Των αλλοτρίων ημών: Των ημετέρων άλλων

Των αλλοτρίων ημών*

Του  Γιάννη Στρούμπα

Άνθρωποι σχεδόν της ίδιας «αυλής», ζουν τόσο κοντά και συνάμα τόσο μακριά μας. Αλλοδαποί, ξενιτεμένοι στην Ελλάδα και την Κύπρο, είναι οι ήρωες του Κώστα Λυμπουρή στη συλλογή διηγημάτων του, δεκατεσσάρων στον αριθμό, «Των ημετέρων άλλων». Αλλοδαποί «ημέτεροι», γιατί οι «άλλοι» αυτοί, που μοιάζουν τόσο ξένοι κι απόμακροι, που φαντάζουν συχνά στα μάτια των ιθαγενών μια απειλή, είναι άνθρωποι δικοί μας, με κοινά προβλήματα, κοινές ανάγκες κι αγωνίες, κοινή ανάσα και βηματισμό.

Ο τίτλος της συλλογής αποδίδει επιτυχώς την πρόθεση του Λυμπουρή, ο οποίος μετέρχεται μία σειρά ιστοριών για να καταδείξει ότι οι «άλλοι» είναι συχνά «δικοί μας», αλλά και για να σχολιάσει πως «εμείς» συμπεριφερόμαστε, εξίσου συχνά, εχθρικά, έχοντας αλλοτριωθεί. Ήδη στο πρώτο διήγημα με τον τίτλο «Με μια πιρόγα…», ο ήρωάς του, ένας νέγρος ταξιτζής, μετανάστης στην Ελλάδα από την ηλικία των οκτώ περίπου ετών και για περισσότερα από τριάντα χρόνια, όταν σταματά κάπως άκαιρα σε μια διασταύρωση, με κίνδυνο να προκαλέσει ατύχημα, δέχεται τη βίαιη αντίδραση από τους επιβάτες του αυτοκινήτου που κινούνταν κάθετα σε σχέση με τον ίδιο: «– Απευθείας απ’ τη ζούγκλα μας ήρθες, μπάρμπα; Απευθείας;»· «Αυτοκίνητα δεν έφτασαν ακόμα στη χώρα σου, ρε;» Ο ρατσισμός, η υποτίμηση, η απόρριψη εκδηλώνονται με τον πιο ωμό τρόπο.

Παρόμοιες συμπεριφορές παρουσιάζονται και σε άλλα διηγήματα. Στην «Τσέχικη μπύρα» ο πάτερ φαμίλιας συμπεριφέρεται ταπεινωτικά στη νέγρα μπέιμπι σίτερ του εγγονιού του, βάζοντάς την να καθίσει σε χωριστό, χαμηλότερο τραπέζι στην ταβέρνα όπου προσέρχεται όλη η οικογένεια για να γευματίσει, ενώ περιορίζει και σε πολύ συγκεκριμένα πιάτα τη δυνατότητά της για επιλογή φαγητού. Στο «Συσσίτιο», μελαψός αλλοδαπός, που περιμένει τη σειρά του για να προμηθευτεί λίγο φαγητό, γίνεται θύμα επίθεσης από ογκώδεις άντρες με μαύρες μπλούζες και ξυρισμένα κεφάλια –υπονοούνται οπαδοί του φιλοναζιστικού κόμματος Χρυσή Αυγή– οι οποίοι αδυνατούν να αποδεχτούν την παρουσία αλλόθρησκων στην Ελλάδα και τους τρομοκρατούν, ασκώντας σωματική και ψυχική βία, ώστε να τους εκδιώξουν απ’ τη χώρα.

Το πρωτοεπίπεδο σχόλιο του ρατσισμού βαθύνεται από τον Λυμπουρή πολύ περισσότερο, μέσα από την προσθήκη νέων πτυχών που αφορούν τους ήρωές του και την εξέλιξη των ιστοριών του. Καθώς, λοιπόν, ο νέγρος ταξιτζής στο «Με μια πιρόγα…» διαγράφεται χαρακτήρας ποιοτικός κι ευαίσθητος, τη «ζούγκλα» τη συντηρούν με τις αήθεις επιθέσεις τους σε βάρος του οι «πολιτισμένοι» εντόπιοι, που αποδεικνύονται οι γνήσιοι πρωτόγονοι «ιθαγενείς», καθώς «χαχανίζουν» –«υπερήφανοι», μάλιστα– για το «κατόρθωμά» τους να προσβάλουν βάναυσα τον αλλοεθνή. Έτσι, ο Λυμπουρής δυναμώνει το σχόλιό του με την περιγραφείσα τραγική ειρωνεία αλλά και με την ανατροπή που επιφυλάσσει στον αναγνώστη, όταν οι εξαρχής παρουσιαζόμενοι σαν αγενείς ταξιτζήδες αποδεικνύονται εντέλει οι ίδιοι θύματα της αγένειας των άλλων, ημών των άλλων, των αλλοτρίων ημών, όσων επιλέγουμε να παραμένουμε ξένοι με τους άλλους, ξένοι με την ανθρωπιά και, σε προέκταση, με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η ανατροπή και η ειρωνεία στην «Τσέχικη μπύρα» απορρέει από το γεγονός πως ενώ ο ήρωας πάτερ φαμίλιας εκφωνεί μισαλλόδοξα λογύδρια περί της αναξιότητας των αλλοδαπών, μόνο η αλλοεθνής μπέιμπι σίτερ κατορθώνει να ηρεμήσει το μωρό που κλαίει. Εκείνο, τρομαγμένο από τις αυταρχικές φωνές του παππού του, τη δείχνει διαρκώς με το χεράκι του επιζητώντας την, δίνοντάς της για την αγκαλιά της βαθμό υψηλότερο απ’ ό,τι στην ίδια του τη μάνα και στη γιαγιά. Ο Λυμπουρής παρουσιάζει μία πρακτική εφαρμογή της παροιμίας «από παιδί μαθαίνεις την αλήθεια», χωρίς να χρειάζεται την καταφυγή σε περιττές, «διδακτικές» ρητορείες περί ισότητας, που θα αποδυνάμωναν την αφήγησή του. Σε άλλες περιπτώσεις, ωστόσο, ο συγγραφέας διολισθαίνει σε έναν εμφανή διδακτισμό, απορρέοντα από υποδείξεις, παρατηρήσεις, επιτιμήσεις, όπως στην περίπτωση του μοτοσικλετιστή που, περνώντας με μεγάλη ταχύτητα κι «εκκωφαντικό τρόπο», χαλά την «ομορφιά των στιγμών». Στο ίδιο πλαίσιο, μια υπερβολική διάθεση των ηρώων να επεξηγήσουν ορισμένα στοιχεία, όπως στην περίπτωση του παραφινέλαιου που επεξηγείται ως το λάδι για τα καντήλια, κραυγάζει πως απευθύνεται όχι στους συνομιλητές των ηρώων αλλά στους αναγνώστες, περιορίζοντας τη φυσικότητα της αφηγηματικής εκφοράς. Αντίθετα, η αφήγηση πείθει όταν αποφεύγει τη χειραγώγηση του αναγνωστικού συναισθήματος και λογισμού, όπως στην περίπτωση του «Ατνάν του κοιμητηρίου», όπου η θανάτωση του ήρωα από ατύχημα παρουσιάζεται δίχως μελοδραματισμούς.

Στο διήγημα «We must fight for our Tshirt» η ειρωνεία του συγγραφέα πηγάζει από μια «ευθιξία» των ηρώων οφειλόμενη σε ανούσιους λόγους, ενώ οι ουσιώδεις προσπερνιούνται στο όνομα του συμφέροντος. Συγκεκριμένα, οι ποδοσφαιριστές μιας ομάδας με ανομοιογενές σύνολο, η οποία σημειώνει συνεχόμενα ατυχή αποτελέσματα, καταγόμενοι από πολλές διαφορετικές χώρες και ανήμποροι να δημιουργήσουν ένα ψυχικό δέσιμο με την ομάδα, πέρα από την καθαρά επαγγελματική τους σχέση μαζί της, εμφανίζονται να διεκδικούν μια υψηλή αμοιβή, επειδή οι οπαδοί τούς «βρίζουν τη γυναίκα, τη μάνα και την αδερφή». Ενώ όμως η διαφαινόμενη ευθιξία για την προσβολή στην τιμή της οικογένειας θα ’πρεπε να συμβαδίζει με μια επαρκή ηθική συγκρότηση, φανερώνεται τελικά επιφανειακή, προσχηματική, όταν αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει ούτε ψυχή ούτε σφυρηλατημένο χρηστό ήθος, που θα επέτρεπε στους ποδοσφαιριστές να συναισθανθούν την ευθύνη τους σε σχέση με το «βάρος της φανέλας» τους. Άλλωστε, η προαναφερθείσα διαφαινόμενη ευθιξία ακυρώνεται από το πρόσθετο γεγονός πως ενώ οι ποδοσφαιριστές δεν «πονούν» το αθλητικό σωματείο που τους στεγάζει, δυσανασχετούν από το πικάρισμα των αντίπαλων οπαδών, στο οποίο δεν θα έπρεπε να δίνουν καμία σημασία, εφόσον αυτό δεν έχει πραγματική βάση κι αξία, παρά εκδηλώνεται αποκλειστικά και μόνο για να τους καταπτοήσει. Αντιλαμβανόμενοι, ωστόσο, πίσω από τον λεκτικό καπνό μια ανύπαρκτη φωτιά σαν πραγματική, εκθέτουν και την πνευματική τους ανεπάρκεια, κι η ειρωνεία του Λυμπουρή επεκτείνεται από την ψυχική καί στη διανοητική πτυχή του ανθρώπου. Η ατυχής μάλιστα παρότρυνση του μεταφραστή προς τους αλλοδαπούς ποδοσφαιριστές να «πολεμήσουν για το Tshirt» τους προκαλεί την ολοκληρωτική γελοιοποίηση μιας απόπειρας συναισθηματικής ταύτισης, η οποία εξαρχής, εξάλλου, προδιαγραφόταν ως αδύνατη να επισυμβεί, καθώς τούτη η φανέλα δεν έγινε ποτέ αντιληπτή από τους ποδοσφαιριστές που τη φορούσαν σαν κάτι διαφορετικό από μία «φανέλα αδειανή», από μια ψυχρή επαγγελματική στολή.

Πλάι στην ειρωνεία, που αποκαλύπτει τις ανθρώπινες μικρότητες των ηρώων του, ο Λυμπουρής αξιοποιεί με μαεστρία τον εσωτερικό μονόλογο. Στο διήγημα «Εν τόπω χλοερώ», ο ήρωάς του παπάς κηδεύει τον Νιγηριανό Γιάννη τον Σνέικ, άνθρωπο μπλεγμένο, όσο ζούσε, με τον υπόκοσμο και βαφτισμένο χριστιανό μόνο από συμφέρον. Απευθύνεται λοιπόν προς τον Θεό, απορρίπτοντας έντονα τον συγκεκριμένο αλλοδαπό είτε σαν Έλληνα, είτε σαν χριστιανό, είτε σαν πλάσμα που θα μπορούσε να συγχωρεθεί από τον Θεό μετά θάνατον. «Παρ’ τον, άμα θέλεις», γκρινιάζει ο παπάς προς τον Ύψιστο, «να μη Σου αφήσει εκεί άγγελο για άγγελο απείραχτο»! Η διαχείριση του ήρωά του από τον Λυμπουρή, σε μια από τις ευτυχέστερες λογοτεχνικά στιγμές των διηγημάτων του, γίνεται δεξιοτεχνικά, καθώς ο ήρωας παπάς απευθύνεται στα θεία με όρους καθαρά ανθρώπινους, χωρίς συγχώρεση, χωρίς ευσπλαχνία, ακόμη και με μια εγωιστική και υβριστική διάθεση χειραγώγησης της θεϊκής απόφασης απέναντι στον αποθανόντα. Η μικρότητα του ήρωα σκιαγραφείται μεγαλειωδώς. Αντίστοιχες μικρότητες καταγράφονται και στο διήγημα «Ο σαξοφωνίστας», όπου οι κάτοικοι του γερασμένου χωριού, το οποίο φιλοξενεί έναν νέο αλλοδαπό σαξοφωνίστα, ανησυχούν μπροστά στο ενδεχόμενο οι ικανότητες του νέου τους συγχωριανού να τους πλήξουν προσωπικά, αποκαλύπτοντας τις δικές τους ανεπάρκειες.

Στους ανθρώπους, όμως, συνυπάρχει το κακό με το καλό. Οι ντόπιοι που αγωνιούν μήπως ο σαξοφωνίστας τούς «εκπαραθυρώσει» αποδεικνυόμενος ικανότερος, είναι οι ίδιοι που αναγνωρίζουν στον καλλιτέχνη την αξία του, και μαγεμένοι σταματούν τις συνηθισμένες τους δραστηριότητες, ώστε να τον απολαμβάνουν. Όταν, επιπλέον, εκφράζουν την ενόχλησή τους για τον διερχόμενο πλανόδιο κατά την ώρα που ο σαξοφωνίστας μεγαλουργεί, σχολιάζοντας πως «Δεν γίνεται ν’ ακούς σαξόφωνο και ταυτόχρονα “έχω φρέσκες μυζήθρες και καπνιστά λουκάνικα”», δεν επιτυγχάνεται από τον Λυμπουρή μόνο η κατάδειξη της μεγαθυμίας τους, μα και η απλοϊκότητά τους, όπως απορρέει από το αφελές τους αίτημα, που προσδίδει και μια χιουμοριστική διάσταση στο αφήγημα.

Θετικά χαρακτηριστικά παρουσιάζουν, είτε σαν μόνιμα είτε σαν παροδικά στοιχεία του ήθους τους, και άλλοι ήρωες του Λυμπουρή. Ο Κόκος ο Βούδας, οδηγός λεωφορείου στις αστικές συγκοινωνίες, διακρίνεται για τη μεγαλοψυχία και την ανθρωπιά του. Γι’ αυτό αποφασίζει, σε ημέρα απεργίας, να κινήσει το λεωφορείο για να μεταφέρει αποκλειστικά τον μικρό, κωφάλαλο επιβάτη του στη Σχολή Κωφών. Οι ταξιτζήδες, πάλι, όταν μαθαίνουν τον θάνατο του δικού τους πελάτη, ενός κοντραμπασίστα της κλασικής μουσικής, ο οποίος τους επιβράβευε για το καλό τους μουσικό γούστο εάν αυτό προέκυπτε αβίαστα, σπεύδουν στην κηδεία του να τον ξεπροβοδίσουν με τις κόρνες τους, αποδεικνύοντας ότι εκτός από την οικονομική σχέση και την αναμονή του φιλοδωρήματος, υπάρχει και η αναγνώριση της ανθρώπινης αξίας, καθώς κι ο δομημένος συναισθηματικός δεσμός. Κοντά στους προηγούμενους, ο εργαζόμενος Βούλγαρος αρτοποιός σε αριστοκρατικό φούρνο Κύπριου επιχειρηματία, φανερώνεται επίσης ποιοτικότατος άνθρωπος, αφού στην πρόταση του εργοδότη του να υποβαθμίσει την ποιότητα του ψωμιού λόγω της οικονομικής κρίσης, απαντά υποβάλλοντας την παραίτησή του.

Μέσα σ’ ένα περιβάλλον ποικίλων στάσεων απέναντι στην ετερότητα, ο επίλογος του Λυμπουρή στο «Συσσίτιο» συγκλονίζει, καθώς μπροστά στην επίθεση που δέχεται ο αλλοδαπός στην ουρά του συσσιτίου από τους υπονοούμενους οπαδούς της Χρυσής Αυγής, η ηρωίδα, παρά τον φόβο της μη γίνουν αντιληπτά η παρουσία της εκεί κι ο ξεπεσμός της, αποκαλύπτει το πρόσωπό της και αντιμετωπίζει τη βία και την αδικία κατάματα. Η περηφάνια, η αξιοπρέπεια, ο αυτοσεβασμός κι ο σεβασμός στον συνάνθρωπο είναι η απάντηση σε κάθε ηθική διολίσθηση. Και τούτα ακριβώς τα στοιχεία στα διηγήματα της συλλογής είναι που, συμφιλιώνοντας τους ανθρώπους, προτείνουν τον πολιτισμό και τον προάγουν.

Κώστας Λυμπουρής, «Των ημετέρων άλλων», εκδ. Παράκεντρο, Λεμύθου Κύπρου 2014, σελ. 156.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 417, 16/6/2015.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.