Πολυσήμαντος κυματισμός: Κρυπτόλεξο του Δημήτρη Κοσμόπουλου

Πολυσήμαντος κυματισμός*

Του Γιάννη Στρούμπα

«Ύπνος διά βίου, πρόβα του θανάτου.» Ο αιώνιος ύπνος, ο θάνατος, επικύρωση της πιο μαύρης και βαθιάς νύχτας, δεν προοιωνίζεται καμία συνέχεια. Εκτός κι αν ο επικείμενος θάνατος αποτελεί έξοδο «στο μέγα ξύπνημα»· εκτός κι αν ο θάνατος προκαλέσει την αποτίμηση μιας αξιολογότατης δημιουργίας, η οποία θα χαρίσει στον αποθανόντα, χάρη στην ποιότητά της, το ρίζωμα στη μνήμη και την παντοτινή ανάμνηση. Ακριβώς η λειτουργία αυτή ενεργοποιείται στην περίπτωση του κορυφαίου Έλληνα διηγηματογράφου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, με την αποχώρησή του από τα εγκόσμια. Τον δίκαιο έπαινο στον άξιο λογοτέχνη αναλαμβάνει να τον αποδώσει ο ποιητής Δημήτρης Κοσμόπουλος στη συλλογή του «Κρυπτόλεξο». Ο Κοσμόπουλος επικεντρώνεται στην τελευταία νύχτα του Παπαδιαμάντη, το βράδυ της 2ας προς την 3η Ιανουαρίου του 1911, γεγονός που ερμηνεύει την «παραδοξότητα» να συνιστά το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής («Προοίμιο Ι») όχι έναν χαιρετισμό, παρά έναν αποχαιρετισμό.

Τιμώντας τον Παπαδιαμάντη, ο Κοσμόπουλος επιστρατεύει στοιχεία του βίου και του έργου τού Σκιαθίτη. Τα συγκεκριμένα στοιχεία, άλλοτε εμφανέστερα, άλλοτε περισσότερο συγκαλυμμένα, διασπείρονται σε όλη τη συλλογή κι επιζητούν από τον υποψιασμένο αναγνώστη τον εντοπισμό τους μέσα στο ποιητικό «Κρυπτόλεξο». Γιατί, εκτός από τις εμφανείς αναφορές, στη συλλογή κρύβονται παπαδιαμαντικές συνήθειες, ήρωες-φορείς των ηθών μιας ολόκληρης εποχής, θρησκευτικές αντιλήψεις, λέξεις χαρακτηριστικές του παπαδιαμαντικού έργου, ακόμη και η ορθογραφία των συγκεκριμένων λέξεων κατά την εποχή της χρήσης τους από τον συγγραφέα, την οποία ο Κοσμόπουλος τεχνηέντως κι απολύτως συνειδητά διατηρεί.

Τα στοιχεία του παπαδιαμαντικού βίου δεν εξυπηρετούν μέσα στη συλλογή κάποια πρωτοβάθμια αναγνωστική ανάγκη για «γαργαλιστικές» της ιδιωτικής ζωής λεπτομέρειες, παρά φωτίζουν κι αναδεικνύουν το ήθος του συγγραφέα. Η οικονομική ένδεια του Παπαδιαμάντη δεν αποσκοπεί στην πρόκληση κάποιου στείρου οίκτου· αντιθέτως, διασυνδέεται με το ήθος του συγγραφέα και τις επιλογές ζωής που προκρίνει. Μπορεί, λοιπόν, ο Σκιαθίτης να μην είχε ούτε δραχμή ακόμη και για τον απαιτούμενο οβολό προς τον περατάρη για τον άλλον κόσμο, όμως δεν είναι τα υλικά πλούτη ικανά να προκαλέσουν πλήρωση στον συγγραφέα. Η πλήρωση για τον Παπαδιαμάντη και η πληρωμή προς «του καιρού τον τραπεζίτη» επιτυγχάνονται με μέσο τις λέξεις, τη λογοτεχνία και τη θρησκεία.

Εδώ ενεργοποιείται η καθαρτική λειτουργία της τέχνης γενικότερα, αλλά και της τέχνης του λόγου ειδικότερα. Η ενασχόληση του Παπαδιαμάντη στο συγγραφικό του έργο με πρόσωπα αντιμέτωπα με τις σκληρότερες κοινωνικές αντιξοότητες, προκαλεί αφενός μια συναισθηματική καταχνιά και θλίψη, αφετέρου, ωστόσο, επιφέρει τη συναισθηματική λύτρωση, την κάθαρση της ψυχής, που προκύπτει είτε άμεσα από την αποκατάσταση της ηθικής τάξης, είτε έμμεσα με τη δραστικότητα του εκπεμπόμενου κοινωνικού σχολίου και τον στιγματισμό κάθε κακίας. Τη λειτουργία τούτη στον Παπαδιαμάντη ο Κοσμόπουλος την αποδίδει με τη γόνιμη δισημία που εμπεριέχεται στον χαρακτηρισμό της παπαδιαμαντικής γραφίδας. Το «μελάνι» του συγγραφέα, ως το υλικό του για τη γραφή και τη συγγραφή, και μαζί η «βροχή» του, δηλαδή οι πιτσιλιές που το μελάνι αφήνει στην κυριολεξία, στη μεταφορική χρήση του λόγου υποδηλώνουν συναισθήματα. Το «δάκρυ τ’ ουρανού», συμπλήρωμα στη «βροχή» του μελανιού, πέρα από τη μελαγχολία που σταλάζει, είναι παράλληλα και το ήρεμο, βαθύ πότισμα, το νερό-φορέας της ευφορίας, της γονιμότητας, συνεπώς της συναισθηματικής λύτρωσης και της επιζητούμενης ψυχικής κάθαρσης.

Η συγγραφή, βέβαια, για τον Παπαδιαμάντη περικλείει κάματο πνευματικό, ψυχικό και σωματικό. «Αλλ’ εμένα/ είτανε της καρδιάς το θάλπος τόπος/ να σταυρωθώ στις λέξεις μου. Στα πικρά, στα ξένα», του αναθέτει ποιητικά να δηλώνει ο Κοσμόπουλος. Η συγγραφή, ιδίως όταν επιτελείται «στα ξένα», μακριά απ’ τον φιλόξενο γενέθλιο τόπο της Σκιάθου, και καθώς συνδέεται με τον βιοπορισμό, καταντά βάσανο, σταύρωση. Γεμίζει όμως και με θαλπωρή την καρδιά, όντας συντροφιά, βάλσαμο, ανακούφιση. Τούτη η συναισθηματική πλήρωση επιβεβαιώνεται και από την καταφυγή στη θρησκεία. Μάλιστα, το πολύτιμο σαν το μαργαριτάρι συναίσθημα που πηγάζει από την επαφή με τα θεία, όπως αποτυπώνεται λεκτικά στον θρησκευτικής υφής «μαργαρίτη», αντιπαρατίθεται στο χρήμα, στα κέρματα, στα υλικά «Νομίσματα μιας άλλης εποχής/ με ανάγλυφες τις προτομές Καισάρων». Από την αντιπαράθεση του υλικού και του συναισθηματικού πλούτου προκρίνεται σαφώς ο δεύτερος, που, πηγάζοντας από την επαφή με τα θεία, ανακινεί «ως κόχλος» τα συναισθήματα, την «καρδία», και παρηγορεί σαν «σεπτή παραμυθία». Σ’ αυτήν την πλήρωση εντοπίζεται λοιπόν ο πραγματικός πλούτος.

Δημήτρης Κοσμόπουλος, Κρυπτόλεξο_Δόμος

Εξάλλου, η επιλογή της συγκεκριμένης κατεύθυνσης από τον Παπαδιαμάντη αποδίδεται από τον Κοσμόπουλο και με την απόρριψη, πλάι στον υλικό πλούτο, της πολιτικής εξουσίας που τον διακινεί. Δεν είναι τυχαία η αναφορά στις «προτομές Καισάρων» που εικονίζονται στα νομίσματα. Παράλληλα με την πολιτική εξουσία απορρίπτονται και όλα τα όργανα της διοίκησης, «Έφορος, Χωροφύλαξ, Εισπράκτωρ Δημοσίου/ και Φραγκορράπτης, Γραμματεύς Αρχείου», όλοι τελώνες και φαρισαίοι, εκπρόσωποι της κάλπικης εξουσίας, που γίνονται δικαίως αντιληπτοί σαν «μια κουδουνίστρα/ […] του θανάτου, αγοραία», εφόσον σηματοδοτούν μονάχα τον θάνατο, και μάλιστα με τρόπο κυνικό κι αγοραίο. Η διαχρονική τους υποκρισία εκφέρεται «χθες, αύριο, πάντα» με «υλακές θανάτου», σαν να γρυλίζουν λύκοι, ύαινες, έτοιμα να κατασπαράξουν σάρκες. Η διολίσθηση αφορά καί την κοινωνία, εντός της οποίας κυριαρχεί «για έρωτας ο κυνέρωτας», πληγώνοντας τον Σκιαθίτη. Αντίστοιχες απογοητεύσεις κομίζει ο Παπαδιαμάντης κι απ’ την απόπειρά του να «ξεκλειδώσει» τους ερμητικά σφραγισμένους πνευματικούς κύκλους, οι οποίοι δεν τον καταδέχονται: «Εις των γραμματανθρώπων τον εσμό, στον Άδη/ δεν με σηκώνουν τα νερά.»

Δεδομένης της συγκεκριμένης πραγματικότητας, τα δύο «βασίλεια» του παπαδιαμαντικού βίου αποδεικνύονται πράγματι λυτρωτικά. Το βασίλειο του Θεού ήδη επισημάνθηκε ως τόπος πραγμάτωσης της συναισθηματικής πλήρωσης. Η πίστη αυτή επιβεβαιώνεται και μέσα από την ποιητική συνομιλία που στήνει ο Κοσμόπουλος ανάμεσα στον Παπαδιαμάντη και τον Μαλακάση με τον Νιρβάνα. Όταν, λοιπόν, ο Σκιαθίτης δηλώνει πως δεν θεωρεί τον θάνατο «του σκότους Μάνα» κι ότι το χώμα της ταφής είναι «χάδι», απορρίπτει τον ζόφο του θανάτου κι ελπίζει στην ανάσταση. Μέσα, συνεπώς, απ’ το «πασχάλιο αγιάζι» ανατέλλει η άνοιξη, κι επί της προδοσίας, του πόνου, της σταύρωσης κατισχύει η ανάσταση. Πλάι στο βασίλειο του Θεού ακμάζει κι εκείνο του οίνου, αφού «μ’ ένα ρακί, μ’ ένα κρασί» εκφέρεται της ευφορίας ο αλαλαγμός. Το ποιητικό ενδιαφέρον έγκειται μάλιστα στο γεγονός πως και το δεύτερο παπαδιαμαντικό βασίλειο ορίζεται με θεολογικούς όρους, με «της βασιλείας», της σαφώς θρησκευτικής, τα αλκοολούχα «εικοσιπενταράκια». Κέρματα και ποσότητες αλκοόλ συμπλέκονται αξεδιάλυτα κι εντέχνως από τον Κοσμόπουλο.

Οι συγκερασμοί του Κοσμόπουλου αποδεικνύονται άκρως αποτελεσματικοί μέσα από τη χρήση των αντιθέσεων. «Είχα σκεπή τον ουρανό και στρώμα μου την γη,/ κι ο Άγγελος ερχότανε, εξ ύψους, ναι, αλλά χαμαί.» Ουρανός και γη, ψηλά και χαμηλά, όλα τα αντίθετα συγκροτούν το ενιαίο παπαδιαμαντικό περιβάλλον, που περικλείεται σε ένα μόλις δίστιχο, με τη φύση και τη θρησκεία, λατρεμένους τόπους στον βίο του Παπαδιαμάντη, να ριζώνουν η μία μέσα στην άλλη, με τη θρησκεία να εμφυσά στη φύση τη μυστηριακή της πνοή και με τη φύση να γειώνει τη θρησκεία, καθιστώντας τη μεταφυσική της φιλική και προσιτή. Στο ίδιο μήκος κύματος, οι αντιθετικές εικόνες του Κοσμόπουλου παρουσιάζουν τη συνθετότητα της ζωής: τα «πεινασμένα» δέντρα ποτίζονται απ’ το φεγγάρι, αλλά κρύβουν μέσα τους και τη σκουριά· η θάλασσα έχει χάρη, μα κρύβει κι αίμα. Ακόμη κι ο ταπεινός νιώθει δροσερή την κόλασή του, με το αντιθετικό ζεύγος φωτιάς-δροσιάς να εξυπηρετεί την απόδοση της παπαδιαμαντικής στοχαστικής μελαγχολίας.

Στο βάθος της μελαγχολίας του, λοιπόν, και πέρα απ’ όσα πρόσκαιρα τη δροσίζουν, ο Παπαδιαμάντης, σαν φυσικό ον, σβήνει, καθώς εγκαταλείπει τα εγκόσμια· οι ήρωές του, ωστόσο, στέκουν ακλόνητοι στη θέση τους και, παρά τις αντιφάσεις που διέπουν τη ζωή τους και τα κύματα που τους μαστιγώνουν, παραμένουν όρθιοι. Πώς να γινόταν αλλιώς, άλλωστε, όταν το υγρό στοιχείο στον Παπαδιαμάντη, και δη η θάλασσα, είναι το λίκνο όπου «Αντάμα κυματίζουν φόβος, άγρια χαρά, ξενιτεμός», όπου η ερωτική μαγεία συναντά τη θεία δικαιοσύνη; Στον πολυσήμαντο κυματισμό που υψώνει ο Κοσμόπουλος με την εύστοχη χρήση του «κυματίζω», μοιάζει σαν να υποκύπτει, καθώς έρχεται το βιολογικό του τέλος, κι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης. Οριστικός «χαμός», επομένως; Κατηγορηματικά όχι: «Τραπέζης ουρανίου τρυφή», και μάλιστα όχι μόνον επειδή η ανάσταση κι ο παράδεισος προσδοκούν τον Σκιαθίτη με ανοιχτές αγκάλες, μα κι επειδή το λογοτεχνικό του μέγεθος τού εξασφαλίζει και την επίγεια, πνευματική αθανασία.

Δημήτρης Κοσμόπουλος, «Κρυπτόλεξο», εκδ. Δόμος, Αθήνα 2013, σελ. 24.

 

1

 

«…Η νύχτα ετούτη, η πεπρωμένη

στα χώματά μου της ψυχής, βάσανο μαργαρώδες,

άνθος γιαλού δροσόλουστο, πλεγμένη

με τ’ άστρο του Χριστού το χλοώδες,

 

μέσα μου εκ γενετής, στα μάτια, στα χείλη

φόβος ποντογενής, αυγερινή σαγήνη.

Μα η ώρα ήγγικεν. Παφλάζει πυρ στο δείλι

η μνήμη του θανάτου μου. Ας μείνει

 

στάχτη υγρή και κρύα στο τζάκι. Σκότος

απ’ τα βουνά του φεγγαριού τα νεκρωμένα

έρχεται με χιονόμαλλον αέρα. Κόπος

 

να ζήσεις, δίχως κέρδος. Αλλ’ εμένα

είτανε της καρδιάς το θάλπος τόπος

να σταυρωθώ στις λέξεις μου. Στα πικρά, στα ξένα.

 

12

 

Αυτός ο κόσμος δεν θα σβήσει, ούτε με κρότο ούτε με λυγμό.

Θα βασιλέψει, θαλασσόβρεχτος, στο τελευταίο μου δάκρυ.

Σμήνη εποχών με λαμπερά φτερά θα σηκωθούν

στον έσχατο σφυγμό

κι από χρυσόσκονη ιερή των παιδικών μου χρόνων νέφος

θα με πάρει.

 

Μορφώ, Λενιώ, Φωλιώ, Θέκλα, Μελάγχρω κι Ασμινιώ

Πολύμνια, με τα μέλη μελιχρά, συγχεόμενα

στο φέγγος της σελήνης

μελίχρυσοι, χλοάζοντες λαιμοί, βόστρυχοι, πλόκαμοι νερών

νεόφυτοι κυπάρισσοι, προάγγελοι ενός τάφου της γαλήνης.

 

Έκλαψα. Αντάμα κυματίζουν φόβος, άγρια χαρά, ξενιτεμός,

αλλ’ όσο ζούσα, ετοιμαζόμουνα για τη μεγάλη επιστροφή.

Έρωτα των ερώτων ευδοκείς ώστε η καταστροφή

των λόγων, να είναι κάλεσμα. Τραπέζης ουρανίου τρυφή,

ο χαμός.»

 


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 395, 16/7/2014.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.