Αμάραντο σκοτάδι
Του Γιάννη Ποταμιάνου*

Ψάχνω, φροντίζω όλα τα κομμάτια μου
όπως ο κήπος τα λουλούδια του
όπως η έρημος το κάθε κόκκο άμμου
Εγώ είμαι τα κομμάτια μου
εγώ είμαι η έρημός μου


Ψάχνω, φροντίζω όλα τα κομμάτια μου
όπως ο κήπος τα λουλούδια του
όπως η έρημος το κάθε κόκκο άμμου
Εγώ είμαι τα κομμάτια μου
εγώ είμαι η έρημός μου

Αυτό που λέμε «έξω», όχι πάντοτε με καλή έννοια, είναι ένας βαθύτατος κοινωνικός θεσμός, με πανίσχυρες ιστορικές ρίζες, που κατά τη φτωχή μου άποψη θεμελίωσε τον πολιτισμό της Μεσογείου – και όχι μόνο. Σε αντίθεση με τις χώρες του Βορρά, όπου ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται κλεισμένος μέσα για να προφυλαχθεί από τις απάνθρωπες καιρικές συνθήκες, οι χώρες του έξω θεωρούσαν το έξω σαν το σπίτι τους.


Σκέψου ότι υπάρχει κλίμακα σοφίας, αρχίζει με το 0 και η τελική γνώση είναι στο 10. Στο ζήτημα «ποιον να βλέπεις ανώτερό σου, να στέκεσαι πίσω του, να σκύβεις το κεφάλι», στην τελική γνώση (στο 10) υπάρχει το «κανείς». Όταν φτάσεις στο 10, ακόμα και τον Θεό ίσο σου τον βλέπεις (θαυμάζεις, αλλά δεν προσκυνάς).
Ο άνθρωπος που θεωρεί ανώτερούς του έναν διάσημο (πχ τραγουδιστή), έναν δημόσιο υπάλληλο (πχ μπάτσο), έναν βουλευτή, σε πιο στάδιο της κλίμακας βρίσκεται;


Αν γίνει ένα έγκλημα μπρος στα μάτια σου θα πεις «δεν ανακατεύομαι, δεν μου πέφτει λόγος, δεν είναι δική μου δουλειά», και θα σιωπήσεις, θα συνεχίσεις να ζεις σαν ποτέ να μην το έγκλημα έγινε;


Μια έρευνα ενός Ινστιτούτου Λιανεμπορίου, απ’ αυτά που πουλάνε στους μικρομαγαζάτορες της «ελληνικής επαρχίας των Βρυξελλών» εύλογες αυταπάτες για την προώθηση των πωλήσεων των πάσης φύσεως «λαχανικών», ανακάλυψε, λέει, ότι «αυτό που παλιά ονομάζαμε shopping therapy, έχει σήμερα χάσει το δεύτερο συνθετικό της φράσης. Ο καταναλωτής φεύγει από τη λογική αυτή και μετακινείται προς τη λογική του shopping remorse, δηλ. στις τύψεις (ενοχές) και στο άγχος για το αν έχει κάνει τη βέλτιστη αγορά, που ισοδυναμεί με την εξοικονόμηση χρημάτων και τη μέγιστη ικανοποίηση».
«Ὁ κόσμος ἔχει νόμους καὶ εἶναι βαρετός. Οἱ νόμοι αὐτοὶ δυστυχῶς δὲν παραβιάζονται. […] Νιώθεις τὴν τρομερὴ πλήξη; Ὁ μεσαίωνας θά ’ταν ἐνδιαφέρων. Σπίτι καὶ φάντασμα, ἐκκλησία καὶ Θεός. […] Ἂν ὁ Θεὸς εἶναι τρίγωνο, δὲν ξέρω τὶ νὰ σκεφτῶ». «Ὁ ἄνθρωπος πάντα ἀμυνόταν ἀπέναντι στοὺς ἄλλους καὶ τὴ φύση. Κακοποίησε τὴ φύση, βασίστηκε στὴ βία, στὸ φόβο, στὴν ἐξάρτηση. Ἡ τεχνικὴ πρόοδος μᾶς ἔδωσε μόνο ἄνεση καὶ ὄργανα βίας γιὰ ἐξουσία. Εἴμαστε ἄγριοι. Κάναμε τὸ μικροσκόπιο ρόπαλο. Ὄχι, οἱ ἄγριοι εἶναι πιὸ πολιτισμένοι». Αὐτὰ ποὺ μόλις ἀνέφερα εἶναι τὰ λόγια δύο ἡρώων δύο διαφορετικῶν ταινιῶν τοῦ μεγάλου Ρώσου σκηνοθέτη Ἀντρέι Ταρκόφσκι.


Στις 20 Δεκεμβρίου του 1988 ο Δ. Παπαδόσηφος σκότωσε κατά τη διάρκεια δίκης τον φονιά του γιού του στο εφετείο του Πειραιά αναφωνώντας: «ξαλάφρωσα, αγαλλίασε η ψυχή μου, λευτερώθηκα. Δικάστε με εις θάνατο να τελειώνω». Ο γιος του είχε σκοτωθεί, λέγεται με αιτία μια γυναίκα, από τον Γ. Βενιεράκη σε μια καφετέρια του Ρεθύμνου. Για το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, ένα λούγκερ που το είχε πάρει από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της μάχης της Κρήτης, ο θρύλος λέει ότι το είχε κρύψει στην τεράστια γενειάδα του. Δεν ανασύρω από τη μνήμη μου την παλιά αυτή ιστορία ως μια προτροπή, μια ωδή για τη βεντέτα, για να την εξυμνήσω ως τρόπο απόδοσης δικαιοσύνης ή για να προβλέψω μια παρόμοια εξέλιξη για τους δολοφόνους του Γιακουμάκη, γιατί για δολοφόνους πρόκειται. Σε μια άδικη ή σε μια αξιοβίωτη κοινωνία η βεντέτα δεν είναι τρόπος απονομής του δικαίου.


Οικουμενικότητα ή ταυτότητα, κοσμοπολιτισμός ή κοινοτισμός, ρίζωμα στο χώρο ή διεθνισμός, σύνδεση των πολλαπλών ταυτοτήτων σε μια ενιαία ταυτότητα ή ποικιλομορφία; Από την προϊστορία της ανθρωπότητας η απαγόρευση της αιμομιξίας και η αρχή της εξωγαμίας ευνόησαν τις γενετικές αναμίξεις του homo sapiens και στα μετέπειτα ιστορικά χρόνια οι πόλεμοι, οι απαγωγές γυναικών από διαφορετικές φυλές, οι συνευρέσεις με δούλες, οι μοιχείες κλπ συνέβαλαν ακόμα περισσότερο στις γενετικές αναμίξεις και στη διαφοροποίηση των ατόμων.


Η υπαρξιακή κρίση στην οποία βρίσκεται ο ελληνικός λαός τα τελευταία 20 χρόνια, διαβαθμισμένη κλιμακωτά και διαρκώς επιτεινόμενη και ανεξέλεγκτη από το 2009, αποκορυφώνεται στο σήμερα. Εκφράστηκε πολιτικά και ειδικότερα κομματικά όλα αυτά τα χρόνια στις εκλογικές αναμετρήσεις, που βεβαίωνουν τον αρνητικό μηδενισμό, την άρνηση δηλαδή σταθερών που οδηγούν στο σχετικισμό του τίποτα.


Μια παρέα ξένων, κάπου στο Ρέθυμνο, αναζητούν μια διεύθυνση χαμένοι κάπου στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης. Σταματούν αιφνιδιαστικά μιαν ήσυχη γυναίκα και τη ρωτούν: «από δώ καλά πάμε;». «Μα πού θέλετε να πάτε;», τους ρωτά εκείνη με τη σειρά της. Οι επισκέπτες κοιτιούνται μεταξύ τους απορημένοι, ώσπου κάποιος αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να της εξηγήσει ό,τι δεν ξέρουν που θέλουν να πάνε. Και η γυναίκα ολοκληρώνει την απάντηση της με το διπλό (υπαινικτικό) μήνυμα: «…Ε δεν πάτε καλά!».
Ίσως το παραπάνω παιχνιδιάρικο μότο που χρησιμοποιούμε για εισαγωγή σε τούτο το άρθρο, να μοιάζει κάπως παράταιρο ή και άσχετο με το κατ’ εξοχήν Λογικό θέμα που επιχειρούμε να πραγματευτούμε. Αλλά είναι όντως έτσι;