόμενης παραμονής στην ΟΝΕ και της αποδοχής των πολιτικών της ΕΕ είναι οικονομικός, κοινωνικός και εθνικός μαρασμός. Πρόκειται για εθνική αυτοχειρία χωρίς προηγούμενο…

Η κύρια ευθύνη για την αντιπρόταση ανήκει στην εργατική τάξη που θα πρέπει να δώσει προοπτική και κατεύθυνση και στις άλλες τάξεις που πλήττονται από την κρίση. Αλλά, δεν έχει ως τώρα δημιουργήσει ανεξάρτητη πρόταση για έξοδο από την κρίση, πέραν της απόρριψης της πολιτικής της τρόικας και της αυξανόμενης δυσπιστίας προς την ΟΝΕ… Παρά την αδυναμία σχηματισμού ταξικής αντιπρότασης, η αντίδραση της μεγάλης πλειοψηφίας ήταν εντυπωσιακή το 2010-11. Είναι απολύτως λάθος να λέγεται ότι ο ελληνικός λαός συναίνεσε σιωπηλά στην πολιτική της τρόικας. Απεναντίας, αποδείχτηκε μαχητικός, δημιουργικός και με πλήρη συναίσθηση της κατάρρευσης της εθνικής του αξιοπρέπειας. Τον πρώτο λόγο είχε η εργατική τάξη με κύματα απεργιών και καταλήψεων που δεν σταμάτησαν ποτέ, παρά την ταχύτατη άνοδο της ανεργίας. Εμφανίστηκαν οι πρώτες μορφές αυτοδιαχείρισης και αυτοδιοίκησης επιχειρήσεων και άλλων μονάδων, όπως νοσοκομεία, που δείχνουν τη δυνατότητα εναλλακτικής οργάνωσης της κοινωνικής ζωής.

Αποφασιστική σημασία στην αδυναμία σχηματισμού συνεκτικής αντιπρότασης έχουν παίξει δύο ακόμη παράγοντες, διαφορετικής βαρύτητας αλλά συνδεόμενοι μεταξύ τους. Ο πρώτος, και λιγότερο σημαντικός, είναι η ανεπάρκεια της ελληνικής διανόησης μπροστά στην κρίση. Αντιμέτωπη με την βαθύτερη κρίση του ελληνικού καπιταλισμού στα νεότερα χρόνια, η εγχώρια διανόηση δεν κατάφερε να παραγάγει καμία ουσιαστική συζήτηση για τα αίτια της κρίσης, αλλά και τις προοπτικές επίλυσής της… Ο δεύτερος, και κατά πολύ σημαντικότερος, παράγοντας είναι η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να διαμορφώσει οποιαδήποτε εναλλακτική πρόταση που να περιλαμβάνει έξοδο από την ΟΝΕ. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν είναι καθόλου ανοργάνωτο, ανίκανο, τυχάρπαστο και τα άλλα άσκεφτα που συχνά ακούγονται γι' αυτό. Καθ' όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης αποδείχτηκε σε ένα από τα πλέον σταθερά συστήματα της ευρωπαϊκής ηπείρου, υπηρετώντας αποτελεσματικά τις επιλογές της μεγάλης ελληνικής αστικής τάξης. Κεντρικό στοιχείο αυτών των επιλογών… ήταν ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός… Για το λόγο αυτό ο ευρωπαϊσμός αναδείχτηκε σε αποφασιστικό κριτήριο διαχωρισμού ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα κατά την διάρκεια της κρίσης. Η πρόσδεση στον ευρωπαϊσμό, ή η αποφυγή της ουσιαστικής ρήξης μαζί του, που χαρακτηρίζει και τα τέσσερα μεγάλα κόμματα της Μεταπολίτευσης, έχει λειτουργήσει αποτρεπτικά για το σχηματισμό αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης αντιμετώπισης της κρίσης. Δεν επιτρέπει επίσης να εκφραστεί η αντίδραση και ο σκεπτικισμός προς την ΟΝΕ και την ΕΕ που αναμφίβολα υπάρχουν μέσα στα εργατικά, τα μικρομεσαία και τα αγροτικά στρώματα.

Μέσα στις συνθήκες αυτές η Αριστερά θα πρέπει να πάρει θέση αποδεχόμενη τον ιστορικό της λόγο ύπαρξης. Με άλλα λόγια, επιδίωξη της Αριστεράς θα πρέπει να είναι ακριβώς η διαμόρφωση της εναλλακτικής λύσης που λείπει, και που θα ανοίγει με τρόπο αξιόπιστο το δρόμο για την αντικαπιταλιστική αλλαγή της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Η λύση θα πρέπει να βασίζεται στην ταξική συμμαχία της μισθωτής εργασίας, των μικρομεσαίων και των αγροτών… Για να έχει πολιτική αξιοπιστία δεν θα πρέπει απλώς να είναι συνεκτική, αλλά και να εδράζεται σε πολιτική συμμαχία που θα πρέπει να σχηματιστεί με την Αριστερά στο επίκεντρο. Το ζητούμενο της περιόδου, με άλλα λόγια, είναι να σχηματιστεί το πολιτικό μέτωπο που θα δώσει πολιτική έκφραση και θα συμβάλει στη δημιουργία του κοινωνικού μετώπου των τάξεων που πλήττονται από την κρίση.

Η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ, η σύγκρουση με την ΕΕ και η υιοθέτηση εκτεταμένου αντικαπιταλιστικού προγράμματος θα λειτουργήσει ως παράδειγμα για τους ευρωπαϊκούς λαούς… Η Ελλάδα μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για τη δράση των άλλων ευρωπαϊκών λαών που δέχονται τεράστιες πιέσεις λόγω της κρίσης και επιζητούν μεγάλες αλλαγές, όπως δείχνουν οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία. Σε μια τέτοια προοπτική η Ευρώπη θα μπορέσει ίσως να μπει σε διαφορετική πορεία, προωθώντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών λαών με πραγματικούς όρους και όχι με τη σημερινή υποκρισία που καλύπτει την ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Θα πρόκειται για το πρώτο ουσιαστικό πλήγμα κατά του νεοφιλελευθερισμού και της χρηματιστικοποίησης που οδήγησαν στην τεράστια κρίση του 2007. Η ανατρεπτική αριστερά μπορεί όντως να κάνει την Ελλάδα να αλλάξει τον εαυτό της συμβάλλοντας σε ευρύτερες παγκόσμιες αλλαγές.

 

* Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ ένα κείμενο θέσεων που προκαλεί και προσκαλεί σε διάλογο και δράση. Κρίση και Αριστερή Διέξοδος – Θέσεις για ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο. Κώστας Λαπαβίτσας – Στάθης Κουβελάκης

ΠΗΓΗ: contramee. Το είδα: http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=7691:2012-05-07-11-56-31&catid=72:dr-ekdilosis&Itemid=279

Άρης Αλεξάνδρου: Στο μυαλό του Ντοστογιέβσκη

Στο μυαλό του Ντοστογιέβσκη

Ο Άρης Αλεξάνδρου αναδιφά την καταγωγή, το έργο και τη συγγραφική μεγαλοφυΐα του μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη.

 

Του Κωστή Παπαγιώργη*


Η μοίρα όσων μεταφράζουν αριστουργήματα μπορεί να μην έχει το κύρος και τη μαγεία των ίδιων των έργων, πλην όμως της ανήκει μια φωτεινότατη ακτίνα δέους και αφοσίωσης. Στα καθ' ημάς το όνομα του Ντοστογιέβσκη παραμένει αδιαχώριστο από το όνομα του μεταφραστή του Άρη Αλέξάνδρου, ο οποίος γύρισε στην ελληνική τα περισσότερα έργα του Ρώσου μυθιστοριογράφου και τώρα – χάρη σ' ένα χειρόγραφο που βρέθηκε στα χαρτιά του και παραδόθηκε από τη σύζυγό του Καίτη Δρόσου στον Κώστα Γκοβόστη – μας ανακοινώνει, τρόπον τινά, την άποψή του για το μεγάλο έργο του Ρώσου.

Ο Αλεξάνδρου γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1922 στην Πετρούπολη. Ο πατέρας του Βασίλης Βασιλειάδης (ή Ιβάνονιτς) ήταν Έλλην Πόντιος που κατέφυγε στη Ρωσία για να γλιτώσει από την επιστράτευσή του στον οθωμανικό στρατό. Μιλούσε ρώσικα, γαλλικά και αγγλικά και ψωμιζόταν εργαζόμενος σε κάποια γαλλική τράπεζα. Μετά την Επανάσταση οι τράπεζες κρατικοποιήθηκαν, αλλά ο Βασιλειάδης δεν υπάκουσε στο νέο καθεστώς. Ο εμφύλιος είχε ήδη αρχίσει, οπότε μαζί με την εσθονικής καταγωγής σύζυγό του Πωλίνα Άντοβνα Βίλγκεμσον μετακόμισαν στη Μόσχα. Εκει έζησαν ως το 1928, οπότε ο Βασιλειάδης αποφάσισε να κατέλθει στην Ελλάδα, παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις της γυναίκας του.

Όσο για τον Άρη, αρχίζει η περιπέτειά του με τα γράμματα, τη συγγραφή, τη μύηση στην Αριστερά, τη σύγκρουσή του και την παραίτησή του από το ΚΚΕ, την εξορία του στη Μακρόνησο, τη δήλωσή του και την ανάκλησή της, που του κόστισε επιπλέον δύο χρόνια εξορίας. Το '59 παντρεύεται τη γυναίκα της ζωής του Καίτη Δρόσου και το 1967 διέφεύγει στο Παρίσι για ν' αποφύγει τη σύλληψη. Εκεί έκανε ακόμη και τον χαμάλη για να επιβιώσει και βέβαια ολοκλήρωσε το Κιβώτιο (1975), το οποίο είχε αρχίσει να γράφει το 1966. Ο Άρης πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 2 Ιουλίου του 1978 και  ετάφη στο παρισινό νεκροταφείο Thiais.

Ενδεικτικά θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η αλλαγή του ονόματος (από Βασιλειάδης σε Αλεξάνδρου) οφείλεται στο απλό γεγονός ότι στον Γκοβόστη εργαζόταν κι άλλος Βασιλειάδης.

Η παρατήρηση του Αλεξάνδρου για την απουσία ύφους του Ντοστογιέβσκη δεν μπορεί να σχολιαστεί από όσους δεν κατέχουν τη ρωσική γλώσσα. Αξίζει, ωστόσο, ως σκέψη. Ο μεταφραστής είχε μπροστά του ένα κείμενο άνευ ροής, άνευ οιασδήποτε λογοτεχνικής φροντίδας, ενώ από την άλλη κυριαρχούσε η εμφαντικότητα, η υπερβολή και ο ζυγιασμένος συσχετισμός ανάμεσα στα γεγονότα και στη βαρύτητα των λέξεων. Εξ αυτού του λόγου παρακινημένος ο Άρης «είχε συνεχώς την τάση να επεμβαίνει στο κείμενο». Ο λόγος; Ένιωθε ότι αν άφηνε το κείμενο ως είχε, υπήρχε φόβος να του προσάψουν ότι είναι αδέξιος μεταφραστής. Βέβαια, η σκέψη ότι ο Ντοστογιέβσκη έγραφε συχνά στο πόδι για τα προς το ζην (τον Παίκτη λέγεται ότι τον έγραψε σε χρόνο μηδέν) ήταν μια εξήγηση, αλλά δεν κάλυπτε την ουσία αυτού του απλησίαστου έργου. Αντίθετα, όταν θα διαγνώσει τη θεατρικότητα των μυθιστορημάτων, είναι προφανές ότι βρίσκεται πολύ κοντά στην αλήθεια:

«Μεταφράζοντας, είχα την αίσθηση πως έπρεπε ν' αποδώσω θεατρικό έργο και όχι μυθιστόρημα. Οι ήρωες βρίσκονταν πάντα (ή σχεδόν) υπό το κράτος της οργής, της απελπισίας, της απόγνωσης, της μέθης, του ερωτικού παροξυσμού, σπανίως της χαράς, με δύο λόγια υπό το κράτος έντονης συναισθηματικής φορτίσεως που τους έσπρωχνε ν' ανοίξουν την καρδιά τους και να προβούν σε εξομολογήσεις "αναποδογυρίζοντας την ψυχή τους τα μέσα έξω" συνειδητοποιώντας συνήθως τη γελοιότητά τους, αυτοταπεινούμενοι και αυτοτιμωρούμενοι. Ο λόγος τους ήταν θεατρικός ακόμα και με τη στενότερη έννοια της λέξης, με την έννοια δηλαδή ότι ένας έμπειρος ηθοποιός θα μπορούσε κάλλιστα να παίξει τον αντίστοιχο ρόλο, χωρίς να χρειάζεται σκηνοθετικές υποδείξεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, υπάρχουν ακόμα και οι υποδείξεις που λέμε, όπως λόγου χάρη στην περίπτωση του Μαρμελάντοβ που αφηγείται στον Ρασκόλνικοβ τα βάσανά του: "Έδωσε μια με τη γροθιά του στο μέτωπο, έσφιξε γερά τα δόντια, έκλεισε τα μάτια κι ακούμπησε βαριά με τον αγκώνα στο τραπέζι"».

Τι αποδεικνύουν όλα αυτά; Απλούστατα ότι ο Ντοστογιέβσκη είχε διαβάσει με πάθος τον Χόφμαν, όπου οι σκοτεινές καταστάσεις (διάβαζε Ο διπλός άνθρωπος) ήταν τυπικά μοτίβα, είχε εντρυφήσει στο ρομαντικό μυθιστόρημα [όπου πάντα ρίχνεται ένα χαστούκι (διάβαζε Δαιμονισμένοι και χαστουκομπουνιά του Σάτοφ σε βάρος του Σταυρόγκιν), όπως άλλωστε είχε διαβάσει με πάθος τον Γκόγκολ (ο Ντέβουσκιν είναι αντιγραμμένος Γκόγκολ)]. Δικαιολογημένα οι «εχθροί» του Ντοστογιέβσκη έλεγαν, όταν κυκλοφόρησε ο Φτωχόκοσμος: Πώς άφησαν να εκδοθεί ένα έργο που είναι προϊόν λογοκλοπής; Ωστόσο, κανείς από τους κατηγόρους του, ούτε ο μέγας Μπελίνσκι, δεν υποψιάστηκαν ότι αυτός ο ταραγμένος νέος θα έφτανε τόσο μακριά ώστε ν' αναδειχτεί σε πνευματικό πυλώνα της χώρας του. Ο Ντοστογιέβσκη έγραφε στον αδελφό του: «Διάβασα όλο τον Χόφμαν στα ρωσικά κι όσα δεν βρήκα σε μεταφράσεις στα γερμανικά (;)… Έχω ένα σχέδιο: να γίνω τρελός…».

Με ορθό πνεύμα ο Αλεξάνδρου αναδιφά την καταγωγή των Ντοστογιέβσκη. Προέρχονταν από παμπάλαια λιθουανική οικογένεια, που το όνομά της αναφέρεται από τον 16ο αιώνα σε έγγραφα της νοτιοδυτικής Ρωσίας. Σε αναφορά του 1506 το όνομα καταγράφεται στα λιθουανικά αρχεία, όπου το χωριό Ντοστόγιεβο παραχωρείται σε κάποιον Ντανίλ Ιρτύς με καταγωγή ταταρική κι από την ονομασία του χωριού οι υποταχτικοί δανείστηκαν την επωνυμία τους. Στα τέλη του 16ου αιώνα κάποια Μαρία Στεφάνοβνα Ντοστογιέβσκαγια κατηγορήθηκε για τον φόνο του άντρα της Στάνισλαβ Κάρλοβιτς. Το 1634 ένας άλλος Ντοστογιέβσκη κατηγορήθηκε για τον φόνο ενός αξιωματικού, χωρίς να χάσει την εύνοια του του Γιαν Καζιμίρ, βασιλιά της Πολωνίας. Κάποιος Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη υπήρξε πληρεξούσιος και φίλος του πρίγκιπα Κούρμπσκη, που είχε στραφεί κατά του Ιβάν του Τρομερού. Άραγε, όλοι αυτοί οι Ντοστογιέβσκη ήταν Ρώσοι ή Λιθουανοί; Ο ίδιος ο συγγραφέας φρονούσε ότι ήταν Ρώσος με όλες τις σημασίες της λέξης.

Παρότι σύντομο, το κεφάλαιο που επιγράφεται «Η δολοφονία του πατέρα» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθότι το διαπερνά κάτι σαν «μαγική φρίκη». Ο πατέρας του ήταν γιατρός, υπερβολικά ευέξαπτος άνθρωπος, προκλητικός και τυραννικός. Απίστευτα τσιγκούνης, αλκοολικός, άτυχος και ανθρωποδιώχτης, εν τέλει είχε την τύχη που του ταίριαζε. Πράγματι, μετά από είκοσι πέντε χρόνια στο νοσοκομείο, εγκαταστάθηκε στο Νταρόγιοβε. Μόλις 46 ετών, απομονώθηκε σ' ένα σπίτι καταμόναχος, όπου παραμιλούσε φωναχτά με την ψευδαίσθηση ότι συνομιλεί με την μακαρίτισσα σύζυγό του… Επόμενο ήταν η ζωή του να πάρει την κάτω βόλτα. Καθώς τα οινοπνευματώδη αυξάνονταν, έφερε στο σπίτι μια υπηρέτρια από τη Μόσχα, την Κατερίνα, διώχνοντας ταυτόχρονα τις δυο του θυγατέρες. Η ιδιωτική του κόλαση είχε στηθεί, το παράφορο θυμικό του κόχλαζε καθημερινά, οπότε πάνω σε κάποια παραφορά του εναντίον ενός μουζίκου, μια ομάδα χωρικών όρμησε καταπάνω του και τον άφησε σέκο. Συνεπώς, ο γερο-Καραμάζοβ στο ομώνυμο μυθιστόρημα είναι μορφή που δουλεύτηκε χρόνια ολόκληρα στο εργαστήρι του Φιοντόρ.

Πράγματι, σε όλο το έργο του Ντοστογιέβσκη κυκλοφορεί δημιουργικά το «πρόβλημα του πατέρα». Στις σημειώσεις για τον Έφηβο ο Αλεξάνδρου απομονώνει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Υπάρχουν παιδιά που από τα μικρά τους χρόνια αρχίζουν να σκέφτονται και να κρίνουν την οικογένειά τους, που από τα τρυφερά τους χρόνια αισθάνονται ως προσωπική τους προσβολή το γεγονός ότι ο πατέρας δεν εμπνέει σεβασμό, ο πατέρας και το περιβάλλον τους, και το κυριότερο, από τα μικρά τους κιόλας χρόνια αρχίζουν να καταλαβαίνουν πόσο αυθαίρετες και τυχαίες είναι οι βάσεις όλης της ζωής τους». Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Ντοστογιέφσκι, την πρώτη του επιληπτική κρίση ο Φιοντόρ την έπαθε όταν έμαθε τον φόνο του πατέρα του. Διόλου τυχαίο ότι ο Φρόιντ, σε μια μελέτη που έγραψε το 1929, υποστήριξε ότι ο θάνατος του πατρός Ντοστογιέβσκη υπήρξε αποφασιστικό γεγονός που διαμόρφωσε τη ζωή του μυθιστοριογράφου, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την άποψη ότι η επιληψία του χρονολογείται από το 1839.

Αναφορικά με το χειρόγραφο του Αλεξάνδρου, ο αναγνώστης δικαιούται να έχει κάποιες επιφυλάξεις σχετικά με τον χρόνο συγγραφής, τη φάση που πέρναγε ο συγγραφέας και την αντιμετώπιση του ντοστογιεβσκικού έργου. Όταν ο Αλεξάνδρου, για παράδειγμα, διερωτάται, «Σε τι συνίσταται ο συγγραφική μεγαλοφυΐα του Ντοστογιέβσκη;», παρασύρεται σε απόψεις τρίτης τάξεως, καθώς συγχέει τα προσωπικά βάσανα του Φιοντόρ με τη συναρπαστική μεταποίησή τους μέσα στα μυθιστορήματα. Λόγου χάρη, γιατί ο Μίσκιν – ως Χριστός που εμφανίζεται μέσα στην Πετρούπολη – δεν του γεννάει καμιά απορία; Δεν είδε ότι ο «Ηλίθιος» είναι το πιο αποτυχημένο μυθιστόρημά του (όσον αφορά τον κεντρικό ήρωα) και από τα πιο επιτυχημένα, όσον αφορά τα λοιπά πρόσωπα;

Η τελική μας εντύπωση για το βιβλίο είναι σαφής. Ο Αλεξάνδρου κρατούσε σημειώσεις με φανερό απώτερο σκοπό να ολοκληρώσει ένα δοκίμιο για τον συγγραφέα, που εργάστηκε πολλά χρόνια διαβάζοντάς τον και μεταφράζοντάς τον. Τελικά, η εργασία απέμεινε στη μέση…

 

* http://el.wikipedia.org/wiki/…..Κωστής Παπαγιώργης…82

 

ΠΗΓΗ: 25.4.2012, http://www.lifo.gr/mag/features/3178

Είναι κάπου εδώ η ιλαροτραγωδία!

Είναι κάπου εδώ η ιλαροτραγωδία!*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Είναι δυνατόν να διαπραχθεί ληστεία, πρωταρχικός στόχος της οποίας δεν θα 'ναι τα χρήματα; Η ερώτηση επιδέχεται καταφατική απάντηση, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν άλλα ισχυρά κίνητρα ικανά να οδηγήσουν σε μία αντίστοιχης υφής απονενοημένη πράξη. Για τον δεκαοκτάχρονο Μπίλη, τον ήρωα του Χρήστου Χαρτοματσίδη στο μυθιστόρημά του «Είναι κάπου αλλού η γιορτή», τα κίνητρα όντως υφίστανται, και τον οδηγούν, παραμονή Χριστουγέννων, μεταμφιεσμένο στον συνονόματό του Άι-Βασίλη, σε επίθεση εναντίον του γειτονικού ζαχαροπλαστείου.



* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 341, 16/4/2012.

Το ζαχαροπλαστείο ανήκει στον νταή της γειτονιάς, άρχοντα της νύχτας και διακινητή μαύρου χρήματος Πιτ Καλαβάθη, επονομαζόμενου και «Μαύρου Πιτ». Ο Μπίλης τού αρπάζει μία τσάντα με χρήματα. Ο Καλαβάθης αναγνωρίζει τον ληστή. Έκτοτε ξεκινάει ένα εικοσιτετράωρο του Μπίλη στην παρανομία, που θα διαρκέσει ως το επόμενο βράδυ των Χριστουγέννων, οπότε και θα συλληφθεί.

Πρώτη κίνηση του Μπίλη μετά τη ληστεία είναι να κρύψει τα λεφτά. Καταφεύγει λοιπόν στη γειτονοπούλα και συμμαθήτριά του στο σχολείο Ανθούλα, στην οποία και τα εμπιστεύεται. Η φυγή του από την Ανθούλα σημαδεύεται από μια σειρά περιπλανήσεων, μεταξύ κυρίως του φίλου του, Ανζέλ, της Βάσιας, που είναι ο έρωτάς του, και του κέντρου διασκέδασης «Κοπακαμπάνα», όπου η Βάσια τραγουδά. Ιδιοκτήτης της «Κοπακαμπάνας» είναι ο θείος του Μπίλη κι έτερος νονός της νύχτας, ανταγωνιστής του προηγούμενου, Νάσος Αραμπατζίδης. Οι περιπλανήσεις του κεντρικού μυθιστορηματικού ήρωα περιλαμβάνουν σωρεία αναδρομών στο παρελθόν, μέσω των οποίων πραγματοποιείται σταδιακά τόσο η ανασύνθεση του παρελθόντος των βασικών ηρώων του μυθιστορήματος, όσο κι η ερμηνεία του ψυχισμού τους, που 'ναι συνάρτηση πρωτίστως του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο έχουν μεγαλώσει.

Ο Μπίλης ανήκει σε μικρομεσαία κοινωνική τάξη. Οι εργάτες γονείς του ανταποκρίνονται με δυσκολία στις βιοποριστικές τους ανάγκες. Η φτώχεια της οικογένειας συνεπάγεται, εκτός από στερήσεις, και πολλές ταπεινώσεις, οι οποίες βαραίνουν στον ψυχισμό του Μπίλη. Για τον ίδιο, το κέντρο της Θεσσαλονίκης, εκεί όπου ένα ζευγάρι γυναικείες μπότες κοστίζει όσο δύο ενοίκια της οικογένειάς του, είναι ένα όνειρο, ο τόπος μιας διαρκούς γιορτής, που μπορεί μόνο επιφανειακά να τη γευτεί στις εξόδους των Σαββατοκύριακων, απομακρυνόμενος προσωρινά από τους «ταπεινούς» Αμπελοκήπους, όπου διαμένει. Η αίσθηση πως η «γιορτή» είναι διαρκώς κάπου αλλού φαίνεται ότι κινητοποιεί τον Μπίλη, ώστε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε κάποια υπέρβαση, ώστε να ξεφύγει από το κλίμα ταπείνωσης της κοινωνικής του τάξης και να αποδείξει ότι διαθέτει το σθένος να ενεργήσει απρόβλεπτα κι αντισυμβατικά.

Το βασικότερο θέμα, λοιπόν, που διατρέχει το μυθιστόρημα του Χαρτοματσίδη είναι το κοινωνικό σχόλιο που απορρέει από τον τίτλο του: είναι κάπου αλλού η γιορτή. Ο Χαρτοματσίδης, αφορμώμενος από το ρεαλιστικό περιβάλλον που του χαρίζει η τοποθέτηση των γεγονότων της μυθοπλασίας του στη γιορτή των Χριστουγέννων, αδράχνει την ευκαιρία να μιλήσει συμβολικά, μεταφερόμενος από την πολύ συγκεκριμένη θρησκευτική γιορτή σε μία γενικότερη διάσταση της έννοιας «γιορτή», σύμφωνα με την οποία η λέξη αποδεσμεύεται από τον ημερολογιακό της εντοπισμό και περιγράφει τις περιστάσεις εκείνες που διασφαλίζουν στους ανθρώπους μία ευχάριστη ζωή, απαλλαγμένη από βιοποριστικά προβλήματα, από οικονομικές έγνοιες, πρόσφορη στην απόλαυση υλικών αγαθών και διασκεδάσεων, πέρα από τις μειονεξίες που δημιουργούν οι δυσκολίες της ζωής.

Η διεκδίκηση μιας θέσης στον ήλιο, ενός κομματιού από τη «γιορτή», είναι βασική επιδίωξη των ηρώων του Χαρτοματσίδη, όσων τουλάχιστον δεν ανήκουν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα ή δεν είναι βολεμένοι. Στο πλαίσιο της διεκδίκησης αυτής δομείται βήμα-βήμα ο χαρακτήρας των ηρώων, μέσα από μια σειρά συμπεριφορικών εκδηλώσεων που δεν χαρακτηρίζονται κατ' ανάγκη από τη συνέπειά τους, και οι οποίες αποδίδουν μάλιστα την αντιφατικότητα των ανθρώπων, των ανθρώπων που είναι αρκούντως πολύπλοκοι ώστε να μην είναι πάντα προβλέψιμοι. Οι ήρωες του Χαρτοματσίδη ακροβατούν ανάμεσα στο ηθικά αποδεκτό της εποχής και του κοινωνικού τους περιβάλλοντος, και στη διάθεσή τους να μη φαντάζουν τελείως αφελείς υποκύπτοντας πλήρως στις σχετικές συμβάσεις. Κι επειδή επιπλέον δεν είναι όντως αφελείς, ο προσποιητός τους «ρομαντισμός» αποδομείται όντας κάλπικος. Άλλωστε, ο ρομαντισμός προϋποθέτει αθωότητα, κι η αθωότητα των ηρώων του Χαρτοματσίδη είναι καταχωρημένη μόνο στα χαρτιά. Η ζωή τους την έχει προσπεράσει προ πολλού, γι' αυτό ό,τι απομένει είναι σε πολλές περιπτώσεις μόνο η υποκρισία, που επιχειρεί να μεταμφιεστεί σε χρηστό ήθος πίσω από υστερικές σεμνοτυφίες.

Η ατυχής απόπειρα των ηρώων να ισορροπήσουν μεταξύ αντιτιθέμενων τάσεων τούς καθιστά πρωταγωνιστές μιας ιλαροτραγωδίας, όταν αποτυχαίνοντας γελοιοποιούνται. Η εικόνα του «σκληρού» αστυνομικού διευθυντή Βελέγκα με την οδοντογλυφίδα στο στόμα υποδηλώνει, πολύ περισσότερο από την επιδιωκόμενη από την πλευρά του ήρωα σκληράδα, έναν φθηνό κουτσαβακισμό, που καταντά καραγκιοζιλίκι. Η ανάγκη των ηρώων να δείχνουν σκληροί είναι βέβαια και ζήτημα επιβίωσης, μέσα σ' έναν κόσμο που κατασπαράζει τους αδύναμους. Και οι ήρωες του Χαρτοματσίδη φαντάζουν μέσα στα αδιέξοδά τους σαν τραγικά θύματα μιας μοίρας, την οποία δεν μπορούν να την αλλάξουν. «Δεν ξεφεύγεις από τις εργατικές συνοικίες!», διαπιστώνει μελαγχολικά ο Μπίλης. Οι άνθρωποι των εργατικών συνοικιών είναι λαϊκοί, αρκούντως αναγκεμένοι, μα και απαίδευτοι, που παλινωδούν ανάμεσα σε μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια και στο συμφέρον, ανάμεσα στην προσπάθεια για επίδειξη πυγμής και στην άτακτη ατιμωτική υποχώρηση.

Η κονιορτοποίηση των προσδοκιών προκύπτει ακόμη και μέσα από τη διάψευση των πόθων των ηρώων από τη διάφορη πραγματικότητα. Ο Χαρτοματσίδης, διεισδύοντας βαθιά στις ψυχές των ηρώων του, παρουσιάζει ενδόμυχες σκέψεις τους σχετικές με την ανθρώπινη τάση της φαντασίωσης καταστάσεων εντός των οποίων ο κάθε άνθρωπος οραματίζεται την προσωπική του αυτοθυσία, τα προσωπικά του «μαρτύρια», προκειμένου να «σώσει» καταστάσεις ηρωοποιούμενος. Η συμμαθήτρια και γειτονοπούλα του Μπίλη, Ανθούλα, στην οποία εκείνος είχε εμπιστευθεί τα λεφτά της ληστείας, σκέφτεται πώς θα μπορούσε να τον σώσει, καθώς η μάνα της, βρίσκοντας την τσάντα με τα λεφτά, την παραδίνει στην αστυνομία. Πλάθει λοιπόν στο μυαλό της μια υποθετική εξέλιξη, σύμφωνα με την οποία η ίδια βρίσκει τον Καλαβάθη, πέφτει γονατιστή μπροστά του και αναλαμβάνει την ευθύνη της ληστείας. Ο Καλαβάθης, στο όραμα της Ανθούλας, την εξευτελίζει κρατώντας τη δεμένη σε κάποια κολόνα και σκίζοντάς της τα ρούχα. Όπως όμως θα καταλάβαινε κανείς, οι «νεομάρτυρες» προφανώς δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ψυχική δύναμη ώστε να σηκώσουν το βάρος των φαντασιώσεών τους. Άλλωστε οι ρεαλιστικές συνθήκες υπερβαίνουν την όποια ρομαντική φαντασίωση: ακόμη κι αν η Ανθούλα κατόρθωνε να φτάσει στην πόρτα του Καλαβάθη, για εκείνον η «θυσία» της δεν θα ήταν τίποτε περισσότερο από μία αφέλεια. Η διακύβευση για τον Καλαβάθη είναι εντελώς διαφορετική, ωμά πρακτική.

Κι ενώ μ' όλες αυτές τις ανεπάρκειες των ηρώων η ατμόσφαιρα τείνει να βαρύνει, ο Χαρτοματσίδης αποφορτίζει το κλίμα με μια ακαριαία διαπίστωση, που προσγειώνει τους ήρωες στην πραγματικότητα και τους απομυθοποιεί, στον αντίποδα της προηγούμενης ηρωοποίησης. Εκεί λοιπόν που η Ανθούλα φαντασιώνεται τα μαρτύρια στα οποία την υποβάλλει ο Καλαβάθης, έτσι όπως της σκίζει στην φαντασία της την πουκαμίσα της, προβάλλει από κάτω η τιγρέ κιλότα(!) που της άφησε ο Μπίλης πειρακτικά πάνω-πάνω στην τσάντα με τα χρήματα της ληστείας, και την οποία η Ανθούλα δεν λέει να την αποχωριστεί από την παραμονή των Χριστουγέννων! Η διάθεση επίδειξης ψυχικού σθένους γελοιοποιείται εμπρός σε μια υλική, σωματική ωραιοπάθεια, που επανατοποθετεί την ηρωίδα στην πραγματικότητα στην οποία όντως ανήκει. Η αποφόρτιση του κλίματος, στο πλαίσιο της ιλαροτραγωδίας που περιγράφτηκε, πέρα από τη χιουμοριστική της διάθεση, καθιστά τους ήρωες πιο γήινους και, λόγω των αδυναμιών τους, πιο συμπαθείς.

Η διαφαινόμενη αγνότητα των ηρώων, μέσα από τις διαρκείς παλινωδίες στη συμπεριφορά τους, είναι στοιχείο αισιοδοξίας στον μικρόκοσμό τους που φαντάζει αδιέξοδος. Γιατί εκεί που οι ταπεινοί μικροαστοί εκδηλώνουν μια αδιαφορία, έναν κυνισμό, μια συμφεροντολογία, ανακύπτουν παράλληλα συμπεριφορές ανθρώπινες, μεστές από ειλικρινές, άδολο ενδιαφέρον. Η μεγάλη έκπληξη προέρχεται από τον θείο του Μπίλη, τον ιδιοκτήτη της «Κοπακαμπάνας» και άρχοντα της νύχτας, Νάσο Αραμπατζίδη. Ο Νάσος αναλαμβάνει να σώσει τον Μπίλη από την περιπέτεια στην οποία έμπλεξε. Θα περίμενε κανείς πως ανταποκρίνεται απλώς σε μια οικογενειακή «υποχρέωση». Όταν όμως ο Καλαβάθης τον ρωτά γιατί κάνει τόσα πράγματα για τον Μπίλη, κι αν τον θεωρεί τόσο σπουδαίο, ο Νάσος διακόπτει κάθε συζήτηση και κοιτά τον Καλαβάθη περιφρονητικά. Τα πιο γνήσια αισθήματα ο Χαρτοματσίδης τα αποδίδει σε πρόσωπα υπεράνω κάθε υποψίας για ευαισθησίες, καθώς κινούνται στη νύχτα, που δεν προσφέρεται γι' αυτές. Έτσι κατορθώνει να αποδώσει όχι μόνο το πολυσύνθετο του ανθρώπινου χαρακτήρα, όπου συνυπάρχουν το κακό με το καλό, μα και να χαρίσει την αισιοδοξία που πηγάζει από τη θετική συμπεριφορά των πιο σκληροτράχηλων ηρώων του.

Το τέλος του μυθιστορήματος βρίσκει τον Μπίλη στην «Κοπακαμπάνα», με την αστυνομία να έχει περικυκλώσει το κέντρο διασκέδασης προκειμένου να τον συλλάβει. Εκείνος στρέφει το όπλο που κρατά στον εαυτό του, επιχειρώντας να αυτοκτονήσει. Ο Νάσος σπρώχνει το όπλο και γλιτώνει τον Μπίλη, όμως ο νέος δέχεται πυροβολισμό από τον Καλαβάθη, που θέλει να πάρει εκδίκηση για τη ληστεία. Ο Χαρτοματσίδης δεν ξεκαθαρίζει ποια τύχη περιμένει τους ήρωες. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Μπίλης σώζεται μεν, όμως χάνει τη σπλήνα του από τον πυροβολισμό του Καλαβάθη. Τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά: θα συγκαλυφτεί η υπόθεση; Θα βρει τρόπο να ξεγλιστρήσει ο Καλαβάθης, με τα κυκλώματα που ελέγχει; Είναι πολύ πιθανό. Εξίσου πιθανό όμως είναι και να συλληφθεί, για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Κι ίσως επειδή ο πυροβολισμός του Καλαβάθη προκύπτει αυθόρμητα, μπροστά σε πλήθος μαρτύρων, είναι πιθανό ο «Μαύρος Πιτ» να τιμωρηθεί επιτέλους, κάτι που δεν τολμούσε να κάνει κανείς από τους ενοίκους της γειτονιάς, επειδή όλοι τον φοβούνταν. Έτσι, η επικείμενη τιμωρία εναντίον κάθε κατεργάρη, μικρού ή μεγάλου, ίσως αποκαθιστά την τάξη κι επιφέρει την κάθαρση, που λυτρώνει τους αναγνώστες του μυθιστορήματος με τρόπο δραματουργικό. Ακόμη όμως και πέρα από την επικείμενη τιμωρία, η τελική αισιοδοξία του Μπίλη, ο οποίος βρίσκει τη δύναμη να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται από το κρεβάτι του νοσοκομείου, είναι από μόνη της αρκούντως λυτρωτική.

 

Χρήστος Χαρτοματσίδης, «Είναι κάπου αλλού η γιορτή», εκδ. Τόπος, Αθήνα 2011, σελ. 232:

 

            «[…] Για να μη μπαίνουν εξωσχολικοί, ο κύριος Γυμνασιάρχης είχε δώσει εντολή πάνω στη μάντρα να τσιμεντάρουν κομμάτια από γυάλινα μπουκάλια.

            "Το τείχος του Αίσχους!" το είχε ονομάσει ο Ανζέλ, μα ποιος να τον καταλάβει, δεν έπιασε αυτή η ονομασία. Τα παιδιά προτίμησαν την πιο εύκολη, τη "Βαστίλη", που τόσες φορές την είχε αναφέρει στα μαθήματα Ιστορίας ο Γυμνασιάρχης. Πάλι εκεί, στην πίσω αυλή, τους μάζευε όταν είχε να αναγγείλει τιμωρίες κι αποβολές. Ο χώρος ήταν ανήλιαγος και καταθλιπτικός. Το ιδανικό σκηνικό για παιδαγωγικές νουθεσίες. Έστηναν τους παραβάτες μπροστά στον τοίχο, σαν να τους πήγαιναν για εκτέλεση. Μέχρι που μια μέρα ο Μπίλης, ποιος άλλος, δεν άντεξε και φώναξε: "Πυρ!" Ακολούθησε η ομοβροντία του γέλιου.

            "Σκασμός!" ούρλιαξε ο κύριος Γυμνασιάρχης, κι αμέσως έσυρε τον Βασίλη απ' το αφτί. Ακόμη ήταν μικρά και περνούσαν οι αγριάδες των καθηγητών. Η μόνη τους αντίσταση ήταν η πλάκα!

            "Παλιόπαιδο!" είχε αφρίσει ο παιδαγωγός, ενώ ο Βασιλάκης δήθεν τρομοκρατημένος εκλιπαρούσε: "Μια τελευταία επιθυμία! Τη δικαιούμαι!"

            "Θα σε χαστουκίσω!" τον απείλησε ο Διευθυντής, μα ο ταραξίας συνέχιζε τον σκοπό του: "Δε θέλω να μου δέσουνε τα μάτια!" Ακολούθησε και πάλι γέλιο, μέχρι και κάποιοι καθηγητές χαμογέλασαν. Από τότε έπαψαν να τους μαζεύουν στην πίσω αυλή. Ανακοίνωναν τις τιμωρίες μπροστά στις σκάλες, εκεί που έλεγαν την προσευχή. […]»

Δυο βιβλία για την οικονομική κρίση

Δυο βιβλία για την οικονομική κρίση

 

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, έκδ. Γραφείου & Ιδρύματος Νεότητος της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2011, σσ. 112.- Κωνσταντίνος Μπλάθρας, TA ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ, εκδ. Manifesto, Αθήνα 2011, σσ. 207.

Και τα δὐο βιβλία εκδόθηκαν καθώς άρχισε η γιγάντωση της κρίσης στην οποία πλέον αγκομαχάμε. Κρίσης του οικονομικού συστήματος και του πολιτικού στάτους κβο, δοκιμασία για τον πολιτισμό και τα κοινωνιοκεντρικά οράματα, στοίχημα για τον προφητικό λόγο. Αμφότερα το βιβλία αυτά είναι συμμετοχή στο στοίχημα αυτό.

 

Το πρώτο βιβλίο απαρτίζεται από οκτώ εισηγήσεις που έγιναν για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών το 2010, σε εκδήλωση που είχε διοργανώσει το υπό τη διεύθυνση του π. Αντωνίου Καλλιγέρη Γραφείο Νεότητος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (αυτό ωστόσο  δεν δηλώνεται εξ αρχής, και μόνο από κάποιες αποστροφές των εισηγητών καταλαβαίνει ο αναγνώστης για ποια εκδήλωση επρόκειτο). Στο βιβλίο δεν έχουν συμπεριληφθεί  οι συζητήσεις που ακολούθησαν τις εισηγήσεις, και οι οποίες συζητήσεις, πέραν της κενολογίας που αναπόφευκτα παρεισφρέει σε τέτοιες περιπτώσεις, είχαν πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές, όπως η γνωστή ενδοχριστιανική διαφωνία αν ο πλούτος εξαγιάζεται με την επικάθηση λιβανιού στις δραστηριότητες των ευσεβών κεφαλαιοκρατών ή αν, αντιθέτως, κάθε πλουτισμό τον κλωσσά η αδικία και ο εγωισμός. Εισηγητές ήταν άνθρωποι ποικίλων πεδίων και ιδεολογικών στιγμάτων.

Στο μικρό αυτό βιβλίο αποτυπώνεται μια απόπειρα παρέμβασης με νόημα. Παρεμβάσεις με νόημα ονομάζω εκείνες τις πρωτοβουλίες οι οποίες εισέρχονται στον δημόσιο χώρο θέλοντας και δυνάμενες να διαλεχθούν. Το "θέλοντας" σημαίνει ότι επιθυμούν τη συνάντηση, το "δυνάμενες" σημαίνει ότι έχουν την ικανότητα να βρουν κονό γλωσσάρι με τον άλλον. Αυτό είναι κάτι άλλο από το να μιλάμε νεφελωδώς για "παρουσία" στον δημόσιο χώρο. Παρουσία είναι κι όταν κάποιος εισέρχεται στον δημόσιο χώρο απλώς για να κάνει ηχηρό τον μονόλογό του ή (ακόμα χειρότερα) για να εκμεταλλευτεί τον δημόσιο χώρο κρυφοεπιθυμώντας την κατάργησή του και τον  σκασμό των άλλων που βρίσκονται εκεί. Αντιθέτως, οι παρεμβάσεις με νόημα πρώτα απ' όλα αναγνωρίζουν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου για την ανθρώπινη ζωή, ως φόρουμ όπου ζυμώνεις και ζυμώνεσαι. Πολυτιμότητα την οποίαν αντιμάχεται ο ολοκληρωτισμός (παλαιάς ή εκσυγχρονιστικής κοπής) και ο μεταμοντερνισμός, καθένας από τη δική του σκοπιά. Οι παρεμβάσεις με νόημα προϋποθέτει ισχυρή ταυτότητα, θεωρούν θετικό την αναμέτρηση περί αυτής, και καθιστούν εταίρους όσους συνομολογούν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου και  καταλαβαίνουν ότι με τον απέναντι υπάρχει ένα βασικό κοινό γλωσσάρι και συναντώμενες τροχιές ευαισθησίας. Είναι ένα μεγάλο ζήτημα, στο οποίο ευελπιστώ ότι θα αναφερθούμε ενδελεχέστερα προσεχώς.

Από τα πολλά χαρακτηριστικά των εισηγήσεων θα ήθελα να υπογραμμίσω τρία, τα οποία αφορούν το εγχείρημα της παρέμβασης με νόημα και, γι' αυτό, και το πνεύμα του δεύτερου βιβλίου:

 Πρώτον: Ο χριστιανικός χώρος μαστίζεται από έλλειψη νομιμοποίησης πραγμάτων που οφείλουν να είναι αυτονόητα – δηλαδή της κοινωνικής ευαισθησίας και της αλληλεγγύης ως ουσιωδών της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Τα κείμενα του αρχιεπισκόπου και του Ανδρέα Αργυρόπουλου, τα οποία τονίζουν τον σύμφυτο στην εκκλησιαστική παράδοση κοινωνισμό, είναι εντελώς χρειαζούμενα σήμερα, μα υπό νορμάλ συνθήκες θα έπρεπε να είναι τόσο αυτονόητα, ώστε, μετά από μια δισέλιδη το πολύ αναφορά, να προχωρούσαμε στην αναμέτρηση με το σήμερα. Αλλά ούτε νορμάλ είναι οι συνθήκες, ούτε τις βελτιώνουν οι διάφορες ελιτίστικες θεολογίες, οι οποίες απαξιώνουν την κοινωνική ευαισθησία και εγκλωβίζουν το εκκλησιαστικό γεγονός σε σακραμεμενταλισμό και εκπνευματισμό.

Δεύτερον (αν και συναφές με το προηγούμενο): Παρ' όλο που η εκδήλωση και το βιβλίο τελούν υπό επισημότατη αιγίδα, δεν αποτελούν γεγονός αντιπροσωπευτικό του εκκλησιαστικού οργανισμού. Κάποιων θεολογικών ρευμάτων, ναι. Ο εκκλησιαστικός οργανισμός όμως κυριαρχείται από έναν συστημικό λόγο, ο οποίος περιορίζει την κοινωνική ευαισθησία στην περιστασιακή φιλανθρωπία και δεν ευνοεί μια ουσιαστική κριτική στις οικονομικές και κοινωνικές δομές. Οι όποιες αναφορές του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου στις δομές γίνονται μάλλον ως παρελκόμενα μιας ομολογιακής διάθεσης, παρά ως αναμέτρηση με τον Μαμωνά καθαυτόν. Είναι χαρακτηριστικό πώς αρκετοί εκκλησιαστικοί άνδρες ασκούν στον καπιταλισμό όση κριτική τους επιτρέπει η χαρά που ένιωσαν ανακαλύπτοντας στον Βέμπερ και στον συσχετισμό Καλβινισμού και καπιταλισμού μια συνηγορία κατά των αιρετικών. Πέραν αυτού του αυτοδοξασμού, όμως, ο εντοπισμός ενός ενδορθόδοξου καλβινισμού παραμένει ένα ζητούμενο. Παρόμοια, στις φαιότερες εκφράσεις του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου δεν κοστίζει κάτι να αγριέψουν το βλέμμα κατά του καπιταλισμού, εφ' όσον όμως πρώτα τον συνδέσουν με τον διεθνή σιωνισμό (αν, βέβαια, στα ευαγγέλια τίθεται θέμα εθνικότητας του Μαμωνά, είναι ψιλά γράμματα για τους φαιότερους!). Ο εκκλησιαστικός οργανισμός, για να σταθεί ευπρόσωπα απέναντι στην αναστάτωση που προκαλεί η κρίση, επικαλείται διάφορα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που μιλούν για την φιλανθρωπία, αποσιωπούν όμως όσα προχωρούν βαθύτερα και κρίνουν τις ίδιες τις δομές (και, για παράδειγμα, αποτρέπουν από συναλλαγές με τους ισχυρούς, αποδοκιμάζουν το πιστωτικό σύστημα, καταδικάζουν την αποστέρηση του εργατικού μισθού  κλπ).   Μέσα σ' αυτή την αντιφατικότητα, λοιπόν, θα είναι κρίμα αν το βιβλιαράκι νοηθεί ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ για τον εκκλησιαστικό νεοφιλελευθερισμό και για όσους από τη μια μιλούν για κοινωνισμό και από την άλλη οργανώνουν ιερές μπίζνες. Οι προθέσεις του βιβλίου τεκμαίρονται αριστερές (βλ.χαρακτηριστικά την Εισαγωγή). Και ο τίτλος του μπορεί σήμερα να φαίνεται απλώς νόστιμος ή ανώδυνα περσοναλιστικός, στην πραγματικότητα όμως προϋποθέτει το προ μερικών δεκαετιών αίτημα "Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο". Από τα τέλη της δεκαετίας του '60 το αίτημα αυτό υπονοεί μια σαφή κατεύθυνση, κοινωνιοκεντρική και όχι ατομοκεντρική, και ταυτόχρονα μια αποστασιοποίηση από αυταρχικές και γραφειοκρατικές στρεβλώσεις του κοινωνιοκεντρισμού. Η ματιά του βιβλίου δεν είναι στραμμένη σε αποσπασματικές χειρονομίες φιλανθρωπίας, αλλά σε καθαυτό το σύστημα. Αυτό έχει εξαιρετική σπουδαιότητα, διότι προτάσσει την έννοια του προσανατολισμού, του οράματος, της ουτοπίας η οποία αφορά το όχι-εδώ, όχι-ακόμη. Και μόνο αυτή η επιλογή του, αποτελεί σύνταξη με όσους δεν συναινούν στην εννόηση της οικονομίας ως λογιστικής η οποία εκ φύσεως, τάχα, διέπεται από μία και μοναδική λογική και χρειάζεται απλώς διαχείριση κι όχι μια εξ αρχής άλλη λογική. Το πρόσφατο έργο του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγμα του κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισμού, ξεκινά ακριβώς με την επισήμανση αυτού του θηριώδουςς προβλήματος των ημερών μας: "Στα πρώιμα στάδια του καπιταλισμού, πολιτικοί και οικονομολόγοι κάθε λογής και απόχρωσης πάλευαν να κατανοήσουν [τη ροή του κεφαλαίου] και μια κριτική αποτίμηση του πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός άρχισε να αναδύεται. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε αποκλίνει από το κυνήγι μιας τέτοιας κριτικής κατανόησης. Αντ' αυτής, οικοδομούμε επιτηδευμένα μαθηματικά μοντέλα, αναλύουμε δεδομένα ακατάπαυστα, 'ψειρίζουμε' λογιστικά φύλλα, ανατέμνουμε τις λεπτομέρειες και θάβουμε κάθε αντίληψη του συστηματικού χαρακτήρα της ροής του κεφαλαίου κάτω από βουνά εργασιών, αναφορών και προβλέψεων" (μτφρ. Πέτρος Χατζοπουλος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σ. 9). Την ίδια επισήμανση βρίσκουμε, με διάφορα λόγια, σε διάφορα σημεία του βιβλίου μας (Καλλιγέρης, σ. 8 Αργυρόπουλος σ. 35 Μητρόπουλος, σ. 46 Κοτζιάς, σ. 96 κ.α.).

Τρίτον: Καθαυτή η ανταπόκριση όσων εισηγητών δεν κινούνται, με συμβατικά κριτήρια, στον εκκλησιαστικό – θεολογικό χώρο (καθηγητές Αλέξης Μητρόπουλος, Σάββας Ρομπόλης, Νίκος Κοτζιάς και βουλευτές Κωστής Χατζηδάκης, Φώτης Κουβέλης), μπορεί να συγκαταλεγεί στα κατά καιρούς φερέλπιδα ραγίσματα του πολιτικού παλαιοημερολογητισμού που θέλει τη θρησκεία άφωνη και ιδιωτική. Πέραν τούτου, ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες του βιβλίου ξεχωρίζουν όσοι φαίνεται να έχουν σε επάρκεια τα δύο χαρακτηριστικά, του θέλειν και του δύνασθαι να διαλεχθούν. Και φυσικά μιλώ για τη συγκεκριμένη συμμετοχή τους και όχι για τις όποιες ευρύτερες κομματικές τους επιλογές. Δείτε, για παράδειγμα, τα κείμενα του Μητρόπουλου (που ονοματίζει σημεία σύγκλισης και απόκλισης με τις εκκλησιαστικές οπτικές και κάνει χειροπιαστές προτάσεις σε επίπεδο πράξης), του Κοτζιά (ο οποίος ξεκινά με την νηφαλιότατη κρίση ότι ο διαχωρισμός δεν πρέπει να είναι μεταξύ κοσμικών [προφανώς εννοεί τους μη-θρησκευόμενους] και Εκκλησίας[i], αλλά μεταξύ εκείνων που σκέφτονται κοινωνικά κι εκείνων που προτάσσουν τον εγωκεντρισμό) και του Δημήτρη Μόσχου (ο οποίος κατορθώνει να δείξει ότι η άρθρωση λόγου κοινωνικά υπεύθυνου και σύγχρονου είναι μπορετή δίχως να απεμπολείται το μεταφυσικό περιεχόμενο της πίστης[ii]). Λιγότερο χυμώδη, από την άποψη αυτή, είναι κείμενα όπως αυτό του Φώτη Κουβέλη (στο οποίο δεν βρίσκεται ούτε λεκτική αναφορά στην Εκκλησία) και του Κωστή Χατζηδάκη (στην υπέρ της ελεύθερης οικονομίας απολογία του οποίου η αλληλεγγύη μοιάζει μονάχα  παρεπόμενο της ανάπτυξης, κι όχι όρος της. Δεν φαίνεται να 'ναι τυχαίο ότι η παρέμβασή του κλείνει του με το λόγιο "ο καλός Σαμαρείτης δεν θα εμενε στην ιστορία αν δεν είχε χρήματα να δώσει". Αγνοώ ποιος εντόπισε το νεύρο της παραβολής σ' αυτή την παράμετρο, αλλά μου θυμίζει τους παλιούς [μόνο;] ισχυρισμούς ότι ο Χριστός ήταν υπέρ του τοκισμού και του πιστωτικού συστήματος, επειδἠ στις παραβολές του χρησιμοποίησε την εικόνα εντόκων συναλλαγών[iii]). Εν τέλει, βασικός άξονας του βιβλίου (τον οποίον κάθε εισήγηση τον προσεγγίζει με τον τρόπο της) είναι το ερώτημα αν ο ηθικός προβληματισμός εμπεριέχεται στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας ή αν, αντιθέτως, αποτελεί δευτερεύον ζήτημα – αν όχι βαρίδι.

Το δεύτερο βιβλίο, αυτό του Κωνσταντίνου Μπλάθρα. είναι άλλης λογής από το πρώτο, μα όχι άλλου λογισμού. Εννοώ ότι εστιάζει στην επικαιρότητα, μπαίνει δηλαδή σε ναρκοπέδιο, με τα κριτήρια πάντως για τα οποία αγωνιά το πρώτο. Ο Μπλάθρας είναι άνθρωπος που γράφει ανδρεία. Στο βιβλίο έχει συγκεντρώσει σαραντατρία κείμενα, τα περισσότερα εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Χριστιανική"[iv] από το 2004 (χρονιά των Ολυμπιακών καμωμάτων στη χώρα μας) μέχρι πρόσφατα, και τα οποία ανατέμνουν πτυχές της αναδυόμενης τότε και θεριεύουσας τώρα κρίσης. Ως βασικό χαρακτηριστικό τους (και σε αντιδιαστολή προς πλήθος άλλων κειμένων που βροχηδόν παράγονται για το ίδιο θέμα) θα όριζα μια ριζοσπαστική κοινωνική ματιά, προσηλωμένη όμως στη δημοκρατία. Και μιλώ για προσήλωση στη δημοκρατία (πάλι με την ελπίδα για ενδελεχέστερη προσέγγιση μιαν άλλη στιγμή) διότι θεωρώ εξαιρετικό κίνδυνο στις μέρες μας κάποιες παρουσίες με λαϊκές ριζοσπαστικές θέσεις μεν, αλλά θέσεις ταυτόχρονα αντιδημοκρατικές, μσαλλόδοξες και ανελεύθερες (πρβλ. το Προλογικό μου στη Σύναξη τ. 120). Ο Μπλάθρας αγαπά την πατρίδα και γι' αυτό δεν την εκπορνεύει στον σωβινισμό. Έχει πρόβλημα και με τη δήωσή της, και με την ταξικότητα της κοινωνίας της και με τον εκφασισμό της πολιτικής ζωής (σσ. 20, 63, 129 κ.α.).

Στα "Πρωτοσέλιδα της Κρίσης" αποτυπώνεται μια σοβαρή πολιτική σκέψη, που παρακολουθεί τα πράγματα και βάζει την πίστη να προβληματιστεί επί του συγκεκριμένου και σημερινού. Και γι' αυτό δίνει πλήθος αφορμών για να κοντοσταθεί κανείς, να πληροφορηθεί, να συγκατανεύσει, να διαφωνήσει και -επί τέλους- να διψάσει για κουβέντα επί των ουσιωδών που συγκαλύπτονται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Ενδεικτικά της σοβαρότητάς της είναι ο εντοπισμός λαϊκιστικών χαρακτηριστικών της μεταπολίτευσης ήδη στην περίοδο της προηγηθείσας δικτατορίας (σσ. 7-8), η αναφορά στις νέες, δουλοκτητικές εργασιακές σχέσεις (σ. 13), η ενόχληση από τον διασυρμό του σοσιαλισμού (σ. 100), η αυτοκριτική του Ορθοδόξου χώρου (σ. 30). Το βιβλίο έχει βαρειά ανάσα, την ανάσα της ευθύνης. Και γι' αυτό δεν ανήκει στις διαμαρτυρίες που εγείρονται ευκαιριακά και ιδιωτελώς, απλώς για να κολακέψουν τον άνθρωπο-καταναλωτή, ο οποίος λάτρεψε την κομματοκρατία, μα στο φινάλε έχει ενοχληθεί επειδή δυσλειτούργησε ο αγαπημένος του καπιταλισμός και έφτασε σε αδιέξοδο ο βολικός κατά τα άλλα παρασιτισμός του! Το βιβλίο θέτει ξανά το θέμα του οράματος και, μοιραία, της περιστασιακής φιλανθρωπίας. Η φιλανθρωπία (και δη των ζωντανών ενοριών, ως κοινοτήτων) είναι σπουδαίο πράγμα, διότι αφορά τη πράξη, και η πράξη αλλάζει τον κόσμο με τον τρόπο της ζύμης, τον υπομονετικό μα και δραστικό. Αλλά αυτό αληθεύει εάν πρόκειται για πράξη που κομίζει ένα όραμα και διεμβολίζει με αυτό την θανατίλα της καθημερινότητας. Αν, αντιθέτως, πρόκειται για χειρονομίες που προσφέρουν νομιμοποίηση στο συστημικό κακό και αποτρέπουν από μια οραματική κριτική του, απολήγει σε οξύμωρο γίνεται όχημα της θανατίλας.

Οι χριστιανικές παρεμβάσεις με νόημα, όπως αυτά τα δύο βιβλία, κατορθώνουν να διαλεχθούν με την εποχή τους, δηλαδή πετυχαίνουν να μιλήσουν ένα κοινό γλωσσάρι. Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούν (και οφείλουν να κουβαλούν) ένα χαρακτηριστικό που πάντα θα τις κάνει να είναι ουκ εκ του κόσμου τούτο. Είναι η επιμονή στην αγάπη και στο ότι καταδικασμένες δεν είναι μόνο οι απερίφραστες στάσεις μισανθρωπίας, αλλά και εκείνη η κοινωνική πρόνοια η οποία δεν εδράζεται στην αγάπη, αλλά βλέπει τους ανθρώπους απρόσωπα – ως κατηγορίες και σύνολα και αριθμούς. Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία εδώ θα μπορούσε να έχει σπουδαία συμβολή. Δείγματος χάριν μνημονεύω εδώ τον τρέχοντα διάλογο μεταξύ των ρωλσιανών (θιασωτών του Τζων Ρωλς και της θεωρίας του περί δίκαιης κοινωνίας) και του μαρξιστή Tζέραλντ Κοέν, πάνω στο ερώτημα αν ο εγωισμός λειτουργεί συχνά θετικά (ιδίως στην περίπτωση των εγωιστών ταλαντούχων, εκ των οποίων πολλοί θεωρούν επιβεβλημένη την προνομιακή αμοιβή) και στο αν για τη διαμόρφωση μιας δίκαιης κοινωνίας είναι απαραίτητο ένα ήθος δικαιοσύνης εκ μέρους όλων των μελών της[v]. Τέτοια θέματα, όπου η ανθρωπολογία, η πράξη, η πολιτική, η ηθική και η οικονομία διασταυρώνονται, βρίσκονται στην καρδιά ενός προβληματισμού, ο οποίος εύχομαι να καρπίσει στη χώρα μας με τη φροντίδα όσων συχαίνονται κάθε λογής φονταμενταλισμούς, θρησκευτικούς και άθεους εξίσου.

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύναξη τ. 121 (2012), σσ. 101-104.



[i] Αυτό αποτελεί πλέον βασική θέση του. Βλ. λ.χ. τον πρόλογό του "Θρησκεία – Πολυπολιτισμός", στο: Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο (επιμ. Εμμ. Κλάψης, μτφρ. Αριάδνη Αλαβάνου), εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2006, σσ. 9-26.

[ii] Μια παρονυχώδη διόρθωση εδώ: Το ευαγγελικό χωρίο για την ανεστιότητα του Χριστού (Ματθ. 8: 20, Λουκ. 9: 58)  γράφει "κλίνῃ" – όχι "κλίναι", όπως συχνά εκ λάθους γράφεται (ό.π., σ. 105) .

[iii] Βλ. τον αντίλογο του Γεωργίου Δημ. Ροδίτη, Χριστιανισμός και πλούτος, εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 32009, σσ. 255-253.

[iv] Κάποια (σσ. 155-165) προέρχοντα από τη συμμετοχή του στο προφητικό βιβλίο Μνημόνιο, η υποθήκευση της Ελλάδας (η "Σύμβαση Δανειακής Διυκόλυνσης" και το "Μνημόνιο Συνεργασίας", με εισαγωγή και σχόλια Γεώργιου Κασιμάτη, Κώστα Βεργόπουλου, Κωνσταντίνου Μπλάθρα), εκδ. Χριστιανική, Αθήνα 2010, σσ. 15-30.

[v] Τζέραλντ Άλαν Κοέν, Γιατί όχι σοσιαλισμός; (εισαγ. – μτφρ. Νικόλας Βρούσαλης), εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2010.