Αρχείο κατηγορίας Επαχθή χρέη και το Χρέος μας

Με αφορμή την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση (ΗΠΑ 2007), την ελληνική δημοσιονομική κρίση στη χώρα μας (2009) και την υποταγή μας σε ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ άνοιξε ένας διάλογος. Εμείς αναρτούμε κείμενα που είτε ανοίγουν το δρόμο της Απελευθέρωσης, είτε συμμετέχουν κριτικά απέναντι σ΄αυτά.

Τι σημαίνει – η αναγκαία πια – στάση πληρωμών;

Τι σημαίνει στάση πληρωμών και γιατί είναι αναγκαία

 

Του Δημήτρη Καζάκη*

 

 

Η σύγχυση που βασιλεύει στην αριστερά σήμερα είναι τέτοια, που ακόμη συζητά αν η χρεωκοπία της χώρας είναι αληθινή ή ένα απλό πρόσχημα για να επιβληθούν τα ήδη προαποφασισμένα μέτρα. Την ίδια ώρα που οι προετοιμασίες για την επίσημη είσοδο του ΔΝΤ υπό την πολιτική εποπτεία της ΕΕ βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Η κατάσταση θυμίζει κάποιες άλλες εποχές που η αριστερά διαβεβαίωνε σε όλους τους τόνους ότι στην Ελλάδα δεν πρόκειται να γίνει πραξικόπημα, τις ημέρες που η χούντα είχε τεθεί σε κίνηση.

Όσοι αδυνατούν να κατανοήσουν το μέγεθος και τον χαρακτήρα του προβλήματος και επομένως εύκολα εικάζουν ότι το όλο ζήτημα δεν είναι παρά μια μπλόφα, δεν αγνοούν απλώς – σκοπίμως ή μη, αδιάφορο – τα πραγματικά δεδομένα του δημόσιου χρέους. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι αυτό που εμφανίζεται ως δημοσιονομική χρεωκοπία, συνιστά την χρεωκοπία ολόκληρου του τρόπου εξαρτημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας.

Ολόκληρος ο ελληνικός καπιταλισμός συνθλίβεται κάτω από το βάρος των δικών του εσωτερικών αδιεξόδων, αλλά και των αντιθέσεων που έχει αναδείξει η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Ο φόβος που εμπνέει σε ορισμένους η ιστορική καμπή στην οποία βρισκόμαστε και τα επιτακτικά καθήκοντα που αντικειμενικά απορρέουν απ' αυτήν, είναι αυτό που βρίσκεται πίσω από τις θεωρίες περί χρεωκοπίας-μπλόφα. Γι' αυτό και κάνει εντύπωση ότι δείχνουν περισσότερη εμπιστοσύνη στη δύναμη του συστήματος να αυτορρυθμίζεται και να ξεπερνά τις κρίσεις του, ακόμη κι από τους πιο επίσημους εκπροσώπους του. Αυτή η τυπική πολιτική ουράς και συνθηκολόγησης μπροστά στα δύσκολα, εμφανίζεται σήμερα από κάποιους ως ακραιφνώς «αριστερή» και μάλιστα «ταξική» πολιτική.

Οι εργαζόμενοι δεν έχουν απλά να αντιμετωπίσουν μια άγρια επίθεση εναντίον τους, αλλά την χρεοκοπία ενός ολόκληρου συστήματος που καταρρέει και απειλεί να συμπαρασύρει μαζί του τη χώρα και το λαό της. Η ντόπια ολιγαρχία έχει εναποθέσει την ανασυγκρότηση του χρεοκοπημένου συστήματος στους γνωστούς μηχανισμούς του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου. Αυτό το νόημα έχει η μετατροπή της χώρας σε πραγματική αποικία των διεθνών αγορών, τραπεζών και κερδοσκόπων υπό την εποπτεία της ΕΕ και του ΔΝΤ. Η διεθνής εμπειρία έχει αποδείξει ότι καμμιά χώρα δεν βγήκε από μια τέτοια ανασυγκρότηση αλώβητη ή ακέραια.

Αυτό σημαίνει ότι η μάχη που καλούνται να δώσουν οι εργαζόμενοι σήμερα συνδέεται στενότερα παρά ποτέ με την συνολική κατάσταση και τις προοπτικές της χώρας. Κι αυτό το καταλαβαίνουν πρώτοι απ' όλους οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, γι' αυτό και δεν είναι διατεθειμένοι να αναλωθούν σε μάχες οπισθοφυλακής εντοπισμένες μόνο στην απόκρουση των μέτρων της κυβέρνησης. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι λογαριασμοί που ανοίγουν σήμερα δεν μπορούν να κλείσουν με διαμαρτυρίες ενάντια στην κυβερνητική πολιτική. Αναζητούν εναγωνίως την πολιτική ηγεσία που θα τους εμπνεύσει και θα θέσει ως άμεση προτεραιότητα τη διάσωση της χώρας από την ελεγχόμενη πτώχευση και την αποικιοκρατική ανασυγκρότηση υπό το ΔΝΤ και την ΕΕ. Μόνο έτσι μπορεί σήμερα να τεθεί στις πιο πλατιές μάζες η ανάγκη της πάλης για την ανατροπή του κυρίαρχου συστήματος εξουσίας.

Ενδιαφέρει την αριστερά και μάλιστα εκείνη που αυτοπροσδιορίζεται ως ταξική, η μετατροπή της χώρας σε αποικία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου; Την ενδιαφέρει η επιβολή καθεστώτος δημοσιονομικής κατοχής από τους δανειστές της χώρας, την ΕΕ και το ΔΝΤ; Ή της αρκεί απλά να καταγγέλλει τον καπιταλισμό; Αν δεν της αρκεί, τότε θα πρέπει να απαντήσει συγκεκριμένα στο τι πρέπει να γίνει με το δημόσιο χρέος, το οποίο έχει αναδειχθεί σε βασικό μοχλό όχι μόνο της επιβολής των αντιλαϊκών και αντεργατικών μέτρων, αλλά και της συνολικής εκποίησης της χώρας στους διεθνείς κερδοσκόπους.    

Το βασικό πρόβλημα με το δημόσιο χρέος δεν είναι τα υψηλά επιτόκια δανεισμού, όπως ισχυρίζεται η επίσημη προπαγάνδα, αλλά η αδυναμία εξυπηρέτησής του. Για να πάρουμε μια ιδέα αρκεί να πούμε τούτο: ενώ το ελληνικό δημόσιο δαπάνησε για το 2009 συνολικά 59,1 δις ευρώ σε αποδοχές και συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων, σε ασφάλιση, περίθαλψη, κοινωνική προστασία, λειτουργικές δαπάνες, κοκ, για εξυπηρέτηση του χρέους δαπάνησε συνολικά 41,4 σε τοκοχρεολύσια και 42,7 σε δαπάνες για βραχυπρόθεσμους τίτλους του δημοσίου, ειδικές εκδόσεις ομολόγων και βραχυπρόθεσμη ταμειακή διευκόλυνση. Σύνολο εξυπηρέτησης 84,1 δις ευρώ, δηλαδή 142% των πρωτογενών δαπανών του δημοσίου ή 35% του ΑΕΠ!

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτή η επιβάρυνση και πόσο ανατροφοδοτεί την έξαρση του δημόσιου χρέους, αρκεί να πούμε το εξής: Την τελευταία δεκαετία (2000-2009) το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε στους δανειστές του περίπου 450 δις ευρώ. Παρ' όλα αυτά το δημόσιο χρέος της χώρας όχι μόνο δεν συγκρατήθηκε, αλλά αυξήθηκε την ίδια δεκαετία κατά 155 δις ευρώ! Και μιλάμε για μια περίοδο όπου το ύψος των επιτοκίων με το οποίο δανειζόταν το ελληνικό δημόσιο ήταν το ίδιο με αυτό της Γερμανίας. Επομένως το ζήτημα δεν είναι να βρεθούν με κάποιο τρόπο νέα χαμηλότοκα δάνεια. Κάθε νέο δάνειο που συνάπτει το ελληνικό δημόσιο αποτελεί ένα ακόμη καρφί στο φέρετρο της ελληνικής οικονομίας. Ακόμη κι αν κατορθώσει να αποσπάσει ξανά επιτόκιο του επιπέδου της Γερμανίας.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά άλλη πολιτική, αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα απ' όλα ο βρόγχος του δανεισμού και δεν ξεφύγει η χώρα από τη θανάσιμη λαβή που της έχουν εφαρμόσει οι δανειστές της με όπλο το ευρώ και την συνεπικουρία της ΕΕ. Όσο λοιπόν η αριστερά θεωρεί ότι το όλο ζήτημα της χρεωκοπίας είναι ένα παραμύθι που σκαρφίστηκαν ο δικομματισμός και οι αγορές για να επιβάλουν τις πολιτικές που θέλουν, τόσο περισσότερο θα αιχμαλωτίζεται από την κυρίαρχη πολιτική. Όσο κι αν στο ερώτημα των «άδειων ταμείων» που θέτει κάθε τόσο η κυβέρνηση, η αριστερά απαντά με το πάρτε τα από το μεγάλο κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, ζητά να τα πάρουν από το ντόπιο μεγάλο κεφάλαιο και να τα δώσουν όχι στους εργαζόμενους, αλλά στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο που δανείζει το ελληνικό δημόσιο. Κι αυτό αποκαλείται από ορισμένους αντικαπιταλιστική πολιτική. Η μόνη αυθεντικά αριστερή και ταυτόχρονα ταξική απάντηση που μπορεί να δοθεί εδώ και τώρα είναι μία: Άμεση στάση πληρωμών ώστε να διασώσουμε τους πόρους που ιδιοποιούνται σήμερα οι διεθνείς τοκογλύφοι και κερδοσκόποι προκειμένου να δρομολογήσουμε μια άλλου τύπου ανάπτυξη της χώρας.

Όταν μιλάμε για άμεση μονομερή στάση ή παύση πληρωμών δεν εννοούμε μια μεθόδευση αναστολής της αποπληρωμής των δανείων, μέσα από αναδιαπραγμάτευση με τους δανειστές ή την αναδιάρθρωση του χρέους. Το λέμε αυτό γιατί όσο πιο πολύ πλησιάζει η στιγμή της εγκαθίδρυσης του καθεστώτος ελεγχόμενης πτώχευσης από την ΕΕ και το ΔΝΤ, τόσο περισσότερο θα ακούγονται απόψεις που θα συγχέουν την άμεση παύση πληρωμών με διάφορα σχήματα αναδιαπραγμάτευσης ή αναδιάρθωσης του χρέους εξασφαλίζοντας μια προσωρινή μερική ή ολική αναστολή των πληρωμών. Οι απόψεις αυτές συγχέουν την μονομερή παύση πληρωμών με την πτώχευση της χώρας, επιτρέποντας στο ΔΝΤ να εμφανιστεί ως αναγκαία και συμφέρουσα λύση από τη στιγμή που έρχεται να επιβάλλει μια αρχική αναστολή των πληρωμών με σκοπό την επαναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους. Μια τέτοια αναστολή των πληρωμών όχι μόνο δεν συμφέρει το λαό και τον τόπο, αλλά θα οδηγήσει με μαθηματική βεβαιότητα σε μεγαλύτερη όξυνση το πρόβλημα της υπερχρέωσης, ενώ θα εκθέσει τη χώρα στους εκβιασμούς των πιο κερδοσκοπικών κεφαλαίων διεθνώς που ειδικεύονται στην εκμετάλλευση χρεοκοπημένων κρατών.

Δεν είναι λοιπόν μια οποιαδήποτε στάση ή αναστολή των πληρωμών που απαντά στο πρόβλημα του χρέους από τη σκοπιά και το συμφέρον των εργαζομένων, αλλά μόνο εκείνη η μονομερής παύση πληρωμών που αντιτίθεται σε κάθε προσπάθεια πτώχευσης της χώρας και επιβολής καθεστώτος κηδεμονίας από το ΔΝΤ και την ΕΕ. Ποια είναι η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη μονομερή παύση πληρωμών και στην αναστολή των πληρωμών μέσα από μια διαδικασία πτώχευσης; Το γεγονός ότι με την πρώτη αρνείται επίσημα η χώρα να αναγνωρίσει τις υποχρεώσεις της απέναντι στους δανειστές της, αρνείται να αναγνωρίσει κάθε δικαίωμα ή απαίτηση των δανειστών, ενώ με τη δεύτερη όχι μόνο δεν αρνείται τα δικαιώματα των δανειστών πάνω της, αλλά δηλώνει αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών της και τίθεται στη διάθεση των δανειστών της.

Η πρώτη επιλογή συνδέεται με την πάλη του λαού για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική αυτοδιάθεσή του, για τη διάσωση της χώρας του από τις άρπαγες του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, ενώ η δεύτερη επιλογή αποτελεί τη βάση όλων των πολιτικών του ΔΝΤ. Αυτός είναι ο λόγος που η μονομερής παύση πληρωμών που αρνείται να αναγνωρίσει δικαιώματα στους δανειστές, που αρνείται να θέσει τη χώρα υπό καθεστώς πτώχευσης και κηδεμονίας, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αιτήματα όλων των λαϊκών επαναστατικών και απελευθερωτικών κινημάτων, από την εποχή που οι μπολσεβίκοι αρνήθηκαν μονομερώς να πληρώσουν τα τσαρικά χρέη και η διπλωματία τους πρωτοστάτησε να ενσωματωθεί στη διεθνή νομολογία η ρήτρα για το απεχθές χρέος (odious debt). Μια ρήτρα που προβλέπει ότι μια χώρα έχει κάθε δικαίωμα να αρνηθεί την αποπληρωμή των χρεών της όταν αυτά αποτελούν προϊόν διαφθοράς, ρεμούλας και κερδοσκοπίας.

Η μονομερής παύση πληρωμών θέτει σε πρώτη προτεραιότητα την ανάγκη να σταθεί η χώρα και ο λαός της στα πόδια τους, χωρίς τον φόρο αίματος στους δανειστές. Όμως για να γίνει αυτό δεν αρκεί η παύση πληρωμών. Αντίθετα, η παύση πληρωμών δεν έχει ουσιαστικά κανένα πρακτικό νόημα, αν δεν συνοδευτεί με ένα πακέτο άμεσων μέτρων θωράκισης της οικονομίας και της χώρας από τυχόν εκβιασμούς και πιέσεις. Δεν έχει κανένα νόημα αν δεν συνοδευτεί άμεσα με την επιβολή δραστικών ελέγχων στην κίνηση του κεφαλαίου, με την εθνικοποίηση των κύριων τραπεζών, με την έξοδο από το ευρώ και την ΟΝΕ και με μια γενναία αναδιανομή πλούτου προς όφελος των εργαζομένων όχι μόνο για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά ως βασική προϋπόθεση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας σε νέα κοινωνική, ταξική και οικονομική βάση. Μόνο έτσι μπορεί να ορθοποδήσει η οικονομία και να οικοδομηθεί ένα ριζικά διαφορετικό κράτος από το σημερινό. Μόνο έτσι δεν θα χρειαστεί το δημόσιο να καταφύγει ξανά στη διεθνή κερδοσκοπία για δανεισμό.

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής.

 

ΠΗΓΗ: ΠΡΙΝ 11-4-2010.

Ηλ. ΠΗΓΗ: Κυριακή, 11 Απριλίου 2010,   http://youpayyourcrisis.blogspot.com/2010/04/blog-post_11.html

Θα χρεοκοπήσουμε;

Θα χρεοκοπήσουμε;

 

Του Γιώργου Δελαστίκ

 

 

 

Η ερώτηση βρίσκεται στα χείλη όλων: βαδίζει η Ελλάδα προς χρεοκοπία; Η απάντησή μας είναι κατηγορηματική και σταθερή από τότε που ξέσπασε η δημοσιονομική κρίση στη χώρα μας: όχι, δεν κινδυνεύουμε με χρεοκοπία. Αυτή η απάντηση όμως δεν είναι τόσο παρηγορητική όσο φαίνεται από πρώτη ματιά, ούτε προοιωνίζεται κάποιο ανέφελο μέλλον. Κατά κανέναν τρόπο επίσης δεν σηματοδοτεί κάποια ελπίδα εξόδου από την κρίση τα επόμενα δύο, τρία ή πέντε χρόνια. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα συνεχίσουν να δανείζουν την Ελλάδα. Οι κερδοσκοπικές επιθέσεις τους όμως θα αυξάνουν το κόστος δανεισμού, υποθηκεύοντας το μέλλον της χώρας μας

Είναι μύθος ότι τα μέτρα λιτότητας, περικοπής αποδοχών των εργαζομένων, αύξησης της πάσης φύσεως φορολογίας κλπ. που παίρνει η κυβέρνηση θα έχουν κάποτε ως αποτέλεσμα να μειωθούν τα επιτόκια δανεισμού της χώρας. Άλλο τα αντεργατικά μέτρα, τα οποία απαιτεί η ΕΕ, και άλλο τα επιτόκια, τα οποία τα καθορίζουν οι τράπεζες με μοναδικό κριτήριο το κέρδος τους. Δεν ενδιαφέρονται καθόλου οι τραπεζίτες για το έλλειμμα ή το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, όσο εκτιμούν ότι η Αθήνα μπορεί να πληρώνει τους τόκους.

Κυβερνήσεις – θύματα για να τις «γδάρουν» ψάχνουν οι κερδοσκόποι Ευρωπαίοι τραπεζίτες. Κυβερνήσεις που από τη μια έχουν ανάγκη να δανειστούν και από την άλλη κυβερνήσεις που δεν έχουν ισχυρές πολιτικές συμμαχίες, που δεν έχουν διαφοροποιημένες πηγές δανεισμού, που δεν έχουν το θάρρος ή τη δυνατότητα να καταφύγουν σε αξιοσημείωτο εσωτερικό δανεισμό, εκδίδοντας ομόλογα και έντοκα γραμμάτια για να τα διαθέσουν στους πολίτες τους. Δυστυχώς, μέχρι στιγμής, ο τρόπος που χειρίζεται το θέμα η κυβέρνηση Παπανδρέου, την κατατάσσει σε αυτήν την κατηγορία στα μάτια των κερδοσκόπων.

Η άνοδος των επιτοκίων των τελευταίων ημερών είναι απολύτως αναμενόμενη. Είναι αποτέλεσμα της απαράδεκτης από­φα­σης των ηγετών της Ευρωζώνης, οι οποίοι αρνήθηκαν να στηρίξουν πολιτι­κοοικο­νομικά την Ελλάδα πριν χρεοκο­πήσει. Είχαμε προειδοποιήσει ευθύς εξαρχής ότι η απόφαση εκείνη αποτελεί «πράσινο φως» προς τους κερδοσκόπους να «γδάρουν» τη χώρα μας. Αυτό ακριβώς γίνεται τώρα. Η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ διακηρύσσει με ειλικρίνεια ότι δεν θέλει σε καμία περίπτωση να μας βοηθήσει.

Να φτωχύνουν οι Έλληνες και οι υπόλοιποι λαοί της Νότιας Ευρώπης είναι ο στόχος των Γερμανών. Δεν το κρύβουν, το διακηρύσσουν σε χίλιους τόνους. Προωθούν μεθοδικά την επίτευξή του. Καταρχάς, σε πολιτικό επίπεδο, υποχρεώνουν τις κυβερνήσεις της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας να επιφέρουν μείωση των αποδοχών των πολιτών τους μέσω άγριας λιτότητας και αύξησης της φορολογίας. Στη συνέχεια, όπως γίνεται αυτή τη στιγμή με τη χώρα μας, αρπάζουν αυτοί τα χρήματα που μαζεύουν οι κυβερνήσεις με αυτά τα μέτρα!

Στις τσέπες των τραπεζιτών της Ευρώπης καταλήγουν μέσω της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού της Ελλάδας τα πρόσθετα δισεκατομμύρια ευρώ των υποχρεωτικά επιβαλλόμενων θυσιών του ελληνικού λαού. Η ΕΕ βάζει δηλαδή την κυβέρνηση να φτωχύνει τους Έλληνες στο όνομα δήθεν της σωτηρίας της ελληνικής οικονομίας και στη συνέχεια έρχονται οι κερδοσκόποι Ευρωπαίοι τραπεζίτες που αποσπούν από τα χέρια της κυβέρνησης τα χρήματα αυτά μέσω των υψηλότερων επιτοκίων, φτωχαίνοντας συνολικά την Ελλάδα! Δύο σκέλη ενός ενιαίου κόλπου!

Το κακό δεν σταματά στο σημείο αυτό. Καθώς τα χρήματα από τις θυσίες του ελληνικού λαού τα τρώνε οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες, η κυβέρνηση Παπανδρέου μένει πάλι χωρίς λεφτά. Πώς θα μειώσει όμως το έλλειμμα χωρίς λεφτά; Θα έρθουν, λοιπόν, οι ξένοι δυνάστες της πατρίδας μας, οι ΕΕ και το ΔΝΤ, και θα επικρίνουν την κυβέρνηση γιατί δεν έπιασε τους στόχους που της έχουν βάλει. Έτσι, θα απαιτήσουν νέα μέτρα λιτότητας!

Το ίδιο παιχνίδι πάλι από την αρχή! Νέα μέτρα σημαίνουν ακόμη φτωχότεροι Έλληνες, χειρότερη η παιδεία μας, χειρότερη υγεία – και οι γέροι στον Καιάδα για να κάνουμε οικονομία! Φυσικά, τα επιτόκια δανεισμού της χώρας δεν θα μειωθούν, ώστε να πάρουν οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες και αυτά τα χρήματα. Όσο σκύβουμε το κεφάλι, αυτοί θα συνεχίζουν το ίδιο παιχνίδι.

 

ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ, 10/04/2010, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11826

Η ελεγχόμενη πτώχευση δεν είναι μονόδρομος

Η ελεγχόμενη πτώχευση δεν είναι μονόδρομος

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Η σύνοδος κορυφής της 25ης Μαρτίου αποτελεί πράγματι ορόσημο. Μ' αυτήν οι ηγέτες της ευρωζώνης σύστησαν επίσημα την Ελλάδα στο ΔΝΤ. Το ευρώ, δίπλα στις τόσες και τόσες ευεργεσίες που έχει προσφέρει σ' αυτή τη χώρα και ιδίως στον εργαζόμενο λαό της, έρχεται τώρα να του προσφέρει επίσης μια ακόμη μοναδική ευκαιρία, να δοκιμάσει στο πετσί του και τις «θεραπείες σοκ» του ΔΝΤ. «Ελπίζουμε ότι αυτό θα καθησυχάσει όλους τους κατόχους των Ελληνικών ομολόγων ότι η ευρωζώνη δεν θα αφήσει την Ελλάδα να αποτύχει», όπως είπε ο Χέρμαν Βαν Ρομπέι αμέσως μετά τη Σύνοδο. Άλλωστε γι' αυτούς δουλεύουν όλοι.

Η χώρα βαδίζει όπως έχει προκαθοριστεί από τις αγορές και τους κερδοσκόπους: από το κακό στο χειρότερο. Κάθε επιδείνωση της κατάστασης αποφέρει κέρδη δις ευρώ σε διεθνείς θεσμικούς και μη επενδυτές. Κι αυτό γιατί δεν έχουν επενδύσει στην μια και έξω χρεοκοπία της χώρας, αλλά στον αργό θάνατό της. Όσο περισσότερο κρατήσει η επιθανάτια αγωνία, τόσο περισσότερο κερδίζουν από τα αυξημένα spread-επιτόκια, από τις επισφάλειες των ελληνικών ομολόγων, από τα κάθε είδους παράγωγα χρέους, από τα πιθανά swap και τις συμφωνίες πάνω και κάτω από το τραπέζι προκειμένου η χώρα να συνεχίσει να δανείζεται για να συνεχίσει απρόσκοπτα την εξυπηρέτηση των χρεών της. Το ιδεώδες για τις αγορές θα ήταν να συνεχιστεί στο διηνεκές αυτή η κατάσταση. Αυτό θέλουν να εγγυηθεί η κηδεμονία της χώρας από το ΕΕ και το ΔΝΤ. Επιζητούν δηλαδή μια ελεγχόμενη πτώχευση σαν αυτή που επέβαλε το ΔΝΤ στην Ουραγουάη το 2003, η οποία την μετέτρεψε σε μια από τις φτωχότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής, χωρίς να την γλυτώσει από το χρέος της.

Αυτός είναι ο μονόδρομος που υπηρετεί η κυβέρνηση. Είναι η χώρα υποχρεωμένη να τον ακολουθήσει; «Η πρώτη διαταγή των νόμων των είναι, να νομίζουν τους λόγους του τυράννου ως νόμους απαραβάτους», έγραφε για τα καθεστώτα της τυραννίας ο Ανώνυμος Έλληνας στην Ελληνική Νομαρχία.

Ωστόσο, μονόδρομοι δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και «νόμοι απαράβατοι». Ιδίως όταν η αναζήτηση μιας εναλλακτικής προοπτικής αποτελεί ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη χώρα και το λαό της.

Το πρώτο βήμα μιας διαφορετικής πολιτικής θα ήταν να ανατραπεί το καθεστώς κηδεμονίας από την ΕΕ και το ΔΝΤ, που έχει σαν βασικό στόχο τη διαιώνιση της υπερχρέωσης προς όφελος των διεθνών κερδοσκόπων και δανειστών. Δεν υπάρχει ούτε ένα παράδειγμα χώρας που να υποβλήθηκε σε καθεστώς κηδεμονίας για τα χρέη της και να βγήκε αλώβητη ή και ακέραια. Όποιος ενδιαφέρεται ας δει την ιστορία των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής, ιδίως της υποσαχάριας, όπου έδρασε για δεκαετίες το ΔΝΤ. Όπου επιβλήθηκε καθεστώς κηδεμονίας άφησε πίσω του ερείπια.

Δεύτερο, να προχωρήσει το ελληνικό κράτος σε άμεση παύση πληρωμών, ώστε να διασωθούν οι τεράστιοι πόροι που σήμερα πηγαίνουν σε πληρωμές δανείων. Η παύση πληρωμών δεν ισοδυναμεί με κήρυξη πτώχευσης, όπως κηρύττει σκόπιμα η επίσημη προπαγάνδα. Η πτώχευση μπορεί να σημάνει μια προσωρινή στάση πληρωμών, αλλά θέτει τη χώρα και το λαό της στη διάθεση και στο έλεος των δανειστών της. Πτώχευση σημαίνει ότι μια χώρα δεν μπορεί να πληρώσει τους δανειστές της σε ρευστό και επιτρέπει να πληρωθούν σε είδος, κατάσχοντας και δημεύοντας. Η μονομερής παύση πληρωμών θέτει σε πρώτη προτεραιότητα την ανάγκη να σταθεί η χώρα και ο λαός της στα πόδια τους, χωρίς τον φόρο αίματος στους δανειστές, τα περιουσιακά της στοιχεία. Αντίθετα, μια χώρα προχωρά σε μονομερή παύση πληρωμών ακριβώς, επειδή δεν θέλει να της επιβληθεί ή να αναγκαστεί από την αγορά να κηρύξει πτώχευση.

Για παράδειγμα στην περίπτωση της επίσημης πτώχευσης του ελληνικού κράτους το 1932 υπήρξε πράγματι προσωρινή παύση πληρωμών, αλλά η χώρα δεν γλύτωσε ούτε από τα χρέη της, ούτε από τους δανειστές της. Ακόμη και σήμερα συνεχίζει το ελληνικό κράτος να πληρώνει το διακυβερνητικό δάνειο με τις ΗΠΑ που συνάφθηκε το 1929! Κι ας έχει μεσολαβήσει επίσημο χρεωστάσιο της χώρας.

Στη διεθνή πρακτική έχουμε πολλές χώρες που κατά καιρούς αρνήθηκαν να πληρώσουν τους δανειστές τους, χωρίς να κηρύξουν πτώχευση. Μάλιστα στο διεθνές δίκαιο υπάρχει πρόβλεψη για την μονομερή άρνηση μιας χώρας να πληρώσει τα χρέη της, όταν συντρέχουν τρεις λόγοι:

(α) Ο δανεισμός έγινε με ανήθικο και παράνομο τρόπο.

(β) Τα δάνεια δεν χρησιμοποιήθηκαν προς το συμφέρον του λαού και της χώρας.

(γ) Οι δανειστές γνώριζαν πολύ καλά ποιους δάνειζαν και για ποιο σκοπό.

Στη βάση αυτής της ρήτρας του διεθνούς δικαίου, που αποκαλείται odious debt ή απεχθές χρέος, αρνήθηκαν πολλές από τις νεοαπελευθερωμένες χώρες να πληρώσουν τα χρέη της αποικιοκρατίας, των δικτατορικών και βασιλικών καθεστώτων που ανατράπηκαν, αλλά και των διεφθαρμένων κυβερνήσεων.

Τελευταίο παράδειγμα είναι το Εκουαδόρ, το οποίο τον Δεκέμβρη του 2008 ανακοίνωσε πλήρη παύση πληρωμών, χωρίς να κηρύξει πτώχευση. Ο πρόεδρος της χώρας Κορέα, αφού συγκρότησε μια διακομματική επιτροπή υπό τον γενικό εισαγγελέα της χώρας που εξέτασε το σύνολο των συμβάσεων δανεισμού της χώρας, ανακοίνωσε ότι το Εκουαδόρ δεν δεσμεύεται να πληρώσει ένα «ανήθικο και παράνομο» χρέος, που υπήρξε προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας σε βάρος του λαού του. Απευθύνθηκε επίσης στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, η οποία στάθηκε στο πλευρό της χώρας, αναγνωρίζοντας το δικαίωμά της να μην πληρώσει χρέη που δημιούργησαν οι προηγούμενες διεφθαρμένες κυβερνήσεις και έτσι δεν κουνήθηκε φύλλο εναντίον του Εκουαδόρ. Και μιλάμε για μια χώρα με πληθυσμό περί τα 13,6 εκατ. κατοίκους και με ΑΕΠ (2008) λίγο πάνω από το 16% του αντίστοιχου ΑΕΠ της Ελλάδας!

Για να προχωρήσει μια χώρα σε μονομερή παύση πληρωμών απαιτείται πρώτα και κύρια πολιτική βούληση. Απαιτείται υπεύθυνη κυβέρνηση που να προτάσσει πάνω απ' όλα το καλό της χώρας και του λαού της. Φανταστείτε μόνο μια κυβέρνηση που αντί να αναζητά την «αποκατάσταση της αξιοπιστίας στις αγορές», βγαίνει και ζητά την συμπαράσταση, την μαχητική στήριξη του λαού για να προχωρήσει σε μονομερή παύση πληρωμών, ώστε να μην επιβάλει τα μέτρα λιτότητας και ασφυξίας που απαιτούν οι δανειστές και τα όργανά τους.

Φυσικά μια τέτοια κυβέρνηση θα προχωρούσε αμέσως στη δημιουργία μιας διακομματικής επιτροπής σε ισότιμη βάση, έστω υπό τον πρόεδρο της δημοκρατίας, η οποία θα είχε απεριόριστη δυνατότητα διερεύνησης όλων των συμβάσεων δανεισμού τουλάχιστον από την μεταπολίτευση έως σήμερα. Υπάρχει έστω κι ένας που πιστεύει ότι οι συμβάσεις αυτές δεν κρύβουν ρεμούλες και ατασθαλίες άνευ προηγουμένου; Μόνο οι συμβάσεις swap που αποκαλύφτηκαν πρόσφατα με την Goldman Sachs και άλλες 15 τράπεζες αποτελούν σκάνδαλα πρώτου μεγέθους, που μπροστά τους ωχριά το σκάνδαλο Siemens. Ταυτόχρονα θα έφερνε στη Βουλή νόμο, ο οποίος θα καταργούσε με αναδρομική ισχύ κάθε ασυλία για όλα τα πολιτικά πρόσωπα που διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα με ποινή τη δήμευση της περιουσίας τους και φυλάκιση.

Όλα αυτά δεν θα ικανοποιούσαν μόνο το κοινό περί δικαίου αίσθημα, κάτι εντελώς απαραίτητο για μια πολιτική που θέλει να στηριχθεί στον ίδιο το λαό, αλλά θα στοιχειοθετούσαν και το έννομο δικαίωμα της χώρας έναντι της «διεθνούς κοινότητας» να μην πληρώσει τα χρέη που αποτελούν προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας.

Φυσικά η παύση πληρωμών είναι μόνο το πρώτο βήμα. Είναι ένα αμυντικό μέτρο για να διασωθούν οι τεράστιοι πόροι που πηγαίνουν στην αποπληρωμή των χρεών. Το πρόβλημα που προκύπτει αμέσως με την παύση πληρωμών είναι διπλό: Αφενός, τι πρέπει να γίνει για να θωρακιστεί η χώρα απέναντι τους εκβιασμούς και τις πιέσεις των αγορών, που είναι φυσικό να ενταθούν μπροστά στο ενδεχόμενο της παύσης πληρωμών. Αφετέρου, πώς πρέπει να αξιοποιηθούν οι πόροι που διεσώθησαν, αλλά και οι πόροι που διαθέτει συνολικά η ελληνική οικονομία και κοινωνία, έτσι ώστε να ορθοποδήσει η χώρα και ο λαός της και να μπει σε μια νέα τροχιά ορθολογικής ανάπτυξης προς όφελος των εργαζομένων και του τόπου.

Ως προς το πρώτο ζήτημα, η επίσημη προπαγάνδα ασκεί συστηματική τρομοκρατία, που πίσω της κρύβεται η απόλυτη ένδεια επιχειρημάτων. Επίσης, η διατεταγμένη δημοσιογραφία έχει φιμώσει κάθε άποψη που υποστηρίζει την παύση πληρωμών. Ενώ δυστυχώς και η επίσημη αριστερά δεν τολμά ούτε καν να θέσει το ζήτημα.

Η ελεγχόμενη «ενημέρωση» γνωρίζει πολύ καλά ότι οι πιέσεις και οι εκβιασμοί των αγορών μπορούν να πιάσουν μόνο όταν έχεις ένα πολιτικό σύστημα εντελώς σαθρό, υποτελές, διεφθαρμένο και επιρρεπές στο δοσιλογισμό. Όπου υπήρξαν κυβερνήσεις που τόλμησαν να υπερασπιστούν τις χώρες τους, ακόμη και σε συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες γι' αυτές, οι αγορές και τα διεθνή όργανά τους ελάχιστα μπόρεσαν να κάνουν.

Για παράδειγμα η Αργεντινή, η οποία χρεωκόπησε επίσημα το 2001 μετά από μια δεκαετία κατά την οποία οι διεθνείς αγορές και τα όργανά τους την αποκαλούσαν «οικονομικό θαύμα». Αφού ανατράπηκε και εκδιώχθηκε κακήν κακώς ο πρόεδρος του «οικονομικού θαύματος» Κάρλος Μένεμ, ένα είδος δικού μας Σημίτη, ο οποίος οδήγησε τη χώρα στην υπερχρέωση και την καταστροφή, ήρθε ο Φερνάντο ντε λα Ρούα, κάτι σαν τον δικό μας Καραμανλή τζούνιορ, ο οποίος προσπάθησε να συνεχίσει την ίδια πολιτική. Έφτασε τη χώρα στο χείλος της χρεωκοπίας και ο λαός τον ανέτρεψε. Στη θέση του ήρθε ο κεντροαριστερός Εδουάρδο Ντουάμπλε, κάτι σαν τον δικό μας Γιώργο Παπανδρέου.

 Ο Ντουάμπλε, αφού κατήγγειλε την προηγούμενη διεφθαρμένη διακυβέρνηση και δήλωσε ότι κινδυνεύει η εθνική κυριαρχία της χώρας του από τους διεθνείς δανειστές και κερδοσκόπους, κατέληξε ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος εκτός από την υπαγωγή της χώρας του στην κηδεμονία του ΔΝΤ. Μέσα σε λίγους μήνες η ανεργία έφτασε στα ύψη (πάνω από το 25%), η πείνα και η φτώχεια θέριζε, ενώ ακόμη και το ποσοστό θνησιμότητας του πληθυσμού αυξήθηκε. Για όλα αυτά ο Ντουάμπλε ήξερε μόνο να λέει: «Δεν θα ήμουν ειλικρινής αν σας έλεγα ότι είμαι ευτυχής με τον τρόπο που το ΔΝΤ μας έχει μεταχειριστεί.». Πονούσε κι αυτός για τα βάσανα του λαού του, όπως πονά και ο Γιώργος Παπανδρέου.

Ωστόσο, ο λαός της Αργεντινής δεν εκτίμησε καθόλου τα αισθήματά του και τον έριξε. Στην θέση του εκλέχτηκε ο Κιτσνέρ, ο οποίος το πρώτο πράγμα που έκανε, σεβόμενος τη θέληση του λαού και το συμφέρον της χώρας του, ήταν να ξαποστείλει το ΔΝΤ και τις θεραπείες του. Ακολούθησε πολιτική διαγραφής των χρεών της χώρας και προχώρησε σε εθνικοποιήσεις σημαντικών τομέων της οικονομίας προκειμένου να ξαναρχίσει η ανάπτυξη της χώρας. Οι αγορές τιμώρησαν την Αργεντινή βαθμολογώντας την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας με το χειρότερο βαθμό. Παρ' όλα αυτά η Αργεντινή στάθηκε στα πόδια της με τη δύναμη του λαού της, παρά και ενάντια στο ΔΝΤ, τις αγορές και τις θεραπείες τους. Χρειάστηκε απλά ένας Κιτσνέρ να ενωθεί με το λαό και να προτάξει το συμφέρον της χώρας του, για να γλυτώσει η χώρα τα χειρότερα. Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η Αργεντινή έχει λύσει τα προβλήματά της, ή ότι έχει ξεπεράσει ολοκληρωτικά τη χρεωκοπία της. Σημαίνουν απλά ότι η χρεωκοπημένη Αργεντινή και ο λαός της σήμερα είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από όλες τις άλλες χώρες που δέχτηκαν την κηδεμονία του ΔΝΤ, ενώ βρίσκεται σε καλύτερη θέση και από την Ελλάδα του «ισχυρού ευρώ».

Τι θα γίνει όμως αν αντιδρώντας στην παύση πληρωμών φύγουν όλα τα κεφάλαια; Τι θα γίνει αν οι τράπεζες αρχίζουν να εκβιάζουν; Τι θα γίνει αν η ΕΚΤ προκειμένου να προστατεύσει τις τράπεζες που κατέχουν τα πακέτα των ελληνικών ομολόγων, αρχίσει να πιέζει μέσα από τον περιορισμό της ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας, μιας και είναι η μόνη που ελέγχει την ποσότητα έκδοσης του ευρώ; Τα ερωτήματα αυτά είναι απολύτως βάσιμα. Γι' αυτό και η παύση πληρωμών δεν έχει ουσιαστικά κανένα πρακτικό νόημα, αν δεν συνοδευτεί με ένα πακέτο άμεσων μέτρων θωράκισης της οικονομίας και της χώρας από τυχόν εκβιασμούς και πιέσεις. Αυτά τα μέτρα πρέπει να είναι τα εξής:

Πρώτο, η άμεση επιβολή ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίου ώστε να σταματήσει η φυγή του στο εξωτερικό. Αυτό μπορεί να γίνει π.χ. επιβάλλοντας έναν αποτρεπτικό φόρο της τάξης του 80-90% για κάθε ευρώ που πηγαίνει σε καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα, παράγωγα, κλπ., του εξωτερικού. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα ιδιωτικά κεφάλαια που έχουν επωφεληθεί από το κοινό νόμισμα και την ελευθερία κίνησης και βρίσκονται ήδη στο εξωτερικό ανέρχονταν στα τέλη του 2009 σε πάνω από 160 δις ευρώ. Αυτό πρέπει έτσι ή αλλιώς να σταματήσει γιατί αποτελεί τρομακτική πληγή για την ελληνική οικονομία.

Δεύτερο, η εθνικοποίηση των βασικών τραπεζών της χώρας, ώστε να χτυπηθεί αποφασιστικά το κύκλωμα χρηματοπιστωτικής αγυρτείας και τοκογλυφίας που πνίγει τη χώρα. Να λυτρωθούν νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις από την σαράφικη πρακτική των τραπεζών. Να διαγραφεί το μεγαλύτερο μέρος των χρεωγράφων που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών με αποτέλεσμα να έχουν εκτινάξει την αξία του τραπεζικού ενεργητικού σε σχεδόν 2 φορές το ΑΕΠ της χώρας. 

Τρίτο, η έξοδος της χώρας από το ευρώ και την ΟΝΕ. Κι αυτό γιατί το ευρώ είναι το μόνο αποτελεσματικό μέσο εκβιασμού και πίεσης της χώρας. Εκτός ευρώ όλες οι απειλές είναι μόνο λόγια. Κι όχι μόνο αυτό. Όσο η χώρα βρίσκεται μέσα στην ΟΝΕ είναι εκτεθειμένη στις επιδρομές της διεθνούς κερδοσκοπίας και λειτουργεί ως αναλώσιμο είδος για τα διευθυντήρια της Ευρωζώνης.

Φυσικά, η αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη σήμερα, θα πυροδοτήσει τέτοια κρίση στο ίδιο το ευρώ, θα πυροδοτήσει τέτοιες λαϊκές αντιδράσεις εναντίον του και στις άλλες χώρες της ευρωζώνης, που είναι πολύ πιθανό να δούμε την έκλειψή του. Αυτό φοβούνται και τα διευθυντήρια της ευρωζώνης.

Το μόνο που μπορεί να κάνουν οι αγορές απέναντι σε μια αποφασισμένη χώρα και έναν ακόμη πιο αποφασισμένο λαό, είναι να μηδενίσουν την πιστοληπτική του ικανότητα. Κι έτσι να μην μπορεί η χώρα να αντλήσει κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές ομολόγων. Όμως αυτό δεν αποτελεί ουσιαστικό πρόβλημα. Κι αυτό γιατί η συμμετοχή των κρατικών ελλειμμάτων στο δημόσιο δανεισμό κινείται λίγο πάνω από το 3%. Αυτό σημαίνει ότι, αν απαλλαγεί η χώρα από την εξυπηρέτηση των δανείων, οι πραγματικές δανειακές ανάγκες, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα, είναι ασήμαντες.

Θα πρέπει όμως και η παύση πληρωμών να συνοδευθεί από μια ριζικά διαφορετική αναπτυξιακή πορεία, η οποία δεν θα στηρίζεται σε κερδοσκόπους επενδυτές, σε κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και μονοπώλια, αλλά στις άμεσες ανάγκες και το εισόδημα του εργαζόμενου. Μόνο έτσι μπορεί να ορθοποδήσει η οικονομία, να ανασυγκροτηθεί σε παραγωγική βάση η εγχώρια αγορά και να οικοδομηθεί ένα ριζικά διαφορετικό κράτος από το σημερινό. Μόνο έτσι δεν θα χρειάζεται το δημόσιο να καταφύγει ξανά στη διεθνή κερδοσκοπία για δανεισμό.

Φυσικά τίποτε από όλα αυτά δεν έχει νόημα δίχως την κατάκτηση και την κατοχύρωση της δημοκρατίας στη χώρα. Κι αυτό σημαίνει την ανατροπή του υπάρχοντος διάτρητου και απόλυτα διεφθαρμένου συστήματος καλπονοθευτικής αναπαραγωγής ενός περιορισμένου και τυπικού κοινοβουλευτισμού που στηρίζει την απολυταρχία της εκάστοτε κυβέρνησης και των πατρώνων της. Σημαίνει δηλαδή την εγκαθίδρυση της αληθινής κυριαρχίας του λαού, της λαοκρατίας, με την κατοχύρωση και τον σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας.

 

ΠΗΓΗ: 1/4/2010,  Εφημερίδα "Ποντίκι" 

Τα ψέματα και οι αλήθειες για το χρέος

Τα ψέματα και οι αλήθειες για το χρέος*

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

 

Η χρεωκοπία της χώρας είναι δεδομένη. Όχι γιατί την επιδιώκουν κάποιοι καταχθόνιοι και σκοτεινοί κερδοσκόποι, αλλά γιατί το κράτος και η οικονομία της χώρας δεν μπορεί πια να σηκώσει το βάρος της εξυπηρέτησης των δανείων. Αυτή είναι η αλήθεια που κρύβει συστηματικά η κυβέρνηση από τον ελληνικό λαό.

Ο κ. Παπανδρέου μιλώντας στη 8η Σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ στις 20/3, διαβεβαίωνε: «Να είναι όλοι βέβαιοι, να είναι ακόμα πιο βέβαιοι οι διάφοροι καλοθελητές, που καθημερινά διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις για τη χώρα μας, με προφανείς σκοπιμότητες: Η Ελλάδα δεν θα χρεοκοπήσει. Δεν θα την αφήσουμε να χρεοκοπήσει.» Η δήλωση αυτή μοιάζει εξαιρετικά με μια άλλη ιστορική δήλωση, του Ελευθερίου Βενιζέλου, όταν σε διάγγελμά του προς τον Ελληνικό λαό στις 27 Σεπτεμβρίου 1931, διαβεβαίωνε κι αυτός: «Δίδω προς τον ελληνικόν λαόν την προσωπική διαβεβαίωσιν, ότι έχω απόλυτον την πεποίθησιν ότι ημπορούμεν να διατηρήσουμεν την ακεραιότητα του εθνικού μας νομίσματος και να αποφύγωμεν επομένως τας συμφοράς που θα επακολούθουν την ανατροπήν της σταθεροποιήσεως.»

Την εποχή εκείνη είχαν ανακαλύψει μια άλλη νομισματική πανάκεια για τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας, την οποία αντί για ευρώ ονόμαζαν χρυσή δραχμή. Για να στηριχθεί το «ισχυρό νόμισμα» της Ελλάδας που ήταν κλειδωμένο με την χρυσή Αγγλική λίρα, ξεπουλήθηκε κυριολεκτικά το σύμπαν. Όλες οι υποδομές της χώρας δόθηκαν σε ξένες εταιρείες (Ούλεν, Πάουερς, κλπ.) ενώ η χρυσή δραχμή χρηματοδοτήθηκε αδρά με πληθώρα δανείων.

Για να στηριχθεί η χρυσή δραχμή και το πρόγραμμα δημόσιου δανεισμού εφαρμόστηκε σκληρή λιτότητα με την κατάργηση κάθε κοινωνικής δαπάνης. Η μόνη κοινωνική πρόνοια που απέμεινε στη χώρα ήταν τα λαχεία και τα λαϊκά συσσίτια των φιλανθρωπικών σωματείων. Οι εφημερίδες της εποχής δημοσίευαν καθημερινά δεκάδες θανάτους από την πείνα. Το κράτος προκειμένου να συνεχίσει τη στήριξη της χρυσής δραχμής και να πληρώνει τα τοκοχρεωλύσια των δανείων του, έκλεινε τα δημόσια σχολεία, δημοτικά και γυμνάσια και απέλυε δασκάλους και καθηγητές. Το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων κλήθηκε να καταβάλει με τη βία έως και το 50% των αποδοχών του. Πολλοί απ' αυτούς απολύθηκαν. Απαγορεύτηκε ο συνδικαλισμός στους δημοσίους υπαλλήλους και οι απεργίες στους εργάτες, ενώ οι διαδηλώσεις κηρύχθηκαν παράνομες.

Η Ελλάδα είχε τεθεί υπό διπλή κηδεμονία, όχι μόνο του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου που είχε εγκατασταθεί ήδη από το 1898, ως αποτέλεσμα της χρεωκοπίας επί Τρικούπη το 1893 και του ελληνοτουρκικού πολέμου της ντροπής του 1897, αλλά και  της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα των δανειστών της χώρας, απαιτούσε να χυθεί αίμα. Οι κυβερνήσεις της χώρας, ως τυφλά και πειθήνια όργανα της κηδεμονίας, εκτελούσαν με υπερβάλλοντα ζήλο τις έξωθεν εντολές. Το αποτέλεσμα μπορεί εύκολα να το φανταστεί κανείς. Λίγους μόνο μήνες μετά από τη διαβεβαίωση του Βενιζέλου η χρυσή δραχμή συντρίφτηκε και η χώρα κήρυξε επίσημα την χρεωκοπία της λόγω αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών της. Με το χρεωστάσιο η χώρα παραδόθηκε στο έλεος των δανειστών της. Προκειμένου αυτοί να πάρουν τα λεφτά τους έφεραν ξανά στη χώρα το βασιλιά, που είχε εκδιωχθεί το 1922 και βοήθησαν να ανοίξει ο δρόμος για το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Μεταξά.

Όπως σήμερα, έτσι και τότε, οι λόγοι που οι πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες έφεραν την ευθύνη για τη χρεωκοπία της χώρας, επικαλούνταν για να δικαιολογηθούν ήταν η «ατάσθαλος οικονομική πολιτική» του κράτους. Κι όπως σήμερα με το ευρώ, έτσι και τότε, κάθε σκέψη για εγκατάλειψη της χρυσής δραχμής ισοδυναμούσε με σεισμούς, λιμούς και καταποντισμούς. Μόνο που οι σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί ήρθαν από την προσπάθεια διάσωσης του «ισχυρού νομίσματος». Προκειμένου λοιπόν να διασωθεί το «ισχυρό νόμισμα» ας πέθαινε η χώρα και ο λαός της.

Μάλιστα, μέχρι και ειδικό ταμείο ιδρύθηκε το 1930 για την στήριξη της δραχμής, ανάλογο με αυτό του κ. Πετσάλνικου σήμερα. Το ταμείο αυτό οργάνωνε δεξιώσεις στα καλά σαλόνια των Αθηνών και καλούσε τις κυρίες του καλού κόσμου να δώσουν κοσμήματα και ότι άλλο πολύτιμο έχουν «δια την εθνικήν υπόθεσιν». Η εξέλιξη ήταν προβλέψιμη. Κάποιοι αετονύχηδες καταχράστηκαν το ταμείο, λίγο πριν κηρυχθεί το επίσημο χρεωστάσιο και κατέφυγαν σε χώρες της Λατινικής Αμερικής για να ζήσουν τη ζωή τους εις υγείαν των κορόιδων.

  

Η ιστορία επαναλαμβάνεται…

 

Ένα παρόμοιο σκηνικό βλέπουμε να στήνεται και σήμερα προκειμένου να παραδοθεί η χώρα και ο λαός της στο έλεος των δανειστών και των αγορών. Οι ίδιες λογικές, οι ίδιες δικαιολογίες, οι ίδιες πρακτικές, τα ίδια αποτελέσματα. Τι συνέβη όμως και βρεθήκαμε ξανά σαν χώρα σε κατάσταση χρεωκοπίας; Ο πίνακας που παραθέτουμε είναι αποκαλυπτικός

Σύμφωνα μ' αυτόν οι πληρωμές για τα δάνεια που έχουν συνάψει οι κυβερνήσεις της χώρας εκτινάχθηκαν από 23,8 δις ευρώ το 2000 στα 84,2 δις ευρώ το 2009. Δηλαδή από το 17,4% του ΑΕΠ της χώρας το 2000, στο 35% του ΑΕΠ το 2009! Μπορεί να αντέξει αυτό το βάρος η οικονομία της χώρας; Και βέβαια όχι. Εδώ βρίσκεται το όλο πρόβλημα. Όταν η χώρα έχει φτάσει να ξοδεύει το 140% των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού σε εξυπηρέτηση του δανεισμού της, είναι προφανές ότι βρίσκεται σε κατάσταση χρεωκοπίας, είτε το θέλει, είτε δεν το θέλει, είτε το γνωρίζει, είτε όχι.

Που οφείλεται αυτός ο δανεισμός; Η συνηθισμένη δικαιολογία είναι το σπάταλο κράτος. Από τον πίνακα όμως βλέπουμε ότι η συμμετοχή των κρατικών ελλειμμάτων στο δημόσιο δανεισμό είναι ασήμαντη. Την τελευταία δεκαετία το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε συνολικά σε εξυπηρέτηση δανείων πάνω από 450 δις ευρώ και δανείστηκε εκ νέου σχεδόν 486 δις ευρώ. Απ' αυτόν τον νέο δανεισμό μόλις το 3,1% κατά μέσο όρο πήγε στην κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος. Όλα τα υπόλοιπα πήγαν στην αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους.

Ακόμη και για το 2009, όπου το δημόσιο έλλειμμα έφτασε τα 17,1 δις, ο νέος δανεισμός του δημοσίου ξεπέρασε συνολικά τα 85,2 δις ευρώ. Με άλλα λόγια το δημόσιο έλλειμμα συνέβαλε στο νέο δανεισμό του δημοσίου μόνο κατά 20%. Επομένως, προς τι τα μέτρα και η λιτότητα για να περιοριστεί το δημόσιο έλλειμμα; Η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν περιορισθεί το δημόσιο έλλειμμα, όσο κι αν σφίξουν το ζωνάρι οι δημόσιοι υπάλληλοι, όσο κι αν περιοριστούν οι κρατικές δαπάνες, όσους φόρους κι αν μαζέψουν οι εισπρακτικοί μηχανισμοί του κράτους, δεν πρόκειται να αναχαιτισθεί το δημόσιο χρέος. Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση τις καλύτερες δυνατές προβλέψεις το δημόσιο χρέος της χώρας θα εκτιναχθεί έως το 2012 στα 350 δις ευρώ, δηλαδή στο 135% του ΑΕΠ. Πράγμα που σημαίνει ότι η ετήσια εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους θα αγγίξει ή και θα ξεπεράσει το 40% του ΑΕΠ. Κι όλα αυτά με την προϋπόθεση ότι όλα τα μέτρα της κυβέρνησης θα αποδώσουν τα αναμενόμενα. Πράγμα φυσικά πολύ αμφίβολο.

Γιατί η κυβέρνηση που διαρρηγνύει υποκριτικά τα ιμάτιά της για τους μισθούς και τις συντάξεις που πληρώνει το δημόσιο, δεν λέει κουβέντα για τον φόρο αίματος που πληρώνει η χώρα στους δανειστές της; Για λόγους σύγκρισης και μόνο, αξίζει να σημειώσουμε ότι το σύνολο των αμοιβών και συντάξεων που πληρώνει το κράτος στους δημόσιους υπαλλήλους ανήλθε το 2009 στα 25,5 δις ευρώ, δηλαδή στο 10,6% του ΑΕΠ της χώρας. Ολόκληρο το ποσό αυτό φτάνει μόλις στο 31% του συνόλου των εξόδων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου δανεισμού τον ίδιο χρόνο. Τι περιμένει λοιπόν να αποκομίσει η κυβέρνηση από τη λιτότητα, εκτός από την εξουθένωση των εργαζομένων και της κοινωνίας;

 

Προς τα πού βαδίζουμε;

 

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει η επιβάρυνση από την εξυπηρέτηση του χρέους και πόσο ανατροφοδοτεί την έξαρση του δημόσιου χρέους, αρκεί να πούμε το εξής: Την τελευταία δεκαετία (2000-2009) το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε στους δανειστές του πάνω από 450 δις ευρώ. Παρ' όλα αυτά το δημόσιο χρέος της χώρας όχι μόνο δεν συγκρατήθηκε, αλλά αυξήθηκε την ίδια δεκαετία σχεδόν 155 δις ευρώ! Ενώ τα επόμενα δύο χρόνια, με τις καλύτερες δυνατές προβλέψεις, το ελληνικό δημόσιο θα κληθεί να πληρώσει συνολικά πάνω από 180 δις ευρώ για εξυπηρέτηση ενός διαρκώς αυξανόμενου χρέους. Πώς είναι δυνατό να συνεχιστεί αυτή αιμορραγία χωρίς να οδηγηθεί η χώρα στη διάλυση και η κοινωνία στην ανέχεια;

Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πολιτική, αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα απ' όλα ο βρόγχος του δανεισμού και δεν ξεφύγει η χώρα από τη θανάσιμη λαβή που της έχουν εφαρμόσει οι δανειστές της με την συνεπικουρία της ΕΕ. Όσο για το ποιος φταίει για την κατάσταση, δεν έχει παρά να κοιτάξει κανείς τα ελλείμματα στην παραγωγή, το εμπορικό ισοζύγιο, αλλά και την τεράστια διαφυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τέλη του 2009 (με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ΔΝΤ) έχουν βγει από την Ελλάδα πάνω από 200 δις δολ. που έχουν τοποθετηθεί σε κάθε είδους κερδοσκοπία (μετοχές, ομόλογα, παράγωγα, κλπ.) του εξωτερικού! Ποιοι τα έβγαλαν από την Ελλάδα; Οι δημόσιοι υπάλληλοι; Κι από πού βγήκαν αυτά; Προφανώς από τη λεηλασία της χώρας, από τα υπερκέρδη των μονοπωλίων, των καρτέλ και των τραστ, που φρόντισαν να διογκώσουν με τις πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων, των ανοιχτών αγορών και της απορρύθμισης όλες οι κυβερνήσεις.

Μάλιστα, σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, στα τέλη του 2009 υπήρχαν ως καταθέσεις κατοίκων της Ελλάδας σε τράπεζες του εξωτερικού 15 δις ευρώ. Αναλογικά με το οικονομικό μέγεθος της χώρας, η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες με τις περισσότερες καταθέσεις κατοίκων της σε τράπεζες του εξωτερικού. Οι ιδιοκτήτες αυτών των λογαριασμών δεν είναι περισσότεροι από 3.000. Αν είχαμε την ευκαιρία να ακτινοσκοπήσουμε τους λογαριασμούς αυτούς θα ανακαλύπταμε την αφρόκρεμα του επιχειρηματικού και πολιτικού κόσμου της χώρας. Πρόκειται για μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που δεν της καίγεται καρφί για το τι θα απογίνει η χώρα.

Όταν μιλάμε για κέρδη και υπερκέρδη, αρκεί να πούμε ότι σύμφωνα με τους National Accounts της Eurostat, σε κάθε 1000 ευρώ νέα προϊόντα και υπηρεσίες (δηλαδή προστιθέμενη αξία) που παρήγαγε ετήσια η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία, τα 560 ευρώ μετατράπηκαν σε επιχειρηματικό κέρδος και μόλις τα 350 σε αποζημίωση των εργαζομένων. Στην ΕΕ η αντίστοιχη κατανομή είναι 360 υπέρ του επιχειρηματικού κέρδους και 550 υπέρ της εργασίας! Η Ελλάδα κατέχει την υψηλότερη θέση μέσα στην ΕΕ ως προς το μερίδιο του προϊόντος της που νέμεται το επιχειρηματικό κέρδος, το οποίο το 2008 (για το οποίο διαθέτουμε στοιχεία) έφτασε στο ύψος ρεκόρ του 59,5%. Πίσω της ακολουθεί η Βουλγαρία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Ιρλανδία, κοκ.

Το ελληνικό κράτος υπήρξε εξ ιδρύσεώς του σπάταλο, διεφθαρμένο και βαθύτατα παρασιτικό. Κι αυτό γιατί οικοδομήθηκε για να εξυπηρετήσει μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία, η οποία το αξιοποίησε για να λεηλατήσει τη χώρα και το λαό της. Ο δανεισμός ήταν εξυπαρχής ένας από τους πιο προσοδοφόρους τρόπους για να χρηματοδοτηθεί αυτή η λεηλασία. Έτσι προέκυψαν και οι απανωτές χρεοκοπίες του ελληνικού κράτους. Υπολογίζεται ότι από τα 170 χρόνια του επίσημου ελληνικού κράτους έως το τέλος του 20ου αιώνα, η χώρα βρέθηκε σε κατάσταση πτώχευσης στα 50 από αυτά. Η τελευταία επίσημη πτώχευση ήταν αυτή του 1932. Και τότε ο λαός ήξερε πολύ καλά ότι οι κυβερνήτες της χώρας που την οδήγησαν στην χρεωκοπία δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα σώμα πολιτικών «επαγγελματιών επιδιωκόντων ατομικά συμφέροντα και εξαγοραζομένων υπό των διαφόρων αναδόχων εταιριών, της δωροδοκίας διενεργουμένης δια του εις το Χρηματιστήριον διεξαγομένου παιγνιδίου, όπερ πράκτορες καθωδήγουν εκ των διαδρόμων της βουλής», όπως έγραφε εκείνη την εποχή ο επιφανής ιστορικός Π. Καρολίδης.  

Σήμερα βαδίζουμε ολοταχώς προς μια νέα επίσημη πτώχευση. Κι αυτό γιατί φαίνεται αδιανόητο στην κυβέρνηση της χώρας, όπως έγινε και σε ανάλογες εποχές παλιότερα, να αμφισβητήσει την εξάρτηση της χώρας από τους δανειστές και τις διεθνείς αγορές. Φαίνεται αδιανόητο στην κυβέρνηση να προτάξει το συμφέρον της χώρας και του λαού της, έναντι των συμφερόντων των αγορών, των τραπεζών και των ισχυρών της ΕΕ. Κι έτσι όλοι μαζί έχουν δρομολογήσει για τη χώρα μια ακόμη καταστροφική πτώχευση. Το βασικό πρόβλημα της κυβέρνησης είναι το πώς θα τεθεί η χώρα υπό κηδεμονία προκειμένου οι διεθνείς τοκογλύφοι και οι αγορές να κατασχέσουν και να δημεύσουν ότι μπορούν. Οι συζητήσεις στην ΕΕ, οι κινήσεις της κυβέρνησης και τα πακέτα των μέτρων, αφορούν στην προετοιμασία του εδάφους και στην τελική μορφή που θα πάρει η επίσημη μετατροπή της χώρας σε αποικία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου. Αυτό θα γίνει υπό την κηδεμονία της ΕΕ, του ΔΝΤ, ή ενός συνδυασμού και των δυό; Θα γίνει με το ευρώ, με την επιστροφή σ' ένα ελεγχόμενο και πληθωριστικό εθνικό νόμισμα, ή με την επιβολή διπλού νομίσματος; Όλα αυτά δεν είναι παρά λεπτομέρειες που υπηρετούν την ίδια βασική κατεύθυνση, την ίδια πορεία προς την επίσημη πτώχευση και δήμευση της χώρας.

 

Δημήτρης Καζάκης

 

* Δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" στις 25/3/2010

 

 

Σπατάλη: Από το 1821 στο 2010

Σπατάλη: Από το 1821 στο 2010

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

 

Οι επαναστάτες πρόγονοί μας είχαν υποθηκεύσει το υπό σχηματισμό νεοελληνικό κράτος πριν από την αναγνώρισή του με την προσφυγή σε εξωτερικό δανεισμό!

 Στις 12 Απριλίου 1823 η έκθεση της επιτροπής, που είχε ορίσει η Β' Εθνοσυνέλευση για να συντάξει έναν πρόχειρο προϋπολογισμό του επαναστατημένου έθνους, δεν άφηνε κανένα περιθώριο για την κρισιμότητα της κατάστασης: Τα έξοδα του πρώτου εξαμήνου του 1823 θα ανέρχονταν σε 38 εκατομμύρια γρόσια και τα έσοδα σε μόλις 12 εκατομμύρια γρόσια. Η έκθεση της επιτροπής κατέληγε με την προτροπή να γίνεται καλύτερη διαχείριση του δημόσιου χρήματος από τους τοπικούς άρχοντες και την ανάγκη να αναζητηθούν νέοι πόροι.

Στην εξουσία επικεφαλής ήταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης και ισχυροί άνδρες οι Κωλέτης (γαλλόφιλος), Μαυροκορδάτος (αγγλόφιλος) και Μεταξάς (ρωσόφιλος). Τό πόσο είχαν συνειδητοποιήσει οι αξιωματούχοι των επαναστατών, πολιτικοί και στρατιωτικοί, την κρισιμότητα των περιστάσεων μας παρουσιάζει κατά τρόπο ξεκάθαρο ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε αναλάβει (άνοιξη του 1822) την οργάνωση της άμυνας των επαναστατών στην Ανατολική Στερεά προς παρεμπόδιση της καθόδου των τουρκικών στρατευμάτων νοτιότερα. Είχε ζητήσει από την κυβέρνηση, η οποία διέκειτο εχθρικά απέναντί του, τον εφοδιασμό του στρατού του με τροφές και πολεμοφόδια. Αλλά, κατά τον Μακρυγιάννη "αυτείνοι οι αφεντάδες κάθονταν εις τα καράβια κ' έτρωγαν κ' έπιναν, κ' εκείνους οπού κιντύνευαν δια την πατρίδα τους προμήθευαν διχόνοιαν και διαίρεσιν αναμεταξύ τους". Και όταν λίγο αργότερα απελευθερώθηκε η Ακρόπολη της Αθήνας έδειξαν και οι καπετάνιοι ότι δεν υστερούσαν σε απληστία ως προς τους πολιτικούς. Πάλι ο Μακρυγιάννης γράφει ότι αφού άρπαξαν την περιουσία πολλών Αθηναίων άρχισαν να εξαπατούν και την κυβέρνηση (αντεκδίκηση): "Κι' όποιος είχε δέκα (σ.σ. άνδρες), τους έκανε εκατό ΄σ τον λογαριασμόν, και πάλε εκείνοι οι δέκα απλέρωτοι. Κι' αν θα τους πλήρωναν, κάλπικα εικοσάρια. Ηύραν μαστόρους καλπουζάνους και τους βάλαν εις το κάστρο και κόβαν μοννέδα κάλπικη".

Στις 2 Ιουνίου 1823 το εκτελεστικό (κυβέρνηση) εξουσιοδότησε τους Ιωάννη Ορλάνδο, Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λουριώτη να μεταβούν στο Λονδίνο και να συνάψουν δάνειο. Η επιτροπή καθυστέρησε να αναχωρήσει λόγω έλλειψης χρημάτων για τα έξοδα του ταξιδιού, τα οποία κάλυψε με δάνειο ο Λόρδος Βύρων. Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα. Όμως το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες. Μεγάλη ευθύνη για τους δυσμενείς όρους σύναψης του δανείου είχαν και οι δύο διαπραγματευτές, οι οποίοι σπατάλησαν μεγάλα ποσά στο Λονδίνο, ζώντας πολυτελώς, σε αντίθεση με τους αγωνιστές, που πολεμούσαν με μεγάλες στερήσεις. Παρότι "ληστρικό", το δάνειο χαιρετίστηκε στην Ελλάδα ως πολιτική επιτυχία της Επανάστασης και ως έμμεση αναγνώριση του ελληνικού κράτους. Πάντως, οι ελπίδες που στηρίχτηκαν πάνω του διαψεύστηκαν οικτρά, καθώς κατασπαταλήθηκε για να κερδίσει η κυβέρνηση (Κουντουριώτης και λοιποί) την εμφύλια διαμάχη που είχε φουντώσει στην Πελοπόννησο. Την κατάσταση διεκτραγωγεί ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του, από τα οποία παραθέτουμε τα ακόλουθα αποσπάσματα: "Ο στραβοραγιάς ας δουλεύη δια ΄μας. Εκείνος τρώγει λάχανα ανάλατα, εμείς τηγανίτες κι' αρνάκια"(από συζήτηση με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη).

Στις 31 Ιουλίου 1824, το βουλευτικό αποφάσισε τη σύναψη και νέου δανείου, λίγες εβδομάδες μετά την καταστροφή της Κάσου και των Ψαρών. Η κυβέρνηση είχε ανάγκη να προσελκύσει με το μέρος της επαναστάτες. Αν και κυβερνητικός, ως ευπειθής στην εξουσία ο Μακρυγιάννης, απέφευγε την εμπλοκή σε εμφύλιες συρράξεις στην Πελοπόννησο. Και τότε συνέβη το ακόλουθο (Νοέμβριος 1824): "Με περικάλεσε πολύ η Κυβέρνηση-ήξερε ότι είμαι φιλιωμένος με τους Καρατασσαίους- (σ.σ. το σώμα των Μακεδόνων) και μόδωσε χρήματα να μ' ελκύση. Τους είπα. «Θα πάγω, αλλά θέλω να σας αποδείξω ότι εγώ δεν είμαι πραματευτής να κάνω πραμάτεια την πατρίδα μου δια χρήματα. Δεν έχω κρέας για μακελλειόν. Δια την στερέωση της πατρίδος μου και νόμους, δια ΄κείνο πεθαίνω, όχι διά άλλο. Και οι Γύφτοι νάχουν την Κυβέρνησιν, εγώ υποτάζομαι. Χρήματα μάτα μου στείλατε κι' όταν ήμουν με τον Κολοκοτρώνη, δεν τα δέχτηκα. Όμως παραπονιώμαι ότι εγώ δουλεύω ΄λικρινώς κι' άλλοι μ' επιβουλεύονται»". Βεβαίως πολλοί άλλοι πήραν χρήματα για να παραμείνουν ή να μεταπηδήσουν στο κυβερνητικό στρατόπεδο.

Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες. Ενώ όμως το ποσό του πρώτου δανείου το διαχειρίστηκε η ελληνική κυβέρνηση, έστω και με σκανδαλώδη τρόπο, τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι Άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες εκπροσώπους. Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία έξι ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα ("Καρτερία", "Επιχείρηση", "Ερμής") και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία ("Ελλάς") ήλθε στην Ελλάδα (και την έκαψε ο Μιαούλης, για να εκδικηθεί τον Καποδίστρια), ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη. Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών, δηλαδή λιγότερο από εκείνο που είχε ληφθεί κατά το πρώτο δάνειο, αν και το δεύτερο είχε συναφθεί σε υπερδιπλάσιο ύψος. Και τα δύο δάνεια προβλεπόταν ότι θα ενίσχυαν τον Αγώνα, τον οποίον όχι μόνο δεν ωφέλησαν, αλλά υπήρξαν αφετηρία εξάρτησης της χώρας από την Αγγλία.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις βγήκαν νικήτριες από τον εμφύλιο πόλεμο που ρήμαξε τον Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης και άλλοι οπλαρχηγοί φυλακίστηκαν. Έμενε όμως ο ανυπότακτος Οδυσσέας Ανδρούτσος στη Στερεά Ελλάδα. Και τότε, κατά τον Μακρυγιάννη "γιόμωσε τον Γκούρα ο Κωλέτης λίρες. Του γιόμωσε το δισάκι του από αυτές κι' από τα λάφυρα του Νοταρά και Σισίνη κι' αλλουνών. Το ίδιον και τον Κατζικοστάθη. Αφού τους έκανε αυτείνη την καλωσύνη ο Κωλέτης, τον πουλημένον άνθρωπον κι' άρπαγον τον έκαμε αρχηγόν να πάγη αναντίον του Δυσσέως..". Πήγε ο Γκούρας, ο έμπιστος του προγραμμένου καπετάνιου τον συνέλαβε και τον εκτέλεσε στην Ακρόπολη. Τότε όμως φάνηκε η σοβαρή απειλή των Κιουταχή και Ιμπραήμ.

Μόλις το 1825 η κυβέρνηση κήρυξε την πρώτη πτώχευση. Πώς να φροντίσει για τους "ελεύθερους πολιορκημένους" του Μεσολογγίου που έτρωγαν αρμυρόχορτα; Τον Απρίλιο του 1826, αναλαμβάνοντας η κυβέρνηση Α. Ζαΐμη, στο ταμείο υπήρχαν μόνο 16 γρόσια, ούτε μία λίρα! Έτσι, η πρώτη πτώχευση ήλθε ενωρίτερα και από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, το οποίο είχε πλέον πολλούς λόγους η Αγγλία να αναγνωρίσει. Και καθώς ο πρώτος κυβερνήτης, ο λαμπρός Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αποποιήθηκε τον μισθό του χάρη της πατρίδας, δεν ήταν αρεστός στους "προστάτες" μας, αυτοί εφήρμοσαν τη δοκιμασμένη μέθοδο της διχόνοιας και επέτυχαν τη δολοφονία του. Και γράφει ο Μακρυγιάννης: "Και οι προκομμένες οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτόν εις το ταμείο και όλο το κράτος τόφεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία. Και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον (σ.σ. αποκλεισμός από αγγλικές δυνάμεις υπό τον Πάρκερ 1850), οπούναι περίτου (=πάνω από) τρεις μήνες και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθιρώποι των νησιών και εκείνοι οπούχουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα". (Καθεστώς από τότε "Αγγλικού νομισματικού ταμείου". Σήμερα έχουμε το ΔΝΤ).

Αργότερα οι Άγγλοι επέτυχαν και την ανατροπή του Όθωνα, ώστε υπό την δυναστεία των Γλύξμπουργκ να μετατρέψουν την Ελλάδα σε προτεκτοράτο.

Ο ελληνικός λαός, τον οποίο εκθειάζει σε πλείστα όσα σημεία του έργου του ο Μακρυγιάννης (δεν είναι του παρόντος να αναφερθούμε σ' αυτό το θέμα), δεν χάρηκε την ελευθερία του! Η ξενοκρατεία τον οδηγεί σήμερα για μία ακόμη φορά στα χέρια των απλήστων του μεγάλου κεφαλαίου. Αυτά του είχαν τάξει οι ταγοί του, όταν με καμάρι προέβαλλαν ως επιτυχία της χώρας μας την ένταξη της στην χορεία των ισχυρών της γης;     

 

«Μακρυγιάννης», 22-03-2010

 

Κατοχικό Δάνειο: Μια Άγνωστη Αλήθεια

Κατοχικό Δάνειο: Μια Άγνωστη Αλήθεια*

 

Του Τάσου Μηνά Ηλιαδάκη**

 

Α. ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ

 

Το Βερολίνο προκειμένου να αντιμετωπίσει τους στρατιωτικούς και στρατηγικούς του στόχους στην ευρύτερη ελληνική περιοχή, Λιβύη-Μ. Ανατολή-Βαλκάνια, είχε υποχρεώσει την Ελλάδα να κεφαλαιοδοτεί και να συντηρεί τα στρατεύματα που στάθμευαν σ'αυτήν και είχαν πεδίο δράσης την ευρύτερη περιοχή της. Αυτά ήταν υπερπολλαπλάσια από εκείνα των στρατευμάτων κατοχής. Επιπλέον η Ελλάδα ανεφοδίαζε με τρόφιμα το μέτωπο της Λιβύης.

Στόχος των στρατευμάτων αυτών ήταν τα πετρέλαια της Λιβύης-Μ. Ανατολής και η ενίσχυση της άμυνας των Βαλκανίων. Από τα τελευταία εξασφάλιζε στην πολεμική του βιομηχανία το 20% του αντιμονίου, το 50% των ορυκτελαίων, το 60% του βωξίτη και το 100% του νικελίου. Την ίδια στιγμή για τους συμμάχους η μοναδική πύλη των Βαλκανίων ήταν και παρέμενε η Ελλάδα.

Λόγω αυτών, η γερμανική απαίτηση για υψηλή κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα ήταν ανελαστική και είχε προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις ακόμα και της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου που απειλούσε με παραίτηση. Παράλληλα ο Μουσολίνι όπως και ο Γερμανός πληρεξούσιος για την Ελλάδα, Γκύντερ Αλτενμπουργκ πίεζαν το Βερολίνο να μειώσει τα έξοδα κατοχής για την Ελλάδα.

Το πρόβλημα των μοναδικά υπέρογκων δαπανών κατοχής συνόδευε η "παντός αγαθού" λεηλασία του τόπου, φυσικό επακόλουθο της οποίας ήταν ο λιμός. Ο Αλτενμπουργκ από τις πρώτες ημέρες προειδοποιούσε το Βερολίνο για τον επερχόμενο υποσιτισμό. Παράλληλα ο εκπρόσωπος του Βατικανού, νούτσιος Α. Ρονκάλι, ο μετέπειτα πάπας Ιωάνης ΚΓ', μετά από έρευνες του, διαπίστωνε τριπλασιασμό των θανάτων σε Αθήνα-Πειραιά λόγω λιμού τον χειμώνα 1941-426 και ο Γκαίμπελς σημείωνε στο ημερολόγιό του, "…. η πείνα (στην Ελλάδα) έχει καταστεί ενδημική νόσος. Στους δρόμους της Αθήνας οι άνθρωποι πεθαίνουν κατά χιλιάδες από εξάντληση" . Το πρόβλημα του λιμού καθιστούσε οξύτερο το Λονδίνο που είχε κηρύξει την Ελλάδα σε επισιτιστική καραντίνα για να εξωθήσει τον ελληνικό πληθυσμό προς την αντίσταση.

Η πείνα, η ανομία και τα φιλοαγγλικά αισθήματα γίνονταν τόσο απειλητικά που οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να τα αγνοήσουν. Ο υποσιτισμός τους απασχολούσε γιατί υποκινούσε λαϊκές αντιδράσεις και την αντίσταση.

 Έτσι οι Δυνάμεις Κατοχής οδηγήθηκαν σε μια αδήριτη πραγματικότητα δύο ανελαστικών και αντικρουομένων απαιτήσεων. Από τη μια η κεφαλαιοδότηση από την  Ελλάδα τον στρατιωτικών επιχειρήσεων του άξονα στην ευρύτερη περιοχή της και από την άλλη η πείνα που οδηγούσε στην εξέγερση και στην αντίσταση. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος οι Δυνάμεις Κατοχής, τον Οκτώβριο του 1941, θα στείλουν στην Ελλάδα οικονομικούς τεχνοκράτες, δίχως όμως κάποιο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια το πρόβλημα θα απασχολήσει και θα λάβει οξύτατη μορφή στην ιταλογερμανική Δημοσιονομική Συνδιάσκεψη εμπειρογνωμόνων, από Ιανουάριο μέχρι Μάρτιο του 1942 στη Ρώμη. Η γερμανική επιμονή για υψηλή κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα οδηγούσε σε αδιέξοδο τη Διάσκεψη.

Τότε ο Ιταλός τραπεζίτης και οικονομικός πληρεξούσιος της Ιταλίας στην Ελλάδα, Ντ'Αγκοστίνι, θα προτείνει τη λύση του δανείου. Δηλαδή οι πέρα από τις δαπάνες κατοχής αναλήψεις να χρεώνονται από την Ελλάδα ως δάνειο προς την Γερμανία και την Ιταλία.


Β. ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ

 

Η σχετική δανειακή συμφωνία θα υπογραφεί στις 14.3.1942 από τους πληρεξούσιους της Γερμανίας και της Ιταλίας στην Ελλάδα, αντίστοιχα Άλτενμπουργκ και Γκίτζι. Η Ελλάδα δεν είχε προσκληθεί και δεν ήταν παρούσα. Στην Ελλάδα την ανακοίνωσε μετά από εννιά μέρες ο Άλτενμπουργκ με την ρηματική διακοίνωση 160/23.3.1942 και ο Γκίτζι με το σημείωμά του Νο4/6406/461/23. 3.1942.

Σύμφωνα μ' αυτήν:

– Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται κατά μήνα να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ. (άρθρο 2).

– Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος (στο εξής ΤΕ), άνω του ποσού αυτού θα χρεώνονται στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας ως άτοκο, σε δραχμές δάνειο της Ελλάδας προς αυτές (άρθρο 3).

– Η επιστροφή του δανείου θα γινόταν αργότερα (αρθ. 4).

– Η συμφωνία είχε αναδρομική ισχύ από 1.1.1942 (άρθρ. 5).

Η δανειακή σύμβαση αποτελούσε μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας που επιβαλλόταν στην Ελλάδα υποχρεωτικά εκτελεστή (αναγκαστική). Οι δανειακές αναλήψεις θα είχαν την μορφή μηνιαίων προκαταβολών, το ύψος και η διάρκεια των οποίων δεν προσδιοριζόταν. Επίσης δεν προσδιοριζόταν πότε θα άρχιζε η εξόφληση του, ενώ προσδιοριζόταν ότι ήταν άτοκο και σε δραχμές.

Με το εμπιστευτικό έγγραφο 409/2.4.1942 ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έδινε εντολή στην ΤΕ να συμμορφωθεί με τη ρηματική διακοίνωση του Αλτενμπουργκ και να αρχίσει να καταβάλει τις δανειακές προκαταβολές.

Την αρχική αυτή αναγκαστική σύμβαση ακολούθησαν τρεις τροποποιήσεις με κοινή βούληση των συμβαλλομένων. Αυτές μετατρέπουν την αρχική αναγκαστική σύμβαση σε συμβατική. Δηλαδή το δάνειο παύει να είναι αναγκαστικό και μεταπίπτει σε κοινό συμβατικό δάνειο.

Με την πρώτη τροποποίηση (2.12.1942) ορίζεται ότι τα δανειακά ποσά είναι αναπροσαρμοζόμενα και θα αρχίσουν να επιστρέφονται από τον Απρίλιο του 1943 (άρθρο β, παράγραφοι 2 και 3).

Μάλιστα κατέβαλαν και δύο εξοφλητικές δόσεις του δανείου και στη συνέχεια σταμάτησαν την επιστροφή του, οπότε μεταπίπτει σε έντοκο λόγω υπερημερίας. Δηλαδή το δάνειο είχε μετατραπεί σε σταθερού νομίσματος και έντοκο.


Το ύψος του δανείου κατά την ΤΕ ανέρχεται (δίχως τους τόκους) σε 227.940.201 εκ. δολ. το 1944 και κατά τον Αλτενμπουργκ 400 εκ. μετακατοχικά μάρκα. Με τις αναπροσαρμογές και τους τόκους ανέρχεται σε κάποιες δεκάδες δισ. ευρώ.

Επομένως το κατοχικό δάνειο είναι συμβατικό και όχι αναγκαστικό, σταθερού νομίσματος και από τον Απρίλιο του 1943 έντοκο. Αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας και όχι επανορθωτική. Ως τέτοια δεν εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου 1953 που αναστέλει την καταβολή των επανορθώσεων και αποζημιώσεων.


Γ. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ

 

Η Ελλάδα στη διάσκεψη των επανορθώσεων του 1945, στη διάσκεψη των Παρισίων το 1946 και στη διάσκεψη των ΥΠΕΞ των τεσσάρων Μ.Δ. το Νοέμβριο του 1947, διαχώρισε το κατοχικό δάνειο από τις επανορθώσεις και ζητούσε την επιστροφή του.

Η Ελλάδα ουδέποτε έπαψε να διεκδικεί το κατοχικό δάνειο.

– Το 1964 με τον Αγγελόπουλο, ως εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης.

– Το 1965 με τον Α. Παπανδρέου.

– Στις ελληνογερμανικές συνομιλίες στην Αθήνα το 1966.

Τότε η Γερμανία πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι του δανείου είχε
παραιτηθεί εγγράφως ο Κ. Καραμανλής. Στη συνέχεια το μετέτρεψε σε προφορική παραίτηση Καραμανλή, πράγμα που διέψευσε ο Κ. Καραμανλής. Τέλος με τη ρηματική της διακοίνωση στις 31.3.1967, η Γερμανία δεχόταν ότι δεν υπήρξε παραίτηση Καραμανλή.

– Το 1974 το ανακίνησε ο Ζολώτας.

– Στις 18.4.1991 το έθεσε ανεπίσημα και προφορικά ο τότε ΥΠΕΞ Α. Σαμαράς στο Γερμανό ομόλογό του.

– Στις 14.11.1995 το έθεσε η Ελλάδα με ρηματική διακοίνωση. Η Γερμανία σταθερά το απορρίπτει, με τα επιχειρήματα:

– Το δάνειο εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου.

– Από το δάνειο παραιτήθηκε ο Κ. Καραμανλής. Το επανέλαβε και μετά το 1990 παρά τη ρηματική διακοίνωση του Μαρτίου 1967.

– Ύστερα από 50 χρόνια δεν μπορεί να εγείρονται τέτοιες απαιτήσεις. (Η Ελλάδα το διεκδικεί από το 1945).

Το μόνο που δηλώνουν αυτά τα επιχειρήματα είναι έλλειψη επιχειρημάτων. Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1990 έχει εκλείψει και το τυπικό επιχείρημα που θα μπορούσε να προβληθεί, εκείνο του χωρισμού της Γερμανίας. Επομένως είναι άμεσα διεκδικήσιμο και πολιτικά και συμβατικά (νομικά). Μπορεί να το διεκδικήσει η ελληνική κυβέρνηση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή οποιοσδήποτε μέτοχος της (πάνω ενός ορίου μετοχών), όπως και ο ελληνικός λαός μέσω των συντεταγμένων πολιτειακών θεσμών του. Τέλος την ελληνική διεκδίκηση ενισχύει το προηγούμενο της Γιουγκοσλαβίας και της Πολωνίας στις οποίες η ναζιστική Γερμανία είχε επιβάλλει παρόμοια κατοχικά δάνεια και τα οποία μετακατοχικά η τότε Δ. Γερμανία επέστρεψε (αντίστοιχα το 1956 και 1971).

Η σημερινή Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι δανείσθηκε από το ελληνικό κράτος κατά παράβαση του άρθρου 49 της σύμβασης της Χάγης του 1909 και το οποίο ισχύει και σήμερα. Δανείσθηκε από ένα κράτος που η ίδια η ναζιστική Γερμανία είχε χαρακτηρίσει ακατάλυτο και ότι οι ναζί όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν ουδέποτε το δάνειο αλλά και άρχισαν την αποπληρωμή του, ενώ και ο καγκελάριος Ερχαρντ, το 1964, είχε δεσμευθεί για την επιστροφή του μετά την επανένωση της Γερμανίας.

Η Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι η γερμανική κατοχή είναι υπόλογος για το οικονομικό ελληνικό ολοκαύτωμα της περιόδου 1940-44. Ενδεικτικά και μόνο είναι υπόλογος για το ότι στην Ελλάδα ο πληθωρισμός αυξήθηκε 15,3 εκατομμύρια φορές και ότι μόνο την Ελλάδα υποχρέωσε η τότε Γερμανία να της καταβάλει πολεμικές αποζημιώσεις. Αυτό το ολοκαύτωμα το αναγνώρισαν οι Ιταλοί: "Η Ελλάδα είναι στημένη σαν λεμόνι", έλεγε ο Γκίτζι. Αποκορύφωμα ο Μουσολίνι, που έλεγε ότι "… οι Γερμανοί άρπαξαν από τους Έλληνες ακόμα και τα κορδόνια των παπουτσιών τους…". Αλλά και ο Γερμανός Υπ. Οικονομίας, Φουνκ, τον Ιούνιο του 1943 έγραφε σε άρθρο του ότι, "η Ελλάς δοκίμασε τα δεινά του πολέμου, όπως ίσως καμία άλλη χώρα της Ευρώπης".

Για την επανόρθωση η Ελλάδα θα χρειαζόταν 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946. Αυτό μετακατοχικά η Ελλάδα θα το αναζητούσε στον εξωτερικό δανεισμό. Από την άλλη πλευρά αυτή που αμφισβητεί και αρνείται την επιστροφή του κατοχικού δανείου είναι η μετά το 1990 ενωμένη και δημοκρατική Γερμανία. Αυτή όμως η συμπεριφορά, εκτός των άλλων, πλήττει βάναυσα τα μετακατοχικά φιλογερμανικά αισθήματα, όπως τα χαρακτήρισε ο καγκελάριος Κολ, του ελληνικού λαού και γι' αυτό ακέραια την ευθύνη φέρει η γερμανική κυβέρνηση.

 

Πηγές:


1. National Archires, Waschington, DC:
Τ. 120/2481/Ε259713-715, "Promemoria", 23.9.1942 και Τ-120/166/81370- 5,Altenburg-Berlin, 4.9.42).

2. Σωτ. Γκοτζαμάνης, κατοχικό δάνειο και δαπάναι κατοχής, Θεσ/κη 1954, σ. 5 Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1950, σ. 210, 212, 215, 218, 219, 234.
Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948, σ. 49.

3. National Archives, ο.π.

4. Τ. Ηλιαδάκης, Οι επανορθώσεις και το γερματικό κατοχικό δάνειο, εκδ. Δετοράκη, Αθήνα 1997, σ. 83-101.

5. Ηλιαδάκης, σ. 111 Heinz Richter, Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, Εξάντας Αθήνα, 1975 σ. 155, 157.

6. Ηλιαδάκης ο.π.

7. Χ. Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, Παπαζήσης, Αθήνα (χ.χ.), Τ1, σ. 194.

8. W. Medlicott, The economic Blockade, Λονδίνο, 1959, Τ2, σ. 254.Η. Βενέζης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, Εστία, Αθήνα, 1981, σ. 113.

9. Richter, Τ. σ. 155 σημείωση, 255, 257.

10. Γκοτζαμάνης, σ. 2 Τσολάκογλου, σ. 208-210.

11. Αρχεία ΥΠΕΞ, έκθεση Λαμπρούκου, σ. 9-11. Λογοθετόπουλος, σ. 48, Τσολάκογλου, σ. 211, Γκοτζαμάνης, σ. 3, 23, 24, 31. Α. Αγγελόπουλος, Οικονομικά Τ.Α., Παπαζήσης, Αθήνα 1974, σ. 142, 167, 179, 190, 191.

12. Τη δανειακή σύμβαση βλέπε Ηλιαδάκης, σ. 297.

13. Αρχεία ΤΕ, φάκελος κατοχικού δανείου, σημείωμα Ι. Πασσιά και το έγγραφο

409/2.4.1942.
14. Αρχεία ΤΕ, φάκελος κατοχικού δανείου, σημείωμα Ι. Πασσιά, σ. 4.

15. Β. Μαθιόπουλος, "400 εκ. μάρκα μας χρωστά η Βόνη", Βήμα, 2.6.1991.

16. Ηλιαδάκης, σ. 158, 164, 171.

17. Ηλιαδάκης, σ. 200, 202, 203-205, Αγγελόπουλος, Οικονομικά, Τ. σ. 201-205, 209. Βήμα 18.10.1966, σ. 7 έκθεση Α. Παπανδρέου και επιστολή Κάιζερ, σ.9, Πρακτικά Βουλής 28.5.1991 αγόρευση Α. Παπανδρέου.

18. Ηλιαδάκης, σ. 212-213.

19. Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σ. 93.

20. G. Ciano, tagebucher 1939-1943 Βern 1946, σ. 353.

21. Γερμανοελληνικά Οικονομικά Νέα, Ιούνιος 1943, σ. 2.


* Το άρθρο
δημοσιεύτηκε στις 25/1/2010 στην καθημερινή πρωινή
εφημερίδα της Κρήτης Η ΠΑΤΡΙΣ.


** Ο Τάσος Μ. Ηλιαδάκης είναι
Μαθηματικός, Πολιτειολόγος, Δρ. Κοινωνιολογίας, καθηγητής Σχολής Εθνικής Ασφάλειας. Μέλος της Ελληνικής Επιτροπής στη διεθνή Συνδιάσκεψη για το χρυσό των Ναζί στο Λονδίνο το 1997, εισηγητής στην ελληνογερμανική διάσκεψη Δελφών το 1996 και στην Πανελλήνια Συνδιάσκεψη Αλεξανδρούπολης το 2005 για το Δημόσιο Χρέος.


ΗΛ. ΠΗΓΗ:
http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/03/blog-post_8130.html#ixzz0idvDKPQ0

Υπάρχει θέμα χρεωκοπίας για την Ελλάδα;

Υπάρχει θέμα χρεωκοπίας για την Ελλάδα;

 

Του Δημήτρη Καζάκη*

 

 

Η κυβέρνηση μαζί με τα ποικίλα «παπαγαλάκια» των διεθνών κυκλωμάτων έχουν στήσει μια ολόκληρη επιχείρηση για να πείσουν ότι η χώρα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα χρεοκοπίας, όσο ακολουθεί πιστά τις έξωθεν εντολές και όσο παραδίδεται ανυπεράσπιστη και ανοχύρωτη στις πιέσεις των αγορών και των γραφειοκρατών των Βρυξελλών. Το παράξενο είναι ότι αυτοί που φαίνεται να έχουν πειστεί περισσότερο είναι αρκετοί στην αριστερά. Γι' αυτούς η φιλολογία περί χρεοκοπίας δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα κόλπο της κυβέρνησης και των αγορών για να επιβάλουν την αντιλαϊκή τους πολιτική.

Δεν υπάρχει ζήτημα χρεοκοπίας, λένε, μόνο πρόβλημα κόστους και διαθεσιμότητας δανεισμού, αυτό είναι όλο. Άλλωστε η ΕΕ έχει συμφέρον να μην αφήσει την Ελλάδα να χρεοκοπήσει, επαναλαμβάνουν μαζί με την επίσημη προπαγάνδα. Κι έτσι μένουν μόνο στη γνωστή ηθικολογική ρήση «να μην πληρώσουν την κρίση οι εργαζόμενοι», αδιαφορώντας για τις τύχες συνολικά της οικονομίας, της χώρας και του λαού της.

Υπάρχει, λοιπόν, ζήτημα χρεοκοπίας για την Ελλάδα; Όποιος δεν έχει τυφλωθεί ακόμη από την επίσημη προπαγάνδα γνωρίζει πολύ καλά ότι ολόκληρο το οικονομικό σύστημα της χώρας τελεί υπό καθεστώς χρεοκοπίας. Αυτή είναι η αλήθεια. Κι αυτό γιατί η χρεοκοπία δεν επέρχεται μόνο όταν βγαίνουν επίσημα οι κυβερνώντες και αναγγέλλουν το γνωστό από την εποχή του Χ. Τρικούπη «δυστυχώς, επτωχεύσαμεν». Η ιστορία, αλλά και η διεθνής πρακτική διδάσκει ότι το πότε και το πώς θα γίνει η επίσημη αναγγελία μιας χρεοκοπίας δεν εξαρτάται από την αντικειμενική κατάσταση, αλλά από τα παιχνίδια κερδοσκοπίας που παίζονται με το κουφάρι της οικονομίας και από τη διεθνή οικονομικο-πολιτική συγκυρία. Ούτε η χρεοκοπία εξαρτάται από το αν και κατά πόσο θα βρίσκει το κράτος πηγές δανεισμού. Αυτό ίσως να επιδράσει στο πότε θα γίνει η επίσημη αναγγελία της, αλλά η αληθινή χρεοκοπία ισοδυναμεί με την αδυναμία να καλυφθούν οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από το δανεισμό. Επομένως και μόνο το γεγονός ότι το κράτος χρειάζεται δανεικά για να ικανοποιήσει ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις τρέχουσες υποχρεώσεις του είναι αρκετό για να μιλάμε για μια εκ των πραγμάτων χρεοκοπία. Κι αυτό ανεξάρτητα από το πότε ή το πώς η ΕΕ, η κυβέρνηση, οι τράπεζες και οι αγορές κρίνουν ότι τους συμφέρει να ανακοινώσουν την επίσημη χρεοκοπία της χώρας.

Μόνο το 2009 για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους δαπανήθηκαν πάνω από 41 δις ευρώ ως τοκοχρεολύσια. Πράγμα που αντιστοιχεί στο 47% του συνόλου των δημοσίων δαπανών και στο 17% του ΑΕΠ της χώρας. Αν σ' αυτά συνυπολογιστούν και οι εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων, οι οποίες αφορούν κυρίως τίτλους Euro Commercial Paper (ECP) που εκδίδονται για ένα σύντομο χρονικό διάστημα – κατά μέσο όρο 182 ημέρες – και έχουν σαν βασικό στόχο την άμεση άντληση «κεφαλαίου κίνησης», τότε οι συνολικές δαπάνες εξυπηρέτησης εκτινάσσονται σε δυσθεώρητα ύψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο για το 2009 οι εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων έφτασαν κοντά στα 36 δις ευρώ. Έτσι οι συνολικές δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους για το 2009 ξεπέρασαν τα 77 δις ευρώ, που υπερβαίνουν το σύνολο των τακτικών εσόδων του προϋπολογισμού και αντιστοιχούν σχεδόν στο 90% των συνολικών δημοσίων δαπανών και στο 32% του ΑΕΠ της χώρας. Ποιος είναι αυτός που με σοβαρότητα μπορεί να υποστηρίξει ότι μια οικονομία – και μάλιστα τόσο παραγωγικά αναιμική όσο η οικονομία της Ελλάδας – είναι σε θέση να αντέξει μια τέτοια εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους της;

Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει έστω και υποψία άλλης δημοσιονομικής πολιτικής, όσο ο κρατικός προϋπολογισμός και γενικά τα δημόσια οικονομικά επιβαρύνονται από αυτό το ανυπόφορο κόστος; Όταν για το 2010 και 2011 το ελληνικό δημόσιο Θα χρειαστεί πάνω από 140 δις ευρώ για την εξυπηρέτηση του ήδη υπάρχοντος χρέους του, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι η «δημοσιονομική προσαρμογή» των 27 δις ευρώ του Προγράμματος Σταθερότητας δεν έχει σχέση ούτε καν με το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος, πόσο μάλλον με την ουσία του. Μάλιστα, αν θεωρήσουμε ορθή την εκτίμηση των Βρυξελλών ότι το 2011 το δημόσιο χρέος της χώρας θα έχει εκτιναχθεί στο 135% του ΑΕΠ από 125% το 2009, τότε η εξυπηρέτηση του χρέους θα ξεπεράσει ετήσια τα 44 δις ευρώ σε τοκοχρεολύσια και τα 38 δις ευρώ σε εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων. Με άλλα λόγια, το σύνολο των ετήσιων δαπανών εξυπηρέτησης θα τείνει όλο και περισσότερο να υπερβαίνει τις ετήσιες εισπράξεις του προϋπολογισμού και θα φτάσει να κυμαίνεται γύρω στο 35% του ΑΕΠ της χώρας. Κι όλα αυτά χωρίς να έχει συνυπολογιστεί η εκτίναξη του κόστους δανεισμού, που έχει ήδη διπλασιαστεί και τριπλασιαστεί, χωρίς κανείς να γνωρίζει πού μπορεί να φτάσει.

 

Πίνακας 1: Δαπάνες εξυπηρέτησης δημόσιου χρέους (εκατ. ευρώ)

 

Α. Τοκοχρεολύσια

Β. Εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων

Σύνολο

Α + Β

% επί των Δημόσιων Δαπανών

% επί του ΑΕΠ

2000

22.688

6.342

29.030

66,0

21,3

2001

20.946

2.401

23.347

52,4

15,9

2002

28.874

1.303

30.177

65,0

19,3

2003

30.041

2.228

32.269

62,5

18,7

2004

27.799

7.631

35.430

61,2

19,1

2005

30.066

5.085

35.151

59,8

18,0

2006

26.065

8.091

34.156

56,3

16,2

2007

31.923

24.773

56.696

84,4

25,0

2008

37.452

25.674

63.126

84,2

26,4

2009

41.340

35.904

77.224

89,8

32,1

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων Προϋπολογισμού και Εθνικών Λογαριασμών

 

 

Τα δεδομένα αυτά εξασφαλίζουν ότι το δημόσιο χρέος της χώρας είναι πλήρως ανατροφοδοτούμενο, ένας φαύλος κύκλος που όλο και διογκώνεται και απειλεί να καταπιεί ολόκληρη την οικονομία, τη χώρα και το λαό της. Κι αυτό ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλο ή μικρό είναι το δημόσιο έλλειμμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι αν υπολογίσουμε τα συνολικά τοκοχρεολύσια που έχει καταβάλει το ελληνικό δημόσιο μόνο για τη δεκαετία 2000-2009 τότε θα διαπιστώσουμε ότι υπερβαίνουν τα 297 δις ευρώ! Με άλλα λόγια, το ελληνικό δημόσιο έχει προεξοφλήσει ήδη σχεδόν το σύνολο του σημερινού δημόσιου χρέους που ανέρχεται στα 303 δις ευρώ για το 2009! Κι όλα αυτά δίχως να έχουμε συνυπολογίσει τις εξοφλήσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων για την ίδια περίοδο (βλ. Πίνακα 1).

Το ελληνικό δημόσιο από το 1990 έως σήμερα έχει καταβάλει τοκοχρεολύσια που υπερβαίνουν συνολικά τα 450 δις ευρώ. Αν συνυπολογίσουμε και την εξυπηρέτηση των βραχυπρόθεσμων τίτλων την ίδια περίοδο το ποσό αυτό ξεπερνά τα 670 δις ευρώ. Προκειμένου οι ελληνικές κυβερνήσεις να ικανοποιήσουν την τοκογλυφία των αγορών και των κερδοσκόπων δεν δίστασαν να περάσουν τους εργαζόμενους και τη χώρα από τη μια άγρια στενωπό στην άλλη, από το ένα σκοτεινό τούνελ στο άλλο. Το επιχείρημα ήταν πάντα το ίδιο: ο δραστικός περιορισμός του δημόσιου ελλείμματος, μέσα από ιδιωτικοποιήσεις, εκποιήσεις δημόσιας περιουσίας, μεγάλα έργα, δραστικές περικοπές κοινωνικών δαπανών, φορολεηλασίες και άγρια λιτότητα σε μισθούς και συντάξεις θα φέρουν δήθεν την πολυπόθητη ισορροπία και θα περιορίσουν το κόστος δανεισμού. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο, περισσότερα ελλείμματα και μεγαλύτερα χρέη. Έτσι φτάσαμε στη χρεοκοπία. 

Σήμερα, οι ίδιες δυνάμεις που όλα αυτά τα χρόνια εφαρμόζουν την πολιτική που οδήγησε στην χρεοκοπία, έρχονται να επιβάλουν μια ακόμη πιο θανατηφόρα δόση της ίδιας πολιτικής, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα δικά της αποτελέσματα! Η αλήθεια είναι ότι στόχος της πολιτικής τους είναι η συνέχιση της ακατάσχετης αιμορραγίας υπέρ των αγορών. Ο λαός της χώρας πρέπει να μάθει να τα δίνει όλα δίχως να απαιτεί τίποτε προκειμένου το κράτος να συνεχίσει να είναι έρμαιο των δανειστών τοκογλύφων και των κάθε λογής κερδοσκόπων. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να εθιστούν στην ασφυξία της αγοράς προκειμένου οι τράπεζες, τα χρηματιστικά κυκλώματα και τα μονοπώλια που συνδέονται μ' αυτά να εξασφαλίσουν τα απαιτούμενα κέρδη. Ενώ οι νέοι θα πρέπει να μάθουν να ικανοποιούνται μ' ένα σύστημα που τους προσφέρει μόνο μέλλον χωρίς δουλειά, ή μια φτηνή δουλειά χωρίς μέλλον.

Για το διεθνές μεγάλο κεφάλαιο και τους οργανισμούς του η έστω και προσωρινή διέξοδος από την παγκόσμια ύφεση των αγορών εξαρτάται από το αν και κατά πόσο χώρες σαν την Ελλάδα συνεχίσουν να επιδοτούν από το υστέρημά των πόρων τους τις μεγάλες οικονομίες των ισχυρών εταίρων. Προκειμένου να μπορούν οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Κίνα και ελάχιστες ακόμη χώρες να σπαταλούν πάνω από 22 τρις δολ., δηλαδή πάνω από το 40% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2009, για τη «διάσωση» των τραπεζών και των μεγάλων κερδοσκόπων, πρέπει οι εξαρτημένες και υποτελείς χώρες να παραδοθούν κυριολεκτικά στο έλεος των αγορών. Τα διογκούμενα ελλείμματα και χρέη των ισχυρών πρέπει να αντισταθμιστούν από τη δημοσιονομική ασφυξία των οικονομιών σαν της Ελλάδας, μήπως και διατηρηθεί η επίπλαστη και εκ φύσεως ασταθής ισορροπία των αγορών χρήματος και κεφαλαίων. Αυτό το νόημα έχει και το ενδιαφέρον των κκ. Τρισέ, Αλμούνια, Μπαρόζο και των ομοίων τους για την Ελλάδα. Δεν τους ενδιαφέρει αυτό καθαυτό το οικονομικό πρόβλημα της χώρας, αλλά να μην επηρεαστεί η οικονομική σταθερότητα και η ενότητα της ευρωζώνης. Να μην γίνει η Ελλάδα αφορμή για ένα ντόμινο χρεοκοπιών και αποχωρήσεων από την ευρωζώνη που θα υπονομεύσουν το ευρώ ως διεθνές νόμισμα συναλλαγών, αποθησαυρισμού και κερδοσκοπίας στις αγορές.

Το κύριο μέλημα των Βρυξελλών δεν είναι η αποτροπή της χρεοκοπίας αυτής καθαυτής, αλλά να αποφευχθεί για όσο αυτό είναι δυνατό η επίσημη ανακοίνωσή της. Ο Π. Γεννηματάς, επίτιμος αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, έλεγε πρόσφατα ότι η «έννοια της χρεοκοπίας έχει διαφοροποιηθεί. Μάλιστα για χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν νοείται τυπική χρεοκοπία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια φάση δυσκολιών ομαλής εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων μιας χώρας-μέλους δεν μπορεί να έχει στοιχεία de facto χρεοκοπίας.» (Επίκαιρα, τ. 15) Προκειμένου λοιπόν η χώρα να μην εμφανιστεί ότι προχωρά σε τυπική χρεοκοπία, η οποία υποτίθεται ότι «δεν νοείται» για χώρα-μέλος της ΕΕ, πρέπει να υποστεί την de facto χρεοκοπία υπό τον ζουρλομανδύα του Προγράμματος Σταθεροποίησης και της επιτήρησης αποικιοκρατικού τύπου από τις Βρυξέλες. Η χώρα έχει καταδικαστεί σε ολοκληρωτική καταστροφή, προκειμένου με την τελευταία ικμάδα της οικονομίας της, με ό,τι έχει απομείνει από την αγοραστική δύναμη των λαϊκών στρωμάτων και της εγχώριας αγοράς να συνεχίσει να πληρώνει τους δανειστές της.

Η κυβέρνηση έχει ήδη παραδώσει τα κλειδιά της χώρας στις Βρυξέλες και τις αγορές. Δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να υποτάσσεται στις έξωθεν εντολές. Η ίδια η έννοια της εθνικής κυριαρχίας τουλάχιστον στο πεδίο της οικονομίας και της οικονομικής πολιτικής, αποτελεί φρικτή φάρσα. Η παλιά λογική της ψωροκώσταινας και των ιστορικά πιο άθλιων καθεστώτων εθνικής υποτέλειας γνωρίζει νέα μεγαλεία. Η πολιτική ηγεσία της χώρας νοιάζεται μόνο για το πώς θα «αποκαταστήσει την αξιοπιστία της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές», δηλαδή στους κερδοσκόπους. Και για να το πετύχει είναι διατεθειμένη να τα δώσει όλα, ότι και να της ζητηθεί. Έτσι π.χ. το τελευταίο κοινοπρακτικό 5ετές ομόλογο, το οποίο αποδείχτηκε από κάθε άποψη ένα μεγάλο πανηγύρι για τους διεθνείς κερδοσκόπους και εκτίναξε το κόστος δανεισμού στα ύψη, ανατέθηκε επίσημα σε έξι ανάδοχες τράπεζες – την Credit Suisse, Deutsche Bank, Morgan Stanley, Goldman Sachs, Εθνική Τράπεζα και Eurobank – οι οποίες ήταν και οι μόνοι κερδισμένοι από το όλο αλισβερίσι, συγκεντρώνοντας πάνω από 27 δις ευρώ. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που η Goldman Sachs μια βδομάδα νωρίτερα διαβεβαίωνε ότι απετράπη ο κίνδυνος της χρεωκοπίας. Ούτε βέβαια είναι τυχαίο που η Morgan Stanley (25/1) χαρακτήριζε τα δημοσιονομικά μέτρα της κυβέρνησης «βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση».

Κι ενώ ο κ. Παπανδρέου λέει και ξαναλέει για διαρκείς επιθέσεις κερδοσκόπων στην ελληνική οικονομία, το ευρώ, κοκ., «ξεχνά» όλος περιέργως να μας διευκρινίσει ότι δυο από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές αυτής της κερδοσκοπικής επίθεσης είναι η Goldman Sachs και η Morgan Stanley. Οι ίδιοι δηλαδή πιστωτικοί οίκοι που έχουν προνομιακή σχέση με το ελληνικό δημόσιο και την έκδοση των ομολόγων του. Ο κ. Παπανδρέου με την κυβέρνησή του έχει μια εξαιρετικά πρωτότυπη άποψη για το πώς να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις των κερδοσκόπων: απλά παραδίδει τη χώρα στις ορέξεις τους και κάνει ακριβώς ότι του ζητάνε.

Σήμερα οι πιο θερμοί υποστηρικτές της «δημοσιονομικής προσαρμογής» είναι οι πιο τυχοδιώκτες κερδοσκόποι. Από τον Τζορτζ Σόρος, ο οποίος έχει βάλει στο μάτι τα ακίνητα του ελληνικού δημοσίου και όχι μόνο, τους μεγάλους θεσμικούς επενδυτές, που έχουν βάλει στο μάτι το πιστωτικό σύστημα της χώρας, μέχρι τα μεγαλύτερα Hedge Fund, που μετατρέπουν την επιθανάτια αγωνία της ελληνικής οικονομίας σε ομόλογα υψηλού ρίσκου. Εκπρόσωποι όλων αυτών συνωστίζονται αυτές τις ημέρες στην Αθήνα επιδιώκοντας μια καλή συμφωνία στο μοίρασμα των ιματίων της ελληνικής οικονομίας. Η κυβέρνηση από τη μεριά της κάνει ότι μπορεί για να ικανοποιήσει όλες τις ορέξεις. Είναι ανοικτή σε κάθε είδους αποικιοκρατική σύμβαση δανεισμού, όποιο κι αν είναι το αντίτιμο. Έχει ανακοινώσει την πρόθεσή της να βγάλει στο σφυρί ότι έχει απομείνει στο μετοχολόγιο του ελληνικού δημοσίου. Διαπραγματεύεται ήδη την εκποίηση των ακινήτων του δημόσιου τομέα αξίας άνω των 300 δις ευρώ. Με την μεσολάβηση κυρίως της Goldman Sachs και της Morgan Stanley αναζητά διεθνώς αναδόχους όχι μόνο για το δημόσιο χρέος, αλλά και για τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τις υποδομές της χώρας. Ολόκληρη η χώρα πωλείται σε τιμή ευκαιρίας.

Κι επειδή όλα αυτά δεν φτάνουν για να ικανοποιήσουν τις ορέξεις των διεθνών κερδοσκόπων, η κυβέρνηση έχει βάλει στο τραπέζι τους φυσικούς και οικονομικούς πόρους της χώρας. Η κυβέρνηση προετοιμάζει ήδη τον δρόμο για την ιδιωτικοποίηση ολόκληρων περιφερειών της χώρας. Όπως ακριβώς συμβαίνει εδώ και χρόνια σε μια σειρά χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής, όπου εκχωρείται σε πολυεθνικές ή σε διεθνείς οίκους η διαχείριση και εκμετάλλευση περιοχών ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την παγκόσμια αγορά. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που η κυβέρνηση βιάζεται να προωθήσει το σχέδιο «Καλλικράτης», μιας και η επιβολή καθεστώτος περιφερειακής αυτονομίας ή ημιαυτονομίας – «τοπικών κυβερνήσεων» – υπήρξε πάντα το πρώτο βήμα για αυτού του είδους τις ιδιωτικοποιήσεις.

Από τις διεθνείς αγορές μαθαίνουμε ότι οι πρώτες συμφωνίες βρίσκονται ήδη στα σκαριά ιδίως για τις περιφέρειες υψηλής τουριστικής ανάπτυξης, όπως π.χ. είναι τα Δωδεκάνησα, αλλά και για περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος, όπως π.χ. είναι η Θράκη. Ο «Καλλικράτης» δεν έρχεται απλά να διαλύσει το ενιαίο της ελληνικής επικράτειας, αλλά και να διευκολύνει την απόσπαση εθνικού εδάφους. Μόνο που η απόσπαση αυτή δεν πρόκειται να γίνει με πόλεμο ή στρατιωτική επέμβαση. Υπάρχει ένας πολύ πιο ήσυχος και αποτελεσματικός τρόπος, η εκχώρηση ολόκληρης της περιοχής σε πολυεθνικές και διεθνείς επενδυτές. Ήρθε η ώρα που η χώρα χρειάζεται να δώσει μάχη για να υπερασπιστεί απέναντι στις διεθνείς αγορές και τις Βρυξέλλες όχι μόνο την (ανύπαρκτη) εθνική ανεξαρτησία της, αλλά την ίδια την ακεραιότητά της. Μόνο που μέσα στα δεδομένα πλαίσια και με την υπάρχουσα πολιτική ηγεσία η μάχη αυτή είναι εκ προοιμίου χαμένη για τη χώρα και το λαό της.

Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που οι Βρυξέλλες θέλουν να επιβάλουν στη χώρα ένα καθεστώς αποικιοκρατικής επιτήρησης, ένα ιδιότυπο καθεστώς «αντιβασιλείας», όπως πολύ εύστοχα το χαρακτήριζαν οι Financial Times (3/2). Στα πλαίσια αυτού του καθεστώτος το ελληνικό δημόσιο δεν μπορεί να προβεί σε καμμιά ενέργεια, σε καμιά άσκηση πολιτικής χωρίς την προηγουμένη έγκριση των Βρυξελών. Με άλλα λόγια έχουμε την επιβολή ενός ασφυκτικού καθεστώτος χρεοκοπίας, χωρίς επίσημα η χώρα να έχει χρεοκοπήσει. Τουλάχιστον ακόμη. Πρόκειται για ένα καθεστώς πρωτοφανές, ακόμη και για τα δεδομένα της ΕΕ, πολύ χειρότερο ακόμη και από το Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο που επέβαλαν οι δανειστές κερδοσκόποι του ελληνικού κράτους το 1898. Κι αυτό γιατί δεν αφήνει κανένα περιθώριο άσκησης εθνικής πολιτικής σε κανένα τομέα της οικονομίας της χώρας.

 

Η χώρα αντιμετωπίζει μια νέα ιδιότυπη κατοχή

 

Η χώρα οδηγείται σε ένα ασφυκτικό καθεστώς δημοσιονομικής κατοχής, γιατί η «δημοσιονομική προσαρμογή» που ζητούν οι αγορές και οι Βρυξέλλες ισοδυναμεί με πολιτική αυτοχειριασμού, καταστροφής και διάλυσης. Δεν είναι η πρώτη φορά που η χώρα βρίσκεται μπροστά σ' αυτή τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Είναι η ίδια ακριβώς πολιτική που απαιτούσαν οι διεθνείς δανειστές τύπου Χάμπρο και Ρότσλιντ και η περίφημη «δημοσιονομική επιτροπή» της Κοινωνίας των Εθνών το 1930 να εφαρμόσει η υπερχρεωμένη Ελλάδα προκείμενου να μην χρεοκοπήσει. Η συνταγή ήταν και τότε ίδια: βαριά φορολογία, δραστικός περιορισμός του ελλείμματος του προϋπολογισμού, συμπίεση του «εργατικού κόστους, κοκ. Η «δημοσιονομική προσαρμογή» εκείνης της εποχής όχι μόνο δεν διέσωσε τη χώρα, αλλά την βούλιαξε ακόμη περισσότερο οδηγώντας την στην επίσημη χρεοκοπία του 1932. Από αυτή την χρεοκοπία η χώρα δεν μπόρεσε να συνέλθει ποτέ. Ενώ η διαχείριση των συνεπειών της προς όφελος της ντόπιας ολιγαρχίας και των ξένων δανειστών της, αποτέλεσε το οικονομικό υπόβαθρο του εκφασισμού της πολιτικής ζωής της χώρας με αποκορύφωμα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου.

Όταν στα τέλη της δεκαετίας του '70 οδηγήθηκαν πολλές εξαρτημένες χώρες στα πρόθυρα της χρεοκοπίας λόγω υπερχρέωσης, τότε το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα επέβαλαν την ίδια «δημοσιονομική προσαρμογή». Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση χώρας που να ορθοπόδησε, να ξέφυγε από τη μέγγενη της υπερχρέωσης, ή να έσπασε έστω τον φαύλο κύκλο των ελλειμμάτων, του δανεισμού και της χρεοκοπίας. Το τονίζουμε, ούτε μία. Μάλιστα αυτή η συνταγή οδήγησε τις χώρες όπου επιβλήθηκε σε χρόνια παρακμή, σε εκτίναξη της φτώχειας σε επίπεδα πρωτοφανή, σε καταστροφή και διάλυση. Σήμερα οι πιο χειμαζόμενες χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής είναι εκείνες που στη δεκαετία του '80 και του '90 αποτέλεσαν πρότυπα εφαρμογής της «δημοσιονομικής προσαρμογής».

 Το ίδιο μέλλον επιφυλάσσεται και για τη χώρα μας. Θα επιτρέψει η αριστερά να συμβεί, ή δεν την ενδιαφέρει; Η χρεοκοπία στην οποία έχει βρεθεί η χώρα δεν αφορά απλά και μόνο στα δημοσιονομικά της, αλλά πρωτίστως πρόκειται για την χρεοκοπία ολόκληρου του τρόπου εξαρτημένης ανάπτυξης της χώρας, η οποία έχει παραδοθεί εδώ και χρόνια στο έλεος των μονοπωλιακών καταστάσεων της αγοράς, κλειδωμένη στον αυτόματο πιλότο της ΕΕ. Έχει η αριστερά σήμερα να αντιπροτείνει κάτι στη θέση αυτού του χρεοκοπημένου τρόπου ανάπτυξης; Έχει αντιληφθεί ότι η χρεοκοπία στην οποία έχει οδηγηθεί η χώρα έχει θέσει εξ αντικειμένου ζήτημα βιωσιμότητας και προοπτικής της εθνικής οικονομίας;

Απέναντι στις δυνάμεις που παρατάσσονται σήμερα για να στηρίξουν και να υπηρετήσουν τη νέα κατοχή και τον διατεταγμένο αυτοχειριασμό της χώρας, πρέπει να αντιπαρατεθεί ένα νέο ΕΑΜ με κεντρικό στόχο την ανάκτηση από τον ίδιο τον λαό του ελέγχου της ελληνικής οικονομίας από τις πολυεθνικές, τα μονοπώλια και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Όσο η χώρα βρίσκεται υπόδουλη των αγορών, όσο σύρεται και άγεται από διεθνείς κερδοσκόπους και πολυεθνικές, όσο στενάζει η οικονομία και οι εργαζόμενοι κάτω από το ζυγό των μονοπωλίων, δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους φιλολαϊκή πολιτική, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά καλύτερη προοπτική για τον εργάτη, τον αγρότη, τον συνταξιούχο, τον μικρομεσαίο επιχειρηματία, το νέο.

Τι σημαίνει όμως ανάκτηση του ελέγχου; Σημαίνει την εφαρμογή πολιτικών με βάση τις πιο επείγουσες ανάγκες του λαού και με κριτήριο την ορθολογική αξιοποίηση των πόρων και των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Σημαίνει επίσης το άνοιγμα του διεθνή ορίζοντα της χώρας που εξασφαλίζει την ολόπλευρη αξιοποίηση των σχέσεων μ' όλες τις χώρες και τους λαούς στην Ευρώπη και παγκόσμια δίχως δεσμά και μονοπωλιακές εξαρτήσεις.

Ανάκτηση του ελέγχου σημαίνει άμεσα και πρακτικά:

Πρώτο: Τον άμεσο απεγκλωβισμό από το ευρώ και την ΟΝΕ. Όσο η χώρα βρίσκεται υπό το καθεστώς του ευρώ είναι υποχρεωτικά εκτεθειμένη στις πιέσεις, τους εκβιασμούς και τις επιδρομές της διεθνούς κερδοσκοπίας, είναι παντελώς ανοχύρωτη απέναντι στις πιο ασύδοτες δυνάμεις της αγοράς και λειτουργεί ως αναλώσιμο είδος για τα διευθυντήρια της Ευρωζώνης που κινούνται με πρωταρχικό κριτήριο το συμφέρον και τη στήριξη της οικονομίας των ισχυρών. Η οικονομία της χώρας πρέπει να αποκτήσει τη νομισματική της ελευθερία για να είναι σε θέση να απελευθερώσει τις δυνατότητές της, να ανασυγκροτήσει την παραγωγική της βάση και να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που προσφέρει η διεθνής οικονομική ζωή.

Δεύτερο: Το αποφασιστικό σπάσιμο του φαύλου κύκλου του χρέους. Η σημερινή υπερχρέωση αποτελεί αφενός προϊόν ενός παρασιτικού κράτους, φέουδου πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, και αφετέρου προνομιακό πεδίο εξάρτησης της οικονομίας και εξαγοράς του δημόσιου και της χώρας από τους πιο αδίστακτους κερδοσκόπους της αγοράς. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Η οικονομία και η κοινωνία δεν μπορεί να συνθλιβεί κάτω από το βάρος της εξυπηρέτησης των χρεών. Οι απλοί εργαζόμενοι δεν έχουν καμιά υποχρέωση να αποπληρώσουν χρέη, προϊόντα τοκογλυφίας, ρεμούλας και κερδοσκοπίας.

Τρίτο: Το κράτος πρέπει να μετατραπεί σε βασικό μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας και στήριξης της κοινωνίας. Το δόγμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, με βάση το οποίο οι κυβερνήσεις συγκάλυπταν ανέκαθεν την ασυδοσία των μεγάλων ιδιωτικών μονοπωλίων, κατέρρευσε παταγωδώς. Όσο η οικονομία και η κοινωνία συνεχίζει να υπηρετεί αυτό το χρεοκοπημένο δόγμα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η συρρίκνωση της αγοράς, τόσο χειροτερεύει η κατάσταση της παραγωγής, τόσο γιγαντώνεται η μαζική ανεργία, τόσο υποβαθμίζεται η θέση του εργαζόμενου, τόσο πολλαπλασιάζεται το κλείσιμο των επιχειρήσεων. Μόνη διέξοδος είναι να αναλάβει το κράτος τα ηνία της οικονομίας, όχι για να φορτωθεί με τις ζημιές του ιδιωτικού τομέα, ούτε για να παίξει ρόλο συμπληρωματικό στην «ελεύθερη» αγορά. Το κράτος και πιο συγκεκριμένα η κρατική επιχειρηματική δράση πρέπει να αποτελέσουν βασικό μοχλό και αναντικατάστατο μέσο για την ορθολογική και ισόρροπη ανάπτυξη της οικονομίας, ιδίως στους τομείς της ενέργειας, των αναπτυσσόμενων τεχνολογιών αιχμής, της διευρυμένης αναπαραγωγής κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και για την ισότιμη παραγωγική ένταξη της χώρας στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Τέλος ανάκτηση του ελέγχου σημαίνει διεκδίκηση της δημοκρατίας. Σημαίνει την ανατροπή του υπάρχοντος διάτρητου, διεφθαρμένου συστήματος καλπονοθευτικής αναπαραγωγής ενός περιορισμένου και τυπικού κοινοβουλευτισμού που στηρίζει την απολυταρχία της εκάστοτε κυβέρνησης και των πατρώνων της. Σημαίνει την εγκαθίδρυση της αληθινής κυριαρχίας του λαού, της λαοκρατίας, με την κατοχύρωση και τον σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας.

 

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε με μικρές περικοπές στην «ΑΥΓΗ» της 7ης Μαρτίου 2010.

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 07 Μαρτίου 2010, http://youpayyourcrisis.blogspot.com/2010/03/blog-post_07.html

Το φάντασμα της χρεωκοπίας

Το φάντασμα της χρεωκοπίας

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 


«Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω». Σε παράσταση του κλασικού έργου του Ντάριο Φο κινδυνεύει να μετατραπεί η Ελλάδα τις επόμενες βδομάδες, με τις κοινωνικές της ομάδες να αγωνίζονται να ρίξουν, η μία στην άλλη, το κόστος του «μάρμαρου», που καλείται να πληρώσει η χώρα.

Στεναγμό ανακούφισης έβγαλαν οι εγχώριοι «έχοντες και κατέχοντες» συνειδητοποιώντας ότι οι Ευρωπαίοι οδεύουν, με κάποιο τρόπο, προς τη «διάσωση» της Ελλάδας, με όρο επιβολή σκληρότατης λιτότητας, κυρίως στα «συνήθη υποζύγια» (εργαζόμενους, συνταξιούχους, ανέργους).

Την πείνα τους καλείται τώρα να … οργανώσει η σοσιαλιστική κυβέρνηση Παπανδρέου, μαζί και την κατεδάφιση έστω και αυτού του τελείως υποτυπώδους ελληνικού κοινωνικού κράτους. Βάναυσα πληγείσα από τη διαρκή διεύρυνση των ανισοτήτων τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η κοινωνική συνοχή της χώρας κινδυνεύει να πληγεί ακόμα περισσότερο και να δημιουργηθούν παράλληλα οι προϋποθέσεις για νέες, πιο άγριες εξεγέρσεις.

Η Ελλάδα εκτιμάται ότι μπορεί να χρησιμεύσει ως πανευρωπαϊκής σημασίας υπόδειγμα και ασφαλώς το να «πειθαρχηθεί» ο ελληνικός λαός, με άπειρα ελαττώματα μεν, αλλά και σπάνιο στην Ευρώπη πνεύμα εξέγερσης και ανεξαρτησίας, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από το να πειθαρχήσουν οι …καλύτερα μαθημένοι Ούγγροι ή Λιθουανοί. Γιατί τώρα έρχεται το νέο, δεύτερο κύμα της κρίσης και μαζί το ερώτημα: ποιος θα πληρώσει ένα συσσωρευμένο παγκόσμιο χρέος δεκαετιών, ποιος θα πληρώσει τα λεφτά που ξοδεύτηκαν πρόπερσι για τη σωτηρία των τραπεζών και των κεφαλαιούχων διεθνώς; Προφανώς, κανένας από τους «γκάγκστερ» του διεθνούς τραπεζικού συστήματος (γιατί περί γκάγκστερ πρόκειται), όπως η Σίτι Μπανκ ή η Γκόλντμαν Σακς δεν επιθυμεί να πληρώσει!

Πίσω από το ερώτημα ποιος πληρώνει, υπάρχει και το ερώτημα «ποιος κάνει κουμάντο;». Τελειώσανε οι σαχλοσυζητήσεις περί «δημοκρατικού ελλείμματος» (όπως ονομάζουν τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα λήψης αποφάσεων) της ΕΕ – τώρα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα επιτρέψουμε στην ‘Ενωση να οργανώνει θεσμικά, όπως είναι φτιαγμένη να κάνει, την εξουσία του χρηματιστικού κεφαλαίου επί των ευρωπαϊκών λαών, κοινωνιών και «κοινοβουλίων» με όλο και πιο διακοσμητικό ρόλο. Γι' αυτό η απάντηση που θα δοθεί στην Ελλάδα θα παίξει μεγάλο ρόλο στο σύνολο της ευρωπαϊκής κατεύθυνσης.

Όσο για τους εγχώριους … «έχοντες και κατέχοντες» δεν θέλουν τη χρεωκοπία της χώρας, που θα έχει και γι' αυτούς συνέπειες, δεν έχουν όμως καμία διάθεση να βάλουν το χέρι στην τσέπη. Η Αθήνα έχει περισσότερα Χάμερ από ότι η Βυρητός θωρακισμένα, κάθε Σαββατόβραδο προκαλείται συμφόρηση στο Κολωνάκι από τον στόλο των γιγαντιαίων τζιπ «αισθητικής και στυλ νεκροφόρας» που «αγκομαχάνε» στα στενά του (τα θηριώδη τζιπ είναι από τα κύρια, βασικότερα και ενδεικτικότερα σύμβολα-μέσα που χρησιμοποιεί η τάξη των διεφθαρμένων νεοπλούτων μας, για να κρύψει την πολύ πρόσφατη αγροτική της καταγωγή!). Πολλά «παιδιά του Πολυτεχνείου» διαθέτουν τώρα βίλες με κάγκελα που δεν μπορεί να ρίξει κανένα άρμα μάχης, όπως είπε μια μέρα ο Χάρυ Κλυνν. Αλλά, όλα κι όλα, αν διαβάσει κανείς τις φορολογικές και δηλώσεις πόθεν έσχες αυτών των προσώπων, που παριστάνουν την ελίτ μιας χώρας στην χρεωκοπία της οποίας συνέβαλαν όσο κανείς άλλος, τούρχεται να βάλει τα κλάματα. Τόση φτώχεια, τόση ανέχεια! Σε ποιό άλλο μέρος της υφηλίου είναι άραγε τόσο φτωχοί και έχουν παντελώς απαλλαγεί φορολογίας και οποιασδήποτε κοινωνικής υποχρέωσης οι πλούσιοι;

Ακριβώς αυτό μπορεί να οδηγήσει τελικά σε μεγάλες δυσκολίες και την «επιχείρηση λιτότητα». Με ποιο ηθικό βάρος και πειστικότητα θα την επιβάλλει μια κατά τεκμήριο και ανίκανη και διεφθαρμένη πολιτική τάξη; Για να γίνει δεκτή μια τέτοια προσπάθεια, η κοινωνία δεν πρέπει μόνο να πεισθεί ότι είναι αναγκαία. Πρέπει επίσης να πεισθεί ότι είναι δίκαιη. Δεν γίνεται να πέφτει το βάρος στον φουκαρά των 1000 και 1500 ευρώ, την ίδια ώρα που επιδεικνύουν προκλητικά και ασύστολα τον πλούτο και την αναισθησία τους, γιατροί, δικηγόροι, ελεύθεροι επαγγελματίες εργολάβοι. Δεν μπορεί να λένε αξιωματικοί ότι είναι σκληρή η ζωή τους και πρέπει να παίρνουν σύνταξη στα 45 – τι να πει ο μπετατζής δηλαδή, έχουμε τρελλαθεί όλοι σε αυτή τη χώρα; Πως θα γίνει δεκτή η λιτότητα για τους εργαζόμενους όταν, προτού ακόμα παρθούν τα μέτρα, αρχίζουν να διαρρέουν από τα Υπουργεία λόγοι εξαιρέσεων π.χ. της συγκεντρωτικής φορολόγησης εισοδήματος για τους δικαστικούς και άλλες προνομιούχες κατηγορίες;


Τι μπορεί να γίνει

 


Δεν υπάρχουν σοβαρές πολιτικές δυνάμεις στη χώρα που να το προτείνουν, ούτε κοινωνική υποστήριξη στην ιδέα μιας εξόδου από το ευρώ ή μιας «χρεωκοπίας», μιας άρνησης πληρωμών. Οι δύο αυτές «λύσεις» είναι οι πιο ακραίες, «ριζοσπαστικές», αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι συνιστούν λύσεις για μια μοντέρνα χώρα, τόσο ενσωματωμένη στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, με τόσο χαμηλό επίπεδο παιδείας, τεχνολογίας, παραγωγής (και που, επιπλέον, αντιμετωπίζει πρόβλημα εξωτερικής ασφάλειας και απειλής).

Αν αποκλείσουμε αυτές τις λύσεις τι μπορεί να γίνει; Μια προσπάθεια αποφυγής του χειρότερου θα έπρεπε να περιλάβει δύο άξονες πολιτικής παρέμβασης στο εσωτερικό και δύο διεθνώς:

1. μια προσπάθεια να χτυπηθεί άγρια ο, ως επί το πλείστον, παρασιτικός, συχνά μάλιστα προϊόν διαπλοκής και διαφθοράς, πλούτος των μεσαίων και υψηλών στρωμάτων (συντριπτική φορολόγηση ακίνητης περιουσίας, πολυτελών αυτοκινήτων, πολυτελώς διαβιούντων), ανόρθωση ΕΣΥ-παιδείας, επαναδημιουργία συνεταιριστικού κινήματος αγροτών και καταναλωτών, με δική του τράπεζα.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν μοιάζει να υπάρχει το όραμα και η πολιτική δύναμη που να κινητοποιήσει κοινωνικές δυνάμεις στην κατεύθυνση αυτή.

2. προσπάθεια παραγωγικής αναδιάταξης, με κέντρο έναν πυρήνα κρατικών επιχειρήσεων και τραπεζών (Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Εθνική, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ΟΤΕ, ΔΕΗ). Συνταγή καταστροφής συνιστά αντίθετα οποιαδήποτε περαιτέρω αποκρατικοποίηση / ιδιωτικοποίηση, εκτός από ειδικές περιπτώσεις και με συγκεκριμένους όρους. Γιατί, εδώ που τα λέμε, πέραν της γενικής συζήτησης για την εκποίηση του εθνικού πλούτου, διερωτάται κανείς και για τους συγκεκριμένους όρους αυτής της πολιτικής. Πως είναι δυνατόν να παίρνουν π.χ. οι Γερμανοί τις ελληνικές τηλεπικοινωνίες και οι Κινέζοι τα λιμάνια, χωρίς να εξασφαλίζεται τουλάχιστο η στήριξη του Βερολίνου και του Πεκίνου στα ελληνικά δημοσιονομικά ή στην εξωτερική πολιτιλκή αν χρειάζεται. Μόνο για τους λογαριασμούς τους στις οφσόρ ενδιαφέρονται οι πολιτικοί μας;

Αλλά κι εδώ πάσχουμε, αν κρίνουμε από τη σχεδόν ανυπαρξία σοβαρής συζήτησης και ιδεών παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η χώρα έχει μάθει επί πολλές δεκαετίες στο κλεψιμέικο, όχι στην επένδυση. Στενάζουν τα πανεπιστήμια από την αντιγραφή και είναι χιλιάδες που βγάζουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα γράφοντας εργασίες σε φοιτητές πανεπιστημίων, γράφοντας ψεύτικα διδακτορικά κ.ο.κ. Μετά βγαίνουν οι στρατιές των αμαθών και ημιμαθών και παριστάνουν τους επιστήμονες με ότι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία.


«Γεωπολιτική» και «γεωοικονομία» – οι ολέθριες συνέπειες της ατλαντικής «μονοκαλλιέργειας»

 


Η οικονομική και η εξωτερική πολιτική είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Τέσσερις σχεδόν μήνες μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης, παραμένουν «παγωμένες» οι σχέσεις της Αθήνας με το Παρίσι, με το Βερολίνο, με τη Μόσχα, με τα δυνατά δηλαδή σημεία είτε στρατηγικής, είτε οικονομικής στήριξης της Ελλάδας, τους φυσικούς συμμάχους της στην Ευρώπη. Ο κ. Παπανδρέου δεν έχει δει ακόμα Μέρκελ, Πούτιν, Σαρκοζί και Κινέζους, έχει δει όμως δύο φορές τον Γκόρντον Μπράουν, τουλάχιστο δύο τους ανθρώπους της Γκόλντμαν Σακς και μία τον Ταγίπ Ερντογάν! Αλλά είναι ακριβώς οι συνομιλητές του Πρωθυπουργού, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, είναι οι Βρετανοί κυβερνητικοί και εκδότες και οι αμερικανοεβραϊκές τράπεζες και οίκοι αξιολόγησης, που χτυπάνε σα χταπόδι την Ελλάδα! Τι νόημα έχει μια τέτοια εξωτερική πολιτική; Γιατί η Αθήνα υποστηρίζει πάση δυνάμει την κεντρική επιδίωξη των ΗΠΑ στην περιοχή, τη διεύρυνση της ΕΕ στα Βαλκάνια και την Τουρκία, αν εισπράττει ως αντάλλαγμα κάθε είδους σφαλιάρες από την Ουάσιγκτον;

Διπλωματικοί παρατηρητές υποστηρίζουν ότι η στάση αυτή, όπως και το ουσιαστικό «πάγωμα» των σχεδίων ελληνορωσικών αγωγών, τους οποίους υποστηρίζει διακριτικά το Βερολίνο, ευθύνονται, τουλάχιστον μερικώς, και για το μπαράζ εχθρικών για τη χώρα μας δηλώσεων Γερμανών ιθυνόντων τους τελευταίους μήνες.


Ευρώ και πολιτική

 


Η ελληνική κρίση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αντανακλά τη συστημική κρίση της ευρωζώνης. Ο «συνταγματικός μονεταρισμός» της συνθήκης του Μάαστριχτ συνιστά εγγύηση των κερδών του χρηματιστικού κεφαλαίου, ανεξαρτήτως οικονομικών ή κοινωνικών επιδόσεων. «Παράδοξο νόμισμα» το ευρώ δεν οδηγεί στη συνοχή, αλλά στην αποσύνθεση της Ευρώπης. Συνιστά προνομιακό εργαλείο κατεδάφισης του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, της μεγαλύτερης ίσως κατάκτησης του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αφαιρώντας τη νομισματική πολιτική από τη δικαιοδοσία των κρατών, για να την αποδώσει όχι σε κάποια ομοσπονδία αλλά στους εκπροσώπους του χρηματιστικού κεφαλαίου (την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), καθιστώντας αδύνατες μια σειρά από άλλες δημόσιες παρεμβάσεις στην οικονομία, η συνθήκη του Μάαστριχτ και όσες την συμπλήρωσαν, είναι και ένα μεγάλο βήμα προς τον ολοκληρωτισμό, προς μια παγκόσμια δικτατορία των Τραπεζών, του Κεφαλαίου.

Αυτό μπορούσε να κρυφτεί στις εποχές της μεγάλης οικονομικής ανόδου, δεν μπορεί να κρυφτεί σε εποχές κρίσης και κατάρρευσης του συστήματος.
Δεν μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα η Ελλάδα, είναι όμως ακατανόητο γιατί δεν έχει φωνή, γιατί περιορίζεται να εκλιπαρεί και όχι να επισημαίνει τουλάχιστο κριτικά μια πραγματικότητα που αφορά εκατοντάδες εκατομμύρια Ευρωπαίους, το ίδιο το μέλλον της Ευρώπης, φτιάχνοντας έτσι και πολιτικές συμμαχίες. Που είναι η Σοσιαλιστική Διεθνής, της οποίας προεδρεύει μάλιστα ο Έλληνας Πρωθυπουργός, που είναι το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που είναι και οι κάπως εθνικές δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς, όπως οι Γκωλικοί; Γιατί κυριαρχεί και στο δημόσιο λόγο η ευρωατλαντική ολιγαρχία;

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα έχει υποστεί μια τεράστια ηθική βλάβη, εξαιτίας των πολιτικο-οικονομικών πεπραγμένων της, της πρωτοφανούς αναξιοπιστίας και της διαφθοράς της. Στους τομείς αυτούς πρέπει να είναι εξαιρετικά αυστηρή με τον εαυτό της και να δεχθεί οποιαδήποτε μορφή διεθνούς ελέγχου. Καλό θα της κάνει άλλωστε. Από την άλλη μεριά όμως, είναι προφανές ότι εδώ βλέπουμε το κραυγαλέο έλλειμμα αξιοπιστίας ενός συστήματος ευρωπαϊκής ενοποίησης του οποίου, κύρια, «συνταγματική» αρχή είναι η εγγύηση των κερδών του χρηματιστικού κεφαλαίου (νομισματική σταθερότητα και αντιπληθωριστική δράση) και το οποίο λέει ότι θέλει να «ενοποιήσει» την Ευρώπη, εξοστρακίζοντας την αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών της!!! Μπορεί να έχουμε φταίξει, και ασφαλώς έχουμε φταίξει, και πολύ, οι Έλληνες, συνιστά όμως σοβαρή μέθοδο αντιμετώπισης του προβλήματος η καταστροφή μιας χώρας-μέλους της ΕΕ προς… παραδειγματισμό;

Δεν γνώριζε η Κομισιόν και οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες τι γινόταν στην Ελλάδα, γιατί ανέχθηκαν και αυτές τη διαφθορά και την παραποίηση στοιχείων; Δεν κέρδιζαν, με την ανοχή αυτή, τον έλεγχο της ελληνικής αγοράς, αν όχι και της ελληνικής πολιτικής; Η Ζίμενς δωροδοκούσε τα δύο κόμματα εξουσίας, δεν δωροδοκούσαν Έλληνες τη Ζίμενς!

Η λεγόμενη Σοσιαλιστική Διεθνής (όπως και το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, ακόμα και όσοι της ευρωπαϊκής Δεξιάς καταλαβαίνουν, γιατί όχι), θάπρεπε νάχουν θέσει εδώ και καιρό αυτά τα ζητήματα και πάντως, οπωσδήποτε μετά το 2005, όταν οι Γάλλοι ψηφοφόροι δήλωσαν, με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, τη ριζική αντίθεσή τους στο οικοδόμημα του Μάαστριχτ.

Γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν μεταφέρει την πολιτική σύγκρουση στο επίπεδο μιας ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, που είναι εξαιρετικά ανήσυχη για την πορεία της ‘Ενωσης; Τα ελληνικά συνδικάτα γιατί περιορίζονται σε διατύπωση αιτημάτων προς την κυβέρνηση και δεν πρωτοστατούν σε μια πανευρωπαϊκή καμπάνια; Γιατί μας ενδιαφέρει ο Καραμανλής κι ο Παπανδρέου, ποτέ ο Μπαρόζο κι ο Αλμούνια; Η Ελλάδα θα χρησιμεύσει, εκεί που την πάνε, ως πειραματόζωο για τα σχέδια κατεδάφισης του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Αυτό ενδιαφέρει όλους τους Ευρωπαίους εργαζόμενους. Αρκετή αυτοκριτική κάναμε στην Ευρώπη, χρειάζεται και να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, δεν είναι δυνατόν να παρακαλούμε μόνο να μας λυπηθούν.

Αντί οι Υπουργοί μας να επαναλαμβάνουν ανούσιες καινοτοπίες περί κερδοσκοπίας, προς καγχάζοντες εκπροσώπους των «κερδοσκόπων», που δεν είναι παρά οι μεγαλύτεροι χρηματοπιστωτικοί οίκοι του πλανήτη (η «κερδοσκοπία» είναι η … κανονική δουλειά τους). Γιατί κανείς δεν θίγει την εταιρεία του κ. Πόλσον πχ με σύμβουλο τον κ. Γκρήνσπαν, αν κάνει αυτά που της καταλογίζουν ότι κάνει, ή όποιον άλλο, όπως κατονόμασαν τουλάχιστο τον Σόρος στη διάρκεια της ασιατικής κρίσης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι μόνο θύμα. Έχει προσφέρει εδώ και καιρό στη Γερμανία την αγορά της. Παρέχει επίσης σημαντικότατες υπηρεσίες στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, θα μπορούσε υπό όρους να τις επανεξετάσει.

Η Ελλάδα πρέπει να ματώσει για να βάλει τάξη στα του οίκου της, δεν μπορεί όμως να γίνει και η χώρα-καρπαζοεισπράκτορας.


KONSTANTAKOPOULOS.BLOGSPOT, EPIKAIRA

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 04 Φεβρουαρίου 2010, http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/02/to-o.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+InfognomonPolitics+%28InfognomonPolitics%29

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Χρεοκοπεί η Ελλάδα ή η … Ε. Ε.;

Χρεοκοπεί η Ελλάδα ή η … Ε. Ε.;

 

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ

Στην πολιτική επίθεση εναντίον της χώρας μας που έχει εξαπολύσει η Γερμανία και άλλες δυνάμεις της ΕΕ και στην κερδοσκοπική επίθεση που τη συνοδεύει, χρησιμοποιούνται ένα σωρό προπαγανδιστικοί μύθοι και ανακρίβειες, προκειμένου να τρομοκρατήσουν τους Έλληνες εργαζόμενους και να παραλύσουν εκ των προτέρων τις όποιες αντιδράσεις τους στα μέτρα στραγγαλιστικής λιτότητας που υποχρέωσαν τον πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου να εξαγγείλει. Επικεντρώνοντας όλη τη συζήτηση στο ύψος του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, επιχειρείται η παραπλάνηση της ανενημέρωτης κοινής γνώμης.

Χρεοκοπεί άραγε μια χώρα όταν επί σειρά ετών έχει ελλείμματα; Ναι, είναι η απάντηση που προσπαθούν να υποβάλουν. Όχι, είναι η σωστή απάντηση. Σε καμιά περίπτωση δεν αρκούν τα ελλείμματα για να οδηγηθεί μια χώρα σε χρεοκοπία.

Για του λόγου το αληθές, ας δούμε τι γίνεται στις οικονομικές υπερδυνάμεις του πλανήτη – την ευρωζώνη, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία.

Και οι τρεις, ολόκληρη τη δεκαετία 2001 – 2010 (εννοείται ότι για το 2010 αναφερόμαστε σε προβλέψεις) είχαν ελλείμματα και μόνο ελλείμματα και τα δέκα ανεξαιρέτως συνεχή χρόνια!

Η ευρωζώνη 6,6% για το 2010 και 6,2% για το 2009, αλλά και 2,5% το 2002 ή 3% το 2003.

Πολύ χειρότερη η κατάσταση στις ΗΠΑ: έλλειμμα 10% το 2010 και 12,5% το 2009 ή 5,9% το 2008. Επίσης 3,7% το 2002 και 4,8% το 2003.

Στην Ιαπωνία απερίγραπτα χειρότερα τα πράγματα: έλλειμμα 8% το 2002 και επίσης 8% το 2003, αλλά και 5,8% το 2008 και 10,5% το 2009 ή 10,2% το 2010! Για ολόκληρη τη δεκαετία, τα ελλείμματα της Ιαπωνίας ήταν σαφώς χειρότερα από αυτά της Ελλάδας!

Ναι, λένε κάποιοι, όμως η Ελλάδα δεν έχει μόνο υψηλά ελλείμματα έχει και υψηλό δημόσιο χρέος. Η Ιαπωνία να δείτε! Στο 135,4% (!) του ΑΕΠ της βρισκόταν το δημόσιο χρέος της ήδη από το 2000 και καθόλου δεν έχει μειωθεί στη διάρκεια της δεκαετίας. Αντιθέτως έχει εκτοξευθεί στο 197,2% (!), όταν το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν 112,6% το 2009 και εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 125% το 2010.

Έπειτα, ο περιορισμός της συζήτησης στο δημόσιο χρέος δεν επιτρέπει την πλήρη απεικόνιση της κατάστασης.

Αν επεκτείνουμε την ανάλυση στο συνολικό χρέος κάθε χώρας (το σύνολο του ποσού δηλαδή που έχει δανειστεί το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες, άρα δημόσιο συν ιδιωτικό χρέος), η εικόνα αλλάζει εντυπωσιακά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το συνολικό χρέος της Ελλάδας είναι στο ύψος του 179% του ΑΕΠ. Εξαιρετικά υψηλό, μπορεί να νομίσει κανείς. Ίσως, αλλά ο μέσος όρος της ΕΕ είναι… 175%! Ίδιο δηλαδή με της Ελλάδας.

Στο συνολικό χρέος δε καθόλου «πρωταθλήτρια» της ευρωζώνης δεν είναι η Ελλάδα. Την ξεπερνούν η Ολλανδία (!) με 234%, η Ιρλανδία με 222%, το Βέλγιο με 219%, η Ισπανία με 207%, η Πορτογαλία με 197%, η Ιταλία με 194% και πάει λέγοντας.

Εντυπωσιακά στοιχεία προκύπτουν επίσης όταν ασχοληθεί κανείς με το εξωτερικό χρέος μιας χώρας (πόσα χρωστούν δηλαδή το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες μιας χώρας σε ξένες τράπεζες, δεδομένου ότι πάντα ένα τμήμα του χρέους αναφέρεται σε τράπεζες της ίδιας της χώρας).

Περιορίζοντας το δείγμα στις βαλλόμενες μεσογειακές χώρες (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία) και στην Ιρλανδία, η οποία ως… χώρα-φούσκα του νεοφιλελευθερισμού έχει συρρικνωμένο σχετικά δημόσιο χρέος αλλά αστρονομικό χρέος επιχειρήσεων και ιδιωτών, προκύπτει μια εντελώς διαφορετική κατάταξη αυτών των χωρών.

Στο εξωτερικό χρέος, λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι η Ιρλανδία χρωστάει στους ξένους το… 414% του ΑΕΠ της και η Πορτογαλία το 130% του δικού της ΑΕΠ.

Σε σαφώς καλύτερη μοίρα βρίσκονται η Ελλάδα με 89,5% του ΑΕΠ και η Ισπανία με 80% βάσει των στοιχείων που δίνει η γερμανική εφημερίδα «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε».

Υπάρχουν κι άλλες χώρες της ευρωζώνης, λοιπόν, που στην πραγματικότητα χρωστούν περισσότερα στις τράπεζες ή στους ξένους από την Ελλάδα.

 

ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ

  Κερδοσκοπικά και πολιτικά τα αίτια

 

Έξι χώρες της ευρωζώνης τουλάχιστον με επικεφαλής την Ολλανδία και το Βέλγιο, έχουν συνολικό χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) μεγαλύτερο από αυτό της Ελλάδας! Δέκα ολόκληρα χρόνια η Ιαπωνία έχει δημόσιο χρέος τρομερά μεγαλύτερο από αυτό της Ελλάδας και παράλληλα την ίδια δεκαετία έχει ελλείμματα κατά μέσο όρο πολύ χειρότερα από τα ελληνικά!

Ο κατά κεφαλήν εξωτερικός δανεισμός της Ιρλανδίας είναι σχεδόν οκταπλάσιος (!) από της Ελλάδας. Το γεγονός ότι για καμιά από αυτές τις χώρες δεν λένε ότι χρεοκοπεί (πολύ σωστά, άλλωστε), ενώ το λένε για την Ελλάδα (εντελώς αβάσιμα), αποδεικνύει ότι η χώρα μας βρίσκεται στο επίκεντρο πολιτικών και κερδοσκοπικών επιθέσεων.

 

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΕΘΝΟΣ, «E» 11/2/2010, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11826&subid=2&pubid=10202891

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Το δημόσιο χρέος στο ελληνικό κράτος από το 1824

Το δημόσιο χρέος στο ελληνικό κράτος από το 1824

 

Του Τάσου Ηλιαδάκη*

 
Α. 1824-1897

Την περίοδο αυτή η Ελλάδα πήρε 10 εξωτερικά δάνεια, συνολικά 770 εκ. γαλ. φράγκα (στο εξής γ.φ.). Κατά μέσο όρο η τιμή έκδοσης κυμάνθηκε στο 72,54%, δηλαδή χρεώθηκε 770 εκ. γ.φ. αλλά «στο χέρι» πήρε 464,1 εκ. γ.φ., τα υπόλοιπα ήταν τιμή έκδοσης και διάφορα άλλα έξοδα-κρατήσεις, ή πιο απλά ήταν το… κοινωνικό έργο των τραπεζών.

Αναλυτικότερα: 1

 

Δύο δάνεια από την Αγγλία κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης το 1824 και το 1825, συνολικά 2,8 εκ. λίρες στερλίνες (στο εξής λ.σ.) ή 70.261.000 γ.φ. 2 Ένα, 60 εκ. γ.φ. με την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας, το 1832.

Δύο επί Κουμουνδούρου, το 1879 και το 1890, συνολικά 180 εκ. γ.φ.

Πέντε επί Χ. Τρικούπη το 1882-1885 και το 1886-1881, συνολικά 450 εκ. γ.φ. και τέλος

Ενα επί Σωτηρόπουλου-Ράλλη το 1893, 9.739.000 εκ. γ.φ.


Αι. Τα δάνεια της ανεξαρτησίας

 


– Κατά κοινή ομολογία υποκίνησαν τους δύο εμφύλιους το 1824. Όπως έλεγε ο Γκούρας, «χρυσού λαλούντος άπας άπρακτος λόγος».3 Επί πλέον ήταν προφανές ότι θα επικρατούσε εκείνο το κόμμα που θα έπαιρνε το δάνειο, καθ’ όσον, «νόμος και ισχύς αι λίραι του δανείου».

– Με την εξαγορά βουλευτών και στρατιωτικών διέφθειραν τον κοινοβουλευτισμό και τη διοίκηση. Όπως γράφει ο Παπατσώνης, «δια το μέσον του δανείου τούτου, εδιώρισαν εις όλας τας επαρχίας οπαδούς των υπαλλήλους»4.
Η πελατειακή διαχείριση των δανείων είχε στρέψει την αιχμή του δόρατος προς τη δύναμη της εποχής, τις οπλικές δυνάμεις, με τις μαζικές βαθμοδοσίες, το οικονομικό κόστος των οποίων κάλυπταν τα δάνεια. Οπως επισημάνθηκε «κατάντησε το έθνος να έχει υπέρ των 12.000 αξιωματικούς», σε σύνολο οπλικών δυνάμεων 20.000 ανδρών 5.

– Οι περισσότεροι καπετάνιοι εμφάνιζαν περισσότερους άνδρες για να επωφελούνται τους επιπλέον μισθούς. Έτσι ο Γκούμας έπαιρνε μισθούς για 12.000 άνδρες ενώ είχε μόνο 3.000 6. Αυτήν την ευρεμισθία ο λαός την τιτλοποίησε με το σκωπτικό, «ο καπετάν ένας», δηλαδή έπαιρνε πολλούς μισθούς για τους άνδρες του, ενώ είχε μόνον ένα, τον εαυτόν του. 7 Δεν είχαν απομείνει ούτε 20.000 λίρες για να σωθεί το Μεσολόγγι, όπως λέει ο Παπαρηγόπουλος. 8 Το «ταμείον κενόν», όπως ενημέρωνε τη Βουλή η Επιτροπή Ταμείου. 9 Η κυβέρνηση έκτοτε επωνομάσθη ψωροκώσταινα» 10.

Το 1825 η κυβέρνηση θα κηρύξει την πρώτη πτώχευση. Τον Απρίλιο του 1926, αναλαμβάνοντας η κυβέρνηση Α. Ζαΐμη, στο ταμείο υπήρχαν μόνο 16 γρόσια, ουτε μία λίρα! Καθαρή δανειακή πρόσοδος από μεν το πρώτο δάνειο των 800.000 λιρών, 36%. Από το δεύτερο των 2 εκ. λιρών το 10,5%.

 

Α2 Οθωνική περίοδος

 

Το δάνειο των 60 εκ. γ.φ. του Όθωνα εγγυήθηκαν οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις (στο εξής Μ.Δ.) κάθε μία το ένα τρίτο.

Η τρίτη δόση των 20 εκ. γ.φ. ουδέποτε καταβλήθηκε στην Ελλάδα.

Κατακρατήθηκε από τη δανειοδότρια τράπεζα για την εξυπηρέτηση του δανειου. Από τις υπόλοιπες δύο δόσεις, 40 εκ. γ.φ., το 56,8% κατακρατήθηκε στο εξωτερικό, το υπόλοιπο σπαταλήθηκε από την αντιβασιλεία και σε έξοδα του Βαυαρικού στρατού.11

Τέλος, το 1835, στο δημόσιο ταμείο υπήρχαν 1,8 εκ. δρχ. και απ’ αυτά έπρεπε να καλυφθούν τα ελλείμματα 1833-35 και η εξυπηρέτηση του δανείου, που ήταν 2,7 εκατ. δρχ.

Τελικά η καθαρή πρόσοδος, από το δάνειο, για την Ελλάδα ήταν 14,2%. Στο τέλος του 1859 η Ελλάδα έναντι του δανείου χρωστούσε υπερτριπλάσια των όσων λογιστικά είχε επωφεληθεί από το δάνειο, ενώ από το 1843 είχαμε τη δεύτερη χρεοκοπία.


Α3. Τρικουπική περίοδος

 


Κατά την περίοδο αυτή κυρίαρχος θα αναδυθεί ο έμπιστος των ανακτόρων Α. Συγγρός. Ηταν ο άνθρωπος που εξασφάλιζε στο Ελληνικό Δημόσιο δανειοδότες, στους οποίους συμμετείχε και ο ίδιος. Ήταν ο άνθρωπος που από τη δανειακή πρόσοδο εκτελούσε δημόσια έργα (Ισθμός Κορίνθου, σιδηρόδρομοι Λαυρίου, Θεσσαλίας κλπ.). Ηταν ο υπερεργολάβος με ό,τι αυτό σημαίνει.
Από την άλλη πλευρά ο Χ. Τρικούπης θα αναδυθεί σε πρωταθλητή του εξωτερικού δανεισμού. Την περίοδο του ελληνικού βασιλείου 1832-1893 στον Τρικούπη χρεώνεται το 58,4% του εξωτερικού δανεισμού, με 450 εκ. γ.φ. Παρ’όλα αυτά το 1893 θα έχουμε την τρίτη χρεοκοπία.

Τον αιώνα αυτόν μέχρι το 1897, ο συνολικός δανεισμός έφθασε στα 770 εκ. γ.φ., από τα οποία «στο χέρι πήρε» 389 εκ. γ.φ. ή το 50,5%. Μέχρι το 1993 είχε αποσβέσει 472 εκ., δηλαδή το 120% των όσων δανειακά εισέπραξε και πάλι χρωστούσε 631,4 εκ., δηλαδή το 82% των όσων είχε δανεισθεί. Την ίδια χρονιά τα ετήσια έσοδα του ελληνικού κράτους ήταν 64 εκ. φ. δηλαδή μόλις το 10% του εξωτερικού δημόσιου χρέους.

Το 1898 η Ελλάδα θα τεθεί υπό τον  Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο και ταυτόχρονα θα της παραχωρηθεί δάνειο 150 εκ. φ. Απ’ αυτό το 62% καταβλήθηκε ως αποζημίωση της Οθ. Αυτοκρατορίας (παραχώρηση Θεσσαλίας, πόλεμος 1897), 15% χρησιμοποιήθηκε για κάλυψη των ελλειμμάτων, το 20% στο κυμαινόμενο χρέος και το 3% στα έξοδα έκδοσης.

Β. 1900-1945


Β1. 1902-1914


Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και την υποχώρηση του κρατικού 12. Την ίδια αυτή εποχή η Αθήνα αντιμετωπίζει τον Μακεδονικό αγώνα και από το 1912 τους Βαλκανικούς.

Μέχρι το 1909 συνεχίζεται η ανεπάρκεια διαχείρισης των δημοσιονομικών13. Οι αθηναϊκές συντεχνίες με ψήφισμα τους τον Δεκέμβριο του 1908 διεκήρυτταν ότι δεν δέχονται πια νέους φόρους «προς συντήρηση εν τη αρχή του εκάστοτε κόμματος»14, ενώ η εισαγγελία Θεσ/κης θα επέμβει για διασπάθιση του δημοσιου χρήματος κατά την εγκατάσταση των προσφύγων στη Μακεδονία 15.

Την περίοδο αυτή συνομολογήθηκαν τέσσερα εξωτερικά δάνεια, συνολικά 521 εκ. φ. Τα δύο πρώτα (76 εκ. φ.) μέχρι το 1910 και το τέταρτο 335 εκ. φ. το 1914.

Η δανειακή πρόσοδος χρησιμοποιήθηκε:


– Υπέρ της εξυπηρέτησης των ήδη υπαρχόντων εξωτερικών δανείων.

– Υπέρ της διεξαγωγής των Βαλκανικών πολέμων και

– Στην ενσωμάτωση των νέων περιοχών που προέκυψαν μετά τους Βαλκανικούς.
Με απλά λόγια τα νέα δάνεια ξεπλήρωναν τα παλιά.


Β2. 1915-1923

 


Η Ελλάδα του διχασμού εν μέσω του Α΄ΠΠ. Στη συνέχεια θα βιώσει τη Μικρασιατική καταστροφή και να βρεθεί με τους πρόσφυγες απ’ αυτήν.

Η οικονομική πορεία διαρθρώνεται από τις μεγάλες, έκτακτες πολεμικές δαπάνες (περίπου 6,2 δισ. δρχ.). Είναι περίοδος έξαρσης του εσωτερικού δανεισμού και σχεδόν έλλειψης εξωτερικού.

Στον εξωτερικό δανεισμό υπάρχουν δύο μυστικά γερμανικά δάνεια, από 40 εκ. μάρκα έκαστο προς την κυβέρνηση Σκουλούδη το 1915 και 1916. Τα δάνεια κρατήθηκαν εντελώς μυστικά, ακόμα και από τη Βουλή και ουδαμού αναγραφόμενα. Η μυστικότητα αυτή θα αποτελέσει θέμα της ποινικής δικαιοσύνης το 1918. Στο ειδικό δικαστήριο ο Σκουλούδης θα υποστηρίξει ότι κρατήθηκε μυστικό για να μην εκλειφθεί ως ένδειξη γερμανοφιλίας.

Τέλος υπήρξε ένα μικρό δάνειο καναδικό 8 εκ. δολ. Επίσης και ένα για την εξαγορά, από τη Γαλλία, της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσ/κης-Κων/λης, την οποία είχε καταλάβει ο ελληνικός στρατός το 1913.


Β3. Μεσοπόλεμος 1924-1932

 


Με τη Μικρασιατική καταστροφή ο ελληνισμός θα βρεθεί σε αμηχανία και σύγχυση. Από το 1924 μέχρι το 1928 ο κοινοβουλευτισμός θα βρεθεί σε οξύτατη κρίση, με 12 κυβερνήσεις, δηλαδή κάθε 4,5 μήνες και άλλη κυβέρνηση και με αποκορύφωμα το παγκαλικό «Θόδωρος κερνά και Θόδωρος πίνει». 16

Ο Βενιζέλος θα επιστρέψει και θα κερδίσει τις εκλογές του 1928, με 223 έδρες από τις 250. Εχει επιστρέψει συμβιβαστικός για να γεφυρώσει το χάσμα του διχασμού και είχε στόχο τον αστικό εκσυγχρονισμό. Η τετραετία του θα είναι περίοδος κοινοβουλευτικής ομαλότητας.

Τα επιτακτικότερα προβλήματα είναι το προσφυγικό και η σταθεροποίηση της δραχμής που η αξίας της είχε πέσει στο δέκατο πέμπτο της προπολεμικής. Η φορολογική επιβάρυνση παραμένει δυσβάστακτη. Σε σχέση με την προπολεμική έχει αυξηθεί κατά 37 φορές.

Από το 1924 μέχρι το 1930 εισέρρευσαν στην Ελλάδα 1,16 δισ. χρυσά φράγκα, εκ των οποίων το 78% ήταν δάνεια.17

Την περίοδο 1924-1931 συνομολογήθηκαν εννιά εξωτερικά δάνεια, συνολικά 992 εκ. φρ. ή 14,9 δισ. δρχ. 18 Τα δάνεια αυτά προήλθαν από την Αγγλία κατά 48%, τις ΗΠΑ κατά 31% και τα υπόλοιπα σε μονοψήφια ποσοστά από Βέλγιο, Σουηδία, Γαλλία, Ολλανδία, Ελβετία, Αίγυπτο και Ιταλία.

Τα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για την αποκατάσταση των προσφύγων, την εξυπηρέτηση του εξωτερικού δανεισμού, τη σταθεροποίηση της δραχμής και παραγωγικά.
Την ίδια περίοδο η εξυπηρέτηση του εξωτερικού δανεισμού απορροφούσε το 29% των τακτικών εσόδων.

Συνολικά την περίοδο 1824-1932 είχαμε δανεισθεί από το εξωτερικό 2,2 δισ. χρ. φρ. Μέχρι το 1932 είχαμε αποσβέσει 2,38 δισ. χρ. φρ. δηλαδή 183 περισσότερα απ’ όσα είχαμε δανεισθεί και πάλι χρωστούμε 2 δισ. χρ. ερ.

Το 1932 είχαμε την τέταρτη πτώχευση.

Μέχρι το 1945 δεν θα υπάρξει νέος εξωτερικός δανεισμός ενώ θα παγώσει, λόγω παγκόσμιας κρίσης, η εξυπηρέτηση των παλαιών.


Γ. 1946-1966 Ανασυγκρότηση και ανάπτυξη

 


Πρώτο μέλημα της χώρας η ανασυγκρότηση της από την κατοχική καταστροφή που είχε φθάσει 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946.

Το δεύτερο πρόβλημα ήταν ο εμφύλιος και το τρίτο οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες, οι μεγαλύτερες στη Δυτ. Ευρώπη 19 και που έφθαναν στο 27,5% των συνολικών εξόδων.

Τα προβλήματα μέχρι το 1952-53 θα τα αντιμετωπίσουν συνολικά 18 κυβερνήσεις που θα προχωρήσουν σε οκτώ υποτιμήσεις. Κατά μέσο όρο κάθε 5,5 μήνες και άλλη κυβέρνηση και κάθε χρονιά και υποτίμηση.

Το δημ. χρέος (στο εξής Δ.Χ.) συντίθεται από το προπολεμικό και το μεταπολεμικό. Το προπολεμικό, μέχρι το 1962 ήταν υπερτριπλάσιο του μεταπολεμικού. Στο προπολεμικό ΔΧ το 90% καταλάμβανε ο προπολεμικός εξωτερικός δανεισμός.

Την περίοδο 1962-67 οι ελληνικές κυβερνήσεις θα διακανονίσουν το 97% του προπολεμικού εξωτερικού Δ.Χ., το οποίο μαζί με τους τόκους ανερχόταν στα 6,41 δισ. δρχ.

Μέχρι το 1955 η Ελλάδα είχε συνάψει μόνο τρια εξωτερικά δάνεια, συνολικά 145 εκ. δολ. Στη συνέχεια θα συνάψει άλλα 28 εξωτερικά, συνολικά 406,4 εκ. δολ.  Ο μετακατοχικός δανεισμός προήλθε κατά 58,4% από τις ΗΠΑ, κατά 19% από τη Δυτ. Γερμανία και κατά 14,36% από την Αγγλία. Τα υπόλοιπα από διεθνείς οργανισμούς.

Για την εξυπηρέτηση του μετακατοχικού εξωτερικού δανεισμού η Ελλάδα κατέβαλε το 128% της δανειακής προσόδου που λογιστικά είχε πάρει!


Δ. Δικτατορία, 1967-1974

 


Περίοδος υπέρογκου εσωτερικού δανεισμού, ο οποίος και τετραπλασιάσθηκε. Αντίθετα ο εξωτερικός δανεισμός σημειώνει μικρή αύξηση.

Συνολικά 19 εξωτερικά δάνεια, μόλις στο 6,4% του νέου Δ.Χ. εξ αυτών το 92,2% ήταν σε δολ., ενώ η αγγλική λίρα απουσίαζε.

Την περίοδο αυτή εμφανίζονται τα δάνεια σε συνάλλαγμα.

Πρόκειται για δάνεια εργοληπτικών εταιρειών, τα οποία έπαιρναν από το εξωτερικό, υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια τα παραχωρούσαν στο Ελληνικό Δημόσιο προς εκτέλεση δημοσιων εργων, με ανάδοχους τις εν λόγω εταιρείες. Συνολικά συνομολογήθηκαν 59 τέτοια δάνεια. Προφανώς το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι ο δανειολήπτης, έτσι δεν θεωρείται εξωτερικός δανεισμός. Στο νέο Δ.Χ. ο δανεισμός σε συνάλλαγμα αντιπροσώπευε το 23,6%.


Ε. Μεταπολίτευση 1975-1981

 


Το προπολεμικό εξωτερικό Δ.Χ., λόγω του διακανονισμού 1962-67 βαίνει συνεχώς μειούμενο. Από το 4% του συνολικού Δ.Χ. το 1974 θα πέσει το 1981 στο 0,6%.

Ο μεταπολεμικός εξωτερικός, κατά μέσο όρο, στο 3,9% των τακτικών εσόδων.

Συνολικά έχουμε 24 εξωτερικά δάνεια. Τρια από την γαλλική κυβέρνηση και τα υπόλοιπα απο διεθνείς οργανισμούς και τράπεζες. Κυριαρχία του δολαρίου και απουσία της αγγλικής λίρας.

Η επιδείνωση του Δ.Χ. προέρχεται από την αύξηση του εσωτερικού δανεισμού.

Στ. 1981-1989


Μετά το 1974 ο δημόσιος τομέας διευρύνεται εντυπωσιακά.

Μεταξύ 1978-87 οι απασχολούμενοι στην κεντρική διοίκηση -ΔΕΚΟ από 300.000 θα αυξηθούν σε 460.000. Μαζί δε με τις δημόσιες τράπεζες, προβληματικές και τις ελεγχόμενες από το Δημόσιο επιχειρήσεις θα φθάσουν τις 640.000.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπ. Οικονομικών και εισηγητικές εκθέσεις επί του προϋπολογισμού, τα ελλείμματα του ευρύτερα δημόσιου τομέα, από το 13,4% επί του ΑΕΠ το 1981 θα φθάσουν το 1989 στο 26,1%. Τα ελλείμματα θα καλυφθούν κατά 106% από τον δανεισμό.

Το 1985 η Ελλάδα ήταν παγκόσμια πρώτη στο κατά κεφαλήν Δ.Χ. Το Δ.Χ. είχε αρχίσει να προσδιορίζει την ύπαρξη της οικονομίας και όχι την ανάπτυξή της.

Το διάστημα 1982-89, κατά μέσο όρο, η συνολική εξυπηρέτηση του Δ.Χ. κάλυψε το 33,61% των τακτικών εσόδων της ίδιας περιόδου. Μεταξύ το 1975-87 συνομολογήθηκαν 18,4 δισ. δολ. εξωτερικών δανείων, εκ των οποίων το 81% διετέθει για την εξυπηρέτηση των δανείων.

Η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό έγινε για έργα συγκοινωνιακής, αγροτικής και αστικής υποδομής. Ένα, το 1982, για την αποκατάσταση των ζημιών από τους σεισμούς στην Καλαμάτα το 1981 και ένα για την υποστήριξη του ισοζυγίου πληρωμών.

Προφανώς μετά το 1824 ο εξωτερικός δανεισμός είχε γίνει έσοδο τακτικό και έξοδο υπέρβαρο.


Ζ. 1974-2008

 


α. εξωτερικό Δ.Χ


1990 2.452,4 δισ. δρχ.

1993 5.236,8 δισ. δρχ.

2004 2.503 εκ. ευρώ

2008 1.632 εκ. ευρώ

 

β. Δ.Σ. ποσοστό του ΑΕΠ


1974 22,5% του ΑΕΠ

1981 31,2% του ΑΕΠ

1987 56,1% του ΑΕΠ

1990 80,7% του ΑΕΠ

1993 111,6% του ΑΕΠ

2004 108,5% του ΑΕΠ

2008 97,16% του ΑΕΠ


Πηγές: Απολογισμοί ελληνικού κράτους, Στατιστικά Δελτία Τράπεζας της Ελλάδος

(Σημειώσεις)

1. Την ίδια εποχή η Αγγλία είχε δανείσει σε χώρες της Λατινικής Αμερικής 18,5 εκ. λίρες στερλίνες (λ.σ.), αλλά οι δανειολήπτες «πήραν στο χέρι» 11 εκ., δηλαδή το 60% των όσων χρεώθηκαν.

2. Την εποχή εκείνη 1 λ.σ.=25,01 γ.φ.

3. Καν. Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, Τ2, σ. 210

4. Π. Παπατσώνης, Απομνημονεύματα, σ. 79

5. Αμβρ. Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας…, Τ2, σ. 295 σημ. 1
Αρχεία Ελληνικής Επανάστασης, Τ4, σελ. 456 Prokes Osten, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Τ1, σελ. 439

6. Κ. Παπαρρηγόπουλος, σ. 167, Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματ, σ. 181

7. Μιχ. Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Τ2, σ. 25,

Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Τ2, σ. 260 σημ. 1

8. Κ. Παπαρρηγόπουλος, σ. 171

9. Φωτάκος, Απομνημονεύματα, Τ2, σ. 293, Αρχεία Ελληνικής Επανάστασης, Τ4, σ. 244, Θ. Ρηγόπουλος, Απομνημονεύματα, σ. 41, Ι. Ορλάνδος, Ο Ορλάνδος απολογούμενος ενώπιον του κοινού, σ. 46

10. Θ. Ρηγόπουλος, ο.π., σ. 41

11. Γ. Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, χειρόγραφο Β., σ. 74,
Θ. Ρηγόπουλος, σ. 168, Γ. Κρέμος, Νεοτάτη Γενική Ιστορία, σ. 1020-1021,
Ανασ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, Τ7, σ. 56, Ν. Βλάχος, Ιστορία της Ελλάδος, σ. 27-28, Α. Σκανδάμης, Η. Τριαντακονταετία της βασιλείας του Όθωνα, σ. 520, Σ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεοτέρας Ελλάδος, Τ2, σ. 42

12. Σπ. Κορώδης, Η εργατική πολιτική των ετών 1909-1918, σ. 14,
Ξ. Ζολώτας, Η Ελλάδα στο στάδιο της εκβιομηχανήσεως, σ. 108

13. Λ. Κορομηλάς, Εισηγήσεις επί του προϋπολογισμού του 1912, Δελτίο Υπ. Οικονομικών 1912, σ. 283. 284., Αθ. Ευταξίας, Ενώπιον του Οικονομικού Αδιεξόδου, σ. 51 Εφημ. Συζητήσεων Βουλής 12.12.1911, σ. 1363, 1364

14. Αρ. Θεοδωρίδης, Η Επανάστασις και το έργο αυτής σ. 132, 135, 137, Κ. Οικονόμου, Σκέψεις επί της καταστάσεως, σ. 7,48, Ν. Ζορμπάς, Απομνημονεύματα, σ. 17, 124-125, Θ. Πάγκαλος, Απομνημονεύματα, Τ1, σ. 92-93, Σ. Μελάς, Η Επανάστασις του 1909, σ. 201, Α. Ανδρεάδης, Έργα, Τ2, σ. 545
15. Αθ. Ευταξίας, Το οικονομικόν πρόβλημα και το εθνικόν μας μέλλον, σ. 46, Πρακτικά Β Βουλής 17.12.1914

16. Ι. Μεταξάς, Ημερολόγιο, Τ5, σ. 461 σημ. 1, Ν. Καστρινός, Αλ. Παπαναστασίου, σ. 153

17. Ηλιαδάκης, Δανεική Κοινωνικοποίηση (διδακτορικό), σ. 311

18. Ηλιαδάκης, ο.π., σ. 313-314

19. Νέα Οικονομία, Τ6, 1950, Γ. Καρτάλης, Εισηγητική έκθεση επί του προϋπολογισμού 1950-51, σ. 19-20, Χρ. Ευελπίδης, Εισηγητική 1952-53, σ. 4, 43, Σ. Λιναρδάτος, Από τον Εμφύλιο στην Χούντα, Τ2, σ. 57.

* Ο Τάσος Μ. Ηλιαδάκης είναι μαθηματικός, πολιτειολόγος,  Δρ.

Κοινωνιολογίας, καθηγητής Σχολής Εθνικής Ασφάλειας


Δημοσιεύθηκε στην εφημερία ΠΑΤΡΙΣ, 3/11/2009