Αρχείο κατηγορίας Παγκόσμια κεφάλαια

Παγκόσμια κεφάλαια (και δεν σηκώνουμε κεφάλια;)

Η ιρλανδική πρόκληση

Η ιρλανδική πρ

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

«Σε γενικές γραμμές, οι κάτοικοι της Ιρλανδίας είναι «φυλετικά δεμένοι» μεταξύ τους –  γεγονός που ίσως οφείλεται στα μεγάλα δεινά του παρελθόντος. Η παρουσία και ο ρόλος της οικογένειας είναι εντονότατος σε όλες τις βαθμίδες του κοινωνικού ιστού – ενώ οι Ιρλανδοί δείχνουν να είναι ικανοί, δραστήριοι και απλοί.

Οι περισσότεροι θυμούνταν την Ιρλανδία ως μια χώρα με υπερβολικά αδύναμη οικονομία – μία χώρα που υπέφερε από φτώχεια, από υψηλή ανεργία, καθώς επίσης από αναγκαστική μετανάστευση των Πολιτών της στις Η.Π.Α., στην Αυστραλία, στη Βρετανία και σε διάφορα άλλα μέρη της Ευρώπης. Είναι επίσης γνωστή η καταπίεση των Ιρλανδών από τους Άγγλους κατακτητές – οι φυλετικές διακρίσεις, όπως και ο απροκάλυπτος ρατσισμός που βίωσαν ως μετανάστες.

Συνέχεια →

Ελλειμματική ευημερία

Ελλειμματική ευημερία

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


«Οι Έλληνες τοποθέτησαν τα βάθρα της πνευματικής εξέλιξης του δυτικού κόσμου. Έθεσαν τις «πρώτες αρχές» της επιστημονικής σκέψης, ήταν ο πρώτοι που ανέδειξαν τη θεωρία, ως βάθρο της επιστήμης και ανέπτυξαν μία συστηματική φιλοσοφία – σε βαθμό που δεν υπήρχε σε κανέναν προγενέστερο πολιτισμό. Διατύπωσαν τη θεωρία του κράτους και της κοινωνίας, με βάση την εμπειρία τους από την Ελληνική πόλη-κράτος, της οποίας συνεχιστής ήταν η Ρώμη, επάνω στην κοινωνική βάση μίας απέραντης, ενιαίας αυτοκρατορίας.

Η ανικανότητα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας να εξασφαλίσει μία συνεχή κοινωνική και πολιτική εξέλιξη, οδήγησε σε αποτελμάτωση γύρω στον τέταρτο αιώνα – αφού όμως είχε εμφανισθεί προηγουμένως ένας νέος, πανίσχυρος θεσμός: η καθολική εκκλησία.

Ενώ η κοινωνική διάρθρωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μετασχηματιζόταν βαθμιαία στο (ολοκληρωτικό) φεουδαρχικό σύστημα, το οποίο κυβέρνησε σκοτεινά την Ευρώπη για πάνω από χίλια χρόνια, δόθηκε στις (φτωχοποιημένες) μάζες μία τέτοια ψυχολογική υποστήριξη (ενέσεις κορτιζόνης ουσιαστικά) από την εκκλησία, ώστε αποδέχθηκαν με αυταπάρνηση την εξάρτηση και την αθλιότητα τους – κάνοντας ελάχιστες προσπάθειες για τη βελτίωση των κοινωνικών τους συνθηκών» (E. Fromm).

Ανάλυση

Συνέχεια →

Ο Mandela, το ΔΝΤ και η Ν. Αφρική

Ο Mandela, το ΔΝΤ και η Ν. Αφρική

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

«Όποιος περιμένει σωτήρες είναι άξιος τις δυστυχίας του. Η αναμονή να μας σώσουν άλλοι, είναι μια λανθασμένη αγωγή που μας δόθηκε κατά την παιδική μας ηλικία.

Στον πόλεμο οι Έλληνες πήγαιναν με άριστα οργανωμένες φάλαγγες – όχι κλαίγοντας ή μοιρολατρικά. Στην ιστορία ποτέ δεν ενδιέφερε τους Έλληνες εάν ο εχθρός ήταν πολυάριθμός ή ισχυρός – αλλά ποιος είναι και που βρίσκεται».

Άρθρο

Ο πρόσφατα αποθανών ηγέτης της Ν. Αφρικής ήταν αναμφίβολα μία εξαιρετική φυσιογνωμία – κυρίως επειδή, μετά από δεκαετίες στη φυλακή, τοποθετήθηκε εναντίον της βίας και κατάφερε να ενώσει τις αντιμαχόμενες «φυλές» στη χώρα του: τους λευκούς και τους μαύρους, οδηγώντας στην πτώση το προηγούμενο καθεστώς (Apartheid).

Από οικονομικής πλευράς όμως θεωρείται πως δεν προσέφερε κάτι στη Ν. Αφρική – αφού, μετά τη ανάληψη της εξουσίας εκ μέρους του, τη δεκαετία του 90, το βιοτικό επίπεδο του μαύρου πληθυσμού επιδεινώθηκε αισθητά. Ειδικότερα, μεταξύ των ετών 1995 και 2000, το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα μειώθηκε κατά 40% (πηγή), ενώ έκτοτε η κατάσταση δεν έχει αλλάξει σημαντικά.

Δεν μας άφησαν ποτέ ελεύθερους, έβγαλαν την αλυσίδα από το λαιμό μας και την έβαλαν στους αστραγάλους μας – μπορούσαμε τυπικά να κυβερνάμε, αλλά η πραγματική διακυβέρνηση βρισκόταν στα χέρια των άλλων

Η αιτία της φτώχειας θεωρείται πως είναι η διαφθορά – μία πολύ συνηθισμένη κατηγορία, όσον αφορά τα φτωχά κράτη του πλανήτη. Σύμφωνα με την Transparency International, τη γνωστή γερμανική οργάνωση με έδρα το Βερολίνο, το 65% του πληθυσμού αποδέχεται πως η διαφθορά αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας – το 83% θεωρεί διεφθαρμένη την αστυνομία, ενώ το 77% τα πολιτικά κόμματα (αποτελέσματα).

Με βάση τις έρευνες της ίδιας οργάνωσης, η οποία εντελώς τυχαία εδρεύει στην πατρίδα των διαφθορέων, το 47% των κατοίκων ισχυρίζεται πως χρημάτισε κάποιον δημόσιο λειτουργό, εντός των τελευταίων δώδεκα μηνών – ενώ το 33% των ανδρών του Γιοχάνεσμπουργκ βίασε τουλάχιστον μία γυναίκα το 2010, με το 7% να δηλώνει πως συμμετείχε σε ομαδικό βιασμό.

Περαιτέρω, το προσδόκιμο ζωής μειώθηκε στα 50 μόλις έτη (μετά την είσοδο του ΔΝΤ), από 64 προηγουμένως – με τη CIA να «ενοχοποιεί» την πολιτική ιδεολογία του κυβερνώντος κόμματος, η οποία ήταν εναντίον της ιδιοκτησίας, με «βαθιές κομμουνιστικές αγκυλώσεις».

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, όταν ο Mandela και το κόμμα του (ANC) ανέλαβαν την εξουσία, ανέτρεψαν όλη την οικονομική πολιτική της χώρας – δημεύοντας την περιουσία των χωρικών και κατάσχοντας τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν τη Ν. Αφρική πάνω από 1 εκ. λευκοί.

Συνεχίζοντας, το 2008 ο έμπιστος συνεργάτης του Mandela (Thabo Mbeki), ο οποίος είχε από πολλά χρόνια πριν αναλάβει τη λειτουργία της κυβέρνησης, χάνει τη θέση του και αντικαθίσταται από τον J. Zuma – ο οποίος κατηγορείται από μία επιτροπή της χώρας του για διαφθορά, από ευρωπαϊκές εταιρείες πολεμικού εξοπλισμού.

Οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών εξοπλιστικών επιχειρήσεων ομολόγησαν ότι, το 1996 είχαν δωροδοκήσει υψηλά ιστάμενα πολιτικά πρόσωπα, για να μπορέσουν να κερδίσουν τους διαγωνισμούς που είχε προκηρύξει η κυβέρνηση, όσον αφορά τον εξοπλισμό του ναυτικού και της αεροπορίας  – με συνολικό προϋπολογισμό 4,4 δις φράγκα.

Ολοκληρώνοντας, σύμφωνα με τους παραπάνω «επικριτές» του, κυρίως την αμερικανική CIA και τη γερμανική Transparency International, ο Mandela αποτελεί ένα σύμβολο της απληστίας, του πελατειακού κράτους, της καταπίεσης των μαζών, καθώς επίσης της οικογενειοκρατίας – με μοναδική προσφορά του την ένωση του πληθυσμού της χώρας του, καθώς επίσης την αντιρατσιστική του συμπεριφορά.

Είναι όμως πράγματι έτσι, ισχύουν δηλαδή οι κατηγορίες εναντίον του Mandela και των υπολοίπων του κόμματος του ή μήπως υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος; Ως μία από τις πολλές απαντήσεις στο ερώτημα, παραθέτουμε το κείμενο που ακολουθεί, το οποίο έχει γραφεί πριν από αρκετό καιρό (Η τράπεζα των Ελλήνων):

 

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΤΙΟΥ ΑΦΡΙΚΗΣ

 

Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε πόσο σημαντικός είναι ο θεσμός της κεντρικής τράπεζας μίας χώρας, θα αναφερθούμε στο παράδειγμα της Ν. Αφρικής, την εποχή που η νέα κυβέρνηση της (Nelson Mandela) διαπραγματεύθηκε την ανεξαρτησία της.

Ενώ λοιπόν διεξάγονταν θετικά για το κράτος οι διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ στο πολιτικό σκέλος, απαιτήθηκε από τους υπευθύνους για την οικονομική πολιτική της χώρας η μετατροπή της κεντρικής τράπεζας τους σε έναν ανεξάρτητο οργανισμό, ο οποίος θα λειτουργούσε με απόλυτη αυτονομία από την εκλεγμένη κυβέρνηση – σαν ένα κυρίαρχο «κράτος εν κράτει» ουσιαστικά, στο οποίο δεν θα παρέμβαιναν οι εκλεγμένοι νομοθέτες (όπως ακριβώς συμβαίνει στη χώρα μας).

Συνεχίζοντας, παρά το ότι διατυπώθηκε από τους πολιτικούς της χώρας η απορία, σε ποιόν θα «λογοδοτούσε» η ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα (στο ΔΝΤ, στο Χρηματιστήριο, στην BIS), οι έμπειροι διαπραγματευτές της «Δύσης» κατόρθωσαν να επιβάλλουν μονομερώς τη θέληση τους – ταυτόχρονα με την «άλωση» του Υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο τοποθέτησαν έναν δικό τους έμπιστο πολιτικό. Όπως είπαν χαρακτηριστικά κάποιοι διακεκριμένοι Πολίτες της Νοτίου Αφρικής, οι οποίοι τότε σχολίασαν τις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν:

«Δεν μας άφησαν ποτέ ελεύθερους. Απλώς έβγαλαν την αλυσίδα από το λαιμό μας και την έβαλαν στους αστραγάλους μας….Οι μεγάλες επιχειρήσεις, μας δήλωσαν ουσιαστικά ότι θα κρατήσουν τα πάντα και εμείς θα κυβερνάμε μόνο κατ' όνομα. Μπορούσαμε δηλαδή να έχουμε την πολιτική εξουσία μετά από πολλά χρόνια αγώνων, μπορούσαμε φαινομενικά να κυβερνάμε, αλλά η πραγματική διακυβέρνηση θα βρισκόταν στα χέρια των άλλων».

Περαιτέρω, αυτό που συνέβη στη συνέχεια των διαπραγματεύσεων ήταν το ότι η κυβέρνηση «παγιδεύτηκε», χωρίς δυστυχώς να το αντιληφθεί, σε ένα είδος ιστού της αράχνης – «υφασμένου» από μυστηριώδεις κανόνες και υπόγειες ρυθμίσεις, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να «οριοθετήσουν», καθώς επίσης να περιορίσουν την εξουσία των δημοκρατικά εκλεγμένων ηγετών της χώρας. Όταν λοιπόν θέλησε η νέα κυβέρνηση να υλοποιήσει τα οράματα της, ανακάλυψε ότι η πραγματική εξουσία, η οικονομική, βρισκόταν στα χέρια άλλων.

Για παράδειγμα, δεν μπορούσε να αναδιανείμει τη γη, επειδή το νέο Σύνταγμα προστάτευε την ατομική ιδιοκτησία και καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την όποια αγροτική μεταρρύθμιση. Εκτός αυτού, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, αφού εκατοντάδες εργοστάσια της χώρας ήταν έτοιμα να κλείσουν – επειδή η κυβέρνηση είχε υπογράψει τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (του μετέπειτα ΠΟΕ), η οποία απαγόρευε την αναγκαία επιδότηση των τοπικών επιχειρήσεων.

Ίσως οφείλουμε να επισημάνουμε εδώ ότι, χωρίς κάποια προστασία και επιδοτήσεις, είναι σχεδόν αδύνατη η επαναβιομηχανοποίηση μίας χώρας – η αναβίωση δηλαδή του κατεστραμμένου παραγωγικού της ιστού (όπως απαιτείται σήμερα στην Ελλάδα, εάν θέλουμε πράγματι να επιλύσουμε το τεράστιο πρόβλημα του πάγια αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου μας, το οποίο ουσιαστικά ευθύνεται τα μέγιστα για το εξωτερικό τουλάχιστον χρέος μας).

Συνεχίζοντας στο θέμα μας, η διανομή δωρεάν φαρμάκων για την καταπολέμηση του aids απαγορευόταν, αφού μία τέτοια απόφαση παραβίαζε τα πνευματικά δικαιώματα ιδιοκτησίας, τα οποία προστάτευε ο ελεγχόμενος από την υπερδύναμη Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου – στον οποίο είχε προσχωρήσει η Νότια Αφρική, κατ' απαίτηση βέβαια των δανειστών της. Η διάθεση περισσότερου χρήματος προϋπέθετε φυσικά τη σύμφωνη γνώμη της ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας, η οποία δεν την παρείχε.

Η δωρεάν ύδρευση δεν ήταν επίσης εφικτή, αφού η Παγκόσμια Τράπεζα, μέσω της ομάδας οικονομολόγων που είχε στείλει στη χώρα, είχε μετατρέψει σε κανόνα, σε υποχρέωση δηλαδή, τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στις κοινωφελείς επιχειρήσεις. Τέλος, εάν η κυβέρνηση ήθελε να αυξήσει τους μισθούς, δεν της επιτρεπόταν, λόγω του δανείου ύψους 850 εκ. $ με το ΔΝΤ, το οποίο επέβαλλε «συγκράτηση των μισθών».

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η οποιαδήποτε μη υποταγή στους κανόνες και στους περιορισμούς που επέβαλλαν το ΔΝΤ και όλοι οι υπόλοιποι «συνεργοί» του, θα θεωρούταν απόδειξη επικίνδυνης εθνικής αφερεγγυότητας, έλλειψη αφοσίωσης στην εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» και απουσία ενός βασισμένου σε κανόνες συστήματος – με αποτέλεσμα τη διακοπή της χορήγησης βοήθειας («δόσεων» από το ΔΝΤ) και τη φυγή των ξένων κεφαλαίων.

 

 

Συνεχίζοντας, τόσο η δήθεν «ανεξάρτητη» κεντρική τράπεζα, όσο και το «υπό κηδεμονία» Υπουργείο Οικονομικών, επέβλεπαν άγρυπνα την πιστή τήρηση των εντολών – οπότε φυσικά επαναλήφθηκε η γνωστή ιστορία:

Η κυβέρνηση,«γονατισμένη» από το χρέος και υφιστάμενη διεθνείς πιέσεις, προκειμένου να ιδιωτικοποιήσει τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, άρχισε σύντομα να αυξάνει τις τιμές, να μειώνει τους μισθούς, να διασύρει τους αντιρρησίες και να «ξεπουλάει» δημόσια περιουσία – με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, εκατομμύρια άνθρωποι να εξαθλιωθούν, μη έχοντας πλέον ηλεκτρικό ρεύμα και νερό, επειδή δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους λογαριασμούς.

Όσο για τα πλούσια ορυχεία, τις τράπεζες και τις μονοπωλιακές βιομηχανίες, των οποίων την εθνικοποίηση ζητούσε ο Mandela, παρέμειναν στα χέρια τεσσάρων εταιρικών κολοσσών – οι οποίοι ελέγχουν πλέον το 80% του χρηματιστηρίου της χώρας.

Μεταξύ των ετών 1997 και 2004 η κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής πούλησε δεκαοκτώ δημόσιες εταιρείες, συγκεντρώνοντας 4 δις $, τα οποία διατέθηκαν στην εξυπηρέτηση των δανείων των διεθνών τοκογλύφων.

Το «πικρό φάρμακο» λοιπόν του ΔΝΤ, το οποίο προβλέπει (με τη βοήθεια μίας εντελώς ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας και ενός σκιώδους Υπουργείου Οικονομικών) περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές στις κρατικές δαπάνες, ελαστικότητα στην εργασία, απελευθέρωση όλων των κλειστών επαγγελμάτων, ενίσχυση του ελευθέρου εμπορίου, περιορισμένους ελέγχους στη ροή των κεφαλαίων κλπ., αποδείχθηκε στην κυριολεξία θανατηφόρο για την συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών της Ν. Αφρικής – όπως και για όλες σχεδόν τις χώρες, στις οποίες «εισέβαλλαν» οι σύνδικοι του διαβόλου.

 

ΟΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΤΩΝ ΕΙΣΒΟΛΕΩΝ

 

Οι διεθνείς τοκογλύφοι, το «σύστημα», όπως αποκαλείται, χρησιμοποιούν σταθερά την ίδια μέθοδο: διαφθείρουν την πολιτική, αναλαμβάνουν τη σκιώδη εξουσία και στη συνέχεια λεηλατούν τόσο την ιδιωτική, όσο και τη δημόσια περιουσία εκείνων των δύστυχων χωρών, στις οποίες εισβάλουν (αφού προηγουμένως τις υπερχρεώσουν, υποχρεώνοντας τες να ζητήσουν τη «βοήθεια» τους). Στο σημείο αυτό είναι ίσως σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ξανά τα στάδια της λεηλασίας, με το κείμενο που ακολουθεί:

Η «απελευθέρωση των αγορών», την οποία επιβάλλει δικτατορικά το ΔΝΤ στις χώρες που εισβάλλει, σημαίνει απλά το εξής: «Ανοίξτε τα σύνορα σας στους εντολοδόχους μας, για να μπορέσουν να αρπάξουν και να λεηλατήσουν ότι βρουν – ιδιωτικά ακίνητα, δημόσια περιουσιακά στοιχεία, επιχειρήσεις, μερίδια αγοράς κοκ.»

Αυτό γίνεται αφενός μεν με τη βοήθεια της εγχώριας επιχειρηματικής ελίτ, η οποία «φιλοδοξεί» να γίνει ο τοποτηρητής των εισβολέων στη χώρα της, αφετέρου με τη συνδρομή της πολιτικής εξουσίας – η οποία επιβάλλει «νομοθετικά διατάγματα» που δεν απαιτείται η έγκριση τους από τη Βουλή, ενώ διευκολύνει επικοινωνιακά την άλωση της εκάστοτε χώρας.

Η «διασπάθιση» της ιδιωτικής περιουσίας (ακίνητα, οικόπεδα κλπ.), επιτυγχάνεται πολύ απλά, με τη βοήθεια της υπερβολικής φορολόγησης – επίσης με τη συνδρομή των τραπεζών, οι οποίες έχουν στην ιδιοκτησία τους τις υποθήκες (άρθρο).

Η μέθοδος επηρεασμού της κοινής γνώμης, έτσι ώστε να μην αντιδράσει, είναι οι κατηγορίες για φοροδιαφυγή, για διαφθορά ή για οτιδήποτε άλλο ατόμων ή ομάδων του πληθυσμού – στα πλαίσια του «μαζί τα φάγαμε» ή της τοποθέτησης της μίας κοινωνικής ομάδας εναντίον της άλλης.

Από την άλλη πλευρά, η αφανής ακίνητη περιουσία του δημοσίου εκποιείται με την ίδρυση εταιριών, στις οποίες μεταβιβάζονται κρυφά τα περιουσιακά στοιχεία του κράτους. Στη συνέχεια, πωλούνται οι μετοχές των εταιρειών αυτών, οπότε δεν γίνεται αντιληπτό σχεδόν τίποτα από τους πολίτες. Όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις, όπου τα «φιλέτα» είναι οι κοινωφελείς (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ), οι κερδοφόρες μονοπωλιακές (ΟΠΑΠ) και οι στρατηγικές (ΟΤΕ κλπ.), ακολουθείται συνήθως η παρακάτω διαδικασία:

(α) Καταγγέλλεται η διαφθορά των συνδικαλιστών και του υπόλοιπου προσωπικού τους, μέσω των διατεταγμένων ΜΜΕ, έτσι ώστε να χειραγωγηθεί η κοινή γνώμη και να μην φέρει αντίρρηση στην εκποίηση τους.

(β) Απολύεται το δήθεν υπεράριθμο ή ακριβό προσωπικό τους – ιδίως αυτοί που αντιδρούν στην όλη διαδικασία. Προσλαμβάνονται είτε οι ίδιοι, είτε καινούργιοι, με τους νέους όμως βασικούς μισθούς «πείνας».

(γ) Εξυγιαίνονται με χρήματα των φορολογουμένων πολιτών και στη συνέχεια πωλούνται «καθαρές» στους εισβολείς – μισοτιμής προφανώς, αφού στην υπό κατάληψη χώρα οι τιμές έχουν καταρρεύσει.

Ότι δεν μπορούν να αγοράσουν οι εισβολείς σε τιμές ευκαιρίας, φροντίζουν να το κλείσουν – με τη μέθοδο του damping (σημαίνει ότι, κερδίζω στη δική μου χώρα, οπότε μπορώ να πουλάω κάτω από το κόστος σε μία άλλη, μέχρι να κλείσω τους ανταγωνιστές μου, αυξάνοντας μετά τις τιμές).

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, μειώνουν τις τιμές πώλησης τους κάτω από το κόστος, με αποτέλεσμα οι τοπικές βιομηχανίες να αδυνατούν να ανταπεξέλθουν με τον ανταγωνισμό. Επομένως, είτε χρεοκοπούν, είτε πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές στους εντολοδόχους του ΔΝΤ (ή της Γερμανίας, στην περίπτωση της Ελλάδας).

Όσον αφορά ορισμένους ευαίσθητους και εξαιρετικά κερδοφόρους κλάδους, όπως τις τοπικές φαρμακοβιομηχανίες, η συνταγή είναι ελαφρά διαφορετική:

(α)  Οι πολιτικοί επιβάλλουν θεσμικά τιμές πώλησης κάτω του κόστους στην τοπική βιομηχανία, η οποία παράγει συνήθως γενόσημα – υποχρεώνοντας ταυτόχρονα τους ασφαλισμένους πολίτες να επιλέγουν τα συγκεκριμένα φάρμακα.

Αυτό επιτυγχάνεται είτε αυξάνοντας τις τιμές των πρωτοτύπων, είτε μειώνοντας τη συμμετοχή του κράτους, όσον αφορά την αγορά των πρωτοτύπων φαρμάκων, είτε προσφέροντας ειδικά κίνητρα για την αγορά των γενοσήμων.

(β) Στη συνέχεια, οι πολιτικοί «δημαγωγούν», ισχυριζόμενοι ότι ωφελούν τους πολίτες, καταπολεμώντας θαρραλέα τα συμφέροντα – οπότε κερδίζουν με το μέρος τους την κοινή γνώμη, η οποία νομίζει ανόητα πως ωφελείται από τις χαμηλές τιμές, ενώ χαίρεται με την τιμωρία του «εγχώριου κατεστημένου» (μισαλλοδοξία).

(γ)  Οι τοπικές φαρμακοβιομηχανίες είτε χρεοκοπούν, είτε πωλούνται μισοτιμής στους ξένους.

(δ)  Αργότερα, σταδιακά, οι τιμές των γενοσήμων αυξάνονται, τα κίνητρα για την αγορά τους, η επιδότηση τους ουσιαστικά από το κράτος σταματάει και οι εισβολείς έχουν στη διάθεση τους μονοπωλιακά ολόκληρη την αγορά – κερδίζοντας πλουσιοπάροχα.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Η μοναδική λύση των χωρών, ιδίως των πλουσίων, όπως η Ελλάδα, οι οποίες τοποθετούνται στο στόχαστρο, είναι η υιοθέτηση της άμεσης δημοκρατίας – με τη βοήθεια της οποίας οι πολίτες αναλαμβάνουν μόνοι τους τα ηνία της πατρίδας τους, αποφασίζοντας οι ίδιοι για το μέλλον τους.

Η αιτία είναι προφανώς το ότι οι Πολίτες, στο σύνολο τους, είναι φύσει αδύνατον να δωροδοκηθούν – οπότε οι εισβολείς δεν έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν τη βρώμικη πολιτική τους. Εάν τυχόν δε υπάρξει κάποιος ηγέτης, ο οποίος να μπορεί να τους εμπνεύσει, τότε η έξοδος της χώρας τους από την κρίση, αποφεύγοντας τις παγίδες των εισβολέων, είναι κάτι περισσότερο από εύκολη.

 

* Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις.

Έχει γράψει το βιβλίο "Υπέρβαση Εξουσίας", το οποίο αναφέρεται στο φορολογικό μηχανισμό της Γερμανίας, ενώ έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, με τον  τίτλο "Η κρίση των κρίσεων".

Έχει ασχοληθεί με σημαντικές έρευνες και αναλύσεις επί του αντικειμένου του (μακροοικονομία), επί διεθνούς επιπέδου, οι οποίες φιλοξενούνται τακτικά σε ημερήσιες εφημερίδες, περιοδικά και ηλεκτρονικές ιστοσελίδες.


ΠΗΓΗ: Δεκεμβρίου 16, 2013,   http://www.analyst.gr/2013/12/16/5244/ και http://www.analyst.gr/2013/12/16/5244/2/

Η πτώχευση της Δύσης

Η πτώχευση της Δύσης

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*


"Για να κατανοήσει κανείς τη δίνη, στην οποία έχει «εγκλωβιστεί» ο πλανήτης, πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι, το δυτικό «οικονομικό μοντέλο» στηρίζεται στη διαρκή ανάπτυξη – ενώ επηρεάζει καταλυτικά ολόκληρη την υφήλιο.

Ανάπτυξη για να εξασφαλίζονται νέες, περισσότερες δυνατότητες απασχόλησης για τους εργαζομένους – όπου όμως πολλές θέσεις εργασίας καταστρέφονται ταυτόχρονα, από την ανάπτυξη που επιτυγχάνεται με την τεχνολογική πρόοδο (αύξηση της παραγωγικότητας).

Συνεχής ανάπτυξη για να μπορούν να εξασφαλίζουν όλο και λιγότεροι νέοι τις συντάξεις, για όλο και περισσότερους ηλικιωμένους – ανάπτυξη για να υπάρχει η δυνατότητα να εξυπηρετούνται τα διαρκώς αυξανόμενα χρέη και οι τόκοι τους. Χωρίς ανάπτυξη δεν υπάρχει μέλλον για τον πλανήτη, έτσι όπως είναι σήμερα οργανωμένος.

Η οικονομία όμως της βιομηχανικής δύσης έχει σταματήσει να αναπτύσσεται τις τελευταίες δεκαετίες – γεγονός που τεκμηριώνεται από τη στασιμότητα των αμοιβών των εργαζομένων, καθώς επίσης από το ότι, η όποια αύξηση καταγράφηκε, ήταν το αποτέλεσμα της δημιουργίας κερδοσκοπικών υπερβολών.

Οι υπερβολές αυτές (φούσκες) στις χρηματαγορές δεν ήταν (και δεν είναι) τυχαίες – αποτελώντας ουσιαστικά αγωνιώδεις, απελπισμένες προσπάθειες, για να δημιουργηθούν νέες δυνατότητες απασχόλησης, σε ένα μη υγιές οικονομικό σύστημα και περιβάλλον.

Σήμερα, με τις ενδείξεις ενός παγκόσμιου κραχ εντονότερες από ποτέ, έχει γίνει κατανοητό το ότι, οι φούσκες δεν εξασφαλίζουν αλλά καταστρέφουν τις θέσεις εργασίας – αφού συμβάλλουν τα μέγιστα στην αναδιανομή του πλούτου εις βάρος των εργαζομένων, με αποτέλεσμα να μειώνεται η συνολική ζήτηση και να οδηγούνται στο περιθώριο, να θάβονται ζωντανοί εκατομμύρια άνθρωποι.

Η Δύση όμως έχει διασπαστεί, όσον αφορά την επιλογή της σωστής λύσης για το τεράστιο πρόβλημα που αντιμετωπίζει – εμφανίζοντας συμπτώματα παράνοιας, έντονης σχιζοφρένειας. Ειδικότερα, η Γερμανία έχει την άποψη πως το φάρμακο είναι ο περιορισμός των πιστώσεων (λιτότητα) ισχυριζόμενη ότι, η ανάπτυξη θα επιστρέψει, όταν πραγματοποιηθούν οι απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές.

Για παράδειγμα η Ισπανία, όπου η έκρηξη της φούσκας των ακινήτων μείωσε την ανταγωνιστικότητα της, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στην ανεργία χιλιάδες άνθρωποι, πρέπει να δημιουργήσει θέσεις εργασίας σε νέους τομείς – γεγονός που προϋποθέτει την μετεκπαίδευση των εργαζομένων, η οποία απαιτεί χρόνο, καθώς επίσης μία ευέλικτη αγορά εργασίας. Το ίδιο και η Ελλάδα, στην οποία όμως η μείωση της ανταγωνιστικότητας οφείλεται, κατά τη Γερμανία, στη φούσκα της διαφθοράς, των υψηλών αμοιβών, της χαμηλής παραγωγικότητας και της υπεράριθμης στελέχωσης του δημοσίου.

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά οδηγεί στα ίδια αποτελέσματα – γεγονός που σημαίνει ότι, αν και χρησιμοποιούνται νέα φάρμακα ή καινούργιοι μέθοδοι για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας κρίσης, η κατάληξη θα είναι ξανά εκρηκτική

Αντίθετα τόσο οι Η.Π.Α., όσο και η Ιαπωνία, πιστεύουν πως το φάρμακο είναι η αναθέρμανση της ζήτησης – με τη βοήθεια της παροχής ρευστότητας (αύξηση των πιστώσεων) στο σύστημα, εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών. «Επενδύονται πολύ λίγα χρήματα, καταναλώνονται λιγότερα και αποταμιεύονται πάρα πολλά», είναι ο δικός τους ορισμός του προβλήματος.

Τα χρήματα βέβαια παραμένουν εγκλωβισμένα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, δημιουργώντας κερδοσκοπικές φούσκες – όπου όμως πιστεύεται πως πρόκειται για ένα παροδικό φαινόμενο, οπότε τα χρήματα (πιστώσεις) θα οδηγηθούν στην πραγματική οικονομία, αυξάνοντας τη ζήτηση και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας.

Η Μ. Βρετανία ευρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο, αφού αυξάνει προσεκτικά την ποσότητα χρήματος, ενώ εφαρμόζει μία περιορισμένη πολιτική λιτότητας – χωρίς όμως επιτυχία, όπως δεν έχουν επιτυχία και οι δύο προηγούμενοι.

Σε κάθε περίπτωση, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι εξαθλιώνονται, υποφέρουν και πεθαίνουν τόσο από τη μία, όσο και από την άλλη πολιτική που εφαρμόζεται, τα ποσά που κερδίζει η ελίτ από τις φούσκες είναι ιλιγγιώδη, τα περισσότερα στην ιστορία του δυτικού κόσμου – επίσης, τα χρήματα που ιδιοποιούνται οι ισχυρές χώρες, εις βάρος των αδύναμων και υπερχρεωμένων κρατών.      

Κατά την άποψη μας, το πρόβλημα δεν θα λυθεί εάν δεν συντονισθεί ολόκληρη η Δύση, αποφασίζοντας την υιοθέτηση μίας κοινής γραμμής – όποια και αν είναι αυτή, είτε η γερμανική, είτε η αμερικανική, αφού διαφορετικά θα πτωχεύσει. Εν τούτοις, απαιτείται αμέσως μετά η ριζική αλλαγή του οικονομικού μας συστήματος – η εύρεση κάποιου άλλου, το οποίο να μην στηρίζεται στην ανάπτυξη που, μεταξύ άλλων, καταναλώνει ανεύθυνα τους περιορισμένους φυσικούς πόρους του πλανήτη".

Ανάλυση

Ενώ όλοι μας ασχολούμαστε με την Ελλάδα, θεωρώντας ότι αυτά που συμβαίνουν στην πατρίδα μας αποτελούν εξαίρεση, είναι δηλαδή μοναδικά στον πλανήτη, η πείνα στη Βρετανία έχει φτάσει σε επίπεδα «εκτάκτου ανάγκης», όπως επίσης η δημόσια υγεία – με την πολιτική λιτότητας, σε συνδυασμό με τον περιορισμό του κράτους πρόνοιας, να εντείνουν τα προβλήματα.

Σύμφωνα με εφημερίδα της χώρας (Independent), μία ομάδα γιατρών, καθώς επίσης ανώτατων ακαδημαϊκών από το ιατρικό ερευνητικό συμβούλιο και από δύο κορυφαία πανεπιστήμια δήλωσε ότι, παρατηρείται μία απότομη αύξηση στον αριθμό των ατόμων, τα οποία χρειάζονται επειγόντως επισιτιστική βοήθεια – ενώ εάν δεν ληφθούν αμέσως μέτρα, θα είναι πολύ αργά για να προληφθούν οι συνέπειες. Στο γράφημα που ακολουθεί, φαίνεται η ραγδαία αύξηση εκείνων των Βρετανών, οι οποίοι λαμβάνουν επισιτιστική βοήθεια.

Τάση αύξησης επισιτιστικής βοήθειας στη Βρετανία

Περαιτέρω, ενώ οι αγορές της Ευρώπης έχουν αποσυνδεθεί εντελώς από τη «θεμελιώδη πραγματικότητα», η μεγαλύτερη αγορά ομολόγων παγκοσμίως, η ιαπωνική, είναι «κλινικά νεκρή» – αφού ανατροφοδοτείται σχεδόν μόνο από την κεντρική τράπεζα της χώρας, διατηρούμενη τεχνητά στη ζωή, χωρίς καμία επαφή με το «περιβάλλον».

Σύμφωνα με τους ειδικούς (Mizuho), οι υπεύθυνοι χάραξης της πολιτικής νομίζουν ανόητα ότι, μπορούν να διατηρήσουν το επίπεδο δανεισμού, χωρίς προβλήματα – με τις λειτουργίες της αγοράς να θυσιάζονται, στο βωμό της καταπολέμησης του αποπληθωρισμού.

Η ρευστότητα όμως έχει «εξατμισθεί», αφού η Τράπεζα της Ιαπωνίας έχει «καταβροχθίσει» το μεγαλύτερο μέρος της – γεγονός που σημαίνει ότι, τυχόν περιορισμός των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης (τύπωμα χρημάτων), θα μπορούσε να προκαλέσει μία ραγδαία πτώση των τιμών των ομολόγων. Η πρόσφατη πτώση (διάγραμμα), επιβεβαιώνει αναμφίβολα τα παραπάνω συμπεράσματα.

Η κατάρρευση τώρα των τιμών των ομολόγων θα δημιουργήσει στην Ιαπωνία, όπως προβλέπεται και για τις Η.Π.Α., πολύ μεγάλα προβλήματα, όσον αφορά την ομαλοποίηση της οικονομίας. Απλούστερα, η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας έχει «δολοφονήσει» την αγορά κρατικών ομολόγων, με εξαιρετικά οδυνηρά αποτελέσματα για το μέλλον της χώρας – η οποία πολύ δύσκολα θα αποφύγει τη χρεοκοπία, «εξάγοντας» μεγάλα δεινά σε παγκόσμια κλίμακα.

 

Εξέλιξη των τιμές των ομολόγων της Ιαπωνίας τις τελευταίες 3 ημέρες

Σαν αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών, καθώς επίσης των μέτρων ποσοτικής διευκόλυνσης, τα οποία θα διευρυνθούν στις αρχές του επομένου έτους, για να αποφευχθεί η μείωση του ρυθμού ανάπτυξης λόγω της αύξησης του ΦΠΑ, τα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας, όπως και πολλοί άλλοι επενδυτές, εγκαταλείπουν τις αγορές ομολόγων – επιλέγοντας την τοποθέτηση τους στις μετοχές, με προβλεπόμενο αποτέλεσμα την περαιτέρω, κατακόρυφη αύξηση των χρηματιστηριακών δεικτών και την κατάρρευση του γεν.

ΟΙ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Αυτό που χαρακτηρίζει σήμερα τον πλανήτη στη νέα, παγκοσμιοποιημένη και σε ακραίο βαθμό επικίνδυνη μορφή του, είναι η αλληλεξάρτηση όλων των χωρών μεταξύ τους – λόγω της οποίας είναι εξαιρετικά αυξημένος ο κίνδυνος ενός παγκόσμιου κραχ.

Είναι λοιπόν πολύ πιθανόν να μετατραπούν σε μπούμερανγκ οι ελπίδες των κεντρικών τραπεζών της Δύσης, να εξάγουν τον πληθωρισμό στις αναπτυσσόμενες οικονομίες – τον οποίο αναμφίβολα «επωάζει» η συνεχής αύξηση των ποσοτήτων χρημάτων (QE).

Η αύξηση αυτή, με στόχο να αποφευχθεί ο αποπληθωρισμός, είναι κάτι παραπάνω από επικίνδυνη – πόσο μάλλον όταν τα νέα χρήματα (διάγραμμα που ακολουθεί), έχουν φτάσει ήδη στα ιλιγγιώδη επίπεδα των 10 τρις $.

 

Εξέλιξη αύξησης ποσοτήτων ρευστότητας συνολικά των Fed, EKT, Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας, Κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας, Κεντρική Τράπεζα της Κίνας

Οι φόβοι της «εκπυρσοκρότησης του όπλου προς τα πίσω» εντείνονται από το γεγονός ότι, τα ανεξόφλητα χρέη των επιχειρήσεων στις αναπτυσσόμενες οικονομίες έχουν φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ – πλησιάζοντας τα 460 δις $. Δηλαδή, στο υψηλότερο σημείο από την εποχή της ασιατικής κρίσης (1997/98).

Για την καλύτερη κατανόηση του γεγονότος αυτού, τα χρέη των συγκεκριμένων εταιρειών έχουν τετραπλασιαστεί σε σχέση με το 2008, αποτελώντας το 10% των συνολικών χρεών όλων των επιχειρήσεων του πλανήτη.

Πρόκειται προφανώς για ένα εξοργιστικά επικίνδυνο ύψος, έχοντας προκληθεί από τη συνεχή παροχή ρευστότητας, με μηδενικό κόστος, εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών της Δύσης. Ειδικά από την πλευρά της Fed, η οποία ρισκάρισε, δυστυχώς  συνειδητά την κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος – απλά και μόνο για να συνεχίσει να τρέφεται η οικονομική ελίτ, από τις σάρκες της πλειοψηφίας των πολιτών της Δύσης, καθώς επίσης των υπολοίπων κρατών του πλανήτη.

Σε πολλές χώρες λοιπόν είναι ήδη εμφανή τα συμπτώματα της δημιουργίας «πιστωτικών υπερβολών» (φούσκες) στα χρηματιστήρια – όπως φάνηκε, μεταξύ άλλων, από την εισαγωγή του Twitter (άρθρο) το οποίο, παρά το ότι δεν έχει ακόμη δημιουργήσει κέρδη (63 εκ. $ ζημίες στο πρώτο εξάμηνο του 2013), ενώ δεν προβλέπεται ούτε στο άμεσο μέλλον, αξιολογήθηκε από τους επενδυτές στα 16 δις $.

Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με το Facebook (άρθρο), το οποίο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ διαστρέβλωσης – ενώ νομίσματα φούσκες και από το πουθενά, χωρίς κανένα απολύτως αντίκρισμα, όπως το Bitcoin ή το Litecoin, έχουν εκτοξευθεί στα ύψη.

Ευτυχώς, με την απαγόρευση της Κίνας, όσον αφορά τις συναλλαγές των τραπεζών της με το διαδικτυακό νόμισμα, η τιμή του μειώθηκε κατά 32% περίπου – μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα (διάγραμμα, όπου φαίνεται η αντίστροφη σχέση του με το χρυσό) και με τεράστιους όγκους, κατά 400 $ στα 840 $ από 1.242 προηγουμένως (-51% το Litecoin).

 

Εξέλιξη Bitcoin

.Ειδικά όσον αφορά το Bitcoin, διαπιστώθηκε πως τις τελευταίες ημέρες οι κάτοχοι του αγόραζαν μαζικά χρυσό, πληρώνοντας με το συγκεκριμένο νόμισμα – γεγονός απόλυτα φυσικό, αφού λίγο καιρό πριν αγόραζαν με ένα Bitcoin μία ουγγιά ασημιού (20 $), ενώ στις αρχές της εβδομάδας αγόραζαν μία ολόκληρη ουγγιά χρυσού (1.240 $).

Αριθμός συναλλαγών με Bitcoin το τρέχον έτος (2013)

Οι συναλλαγές δε με το νόμισμα αυτό αυξάνονται γεωμετρικά  – όπως φαίνεται από το προηγούμενο διάγραμμα (πηγή η υπηρεσία πληρωμών Bitpay, η οποία κατέγραψε το Νοέμβριο 55.288 συναλλαγές).

Εν τούτοις, η «κυκλικά προσαρμοσμένη τιμή προς κέρδη» (CAPE or Shiller-P/E) στις Η.Π.Α., με βάση την οποία κρίνεται εάν είναι φθηνό ή ακριβό ένα χρηματιστήριο, δεν είναι υπερβολικά υψηλή, όπως φαίνεται από το διάγραμμα που ακολουθεί – το οποίο «προδίδει» ακριβώς τη φούσκα του διαδικτύου (2000).

Ειδικότερα, ο μέσος όρος της δεκαετούς σχέσης «CAPE-ratio» από το 1871 είναι 17 – με χαμηλότερο το 7 (1933) και υψηλότερο το 42,5 (2000). Σήμερα, ο αμερικανικός δείκτης S&P βρίσκεται στο 24,6 – οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «υπερβολή» ή ως «φούσκα έτοιμη να εκραγεί».

Η αιτία είναι κατά πολλούς η μεγάλη κερδοφορία των επιχειρήσεων, εις βάρος των εργαζομένων – η οποία όμως μπορεί να αντιστραφεί απότομα και ξαφνικά, ανατρέποντας ριζικά τα συμπεράσματα που εξάγονται από το παραπάνω διάγραμμα.

Η ΦΟΥΣΚΑ ΣΤΙΣ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ

Η φούσκα στις αναπτυσσόμενες οικονομίες είναι ίσως πιο απειλητική, από την αντίστοιχη στη Δύση, επειδή έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο γκρεμό. Η αιτία είναι το ότι, λόγω των χαμηλών επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών οι επενδυτές, αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις, τοποθέτησαν τεράστιες ποσότητες χρημάτων στις αναδυόμενες χώρες – πριν από όλους οι τράπεζες, καθώς επίσης τα κερδοσκοπικά κεφάλαια (hedge funds).

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να σημειώσουμε πως, μία από τις παρενέργειες των χαμηλών επιτοκίων, εκτός από την προηγούμενη, είναι η μείωση των χρημάτων των συνταξιοδοτικών ταμείων και ασφαλιστικών εταιρειών – όταν ο πληθωρισμός είναι υψηλότερος από τα επιτόκια καταθέσεων. Προσπαθώντας λοιπόν κανείς να επιλύσει το πρόβλημα της υπερχρέωσης με τα χαμηλά επιτόκια, δημιουργεί άλλα προβλήματα, όχι λιγότερο σοβαρά.

Συνεχίζοντας, οι επιχειρήσεις των συγκεκριμένων χωρών, δανείσθηκαν από τους επενδυτές απίστευτα ποσά σε δολάρια, για να αναπτύξουν τις δραστηριότητες τους – κερδίζοντας από τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις, καθώς επίσης από τα πρωτοφανή στην ιστορία χαμηλά επιτόκια. Στο ξεκίνημα λοιπόν της ανόδου, οι αυξημένες ισοτιμίες των νομισμάτων κρατών όπως η Νότια Αφρική, η Ινδία, η Βραζιλία και η Τουρκία, λόγω των μεγάλων εισροών συναλλάγματος, στήριξαν ακόμη περισσότερο το ρυθμό ανάπτυξης τους.

Σήμερα όμως ευρίσκονται υπό κλιμακούμενη πίεση – αφού η απλή ανακοίνωση της Fed την άνοιξη, σύμφωνα με την οποία θα σταματούσε ενδεχομένως η παροχή ρευστότητας εκ μέρους της (QE), οδήγησε αρκετούς επενδυτές στη μαζική απόσυρση των κεφαλαίων τους από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αμέσως μετά, τα νομίσματα πολλών από αυτές τις χώρες βρέθηκαν σε ελεύθερη πτώση (διάγραμμα), ενώ σταθεροποιήθηκαν μόνο με τη βοήθεια των μαζικών παρεμβάσεων των κεντρικών τους τραπεζών, στην αγορά συναλλάγματος.

Εξέλιξη συναλλαγμάτων των αναπτυσσόμενων χωρών

Μοναδική εξαίρεση ήταν φυσικά η Κίνα – η οποία άλλωστε δεν επιτρέπει την ελεύθερη διακύμανση του νομίσματος της. Η Fed βέβαια, αντιλαμβανόμενη τι ακριβώς θα ακολουθούσε, αναίρεσε την ανακοίνωση της – αποτελώντας σήμερα «όμηρο» της πολιτικής της, αφού αδυνατεί να σταματήσει την παροχή ρευστότητας (πόσο μάλλον να αποσύρει, ως οφείλει, την πλεονάζουσα), με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον του πλανήτη.

Ένα από τα πιο γνωστά θύματα της παραπάνω εξέλιξης ήταν ο βραζιλιάνος δισεκατομμυριούχος Batista – ο οποίος έχασε μέσα σε ελάχιστους μήνες το 99% της περιουσίας του (34,5 δις $, ο 7ος πλουσιότερος άνθρωπος στον πλανήτη), καθώς επίσης το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματικής αυτοκρατορίας του. Η αιτία ήταν το ότι, πολλές από τις εταιρείες του ήταν ζημιογόνες, επιβιώνοντας αφενός μεν από τα δάνεια των ξένων επενδυτών, αφετέρου από τις υποσχέσεις του για μελλοντικά κέρδη.

Ενδεχομένως λοιπόν να ευρισκόμαστε ήδη στο ξεκίνημα μίας σειράς χρεοκοπιών σε πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες – κάτι ανάλογο δηλαδή, με αυτά που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ασιατικής κρίσης (1997-98), η οποία άρχισε από την Ταϋλάνδη, επεκτεινόμενη στη Ρωσία και στη Νότιο Αμερική, μέσα σε χρόνο μηδέν.

Ολοκληρώνοντας, εάν συνεχίσει η πίεση στα νομίσματα των αναπτυσσομένων οικονομιών, όπως παρατηρείται ήδη, θα χρεοκοπήσει ένας μεγάλος αριθμός από τις επιχειρήσεις τους – γεγονός που θα δημιουργήσει πολύ σοβαρά προβλήματα στις βιομηχανικές χώρες και ειδικά στην Ευρώπη, οι τράπεζες της οποίας έχουν δανείσει μεγάλα ποσά, τα οποία φθάνουν έως και το 50% των συνολικών δανείων τους.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ενώ μαίνεται η μεγαλύτερη, η πλέον καταστροφική καταιγίδα όλων των εποχών, το ελληνικό πλοίο ευρίσκεται μέσα στο ασφαλέστερο λιμάνι του πλανήτη – στην Ευρωζώνη. Εν τούτοις λεηλατείται, υποφέρει, λιμοκτονεί και εξευτελίζεται από τα μεγαλύτερα πλοία, έχοντας υποστεί τεράστιες βλάβες – με δική του ευθύνη, αλλά και με ευθύνη των άλλων, κυρίως δε της Γερμανίας.

Σύμφωνα με πολλούς, η μοναδική λύση που του απομένει είναι η εγκατάλειψη του ασφαλούς λιμανιού, με κατεύθυνση την ανοιχτή θάλασσα – αψηφώντας την καταιγίδα και τους κινδύνους που εμπερικλείει. Πρόκειται ασφαλώς για μία θαρραλέα και υπερήφανη λύση, την οποία δεν μπορεί κανένας να κατηγορήσει – πόσο μάλλον όταν το ελληνικό πλοίο κινδυνεύει να βυθιστεί μέσα στο λιμάνι, όπου το ένα πλήρωμα συνεχίζει να τρέφεται από τις σάρκες του άλλου, αδυνατώντας ή μη θέλοντας να εξασφαλίσει διαφορετικά την επιβίωση του.

Λογικά βέβαια, θα πρέπει να επισκευασθεί προηγουμένως, εάν θέλει να έχει κάποια ελπίδα επιβίωσης στην ανοιχτή θάλασσα – ειδικά επειδή η καταιγίδα δεν φαίνεται να κοπάζει αλλά, αντίθετα, επιδεινώνεται. Ουσιαστικά λοιπόν αντιμετωπίζει μία κατάσταση του τύπου «εμπρός γκρεμός και πίσω ρέμα» – ένα διαβολικό δίλημμα, στο οποίο πρέπει μεν να δοθεί επειγόντως μία απάντηση, η οποία όμως δεν είναι καθόλου εύκολη.

Αυτό λοιπόν που απομένει, μέχρι να ληφθεί η τελική απόφαση, δεν είναι άλλο από την σθεναρή, συλλογική, τολμηρή άμυνα του, απέναντι στις επιθέσεις των άλλων πληρωμάτων. Επίσης, η δημιουργία συμμαχιών, ενώ παράλληλα θα επισκευάζεται με κάθε θυσία – έτσι ώστε να είναι έτοιμο να εγκαταλείψει το λιμάνι, είτε όταν κοπάσει η καταιγίδα, είτε όταν το αποφασίσουν πολλά καράβια μαζί, είτε όταν ο κίνδυνος να βυθιστεί αύτανδρο μέσα στο λιμάνι είναι μεγαλύτερος, από τον αντίστοιχο στην ανοιχτή, άγρια θάλασσα.

 

* Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις.

Έχει γράψει το βιβλίο "Υπέρβαση Εξουσίας", το οποίο αναφέρεται στο φορολογικό μηχανισμό της Γερμανίας, ενώ έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, με τον  τίτλο "Η κρίση των κρίσεων".

Έχει ασχοληθεί με σημαντικές έρευνες και αναλύσεις επί του αντικειμένου του (μακροοικονομία), επί διεθνούς επιπέδου, οι οποίες φιλοξενούνται τακτικά σε ημερήσιες εφημερίδες, περιοδικά και ηλεκτρονικές ιστοσελίδες.

ΠΗΓΗ: Δεκεμβρίου 7, 2013, http://www.analyst.gr/2013/12/07/5067/ και http://www.analyst.gr/2013/12/07/5067/2/ και  http://www.analyst.gr/2013/12/07/5067/3/

ΤΟ ΔΝΤ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΕΙ

ΤΟ ΔΝΤ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΕΙ

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη*

Όλα δείχνουν ότι το ΔΝΤ προετοιμάζει την έξοδό του από την τρόικα που διαφεντεύει τις τύχες της Ελλάδας τα τέσσερα τελευταία χρόνια, καθώς δεν συμμερίζεται τις διάφορες success stories. Οι λόγοι της επικείμενης αποχώρησής του, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, έχουν ως αφετηρία τις τύψεις του, επειδή εκτίμησε τόσο τραγικά εσφαλμένα την έκταση της ύφεσης που θα προκαλούσε το πρόγραμμά του στην Ελλάδα.

Συνέχεια →

Πολιτική, χρυσός, φούσκες και επιτόκια

Πολιτική, χρυσός, φούσκες και επιτόκια

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

«Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία της Δύσης έχει πλέον αλωθεί από την οικονομική εξουσία και είναι «υποχείριο» της – οπότε έχει τελειώσει ο ρόλος της. Η μοναδική δυνατότητα διατήρησης του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η άμεση δημοκρατία, σε περιβάλλον μικτής οικονομίας – ενώ οι οδυνηρές εναλλακτικές είναι οι κεντρικά κατευθυνόμενες οικονομίες, με τις εκάστοτε σημαντικές ιδιαιτερότητες τους: ο εθνικοσοσιαλισμός και ο κομμουνισμός».

Άρθρο

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας προσπάθησε να καθησυχάσει τους Γερμανούς, σε σχέση με την παραμονή του στην εξουσία, διαβεβαιώνοντας τους ότι, υπάρχουν αρκετοί «προδότες» βουλευτές στην αντιπολίτευση – με τους οποίους θα μπορούσε να κλείσει τυχόν «κενά» που θα παρουσιάζονταν στα κόμματα της συγκυβέρνησης, οπότε δεν υπάρχει φόβος να πέσει πριν ή κατά τη διάρκεια της προεδρίας της Ευρώπης.

Άλλωστε έχει δοκιμάσει με επιτυχία τη συνταγή, αποδεκατίζοντας ένα «όμορο» κόμμα, με τη μέθοδο της «υπεξαίρεσης» των βουλευτών του – με αντίτιμο μία θέση στη Βουλή ή/και στην κυβέρνηση. Σύμφωνα δε με ορισμένους κακόπιστους σχολιαστές του, «κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια» – έχοντας προσωπική εμπειρία στην «καθαίρεση» ενός κόμματος, το οποίο στη συνέχεια τον επιβράβευσε με τη θέση του προέδρου του.

 

Ακόμη ένας πρωθυπουργός λοιπόν εξευτελίζει διεθνώς την Ελλάδα, συνεχίζοντας παράλληλα την «επαιτεία», την ανερυθρίαστη ζητιανιά καλύτερα του προκατόχου του – ενώ η Γερμανία, η οποία τον ελέγχει πλήρως, διαθέτοντας πιθανότατα «τεκμήρια πολιτικής διαφθοράς» του κόμματος που ηγείται, δεν έχει καμία αντίρρηση να συνεχίσει να τον ενισχύει.

Άλλωστε τα λόγια δεν κοστίζουν απολύτως τίποτα – ενώ τόσο το κυβερνών κόμμα, όσο και ο πρωθυπουργός, ταιριάζουν περισσότερο στα σχέδια της. Θα ήταν όμως καλό να γνωρίζει ο Έλληνας πρωθυπουργός ότι οι Γερμανοί, από τη φύση τους, αντιπαθούν την αποστασία, όσο ίσως κανένας άλλος λαός – γεγονός που θα το διαπιστώσει πολύ σύντομα.

Μελετώντας τον προϋπολογισμό και βλέποντας τις ίδιες ασκήσεις επί χάρτου, με την ίδια συνταγή, μας ήλθε στο νου ο Einstein, με τη γνωστή του ρήση: «Ο ορισμός της ανοησίας είναι να επαναλαμβάνεις το ίδιο πείραμα, προσδοκώντας διαφορετικά αποτελέσματα»

Ο ΧΡΥΣΟΣ

Ανεξάρτητα όμως από την «τραγική φαιδρότητα» της πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης δυστυχώς της αξιωματικής αντιπολίτευσης (έχουμε την, ας ελπίσουμε λανθασμένη, εντύπωση ότι, εάν κυβερνούσε, θα ανακαλύπταμε πως δεν έχουμε δει ακόμη τίποτα), στις διεθνείς αγορές τα πράγματα εξελίσσονται ραγδαία – ενώ, κρίνοντας από την πτώση της τιμής του χρυσού (διάγραμμα), προβλέπεται από τις αγορές παγκόσμιος αποπληθωρισμός. Στη συνέχεια υπερπληθωρισμός, ο οποίος θα «αποτελειώσει» την ήδη καμένη γη – εάν φυσικά συνεχίσει να ακολουθείται η ίδια πολιτική.

Πτώση της τιμής του χρυσού.

Η Goldman Sachs πάντως «μαντεύει» μία πολύ μεγάλη πτώση της τιμής του χρυσού για το 2014, της τάξης του -15% (από -26% το 2013), στα επίπεδα των 1.057 $ ανά ουγγιά. Τεκμηριώνει δε τη θέση της με το ότι, επειδή η τιμή του χρυσού έχει σχέση με την ποσότητα των χρημάτων που κυκλοφορούν, η προβλεπόμενη μείωση τους από τη Fed ενωρίτερα του αναμενομένου, θα οδηγήσει στην πτώση της (άρα και στην κατάρρευση των χρηματιστηρίων, επιβεβαιώνοντας ακόμη μία φορά την κατάρα της Fed).

Εν τούτοις, είναι αρκετοί αυτοί που αναρωτιούνται γιατί αυξάνει τις αγορές χρυσού, αφού προβλέπει πτώση της τιμής του – με τελευταία ενέργεια της την αγορά ολόκληρου του χρυσού της Βενεζουέλας έναντι 1,84 δις $, μέσω ενός Swap διαρκείας 7 ετών.

Ο σοσιαλισμός της Καραϊβικής, όπως αποκαλείται η πολιτική της χώρας, η οποία μαστίζεται από έναν υπερπληθωρισμό άνευ προηγουμένου (283% ετήσια), κινδυνεύει πάντως να χρεοκοπήσει – γεγονός που αποδεικνύει το πόσο δύσκολος είναι ο χειρισμός ενός εθνικού νομίσματος, από ανίκανους πολιτικούς. Επίσης αποδεικνύει πόσο επικίνδυνοι είναι οι «χαρισματικοί ηγέτες», οι οποίο αφήνουν πίσω τους συνήθως «καμένη γη».

Κατά τη διάρκεια της τεράστιας αυτής αγοράς της Goldman Sachs, η τιμή του χρυσού κατέρρευσε βραχυπρόθεσμα και σταμάτησε για λίγο η διαπραγμάτευση του – αν και πολλοί το συνδύασαν με τις υποψίες της Βρετανίας, καθώς επίσης με τις έρευνες που δρομολόγησε, σε σχέση με τη χειραγώγηση της τιμής του χρυσού.

ΤΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ

Περαιτέρω, ορισμένοι σοβαροί οικονομολόγοι θεωρούν ότι, οι φούσκες στα χρηματιστήρια θα μπορούσαν να αποφευχθούν, εάν υπήρχε ο κανόνας του χρυσού – η σύνδεση δηλαδή της ποσότητας των χρημάτων που εκτυπώνονται, με το χρυσό. Χωρίς βέβαια να είναι κανείς απόλυτος, η εμπειρία της φούσκας του 1920, καθώς επίσης της κατάρρευσης του 1929 που ακολούθησε (διάγραμμα), αποδεικνύει το αντίθετο – αφού τότε το δολάριο, συνεχώς από το 1879, ήταν συνδεδεμένο με το χρυσό.

Μέσος όρος των τιμών των μετοχών από το 1920 έως το 1932

Ειδικότερα, όταν ισχύει ο κανόνας του χρυσού, αυτό που επηρεάζεται είναι η σχέση μεταξύ των αποθεμάτων χρυσού, καθώς επίσης των χαρτονομισμάτων που κυκλοφορούν – όπου στις περισσότερες χώρες οι κεντρικές τράπεζες φροντίζουν έτσι ώστε, κατ' ελάχιστο το 40% των χαρτονομισμάτων που κυκλοφορούν να είναι καλυμμένα με χρυσό.

Όταν όμως το εμπορικό τραπεζικό σύστημα μέσω του «πολλαπλασιαστή χρήματος», των πιστώσεων δηλαδή που παρέχει, αυξάνει σε μεγάλο βαθμό την ποσότητα χρήματος, δεν έρχεται σε αντίθεση με τον κανόνα του χρυσού – γεγονός που συνέβη το 1920.

Από την άλλη πλευρά, όταν μία κεντρική τράπεζα έχει στη διάθεση της μεγάλα αποθέματα χρυσού, τότε μπορεί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να αυξήσει μαζικά την ποσότητα των χαρτονομισμάτων που κυκλοφορούν – γεγονός που επίσης συνέβη το 1920, όπου η Fed είχε στην κατοχή της τεράστιες ποσότητες χρυσού, οπότε δεν εμποδιζόταν από τον κανόνα η επεκτατική πολιτική χρήματος που ακολούθησε.

Την ίδια εποχή, η κατάσταση της Τράπεζας της Αγγλίας ήταν εντελώς διαφορετική – αφού είχε ελάχιστα αποθέματα χρυσού στη διάθεση της, οπότε ήταν υποχρεωμένη να υφίσταται τις συνέπειες ενός υπερεκτιμημένου νομίσματος (στερλίνα). Τα βασικά της επιτόκια δε ήταν αναγκαστικά πολύ υψηλά, μετά την υιοθέτηση του κανόνα του χρυσού το 1925.

Η Fed προσπάθησε τότε να βοηθήσει την Αγγλία, μειώνοντας το 1927 τα επιτόκια της – γεγονός όμως που προκάλεσε την κατακόρυφη άνοδο της Wall Street, παρά τη σύνδεση της Fed με τον κανόνα του χρυσού. Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνονται τα βασικά επιτόκια στην Αγγλία και τις Η.Π.Α. – όπου διαπιστώνεται ότι ήταν χαμηλότερα στην Αγγλία, από το 1925 έως το 1929.

Τα βασικά επιτόκια στην Αγγλία (διακεκομμένη γραμμή) και τις Η.Π.Α.

Κοιτώντας το διάγραμμα κανείς πιο προσεκτικά διαπιστώνει ότι, η Τράπεζα της Αγγλίας προσπάθησε το 1925 να μειώσει τα επιτόκια της – υποχρεώθηκε όμως να αλλάξει αμέσως πορεία, λόγω της αύξησης των επιτοκίων από τη Fed. Στις αρχές του 1927 η Τράπεζα της Αγγλίας δοκίμασε ξανά να μειώσει το βασικό της επιτόκιο – με επιτυχία αυτή τη φορά, επειδή η Fed τη βοήθησε, μειώνοντας και αυτή τα επιτόκια της.

Την περίοδο 1928-29 η Fed, προσπαθώντας να αναχαιτίσει την άνοδο των χρηματιστηρίων, την εκτός ελέγχου κερδοσκοπία δηλαδή, άλλαξε πορεία – αυξάνοντας σε χρόνο ρεκόρ τα επιτόκια της. Η Τράπεζα της Αγγλίας την ακολούθησε αμέσως, χωρίς όμως τελικά να αποφευχθεί το μεγάλο κραχ – ενώ η σχέση εκείνης της εποχής με τη σημερινή φαίνεται καθαρά στο διάγραμμα που ακολουθεί.

Ιστορικά επίπεδα χρέους ως ποσοστό επί του ΑΕΠ.

Αυτό που συμπεραίνεται πάντως από την κρίση του 1929 είναι το ότι, εάν θέλει να εμποδίσει κανείς τις φούσκες, θα πρέπει να «ρυθμίσει» κυρίως το τραπεζικό σύστημα – όχι το συναλλαγματικό.

Επομένως, ο κανόνας του χρυσού δεν μπορεί να μας προστατεύσει από τις φούσκες – όπου, στην προκειμένη περίπτωση, ο διαχωρισμός των τραπεζών σε επενδυτικές και αμιγώς εμπορικές, καθώς επίσης η άμεση απαγόρευση των χρηματοπιστωτικών όπλων μαζικής καταστροφής (παράγωγα), θα ήταν η μοναδική δυνατότητα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ολοκληρώνοντας, παρά το ότι ο βασικός δείκτης των Η.Π.Α. ακολουθεί πιστά την πορεία της αύξησης του Ισολογισμού της Fed (διάγραμμα), οπότε ο περιορισμός της ρευστότητας που σχεδιάζεται θα προκαλούσε την ελεγχόμενη πτώση των χρηματιστηρίων (μέσω της προσεκτικής, σταδιακής μείωσης των πακέτων QE), έχουμε την άποψη πως κάτι απρόβλεπτο θα συμβεί – το οποίο θα μας οδηγήσει ξανά σε μία χρηματιστηριακή κατάρρευση.

Το ισοζύγιο της Fed (πράσινο) και ο δείκτης S&P500 (μπλε) το 2013.

Εάν αυτό «το απρόβλεπτο κάτι» θα είναι η ραγδαία αύξηση των επιτοκίων, λόγω φόβων υπερπληθωρισμού, είναι κάτι που θα αποδειχθεί σύντομα – το αργότερο εντός του 2014.

Σε κάθε περίπτωση, τα χρηματιστήρια δεν μπορούν να ανεβαίνουν συνέχεια, «ερήμην» της πραγματικής οικονομίας, όπως συμβαίνει ξανά σήμερα – ενώ έχουμε την εντύπωση ότι οι περισσότεροι «επενδυτές», παρά το ότι ακολουθούν υποχρεωτικά την τάση κερδίζοντας τεράστια ποσά, είναι «με το χέρι στη σκανδάλη» – κάτι που ίσως σημαίνει ότι, «το απρόβλεπτο κάτι» θα μπορούσε να είναι η πρώτη μαζική πώληση μετοχών, από κάποιο ισχυρό επενδυτικό κεφάλαιο.

 

* Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις.

Έχει γράψει το βιβλίο "Υπέρβαση Εξουσίας", το οποίο αναφέρεται στο φορολογικό μηχανισμό της Γερμανίας, ενώ έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, με τον  τίτλο "Η κρίση των κρίσεων".

Έχει ασχοληθεί με σημαντικές έρευνες και αναλύσεις επί του αντικειμένου του (μακροοικονομία), επί διεθνούς επιπέδου, οι οποίες φιλοξενούνται τακτικά σε ημερήσιες εφημερίδες, περιοδικά και ηλεκτρονικές ιστοσελίδες.

Ενέσεις Κορτιζόνης

Ενέσεις Κορτιζόνης

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

Ενώ όλες οι χώρες καταπολέμησαν τα προβλήματα τους αυξάνοντας σε μεγάλο βαθμό τη ρευστότητα στις οικονομίες τους, η Ελλάδα έκανε ακριβώς το αντίθετο, βυθιζόμενη στην ύφεση και στον αποπληθωρισμό – ένα αποτρόπαιο έγκλημα που δυστυχώς συνεχίζεται.

"Όπως έχουμε υπολογίσει, οι τόκοι που καταβάλλονται τα τελευταία πέντε χρόνια από τις κυβερνήσεις των Η.Π.Α., της Μ. Βρετανίας και των χωρών του πυρήνα της Ευρωζώνης είναι εντυπωσιακά χαμηλότεροι, σε σχέση με το παρελθόν. Στις Η.Π.Α., το πραγματικό επιτόκιο που πληρώνεται για το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 4,8% το 2007 στο 2,4% το 2012.

Στη Βρετανία από 5,1% στο 3,2%, ενώ στην Ευρωζώνη συνολικά περιορίσθηκε από 4,5% στο 3,3% – παρά το ότι οι αποδόσεις των ομολόγων της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ισπανίας αυξήθηκαν σημαντικά. Εκτιμούμε ότι, λόγω της μείωσης των επιτοκίων, το 2012 οι πληρωμές για την εξυπηρέτηση του χρέους περιορίσθηκαν κατά 155 δις $ στις Η.Π.Α., κατά 130 δις $ στην Ευρωζώνη, καθώς επίσης κατά 20 δις $ στη Βρετανία – σε σύγκριση με το 2007".

Άρθρο

Τα παραπάνω προέρχονται από την πρόσφατη έκθεση της εταιρείας συμβούλων McKinsey, η οποία ερεύνησε τα αποτελέσματα των «πακέτων ποσοτικής διευκόλυνσης» (QE) – με τα οποία οι κεντρικές τράπεζες πλημμύρισαν με ρευστότητα τις αγορές. Τα πακέτα αυτά, οι «ενέσεις κορτιζόνης» κατά πολλούς θα συνεχισθούν, όπως ουσιαστικά διαβεβαίωσε χθες η διάδοχος του κ.Bernanke – επίσης η ΕΚΤ λίγες ημέρες πριν, ενώ η Βρετανία αλλάζει εν μέρει τακτική, όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια.

Κατά την έκθεση, οι μεγάλοι κερδισμένοι των μηδενικών επιτοκίων και της άνευ προηγουμένου εκτύπωσης νέων χρημάτων είναι τα κράτη, οι τράπεζες, καθώς επίσης οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Αντίθετα, οι μεγάλοι χαμένοι είναι τα νοικοκυριά, οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία – οι «αποταμιευτές» γενικότερα.

Οφείλει να σημειωθεί εδώ ότι δυστυχώς, ένα μεγάλο μέρος της ρευστότητας, με την οποία πλημμύρισαν οι κεντρικές τράπεζες τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη (την Ιαπωνία επίσης), παρέμεινε «εγκλωβισμένη» στις εμπορικές τράπεζες – οι οποίες προτίμησαν τις κερδοσκοπικές επενδύσεις στα χρηματιστήρια, με αποτέλεσμα ακόμη και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς επίσης τα νοικοκυριά στις Η.Π.Α., η πραγματική οικονομία δηλαδή, να μην ωφελείται σχεδόν καθόλου. Στο σχήμα που ακολουθεί, φαίνονται οι ωφελημένοι και οι χαμένοι της κρίσης:

Εκτιμώμενη συνολική διαφορά σε έσοδα από τόκους, 2007-12.

Με κριτήριο τα παραπάνω, οι ισχυρισμοί των ελληνικών κυβερνήσεων, σύμφωνα με τους οποίους θεωρείται ως μεγάλη επιτυχία η μείωση των επιτοκίων δανεισμού της Ελλάδας, καθώς επίσης των ετησίων τόκων, είναι μάλλον ανόητοι – αφού στις υπόλοιπες χώρες μειώθηκαν επίσης, χωρίς όμως να υποχρεωθούν να χρεοκοπήσουν.

Εάν δε σημειώσει κανείς ότι, ενώ όλες οι άλλες χώρες καταπολέμησαν τα προβλήματα τους αυξάνοντας σε μεγάλο βαθμό τη ρευστότητα στις οικονομίες τους, ενώ η Ελλάδα έκανε ακριβώς το αντίθετο, με αποτέλεσμα να βυθιστεί στην ύφεση, καθώς επίσης σε έναν καταστροφικό αποπληθωρισμό, θα κατανοήσει το μέγεθος του εγκλήματος που διαπράχθηκε – ένα αποτρόπαιο έγκλημα που δυστυχώς συνεχίζεται, παρά το ότι προκαλεί τεράστιες καταστροφές στην πατρίδα μας.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, αντί να αυξηθεί η ρευστότητα στην οικονομία (σήμερα έστω, καλύτερα αργά παρά ποτέ), «αποστραγγίζεται» κυριολεκτικά ότι έχει απομείνει, αφού οι φόροι συνεχίζουν να κλιμακώνονται και να διευρύνονται – οδηγώντας «ανεπιστρεπτί» όλο και περισσότερα νοικοκυριά, καθώς επίσης τις λίγες μικρομεσαίες επιχειρήσεις που επιβίωσαν, στην απόλυτη χρεοκοπία και στην εξαθλίωση. Η εξέλιξη του δείκτη M2 που ακολουθεί, σε συνδυασμό με την τρομακτική κατάρρευση της ταχύτητας κυκλοφορίας των χρημάτων (ΑΕΠ:M2), είναι χαρακτηριστική:

Θα μπορούσε να πει κανείς βέβαια ότι ένας λαός, ο οποίος ανέχεται τα μαρτύρια, το διεθνή εξευτελισμό, τη λεηλασία, την υποδούλωση και την εξαθλίωση, χωρίς να αντιδράει καθόλου, είναι άξιος της μοίρας του – πόσο μάλλον όταν «στέλνει» στην πολιτική, στα κόμματα δηλαδή και στις κυβερνήσεις, ότι χειρότερο διαθέτει. Ακόμη περισσότερο, όταν παραμένει καθισμένος στον άθλιο καναπέ του, παρακολουθώντας αμέτοχος την «πολιτική και δημοσιογραφική τραγωδία» στην τηλεόραση – θεωρώντας την «βλακωδώς» ως κωμωδία.

Θα ήταν όμως άδικο να χαρακτηρίσει κανείς τόσο αυστηρά ανθρώπους, οι οποίοι δεν διαθέτουν την απαιτούμενοι παιδεία, ενώ χειραγωγούνται σε μεγάλο βαθμό από τα διατεταγμένα ΜΜΕ – τόσο από τα εμφανή, όσο και από τα κρυφά, ο ρόλος των οποίων είναι να «σιγοντάρουν» τους υπερμάχους της Τρόικας, με συνθήματα, καθώς επίσης με κραυγές εναντίον της.

Πρόκειται για το γνωστό τέχνασμα, σύμφωνα με το οποίο η εξουσία πρέπει να διαθέτει «συμπολιτευόμενες και αντιπολιτευόμενες φωνές» εντός της, για να μην επιτρέπει την διεκδίκηση της θέσης της από τρίτους – κάτι που όμως, όπως φαίνεται, αδυνατούν να κατανοήσουν οι Έλληνες.

Η ΙΡΛΑΝΔΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΠΑΝΙΑ

Περαιτέρω, η Ιρλανδία σχεδιάζει να εγκαταλείψει το μηχανισμό στήριξης, εκδιώκοντας τη Τρόικα και τη Γερμανία από την επικράτεια της – προφανώς εξυπηρετώντας τις υποχρεώσεις της, αναλαμβάνοντας τα ηνία και επιστρέφοντας στις αγορές.

Γνωρίζει φυσικά ότι, τα επιτόκια δανεισμού της (κρατικά ομόλογα) θα μειωθούν «νομοτελειακά», αφού η Ευρωζώνη εισέρχεται σε μία περίοδο αποπληθωρισμού – γεγονός που φάνηκε από την ελάχιστη ανάπτυξη της Γερμανίας (0,3%), καθώς επίσης από την καταστροφική πορεία της γαλλικής οικονομίας.

Εν τούτοις, το δημόσιο χρέος της σχεδόν πενταπλασιάστηκε μέσα σε έξι χρόνια (διάγραμμα), ο τραπεζικός της τομέας είναι υπερχρεωμένος, η κρίση ακινήτων είναι εκτός ελέγχου, ενώ το συνολικό χρέος της είναι το πλέον υψηλό του πλανήτη (ξεπερνάει ακόμη και την Ιαπωνία).

Δημόσιο χρέος της Ιρλανδίας σε σχέση με το ΑΕΠ.

Τόλμησε όμως να πάρει το ρίσκο διαθέτοντας μία κυβέρνηση, η οποία δεν μιμείται την πολιτική των υποκλίσεων της Ελλάδας: πολιτικούς που δεν είναι τόσο συμπλεγματικοί για να γυρίζουν καθημερινά στα ΜΜΕ, που δεν σκύβουν το κεφάλι παρακαλώντας για δανεικά, που είναι επαρκείς για τη θέση τους, ικανοί και υπερήφανοι.

Η κίνηση της Ιρλανδίας, την οποία ακολουθεί και η Ισπανία, αρνούμενη πλέον να συνεχίσει να δανείζεται από το μηχανισμό στήριξης (παρά τα τεράστια τραπεζικά και λοιπά προβλήματα της, με πρόσφατο την πορεία κατάρρευσης της μεγαλύτερης κατασκευαστικής της εταιρείας, της ACS, στην οποία ανήκει η γερμανική Hochtief), δεν οφείλει αλήθεια να ευαισθητοποιήσει επιτέλους τους Έλληνες;

Αποτελεί αναμφίβολα μία συλλογική ανοησία άνευ προηγουμένου το να μην κατανοεί ένας ολόκληρος λαός ότι, τα δανεικά σκλαβώνουν, υποδουλώνουν και καταστρέφουν πολλές γενιές μαζί – καθώς επίσης πως είναι οικονομικός παραλογισμός το να εκποιεί κανείς τη δημόσια και ιδιωτική πραγματική περιουσία του, έναντι «φρεσκοεκτυπωμένων» χαρτονομισμάτων άνευ αξίας.

Στα πλαίσια αυτά, είναι τουλάχιστον απογοητευτικό το να ακούει κανείς από ορισμένους, «αδαείς» ως προς τα οικονομικά, πολιτικούς ότι, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας δεν μπορεί να πληρωθεί – αφού ακόμη και ένας ανόητος γνωρίζει πως η αθέτηση των δανειακών υποχρεώσεων, μετατρέπει μία χώρα σε άβουλο προτεκτοράτο.

Ένα υψηλό δημόσιο χρέος προφανώς δεν εξοφλείται – εν τούτοις, «πληθωρίζεται» και εξυπηρετείται σταδιακά, όπως τεκμηριώνεται από την παραπάνω μελέτη της McKinsey, ενώ κανένας δεν απαιτεί την εξόφληση του.

Εάν όμως μία χώρα, μετά από έξι συνεχή χρόνια ύφεσης, η οποία προκλήθηκε από τους υπερβολικούς φόρους, τα χαράτσια και την πολιτική λιτότητας που εφαρμόσθηκε, βυθιστεί στον αποπληθωρισμό, τότε ακόμη και ένα ελάχιστο χρέος είναι αδύνατον ποτέ να εξυπηρετηθεί.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση δεν φαίνεται να γνωρίζει, πόσο μάλλον να συνειδητοποιεί, τις συνέπειες του  αποπληθωρισμού – αφού διαφορετικά δεν θα διέσπειρε ψευδείς ελπίδες, σχετικά με τις μελλοντικές προοπτικές της πατρίδας μας.

Ολοκληρώνοντας, όλοι όσοι απαιτούν ανόητα τη διαγραφή μέρους του χρέους, με αντίτιμο την παραμονή της χώρας στον αποπληθωρισμό και στην ύφεση, υπό τις «διαταγές» της Τρόικας, είναι εκτός τόπου και χρόνου – για να μην τους χαρακτηρίσουμε εγκληματίες, επιτρέποντας τους το ελαφρυντικό της άγνοιας.

Η Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ

Η χώρα φαίνεται πως σχεδιάζει να αλλάξει τον τρόπο παροχής ρευστότητας στη οικονομία της – κρίνοντας από το ότι η κυβέρνηση της έστειλε μία επιστολή (mail) προς όλους τους πολίτες της, «παρακαλώντας» τους να συμμετέχουν στο πρόγραμμα ανάπτυξης της αγοράς ακινήτων, το οποίο χρηματοδοτεί με το ποσόν των 14,3 δις €.

Ουσιαστικά προσφέρεται μία άμεση ενίσχυση της προκαταβολής, έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία σε Βρετανούς και μη πολίτες, να αγοράσουν το ακίνητο που επιθυμούν, με τη βοήθεια ενός τραπεζικού ενυπόθηκου δανείου.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ βέβαια, τα ακίνητα στη Βρετανία είναι ακόμη κατά 20% υπερτιμημένα, σε σχέση με το μέσο εισόδημα των Άγγλων. Εν τούτοις, με δεδομένο το ότι η ζήτηση αντιστοιχεί με ανάγκες κατασκευής 250.000 διαμερισμάτων ετήσια, ενώ η προσφορά παραμένει πολύ χαμηλή, στις 145.000 κατοικίες ετήσια, αιτιολογείται πλήρως το μέτρο της κυβέρνησης.

Περαιτέρω, η οικονομία της Μ. Βρετανίας υστερεί ακόμη κατά 2,5% σε σχέση με το ΑΕΠ του 2007 – ενώ η κυβέρνηση της, η οποία ανέλαβε την εξουσία το 2010, παραλαμβάνοντας ένα τεράστιο έλλειμμα στον προϋπολογισμό τα τάξης του 12%, υποχρεώθηκε να μειώνει συνεχώς τις δημόσιες δαπάνες – ακόμη και κατά 25% σε ορισμένες περιπτώσεις. Εν τούτοις, κατάφερε να επανέλθει σε πορεία ανάπτυξης (διάγραμμα που ακολουθεί), η οποία υπολογίζεται στο 1,6% το 2013, αυξανόμενη στο 2,8% το 2014.

 Ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της Βρετανίας.

Τα ελάχιστα χρήματα για ανάπτυξη, τα οποία είχε στη διάθεση της η κυβέρνηση, δαπανήθηκαν κυρίως για τη δημιουργία εκπαιδευτικών προγραμμάτων (μαθητεία των νέων), καθώς επίσης για να δοθούν κίνητρα στις βρετανικές επιχειρήσεις, με στόχο την περαιτέρω εκπαίδευση των εξειδικευμένων εργαζομένων εντός τους.

Επίσης δαπανήθηκαν χρήματα στην έρευνα, ενώ οι υπουργοί της κυβέρνησης, καθώς επίσης τα ανώτατα στελέχη της, ταξίδευαν σε ολόκληρο τον πλανήτη, για να διαφημίσουν το «Made in Britain» – όταν ο δικός μας πρωθυπουργός έχει επιλέξει να εκλιπαρεί, ταξιδεύοντας αντίστοιχα, για δανεικά .

Φυσικά γνωρίζουν όλοι ότι, η εξισορρόπηση μίας οικονομίας, με την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής, απαιτεί μία ολόκληρη γενιά. Το γεγονός αυτό επεξηγεί τις προσπάθειες αναθέρμανσης της οικοδομικής δραστηριότητας, η οποία μπορεί να βοηθήσει βραχυπρόθεσμα την ανάπτυξη – έτσι ώστε να κερδηθεί ο χρόνος, ο οποίος απαιτείται για την ανάπτυξη της βιομηχανίας.

Όπως φαίνεται από το διάγραμμα που ακολουθεί, το εμπορικό ισοζύγιο της Βρετανίας είναι ελλειμματικό – γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν πάρα πολλά στον τομέα της επαναβιομηχανοποίησης της χώρας.

Εμπορικό ισοζύγιο Βρετανίας.

Σε κάθε περίπτωση, εάν η Βρετανία ήταν μέλος της Ευρωζώνης, όταν ξέσπασε η κρίση, μη έχοντας τη δυνατότητα δικής της νομισματικής πολιτικής θα είχε καταρρεύσει – αφενός μεν λόγω των δίδυμων ελλειμμάτων της (προϋπολογισμός και ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών), αφετέρου επειδή το συνολικό χρέος της, δημόσιο και ιδιωτικό, υπερβαίνει το 500% του ΑΕΠ της.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η Ελλάδα είναι ατυχώς μέλος της γερμανικής λέσχης και κατέρρευσε – αν και η σημαντικότερη αιτία ήταν ο Εφιάλτης του Καστελλόριζου. Σήμερα είναι πλέον αργά για αναδρομές στο παρελθόν, ενώ υπάρχουν πάρα πολλές λύσεις διαφυγής από την κρίση (ανάλυση).

Δυστυχώς όμως, χρειάζονται ικανές κυβερνήσεις για να τις εφαρμόσουν, προφανώς «συνεπικουρούμενες» από υπερήφανους λαούς – οι οποίοι δεν είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τον εαυτό τους, τις επόμενες γενιές και την πατρίδα τους, απλά και μόνο για να αποφύγουν την πληρωμή των χρεών τους.

Φυσικά, όχι μόνο δεν θα αποφευχθεί η πληρωμή του χρέους, αλλά θα κοστίσει τουλάχιστον τα πενταπλάσια – οπότε, κάποια επόμενη γενιά Ελλήνων στο μέλλον, θα αναφέρεται ξανά ανόητα στο «επαχθές ή επονείδιστο» χρέος, με το οποίο τη φόρτωσε η δική μας γενιά, «σκάβοντας με τη σειρά της λάκκο της».

 

* Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις.

Έχει γράψει το βιβλίο "Υπέρβαση Εξουσίας", το οποίο αναφέρεται στο φορολογικό μηχανισμό της Γερμανίας, ενώ έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, με τον  τίτλο "Η κρίση των κρίσεων".

Έχει ασχοληθεί με σημαντικές έρευνες και αναλύσεις επί του αντικειμένου του (μακροοικονομία), επί διεθνούς επιπέδου, οι οποίες φιλοξενούνται τακτικά σε ημερήσιες εφημερίδες, περιοδικά και ηλεκτρονικές ιστοσελίδες.


ΠΗΓΗ: Νοεμβρίου 15, 2013, http://www.analyst.gr/2013/11/15/4600/ και  http://www.analyst.gr/2013/11/15/4600/2/ και http://www.analyst.gr/2013/11/15/4600/3/. 

ΑΤΟΚΟ ΠΑΓΩΜΑ ΧΡΕΩΝ

ΑΤΟΚΟ ΠΑΓΩΜΑ ΧΡΕΩΝ

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου*

 

Το μοναδικό ρεαλιστικό σενάριο για την καταπολέμηση της κρίσης υπερχρέωσης της Δύσης – μέσω της σωστής διαχείρισης των γιγαντιαίων δημοσίων και ιδιωτικών χρεών, λόγω των οποίων κινδυνεύουμε να βρεθούμε σύντομα αντιμέτωποι με την τέλεια χρηματοπιστωτική καταιγίδα.

«Όταν άκουσα τα αποτελέσματα των εκλογών στην πατρίδα μου την Κυριακή το βράδυ, κατάλαβα αμέσως ότι, η παραφροσύνη είναι η βασική, η ανίατη ίσως ασθένεια της χώρας. Πρόκειται ασφαλώς για μία απίστευτη ειρωνεία της σύγχρονης ιστορίας το γεγονός ότι, ένα κάτω του μετρίου κυβερνών κόμμα επανεκλέγεται για τρίτη φορά, λαμβάνοντας το 42% των ψήφων! Υπό το φως της συγκεκριμένης έκβασης των εκλογών, έθεσα το παρακάτω ερώτημα στον εαυτό μου:

Μπορούν ακόμη να σκέφτονται καθαρά οι συμπατριώτες μου ή επικρατεί πλέον το σύνθημα «Ηλίθιοι, ακόμη πιο ηλίθιοι, Γερμανοί;».

Υπάρχουν συμπολίτες μου που θεωρούν ότι η Γερμανία βαδίζει σωστά, υπάρχουν κάποιοι άλλοι που πιστεύουν πως η καγκελάριος είναι η ισχυρότερη πολιτικός του πλανήτη, υπάρχουν επίσης ορισμένοι που υποθέτουν ότι, ζούμε σε μία εθνικά κυρίαρχη χώρα.

Επιτρέπεται να το κάνουν, αφού είμαστε πολίτες ενός κράτους, στο οποίο μπορεί κανείς να σκέφτεται ή να πιστεύει σε ότι θέλει. Όμως, όποιος θέλει απλά να πιστεύει και να μην γνωρίζει, τότε δεν θα πρέπει να εκπλαγεί, όταν πληρώσει πολύ ακριβά το «πίστευε και μη ερεύνα» του» (T. Mehner με παρεμβάσεις).

Ανάλυση

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω δεν είναι λίγοι εκείνοι οι Γερμανοί, οι οποίοι γνωρίζουν την ύπουλη «ξέρα», στην οποία κατευθύνεται αναπόφευκτα η χώρα τους, εάν δεν αλλάξει πορεία – αφού αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο σε μία γιγαντιαία κρίση υπερχρέωσης, όπως η σημερινή, δεν είναι οι οφειλέτες, αλλά οι δανειστές.

«Δεν μπορείς να πάρεις τίποτα, από αυτόν που δεν έχει», όπως πολύ καλά γνωρίζουμε – ενώ εάν επιμένεις, επιβάλλοντας του δικτατορικά, υπεροπτικά, πρωσικά, μία καταστροφική πολιτική λιτότητας, η οποία δεν συνοδεύεται έστω από κάποια μικρά αναπτυξιακά «αντίμετρα», στο τέλος θα αναδειχθείς στον «ηρωικά» μεγάλο χαμένο.

Συνεχίζοντας, ελάχιστοι πλέον από τους Πολίτες του Ευρωπαϊκού Νότου, αλλά και της υπόλοιπης Δύσης, δεν γνωρίζουν τα λάθη τους – τόσο τα δικά τους, όσο και αυτά του κράτους τους. Εν τούτοις, κανένας δεν μπορεί να αλλάξει ποτέ το παρελθόν, ενώ η μοναδική δυνατότητα που του απομένει είναι να διορθώσει τα σφάλματα του – επίσης, να διδαχθεί από όσα συνέβησαν, έτσι ώστε να μην επαναλάβει τα ίδια λάθη στο μέλλον.

Δυστυχώς όμως, είναι πολύ λίγες εκείνες οι περιπτώσεις, όπου τηρείται ο κανόνας, η προσπάθεια διόρθωσης δηλαδή των σφαλμάτων – γεγονός που τεκμηριώνεται στην Ευρωζώνη, κυρίως από τη συμπεριφορά ορισμένων κρατών της. Ειδικότερα τα εξής:

(α)  Ασυμμετρίες

Το μεγαλύτερο πρόβλημα μίας νομισματικής ένωσης είναι οι τυχόν ασυμμετρίες εντός της – όπου οι πλεονασματικές χώρες ζουν εις βάρος των ελλειμματικών. Η δυσλειτουργία αυτή έχει κάποια όρια, τα οποία φαίνεται να έχει πλέον υπερβεί η Ευρωζώνη, χωρίς όμως να κάνει το παραμικρό για να αλλάξει πολιτική.

Αν και σε παγκόσμιο επίπεδο συμβαίνει κάτι σχετικά ανάλογο (διάγραμμα που ακολουθεί), με «δράστες» τη Γερμανία και την Κίνα (ανάλυση), υπάρχει μία σημαντική διαφορά: η Κίνα δεν είναι πλεονασματική στην περιοχή της, αφού δεν εξάγει μόνο, αλλά εισάγει σχεδόν ανάλογες ποσότητες προϊόντων ή πρώτων υλών από τα γειτονικά της κράτη.

Αντίθετα, η Γερμανία δεν χαρακτηρίζεται καθόλου από μία αντίστοιχα έντιμη ή αλληλέγγυα συμπεριφορά, προτιμώντας να εισάγει προϊόντα με μοναδικό κριτήριο την τιμή τους – πολύ συχνά ανεξαρτήτως ποιότητας, από όπου και αν προέρχονται (συνήθως από τις φτωχές και αναπτυσσόμενες χώρες του πλανήτη).

 

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ Ι

 

 

Εκτός αυτού, η Γερμανία έχει πλέον κατά πολύ μεγαλύτερα πλεονάσματα, σε σχέση με το ΑΕΠ της, συγκριτικά με την Κίνα (Διάγραμμα ΙΙ) – ενώ η πολιτική της είναι ολοκάθαρα επεκτατική και εγωιστική, εάν όχι καθαρά μερκαντιλιστική.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΙΙ

 

 

Είναι λοιπόν σε μεγάλο βαθμό πλεονασματική στην περιοχή της, τόσο στη στενότερη (Ευρωζώνη), όσο και στην ευρύτερη (ΕΕ), χωρίς να θέλει να διορθώσει το σφάλμα της –  παρά το ότι γνωρίζει την τεράστια ζημία που θα προκαλέσει καταρχήν στους άλλους και στη συνέχεια στον εαυτό της (κάτι ανάλογο με αυτό που συνέβη με τους δύο παγκοσμίους πολέμους).

Ολοκληρώνοντας, όπως φαίνεται από το διάγραμμα ΙΙ (πρώτη εικόνα), το πλεόνασμα της Γερμανίας είναι της τάξης του 7,5% του ΑΕΠ της, ενώ της Κίνας μόλις 2% – ενώ οι διαφορές τους (δεύτερη εικόνα), όσον αφορά τη βιομηχανία και τις εξαγωγές είναι εξαιρετικά μεγάλες. Βέβαια, επειδή το ειδικό αυτό θέμα δεν είναι του παρόντος, θα αναλυθεί λεπτομερειακά σε επόμενο κείμενο μας.

(β)  Πιστοληπτική ικανότητα

Ένα επόμενο πρόβλημα, εξίσου σημαντικό, το οποίο επιδεινώνει το πρώτο όσον αφορά την Ευρωζώνη, είναι η αυξημένη πιστοληπτική ικανότητα – την οποία απολαμβάνουν εκείνα τα κράτη που συναποτελούν μία νομισματική ένωση. Το αποτέλεσμα είναι να υπερχρεώνονται, αφού τα δανείζουν οι αγορές, υπολογίζοντας είτε στην αλληλεγγύη, είτε στα ιδιοτελή συμφέροντα των πλουσιότερων κρατών που συμμετέχουν στην ένωση – στις «πιστωτικές διευκολύνσεις» δηλαδή των φτωχότερων, για να μπορούν να πληρώνουν τα προϊόντα που εισάγουν από τις πλουσιότερες.

Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα δεν ήταν μέλος της ζώνης του ευρώ, δεν θα την δάνειζαν ποτέ οι αγορές με ποσά, τα οποία θα υπερέβαιναν το 80% του ΑΕΠ της, με τα χαμηλά επιτόκια που απολάμβανε. Κατά συνέπεια, δεν θα αντιμετώπιζε προβλήματα, όπως τα σημερινά – αφού θα ήταν από πολλά χρόνια πριν αναγκασμένη να εξυγιάνει τα οικονομικά της, ελλείψει νέου βιώσιμου δανεισμού.

Αντίθετα, η Γερμανία δεν θα μπορούσε ποτέ να εξάγει τόσα προϊόντα στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων με τη συνηθισμένη μέθοδο της, με το «χρηματισμό» και με τη διαφθορά δηλαδή της πολιτικής εξουσίας, αφού δεν θα μπορούσε να εισπράξει τις απαιτήσεις της – οπότε δεν θα αποκτούσε τα τεράστια πλεονάσματα που έχει σήμερα.

Όπως και να είναι όμως τα πράγματα σήμερα, η Ευρωζώνη έχει δημιουργηθεί πριν από πολλά χρόνια και οι χώρες που τη συναποτελούν έχουν σχεδόν όλες υπερχρεωθεί – όσον αφορά κυρίως το συνολικό τους χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό). Εκτός της ένωσης λοιπόν είναι σχεδόν αδύνατον για τις περισσότερες να επιβιώσουν – οπότε είναι όλες μαζί «εγκλωβισμένες» στο ευρώ, είτε το θέλουν, είτε όχι.

Επειδή τώρα πολλοί θεωρούν ότι, μόνο σήμερα και στην περίπτωση της Ευρωζώνης είμαστε αντιμέτωποι με ένα τέτοιου είδους πρόβλημα, οφείλουμε να αναφέρουμε ορισμένες άλλες περιπτώσεις – όπου αδύναμες χώρες επέλεγαν την ένωση με περισσότερο ισχυρές, έτσι ώστε να επιτύχουν μεγαλύτερο δανεισμό.

Το 1940 ο πρόεδρος της Γαλλίας, για να εξασφαλίσει δάνεια για τη χώρα του, έτσι ώστε να χρηματοδοτηθούν οι αυξημένες δαπάνες της για στρατιωτικό εξοπλισμό, με στόχο την αντιμετώπιση της γερμανικής εισβολής, πρότεινε τη δημιουργία μίας Γαλλοβρετανικής ένωσης – πρόταση την οποία αποδέχθηκε ο πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας.

Πέντε χρόνια μετά τον πόλεμο ο καγκελάριος της Γερμανίας, για να ανταπεξέλθει με τις δαπάνες της ηττημένης χώρας του, πρότεινε την ένωση της με τη Γαλλία. Αν και η πολιτική ένωση απορρίφθηκε, αποφασίσθηκε η οικονομική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών – μία εξαιρετικά γενναιόδωρη στάση της Γαλλίας τότε, την οποία ποτέ δεν εκτίμησε όσο πρέπει η Γερμανία.

Τέλος, στο ξεκίνημα του 1ου παγκοσμίου πολέμου η ρωσική αυτοκρατορία συνειδητοποίησε ότι, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει από τις διεθνείς αγορές τα απαιτούμενα δάνεια, για τη δημιουργία ενός ισχυρού στρατού – ενώ τα χαμηλά της συναλλαγματικά αποθέματα δεν επέτρεπαν καθόλου επί πλέον δαπάνες. Λόγω του γεγονότος αυτού, η Ρωσία πρότεινε μία δημοσιονομική ένωση με τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία – πρόταση που αποδέχθηκε μεν η Γαλλία, επειδή οι δυνατότητες λήψης πιστώσεων εκ μέρους της ήταν μικρότερες από αυτές της Μ. Βρετανίας, αλλά όχι η Βρετανία.

Βέβαια, οι εποχές έχουν αλλάξει και τα σημερινά προβλήματα, όσον αφορά τα χρέη της Δύσης, είναι μεγαλύτερα από ποτέ – αφού το συνολικό χρέος των δυτικών κρατών, το δημόσιο και το ιδιωτικό δηλαδή, έχει αυξηθεί από 160% το 1980, στα 320% σήμερα.

Επομένως, δεν είναι πλέον σε καμία περίπτωση «επιλύσημα», με τη βοήθεια νομισματικών ή άλλων ενώσεων όπως, για παράδειγμα, των Η.Π.Α. με την Ευρώπη σήμερα – αφού δεν υπάρχουν πια οικονομικά ισχυρά και αδύναμα κράτη, αλλά μόνο περισσότερο ή λιγότερο αδύναμα. Συνεπώς, θα πρέπει να βρεθούν άλλες λύσεις, οι οποίες οφείλουν να εξετασθούν προσεκτικά, μία προς μία, πριν ακόμη ξεσπάσει η μεγαλύτερη οικονομική καταιγίδα όλων των εποχών. Στα πλαίσια αυτά, τα εξής:

ΛΙΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ

Η μείωση των δαπανών του δημοσίου, παράλληλα με τον περιορισμό των μισθών, έτσι ώστε να μειωθεί το κόστος παραγωγής, να αυξηθούν οι εξαγωγές και να δημιουργηθούν πλεονάσματα, οπότε να μπορούν να εξοφληθούν τα χρέη μίας χώρας, «ακούγεται» εν πρώτοις πολύ καλά.

Εν τούτοις, κάτι που θα μπορούσε να αποδειχθεί σωστό εάν επρόκειτο για ένα νοικοκυριό, για μία επιχείρηση (όσον αφορά το πρώτο σκέλος), ακόμη και για ένα μεμονωμένο κράτος (όσον αφορά και τα δύο σκέλη), δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, όταν πολλά κράτη μαζί επιδιώκουν ακριβώς το ίδιο.

Ειδικότερα, τόσο ο ιδιωτικός, όσο και ο δημόσιος τομέας, μπορούν να μειώσουν το δανεισμό τους μόνο με τη δημιουργία πλεονασμάτων – όταν τα έσοδα τους δηλαδή είναι υψηλότερα από τα έξοδα, οπότε με το «περίσσευμα» να μπορούν να πληρωθούν τα χρέη τους.

Επειδή όμως σε μία οικονομία τα έσοδα του ενός είναι οι δαπάνες του άλλου, όταν όλοι μαζί μειώνουν τα έξοδα τους, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, από αυτό που επιδιώκεται: όσο περισσότερο μειώνονται οι δαπάνες και περιορίζονται οι μισθοί, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η κρίση, συνεχώς «αυτοενισχυόμενη» από την ύφεση που προκαλείται.

Στην περίπτωση τώρα της Ευρωζώνης, υπάρχει ένα επί πλέον μεγάλο πρόβλημα. Λόγω της αδυναμίας υποτίμησης του νομίσματος σε εθνικό επίπεδο, με στόχο την αύξηση των εξαγωγών (τουρισμού κλπ.), παράλληλα με τη μείωση των εισαγωγών, η μοναδική λύση είναι η «εσωτερική υποτίμηση» – η μείωση δηλαδή του κόστους, μέσω του περιορισμού των ονομαστικών αμοιβών.

Η μέθοδος όμως αυτή προκαλεί υψηλή ανεργία, χρεοκοπίες επιχειρήσεων, καθώς επίσης αύξηση του κοινωνικού κόστους, με λογικό επακόλουθο να μειώνεται το παραγόμενο προϊόν (ΑΕΠ) – οπότε, παράλληλα με την αύξηση των δαπανών, περιορίζονται τα έσοδα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εξυπηρέτηση του χρέους.

ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Σύμφωνα με τη θεωρία του Keynes, σε περιόδους υφέσεων το κράτος οφείλει να αυξάνει τις δαπάνες και τις επενδύσεις του – έτσι ώστε να εξισορροπείται η μείωση της ιδιωτικής ζήτησης, καθώς επίσης η επενδυτική «απουσία» του ιδιωτικού τομέα.

Βέβαια, στην εποχή του Keynes, τα χρέη των κρατών δεν ήταν στα σημερινά, απόλυτα τρομακτικά επίπεδα. Εκτός αυτού, η εφαρμογή αυτής της μεθόδου, η οποία λειτούργησε με επιτυχία για αρκετά έτη, προϋποθέτει ότι το κράτος θα περιορίζει, σε εποχές ανάπτυξης, τόσο τις δαπάνες, όσο και τις επενδύσεις του – έτσι ώστε να έχει τα μέσα, για να ανταπεξέλθει με τις απαιτήσεις των περιόδων ύφεσης.

Η «συνταγή» όμως αυτή δεν εφαρμόσθηκε ποτέ από τα κράτη, όσον αφορά την «απόσυρση» τους σε εποχές ανάπτυξης – με αποτέλεσμα να καταλήξουμε στη σημερινή κρίση υπερχρέωσης της Δύσης, αναμένοντας την τέλεια καταιγίδα.

Περαιτέρω, σε παγκόσμιο επίπεδο, υπάρχει σήμερα ένα ακόμη σοβαρότατο πρόβλημα. Τη δεκαετία του 1950, η χρέωση του δημοσίου, η αύξηση των δαπανών του δηλαδή κατά ένα δολάριο, δημιουργούσε ΑΕΠ της τάξης των 0,60 $ – είχε μία απόδοση λοιπόν της τάξης του 60%.

Σήμερα, για πολλούς και διάφορους λόγους, η αύξηση των δημοσίων δαπανών κατά 1 δολάριο, δημιουργεί ΑΕΠ μόλις 0,10 $ – γεγονός που σημαίνει ότι είμαστε αντιμέτωποι με μία τεράστια πτώση, εάν όχι με μία κατάρρευση των «κεφαλαιακών αποδόσεων», από το 60% στο 10%.

Επομένως, η «συνταγή» του Keynes είναι αδύνατον να μας οδηγήσει, υπό τις σημερινές συνθήκες, στον περιορισμό των χρεών – πόσο μάλλον όταν τα χρέη είναι διπλάσια παγκοσμίως, σε σχέση με το 1980.

ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ

Η αύξηση της ποσότητας χρήματος εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών (τύπωμα), έτσι ώστε να υποτιμάται το νόμισμα, χρησιμοποιείται ήδη τόσο από τις Η.Π.Α., όσο και από την Ιαπωνία, με στόχο τη μείωση των υπέρογκων χρεών τους – αν και έχει προκαλέσει έναν παγκόσμιο συναλλαγματικό πόλεμο, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Εν τούτοις, αυτό που έχει περισσότερη σημασία είναι το ύψος του βασικού επιτοκίου, με απώτερο στόχο να παραμένει χαμηλότερο από το ρυθμό ανάπτυξης. Η σύγχρονη ορολογία της συγκεκριμένης μεθόδου είναι «χρηματοοικονομική καταστολή» – με την έννοια αυτή να ορίζει τη «χειραγώγηση» των επιτοκίων στις χρηματοπιστωτικές αγορές εκ μέρους της κυβέρνησης, με τη βοήθεια της εκάστοτε κεντρικής τράπεζας, έτσι ώστε τόσο οι αποταμιευτές, όσο και οι επενδυτές να υφίστανται ζημίες, προς όφελος του κράτους.

Για παράδειγμα, εάν η κεντρική τράπεζα υιοθετήσει μία πολιτική χαμηλών βασικών επιτοκίων, τότε οι ιδιώτες καταθέτες δεν μπορούν να απαιτήσουν μεγαλύτερα επιτόκια από τις τράπεζες, ακόμη και αν ο πληθωρισμός είναι υψηλότερος – επειδή οι τράπεζες μπορούν να χρηματοδοτούνται φθηνά από την κεντρική. Με τον τρόπο αυτό διατηρούνται χαμηλά τα επιτόκια των ομολόγων που εκδίδει το δημόσιο – οπότε ουσιαστικά ωφελείται, εις βάρος των αποταμιευτών και επενδυτών.

Σύμφωνα όμως με πολλούς συναδέλφους μας, η διαφορά μεταξύ επιτοκίου δανεισμού και ρυθμού ανάπτυξης πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη, για να λειτουργήσει ανάλογα, μειώνοντας τα χρέη. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Ιρλανδίας θα απαιτούταν μία διαφορά της τάξης του 5% για να μπορέσουν τα χρέη της να επανέλθουν σε φυσιολογικά επίπεδα. Δηλαδή, εάν το επιτόκιο δανεισμού της θα ήταν 2%, τότε ο ρυθμός ανάπτυξης θα έπρεπε να υπερβαίνει το 7%, εάν ήταν 4%, τότε το 9% κοκ. – κάτι που είναι μάλλον απίθανο να επιτευχθεί.

Εκτός αυτού υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος δημιουργίας υπερπληθωρισμού – ο οποίος θα μπορούσε να καταστρέψει εντελώς το σημερινό μας χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην τυφλή εμπιστοσύνη των ανθρώπων απέναντι στα χάρτινα, χωρίς αντίκρισμα χρήματα (Fiat money).

Τις περισσότερες φορές δε ο πληθωρισμός επιβαρύνει δυσανάλογα τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα, ενώ προκαλούνται λαϊκές εξεγέρσεις και επαναστάσεις, οι οποίες επιδεινώνουν κατά πολύ τα ήδη υφιστάμενα προβλήματα..

ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΧΡΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ

Για πολλούς αποτελεί το μοναδικό ρεαλιστικό σενάριο – το οποίο όμως είναι συνδεδεμένο με τον προβληματισμό του ύψους της απαιτούμενης αναδιάρθρωσης. Με τα ποσά δηλαδή που θα έπρεπε να «αναδιαρθρωθούν», έτσι ώστε να μπορεί να θεωρηθεί το χρέος ενός κράτους υγιές, χωρίς προβλήματα όσον αφορά την εξυπηρέτηση του.

Ο προσανατολισμός μας τώρα στα κριτήρια του Μάαστριχτ, σύμφωνα με τα οποία το δημόσιο χρέος δεν πρέπει να υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ, δεν είναι καθόλου τυχαίος. Ειδικότερα τα εξής:

Εάν θεωρήσει κανείς ως δεδομένο ένα μέσο επίπεδο επιτοκίων δανεισμού ίσο με 5%, τότε ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 60% δημιουργεί μία επιβάρυνση τόκων ύψους 3% του ΑΕΠ (το πέντε από το 100 είναι 5%, όπως επίσης το τρία από το 60 είναι 5% στα 100 – στα 60 είναι 3, οπότε στα 100 είναι 5).

Σε μία τέτοια περίπτωση, εάν το χρέος δηλαδή είναι 60% του ΑΕΠ μίας χώρας, τότε με ρυθμό ανάπτυξης 3% και με σταθερά τα άλλα μεγέθη, μπορούν να εξοφλούνται χωρίς κανένα πρόβλημα οι τόκοι. Στα πλαίσια αυτά, χρέη και ΑΕΠ αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό – οπότε το χρέος ως προς το ΑΕΠ παραμένει σταθερό (όταν μία χώρα είναι βυθισμένη στην ύφεση, όπως η Ελλάδα, κανένα ποσοστό χρέους δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί).

Εάν το επιτόκιο είναι χαμηλότερο του 5%, τότε είτε ο ρυθμός ανάπτυξης μπορεί να είναι μικρότερος, είτε θα εξοφλούνται χρέη και δεν θα πληρώνονται μόνο οι τόκοι. Στον Πίνακα Ι που ακολουθεί φαίνονται τα οικονομικά μεγέθη της Δύσης – της «τριάδας», όπως αποκαλείται:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Οικονομικά μεγέθη 2012 σε τρις $

Δείκτες

Ευρωζώνη

Η.Π.Α.

Ιαπωνία

 

 

 

 

Πληθυσμός

334,3

316,6

127,2

ΑΕΠ

12,34

15,68

5,96

Δημόσιο Χρέος

10,89

15,60

14,12

Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ

*88,2%

**99,5%

***237,0%

* Το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης αυξήθηκε στο 92,2% του ΑΕΠ το 1ο τρίμηνο του 2013

** Το δημόσιο χρέος των Η.Π.Α. φθάνει τα 17 τρις $ ή 107% του ΑΕΠ τέλη του μήνα

*** Το ετήσιο έλλειμμα της Ιαπωνίας είναι της τάξης του 10%, πότε το δημόσιο χρέος της θα ξεπεράσει σύντομα το 250% του ΑΕΠ της.

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Εάν δεχθούμε ότι το δημόσιο χρέος θα έπρεπε να μειωθεί στο 60%, όπως αναφέραμε, τότε, με στοιχεία του 2012, η Ευρωζώνη θα έπρεπε να αναδιαρθρώσει το 28,2% (3,47 τρις $), οι Η.Π.Α. το 39,5% (6,19 τρις $) και η Ιαπωνία το 177% (10,55 τρις $).

Αναφερόμενοι τώρα σε αναδιάρθρωση δεν εννοούμε φυσικά διαγραφή – αφού σε παγκόσμιο επίπεδο κάτι τέτοιο είναι αδύνατον, χωρίς να καταστραφεί εντελώς το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα. Ουσιαστικά πρόκειται εδώ για τη φορολόγηση του ιδιωτικού τομέα, σε ένα βάθος χρόνου 10-20 ετών, έτσι ώστε να μεταφερθεί μέρος των περιουσιακών του στοιχείων στο δημόσιο, για να μπορέσουν να αποπληρωθούν τα υπερβάλλοντα κρατικά χρέη (όπως έχουμε πολλές φορές τονίσει, δεν χρεοκοπεί ποτέ ένα κράτος, αλλά οι πολίτες του).

Αν και είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί, με δεδομένο το ότι υπάρχουν όρια στην αύξηση των δημοσίων χρεών  (τα οποία πλησιάζουν στο ανώτατο σημείο τους όσον αφορά την Ευρωζώνη, έχουν φθάσει στις Η.Π.Α., ενώ έχουν ξεπερασθεί προ πολλού στην Ιαπωνία),  έχουμε τη άποψη πως είναι αδύνατον να αποφευχθεί (για την Ελλάδα ανάλυση μας στο «Ο μηδενισμός του χρέους»).

Περαιτέρω, για να μην εκραγεί η «πιστωτική φούσκα», καθώς επίσης για να μπορέσει να επιτευχθεί στη Δύση ένας μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της τάξης του 3%, θα πρέπει να μειωθούν όχι μόνο τα δημόσια χρέη στο 60% του ΑΕΠ, αλλά και τα ιδιωτικά – σε επίπεδα που δεν θα υπερβαίνουν το 60% των εισοδημάτων. Επομένως, τα συνολικά χρέη θα έπρεπε να περιορισθούν στο 180% του ΑΕΠ, από 320% που είναι σήμερα (160% το 1980).

Στην περίπτωση των ιδιωτικών χρεών θα έπρεπε πιθανότατα να διαγραφεί ένα μέρος τους (haircut) και όχι να αναδιαρθρωθούν – έτσι ώστε να έχουμε το προσδοκόμενο αποτέλεσμα. Η διαγραφή τώρα θα μπορούσε να γίνει μέσω των τραπεζών, τόσο όσον αφορά τα νοικοκυριά, όσο και τις επιχειρήσεις. Επειδή όμως κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα και ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης στις τράπεζες, σε τελική ανάλυση η διαγραφή θα επιβάρυνε το κράτος – οπότε το δημόσιο χρέος θα έπρεπε ξανά να αναδιαρθρωθεί, μέσω της φορολόγησης του ιδιωτικού τομέα, περίπου στο ύψος της διαγραφής των ιδιωτικών χρεών.

Εάν υποθέσουμε ότι θα εξεταζόταν κάτι τέτοιο υπολογίζεται ότι, το ποσόν του ιδιωτικού χρέους που θα έπρεπε να διαγραφεί, είναι της τάξης των 5 τρις $ για την Ευρωζώνη και 3 τρις € για τις Η.Π.Α. Πρόκειται λοιπόν για τεράστια ποσά, τα οποία δεν θα ήταν καθόλου εύκολο να επιμερισθούν δίκαια.

Ολοκληρώνοντας υπολογίζεται ότι, σε πολλές χώρες, θα απαιτούταν μία φορολόγηση των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων μεταξύ 15 και 40%, για να μπορέσει να καλυφθεί το κόστος της ελεγχόμενης αναδιάρθρωσης των δημοσίων και ιδιωτικών χρεών τους. Σε κάποιες άλλες, όπως στην Ελλάδα, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιταλία κλπ., το ύψος της φορολόγησης του ιδιωτικού τομέα θα ήταν υψηλότερο – ενώ σε ορισμένες απελπιστικά υπερχρεωμένες χώρες, όπως είναι η Ιαπωνία και η Ιρλανδία, δεν θα έφτανε ούτε η κατά 100% φορολόγηση του ιδιωτικού τομέα, για να επιτευχθεί η παραπάνω αναδιάρθρωση.

Κατά την άποψη μας, η λύση αυτή εξετάζεται σοβαρά από ορισμένα κράτη της Ευρώπης –  κρίνοντας από το «δοκιμαστικό παράδειγμα» της Κύπρου (φορολόγηση και πάγωμα καταθέσεων), σε συνδυασμό με το Ελληνικό (δημευτικά χαράτσια στα ακίνητα). Εν τούτοις,  μια τέτοια λύση δεν θα γινόταν ειρηνικά αποδεκτή από τους πολίτες – οπότε θα ήταν ουσιαστικά δύσκολα εφαρμόσιμη (οι Η.Π.Α. και η Ιαπωνία μάλλον θα προτιμήσουν το σενάριο του πληθωρισμού, παρά το τεράστιο ρίσκο που θα αναλάβουν).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είμαστε ανέκαθεν της άποψης ότι, η «χρυσή μεσότητα» είναι ο καλύτερος δρόμος – αφού αποφεύγονται οι υπερβολές ενώ οι κίνδυνοι, τους οποίους δεν μπορεί κανένας να προβλέψει με ασφάλεια ή/και να αποκλείσει, διατηρούνται σε ελεγχόμενα επίπεδα.

Επομένως η καλύτερη λύση, τουλάχιστον για την Ευρωζώνη, είναι επιγραμματικά το άτοκο πάγωμα εκείνων των χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, τα οποία υπερβαίνουν τα επίπεδα του 60% – για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε σε μία βιώσιμη ανάπτυξη.

Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε ότι, η κρίση χρέους της Ευρωζώνης μπορεί και πρέπει να λυθεί με τη βοήθεια της ΕΚΤ και με τον τρόπο που παραθέσαμε σε προηγούμενο κείμενο μας (ανάλυση), ή με κάποιον άλλο παραπλήσιο

Για παράδειγμα, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ειδικό «ευρωπαϊκό κεφάλαιο αποπληρωμής χρεών» («bad bank» ουσιαστικά), όπως έχει προταθεί από πολλούς, στο οποίο να «οδηγηθούν» εκείνα τα χρέη των χωρών της Ευρωζώνης που υπερβαίνουν το 60% του ΑΕΠ τους – έτσι ώστε να παγώσουν και να αποπληρωθούν σταδιακά, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν ή/και το επιβάλλουν, για να μην προκληθεί υπερπληθωρισμός.

Παράλληλα, οι δημόσιες δαπάνες πρέπει να «συγκρατούνται» μεν σε λογικά επίπεδα, αλλά χωρίς υπερβολικές μειώσεις – έτσι ώστε να αποφεύγεται η ύφεση και τα τεράστια προβλήματα που προκαλεί, όπως διαπιστώθηκε κυρίως στην περίπτωση της Ελλάδας (ανεργία, χρεοκοπίες, κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου, φτώχεια, εγκληματικότητα, κοινωνικές εξεγέρσεις, εθνικές αντιπαλότητες κοκ.).

Φυσικά ο σταδιακός περιορισμός των δαπανών πρέπει να συνοδεύεται με μέτρα ανάπτυξης όλων των χωρών της ΕΕ, αφού διαφορετικά είναι αδύνατη η μακροπρόθεσμη επίλυση της κρίσης χρέους – ενώ ο «επιτρεπόμενος» πληθωρισμός οφείλει να αναπροσαρμοσθεί στο 4%, από το 2% σήμερα. Εάν στην περίπτωση αυτή η ισοτιμία ευρώ δολαρίου περιοριζόταν στο 1:1, θα ήταν θετικό τόσο για την Ευρώπη, όσο και για τις Η.Π.Α. – λιγότερο φυσικά για την Κίνα, αφού τα προϊόντα της θα γινόταν αυτόματα μη ανταγωνιστικά για τη Δύση.

Στη συνέχεια πρέπει να δρομολογηθεί ένα νέο δημοσιονομικό σύμφωνο σταθερότητας, το οποίο όμως να απαγορεύει τις ασυμμετρίες στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των χωρών-μελών της Ευρωζώνης – με τα οποία κάποιες χώρες (Γερμανία, Ολλανδία κλπ.), αναπτύσσονται εις βάρος των υπολοίπων. Οι ανισότητες αυτές θα έπρεπε να περιορισθούν και σε παγκόσμιο επίπεδο, εάν θέλουμε να διατηρηθεί η ειρήνη στον πλανήτη.

Τέλος, το ESM θα ήταν σωστό να εξελιχθεί σε ένα ευρωπαϊκό νομισματικό ταμείο, το οποίο να λειτουργεί όπως το ΔΝΤ από την ίδρυση του μέχρι τη δεκαετία του 1970 – με κύριο στόχο την συμμετρική ανάπτυξη, καθώς επίσης τη βιώσιμη χρηματοδότηση των χωρών της ΕΕ. Πόσο μάλλον αφού, η μη ισορροπημένη εξέλιξη των κρατών, καθιστά αδύνατη την εφαρμογή μίας κοινής νομισματικής πολιτικής – για παράδειγμα, στη Γερμανία απαιτούνται υψηλά επιτόκια, ενώ στην Ιταλία χαμηλά.

Σε εθνικό επίπεδο τώρα, το μυστικό της ευημερίας και της ανάπτυξης είναι η σωστή και δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων – έτσι ώστε να μην υποφέρουν οι λιγότερο ικανοί, τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα και η κατανάλωση, η οποία προέρχεται κυρίως από την μεσοαστική τάξη.

Επίσης, η ίδρυση κρατικών επενδυτικών τραπεζών, με μοναδικό σκοπό τις ορθολογικές επενδύσεις στην πραγματική οικονομία – αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή η καταπολέμηση της ύφεσης και της ανεργίας. Ενδεχομένως δε η είσοδος στο χρηματιστήριο εταιρειών, οι οποίες έχουν «προικισθεί» με δημόσια περιουσία όπως, για παράδειγμα, το ΤΑΙΠΕΔ – με στόχο τη σωστή αξιοποίηση της κρατικής ιδιοκτησίας, καθώς επίσης τη μείωση του χρέους.

Ολοκληρώνοντας, εκείνοι που πιστεύουν στην ελεύθερη, μη κεντρικά κατευθυνόμενη αγορά, πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι, όσο πολυτελές και αν είναι ένα σπίτι, είναι αδύνατον να διατηρηθεί σε μία γειτονιά, στην οποία όλοι οι υπόλοιποι υποφέρουν ή/και χάνουν τη στέγη τους – αφού, αργά ή γρήγορα θα επαναστατήσουν, καταστρέφοντας και ισοπεδώνοντας τα πάντα.

Επίσης ότι, «αυτός που πνίγεται στη θάλασσα πιάνεται από το πρώτο καράβι που περνάει, αδιαφορώντας για τη μαύρη πειρατική σημαία του» – αφού προέχει όλων των άλλων, ενστικτωδώς, η επιβίωση του.

 

* Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις.

Έχει γράψει το βιβλίο "Υπέρβαση Εξουσίας", το οποίο αναφέρεται στο φορολογικό μηχανισμό της Γερμανίας, ενώ έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, με τον  τίτλο "Η κρίση των κρίσεων".

Έχει ασχοληθεί με σημαντικές έρευνες και αναλύσεις επί του αντικειμένου του (μακροοικονομία), επί διεθνούς επιπέδου, οι οποίες φιλοξενούνται τακτικά σε ημερήσιες εφημερίδες, περιοδικά και ηλεκτρονικές ιστοσελίδες.

 

Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία

ΠΗΓΗ: Σεπτεμβρίου 28, 2013, http://www.analyst.gr/2013/09/28/2316/ και http://www.analyst.gr/2013/09/28/2316/2/ και http://www.analyst.gr/2013/09/28/2316/3/.

Παγκοσμιοποίηση ή Ιμπεριαλισμός; (1)

Παγκοσμιοποίηση ή Ιμπεριαλισμός; (1)

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*


Μια σοβαρή παράπλευρη συνέπεια της κατάρρευσης του «υπαρκτού» και της ουσιαστικής ενσωμάτωσης των μητροπολιτικών κομουνιστικών κομμάτων στο διεθνοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα είναι η παράλληλη καθίζηση του Μαρξιστικού προτάγματος. Έτσι, οι «Μαρξιστές» αυτοί, αντί να παραμένουν πιστοί στη Μαρξιστική μέθοδο που ορίζει την ορθοδοξία, και όχι στα «δόγματα», όπως υποστήριζε η εκχυδαϊσμένη Μαρξιστική εκδοχή, έχουν επιστρέψει, εκτός από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις Μαρξιστών στο εξωτερικό, στα κιτάπια των αρχών του 20ού αιώνα για να ερμηνεύσουν το νέο συστημικό φαινόμενο της εποχής μας:  την παγκοσμιοποίηση.

Το αποτέλεσμα δεν είναι απλά η διατύπωση εντελώς λανθασμένων και ασχέτων με τη σημερινή πραγματικότητα θεωρητικών θέσεων, αλλά, ακόμη χειρότερα, η διατύπωση πολιτικών συμπερασμάτων που συμβάλλουν στην οικονομική καταστροφή λαών στην περιφέρεια του συστήματος, όπως ο Ελληνικός, αλλά και στη φυσική εξόντωση κάθε αντιστεκόμενου λαού στη διαδικασία της πλήρους ενσωμάτωσής του στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση (Ιράκ, Λιβύη, Συρία κ.λπ.).

Έτσι, αντί οι σύγχρονοι «Μαρξιστές» να αντιληφθούν ότι ο πρωταρχικός εχθρός των λαϊκών στρωμάτων που συνθλίβονται είναι η υπερεθνική ελίτ που διαχειρίζεται την παγκοσμιοποίηση, σε αγαστή σύμπνοια με τις ντόπιες ελίτ και τις κοινοβουλευτικές χούντες που έχουν εγκαταστήσει στη περιφέρεια, ασχολούνται αποπροσανατολιστικά με τον δήθεν «φασιστικό κίνδυνο» από τις καρικατούρες νεοναζιστικών κομμάτων και οργανώσεων και όχι με τον πραγματικό φασιστικό κίνδυνο από την παγκοσμιοποίηση! Άλλοι, πάλι, δεν βλέπουν ότι ο πρωταρχικός αγώνας σήμερα είναι εθνικοαπελευθερωτικός, ώστε να σπάσουν οι πολυποίκιλοι δεσμοί που δένουν τους λαούς στη  Νέα Διεθνή Τάξη (ΝΔΤ) – την οποία καθιερώνει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και οι συναφείς Κοινοβουλευτικές Χούντες – για να τεθούν οι βάσεις για αντισυστημικό αγώνα. Αντίθετα, περιμένουν τη …σοσιαλιστική επανάσταση, υπονομεύοντας κάθε προσπάθεια για παλλαϊκό μέτωπο και αντικειμενικά βοηθώντας την ολοκλήρωση της  σημερινής καταστροφής.

Αν, επομένως, αύριο ξεσπάσει μια πιθανή γενικευμένη σύρραξη που μπορεί να πάρει τη μορφή ακόμη και παγκόσμιου πολέμου, δεν είναι απίθανο να δούμε τους «Μαρξιστές» αυτούς, που με την ασχετοσύνη τους (στη καλύτερη περίπτωση) προδίδουν το πνεύμα του Μαρξισμού, να μιλούν για ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και να τηρούν «ίσες αποστάσεις» σε σχέση με τον καθοριστικό για το μέλλον των λαών αγώνα. Δηλαδή, τον αγώνα μεταξύ των εθνών που είναι ενσωματωμένα στην ΝΔΤ (ΕΕ, ΝΑFTA, Ιαπωνία, κ.λπ.) και αυτών που αντιστέκονται στην παγκοσμιοποίηση, όπως ο Ρωσικός λαός μαζί με το μη ενσωματωμένο στην παγκοσμιοποίηση τμήμα της ηγεσίας του, η Ευρασιατική Ένωση που προωθεί το ίδιο τμήμα της Ρωσικής ηγεσίας, οι αντιστεκόμενοι λαοί στη Μέση Ανατολή (Συρία, Ιράν κ.λπ.)  καθώς και οι αντίστοιχοι λαοί στη Λατιν. Αμερική (Βενεζουέλα, Βολιβία, Κούβα κ.α.).

Όλοι αυτοί οι «Μαρξιστές», ενώ αρχικά μιλούσαν για το «ιδεολόγημα» της παγκοσμιοποίησης ή για χίμαιρα, στη συνέχεια ανακάλυψαν το… τέλος της παγκοσμιοποίησης, με Μαρξιστές «γκουρού», όπως ο Χομπσμπάουμ, εδώ και 15 χρόνια να διακηρύσσουν το τέλος του νεοφιλελευθερισμού! Στη πραγματικότητα, βέβαια, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση όχι απλά δεν τέλειωσε αλλά, όπως έδειξε πολύ πρόσφατη συστηματική μελέτη του φαινόμενου που αναφέρει ο Martin Wolf (Financial Times, 16/7/2013) δεν έπαψε να θεριεύει, παρά τη πελώρια χρηματοπιστωτική κρίση που η ίδια δημιούργησε με το άνοιγμα και την απελευθέρωση των αγορών. Έτσι, τόσο οι άμεσες ξένες επενδύσεις όσο και το διεθνές εμπόριο  αυξήθηκαν πολύ πιο γρήγορα από το παγκόσμιο προϊόν στη περίοδο μετά το 1990, με τις ξένες επενδύσεις να έχουν αυξηθεί από 9% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 1990, σε 33% το 2012, και τις  εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών από 20% του ΑΕΠ σε 31%. Σήμερα, παρά τη κρίση, τόσο το διεθνές εμπόριο όσο και οι ξένες επενδύσεις είναι σε ιστορικά μεγέθη-ρεκόρ σε σχέση με το παγκόσμιο ΑΕΠ!

Στα επόμενα άρθρα θα δούμε τις πολιτικές και οικονομικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης σε σχέση με τον μύθο των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και τις γεωπολιτικές συνέπειες για τη χώρα μας.

 

Υ.Γ. Όπως συνήθως, τα στελέχη του ηγετικού ρεύματος στον ΣΥΡΙΖΑ δεν έδωσαν καμιά απάντηση στις κρίσιμες ερωτήσεις που έθεσε το περασμένο άρθρο για το πως συμβιβάζονται οι πολιτικάντικες υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ (του τύπου «θα σας φτιάξουμε και ποτάμια!) με την παραμονή στην ΕΕ και το Ευρώ. Αντίθετα, κάποιοι προτίμησαν τις ανώνυμες, αν όχι λασπολογικές, προσωπικές επιθέσεις. Από την άλλη μεριά, ο αρχηγός του ΕΠΑΜ, μη τολμώντας να θέσει θέμα ταυτόχρονης εξόδου από την ΕΕ και το Ευρώ, θολώνει συνεχώς τα νερά ότι δήθεν έξοδος από το Ευρώ σημαίνει ντε φάκτο και έξοδο από την ΕΕ, λες και δεν υπάρχουν νεοφιλελεύθερες χώρες που είναι στην ΕΕ αλλά όχι και στο Ευρώ! Και αυτό, «ξεχνώντας» ότι είναι η ένταξή μας στην ΕΟΚ/ΕΕ που οδήγησε στη σημερινή καταστροφή με την αποδιάρθρωση της παραγωγικής μας δομής, και όχι απλά η ένταξή μας στην Ευρωζώνη. Είναι, άλλωστε, γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ (της ΕΕ) ότι το «Σχέδιο Β» της Ευρώ-ελίτ περιλαμβάνει την αποπομπή μας από το Ευρώ, αλλά την παραμονή μας στην ΕΕ, όπως ακριβώς υπόσχονται κάποιοι στην Αριστερά μας, αλλά και στην «πατριωτική» Αριστερά ή Δεξιά…

* http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύεται στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (4/8/2013). Το είδα: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2013/2013_08_04.html

Η μυθολογία για την κρίση (3)

Η μυθολογία για την κρίση

Παγκοσμιοποίηση ή Ιμπεριαλισμός; (3)

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*

 

Ενώ οι σημερινές «προστάτιδες δυνάμεις» και οι εδώ υποτακτικοί τους συζητούν τώρα με ποια νέα μέτρα θα ξεζουμίσουν ακόμη περισσότερο τα λαϊκά στρώματα και θα αγοράσουν σε τιμή ξεπουλήματος όχι πια μόνο τον κοινωνικό πλούτο – που ήδη εξαντλείται – αλλά ακόμη και τη μοναδική κατοικία τους (σε αντίθεση με τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα που ξένοιαστα απολαμβάνουν τις βίλες, πισίνες και κότερά τους) η αποπροσανατολιστική μυθολογία για την κρίση εντείνεται.

Και η μυθολογία αυτή δεν στηρίζεται  τόσο στην προπαγάνδα της κοινοβουλευτικής Χούντας και των ΜΜΕ που ελέγχει, αλλά στον δήθεν «εναλλακτικό» λόγο και προτάσεις μιας αναξιόπιστης αντιπολίτευσης που ουσιαστικά σπρώχνει τα λαϊκά στρώματα στην απάθεια και τον αγώνα επιβίωσης.

Είναι δε αναξιόπιστη η αντιπολίτευση αυτή, διότι μια χώρα πλήρως ενσωματωμένη στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι αδύνατο να εξασφαλίσει την εθνική (ή σωστότερα τη λαϊκή) κυριαρχία πάνω στην οικονομία της, εάν δεν διαρρήξει τους δεσμούς της με αυτή και ακολουθήσει ένα πρόγραμμα οικονομικής και πολιτικής αυτοδυναμίας. Και αυτό, διότι η παγκοσμιοποίηση αυτή, αντίθετα από τις ανοησίες Κεϋνσιανών και "Μαρξιστών" της συμφοράς που την χαρακτηρίζουν "πείραμα κοινωνικής μηχανικής", "δόγμα του σοκ", αν όχι απλά μια…χίμαιρα, είναι μια ιστορική τάση του συστήματος της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς που εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στις αρχές του περασμένου αιώνα αλλά απέτυχε, διότι δεν υπήρχαν τότε, στο πλαίσιο των κρατών (έστω και αν αυτά ήταν αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες) οι προϋποθέσεις επιτυχίας της, και κυρίως οι ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές εμπορευμάτων, κεφαλαίου και εργασίας. Όμως, σε μια διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς, με ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές, μπορεί εύκολα να δειχθεί ότι η παγκοσμιοποίηση μόνο νεοφιλελεύθερη μπορεί να είναι, παρά τα αποπροσανατολιστικά παραμύθια Κεϋνσιανών, «Μαρξιστών» κ.α.

Η Ιστορία είναι γνωστή. Την αποτυχία της πρώτης παγκοσμιοποίησης ακολούθησαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι για το μοίρασμα των αγορών μεταξύ των κυριοτέρων μητροπολιτικών κρατών, οι πολιτικές προστατευτισμού του μεσοπολέμου και η εγκαθίδρυση της μεταπολεμικής (οικονομικής, στρατιωτικής και πολιτικής), ηγεμονίας των ΗΠΑ στο καπιταλιστικό στρατόπεδο. Η Αμερικανική ηγεμονία διήρκεσε περίπου μέχρι την έναρξη της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης που σηματοδότησε η ανάδυση του νέου φαινομένου των πολυεθνικών (ή σωστότερα υπερεθνικών) επιχειρήσεων, των οποίων οι παραγωγικές και εμπορικές δραστηριότητες επεκτείνονται σε πολλές χώρες, έστω και αν η τυπική έδρα τους μπορεί να είναι σε μια μητροπολιτική καπιταλιστική χώρα. Από τότε ο Αμερικανικός «ιμπεριαλισμός» αντικαταστάθηκε από την υπερεθνικη ελίτ που έχω αναλύσει παλαιότερα και εδώ. Και ήταν οι οικονομικοί θεσμοί που καθιέρωσαν οι ίδιες οι ΗΠΑ αμέσως μετά τον πόλεμο (ΔΝΤ, Παγκ. Τράπεζα, ΠΟΕ κ.λπ.) που συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάδυση των πολυεθνικών και συνακόλουθα της παγκοσμιοποίησης.

Έτσι, τις τελευταίες δεκαετίες άρχισε μια αλματώδης διαδικασία παγκοσμιοποίησης που σήμερα έγκυροι διεθνείς αναλυτές χαρακτηρίζουν «υπερπαγκοσμιοποίηση», με το παγκόσμιο εμπόριο να αυξάνει πολύ ταχύτερα από το παγκόσμιο ΑΕΠ και τις εμπορευματικές εξαγωγές να έχουν αυξηθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες από 15% του παγκόσμιου ΑΕΠ σε 26%, (Arvind Subramanian and Martin Kessler, The Hyperglobalization of Trade and its Future, Ιούνης 2013). Ακόμη σημαντικότερο, τα 2/3 αυτού του εμπορίου διεξάγεται μόνο από υπερεθνικές επιχειρήσεις, 1.318 από τις οποίες, μέσω διασυνδεόμενου μετοχικού κεφαλαίου, εισπράττουν το 80% των παγκόσμιων επιχειρηματικών εσόδων, ενώ 147 από αυτές (το 1% του συνόλου) ελέγχει το 40% των συνολικών ενεργητικών τους (New Scientist, 24/10/2011).

Οι Κεϋνσιανοί, όμως, και οι Μαρξιστές της συμφοράς αγνοούν το όλο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, την οποία θεωρούν απλώς συνέχεια της αποτυχούσας πρώτης παγκοσμιοποίησης, και μιλούν για πτώση των επενδύσεων παρά την αύξηση των κερδών, και για κρίση υπερσυσσώρευσης που οδηγεί σε υπερπαραγωγή, υποκατανάλωση και μαζική ανεργία. Όμως, όλες αυτές οι υποθέσεις είναι εντελώς αβάσιμες εμπειρικά γιατί στηρίζονται σε στοιχεία και δείκτες που αφορούν τις μητροπολιτικές χώρες, αγνοώντας την παγκοσμιοποίηση και τη μεταφορά από τις υπερεθνικές  τμημάτων της παραγωγικής διαδικασίας προς την περιφέρεια με τις άθλιες συνθήκες εργασίας και τους μισθούς επιβίωσης (Κίνα, Ινδία κ.λπ.). Αλλά ήταν αυτή ακριβώς η διαδικασία που οδήγησε στην αποβιομηχάνιση στο κέντρο και στα οικονομικά «θαύματα» με τους κεραυνοβόλους ρυθμούς ανάπτυξης στην περιφέρεια!

Έτσι, από τη δεκαετία του '90 μέχρι σήμερα οι ξένες επενδύσεις σαν ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ επταπλασιάστηκαν (Subramanian & Kessler). Παράλληλα, ενώ στην ΕΕ και τις ΗΠΑ οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου την περασμένη δεκαετία είχαν βαλτώσει, στην Ανατολική και Νότια Ασία αυξανόντουσαν με ετήσιο ρυθμό 12%! (World Development Indicators 2012). H αναπόφευκτη συνέπεια των διαφορικών ρυθμών ανάπτυξης που επέφερε η παγκοσμιοποίηση ήταν ότι, ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ στην ΕΕ και τις ΗΠΑ την τελευταία δεκαετία ήταν κάτω από 2%, στις περιοχές αυτές o ρυθμός ήταν τετραπλάσιος. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει, όπως ανοητολογούν πολλοί «αναλυτές», ότι μετατοπίζεται το παγκόσμιο καπιταλιστικό κέντρο από τα δυτικά μητροπολιτικά κέντρα στην Ασία κ.λπ., αφού η ανάπτυξη των περιφερειακών «θαυμάτων» δεν είναι ενδογενής, αλλά οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις δραστηριότητες των δυτικών υπερεθνικών επιχειρήσεων. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι άρκεσαν μερικά χρόνια κρίσης στα μητροπολιτικά κέντρα για να φανεί ότι τα θαύματα αυτά στηρίζονται σε ξύλινα πόδια…


* http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

ΠΗΓΗ:  Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (25 Αυγούστου 2013). Το είδα: http://inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2013/2013_08_25.html