Αρχείο κατηγορίας Oι 5 άρτοι, οι 2 ιχθείς

Oι 5 άρτοι, οι 2 ιχθείς (και ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος)

Το αεικίνητο ενός σύγχρονου μεσαίωνα…

Το αεικίνητο ενός σύγχρονου μεσαίωνα…*

 

Του Γιάννη Στρούμπα


 

Η δρομολογημένη εδώ και καιρό συζήτηση για την αύξηση των ωρών εργασίας σε κάθε επαγγελματικό κλάδο γίνεται σταδιακά πραγματικότητα. Οι πλέον πρόσφατες διεργασίες έθεσαν στο στόχαστρό τους πρώτα τους επαγγελματίες, που καλούνται να λειτουργούν και την Κυριακή, έπειτα τους φαρμακοποιούς, που χρειάζεται να επιστρατεύουν το Σάββατο για τις ανάγκες των ασθενών, κατόπιν τους δημόσιους υπαλλήλους, που θα επιμηκύνουν το ωράριό τους για την αποδοτικότερη εξυπηρέτηση των πολιτών. Έπονται όσοι δεν θίχτηκαν ακόμη.


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 313, 16/2/2011.

Και, φυσικά, πάντοτε μεμονωμένα ο κάθε κλάδος, όπως ορίζει η επιτυχημένη και γνωστή πια τακτική του «διαίρει και “δημοκράτευε”». Η αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης πρακτικής, άλλωστε, αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα γεμάτα χολή κι άκρως ανυποψίαστα σχόλια που δημοσιεύουν σε ειδησεογραφικά σάιτ στο διαδίκτυο όσοι χρήστες του θεωρούν πως η παραγωγική εργασία είναι αποκλειστικό τους προσόν, τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι απλώς παρασιτούν εις βάρος τους. Τοποθέτηση θλιβερή, από μία διχαστική τύφλωση που αρνείται να αντιληφθεί ότι αυτή η αντεργατική μεθόδευση δεν αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση κανενός κοινωνικού συμφέροντος, ούτε αποκαθιστά κάποια «τάξη». Μονάχα στήνει εμπρός σ’ ένα εκτελεστικό απόσπασμα όλους τους εργασιακούς κλάδους για να τους ποδοπατήσει, αφού προηγουμένως τους σπιλώσει ως ιδιοτελείς, παρασιτικούς κι αντιπαραγωγικούς.

Η επέκταση του ωραρίου των επαγγελματικών κλάδων ως μέσο για την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των κοινωνικών ομάδων στερείται κάθε σοβαρότητα. Οποιοδήποτε σύστημα λειτουργίας με καθορισμένο ωράριο, έστω κι αν δεν εκτείνεται σε εύρος, προσφέρεται για την εξυπηρέτηση των ενδιαφερομένων, εφόσον αυτοί, γνωρίζοντας τις ώρες λειτουργίας όσων κλάδων τους αφορούν, φροντίζουν για την οργάνωση και την τακτοποίηση των υποχρεώσεών τους. Ποιος απέτυχε να μεριμνήσει για την τροφή και την ένδυσή του, επειδή τα αντίστοιχα εμπορικά καταστήματα δεν λειτουργούν την Κυριακή; Ποιος στερήθηκε τα φάρμακά του επειδή το Σάββατο λειτουργούν μόνο τα εφημερεύοντα φαρμακεία; Ποιος νιώθει τόσο επιτακτική την ανάγκη να προσέρχεται στις δημόσιες υπηρεσίες κατά το διάστημα από τις 14:30΄ ως τις 15:00΄, οπότε και παρατείνεται η λειτουργία τους; Οι υπάλληλοι άλλων δημόσιων υπηρεσιών προφανώς όχι, εφόσον τις ίδιες ώρες θα εργάζονται επίσης. Οι επαγγελματίες, καθώς ανοίγουν στις 9:00΄ χάρη στη μέριμνα του κλιμακωτού ωραρίου, διαθέτουν ένα γενναιόδωρο δίωρο από τις 7:00΄ ως τις 9:00΄ για την όποια εξυπηρέτησή τους. Θα ’ταν δε αστείο να υποστηριχτεί πως η «μέριμνα» αφορά τους συνταξιούχους, εφόσον οι συνταξιούχοι έχουν στη διάθεσή τους όλο τον χρόνο για τις συναλλαγές τους με το δημόσιο. Είναι ανειλικρινές να υποστηρίζεται πως η αποτελμάτωση της παραγωγικότητας στον δημόσιο τομέα οφείλεται στον «λιγοστό» χρόνο εργασίας των υπαλλήλων του, οι οποίοι δεν προλαβαίνουν να διευθετήσουν εγκαίρως τις υποθέσεις των υπηρεσιών τους. Ποιος θα ισχυριζόταν υπεύθυνα πως οι όποιες χρονοτριβές στην υλοποίηση των προγραμμάτων οφείλονται σε έλλειψη χρόνου, κι όχι σε γραφειοκρατικούς, οικονομικούς ή παράγοντες πολιτικής βούλησης; Η υποτιθέμενη εξασφάλιση χρημάτων, πάλι, για τα ταμεία του κράτους από την αύξηση των ωρών εργασίας των υπαλλήλων του αποτελεί προϊόν φαντασίας. Το πιθανότερο είναι να προκληθούν μεγαλύτερες σπατάλες για τις υπηρεσίες του δημοσίου από τις πρόσθετες ώρες εργασίας, λόγω της επιμήκυνσης στον χρόνο λειτουργίας των καλοριφέρ, των κλιματιστικών και των μηχανημάτων που καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια. Κι αν ο πραγματικός στόχος είναι η μείωση του αριθμού των υπαλλήλων, τότε η υποκριτική επιχειρηματολογία περί «εξυπηρέτησης» των πολιτών προφανώς απογυμνώνεται.

Ο παραλογισμός στον οποίο καλούνται να υποδουλωθούν όλο και περισσότεροι εργασιακοί κλάδοι αποτυπώνεται σε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα εργαζομένων. Πρόκειται για υπαλλήλους που ήδη υπόκεινται σε εξωφρενικά ωράρια. Το ωράριο των τραπεζικών υπαλλήλων έχει επιμηκυνθεί ατύπως κατά δύο έως και τέσσερις ώρες την ημέρα (!), χωρίς να τους αποδίδεται καμία υπερωρία, με αποτέλεσμα να προσέρχονται στην εργασία τους στις 7:45΄ και να αποχωρούν στην καλύτερη περίπτωση στις 17:30΄, ενώ αν κατέχουν θέση ευθύνης σχολούν «αισίως» στις 19:00΄ ή και αργότερα! Οι υπάλληλοι των σουπερμάρκετ, πάλι, στο πλαίσιο της «καλύτερης εξυπηρέτησης» των καταναλωτών, καλούνται να εργαστούν, για παράδειγμα, την παραμονή της πρωτοχρονιάς ως τις 20:00΄, κι από εκεί και πέρα να σχολάσουν γύρω στις 22:00΄, αφού διευθετήσουν τις όποιες εκκρεμότητες. Υπό τις συνθήκες αυτές, ποια οικογενειακή ή ιδιωτική ζωή των εργαζομένων υφίσταται, εφόσον κάθε τους ικμάδα την απομυζά η σχεδόν ολοήμερη εργασία τους; Η «αναγκαιότητα» της παραπάνω απομύζησης φωτίζεται μέσω μίας αναγωγής στο πρόσφατο παρελθόν: όταν πριν από δύο ή τρεις δεκαετίες τα μάρκετ τερμάτιζαν τη λειτουργία τους στις 15:00΄, δεν υπήρχε καταναλωτής να διαμαρτυρηθεί πως δεν πρόλαβε να προμηθευτεί τα απαραίτητα αγαθά για τις πρωτοχρονιάτικες ετοιμασίες του, κι επομένως να παραπονεθεί ότι υποχρεώθηκε σε ένα πρόχειρο και φτωχικό εορταστικό τραπέζι!

Προς τι λοιπόν όλη τούτη η μεθοδευμένη σύνθλιψη των εργαζομένων; Η υποτιθέμενη «εξυπηρέτηση» των καταναλωτών δεν απαιτεί, όπως σημειώθηκε, καμία επιμήκυνση. Άλλωστε, οι καταναλωτές είναι επίσης εργαζόμενοι και δεν διαφαίνεται πρόθεση να μείνει κάποιος εργασιακός κλάδος έξω από την ανωτέρω παράνοια. Οπότε, πώς θα καταστεί δυνατή η «εξυπηρέτηση», τη στιγμή που η διεύρυνση του ωραρίου θα αφορά τους πάντες; Μήπως οι μεθοδεύσεις αποσκοπούν στην αύξηση των θέσεων εργασίας; Μα, ούτε αυτό ισχύει, δεδομένου πως οι μεγάλες σε οικονομικά μεγέθη επιχειρήσεις μπορεί να αύξησαν τις ώρες λειτουργίας τους και, συνακόλουθα, τον αριθμό των υπαλλήλων τους, όμως οδήγησαν σε κατάρρευση τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, που δεν άντεξαν να ακολουθήσουν τους ίδιους εξοντωτικούς ρυθμούς. Μήπως, άραγε, ο στόχος είναι η μείωση των τιμών μέσω του ανταγωνισμού; Η απόδειξη της σύστασης καρτέλ που έλεγχαν την αγορά και διατηρούσαν υψηλές τις τιμές αποδεικνύει πως ούτε η συγκεκριμένη λειτουργία ευοδώθηκε. Το πρεσάρισμα των εργαζομένων έχει ωφελήσει μόνο το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο, που επιζητεί την περαιτέρω γιγάντωσή του μέσω της εξαθλίωσης των εργαζομένων. Για να συνεχιστεί αυτό, προφανώς χρειάζεται να δυσχερανθούν οι εργασιακές συνθήκες και για τους δημόσιους υπαλλήλους, ώστε να αποτελέσουν μοχλό πίεσης για τους ιδιωτικούς, προς ακόμη μεγαλύτερες εργασιακές υποχωρήσεις και στερήσεις τους. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, οι συνθήκες εργασίας των δημόσιων υπαλλήλων να δυσχεραίνονται προκειμένου να επέλθει η μεταβίβαση των υπηρεσιών τους από το κράτος σε ιδιωτικούς φορείς, γεγονός που θα συντελεστεί αποτελεσματικότερα εάν οι υπηρεσίες έχουν να επιδείξουν στους υποψήφιους αγοραστές τους «ελκυστικές» συνθήκες εκμετάλλευσης των εργαζομένων.

Φαίνεται, ωστόσο, πως η σύνθλιψη των εργαζομένων μέσα από την ακύρωση κάθε εργασιακού δικαιώματος εξυπηρετεί πλέον και πολιτικές σκοπιμότητες. Η πρόσδεση των κυβερνήσεων στις ορέξεις του μεγαλοεπιχειρηματικού κύκλου και η ρήξη τους με τα κοινωνικά στρώματα δεν τις αφήνει παρά μόνο ένα ισχυρό εφόδιο επιβίωσης: τη σωματική και ψυχική καταρράκωση των εργαζομένων μέσω ενός εξοντωτικού ωραρίου εργασίας. Ο καταπτοημένος εργαζόμενος χάνει κάθε κουράγιο για να επεξεργαστεί τις εξελίξεις και να τις αμφισβητήσει δυναμικά. Υποταγμένος, αδυνατεί να ελέγξει τις πολιτικές ατασθαλίες, λόγω των προσωπικών του αγωνιών.

Η συγκεκριμένη εργασιακή πραγματικότητα καθιστά το σχόλιο του πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου πως οι Έλληνες εργαζόμενοι δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσουν με τους όρους της Κίνας ή της Ινδίας (4/2/2011, http://www.primeminister.gov.gr/2011/02/04/4257) τουλάχιστον ατυχές, αν όχι ειρωνικό ή υποκριτικό. Η μείωση των μισθών, η επέκταση του ωραρίου, η υποστολή των εργασιακών δικαιωμάτων προϊδεάζει για την επιθυμία από την πλευρά της κυβέρνησης να μετατραπούν οι εργαζόμενοι σε εργαλεία στοιβαγμένα σε χώρους εργασίας, καθημαγμένα από τις αλλεπάλληλες υποβιβάσεις και φιμωμένα απ’ την ανασφάλεια. Όταν λοιπόν οι ακολουθούμενες πολιτικές επιβραβεύουν τις αντίστοιχες συνθήκες εργασίας, ποιος αντίθετος λόγος θα αρκούσε για να ξορκίσει τα δεινά, χωρίς να φαντάζει εμπαικτικός;

Η υποτιθέμενη «διευκόλυνση» του καταναλωτικού κοινού μέσω της διεύρυνσης των ωραρίων εργασίας αναβιώνει εντέλει έναν εργασιακό μεσαίωνα, ο οποίος καταδικάζει τους εργαζόμενους σε ατελεύτητα κάτεργα. Μπορεί οι λογής απόπειρες ήδη από τις απαρχές του μεσαίωνα για τη δημιουργία του αεικίνητου, δηλαδή της μηχανής που θα λειτουργεί συνεχώς χωρίς ποτέ να σταματά, να μην καρποφόρησαν, όμως ο σύγχρονος εργασιακός μεσαίωνας επιφύλαξε επιτέλους στις κοινωνίες τον εντοπισμό του πραγματικού αεικίνητου, που δεν είναι άλλο από τον σύγχρονο εργαζόμενο. Ένα αεικίνητο που δεν σταματάει ποτέ μέχρι θανάτου, ιδίως αν συνυπολογιστεί πως η διεύρυνση του χρόνου εργασίας του δεν αφορά μόνο την επέκταση του ωραρίου του, μα και την αναβολή της συνταξιοδότησής του. Ένα αεικίνητο που μηχανικά διατηρείται διαρκώς ενεργοποιημένο, και μάλιστα χωρίς μπαταρίες «ντούρασελ»…

 

Γιάννης Στρούμπας

Εκπαιδευτικοί: «Εμένα θα με πιάσει;»

«Εμένα θα με πιάσει;»

 

Ένας σύντομος οδηγός πλοήγησης για τους εκπαιδευτικούς που κάνουν ακόμη αυτή την ερώτηση…

 

Του Κώστα Θεριανού


 

Χιλιάδες μόνιμοι εκπαιδευτικοί ρωτούν ακόμη σε συνδικαλιστικές ενημερώσεις στα σχολεία αν οι όποιες μελλοντικές μισθολογικές ή εργασιακές ρυθμίσεις θα πιάσουν αυτούς και όχι άλλους.  Θα δώσουμε λοιπόν έναν σύντομο οδηγό απάντησης στο ερώτημα «Εμένα θα με πιάσει;».

1. Γίνονται αυτά στην Ελλάδα; Και αν γίνουν θα πιάσουν και εμένα;

Ακούγεται, συχνά το επιχείρημα, ότι το ΠΑΣΟΚ «εξαπάτησε» τον ελληνικό λαό. Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική: τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ δεν εξαπάτησαν κανέναν, διότι εδώ και χρόνια έχουν καταστήσει σαφές ποιο είναι το πρόγραμμα τους για την χώρα:

Η κ. Άννα Διαμαντοπούλου έλεγε στο 7ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ (2005)

«Σύντροφοι, ίσως είμαστε η τελευταία κομμουνιστική χώρα στην Ευρώπη. Το κράτος καταδυναστεύει το 55% της οικονομίας, δεν συμβαίνει ούτε στις νέες χώρες, και καταδυναστεύει όλους τους θεσμούς[…] Μια νέα επιλογή για το κράτος σημαίνει και συγκρούσεις. Σημαίνει λιγότερα Υπουργεία, σημαίνει λιγότεροι Κρατικοί Οργανισμοί, σημαίνει ένα νέο τοπίο όπου το δημόσιο, το ιδιωτικό και το κοινωνικό συνεργάζονται σε μια διαφορετική βάση»

(Πηγή: Δημήτρης Χρυσικός (Λευτέρης Ριζάς) (07/11/2008) «Θεωρεί ότι ζούμε στη χώρα των λωτοφάγων;» http://www.monthlyreview.gr)

Ο κ. Μιχ. Χρυσοχοϊδης στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (9/6/2005) είχε γράψει ότι «Πρέπει να εξετάσουμε την άρση της μονιμότητας». Στο άρθρο του επεσήμανε ότι:

Ήδη σήμερα, με το ποσοστό ανεργίας να κινείται σε διψήφιο νούμερο και την αβεβαιότητα να πριμοδοτεί τις επιχειρήσεις ώστε να επιβάλουν ακόμη επαχθέστερους όρους στους εργαζόμενους, η ύπαρξη νησίδων προκλητικά προνομιακής μεταχείρισης, νομοτελειακής εργασιακής μακαριότητας και περιορισμένης παραγωγικότητας, που συναντούμε συχνά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αποτελεί πρόκληση.

Η ελληνική κοινωνία δικαιούται να απαιτεί ίση μεταχείριση για όλους τους εργαζόμενους.
Όλοι πρέπει να κρίνονται για την ποσότητα και ποιότητα του έργου τους, ιδιαίτερα εκείνοι που μισθοδοτούνται από την τσέπη των υπολοίπων 

Και όμως! Οι περισσότεροι δημόσιοι εκπαιδευτικοί δεν έχουν διαβάσει αυτά τα κείμενα ή αν τα διάβασαν σκέφτηκαν ότι δεν αφορούν αυτούς. Ο καθένας θεωρεί ότι «αυτός είναι παραγωγικός» και όλα αυτά αφορούν, σε κάθε περίπτωση, τους «άλλους» και όχι αυτόν!

 Απάντηση: Ναι, θα πιάσουν και σένα αφού ζεις και εργάζεσαι στην Ελλάδα στον υπό συρρίκνωση δημόσιο τομέα και μέχρι τώρα απολάμβανες «προκλητικά προνομιακής μεταχείρισης, νομοτελειακής εργασιακής μακαριότητας και περιορισμένης παραγωγικότητας»!

 

2. Θα μειωθεί ο μισθός των εκπαιδευτικών; Και αν γίνει αυτό θα γίνει και για τους παλιούς; Θα πιάσει και μένα;

Δεν έχει νόημα να κάνουμε προβλέψεις για τους μισθούς που μπορεί να μην επαληθευθούν. Μπορούμε όμως ως προς την ανοδική ή καθοδική τους κατεύθυνση – ή ακόμη και την στασιμότητα τους – να κάνουμε μερικούς απλούς συλλογισμούς.

Ο κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου δήλωσε στο βήμα της Βουλής:

«Πρέπει να μειωθεί το μισθολογικό κόστος στο δημόσιο τομέα».

Με βάση το επόμενο διάγραμμα, όπου η μισθοδοσία του υπουργείου παιδείας καταλαμβάνει το 34% του συνόλου της μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα, είναι δυνατόν να μειωθεί σημαντικά το συνολικό μισθολογικό κόστος στο δημόσιο, χωρίς να μειωθεί η μισθοδοσία του υπουργείου παιδείας;

http://www.alfavita.gr/test_foto/alfavi2760.jpg

Απάντηση: ναι θα πιάσει και σένα αφού ανήκεις στο 34% των δημοσίων υπαλλήλων που μισθοδοτούνται από το δημόσιο!

 

3. Θα καταργηθεί η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων; Γίνεται αυτό στην Ελλάδα; Και αν γίνει μπορεί να πιάσει και μένα που ήδη υπηρετώ;

Επίσης, δεν έχει νόημα να κάνουμε προβλέψεις. Ας μείνουμε σε πηγές και γεγονότα.

Στην συνάντηση (14/12) των κ.κ. Παπανδρέου και Σαμαρά, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ (http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4609163 )

υπήρξε: Σύγκλιση στο ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης, καθώς και στην προοπτική επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής του δανείου από την τρόικα διαπιστώνει ο πρόεδρος της ΝΔ, μετά τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό.

Ανάμεσα στα άλλα, ο κ. Σαμαράς δήλωσε:

Ενημέρωσα ακόμη τον κ. Παπανδρέου για την πρωτοβουλία της Νέας Δημοκρατίας να προχωρήσουμε σε πρόταση Αναθεώρησης του Συντάγματος. Γιατί πιστεύουμε πως μια ριζική αναθεώρηση του Καταστατικού μας Χάρτη θα δώσει στην Ελλάδα τις βάσεις για να προχωρήσει το πολιτικό μας σύστημα στις αναγκαίες ανατροπές και τομές που απαιτούνται, προκειμένου να μπούμε με αποφασιστικότητα στην περίοδο της Νέας Μεταπολίτευσης.

Χαίρομαι, γιατί ο Πρωθυπουργός συμφώνησε με την άποψή μας να είναι η επόμενη Βουλή Αναθεωρητική. Το θεωρώ θετική εξέλιξη.

Απάντηση: Στην επόμενη Βουλή – που τα δύο μεγάλα κόμματα φαίνεται ότι θα επιδιώξουν να είναι Αναθεωρητική – μπορεί μια «ριζική Αναθεώρηση του Συντάγματος» να μην περιλαμβάνει και την μονιμότητα στο δημόσιο; Φυσικά, πουθενά στο δημοσίευμα δεν αναφέρεται το άρθρο 103 που αφορά την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Αλλά αν δεν αναθεωρηθεί αυτό, τότε τι είδους «ριζική» αναθεώρηση θα είναι;

Και αν τελικά γίνει… ναι θα πιάσει και σένα!

Άλλωστε, το Μνημόνιο για το 2012 προβλέπει μείωση του δημόσιου τομέα πέραν του ρυθμού 5/1 που ορίζει ο λόγος αποχωρήσεις / προσλήψεις.

Και φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι το 2012 είναι και το έτος που κλείνει πενταετία από την προηγούμενη Αναθεώρηση, οπότε και επιτρέπεται συνταγματικά να αρχίσει καινούρια(άρθρο 110, παρ.6).

«Τυχαίο; Δεν νομίζω», που λέει και το γνωστό διαφημιστικό μήνυμα! Έτσι, μάλλον το ένα γρανάζι πιάνει το άλλο και τα δύο… και εσένα!

 

ΠΗΓΗ: 15-12-2010, http://www.alfavita.gr/artro.php?id=17222

2011: καταληκτική χρονιά για την Ελληνική Οικονομία;

Είναι το 2011 η καταληκτική χρονιά για την Ελληνική Οικονομία;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Η επίσημη πτώχευση της Ελλάδας είναι πλέον προ των πυλών. Το καθεστώς της χρεοκοπίας που έχει επιβληθεί με το μνημόνιο και κυρίως τη δανειακή σύμβαση του Μαΐου, έχει προετοιμάσει ήδη το έδαφος για την επίσημη πτώχευση. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι πότε και με ποιους όρους θα συμβεί αυτή η επίσημη πτώχευση, αν θα είναι «ελεγχόμενη» ή όχι και ποιος θα είναι εκείνος που θα την επιβάλει.

Το ΔΝΤ και οι ΗΠΑ μονομερώς, ή η Γερμανία και η ευρωζώνη σε συνεργασία με το ΔΝΤ; Αυτόν τον καυγά βλέπουμε να έχει φουντώσει από την επομένη των εκλογών, με ανταλλαγή επιτιμητικών δηλώσεων ανάμεσα στις δυο πλευρές και τον κ. Παπανδρέου να ταλαντεύεται πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη μεριά. Άλλωστε ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του είναι απλοί παρατηρητές στην υπηρεσία εντολών άνωθεν και έξωθεν.

Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι πρόκειται για αναδιάρθρωση του χρέους με ένα ελάχιστο «κούρεμα» και μια πιθανή αναστολή πληρωμής μέρους των τόκων ή των χρεολυσίων για ένα διάστημα, ώστε να μπορέσει η χώρα να βγει σχετικά άμεσα στις διεθνείς αγορές με σκοπό να ξαναδανειστεί για να συνεχίσει να πληρώνει τα δανεικά της. Η αναδιάρθρωση αυτή θα συνοδευτεί από ενέσεις ρευστότητας είτε από τα χρηματοδοτικά προγράμματα του ΔΝΤ, είτε από το ΔΝΤ σε συνδυασμό με την ΕΚΤ, ώστε να φανεί ότι η χώρα – τουλάχιστον για ένα μικρό διάστημα – ανακουφίζεται από τα βάρη της. Φυσικά η αναδιάρθρωση δεν θα ονομαστεί έτσι, αλλά με κάποιον άλλο εύσχημο τρόπο που δεν θα παραπέμπει στην έννοια της πτώχευσης.

Όμως, όπως κι αν ονομάσουν την όλη διαδικασία, όπως κι αν την εμφανίσουν, θα πρόκειται για επίσημη πτώχευση. Με ότι αυτό σημαίνει για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τα λαϊκά στρώματα γενικά και την κατάσταση της χώρας, η οποία θα παραδοθεί επισήμως στους δανειστές, δίχως την ανάγκη μνημονίου και δανειακής σύμβασης. Αυτό που ελπίζουν οι επίδοξοι διεθνείς επιβήτορες της χώρας είναι να κατορθώσουν να κάνουν την πτώχευση «ελεγχόμενη» με τις μικρότερες δυνατές απώλειες για τους δανειστές, το ευρώ και τα μεγαλύτερα επενδυτικά κεφάλαια. Πράγμα καθόλου βέβαιο με βάση την εξαιρετικά ασταθή κατάσταση των διεθνών αγορών κεφαλαίου.

Το διάστημα αυτό οι τραπεζικοί όμιλοι και τα επενδυτικά κεφάλαια σε Ευρώπη και ΗΠΑ συναγωνίζονται μαζί με τις κυβερνήσεις των χωρών τους για το καλύτερο πρόγραμμα αναθεώρησης, επιμήκυνσης και αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας. Εν τω μεταξύ η Eurostat και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε αυτό που γνώριζαν όλοι οι οικονομικοί αναλυτές ήδη από τους πρώτους μήνες του χρόνου, ότι το κρατικό έλλειμμα φτάνει στο 15,4%. Ο λόγος της αναπροσαρμογής του κρατικού ελλείμματος δεν οφείλεται στο γεγονός ότι ανακάλυψαν ξαφνικά κάποιες καινούργιες τρύπες στην οικονομική διαχείριση. Όλοι γνώριζαν ότι συμπεριλαμβανομένων των ελλειμμάτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και των ασφαλιστικών ταμείων, το κρατικό έλλειμμα κινείται σε αρκετά υψηλά επίπεδα.

Όμως το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι η αποκάλυψη του πραγματικού μεγέθους της χρεοκοπίας της χώρας. Με την αναπροσαρμογή το δημόσιο χρέος της χώρας για το 2009 αυξήθηκε στο 127% του ΑΕΠ. Ενώ για το 2010 προβλέπεται ότι το δημόσιο χρέος θα έχει ξεπεράσει το 148% του ΑΕΠ! Σύμφωνα με τις αρχικές προβλέψεις του μνημονίου το χρέος της γενικής κυβέρνησης για το 2010 θα πρέπει να ήταν στο 127,3 και το συνολικό χρέος να πλησίαζε το 140%. Αντίστοιχα, σύμφωνα πάντα με τις αρχικές προβλέψεις του μνημονίου, το 2011 αναμενόταν το χρέος της γενικής κυβέρνησης στο 139,2% με το συνολικό δημόσιο χρέος στο 153%. Αντί γι’ αυτό στο  τέλος του δεύτερου χρόνου εφαρμογής του προγράμματος, το 2011, η κυβέρνηση προβλέπει ότι το συνολικό χρέος του δημοσίου θα έχει εκτιναχθεί στα 362,2 δις. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 158,6% του ΑΕΠ. Σε δύο χρόνια εφαρμογής του προγράμματος, δηλαδή, το ΑΕΠ θα έχει μειωθεί κατά 6,6 δις. ευρώ και το χρέος θα έχει εκτοξευθεί κατά 63,7 δις. ευρώ! Ενώ για το 2011 οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου θα φτάσουν στα 69,5 δις ευρώ με πρόβλεψη ο μηχανισμός στήριξης να διαθέσει τα 46,5 δις ευρώ. Τα υπόλοιπα προβλέπει η κυβέρνηση να τα βρει μέσω του βραχυπρόθεσμου δανεισμού, που θα εκτινάξει σημαντικά το κόστος δανεισμού.

Κανείς δεν τολμά να προβλέψει τι θα γίνει τα επόμενα χρόνια. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε η τρόικα. Φαίνεται να υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία ότι το 2011 είναι η καταληκτική χρονιά για την ελληνική οικονομία και τη χώρα. Τα παραμύθια τελείωσαν. Το δημόσιο χρέος αποδεικνύεται ότι είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί και η εφαρμογή του μνημονίου έκανε την κατάσταση πολύ χειρότερη. Αποδείχτηκε ότι ο πιο σίγουρος δρόμος για την επίσημη πτώχευση της χώρας είναι η πιστή εφαρμογή του μνημονίου.

Κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Το μνημόνιο και η δανειακή δεν επιβλήθηκαν στη χώρα για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του χρέους. Όλοι ήξεραν από την αρχή ότι το δημόσιο χρέος της χώρας ήταν και παραμένει εκτός ελέγχου. Ήξεραν εξαρχής ότι ήταν αδύνατο η χώρα να συνεχίσει να πληρώνει τα χρέη της. Για να εξασφαλίσουν τα λεφτά τους οι διεθνείς τοκογλύφοι θα έπρεπε αφενός να βάλουν χέρι στα «ασημικά του σπιτιού» και αφετέρου να φέρουν τη χώρα σε θέση να βγει ξανά στις αγορές για να δανείζεται προκειμένου να συνεχίσει να τους πληρώνει. Γι’ αυτό και ακολούθησαν την κλασική τακτική του τοκογλύφου. Επέβαλαν μια αμείλικτη επιχείρηση σοκ και δέος εναντίον των εργαζομένων της χώρας με απανωτά μέτρα ενάντια στο λαϊκό εισόδημα, στο βιοτικό και εργασιακό επίπεδο του λαού, ώστε να τον φέρουν σε κατάσταση απόγνωσης. Ο λόγος είναι απλός. Όσο περισσότερο τα λαϊκά στρώματα βυθίζονται στην αβεβαιότητα της καθημερινής επιβίωσης, τόσο πιο εύκολα θα αποδεχτούν αυτό που έχει σιγά-σιγά ξεκινήσει: το συνολικό ξεπούλημα της χώρας.

Το επιχείρημα είναι απλό. Όταν οι τοκογλύφοι οδηγούν μια οικογένεια στην απόγνωση, τότε της ρίχνουν την ιδέα για το «χτηματάκι της ρεματιάς» που αν τους το δώσει μπορεί να ρεφάρει ένα μέρος από χρέη. Πόσο μάλλον αν πουλήσει ότι πιο πολύτιμο διαθέτει. Έτσι καθώς οι πολιτικές άγριας λιτότητας και δραστικών περιορισμών οδηγούν μαζικά την κοινωνία στην απελπισία και την απόγνωση, αρχίζουν σιγά-σιγά να εμφανίζονται οι διάφοροι καλοθελητές που έχουν έτοιμη τη λύση. Ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι η Ελλάδα είναι πλούσια, πολύ πλούσια. Έχει μια «αναξιοποίητη» δημόσια περιουσία που εκτιμάται γύρω στα 300 δις ευρώ. Έχει επίσης πολύτιμο ορυκτό πλούτο, από πετρέλαια έως ουράνιο. Έχει ήλιο, αέρα, θάλασσα και φυσικά πολλά νησιά, επίσης «αναξιοποίητα». Έχει επίσης και μια πολύ σημαντική γεωστρατηγική θέση. Γιατί λοιπόν να μην τα χρησιμοποιήσει όλα αυτά για να ξεχρεώσει; Κι έτσι το δίλλημα που αρχίζει να τίθεται από πολλές μεριές στον απλό κόσμο είναι: Ή θα χάσεις ότι μισθούς και συντάξεις σου έχουν απομείνει, ή θα βγάλουμε στο σφυρί τη δημόσια περιουσία, το φυσικό και ορυκτό πλούτο και γενικά τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» της χώρας.

Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται πολλοί είναι ότι με το ξεπούλημα ο εργαζόμενος δεν πρόκειται να σώσει ούτε τη δουλειά του, ούτε τον μισθό και την σύνταξή του. Αντίθετα θα χάσει τα πάντα, μαζί και τη χώρα του, προκειμένου να μετατραπεί σε σύγχρονο «κούλη».

Μπορεί να συνεχιστεί έτσι αυτή η κατάσταση; Και βέβαια όχι. Διότι η πηγή του προβλήματος, ο κύριος λόγος που οδηγηθήκαμε στην υπερχρέωση και τη χρεοκοπία, δεν είναι το κρατικό έλλειμμα ούτε η «έλλειψη εμπιστοσύνης των αγορών». Η κύρια πηγή του δημόσιου χρέους είναι τα παραγωγικά και εξωτερικά ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία τη δεκαετία του ευρώ εκτινάχθηκαν στα ύψη και δημιούργησαν αυτό που επίσημα αποκαλείται «κρίση ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας.

 

Τι λέει η έκθεση του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη

 

Ωστόσο το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι το ευρώ δημιούργησε συνθήκες παραγωγικής αποσύνθεσης της οικονομίας και δημοσιονομικής χρεοκοπίας. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι με το ευρώ και την Ε.Ε. η χώρα έχασε όλα εκείνα τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει μια ύφεση, και μάλιστα μια κρίση χρέους.

Σ' αυτό έγκειται και το σημερινό αδιέξοδο της χώρας. Ειδικά σε μια περίοδο που η Ε.Ε. έχει μετατραπεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης. Αυτό πλέον είναι κοινό «μυστικό» σε όλους τους φορείς που παρακολουθούν την παγκόσμια οικονομία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία έκθεση «Trade and development report», 2010, της United Nations Conference on Trade and Development (ΟΗΕ), που δημοσιοποιήθηκε στις 14/9 φέτος. Σ’ αυτήν επισημαίνεται ότι «η κρίση της Ευρώπης δηλώνει πως το σημερινό καθεστώς πολιτικής της Ευρωζώνης είναι πολύ πιθανό να μην μπορεί να διατηρηθεί και ότι οι ασυντόνιστες εθνικές πολιτικές των κρατών – μελών βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης.

Κυρίως γι’ αυτούς τους λόγους η Ευρώπη είναι σήμερα το παγκόσμιο θερμό επίκεντρο της αστάθειας και της απόκλισης. Αφού ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παγκόσμια κρίση έχει τώρα επικεντρωθεί στην Ευρώπη και η περιφέρεια αυτή επιβραδύνει την παγκόσμια ανάκαμψη λόγω της σημασίας της στο παγκόσμιο εμπόριο». Ενδιαφέρον όμως έχει το τι εντοπίζει η συγκεκριμένη έκθεση ως προς τους παράγοντες που συντέλεσαν καθοριστικά στην ελληνική κρίση:

«Ως μέλος της Ευρωζώνης, η Ελλάδα έχει ουσιαστικά παραχωρήσει όλα τα μακροοικονομικά εργαλεία πολιτικής που εν δυνάμει θα μπορούσαν να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση.

Πρώτον, λόγω των περιορισμών που επιβλήθηκαν από τις συνθήκες της Ε.Ε. και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως επίσης και τις ογκούμενες πιέσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε δρακόντεια μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας – το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που ήταν δικαιολογημένο, δηλαδή μια αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική.

Δεύτερον, ενώ απαγορευόταν η παροχή οποιασδήποτε νομισματικής υποστήριξης στο ελληνικό δημόσιο ταμείο, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας δεν είναι επίσης σε θέση να υποστηρίξει την οικονομία ή το τραπεζικό σύστημα.

Τρίτον, δεν είναι πια δυνατή η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μέσα από την υποτίμηση της ονομαστικής αξίας του νομίσματός της. Αυτός ο τελευταίος περιορισμός θέτει την Ελλάδα σε ακόμα χειρότερη θέση από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες και τις αναδυόμενες αγορές που έχουν αντιμετωπίσει ανάλογες χρηματοπιστωτικές κρίσεις…

Όχι μόνο μια καθορισμένη διαδικασία υποτίμησης μισθών και τιμών είναι πολύ περισσότερο επίπονη από μια νομισματική υποτίμηση, αλλά ένα πρόσθετο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές και τα τρέχοντα εισοδήματα πέφτουν κατ’ αυτή τη διαδικασία, η αξία του χρέους… παραμένει αμετάβλητη, ώστε η πραγματική επιβάρυνση του χρέους να αυξάνεται».

Το γεγονός ότι εντός της ευρωζώνης και της Ε.Ε. η Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη θέση από οποιαδήποτε άλλη χώρα του «Τρίτου Κόσμου» αντιμετώπισε κρίση χρέους ανάλογη με τη δική μας, έχει οδηγήσει στο σημερινό αδιέξοδο. Κι αυτό ανεξάρτητα από την επιβολή του μνημονίου, που έτσι ή αλλιώς είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για την επίσημη πτώχευση της χώρας.

Δεν είναι όλοι που αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα της κατάστασης, ούτε τη σημασία του καθεστώτος της χρεοκοπίας. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι στην εποχή των διεθνών αγορών κεφαλαίου με διαστάσεις που κάνουν τα κράτη ακόμη και τα πιο μεγάλα να ωχριούν, οι πόλεμοι, οι κατακτήσεις και οι υποδουλώσεις λαών και χωρών δεν γίνονται τόσο με πολιτικοστρατιωτικά μέσα, αλλά πρωτίστως με οικονομικά. Όποιος δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα, τότε αδυνατεί να κατανοήσει σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε.

Επομένως κάνε άλλο ζήτημα σήμερα δεν είναι πιο άμεσο, επείγον και πιο σημαντικό από το να απαντήσει κανείς άμεσα και πρακτικά το ερώτημα:

 

Τι κάνουμε με το δημόσιο χρέος;

 

Όσο κι αν αποφεύγουν να απαντήσουν οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, όσο κι αν η αντιπολίτευση αναζητά διέξοδο σ’ έναν ανούσιο, ανέξοδο και ατελέσφορο «αντιμνημονιακό» αγώνα, το ερώτημα αυτό θα συνεχίζει να στοιχειώνει όλους μας και τη χώρα μαζί. Και σ’ αυτό το ερώτημα – δυστυχώς ή ευτυχώς – δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Ή το πληρώνεις ή δεν το πληρώνεις! Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

Η απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι οικονομική, αλλά πρωτίστως πολιτική. Κι αυτό το λένε όλοι οι επιφανείς μελετητές του ελληνικού δημόσιου χρέους από την εποχή του μεσοπολέμου ακόμη. Όταν ο Ξεν. Ζολώτας έγραφε το 1931 ότι ο περιορισμός της υφιστάμενης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδος «δεν είναι επιστημονικόν πρόβλημα, αλλ’ αποτελεί ζήτημα επιδεξίου χειρισμού, επιτυχών διαπραγματεύσεων και ευνοϊκών συνθηκών εις την διεθνήν αγοράν κεφαλαίου,» γνώριζε πολύ καλά ότι η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους είναι πρωτίστως ζήτημα συσχετισμού δύναμης στις διεθνείς αγορές και αποφασιστικότητας μιας χώρας να τα βάλει με τους ισχυρούς. Επιπλέον την εποχή εκείνη για να υποστηρίξει κανείς την ακύρωση των χρεών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα του Ελευθερίου Βενιζέλου που βάδιζε ολοταχώς προς την επίσημη χρεωκοπία του 1932, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Η επίκληση του προφανούς, δηλαδή της ακύρωσης του χρέους, αποτελούσε ιδιωνυμικό αδίκημα στην Ελλάδα. Και μόνο η διατύπωση αυτής της πρότασης αρκούσε για να χάσει κάποιος σαν τον Ξ. Ζολώτα την καθηγητική του έδρα και να συρθεί στα δικαστήρια με το ιδιώνυμο. Και μόνο η αναφορά στην άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελούσε προσβολή εναντίον των «εθνικών συμφερόντων», που τότε όπως και σήμερα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των χρηματιστών, των τοκογλύφων και των μεγάλων δυνάμεων που τους στήριζαν στις απαιτήσεις τους έναντι της χώρας. Η χρεωκοπία του 1932, η καταστροφή και ο φασισμός που την ακολούθησε αποτέλεσε την αναπόδραστη συνέπεια των κυρίαρχων πολιτικών που αρνήθηκαν την μονομερή ακύρωση των χρεών της χώρας.

Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί αναγκαστικά σ’ αυτήν την κατάληξη είναι εκείνος που ξεκινά με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βρει κανείς με τους δυνατούς μέσα από διαπραγματεύσεις και προσαρμογές στις απαιτήσεις τους. Ενώ ο μόνος δρόμος, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, όσο επίπονος ή αντίξοος κι αν είναι, που μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή για το λαό και τη χώρα, είναι να κάνουμε το ανήκουστο: να αρνηθούμε το χρέος και να τα βάλουμε με τους δυνατούς βασισμένοι στη δύναμη ενός ρωμαλέου πλειοψηφικού λαϊκού κινήματος. Η ιστορία δεν έχει δείξει άλλον δρόμο. Όσο κι αν διάφοροι κατά καιρούς ονειρεύονταν «μέσους δρόμους», ή «μέσες λύσεις».

Για να προσεγγίσει ορθά κανείς το πρόβλημα της χρεωκοπίας και του δημόσιου χρέους οφείλει να ξεκαθαρίσει από ποια σκοπιά το αντιλαμβάνεται. Αν ξεκινά από τη σκοπιά των δανειστών και το μόνο που τον απασχολεί είναι τι μπορεί να πετύχει μέσα από μια συμφωνία μαζί τους, τότε είναι λογικό να τον απασχολεί το ύψος του δημόσιου χρέους στο ΑΕΠ και το επιτόκιο δανεισμού. Όμως ο δανειστής δεν νοιάζεται για το πού θα βρεθούν τα λεφτά για να εξυπηρετηθεί το χρέος, ούτε τον ενδιαφέρει αν προέρχονται από το υστέρημα του λαού και της οικονομίας. Γι’ αυτό και το κριτήριο όλων εκείνων που μιλάνε για αναδιάρθρωση με «κούρεμα» του δημόσιου χρέους είναι η υφιστάμενη υποχώρηση της τρέχουσας αξίας των ελληνικών ομολόγων στην αγορά. Δηλαδή τι μπορεί ή τι δέχεται να χάσει ο δανειστής. Τίποτε περισσότερο.

Όλοι οι αναλυτές που μιλάνε για ρύθμιση του χρέους μέσα από μια μείωσή του της τάξης του 10, 20, 30, 40, 50%, ανάλογα από το τι θα βγάλει η διαπραγμάτευση με τους ομολογιούχους, μένουν απλά σε εικασίες και ανέξοδες προβλέψεις. Κανένας όμως από αυτούς δεν μπήκε στον κόπο να υπολογίσει και να μας πει πόση εξυπηρέτηση χρέους μπορεί να αντέξει η ελληνική οικονομία και ο κρατικός προϋπολογισμός στην παρούσα κατάστασή τους. Πόση εξυπηρέτηση χρέους μπορούν να αντέξουν χωρίς να οδηγηθούμε στη λιτότητα, τις περικοπές και τα ξεπουλήματα αφενός και αφετέρου στον φαύλο κύκλο ενός νέου δανεισμού; Κανείς, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει μπει στον κόπο να κάνει και να μας παρουσιάσει τέτοιους υπολογισμούς.

Κι όμως η ουσία του όλου ζητήματος είναι ακριβώς εκεί. Πώς μπορούμε να αποφασίσουμε πόσο δημόσιο χρέος στο ΑΕΠ είναι σε θέση να αντέξει η ελληνική οικονομία και ο κρατικός προϋπολογισμός, αν δεν βρούμε πρώτα το μέγεθος της εξυπηρέτησης στο οποίο μπορούν να ανταποκριθούν χωρίς να συνθλίβουν τα λαϊκά εισοδήματα, να συμπιέζουν την εσωτερική αγορά, να περικόπτουν διαρκώς κρίσιμες δαπάνες για την κοινωνία και την οικονομία; Ο λόγος που δεν το κάνουν αυτό όσοι μιλούν για αναδιάρθρωση με «κούρεμα» είναι γιατί πολύ απλά δεν τους καίγεται καρφί. Νοιάζονται μόνο για τη «χασούρα» των δανειστών, αν δεν είναι πράκτορες των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό και μιλάνε για το τι είναι «δίκαιο» να περικοπεί από το δημόσιο χρέος και τι δεν είναι με βάση μια πιθανή συμφωνία μαζί τους. Κουβέντα για το αν η όποια «δίκαιη» συμφωνία τους μπορεί να εξυπηρετηθεί από την ελληνική οικονομία και το κράτος χωρίς να γυρίσουμε ξανά μανά στα ίδια: λιτότητα και πάλι λιτότητα, μαζί με νέα δάνεια για να πληρωθούν τα παλιά δάνεια.

 

Τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα

 

Για να γίνει κατανοητό αυτό που λέμε, ας δούμε τα υπάρχοντα στοιχεία. Από πού προκύπτει ότι η χώρα έχει οδηγηθεί σε χρεωκοπία; Όπως είπαμε από το βάρος της ετήσιας εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Οι δυο πιο συνήθεις δείκτες με βάση τους οποίους μετριέται αυτή η επιβάρυνση είναι συγκρινόμενη με τις εισπράξεις από τις εξαγωγές της οικονομίας και με το σύνολο των δημοσίων εσόδων. Έτσι το 2009 με συνολική εξυπηρέτηση δημόσιου χρέους 84 δις ευρώ, οι εισπράξεις από τις εξαγωγές (εμπορεύματα + υπηρεσίες) ανήλθαν σε 42,2 δις ευρώ, ενώ το σύνολο των δημοσίων εσόδων στα 55,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ανήλθε σχεδόν στο διπλάσιο των εισπράξεων από τις εξαγωγές της χώρας και σχεδόν στο 150% των δημοσίων εσόδων.

Αν τώρα πάρουμε τις αντίστοιχες εκτιμήσεις για ολόκληρη τη δεκαετία του 2000-2009, τότε τι έχουμε; Με συνολική εξυπηρέτηση 450 δις ευρώ περίπου, είχαμε για την ίδια περίοδο σύνολο δημοσίων εσόδων γύρω στα 477 δις ευρώ. Έτσι η συνολική εξυπηρέτηση του τρέχοντος δημόσιου χρέους ανήλθε στο 94% του συνόλου των δημοσίων εσόδων της δεκαετίας. Την ίδια περίοδο το σύνολο των εισπράξεων της ελληνικής οικονομίας από τις εξαγωγές της (εμπορεύματα + υπηρεσίες) ανήλθαν σχεδόν στα 400 δις ευρώ. Επομένως η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ανήλθε στο 112% των εισπράξεων από το σύνολο των εξαγωγών της δεκαετίας. Με αυτούς τους δείκτες εξυπηρέτησης το δημόσιο χρέος στο τέλος της δεκαετίας (31/12/2009) έφτασε να είναι περίπου 300 δις ευρώ, ή το 125% του ΑΕΠ.

Πόσο πρέπει να κατέβει η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ώστε να πάψει αφενός η λιτότητα και αφετέρου να σπάσει ο κύκλος του νέου δανεισμού; Κανείς δεν έχει απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα απ’ όσους μιλάνε για αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα», ή για διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους. Στη δεκαετία του ’80 οι μελέτες για το χρέος είχαν δείξει ότι μια οικονομία του επιπέδου των χωρών της Λατινικής Αμερικής, όπως Χιλή, Αργεντινή, Βραζιλία, Μεξικό, μπορεί να αντέξει μια εξυπηρέτηση της τάξης του 10% έως 20% επί των εξαγωγών. Αν πάρουμε αυτό το μέτρο και το εφαρμόσουμε στην ελληνική οικονομία με βάση τα δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας, θα διαπιστώσουμε τα εξής: Για να κατέβει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στο 20% επί των εισπράξεων από τις εξαγωγές, θα πρέπει το συνολικό δημόσιο χρέος να πέσει στο 22% του ΑΕΠ από 125% που ήταν στο τέλος του 2009. Για την εξυπηρέτηση αυτού μειωμένου δημόσιου χρέους θα απαιτείται το λιγότερο ένα 4% του ετήσιου ΑΕΠ με την προϋπόθεση ότι οι ρυθμοί μεταβολής του θα είναι τουλάχιστον οι ίδιοι της τελευταίας δεκαετίας.

Που θα βρεθεί αυτό το 4% του ετήσιου ΑΕΠ; Είτε μέσα από ένα πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού, το οποίο κάθε χρόνο θα πρέπει να είναι τουλάχιστον τόσο. Είτε, στην περίπτωση κρατικού ελλείμματος, μέσα από νέο δανεισμό, ο οποίος για να μην οδηγήσει σε έναν νέο φαύλο κύκλο υπερχρέωσης θα πρέπει να πληροί δυο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: Αφενός, να γίνεται σε εθνικό νόμισμα και όχι σε ξένο σκληρό συνάλλαγμα, όπως είναι το ευρώ, ή άλλο παγκόσμιο νόμισμα από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Κι αφετέρου, να αντλείται από την εσωτερική αγορά όπου η εθνικοποίηση των μεγαλύτερων τραπεζών που κατέχουν τον βασικό όγκο της αγοράς, αλλά και της κεντρικής τράπεζας, εξασφαλίζει την ρύθμιση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα.

Αν επιχειρήσει κανείς να ανεβάσει τον πήχη στο 40% του υπάρχοντος δημόσιου χρέους, τότε θα πρέπει να εξασφαλίζει γύρω στο 8% ετήσια από το ΑΕΠ της χώρας για την εξυπηρέτησή του. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι το ΑΕΠ γνωρίζει ρυθμούς μεταβολής τουλάχιστον της προηγούμενης δεκαετίας. Βέβαια η άντληση αυτού του 8% από τον κρατικό προϋπολογισμό, ή από την εγχώρια τραπεζική αγορά, μάλλον θα αποτελέσει πρόβλημα έστω και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες. Όποια σενάρια υπολογισμών και να κάνει κανείς σε παρόμοια συμπεράσματα θα καταλήξει.

Για να μπορέσει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους της χώρας να πέσει σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε να είναι υποφερτή για την οικονομία και τον προϋπολογισμό, χωρίς λιτότητες, περικοπές ζωτικών δαπανών και ξεπουλήματα, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να πληροί τις εξής βασικές προϋποθέσεις:

 Πρώτο: Μονομερής διαγραφή άνω του 80% του υπάρχοντος δημόσιου χρέους.

Δεύτερο: Έξοδος από το ευρώ και εισαγωγή εθνικού νομίσματος.

Τρίτο: Εθνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών με πρώτη την Τράπεζα της Ελλάδος.

Σε κάθε άλλη περίπτωση η χώρα είναι αδύνατον να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο του δημόσιου χρέους, ακόμη κι αν το «κουρέψει» σε μεγάλο ποσοστό. Θα παραμείνει αιχμάλωτη των εξωτερικών και των εσωτερικών ελλειμμάτων και εξαρτημένη από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

 

Μια ρεαλιστική προσέγγιση

 

Βέβαια το πραγματικό ερώτημα είναι το εξής: Μπορεί στ’ αλήθεια μια οικονομία με τους πόρους της ήδη κατασπαταλημένους και λεηλατημένους να προχωρήσει γρήγορα σε παραγωγική ανασυγκρότηση, η οποία απαιτεί πολλαπλάσιες επενδύσεις και δαπάνες από το δημόσιο, έχοντας ταυτόχρονα να εξυπηρετεί έστω κι αυτό το 4% ή έστω ένα ακόμη μικρότερο ποσοστό επί του ΑΕΠ; Κατά τη γνώμη μου όχι. Τουλάχιστον για μια δεκαετία η ελληνική οικονομία, αφού πρώτα ξεφύγει από το δόκανο του ευρώ, θα χρειαστεί ότι έχει και δεν έχει από άποψη χρηματοδοτικών πόρων προκειμένου να πετύχει την παραγωγική της ανασυγκρότηση. Όχι μόνο δεν θα της περισσεύει τίποτε, αλλά θα χρειαστεί πρόσθετους πόρους από το εξωτερικό για να εξασφαλίσει τεχνογνωσία, τεχνολογία και εφαρμογές για μια σύγχρονη ανάπτυξη της δικής της παραγωγής.

Εδώ βρίσκεται και η διαφορά της μη αναγνώρισης και άρνησης του χρέους από όλες τις άλλες προτάσεις που επικεντρώνονται απλά στη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του. Δεν μιλάμε φυσικά για τις προτάσεις αναδιάρθρωσης του χρέους με «κούρεμα» και μάλιστα εντός του ευρώ. Αυτές δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να πρακτορεύουν συγκεκριμένα συμφέροντα των διεθνών δανειστών και των οργάνων τους στο ΔΝΤ, την ΕΕ και την ΕΚΤ. Μιλάμε για προτάσεις που μένουν μόνο στο μέγεθος του δημόσιου χρέους, χωρίς να απαντάνε στο κρίσιμο ερώτημα της εξυπηρέτησης: πόση εξυπηρέτηση μπορεί να σηκώσει η ελληνική οικονομία, ο λαός και τα δημόσια οικονομικά του;

Η διαφορά τους με τη δική μας πρόταση δεν έγκειται όπως παραπλανητικά συχνά λέγεται στο ότι εκείνοι επιζητούν τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους, ενώ εμείς τη διαγραφή ολόκληρου του χρέους. Η αληθινή διαφορά βρίσκεται στο ότι η πρόταση για μη αναγνώριση και άρνηση του δημόσιου χρέους ξεκινά από μια διαφορετική αφετηρία. Ξεκινά από την ανάγκη ανατροπής της σχέσης οφειλέτη-δανειστή υπέρ της χώρας μας. Ξεκινά από την τεκμηρίωση της ανάγκης το κράτος και η χώρα να μην αναγνωρίσει το υπάρχον δημόσιο χρέος, να μην αναγνωρίσει το σύνολο των υποχρεώσεών της, όχι απαραίτητα για να το διαγράψει ολόκληρο, αλλά για να αλλάξει ριζικά τους συσχετισμούς δύναμης με τους δανειστές. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιλέξει η χώρα και ο λαός της ποιο μέρος του χρέους αντέχει να πληρώσει, πότε, υπό ποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ποιο το όφελος. Χωρίς να δυναμιτιστεί η προσπάθεια ανασύνταξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Χωρίς δηλαδή να πάθει ότι και η Αργεντινή, η οποία ενώ διέγραψε το 70% του χρέους της το 2003 αναγνώρισε τις οφειλές της για το 30%, το οποίο έτσι ή αλλιώς δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει ευθύς εξαρχής. Τώρα σέρνεται ξανά πίσω στο κατώφλι του ΔΝΤ.

Όπως είμαστε σήμερα κάθε επιχείρηση διαπραγμάτευσης του χρέους θα οδηγήσει αναγκαστικά σε όλο και ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις, σε χειρότερους εκβιασμούς από τις αγορές και κυρίως από εκείνους τους κερδοσκόπους που ξέρουν πώς να εκμεταλλεύονται χώρα υπό χρεωκοπία και στη διεθνή ορολογία ονομάζονται επενδυτικά κεφάλαια γύπες. Διαπραγμάτευση του χρέους υπό αυτές τις συνθήκες σημαίνει οικιοθελή παράδοση στους γύπες των διεθνών αγορών.

Σ’ αυτήν άλλωστε την αναδιαπραγμάτευση του χρέους σέρνεται και η κυβέρνηση, αφού τσακιστεί κάθε αντίσταση ή αντίρρηση μέσα από το ξεπούλημα της χώρας.

 

Ποια είναι η λύση;

 

Αν λοιπόν δεν είναι αυτή η λύση, τότε τι μπορούμε να κάνουμε;

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να αλλάξει το οτιδήποτε, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πολιτική, αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα απ’ όλα ο βρόγχος του δημόσιου δανεισμού, αν δεν ξεφύγει η χώρα από τη θανάσιμη λαβή των δανειστών της. Όποιος το αγνοεί αυτό απλά ονειροβατεί, εκτός κι αν είναι αβανταδόρος των τραπεζών και των κερδοσκόπων στην προσπάθειά τους να αποπροσανατολίσουν τον απλό κόσμο.

Μια ριζικά διαφορετική πολιτική που ξεκινά στη βάση των αληθινών συμφερόντων του λαού και της χώρας οφείλει να ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής τα στοιχειώδη: Το χρέος δεν το δημιούργησε ο λαός.

Τα δανεικά δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού και της χώρας.

Ο δανεισμός χρηματοδότησε τη λεηλασία του τόπου και μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που σήμερα ρίχνει τη χώρα και τον λαό της στον Καιάδα του ΔΝΤ.

Ο λαός δεν χρωστά, του χρωστάνε. Δεν μπορεί λοιπόν να του ζητιέται να πληρώσει τον «λογαριασμό του χρέους» που άλλοι δημιούργησαν και επωφελήθηκαν από αυτό.

Το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι ένα επαναστατικό ή σοσιαλιστικό μέτρο, αλλά ένα βαθιά λαϊκό δημοκρατικό μέτρο που απαντά όχι μόνο στην αδυναμία της αποπληρωμής του σημερινού δημόσιου χρέους της χώρας, αλλά και στον χαρακτήρα αυτού του χρέους. Δηλαδή στο γεγονός ότι ανήκει – τουλάχιστον κατά 75% – σε διεθνείς κερδοσκόπους και τοκογλύφους κατόχους ομολόγων που δεν μπαίνουν σε καμμιά διαπραγμάτευση εκτός κι αν τους συμφέρει.

Αυτό δείχνει η εμπειρία 286 επίσημων χρεωκοπιών κρατών από το 1824 έως το 2009. Δεν υπήρξε ούτε μια περίπτωση που κάποιο κράτος να ανάγκασε σε συμβιβασμό τους ομολογιούχους του χρέους του μέσα από διαπραγματεύσεις και κραδαίνοντας την απειλή της παύσης των πληρωμών. Δεν υπήρξε ούτε μια περίπτωση που ένα κράτος να μπήκε σε διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης του χρέους του και να την έβγαλε καθαρή. Να πέτυχε δηλαδή να απαλλαγεί από τα αρπακτικά που κατέχουν τα ομόλογα του χρέους του. Ούτε μία περίπτωση.

Γι’ αυτό και μου κάνει μεγάλη εντύπωση η ευκολία με την οποία κάποιοι – ακόμη και μέσα στην λεγόμενη ριζοσπαστική αριστερά – διολισθαίνουν στη λογική της αναδιαπραγμάτευσης.

Το καίριο ζήτημα δεν είναι η παύση πληρωμών, αλλά η αναγνώριση η μη του χρέους. Από την στιγμή που θα κάνεις το λάθος να το αναγνωρίσεις, είτε προχωρήσεις σε παύση πληρωμών και διαπραγμάτευση, είτε σε μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, την έχεις πατήσει. Γιατί αναγνώριση του χρέους σημαίνει αναγνώριση των έννομων δικαιωμάτων των ομολογιούχων πάνω στη χώρα σου. Σημαίνει ότι τους αναγνωρίζεις το δικαίωμα να σε κυνηγάνε εσαεί για τα ομόλογα που έχουν στα χέρια τους. Σημαίνει ότι απεμπολείς το όπλο του "απεχθούς χρέους" με βάση το διεθνές δίκαιο, καθώς και το θεμελιώδες δικαίωμα του λαού σου στη δική του αυτοδιάθεση και κυριαρχία, η οποία δεν μπορεί να απειλείται από καμμιά ξένη δύναμη, οικονομική, πολιτική, ή στρατιωτική.

Αυτός είναι ο λόγος που, σύμφωνα με την άποψή μου, το κεντρικό ζήτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι η παύση πληρωμών και η διαπραγμάτευση ή μη, η μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, αλλά η μη αναγνώριση του χρέους και των υποχρεώσεών του από τον λαό, ως χρέος "απεχθές", ως μοχλός κατάλυσης της κυριαρχίας της χώρας. Από εκεί και πέρα φυσικά μπορεί να δει κανείς κατά περίπτωση τι θα κάνει κατά περίπτωση. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι καμιά απαίτηση δεν θα υπονομεύσει την πορεία του λαού, δεν θα υποθηκεύσει το μέλλον του και ούτε θα θέσει τη χώρα υπό καθεστώς ομηρίας.

Τέλος, η άρνηση πληρωμής του χρέους είναι μόνο η αρχή, η αναγκαία αφετηρία για μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία που απαιτεί:

1.      Απαλλαγή της χώρας από το καθεστώς της νέας κατοχής από την ΕΕ και το ΔΝΤ, κατάργηση του άθλιου «μνημονίου» που έχει υπογράψει και νομοθετήσει η κυβέρνηση.

2.      Μονομερής άρνηση της πληρωμής του χρέους ώστε να γλυτώσουμε από την επικείμενη πτώχευση – που προετοιμάζει η «τρόικα» και η κυβέρνηση – και να διασώσουμε μισθούς, συντάξεις και λαϊκές αποταμιεύσεις.

3.      Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους ώστε να δούμε τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος επωφελήθηκε από αυτές.

4.      Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσους διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα. Με αναδρομική ισχύ. Όποιος, νομικό ή φυσικό πρόσωπο, έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και η περιουσία του να δημευθεί.

5.      Έξοδο από τη ζώνη του ευρώ. Όσο η χώρα βρίσκεται μέσα στην ΟΝΕ είναι εκτεθειμένη σε κάθε είδους πιέσεις, στους εκβιασμούς και στις επιδρομές της διεθνούς κερδοσκοπίας και λειτουργεί ως αναλώσιμο είδος για τα διευθυντήρια της ευρωζώνης.

6.      Εθνικοποίηση των μεγάλων πιστωτικών ιδρυμάτων, με πρώτη και κύρια την τράπεζα της Ελλάδας, για τον έλεγχο της οικονομίας, τον επαναπροσανατολισμό της πιστωτικής πολιτικής και τον έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων. Κατάργηση όλων των μορφών επιχειρηματικής «συγκάληψης», όπως οι υπεράκτιες εταιρείες (offshore), οι εταιρείες συμμετοχών (holding) κοκ.

7.      Ανάδειξη του κράτους σε βασικό μοχλό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας με πρώτη την εθνικοποίηση των παλιών ΔΕΚΟ και υπηρεσιών που ιδιωτικοποιήθηκαν. Ένα κράτος που πρέπει να πάψει να αποτελεί φέουδο μιας παρασιτικής οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας η οποία σήμερα κυβερνά τη χώρα.

8.      Παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, η οποία δεν θα στηρίζεται σε ξένους και ντόπιους κερδοσκόπους επενδυτές, κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και μονοπώλια, αλλά στις ανάγκες και στο εισόδημα των εργαζομένων, στη δυναμική και την πρωτοβουλία των ζωντανών παραγωγικών δυνάμεων του τόπου.

9.      Την αλλαγή του μονομερούς προσανατολισμού της χώρας και την απαλλαγή της από τα δεσμά που της έχουν επιβληθεί. Χρειάζεται η χώρα και ο λαός να ανοιχτούν επιτέλους στη διεθνή ζωή, να αξιοποιήσουν δυνατότητες και ευκαιρίες μέσα από την αναζήτηση νέων διεθνών ερεισμάτων, επαφών και σχέσεων με όλους τους λαούς της Ευρώπης και του κόσμου, δίχως ανισότιμες σχέσεις, δίχως καταναγκασμούς, επιβολές και μονοπωλιακές εξαρτήσεις.

Η διάσωση της χώρας δεν μπορεί να επιτευχθεί με τον λαό στον «γύψο» ούτε με «εθνικές» ή «υπερκομματικές» κυβερνήσεις εκφασισμού της πολιτικής ζωής. Η διέξοδος από την κρίση απαιτεί περισσότερη και όχι λιγότερη δημοκρατία.

Απαιτεί τον λαό στο προσκήνιο, όχι θεατή και θύμα των εξελίξεων.

Απαιτεί μια νέα εξουσία με τον λαό στα κέντρα των αποφάσεων και όχι ένα διεφθαρμένο σύστημα κυβερνητικής απολυταρχίας.

Απαιτεί την κατάκτηση της δημοκρατίας μέσα από την αυθεντική κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.

Ποιος μπορεί να το κάνει αυτό;

Μόνο αν αφυπνιστεί και κινητοποιηθεί η μεγάλη πλειοψηφία του λαού, των εργαζομένων, των μικρομεσαίων και των νέων μπορεί να αποτραπεί η καταστροφή και χαραχτεί μια άλλη ριζικά διαφορετική πορεία. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου του ίδιου του λαού και της χώρας. Αυτή η αφύπνιση δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός κόμματος, ή μιας μόνο πολιτικής παράταξης. Χρειάζεται επειγόντως η δημιουργία ενός μεγάλου κοινωνικοπολιτικού μετώπου ολόκληρου του λαού για τη διάσωση της χώρας ώστε να ξεφύγουμε από το καταθλιπτικό μονόδρομο της καταστροφής, της λεηλασίας και της υπερχρέωσης.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν μπορεί να είναι υπόθεση απλώς και μόνο ορισμένων οργανώσεων, ή κομμάτων, αλλά αφορά όλες τις πολιτικές δυνάμεις που στρατεύονται στην υπόθεση των εργαζομένων, έχει ανάγκη το σύνολο των δυνάμεων του λαού πέρα και πάνω από κομματικές τοποθετήσεις και ιδεολογικές διαφορές.

Είναι το μέτωπο των εργαζομένων, των νέων, των μικρομεσαίων, των αγροτών, του συνόλου του παραγωγικού δυναμικού του λαού για μια ριζικά διαφορετική πορεία.

Είναι μέτωπο για την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία ενάντια στην μετατροπή της χώρας σε αποικία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, ενάντια στο καθεστώς κατοχής από τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ και τις ντόπιες κυβερνήσεις των δωσιλόγων.

Ένα τέτοιο μέτωπο για τη σωτηρία της χώρας και την αναγέννηση της μπορεί και πρέπει να υπολογίζει στη συνδρομή των δοκιμαζόμενων λαών των υπολοίπων χωρών της Ευρώπης αλλά και του κόσμου.

Είναι χρέος όλων μας, πρώτα και κύρια όλων των δυνάμεων που θέλουν να μιλούν εξ ονόματος των αδικημένων αυτής της κοινωνίας, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να ανταποκριθούμε στη ζωτική ανάγκη προώθησης ενός τέτοιου μετώπου με σκοπό τη σωτηρία του λαού και την αναγέννηση της χώρας.

 

Δημοσιεύθηκε στο Hellenic Nexus, τεύχος 47, Δεκέμβριος 2010

ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΑΦΕΝΤΗ

ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΑΦΕΝΤΗ

 

Του Θανάση Τζιούμπα

 

The working class hero is something to be…

 (John Lennon)

 

Ξαφνικά μοιάζει να γυρίζουμε στην εποχή των παγετώνων. Το νομοσχέδιο για τις εργασιακές θέσεις και αμοιβές έρχεται να σαρώσει ότι απέμεινε ως θεσμικό αποκρυστάλλωμα από τους αγώνες των εργαζόμενων από την μεταπολίτευση και μετά. Η αρχή της μη δυσμενούς μεταβολής των αμοιβών εξαλείφεται. Η αρχή της ισχύος της ευνοϊκότερης για τον εργαζόμενο ρύθμισης από τις ισχύουσες συμβάσεις ή την γενική νομοθεσία το ίδιο. Κάθε αφεντικό μπορεί, κρίνοντας πως η κερδοφορία του δεν είναι επαρκής, να καλέσει τους εργαζόμενους και επικαλούμενο τις κατά δήλωση του δυσκολίες και επισείοντας τον μπαμπούλα των απολύσεων να εξαναγκάσει τους εργαζόμενους σε «κούρεμα» των αποδοχών, με μόνο όριο ασφάλειας τον… βασικό μισθό των 740 ευρώ μικτά.

Παράλληλα μπορεί να αποφασίσει και διατάξει εκ περιτροπής απασχόληση, απλήρωτες υπερωρίες, ωράρια λάστιχο. Κι όλα αυτά χωρίς να διασφαλιστεί  η απασχόληση, διασφάλιση για την οποία υποτίθεται ότι γίνονται όλα αυτά. Το γεμάτο περίστροφο του Παπανδρέου δίνεται στα χέρια των εργοδοτών και στρέφεται στον κρόταφο των εργαζομένων, εκεί δηλαδή που από την αρχή στόχευε.

Να δούμε τώρα που θα κρυφτεί η ηγεσία της ΓΣΕΕ! Έτρεχαν να συμφωνήσουν άρον άρον με τον ΣΕΒ κατ’ εντολή της υπουργού Εργασίας, μήπως και έχει αυτή ένα διαπραγματευτικό χαρτί «συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων» απέναντι στην τρόικα, ώστε να μετριαστεί το τσουνάμι ή καλύτερα το πολιτικό κόστος που θα χρεωθεί. Λες και η επιτήρηση περιορίζεται όπως μας λέγανε μόνο στο ύψος των ελλειμμάτων του δημόσιου προϋπολογισμού και δεν επεκτείνεται στο σύνολο των αποφάσεων οικονομικής πολιτικής που πρέπει να τίθενται συνεχώς υπό την αίρεση των πραγματικών κυβερνητών της χώρας, της κατοχικής κουστωδίας με τις γραβάτες και τους χαρτοφύλακες. Λες ακόμα και η λεγόμενη «ανάταξη» (γιατί ο φασισμός χρησιμοποιεί πάντα χειρουργικούς όρους για να περιγράψει τους στόχους του) δεν έχει δηλώσει εξ αρχής ότι θέλει να αποκαταστήσει την «ανταγωνιστικότητα» της ελληνικής οικονομίας, νοούμενης της ανταγωνιστικότητας ως σύγκρισης με τις οικονομίες των όμορων χωρών όπως η Βουλγαρία, τα Σκόπια ή η Τουρκία. Λες, τέλος, και δεν υπάρχει απ’ ευθείας γραμμή των εργοδοτών (με επικεφαλής τα καρτέλ των ΜΜΕ που είναι ταυτόχρονα και οι «διακεκριμένοι εθνικοί προμηθευτές») με τους υπάλληλους της τρόικας. Η Κατσέλη εισέπραξε ένα ηχηρό «νάιν» και τελικά το «πολυνομοσχέδιο» που τίθεται υπ’ όψη της Βουλής εκθέτει ανεπανόρθωτα την συμφωνία του Παναγόπουλου και τις ονειρώξεις της υπουργού ότι θα πέσει στα μαλακά.

Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Σε πείσμα των ρητορικών σχημάτων και των αναλύσεων το ελληνικό κεφάλαιο ήταν πάντα συνδεδεμένο με τις χαμηλές αμοιβές εργασίας, καθώς ποτέ δεν επένδυσε με σοβαρό τρόπο στην τεχνολογία (άλλωστε στην πατρίδα μας  και οι δημόσιες δαπάνες για την έρευνα παραμένουν σε επίπεδα αφρικανικής χώρας). Η απάντηση για την κρίση ανταγωνιστικότητας ήταν το μαύρο μεροκάματο του μετανάστη, και τώρα που το κοινωνικό κόστος της μετανάστευσης έγινε δυσβάσταχτο, επιχειρεί να εξισώσει τις αμοιβές της ημεδαπής εργασίας με της αλλοδαπής. Την ίδια στιγμή, αυτό το μεταπρατικό κεφάλαιο σχημάτισε τα καρτέλ, που εκτόξευσαν το κόστος ζωής στην Ελλάδα σε ύψη αντίστοιχα με αυτά χωρών με πολύ υψηλότερες  αμοιβές εργασίας. Τι επιχειρείται τώρα; Ανταγωνιστικές αμοιβές με αυτές των 250 ως 300 ευρώ των όμορων ανταγωνιστών, με ένα κόστος «αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης» (για να θυμηθούμε τους κλασσικούς) υπερδιπλάσιο. Θέλετε αριθμούς; Το όριο της φτώχειας έχει οριστεί για την χώρα μας στα 6.480 ευρώ το ατομικό εισόδημα και 13.608 το οικογενειακό (2 παιδιά). Σαν να λέμε 540 και 1.134 τον μήνα αντίστοιχα, καθαρό εισόδημα βέβαια. Ποιο είναι το «δίχτυ ασφαλείας» του πολυνομοσχέδιου; Ο μισθός της Εθνικής Σύμβασης, γύρω στα 640 ευρώ καθαρά. Η φτώχεια λοιπόν, τίποτε περισσότερο από φτώχεια. Το αν θα τα καταφέρουν είναι αμφίβολο: η κερδοφορία του μεταπράτη μέσω του χαμηλού κόστους εργασίας και των υψηλών τιμών πώλησης των προϊόντων της είναι ανέφικτη σε κλίμακα κοινωνίας. Όμως πριν από αυτό ένα μεγάλο κομμάτι των εργαζόμενων θα βιώσει το πιο σκληρό πρόσωπο της ανέχειας τόσο με το πέρασμα κάτω από την κόκκινη γραμμή όσο και (ακόμα χειρότερα) με την ανεργία ως αποτέλεσμα της ύφεσης. Οι περικοπές στις αποζημιώσεις απόλυσης που προηγήθηκαν συμπληρώνονται με την άρση της υποχρέωσης για αποζημίωση στους εργαζόμενους μέχρι 12 μήνες, και καμιά υποχρέωση δεν θεσπίζεται για την διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία. Κατά τα άλλα το «πολυνομοσχέδιο» θυσιάζει τις αμοιβές για να μην χαθούν θέσεις εργασίας.

             Αυτό είναι το μόνο «κούρεμα» που πραγματοποιούν οι ψεύτες του ΠΑΣΟΚ. Γιατί κατά τα άλλα οι ξένοι δανειστές συνεχίζουν να εισπράττουν κανονικά τα τοκογλυφικά επιτόκια, οι τράπεζες εξακολουθούν να ενισχύονται χωρίς να ενισχύουν, οι φοροφυγάδες να ανταμείβονται με την περαίωση και την κατάργηση του πόθεν έσχες για την αγορά ακινήτου, οι εισαγωγείς επωφελούνται με την ξαναζεσταμένη σούπα της απόσυρσης αυτοκινήτων, οι μίζες για τα εξοπλιστικά καλά κρατούν εναλλάσσοντας τον Χριστοφοράκο με τον Σάφα.

Είναι πολλοί αυτοί που θα πουν το «πολυνομοσχέδιο» είναι ήδη πραγματικότητα στον ιδιωτικό τομέα, ότι στο εμπόριο στην οικοδομή και σε τόσους άλλους χώρους εργασίας εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι βιώνουν αυτές τις συνθήκες. Η οργανωμένη αντίσταση στους χώρους μοιάζει να έχει σιγήσει προ πολλού με την έκλειψη των συνδικάτων που αναδιπλώθηκαν στον Δημόσιο Τομέα και τις ΔΕΚΟ. Η μόνη δυνατότητα άμυνας για τον εργαζόμενο ήταν το νομικό καθεστώς των σχέσεων εργασίας και αμοιβής, και πρακτικά η Επιθεώρηση Εργασίας και τα Δικαστήρια, αν έπαιρνε βέβαια το ρίσκο να προσφύγει σ’ αυτά. Τώρα κι αυτό το εμπόδιο αίρεται καθώς δεν είναι δυνατόν να περιμένει κανείς ότι μπορούν να αντισταθούν στην βούληση του εργοδότη, όπως αυτή θωρακίζεται με το πολυνομοσχέδιο, κάποια αναιμικά επιχειρησιακά σωματεία ή τα κλαδικά που η ύπαρξη κι ο ρόλος τους εξαρτάται από την «επιτυχή» έκβαση μιας διαπραγμάτευσης σε συνθήκες ομηρίας, με μόνο επιχείρημα την επίκληση της «εταιρικής κοινωνικής ευθύνης» ή άλλων αντίστοιχων ταξικών όπλων. Τώρα η μόνη διαπραγμάτευση θα έχει ως αντικείμενο την μείωση της απώλειας, απώλεια που θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, με συσχετισμούς που θέτουν απέναντι από τους εργαζόμενους όχι μόνο τον εργοδότη αλλά και την «υψηλή πύλη» της τρόικας και το παραμάγαζο της, την ελληνική κυβέρνηση.

Εστιάζοντας μόνο στον ιδιωτικό τομέα (γιατί το «πολυνομοσχέδιο» δεν περιορίζεται βέβαια σ’ αυτόν αλλά αυτό είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης)  οι εργαζόμενοι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να «ξαναεφεύρουν» τον συνδικαλισμό στον εργασιακό χώρο. Να ανακαλύψουν από την αρχή τα αυτονόητα, την αλληλεγγύη, την ενότητα, την διεκδίκηση. Να αναπτύξουν νέα δίκτυα συντονισμού στην θέση των ανυπόληπτων κυβερνητικών δευτεροβάθμιων συνδικάτων. Να απαντήσουν στον εκβιασμό του κλεισίματος των επιχειρήσεων και της ανεργίας με μορφές πάλης που περιέχουν το άνοιγμα και λειτουργία τους από τους εργαζόμενους. Σήμερα χρειάζονται οι «σημειακές αντιστάσεις», τα νέα παραδείγματα, οι αγώνες που με την μορφή και το περιεχόμενο τους θα ανοίξουν νέους δρόμους για τον κόσμο της εργασίας. Φαντάζει (και είναι) δύσκολο, ακατόρθωτο ίσως. Αλλά, όπως έλεγε το σύνθημα των αγώνων μιας άλλης εποχής, «αν δεν πραγματοποιήσουμε το αδύνατο, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το αδιανόητο». Και το αδιανόητο είναι αυτό που ήδη συμβαίνει γύρω μας.

 

13-12-2010, Θανάσης Τζιούμπας

 

ΠΗΓΗ: http://www.ardin.gr/node/3965

Εργασιακός Μεσαίωνας Ι

  Εργασιακός Μεσαίωνας

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Χειρότερο εφιάλτη από την πολιτική της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου απέναντι στους εργαζόμενους δεν θα μπορούσε πριν από έναν χρόνο να φανταστεί ούτε ο πιο εμπαθής, ακόμη και σε βαθμό… παράνοιας εχθρός του ΠΑΣΟΚ! Βάσει του νομοσχεδίου που προώθησε την Πέμπτη στη Βουλή το υπουργικό συμβούλιο και το οποίο θα ψηφίσουν κατεπειγόντως σε νόμο οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, ο κάθε εργοδότης του ιδιωτικού τομέα θα μπορεί πλέον να μειώνει όσο θέλει τους μισθούς των εργαζομένων, χωρίς κανένα όριο πέραν του κατώτατου μισθού των 740 ευρώ μεικτά: από τα π.χ. 1.500 ή και 2.500 ευρώ να τους ρίχνει στα… 1.000 ή και στα 740 ευρώ!!!

Πιο αντεργατικός νόμος δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία του ελληνικού κράτους, ούτε στη διάρκεια των πιο ειδεχθών δεξιών δικτατορικών καθεστώτων. Στόχος του νόμου αυτού δεν είναι μόνο ο πλήρης μισθολογικός εξευτελισμός των εργαζομένων, αλλά και η ηθική απαξίωση και ο διασυρμός τους ενώπιον των εργοδοτών. Να αισθάνονται δηλαδή οι εργαζόμενοι ότι ανά πάσα στιγμή βρίσκονται στο απόλυτο έλεος του αφεντικού τους, που μπορεί να τους λιώσει!

Είναι τόσο απεχθής αυτή η πολιτική, που ακόμη και ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Πολ Τόμσεν αισθάνεται την ανάγκη να διακηρύσσει κάθε μέρα, όπου βρεθεί κι όπου σταθεί, ότι το ΔΝΤ δεν ζήτησε μειώσεις των μισθών στον ιδιωτικό τομέα από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Εννοεί έτσι ότι είναι αποκλειστική επιλογή του πρωθυπουργού η λεηλασία των εισοδημάτων των Ελλήνων εργαζομένων και όχι επιταγή ή απαίτηση των ξένων επικυρίαρχων της πατρίδας μας. Πρόκειται δηλαδή για εφαρμογή του πραγματικού κυβερνητικού προγράμματος του Γ. Παπανδρέου, το οποίο υπερβαίνει τις εντολές των ξένων δυναστών της Ελλάδας.

Οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου έχει σχέδιο να πετάξει στον κοινωνικό Καιάδα τους εργαζόμενους. Αργά αργά κάποιοι αρχίζουν να αντιδρούν. «Η ΠΑΣΚ Σιδηροδρομικών δεν είναι διατεθειμένη να βαδίσει στον ολισθηρό δρόμο που επέλεξε η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Αποφάσισε σήμερα να διακόψει κάθε δεσμό με αυτές τις πολιτικές και τους εκφραστές της» υπογραμμίζει σε ανακοίνωση που εξέδωσε την Πέμπτη.

Ρήξη με την κυβέρνηση ενδέχεται να επιλέξει και η ΠΑΣΚΕ, η συνδικαλιστική παράταξη του ΠΑΣΟΚ, ακόμη και σε κεντρικό επίπεδο. Αυτό το συμπέρασμα συνάγεται τουλάχιστον αν πάρει κανείς τοις μετρητοίς ανακοίνωση της ΠΑΣΚΕ, όπου τονίζεται ότι «η ΠΑΣΚΕ υπηρετεί τους εργαζόμενους, αρχές και αξίες και όχι νεοφιλελεύθερες συνταγές που υλοποιεί η κυβέρνηση». Λόγια του αέρα, μπορεί εύκολα να αντιτάξει κανείς, λαμβάνοντας υπόψη το αμαρτωλό παρελθόν των κυβερνητικών συνδικαλιστών. Ίσως. Μερικές φορές όμως τα πράγματα αλλάζουν. Εκατό χρόνια πίσω φέρνει τους εργαζόμενους της χώρας μας η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ από πλευράς εργασιακών σχέσεων. Στην εποχή πριν από την αιματηρή Πρωτομαγιά του 1886 στο Σικάγο, η οποία σηματοδότησε τη σταδιακή καθιέρωση της οκτάωρης εργασίας και την πορεία βαθμιαίας κατάκτησης εργατικών δικαιωμάτων. Ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής (!) Διεθνούς Γιώργος Παπανδρέου παίρνει τώρα πίσω από τους Έλληνες όλα όσα κέρδισαν με αγώνες στη διάρκεια ενός αιώνα.

Η εθνική ταπείνωση στην οποία οδήγησε την Ελλάδα ο πρωθυπουργός, ακολουθώντας την εντελώς αντίθετη πορεία με τον πατέρα του, τον Ανδρέα Παπανδρέου, συνοδεύει την εξαθλίωση του ελληνικού λαού. «Το τελευταίο διάστημα χάνω τις κυριακάτικες προπονήσεις μου στο ποδόσφαιρο γιατί ασχολούμαι με την Ελλάδα» είπε περιφρονητικά στους Έλληνες βουλευτές ο Φινλανδός κομισάριος Ολι Ρεν, αφού προηγουμένως τους είχε αφήσει να τον περιμένουν στη Βουλή 40 λεπτά μετά την καθορισμένη ώρα. «Σιγά μην προσβληθούν οι υποτελείς» σκέφθηκε προφανώς.

Η γενική απεργία της Τετάρτης θα δείξει αν οι Έλληνες εργαζόμενοι είναι έτοιμοι να αντιδράσουν στην επιστροφή στον εργασιακό Μεσαίωνα που τους οδηγεί η κυβέρνηση ή αν θα περάσουμε μια «εργασιακή… τουρκοκρατία» πριν εξεγερθούν οι σύγχρονοι «ραγιάδες»…

 

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ – «E», 11/12/2010, http://www.thepressproject.gr/external.php?id=2645

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν αντί σχολίων από τον admin.

Αντί σεισάχθειας, άχθος αρσύρης

Αντί σεισάχθειας, άχθος αρσύρης

 

Του Στάθη (Σταυρόπουλου)*


 

«1821 η γέννηση ενός έθνους», έτσι διαφημίζεται το υπό τον κ. Βερέμη νέο ιστορικό έργο για την επανάσταση του '21. Όμως… η «γέννηση ενός έθνους» θα μπορούσε να αφορά σε μια επανάσταση όπως η Αμερικανική του 1776, η οποία όντως γέννησε ένα νέο έθνος, το Αμερικανικό. Η επανάσταση όμως του 1821 γέννησε το (νέο) κράτος ενός έθνους. Πράγμα τελείως διαφορετικό! Και στην εποχή μας αυτές οι διαφορίτσες τυγχάνουν κρίσιμες.

* * *

Προς τη CITIBANK κι άλλες τράπεζες που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν εταιρείες «κυνηγών χρεών» και να ενοχλούν τον κόσμο στα σπίτια του ή στη δουλειά του, ό,τι ώρα θέλουν και με ιταμόν τρόπο. Μαζευτείτε!…

* * *

«Οι διπλωμάτες έχουν το δικαίωμα να είναι ειλικρινείς» δήλωσε η κυρία Χίλλαρυ Κλίντον, αναγνωρίζοντας έτσι ότι η κατηγορία πως, φέρ’ ειπείν, ο Ερντογάν έχει πλουτίσει παρανόμως είναι αληθής!! Όταν η αμηχανία οδηγεί στην ηλιθιότητα…

 

Η κρίση είχε αρχίσει αρκετά χρόνια πριν από την κρίση. Ήδη από το 1995-96 ο «εκσυγχρονισμός» μιλούσε για «απασχολήσιμους» – Για «ευέλικτη εργασία». Γράφαμε ορισμένοι από τότε ότι πάμε προς τις ατομικές συμβάσεις εργασίας – αλλά, σε όσους φώναζαν για κάτι τέτοια, απαντούσε η σιωπή ή οι ρετσινιές: «εμπαθής», «γραφικός» και τα τοιαύτα. Μη σας πω «εθνικιστής» και «αντισημίτης»…

……………………………..

Ήδη από τότε ήταν φανερό, τουλάχιστον σε όσους δεν τάπωναν τα μάτια τους με χρυσά δηναροδολάρια ως άλλοι νεκροί, ότι το σύστημα με τον «εκσυγχρονισμό» στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, σκόπευε κυρίως στην ανατροπή των εργασιακών σχέσεων.

Στην κρίση φθάσαμε με πολέμους (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν), ολοκληρωτική προπαγάνδα μέσα από την τηλεόραση, αλλά και τον κυβερνητισμό που χαρακτήρισε ευρύτερα τον Τύπο (και στην Ελλάδα). Η παθογένεια του συστήματος, διαφθορά (όχι μόνον στην Ελλάδα) και η διαπλοκή (όχι μόνον στην Ελλάδα), έγινε έξις και φύσις.

Η οικονομία της φρίκης όχι μόνον κατίσχυσε της όποιας πολιτικής, αλλά, εν ευθέτω χρόνω, τα γκόλντεν μπόυς δεν θα χρειάζονται καν αυτές τις δευτεράντζες – τους πολιτικούς των κυρίαρχων κομμάτων για τους οποίους η όλο και πιο άπελπις ου μην και ισχνή λαϊκή εντολή δεν μπορεί πλέον να αποτελεί ούτε καν φύλλο συκής, πόσο μάλλον να νομιμοποιεί την αθλιότητα και τον τρόμο που, κυβερνώντας, παράγουν.

***

Τώρα πλέον, μιλώντας για την Ελλάδα, τα νούμερα έχουν χάσει τον λογαριασμό: το ΑΕΠ έπεσε 4,2% το 2010 και πάει για -3,0% το 2011.


Το δημόσιο χρέος, όσο πιο πολύ το πληρώνουμε, τόσον πιο πολύ αυξάνεται. Τώρα είναι στο 140,2% του ΑΕΠ, το 2012 θα είναι 156,0% κι όταν βγούμε, αν ποτέ βγούμε απ' το μνημόνιο, θα χρωστάμε γεωμετρικώς περισσότερα!

Η ανεργία προβλέπεται για το 2011 στο 15% (με την πραγματική ανεργία πολύ μεγαλύτερη), ενώ οι «μαύρες τρύπες» αναδύονται η μία μετά την άλλη θηριώδεις.

Σε αυτό το διάστημα ο Παπανδρέου πήρε εναντίον των εργαζομένων και των παραγωγικών ανθρώπων όλα τα μέτρα που έλεγε ότι δεν θα πάρει. Ταυτοχρόνως η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή και η κρατικοκομματική σπατάλη συνεχίζονται αδιατάρακτες. Έτσι οι προϋπολογισμοί που συντάσσονται είναι μαϊμούδες, είναι της πλάκας και αντέχουν τρεις μέρες (όσον τα θαύματα) κι όχι έναν χρόνο (όσον τα ψέματα).

Όταν ανέλαβε ο Παπανδρέου, το εξωτερικό χρέος ήταν στο 110% του ΑΕΠ. Το μετέτρεψε σε κρίση δανεισμού (και ιδικού του ή άνωθεν υπαγορευμένου πανικού), ατίμασε διεθνώς τους Έλληνες ως «διεφθαρμένους» και «τεμπέληδες», υπήγαγε δε τη χώρα σε καθεστώς κατοχής, το Μνημόνιο.

Τώρα η τήρηση του Μνημονίου (αντί του Συντάγματος) επαφίεται στο φιλότιμο των Ελλήνων (να φορολογούνται αγριότερα, να χάνουν τις δουλειές τους και να διασύρονται).

Η χώρα δανείζεται και θα δανείζεται με αβάσταχτα τοκογλυφικά επιτόκια, θησαυρίζοντας με το αίμα της τους τραπεζίτες, Γερμανούς, Αμερικανούς κι άλλους. Οι δε ημερομηνίες παραμονής στον λαβύρινθο των μέτρων, της επιτήρησης και της λιτότητας προβάλλουν ανατριχιαστικές, 2021, εφιαλτικές, 2024, με μόνον αποτέλεσμα να χρωστάμε τότε περισσότερα απ' όσα τώρα.

Στο μεταξύ όμως, η εργασία, η εκπαίδευση και οι κοινωνικές απολαβές θα έχουν εξαρθρωθεί, η ζούγκλα θα έχει επικρατήσει και μια νέα καταναλωτική κοινωνία, που θα επιτρέπει την κατανάλωση μόνον στις ελίτ, θα έχει αναδυθεί, στρατιωτικοποιημένη και τυραννική.

Αυτού του ζοφερού μέλλοντος τώρα άδεται το πρελούδιο: με α) την πτώση του ΑΕΠ, β) την αύξηση του χρέους και γ) την αύξηση της ανεργίας: Η τριλογία του θανάτου μιας κοινωνίας. Κι ενός κράτους.

Διότι ο ίδιος θάνατος απειλεί ένα κράτος που η οικονομική του αδυναμία, καθώς και η κοινωνική του αποσάθρωση το περιάγουν σε συνθήκες περικύκλωσης.

Όσον ασκεί την εξουσία στη χώρα ο δικομματικός μονοκομματισμός ουκ έστιν οδός -παρά μονόδρομος. Προς την αναίρεση της χώρας και την καθαίρεση του λαού…

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 2.ΧΙΙ.2010 stathis@enet.gr

 

ΠΗΓΗ:  Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=02/12/2010&id=229286

Ζ. Κ. Γιούνκερ: Εξομολογούμαι, άρα μετανοώ;

Εξομολογούμαι, άρα μετανοώ;*

 

Του Γιάννη Στρούμπα

 

 

Η τεχνητή οικονομική κρίση στην οποία εξωθήθηκε η Ελλάδα όχι μόνο από τις κοντόθωρες μικροπολιτικές τακτικές των ελληνικών κυβερνήσεων, μα κι από τις συντονισμένες πρακτικές των κερδοσκοπικών τραπεζικών ιδρυμάτων και των ισχυρών κρατών της Ε.Ε. έγινε τελικά παραδεκτή από τον επικεφαλής του Eurogroup κ. Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Ο κ. Γιούνκερ «εξομολογήθηκε» ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας γνώριζαν πως η χώρα θα αντιμετώπιζε τεράστιο δημοσιονομικό πρόβλημα, ωστόσο δεν κινήθηκαν αποφασιστικά ώστε να το αποτρέψουν, καθώς οι υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της Γαλλίας και της Γερμανίας: «η Γαλλία και η Γερμανία κέρδιζαν τεράστια ποσά από τις εξαγωγές τους προς την Ελλάδα», παραδέχτηκε ο κ. Γιούνκερ («In.gr», http://news.in.gr/economy/article/?aid=1231062258, 9/10/2010.).


* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 307, 16/11/2010.

Η παραδοχή του επιτελικού στελέχους της Ε.Ε. αντιμετωπίστηκε από τα μέσα ενημέρωσης σαν κεραυνός εν αιθρία, σαν ύψιστη αποκάλυψη που ξεθόλωσε το τοπίο. Περίεργη αντιμετώπιση, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς πως τα ίδια μέσα ενημέρωσης, τις παραμονές της ελληνικής ένταξης στην Ο.Ν.Ε., ανέλυαν με τι είδους «μαγειρέματα» θα κατορθωνόταν παρασκηνιακά η ένταξη στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. Εγκαίρως, άλλωστε, πολύ νωρίτερα από τις «εξομολογήσεις» του κ. Γιούνκερ, σχολιάζαμε από το βήμα τούτο σχετικά με τη νοθεία στοιχείων που οδήγησαν την Ελλάδα στην Ο.Ν.Ε.: «Καί οι Έλληνες τη γνώριζαν, καί οι Ευρωπαίοι τη γνώριζαν, κι η κάθε πλευρά αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Η ελληνική πολιτική βολευόταν με την εικόνα του “σφρίγους” της και τη θωράκιση του νομίσματός της, όπως νόμιζε τότε. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές βολεύονταν με την κατάκτηση μίας ακόμη αγοράς προς δραστηριοποίηση των επιχειρήσεών τους. Οι ελληνικές κυβερνήσεις μάθανε να κληροδοτούν η μία στην άλλη την τέχνη της “αλχημείας”, και οι ευρωπαϊκές να προσποιούνται ότι δεν γνωρίζουν τη νόθευση.» («Από την “αειφόρο λαδί ανάπτυξη” στον “προστατευτισμό του εκβιασμού”…», εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 290, 1/3/2010.)

«Εξομολογήσεις» όπως του κ. Γιούνκερ προκαλούν υποψίες αναφορικά με την ειλικρίνεια ή τη σκοπιμότητά τους. Πρόκειται άραγε για ειλικρινείς παραδοχές, που οφείλονται σε κρίση εξομολόγησης εξαιτίας της ανάγκης για μετάνοια από το κυνήγι των Ερινυών, ή μήπως εντάσσονται στη συνέχιση του παιχνιδιού σ’ ένα προηγμένο επίπεδο; Ίσως όμως και να μην έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού ακόμη και η σκοπιμότητα φαίνεται να οδηγεί εκ νέου στην υπηρέτηση των ίδιων σχεδίων: ο κ. Γιούνκερ πιθανότατα εξακολουθεί να εξυπηρετεί τα γαλλογερμανικά στρατηγήματα, αναζωπυρώνοντας ένα κλίμα δυσπιστίας που καθιστά απαγορευτική την οποιαδήποτε ελληνική ψυχολογική ανάκαμψη.

Απ’ όλα τούτα τα σοφά σεμινάρια των Ευρωπαίων πολιτικών, οι οποίοι διδάσκουν τρόπους για την προώθηση των κρατικών τους οικονομικών συμφερόντων, οι Έλληνες ομόλογοί τους επιλέγουν, δυστυχώς, να εντρυφούν μόνο στο κεφάλαιο των σεμιναρίων που αφορά το επικοινωνιακό σκέλος, για την προώθηση των κομμάτων τους στην κοινή γνώμη μ’ όσο το δυνατόν ελκυστικότερη εικόνα. Μόνιμος στόχος αποδεικνύεται όχι η υπέρβαση των αναπηριών μέσα από τη διεισδυτική διάγνωση και τη θεραπεία τους, μα ο σφετερισμός της εμπιστοσύνης που πηγάζει από μία ανειλικρινή μεταμέλεια. Άρα, σε τελική αναγωγή, ως πρωταρχικός κομματικός στόχος προσδιορίζεται η εξαπάτηση των πολιτών και η καταβαράθρωση του δημόσιου συμφέροντος, προς όφελος του κομματικού συμφέροντος και της αντίστοιχης επίπλευσης των κομματικών παραγόντων.

Βεβαίως, κάθε είδους πολιτική εξομολόγηση προσποιείται την ειλικρινή μεταμέλεια. Η δήλωση του κυβερνητικού αντιπροέδρου κ. Θεόδωρου Πάγκαλου «τα φάγαμε όλοι μαζί», η οποία απαντούσε στο καυτό ερώτημα «πού πήγαν τα λεφτά», και η οποία τόσο συζητήθηκε, δεν επιδίωκε απλώς τη μετάθεση της ευθύνης για τη λεηλάτηση της δημόσιας περιουσίας από τον πολιτικό κόσμο στους πολίτες· επιδίωκε την προβολή ενός μεταμελημένου προσώπου. «Ακολουθήσαμε μια πρακτική αθλιότητας, εξαγοράς και διασπάθισης του δημοσίου χρήματος», παραδέχτηκε ο κ. Πάγκαλος, συμπληρώνοντας: «Πάντοτε πίστευα ότι το διαχρονικό τεράστιο πρόβλημα που έχει η πολιτεία είναι η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Δεν τολμούσαμε να βάλουμε χέρι στις ιστορίες αυτές λόγω πολιτικού κόστους.» (εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 22/9/2010). Σκληρή αυτοκριτική υποτίθεται ότι επιχειρεί ο κ. Πάγκαλος. Αναγνωρίζοντας τα εγκλήματα του παρελθόντος ζητά τη συγχώρεση και την ανανέωση της εμπιστοσύνης στα πρόσωπα που, αν και υπέπεσαν στα ολισθήματά τους, έχουν πλέον συνειδητοποιηθεί, και μεταμελημένα εμφανίζονται αρκούντως ώριμα ώστε να αιτηθούν εκ νέου τη διαχείριση των ελληνικών τυχών. Πόσα όμως mea culpa μπορεί να συγχωρήσει κανείς; Όσο ενδιαφέρων κι αν είναι ο ενδοσκοπικός εντοπισμός της ρίζας του κακού, πώς να επιτραπεί η εμπιστοσύνη της θεραπείας του στους ίδιους κύκλους που το επώασαν;

Ο βαθμός της υποκρισίας που κρύβουν όλες οι αντίστοιχες «εξομολογήσεις» αποκαλύπτεται στην προσεκτική ανάγνωση της βαρύγδουπης δήλωσης του κ. Ανδρέα Λοβέρδου κατά τη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Realnews» της 3/10/2010. Ο αναγνώστης που δεν στέκεται στον τίτλο της συνέντευξης «Αν δεν τα καταφέρουμε, πάμε για νέο Γουδί!» αλλά μελετά αυτολεξεί τα λεγόμενα του υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, διαβάζει τα εξής αναφορικά με την ανάγκη να εκπληρώσει η κυβέρνηση τους στόχους της προς όφελος της χώρας: «Αν εμείς δεν τα καταφέρουμε, τότε – όπως έχω πει από το 2008 – πάμε για νέα ιδρυτική πράξη της Ελληνικής Δημοκρατίας. Πάμε για νέο Γουδί, όχι όμως στους στρατώνες, αλλά στην ελληνική Βουλή.» (η υπογράμμιση με πλάγια στοιχεία δική μου). Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: το πρώτο τρυγόνι περιλαμβάνει την εξομολογητική διάθεση που τείνει να συγκινήσει κάθε καλοπροαίρετο πολίτη, εφόσον αυτός διαπιστώνει πως οι κυβερνώντες του έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια για πολιτικές απάτες, ειδάλλως θα προκληθεί κοινωνική επανάσταση, και μάλιστα δικαίως! Το δεύτερο τρυγόνι περιλαμβάνει την ευθεία αναίρεση του πρώτου, εφόσον διατυπώνεται λαγαρά πως οι πολιτικοί ηγέτες έχουν μεν αντιληφθεί ότι η όποια αναποτελεσματικότητά τους μπορεί να προκαλέσει ανατροπές, ωστόσο τις ανατροπές αυτές δεν θα τις αναλάβει κάποιος παράγοντας εξωτερικός σε σχέση με τους δημιουργούς των αδιεξόδων, παρά θα τις αναλάβουν οι ίδιοι οι δημιουργοί των αδιεξόδων! Γιατί, όταν ο κ. Λοβέρδος επιφυλάσσει τον επαναστατικό ρόλο στην ίδια την ελληνική Βουλή, παραδέχεται απλώς ότι η διάθεσή του για κάθαρση του πολιτικού σκηνικού δεν υπερβαίνει το επίπεδο της λεγόμενης «αυτοκάθαρσης». Σαν να θέλει κανείς να προστατέψει το κοπάδι από τον λύκο, οπότε αποφασίζει, κάνοντας μια νέα αρχή προκειμένου να πετύχει τον στόχο του, να αναθέσει τη φύλαξη του κοπαδιού στον ίδιο το λύκο, που ’χει – υποτίθεται – στο μεταξύ μεταμεληθεί!

Όλες οι προηγούμενες «εξομολογήσεις» ακολουθούν, βεβαίως, τον δρόμο που υπέδειξε εξαρχής η πολιτική ηγεσία, καθώς όταν ο πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου δηλώνει «θα μας πάρουν όλους, και τονίζω το “όλους”, με τις πέτρες, αν δεν συμβάλουμε στο να εμπεδωθεί το αίσθημα δικαίου και ευνομίας στη χώρα» (4/6/2010), προσποιείται πως υπογράφει με τον λαό το νέο κοινωνικό συμβόλαιο της έντιμης διακυβέρνησης. Κι όταν διαβεβαιώνει «είμαστε αντιεξουσιαστές στην εξουσία. Μην ταυτιστείτε ποτέ με τα υπουργεία σας, ταυτιστείτε με τον πολίτη» (10/9/2010), υπογραμμίζει την ανάγκη πολιτικής μετάνοιας, η οποία θα συνοδεύεται από έμπρακτες πολιτικές στάσεις προς εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου και των αναγκών του, κι όχι των κομματικών στρατών. Λόγια αναμφίβολα εξαιρετικά. Κάθε άλλο παρά «ξύλινα», όπως είθισται να χαρακτηρίζεται η πολιτική φρασεολογία. Λόγια, όμως, προσωπεία υποκρισίας, που μέσα από την δραματικότητά τους αφήνουν να διαφανεί η προσκόλληση στην εξουσία, η οποία καθίσταται αντικείμενο επιδίωξης μέσω ποικίλων εκβιαστικών διλημμάτων προς τους πολίτες. Λυτρωτικά, συνεπώς, τα λόγια, όμως το ζήτημα δεν είναι αυτά, παρά μόνο οι πραγματικά ξύλινες πολιτικές πρακτικές. Όσο οι ξύλινες πρακτικές συντηρούνται, τόσο τα λόγια αποδεικνύονται βερμπαλιστικές εκθέσεις ιδεών. Και η φλύαρη τούτη επανάληψη δεν αντέχεται, μήτε από κανέναν μήτε και για τίποτα. Εκτός κι αν οι «εξομολογήσεις» επαναλαμβάνονται από τον πολιτικό κόσμο σε μια απόπειρα του τελευταίου να πείσει για την υποτιθέμενη μεταμέλειά του τουλάχιστον τον εαυτό του, έστω στη θεωρία.

 

Γιάννης Στρούμπας

Σαν αστροφώς σε κρέπι νεκρικό…

 Σαν αστροφώς σε κρέπι νεκρικό…

 

Του φιλαλήθη/philalethe00

 

“Χτυπάει νούμερα η φρίκη στην οθόνη”, κατά τον Μιλτιάδη. Ας δούμε την εικόνα εξ απόπτου: η ανεργία βρίσκεται, ας πούμε πολύ προσεγγιστικά, στο 12%. Λάθος της πολιτικής ΔΝΤ-ΠΑ”ΣΟ”Κ πρώτο: η συλλογιστική που υπηρετούν και που φέρνει την ελευθερία των απολύσεων (διότι μόνο για το Κεφάλαιο υπάρχει ζωή, όπως στον δυτικό Μεσαίωνα για τους ευγενείς) αποτυγχάνει κατά κράτος. Γιατί;
 
Διότι θεωρούν ότι, όταν λ.χ. απολυθεί κάποιος από την Microsoft ή τα εκκοκιστήρια βάμβακος Λεβεντάκης ΑΒΕΕ, θα προσληφθεί στην General Motors ή, εν πάση περιπτώσει, στα γκαράζ “Μπάμπης”. Κινητικότητα του εργατικού δυναμικού. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν προκύπτει. Τον Σεπτέμβριο μόνο η ανεργία αυξήθηκε επίσημα κατά 3,16%. Πληθωρισμός, ας πούμε χονδρικώς 6%.

 

Δεύτερο σφάλμα του νεοφιλελευθερισμού: όποιος γνωρίζει πέντε στοιχειώδη πράγματα από μακροοικονομικά μοντέλα, γνωρίζει ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική της “κοινωνικής ακροδεξιάς” κατά γνωστό και αγαπημένο μας εδώ αρθρογράφο θεωρεί ότι ο πληθωρισμός δεν είναι πληθωρισμός ζητήσεως, δεν είναι demand-pull, όπως θεωρεί η “κεϋνσιανή αριστερά”. Είναι, λέει, πληθωρισμός κόστους.
 
Με άλλα λόγια, παράγεται από το κόστος. Και επειδή, παρά και τις συμβουλές του δεξιότατου Peter Drucker, οι μισθοί λογίζονται ως κόστος(μα τα είπαμε, άλλωστε, ο άνθρωπος είναι ένα οικονομικόν ζώο που φκιάχνει εργαλεία, τα είπε η αστική μας επιστήμη και ο διαλεκτικός υλισμός), και το κόστος έχει κοπεί τόσο που να μας θυμίζει το όριο λιμοκτονίας των αρχών του 19ου αιώνα, βλέπουμε ότι ο πληθωρισμός δεν έχει μειωθεί ούτε είναι απολύτως χαμηλά· είναι διπλάσιος, ο επίσημος, από το όριο εισόδου στην ΟΝΕ…
 
Η δε ύφεση; Μα πηγαίνει θαυμάσια. Επισήμως, όπως ξαναείπαμε, έφτασε και υπερέβη το δεκαπλάσιο της περυσινής πρόβλεψης του επίσημου προϋπολογισμού του Κράτους. Είναι, δηλαδή, περί το 4%. Από ό,τι φαίνεται, το τσάκισμα των εργασιακών σχέσεων που έρχεται και ήρθε, το χαμηλότερο σε όλη την Ε.Ε. ποσοστό φορολόγησης της επιχειρηματικότητας  (ναι, τόσο probusiness είμαστε, τόσο προηγμένοι) δεν φέρνει ανάπτυξη, δεν ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να επενδύσουν.

 

Διότι οι επιχειρήσεις, κατά την έκφραση του J. K. Galbraith, έχουν κοινωνικοποιηθεί: δρουν ανάλογα με την ζήτηση την οποία και μετρούν, υπολογίζουν με ειδικά εργαλεία και κατά κανάλι διανομής. Αν δεν υπάρχει ζήτηση που να προβλέπεται, ουδείς επενδύει. Έτσι, αυξάνουμε τις αποταμιεύσεις των επιχειρηματιών, λοιπόν. Θαυμάσια και άλλη μια αποτυχία της νεοφιλελεύθερης συλλογιστικής που υπηρετεί το κυβερνών κόμμα και το ΔΝΤ σε αγαστή σύμπνοια, για να μην κακοκαρδίσουμε και τους τοκογλύφους δανειστές μας σε Γαλλία και Γερμανία. Αυτά όλα συγκροτούν το … νεκρικό κρέπι, το ύφασμα.

Όμως δεν έχουν χαθεί όλα. Τις προάλλες, ενώ καθόμουν διαβάζοντας και πίνοντας τον καφέ – που και κατατείνει στην απώλεια της διανοητικής συγχύσεως καμιά φορά, όπως μας δίδαξε ο γέροντας Παΐσιος – άκουσα κάτι και δεν ήμουν βέβαιος αν άκουσα καλά: “Άχ! ψεύτικος ντουνιάς”. Το έλεγε μια κοπέλα δίπλα μου, με στεναγμό και καημό. Ξέρετε, είναι τέτοιες περιπτώσεις που σκέφτεσαι ότι κάτι ζη από εκείνο το παληό ήθος, όταν η μουσική μιλούσε για τον ευγενικό και ταπεινό καημό του φτωχού ανθρώπου όταν βρέχει στην φτωχογειτονιά, και όχι για τους μικροαστικούς νταλκάδες του τάδε ψευδοερωτευμένου (για τρία τέρμινα) ή, πολύ χειρότερα, το τι κάνει ο τάδε εξαμερικανισμένος γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας όταν βγαίνει για να δουλέψει στα εμετικά του πάθη στα οποία είναι αιχμάλωτος και υπόδουλος…

Αστροφώς που έρχεται από τα Περασμένα, που θα έλεγε και ο ποιητής, το λοιπόν, φίλοι μου, και μην μου απελπίζεστε…

Αγροτιά: Χαριστική βολή

Χαριστική βολή (… στον αγροτικό τομέα)

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου


 

Οι αγρότες διαχρονικά αποτελούσαν το πλέον υγιές τμήμα του λαού μας. Μοχθούσαν ολημερίς παλεύοντας με τις αντιξοότητες της γης, την οποία όμως υπεραγαπούσαν, έστω και αν αυτή αρκετές φορές ήταν φειδωλή στις παροχές της. Δεν γνώριζαν από τις κακίες των ανθρώπων των αστικών κέντρων και τις κατεργαριές τους. Η ολιγάρκεια και ως εκ ταύτης και η τιμιότητα ήταν προίκα, την οποία κληρονομούσαν στα παιδιά τους μαζί με τα λίγα στρέμματα γης.

Ώσπου ήρθε η ανατροπή! Μετά τη λήξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου εγκαταλείφθηκαν τα εργαλεία που ο αγρότης χρησιμοποιούσε από την εποχή του Ομήρου. Η τεχνολογία επελαύνουσα, όπως οι ναζιστικές στρατιές, σάρωσε την πατροπαράδοτη γεωργία υποσχόμενη νέα εποχή!

Και καθώς κάθε νέο φαντάζει και καλό, πείσθηκε και ο αγρότης με τα ροζιασμένα χέρια ότι ήρθε επί τέλους και γι’ αυτόν καιρός να ξαποστάσει. Τον διαβεβαίωναν όλοι και οι γνωρίζοντες αλλά προπάντων οι αγνοούντες τον μόχθο του ότι τα μηχανήματα θα αναλάμβαναν το κοπιαστικό έργο του και αυτός θα εύρισκε χρόνο να χαρεί, όπως και οι άλλοι, τη ζωή του.

Του πρόβαλαν κατ’ αρχή την ανεπάρκεια της γης. Φτωχές οι σοδειές της του τόνισαν. Όμως χάρη στην επιστήμη ο άνθρωπος διέθετε πλέον τα μέσα για να αυξήσει την παραγωγή. Η χημεία, που ως τότε προσέφερε δηλητηριώδη αέρια για να πολλαπλασιάζονται τα θύματα του εχθρικού στρατοπέδου κατά τον πόλεμο, έθετε στην υπηρεσία του αγρότη τα χημικά λιπάσματα. Και όντως χάρη σ’ αυτά αυξήθηκε αισθητά η παραγωγή αγαθών. Η κοπριά κατέστη άχρηστη και ουδείς έκτοτε σκέφθηκε να αξιοποιηθούν οι τεράστιες ποσότητες φυτικών αποβλήτων των νοικοκυριών των αστικών κέντρων, τα οποία απόβλητα μεταφέρονταν και εναποτίθονταν σε ανεξέλεγκτες χωματερές. Βέβαια τα προϊόντα προϊόντος του χρόνου έχαναν την αρχική τους γεύση, πλην οι ιθύνοντες τόνιζαν ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι με την επάρκεια των τροφίμων.

Η εκμηχάνιση της γεωργίας υπήρξε η μεγάλη επανάσταση! Το άροτρο έπαψαν να το σέρνουν βόδια και άλογα, το θάνατο των οποίων ο φτωχός γεωργός θρηνούσε όπως και το θάνατο αγαπημένου του προσώπου! Οι πολυδύναμοι γεωργικοί ελκυστήρες (τρακτέρ επί το ελληνικότερο) έκαναν το υνί να χώνεται βαθύτερα στο χώμα και το όργωμα παιχνίδι! Βέβαια δεν ήσαν λίγοι οι αγρότες που πλήρωσαν με τη ζωή τους τη προσπάθεια εξοικείωσης με τα μηχανικά θηρία. Αιωνία τους η μνήμη. Και εκεί που αγαπημένοι όλοι μαζί οι χωρικοί φρόντιζαν όλοι για τον ένα και ο καθένας για όλους, εισέβαλε το πνεύμα του ατομισμού. Ένας αρρωστημένος ανταγωνισμός διέλυσε το κοινοτικό πνεύμα. Οι κυβερνήσεις, οι εισαγωγείς, οι έμποροι τον καλλιέργησαν στο έπακρο, ιδιαίτερα όταν άρχισαν οι επιδοτήσεις της ΕΕ που, όπως διακήρυσσαν οι εκμαυλιστικές σειρήνες των φραγκεμμένων, θα έκαναν τον αγρότη πλούσιο!

Μεγάλα ποσά σπαταλήθηκαν για να αγοραστεί πλεονάζων εξοπλισμός, αφού ο καθένας ήταν πλέον ένας λύκος που κυνηγούσε μόνος. Ήρθε και ο κοινωνικός μετασχηματισμός που σάρωσε στο όνομα του “σοσιαλισμού” το συνεταιριστικό πνεύμα μέσω των κομματικών εγκαθέτων που ανταγωνίζονταν για τα κομματικά σημαιάκια και διέλυαν κάθε όνειρο επιβίωσης του αγροτικού κόσμου στη σκληρή αγορά των εκμεταλλευτών και των κερδοσκόπων.

Το τρίτο κτύπημα ήρθε με την πλημμύρα των σπόρων υβριδίων φυτών. Οι αγρότες χωρίς ενημέρωση από την Πολιτεία και έχοντας προσανατολιστεί προς τον σκοπό της αύξησης της παραγωγής, εγκατέλειψαν τους παραδοσιακούς σπόρους για να καταφύγουν στην ετήσια αγορά σπόρων εισαγωγής. Με την πάροδο του χρόνου διαπίστωναν όμως ότι το κόστος της αγοράς αυξανόταν σημαντικά. Οι πολυεθνικές που τους διέθεταν δεν ήσαν φιλανθρωπικές οργανώσεις. Οι μέτοχοί τους ήσαν ανίατα προσβεβλημένοι από τη νόσο της απληστίας. Αυτό σε συνδυασμό με τη σταδιακή απομάκρυνση του αγρότη από την ύπαιθρο, οδήγησε και στην αυξανόμενη χρήση εντομοκτόνων και παρασιτοκτόνων, τα οποία διέθεταν επίσης κολοσσοί της χημικής βιομηχανίας σε διόλου ευκαταφρόνητες τιμές.

Έτσι έχοντας λησμονήσει την παλιά του αγάπη για τη γη ο αγρότης άρχισε να τη δηλητηριάζει, ασφαλώς με τύψεις συνειδήσεως στην αρχή. Τελικά κατάντησε να δηλητηριάζει μέσω των προϊόντων που η περιφρονημένη γη παράγει και τους απλήστους καταναλωτές, αυτούς που ικανοποιούνται από την ποσότητα και μόνο των καταναλισκομένων προϊόντων! Βέβαια θα ήταν τραγικό σφάλμα να καταδικάσουμε τους αγρότες για την κατάπτωση της γεωργίας και όχι τους ηθικούς αυτουργούς, βιομηχάνους και πολιτικούς, οι οποίοι στη διαπλοκή των συμφερόντων τους αφάνισαν την παραδοσιακή γεωργία!

Αναμφισβήτητα η παραγωγή αυξήθηκε και αυξήθηκε σημαντικά. Φθάσαμε μάλιστα σε υπερπαραγωγή αρκετών αγαθών. Και τότε οι μάγοι της πολιτικής και της οικονομίας βρήκαν φαεινή λύση. Το περίσσευμα στη χωματερή! Δεν υπήρχαν φτωχοί, δεν υπήρχαν κάτοικοι στα νησιά, όπου σπάνια γεύονται φρούτα, δεν υπήρχαν πεινασμένα παιδιά στην Αφρική! Για μικρό διάστημα σκέφθηκαν κάποιοι ιθύνοντες να μετατρέπεται η περίσσεια των φρούτων σε χυμό και να διανέμεται στα σχολεία. Οι γόνοι όμως της αντιαυταρχικής παιδείας βρήκαν πολύ διασκεδαστικό να χύνουν το χυμό στους διαδρόμους των εκπαιδευτηρίων.

Ξαφνικά η μεγάλη εκείνη παραγωγή, χάρη στην οποία μελετήθηκαν έργα “πνοής”, όπως η εκτροπή των νερών του Αχελώου στη θεσσαλική πεδιάδα, άρχισε να παραμένει αδιάθετη. Πρώτη αιτία η φθίνουσα πορεία της βιομηχανικής μας παραγωγής μετά την ένταξή μας στην ΕΟΚ. Ουδείς ανησύχησε γι’ αυτό. Εμείς συνεχίζαμε να αγοράζουμε μηχανήματα από τους μεγάλους της Ευρώπης, αυτοί όμως δεν είχαν δεσμευθεί να αγοράζουν ελληνικά αγροτικά προϊόντα, αφού εύρισκαν φθηνότερα σε χώρες εκτός ΕΟΚ και μετέπειτα ΕΕ. Βέβαια ακόμη και αν είχαμε καταφέρει να διατηρήσουμε τη βιομηχανική μας παραγωγή σταθερή, πάλι στη βιομηχανία δεν θα χρησιμοποιούνταν ελληνικά αγροτικά προϊόντα λόγω υψηλού κόστους.

Εκείνο που ανέστειλε κάπως την έξαρση της κρίσης ήταν η αθρόα προσέλευση μεταναστών κατά την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα. Χάρη στους μετανάστες γίνεται ακόμη η όποια συγκομιδή και δεν εγκαταλείπονται οι καρποί να σαπίσουν στα δένδρα. Στο μεταξύ οι άφρονες ηγέτες της ΕΕ εκδηλώνουν σαφώς εχθρική στάση έναντι της γεωργίας, γεγονός που για τη χώρα μας έχει ολέθριες συνέπειες! Οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων ογκώνονται συνεχώς, οι αγρότες είναι παντελώς απροστάτευτοι έναντι των εμπόρων που αδιαφορούν, αν οι τιμές που προσφέρουν δεν καλύπτουν το κόστος παραγωγής, ενώ αυτά φθάνουν στην αγορά αρκετά ακριβά είτε όπως συλλέγονται είτε μεταποιημένα. Φυσικά το αγαπημένο παιδί του καπιταλισμού είναι το εμπόριο, όχι η γεωργία!

Σε όλα αυτά τα πλήγματα κατά της γεωργίας έρχεται να προστεθεί και η παύση της επιδότησης, του ναρκωτικού, το οποίο κοίμησε τους αγρότες μας επί μία τριακονταετία, του ναρκωτικού που έγινε η αιτία να ψυχρανθεί η αγάπη τους για τη γη, να εγκαταλειφθεί η πατροπαράδοτη ολιγάρκεια και να υποκατασταθεί με την επίδειξη και τον καταναλωτισμό. Και οι αγρότες, με εξαίρεση κάποιους, που ευνοούνται από τις κλιματολιγικές συνθήκες και εφοδιάζουν τις αγορές των μεγάλων αστικών κέντρων, βρίσκονται πλέον σε απόγνωση. Ποιό το μέλλον γι’ αυτούς; Να εγκαταλείψουν τη γη και να αναζητήσουν εργασία στα αστικά κέντρα ως εσωτερικοί μετανάστες; Και ποιά προκοπή έχουν να δείξουν αυτά με τα απέραντα νεκροταφεία βιομηχανικών εγκαταστάσεων;

Η Πολιτεία χωρίς ίχνος ενοχής για το τελεσθέν έγκλημα, συνεπικουρούμενη από απλήστους για κέρδος εισαγωγείς, τραπεζίτες και μεσάζοντες προβάλλει ως λύση τη στροφή των αγροτών προς την επιχειρηματικότητα. Και είναι άκρως εντυπωσιακό το πώς αυτοί από απόγνωση ή απληστία σπεύδουν να υποβάλουν αιτήσεις προς εγκατάσταση συσκευών φωτοβολταϊκών στους αγρούς τους. Εύχομαι να μην υποστούν ζημία στο αβέβαιο περιβάλλον της διαρκώς μεταβαλλόμενης οικονομίας. Αλλά ακόμη και αν δεν ζημιωθούν, ας γνωρίζουν τόσο οι αγρότες όσο και εκείνοι που τους εκμαυλίζουν ότι η εγκατάλειψη της καλλιέργειας για χάρη της επιχείρησης συνιστά ύβριν, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου.

Ο Θεός να μας λυπηθεί, ώστε να αποφύγουμε την πείνα που μας αξίζει.             

                                                                       

“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”, 18-10-2010

Μισθολόγιο του δημοσίου: … Παραλογισμός

Μισθολόγιο του δημοσίου: H επιτομή του παραλογισμού…*

 

ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΜΕ ΑΠΟΛΑΒΕΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΑΠΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ!!!

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*



* Το «Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων» βάσει του οποίου καλείται η κυβέρνηση να θεσπίσει αξιοκρατικούς κανόνες στο νέο, «ενιαίο» μισθολόγιο του δημοσίου


Αν σας λέγανε ότι στο μισθολόγιο του δημοσίου υπάρχει και κατηγορία «υπαλλήλων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ) ή τεχνολογικής εκπαίδευσης (ΤΕ) χωρίς πτυχίο ανώτατης ή ανώτερης σχολής» θα το πιστεύατε;

Μισθολόγιο του δημοσίου: H επιτομή του παραλογισμού…*

 

ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΜΕ ΑΠΟΛΑΒΕΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΑΠΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ!!!

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*



* Το «Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων» βάσει του οποίου καλείται η κυβέρνηση να θεσπίσει αξιοκρατικούς κανόνες στο νέο, «ενιαίο» μισθολόγιο του δημοσίου


Αν σας λέγανε ότι στο μισθολόγιο του δημοσίου υπάρχει και κατηγορία «υπαλλήλων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ) ή τεχνολογικής εκπαίδευσης (ΤΕ) χωρίς πτυχίο ανώτατης ή ανώτερης σχολής» θα το πιστεύατε;

Υποθέτω ότι μάλλον θα δυσκολευόσασταν να πιστέψετε ότι το ίδιο το κράτος κοροϊδεύει το εαυτό του συστήνοντας μια εξ ορισμού ψευδεπίγραφη κατηγορία υπαλλήλων, αλλά, σε μια χώρα, σαν τη δική μας όπου απ’ τη μία, το να πείς ότι κατέχεις μεταπτυχιακό (M. Sc.) ή διδακτορικό (Ph.D.) και να διεκδικείς βαθμολογική και μισθολογική αναβάθμιση θεωρείται περίπου κάτι σαν … εγωϊστική έπαρση και από την άλλη η ισοπέδωση (π.χ. η εξομοίωση του πτυχιούχου του Πανεπιστημίου με τον απόφοιτο Λυκείου…) θεωρείται … κεκτημένο δικαίωμα, σας πληροφορώ, ότι ναι συμβαίνει και αυτό: βάσει της κειμένης νομοθεσίας περί μισθολογίου του δημοσίου (βλ. ν. 2470/1997, ν. 3205/2003, αρθ. 3 και ν. 3670/2008, αρθρ. 3), υφίσταται επισήμως «κατηγορία υπαλλήλων ΠΕ και ΤΕ χωρίς πτυχίο ανώτατης ή ανώτερης σχολής» (!!!).

Στην εν λόγω κατηγορία έχουν ενταχθεί, μέσω χαριστικών διατάξεων, υπάλληλοι τινών υπουργείων, καταφέρνοντας έτσι να έχουν απολαβές μεγαλύτερες (προσεγγίζουσες εκείνες των πτυχιούχων ΤΕ) από την κανονική κατηγορία εκπαίδευσης (ΔΕ: δευτεροβάθμια) στην οποία ουσιαστικώς ανήκουν. Αλλά υπάρχουν και (τρισ-) χειρότερα, τα οποία αναφέραμε σε πρόσφατο άρθρο μας στην «Ε» («Το ενιαίο μισθολόγιο και οι εκπαιδευτικοί», «Ε», 24/9/2010, σελ. 8), όπως π.χ. το γεγονός ότι ένας κλητήρας (κατηγορίας υποχρεωτικής εκπαίδευσης «ΥΕ», τουτέστιν του παλαιού δημοτικού ή του σημερινού τριταξίου Γυμνασίου) του υπ. Οικονομικών (Εφορίες, Τελωνεία, Γενικό Χημείο του κράτους, κλπ.) έχει απολαβές (μισθό και επιδόματα) σχεδόν διπλάσιες (κοντά στα 1.800 – 1.900 ευρώ ο νεοδιόριστος) από ένα δάσκαλο ή καθηγητή Β/θμιας (κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης «ΠΕ», με αμοιβή στα 1.100 ευρώ για τον νεοδιόριστο). Ενώ, φυσικά, την ίδια ώρα ο νεοδιοριζόμενος εφοριακός πανεπιστημιακής εκπαίδευσης («ΠΕ») ξεπερνάει τα 2.000 ευρώ το μήνα, που σημαίνει ότι όσα παίρνει ο δάσκαλος και ο καθηγητής το μήνα (1.100 ευρώ) τα παίρνει αυτός (ο εφοριακός ΠΕ) το δεκαπενθήμερο (2.000 ευρώ) – και, εννοείται, ότι όσο περνούν τα χρόνια αυτές οι διαφορές όλο και διευρύνονται…

* Αρκεί να σημειώσουμε ότι το βασικό επίδομα (εξωδιδακτικής απασχόλησης) των εκπαιδευτικών είναι σήμερα περί τα 300 ευρώ ενώ το επίδομα των εφοριακών («ΔΙΒΕΕΤ», όπερ έστι μεθερμηνευόμενον «Δικαιώματα βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων υπέρ τρίτων»), ξεκινά από 800 ευρώ για τους κλητήρες και φθάνει στα 1.000 ευρώ για τους εφοριακούς ΠΕ (και αυτά για τους νεοπροσλαμβανομένους, γιατί το επίδομα είναι κυμαινόμενο, ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας, φθάνοντας μέχρι και τα 2.000 ευρώ το μήνα!). Την ίδια ώρα που το κράτος δίνει 800 ολόκληρα ευρώ το μήνα – σχεδόν ένα δεύτερο μισθό! – στον κλητήρα, ως επίδομα «ΔΙΒΕΕΤ» (ένα επίδομα το οποίο συνιστά την επιτομή του παραλογισμού, των ανισοτήτων και των συντεχνιακών πρακτικών που διαμόρφωσαν το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων από καταβολής ελληνικού κράτους), το ποσό που καταβάλλει, ως επιστημονικό επίδομα, στον δάσκαλο και τον καθηγητή που έχει μεταπτυχιακό (M.Sc.) ή διδακτορικό τίτλο σπουδών (Ph.D.) είναι 45 και 75 ευρώ, αντιστοίχως. Nα αναφερθούμε, μήπως, στη σύγκριση μισθών των δασκάλων και καθηγητών με τους εργαζομένους σε άλλες υπηρεσίες – «ρετιρέ» του στενού, π.χ. Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (όπου το επίδομα των ελεγκτών φθάνει στα 2.400 ευρώ το μήνα!) και ευρύτερου δημόσιου όπως π.χ. ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΟΣΕ, ΕΡΤ (δημοσιογράφοι με μηνιαίους μισθούς 4.000, 5.000 ευρώ και άνω…) και λοιπές «ΔΕΚΟ», όπου συνήθως οι απολαβές ξεκινούν από τις 2.500 – 3.000 ευρώ το μήνα για τους νεοδιόριστους); Για όλους έχει, ως φαίνεται, ο κορβανάς, μόνο για τους εκπαιδευτικούς στενεύει…

Για την άμβλυνση των ως άνω κραυγαλέων ανισοτήτων στις αποδοχές των υπαλλήλων του δημοσίου η κυβέρνηση εξήγγειλε τη καθιέρωση ενός νέου, «ενιαίου» μισθολογίου που αναμένεται να ισχύσει από τον Ιανουάριο του 2011 και με το οποίο θα θεσπίζονται νέες, ενιαίες και αξιοκρατικές αρχές στις αμοιβές, με σκοπό να υπάρξει εξομάλυνση. Πως θα μπορούσε να δημιουργηθεί αυτή η εξομάλυνση;

Η επίλυση των συνθετότερων ζητημάτων, σύμφωνα με την κρατούσα επιστημονική μεθοδολογία, ξεκινά, πρωταρχικώς, με την αναγωγή στην απλούστερη βάση τους. Ετσι για τη περίπτωση του δημοσίου θεωρούμε πως κρίνεται ως σκόπιμο να εφαρμοσθεί ένα μισθολογικό μοντέλο, στο οποίο, για τον προσδιορισμό του μισθού, βασική παράμετρο θα μπορούσε ν’ αποτελέσει (εν είδει αντικειμενικού κριτηρίου) το επίπεδο (κατηγορία) σπουδών του κάθε υπαλλήλου, εν όψει μάλιστα και της καθιέρωσης του “Εθνικού Πλαισίου Προσόντων”, το οποίο, ως γνωστόν, θα περιλαμβάνει τα παρακάτω οκτώ επίπεδα (levels), στα οποία θα εντάσσσονται οι εργαζόμενοι (δημοσίου και ιδιωτικού τομέα) με βάση τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά τους προσόντα, ως ακολούθως:


* Eπίπεδο 8: Πρόκειται για τον τρίτο κύκλο ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων ανώτατης εκπαίδευσης στον οποίο εντάσσονται οι κάτοχοι διδακτορικού (Dr.) τίτλου σπουδών (Ph.D).


* Επίπεδο 7: Αφορά στον δεύτερο κύκλο της ανώτατης εκπαίδευσης, ήτοι στους κατόχους μεταπτυχιακού (Master) τίτλου σπουδών (M.Sc.).


* Επίπεδο 6: Εντάσσονται οι απόφοιτοι του πρώτου κύκλου ανώτατης εκπαίδευσης. Εδώ πρόκειται να υπάρξει μια εσωτερική διαβάθμιση με δύο υποκατηγορίες: 6α για τους πτυχιούχους των ΑΕΙ και 6β για τους πτυχιούχους των ΤΕΙ.


* Eπίπεδο 5: Αφορά τους πτυχιούχους των ιδρυμάτων του συντόμου κύκλου σπουδών (sort cycle) που προβλέπει η συνθήκη της Μπολώνια, ήτοι για τα λεγόμενα “Κολλέγια” (“Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης”).


* Eπίπεδο 4: Σ’ αυτό πρόκειται να ενταχθούν οι απόφοιτοι ιδρυμάτων μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και κατάρτισης, δηλ. των ΙΕΚ.


* Επίπεδο 3: Για αποφοίτους B’ κύκλου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Λυκείου, Mέσων Tεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών, κλπ.)


* Επίπεδο 2: Για αποφοίτους Α’ κύκλου Δευτεροβάθμιας (3/ταξίου Γυμνασίου, Kατωτέρων Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών), και, τέλος,


* Επίπεδο 1: Για αποφοίτους Δημοτικού και εμπειροτέχνες.


Αν η κυβέρνηση επιδιώκει πραγματικά να αποκαταστήσει τη λογική τάξη των πραγμάτων δεν έχει παρά να καθιερώσει ένα μισθολογικό μοντέλο που θα κινείται στη βάση των αξιοκρατικών κανόνων που εισάγει το υπό ψήφιση (και συμβατό με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό) «Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων». Στο κάτω – κάτω αυτό που καλείται να πράξει η κυβέρνηση είναι το αυτονόητο, δηλαδή να προχωρήσει στην άρση του σημερινού σοβιετικού συστήματος της ισοπέδωσης και να θεσπίσει ένα αξιολογικό, φιλελεύθερο μοντέλο ευρωπαϊκού τύπου, βάσει του οποίου οι εργαζόμενοι θα αμείβονται στη βάση αξιοκρατικής, ξεκάθαρης αρχής και αναλόγως των ατομικών, ακαδημαϊκών και επαγγελματικών τους προσόντων. Τι πιο δίκαιο;


* O Xάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, xaan@theo.auth.gr, καθηγητής Β/θμιας Εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Δομενίκου Ελασσόνας). Το άρθρο δημσιεύεται στην "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" της Κυριακής (www.eleftheria.gr, 3/10/2010, σελ. 10).

 

ΠΗΓΗ: http://eleftherianet.blogspot.com/2010/10/blog-post.html