Ξεκαθάρισμα λογαριασμών …

Ξεκαθάρισμα λογαριασμών με όρους μαφίας ή δημοκρατίας;*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

Μια αγαστή συνεργασία φαίνεται πως διασαλεύεται. Το ειδύλλιο του πολιτικού με τον μεγαλοεπιχειρηματικό κόσμο απέφευγε μέχρι πρότινος την έκθεση στην κοινή θέα. Το πολιτικό σύστημα εμφανιζόταν ως ο κυρίαρχος της κοινωνικής σκηνής, ο απαρασάλευτος υπερασπιστής του «λαού» απέναντι στην κεφαλαιοκρατική απληστία. Κορυφαία παράσταση στο συγκεκριμένο ρόλο έδωσε μάλιστα με πρωταγωνιστή τον αποκαλούμενο «κόκκινο Πάνο [Παναγιωτόπουλο]»(!), παρά την προέλευσή του από τον πολιτικό χώρο της κεντροδεξιάς.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 298, 1/7/2010.

Ο μεγαλοεπιχειρηματικός κόσμος, πάλι, τηρούσε τα προσχήματα κι έμενε στην αφάνεια προσποιούμενος ότι υπόκειται σε έλεγχο, παρά το γεγονός πως στην πραγματικότητα ήταν ο δυναμικός εραστής που έσερνε στις ορέξεις του την πολιτική κοινότητα, με το αζημίωτο γι' αυτήν, φυσικά. Οι δυσμενείς εξελίξεις στην ελληνική οικονομία, με την εκρηκτική απαίτηση των πολιτών για διαφάνεια και πάταξη της διαφθοράς, κλόνισαν τη σχέση. Κι όπως συμβαίνει σε κάθε κρίση που απειλεί με ανατροπή των ισορροπιών, οι εμπλεκόμενες πλευρές σπεύδουν να μεριμνήσουν για την ενίσχυση της θέσης τους στο ενδοοικογενειακό ξεκαθάρισμα λογαριασμών που επίκειται.

Στο νέο τοπίο που τείνει να διαμορφωθεί, ο μεγαλοεπιχειρηματικός κύκλος ξεμύτισε στο προσκήνιο επιδεικνύοντας άγριες διαθέσεις. Οι πολλαπλές δημόσιες παρεμβάσεις του κ. Βγενόπουλου ήταν το προανάκρουσμα, που επισημοποιήθηκε από τον εκπρόσωπο των μεγαλοεπιχειρηματιών, τον πρόεδρο του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων (Σ.Ε.Β.) κ. Δημήτρη Δασκαλόπουλο. Στις 11/5/2010 ο κ. Δασκαλόπουλος, μιλώντας στη γενική συνέλευση του Σ.Ε.Β., χαρακτήρισε τα κόμματα «διαπλεκόμενα με το κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο της μεταπολίτευσης» και απρόθυμα «να κόψουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται», αφού «αισθάνονται ότι η συρρίκνωση του κράτους και η ανεμπόδιστη ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και οικονομίας, θα συρρίκνωνε την εξουσία τους, άρα και τα προνόμιά τους». Τα κόμματα αντέδρασαν με οργή στις δηλώσεις του κ. Δασκαλόπουλου, με πιο επιτυχημένη και περιεκτική την απάντηση του κ. Νίκου Τσούκαλη για λογαριασμό του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο οποίος υπενθύμισε τη σχέση της ελληνικής επιχειρηματικής τάξης με τις κομπίνες στο χρηματιστήριο, τις αμαρτωλές off shore, τον κρατικοδίαιτο καπιταλισμό, τη διαπλοκή με τα μέσα ενημέρωσης.

Η απάντηση θα μπορούσε να θεωρηθεί «πληρωμένη», εφόσον όντως αποκάλυπτε άνομες δραστηριότητες τις οποίες συγκάλυπτε ο μεγαλοεπιχειρηματικός κύκλος. Εν προκειμένω ωστόσο δεν συντρέχει περίπτωση συγκάλυψης, καθώς ο κ. Δασκαλόπουλος παραδέχεται ανερυθρίαστα την έκνομη λειτουργία της τάξης του. Γιατί, όταν αναφέρεται στη διαπλοκή των κομμάτων με το «οικονομικό μοντέλο της μεταπολίτευσης», ποιον άλλον περιλαμβάνει το μοντέλο τούτο αν όχι το ίδιο το μεγαλοεπιχειρηματικό σινάφι; Το ενδιαφέρον εδώ, λοιπόν, δεν έχει νόημα να εστιάζεται στη διαπλοκή ή τις κομπίνες, νοσήματα χιλιοδιεγνωσμένα άλλωστε, ούτε στο θράσος όσων παρανομούν. Περισσότερο αξίζει να επισημανθεί η απόφαση της επιχειρηματικής τάξης να εγκαταλείψει τα παρασκήνια, να υπερβεί τον ξεθωριασμένο τρόπο άσκησης επιβολής μόνο μέσω της διοίκησης αθλητικών σωματείων που επηρεάζουν τις μάζες, και να εμπλακεί σε ολοφάνερη διεκδίκηση της εξουσίας, «απολύοντας» τους πολιτικούς ως μεσάζοντές της. Η συγκεκριμένη στόχευση είναι που πανικόβαλε τον πολιτικό κόσμο και ανάγκασε τον υπουργό Δικαιοσύνης κ. Χάρη Καστανίδη να εκτιμήσει πως «δεν υπάρχει άλλος εκτός από την πολιτική που να μπορεί να ορίσει με συντεταγμένο τρόπο το μέλλον του έθνους και των πολιτών» (12/5/2010). Ο ρόλος που διεκδικούν οι βιομήχανοι αναταράσσει το κλίμα στην κοινή τους οικογένεια με τους πολιτικούς. Συμβαίνει και στις… «καλύτερες» οικογένειες!

Όσο αποκαρδιωτική και δυσάρεστη κι αν είναι για την κοινωνική πλειοψηφία η απόπειρα της άρχουσας επιχειρηματικής τάξης να εγκαθιδρυθεί πολιτικά δια της ευθείας οδού, εμπεριέχει ωστόσο και μία έννοια νεμέσεως για τους πολιτικούς, που απειλούνται να πληρώσουν την ατιμία των συναλλαγών με τους μεγαλοεπιχειρηματίες προς ίδιον όφελος. Η πολιτική απληστία υπέθαλψε και γιγάντωσε τη μεγαλοεπιχειρηματική απληστία. Γιατί οι αρνητικές εξελίξεις στη σύγχρονη ελληνική οικονομική σκηνή προϊόν απληστίας είναι. Τον έλεγχο πάντα οι ίδιες άρχουσες τάξεις τον διατηρούσαν. Μόνο που τώρα επιχειρούν να τον καταστήσουν απόλυτο, ασκώντας αφόρητες πιέσεις στα κατώτερά τους στρώματα.

Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα από την εγχώρια και τη διεθνή σκηνή καταδεικνύουν πως η υποτιθέμενη οικονομική κρίση δεν είναι παρά η μεθόδευση των κυρίαρχων ταξικά στρωμάτων να προεκτείνουν με τρόπο ισοπεδωτικό για τους υπόλοιπους την εξουσία τους. Το εγχώριο παράδειγμα αφορά τη λειτουργία των τραπεζών κατά τις δεκαετίες του '80 και του '90. Αν και τα τραπεζικά επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων υπερέβαιναν ακόμη και το 20% κατά τη συγκεκριμένη εποχή, με ποσοστά αναμφίβολα υψηλά έστω κι αν συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός, για τις τράπεζες δεν τέθηκε ποτέ θέμα ζημιογόνας λειτουργίας ή χρεοκοπίας, κάτι όμως που συμβαίνει αδικαιολόγητα σήμερα, με συνθήκες κερδοφορίας σχεδόν προκλητικές γι' αυτές. Εξίσου αδικαιολόγητη είναι η απόπειρα των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, για να παρατεθεί το παράδειγμα από τον διεθνή χώρο, να παρουσιάσουν την οικονομική κρίση γενικευμένη σ' ολόκληρη την Ευρώπη, με αφορμή την τεχνητή ελληνική κρίση. Αν και τα οικονομικά μεγέθη των ευρωπαϊκών χωρών δεν παρουσίασαν μεταβολή σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, σε ό,τι αφορά κυρίως το εξωτερικό τους χρέος, ξαφνικά μεθοδεύτηκε η προβολή μιας εικόνας κατάρρευσης υπό την πίεση των «αγορών», οι οποίες έκριναν τις ευρωπαϊκές χώρες αναξιόπιστες.

Οι «αγορές», βέβαια, είναι η βιτρίνα των ανωτέρω αρχουσών τάξεων, που ρυθμίζουν την οικονομική εικόνα όχι με βάση πραγματικά οικονομικά μεγέθη, παρά με βάση όσα τζογαδόρικα παιχνίδια στήνονται στα οικονομικά φόρουμ. Οι λεγόμενοι «οίκοι αξιολόγησης» κερδοσκοπικό παιχνίδι στήνουν ανεβοκατεβάζοντας τις υπολήψεις των χωρών, ακόμη κι αν δεν συντρέχουν ουσιαστικές μεταβολές στα κρατικά οικονομικά δεδομένα. Τα «χρηματιστήρια αξιών» οργανώνουν ακόμη επιτυχέστερα τα κερδοσκοπικά παιχνίδια, διαμορφώνοντας μάλιστα και «ψυχολογικό κλίμα» μέσα από την ασφαλή διαχείριση «αέρα κοπανιστού», γιατί περί τούτου πρόκειται: όταν μια επιχείρηση εισάγεται στα χρηματιστήρια, παρέχει στους αγοραστές των μετοχών της απλώς το όνομά της, και αποκομίζει διά παντός το κεφάλαιο που εκείνοι τοποθετούν. Η επιχείρηση ενισχύεται οικονομικά αυξάνοντας τα κεφάλαιά της, και οι μόνοι που κινδυνεύουν με ζημιές είναι όσοι «επένδυσαν» στις μετοχές, δηλαδή στον προαναφερόμενο «κοπανιστό αέρα». Η ελληνική κοινωνία έχει νιώσει στο πετσί της κατά την προηγούμενη δεκαετία την κερδοσκοπική λειτουργία των χρηματιστηρίων. Ποιοι ωφελήθηκαν, άραγε, απ' αυτήν;

Τα κερδοσκοπικά παιχνίδια όμως, που προφανώς ευνοούν όσους γνωρίζουν να τα κατευθύνουν, δηλαδή τις άρχουσες κοινωνικές τάξεις, δεν γίνεται να εκδηλώνονται συνεχώς με τον ίδιο τρόπο. Εμφανίζουν μια ποικιλία εκδηλώσεων, ώστε οι αρχηγέτες τους να μην προδίδονται κιόλας. Αν λοιπόν στην προηγούμενη δεκαετία οι συνήθεις ύποπτοι μεταχειρίστηκαν τα χρηματιστήρια, τώρα επινόησαν την «οικονομική κρίση» που απειλεί με «κατάρρευση» τα κράτη, για να απομυζήσουν τα κατώτερα στρώματα. Να 'ναι τυχαίο άλλωστε πως τα στατιστικά στοιχεία πολλών ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ των οποίων η Γερμανία και η Ισπανία, αποκαλύπτουν ότι την τελευταία δεκαετία έχει διευρυνθεί το χάσμα των κοινωνικών στρωμάτων, με τα πλούσια να εξελίσσονται σε ακόμη πλουσιότερα και τα φτωχά σε ακόμη φτωχότερα;

Εμπρός, συνεπώς, στην ανηλεή επίθεση που εξαπέλυσε η απληστία της μεγαλοεπιχειρηματικής απέναντι στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις επιβάλλοντας σαν οικονομικό σκηνικό μία ανύπαρκτη, τεχνητή κρίση, ο πολιτικός κόσμος οφείλει πλέον να επιλέξει με ειλικρίνεια την πορεία του. Η μεγαλοεπιχειρηματική τάξη φαίνεται ότι καταστάλαξε στην επιθυμία να διεκδικήσει καί άμεσα την εξουσία, αναλαμβάνοντας ρόλο πολιτικό. Το σινάφι των πολιτικών, πάλι, πολύ θα ήθελε να γίνει επιχειρηματικός κύκλος στη θέση αυτού, όπως προκύπτει κι από τη δραστηριοποίηση του πρώην υπουργού Μεταφορών κι Επικοινωνιών κ. Τάσου Μαντέλη στο Αζερμπαϊτζάν, σε ρόλο γνήσιου γιάπη. Πρέπει όμως να συνυπολογίζει η πολιτική συντεχνία όχι μόνο τις επιθυμίες της, αλλά και την αντοχή της. Αν αμφισβητείται ο διαχρονικός της ρόλος από τους μεγαλοεπιχειρηματίες για λογαριασμό τους, τι εγγυάται ότι οι τελευταίοι, που ήδη εγείρουν περισσότερες αξιώσεις, θα της εκχωρούσαν ανεμπόδιστα τη θέση τους;

Για τον πολιτικό κόσμο το ζήτημα δεν είναι απλώς η ηθικής τάξης υπεράσπιση των κοινωνικά αδυνάτων· άλλωστε, από τέτοιους «ρομαντισμούς» δεν συγκινείται. Το ζήτημα είναι να συνειδητοποιήσει πως οφείλει να σταθεί πλάι στις λαϊκές μάζες όχι μόνο επειδή αυτές, αγανακτισμένες, «θα τον πάρουν με τις πέτρες», σύμφωνα και με τον πρωθυπουργό κ. Γιώργο Παπανδρέου, αλλά επειδή στο νέο σκηνικό που η μεγαλοεπιχειρηματική τάξη επιχειρεί να επιβάλει θα δυσκολευτεί να επιβιώσει, εφόσον τα οικονομικά αφεντικά έχουν κρίνει ότι δεν τον χρειάζονται πια. Εξάλλου, γι' αυτό κι επήλθε μάλλον φυσιολογικά ο ιδεολογικός εξευτελισμός – σχεδόν αφανισμός – του «σοσιαλιστικού» ΠΑ.ΣΟ.Κ., το οποίο αναγκάστηκε να «παραδεχτεί» ότι για την έξοδο από την παρούσα κρίση χρειάζεται να επιστρατευτούν μόνο οι πρακτικές του καπιταλισμού. Αν, επομένως, το συμφέρον της πλατιάς κοινωνικής πλειοψηφίας δεν είναι δυνατό να επιβληθεί στηριζόμενο στο ηθικά παραδεκτό, ας στηριχτεί έστω στη συνειδητοποίηση από την πλευρά των πολιτικών πως η συγκεκριμένη στήριξη των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων αποτελεί μονόδρομο για την προσωπική τους αυτοσυντήρηση. Άλλωστε στο παρόν ενδοοικογενειακό ξεκαθάρισμα λογαριασμών θα 'χει τύχη επικράτησης σε βάθος χρόνου όποιος επανασυνδεθεί έστω και προσχηματικά, προκειμένου να διασωθεί, με την κοινωνική δικαιοσύνη, λειτουργώντας με όρους δημοκρατίας κι όχι μαφίας.

 

Γιάννης Στρούμπας

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.