Αρχείο κατηγορίας Θρησκευτική αγωγή εν μέσω συγχίσεων

Σε εποχή που όλα μετατρέπονται σε θρησκείες από τους εμπορευματοποιημένους φορείς των εξουσιαστών, ο δρόμος της αγωγής είναι δύσβατος

ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ: ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΕ ΕΠΙΚΡΙΣΕΙΣ

Απόκριση στις Επικρίσεις Σχετικά με το νέο Πρόγραμμα Σπουδών

 

Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνάσιου*

 

 

Τα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που εκπόνησε το νέο Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου (2011), παρακολουθούμε ασφαλώς με το οφειλόμενο ενδιαφέρον τον διάλογο που διεξάγεται για τη μορφή, τους σκοπούς και το περιεχόμενο του νέου ΠΣ. Ο διάλογος αυτός είναι αναγκαίος και χρήσιμος, ειδικά στην τρέχουσα περίοδο της πιλοτικής εφαρμογής των νέων ΠΣ, η οποία έχει ως σκοπό την ενημέρωση-επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, την πειραματική διδακτική εφαρμογή και την εξαγωγή συμπερασμάτων για την ανάγκη τροποποιήσεων και βελτιώσεων.

 

Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, εκτός από τις αξιολογικές προσεγγίσεις των εκπαιδευτικών στα πιλοτικά σχολεία, οι οποίες είναι από ενθαρρυντικές έως ενθουσιώδεις, η Επιτροπή επισήμως δεν έχει παραλάβει οποιαδήποτε άλλη, επώνυμη και υπεύθυνη, πρόταση ή κριτική. Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα, έχουν δει το φως της δημοσιότητας άφθονες κρίσεις για το νέο ΠΣ, αναρτημένες κυρίως σε διάφορες ιστοσελίδες ποικίλης προελεύσεως και ποιότητας. Σε αυτές τις κριτικές, εκτός από τα θετικά σχόλια, υπάρχουν πολλές αξιόλογες επισημάνσεις, τις οποίες ασφαλώς η Επιτροπή θα λάβει σοβαρά υπόψη της στην πορεία για την ολοκλήρωση του έργου.

Είναι γεγονός, όμως, ότι  σε αρκετές από αυτές τις κριτικές διαπιστώνονται  προβληματικές προσεγγίσεις και αναλύσεις· ιδίως σε εκείνες που προέρχονται από μη εκπαιδευτικούς ή μη θεολόγους ή από εκπαιδευτικούς που δεν έχουν ενημερωθεί και δεν διαθέτουν εξειδικευμένη ή επαρκή γνώση για το θέμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι προφανείς οι συντονισμένες προσπάθειες διάφορων επώνυμων αλλά και ανώνυμων που χωρίς την αίσθηση της δέουσας ευθύνης αγωνίζονται με κάθε μέσο -και κυρίως με επικοινωνιακούς όρους και όχι με θεολογικά και παιδαγωγικά κριτήρια- να δημιουργήσουν κλίμα καχυποψίας ή ακόμη και χαοτικού διχασμού. Δεν είναι λίγες οι φορές που η Επιτροπή δέχθηκε ανάρμοστες λεκτικές επιθέσεις και απρεπείς χαρακτηρισμούς, που αποκαλύπτουν προκατάληψη, φανατισμό και παντελή έλλειψη πνεύματος διαλόγου. Η προφανής αδυναμία παρουσίασης πειστικών αντεπιχειρημάτων και η απροθυμία για έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από το θεολογικό περιεχόμενο του νέου ΠΣ και τις παιδαγωγικές αρχές που το διέπουν, οδήγησε αρκετούς επικριτές να επιδοθούν σε μια συστηματική, άκομψη και ανοίκεια προς το χριστιανικό ήθος επίθεση εναντίον των μελών της συντακτικής Επιτροπής. Η επίθεση αυτή επεδίωκε τη συκοφάντηση των κινήτρων τους, τη σπίλωση της ακαδημαϊκής και επιστημονικής τους υπόληψης και την αμφισβήτηση της ίδιας της εκκλησιαστικής ταυτότητας και του Ορθόδοξου φρονήματός τους. Στο πλαίσιο αυτής της απαράδεκτης και ακατανόητης στάσης εντάσσονται, αφενός, οι -ευτυχώς μεμονωμένες- ενέργειες μερικών επικριτών που απέβλεπαν στην τρομοκράτηση εν ενεργεία Σχολικών Συμβούλων, επιμορφωτών και θεολόγων εκπαιδευτικών και, αφετέρου, η προσπάθειά τους να στρατεύσουν σεβάσμιους ταγούς και εγνωσμένου κύρους εκκλησιαστικά πρόσωπα εναντίον του νέου ΠΣ.

Ως μέλη της Επιτροπής, αποδοκιμάζοντας κάθε ακραία ενέργεια και στάση που δεν συνάδει με την Ορθόδοξη πνευματικότητα αλλά και με την επιστημονική δεοντολογία, θεωρούμε επαρκείς τις επιστημονικές απαντήσεις και διευκρινίσεις που έχουν δοθεί κατά καιρούς σε σχέση με τα διατυπωθέντα μέχρι σήμερα βασικά ερωτήματα. Δεν έχει νόημα η ενασχόληση με σκόπιμες παρανοήσεις και επαναλαμβανόμενες ανακρίβειες, ανεξάρτητα από την πηγή προελεύσεώς τους· ούτε, βέβαια, η οποιαδήποτε απάντηση σε υποτιμητικά, υβριστικά και κακόβουλα σχόλια. Η συνεννόηση είναι επίτευγμα του καλοπροαίρετου διαλόγου και ουδέποτε της αδιαλλαξίας· πολύ δε περισσότερο, της μισαλλοδοξίας και της απροκάλυπτης εμπάθειας.

Με σεβασμό σε κάθε άποψη που κατατίθεται, επισημαίνουμε ότι ο διάλογος πάνω σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα είναι αδιέξοδος χωρίς την ουσιαστική προϋπόθεση της αμοιβαίας αναγωγής σε κοινούς τόπους αναγνωρισμένων επιστημονικών κριτηρίων. Δεν είναι έργο της Επιτροπής να εξηγήσει θεμελιώδεις παιδαγωγικές παραδοχές και τρέχοντες επιστημονικούς όρους, όταν αυτοί τόσο κραυγαλέα παρερμηνεύονται, δεν έχουν γίνει κατανοητοί ή αποσιωπούνται είτε από πρόθεση είτε από άγνοια. Η εργασία αυτή αρμόζει περισσότερο στα επιμορφωτικά σεμινάρια των μάχιμων εκπαιδευτικών. Είναι προφανώς ανώφελη η όποια δημόσια συζήτηση, όταν αγνοείται ή χαλκεύεται -ακόμη και από γραφίδα πανεπιστημιακού δασκάλου- το επιστημονικό και θεολογικό αλφαβητάρι της παιδαγωγικής επιστήμης, και κατ' εξοχήν της θρησκευτικής αγωγής ως προς τους όρους: «πρόγραμμα σπουδών διαδικασίας», «γραμματισμός», «διερευνητική μάθηση», «βιωματικές και συνεργατικές διδακτικές δραστηριότητες», «διαπολιτισμική εκπαίδευση», «σεβασμός στην ετερότητα», «ανθρωποκεντρική διάσταση στην εκπαίδευση» κ.ά.

Αντί να στρέψουν την προσοχή τους στα ουσιώδη του ΠΣ, ορισμένοι επιμένουν να διαστρεβλώνουν στοιχειώδεις έννοιες, συγχέοντας τα αυτονόητα και τα ζητούμενα, παρά τις διεξοδικές και επανειλημμένες εισαγωγικές διευκρινίσεις από την Επιτροπή. Για μια φορά ακόμη, επισημαίνουμε ότι: το ΠΣ δεν είναι διδακτέα ύλη, δεν είναι κατάλογος μαθημάτων, δεν είναι διδακτικό εγχειρίδιο, δεν είναι βιβλίο του μαθητή. Το ΠΣ μπορεί να οδηγήσει στον σχεδιασμό πολλαπλά διαφοροποιημένης διδασκαλίας, ανάλογα με την τάξη και τον μαθητικό πληθυσμό που απευθύνεται ο εκπαιδευτικός. Στον Οδηγό του Εκπαιδευτικού έχουν καταχωριστεί ολοκληρωμένα διδακτικά σενάρια και άφθονες διδακτικές προτάσεις που τεκμηριώνουν αυτή τη θέση αλλά και δείχνουν καθαρά ότι η κατηγορία για την απεμπόληση της πίστης είναι παντελώς έωλη. 

Χαρακτηριστικό δείγμα της σύγχυσης είναι ότι το ΠΣ έχει χαρακτηριστεί -από τους ίδιους πάντα επικριτές- άλλοτε ως κοινωνιολογία της θρησκείας, άλλοτε ως κοινωνική ηθική, άλλοτε ως συγκριτική θρησκειολογία και άλλοτε ως πολιτιστικό μάθημα… Κατανοούν, άραγε, τα σημαινόμενα των εκάστοτε διατυπώσεων και, τελικά, γνωρίζουν τι ακριβώς είναι το ΠΣ διαδικασίας; Μοιάζει παράδοξο, όμως, είναι τα ίδια πρόσωπα που διατύπωσαν στο παρελθόν παρόμοιες κατηγορίες για τα βιβλία Θρησκευτικών, τα οποία είχαν βασιστεί στο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ 2003), κατηγορώντας τα για σοβαρά θεολογικά λάθη και θρησκειολογική εκτροπή. Τα ίδια αυτά πρόσωπα τάσσονται τώρα αναφανδόν υπέρ της διατήρησης του Ορθόδοξου και μάλιστα «ομολογιακού» μαθήματος, όπως είναι μέχρι σήμερα, ξιφουλκώντας κατά του νέου ΠΣ!

Δεν είναι οξύμωρο ότι στην Επιτροπή του ΠΣ μετέχουν και θεολόγοι που συμμετείχαν στις συγγραφικές ομάδες αρκετών διδακτικών εγχειριδίων Θρησκευτικών στα τελευταία είκοσι χρόνια; Πώς γίνεται εκείνοι που έγραψαν στο παρελθόν Ορθόδοξα Θρησκευτικά να απεμπολούν τάχα την Ορθόδοξη πίστη τώρα; Πώς ανατρέπει το ΠΣ τη μέχρι σήμερα Ορθόδοξη γραμμή του μαθήματος, όταν το εκπαιδευτικό υλικό στο οποίο παραπέμπει, αποτελείται αποκλειστικά από τα διδακτικά εγχειρίδια και τα μέσα που έχουν παραχθεί στα τελευταία χρόνια και ισχύουν μέχρι σήμερα; Το υλικό αυτό περιλαμβάνεται στην Δ΄ στήλη του νέου ΠΣ και είναι το μοναδικό τμήμα του με το οποίο  έμμεσα έρχεται σε επαφή ο μαθητής.

Σε όλες σχεδόν τις ακραίες αρνητικές κριτικές είναι εμφανής η λογική μιας αντιθετικής πόλωσης, που προβάλλεται με απόλυτο δογματισμό. Σύμφωνα με αυτή, οι μοναδικές προτάσεις για την ύπαρξη και λειτουργία των Θρησκευτικών κινούνται διαζευκτικά μεταξύ του ομολογιακού-κατηχητικού και του θρησκειολογικού μαθήματος. Ή το ένα ή το άλλο. Μάλιστα, επειδή ακριβώς το νέο ΠΣ δεν ακολουθεί αυτή την υπεραπλουστευτική λογική, κατηγορείται αυθαίρετα και αδικαιολόγητα ως «θρησκειολογικό». Με την ίδια ευκολία και παρόμοιο τρόπο χαρακτηρίζεται το θρησκευτικό μάθημα και στις ευρωπαϊκές χώρες. Προκαλεί δέος η τόσο μεγάλη άγνοια. Πώς μπορούν να παραβλέπουν την τόσο πλούσια βιβλιογραφία για το θέμα; Πώς διαγράφουν τη διαδρομή και τα επιτεύγματα του μαθήματος στη χώρα μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες; Με ποια επιστημονικά επιχειρήματα κατηγοριοποιούν το μάθημα και το νέο ΠΣ, όταν η πραγματικότητα απέχει παρασάγγας από την αναφερθείσα μονολιθική προσέγγιση; Τέλος πάντων, γνωρίζουν ή δεν γνωρίζουν άλλη πρόταση για τον σκοπό, τον χαρακτήρα, τη δομή και τις αρχές διδασκαλίας του σύγχρονου θρησκευτικού μαθήματος εκτός από το ιδεοληπτικό και στερεοτυπικό δίπολο «ομολογιακό ή θρησκειολογικό μάθημα»; Υπάρχει, άραγε, κάποια ουσιαστική μελέτη επί της ουσίας των Συστάσεων (Recommendations) του Συμβουλίου της Ευρώπης για το θρησκευτικό φαινόμενο στην Ευρώπη;

Το νέο ΠΣ, που συγκροτήθηκε με συλλογικό κόπο, υπερβαίνει την προ πολλού παρωχημένη κλειστή ομολογιακή προσέγγιση χωρίς, όμως, να μετατρέπει το μάθημα σε θρησκειολογικό. Χαρακτηρίζεται από ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο που αφορά στην οικεία θρησκευτική παράδοση και το οποίο δημιουργεί τις προϋποθέσεις και το κατάλληλο εκπαιδευτικό περιβάλλον για ένα άνοιγμα στην ετερότητα σε θεμιτό βαθμό και, κυρίως, με βάση τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά, τις ουσιαστικές μορφωτικές ανάγκες και τα συνεχώς ανανεούμενα ερωτήματα των σημερινών παιδιών και εφήβων σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο. Αξίζει να τονισθεί, ότι οι συγκεκριμένες αυτές επιλογές του νέου ΠΣ δεν είναι θύραθεν επιδράσεις αλλά βασίζονται συνειδητά σε θεμελιώδεις και τεκμηριωμένες επιλογές που απορρέουν από την Ορθόδοξη θεολογία και ζωή.

Επιπρόσθετα πρέπει να θυμίσουμε, ότι το μάθημα των Θρησκευτικών έχει διανύσει μια γνωστή σε όλους διαδρομή, μία διαδρομή η οποία ακολουθεί τις αλλαγές στην ελληνική κοινωνία, καθώς επίσης ότι υπάρχει και λειτουργεί εδώ και τώρα. Έχει συγκεκριμένη σκοποθεσία, παιδαγωγικά χαρακτηριστικά και αρχές, διδακτικά μέσα και εργαλεία, νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο πορεύεται και, βεβαίως, τις ελλείψεις του. Δεν συζητούμε για μια εκ του μηδενός επανίδρυσή του  ούτε φυσικά  νέα ανακάλυψη του χαρακτήρα και του προσανατολισμού του.

Το ΠΣ και ο Οδηγός του Εκπαιδευτικού αναφέρονται διεξοδικά στο παιδαγωγικό και επιστημονικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζουν την ανάπτυξή τους. Τόσο στο ΠΣ όσο και στον Οδηγό, σε κάθε κεφάλαιο ξεχωριστά, παρατίθεται βασική βιβλιογραφική τεκμηρίωση για όλα τα θέματα. Επιτέλους, οι επικριτές οφείλουν να πράξουν το ίδιο, επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιστημονική συνέπεια, ορίζοντας δηλαδή τις δικές τους παιδαγωγικές θέσεις, εάν υπάρχουν, βάσει των οποίων διατυπώνουν τόσο σοβαρές κατηγορίες και ενστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, εγκαταλείποντας τον αντιδραστικό -και κατά κανόνα ατεκμηρίωτο- αρνητισμό τους, οφείλουν να διατυπώσουν σαφείς απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα:

α) Ποια άλλη θεωρία μάθησης προτείνουν αντί της αυτονόητης για τα σύγχρονα παιδαγωγικά δεδομένα, θεμελιώδους και συνάμα κριτικής προσέγγισης των συντακτών του ΠΣ, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, είναι η δέσμη θεωρήσεων του κονστρουκτιβισμού;

β) Ποια άλλη επιστημονική θεωρία αποδέχονται για τη σύνταξη ενός ΠΣ και ποιο τύπο/μοντέλο θεωρούν κατάλληλο για τα Θρησκευτικά και για ποιους λόγους, αντί του ΠΣ διαδικασίας;

γ) Με βάση ποιους ερευνητές και, ειδικότερα, ποιους παράγοντες, αρχές και παραδοχές προσδιορίζουν το γνωστικό επίπεδο των μαθητών και τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά τους σε κάθε βαθμίδα; Επιπλέον, πού παραπέμπουν ως προς τις σύγχρονες θρησκειοπαιδαγωγικές ανάγκες των μαθητών; Το ΠΣ αφιερώνει μεγάλο αριθμό σελίδων στα ζητήματα αυτά και οι θέσεις του είναι δημοσιευμένες.

δ) Ποια στοιχεία προσκομίζουν για την ανθρωπογεωγραφία και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου ελληνικού μαθητικού πληθυσμού;

ε) Σε ποιες αναγνωρισμένες μελέτες παραπέμπουν ως προς τα ζητήματα που χρειάζονται βελτίωση στην ήδη παρεχόμενη θρησκευτική εκπαίδευση;

στ) Ποια διδακτική μεθοδολογία προκρίνουν αντί της διερευνητικής, συνεργατικής και κριτικής διδασκαλίας-μάθησης, η οποία συνιστά μια από τις μεγαλύτερες καινοτομίες που εισάγει το νέο ΠΣ;

ζ) Ποιος είναι -κατ' αυτούς- ο ρόλος του εκπαιδευτικού μέσα στη τάξη, αφού επιδεικτικά αγνοούν τη συμβολή του, μιλώντας μόνο για το ΠΣ και τους μαθητές;

 Χωρίς απαντήσεις στα παραπάνω αφετηριακά ερωτήματα, κάθε άλλη συζήτηση είναι μάταιη γιατί εκτρέπεται και αποπροσανατολίζει από το κυρίως ζητούμενο.

Κραυγαλέα δείγματα αυτής της παραπληροφορούσας και ψευδόμενης επιχείρησης διαστρέβλωσης του νέου ΠΣ, είναι οι ανυπόστατες και χονδροειδείς -πλην όμως τόσο αποτελεσματικές για την παραπληροφόρηση- κατηγορίες ότι: «στο νέο ΠΣ ο Ιησούς Χριστός εξισώνεται με τους ιδρυτές άλλων θρησκειών» (και οι λίθοι κεκράξονται!), ότι «τα παιδιά καλούνται να επιλέξουν» (άκουσον, άκουσον!) «από έξι θρησκείες που παρουσιάζονται ισότιμα» (sic), ότι «το μάθημα γίνεται θρησκειολογικό» ή ακόμη και «πανθρησκειακό». Τα μέλη της Επιτροπής έχουν απαντήσει σε αυτές τις ευφάνταστες αιτιάσεις, παραθέτοντας αναλυτικά στοιχεία και συγκεκριμένες παραπομπές στο ΠΣ, με το  Υπόμνημα της 30ης Μαρτίου 2012 που υποβλήθηκε στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ύστερα από αίτημα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου,  και το οποίο έτυχε θετικής εισήγησης.

Ας σημειωθεί ότι μετά τη δημοσίευση του πολυσέλιδου Υπομνήματος, ορισμένοι από τους λιβελλογράφους επανήλθαν λέγοντας ότι: ναι μεν το περιεχόμενο του ΠΣ βασίζεται σε συντριπτικό ποσοστό στην Ορθόδοξη πίστη, λατρεία και ζωή και εν γένει παράδοση, ναι μεν υπάρχουν άφθονα βιβλικά, πατερικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά οι κατηγορίες εξακολουθούν να ισχύουν γιατί γίνεται «σιωπηρή» κατάργηση της μοναδικότητας του προσώπου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού! Μέχρι και έντυπη ανθολόγηση των αρνητικών κριτικών έγινε πρόσφατα, αποκλειστικά και μόνον αυτών, χάριν όσων δεν έχουν πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες, όπου περιελήφθησαν ακόμη και ανεύθυνα και αντιεπιστημονικά σχόλια γνωστών για το ήθος τους ιστολογίων. Είναι αυτή υπεύθυνη επιστημονική και θεολογική στάση; Είναι έγκυρος και αντικειμενικός διάλογος, όταν συστηματικά προβάλλεται κάθε διαστρεβλωτική προσέγγιση, αποκλειομένης a priori κάθε άλλης άποψης και ιδιαιτέρως των θιγόμενων;

Το φαινόμενο είναι λυπηρό και ανησυχητικό ακόμη κι αν οφείλεται σε ελάχιστους πρωταγωνιστές. Η ανησυχία, όμως, οξύνεται, όταν η παραπληροφόρηση εκπορεύεται από ορισμένους σεβαστούς, πλην όμως επί πολλά χρόνια απέχοντες από τα διδακτικά δρώμενα, και προφανώς άμοιρους πρόσφατης διδακτικής εμπειρίας στα Θρησκευτικά συναδέλφους. Οι συνάδελφοι αυτοί, καθώς φαίνεται, δεν μπορούν να αντιληφθούν τι ήταν στο παρελθόν τα Θρησκευτικά, τι είναι σήμερα και τι επιπλέον χρειάζονται, ώστε να γίνουν ένα σύγχρονο, επίκαιρο και δημιουργικό μάθημα. Ένα μάθημα που να ανταποκρίνεται σε ουσιώδεις ανάγκες της μαθητιώσας νεολαίας και όχι στις φαντασιώσεις ή τις μεσσιανικές νευρώσεις όλων εκείνων που το θέλουν καθηλωμένο σε ένα πλέγμα παρωχημένων παιδαγωγικών αρχών, στοχοθεσίας και μεθόδου. Με αυτές τις προϋποθέσεις, ακόμη και η πρόταση ενός «ομολογιακού-κατηχητικού» μαθήματος, ίσως αποτελεσματικού σε άλλες συνθήκες, δεν μπορεί να ευοδωθεί. Το σχόλιο κατατίθεται ως ανοικτή καταγγελία και διατυπώνεται με ανάμικτα συναισθήματα λύπης, ανησυχίας και δικαιολογημένης αγανάκτησης.

Διατρέχοντας κανείς τις απαξιωτικές κρίσεις, τις λοιδορίες και τις ύβρεις των επικριτών, σχηματίζει την εντύπωση για τα μέλη αυτής της Επιτροπής ότι πρόκειται για «εξωνημένους και αδίστακτους παραχαράκτες της χριστιανικής πίστης, οι οποίοι έδρασαν σε διατεταγμένη υπηρεσία αποδόμησης της Ορθοδοξίας και εγκαθίδρυσης της πανθρησκείας»! Ωσάν να μην πρόκειται για ανθρώπους, οι οποίοι -πέραν της όποιας επιστημονικής επάρκειας και εκπαιδευτικής διαδρομής- γαλουχήθηκαν, πορεύθηκαν και διακόνησαν επί μακρόν -πράγμα που συνεχίζουν να πράττουν μέχρι σήμερα- την Εκκλησία και τη Θεολογία. Αναμφισβήτητα, το ζήτημα έχει και νομικές και πολιτικές και, κυρίως, πνευματικές παραμέτρους, με την εκκλησιαστική σημασία του όρου. Όμως, πάνω απ' όλα, πιο πέρα κι από τα πρόσωπα που υβρίζονται, το διακύβευμα αφορά στο παρόν και στο μέλλον της θρησκευτικής παιδείας στο Ελληνικό σχολείο. Ασφαλώς, τα μηνύματα από τη συντριπτική πλειοψηφία του θεολογικού κόσμου είναι ελπιδοφόρα και αισιόδοξα, όμως, πνίγονται μέσα στον θόρυβο ενός αήθους υβρεολογίου, το οποίο αντικαθιστά ή υποδύεται την κριτική.

Θεωρούμε, μάλιστα, ότι μέρος της μέχρι τούδε ασκηθείσας δημόσιας τοποθέτησης για το νέο ΠΣ, όπως περιγράφηκε πιο πάνω, πέρα από την επιστημονική ανεπάρκεια σε ζητήματα παιδαγωγικά -αν και επικαλείται ή δήθεν υπερασπίζεται την Ορθοδοξία- επιχειρεί να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς της («Οὐ πᾶς ὁ λέγων Κύριε, Κύριε…»). Το ζήτημα είναι φανερό πως αγγίζει την καρδιά της ίδιας της Εκκλησίας και της Θεολογίας της.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Θεολογία της θα αδιαφορήσει για τον σημερινό μαθητή, τον συχνά μετέωρο και μπερδεμένο από την έκθεση σε ένα πλήθος αλλόκοτων πληροφοριών και όχι σπάνια αλλοπρόσαλλων θρησκευτικών ερεθισμάτων -παρότι τυπικά πολιτογραφείται ως «Ορθόδοξος»;

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Θεολογία της πώς θα απαντήσει σε αυτό το οξύ πρόβλημα, κραυγάζοντας και απειλώντας; Ή μήπως υπάρχει κανείς που να θεωρεί ότι, αποκλείοντας οποιαδήποτε αναφορά στο πρόβλημα, αυτό λύεται ως διά μαγείας; Και αν αυτή η δυνατότητα της παιδαγωγικά έγκυρης πραγμάτευσης δεν δοθεί στον θεολόγο-καθηγητή και σε ένα μάθημα Θρησκευτικών που θα δομείται πάνω σε ένα ΠΣ διαδικασίας, ευέλικτο και ανοικτό στη συνδιαμόρφωση με τους μαθητές, όπως αυτό που προτείνεται από την Επιτροπή μας, τότε σε ποιον, με ποια εχέγγυα και σε ποιο πλαίσιο; Μπορεί το μάθημα να συμβάλει στην κοινωνική συνοχή της ελληνικής και ευρωπαϊκής κοινωνίας μας;

Είναι άραγε Ορθόδοξη και εκκλησιαστική ποιμαντική προς μαθητές η στενόκαρδη περιχαράκωση, η καταγγελτική ρητορεία και ο προπηλακισμός (λεκτικός ή μη) σε κάθε άνοιγμα διαλόγου ή συνύπαρξης με το διαφορετικό; Ταπεινά φρονούμε πως όχι.

Σε αυτή την κρίσιμη καμπή για τον τόπο και την πατρίδα ο καθένας έχει χρέος να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν. Έναντι, πρωτίστως, της Αλήθειας.

 

* Τα Μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνάσιου

 

Αθήνα 25  Οκτωβρίου 2012

 

Γιαγκάζογλου Σταύρος, Σύμβουλος Α΄ Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, υπεύθυνος επιστημονικού πεδίου

Βαλλιανάτος Άγγελος, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Γριζοπούλου Όλγα, Δρ. Θεολογίας

Διαμαντής Φώτιος, Δάσκαλος, MEd & Θεολόγος, MTh

Ζορμπάς Κωνσταντίνος, Δρ. Θεολογίας, Κοινωνιολόγος, καθηγητής Θεολόγος

Καλαϊτζίδης Παντελεήμων, Δρ. Θεολογίας, τ. Πάρεδρος ε.θ. του Π.Ι., καθηγητής Θεολόγος

Μόσχος Δημήτρης, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ

Νευροκοπλής Αθανάσιος, MTh, καθηγητής Θεολόγος

Παναγάκης Αντώνης, Δάσκαλος και Θεολόγος

Παπαδόπουλος Γιώργος, καθηγητής Θεολόγος

Περσελής Εμμανουήλ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ

Πλιάκου Ζωή, Θεολόγος

Στάθης Γιώργος, τ. Πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Στριλιγκάς Γιώργος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Ταμβάκης Παναγιώτης, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Υφαντής Παναγιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Μια προωθημένη πρόταση στον καιρό

Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου

στο Νέο Σχολείο: μια προωθημένη πρόταση «στον καιρό του αλλόκοτου φόβου…»[i]

                                            «Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται για να' ρθουν»[ii]

 

Tου Χριστόφορου Γ. Παπασωτηρόπουλου*

 

 

Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών των Θρησκευτικών αποτελεί για κάθε καλόπιστο και συνειδητοποιημένο δάσκαλο ένα σημαντικό άλμα για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Α/θμια και τη Β/θμια Εκπαίδευση. Οι λόγοι  είναι οι εξής:

® Έχει αξιοποιήσει πορίσματα νεότερων εκπαιδευτικών ερευνών, διεθνή εμπειρία σε επίπεδο εφαρμογής αλλά και σύγχρονη βιβλιογραφία σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών (στο εξής μτΘ ) αλλά και γενικότερα με τη σύγχρονη θρησκευτική Εκπαίδευση και Παιδαγωγική.

® Έχει λάβει υπόψη του όλα τα αναλυτικά προγράμματα που μέχρι τώρα έχουν συνταχθεί, τα ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ και τα νεότερα σχολικά βιβλία του Δημοτικού και του Γυμνασίου. Με αυτή την έννοια, αποτελεί συνέχεια των προηγούμενων προσπαθειών επιχειρώντας να αξιοποιήσει τα όποια θετικά αλλά και να υπερβεί τις πιθανές αγκυλώσεις ή δυσκολίες τους.

® Συνιστά συγκροτημένη και ολοκληρωμένη πρόταση και με αναλυτικό σχεδιασμό υψηλών απαιτήσεων, που θέτει δημιουργικές προκλήσεις στον εκπαιδευτικό και που διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό αυτόν που θα κληθεί να το υποστηρίξει στη τάξη.

® Έχει συμπεριλάβει όλους τους προβληματισμούς που τα τελευταία τριάντα χρόνια έχουν κατατεθεί σχετικά με τη θρησκευτική εκπαίδευση στην Ελλάδα, τόσο από θεολόγους όσο και λοιπούς επιστημονικούς χώρους σε συνέδρια, ημερίδες αλλά και στην ειδική βιβλιογραφία.

® Πιο σημαντικές ακόμη είναι οι θεμελιώδεις αλλαγές που επιφέρει σε βαθύτερα και πιο ουσιαστικά προβλήματα – που για δεκαετίες συζητάμε μεταξύ μας οι θεολόγοι – αλλά και ζητήματα που πάντοτε έδιναν λαβή για επικρίσεις, είτε σε μερίδα ψευδο-προοδευτικών, είτε σε μερίδα ελλιπώς ενημερωμένων «τιμητών» της θρησκευτικής εκπαίδευσης αυτής της πολύπαθης χώρας,(της οποίας, ειρήσθω εν παρόδω, ένα από τα δεινά που την ταλάνιζαν και την ταλανίζουν ακόμη είναι η ημιμάθεια και η ανέξοδη κριτική, συχνά εν είδει προοδευτισμού), σε ζητήματα που αφορούν στην παράδοση, στον πολιτισμό και την παιδεία.

® Βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τη Σύσταση 1720/2005(αλλά και με άλλα ευρωπαϊκά κείμενα) που απηύθυνε η Κοινοβουλευτική Συνδιάσκεψη του Συμβουλίου της Ευρώπης(47 χώρες) προς τα κράτη-μέλη της σχετικά με την αναγκαιότητα της θρησκευτικής εκπαίδευσης και η οποία, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι «η καλή γενική γνώση των θρησκειών είναι ουσιώδης για την καλλιέργεια κοινωνικής ανοχής και την καλύτερη λειτουργία του δημοκρατικού τρόπου ζωής. Η εκπαίδευση πρέπει να προμηθεύει τα απαραίτητα εργαλεία για την καταπολέμηση της άγνοιας, των στερεοτύπων και των παρεξηγήσεων σχετικά με τις θρησκείες»[iii]

® Το νέο πρόγραμμα διαδικασίας[iv] καταφέρνει να αφήσει πίσω του τρεις βασικές «κατηγορίες» σχετικές με το χαρακτήρα του μτΘ και τις παλαιότερες κατευθύνσεις του:

α. Παύει να έχει κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα[v].Αξιοποιεί την Ορθόδοξη Παράδοση, το χριστιανισμό και τις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες δίνοντας κυρίως έμφαση – πράγμα φυσικό και αυτονόητο – σε βιβλικά κείμενα επιλεγμένα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη( βλέπε π.χ. τον πίνακα στον Οδηγό Εκπαιδευτικού, σελ. 70-73) , στην ευρύτερη παράδοση της Εκκλησίας, σε νεότερες πηγές αλλά και σε φωτεινά παραδείγματα της νεότερης Εκκλησίας (π.χ. πατήρ Πορφύριος, πατήρ Παϊσιος κ.α.).Ως πρόγραμμα διαδικασίας, ξεκινά από την εμπειρία του μαθητή και από τη στάση ζωής και τους προβληματισμούς που αντιστοιχούν στην ηλικία του ( «συνομιλία του κόσμου της θρησκείας με τον κόσμο της ζωής των μαθητών») για να καταλήξει με στέρεες βάσεις στα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα κάθε φορά. Δε λαμβάνει υπόψη του μόνο το μαθητή που είναι χριστιανός αλλά και οποιονδήποτε άλλον που του δίνεται η ευκαιρία μέσα από τις δομημένες θεματικές ενότητες να γνωρίσει την Ορθοδοξία, όπως αυτή υπάρχει εδώ και αιώνες μέσα στο πολιτιστικό περιβάλλον στο οποίο ζει.

β. Δεν έπεσε στην παγίδα του «θρησκειολογικού» μαθήματος για να ικανοποιήσει τη δήθεν μοντέρνα άποψη που θεωρεί ότι ένα σύγχρονο μάθημα θρησκευτικών μπορεί να σταθεί – αν δεν καταφέρουμε να το πετάξουμε! – σαν μια εγκυκλοπαίδεια θρησκειών με επαρκείς πληροφορίες και γνώσεις για τις θρησκείες, επιστημονικά τεκμηριωμένες, αλλά που δεν έχουν καμιά σχέση με την ομορφιά και τη ζωντάνια – ανεξάρτητα αν τις ασπάζεται κανείς ή όχι – πτυχών των θρησκειών. Αντ' αυτού για πρώτη φορά στην ιστορία των αναλυτικών προγραμμάτων διδάσκονται οι θρησκείες («γνώση από τις θρησκείες») και εντάσσονται ομαλά σε όλες τις τάξεις. Με απλό και διακριτικό τρόπο απλώνονται πτυχές των άλλων θρησκειών που συνδέονται τόσο με τη διαφορετικότητα στην πίστη και τη θρησκευτική έκφραση, όσο και τις διαφορετικές αντιλήψεις σε μεγάλα ανθρωπολογικά, κοσμολογικά και θεολογικά ζητήματα. Από το Δημοτικό κιόλας ο μαθητής εξοικειώνεται με τις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες, όχι με την αντίληψη ότι υπάρχουν «θρησκείες για όλα τα γούστα» (κάτι που θα σήμαινε συγκρητισμό και επιφανειακή προσέγγιση των θρησκειών, πράγμα το οποίο φαίνεται να βρίσκεται έξω από τους στόχους και τη φιλοσοφία του νέου ΠΣ)[vi], αλλά περισσότερο της – με σεβασμό και προσοχή- συνάντησης, με θρησκείες που μοιάζουν ή διαφέρουν περισσότερο ή λιγότερο από τη «δική» μας. Ο μαθητής ενημερώνεται και εξοικειώνεται σταδιακά με την ετερότητα και προστατεύεται έγκαιρα από την εμπάθεια και το φανατισμό, που συντηρείται -και ενίοτε βολεύει κιόλας!-από την ελλιπή ή αποσπασματική γνώση. Μέσα από τις οργανωμένες θεματικές ενότητες του ΠΣ ο μαθητής αξιοποιεί το μτΘ ως χώρο ανακάλυψης της θρησκείας, ως χώρο επεξεργασίας θρησκευτικών γνώσεων και δεδομένων και ως χώρο οραματισμού και προσδοκίας. Έτσι αποφεύγεται το θλιβερό φαινόμενο να καταλήγει στη Β' λυκείου και μέσα στο μέχρι σήμερα υπάρχον πλαίσιο σπουδών να δέχεται γνώσεις επιστημονικά μεν τεκμηριωμένες, αλλά άσχετες και ξένες με τις αναζητήσεις του και τους προβληματισμούς του. Κι είναι γνωστό σε όλους όσους διδάσκουν στο Λύκειο, ότι το τελευταίο πράγμα που απασχολεί τους μαθητές στη Β' λυκείου είναι η γνώση γύρω ή/και από τις θρησκείες! Ίσως αυτό να ενοχλεί δύο τύπους επικριτών του μτΘ: Αφενός αυτούς που προτιμούν οι μαθητές να μη γνωρίζουν και πολλά πράγματα για να μην παρασυρθούν και χάσουν την καθαρότητα της πίστης τους. Αυτοί οι άνθρωποι όμως βλέπουν έτσι κι αλλιώς την Εκκλησία σαν ένα «club σεσωσμένων» ,τους εαυτούς τους σαν πορτιέρηδες στον Παράδεισο και το Θεό σαν ηγέτη μιας σεχταριστικής οργάνωσης! Αφετέρου αυτούς που, ακόμη και σήμερα, αδυνατούν να αναγνωρίσουν την καθοριστική σημασία που παίζει για τη διαμόρφωση της θρησκευτικής συνείδησης η στοιχειώδης θρησκευτική γνώση μέσα από τους δημόσια ελεγχόμενους δρόμους της εκπαίδευσης, τους εν πολλοίς παιδαγωγικά και επιστημονικά άρτιους ,ως αντίποδας στον κάθε λογής θρησκευτικό φανατισμό και τις κάθε λογής θρησκευτικές σέχτες που μέλημά τους έχουν να αγκαλιάσουν κάθε «πικραμένο»! Η επαρκής και ολοκληρωμένη γνώση, η έγκυρη ενημέρωση μέσα (και) από το δημόσιο σχολείο ήταν πάντοτε το καταλυτικό αντίδοτο απέναντι στη μετριότητα και την ημιμάθεια που προετοιμάζει μάζες υποταχτικών έτοιμων να υπηρετήσουν κάθε λογής ιδεοληψίες…

Κι όταν σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική (η καθεμιά για τους δικούς της πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους) ανακαλύπτεται η θεμελιώδης σημασία της θρησκευτικής εκπαίδευσης, στην Ελλάδα η συχνά κοντόφθαλμη και εγκλωβισμένη «αριστερά» (όχι αυτή των κινημάτων, που ήδη ψάχνει και βρίσκει για πολλά απαντήσεις χωρίς να περιμένει τη γραμμή του κόμματος…), αδυνατεί με μυωπική εμπάθεια να ξεπεράσει και να αναθεωρήσει τις ιδέες της για τη θρησκευτική εκπαίδευση, αρνούμενη πεισματικά να δει έναν κόσμο που εξελίσσεται και μεταβάλλεται (Λυπηρό, όμως ένα μεγάλο μέρος της «αριστεράς» του συστήματος δεν έχει κάνει έντιμα και θαρραλέα την αυτοκριτική της και τις ιστορικές της αναλύσεις για άλλα κι άλλα ζητήματα και θ' ασχοληθεί με τη θρησκευτική εκπαίδευση;)[vii].

γ. Το μτΘ γίνεται πια ένα ανοιχτό μάθημα για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές. Αντί να χωρίζει, θέτει προϋποθέσεις και φέρνει σε συνάντηση όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από την όποια θρησκευτική -ή μη- προέλευση και ταυτότητά τους.

Οι απόψεις των μαθητών, οι προβληματισμοί τους, τα στερεότυπα που συχνά μεταφέρουν από το περιβάλλον τους, γίνονται εργαλείο δουλειάς για να μπορέσουν να κατανοήσουν το θρησκευτικό φαινόμενο και να συνειδητοποιήσουν με επάρκεια τις πτυχές της θρησκευτικής πίστης τόσο της ορθόδοξης, όσο και της ευρύτερης χριστιανικής αλλά και των άλλων γνωστών θρησκειών του κόσμου. Με το νέο πρόγραμμα σπουδών μπορεί κανείς να διαπραγματευτεί από σοβαρή θέση και την ελαφρότητα των αντιφατικών εγκυκλίων σχετικά με την απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των θρησκευτικών, που για χρόνια η αμήχανη Πολιτεία τη διαχειρίζεται σα να κρατάει δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη: και με τις ευρωπαϊκές επιταγές και με τη θεσμική εκκλησιαστική συντήρηση(στην οποία σημειωτέον επενδύει ,ως ένα μεγάλο βαθμό, την επιβίωσή της στην κομματική αρένα της – κατά Κορνήλιο Καστοριάδη – σημερινής Κοινοβουλευτικής Ολιγαρχίας…) .

«Η αποτυχία της προετοιμασίας είναι η προετοιμασία της αποτυχίας»[viii]

Όμως … επειδή όταν κανείς ξεκινά να κρίνει κάτι καινούργιο οφείλει να βλέπει όχι μόνο το δέντρο αλλά ολόκληρο το δάσος, δε γίνεται παρά να μην καταγράψει και να μην προβληματιστεί σοβαρά για την τύχη και αυτού του νέου προγράμματος σπουδών, όσα θετικά κι αν έχει ή όσα προβληματικά κι αν προκύψουν, και να αναρωτηθεί τελικά σε ποιο εκπαιδευτικό πλαίσιο έρχεται να εφαρμοστεί ,με ποιες υποδομές και με ποιες προϋποθέσεις φιλοδοξεί να πατήσει στα πόδια του;

 Πριν προχωρήσουμε, είναι μεγάλος ο πειρασμός να μεταφερθεί σε αυτή τη συνάφεια ένα καυστικό και συνάμα προφητικό κείμενο του Μίλτου Κουντουρά, ο οποίος τη δεκαετία του 1920, έγραφε για το εκπαιδευτικό ξεχαρβάλωμα της εποχής του, κινητοποιημένος από το πάθος του δασκάλου που πονάει και αγωνίζεται για το παρόν και το μέλλον του χώρου του:

«Η μαύρη αλήθεια λοιπόν είναι τούτη: Στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει εκπαίδευση. Το φωνάζουν απελπισμένοι όσοι αγαπούν το Σχολειό, το επανέλαβαν χίλιες φορές ερασιτεχνικά στις εφημερίδες οι δημοσιογράφοι, το μουρμουρίζουν κουνώντας θλιβερά το κεφάλι οι άνθρωποι της περασμένης γενεάς, το αισθάνεται αόριστα ο αγράμματος λαός όταν συχνά μέσα στη βιοπάλη του αναστενάζει: Κοντά σ' όλα πάνε και τα καημένα τα γράμματα!…

Κι η αλήθεια είναι αυτή. Σχολειό πια δεν υπάρχει. Κινείται μονάχα ακόμη ένας ανήθικος κι αρρωστημένος οργανισμός γεμάτος από δηλητήριο και παραφροσύνη που πολύ σύντομα θα επιδράσει θανατηφόρα σ' όλη την κατοπινή ζωή του τόπου μας. Μια σάπια και ξεχαρβαλωμένη μηχανή όπου από ανάγκη ρίχνουμε μέσα μια καθαρή κι αγνή ζωική παραγωγή-τα ευκολόπλαστα παιδιά μας-για να μας τα μεταβάλει ύστερα από λίγα χρόνια σε μούμιες κατάξερες και φασκιωμένες ή σε κινούμενα μιάσματα ανασυρμένα σαν από τάφους…. Ένα ψέμα, ένα «κατά συνθήκη» ψέμα κατάντησε στην Ελλάδα το Σχολειό. Μπείτε μέσα μια στιγμή και μυρίστε τον αέρα του. Βρώμα και δυσωδία. Ο δάσκαλος σαπίζει από την αθλιότητα που τον καταδικάζει ένα αφιλόστοργο και μοχθηρό Κράτος. Και παραπατάει μεθυσμένος από τη δυστυχία. Και γρονθοκοπιέται με τον εαυτό του, με το συνάδελφό του, με την κακεντρέχεια των θεσπισμένων νόμων. Και γίνεται ύπουλος και κόλακας, η χολή κιτρινίζει το πρόσωπό του, και η ψυχή του νερουλιάζει από την απόγνωση. Κι η παιδική ψυχή, η μαλακιά ακόμη, δέχεται ολημερίς και διαμορφώνεται σύμφωνα με τέτοιες θανατηφόρες επιδράσεις. Πουθενά η ωραία κ' ελεύθερη ψυχή. Πουθενά η δονούμενη από ενέργεια κι αλήθεια ζωή. Ένα νεκρό, κατάξερο, αφιλοσόφητο γράμμα, κατακουρελιασμένο κι αυτό. Έτσι για τα μάτια…. Κι η Κοινωνία; Υπνωτισμένη παρακολουθεί το τραγικό θέαμα: Ένας χείμαρρος παιδιών βγαίνει κάθε μέρα από τα Σχολειά. Είναι η τρομερή ψυχή του δασκάλου που θα κυβερνήσει μεθαύριο τη Χώρα. Με τον αδιάπλαστό του πια ψυχικό και πνευματικό κόσμο. Και το ροδάνι θα κυλάει από γκρεμό σε γκρεμό. Και κανείς ούτε τότε πια δε θα τολμήσει να φωνάξει: Κλείστε τα σχολειά να φτιάσουμε καινούργια!»[ix].

Κατ' αρχήν θα πρέπει να διαχωρίσει κανείς -κι αυτό για να μην πετάξουμε το μωρό μαζί με το νερό!- την εκπόνηση και το περιεχόμενο του νέου προγράμματος σπουδών, με την αντίστοιχη υποστήριξή του από το ΥΠΔΒΜΘ. Πιο συγκεκριμένα μια τόσο ευρεία αλλαγή στο πρόγραμμα σπουδών:

Οφείλει να λάβει υπόψη της την αποτύπωση της εμπειρίας και την τεκμηριωμένη άποψη όλων των εμπλεκόμενων με τις αλλαγές φορέων (επιστημονική κοινότητα, σύλλογοι των ειδικοτήτων, συνδικαλιστικοί φορείς) και να συνεργάζεται τακτικά μαζί τους[x]!Για παράδειγμα, τους πρώτους που θα έπρεπε να αξιοποιήσει ως επιμορφωτές είναι τους υπεύθυνους Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης και Αγωγής Υγείας που, κατά τεκμήριο, για πάνω από είκοσι χρόνια γνωρίζουν και αξιοποιούν σε βιωματικά σεμινάρια (για μαθητές και εκπαιδευτικούς) και των δύο βαθμίδων της εκπαίδευσης, τις τεχνικές που προτείνονται στο νέο πρόγραμμα σπουδών.

Οφείλει να πραγματοποιήσει έγκαιρη και ουσιαστική επιμόρφωση – αν όχι συστηματική βραχύβια επανεκπαίδευση – σε μικρές και ευέλικτες ομάδες σχολείων σε όλη τη χώρα.

Οφείλει να σχεδιάσει από πριν τρόπους για να υποστηρίξει το νέο εγχείρημα. Να ενημερώσει, να ευαισθητοποιήσει, να πραγματοποιήσει κατά τόπους ημερίδες, να εκπαιδεύσει έγκαιρα τους σχολικούς συμβούλους που θα είναι οι πρώτοι αποδέκτες των όποιων προβλημάτων της εφαρμογής. Έτσι κερδίζει δύο πράγματα: α) τον ενημερωμένο εκπαιδευτικό που θα θελήσει με τις όποιες αντιρρήσεις και επιφυλάξεις να υποστηρίξει ουσιαστικά αυτές τις αλλαγές στο μάθημα και β) την αποφυγή αστείων έως τραγικών προχειροτήτων που αργότερα το ΥΠΔΒΜΘ θα υποχρεωνόταν να τις αποσύρει βιαστικά. Αντί γι' αυτό, το περσινό καλοκαίρι «πέταξε» κυριολεκτικά στην ηλεκτρονική διεύθυνση του «ψηφιακού σχολείου» το νέο πρόγραμμα σπουδών – το οποίο σημειωτέον σε κάποια σχολεία θα λειτουργούσε πιλοτικά την ερχόμενη χρονιά – και το νέο αναμεταδόθηκε κυριολεκτικά από στόμα σε στόμα!

Οφείλει να διερευνήσει την πρόθεση συμμετοχής των εκπαιδευτικών και των σχολείων στην πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος αποφεύγοντας την «άνωθεν» επιβολή. Όχι για λόγους ευγένειας προφανώς – έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε ως εκπαιδευτικοί συνηθίσει σ' αυτή την αβρότητα! -, αλλά γιατί η εμπειρία έχει δείξει ότι καμιά εκπαιδευτική αλλαγή δεν μπορεί ούτε καν σε πιλοτικό επίπεδο να εφαρμοστεί, αν δεν υπάρχει μια, κατ' ελάχιστον έστω, συγκατάθεση και συνεργασία όλων των εμπλεκομένων.

Οφείλει να έχει σχεδιάσει προσεκτικά απαντήσεις σε πρακτικά ζητήματα που ανακύπτουν πάνω στη λειτουργία μιας σχολικής μονάδας(π.χ. πώς εντάσσονται στο ωρολόγιο πρόγραμμα τα συνεχόμενα δίωρα όταν μεγάλος αριθμός καθηγητών βρίσκονται σε δύο ή τρία σχολεία;)

Οφείλει να έχει διερευνήσει τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε σχολικής μονάδας, την υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων, προκειμένου οι αλλαγές να επιφέρουν αποτελέσματα πραγματικής βελτίωσης.[xi]

Στην πραγματικότητα κλήθηκαν οι καθηγητές των πιλοτικών σχολείων να παρακολουθήσουν επιμόρφωση σε κομβικά σημεία της Ελλάδας (ημέρες Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή). Η Α' φάση επιμόρφωσης ξεκίνησε το Νοέμβριο του 2012 όταν το σχολικό έτος, και επομένως και η πιλοτική εφαρμογή, είχε ήδη ξεκινήσει  – θεωρητικά – τον Σεπτέμβριο!

 Σε άλλες εποχές ίσως όλα αυτά να ήταν υπό διαπραγμάτευση… Σήμερα όμως έχει υπόψη του το ΥΠΔΒΜΘ σε ποιους απευθύνεται; Βάσει ποιας λογικής ο εκπαιδευτικός θα μετακινηθεί π.χ. από την Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο, στην Πάτρα για τρεις μέρες, εγκαταλείποντας τις υποχρεώσεις του και το δικαίωμά του να μην εργάζεται το Σάββατο και την Κυριακή, για να συμμετάσχει στην επιμόρφωση; Γιατί είναι λογικό ο εκπαιδευτικός να έχει, ιδιαιτέρως σήμερα ,τη δυνατότητα να προκαταβάλει έξοδα μετακίνησης και διαμονής για να επιμορφωθεί σε ένα πρόγραμμα, για το οποίο δεν τον ενημέρωσαν καν εγκαίρως ότι θα κληθεί να το εφαρμόσει πιλοτικά; Αποτέλεσμα αυτής της απαξίωσης ήταν σε πολλές περιπτώσεις οι επιμορφώσεις να λειτουργήσουν ελλειμματικά και να μείνουν τελικά όλοι εκτεθειμένοι. Φυσικά είναι πολύ δύσκολο να εξαχθούν κάποια ασφαλή συμπεράσματα από τη φετινή πιλοτική εφαρμογή! Για να μην αναφερθούμε στις συνέπειες που είχε αυτή η έλλειψη οργάνωσης και σαφούς στοχοθεσίας, έλλειψη που απαξιώνει τη μαθησιακή διαδικασία και τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό και αντιμετωπίζει τους μαθητές περισσότερο σαν πειραματόζωα ενός εργαστηρίου παρά σαν δρώντα υποκείμενα που έχουν δικαίωμα στη γνώση…

Χρειάζεται κάποια στιγμή οι έχοντες την ευθύνη του σχεδιασμού, της οργάνωσης (;) και των αλλαγών(;) να αποκτήσουν συναίσθηση σε ποιους απευθύνονται και πως. Όσο ο εκπαιδευτικός θεωρείται δούλος, υπηρέτης ή στην καλύτερη περίπτωση διεκπεραιωτής άνωθεν εντολών, τίποτε δεν μπορεί να προχωρήσει με επιτυχία. Η Πολιτεία οφείλει, αν ενδιαφέρεται (κάτι που φαίνεται ότι σήμερα είναι ζητούμενο…), να σέβεται τον εκπαιδευτικό, να υπολογίζει και να συνεκτιμά τις δυνατότητές του, να συνεργάζεται με αξιόπιστο τρόπο μαζί του, να τον στηρίζει και να τον ενθαρρύνει με προγραμματισμό και υπευθυνότητα. Σε έναν ταπεινωμένο δάσκαλο, που κάθε χρόνο ψάχνει τη θέση του σε καινούργιο σχολείο, συμπληρώνει το ωράριό του τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο σε μια σχολική μονάδα, στην οποία ίσως δεν έχει ποτέ ξαναπάει, υπό την απειλή των συγχωνεύσεων των σχολείων, με τη διακινδύνευση να διανύει δεκάδες χιλιόμετρα την ημέρα για να ανταποκριθεί στο έργο του, με συχνά προβληματικές έως απαράδεκτες συνθήκες υλικοτεχνικής υποδομής στα σχολεία (φέτος μάλιστα και με την πρωτοτυπία να μην έχει καν βιβλία μέχρι τουλάχιστον το Δεκέμβριο!),διαρκώς εκτεθειμένο και χωρίς την παραμικρή στήριξη στο παιδαγωγικό και διδακτικό του έργο (πόσοι νομοί, αλήθεια, αντιστοιχούν σε κάθε σχολικό σύμβουλο;) ,δεν μπορεί να του ζητιέται ως αυτονόητη απαίτηση να είναι παραγωγικός, δημιουργικός, πρόθυμος, ανοιχτός σε καινούργιες διαδικασίες .Πριν λοιπόν οδηγήσει κανείς τον εκπαιδευτικό να απολογηθεί για τις όποιες αδυναμίες του, ας απαιτήσει πρώτα από την Πολιτεία να απολογηθεί για τις χρόνιες αρρυθμίες της και τις εγκληματικές της παραλείψεις στις υποχρεώσεις της απέναντι στους πολίτες της χώρας, και μετά ας μιλήσει για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και άλλα εκσυγχρονιστικά ανέκδοτα…

Κλείνοντας την αναφορά αυτή στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών δε μπορεί κανείς παρά να είναι επιφυλακτικός για τις όποιες αλλαγές, κι αυτό, όχι όπως φάνηκε από τα παραπάνω, λόγω μιας προχειρότητας στην κατάρτισή του ,αλλά μιας εγκληματικής πια αδιαφορίας του Κράτους – όπως θεσμικά εκφράζεται από το ΥΠΔΒΜΘ – να σταθεί με επάρκεια και σοβαρότητα απέναντι στις αμείλικτες πιέσεις μιας μεταβαλλόμενης κοινωνίας, τόσο τοπικής όσο και παγκόσμιας. Είναι τουλάχιστον οδυνηρή η διαπίστωση ότι ένα τόσο σημαντικό σε βάθος και σε εύρος πόνημα, μια τόσο πρωτοποριακή δουλειά στην ιστορία του μαθήματος των Θρησκευτικών κινδυνεύει να χαθεί άδοξα πριν καλά καλά ξεκινήσει να εφαρμόζεται, αφενός λόγω της καταραμένης νοοτροπίας ενός κράτους ( επομένως και των πολιτών του) που νέμεται την εξουσία προς όφελος των φιλόδοξων και αυτάρεσκων στελεχών του, και αφετέρου λόγω της πνευματικής στειρότητας του αστικού πολιτισμού, που για πολλά χρόνια κινείται ανάμεσα στη νωθρότητα, τον «ωχαδερφισμό» και την ελληνοκεντρική αερολογία.

 Αν δεν αποφασίσουμε – ο καθένας χώρια και όλοι μαζί – ν' αλλάξουμε ρότα (αυτό που στην εκκλησιαστική γλώσσα λέγεται μετά-νοια) ξεκινώντας από τις δικές μας αδυναμίες και κοιτώντας κατάματα τα ιστορικά μας σφάλματα που μέχρι σήμερα βασανίζουν ή χαϊδεύουν τις υπαρξιακές εν τέλει επιλογές μας, κανένα πρόγραμμα σπουδών δε θα ικανοποιεί τις απαιτήσεις μας. Αντ' αυτού, θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε και να κατονομάζουμε εχθρούς και βαρβάρους που θέλουν να εξαφανίσουν το «ελληνικό μεγαλείο» που υπήρχε κάποτε, αλλά που σήμερα ,το ίδιο αυτό μεγαλείο το κουβαλάμε σαν μούμια στον κόρφο μας απελπισμένοι και απογοητευμένοι. Κι αυτός έχει αποδειχθεί ο πιο εύκολος και λιγότερο οδυνηρός, αλλά τη ίδια στιγμή κι ο πιο ομιχλώδης δρόμος για να συνεχίσει κανείς την πορεία του με αξιοπρέπεια και αρχοντιά…

 

Πάτρα, 22 Μαΐου 2012


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[i] Από το album των Αctive Μember,Στον Καιρό Του Αλλόκοτου Φόβου

[ii] Μουσική πράξη στον Μπέρτολτ Μπρεχτ (1978):μουσική Θάνου Μικρούτσικου, στίχοι Μπέρτολτ Μπρεχτ

[iii] http://www.pi-schools.gr/lessons/religious/europ_diast/syst_1720.doc

[iv] «Σε αντίθεση με την επικέντρωση του CU στους στόχους και στο αποτέλεσμα μάθησης (= «προϊόν»),αυτό το μοντέλο ΑΠ δίνει έμφαση στον τρόπο σκέψης των μαθητών και είναι στραμμένο στη διαδικασία της μάθησης και στις αλληλεπιδράσεις (εκπαιδευτικών-μαθητών-γνώσης) που συμβαίνουν στη σχολική τάξη.» (Οδηγός Εκπαιδευτικού, σελ. 36)

[v]Για την ακριβή χρήση του όρου «ομολογιακό μάθημα των Θρησκευτικών» τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη βλέπε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο της ΓριζοπούλουΌλγας: http://www.pischools.gr/lessons/religious/europ_diast/diefkr_omol.doc

[vi]Γενικοί σκοποί και προσανατολισμοί του μτΘ στο νέο ΠΣ, Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου, Αθήνα 2011, σελ. 18-20

[vii] Ο Π. Κονδύλης αναφερόμενος στον εντόπιο μεταμοντερνισμό που συνόδευσε την Ελλάδα πριν από το 1974, αλλά προ πάντων μεταδικτατορικά, λέει πως: « Ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα, ο οποίος αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα του μαζικοδημοκρατικού τρόπου σκέψης, καθώς και οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης, όπως τις διακήρυξε η πολιτισμική επανάσταση, στην Ελλάδα συμφύρθηκαν με τις παμπάλαιες και επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας. Η σύμφυρση αυτή, επομένως ήταν η φυσική και βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ' έναν τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος είναι ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δε διαμορφώθηκαν επιστημονικές παραδόσεις με συνοχή και με μακρόβιους φορείς και όπου οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης» Από αυτή τη παθογένεια φαίνεται ότι δεν κατάφερε ακόμη να ξεφύγει ούτε η Αριστερά. (βλ. Π. Κονδύλης, Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας, Θεμέλιο, Αθήνα 2011,σελ. 66-67)

[viii] Ο τίτλος είναι «κλεμμένος» από ένα άρθρο του Γ. Λακόπουλου από την εφημερίδα τα Νέα της 28/4/2012

[ix] Μίλτος Κουντουράς (1985), Κλείστε τα σχολειά, Εκπαιδευτικά Άπαντα, τόμος Α' ,μέρος 2, σελ 21-23. Αθήνα: Γνώση

[x] Για του λόγου το αληθές: στην αρχή της εκπόνησης των προγραμμάτων, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο(σημερινό Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής) κάλεσε όλους τους φορείς των θεολόγων καθώς και εκπροσώπους των Θεολογικών Σχολών για να καταγράψουν τις απόψεις τους και να τις συζητήσουν. Δεσμεύθηκαν ότι τότε θα ξεκινούσε μια συνεργασία κι ότι εκείνη η φορά ήταν απλώς και μόνο η έναρξη ενός σημαντικού και ουσιαστικού διαλόγου για το μτΘ. Έκτοτε δεν υπήρξε καμιά άλλη πρόσκληση. Ούτε όταν ανακοινώθηκαν τα προγράμματα, ούτε αργότερα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο «Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμός-ΚΑΙΡΟΣ- για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης» είχε από τότε διατυπώσει και γραπτώς τις επιφυλάξεις του, επισημαίνοντας τόσο την περιορισμένη χρονική προθεσμία για την περάτωση του έργου όσο και τις εγγενείς δυσκολίες στο χώρο της εκπαίδευσης για την αποτελεσματική εφαρμογή του (έλλειψη επαρκούς επιμόρφωσης  των εκπαιδευτικών, χρήση νέων τεχνολογιών κτλ.(βλ. http://www.kairosnet.gr/joomla/index.php?option=com_content&view=article&id=62:2010-12-09-05-55-49&catid=2:news&Itemid=9). Υπάρχει κάποιος που μπορεί να πείσει την εκπαιδευτική κοινότητα ότι της δίνουν σημασία; Για άλλη μια φορά οι σχεδιασμοί και οι εντολές δίνονται από την ηγεσία του Υπουργείου και καλούνται οι εκπαιδευτικοί να τις διεκπεραιώσουν. Άραγε αυτό δε δείχνει μια συγκεκριμένη εκπαιδευτική κουλτούρα χρόνια συνυφασμένη με τις παθογένειες του νεοελληνικού κράτους;

[xi] «Σύμφωνα με τον Fullan, η επιτυχής μεταρρύθμιση και καινοτομία απαιτούν τη «γνώση της αλλαγής», την κατανόηση της διαδικασίας και των βασικών οδηγών που χρειάζονται για την επιτυχημένη αλλαγή στην πράξη. Η γνώση της αλλαγής δεν εγγυάται από μόνη της τη βελτίωση αλλά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της. Οι οκτώ οδηγοί-κλειδιά για την επιτυχημένη αλλαγή είναι: α)ο ηθικός σκοπός, β) το «χτίσιμο» της σχολικής ικανότητας, γ) η κατανόηση της διαδικασίας της αλλαγής, δ) η ανάπτυξη κουλτούρας μάθησης, ε) η ανάπτυξη κουλτούρας αξιολόγησης, στ) η εστίαση στην ηγεσία της αλλαγής, ζ) η συνοχή των αποφάσεων και η) η συνεργασία στα τρία επίπεδα διοίκησης», οπ. αναφ. Σιακοβέλη Παναγιώτα (2011), Διοίκηση της Εκπαίδευσης και Διαχείριση Καινοτομιών: Η Εισαγωγή του φορητού μαθητικού υπολογιστή στα Γυμνάσια του Δήμου Πατρέων, σελ.43-53, διπλωματική εργασία, Πάτρα (ΕΑΠ).

* Ο Χριστόφορος Γ. Παπασωτηρόπουλος είναι εκπαιδευτικός θεολόγος στο Γυμνάσιο Σαραβαλίου, Πάτρα

Απαλλαγή από τα Θρησκευτικά;

Απαλλαγή από τα Θρησκευτικά;

 

Του Θεόδωρου Ι. Ρηγινιώτη*

 

Πρόσφατα παρατηρείται στα λύκεια κάτι παράδοξο: γονείς ορθόδοξων μαθητών, ιδίως της Β΄ και Γ΄ Λυκείου, ζητούν και λαμβάνουν για τα παιδιά τους απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών, με σκοπό να έχουν να διαβάσουν ένα μάθημα λιγότερο.

Το υπουργείο Παιδείας ανέκαθεν προσφέρει στους μη ορθόδοξους μαθητές τη δυνατότητα να μην παρακολουθήσουν Θρησκευτικά, επειδή πιθανόν να νιώθουν πρόβλημα στη θρησκευτική τους συνείδηση παρακολουθώντας ένα μάθημα, που σε πολύ μεγάλο ποσοστό αναφέρεται στην ορθόδοξη πνευματική κληρονομιά. Κατά την τ. υφυπουργό Παιδείας Εύη Χριστοφιλοπούλου «οι μαθητές που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των αλλοθρήσκων ή ετεροδόξων δεν μπορούν να απαλλάσσονται» (απάντηση 56664/ΙΗ/25-6-2010 σε ερώτηση του Φ. Κουβέλη, δημοσιευμένη στο: http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/67715b2c-ec81-4f0c-ad6a-476a34d732bd/7143231.pdf – ετερόδοξοι = χριστιανοί, αλλά όχι ορθόδοξοι).

Εδώ και λίγα χρόνια, θεσπίστηκε να μην αναφέρεται στην αίτηση απαλλαγής, που καταθέτει ο γονιός για το παιδί του, ο λόγος της αίτησης, γιατί θεωρήθηκε «προσωπικό δεδομένο» του μαθητή. Με την πρόφαση αυτή, οποιοσδήποτε γονιός μπορεί να καταθέσει σχετική αίτηση για το παιδί του, χωρίς να τον ρωτήσει κανείς αν είναι ή όχι ορθόδοξο ή αν έχει πράγματι συνειδησιακό πρόβλημα ή όχι.

Ο γονιός νομίζει ότι διευκολύνει τον αγώνα του παιδιού του, ενόψει του εφιάλτη των Πανελληνίων Εξετάσεων, που έχει απλώσει τα πλοκάμια του και στη Β΄ Λυκείου, παρεμποδίζοντας το έργο των σχολείων και βασανίζοντας τους μαθητές και τις οικογένειές τους. Όμως, στην πραγματικότητα, η ψευδής αίτηση απαλλαγής από τα Θρησκευτικά (κατ' ουσίαν, μια απάτη) μόνο προβλήματα στο μαθητή προκαλεί.

Ένα πρόβλημα είναι ότι το μάθημα αυτό (ένα από τα ευκολότερα μέσα στο Λύκειο, αρκεί να δώσει λίγη προσοχή ο μαθητής) προσφέρει στα παιδιά σας, αγαπητοί γονείς, ένα πολύτιμο θησαυρό γνώσεων. Γνώσεων όχι μόνο για την Ορθοδοξία (που κι αυτές είναι απαραίτητες, ακόμη κι αν «δεν πιστεύουν», αφού η πρόκειται για την πνευματική παράδοση αυτού του τόπου), αλλά και για πολλά άλλα θέματα, κοινωνικά, ηθικά, ακόμη και πολιτικά (π.χ. την κατάσταση του Τρίτου Κόσμου ή την παγκόσμια ειρήνη). Προσφέρει επίσης πλούσιες γνώσεις για τα θρησκεύματα εκτός του χριστιανισμού, καθώς και για την αρχαία ελληνική θρησκεία, το ζήτημα των σχέσεων επιστήμης και πίστης, το φαινόμενο της αθεΐας κ.π.ά. Τις γνώσεις αυτές ο μαθητής που «απαλλάσσεται» τις χάνει. Και είναι σημαντικές για τη μόρφωσή του, δηλαδή για την ελευθερία του.

Αλλά υπάρχει κι άλλο πρόβλημα, που προσωπικά με βασανίζει περισσότερο και με οδήγησε στη σύνταξη αυτού του άρθρου.

Όταν ο γονιός χρησιμοποιεί για το παιδί του ένα δικαίωμα, που απευθύνεται αποκλειστικά στους μη ορθόδοξους, τότε τοποθετεί το παιδί του στους μη ορθόδοξους – δηλαδή αρνείται τη χριστιανική του ιδιότητα. Συνεπώς, η αίτηση απαλλαγής για ορθόδοξους μαθητές γίνεται άρνηση της θρησκευτικής πίστης, πράγμα πολύ πιο σημαντικό από το διάβασμα για τις Πανελλήνιες, γιατί έχει συνέπειες στην αιωνιότητα.

Έτσι το κράτος (ή κάποιοι πίσω απ' το κράτος) πέτυχε εύκολα να κάνει πολλούς ορθόδοξους να βγάλουν τα παιδιά τους εκτός Ορθοδοξίας, δηλ. να κάνουν κάτι, που οι μάρτυρες όλων των εποχών προτίμησαν φρικτά βασανιστήρια μέχρι θανάτου για να μην το κάνουν!

Υπενθυμίζω σε όλους τους ορθόδοξους γονείς και μαθητές ότι η αγία Κυριακή βασανίστηκε και θανατώθηκε σε ηλικία 16 ετών, η αγία Παρασκευή 15 ετών, ο άγ. Μάμας 15 ετών, η αγία Αικατερίνα 19 ετών, ο άγ. Γεώργιος 20 ετών. Οι αγίες Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη (κόρες της αγ. Σοφίας) μεταξύ 8 και 12 ετών! Αμέτρητοι άλλοι άγιοι και αγίες σε παρόμοια ηλικία. Ευτυχώς που δεν ήταν παιδιά μας, γιατί εμείς θα τα εκβιάζαμε ψυχολογικά να αρνηθούν το Χριστό και να χάσουν την αγιότητα και την αιωνιότητα του παραδείσου.

Ελπίζω ότι έγινα σαφής. Η παρακολούθηση του μαθήματος (έτσι όπως τίθεται το θέμα από το ίδιο το κράτος – αλλιώς, ας το κάνει επιλεγόμενο να τελειώνουμε) είναι μια πράξη αντίστασης στην κοινωνική και πνευματική καταπίεση που μας επιβάλλει το πολιτικό σύστημα.

Ένα ΥΓ για τους «άθεους» Έλληνες, γονείς ή μαθητές: δύο μόνο λόγους ξέρω, που ένας Έλληνας (ή Σέρβος, Ρώσος, Ρουμάνος, Ουκρανός και γενικά μέλος ορθόδοξου λαού) μπορεί να νιώθει μη χριστιανός: ή κάποιος τον παραπλάνησε και τον παρέσυρε ή είναι πολύ πληγωμένος από ανθρώπους της Εκκλησίας. Υπάρχουν απαντήσεις και για τα δυο, αρκεί να έχει αφτιά να ακούσει. Ευχαριστώ.

 

* Ο Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης είναι Θεολόγος – Ρέθυμνο

50 λόγοι διαφωνίας με τον Γιώργο Παπαθανασόπουλο

Πενήντα λόγοι διαφωνίας με τον Γιώργο Παπαθανασόπουλο για το νέο Πρόγραμμα των Θρησκευτικών

 

Του Γιώργου Παπαδόπουλου*

 

Ο αγαπητός αρθρογράφος** (Σημ: δεν διευκρινίζει αν  είναι θεολόγος-εκπαιδευτικός ή κάτι άλλο), αν και αποδίδει «καλή διάθεση» στα μέλη της επιτροπής του Προγράμματος, ωστόσο δεν τη θεωρεί αρκετή. Δεν μας λέει τι άλλο κατά τη γνώμη του χρειάζεται ή τι έλειπε από την επιστημονική συγκρότηση των εμπειρογνωμόνων που ασχολήθηκαν με το θέμα. Η αναγνώριση πάντως πως η διαφωνία είναι «απαραίτητη για μια νηφάλια συζήτηση» δικαιολογεί την παρούσα απάντηση και εμπλουτίζει τον καλόπιστο διάλογο, του οποίου θιασώτης φαίνεται πως είναι ο διαφωνών με το Πρόγραμμα Σπουδών. Το ζητούμενο πάντως σε μια τέτοια συζήτηση είναι η αντίθετη άποψη να συμπληρώνεται και με θέση, η έλλειψη με σαφή αντιπρόταση.

1. Ο αρθρογράφος φαίνεται ότι διάβασε σίγουρα το αποσταλέν Υπόμνημα της επιτροπής του προγράμματος προς τα μέλη της Ιεραρχίας, ενώ παραμένει λίαν αμφίβολο, αν έχει διαβάσει προσεκτικά το ίδιο το πρόγραμμα. Δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία των όρων « (δι)ερευνητική», «βιωματική» «συνεργατική» (ενν. μάθηση). Και, όμως, αν συμβουλευόταν ένα οποιοδήποτε λεξικό θα μάθαινε αμέσως τη σημασία τους. Ο εκπαιδευτικός που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στο χώρο του και ενημερώνεται για τις εξελίξεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας γνωρίζει πολύ καλά τη σημασία των όρων αυτών. Κάποιος άλλος, και μάλιστα μη εκπαιδευτικός, πιθανώς όχι.

2-3. Εάν ο αγαπητός αρθρογράφος έμπαινε στο κόπο να διαβάσει και τον Οδηγό για τον Εκπαιδευτικό, που συνοδεύει το Πρόγραμμα Σπουδών και είναι επίσης αναρτημένος στο «Ψηφιακό Σχολείο», θα έπαιρνε άμεση απάντηση στην απορία του για τις «σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής» αλλά και για τις «χρόνιες αγκυλώσεις του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος». Δεν το έκανε όμως. Γιατί άραγε;

4. Τα μέλη της επιτροπής του ΠΣ επελέγησαν με βάση τις αιτήσεις τους που έγιναν έπειτα από σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος εκ μέρους του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, που ήταν αναρτημένη, επί εξάμηνο σχεδόν, στην ιστοσελίδα του. Η περί «παρέας» αντίληψη συνιστά προσχώρηση του αρθρογράφου σε απόψεις που δεν ευνοούν τη νηφάλια συζήτηση, για την οποία εισαγωγικά μας δήλωσε την προτίμησή του. Ο αγαπητός αρθρογράφος διαφωνεί και με το λεκτικό του υπομνήματος, αν και δεν συνιστά διαφωνία ένα «ήταν» ή ένα «είναι» ωστόσο, όταν αναφερόμαστε στις ιδιότητες των μελών μιας επιτροπής εργασίας, η οποία έχει καταθέσει ένα ολοκληρωμένο έργο, τότε το κάνουμε σαφώς με ρηματικό τύπο, που δηλώνει παρελθόν. Μόνο αν το έργο αυτό συνεχίζεται και τώρα, το δηλώνουμε με ενεστώτα. Έτσι λέει τουλάχιστον η Γραμματική…

5. Ο αρθρογράφος ζητά πληροφορίες για τον τρόπο εργασίας της επιτροπής. Με ποια ιδιότητα άραγε; Δεν τον καλύπτει το «συνεργατικά» και «συνθετικά» και αυτό αποτελεί λόγο διαφωνίας με το Πρόγραμμα Σπουδών! Τα μέλη της επιτροπής ήταν γνωστά αλλά και ο συντονιστής-προεδρεύων από τον Δεκέμβριο του 2010 όταν δημοσιεύτηκαν τα ονόματά τους στη «Διαύγεια». Ασφαλώς σε μια πολυμελή επιτροπή  υπάρχουν διαφωνίες, διαφορετικές προσεγγίσεις, αναλύσεις, προτάσεις. Το τελικό αποτέλεσμα είναι προϊόν σύνθεσης και συνεργασίας. Είναι κι αυτό λόγος διαφωνίας; Προφανώς μόνο για εκείνους που έχουν υπόψη τους άλλες πρακτικές άλλων εποχών… όπου όλοι συμφωνούσαν με όλα.

6. Το υπόμνημα της επιτροπής όφειλε έστω και με απλές νύξεις να αναφερθεί σε κρίσιμα – κατά την άποψή της – ζητήματα, που έθεσε όλο αυτό το διάστημα η ασκηθείσα κριτική. Αυτό κάνει  και με την επισήμανση  ότι «εργάστηκε χωρίς άνωθεν οδηγίες και δεσμεύσεις». Δεν είναι κατανοητό γιατί ο κ. Γ.Π  διαφωνεί και με αυτό. Είναι δυνατόν η άποψη των μελών μιας επιτροπής για την κριτική που δέχεται να αποτελεί λόγο διαφωνίας κάποιου για το όποιο συντελεσθέν έργο;

7. Οι αντιλήψεις της επιτροπής για την «φυσιογνωμία» όσων άσκησαν μέχρι τώρα κριτική στο πρόγραμμα αποτελούν λεκτική επίθεση κατά τον κ. Γ. Π, ενώ οι δικοί του υπαινιγμοί περί «παρέας» (ενν. τη σύνθεση της επιτροπής) και για «αντιλήψεις των άνωθεν» αποτελούν νόμιμο δικαίωμά του και απόλυτα θεμιτό τρόπο άσκησης της κριτικής του. Περίεργη άποψη…

8. Είναι σαφές πως ό,τι δεν κατανοεί ο αγαπητός κ. Γ.Π  αμέσως το χαρακτηρίζει αιτία διαφωνίας. Για να διαφωνήσεις με κάτι  δεν πρέπει να το έχεις προηγουμένως κατανοήσει; Αλλιώς με τι διαφωνείς;

9. Και πάλι μονότονη επανάληψη του προηγουμένου μοτίβου. Ωστόσο, εδώ αποκαλύπτεται ότι ο αρθρογράφος-διαφωνών δεν είναι εκπαιδευτικός. Διότι την οδηγία της επιτροπής για «εφαρμογή» και όχι απλή «ανάγνωση» του ΠΣ την εκλαμβάνει ως ομολογία της δυσκολίας του προγράμματος. Για μια ακόμη φορά θα το παραπέμψω στον Οδηγό για τον Εκπαιδευτικό. Αλλά αν δεν είναι εκπαιδευτικός, όσο και να τον διαβάσει…

10. Άλλη μια παρανόηση. Η επιτροπή δεν χαρακτηρίζει το αποτέλεσμα. Απλώς περιγράφει τους όρους κάτω από τους οποίους συντάχθηκε το πρόγραμμα σπουδών. Ασφαλώς η ποιότητα, η επάρκεια  και η αποτελεσματικότητά του θα αναδειχθούν από τον διδάσκοντα εκπαιδευτικό.  Προς τι επομένως οι περί ταπεινοφροσύνης υποδείξεις, όταν μάλιστα ο αγαπητός κ. Γ.Π δεν ομολογεί εξαρχής την μη εκπαιδευτική του ιδιότητα αλλά κρίνει και διαφωνεί ως «επαΐων»… ;

11. Ο αρθρογράφος διαφωνεί και με την πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος. Τι αντιπροτείνει; Την καθολική  εφαρμογή του Προγράμματος αμέσως; Μήπως την μη εφαρμογή του; Μα τότε πάλι πως θα γνωρίσουμε  τις αδυναμίες του; Η μέχρι τώρα πρακτική ήθελε κάθε νέο βιβλίο να εισάγεται αμέσως στη διδακτική διαδικασία χωρίς δοκιμή. Είναι οπαδός αυτής της πρακτικής; Τελικά ο κ. Γ.Π διαφωνεί με την πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος επειδή προφανέστατα αγνοεί πως η συγκεκριμένη πρακτική δεν αποτελεί επιλογή της επιτροπής για το Μάθημα των Θρησκευτικών, αλλά πολιτική βούληση του Υπουργείου και αφορά φυσικά σε όλα τα μαθήματα που απέκτησαν νέα Προγράμματα Σπουδών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Θα μπορούσε -αν ήθελε- να το πληροφορηθεί, ώστε να μην επικαλείται «λογικές αντιφάσεις» στο περιεχόμενο του υπομνήματος. Δεν το έκανε, όμως, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ότι δεν είναι εκπαιδευτικός, αφού οι ασκούντες το λειτούργημα το γνωρίζουν είτε το σχολείο τους είναι ενταγμένο στο πιλοτικό πρόγραμμα εφαρμογής είτε όχι. Προς τι, λοιπόν, και αυτή η «διαφωνία»;

12. Όχι κ. Παπαθανασόπουλε, το πρόγραμμα δεν απευθύνεται σε «κάθε αναγνώστη» γενικώς και αορίστως. Απευθύνεται, κυρίως και πρωτίστως, στη θεολογική εκπαιδευτική κοινότητα. Αυτή θα το κρίνει, αυτή θα κληθεί να το εφαρμόσει, αυτή θα μας πει για τα αποτελέσματα της εφαρμογής του. Φυσικά, εφόσον είναι αναρτημένο σε «δημόσιο» χώρο είναι εκτεθειμένο στα μάτια όλων. Οι συντάκτες του, όμως, απευθύνονται στους «επαΐοντες», που τόσο εύστοχα προηγουμένως υποστηρίζετε πως πρέπει να έχουν δικαίωμα στη τελική του αξιολόγηση. Εκείνοι γνωρίζουν τι σημαίνει «κοινωνική αλλληλεπίδραση» και πως το μάθημα των Θρησκευτικών συντελεί με τη λειτουργία του στο σχολικό χώρο στη διαμόρφωσή της.

13. Και πάλι ό,τι δεν καταλαβαίνει ο αγαπητός αρθρογράφος, το αναγάγει σε αιτία διαφωνίας. Το νέο που κομίζει, λοιπόν, το ΠΣ – όχι μόνο για τα Θρησκευτικά – είναι πως προσπαθεί να οδηγήσει το μαθητή στο να κατανοήσει γιατί και πως μαθαίνει ό,τι μαθαίνει. Αποτελεί ύψιστη κατάκτηση για το μαθητή να έχει συνειδητοποιήσει πλήρως  την αξία της όποιας γνώσης του προσφέρεται, ώστε να την οικειοποιηθεί με την βεβαιότητα ότι θα του είναι χρήσιμη στη ζωή του. Αλλιώς, απλώς την αποστηθίζει και έπειτα τη λησμονεί. Κάποτε στα μαθητικά μας χρόνια μας μάθαιναν π.χ. για τους λογάριθμους. Ποτέ δεν μας «είπαν» τι χρειάζονται στη ζωή μας. Έτσι οι περισσότεροι αποδεχθήκαμε αυτή τη γνώση μηχανικά, παθητικά. Όσοι δεν ακολουθήσαμε θετικές επιστήμες, την ξεχάσαμε αμέσως μετά.

14. Οποιοσδήποτε μη εκπαιδευτικός θα σχολίαζε με αυτό τον τρόπο τις προτεινόμενες δραστηριότητες  ως τρόπο οργάνωσης της διδασκαλίας. Γιατί απλά δεν ασκεί το έργο αυτό στη τάξη. Γιατί απλά δεν μπαίνει στη διαδικασία εφαρμογής τους, έστω και ως διαφωνών. Γιατί δεν μπορεί να συμπεράνει με ασφάλεια ούτε καν να προσεγγίσει το αντικείμενο της κριτικής του μέσα από ένα γενικόλογο και εμφανώς για συγκεκριμένη χρήση και αποστολή συνταχθέν υπόμνημα. Ζητήστε κ. Παπαθανασόπουλε από εκπαιδευτικούς της επιλογής σας – ακόμη και διαφωνούντες όπως εσείς – να σας εξηγήσουν, πώς διαβάζεται ένα πρόγραμμα σπουδών και πώς εφαρμόζεται στη τάξη με μερικά παραδείγματα. Αλλιώς, δεν έχει νόημα η διαφωνία σας.

15. Αν ο αγαπητός αρθρογράφος έχει αγαθές μνήμες από καθηγητές του στο σχολείο που ασκούσαν το έργο τους με τον παραδοσιακό τρόπο της «μετωπικής» διδασκαλίας, ας μας επιτρέψει να έχουμε πολλοί άλλοι εξαιρετικά δυσάρεστες αντίστοιχες μνήμες από τον ίδιο τρόπο διδασκαλίας. Αλλά παρόλα αυτά  κάνουμε λόγο για «υπέρβαση» της παραδοσιακής αντίληψης. Δεν μιλάμε για πλήρη κατάργηση. Ούτε για πλήρη απαξίωση. Κάθε δοκιμασμένη στη πράξη μέθοδος, έστω και προβληματική, διατηρεί τη θέση της ανάμεσα στις διδακτικές πρακτικές. Αλλά επιτέλους, ας αναρωτηθούμε και ας δώσουμε μια τίμια απάντηση από τη δική μας εμπειρία. Πότε ωφεληθήκαμε πραγματικά ως φοιτητές στο πανεπιστήμιο; Από μια μονότονη και ανιαρή παράδοση του μαθήματος που γινόταν μάλιστα με ανάγνωση σημειώσεων ή μήπως από την «ζωντανή» και με διαδικασία ανοιχτού διαλόγου μεταξύ καθηγητή και φοιτητών, που επέτρεπε την διατύπωση γόνιμων αποριών ακόμη και έντονων διαφοροποιήσεων;

16. Ενοχλείται ο αρθρογράφος από τη χρησιμοποιούμενη ορολογία. Δεν του αρέσει ο όρος «στρατηγικές μάθησης». Είναι τόσο σοβαρή αυτή η ένσταση ως θέμα ουσίας, τέτοιο που να προστίθεται με αξιώσεις στις 50 διαφωνίες του; Πρόκειται απλά για ένα τεχνικό όρο. Πάντως οι «στρατηγικές» αυτές δεν αφορούν στις «ψυχές» των μαθητών, αλλά μόνο στο σχεδιασμό της διδακτικής διαδικασίας. Ας μην δίνουμε σε όλους τους όρους μεταφυσική σημασία, μόνο για να δημιουργούμε εντυπώσεις σε «κάθε» αναγνώστη της διαφωνίας μας.

17. Δεν ξέρω σε ποια λεξικά αναζητήσατε  το επίθετο «ανακαλυπτικός» κ. Παπαθανασόπουλε… Πάντως αν αναζητήσετε και τη λέξη «σιδηρόδρομος» στο λεξικό του Σταματάκου, δεν πρόκειται να τη βρείτε… Για να σοβαρευτούμε όμως λίγο σας παραπέμπω στο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας (Αρχαίας-Μεσαιωνικής-Νέας), των εκδόσεων Πάπυρος, τόμος 1, σελ. 503. Εκεί θα αντιληφθείτε πόσο εκτίθεστε με τα επιχειρήματά σας.

18-19. Διαφωνεί ο κ. Γ.Π με τη λέξη «ανοικτότητα». Δεν διασαφηνίζει γιατί ακριβώς; Επειδή δεν τη βρίσκει στα λεξικά ή επειδή δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει; Είστε απόλυτος όταν λέτε πως «κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί την έννοιά της». Μήπως η λέξη «ανοιχτοσύνη» που βρίσκεται στο ίδιο λεξικό (σελ 618) είναι προτιμότερη; Ο αρθρογράφος ασχολείται εξαντλητικά με το «επεξηγηματικό» κείμενο και όχι με το ίδιο το πρόγραμμα, το οποίο εμμέσως πλην σαφώς ομολογεί ότι δεν έχει διαβάσει… Μιλάμε φυσικά για απλή ανάγνωση. Στην περίπτωσή του, άλλωστε, δεν περιμένουμε  κάτι περισσότερο. Όσο για τα «ελληνικά» μας δεν διεκδικούμε αριστεία διατύπωσης αλλά απαιτούμε και από τους διαφωνούντες να είναι πιο προσεκτικοί με τα δικά τους.

20. Καλά είναι δυνατόν η σημασιολογική ανάλυση του «στοχεύω» και του «σκοπεύω» να αποτελεί βάση διαφωνίας; Μάλλον υποτιμά τη δική του νοημοσύνη ο γράφων, εκτός φυσικά όλων των άλλων… Εκτός, αν γι΄ αυτόν η πολιτικοποίηση του θέματος τον διευκολύνει στη διατύπωση της «διαφωνίας» του.

21.  Ο κ Παπαθανασόπουλος αποκαλύπτεται… Δεν πιστεύει στο Μεσσία Χριστό, αφού  περίπου θεωρεί ουτοπία («μεσσιανικό όραμα»)  το κήρυγμά του αλλά και την μεταμόρφωση δι΄αυτού μέσω της Εκκλησίας και ολόκληρου του κόσμου. Όχι κ. Παπαθανασόπουλε οι μάρτυρες της Εκκλησίας δεν πέθαναν για μια ουτοπία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν αγωνίστηκαν για μια ουτοπία. Οι  συνειδητοποιημένοι εκπαιδευτικοί κάθε εποχής διδάσκουν και πιστεύουν στην αποτελεσματικότητα αυτού που διδάσκουν. Ανοίξτε τα λεξικά σας αλλά και την προς  Εβραίους επιστολή του Απ. Παύλου για να δείτε τι ακριβώς σημαίνει η λέξη «πίστη».

22.  Οι θέσεις του  τ. αντιπροέδρου του ΣτΕ για το μάθημα των θρησκευτικών είναι γνωστές και σεβαστές. Ασφαλώς όμως δεν είναι και οι μοναδικές. Έκτοτε, διάφορες Αρχές, όπως η Αρχή Προσωπικών Δεδομένων και ο Συνήγορος του Πολίτη κ.ά. έχουν εκφράσει διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Ωστόσο, πολύ πρόχειρα θα αναφερθώ σε θέσεις του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, δημοσιευμένες στο περιοδικό της Μητροπόλεως «Εκκλησιαστική Παρέμβαση» (Νοέμβριος 2002), στο οποίο καταλήγει διαπιστώνοντας για το περιεχόμενο του διδασκόμενου τότε (2002) μαθήματος ότι: «… Οπότε γίνεται αντιληπτό ότι στα σχολεία το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως διδάσκεται σήμερα είναι θρησκειολογικό, γιατί τα παιδιά μαθαίνουν για όλες τις θρησκείες και περισσότερο, όπως είναι φυσικό, για την δική τους θρησκεία, είναι γνωσιολογικό, γιατί η μετάδοση γίνεται δια του λόγου και της ακοής, ανεξάρτητα αν  κανείς εκκλησιάζεται και αν πιστεύη στον Θεό και βεβαίως τίθεται στην διαδικασία των εξετάσεων και της βαθμολογίας, καθώς επίσης είναι και πολιτιστικό, διότι τα παιδιά μαθαίνουν τις παραδόσεις και τον πολιτισμό του τόπου τους, αφού η Εκκλησία είναι μεν Σώμα Χριστού, αλλά παράγει και πολιτισμό. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μερικοί ταυτίζουν το μάθημα των Θρησκευτικών που γίνεται στα σχολεία με την κατήχηση. Μία εξήγηση είναι το ότι συνδέουν την κατήχηση με προτεσταντικές και παπικές αντιλήψεις περί κατηχήσεως. Αλλά όμως η Ορθόδοξη Κατήχηση έχει σαφώς άλλο εννοιολογικό και πρακτικό χαρακτήρα, είναι κυρίως και προ παντός ψυχοθεραπευτική, και ως τέτοια δεν διδάσκεται στα Σχολεία, αλλά ούτε και διδάσκεται καν, αφού είναι θέμα προσωπικής υπαρξιακής αναζητήσεως και ζωής».

23. Δεν γίνεται αντιληπτό με τι ακριβώς διαφωνεί στο σημείο αυτό ο κ. Παπαθανασόπουλος. Τι άλλο πρέπει να διευκρινιστεί; Αφού συμφωνεί με τη διασαφήνιση για τον ρόλο του εκπαιδευτικού στη διαχείριση του διδακτικού υλικού μας ρωτάει «ποιος αποφασίζει για τις ιδιαίτερες συνθήκες της τάξης…». Οι συνθήκες της τάξης δεν εξαρτώνται από τον εκπαιδευτικό. Αυτός καλείται απλώς να τις υπολογίσει ως κρίσιμα δεδομένα για τον σχεδιασμό της διδασκαλίας του.

24. Επιτέλους ο κ. Παπαθανασόπουλος βρίσκει και κάτι θετικό στο πρόγραμμα αλλά παρόλα αυτά διαφωνεί. Συμφωνεί με τον «ορίζοντα αναφοράς και διαλόγου» που πρέπει να έχει το ΜτΘ αλλά ταυτόχρονα διαφωνεί επειδή  δεν μπορεί να καταλάβει πως γίνεται στην πράξη… Τελικά συμφωνεί διαφωνώντας και με κωμικοτραγικό τρόπο αυτοαναιρείται.

25-26. Εάν δεχθούμε κ. Παπαθανασόπουλε ότι το ΜτΘ είναι απλή κατήχηση τότε κάθε απόπειρα εμπλουτισμού με άλλα στοιχεία μπορεί να θεωρηθεί αλλοίωση της πίστης και ενδεχομένως συγκρητισμός. Αν όμως δεν είναι κατήχηση, όπως αποδεικνύει μεταξύ άλλων και ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου, τότε η  «κριτική κατανόηση» του άλλου αποτελεί δομικό στοιχείο της πραγματικής γνώσης. Ο Απ. Παύλος στην Αθήνα δεν έκρινε με ισοπεδωτικό τρόπο την «κατείδωλη» πόλη αλλά χρησιμοποίησε το στοιχείο αυτό ως απόδειξη της αναζήτησης της αλήθειας εκ μέρους των Αθηναίων και ως  δεδομένο αφόρμησης για την  αποκάλυψη εκ μέρους του, της αλήθειας της Εκκλησίας. Και έπειτα, μην ξεχνάμε ότι ο Μ. Βασίλειος μιλάει για την ωφελιμότητα των έργων της αρχαίας γραμματείας σε μια εποχή που η Εκκλησία έβγαινε καταματωμένη από την βία των  διωγμών, που εξαπέλυσε εναντίον της ο εθνικός-ειδωλολατρικός κόσμος.

27. Η διαφωνία αυτού του σημείου είναι ακατανόητη. Είναι σειρά μου να δηλώσω αδυναμία προσέγγισης στον τρόπο της διατύπωσης. Εμείς απλά λέμε ότι τα προγράμματα του 2003 που υλοποιήθηκαν με τα νέα διδακτικά εγχειρίδια το 2006 αποτελούν τη βάση – κατά κάποιο τρόπο – της δικής μας προσπάθειας. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Ο κ. Παπαθανασόπουλος μνημονεύει έργο του πρώην πρωθυπουργού Κ. Σημίτη, το οποίο δεν γίνεται καθόλου φανερό, που και πώς συνδέεται με την προηγούμενη δήλωσή μας. Προτείνω το σημείο αυτό να το ξαναδουλέψει…

28. Το 1.5 εκατομμύριο μετανάστες στην Ελλάδα είναι εικονική πραγματικότητα κ. Παπαθανασόπουλε; Οι σχολικές τάξεις με  αλλόδοξους ή αλλόθρησκους μαθητές σε ποσοστά άνω του 50% είναι εικονική πραγματικότητα;  Ο εργαζόμενος μετανάστης της αίρεσης των Σιχ (με το τουρμπάνι) μέλος συνεργείου του ΟΤΕ (!) στη γειτονιά μου είναι εικονική πραγματικότητα; Οι χιλιάδες προσευχόμενοι μουσουλμάνοι σε δημόσιους χώρους στην Αθήνα είναι εικονική πραγματικότητα; Υπήρχαν όλοι αυτοί τις δεκαετίες του ΄60, του ΄70, του ΄80, ακόμη και του ΄90; Αντίθετα είναι εικονική πραγματικότητα οι «Βαχαμπίτες Μουσουλμάνοι» και οι «υπερορθόδοξοι Εβραίοι». Δεν θα βρείτε τέτοιους στην Αθήνα. Μάλλον πρέπει να ταξιδέψετε είτε στη Μέκκα είτε στις περίκλειστες γειτονιές της παλιάς πόλης των Ιεροσολύμων για να τους συναντήσετε… (Από λάθος υπάρχει δυο φορές το 28. Το κρατώ για την διευκόλυνση του αναγνώστη μου που θέλει να κάνει παράλληλη ανάγνωση)

28. Τελικά με τι ακριβώς διαφωνείτε; Με το αν οι άλλες θρησκείες έχουν οικουμενικές αξίες ή με το πώς θα διδαχθούν; Δεν είναι προφανές πως, αν κάποια θρησκεία έχει παγκόσμια εξάπλωση, εμπεριέχει αξίες που γίνονται ευρύτερα αποδεκτές; Δεν πρέπει να εξηγήσουμε πειστικά τις αιτίες εξάπλωσης του Ισλάμ ή του Βουδισμού, στις περιοχές που επικράτησαν;

29.  Είναι προφανές ότι όποιος δεν είναι εκπαιδευτικός δεν κατανοεί τον τρόπο  διδακτικής προσέγγισης των περιεχομένων του Προγράμματος. Αυτό όμως δεν συνιστά  αιτία διαφωνίας με το Πρόγραμμα.

30. Στο σχολείο αγαπητέ κ. Παπαθανασόπουλε δεν κάνουμε επιστήμη. Ασκούμε αγωγή. Και επομένως διαθέτουμε κριτήρια για τις επιλογές μας και χρησιμοποιούμε ειδικές μεθόδους κατάλληλες για κάθε ηλικία, προσαρμοσμένες σε κάθε ηλικία.

31. Είναι η σειρά μου να ρωτήσω τι ακριβώς θέλετε να πείτε ότι «είναι καθαρά θρησκειολογική η προσέγγιση της θρησκείας»; Θέλετε να προσεγγίσουμε π.χ. το Ισλάμ με άλλο τρόπο; Ως πιστοί  του μήπως;

32. Αν κρίνετε κάποια πράγματα επικίνδυνα στο χειρισμό τους, αφήστε τα σ' αυτούς που ξέρουν… Πολύ υποτιμάτε τον θεολογικό εκπαιδευτικό κόσμο κ. Παπαθανασόπουλε, ακόμη κι αυτούς που με περισσή ευκολία και άνεση χωρίς να καλοδιαβάσουν την κριτική σας έσπευσαν να την αναρτήσουν στις ιστοσελίδες τους…

33. Και πάλι, αν και φοβάμαι πως γίνομαι μονότονος, η αδυναμία κατανόησης όρων δεν μπορεί να αποτελεί λόγο διαφωνίας. Δεν καταλαβαίνετε τον όρο «μεθερμηνεία». Το αν είναι εύκολη η απόδοση του θεολογικού λόγου στις σύγχρονες κοινωνίες, αφήστε να το κρίνουν περισσότερο αυτοί που τον χειρίζονται στο σχολείο ή στο ναό. Εσείς ως ακροατής θα μας πείτε μόνο αν σας αγγίζει ή όχι. Τι θα θέλατε να ακούσετε, αν δεν το ακούτε. Αν σας βοηθάει στη ζωή σας ή σας αφήνει αδιάφορο.

34. Δεν ξέρω αν έχετε παιδιά και ποιας ηλικίας. Αλλά πολύ υποβαθμίζετε τη κρίση τους και την αυτονόητα φυσική τους περιέργεια. Τα παιδιά όλων των ηλικιών και ερωτήματα έχουν και διλήμματα αντιμετωπίζουν. Οι εκπαιδευτικοί τα υποδέχονται στη τάξη και οφείλουν να τα βοηθήσουν και να τα καθοδηγήσουν με διάκριση και σύνεση.

35. Προφανώς δεν καταλάβατε πως, όταν μιλάμε για «σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας», θα αναφερθούμε  αναγκαστικά και στο θέμα της παραβίασής της από απολυταρχικά καθεστώτα. Η αντίληψη πάντως πως μόνο οι ισλαμικές και οι κομμουνιστικές χώρες (αλήθεια εννοείτε τη Κίνα και τη Β. Κορέα;) παραβιάζουν τη θρησκευτική ελευθερία είναι μάλλον αδύνατη, καθώς παρατηρούνται και σε άλλες χώρες σποραδικά τέτοια παραδείγματα.

36.  Τι ακριβώς εννοείτε λέγοντας ότι «η οικολογική συνείδηση να προκύψει δια της λογικής και όχι μέσα από την Ορθόδοξη πνευματικότητα»; Σας προτείνω πολύ πρόχειρα να (ξανα)διαβάσετε το α΄ κεφάλαιο της Γένεσης και τον Γέροντα Σιλουανό. Εκεί θα ανακαλύψετε άλλα πράγματα.

37. Επιτέλους καταλάβετε ότι οι λέξεις δεν υπάρχουν για αποκλειστική χρήση μιας και μόνης επιστήμης. Η λέξη «αίρεση» χρησιμοποιείται από τη θεολογία αλλά και από τη φιλοσοφία και τη νομική. Μήπως η λέξη «οικονομία» δεν χρησιμοποιείται από τη θεολογία αλλά όχι μόνο;

38. Δημιουργεί εντύπωση η άρνησή σας στην ανάγκη της συνεχούς ενημέρωσης, ιδιαίτερα σήμερα, στις συνθήκες ενός ταχύτατα μεταβαλλόμενου κόσμου. Η «εξ αποκαλύψεως αλήθεια» προφανώς δεν σχετίζεται με τις φιλοσοφικές αντιλήψεις περί γνώσης σε επίπεδο ουσίας αλλά μόνο σε επίπεδο χρησιμοποιούμενων μεθόδων ή τακτικών  για την ευχερέστερη μετάδοσή της. Φοβάμαι ότι αδικείτε  κατάφωρα τον εαυτό σας,  όταν τόσο πρόχειρα σχολιάζετε το κείμενό μας.

39. Η μετακίνηση του μαθήματος προς τη φιλοσοφία και τη θρησκειολογία είναι δικό σας και αυθαίρετο συμπέρασμα. Η παράγραφος που παραθέτετε δεν λέει κάτι τέτοιο.

40. Μας κατηγορείτε για «αμετροέπεια» και «μεγαλοστομία». Δεν αναφέρεστε σε κάποιο παράδειγμα. Εκτός κι αν εννοείτε οτιδήποτε με το οποίο διαφωνείτε… Το γεγονός ότι το ΠΣ προκαλεί ευχαρίστηση στους μαθητές δεν αποτελεί μεγαλόστομη διακήρυξη, αλλά αποτύπωση των πρώτων συμπερασμάτων από την πιλοτική εφαρμογή του, στοιχεία που φυσικά αγνοείτε…

41. Και εδώ δεν φαίνεται να κατανοείτε αυτό που διαβάζετε και το διαστρέφετε (σκόπιμα;) ενώ φροντίζετε να το προσφέρετε στον αναγνώστη σας. Γιατί δεν  τον αφήνετε να συμπεράνει μόνος του τη σημασία του κειμένου μας. Λέτε να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς σημαίνει η φράση «βιωματικές κατακτήσεις της Ορθόδοξης Παράδοσης»; Ξαναδιαβάστε σας παρακαλώ την παράγραφο. Που λέει ότι οι «δάσκαλοι θα μάθουν στα παιδιά τα περί θεωρητικών συλλήψεων της χριστιανικής διανόησης»; Το γεγονός της κατάφωρης και αυταπόδεικτης υποτίμησης της νοημοσύνης μας συνιστά τουλάχιστον ασέβεια.

42.  Εδώ αγαπητέ κ. Παπαθανασόπουλε αποκαλύπτεστε πλήρως. Δεν έχετε διαβάσει το Πρόγραμμα Σπουδών, ούτε τον Οδηγό για τον Εκπαιδευτικό (και για ποιο λόγο άλλωστε, αφού δεν είστε εκπαιδευτικός), αλλά μόνο το Υπόμνημα της επιτροπής.

Μας κρίνετε για τον τρόπο παρουσίασης της Γέννησης του Χριστού στη Γ΄Δημοτικού. Παραθέτετε κείμενα και πηγές. Κανείς δεν διαφωνεί με αυτά. Αλλά ξεχνάτε κάτι βασικό ότι απευθυνόμαστε σε παιδιά 8 ετών. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τι εννοώ… Αλλά επειδή αναφέρετε ως ατυχή την παρομοίωση της ενσάρκωσης του Χριστού με ένα θεϊκό δώρο προς τον άνθρωπο, θα ήθελα να σας θυμίσω ότι εμμέσως πλην σαφώς ένας Χριστουγεννιάτικος ύμνος μας επιβεβαιώνει: «Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης ἐπὶ γῆς ὡς ἄνθρωπος δι' ἡμᾶς; ἕκαστον γὰρ τῶν ὑπὸ σοῦ γενομένων κτισμάτων, τὴν εὐχαριστίαν σοι προσάγει· οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον, οἱ οὐρανοὶ τὸν Ἀστέρα, οἱ Μάγοι τὰ δῶρα, οἱ Ποιμένες τὸ θαῦμα, ἡ γῆ τὸ σπήλαιον, ἡ ἔρημος τὴν φάτνην· ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον…»

Οι διαφορετικές προτεινόμενες προσεγγίσεις του Χριστού από τους μικρούς μαθητές  δεν δημιουργούν καμία σύγχυση. Στο σημείο αυτό κ. Παπαθανασόπουλε, πρέπει να σας πληροφορήσω, πως το ΠΣ δεν απευθύνεται στους μαθητές αλλά στον διδάσκοντα. Δεν είναι κείμενο που θα το διαβάσουν οι μαθητές και, επομένως, θα τους δημιουργήσει σύγχυση. Πρόκειται για «εργαλείο» στα χέρια του εκπαιδευτικού. Επομένως, όσα π.χ. αναφέρονται για τον Χριστό αποτελούν ιδέες για πιθανές διδακτικές προσεγγίσεις του προσώπου Του, λαμβάνοντας υπόψιν τις παιδικές αντιλήψεις γι' Αυτόν.

43.  Ώστε ο Ιησούς Χριστός δεν είναι διδάσκαλος ! Μήπως μπορείτε να μας πείτε τι εννοεί στο Ματθ. 23,8 όταν λέει στους μαθητές Του : «ὑμεῖς δὲ μὴ κληθῆτε ραββί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε.»;  Το περί «γκουρού» δεν το σχολιάζω επειδή φαίνεται πως γνωρίζετε περισσότερα από μένα για το θέμα αυτό.

44. Που ακριβώς διαφωνείτε; Επιστρατεύετε το πόνημα του καθηγητή Π. Πάσχου αλλά δεν μας λέτε κάτι διαφορετικό. Επιπλέον δεν έχετε δει τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύεται το ΠΣ το συγκεκριμένο θέμα. Εγώ πάντως συμφωνώ μαζί σας ασχέτως, αν αναρωτιέμαι για το περιεχόμενο της ένστασής σας.

45.  Δεν προκύπτει κάποια διαφορετική προσέγγιση. Πολύ ορθά παρατηρείτε ότι ο Χριστιανισμός πρώτος δίδαξε τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη θρησκευτική ελευθερία κλπ. Μάλλον εσείς αγωνιάτε, αν αυτό θα μάθουν τα παιδιά. Θέλω να σας καθησυχάσω. Έτσι θα γίνει. Ευχαριστούμε για την υπόδειξη με την αναφορά στη Βίβλο. Προφανώς και δεν εννοούμε αυτό που φοβάστε.

46. Και πάλι σπεύδετε να συμπεράνετε… Για τη συνάντηση Χριστιανισμού-Ελληνισμού το ΠΣ αφιερώνει 5 δίωρα, δηλαδή 10 διδακτικές ώρες. Το 1/5 περίπου του συνολικού διδακτικού χρόνου της Α΄ Γυμνασίου. Φαντάζομαι ότι είστε ικανοποιημένος. Όσο για τις επιστημονικές θέσεις του Μητροπολίτη Περγάμου μπορείτε να δείτε στη βιβλιογραφία μας ότι τις τιμούμε δεόντως, δυσαρεστώντας όμως πολλούς θιασώτες του κειμένου σας, οι οποίοι αν και έσπευσαν να το αναρτήσουν, έχουν πολύ διαφορετική  άποψη και από μας και από σας για το έργο και τη θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου.

47. Δεν μας λέτε ποιοι είναι οι νεολογισμοί… Αλλά δείτε παρακαλώ την σχετική ενότητα στη Β΄ Γυμνασίου. Αφιερώνουμε 3 δίωρα (δηλ. 6 διδακτικές ώρες). Εκεί θα δείτε ότι μιλάμε για τους Νεομάρτυρες και τους κρυπτοχριστιανούς, για την μεταβυζαντινή τέχνη σε όλες της τις εκφάνσεις… Δεν ξέρω αν αυτά σας αρκούν… Σας παρακαλώ ρίξτε μια ματιά στο πρόγραμμα, σε όλα τα σημεία που σας δημιούργησαν κάποιο πρόβλημα διαβάζοντας το υπόμνημα. Στο τέλος του κειμένου σας υπογραμμίζετε με έμφαση ότι δεν λέμε τίποτε για τους Νεομάρτυρες. Πώς το κάνετε αυτό αφού δεν έχετε διαβάσει το Πρόγραμμα;

48. Για την επιλογή των προσώπων μπορεί να γίνει μεγάλη και χρήσιμη συζήτηση. Ο διδάσκων μπορεί να διαφοροποιηθεί και να προσθέσει και αυτούς που αναφέρετε. Ασφαλώς και δεν πρόκειται για συνδυασμό προσώπων ούτε για σύγκριση. Πρόκειται για περισσότερο ή λιγότερο αναγνωρίσιμες προσωπικότητες στο χώρο τους ή εκτός του, που θεωρούμε χρήσιμο να πληροφορηθούν οι μαθητές κάτι από την παρουσία τους και την προσφορά τους ή την ιδιαιτερότητα της πορείας τους.

49. Στο σημείο αυτό σας θυμίζω απλώς ότι και σήμερα στη Β΄ Λυκείου διδάσκεται το διδακτικό εγχειρίδιο με τίτλο « Χριστιανισμός και θρησκεύματα», ενώ  εκτενείς αναφορές σε παραθρησκευτικά φαινόμενα, σύγχρονες αιρέσεις κλπ. γίνονται σε  ιδιαίτερο τμήμα του βιβλίου της Α΄ Λυκείου. Η διαφαινόμενη κατά την άποψή  σας διολίσθηση  σε θρησκειολογία αποτελεί προσωπική σας εκτίμηση. Τουλάχιστον δεν φαίνεται κάτι τέτοιο από τη παράθεση της παραγράφου του υπομνήματός μας. Οι θρησκείες διδάσκονται καλύτερα μέσα από τα δικά τους κείμενα.

50. Χαίρομαι που αναφέρεστε στην εντολή του Χριστού «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη …». Γνωρίζετε ότι τελευταία από κάποιους που υπεραμύνονται της Ορθοδοξίας η εντολή αυτή έχει σαφώς τροποποιηθεί, αφού ισχυρίζονται πως ένα μάθημα Θρησκευτικών περί Ορθοδοξίας δεν μπορεί παρά να απευθύνεται μόνο σε Ορθόδοξους μαθητές;  Όσο για τον συγκρητισμό απάντησα ήδη.

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

Δεν μπορεί παρά να σταθεί  κανείς επαινετικά για την αναφορά σας στο πρόσωπο και την πρόταση του Στ. Ράμφου. Ωστόσο, η πρόταση αυτή διατυπώθηκε πριν από 30 χρόνια. Τα πράγματα μεταβάλλονται ραγδαία. Είστε σίγουρος ότι ο σεβαστός  Στ. Ράμφος προτείνει και σήμερα τα ίδια; Έχετε υπόψιν σας την στροφή που έχει κάνει στο θέμα της ελληνορθόξης παράδοσης και της σημασίας της για την νεοελληνική ταυτότητα εδώ και χρόνια;

Αλλά είναι και κάτι ακόμα. Επικροτείτε τα λεγόμενα του Στ. Ράμφου ότι «το μάθημα των Θρησκευτικών ξεπερνά τη δεοντολογία της μεταδόσεως δογματικών αληθειών…» αλλά διαφωνείτε μαζί μας, όταν λέμε περίπου τα ίδια στο υπόμνημα.

Επίσης για πολλοστή φορά σας καλώ να διαβάσετε το πρόγραμμα. Θα ανακαλύψετε  ότι – χωρίς να το θέλετε φαντάζομαι – παραπληροφορείτε τους αναγνώστες σας  για την ανυπαρξία διαφόρων θεμάτων, ενώ αυτά βρίσκονται σε συγκεκριμένη θέση και προτείνονται για επεξεργασία και διδακτική εφαρμογή. Έτσι και περί «εθνικής ταυτότητας» μιλάμε στη θεματική ενότητα της Β΄ Γυμνασίου με τίτλο «Ορθοδοξία, Διαφωτισμός και Νέος Ελληνισμός» αλλά και για τους Νεομάρτυρες, για την δήθεν απουσία των οποίων μας κατακεραυνώνετε!

 Πόσο μακριά τελικά βρίσκεστε από τη σκέψη μας, αφού χωρίς να έχετε  διαβάσει το πρόγραμμα σπουδών,  γράψατε την κριτική σας των 50 σημείων, βασιζόμενος μόνο σε ένα ολιγοσέλιδο υπόμνημα, σε αυθαίρετες κρίσεις, αόριστες φήμες, σκιές και λεξικά της ελληνικής γλώσσας…

 

* Ο Γιώργος Παπαδόπουλος είναι Θεολόγος-Φιλόλογος, εκπαιδευτικός και μέλος της επιτροπής εμπειρογνωμόνων του ΠΣ

 

30-4-2012

** Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Πενήντα λόγοι διαφωνίας με το νέο πρόγραμμα των Θρησκευτικών

 

ΠΗΓΗ: 26/4/12, http://thriskeftika.blogspot.com/2012/04/blog-post_26.html

 

Η ιερότητα συμβόλων: πολιτισμική αναγκαιότητα V

Η ιερότητα των συμβόλων ως πολιτισμική αναγκαιότητα της ανοικτής κοινωνίας – Μέρος V

 

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*


 

Συνέχεια από το Μέρος IV Κοινωνιολογικά αὐτή  ἡ διαδικασία τῆς προετοιμασίας καί τῆς ὁλοκλήρωσης τοῦ προσφερομένου γεύματος (τῆς γιορτῆς, ὅπως τήν ἀποκαλοῦν οἱ ντόπιοι), ἀποτελεῖ πρακτική αἰώνων, ἡ ὁποία δυναμοποιεῖ τό πολιτισμικό στοιχεῖο τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, μεταμορφώνοντάς το σέ στοιχεῖο κοινωνικῆς συνοχῆς. Παρ’ὅτι προέρχεται ἀπό μιά καθαρά θρησκευτική θυσιαστική διαδικασία λατρείας πρός τούς δώδεκα θεούς κατά τήν ἀρχαιοελληνική περίοδο, (στή Σάμο ἄλλωστε ὑπῆρχε ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα ἱερά τῆς ἐποχῆς πρός τιμήν τῆς θεᾶς Ἥρας, τό Ἡραῖον), στήν ἱστορική του πορεία ἀπέβαλλε τά εἰδωλολατρικά στοιχεῖα καί ἐκχριστιανίσθηκε, παραμένοντας μέχρι σήμερα το πιό δυναμικό πολιτισμικό ἔθιμο τῶν κατοίκων τῆς Σάμου.


Αὐτή ἡ διαδικασία ἀποδεικνύει ὅτι ἤθη καί ἔθιμα τά ὁποῖα ἐκδηλώνουν συνεχῶς καί προβάλλουν στοιχεῖα τῆς πολιτισμικῆς ἰδιομορφίας καί ἰδιαιτερότητας μιᾶς περιοχῆς παραμένουν ζωντανά καί θά συνεχίσουν νά ὑπάρχουν. Ἀντίθετα, στοιχεῖα τά ὁποῖα δέν ἐμπεριέχουν πολιτισμική δυναμική, ἀλλά ἁπλῶς καί μόνο ἐπαναλαμβάνονται μιμητικά στό χῶρο καί στό χρόνο εἶναι καταδικασμένα ἤ νά περιθωριοποιηθοῦν ἤ νά καταργηθοῦν.

Τά δύο παραδείγματα, αὐτό τοῦ τάματος καί αὐτό  τοῦ ἐθίμου τῆς «γιορτῆς» τῶν κατοίκων τῆς Σάμου ἐντάσσονται σέ ἕνα εὐρύτερο πλαίσιο κοινωνικῆς πραγματικότητας, κυρίως αὐτό τῆς συλλογικῆς συνύπαρξης καί ἀποδοχῆς τοῦ ἄλλου. Ἄνθρωποι διαφόρων κοινωνικῶν τάξεων καί θέσεων συνυπάρχουν γύρω ἀπό τό «καζάνι» τῆς προετοιμασίας, χωρίς διακρίσεις καί πρωτοκαθεδρίες. Αὐτή ἡ συλλογικότητα κινεῖ ἕνα εὐρύτερο σύνολο δραστηριοτήτων, οἱ ὁποῖες δέν καθορίζονται ἀπό ἰδιοτελή γιά παράδειγμα οἰκονομικά κίνητρα, ἀλλά, λειτουργώντας ἐκτός πλαισίου ἀνταγωνισμοῦ ἤ ὠφελιμισμοῦ καθορίζουν σχέσεις οἱ ὁποῖες ἔστω καί γιά λίγο ἐπιτρέπουν τήν ὑπέρβαση τῶν κοινωνικῶν καί οἰκονομικῶν ἰδιαιτεροτήτων τοῦ καθενός. Εἶναι χαρακτηριστικό δέ τό γεγονός ὅτι ἐλάχιστοι προσκυνητές πορεύονται σέ ἐξωκκλήσια στά ὁποῖα δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ διαδικασία κοινωνικοποίησης τῆς τιμῆς πρός τόν ἅγιο. Ἀκόμη δέ πιό χαρακτηριστικό τό γεγονός ὅτι σέ καμία περίπτωση δέν μοιράζεται «ἡ γιορτή» ἄν δέν ἁγιασθεῖ ἀπό τόν ἱερέα.

Τυπολογικά, ἀπό τή λατρευτική θυσία τοῦ ζώου κατά τήν ἀρχαιοελληνική δωδεκαθεϊστική περίοδο περνᾶμε σέ μιά κοινωνιολογική διαδικασία προετοιμασίας τοῦ συλλογικοῦ γεύματος τῆς κοινότητας πού συμμετέχει ἐνεργά καί ὄχι παθητικά ἐνῶ ἡ θυσία ἀπό αἱματηρό λατρευτικό γεγονός ἀντικαθίσταται ἀπό τήν ἀναίμακτη προσφορά θυσίας στό θυσιαστήριο τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Ὅλα κινοῦνται στή λογική τῆς κοινοτικῆς λειτουργίας πρίν καί μετά τή Θ. Λειτουργία καί ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἡ συλλογικότητα μπορεῖ νά ἐκφράζεται μέσα ἀπό συμβολικές κινήσεις παρουσίας τοῦ ἱεροῦ πού κάθε ἄλλο παρά ἐθιμοτυπικές ἤ φαινομενικές εἶναι.

Ἡ ἀτομικότητα ἐντάσσεται στό συλλογικό, ἐγκαταλείποντας τά ὁποιαδήποτε ἰδιαίτερα κοινωνικά  χαρακτηριστικά  της, φέρνοντας μαζί της μόνο τήν προσωπική παρουσία της ὡς ἀνθρώπινης ὀντότητας πού μοιράζεται τήν ὕπαρξή της ὡς πρόσωπο μέ πολλά ἄλλα πρόσωπα. Τό ἄτομο κοινωνικοποιεῖται γύρω ἀπό τή διαδικασία δράσης ἑνός θρησκευτικοῦ φαινομένου καί μέσα ἀπό αὐτή τή διαδικασία ἐξατομικεύει τήν ἀτομικότητά του, μετατρέποντάς την σέ μέρος τοῦ συλλογικοῦ. Ἡ προετοιμασία τῆς «γιορτῆς» ἀπό θυσία μέ θρησκευτικό περιεχόμενο γίνεται σύμβολο τῆς συλλογικότητας τοῦ πολιτισμικοῦ δεδομένου τῆς τοπικῆς κοινωνίας, ὅπου, ὅμως,  τό ἄτομο ἀποφασίζει ἐλεύθερα γιά τή συμμετοχή του. Αὐτή ἡ πολιτισμική συμβολικότητα τῆς ὅλης διαδικασίας δέν θέτει σέ σύγκρουση τό συλλογικό μέ τό ἀτομικό, ἐπιτρέπει τό πέρασμα ἀπό τίς ἐκδηλώσεις τῆς ἀτομικῆς συνείδησης στίς συλλογικές ἀναπαραστάσεις μέσα ἀπό μιά συνεχή σειρά μεταβάσεων,[22] καθώς «ἕνα ἀπό τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοῦ κοινωνικοῦ γεγονότος εἶναι ἀκριβῶς ἡ συμβολική του ὄψη». [23]

Αὐτή ἡ συμβολική πολιτισμική λειτουργία τοῦ κοινωνικο-θρησκευτικοῦ φαινομένου ἐκδηλώνεται ὡς μέρος τῆς πολιτισμικῆς κοινωνικῆς δραστηριότητας μιᾶς τοπικῆς κοινωνίας, ἐνσωματώνοντας καί μεταφέροντας τήν ἔννοια τῆς κοινωνικοποίησης μέσα ἀπό δραστηριότητες καθ’ὅλα κοινωνικές. Τροπικά πλέον ἡ θρησκεία δέν εἶναι μόνο ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ, ἀλλά ἡ συμβολική ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ, μεταβάλλεται σέ μιά συμβολική δραστηριότητα μέ ἰδιαίτερη ὑπόσταση πού προσδιορίζεται σχετικά αὐτόνομα ἀπέναντι στούς κοινωνικούς καθορισμούς. Ἀποτελεῖ ἕνα κόσμο σημείων καί σημασιῶν πού δίνει νόημα στίς ἀνθρώπινες σχέσεις. Ἕνα σύστημα συμβόλων πού συγκροτεῖ καί ἀναπαράγει τήν κοινωνική ζωή καί δίνει νόημα στά μέλη της. [24]

Τά ἄτομα παρ’ ὅτι δροῦν ἐλεύθερα, δροῦν συλλογικά ἀποδεχόμενοι τή συμβολικότητα τῆς ὅλης διαδικασίας, ἐκφράζοντας συναισθήματα, σκέψεις καί πιστεύω ὅτι πράγματι ἔτσι εἶναι, χωρίς κατ’ἀνάγκη αὐτό νά ἀληθεύει. Ἡ ἑνότητα προσώπων καί συμβολισμῶν διαμορφώνει ἀνθρώπινες σχέσεις οἱ ὁποῖες συντελοῦνται γύρω ἀπό ἕνα θρησκευτικό γεγονός (ἡ τιμή πρός τόν ἅγιο) τό ὁποῖο ἐπιβεβαιώνει διαχρονικά τή σχέση τῆς τοπικῆς κοινωνίας μέ τό θεῖο. Κόσμος, Φύση, Ἄνθρωπος, Κοινωνία, Θεός παράγουν ἕνα κοινωνικό καί πολιτισμικό συμβολισμό, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νά καταργήσει τήν κυριαρχούσα μονοδιάστατη ἀνταγωνιστική κοινωνική δράση καί νά ἀφήσει ἐλεύθερο τόν ἄνθρωπο νά δηλώσει συμμετοχή στή συλλογικότητα χωρίς νά ἐκμηδενίσει τήν προσωπική του ἀτομικότητα. Οἰκογένειες, συγγενεῖς, φίλοι, περαστικοί καί ἄγνωστοι ἀποτελοῦν ἕνα συμβολικό κύκλο συλλογικότητας, ὁ ὁποῖος ἐπιλέγει μιά ὁλονύκτια πολιτισμική δράση καί διαμορφώνει μιά αὐτόνομη κοινότητα ἀναμένοντας τήν ὁλοκλήρωση τῆς τιμῆς πρός τόν ἅγιο, νοηματοδοτώντας τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. [25]

Αὐτή ἡ ὑπαρξιακή νοηματοδότηση εἶναι ὁλοφάνερη ἄν γιά παράδειγμα ἐπιχειρούσαμε μιά καταγραφή τῆς προσφορᾶς τοῦ χριστιανισμοῦ στόν Εὐρωπαϊκό πολιτισμό μέσα ἀπό ὀνόματα καί παρεμβάσεις. Θά ἔπρεπε νά ἀναφερθοῦμε ἀπαραιτήτως στούς Ἕλληνες καί Λατίνους Πατέρες, στόν Δάντη καί τή «Θεία Κωμωδία», στόν «Χαμένο Παράδεισο» τοῦ Milton, στά «Τέσσερα Κουαρτέτα» τοῦ T.S.Eliot, στά «Κατά Ματθαῖον Πάθη» τοῦ Μπαχ,  στό «Μεσσία» τοῦ Χαῖντελ, στόν Τζιότο, στό Ντα Βιντσι, στό Μιχαήλ Ἄγγελο, στόν Ραφαήλ, στό Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, στόν Ρεμπράντ, στήν Ἁγιά Σοφιά, στό Cluny, στό Ἅγιον Ὅρος, στόν Ντράγιερ, στόν Μπέργκμαν, στόν Ταρκόφσκι, στήν προσπάθεια τῶν πρώτων χρόνων γιά κοινωνική ἀπελευθέρωση, στήν ἄμετρη ἀγάπη τοῦ Εὐαγγελίου, στήν ἀλληλεγγύη, στό νόημα τῆς θυσίας, στόν ἁγιασμό τῆς ὕλης, στή δύναμη τῆς πίστης, στό Θωμά Ἀκινάτη, στόν Ἅγιο Φραγκίσκο τῆς Ἀσσίζης, στόν Πασκάλ, στόν Ἰωάννη τοῦ Σταυροῦ, στόν ἱερό Αὐγουστίνο, στόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, στόν Ἡσυχασμό, στόν Λούθηρο καί τόσους ἄλλους. Τί σημαίνουν ὅλοι αὐτοί καί ὅλα αὐτά  γιά τόν Εὐρωπαϊκό Πολιτισμό; Ἀποτελοῦν τούς φορεῖς ἑνός μηνύματος, τοῦ χριστιανικοῦ, διαφορετικοῦ κατά ἐποχές, πού ἐμπλουτίζει τόν πολιτισμό ἐπίσης κατά ἐποχές. Ἀνάμεσά τους ὑπάρχουν χρονικές διαφορές 1000 καί 1500 χρόνων, κοινωνικές διαφορές, πολιτικές καί οἰκονομικές διαφορές, διαφορές γιά τό ἴδιο τό μήνυμα πού μετουσιώνουν.

Παραμένουν ὅμως καταγεγραμμένα ὡς δρώμενα πού ἐπιτυγχάνουν νά περάσουν τό μπόλιασμα τοῦ χριστιανισμοῦ μέ τόν πολιτισμό. Ὡς στοιχεῖα πού ἀποδεικνύουν πώς ὁ χριστιανισμός ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πιό δυναμικά σύμβολα τοῦ εὐρωπαϊκού πολιτισμοῦ. Ἐπί πλέον ἀποδεικνύει ὅτι στόν εὐρωπαϊκό χῶρο, ἄτομα, ὁμάδες καί κοινότητες μποροῦν νά ἐκφράζουν πολιτισμικά  τή θρησκευτικότητά τους καί νά μετατρέπουν τήν πολυθρησκευτικότητα σέ πολυπολιτισμικότητα, χωρίς νά παραβλέπουν τό γεγονός ὅτι ὁ χριστιανισμός ἀπετέλεσε τήν ἀφετηρία τῶν ἀνθρωπιστικῶν κινημάτων. Κατά τόν Hartmut von Heting:

«ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ ἕνα μέρος τοῦ πολιτισμοῦ μας, ἀκόμη καί στήν ἐκκοσμικευμένη της μορφή. Δέν κατανοεῖ κανείς αὐτό τόν πολιτισμό, ἐάν δέν δεῖ τή θρησκευτική ρίζα τῶν θεσμῶν, τῶν μορφῶν καί τῶν ἀξιῶν του. Ἡ ἠθική μας, ἡ τέχνη μας, ἡ ἐπιστήμη μας, οἱ θεμελιώδεις κοινωνικές δομές ἀναπτύχθηκαν μέσα ἀπό τή θρησκεία ἤ μέσα ἀπό τήν ἀντιπαράθεση μέ αὐτήν.  Ἡ γενική μόρφωση, ἀκόμη καί ἐνός ἄθεου στόν κόσμο μας, δέν μπορεῖ νά εἶναι «γενική», ἐάν δέν περιλαμβάνει τή θρησκεία».[26]

Σήμερα, ὑπάρχει μιά δεδομένη ἀντιστροφή, καθώς ἡ συνύπαρξη τῶν πολιτισμῶν ἀποτελεῖ ζήτημα ἐπιβίωσης καί γιά τήν ἴδια τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση. Ἡ προβληματική κατάσταση τῶν προηγουμένων χρόνων ἔχει μετατραπεῖ πλέον σέ ἀξία γιά τόν δυτικό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀνακαλύπτει ἐκ νέου τή σημασία τῆς συνύπαρξης τῶν πολιτισμῶν.[27] Ἡ ἐλευθερία ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο ἀποτελεῖ ἕνα συνεχή ἀγώνα γιά ἀπαλλαγή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό παρελθοντικά ἰδεολογήματα καί ἀπολυτοποιήσεις. Ἡ πρόκληση γιά τόν εὐρωπαϊκό πολιτισμό καί τόν εὐρωπαῖο ἄνθρωπο εἶναι νά κατορθώσει τήν ἔξοδό του ἀπό τή μοναδικότητα τῆς ἀπόλυτης ἀλήθειας πού κατά τρόπο ἰδεοληπτικό καί διαστρεβλωτικό διαμόρφωσε σέ προηγούμενες ἐποχές.

Παραπομπές

 [22]Παπαγεωργίου Ν., ibid., p.288, από τό SCG, p.161 («Sociologie», Grande Encyclopédie, t.30, 1901, (Oeuvres III, pp.139-177).

[23]Παπαγεωργίου Ν., ibid., 290, στό «Πραγματικές καί πρακτικές σχέσεις της ψυχολογίας καί της κοινωνιολογίας» Journal de psychologie normale et pathologique 2, 1924, Κοινωνιολογία καί ανθρωπολογία, ibid., pp.63-103.

[24]Παπαγεωργίου Ν. Ibid., pp. 323-324.

[25]Βλ. Επίσης, Émile Durkheim, Les formes élémentaires de la vie religieuse, PUF, Paris, 1985, pp.331-332.

[26]H. von Hentig, Glaube. Fluchten auw der Aufklärung, Düsseldorf, 1992, p.113, στό Δεληκωνσταντή Κ., «Η ευρωπαϊκή μας ταυτότητα μεταξύ χριστιανικής παράδοσης καί πλουραλισμού» στό περ. ΣΥΝΑΞΗ, τ. 74, p.39.

[27]George M. Condothra, «Ευαγγέλιο καί πολιτισμός» στό Καθ’ οδόν τ.4, pp.55-63

 

* Ο Χριστόφορος Ἀρβανίτης είναι Δρ. Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού καί τῆς Θρησκείας, εκλεγμένος Επίκουρος Καθηγητής στην ΑΕΑΗ Κρήτης.


ΠΗΓΗ: Τρίτη, 5 Απριλίου 2011, http://theo-eco-culture.blogspot.com/2011/04/blog-post.html?spref=fb

Η ιερότητα συμβόλων: πολιτισμική αναγκαιότητα ΙV

Η ιερότητα των συμβόλων ως πολιτισμική αναγκαιότητα της ανοικτής κοινωνίας – Μέρος ΙV

 

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙΙ Ἡ πολεμική τῶν κλειστῶν πολιτισμικῶν συστημάτων ἐνάντια στήν εἰρηνική συνύπαρξη τῶν πολιτισμῶν ἀποτελεῖ προσπάθεια ἐπιστροφῆς στό παρελθόν ὄχι μόνο πολιτισμικά, ἀλλά καί θεσμικά, γεγονός πού ὑποδηλώνει ὅτι δέν μποροῦν νά κατανοήσουν ὅτι οἱ συγκεκριμένες παρελθοντικές πολιτισμικά καί θεσμικά δράσεις, ἀνταποκρίνονταν σέ συγκεκριμένες, ἐπίσης, παρελθοντικές πολιτισμικά κάι θεσμικά ἀνάγκες.

Πολιτισμός ἐξ ἄλλου σημαίνει δημιουργία καί ἡ δημιουργία δέν μπορεῖ νά ταυτίζεται οὔτε κἄν μέ τή στασιμότητα πόσο μᾶλλον μέ τήν ἐπιστροφή. Ἡ γλώσσα, ἡ μουσική, ἡ ποίηση, ἡ τέχνη, ἡ ἐπιστήμη ἀποτελοῦν πολιτισμικοί κόσμοι μέ δεδομένες κοινωνικές ἀναφορές, ὅμως, πολιτισμικά αἰτήματα ἀποτελοῦν καί οἱ ἀρχές τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητας, τῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς συνύπαρξης. Οἱ θεσμοί πού ἐκπροσωποῦνται στήν κοινωνία δημοκρατικά ἀντιλαμβάνονται πόσο καταλυτικό γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι τό γεγονός τῆς συνύπαρξης μέ τό διαφορετικό χωρίς κανόνες καί ὅρους συλλειτουργίας.

Σήμερα οἱ κλειστές κοινωνίες τοῦ φόβου, τῆς ἐθνικιστικῆς καί φυλετικῆς ἀσφάλειας ἔχουν καταρρεύσει, ὅπως κατέρρευσαν  μετά ἀπό ὀκτώ μῆνες τρομοκρατίας ὁ Κριτίας καί οἱ Τριάκοντα Τύραννοι. Ὁ ἠθικός καί πολιτισμικός μηδενισμός τοῦ Παλαιοῦ Ὁλιγαρχικοῦ  ἀποδείχθηκε μέσα ἀπό τήν τυραννία τῶν Τριάκοντα, καθώς ἡ καταπολέμηση τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης καί τῆς ἀλήθειας βασίστηκε κυρίως στή δυσπιστία ἔναντι τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ. Ἡ ἐπιστροφή σέ τέτοιες ἐπιλογές ἤ σέ ἐπιλογές Ἱερᾶς Ἐξέτασης καί Μυστικῆς Ἀστυνομίας ἀποτελοῦν ἐπιλογές γιά ἐπιστροφή σέ μιά κοινωνία θηρίων γιά τήν ἀλλαγή τῆς ὁποίας ὁ εὐρωπαϊκός πολιτισμός ἔχυσε πολύ αἷμα.[17] Σέ αὐτό τό σημεῖο θά πρέπει νά γίνει κατανοητό ὅτι ἡ θρησκεία ὡς ἀνθρώπινη ἀνάγκη κινεῖται μέσα στήν ἀνθρώπινη δυστυχία γιά νά παρηγορήσει καί νά προσφέρει παραμυθία. Κινεῖται μέσα στήν ἀνθρώπινη εὐτυχία γιά νά προκαλέσει εὐθυμία καί ψυχαγωγία. Κινεῖται δυναμικά μέσα ἀπό διαθέσεις, συναισθήματα, πάθη καί αἰσθήματα, παρέχοντας σέ ὅσους τήν ἀποδέχονται ἐγγυήσεις γιά τήν κατανόηση τοῦ κόσμου, δημιουργώντας ταυτόχρονα πολιτισμικές προϋποθέσεις.

Tό ζητούμενο λοιπόν γιά τό θρησκευτικό φαινόμενο στή σχέση του μέ τόν πολιτισμό ὡς παράγωγο τῆς ἀνθρώπινης ἰδιοσυγκρασίας εἶναι κατά πόσο αὐτό καθ’ἕαυτό ὡς ὑπαρκτό γεγονός μετασχηματίζει ἐμπειρίες, ἀτομικές ἤ συλλογικές καί γνώσεις σέ πολιτισμικά δεδομένα  μέσα ἀπό διαδικασίες καί ἀναφορές πού χάνονται στά βάθη τῆς πρώτης παρουσίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐκκλησία: «παράγει μεταμορφωμένο πολιτισμό, ἀφοῦ ἀναπότρεπτα τούτη ἡ πορεία ἔχει ἄμεση σχέση πρός τά ἔργα καί τή συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη καί ὅταν τά μέλη της μέ ἔντονη ἐσχατολογική ἀναμονή βλέπουν νά ζυγώνει κοντά τους τό ἀνακαινιστικό τέλος τοῦ κόσμου» [18]

Ἐπιδράσεις καί προσλήψεις στήν ποίηση καί στήν πεζογραφία, ἐπιδράσεις κάι προσλήψεις στή μουσική, στή ζωγραφική, στήν ἀρχιτεκτονική, στήν κοσμηματοποιεία ἀπό ἀνθρώπους πού κατόρθωσαν νά μπολιάσουν δημιουργικά τούς πολιτισμούς, ὅπως  ὁ Διονύσιος Σολωμός, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ Φώτης Κόντογλου, ὁ Νίκος Καζαντζάκης, ὁ Γιῶργος Σεφέρης, ὁ Ὁδυσσέας Ἐλύτης, ὁ Τάσος Λειβαδίτης, ὁ Γιάννης Τσαρούχης, ὁ Ντίνος Χριστιανόπουλος, ὁ Γαβριήλ Πεντζίκης, ὁ Μάνος Χατζηδάκης, ὁ Μίκης Θεοδωράκης, ὁ Κάρολος Κούν, ὁ Ἀπόστολος Καρδάρας, ὁ Σταῦρος Κουγιουμτζῆς, οἱ μαντιναδῶροι καί τά ριζίτικα τῆς Κρήτης, οἱ Σμυρνιοί μικρασιάτες ρεμπέτες, καί πολύ ἄλλοι σύγχρονοι, ἐπώνυμοι-ἀνώνυμοι, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν μέ αὐτό τό χαρισματικό στοιχεῖο τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας, μετουσιώνοντάς το σέ πολιτισμικό δρώμενο μακρυά ἀπό θεσμικές νόρμες καί μέ μοναδικό στοιχεῖο τό μεγαλεῖο τῆς προσωπικῆς τους βιωτῆς.

Ἡ πίστη στήν κατ’εἰκόνα καί καθ’ὁμοίωσιν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀποδοχή τῆς ἀποκάλυψης τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, ἡ ἐνσάρκωση, ἡ σταύρωση, ἡ ἀνάσταση, ἡ τελική κρίση. Ὅλες αὐτές οἱ ἀβέβαιες βεβαιότητες τῆς πίστης στόν χριστιανισμό συλλαμβάνουν ποικίλες πολιτισμικές καί κοινωνικές προβολές, καθώς καθορίζουν ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο κατανόησης τῆς ζωῆς πού μπορεῖ ταυτόχρονα νά εἶναι καί ἱστορική καί ἐπιστημονική καί αἰσθητική ἤ μπορεῖ νά μήν εἶναι τίποτε ἀπ’ὅλα αὐτά καί νά εἶναι ἀσκητική, ἀναχωρητική, μή κοσμική. Πάντως καί στή μιά καί στήν ἄλλη περίπτωση οἱ πολιτισμικές ἐπιδράσεις δέν μποροῦν νά εἶναι μόνο στόν τελετουργικό χῶρο ἤ στό χῶρο τῆς λατρείας, καθώς ἀντανακλοῦν ἀντιλήψεις πού ἀναφέρονται στόν ὅλο ἄνθρωπο.

«Ἡ ἀναμονή τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐν μέρει μιά ἀναζήτηση γιά μιά γλώσσα καί ἕνα ὕφος πού θά μᾶς βοηθοῦσε, ἴσως, νά σταθοῦμε γιά ἄλλη μιά φορά ἐνώπιόν του, γοητευμένοι ἀπό τήν παρουσία του. Τόν καιρό τῆς προσμονῆς, ἔχουμε ἕνα τόπο νά περιμένουμε΄ ὄχι μπροστά σ’ἕνα βωμό, ἀλλά μέσα στόν κόσμο, στή πόλη, δίπλα στόν ἄπορο γείτονα καί τόν ἐχθρό».[19] Στίς σύγχρονες κοινωνίες  παρά τό ὅτι ἡ πορεία της ἐκκοσμίκευσης ὡς διαδικασία ἀπελευθέρωσης ἀπό τήν ἀπόλυτη ἱερή αὐθεντία συνεχίζει νά ὑφίσταται, ἐν τούτοις θεσμοί, ἤθη, ἔθιμα, συστήματα καί ἀξίες πολλές φορές ἀποδεικνύεται ὅτι ἐμπεριέχουν συμβολικότητες οἱ ὁποῖες κρυπτογραφοῦν ἀρκετές δραστηριότητες τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ.[20] Γιά παράδειγμα ἡ ἔννοια τοῦ τάματος ἑνός πιστοῦ πρός κάποιο ἅγιο. Ἀκολουθώντας ἀναλυτικά τά βήματα παρουσίασης τοῦ φαινομένου στό πλαίσιο τῆς συμβολικότητας, παρατηροῦμε ὅτι:

α. ἡ ἔννοια τοῦ τάματος ἀπό τόν πιστό πρός τόν ἅγιο ἐμπεριέχει τήν ἀποδοχή ἀπό μέρους τοῦ πιστοῦ  ὅτι ὁ ἅγιος μπορεῖ μέσα ἀπό κάποιες ἀπροσδιόριστες συχνά δυνάμεις πού ἔχει νά προσφέρει πρός τόν πιστό λύσεις σέ ὑπαρκτά-ὑλικά  προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει, ἀποδίδοντας στό ἅγιο ὑπερφυσικές δυνατότητες

β. αὐτές οἱ δυνάμεις ταυτίζονται μέ τήν ἁγιότητα καί τήν ἱερότητα τοῦ προσώπου πού προσκαλεῖται νά ἐπιλύσει τά προβλήματα μέ τρόπο θαυμαστό

γ. ἐμπεριέχει ἕνα εἶδος ἱερῆς ἐπικοινωνίας, καθώς ὁ ἄνθρωπος πού παρακαλεῖ ἐπικοινωνεῖ μέ τόν ἅγιο ὡς ἕνα πρόσωπο οἰκεῖο καί ἀγαπητό

δ. ἐμπεριέχει τήν ἔννοια τῆς ἀνταλλαγῆς, καθώς τό τάμα ταυτίζεται μέ τό τάξιμο. Ὁ πιστός «ἔταξε» στόν ἅγιο ὅτι ἐάν ὑπάρξει ἀνταπόκριση ἀπό αὐτόν τότε αὐτός θά τοῦ προσφέρει κάτι ὡς ἀνταπόδοση. Κάτι σάν ἕνα εἶδος συναλλαγῆς καί ἀνταπόδοσης ὑπό προϋποθέσεις στό πλαίσιο: «κάνε μου αὐτό καί γώ θά σοῦ κάνω ἐκεῖνο»

ε. ὁ κοινωνικός περίγυρος μυεῖται καί αὐτός στό τάμα, καθώς συμμετέχει καί αὐτός στή διαδικασία τῆς κοινωνικοποίησης τῆς σχέσης πιστοῦ–ἁγίου, ἐλπίζοντας ὅτι καί ὁ ἴδιος σέ ἀνάλογη περίπτωση θά τύχει εὐνοϊκῆς ἀντιμετώπισης ἀπό μέρος τοῦ ἁγίου

στ. πολλές φορές ἡ κοινωνικοποίηση τοῦ τάματος ἀποτελεῖ ἀπαραίτητο ὅρο ὑλοποίησης του καί ἡ μή τήρηση τῆς διαδικασίας μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ ἀναίρεση τοῦ ἴδιου τοῦ φαινομένου

ζ. ἀρκετές φορές τό τάμα ἀποτελεῖ προσφορά πρός τόν ἅγιο χωρίς νά ὑπάρχει προηγούμενη συμφωνία ἤ ὑπόσχεση, ἀλλά γιατί ὁ πιστός θεωρεῖ ὅτι ὑπῆρξε παρέμβαση κάποιου ἁγίου σέ κάποιο σημαντικό γεγονός τῆς ζωῆς του. Χαρακτηριστικές οἱ περιπτώσεις ἀνέργεσης ναῒσκων (προσκυνητάρια) στίς ἄκρες τῶν δρόμων ἤ σέ ἐπικίνδυνα σημεῖα τῶν δρόμων στά ὁποῖα ἔχουν συμβεῖ ἀτυχήματα

η. πολλές φορές ἡ πρακτική τοῦ τάματος ξεπερνᾶ τά ὅρια τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας καί μετατρέπεται σέ δεισιδαιμονία

θ. εἴτε ὡς λαϊκή εὐσέβεια εἴτε ὡς δεισιδαιμονία ἡ ἀναγκαιότητα πού ἐκφράζεται μέσα ἀπό τήν ἐπιλογή τοῦ τάματος εἶναι καθόλα συμβολική καί συμβολίζει μέ ποικίλους τρόπους ὅτι ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ προϊόν τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ πού ἐνδιαφέρεται νά ἐκδηλώνει εἴτε συλλογικά εἴτε ἐξατομικευμένα τή σχέση του μέ τό θεῖο

Χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτισμικότητας τοῦ τάματος ἀποτελεῖ ἡ διαδικασία ἑορτασμοῦ τῶν ἐκκλησιδίων (ἐξωκκλήσια) στή Σάμο, ὅπου ἡ προετοιμασία τῆς ἑορτῆς τοῦ τιμομένου ἁγίου περιλαμβάνει ἀπό τήν παραμονή σφαγή ζώου(αἵγα), ὁλονύκτια προετοιμασία τοῦ φαγητοῦ μέ συζητήσεις, χορούς καί ἀστεῖα μεταξύ τῶν παρευρισκομένων, τέλεση Θ. Λειτουργίας πρός τιμή τοῦ ἑορτάζοντος ἁγίου, προσφορά ἀρτοκλασίας καί τό βράσιμο τοῦ σιταριοῦ. Μετά τό πέρας τῆς Θ. Λειτουργίας, τό ἰδιαίτερο αὐτό φαγητό ἁγιάζεται ἀπό τόν ἱερέα καί μοιράζεται στούς προσκυνητές καί στούς περαστικούς. Ἡ ἄφιξη τῶν προσκυνητῶν γίνεται κυρίως μέ τά πόδια, ἀκολουθώντας γνωστά μονοπάτια τῆς περιοχῆς καί κατά παρέες. [21]

Παραπομπές

[17] Ἀρβανίτη Χριστοφ., «Ἡ ἠθική τῆς ἐλευθερίας στήν ἐποχή τῆς νεωτερικότητας» στό περ. Γρηγόριος Παλαμάς, τ.799.

[18] Ματσούκα Νικολάου., «Πολιτισμός καί ἐκκλησιαστική ταυτότητα», στό περ. ΣΥΝΑΞΗ τ.88, p.8.

[19] Altizer T and Hamilton W, Radical Theology and the Deth of God, Penguin, Baltimore, 1968, p.157

[20]Παπαγεωργίου Ν. Μεταμορφώσεις τοῦ ἱεροῦ, Κοινωνιολογία καί θρησκεία στό ἔργο τοῦ Marcel Mauss, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη,  pp.256-258.

[21]Βαρβούνη Μ., Λαϊκή λατρεία καί θρησκευτική συμπεριφορά τῶν κατοίκων τῆς Σάμου, Πνευματικό Ἵδρυμα Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου», Βιβλιοθήκη Ἐπιστημονικών Εκδόσεων, Αθήνα, 1992, pp.99-113, Ιδιαίτερα 109-113. 

* Ο Χριστόφορος Ἀρβανίτης είναι Δρ. Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού καί τῆς Θρησκείας, εκλεγμένος Επίκουρος Καθηγητής στην ΑΕΑΗ Κρήτης.

 

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 5 Απριλίου 2011, http://theo-eco-culture.blogspot.com/2011/04/blog-post.html?spref=fb

 

 

Συνέχεια στο Μέρος V

Η ιερότητα συμβόλων: πολιτισμική αναγκ/τα III

Η ιερότητα των συμβόλων ως πολιτισμική αναγκαιότητα της ανοικτής κοινωνίας – Μέρος ΙΙI

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*


 

Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ

Τό 1912 ἡ πληθυσμιακή της κατανομή ἦταν 62000 περίπου Ἑβραῖοι, 42000 περίπου Τοῦρκοι, 35000 Ἕλληνες, 6000 Σλάβοι καί λιγότεροι σέ ἀριθμούς, Ἀρμένιοι, Ἀρβανίτες, Βλάχοι, Τσιγγάνοι. Ἡ κατανομή ἀλλάζει ραγδαία καί αἰφνίδια, μετά ἀπό δέκα χρόνια, τό 1922 μέ τίς ἀναγκαστικές ἀνταλλαγές πληθυσμῶν. Οἱ Ἑβραῖοι παραμένουν στόν ἴδιο ἀριθμό, οἱ Ἕλληνες ἐκτινάσσονται στίς 120.000 λόγω τῶν 80 μέ 85 χιλιάδων Ἑλλήνων προσφύγων πού καταφθάνουν στήν πόλη καί στά περίχωρα, οἱ Τοῦρκοι ἐξαφανίζονται καί οἱ Σλάβοι ἔχουν ἤδη ἀποχωρήσει μέ τίς ἀνταλλαγές τοῦ 1919 ἀνάμεσα σέ Ἑλλάδα καί Βουλγαρία.

Τό τέλος τῆς συνύπαρξης τῶν πολιτισμῶν θά ἐπισφραγισθεῖ μέ τήν θηριωδία τῶν Ναζί κατακτητῶν, οἱ ὁποῖοι σέρνουν στά κρεματόρια γύρω στούς 40.000 Ἑβραίους. Ἀπό αὐτούς μόνο 2.000 ἐπέζησαν καί κατόρθωσαν νά γυρίσουν στή Θεσσαλονίκη, ὅμως, ἡ ἄλλοτε ἰσχυρή οἰκονομικά, λόγω ἐμπορίου, ἑβραϊκή κοινότητα θά ἔχει γιά πάντα χάσει τή δυναμική της παρουσία στήν Πόλη τῶν πολιτισμῶν, καθώς οἱ Ναζί μέ τή συνεργασία καί κάποιων δοσίλογων Ἑλλήνων κατέστρεψαν ἀκόμη καί τό Ἑβραϊκό νεκροταφεῖο πάνω στό ὁποῖο ἀργότερα κτίσθηκε τό σημερινό Πανεπιστήμιο.[10] Τό 1942 ἡ Θεσσαλονίκη ἔπαψε νά εἶναι μιά πολυπολιτισμική πόλη καί ἔγινε, ὅπως πολλοί σχεδίαζαν καί ἐπιθυμοῦσαν, μιά ἀμιγῶς εθνικά ελληνική πόλη.[11] Ἐκ τῶν παραδείγματων καταλείγουμε στό ὅτι ἐάν ἡ ἔρευνα γιά τή σχέση κοινωνίας καί πολιτισμοῦ ἐκφρασθεῖ μέσα ἀπό μιά ἀντικειμενική δυναμική προσέγγιση, τότε θά πρέπει σέ κάθε περίπτωση νά καταδεικνύεται τό γεγονός ὅτι οἱ κοινωνικές δομές ὁδηγοῦν στή δημιουργία ἑνός πολιτισμικοῦ σχήματος πού καλεῖται: α. νά ἀντιμετωπίσει ἄμεσα αἰτήματα, ὅπως γιά παράδειγμα αὐτό τῶν διακρίσεων γιά θρησκευτικούς λόγους ὡς ἐλάχιστη προσαρμογή στίς ταχύτατα μεταβαλλόμενες ἀνάγκες τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου β. τήν ἀπαλλαγή τῆς πολιτισμικῆς ἰσότητας ἀπό ἰδεοληπτικές ἀντιλήψεις γ. τή μη ἀποδοχή τοῦ διαχωρισμοῦ σέ πολιτισμένους καί ἀπολίτιστους, καθώς εἰδικά αὐτό τό τελευταῖο ὁδηγεῖ σέ τεχνικές πολιτισμικές συσπειρώσεις μέ ὑποτιθέμενες πολιτισμικές συγκρούσεις, ἀλλά καί σέ συγκαλύψεις τῶν πραγματικῶν ἀντιθέσεων καί προβλημάτων. Ἡ ἐπιλογή τῆς ἐμμονῆς σέ ἕνα κλειστό σύστημα μειώνει τήν ἀποδοχή τοῦ μηνύματος μόνο σέ αὐτούς πού παραμένουν ἐγκλωβισμένοι στό σύστημα, ἀλλά καί δημιουργεῖ ἀρνητικές διαθέσεις σ’αὐτούς πού ἀνήκουν στόν εὐρύτερο ἀνοικτό πολιτισμικό χῶρο, ἐνώ ἀντιθέτως στό πλαίσιο μιᾶς ἀνοικτῆς πολιτισμικῆς διεργασίας ἡ ἀκουστικότητα τοῦ μηνύματος θά ἦταν πολιτισμικά πολύ μεγάλη καί οἱ ἐπιδράσεις θά εἶχαν μιά θετική κατεύθυνση γιά τόν ἄνθρωπο καί τήν ἐλευθερία του.[12] Ἡ μόνη ἀπάντηση εἶναι ἡ πολιτισμική συνύπαρξη τῶν ἀνθρώπων καί ἡ συνέχιση τῶν διαλόγων σέ διαθρησκευτικό καί διαομολογιακό ἐπίπεδο μέ σταθερή ἐπιδίωξη τήν κατανόηση τῆς ἰδιαιτερότητας καί τῆς διαφορετικότητας τοῦ ἄλλου.[13] Γιά τό χριστιανό κάθε ἄνθρωπος ἀποτελεῖ πρόσωπο σεβαστό, καθώς φέρει μέσα του τή θεία εἰκόνα καί ἡ Ἐκκλησία ἐφ’ὅσον λειτουργεῖ χαρισματικά ὡς κοινωνία ἀγάπης ὀφείλει νά δέχεται τούς πάντες ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς, φύλου, μορφώσεως καί ἀνεξαρτήτως τοῦ τί ὁ ἄλλος πιστεύει ἤ ἄν πιστεύει.

3. Ἀνοικτή κοινωνία καί θρησκευτικότητα

Ὁ πολιτισμός θά πρέπει νά ἀποβλέπει ἐκτός τῶν ἄλλων στήν ἀνθρωπιά, στή λογικότητα, στήν ἰσότητα καί στήν ἐλευθερία, καθώς ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν τά βασικά θεμέλια μιᾶς κοινωνίας πού ἀποβλέπει καί ἀγωνίζεται γιά τή συνύπαρξη τῶν πολιτισμῶν. Τό πέρασμα ἀπό τίς κλειστές, κυρίως θρησκευτικοῦ ἀγροτικοῦ τύπου κοινωνίες, στήν ἀνοικτή ἀστική κοινωνία τῆς συνύπαρξης τῶν ἰδιαιτεροτήτων δίνει στόν ἄνθρωπο τή δυνατότητα μιᾶς πιό κριτικῆς ἀνάγνωσης τῆς κοινωνίας καί τῶν προβλημάτων της. Κατά τόν Popper τό shock αὐτῆς τῆς μετάβασης ἀπό τό κλειστό σύστημα, τό αὐστηρά ὁριοθετημένο, σέ ἕνα ἀνοικτό καί μή προβλέψιμο ὁδήγησε στή δημιουργία ἀντιδραστικῶν ὁμάδων οἱ ὁποῖες οὐσιαστικά προσπαθοῦν νά ἀνατρέψουν αὐτή τή δυνατότητα τῆς συνύπαρξης μέσα ἀπό τήν ἐπαναφορά ἐθνικιστικῶν παροχημένων ἀντιλήψεων.[14] Σέ μιά πολιτισμική, ὅμως, κοινωνία ἡ βιοοργανική θεώρηση τῆς κοινότητας ἀνατρέπεται καί τή θέση της καταλαμβάνει ἡ ἀναγκαία συνύπαρξη ἑτερόκλητων πολιτισμικῶν ὁμάδων οἱ ὁποῖες μέχρι πρότινος, ἀλλά καί στή μετέπειτα πορεία τους δέν ἐμφάνισαν, ἀλλά καί δέν ἐμφανίζουν ὅρους ἤ κανόνες γιά τήν συνύπαρξή τους. Θεωρῶ ὅτι αὐτό τό σημεῖο εἶναι τό σοβαρότερο καί σπουδαιότερο καθώς διαψεύδει τήν ἀντίληψη τῆς ὀργανωμένης σύγκρουσης, πόσο μᾶλλον τῆς συνειδητῆς. Ἡ πολιτισμική κυριαρχία δέν ἀποτελεῖ δράση μεθοδευμένη ἤ προκατασκευασμένη γι’αὐτό καί στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, πολλές φορές οἱ κατακτητές «ὑποκύπτουν» πολιτισμικά στήν πίεση τοῦ κατακτημένου.

Ἡ περίπτωση τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας σέ σχέση μέ τούς λαούς πού κατακτήθηκαν λόγω τῆς στρατιωτικῆς της ὑπεροχῆς, καί κυρίως μέ τούς ἀρχαίους Ἕλληνες, ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτισμικῆς ἀντιστροφῆς, ἀλλά καί συνύπαρξης. Ἡ ἀρχαία Ἀθήνα, γίνεται αὐτό τό ὁποῖο γίνεται, ὅταν ἀνατρέπει τό κλειστό, ὁλιγαρχικό καί μονοπολιτισμικό της σύστημα σέ ἀνοικτό, δημοκρατικό καί πολυπολιτισμικό, μέσα ἀπό ἕνα δίκτυο λιμανιῶν καί ἰσχυροῦ ἐμπορικοῦ στόλου. Ἡ ὁμάδα τῶν ὁλιγαρχικῶν καθ’ὅλη τή χρονική περίοδο τῆς δημιουργίας τῆς μεγάλης Ἀθήνας, αἰσθανόμενη τήν πίεση τῶν ἐξελίξεων πού τούς ἔθετε στό περιθώριο ὡς κλειστή κοινωνική ὁμάδα, ἀντιδροῦσε, φτάνοντας μέχρι καί τοῦ σημείου τῆς προδοσίας, προκειμένου νά σταματήσουν τό κτίσιμο τῶν Μακρῶν Τειχῶν. Ἀντιθέτως, οἱ δημοκρατικοί Ἀθηναῖοι τό 405, ξεπερνώντας ἴσως καί τούς ἴδιους τούς ἑαυτούς τους προτείνουν τή συνένωση τῆς Ἀθήνας μέ τή Σάμο σέ ἕνα κράτος, στό ὁποῖο, ὅμως, οἱ Σάμιοι θά διατηροῦν γιά τά ἐσωτερικά τους ζητήματα  τούς δικούς τους νόμους καί θά ἐνεργοῦν κατά βούληση, ἕνα εἶδος ὁμοσπονδίας. Στά κλειστά πολιτισμικά συστήματα κυρίαρχα στοιχεῖα ἀποτελοῦν ἀπόψεις περί κινδύνου ἀπό ξένες ἐπιδράσεις, μή ἀνθρωπιστικές ἰδεολογίες καί μή δημοκρατικές ἀντιλήψεις. Ἀξίζει νά μεταφερθεῖ ἐδῶ ἕνα χαρακτηριστικό κείμενο τοῦ Δημόκριτου, καθώς ὅλες αὐτές οἱ κλειστές ὁμάδες στηρίζουν τίς ἀπόψεις τους στήν παράδοση καί στούς προγόνους διαστρεβλώνοντας χονδροειδῶς τήν ἠθική τους: «Ὄχι ἀπό φόβο παρά ἀπό τή συναίσθηση τοῦ τί εἶναι ὀρθό θά ‘πρεπε νά ἀποφεύγουμε νά διαπράττουμε τό κακό… Ἡ ἀρετή βασίζεται, πάνω ἀπ’ὅλα στό σεβασμό πρός τόν ἄλλο ἄνθρωπο… Κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἕνας μικρός κόσμος καθαυτόν… Θά πρεπε νά κάνουμε τό πᾶν γιά νά βοηθοῦμε αὐτούς πού ἔχουν ἀδικηθεῖ… Τό νά εἶσαι καλός σημαίνει νά μήν πράττεις τό κακό καί ἀκόμη, νά μήν θέλεις νά τό πράξεις… Οἱ καλές πράξεις, καί ὄχι τά λόγια, εἶναι αὐτό πού μετρᾶ. Ἡ φτώχεια μιᾶς δημοκρατίας εἶναι καλύτερη ἀπό τήν εὐημερία πού, καθώς ἰσχυρίζονται, συνυπάρχει μέ τήν ἀριστοκρατία ἤ τήν μοναρχία, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἐλευθερία εἶναι καλλίτερη ἀπό τή δουλεία… Ὁ σοφός ἄνθρωπος ἀνήκει σέ ὅλες τίς χῶρες, γιατί πατρίδα μιᾶς μεγάλης ψυχῆς εἶναι ὁ κόσμος ὁλόκληρος».[15] Ὅπως ἐπίσης ἀξίζει γιά μιά ἀκόμη φορά ἡ ἀναφορά στόν  Ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ: «Ἡ πόλη μας εἶναι διάπλατα ἀνοικτή γιά ὅλο τόν κόσμο΄ ποτέ δέν ἀπελαύνουμε ἕνα ξένο… Εἴμαστε ἐλεύθεροι νά ζοῦμε, ὅπως ἀκριβῶς ἐπιθυμοῦμε… Καί διδασκόμαστε ἀκόμη νά τηροῦμε ἐκείνους τούς ἄγραφους νόμους πού ἀντλοῦν τό κύρος τους μόνο ἀπό τήν καθολική συναίσθηση τοῦ δικαίου…» [16]

Παραπομπές

[10]Εἶναι λυπηρό τό γεγονός ὅτι πουθενά σέ ὁλόκληρο τό πανεπιστήμιο, στό χῶρο πού σήμερα ἀποτελεῖ τό χῶρο παραγωγῆς τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης, δέν ὑπάρχει οὔτε μία τιμητική ἀναφορά στούς Ἑβραίους νεκρούς τῶν ὁποίων οἱ Ναζί βεβήλωσαν καί ἀτίμασαν τά ὁστά τους. [11] Ἄν δεῖ κάποιος τίς μελέτες πού ἀναφέρονται σέ ἐκείνη τήν ἐποχή ἀκόμη καί ἀπό πανεπιστημιακούς καθηγητές θά διαπιστώσει πλήρως τίς διάφορες σκοπιμότητες πού ἐμπεριέχουν. Ὁ καθηγητής Χασιώτης ἀναφέρει ὅτι στή Θεσαλονίκη ὑπῆρχαν τότε τρεῖς μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες: ἡ ἑβραϊκή, ἡ μουσουλμανική καί ἡ ἑλληνική. Ἀποσιωπᾶται τό γεγονός ὅτι ἡ μουσουλμανική ἦταν ἡ τουρκική κοινότητα καί ἡ χριστιανική κοινότητα σκοπιμως ὀνομάζεται ἑλληνική, τῆς δίνεται δηλ ἐθνική ὀντότητα, καθώς χριστιανοί δέν ἦταν μόνο οἱ Ἑλληνες, ἀλλά καί οἱ Βούλγαροι καί οἱ Σέρβοι καί οἱ Ἀρμένιοι καί οἱ Βλάχοι. Τό λιγότερο τό ὁποῖο μπορεῖ νά πεῖ κανείς διαβάζοντας ἀντικειμενικά τήν ὑποτιθέμενη «θρησκευτική περιγραφή» τοῦ καθηγητοῦ εἶναι ὅτι πρόκειται γιά μιά περιγραφή ἰδεολογικῆς σκοπιμότητας πού ἀλλοιώνει τό ἐπιστημονικό καί κοινωνικό περιεχόμενο τῶν ἐννοιῶν  θρησκευτικό καί ἐθνικό ταυτίζοντας τό δεύτερο μέ τό πρῶτο. [12] Βλ. Πέτρου Ἰωάννη, Πολυπολιτισμικότητα καί θρησκευτική ἐλευθερία, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 2003, pp.57-67. [13] Πέτρου Ἰωάννη, ibid., pp.90-105. Στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα νά καταθέσω ἕνα προβληματισμό ὅσον ἀφορᾶ  στήν ὕπαρξη καί στή συνέχεια αὐτῶν τῶν διαλόγων, κυρίως τῶν διαομολογιακῶν. Ὁπωσδήποτε ὁ διάλογος ἀμβλύνει τίς ἀντιθέσεις καί βοηθᾶ στήν ἄρση πολλῶν τεχνητῶν παρεξηγήσεων μεταξύ τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν. Τά κείμενα τά ὁποῖα προκύπτουν ἔχουν ὁπωσδήποτε μεγάλο ἐνδιαφέρον καί καταγράφουν τίς τάσεις πού ὑπάρχουν ἀνά ἐποχές στούς κόλπους τῶν ἑκάστοτε ἐκκλησιῶν. Τό πρόβλημα, ὅμως, πού ὑπάρχει εἶναι καί κατά πόσο αὐτοί οἱ διάλογοι ἐντάσσονται σέ μιά κατεύθυνση ἑνότητας τῶν διηρημένων. Δεχόμενοι ὅτι οἱ διάλογοι, ἐπίσης, γίνονται σέ θεσμικό ἐπίπεδο, τίθεται ὁ προβληματισμός γιά τό κατά πόσο αὐτοί ἔχουν πράγματι τή δυνατότητα  νά ἐκφράσουν τό σύνολο τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων καί ὄχι μόνο τήν θεσμική ἡγετική ὁμάδα. Ἀπό τήν ἄλλη ἄν ὄντως, ὅπως εἰπώθηκε οἱ ἐκκλησίες καί οἱ θρησκεῖες παραμένουν συστήματα ἑρμητικά κλειστά καί πολλά ἀπό τά στοιχεῖα τους εἶναι ἰδεολογικοποιημένα, ἀναρωτιέμαι κατά πόσο οἱ διάλογοι ἐκφράζουν καί πάλι τίς ἐπιθυμίες τοῦ συνόλου τῶν πιστῶν, καθώς αὐτό τό σύνολο παραμένει ἐκτός κέντρου διαμόρφωσης ἀπόψεων καί ἀποφάσεων. Ἀπό τήν ἄλλη βλέπουμε κινήσεις συνεργασίας σέ κοινωνικό καί πολιτισμικό ἐπίπεδο μεταξύ τῶν πιστῶν διαφορετικῶν ὁμολογιῶν οἱ ὁποῖοι μοιράζονται κοινούς προβληματισμούς, κοινές ἀνησυχίες, κοινές λύσεις, ἀλλά ἀδυνατοῦν νά ἔχουν καί κοινό ποτήριο κοινωνίας. Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι κατά πόσο οἱ δογματικές διαφορές πρέπει νά ἀποτελοῦν σημεῖα διαίρεσης τῶν ἀνθρώπων, κατά πόσο θά πρέπει νά λειτουργοῦν ἀνασταλτικά στίς διαθέσεις καί τίς ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων γιά ἑνότητα καί ἀγάπη. Κατά πόσο τελικά εἶναι αὐτός ὁ ρόλος τῶν δογμάτων ἤ θά πρέπει νά ἀναζητήσουμε μιά ἄλλη ἑρμηνεία πολύ πιό ἀνθρώπινη, πολύ  πιό κοινωνική καί πολύ πιό πολιτισμική. Αὐτές οἱ πρακτικές ἄρνησης τοῦ κοινοῦ ποτηρίου ἐκφράζουν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο ἤ καταδεικνύουν γιά ἄλλη μιά φορά τήν ἀδυναμία τῶν ἀνθρώπων νά κάνουν πράξη τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά ἀγάπη καί ἀλληλεγγύη; [14] Karl Popper, Ἡ ἀνοικτή κοινωνία καί οἱ ἐχθροί της, μτφρ. Παπαδάκη Εἰρήνη, Παπαδήμας, Άθήνα, 2003, p.36. [15] Diels, Vorsokratiker, 41,179,34,261,62,55,251,247,118, στό Karl Popper, ibid., pp.498-499. [16] Θουκιδίδου, Περικλέους Ἐπιτάφιος http://users.uoa.gr/~nektar/ history/1antiquity/pericles_epitafios_logos.htm.

* Ο Χριστόφορος Ἀρβανίτης είναι Δρ. Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού καί τῆς Θρησκείας, εκλεγμένος Επίκουρος Καθηγητής στην ΑΕΑΗ Κρήτης

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 5 Απριλίου 2011, http://theo-eco-culture.blogspot.com/2011/04/blog-post.html?spref=fb

Συνέχεια στο Μέρος IV

Η ιερότητα συμβόλων: πολιτισμική αναγκαιότητα ΙΙ

Η ιερότητα των συμβόλων ως πολιτισμική αναγκαιότητα της ανοικτής κοινωνίας – Μέρος ΙΙ

 

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*

 

Συνέχεια από το Μέρος Ι 

2. Πολιτισμική αναγκαιότητα.

Ἐάν λοιπόν ὑπάρξει συμφωνία στό γεγονός ὅτι ἀνάλυση σημαίνει ἀποσαφήνιση τῶν δομῶν σήμανσης, τῶν καθιερωμένων κωδίκων καί καθορισμό τῆς κοινωνικῆς τους θεμελίωσης καί σημασίας, τότε ὑποχρεωτικά σέ κάθε στάδιο ἔρευνας γιά τόν ἀνθρώπινο πολιτισμό θά πρέπει νά ἀναζητοῦμε τά σημεῖα ἐκεῖνα πού ἀποτελοῦν τό νέο καί τό πρωτόγνωρο γιά τόν ἄνθρωπο, ἀξιολογώντας τή σημασία τους γιά τόν ὑπό διαμόρφωση πολιτισμό. Αὐτά τά νέα πολιτισμικά στοιχεῖα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στήν πολιτισμική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου εἴτε λειτουργοῦν παράλληλα εἴτε συγκρουσιακά εἴτε συνθετικά.

Τό ὑπάρχον πολιτισμικό περιβάλλον εἴτε τά ἀναδεικνύει ὡς σημαντικά καί γι’αὐτό τά ἐνσωματώνει στίς ὑπάρχουσες διαδικασίες εἴτε τά θεωρεῖ ὡς ὑποδεέστερα καί ἄνευ σημασίας καί γι’αὐτό τά περιθωριοποιεῖ ἤ τά ἀπορρίπτει. Μιά τέτοια διαδικασία, ὅμως, δημιουργεῖ προβλήματα πολιτισμικῶν ἀποκλεισμῶν γιά ὁμάδες καί σύνολα ἀνθρώπων πού ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται νά μήν εἶναι «συμβατές» μέ τούς κανόνες καί τούς ὅρους πού ἀποδέχεται ἕνας πολιτισμός. Μέ βάση αὐτή τή διαδικασία, ὁ πολιτισμός: «μιᾶς κοινωνίας συνίσταται σέ ὅλα ὅσα πρέπει νά γνωρίζει ἤ νά πιστεύει κανείς προκειμένου νά λειτουργήσει μέ ἕναν τρόπο ἀποδεκτό ἀπό τά μέλη της». [7]

Κατ’αὐτόν τόν ὁρισμό ἐνυπάρχει μιά καταγραφή συστημικῶν κανόνων ἡ ὁποία ὁδηγεῖ σέ ἕνα εἶδος πολιτισμοῦ  ἔντονα τυποποιημένου καί μέ βασική συνέπεια τόν ἀποκλεισμό ὁποιουδήποτε στοιχείου δέν συμφωνεῖ μέ τά δεδομένα αὐτά. Γίνεται ἐμφανές ὅτι σέ αὐστηρά τυποποιημένα πολιτισμικά καί κοινωνικά συστήματα ἡ προσπάθεια ἀνάμειξης τῶν στοιχείων δέν ἀποδίδει, κυρίως, γιατί ἡ αὐστηρότητα τοῦ συστήματος δέν ἐπιτρέπει τή συλλειτουργία τους. Αὐτό, ὅμως, ἀποτελεῖ τό ἕνα στοιχεῖο πού μπορεῖ κάποιος νά συμπεράνει καί κυρίως γίνεται ἐπίκλησή του ἀπό ἀνθρώπους πού ἀντιλαμβάνονται μονοδιάστατα τήν ἀνθρώπινη πολιτισμική δραστηριότητα καί ἐπιδιώκουν τήν πολιτισμική τους καθαρότητα, ἀπορρίπτοντας κάθε ξένο στοιχεῖο πολιτισμικῆς ἰδιαιτερότητας ὡς μολυσματικό. Τό ἄλλο στοιχεῖο πού καλεῖται κάποιος νά συμπεράνει, ἐάν ἀποφασίσει νά ἐμβαθύνει στό πρόβλημα, εἶναι, ἀπορρίπτοντας ἐπιλογές ἀποκλεισμοῦ, ἡ λογική τῆς συνύπαρξης. Μέ βάση αὐτή τήν λογική ὀφείλει κάποιος: α. νά ἀντιλαμβάνεται τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τοῦ ἄλλου β. νά ἀντιλαμβάνεται τόν ἰδιαίτερο ρόλο τοῦ ἄλλου γ. νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἀπευθύνεται σέ ἕνα ἰδιαίτερο ἀνθρώπινο σύνολο τό ὁποῖο προσπαθεῖ ὅσο τό δυνατόν γίνεται νά ἐκφράσει πολιτισμικά καί τό ἀντίθετο δ. νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι καί ὁ ἄλλος ἀποτελεῖ μέρος ἑνός μεγάλου συνόλου πολιτιστικῆς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρώπου ε. νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ὕπαρξη τοῦ καθενός, ἰδιαιτέρως, καί ἡ συνύπαρξή τους μέ τόν καθένα στό χῶρο του δέν ὁδηγεῖ σέ κανένα κοινωνικό καί κατ’ἐπέκταση πολιτισμικό ἀποκλεισμό. Τό στοιχεῖο  τῆς συνύπαρξης σέ ἕνα χῶρο καί τόπο διαφορετικῶν πολιτισμικῶν μοντέλων ἀπορρίπτει κατ’ἀρχάς ἄμεσα τήν ἐπιλογή τοῦ ἀποκλεισμοῦ, θεωρώντας ὅτι κάτι τέτοιο ὁδηγεῖ σέ κοινωνικούς καί πολιτισμικούς ἀποκλεισμούς.

Ἡ ἔννοια τῆς συνύπαρξης, ἡ ἀρχή τῆς συνύπαρξης τῶν πολιτισμῶν σέ ἕνα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον ἤ ἀλλιῶς ἡ ἀρχή τῆς πολυπολιτισμικότητας δέν ἀναιρεῖ τήν ὕπαρξη κανενός πολιτισμοῦ, ἀπορρίπτει λογικές σύγκρουσεις τῶν πολιτισμῶν μέ «δαρβίνειες» και «χαντικτονιακές» ἐξελικτικές προσεγγίσεις ἐπικράτησης τοῦ ἰσχυροτέρου πολιτισμοῦ, σέβεται τίς παραδόσεις καί τίς πολιτισμικές καταβολές τῶν λαῶν, ἐπιζητεῖ τήν ἀλληλοκατανόηση τῶν πολιτισμικῶν ἰδιαιτεροτήτων  τοῦ καθενός καί βοηθᾶ στή λειτουργία τῆς δημοκρατίας σέ τοπικό καί παγκόσμιο ἐπίπεδο. Τό «συν-υπάρχειν» ὁδηγεῖ στό «συν-διαλέγεσθαι», τό «συνδιαλέγεσθαι» ὁδηγεῖ στό «ἀλληλοκατανοεῖν», τό «ἀλληλοκατανοεῖν» ὁδηγεῖ στόν ἀλληλοσεβασμό καί ὁ ἀλληλοσεβασμός μᾶς ἐπιτρέπει νά βαθαίνουμε τή δημοκρατία ἀπό τό πολιτικό της ἐπιφαινόμενο στό κοινωνικό καί ἀκόμη περισσότερο στό πολιτισμικό της ρεαλισμό.

Προηγουμένως εἶχε ἀναφερθεῖ ὅτι ἀνάλυση σημαίνει ἀποσαφήνιση τῶν πολιτισμικῶν δεδομένων, τῶν συντελεστῶν πού διαμορφώνουν καί μεταμορφώνουν ἐν συνεχεία κάποια ἄλλα στοιχεῖα σέ πολιτισμό μέ κοινωνική θεμελίωση καί σημασία. Μιά τέτοια πολιτισμική ἀνάλυση τῶν στοιχείων πού ἀποτελοῦν τούς συντελεστές διαμόρφωσης ἑνός πολιτισμοῦ μᾶς ἐπιτρέπει τό πέρασμα ἀπό τή θεωρητική προσέγγιση στή ρεαλιστική θεώρηση τῶν πολιτισμικῶν δεδομένων. Ἔτσι ἀποφεύγονται ἡ μονομέρεια καί ἡ γενίκευση καί ἀπομακρύνεται ὁ κίνδυνος τῆς πολιτισμικῆς καθαρότητας καί τοῦ πολιτισμικοῦ ἀποκλεισμοῦ. Πάντως κατά γενική ὁμολογία (χωρίς αὐτό νά ἀποτελεῖ κοινοτυπία) «ἡ πολιτισμική ἀνάλυση εἶναι ἐγγενῶς ἀτελεύτητη»,[8] εἰδικώτερα, ὅταν σ’αὐτή τήν ἀνάλυση ἐμπλακεῖ ἡ κοινωνιολογία. Ἡ κατανόηση τῶν πολιτισμῶν ἔρχεται μέσα ἀπό τήν κατανόηση τῶν ἀνθρώπων καί ἡ κατανόηση τῶν ἀνθρώπων ἔρχεται μέσα ἀπό τή γνωριμία μαζί τους, τή θέληση γιά γνωριμία μαζί τους. Σ’αὐτό τό σημεῖο, ὅμως, προκύπτει ἕνα μεῖζον ζήτημα γιά τόν ἀνθρώπινο πολιτισμό καί τίς ἀξίες του. Ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν πολιτισμικές ἀξίες οἱ ὁποῖες θεωροῦνται παγκόσμιες, ὑπάρχουν, ὅμως, καί ἀξίες σέ τοπικούς πολιτισμούς οἱ ὁποῖες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στίς τοπικές κοινωνίες καί στά ὑποκείμενά τους. Ἡ σύνθεση τοῦ τοπικοῦ μέ τό παγκόσμιο ἀποτελεῖ γιά τό σήμερα τό μεγαλύτερο ἴσως πρόβλημα πού ἀνέκυψε μέ τήν παγκοσμιοποίηση τῆς ἀγορᾶς. Οἱ παγκόσμιες πολιτισμικές ἀξίες τείνουν νά ἀπορροφήσουν τούς τοπικούς πολιτισμούς ἤ τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά αὐτῶν τῶν πολιτισμῶν συνθέτουν ἕνα παγκόσμιο πολιτισμό τοῦ ὁποίου, μέρος ἤ τμῆμα, ἀποτελοῦν καί τά ἴδια; Αὐτή ἡ πολιτισμική ἀξιολογική παγκοσμιότητα ἀποτελεῖ πράγματι μιά σύνθεση πολιτιστικῶν παραδόσεων ἤ ἐργαλεῖο στά χέρια κάποιων ἐπιτήδειων κερδοσκόπων πού μέσα ἀπό παγκοσμιοποιημένα πολιτισμικά δεδομένα προσπαθοῦν νά ἐλέγξουν τίς ἀνθρώπινες συμπεριφορές;

Οἱ ἀπαντήσεις σέ τέτοια ἐρωτήματα δέν εἶναι καθόλου εὔκολες. Ἄς δοῦμε γιά παράδειγμα ἕνα πολιτισμικό ἀνθρώπινο μνημεῖο. Τήν Ἁγιά Σοφιά. Ἕνα χριστιανικό πολιτισμικό μνημεῖο παρελθοντικοῦ χρόνου μέσα σέ ἕνα παροντικό μουσουλμανικό κόσμο καί μιά παγκόσμια κοινότητα, ἡ ὁποία τό χαρακτηρίζει ὡς μνημεῖο παγκόσμιας πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς. Ὁ ναός, ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ Αὐτοκρατορία, τά ἱστορικά πρόσωπα-ὁ Ἰουστινιανός, οἱ ἀρχιτέκτονες, τά ὑλικά, τό μέγεθος, ἡ νοοτροπία, οἱ ἐργάτες, ὁ χρόνος, ὅλα αὐτά κάνουν τήν Ἁγιά Σοφιά, ναό τῆς τότε βασιλεύουσας τοῦ κόσμου. Ἔχει σημασία νά δεῖ κανείς τόν πολιτισμό πού ἀναδύεται μέσα ἀπό ἕνα ἀρχιτεκτονικό κατασκεύασμα, καθώς ἡ γοητεία τοῦ οἰκοδομήματος δηλώνει μιά συγκεκριμένη ἐποχή καί μιά συγκεκριμένη κοινωνία. Αὐτό τό ἴδιο τό οἰκοδόμημα ὑποδηλώνει τίς ἰδιαίτερες γιά ἐκείνη τήν ἐποχή ἀντιλήψεις γιά τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἀλλά καί τή χρήση αὐτῆς τῆς σχέσης ἀπό τήν ἐξουσία. Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου ἀναδεικνύει τή δύναμη ἐξουσίας πού ἔχει στά χέρια του ὁ βυζαντινός αὐτοκράτορας, καθώς ὁ συμβολισμός τοῦ οἰκοδομήματος ἐπικεντρώνεται στή νίκη τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἐπί τοῦ Σολομώντα, μιά νίκη σέ μιά μάχη πού ἱστορικά δέν συνέβει ποτέ. Κυριολεκτικά καί ρεαλιστικά οὐδέποτε ὑπῆρξε μιά τέτοια σύγκρουση. Ἡ συμβολική, ὅμως, ἀναγωγή τῆς αὐτοκρατορίας ὑπεράνω τοῦ Σολομώντα δέν εἶναι θεσμική ἤ στρατιωτική ἤ πολιτική ἀλλά πολιτισμική, ἐμπεριέχοντας τήν ὅλη ὕπαρξη τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ Ἁγιά Σοφιά ὡς πολιτισμικό πρότυπο ἐπιβεβαιώνει μέ τή συμβολική της ἀνάδειξη τήν πολιτισμική ἐπικυριαρχία τοῦ Βυζαντίου. Τό μεγαλεῖο τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς καί ἡ μεγαλοπρέπεια τῆς τέλεσης τῆς αὐτοκρατορικῆς Θ. Λειτουργίας γοήτευαν γιά 800 καί πλέον χρόνια τούς λαούς πού ἤθελαν νά κατακτήσουν τήν Κωνσταντινούπολη. Παρ’ὅτι ὅμως ἡ Πόλη ἁλώθηκε καί ἡ Ἁγιά Σοφιά γιά 450 χρόνια περίπου μεταμορφώθηκε σέ χῶρο λατρείας μιᾶς ἄλλης θρησκείας καί μιᾶς ἄλλης αὐτοκρατορίας ἐν τούτοις στήν παγκόσμια πολιτισμική κληρονομιά καταγράφθηκε ὡς μνημείο τοῦ βυζαντινοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ βυζαντινός αὐτοκρατορικός πολίτης μεταμορφώνεται σέ πανανθρώπινο οἰκουμενικό πολιτισμικό πρότυπο, ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά ἐκστασιασθεῖ ἀπό τό μεγαλεῖο καί τή γοητεία τῆς αὐτοκρατορίας του καί τόν παρακινεῖ σέ μιά δυναμική καί ἐπιθετική οἰκειοποίηση.

Ἄς δοῦμε, ὅμως καί ἕνα πιό σύγχρονο γεγονός. Τό παράδειγμα τῆς Θεσσαλονίκης ὡς μιᾶς πόλης συνύπαρξης τῶν πολιτισμῶν, τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ, τοῦ βυζαντινοῦ, τοῦ μουσουλμανικοῦ, τοῦ ἑβραϊκοῦ, τοῦ σλαβικοῦ στοιχείου ἀποτελεῖ, ἴσως, τήν πιό χαρακτηριστική περίπτωση. Ἡ θρησκευτική ταυτότητα τῆς κάθε κοινότητας εἶναι αὐτή πού ἀποτελεῖ τό στοιχεῖο τῆς διάκρισης ἀπό τίς ἄλλες. Ἡ κοινότητα χρησιμοποιεῖ τή θρησκεία γιά νά δηλώσει τή διαφορετικότητά της ἀπέναντι στούς ἄλλους, καθώς σ’αὐτήν ἀνάγει τή σημαντικότητα τῆς ὕπαρξής της. Ἡ θρησκεία εἶναι αὐτή πού παρέχει σέ κάθε κοινότητα τήν ἠθική, τούς κανόνες, τούς ὅρους (γιά παράδειγμα κανείς Ἑβραίος δέν δουλεύει στό ἐμπορικό κέντρο τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου), δανείζεται ἔννοιες μέσα ἀπό τίς ὁποῖες ἀμύνεται ἤ ἐπιτίθεται πολιτισμικά, καταθέτει ἐμπειρίες, οἱ ὁποῖες κάνουν κατανοητό τό γεγονός τῆς διαφορετικότητας. Ἡ θρησκευτική ἰδιαιτερότητα τῆς κάθε κοινότητας διαμορφώνει κοινωνικές καί πολιτισμικές διαδικασίες οἱ ὁποῖες, ὅμως, δέν συγκρούονται μεταξύ τους, ἀλλά κατορθώνουν νά συνυπάρχουν σεβόμενες τήν ταυτότητα τοῦ ἄλλου. Ἡ Θεσσαλονίκη ἔζησε τέτοιες πολιτισμικές διεργασίες ἀπό τά τέλη τοῦ 16ου αἰ. ὡς τά μέσα τοῦ 20ου, παρουσιάζοντας παράλληλα ἕνα τέτοιο πρόσωπο κοινωνικῆς συνοχῆς πού θά μποροῦσε νά ἀποτελέσει πρότυπο γιά ἄλλες σύγχρονες πόλεις μέ θρησκευτικά προβλήματα, ὅπως εἶναι  τό Μπέλφαστ ἤ ἡ Ἰερουσαλήμ, καί παρ’ὅτι μέ ἀρχές κοινωνιολογικῆς ἀνάλυσης μεταφορᾶ προτύπου δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει, καθώς τό ὁποιοδήποτε κοινωνικό φαινόμενο ἀποτελεῖ φαινόμενο μόνο γιά τή συγκεκριμένη κοινωνία στήν ὁποία διενεργήθηκε. Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο τό γεγονός ὅτι στίς καρδιές καί στίς μνῆμες τῶν ἀπανταχοῦ Ἑβραίων ἡ Θεσαλονίκη ἀποτελεῖ τή δεύτερη Σιών. Τό τέλος αὐτῆς τῆς συνύπαρξης ἔφθασε μόνο ὅταν ὑπῆρξαν βίαιες ἔξωθεν παρεμβάσεις, οἱ ὁποῖες προσπάθησαν καί πέτυχαν νά ἀλλοιώσουν τήν πληθυσμιακή καί πολυπολιτισμική της σύνθεση σέ μιά ἐποχή ὅπου κυριάρχησαν ἀπόψεις περί ἐθνικῆς καί φυλετικῆς καθαρότητας. Ὑπῆρξε ἱστορικά τό πιό χαρακτηριστικό παράδειγμα  συνύπαρξης πολιτισμῶν ἀπό τό γεγονός καί μόνο ὅτι στό γεωγραφικό της χῶρο συνυπῆρξαν διαφορετικοί πολιτισμοί, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν τήν πολιτισμική τους ταυτότητα καί ἰδιαιτερότητα, σέ ὁρισμένες δέ περιπτώσεις, θέτοντας αὐστηρούς κανόνες καί ὅρους πρός τά μέλη τους, συνεργαζόμενοι μόνο στόν τομέα τῆς οἰκονομίας.[9]

Παραπομπές

[7]Clifford Geertz, ibid., p.23. [8]Glifford Geertz, ibid., p.40 [9]Κατά τόν καθηγητή Πέτρου Ἰωάννη ἡ ἔννοια τῆς πολυπολιτισμικότητας δημιουργήθηκε γιά νά ἐκφράσει καταστάσεις πολιτιστικοῦ πλουραλισμοῦ, ἀλλά καί τήν ἀναγκαιότητα τῆς εἰρηνικῆς συνύπαρξης καί τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ, μεταξύ τῶν ἀνθρώπων μέ διαφορετικές πολιτιστικές ἐκφράσεις εἴτε σέ τοπικό εἴτε σέ παγκόσμιο ἐπιπεδο. Πέτρου Ἰωάννη, Πολυπολιτισμικότητα καί θρησκευτική ἐλευθερία, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 2003, pp.13-14.

* Ο Χριστόφορος Ἀρβανίτης είναι Δρ. Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού καί τῆς Θρησκείας, εκλεγμένος Επίκουρος Καθηγητής στην ΑΕΑΗ Κρήτης.

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 5 Απριλίου 2011, http://theo-eco-culture.blogspot.com/2011/04/blog-post.html?spref=fb

Συνέχεια στο Μέρος ΙΙΙ

Η ιερότητα συμβόλων: πολιτισμική αναγκαιότητα Ι

Η ιερότητα των συμβόλων ως πολιτισμική αναγκαιότητα της ανοικτής κοινωνίας – Μέρος Ι

 

Του Χριστόφορου Αρβανίτη*


 

1.   Τό σύμβολο.

Ὁ θρησκευτικός συντελεστής ἀποτελεῖ βασικό συσταστικό στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ εἴτε αὐτός ἐκλαμβάνεται ὡς μιά ἁπλή ἀνθρώπινη δραστηριότητα εἴτε ὡς μιά πολυσύνθετη διεργασία, ἀτομική ἤ συλλογική, προσωπική ἤ διαπροσωπική. Οἱ προσεγγίσεις καί οἱ ἀναλύσεις τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, ἐντός τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ, μέ ἀναγκαῖες τίς κοινωνιολογικές καί ἀνθρωπολογικές κατανοήσεις τῶν διαφόρων θρησκευτικῶν δράσεων, ἐπιτρέπουν τήν ἀντικειμενική καί ἐπιστημονική διερεύνηση καί ὑπερβαίνουν, χωρίς, ὅμως, νά ἀπορρίπτουν τό γεγονός τῆς πίστης.

Αὐτή ἡ δυνατότητα προσέγγισης καί ἀνάλυσης τοῦ θρησκευτικοῦ μέσα ἀπό τήν ὑπέρβαση τοῦ γεγονότος τῆς πίστης μέ πρωτεύοντα τά πολιτισμικά καί κοινωνιολογικά δεδομένα ἀποκλείει περαιτέρω ἀπολυτοποιήσεις καί μυθοποιήσεις βασικῶν ἐννοιῶν του, καθώς ἀποκαθάρει τά γεγονότα ἀπό πρόσθετα μεταγενέστερα χαρακτηριστικά, τά ὁποῖα ἀμαυρώνουν τό ἐμπειρικό τῆς πίστης εἴτε αὐτό εἶναι ἀτομικό εἴτε συλλογικό.[1] Ἡ κοινωνιολογική προσέγγιση καί ἀνάλυση τῆς θρησκείας ὡς ἑνός ἐκ τῶν βασικῶν στοιχείων διαμόρφωσης τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ τεκμηριώνεται κυρίως μέσα ἀπό ἕνα εὐρύ φάσμα ἀνθρώπινων δραστηριοτήτων πού μποροῦν νά ξεκινοῦν ἀπό πρακτικές προγονολατρείας, τελετουργίες μύησης μέ ὑπολανθάνουσες ἀναφορές σέ δυνάμεις ἐξουσίας ἤ ὑπολανθάνουσες σεξουαλικές πράξεις, θρησκευτικούς μύθους πού ὑποδηλώνουν ἔμμεσες ἀναφορές σέ κοινωνικούς θεσμούς καί κανόνες, ἀλλά καί ὑψηλά ἐπίπεδα τέχνης, μουσικῆς καί ἀρχιτεκτονικῆς, τά ὁποῖα φανερώνουν δυναμικές παρεμβάσεις τοῦ θρησκευτικοῦ στόν ἀνθρώπινο πολιτισμό μέ ἐνεργό ὑποκείμενο σέ κάθε τέτοια δραστηριότητα τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο.

Ἡ θρησκεία ἐπηρεάζει τή διαμόρφωση τοῦ ἤθους τῶν ἀνθρώπων καί τίς διάφορες κοσμοθεωρίες γιά τά πράγματα αὐτά καθ’ ἑαυτά, τίς ἰδέες τους γιά τήν κοινωνία καί τούς κανόνες πού τήν διέπουν εἴτε σέ ἀτομικό εἴτε σέ συλλογικό ἐπίπεδο. Ὁ ἄνθρωπολόγος Clifford Geertz, ἐπιχειρώντας νά ὁριοθετήσει τό θρησκευτικό φαινόμενο καταλήγει στόν ἑξῆς ὁρισμό γιά τήν θρησκεία: ἡ θρησκεία εἶναι:

α. ἕνα σύστημα συμβόλων πού ἐπενεργεῖ μέ τρόπο ὥστε

β. νά δημιουργεῖ στόν ἄνθρωπο ἰσχυρές καί παρατεταμένης διάρκειας διαθέσεις καί κίνητρα

γ. διαμορφώνοντας ἀντιλήψεις γιά τή γενικότερη τάξη τῆς ὕπαρξης

δ. ἐνδύοντας αὐτές τίς ἀντιλήψεις μέ μιά τέτοια αὔρα δεδομένης πραγματικότητας

ε. ὥστε οἱ διαθέσεις καί τά κίνητρα αὐτά νά φαίνονται ἰδιαζόντως ρεαλιστικά.

Εἶναι ἐμφανές ὅτι σέ αὐτόν τόν ὁρισμό βασικό στοιχεῖο κατανόησης ὁρίζεται τό «σύστημα συμβόλων», καθώς τά σύμβολα ἀποτελοῦν πολιτισμικά πρότυπα τά ὁποῖα βοηθοῦν στή συγκρότηση τῶν κοινωνικῶν καί ψυχολογικῶν προγραμμάτων πού διαμορφώνουν τή δημόσια συμπεριφορά.[2]Αὐτό σημαίνει ὅτι τά θρησκευτικά σύμβολα προκαλοῦν ἤ κινοῦν τέτοιου εἴδους ἀνθρώπινες δραστηριότητες στόν εὐρύτατο χῶρο τοῦ πολιτισμοῦ πού κανένα ἄλλο εἶδος συμβόλων δέν μπορεῖ νά προκαλέσει. Ἔτσι γιά παράδειγμα τό χριστιανικό θρησκευτικό σύμβολο τοῦ σταυροῦ προκαλεῖ συναισθήματα, ψυχικές διαθέσεις, καλλιτεχνικές δραστηριότητες, μουσικές δραστηριότητες, πίστη, ἀφοσίωση, ἀλλά καί ἀκραῖες συμπεριφορές, ὅπως π.χ αὐτή τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ. Εἰδικά ὅσον ἀφορᾶ στό σύμβολο τοῦ σταυροῦ, προκαλεῖ ἐντύπωση ὅτι ἀκόμη καί ὁ Προτεσταντισμός, ὡς ἡ πλέον ἀντισυμβολική καί ἀντιεικονική ὁμολογία τοῦ χριστιανισμοῦ τόν διατήρησε στό κέντρο τοῦ λατρευτικοῦ χώρου, ἐξωβελίζοντας ὅ,τι ἄλλο συμβολικό καί ἐκφραστικό ὑπῆρχε σ’αὐτόν, ὡς παρεκτροπή τοῦ χριστιανισμοῦ πρός τήν εἰδωλολατρεία.

Ὁπωσδήποτε τά σύμβολα ἤ καλλίτερα ὁ συμβολισμός στό θρησκευτικό χῶρο διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο καθώς ἐπιτρέπει μέσα ἀπό αὐτά τήν ὕπαρξη τῆς πίστης, τῆς ἐπιβεβαίωσης ἤ τῆς μεταμόρφωσης τοῦ κόσμου. Μέσα ἀπό αὐτή τήν προοπτική ἡ θρησκεία ἐμφανίζεται ὡς μιά οὐσιαστικῶς συμβολική δραστηριότητα, ὡς ἕνα σύνολο πρακτικῶν καί ἐκφάνσεων τῆς ὁποίας ἡ ἀποτελεσματικότητα δέν ἀποτελεῖ καί δέν ἐξαρτᾶται ἀπό κάποια ὑλική τάξη. Τό συμβολικό στοιχεῖο κατανοεῖ καί χρησιμοποιεῖ τό λόγο, ἀλλά δέν τόν καταστρέφει. Περιγράφει τή λειτουργία τῶν σημείων, ἀλλά ἡ δυναμική του βρίσκεται στό γεγονός ὅτι ἡ ἀνάλυση του βρίσκεται στήν ὑπόθεση χωρίς αὐτή νά ἐπεξηγεῖται μέ ξεκάθαρο τρόπο. Εἰσάγει μιά σχέση ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τό σύμβολο πού εἶναι κοινωνικά θεμελιωμένη μέ τήν ἔννοια ὅτι δημιουργεῖ μιά συμβολική δυναμική, ἡ ὁποία δέν βρίσκεται ἔξω ἀπό τίς δυναμικές σχέσεις πού χαρακτηρίζουν τή δομή τῆς κοινωνίας στό σύνολό της. Ἐάν τό σύμβολο ἔχει μιά σημαντική ἀποτελεσματικότητα τότε οὐσιαστικά παίζει ἕνα οὐσιαστικό ρόλο στή γέννηση τῆς δομῆς τοῦ κοινωνικοῦ χώρου, παίζοντας ἕνα ἐπίσης σημαντικό ρόλο στήν ἔννοια καί τήν ἐφαρμογή τῆς ἐξουσίας. Τό θρησκευτικό γεγονός δέν ἀποτελεῖ μέσα σέ μιά τέτοια προοπτική οὔτε κάτι τό καθαρῶς ἰδεατό οὔτε ὅμως κάτι τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό μιά ἁπλοϊκή σκέψη λίγο-πολύ παραμορφωτική ἤ ἀλλοιωτική τῆς κοινωνιικῆς σύνθεσης ἤ τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος. Τό μυστικό αὐτῆς τῆς ἐξάρτησης-ἀνεξαρτησίας τῆς ἐξουσίας πού ἀποπνέει τό θρησκευτικό σύμβολο βρίσκεται στόν ἐνδιάμεσο χῶρο τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάλυση ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο καί εἶναι κατά τόν Bourdieu ἡ γνώση καί ἡ κατανόηση τοῦ θρησκευτικοῦ χώρου.[3] «Ἡ ἔννοια τοῦ συμβόλου καί τῆς συμβολικῆς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος ἀποδεικνύεται τεράστιας σημασίας γιά τόν κοινωνικό ἐπιστήμονα καί εἰδικῶς γιά τόν ἀνθρωπολόγο, καθώς τά ἴδια τά σύμβολα θά πρέπει νά κατανοοῦνται ὡς κάποιου εἴδους «ἐπεκτάσεις τῶν ἐνστίκτων». [4]

Ἡ ὅλη αὐτή  συμβολική, πολιτισμική κινητικότητα στό χῶρο τῶν θρησκειῶν δηλώνει ὅτι ἡ ἀπουσία τέτοιων θρησκευτικῶν συμπεριφορῶν θά δημιουργοῦσε λειτουργικές ἀτέλειες γιά τόν ἄνθρωπο. Γιά νά ἐπιστρέψω δέ στό πρόβλημα τοῦ Προτεσταντισμοῦ θά ἀναφέρω τήν στιγμιαία ἔκπληξη μου, ὅταν στόν καθεδρικό ναό τῆς Γενεύης, Saint-Pierre, ἀντίκρυσα στό κέντρο τοῦ ναοῦ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας. Σέ καμία περίπτωση βέβαια οἱ καλβινιστές τῆς Γενεύης δέν ἔγιναν ξαφνικά εἰκονόφιλοι, λησμονώντας τίς εἰκονομαχικές διακηρύξεις καί ἐνέργειες τοῦ Καλβίνου, ὅμως, μιά τέτοια πράξη δηλώνει κατηγορηματικά τή συμβολική λειτουργική ἀπουσία καί ἀτέλεια πού ἔχει δημιουργήσει ἡ ἀπουσία τῶν εἰκόνων ἀπό τούς λατρευτικούς χώρους. Ἡ προσπάθεια ἀπεξάρτησης τῶν πιστῶν, μέσω τοῦ κινήματος τῆς Διαμαρτύρησης, ἀπό τήν παπική ἐξουσία ὁδήγησε σέ μιά τεχνική ἀναγκαστική ἀπαξίωση τῶν θρησκευτικῶν πολιτισμικῶν συμβόλων καί εἰκόνων, καθώς αὐτά ταυτίστηκαν μέ τήν συγκεντρωτική καί αὐταρχική ἐκκλησιαστική ἐξουσία, ἡ δέ τοποθέτηση τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας στό κέντρο τοῦ ναοῦ, ἔστω καί γιά λίγες ἡμέρες, φανερώνει αὐτή τήν ἀνάγκη ἐπιστροφῆς στό θρησκευτικό-συμβολισμό. Μόνο ἡ λογική προσέγγιση τῆς πίστης μέσα ἀπό τή μελέτη τῆς Βίβλου δέν ἀρκεῖ γιά νά δημιουργήσει ἕναν πολιτισμό καθ’ὅλα ἀνθρώπινο, καθώς παραβλέπει πολλές ἀπό τίς πνευματικές θρησκευτικές λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἄρνηση τῶν συμβόλων στήν ἀνθρώπινη πολιτισμική πραγματικότητα ἀποτελεῖ οὐσιαστικά μιά ἠθελημένη διακοπή τῆς συνειδητής ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου μέ τό ἀσυνείδητό του. Ἡ δημιουργία, ὅμως, τῶν συμβόλων ἀποτελεῖ τήν πιό οὐσιαστική πολιτισμική δράση τοῦ ἀνθρώπου, καθώς αὐτά καθ’ἑαυτά ἐκφράζουν τόν ἄνθρωπο ὡς ὑποκείμενο καί πρόσωπο, τό ὁποῖο λειτουργεῖ σέ ἕνα πλαίσιο συλλογικότητας καί πολιτισμικῆς δημιουργίας. Ἡ ἀκραία ἐπεξεργασία τῶν λογικῶν συμπερασμάτων ὁδηγεῖ σέ διάλυση τῶν συμβόλων καί τῶν μύθων ἑνός πολιτισμοῦ καί κατά συνέπεια τοῦ ἴδιου τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ ἐξοστρακισμός τοῦ ἅγιου καί τοῦ ἱεροῦ, ἡ ἀπογύμνωση τῆς ἀγάπης ἀπό τή σεξουαλικότητα τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπό τά σύμβολα καί τούς μύθους ὁδηγεῖ τόν πολιτισμό στά ὅρια τῆς αὐτοκαταστροφῆς του.

Ὁ Miguel de Unamumo θέλοντας πιθανόν νά ἀνατρέψει τόν προφητικό χαρακτήρα τῆς νιτσεϊκῆς ἀναπόφευκτης καταστροφῆς τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ἀναφέρει: «Δέν εἶναι… ἡ ὀρθολογική ἀναγκαιότητα, ἀλλά ἡ φρικτή ἀγωνία πού μᾶς ὠθεῖ νά πιστέψουμε στόν Θεό… Τό νά πιστεύουμε στόν Θεό σημαίνει ὅτι ἐπιθυμοῦμε διακαῶς τήν ὕπαρξή Του καί, ἐπιπλέον,…  σημαίνει νά ζοῦμε μέ αὐτήν τή λαχτάρα καί νά τήν κάνουμε ἐσωτερική πηγή τῶν πράξεών μας. Αὐτή ἡ λαχτάρα, ἡ πείνα γιά τή θεότητα, γεννᾶ τήν ἐλπίδα, ἡ ἐλπίδα γεννᾶ τήν πίστη καί ἡ πίστη μαζί μέ τήν ἐλπίδα γεννοῦν τήν εὐσπλαχνία. Ἀπ’αὐτή τή λαχτάρα γιά τό θεῖο γεννιέται ἡ αἴσθησή μας τῆς ὀμορφιᾶς, τοῦ σκοποῦ, τῆς καλοσύνης».[5] Αὐτή ἡ πολυλειτουργικότητα τοῦ θρησκευτικοῦ πολυπολιτισμικοῦ συμβολισμοῦ εἶναι αὐτή πού ἀναγκάζει τόν μελετητή τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου νά ἀπορρίψει τήν ἀντίληψη ὅτι ἡ θρησκευτική πίστη εἶναι ψευδής καί ἐπιφαινόμενη. Ἡ μελέτη τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου κατά τόν Malinowski καταδεικνύει ὅτι: «ἡ θρησκεία ἐπιτρέπει στόν ἄνθρωπο νά ὑπομένει καταστάσεις συναισθηματικοῦ στρες, παρέχοντας, τρόπους διαφυγῆς ἀπό καταστάσεις καί ἀδιέξοδα πού δέν προσφέρουν ἐμπειρικές διεξόδους παρά μόνο μέσα ἀπό τήν τελετουργία καί τήν πίστη στό ὑπερφυσικό». [6]

Ὁ συμβολισμός δέν εἶναι παραδοσιακός, ἀλλά διαχέεται μέσα στούς αἰῶνες, ἐμπεριέχοντας μέσα σέ λίγες συμβατικές γραμμές τή σκέψη καί τά ὄνειρα τοῦ πολύμορφου ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ. Ἐν τούτοις ἕνα μεγάλο μέρος του χαρακτηρίζεται ὡς παραδοσιακό, καθώς συνιστά μιά διεθνή γλώσσα ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τά φυσιολογικά ὅρια τῆς ἐπικοινωνίας. Τό σύμβολο ἀποτελεί ἀφετηρία κατάδειξης τοῦ ἐνυπάρχοντος καί τοῦ ὑπερβατικοῦ, ἀφετηρία ἀποκάλυψης ὄψεων τῆς πραγματικότητας πού διαφεύγουν τοῦ κοινοῦ τρόπου ἔκφρασης. Ὡς ἐκ τούτου κρατᾶ μέσα σέ μιά ἐποχή ἔντονα ἀτομοκρατική μιά ἰδιαίτερη ἔκφραση ἀνθρώπινης συλλογικότητας, καταλιμπάνει τό ἀτομικό καί ἀναδεικνύει τό καθολικό. Μετέχει τῆς πραγματικότητας, τῆς ἄμεσης ἐμπειρίας τῆς ζωῆς, ἀποκαλύπτοντας καί ὑποκρύπτοντας τήν ἀλήθεια. Σημαντικό ρόλο στήν κατανόηση του διαδραματίζει τό ἑκάστοτε ὑποκείμενο και οἱ ἐμπειρίες του. (Βλ. ΙΧΘΥΣ). Χωρίς τη διάσταση τοῦ συμβόλου οἱ θρησκευτικές τελετές θά ἀπέβαιναν κενές και δεισιδαιμονικές. Ὁ συμβολισμός τῶν στάσεων, τῶν χειρονομιῶν, τῆς προσευχῆς, τῆς λατρείας, τοῦ ἤχου, τῶν κινήσεων δηλώνει τή σημαντικότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί ἀνάγκης. Ἔτσι, ἡ ἀδιαφορία πρός τά σύμβολα δέν ἀποτελεῖ σημάδι φώτισης καί πνευματικότητας, ἀλλά στήν πραγματικότητα σύμπτωμα ἀσθένειας. Τό σύμβολο δίνει τή δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά σωθεῖ ἀπό τόν πολιτιστικό του ἐπαρχιωτισμό καί πάνω ἀπό ὅλα ἀπό τήν ἱστορική καί ὑπαρξιακή του σχετικοκρατία.

Παραπομπές

 [1] Φίλιας Γ., Κοινωνιολογία τοῦ Πολιτισμοῦ, Παπαζήσης, 2005, p.437

[2] Clifford Geertz, Ἡ ἑρμηνεία τῶν πολιτισμῶν, Ἀλεξάνδρεια, μτφρ. Θεόδωρος Παραδέλλης, Αθήνα, 2003, pp. 98-101.

[3] “Haute culture et haute couture” in Questions de sociologie, Paris, Minuit, 1984, pp. 196-206.

[4] Marcel Mauss, Κοινωνιολογία καί ἀνθρωπολογία, μτφρ. Θεόδωρος Παραδέλλης, Ἐκδόσεις τοῦ Εἰκοστοῦ Πρώτου, Ἀθήνα, 2004, p.84.

[5] Tragic Sence of Life, New York, 1961, pp.84-85

[6] Clifford Geertz., ibid., p.110.

 

* Ο Χριστόφορος Ἀρβανίτης είναι Δρ. Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού καί τῆς Θρησκείας, εκλεγμένος Επίκουρος Καθηγητής στην ΑΕΑΗ Κρήτης.

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 5 Απριλίου 2011, http://theo-eco-culture.blogspot.com/2011/04/blog-post.html?spref=fb

 

 Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ

ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

Της Νόνης Σταματέλου*

 
 
 
 


Παράτολμο το εγχείρημα ν’ αρθρώσεις λόγο κοσμικό για τους Αγίους μας, σ’ αυτό το χώρο, σ’ αυτό το χρόνο και μ’ αυτήν την ιδιότητα. Το να σε αποκαλούν «θεολόγο» είναι ευλογία και προνόμιο. Μα ένα προνόμιο βαρύ, ένας Σταυρός προς το Γολγοθά, που φορές – φορές σε γονατίζει και φορές σε λυτρώνει…
Η Εκκλησία μας γιορτάζει σήμερα τους Τρεις Ιεράρχες και Οικουμενικούς Διδασκάλους του 4ου αιώνα: Βασίλειο τον Μέγα, Γρηγόριο τον θεολόγο και Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Ενός αιώνα πολυτάραχου, μα που υπήρξε σταθμός για τα εκκλησιαστικά  μας γράμματα.

Η χριστιανική γιορτή στην παράδοσή μας είναι μέρα χαράς. Για τη ζώσα Εκκλησία που θριαμβεύει. Και όλοι εμείς, στο μέτρο που ο καθένας μας ζει και αναπνέει μέσα στην Εκκλησία ή έξω απ’ αυτήν, είμαστε μέτοχοι ή τραγικοί θεατές σ’ αυτή τη γιορτή και σε κάθε γιορτή.

 Καλούνται σήμερα στο κοινό τραπέζι μαζί με τους δασκάλους, οι άρχοντες και προϋπόθεση να μετάσχουν ως «συνεπιτελούντες» και όχι «παρακολουθούντες» είναι να αφουγκραστούν το λόγο του Χρυσοστόμου που λέει: «ο άρχοντας δεν πρέπει να υπερέχει απ’ τους αρχόμενους στις τιμές αλλά στις αρετές…»

Σπουδαστές ακόμα και οι τρεις φαίνεται να μην μπορούν να συμβιβαστούν με μετριότητες. Αποκτούν μόρφωση πλατιά κοντά σε σοφούς δασκάλους. Στοχάζονται, αναλύουν και αγωνίζονται για μία καθολική αλλαγή των ανθρωπίνων πραγμάτων με προοπτική το ευαγγελικό ιδανικό. Πριν γίνουν εξωτερικά μάρτυρες της αλήθειας αγωνίστηκαν εσωτερικά. Πέρασαν περίοδο ασκητικής ετοιμασίας για την απελευθέρωσή τους από την δύναμη των ανθρώπινων παθών, για την «καλήν αλλοίωσιν» ώστε αργότερα να μπορούν να ζήσουν και να δράσουν με εσωτερική ελευθερία.

Και μεστώνει γρήγορα το πνεύμα, κι ετοιμάζει τις μεγάλες εξορμήσεις για το γκρέμισμα των γηρασμένων ιδεών, για την καταπολέμηση των αιρέσεων. Κι ατσαλώνονται οι ψυχές για να βαστάξουν τον αβάσταχτο κατατρεγμό που τους προσμένει μα και να πετύχουν μια αρμονική σύνθεση αρχαιοελληνικής οικουμενικής σκέψης και χριστιανικού πνεύματος, να διασώσουν το ελληνικό στοιχείο σμιλεύοντάς το με την χριστιανική πίστη, ώστε να θεωρούνται προστάτες της Ελληνικής Παιδείας και των γραμμάτων.

Από κάθε φρόνιμο άνθρωπο ομολογείται, γράφει ο Ναζιανζηνός, που η υψηλή ποιητική του έμπνευση συναγωνίζεται τη φιλοσοφική βαθύνοιά του, ότι πρώτο και μεγάλο αγαθό είναι η παιδεία. Αντιμετωπίζει και την θύραθεν παιδεία με σεβασμό μα και με κριτικό νου. «Των εθνικών σοφών αποδεχόμαστε την έρευνα και θεωρία, απορρίπτουμε μόνο ό,τι οδηγεί στο πονηρό.» Και ο Μέγας Βασίλειος συνθέτει λόγο «προς τους νέους» όπου τους επισημαίνει τις ωφέλειες που αποκομίζει κανείς απ’ την ελληνική σοφία, αρκεί όπως οι μέλισσες να κάνει επιλογή του καλού υλικού. Πολύτιμα τα διδάγματά τους σε  θέματα παιδαγωγικής, που τίποτα δεν ήρθαν να προσθέσουν οι νεότεροι. Τους απασχολεί ο σκοπός της αγωγής, η προσωπικότητα του δασκάλου. Σημειώνουν ότι ο δάσκαλος οφείλει να έχει επιστημονικό οπλισμό και ηθική ακεραιότητα. Κι η διδασκαλία του να κατεβαίνει στην ψυχή του παιδιού σαν σιγαλή βροχή και να γλιστράει ως τα βάθη, εξασφαλίζοντας καρποφορία.

Μα δε μένουν στη συγγραφή και τη διατύπωση κανόνων. Σπεύδουν να στρατευτούν οπουδήποτε για τις ανάγκες του λαού. Τους γοητεύει όμως και η ζωή των ασκητών, μια φωνή τους καλεί σε δρόμους δύσκολους, δρόμους πνευματικούς. Μια ευγενική ταλάντευση χαρακτηρίζει ολόκληρη τη ζωή τους και της δίνει ένα τόνο δραματικό! Τελικά πραγματοποιούν μια ωραία σύνθεση θεωρίας και πράξης, στοχασμού και δράσης, αναχωρητισμού και δυναμικής παρουσίας στον κόσμο.

Μπροστά στα ιερατικά αξιώματα στέκονται με δέος και ευθύνη. Ο Βασίλειος, επίσκοπος στην Καισάρεια, ο Γρηγόριος στη Ναζιανζό και την Κωνσταντινούπολη κι ο ιερός Χρυσόστομος μετά την θητεία του ως πρεσβύτερος στην Αντιόχεια αναλαμβάνει με δέος τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κων/πολης κι ο καθένας δίνει αγώνα θαρραλέο κατά του πνεύματος της εκκοσμίκευσης της Εκκλησίας.

Υπέρμαχος της Ορθοδοξίας ο Βασίλειος πολέμησε τις κακοδοξίες των αιρετικών και περιφρόνησε τις απειλές του αυτοκράτορα που ήθελε να τον ελκύσει στο αρειανό δόγμα. Είναι γνωστή η περήφανη απάντησή του προς τον απεσταλμένο του Ουάλεντα Μόδεστο: «Δεν με πτοούν οι απειλές σας. Τη δήμευση της περιουσίας δεν τη φοβάμαι, γιατί δεν έχω τίποτ’ άλλο παρεκτός απ’ το τριμμένο μου ράσο». Στον καιρό του φοβερού λοιμού ιδρύει το περίφημο πτωχοκομείο και νοσοκομείο στην Καισάρεια, ολάκερο συγκρότημα από οικοδομές μέσα στην πόλη όπου οι κατατρεγμένοι του κόσμου έβρισκαν στέγη, τροφή, περίθαλψη, παρηγοριά. Ο θεσμός της κοινωνικής πρόνοιας που σήμερα αποτελεί αφορμή για καύχηση των πολιτισμένων χωρών, είχε με τον Μέγα Βασίλειο το πρώτο επίσημο φανέρωμα του στον κόσμο.

Κι ο Ιερός Χρυσόστομος στη Βασιλεύουσα γίνεται αληθινός πατέρας για το ποίμνιό του. Επιβάλλει αυστηρή οικονομία  στα έξοδα της αρχιεπισκοπής για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις ανάγκες των φτωχών. Πνεύμα ασκητικό ο ίδιος, στηλιτεύει άφοβα τους βαλαντιοσκόπους, τους αυλοκόλακες και τους εμπόρους των οσίων και των ιερών με τον καυστικό του λόγο: «…εκκαθαρίσατε την Εκκλησίαν από αναξίους κληρικούς…». Και βλέποντας το πνεύμα μάταιης επίδειξης πλούτου να έχει εισχωρήσει και μέσα στην Εκκλησία κραυγάζει: «χρυσοχοείο και αργυροκοπείο είναι η Εκκλησία ή εργαστήριο αγιότητας;» Γι αυτό συνασπίστηκαν εναντίον του  όλοι όσων άνομα συμφέροντα εβλάπτονταν.

Αξιοσημείωτη είναι και η στάση του ειρηνοποιού Γρηγορίου, όταν ορισμένοι επίσκοποι αμφισβήτησαν την εκλογή του στον Οικουμενικό θρόνο. «Αν, είπε στους συνοδικούς επισκόπους, εγώ είμαι  η αιτία των μεταξύ σας διαφωνιών, ρίξτε με στη θάλασσα και θα πάψει η τρικυμία των ταραχών. Δέχομαι να πάθω ο,τιδήποτε θελήσετε, αν και αθώος, για τη δική σας ομόνοια…»

Ο λόγος τους γίνεται πύρινος όταν αγγίζουν τα θέματα της πλεονεξίας και της κοινωνικής αδικίας που δεσπόζουν στην εποχή τους και μάλιστα καταξιωμένα από ήθη, νόμους και νοοτροπία. Ο Μ. Βασίλειος ανεπιφύλακτα καθορίζει την αρχή ότι ο πλούτος είναι αντιστρόφως ανάλογος της αγάπης «οσον ουν πλεονάζεις τω πλούτω, τοσούτον ελλείπεις τη αγάπη» Αποκαλεί «λωποδύτην» όχι μόνον αυτόν που απογυμνώνει κάποιον αλλά κι αυτόν που ενώ μπορεί να του προσφέρει ενδύματα, δεν το πράττει.  «Ώστε τοσούτους αδικείς, όσοις παρέχειν ηδύνασο» Το «εμόν και το σον» χαρακτηρίζεται από το Χρυσόστομο  «ψυχρόν ρήμα και μυρίους πολέμους εισαγαγόν». Οι τρεις Ιεράρχες δεν περιορίζονται να στηλιτεύουν μόνο την αδικία, θεωρούν παράβαση και το «ακοινώνητον», την παράλειψη της προσφοράς στους έχοντες ανάγκη.

Μοιάζει συχνά να περνάει απαρατήρητη κι από την ίδια την  Εκκλησία η επιμονή των Πατέρων στην ισότητα των ανθρώπων, την «ομοτιμία» και την «ισοτιμία» τους. Τις κλασσικές αντιθέσεις που χωρίζουν τους ανθρώπους «δουλεία-ελευθερία», «πενία-πλούτο», ο Γρηγόριος ονομάζει «αρρωστήματα», «επινοήματα κακίας», που «εισήλθε τω γένει των  ανθρώπων». Θεωρεί δε άνισον και «ανώμαλον» τον νόμο που είναι επιεικής στις συζυγικές παρεκτροπές των ανδρών, ενώ γίνεται αυστηρότερος σε αυτές των γυναικών. «Ου δέχομαι ταύτην την νομοθεσίαν, ουκ επαινώ την συνήθειαν. Άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες δια τούτο κατά γυναικών η νομοθεσία» και ανατρέχοντας στους θησαυρούς του Ευαγγελίου επισφραγίζει  «εις ποιητής ανδρός και γυναικός, εις χους αμφότεροι, εικών μία, νόμος εις, Ανάστασις μία».

Ιδιαίτερη επίσης είναι η ευαισθησία τους προς τον κόσμο της δημιουργίας. Έβλεπαν τη φύση σαν ανάκτορο της σοφίας του Θεού, στον άγριο συναγωνισμό των στοιχείων, στο ήρεμο ξετύλιγμα της ζωής, έβλεπαν να αποκαλύπτεται το θεϊκό μεγαλείο. Και σαν απάντηση στην απολυτοποίηση της ανθρώπινης γνώσης και την περιφρόνηση της Βίβλου εν ονόματι μίας κούφιας επιστημοσύνης ο Βασίλειος λέει στην Εξαήμερο πως «Δεν μειώνεται ο θαυμασμός μας για το έργα του Θεού, αν βρεθεί ο τρόπος με τον οποίο έγινε ένα από τα θαυμαστά έργα. Παρέλειψε η Γραφή να μας το πει για να γυμνάσει το μυαλό μας.»

Άνθρωποι θεόπνευστοι, βαθυστόχαστοι οραματιστές μίας ωραίας και πλούσιας χριστιανικής ζωής, οι τρείς ιεράρχες υπήρξαν παράδειγμα εφηρμοσμένου Χριστιανισμού. Οι οικουμενικοί διδάσκαλοι, οι γνήσιοι εκφραστές του πνεύματος της αρχαίας ενωμένης Εκκλησίας που ο ιερέας ήταν ο «πατέρας». Δραματικά επίκαιρη η αναφορά των Πατέρων  στη ζωή μας. Είναι πολύ κουρασμένος ο σημερινός άνθρωπος, σχεδόν απελπισμένος. Περίσσεψε η αυστηρή κριτική για τα αμαρτήματά του, χρειάζεται την αγκαλιά της Εκκλησίας, το γλυκό της λόγο.

Αλήθεια, ποια μέσα μαζικής ενημέρωσης θα προβάλουν  σήμερα, ημέρα γιορτής των Ιεραρχών, κάτι για τη ζωή τους, τη σημασία της παρουσίας τους στην ιστορία των ανθρώπων; Ποια κοινωνία θ’ απασχολήσουν, με ποια παιδεία;

Γι’ αυτό κλείνουμε αυτή τη μέρα  τα σχολειά και τα πανεπιστήμια και ψελλίζουμε αμήχανα  πως γιορτάζει η Παιδεία, ενώ όλοι ξέρουμε πως αιμορραγεί. Τα παιδιά μας βγαίνουν στους δρόμους, γράφουν συνθήματα, γιατί αρνούνται να κτίζουν πύργους σε κινούμενη άμμο…Σαν δάσκαλοι εκπέμπουμε ένα σήμα. Όχι βέβαια προς το κράτος – όταν αυτό αρνείται πεισματικά την παράδοσή του – με ηγέτες  που για το Χριστιανισμό ίσως γνωρίζουν μόνο όσα έμαθαν στα σχολικά τους εγχειρίδια και κάτω απ’ τον παραμορφωτικό φακό του Προτεσταντισμού, μα προς την Εκκλησία.Την Εκκλησία που βάλλεται από παντού, την Εκκλησία που συχνά παρουσιάζει τον Χριστιανισμό ως νομοκανονική υπόθεση, που αποστολή έχει να πορεύεται στον κόσμο για να τον εκκλησιοποιεί, την Εκκλησία των σκανδάλων και των Αγίων…

Καιρός πια να δούμε την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία όχι σαν μουσειακό είδος, Και να τιμούμε τους μεγάλους Ορθόδοξους πατέρες όχι εκθέτοντας μακροσκελείς βιογραφίες, αλλά τονίζοντας ότι η θεολογία τους είναι τρόπος ζωής, είναι πνευματικές αρχές κι όχι καθηκοντολογία.

Σήμερα η ορθόδοξη παράδοσή μας αποτελεί την πιο ασφαλή πηγή ανεφοδιασμού μας. Καθώς έχουμε να παλέψουμε σαν έθνος ανάμεσα στις αντικρουόμενες πολιτικοοικονομικές θεωρίες Ανατολής και Δύσης και σαν εκκλησία ανάμεσα στην προπαγάνδα των ετεροδόξων και την πολεμική των υλιστών. Είναι ανάγκη η ανθρώπινη κοινωνία να αναβαπτισθεί στο πνεύμα του ορθόδοξου Κοινοτισμού που τον αντάλλαξε μέσα στην τραγική της πορεία με μηδενιστικά συστήματα, να ξαναβρεί το θεανθρώπινο ανθρωπολογικό πρότυπο της για να μπορεί να δημιουργεί ανθρώπους που θα χρησιμοποιούν τον τεχνολογικό πολιτισμό για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους κι όχι για την καταστροφή του.

Ο Πατερικός λόγος για το σύγχρονο σκεπτόμενο άνθρωπο είναι πρόκληση. Οι τρεις Ιεράρχες δεν είναι παρελθόν. Εξακολουθούν να μετέχουν στη ζωή της Εκκλησίας. Εκφράζουν σταθερά το φρόνημά της.

«Οι Χριστιανοί και μάλιστα οι Ορθόδοξοι, δεν αισθανόμαστε αμηχανία ούτε αιφνιδιαζόμαστε από τη διαδικασία της παγκοσμιοποιήσεως» γράφει ο στοχαστής ιεράρχης και αγωνιστής επίσκοπος Τιράνων και Αλβανίας και συνεχίζει «Η Οικουμενικότητα υπήρξε ο αυτονόητος πνευματικός μας χώρος. Η διάσταση της παγκοσμιότητος αποτελεί βασικό συστατικό της Ορθοδοξίας» (Γιαννουλάτος, σελ 262).

Η αποστολή μας λοιπόν ως έθνους σήμερα είναι αυτονόητη, αφού είμαστε κάτοχοι μιας πολύτιμης κληρονομιάς. Μια τέτοια αποστολή χρειάζεται το ψυχικό απόθεμα των Μαρτύρων και των Πατέρων. Κι αυτό είναι η Ορθοδοξία. Που σώζει την Ελληνικότητα στα υψηλότερα επιτεύγματά της σαν φιλαλήθεια, φιλοκαλία, φιλανθρωπία. Ο αποξενωμένος από αυτήν την παράδοση Γραικός, δεν έχει τίποτε να δώσει στην Ευρώπη, αλλά θα θέλει μόνο να πάρει, αρκούμενος μόνο στα
«ψιχία τα πίπτοντα από της τραπέζης» των πλουσίων εταίρων μας. Ο  Ρωμηός έχει να δώσει αυτό που πραγματικά στερείται η Ευρώπη, την Ορθοδοξία! Γιατί Ορθοδοξία είναι να πιστεύει κανείς εκεί που όλα φαίνονται χωρίς ελπίδα.

Η κινδυνολογία περί σύγκρουσης των πολιτισμών  με την παγκοσμιοποίηση δεν πλήττει την Ορθοδοξία που σκοπό έχει: να προσφέρει νόημα στη ζωή των ανθρώπων και υπέρβαση της αγωνίας του θανάτου. Ο Χριστιανισμός πρέπει να γίνει συναγερμός! Και μάλλον ο συναγερμός πρέπει  ν’ αρχίσει απ’ την εκπαίδευση.

Ο λεγόμενος «εκδημοκρατισμός» της παιδείας ταυτίστηκε με την αξιωματική αρχή ότι στα παιδιά «όλα επιτρέπονται».Το σχολειό δεν είναι στίβος άσκησης που ετοιμάζει τη νεολαία να αναλάβει με την ενηλικίωσή της τις ευθύνες του πολίτη, όχι. Το σχολειό παραμυθιάζει τον ανήλικο ότι έχει κιόλας όλα τα δικαιώματα του πολίτη, χωρίς την παραμικρή υποχρέωση αντιπροσφοράς, χωρίς εχέγγυα υπευθυνότητας. Δεν του μίλησε ποτέ η πολιτεία για τη χαρά της ασκητικής που προϋποθέτει η μετοχή, η άμιλλα, το άθλημα των σχέσεων κοινωνίας. Γι’ αυτό, Δημοκρατία για πολλούς νέους στην Ελλάδα σημαίνει το χαβαλέ της «αποχής», του αποκλεισμού των κεντρικών δρόμων για να παραλύσει η κυκλοφορία, σημαίνει να ηδονίζεσαι από τη μέθη της ισχύος, όταν μπορείς να βασανίζεις πολλούς.

Οφείλουμε να μείνουμε πολλές νύχτες ξάγρυπνοι όσοι εμπλεκόμαστε στο θέμα της παιδείας, αν τα παιδιά μας συχνά ανιχνεύουν την ποιότητα όχι στους θεσμούς, μα στο περιθώριο. Αναρωτιέμαι, πότε θα μπούμε στον κόπο να αποκωδικοποιήσουμε τα μηνύματά τους, αναρωτιέμαι, πόσο καιρό ακόμα θα  κλείνουμε τ’ αυτιά στις κραυγές που απευθύνουν στους γονείς και τους δασκάλους τους και συχνά αποτυπώνουν σε στίχους αγαπημένου τους τραγουδιστή σαν  κι’ αυτούς: «δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή και μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο…»

Αλήθεια, ποιος τολμά πια να θίξει το θέμα της γλώσσας, εκείνης που η κατάργησή της στην εκπαίδευση έχει αποκλείσει τα παιδιά μας απ’ τον γλυκασμό της εκκλησιαστικής μας ποίησης; Στα Λύκεια τα παιδιά δεν κατανοούν πια ούτε τον Παπαδιαμάντη και με δυσκολία παρακολουθούν κείμενο του Μακρυγιάννη ή του Κοσμά του Αιτωλού. Κι’ όμως, τη γλώσσα του πατροκοσμά την καταλάβαιναν οι αναλφάβητοι Έλληνες της Τουρκοκρατίας. Ποιος τολμά να φωνάξει πως στο βωμό της ευκολίας, κόβουμε τις φλέβες του Ελληνισμού, πιθηκίζοντας άλλα πρότυπα και άλλα μοντέλα παιδείας, ξένα με την ιδιοσυγκρασία μας;

«Θεός είναι να μη μπορείς να κοιμηθείς» γράφει ο ποιητής κι’ έχω την άποψη ότι η αγωνία μας πια δεν πρέπει να εξαντλείται σε μνημόσυνα ή λόγους από άμβωνος, μα είναι θέμα βαθειάς, μέχρι δακρύων περισυλλογής…

 
* Ιωάννινα,  Ιανουάριος 2009. Η Νόνη Σταματέλου είναι εκπαιδευτικός θεολόγος.

 
ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012, http://nonistamatelou.blogspot.com/2012/01/2009.html#comment-form