Αρχείο κατηγορίας Επαχθή χρέη και το Χρέος μας

Με αφορμή την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση (ΗΠΑ 2007), την ελληνική δημοσιονομική κρίση στη χώρα μας (2009) και την υποταγή μας σε ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ άνοιξε ένας διάλογος. Εμείς αναρτούμε κείμενα που είτε ανοίγουν το δρόμο της Απελευθέρωσης, είτε συμμετέχουν κριτικά απέναντι σ΄αυτά.

Κοινοβουλευτικός κρετινισμός

Κοινοβουλευτικός κρετινισμός

 

Του Δημήτρη Καζάκη *


 

Καθώς πλησιάζουν οι εκλογές, η δημαγωγία, οι διαξιφισμοί δίχως περιεχόμενο και οι αντιπαραθέσεις μακριά από τα πραγματικά προβλήματα δίνουν και παίρνουν. Επίδικο ζήτημα, η ψήφος των «αναποφάσιστων». Η πολιτική επιβίωση των κομμάτων σε πρώτο πλάνο. Όχι μόνο για τα κόμματα της κυβερνητικής εναλλαγής, αλλά και για τα κόμματα της επίσημης Αριστεράς, που αποδείχτηκαν οργανικό μέρος του όλου προβλήματος.

Για όλους η ψήφος είναι χρήμα, η εγγύηση της αναπαραγωγής των μηχανισμών τους, η εξασφάλιση ότι θα συνεχίσουν να πολιτεύονται ερήμην της κοινωνίας και σε βάρος της. Γι’ αυτό οι εκλογές για όλες τις ηγεσίες των επίσημων κομμάτων της Δεξιάς και της Αριστεράς αποτελούν τον κυρίαρχο λόγο της ύπαρξής τους.

 

Δεν έχει σημασία τι εκφράζουν οι εκλογές, αν αντιπροσωπεύουν μια, έστω τυπική, διαδικασία δημοκρατικής γνώμης.

Δεν έχει σημασία σε ποιες συνθήκες γίνονται και υπό ποιο καθεστώς. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έχει σημασία γι’ αυτούς. Δώστους εκλογές και πάρτους την ψυχή.

Δεν έχει σημασία αν οι εκλογές αυτές έρχονται να νομιμοποιήσουν την πιο αντιδραστική μεταβολή στη συγκρότηση του ελληνικού κράτους από την ίδρυσή του.

Δεν έχει σημασία αν με τον «Καλλικράτη» επιβάλλεται επίσημα η διάσπαση του ενιαίου και αδιαίρετου της ελληνικής επικράτειας. Κάτι που ιστορικά έχει επιχειρηθεί μόνο από τις δυνάμεις κατοχής, όταν το 1941 χώρισαν την Ελλάδα σε τρεις ζώνες.

Δεν έχει σημασία αν καντονοποιείται η χώρα σε περιφέρειες για να διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση των δήμων της χώρας, να εκποιηθεί εθνικό έδαφος και να παραδοθεί πιο εύκολα η διαχείριση των περιφερειών στα επενδυτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα της διεθνούς αγοράς.

Δεν έχει σημασία αν τη διάσπαση της χώρας σε περιφέρειες και δήμους θα ακολουθήσει μια αντίστοιχη διάσπαση της παιδείας και της υγείας, που ήδη έχει εξαγγελθεί. Άλλωστε δεν ένοιαξε πολλούς όταν το υπουργείο από Εθνικής Παιδείας έγινε σκέτο Παιδείας για να προωθηθεί η παιδεία πολλών ταχυτήτων και διαφορετικών περιφερειών. Όπως έγινε με την Υγεία, αλλά και την Άμυνα, την οποία η κυβέρνηση ετοιμάζεται να παραδώσει ολοκληρωτικά στο ΝΑΤΟ, την Ε.Ε. και τις ιδιωτικές εταιρείες μισθοφορικών υπηρεσιών που συνοδεύουν τους σημερινούς στρατούς της Δύσης.

Δεν έχει σημασία αν όλα αυτά συμβαίνουν για να ξεφορτωθεί το κράτος όλες τις υποχρεώσεις του προς την κοινωνία και να ενισχυθεί μόνο ως μηχανισμός άγριας καταστολής και είσπραξης για λογαριασμό των δανειστών τοκογλύφων και κερδοσκόπων που ήδη λυμαίνονται τη χώρα.

Δεν έχει σημασία αν από τυπικά ανεξάρτητο κράτος μεταβαλλόμαστε ανοιχτά σε άθροισμα διαφορετικών περιφερειών υπό την αυστηρή επιτήρηση ενός κεντρικού κρατικού μηχανισμού, που λειτουργεί ως διαμεσολαβητής της «Ευρώπης των περιφερειών» με τους ντόπιους υπεξούσιους πληθυσμούς.

Τίποτε από όλα αυτά δεν έχει σημασία, αρκεί να εξασφαλίζεται η αναπαραγωγή των μηχανισμών. Να τρέχει το παραδάκι από τα κοινοτικά κονδύλια και την κρατική ενίσχυση και ό,τι αυτά συνεπάγονται.

Τίποτε επίσης δεν πρέπει να έχει σημασία για τον λαό. Όπως άλλωστε μας διαβεβαιώνει και η ηγεσία του ΚΚΕ, ό,τι ήταν πριν, το ίδιο είναι και σήμερα. Οπότε προς τι το άγος και ο οδυρμός; Το μόνο που πρέπει να απασχολεί τον λαό είναι τι θα ψηφίσει. Έτσι αποχαυνωμένος και ανίδεος πρέπει να προσέλθει στις κάλπες για να εκτονώσει την αγανάκτησή του με τρόπο ανώδυνο και επωφελή για το νέο καθεστώς. Πρέπει να καταπιεί την κάμηλο και να ασχοληθεί με την οπή της ραφίδος.

 

Το ξεκατίνιασμα

 

Πρόκειται για την αποθέωση του «κοινοβουλευτικού κρετινισμού», με τον οποίο χαρακτήριζαν οι επαναστάτες δημοκράτες των αρχών του 19ου αιώνα όλους εκείνους που ξεχνούσαν την πάλη για τη δημοκρατία κάθε φορά που το καθεστώς της απολυταρχίας παρείχε τη δυνατότητα των εκλογών προκειμένου να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση νομιμοποίησης.

Πρόκειται για τον ίδιο «κοινοβουλευτικό κρετινισμό» που έκανε ορισμένες ηγεσίες της Αριστεράς να επιδιώκουν τη συμμετοχή τους στην πολιτική μεταρρύθμιση Μαρκεζίνη της χούντας το 1973. Τότε την τιμή της Αριστεράς και γενικά της δημοκρατίας έσωσε η εξέγερση της νεολαίας στο Πολυτεχνείο. Σήμερα η εξέγερση που ζυμώνεται και ωριμάζει στα κατάβαθα της κοινωνίας είναι σίγουρο ότι θα σαρώσει τα πάντα και πρώτα απ’ όλα αυτόν τον άθλιο «κοινοβουλευτικό κρετινισμό».

Όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας αντιλαμβάνεται ότι το υπάρχον σύστημα οικονομίας και πολιτικής δεν επιδέχεται καμιά βελτίωση, ότι οι ίδιες οι εκλογές όπως είναι στημένες δεν έχουν κανένα πραγματικό περιεχόμενο, εκτός από το να νομιμοποιούν το πιο άθλιο καθεστώς της μεταπολιτευτικής περιόδου, ένα καθεστώς υποδούλωσης, που μπροστά του ωχριά ακόμη κι εκείνο του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898. Κι έτσι όσο βράζει η αγανάκτηση, όσο βαθαίνει η συναίσθηση στην κοινωνία ότι κανένα δικό της μήνυμα δεν μπορεί να διαπεράσει την κρησάρα του επίσημου πολιτικού συστήματος, τόσο εντείνεται το ξεκατίνιασμα ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις.

Δείτε τι έγινε με τις περίφημες δηλώσεις του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Ο κύριος αυτός δήλωσε αυτό που είναι κοινό μυστικό:

«Ήταν φανερό ότι κάποια ημέρα η Ελλάδα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει αυτό το είδος του προβλήματος και ήξερα ότι το πρόβλημα αυτό θα έφθανε, διότι το συζητούσαμε: οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, ο πρόεδρος Ζαν Κλοντ Τρισέ στην ΕΚΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εγώ ο ίδιος – για τις προοπτικές για αυτό που δεν ήταν τότε γνωστό και το αποκαλούμε ελληνική κρίση», δήλωσε ο κ. Γιούνκερ σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον (8.10), στα πλαίσια της συνάντησης του ΔΝΤ. «Ήξερα, ήξερα ακόμα ότι η Γαλλία και η Γερμανία κέρδιζαν τεράστια ποσά από τις εξαγωγές τους προς την Ελλάδα. Εγώ δεν θα μπορούσα να πω δημόσια αυτό που γνώριζα», παραδέχτηκε ο επικεφαλής του Eurogroup.

Δείτε τι συμπέρασμα έβγαλε από αυτή τη δήλωση ο πρόεδρος της Ν.Δ., κ. Σαμαράς:

«Η χθεσινή δήλωση του επικεφαλής των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης κ. Γιούνκερ, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ήξερε, εδώ και χρόνια, για το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας και ότι έπρεπε να ληφθούν μέτρα πριν από δύο τρεις δεκαετίες, αλλά κανείς δεν μιλούσε γιατί αυτό έβλαπτε τις εξαγωγές της Γαλλίας και της Γερμανίας, δικαιώνει πλήρως τις θέσεις που, εδώ και επτά μήνες, διατυπώνω. Ότι:

1. Εάν θέλουμε να βρούμε ποιος φταίει για την οικονομία πρέπει να πάμε πίσω στο 1981. Αυτό που θέλει να αποφύγει το ΠΑΣΟΚ για ευνόητους λόγους.

2. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και κυρίως η Γερμανία και η Γαλλία έπρεπε να “βάλουν πλάτη” και όχι το ΔΝΤ. Αυτή τη θέση υποστήριξα στη Σύνοδο του ΕΛΚ, αλλά δυστυχώς ήμουν μόνος. Η κυβέρνηση, όχι μόνο ενίσχυσε την επιχειρηματολογία τους, διασύροντας τη χώρα, για κομματικούς λόγους, αλλά ουσιαστικά απεδέχθη άνευ όρων μια επιλογή που σήμερα στραγγαλίζει την Ελλάδα και τους Έλληνες. Ας βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του».

Κουβέντα για την Ε.Ε. και ειδικά για την Ευρωζώνη, που ο κ. Γιούνκερ ομολογεί κυνικά ότι πρόκειται για μηχανισμό εκμετάλλευσης των χωρών σαν την Ελλάδα από τους ισχυρούς εταίρους, κυρίως τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Αν λοιπόν η χώρα μπήκε στην Ε.Ε. και το ευρώ προκειμένου με τα δικά της εξωτερικά ελλείμματα, με τη διάλυση της δικής της παραγωγικής βάσης να χρηματοδοτήσει την εξαγωγική ισχύ της Γερμανίας και της Γαλλίας, τότε γιατί θα πρέπει η χώρα να παραμείνει σ’ αυτόν τον «λάκκο των λεόντων», όπως χαρακτήριζε την ευρωπαϊκή οικονομική ολοκλήρωση ο παλαίμαχος πολιτικός της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού;

Αν τα δημόσια χρέη δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μοχλός εξάρτησης και πειθαναγκασμού της Ελλάδας για να συνεχίσει την ίδια καταστροφική πορεία προς όφελος των ισχυρών εταίρων της, τότε γιατί θα πρέπει να τα πληρώσουμε; Για ποιον μεταφυσικό και διεστραμμένο λόγο πρέπει η χώρα να παραμείνει υπ’ αυτό το καθεστώς;

 

Δεν βρήκαν τίποτε να πουν για τα κρίσιμα

 

Όπως είναι φυσικό, κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν απασχόλησε το κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό. Το μόνο που τους ένοιαξε ήταν η αποστροφή του Γιούνκερ περί «διεφθαρμένης χώρας», που όπως διευκρίνισε ο εκπρόσωπός του (11.10) αναφερόταν σε δημόσιες δηλώσεις του σημερινού πρωθυπουργού, με τις οποίες ο κ. Παπανδρέου αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα με τη διαφθορά.

«Πριν από μερικά χρόνια, όταν τα στοιχεία της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας έδειχναν ότι η χώρα θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση, οι πάντες στην υπόλοιπη Ευρώπη γνώριζαν ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει πολύ σοβαρό πρόβλημα διαφθοράς», είπε ο εκπρόσωπος του κ. Γιούνκερ. Ωστόσο, συνεχίζει ο εκπρόσωπος, ο κ. Γιούνκερ ως πρόεδρος του Eurogroup δεν ήταν σε θέση να τα θέσει δημοσίως, «καθώς η κατακραυγή θα ήταν μεγάλη».

Κι έτσι άρχισε το γαϊτανάκι.

Ο κ. Σημίτης ξεμύτισε από τη φωλιά του για να δηλώσει στη ΝΕΤ (10/10): «Πρόκειται για ανοησίες. Επί των ημερών μου η χώρα είχε ανάπτυξη με ρυθμό 5% και έλλειμμα 4%. Δεν είχα κανένα λόγο και δεν θα δεχόμουν καμία συζήτηση αν η χώρα μου ήταν διεφθαρμένη ή όχι». Κι αν όλοι οι αχάριστοι εργαζόμενοι αυτής της χώρας δεν κατάλαβαν ότι τόσα χρόνια ζούσαν ένα «οικονομικό θαύμα», τότε κακό τους κεφαλιού τους. Όπως είναι γνωστό, αυτοί και οι αφόρητες αξιώσεις τους είναι που φταίνε για τη χρεοκοπία της χώρας.

Εν τω μεταξύ, άμεση υπήρξε και η αντίδραση των συνεργατών του τέως πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, οι οποίοι σημείωναν: «Φυσικά και ο κ. Καραμανλής ουδέποτε είπε κάτι τέτοιο. Όσοι επιχειρούν να του αποδώσουν τέτοιο λόγο, ένα σκοπό έχουν, τον αποπροσανατολισμό».

Από την πλευρά του, ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ερωτηθείς σχετικά, φέρεται να δήλωσε, σύμφωνα με τον ANT1: «Νομίζω πως είναι απολύτως σαφές ακόμη και χωρίς τη λέξη πρώην ότι ο κ. Γιούνκερ δεν αναφέρεται στον κ. Παπανδρέου, αλλά σε προηγούμενο πρωθυπουργό. Και όλοι νομίζω μπορούμε να φανταστούμε σε ποιον αναφέρεται».

Τέλος, ο κ. Σαμαράς χρησιμοποίησε τις δηλώσεις του κ. Γιούνκερ ως επιχείρημα ότι δικαιώνονται οι δικές του τοποθετήσεις που ζητούσε εξεταστική επιτροπή για την οικονομία από το 1981: «Βγαίνει ο κ. Γιούνκερ, ο πρόεδρος της Ευρωζώνης, και λέει το εξής αποκαλυπτικό: Ότι τα προβλήματα της Ελλάδας έχουν τις ρίζες τους τρεις δεκαετίες πριν. Τι σύμπτωση! Αυτό ακριβώς έλεγα εδώ και μήνες. Ότι η Ελλάδα έκανε “ανάπτυξη” και “κοινωνική πολιτική” με δανεικά. Και δεν το έκανε τα τελευταία χρόνια, το έκανε τις τελευταίες δεκαετίες. Γι’ αυτό και ζήτησα, αν πρόκειται να γίνει εξεταστική για την οικονομία, να πάει πίσω ως το 1981. Τώρα επισημαίνουν το ίδιο ακριβώς και ανώτατοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Σαμαράς.

Με τον τρόπο αυτό παίχτηκε ένα άθλιο παιχνίδι σε βάρος της κοινής γνώμης, η οποία σοκαρίστηκε από την κυνική ομολογία του Γιούνκερ.

Προσέξτε το θράσος όλων αυτών των κυρίων. Το ζήτημα δεν είναι η σχέση της Ελλάδας με την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη, που αποδείχτηκε καταστροφική και μας οδήγησε στη χρεοκοπία. Δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι όλοι αυτοί συνέργησαν στο να μετατρέψουν την αδύναμη και προβληματική οικονομία της Ελλάδας κυριολεκτικά σε ερείπια προκειμένου να επωφεληθούν οι ισχυροί εταίροι, η εξαγωγική μηχανή τους και οι τραπεζίτες τους.

Για όλα αυτά δεν βρήκαν τίποτε να πουν. Όχι βέβαια, το όλο ζήτημα είναι δικό μας. Η χώρα είναι διεφθαρμένη. Η Ελλάδα έκανε «ανάπτυξη» και «κοινωνική πολιτική» με δανεικά. Κι επομένως οφείλουμε να αλλάξουμε μυαλά και νοοτροπία με τον βούρδουλα. Όπως ακριβώς επιχείρησαν να μας κάνουν και οι ναζί της κατοχής, αλλά δυστυχώς απέτυχαν. Ήρθαν όμως οι πιο γνήσιοι απόγονοί τους στα επιτελεία των αγορών, των τραπεζών και των οργάνων τους για να αποτελειώσουν το εκσυγχρονιστικό έργο που έμεινε ημιτελές.

 

Τι «ξεχνά» ο Μητσοτάκης

 

Στην όλη φαρσοκωμωδία παρενέβη και ο κ. Μητσοτάκης, ο οποίος δήλωσε με τον γνωστό κυνικό του τρόπο: «Είναι ανάγκη, χάριν της ιστορίας, να πούμε μία πολύ απλή αλήθεια: Φταίνε και τα δύο μεγάλα κόμματα, με τη διαφορά ότι δεν είναι ίσες οι ευθύνες. Η πραγματικότητα είναι ότι το 1981 ο Ανδρέας Παπανδρέου εισήγαγε για πρώτη φορά την πολιτική των ελλειμμάτων. Για να κάνει κοινωνική πολιτική με δανεικά, οδήγησε τη χώρα σε χρεοκοπία.

Όπως λέει ο Γιούνκερ, το 1990 η Ελλάδα ήταν μία πτωχευμένη χώρα». Στην ίδια συνέντευξη, ο επίτιμος πρόεδρος της Ν.Δ. άσκησε δριμύτατη κριτική τόσο στην κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου όσο και στις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή, ενώ χαρακτήρισε «λαϊκιστή» τον Αντώνη Σαμαρά, για τον οποίο εμμέσως εξέφρασε την εκτίμηση πως αν συνεχίσει σε αυτή τη λογική δεν θα γίνει ποτέ πρωθυπουργός.

Βέβαια ο φιλίστωρ πρώην πρωθυπουργός ξέχασε ότι ο ίδιος ευθύνεται για τη χειρότερη ρύθμιση χρεών που έγινε ποτέ σε βάρος αυτής της χώρας, όταν ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου το 1964 αποδέχτηκε την αποπληρωμή των προπολεμικών χρεών της Ελλάδας με ιδιαζόντως επαχθείς και καταχρηστικούς όρους. Επρόκειτο για προπολεμικά χρέη από το 1881, για τα οποία η χώρα είχε επίσημα πτωχεύσει δυο φορές – το 1893 και το 1932 – αλλά αναγνωρίζονταν προς όφελος αδίστακτων κερδοσκόπων και έθεταν τη βάση της μετέπειτα υπερχρέωσης της χώρας που οδήγησε στη σημερινή χρεοκοπία.

Ούτε επίσης θυμήθηκε ότι κατά την τρίχρονη πρωθυπουργία του 1990-1993 το συνολικό δημόσιο χρέος αυξήθηκε 2,5 φορές. Από 61,5% του ΑΕΠ το 1989, εκτινάχθηκε στο 110,9% του ΑΕΠ το 1993. Ενώ η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους υπερτριπλασιάστηκε στο ίδιο διάστημα και έφτασε από 13,6% του ΑΕΠ το 1989 στο 36,4% του ΑΕΠ το 1993. Ποσοστό ανάλογο με αυτό που μας οδήγησε στη σημερινή χρεοκοπία.

Πρόκειται πραγματικά για ιστορικό ρεκόρ υπερχρέωσης μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα διακυβέρνησης. Μήπως κι αυτό οφείλεται στην κοινωνική πολιτική που άσκησε ο κ. Μητσοτάκης;

Αν το δημόσιο χρέος και η εξυπηρέτησή του την εποχή Μητσοτάκη δεν ήταν κατά 85% δραχμικό, δηλαδή εκφρασμένο σε δραχμές, είναι σίγουρο ότι η Ελλάδα θα είχε πτωχεύσει τότε. Καθοριστικό ρόλο στη χρεοκοπία της χώρας έπαιξε η σταδιακή μετατροπή του συνολικού δημόσιου χρέους σε κυρίαρχα εξωτερικό, σε ξένο σκληρό συνάλλαγμα. Πράγμα που συνιστούσε μέρος της προετοιμασίας της χώρας για την υιοθέτηση του ευρώ και τη μετατροπή του τεράστιου δημόσιου χρέους της χώρας σε προνομιακή υπόθεση κερδοσκοπίας των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών.

Κι αυτό φυσικά αποτέλεσε κατόρθωμα των κυβερνήσεων Σημίτη, για το οποίο ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να επαίρεται. Από κει και πέρα η βόμβα του δημόσιου χρέους είχε απασφαλιστεί και ήταν έτοιμη να εκραγεί στην πρώτη αναποδιά που θα συνέβαινε στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Όπως κι έγινε.

 

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 14-10-10, http://www.topontiki.gr/article/10542

Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ – I

Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ:

Τα κοινωνικά προβλήματα της χώρας μας, οι πολιτικές λύσεις, η σημερινή μας κυβέρνηση, η ελληνική οικονομική πραγματικότητα, η συνετή ελαχιστοποίηση του δημοσίου χρέους και οι δυνατότητες ανάπτυξης της Ελλάδας

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*

 

Υπάρχει εναλλακτική πολιτική ανάπτυξης και αντιμετώπισης της κρίσης, ή μήπως είναι μονόδρομος (ο οποίος πιθανότατα οδηγεί σε αδιέξοδο), η σημερινή πολιτική της (σκιώδους) κυβέρνησης – του «περιοδικά ανανεώσιμου μνημονίου» καλύτερα, το οποίο υπογράφηκε χωρίς την πλειοψηφία των 180 μελών του Ελληνικού κοινοβουλίου; Υπάρχει κάποιος ρεαλιστικός τρόπος, ο οποίος να μας επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία τα τεράστια οικονομικά προβλήματα της χώρας μας;

Υπάρχει ελπίδα δηλαδή, έστω με μεγάλες θυσίες εκ μέρους μας, να μηδενίσουμε τα τεράστια ελλείμματα, να ξεφύγουμε από την παγίδα του δημοσίου χρέους, να μην ξεπουλήσουμε τη δημόσια περιουσία, να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία την ύφεση, να καταπολεμήσουμε την ανεργία και να αναδιανέμουμε ορθολογικά τα εισοδήματα; Μπορούμε να ανεξαρτητοποιηθούμε από το ΔΝΤ, να επανακτήσουμε την Εθνική μας κυριαρχία, να μην υποταχθούμε στις οδηγίες του Καρτέλ, να μην «αποικιοκρατηθούμε» από κανέναν ισχυρό (Η.Π.Α., Γερμανία, Κίνα κλπ), καθώς επίσης να επιλύσουμε όλες τις υπόλοιπες «χρόνιες ασθένειες» της Ελλάδας, οι οποίες δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά επίσης πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές;

Προφανώς, εάν δεν απαντήσουμε «πειστικά» στα ερωτήματα αυτά, η χώρα μας θα καταστραφεί, αφού «εάν ο κυβερνήτης δεν ξέρει που οδηγεί το σκάφος του, κανένας άνεμος δεν είναι ευνοϊκός», όπως πολύ σωστά ανέφερε ο Σενέκας. Ο διάβολος, το Καρτέλ στην προκειμένη περίπτωση και οι πανίσχυρες χώρες που το υπηρετούν, έχει άπειρα «μέσα» στη διάθεση του, δυσκολεύοντας κατά πολύ τις προσπάθειες μας να αντισταθούμε – πόσο μάλλον όταν οι «ασθένειες» που προκαλεί, διαφθείροντας όλους όσους επιχειρούν να «αντιταχθούν» στα σχέδια του εξελίσσονται, στις περισσότερες των περιπτώσεων, σε ανίατες επιδημίες.            

Ολοκληρώνοντας τον πρόλογο, θεωρούμε σκόπιμο να ξεκινήσουμε τη μικρή μας ανάλυση από τα κοινωνικά/πολιτιστικά προβλήματα της Ελλάδας, αφού δεν μπορούμε να εξέλθουμε από την κρίση, χωρίς την «αμέριστη» συμμετοχή της κοινωνίας – του συνόλου των Ελλήνων Πολιτών δηλαδή. Κατά την άποψη μας εάν, όπως συμβαίνει με όλα τα φυσικά φαινόμενα, δεν επικεντρωθούμε στις αιτίες που προκάλεσαν την κρίση, αλλά στα αποτελέσματα της (στο οικονομικό αδιέξοδο της χώρας μας εν προκειμένω), απλά και μόνο θα διαιωνίζεται το πρόβλημα – έστω και προσωρινά «αδρανοποιημένο».

Στη συνέχεια, θα αναφερθούμε στην Πολιτική, αφού δεν αρκεί να βρούμε τις λύσεις, τις εναλλακτικές δυνατότητες δηλαδή για να ξεφύγουμε από τα αδιέξοδα, εάν δεν έχουμε τον τρόπο εφαρμογής τους – ακόμη περισσότερο, από ποιους θα δρομολογηθούν με επιτυχία οι απαιτούμενες ενέργειες «απελευθέρωσης» της χώρας μας. Περαιτέρω, θα περιγράψουμε την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, με τη βοήθεια του προσχεδίου του προϋπολογισμού μας (2011), ενώ στο τέλος θα επικεντρωθούμε στις εναλλακτικές δυνατότητες εξόδου μας από την κρίση.  

 

ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΜΑΣ

 

Σίγουρα δεν είναι λίγοι αυτοί που γνωρίζουν τι συμβαίνει «εκεί έξω» – στα «γκέτο» της Αθήνας (πέρα από τη συνεχώς διευρυνόμενη «νοητική απαγορευτική γραμμή», όπως την αποκαλούν χαρακτηριστικά οι ταξιτζήδες), αλλά και των μεγάλων ή μικρών άλλων πόλεων της χώρας μας. Ο θυμός, η απογοήτευση, η πίκρα και η (αυτό) καταστροφική μανία συσσωρεύονται μέρα με την ημέρα, προδιαγράφοντας εξελίξεις που αδυνατούμε σήμερα να συλλάβουμε με τα φαντασία μας. Πρόκειται για ένα ηφαίστειο που «βράζει», για μία πηγή πόνου και πίκρας που διαρκώς διευρύνεται – από τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, στα μεσαία και πολύ σύντομα στα υψηλότερα.

Η ανεργία που προδιαγράφεται, πόσο μάλλον η αδυναμία απασχόλησης των νέων στα «πρότυπα» της Ισπανίας (άνω του 40%), θα οδηγήσει σε μία τρομακτική έκρηξη του ηφαιστείου, από την οποία πολύ δύσκολα θα ξεφύγουν όλοι όσοι τελικά δεν θα μεταναστεύσουν. Αρκεί να ακούσει κανείς την «υπό-κοσμική» (underground) μουσική των νεαρών Ελλήνων, ένα συνδυασμό ρεμπέτικων και σύγχρονων ήχων, με εξαθλιωμένους στίχους, γεμάτους πόνο, αυτοκαταστροφικές τάσεις, έντονη πίκρα, αποστροφή, απογοήτευση και αηδία για τα κοινωνικά πρότυπα (Πολιτική, Εκκλησία, ΜΜΕ, Αστυνομία, Δικαστική Εξουσία κλπ), για να καταλάβει πόσο κοντά βρισκόμαστε στην καταστροφή (δια μέσου της απόλυτης κοινωνικής «σήψης»).

Η χώρα μας λοιπόν δεν είναι ψυχικά υγιής, με την έννοια ότι «καθορίζεται» όλο και περισσότερο από την προσαρμογή του ατόμου στις ανάγκες της κοινωνίας του – δυστυχώς όχι από την προσαρμογή της κοινωνίας, στις ανάγκες του ανθρώπου. Μία υγιής κοινωνία δίνει προοπτικές στους νέους, ενώ αναπτύσσει την ικανότητα του ατόμου να αγαπά τους συνανθρώπους του, να μορφώνεται, να καλλιεργείται, να εργάζεται δημιουργικά, να είναι ευτυχισμένος, να εξελίσσει τη λογική του, να διαμορφώνει σωστά την αντικειμενικότητα του και να έχει μία αίσθηση του εγώ, η οποία να βασίζεται στην εμπειρία των δικών του παραγωγικών δυνάμεων (E.From).

Αντίθετα, μία μη υγιής κοινωνία, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, είναι εκείνη που δημιουργεί την αποστροφή, την αμοιβαία εχθρότητα και τη δυσπιστία, η οποία μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε άβουλο όργανο χρήσης και εκμετάλλευσης των άλλων – που του αποστερεί την αίσθηση του εγώ, εκτός εάν υποτάσσεται στους ισχυρούς ή γίνεται αυτόματο.

Περαιτέρω γνωρίζοντας ότι, η μη ικανοποίηση των βασικών αναγκών μας (πείνα, δίψα, ύπνος) οδηγεί στην παράνοια, ενώ η περιορισμένη «κάλυψη» τους, η μη ποιοτική και ποσοτική δηλαδή, δημιουργεί νευρώσεις, ανάλογες με το βαθμό της (μη) «εξυπηρέτησης» των αναγκών, τα αποτελέσματα των μέχρι σήμερα α-κοινωνικών πολιτικών, προδιαγράφουν ένα εξαιρετικά ζοφερό μέλλον. Ειδικά ο τομέας της εκπαίδευσης, στον οποίο επικρατεί σχεδόν απόλυτη αδιαφορία, σε συνδυασμό με ένα ανελέητο κυνήγι χρημάτων (φροντιστήρια κλπ), εις βάρος των μαθητών, των σπουδαστών και των γονέων, είναι μία ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας μας – η οποία αργά ή γρήγορα θα εκραγεί, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τις επόμενες γενιές των Ελλήνων.

Χωρίς να επεκταθούμε περαιτέρω, η διαφθορά, η διαπλοκή, η ανεντιμότητα, η αδικία, η πονηριά, η ανυπαρξία επαγγελματικού ήθους, τα άθλια «κοινωνικά πρότυπα», οι απίστευτα χαμηλής ποιότητας τηλεοπτικές εκπομπές, οι οποίες θυσιάζουν τον πολιτισμό στο βωμό της ακροαματικότητας και του κέρδους, η «εχθρική κοινωνία», η αδιαφορία του ανθρώπου για τον άνθρωπο, η ανυπαρξία «πλαισίου», καθώς επίσης το τέχνασμα και η ευκαιρία που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα, δεν πρόκειται να επιτρέψουν τη διαφυγή της από τη σημερινή κρίση, ακόμη και αν της χαριστεί το σύνολο του χρέους της – εκτός εάν αλλάξουν ριζικά νοοτροπίες, σαν αποτέλεσμα πολιτικών και κοινωνικών «μεταρρυθμίσεων» προς όφελος του ατόμου (χωρίς να είναι φυσικά εις βάρος του συνόλου).         

 

ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

‘Όπως έχουμε αναλύσει σε προηγούμενα κείμενα μας, η μοναδική προστασία μας απέναντι στην οικονομική εξουσία είναι η Πολιτική – οπότε είμαστε υποχρεωμένοι να την ενισχύουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Στην περίπτωση όμως που η Πολιτική υποτάσσεται και υπηρετεί την οικονομική εξουσία, η θέση μας γίνεται εξαιρετικά δύσκολη – αφού παύει πια να λειτουργεί η Δημοκρατία, «ελαχιστοποιούνται» οι διαφορές μεταξύ των κομμάτων εξουσίας, ενώ τα εκλογικά μας δικαιώματα απλά καθορίζουν τους εκάστοτε «μισθοφόρους» των σκιωδών κυβερνήσεων.   

Σε διεθνές επίπεδο τώρα, φαίνεται να οδηγούμαστε πίσω στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα. Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο του καπιταλισμού εκείνης της εποχής ήταν, πάνω από όλα, η ανελέητη εκμετάλλευση του εργαζομένου. Οι εργοδότες πίστευαν ότι ήταν φυσικός ή κοινωνικός νόμος, το να ζουν εκατοντάδες χιλιάδες εργατών στο μεταίχμιο της λιμοκτονίας – ενώ ο ιδιοκτήτης κεφαλαίου δικαιωνόταν ηθικά εάν, επιδιώκοντας το κέρδος, εκμεταλλευόταν στο μέγιστο δυνατό βαθμό την εργασία που «ενοικίαζε».

Δεν υπήρχε καμία σχεδόν έννοια ανθρώπινης αλληλεγγύης, μεταξύ του ιδιοκτήτη κεφαλαίου και των εργατών – επικρατούσε πέρα για πέρα ο νόμος της οικονομικής ζούγκλας. Ο κάθε επιχειρηματίας προσπαθούσε να πουλήσει φθηνότερα από τις τιμές του ανταγωνιστή του, ενώ η μάχη του ανταγωνισμού ανάμεσα σε ίσους ήταν τόσο ανελέητη και απεριόριστη, όσο και η εκμετάλλευση των εργαζομένων. Ως κύριος ρυθμιστής η αγορά, είχε απαλλαγεί εντελώς από όλους τους μέχρι τότε περιορισμούς και είχε γίνει η μοναδική κοινωνική αξία των καπιταλιστικών κρατών.

Στον 20ο αιώνα όμως οι συνθήκες άλλαξαν ριζικά – ενώ με τη βοήθεια της ανάπτυξης, οι εργαζόμενοι κατάφεραν να κερδίσουν το «κοινωνικό κράτος», καθώς επίσης μία σειρά «παραχωρήσεις» εκ μέρους των ιδιοκτητών κεφαλαίου.

Δυστυχώς στον 21ο αιώνα, σε αυτόν δηλαδή που διανύουμε σήμερα, το Κεφάλαιο, (οργανωμένο σε πανίσχυρα, πολυεθνικά και «συστημικά» επικίνδυνα Καρτέλ), με τη βοήθεια της παγκοσμιοποίησης, της «κατάλυσης» των σοσιαλιστικών κρατών, του ανοίγματος των συνόρων (μετά την πτώση του βερολινέζικου τοίχους), καθώς επίσης της κυριαρχίας του επί της Πολιτικής, κατάφερε να αντιστρέψει τους όρους – εξελίσσοντας το «σύστημα» στο σημερινό μονοπωλιακό καπιταλισμό, με αντίπαλο «δέος» τον απολυταρχικό καπιταλισμό (Κίνα, Ρωσία).

Στα πλαίσια αυτά η Ελλάδα, η Πολιτική της οποίας «αλώθηκε» ανάλογα, έχει μετατραπεί δυστυχώς σε ένα πεδίο μάχης των δύο αντιπάλων συστημάτων, καθώς επίσης των τεσσάρων (η Ρωσία θα ακολουθήσει τις Η.Π.Α., Γερμανία και Κίνα) ισχυρότερων κρατών του πλανήτη.

Επί πλέον, ανεξάρτητα από τον εκάστοτε ηγέτη τους, τα κόμματα εξουσίας της χώρας μας είναι υποταγμένα στους εσωτερικούς μηχανισμούς τους – σε αυτή δηλαδή τη διεφθαρμένη και «διαπλεγμένη» υπόγεια εξουσία, η οποία οδήγησε την Ελλάδα στη χρεοκοπία. Οι επαγγελματίες πολιτικοί, αυτοί δηλαδή που παραμένουν αιώνια στα έδρανα της Βουλής ή στους μηχανισμούς των κομμάτων, αποτελούν δυστυχώς τον κανόνα και όχι την εξαίρεση (αφού δεν αλλάζουν, τουλάχιστον ανά 8ετία, ενώ όλοι μας έχουμε δικαίωμα στο εκλέγεσθαι – όχι μόνο οι κομματικοί υπάλληλοι). Τέλος, ο διαχωρισμός των εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική – ελεγκτική,  αυτοδιοικητική, ενημερωτική) είναι μάλλον θεωρητικός, αν όχι ανύπαρκτος – γεγονός που δεν επιτρέπει καμία αισιοδοξία, εάν δεν αποκατασταθεί η «τάξη».    

Επομένως, το πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας, όπως επίσης αρκετών άλλων χωρών, είναι πολυσύνθετο. Εάν δεν επιλυθεί ριζικά, δια μέσου της δημιουργικής καταστροφής, εάν δηλαδή δεν πάψουν να διαιωνίζονται οι επαγγελματίες πολιτικοί, οι «μισθοφόροι» ευρύτερα της οικονομικής εξουσίας και εάν δεν αντικατασταθούν οι «σάπιοι» κομματικοί και λοιποί μηχανισμοί από καινούργιους, σε νέες βάσεις, είναι αδύνατον να υπάρξει μέλλον για τη χώρα μας – ακόμη και αν μας χαρισθεί ολόκληρο το δημόσιο χρέος μας.

 

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

 

Όλοι γνωρίζουμε χωρίς καμία αμφιβολία το ότι, η σημερινή μας κυβέρνηση είχε σαφή εικόνα των προβλημάτων της οικονομίας μας, όταν «υπεξαίρεσε» την ψήφο των Ελλήνων, υποσχόμενη «παροχές», τις οποίες δεν είχε την παραμικρή πρόθεση ή, έστω, δυνατότητα να εκπληρώσει. Επομένως, θα πρέπει να υπήρχε κάποιος άλλος λόγος, για χάρη του οποίου αγωνίσθηκε να καταλάβει «πραξικοπηματικά» την εξουσία – πόσο μάλλον όταν αυτού καθεαυτού η αλλαγή μίας κυβέρνησης, στα πρώτα χρόνια της «θητείας» της, εν μέσω διεθνούς και εγχώριας τεράστιας κρίσης, είναι καταστροφική για οποιαδήποτε χώρα.

Ποιος ήταν ο λόγος λοιπόν, για τον οποίο η κυβέρνηση μας επιδίωξε την κατάληψη της χώρας, ζητώντας ένα χρόνο πριν (2008) τις πρόωρες εκλογές την ψήφο των Πολιτών της; Μη έχοντας τη δυνατότητα να γνωρίζουμε, αν και έχουμε αναφερθεί στα στάδια εκείνα που μας οδήγησαν στα νύχια του ΔΝΤ (άρθρο μας), μας απομένει μόνο η απλή καταγραφή μερικών υποθετικών σεναρίων, από τα πολλά που κυκλοφορούν ευρύτερα:  

(α) Η Ευρώπη είχε δυστυχώς υποτιμήσει τον κίνδυνο εκ μέρους των Η.Π.Α. ενώ δεν είχε προβλέψει τη σχεδιαζόμενη απόβαση του ΔΝΤ, καθώς επίσης να προβλήματα που θα προκαλούνταν στο κοινό της νόμισμα.  Η μοναδική φροντίδα της ήταν η εξόφληση των δανείων που είχαν δώσει οι τράπεζες των χωρών της Ευρωζώνης στην Ελλάδα – κυρίως γερμανικές και γαλλικές. Αντίθετα, ο σκοπός των Η.Π.Α. ήταν η άλωση της Ευρώπης, σε συνδυασμό με την διάλυση της Ευρωζώνης – προς όφελος της «ηγεμονίας» του δολαρίου, σαν παγκοσμίου αποθεματικού νομίσματος, ενόψει της ανάγκης εκτύπωσης νέων δολαρίων σε τεράστιες (πληθωριστικές) ποσότητες. 

Έτσι λοιπόν οι Η.Π.Α. (το Καρτέλ καλύτερα), πάντοτε προνοητικές και επιθετικές, τοποθέτησαν τη σημερινή κυβέρνηση μας στη θέση της, σε συνεργασία με την προηγούμενη – στο ρόλο του Δούρειου Ίππου και με ανταλλάγματα, τα οποία ο καθένας μας μπορεί να φαντασθεί. Το ότι αμέσως μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου (έξι μήνες πριν από την υποχρεωτική κατάθεση των στοιχείων) ανακοινώθηκε ο διπλασιασμός του ελλείμματος της χώρας μας, χωρίς την ταυτόχρονη λήψη μέτρων, δεν αναζητήθηκε η λύση του εσωτερικού δανεισμού (Εθνικά Ομόλογα), ενώ τον Ιανουάριο δεν έγινε χρήση δανειακών χρημάτων ύψους άνω των 30 δις € (με επιτόκιο συν 1,8%), παρά το ότι είχαμε ήδη εισέλθει στην κρίση των κρίσεων, είναι ορισμένες μόνο από τις πολλές σημαντικές ενδείξεις, οι οποίες ενδυναμώνουν, μεταξύ άλλων, το υποθετικό αυτό σενάριο της «εκ των έσω» προδοσίας της Ελλάδας.

(β)  Η κυβέρνηση μας, άπειρη και ίσως ανεπαρκής, διαχειρίσθηκε εσφαλμένα το πρόβλημα – μετατρέποντας την κρίση χρέους σε κρίση δανεισμού. Έτσι υπέπεσε σε ένα τεράστιο λάθος, το οποίο εκμεταλλεύθηκαν τα μέγιστα οι «αγορές» – αναγκάζοντας την να καταφύγει στο ΔΝΤ και σε ένα μνημόνιο άνευ προηγουμένου. Ταυτόχρονα εκμεταλλεύτηκε την όλη κατάσταση και το Καρτέλ, στην προσπάθεια του να καταλύσει τα δικαιώματα των εργαζομένων, καθώς επίσης να ιδιωτικοποιήσει την εξουσία.     

(γ)  Η κυβέρνηση μας προγραμμάτιζε, πριν ακόμη να εκλεγεί, την προσφυγή της στο ΔΝΤ (όχι απαραίτητα στο δανεισμό εκ μέρους του), επειδή ήταν δυστυχώς πεπεισμένη ότι, μόνο με την εξειδικευμένη υποστήριξη/εμπειρία του θα κατάφερνε να επιλύσει τα χρόνια προβλήματα της Ελληνικής οικονομίας. Η «ανοησία» αυτή οδήγησε την Ελλάδα στη χρεοκοπία, από τις επιπτώσεις της οποίας δεν υπάρχει καμία απολύτως περίπτωση να ξεφύγουμε, για τα επόμενα 20 έτη – τουλάχιστον όχι με την ίδια κυβέρνηση, ακόμη και αν αποδεικνυόταν άριστη ή/και ιδιοφυής.    

Συμπερασματικά λοιπόν, για να καταφέρουμε να εφαρμόσουμε οποιαδήποτε από τις εναλλακτικές λύσεις που προτείνονται από αρκετούς Έλληνες, χρειαζόμαστε μία καινούργια πολιτική ηγεσία – ειδικότερα, έναν καινούργιο μηχανισμό διαχείρισης του καταστροφικού δημοσίου τομέα της χώρας μας. Επειδή όμως δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου, ο οποίος απαιτείται συνήθως από την «φυσική δημιουργική καταστροφή», είμαστε μάλλον αναγκασμένοι να υποχρεώσουμε όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας να συνεργασθούν μεταξύ τους, με στόχο την «κατασκευή» μίας καινούργιας, μικρής αλλά λειτουργικής «κρατικής μηχανής». Πρέπει κάποια στιγμή (και ειδικά εδώ η κρίση αποτελεί μία πραγματικά μοναδική ευκαιρία) να πάψουν οι πολιτικοί μας να συμπεριφέρονται σαν «πιγκουίνοι που χειροκροτούν άλλους πιγκουίνους, επάνω σε πάγο που λιώνει» – επίσης, να πάψουν οι δημοσιογράφοι μας να ενεργούν σαν τα βατράχια, τα οποία με τους αηδιαστικούς ήχους τους σκεπάζουν την αλήθεια.  

Στην αντίθετη περίπτωση, δεν πρόκειται να ξεφύγουμε από την κρίση, αλλά θα ακολουθήσουμε δυστυχώς τα ίχνη της Αργεντινής – στην οποία επιβλήθηκε «αναίμακτα» το ΔΝΤ, εξαθλιώθηκαν οι μάζες, κατέρρευσε η μεσαία τάξη, κυριάρχησε η εγκληματικότητα, «αλώθηκαν» οι κοινωφελείς επιχειρήσεις, ξεπουλήθηκε η δημόσια περιουσία και τελικά χρεοκόπησε, πριν αποφασίσουν οι πεινασμένοι πλέον Πολίτες της, πολλά χρόνια αργότερα, να εξεγερθούν επιτέλους για την υπεράσπιση των παιδιών και της πατρίδας τους.    

  

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Σε γενικές γραμμές, η δανειοδότηση μας από το ΔΝΤ, αφενός μεν μεταθέτει απλά το πρόβλημα επαυξημένο στο μέλλον (στη χρονική στιγμή δηλαδή που θα κληθούμε να πληρώσουμε τα 110 δις €, επιβαρυμένα με τοκογλυφικά επιτόκια), αφετέρου «επιδεινώνει» σημαντικά τις αιτίες που το προκάλεσαν – δηλαδή, τις πολιτικές, τις κοινωνικές και τις πολιτισμικές «δυσλειτουργίες» της χώρας μας. Ο Πίνακας Ι, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τη λήξη των ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου και τα δάνεια των ΔΝΤ-ΕΕ είναι χαρακτηριστικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Λήξη Ομολόγων 2010-2013, με ημερομηνία καταγραφής τις 29.04.2010, σε δις € – προγραμματισμός εκταμίευσης μηχανισμού στήριξης

 

Έτος

Λήξη ομολόγων συνολικά

Δάνεια ΔΝΤ-ΕΕ

 

 

 

2010

15,80

38,00

2011

31,30

40,00

2012

31,70

24,00

2013

24,90

8,00

 

 

 

Σύνολο

103,70

110,00

Πηγή: Bloomberg – Υπουργείο Οικονομικών (προσχέδιο προϋπολογισμού)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Σύμφωνα με τον Πίνακα Ι, ο δανεισμός της Ελλάδας από το μηχανισμό στήριξης για τα έτη 2010-2013, εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την αποπληρωμή των πιστωτών της – αφού λήγουν ομόλογα συνολικής αξίας 103,7 δις € και δανείζεται 110 δις € (τα 110 δις € του ταμείου στήριξης, είναι ουσιαστικά τα 103,7 δις € που χρωστάμε, συν τους τόκους τους). Επομένως, όλα όσα ακούγονται περί δανεισμού της χώρας μας για την πληρωμή συντάξεων, μισθών κλπ. είναι απολύτως ανακριβή και σκόπιμα ψευδή. Τα χρήματα παρέχονται εμφανώς με στόχο τη διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών – αφού αυτές είναι οι κύριοι δανειστές μας (ακριβώς για τα λόγο αυτό συμμετέχει στα 110 δις € με 73% η Ευρωζώνη, ενώ το ΔΝΤ μόλις με 27% – πιθανότατα με άλλα ανταλλάγματα).     

Συμπερασματικά λοιπόν η Ελλάδα θα χρειασθεί, απλά για την εξυπηρέτηση του υφιστάμενου δανεισμού της έως το 2013, το ποσόν των 103,7 δις €. Το 2014, θα χρειασθεί ακόμη 31,6 δις € για τα επόμενα ομόλογα που λήγουν, συν τα 110 δις € (συνολικά 141,6 δις € πλέον τόκους) για την αποπληρωμή της εκταμίευσης του μηχανισμού στήριξης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να δανείζεται ποσά αντίστοιχα με τα ετήσια ελλείμματα της, τα οποία θα διαμορφωθούν, σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού, ως εξής:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: ΑΕΠ, ύφεση και έλλειμμα σε εκ. €

 

Μεγέθη/έτη

2009

2010

2011

2012

2013

2014

 

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ**

237.494

227.994

222.066

224.508

229.223

234.037

Ύφεση %*

 

-4,0%

-2,6%

1,1%

2,1%

2,1%

‘Έλλειμμα %**

-13,6%

-8,1%

-7,6%

-6,5%

-4,9%

-2,6%

‘Έλλειμμα

32.299

18.467

16.877

14.593

11.231

6.084

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών – Προσχέδιο προϋπολογισμού 2011

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*  Πρόβλεψη υπουργείου οικονομικών

** Έλλειμμα με την εφαρμογή του προγράμματος, σύμφωνα με το υπουργείο – ΑΕΠ όχι από τους πίνακες, αλλά από την αφαίρεση της προβλεπόμενης από το υπουργείο ύφεσης

Σημείωση: Δεν υπολογίζουμε την επί πλέον επιδείνωση του ελλείμματος από τα δημόσια ιδρύματα, όπως ανακοινώθηκε.   

Τα συνολικά ελλείμματα της Ελλάδας για την περίοδο 2010-2014 (Πίνακας ΙΙ),  θα διαμορφωθούν (αισιόδοξα) στα 67,252 δις €, τα οποία πρέπει επίσης να χρηματοδοτηθούν. Όμως, ακόμη και αν δεχθούμε ότι θα βρεθούν πρόθυμοι δανειστές, κάτι για το οποίο αμφιβάλλουμε, η εξόφληση των 110 δις € το 2014 είναι εκτός κάθε πραγματικότητας. Απλούστερα, το 2014 η Ελλάδα θα χρειαζόταν 110 δις € (ΔΝΤ-ΕΕ δάνειο), συν 31,6 δις € (ομόλογα δημοσίου), συν 67,25 δις € (ελλείμματα): συνολικά λοιπόν 208,85 δις € ή το 89% του ετησίου ΑΕΠ της – κάτι που προφανώς ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια της φαντασίας.          

Όσον αφορά τώρα την ανεργία, θεωρούμε εγκληματική την αποδοχή της αύξησης της από την κυβέρνηση μας (Πίνακας ΙΙΙ), η οποία και εδώ «εμπορεύεται» στην κυριολεξία το θάνατο της Ελληνικής κοινωνίας – ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης, η οποία «ευθύνεται» για την κοινωνική συνοχή.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Ανεργία επί συνολικά απασχολουμένων 4.940.000 ατόμων

 

Μεγέθη

2010

2011

2012

2013

 

 

 

 

 

Ποσοστό

11,6%

14,5%

15,0%

14,6%

Άνεργοι

573.040

716.300

741.000

721.240

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών – Προβλέψεις

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Η μείωση της απασχόλησης, την οποία έχουμε παρουσιάσει αναλυτικά στο άρθρο μας «Ο εφιάλτης της ανεργίας» προκαλεί, μεταξύ άλλων, τεράστιες ψυχικές «νευρώσεις», οδηγώντας με ασφάλεια στην αύξηση της εγκληματικότητας, στην εξαθλίωση των ανθρώπων των πόλεων, στη δημιουργία τρομακτικών γκέτο, στη δίνη των ναρκωτικών, στην ανάπτυξη μίας ανεξέλεγκτης παραοικονομίας και σε τόσα πολλά άλλα, τα οποία είναι αδύνατον να αποδεχθεί κανείς αδιαμαρτύρητα.

Περαιτέρω, τα «παραδείγματα» των χωρών, στις οποίες δραστηριοποιήθηκε στο παρελθόν («φορο-εισπρακτικά») το ΔΝΤ, όπως τα έχουμε παρουσιάσει (Η άλωση της Βραζιλίας κλπ), δεν επιτρέπουν καμία απολύτως αμφιβολία, σε σχέση με τη σκόπιμη δημιουργία ανεργίας (συμπίεση των μισθών κλπ), καθώς επίσης με τα αποτελέσματα της στις ανθρώπινες κοινωνίες. Με τους φόρους να αποτελούν μία από τις σημαντικότερες αιτίες της ύφεσης, του (φορολογικού) πληθωρισμού και της ανεργίας (υπολογίζεται ότι σε σύνολο 800.000 μικρομεσαίων επιχειρήσεων θα κλείσουν μέχρι το τέλος του 2011 περίπου 175.000, αυξάνοντας τους ανέργους κατά 300.000, δηλαδή στ0 20% των απασχολουμένων και όχι στο 15% που θεωρεί η κυβέρνηση μας), θεωρούμε ότι, η μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό τομέα στο δημόσιο (και από εκεί στο ΔΝΤ), με τον τρόπο αυτό (χωρίς καμία απολύτως πιθανότητα διάσωσης της χώρας μας από τη χρεοκοπία), είναι τουλάχιστον εγκληματική.

Ολοκληρώνοντας τη μικρή περιγραφή μας, θεωρούμε σκόπιμη την επανάληψη του Πίνακα IV, διαμορφωμένου σύμφωνα με τα μεγέθη που προκύπτουν από το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2011.Τουλάχιστον από την αύξηση των δαπανών, φαίνεται καθαρά η αποκλειστική ευθύνη της Πολιτείας – αφού είναι η μοναδική υπεύθυνη για την «εκτροπή» τους. Δυστυχώς (άρθρο μας), αφού οι κυβερνήσεις έχουν στη διάθεση τους ένα ορισμένο «budget», έτσι όπως εμφανίζεται στον εκάστοτε ετήσιο προϋπολογισμό, δεν ξοδεύουν, όπως ο κάθε συνετός «οικογενειάρχης», το ποσόν που ευρίσκεται στα ταμεία τους, αλλά δανείζονται πολύ περισσότερα – χωρίς καθόλου να ρωτήσουν τους Πολίτες που εκπροσωπούν (κάτι που συμβαίνει συνεχώς, τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: Εξέλιξη ΑΕΠ, εσόδων, δαπανών και ελλειμμάτων (των ζημιών δηλαδή του κράτους) σε εκ. €, στην Ελλάδα

 

ΕΤΟΣ

ΑΕΠ*

Έσοδα

Δαπάνες

Έλλειμμα

Δημόσιο Χρέος**

Ποσοστό επί ΑΕΠ

 

 

 

 

 

 

 

2003

153.045

37.500

40.735

-3.235

179.008

117,00%

2004

164.421

40.700

45.414

-4.714

198.832

120,90%

2005

196.609

42.206

48.685

-6.479

209.723

118,90%

2006

213.085

46.293

50.116

-3.823

224.162

105,10%

2007

228.180

49.153

55.733

-6.580

237.742

104,20%

2008

239.141

51.680

61.642

-9.962

260.439

108,90%

2009

237.494

48.491

71.810

30.866

298.524

125,68%

2010

231.000

52.700

66.188

-19.473

340.680

147,48%

 Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών  (εκτιμήσεις σελ. 49 και 64)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* ΑΕΠ 2005 αναθεωρημένο, δηλαδή 20% περίπου αυξημένο σε σχέση με το 2004, μετά την πρόσθεση εσόδων από την «μαύρη οικονομία» εκ μέρους της κυβέρνησης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί το ποσοστό του ελλείμματος και να βρεθεί εντός του συμφώνου σταθερότητας της Ε.Ε. για πρώτη και τελευταία φορά (ουσιαστικά, υποθετικό ΑΕΠ).

** Χρέος κεντρικής κυβέρνησης  

 

Το ΑΕΠ μας αυξήθηκε από το 2003 έως το 2009 κατά 51% περίπου, ενώ τα δημόσια έσοδα κατά 40%, οι δαπάνες κατά 62% και το έλλειμμα σχεδόν κατά 7 φορές. Η διαφορά της αύξησης των εσόδων, σε σχέση με την αύξηση του ΑΕΠ, είναι σε τέτοιο βαθμό «μη ισορροπημένη», επειδή η μεγέθυνση του ΑΕΠ προήλθε κυρίως από την προς τα πάνω «αναθεώρηση» των στοιχείων (παρά το ότι σήμαινε αυξημένες «εκροές» προς τα ταμεία της Ε.Ε., αφού προσδιορίζονται ως ποσοστό επί του ΑΕΠ) και όχι από «φυσιολογικές» προϋποθέσεις (ανάπτυξη).

Παραδόξως, σύμφωνα με τον Πίνακα IV, το δημόσιο χρέος μας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 42 δις € περίπου, όταν μας ανακοινώνεται έλλειμμα για το 2010, το οποίο δεν υπερβαίνει τα 20 δις € (18.467 €). Όμως, εάν προσθέσουμε το έλλειμμα του 2010 στο χρέος του 2009 (298.524 €), καταλήγουμε στα 316.991 εκ. € και όχι στα 340.680 εκ. €, τα οποία αναφέρει η κυβέρνηση στο προσχέδιο του προϋπολογισμού. Πρόκειται λοιπόν για μία ανησυχητική διαφορά, ύψους 23,7 δις €, η οποία μάλλον δεν θα περάσει απαρατήρητη από τις «αγορές». Για το 2011, η κυβέρνηση καταγράφει το δημόσιο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης στα 360.080 εκ. € – μία αύξηση δηλαδή κατά 20 δις € (έλλειμμα 2011 στα 17 δις € περίπου), στο 155,1% του ΑΕΠ.    

Ανεξάρτητα τώρα από τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, θεωρούμε απαραίτητη μία μικρή αναφορά μας στη φοροδιαφυγή – την οποία επικαλούνται δυστυχώς όλες οι κυβερνήσεις, στις ατυχείς προσπάθειες τους να αιτιολογήσουν τις συνεχείς αποτυχίες τους. Σε σχέση λοιπόν με τη φοροδιαφυγή, με τη «βοήθεια» της οποίας οι κυβερνήσεις προσπαθούν πιθανότατα να «μετακυλήσουν» την ευθύνη στους Πολίτες, θεωρούμε ότι αποτελεί μία ακόμη «αυθαιρεσία». Αφενός μεν πρόκειται κυρίως για τους άμεσους φόρους (το 30% των συνολικών), αφετέρου δε τα «διαφυγόντα» αυτά έσοδα, «όφειλαν» πρώτα να εισπραχθούν και μετά να δαπανηθούν – σε καμία περίπτωση το αντίθετο. Για παράδειγμα, η Πολιτεία θα έπρεπε να κατασκευάζει δρόμους ή άλλα έργα, μετά την είσπραξη των εσόδων από την (όποια) πάταξη της φοροδιαφυγής και όχι πριν.

Εκτός αυτού, οι συντελεστές φόρων στην Ελλάδα είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Σε λίγες μόνο χώρες, όπως στις Σκανδιναβικές, οι άμεσοι φόροι είναι υψηλότεροι. Εκεί όμως στους φόρους συμπεριλαμβάνονται και οι ασφαλιστικές εισφορές, οι καταβολές για την υγεία, καθώς επίσης τα τέλη κυκλοφορίας. Αν υπολογισθούν και αυτά στην Ελλάδα, τότε το ποσοστό της άμεσης φορολογίας θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο – πόσο μάλλον όταν, οι υπηρεσίες εκ μέρους του δημοσίου, οι οποίες προσφέρονται στους Έλληνες φορολογουμένους, δεν έχουν απολύτως καμία σχέση, με αυτές των υπολοίπων ευρωπαϊκών κρατών.

Συμπερασματικά λοιπόν, αφενός μεν έχει εξαντληθεί η φοροδοτική ικανότητα των Ελλήνων, αφετέρου η συνεχώς μεγαλύτερη φορολόγηση οδηγεί με ασφάλεια σε μία κλιμακούμενη ύφεση η οποία, σε συνδυασμό με το φορολογικό πληθωρισμό ύψους 6% (ελάχιστα), με τα τοκογλυφικά επιτόκια (ύψους επίσης 6%), με τις μειωμένες ονομαστικές και πραγματικές αμοιβές των εργαζομένων, με την τεράστια ανεργία, με το κλείσιμο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με την απελευθέρωση των αγορών μας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ) στους ξένους, με το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων προς όφελος των πολυεθνικών, καθώς επίσης με την ανυπαρξία αναπτυξιακών προγραμμάτων, θα καταστρέψει εντελώς την Ελλάδα.

Επομένως, η πιστή τήρηση του μνημονίου θα μας οδηγήσει χωρίς την παραμικρή αμφιβολία σε ένα σκόπιμα μονοδρομημένο αδιέξοδο, το οποίο οφείλουμε πάση θυσία να αποφύγουμε – πληρώνοντας αμέσως το ΔΝΤ, από το οποίο έχουμε λάβει 8 δις € μέχρι σήμερα και αναζητώντας νέους δρόμους.         

 

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

 

Εάν υποθέσουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε παράλληλα τα λοιπά προβλήματα της χώρας μας (κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά), τα οποία είναι φυσικά «επιλύσημα», τότε αυτά που απομένουν είναι τα οικονομικά. Θεωρώντας, όπως θα τεκμηριώσουμε στη συνέχεια ότι, η ελαχιστοποίηση του δημοσίου χρέους αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα, θα εξετάσουμε συνοπτικά τις δυνατότητες μας, επιλέγοντας την, κατά την άποψη μας, καλύτερη δυνατή. Στα πλαίσια αυτά, ο Πίνακας V που ακολουθεί βοηθάει στην κατανόηση τους θέματος, για το οποίο αναζητούνται λύσεις:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: ΑΕΠ 2009-2011, τόκοι δημοσίου χρέους, ποσοστό τους επί του ΑΕΠ, ελλείμματα και ποσοστό των τόκων επί των ελλειμμάτων

 

ΑΕΠ

Ποσόν

Τόκοι

Ποσοστό*

Έλλειμμα

Τόκοι/Έλλειμμα**

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ 2009

237.494

12.325

5,19%

32.299

38,15%

ΑΕΠ 2010

227.994

13.209

5,79%

18.467

71,53%

ΑΕΠ 2011

222.066

15.800

7,12%

16.877

93,62%

* Ποσοστό των τόκων επί του ΑΕΠ

** Ποσοστό τόκων ως προς το έλλειμμα

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Πηγή: Προσχέδιο προϋπολογισμού 2011

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα V, οι τόκοι του 2011 αντιστοιχούν σχεδόν στο σύνολο των ελλειμμάτων. Επομένως, ένας ενδεχόμενος μηδενισμός του χρέους, θα σήμαινε την ίδια στιγμή ανάλογο μηδενισμό των ελλειμμάτων και είσοδο της χώρας μας στην κερδοφορία. Το ενδεχόμενο αυτό και μόνο θα επέλυε «ως δια μαγείας» όλα τα υπόλοιπα προβλήματα της Οικονομίας μας – δανεισμός από τις αγορές, ανάπτυξη κλπ. Επομένως, θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο πρόβλημα του χρέους – αν και δεν θα έπρεπε να περιοριστούμε μόνο σε αυτό. Οι δυνατότητες τώρα «διαχείρισης» του χρέους μας είναι κυρίως οι εξής:

(α)  Η ολοκληρωτική άρνηση χρέους: Η άρνηση αυτή έχει υπάρξει στο παρελθόν σε άλλες χώρες, αναφέρεται στην οικονομική βιβλιογραφία (A.Smith, D.Ricardo), «τιμωρείται» πολύ αυστηρά από το διεθνές κεφάλαιο («αιώνια» απαγόρευση πρόσβασης στις δυτικές αγορές) και έχει πάρα πολλές παρενέργειες. Η (νομική) αιτιολογία της μπορεί να είναι το ότι, τα χρήματα που έχει δανειστεί το κράτος, δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού. Σε κάθε περίπτωση, είναι μία λύση που δεν μπορεί κανείς να την παραβλέψει.

(β)  Η διαγραφή μέρους του χρέους από τους δανειστές: Έχει επίσης λειτουργήσει στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα στην Αργεντινή. Εν τούτοις, η συγκεκριμένη χώρα δεν παραχώρησε την εθνική της κυριαρχία, όπως η Ελλάδα με την υπογραφή του μνημονίου, εναντίον του οποίου δεν μπορεί να καταφύγει στα Ελληνικά δικαστήρια (!), αλλά σε αυτά του Λουξεμβούργου, με το αγγλικό Δίκαιο – το μοναδικό «Δίκαιο» στον κόσμο, το οποίο εξασφαλίζει αποκλειστικά και μόνο τους δανειστές, εις βάρος των οφειλετών. Κατά την άποψη μας, δεν αποτελεί την ιδανική λύση – ενώ δεν είναι σε καμία περίπτωση ριζική, εάν υποθέσουμε ότι είναι ακόμη εφικτή, μετά τις απίστευτες ενέργειες της κυβέρνησης μας, «ερήμην» της (δήθεν;) ανεξάρτητης Ελληνικής Δικαιοσύνης.   

(γ)  Ο μηδενισμός του χρέους, με τη δική μας συμμετοχή: Είναι ουσιαστικά ένας ωφελιμιστικά έντιμος τρίτος δρόμος, ο οποίος όμως απαιτεί πειθώ και μεγάλες διαπραγματευτικές ικανότητες από την κυβέρνηση που θα το επιχειρήσει – πόσο μάλλον πατριωτικά συναισθήματα, επιμονή, ήθος και επάρκεια. Στη λύση αυτή έχουμε αναφερθεί αναλυτικά σε ιδιαίτερο άρθρο μας («Ο μηδενισμός του χρέους»).

(δ)  Η απλή «αναδιάρθρωση» του χρέους: Η επιμήκυνση δηλαδή του χρόνου πληρωμής των υποχρεώσεων μας, με χαμηλότερα επιτόκια. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ το ότι, μία μείωση του επιτοκίου δανεισμού μας κατά 1%, θα σήμαινε λιγότερη επιβάρυνση του προϋπολογισμού μας κατά 3,4 δις € ετήσια.

(ε)  Η εθνικοποίηση του χρέους: Θεωρώντας πολύ πιο εφικτό το δανεισμό του κράτους μας εκ μέρους των Πολιτών του (σε σχέση με την εθελούσια παρακράτηση των καταθέσεων κλπ, έτσι όπως την αναλύσαμε στο άρθρο μας «Ο μηδενισμός του χρέους»), καθώς επίσης γνωρίζοντας ότι, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αντιμετωπίσθηκε με επιτυχία το χρέος από την Ιαπωνία, η έκδοση Εθνικών Ομολόγων με ελάχιστο επιτόκιο, καθώς επίσης η πώληση μέρους της δημόσιας περιουσίας σε Έλληνες, θα μπορούσε να λύσει ριζικά το πρόβλημα – χωρίς να απαιτηθεί η παραμικρή συμμετοχή ξένων. Σε κάθε περίπτωση, η αποδοχή αυτής της λύσης εκ μέρους των Ελλήνων είναι κατά πολύ πιο συνετή, από την ήδη επιχειρούμενη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας τους στο δημόσιο, μέσω των φόρων –  ακόμη και αν χρειαστεί να πουλήσουν μέρος της ακίνητης περιουσίας τους, για την αγορά των εθνικών ομολόγων.

Προφανώς είναι δυνατόν να υπάρξουν και άλλες λύσεις, ο οποίες να αποτελούνται από επιλεκτικούς «συνδυασμούς» των παραπάνω ή άλλων δυνατοτήτων. Κατά την άποψη μας όμως ο προτιμότερος συνδυασμός, η πλέον εφικτή καλύτερα λύση από όλες τις άλλες, θα ήταν

(α)  η «εθνικοποίηση» ενός μέρους του χρέους – για παράδειγμα, η σταδιακή έκδοση 30ετών εθνικών ομολόγων, συνολικού ύψους 150 δις €, με επιτόκιο 1%, με την ταυτόχρονη

(β) «αναδιάρθρωση» (αναδιαπραγμάτευση) του υπολοίπου – για παράδειγμα, με επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υποθετικά 190 δις € που θα απέμεναν, σε 30 έτη, με επιτόκιο επίσης 1% (είτε από τους υφιστάμενους κατόχους των ομολόγων μας, είτε από νέους δανειστές – Κίνα, Ιαπωνία, Ρωσία κλπ – με χαμηλό επιτόκιο και εξόφληση των προηγουμένων).  Στην περίπτωση αυτή, το κόστος για την Ελληνική οικονομία θα ήταν περίπου 3,4 δις € ετήσιοι τόκοι, συν 6,33 δις € χρεολύσια (δόσεις) για τους ξένους δανειστές μας – συνολικά λοιπόν περίπου 10 δις €, εκ των οποίων μόνο τα 3,4 δις € θα επιβάρυναν τον προϋπολογισμό μας.

Θεωρούμε ότι μία τέτοια λύση θα μπορούσε να «επιβληθεί» τόσο στους Έλληνες Πολίτες, όσο και στους ξένους τοκογλύφους, από μία ικανή φυσικά κυβέρνηση, αφού είναι κατά πολύ πιο συμφέρουσα από οποιαδήποτε άλλη. Για τους Έλληνες Πολίτες είναι προτιμότερη από τη χρεοκοπία ή τη μεταβίβαση (μέσω των φόρων) της περιουσίας τους στους ξένους (παράλληλα με την ύφεση, την ανεργία κλπ), ενώ για τους ξένους δανειστές είναι καλύτερη από τη διαγραφή μέρους του χρέους, η οποία θα ακολουθήσει αργά ή γρήγορα (την υπολογίζουμε τουλάχιστον στο 40%) – πόσο μάλλον από την άρνηση του χρέους, στην οποία ίσως αναγκαστούμε θα καταφύγουμε (ειδικά εάν δεν εξοφλήσει η Γερμανία τα χρέη της απέναντι μας, τα οποία αποφεύγει να πληρώσει – βραβεύοντας ακόμη και τον Πρωθυπουργό μας, προφανώς για την παράδοξη απροθυμία του να τα απαιτήσει).

Ειδικά για τους Ευρωπαίους (εκτός της Γερμανίας ίσως), η λύση αυτή είναι προτιμότερη από τη διάλυση της ΕΕ, καθώς επίσης από την κατάρρευση του κοινού νομίσματος – το οποίο, εάν καταφέρει να αναδειχθεί τελικά σε παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, θα ωφελήσει υπέρ-πολλαπλάσια ολόκληρη την Ευρώπη.    

Τέλος, η συγκέντρωση των 150 δις € από τους Έλληνες είναι απολύτως εφικτή, ενώ εάν παρ’ ελπίδα κινδυνεύσουν κάποιες τράπεζες, δεν αποτελεί «βαρύνων» πρόβλημα (αρκεί μία κρατική για τη λειτουργία της Οικονομίας, ενώ υπάρχουν και οι ξένες). Οι καταθέσεις υπερβαίνουν τα 200 δις € εντός Ελλάδας, η ακίνητη περιουσία τα 600 δις €, ενώ υπάρχουν αρκετές, πολύ εύπορες οικογένειες, εντός και εκτός της Ελλάδας, οι οποίες δεν θα δίσταζαν να διαθέσουν αυξημένα μέσα για τη χώρα τους – αρκεί φυσικά, κάτι που ισχύει για όλους, να υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη τόσο στην πολιτική ηγεσία, όσο και στο Κράτος Δικαίου.      

 

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ

 

Μία επιχείρηση, η οποία απασχολεί 5.000.000 συνειδητούς και παραγωγικούς εργαζομένους, διαθέτει ικανή διοίκηση και διακρίνεται από «φυσικά» ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, απέναντι στους «αντιπάλους» της, μπορεί να κάνει στην κυριολεξία θαύματα – να δραστηριοποιηθεί δηλαδή κερδοφόρα, ακόμη και σε συνθήκες ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης. Αυτό ισχύει φυσικά και για μία ολόκληρη χώρα – αρκεί να λειτουργήσει σύμφωνα με τα γνωστά πρότυπα των επιτυχημένων επιχειρήσεων, υπό κάποιες προϋποθέσεις, τις οποίες περιγράψαμε εν μέρει στα κείμενα μας: Το δημόσιο χρέος, η ΕΕ και  αλληλεξάρτηση, καθώς επίσης Πολιτική Οικονομία.

Η ανάλυση του τι ακριβώς σημαίνει επιτυχημένη επιχείρηση, εν προκειμένω της Ελλάδας ΑΕ, πιστεύουμε ότι δεν είναι απαραίτητη – απλά εξειδικεύουμε ξανά στην απόλυτη ανάγκη καθιέρωσης του διπλογραφικού λογιστικού συστήματος για το δημόσιο, στην δημοσίευση ετησίων Ισολογισμών με Ενεργητικό και Παθητικό, στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας (περί τα 300 δις €), καθώς επίσης στη στελέχωση του στενότερου Δημοσίου, με το ανώτερο 400 χιλ. δημοσίους (8% των εργαζομένων) και όχι «κομματικούς» υπαλλήλους – προφανώς επαρκείς με αξιοκρατικά κριτήρια πρόσληψης και παραμονής. Επίσης, στην ανάγκη ύπαρξης σταθερού πλαισίου λειτουργίας των επιχειρήσεων – το βασικότερο «όπλο» της Γερμανίας.  

 

Περαιτέρω, θεωρούμε περιττή την επανάληψη των μεγάλων πλεονεκτημάτων που εντοπίσαμε για τη χώρα μας, τα οποία αφορούν κυρίως το γεωργικό τομέα, τη ναυτιλία και τον τουρισμό. Εν τούτοις, ίσως θα έπρεπε να διαφοροποιήσουμε τις κατευθύνσεις μας, αναζητώντας πλέον αγορές όχι στη «δύση», αλλά στο Νότο, στην Κίνα και στην αναπτυσσόμενη «υπόλοιπη» Ανατολή – καθώς επίσης στο Ρωσικό Βορρά. Σε κάθε περίπτωση, νέες αγορές για τα προϊόντα μας, εξαγωγές δηλαδή και όχι επενδύσεις – όπως δυστυχώς μετονομάζονται οι επιθετικές εξαγορές των επιχειρήσεων μας. Αν μη τι άλλο, ο ιδιωτικός τομέας της χώρας μας, παρά την ασυδοσία του δημοσίου, παραμένει υγιής, όπως φαίνεται από τον Πίνακα VI που θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ VI: Συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό

 

Χώρα

Συνολικό Χρέος*

Δημόσιο Χρέος**

Ιδιωτικό Χρέος

 

 

 

 

Ελλάδα

252%

128,90

123,1%

Γερμανία

285%

76,70

208,3%

Ιταλία

315%

116,70

198,3%

Γαλλία

323%

82,50

240,5%

Πορτογαλία

323%

84,60

238,4%

Μ. Βρετανία

466%

80,00

386,0%

Πηγή: Συνδυασμός στοιχείων από Κομισιόν, McKinsey Global Institute και μελέτη της Deutsche Bank, σύμφωνα με την οποία το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας είναι 123% του ΑΕΠ, ενώ της Πορτογαλίας 239%

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*    Δημόσιο και ιδιωτικό, εσωτερικό και εξωτερικό

**   Πρόβλεψη 2010

 

Όπως φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα VΙ, η Ελλάδα, με συνολικό χρέος 252% του ΑΕΠ της το 2008, ήταν σε καλύτερη θέση από όλες τις υπόλοιπες Οικονομίες – ενώ δεν εμφανίστηκαν ανυπέρβλητα προβλήματα στις τράπεζες ή στον κλάδο των ακινήτων της.  Σε σχέση δε με την Ιρλανδία (πρόβλημα τραπεζών και ακινήτων – συνολικό χρέος άνω του 1.100%), με την Ισλανδία (χρεοκοπία τραπεζών – συνολικό χρέος 1.189%), με την Ισπανία (ανεργία 20%, τεράστια προβλήματα τραπεζών, ακινήτων – συνολικό χρέος 342%), με τη Μ. Βρετανία (πρόβλημα τραπεζών και συνολικό χρέος 466%) και την Πορτογαλία, ευρίσκεται σε μία απίστευτα πλεονεκτική θέση.

Συνεχίζοντας, οφείλουμε να πάψουμε να υποτασσόμαστε ανόητα στις εντολές του Καρτέλ (στο οποίο υπακούει και η ΕΕ), για άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων στις πολυεθνικές, για απελευθέρωση των αγορών στους ξένους, για υποχρεωτική εκποίηση των κοινωφελών μας επιχειρήσεων (η Καλιφόρνια χρεοκόπησε από την απελευθερωμένη αγορά ενέργειας της, από την Enron – από την ανάλογη ΔΕΗ δηλαδή, την οποία εκποίησε στο Καρτέλ) και για όλα τα υπόλοιπα. Θα ήταν σίγουρα καλύτερο να ασχοληθούμε με τις πρακτικές συμφωνίας τιμών εκ μέρους των πολυεθνικών, οι οποίες δυστυχώς καταδυναστεύουν πολλά χρόνια τώρα τους Έλληνες καταναλωτές – καθώς επίσης με τις μεθόδους φοροαποφυγής τους, όπως επίσης των τραπεζών, φορολογώντας το τζίρο τους.    

Χωρίς να επεκταθούμε τώρα σε λεπτομέρειες, είμαστε δυστυχώς υποχρεωμένοι, λόγω της άναρχης παγκοσμιοποίησης, να αυξήσουμε την ανταγωνιστικότητα μας – όχι όμως με τη μείωση των μισθών, όπως μας αναγκάζει το ΔΝΤ, έτσι ώστε να μετατραπούμε σε φθηνούς εργάτες των «εισβολέων» (φυσικά δεν θέλει να διακινδυνεύσουν τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των επιχειρήσεων που το χρηματοδοτούν, ενώ ταυτόχρονα σχεδιάζουν την εξαγορά των δικών μας). 

Η αύξηση της ανταγωνιστικότητας άλλωστε δεν προϋποθέτει μονοδρομημένα τη μείωση των μισθών, αφού η εσωτερική υποτίμηση, η οποία απαιτείται, μπορεί να επιτευχθεί με την αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας μας, την οποία δεν θα ακολουθήσουν υψηλότεροι μισθοί – επίσης, με την αύξηση του χρόνου εργασίας, με τη χρήση κεφαλαίων, με καλύτερα μηχανήματα κλπ.

Αυτό όμως που θα φέρει ανάπτυξη στη χώρα μας (και επομένως θα επιλύσει όλα τα υπόλοιπα οικονομικά της προβλήματα – ανεργία, πληθωρισμό κλπ), δεν είναι άλλο από το άνοιγμα μας σε νέες αγορές, από τις εξαγωγές των ασυναγώνιστων γεωργικών προϊόντων μας, από την εκμετάλλευση του τεράστιου φυσικού πλούτου μας, από την εξέλιξη του (εκτός κάθε ανταγωνισμού) τουριστικού προϊόντος μας, καθώς επίσης από την προσέλκυση της Ελληνικής Ναυτιλίας στην πατρίδα της.

Απαιτείται βέβαια η συμμετοχή όλων μας σε μία καινούργια Ελλάδα ΑΕ, η οποία θα έχει διαχειρισθεί σωστά το χρέος της, μηδενίζοντας τις δυσμενείς συνέπειες του, θα έχει αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της, θα έχει «θεμελιώσει» το κοινωνικό κράτος της και θα διοικείται από μία ικανή κυβέρνηση – η οποία θα στηρίζεται σε έναν λειτουργικό κρατικό μηχανισμό, σε έναν ανταγωνιστικό ιδιωτικό τομέα και σε μία υγιή, πολιτισμένη κοινωνία.     

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 11. Οκτωβρίου 2010,

viliardos@kbanalysis.com      

 

                                            

*   Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων & επενδύσεων, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2205.aspx

 

Αντοχή (;) στην κατοχή

Αντοχή (;) στην κατοχή

 

Του Στάθη (Σταυρόπουλου)*


 

Όταν θα ξοφλήσουμε το χρέος (για να βγούμε απ' το Μνημόνιο) θα χρωστάμε περισσότερα. Δεν ξέρω αν αυτή η κυβέρνηση εφηύρε το αεικίνητο (να πληρώνεις και να μη σώνεις), αλλά το πολίτευμα της χώρας το κατέλυσε. Με ψέματα, παραπλανώντας τον λαό, ο «άνθρωπός τους στην Ελλάδα», ο Γιωργάκης ο Δόσων, αντικατέστησε το Σύνταγμα με το Μνημόνιο.

Το πολίτευμα του Μνημονίου ουδεμία λαϊκή νομιμοποίηση φέρει. Είναι ένα διαρκές κι όχι στιγμιαίο Πραξικόπημα. Κι επαφίεται στο φιλότιμο των Ελλήνων να το ανατρέψουν…

Μήπως χρειαζόμαστε πρωτοετείς φοιτητές των οικονομικών; Μήπως μαθητευόμενοι τινές μάγοι θα κατάφερναν καλύτερα αποτελέσματα καταρτίζοντας ένα προσχέδιο προϋπολογισμού (τον Οκτώβριο) που θα το φάει λάχανο το σχέδιο προϋπολογισμού τον Νοέμβριο; (επί τα χείρω και χειρότερα).

Όμως το ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση επιμένει στην πολιτική του θανατηφόρου σπιράλ (την οποίαν προεκλογικώς κατήγγειλε ο ίδιος ο κ. Παπανδρέου) προβάλλει πλέον όχι μόνον αναπάντητο, αλλά και τρομερό, σαν να μην το υποβάλλει μια Σφίγγα, αλλά μια Γοργώ, μια Μέδουσα, μια Σκυλλοχάρυβδις.

Με τις μικρότερες παρά ποτέ (απ' το 1994 κι ύστερα) δημόσιες επενδύσεις, με την τερατώδη πλέον εξάπλωση των έμμεσων φόρων, με την ατέρμονη περικοπή των εισοδημάτων τι άλλο μπορεί να περιμένουμε από ύφεση που παράγει ανεργία και ανεργία που παράγει ύφεση;

Με την «πράσινη» ανάπτυξη να περιορίζεται σε καζίνα, φρουτάκια, fast track για αρπαχτές και fast fuck των εργασιακών σχέσεων, τι άλλο από χειμέρια περιμένουμε τα πράγματα;


Τον χειμώνα που έρχεται δεν αναμένεται «να τον πηδήξουμε» κι ύστερα για «άλλα δέκα χρόνια να καθαρίσουμε». Αναμένεται ακριβώς το αντίθετο για τους πληβείους – τους μισούς για τα επόμενα δέκα χρόνια να «καθαρίσουνε» και τους άλλους μισούς να «πηδήξουνε».

Πόση ανεργία μπορεί να αντέξει η χώρα; Το 2010 θα κλείσουμε με 11,6%, ήτοι 582.000 ανέργους – τα επίσημα στοιχεία! Η πραγματικότης; Το 2011 πάμε για 14,5%, ήτοι 728.048 ανέργους – τα επίσημα στοιχεία! Η πραγματικότης ποια θα είναι;

Για το 2012 προβλέπεται 15% ανεργία – μην πάμε όμως τόσο μακρυά – αν η πραγματική ανεργία αγγίξει το 20%, πράγμα απ' το οποίο, έτσι όπως πάμε, δεν απέχουμε ιδιαίτερα, θα έχουμε λίαν συντόμως 1.250.000 ανέργους (στα 5,02 εκατομμύρια τού οικονομικώς ενεργού πληθυσμού).

 

                                                          *****

 

Απ' ό,τι φαίνεται, στο εγγύς μέλλον θα φτάσουμε σε μια κατάσταση όπου αυτά που αντέχει η οικονομία των πλουσίων δεν θα τα αντέχει η κοινωνία των φτωχών.

Όμως, γιατί η κυβέρνηση επιμένει σε αυτόν τον δρόμο (μονόδρομο τον αποκαλεί) που υποβαθμίζει τη χώρα κι εξαθλιώνει τον λαό; Από χαζομάρα; όχι δα. Από κακία; μάλλον κουτό.

Όχι! μια κυβέρνηση, όσο ανίκανη και να 'ναι, καταλαβαίνει ότι με 1.100.000 ανασφάλιστους εργαζόμενους (Έλληνες κι αλλοδαπούς), με 1.250.000 ανέργους, με την εισφοροδιαφυγή ασύλληπτη και τα χαράτσια εις βάρος των πολλών να «υποκαθιστούν» τα διαφεύγοντα των φοροφυγάδων, όχι Ασφαλιστικό μπορείς να 'χεις, όχι αγορά που να λειτουργεί στοιχειωδώς δύνασαι, αλλά μόνο το τέλος μιας εποχής μπορείς να απεργάζεσαι. Ποιας «εποχής» όμως;

Του έστω στοιχειώδους κοινωνικού κράτους. Για να το αντικαταστήσεις με τι; με μια ζούγκλα! Τι ζούγκλα; ατομικών συμβάσεων εργασίας, επιβίωσης του ισχυρότερου, ασυδοσίας των Εταιρειών, κατοχής του έθνους, αφαίμαξης του λαού. Γιατί; διότι αυτός είναι ο «σοσιαλισμός σου»; ανοησίες. Μήπως, διότι αυτός είναι ο πατριωτισμός σου; κουταμάρες.

Και πώς θα καθιερώσεις, θα εγκαθιδρύσεις για τα καλά αυτή τη ζούγκλα; Με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, με ΓΣΕΕ ΠΑΣΟΚ, με Παιδεία ΠΑΣΟΚ (συν την κυρία Θάλεια Δραγώνα), με ΜΜΕ ως επί το πλείστον ΠΑΣΟΚ, με μέρος της Αριστεράς ΠΑΣΟΚ, με το ΛΑΟΣ ΠΑΣΟΚ, με τη μισή Ν.Δ. ΠΑΣΟΚ, με την ΑΔΕΔΥ ΠΑΣΟΚ, την καθιερώνεις τη ζούγκλα. Μια και καλή.

Μια ζούγκλα που άλλωστε από καιρό προετοιμάζεις (σύμπας ο δικομματισμός) με τον Σημίτη, το Χρηματιστήριο, τον Τσουκάτο, τις μίζες, τον Καραμανλή κι όλα τα γνωστά έως το Μνημόνιο – να τη η ζούγκλα.

Γιατί όμως την καθιερώνεις; εκών ή άκων; ξέπεσες σιγά σιγά σε αυτήν ή αυτή ήταν απ' την πρώτη αρχή ο προορισμός σου;

Να ξέπεσες σ' αυτήν απλώς, φαίνεται δύσκολο, μιας και τα μέτρα που κατ' εξακολούθησιν παίρνονται μόνο σε αυτήν – τη ζούγκλα – ασφαλώς οδηγούν. Αρα εκών! Εκών, με το έψιλον κεφαλαίο. Γιατί όμως εκών;

Σε αυτό το άγριο ερώτημα, όχι της Σφίγγας, αλλά της Γοργωμέδουσας και της Σκυλλοχάρυβδης, δεν θα (τολμήσει να) απαντήσει η στήλη. Πρέπει όμως να τολμήσετε να απαντήσετε εσείς, κυρίες και κύριοι…

 

 

* ΣΤΑΘΗΣ Σ. 6.Χ.2010 stathis@enet.gr 

 

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010, http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=210490

Οι Ισλανδοί έχουν αγριέψει

Οι Ισλανδοί έχουν αγριέψει

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

 

Πρωτοφανή πράγματα συμβαίνουν συνεχώς στην Ισλανδία. Οι σχέσεις πολιτικών και λαού έχουν αλλάξει θεαματικά μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και η κατάσταση είναι πλέον εκτός ελέγχου του πολιτικού κατεστημένου. Αλλεπάλληλα κύματα διαδηλώσεων καθορίζουν από πέρυσι τις πολιτικές και τις οικονομικές εξελίξεις, με τα κόμματα, τους βουλευτές και την κυβέρνηση της χώρας να υποχρεώνονται κάθε τόσο σε βίαιες αναπροσαρμογές της πολιτικής τους για να μην έλθουν σε ευθεία αντιπαράθεση με τους οργισμένους πολίτες, οι οποίοι αψηφώντας τις αντίξοες καιρικές συνθήκες αυτής της αφιλόξενης νησιωτικής χώρας του μακρινού Βορρά βρίσκονται διαρκώς στους δρόμους.

Πάνω από 8.000 διαδηλωτές περικύκλωσαν με άγριες διαθέσεις το κοινοβούλιο τη Δευτέρα το βράδυ. Αβγά, μπογιές, ρολά χαρτιού υγείας, ντομάτες, μπουκάλια νερού και πάσης φύσεως αντικείμενα εκσφενδονίζονταν εναντίον του Αλθινγκι, όπως αποκαλείται το ισλανδικό κοινοβούλιο.

Το Ρέικιαβικ, η πρωτεύουσα της χώρας που έχει μόλις 190.000 κατοίκους και φυσιολογικά έχει την ηρεμία μιας μικρής επαρχιακής πόλης της Ευρώπης, ζούσε στιγμές έντασης που ξεπερνούσαν κάθε φαντασία για την Ισλανδία μέχρι τώρα.

Η αστυνομία είχε στήσει μεταλλικά οδοφράγματα για να αποτρέψει την έφοδο του κόσμου στο κτίριο της Βουλής. Μονάδες σιδηρόφρακτων αστυνομικών με εξοπλισμό δακρυγόνων, ασπίδων και χημικών για την αποκατάσταση της τάξης είχαν κυκλώσει το κοινοβούλιο, σε μια χώρα όπου πριν από την παρούσα κρίση οι προηγούμενες συγκρούσεις αστυνομίας – διαδηλωτών είχαν γίνει πριν από… εξήντα (!) χρόνια, με αφορμή την απόφαση της τότε κυβέρνησης να εντάξει την Ισλανδία στο ΝΑΤΟ.

Ο αστυνομικός κλοιός προστασίας στους υπουργούς και βουλευτές είχε στόχο επίσης να αποτρέψει την εκ νέου γελοιοποίηση της πρωθυπουργού Γιοχάνα Σίγκουρδουρντόουτιρ, η οποία την περασμένη εβδομάδα παρήλαυνε στις τηλεοράσεις όλου του κόσμου αηδιαστικά περιχυμένη με αβγά και χρώματα που είχαν εκσφενδονίσει εναντίον της διαδηλωτές, όπως και εναντίον υπουργών και βουλευτών που τη συνόδευαν.

Πέρυσι τον Ιανουάριο, μετά από ασταμάτητες διαδηλώσεις επί μήνες οι Ισλανδοί ανέτρεψαν τον δεξιό πρωθυπουργό Γκέιρ Χόρντε, ο οποίος αρνιόταν πεισματικά να παραιτηθεί. Στις εκλογές που ακολούθησαν μετά από ένα τρίμηνο έδιωξαν τη Δεξιά και ανέδειξαν κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατών, με τη στήριξη των Πράσινων και της Αριστεράς.

Λίγους μήνες αργότερα, η νεοεκλεγείσα κεντροαριστερή κυβέρνηση υπέκυψε στις πιέσεις του ΔΝΤ, των Αγγλων και της ΕΕ. Ταπεινωμένη υποχρεώθηκε να υπογράψει μια επαίσχυντη συμφωνία υποταγής στις απαιτήσεις των Βρετανών τραπεζιτών, η οποία μετέφερε στις πλάτες των φορολογούμενων πολιτών τα χρέη των τυχοδιωκτών Ισλανδών τραπεζιτών. Οι Ισλανδοί πολίτες θύμωσαν με την ψοφοδεή κυβέρνησή τους και ξαναβγήκαν στους δρόμους, αρνούμενοι να αποδεχθούν νέα βάρη για τα οποία δεν ήταν υπεύθυνοι.

Νέος κύκλος μαχητικών διαδηλώσεων, νέα νίκη: πειθανάγκασαν τον δεξιό πρόεδρο της χώρας Ολαφουρ Ράγκναρ Γκρίμσον να προβεί στην πρωτοφανή επίσης κίνηση της άρνησης να υπογράψει την απόφαση της κυβέρνησης και της Βουλής υπέρ της συμφωνίας, οδηγώντας έτσι το θέμα σε δημοψήφισμα τον Μάρτιο.

Εκεί έγινε το απίστευτο: οι Ισλανδοί κατεξευτέλισαν την κεντροαριστερή κυβέρνηση που είχαν φέρει στην εξουσία ως "σωτήρα" πριν από λιγότερο από έναν χρόνο! Με το απίστευτο για δημοκρατική χώρα ποσοστό του… 93,2% είπαν "Οχι" στη συμφωνία που είχε υπογράψει η κυβέρνηση, ενώ "Ναι" είπε μόνο το… 1,8%! Ετσι η Ισλανδία δεν πληρώνει αυτή τη στιγμή τίποτα για τα χρέη των τραπεζών, καθώς νέα συμφωνία δεν έχει γίνει και οι ξένοι δανειστές ή καταθέτες των ισλανδικών τραπεζών το παίρνουν σιγά σιγά απόφαση ότι θα χάσουν σχεδόν όλα τα λεφτά τους.

Οι οργισμένοι Βίκινγκ δεν σταμάτησαν εκεί. Αφενός τώρα με τις αλλεπάλληλες διαδηλώσεις τους και τις ενέργειες εξευτελισμού των πολιτικών αποδομούν σιγά σιγά όλο το πολιτικό ισλανδικό κατεστημένο και αφετέρου ώθησαν τους κεντροαριστερούς βουλευτές να παραπέμψουν σε δίκη σε ειδικό δικαστήριο τον ανατραπέντα δεξιό πρωθυπουργό Χόρντε, μήπως και διασωθούν πολιτικά οι ίδιοι από τη λαϊκή οργή, πράγμα απίθανο.

 

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ τους παίρνουν και τα σπίτια

 

Οι διαδηλώσεις έπιασαν τόπο: η κυβέρνηση έδωσε εντολή στις κρατικοποιημένες τράπεζες να δώσουν και νέα παράταση σε πολίτες που αδυνατούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους για στεγαστικά δάνεια, προχωρώντας παράλληλα σε νέα αναδιάρθρωση των δανείων τους. Υπολογίζεται ότι 14.000 ιδιοκτήτες σπιτιών δεν είναι σε θέση να πληρώνουν κανονικά τις δόσεις των δανείων τους (αφορά το 14% των νοικοκυριών της χώρας). Το 20% των 7.900 μονογονεϊκών νοικοκυριών δεν μπορούν να τα φέρουν βόλτα. Επιπροσθέτως, καθώς το εισόδημα των Ισλανδών μειώθηκε κατά μέσο όρο 20% το 2009, η κεντρική τράπεζα υπολογίζει ότι περίπου το 40% των ισλανδικών νοικοκυριών είναι από τεχνική σκοπιά χρεοκοπημένο!

 

 

ΠΗΓΗ: «E» 7/10/2010, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11826&subid=2&pubid=35498948

Η δεύτερη φάση της ελληνικής κρίσης

Η δεύτερη φάση της ελληνικής κρίσης

 

Του Κώστα Λαπαβίτσα*


 

Τις τελευταίες εβδομάδες έχει εμφανιστεί δειλά-δειλά μια αλλαγή στην «επίσημη» ανάλυση της κρίσης. Η κυρίαρχη θέση μέχρι πρόσφατα ήταν ότι φταίει το κράτος, που είναι σπάταλο, διεφθαρμένο και ούτω καθεξής. Το Μνημόνιο είναι οδυνηρό μεν, ευεργετικό δε, διότι αναγκάζει την Ελλάδα να συμμαζέψει το δημόσιο. Αναρίθμητοι δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί έβαλαν το πετραδάκι τους για να στηθεί αυτό το ιδεολόγημα. Ακόμη και μέσα στην Αριστερά ακούστηκαν τέτοιες απόψεις.

Σταδιακά παρατηρείται μετάβαση σε άλλα επιχειρήματα, που συμβαδίζουν με τις πραγματικές εξελίξεις μετά την υιοθέτηση του Μνημονίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ που εστιάζει την προσοχή της στα δομικά αίτια της κρίσης, όπως η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας, το διεθνές έλλειμμα και η κατάρρευση της αποταμίευσης. Το δημόσιο παραμένει μεν προβληματικό, αλλά και η υπόλοιπη οικονομία φέρεται να πάσχει. Το συμπέρασμα του ΙΟΒΕ δεν εκπλήσσει: απαιτείται απελευθέρωση των αγορών, την οποία το Μνημόνιο έτσι κι αλλιώς επιβάλλει, αλλά και ολοσχερής αναδιάταξη του ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, άλλες πηγές διατυπώνουν πλέον ανοιχτά την άποψη ότι, όση επιτυχία και να έχει η δημοσιονομική σύσφιξη, είναι απαραίτητο να μειωθεί τάχιστα ο όγκος του χρέους. Όπερ σημαίνει αναδιάρθρωση με τη συναίνεση της ΕΕ.

Η αλλαγή οφείλεται, πρώτον, στο ότι οι δημοσιονομικές περικοπές έχουν προχωρήσει με ελάχιστο πολιτικό και κοινωνικό κόστος για τους κρατούντες. Δεύτερον, το Μνημόνιο απομάκρυνε τον κίνδυνο της άμεσης χρεοκοπίας, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να προσεγγίσει Κινέζους, Άραβες και άλλους κρατικούς κεφαλαιούχους. Τρίτον και κυριότερο, τα λαϊκά στρώματα απορρίπτουν μεν μαζικά το Μνημόνιο, αλλά δεν διαθέτουν θεωρητική ανάλυση, οργάνωση και ηγεσία για να επιβάλλουν άλλη πολιτική. Αισθάνεται λοιπόν ικανή η άρχουσα τάξη να θέσει ωμότερα την ουσία του προβλήματος, την οποία πάντα γνώριζε, αλλά φρόντιζε να καλύπτει πίσω από την πολυλογία περί κακού δημοσίου. Παραδέχεται δηλαδή την προβληματική ένταξη του ελληνικού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, καθώς και το ανέφικτο της σταδιακής μείωσης του χρέους.


Η Αριστερά και η διαφαινόμενη αλλαγή


Είναι εξαιρετικά σημαντικό για την Αριστερά να αξιολογήσει σωστά τη διαφαινόμενη αλλαγή. Ως τώρα έχει συρθεί πίσω από τις εξελίξεις, αρχικά λόγω της θέσης ότι η κρίση είναι πλασματική, κατόπιν λόγω της εξίσου εσφαλμένης θέσης ότι υπάρχουν πολλές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του κεφαλαίου που δε νχρειάζεται να απασχολεί την εργατική τάξη. Πάνω απ’ όλα, η Αριστερά αποδείχτηκε εξαιρετικά διστακτική να αποδεχθεί τα δομικά αίτια της κρίσης, ιδίως όπως αυτά προκύπτουν εντός της ΟΝΕ. Για τους λόγους αυτούς τελικά περιορίστηκε στην κριτική του Μνημονίου, που είναι μεν απολύτως απαραίτητη, αλλά δεν συγκροτεί συνολική πρόταση προς την κοινωνία. Η αντιπαράθεση στο Μνημόνιο αδυνατεί να αντιμετωπίσει τη νέα φάση της κρίσης, η οποία θέτει ζητήματα που βρίσκονται εκτός Μνημονίου, όπως οι μισθοί και η οργάνωση του ιδιωτικού τομέα, καθώς και η αναδιάρθρωση του χρέους.

Για να αξιολογηθεί σωστά η νέα φάση είναι λοιπόν απαραίτητο να εκλείψει η σύγχυση όσον αφορά τα αίτια της κρίσης. Η άποψη ότι «πρόκειται για παγκόσμια κρίση που πηγάζει από τη φύση του συστήματος» είναι φυσικά ορθή, αλλά δεν λέει τίποτε συγκεκριμένο. Από την άλλη, η άποψη ότι η κρίση απορρέει από τον δυναμισμό του ελληνικού κεφαλαίου, που είναι μάλιστα ισότιμος εταίρος των ώριμων καπιταλιστικών χωρών της ΕΕ, είναι τελείως παραπλανητική. Απεναντίας, η κρίση οφείλεται στις αδυναμίες του ελληνικού κεφαλαίου, που λειτούργησαν καταστροφικά όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση του 2008-9 και πλέον φάνηκε η πραγματική φύση της ΟΝΕ. Η απώλεια ανταγωνιστικότητας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, η ροπή προς την ιδιωτική κατανάλωση, ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών, η γιγάντωση των τραπεζών μέσα το σύστημα του ευρώ συνιστούν την ουσία του ελληνικού προβλήματος. Η Ελλάδα είναι καθηλωμένη στην περιφέρεια της ΟΝΕ, μαζί με την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ισπανία, και όλες κυριαρχούνται από το κέντρο. Το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος της περιφέρειας είναι απόρροια αυτής της κατάστασης. Είναι σημαντικό ότι αυτά πλέον λέγονται και από «επίσημα» χείλη, αν και οι μελέτες του RMF τα είχαν από καιρό καταδείξει.

Η καταλυτική διαφορά βρίσκεται φυσικά στο διά ταύτα. Οι κρατούντες επιθυμούν να λύσουν το πρόβλημα με σκληρό ταξικό τρόπο, χωρίς να διακινδυνεύσουν τη στρατηγική επιλογή της συμμετοχής στην ΟΝΕ. Θα επιδιώξουν βελτίωση της ανταγωνιστικότητας συμπιέζοντας τους μισθούς και χειροτερεύοντας τις συνθήκες εργασίας του ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, θα προωθήσουν την απελευθέρωση των αγορών και θα ευνοήσουν τη συγκέντρωση κεφαλαίου στον τραπεζικό και άλλους τομείς. Τα μέτρα αυτά βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με την κυρίαρχη πολιτική λιτότητας στην ΕΕ.

Η Αριστερά θα χάσει και πάλι το τρένο αν αντιμετωπίσει τη νέα φάση της κρίσης σε συνδικαλιστική βάση. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης δεν είναι παρά το αυτονόητο και ελάχιστο. Αυτό που πραγματικά απαιτείται είναι, πρώτον, να καταδειχθεί ότι οι επιλογές των κρατούντων δεν θα οδηγήσουν σε ανάπτυξη, αλλά θα φέρουν στασιμότητα, ανεργία και ακόμη μεγαλύτερη ανισότητα. Δεύτερον, να υπάρξει συνολική πρόταση προς την κοινωνία που θα εμπεριέχει και προοδευτική λύση της κρίσης, πρόταση η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία των τραπεζών και άλλων τομέων της οικονομίας, χωρίς βεβαίως να μιμείται τις αποτυχημένες πρακτικές του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού». Και η οποία δεν θα διστάζει να κατονομάσει την ΟΝΕ ως πηγή του προβλήματος, θέτοντας επί τάπητος το ζήτημα της συνεχιζόμενης συμμετοχής της χώρας στη νομισματική ένωση. Εν ολίγοις, απαιτείται προγραμματική πρόταση που θα ξεκινάει από την ανάλυση της κρίσης, θα προτείνει μεθόδους επίλυσης και θα προωθεί τον κοινωνικό μετασχηματισμό υπέρ της εργασίας.

 

 Η κομβική σημασία της αναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου χρέους

Το δημόσιο χρέος έχει κομβική σημασία στην προγραμματική πρόταση, καθώς πλέον μόνο από θαύμα μπορεί να μπει σε διαχειρίσιμη τροχιά, πράγμα που αντιλαμβάνονται και οι κρατούντες. Όλο και συχνότερα ακούγεται η ιδέα της συναινετικής αναδιάρθρωσης εντός ΟΝΕ, ίσως με επιμήκυνση της αποπληρωμής των δανεικών του Μνημονίου, και αφού επανέλθει κάποια αξιοπιστία στα δημοσιονομικά. Πρόκειται για κακή και εμφανώς ταξική επιλογή. Θα προστατεύσει καταρχήν τα συμφέροντα των δανειστών, κυρίως των εγχώριων και ξένων τραπεζών, χωρίς να μειώσει ουσιαστικά το βάρος του χρέους. Θα σύρει την Ελλάδα σε μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις με αμφίβολα αποτελέσματα. Το ΔΝΤ, για παράδειγμα, ακόμη και αν συναινούσε, θα αντιμετώπιζε μεγάλες καταστατικές δυσκολίες. Δεν θα άρει, τέλος, το βραχνά της λιτότητας που πνίγει την οικονομία.

Η προγραμματική απάντηση της Αριστεράς θα πρέπει να περιλαμβάνει μονομερή παύση πληρωμών και ανάληψη πρωτοβουλίας για τη συνολική αναδιαπραγμάτευση του χρέους. Πράγμα που προϋποθέτει απόλυτη διαφάνεια και κοινωνική κινητοποίηση. Ο στόχος θα πρέπει να είναι το ουσιαστικό «κούρεμα» των δανειστών και το κλείσιμο της εκκρεμότητας το δυνατόν ταχύτερα. Το ύψος του «κουρέματος» θα εξαρτηθεί και από τι θα δείξουν τα βιβλία όταν θα ανοιχτούν δημόσια. Αν η αναδιαπραγμάτευση γίνει γρήγορα και αποφασιστικά, με πρωτοβουλία της Ελλάδας και συμμετοχή της κοινωνίας, θα μπορέσει να άρει το άχθος του χρέους. Παράλληλα θα απαλλάξει τη χώρα από τη μέγγενη της λιτότητας, ενώ θα εγείρει άμεσα το ζήτημα της συμμετοχής στην ΟΝΕ.

Δεν τίθεται βεβαίως θέμα πλήρους άρνησης του χρέους. Ένα μέρος του χρέους ίσως είναι «απεχθές», αλλά προφανώς όχι όλο. Ακόμη, θα πρέπει οπωσδήποτε να αποπληρωθούν τα χρέη προς τα συνταξιοδοτικά ταμεία, ελληνικά και ξένα, καθώς και άλλα παρόμοιας φύσης. Δεδομένου δε ότι θα χρειαστεί να περιέλθουν οι ελληνικές τράπεζες υπό δημόσια ιδιοκτησία, η άρνηση του χρέους θα ισοδυναμούσε με άρνηση του δημοσίου να πληρώσει τον εαυτό του.

Εν συνόψει, η δεύτερη φάση της κρίσης βρίθει δύσκολων και πολύπλοκων ζητημάτων. Η κοινωνία πιθανόν να δώσει στην Αριστερά την ευκαιρία να τα λύσει, όπως έκανε και κατά την πρώτη φάση. Για να μη χαθεί και αυτή, η Αριστερά θα πρέπει να έχει προγραμματική πρόταση, συλλογικά διαμορφωμένη. Η υλική και θεωρητική βάση για το σκοπό αυτό υπάρχει. Μένει να δούμε αν οι πολιτικές και εργατικές οργανώσεις θα αναλάβουν τις ευθύνες τους.

 

* Ο Κώστας Λαπαβίτσας είναι οικονομολόγος

 

 

ΠΗΓΗ:   "Αυγή" της Κυριακής, 10 Οκτωβρίου 2010, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=572842

«Κέντρα ευζωίας» τα ελληνικά νησιά

«Κέντρα ευζωίας» τα ελληνικά νησιά

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Η Ελλάδα εξέρχεται από την κρίση δανεισμού, ισχυρίζονται οι γνωστοί για τη φιλαλήθειά τους κυβερνώντες. Η πατρίς, κύριοι, εσώθη διά μίαν εισέτι φοράν. Ήρθε η ώρα της υπέρτατης δικαίωσης του ενδόξου αυτού τέκνου της, του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. «Παρέμεινες Υπερήφανος, συνειδησιακά Ελεύθερος, ιδεολογικά Αδούλωτος, στους πλατείς καθαρούς ουρανούς, διότι εκεί ανεγνώριζες τον φυσικό σου χώρο», όπως διακήρυττε το 1999 ο πατήρ του γνωστού Μίχαλου (υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ στη χούντα) για ένα ακόμη άξιο τέκνο της ημετέρας πατρίδος, τον Γεώργιο Χ. Παπαδόπουλο.

Με τα ίδια περίπου λόγια και ο πρόεδρος της Deutsche Bank, ο Γιόζεφ Άκερμαν, μέγας φιλάνθρωπος και φιλέλλην – γνωστός στους διεθνείς τραπεζικούς κύκλους για την αδυναμία που τρέφει για όλα τα πλάσματα της φύσης, ιδίως τα κατοικίδια – παρέδωσε στο Βερολίνο το βραβείο Quadriga (τέθριππο) στον κ. Γ. Παπανδρέου με σκοπό να τον τιμήσει για τη θεσπέσια δουλειά που κάνει στην Ελλάδα. Κι ο τιμηθείς, με νοτισμένα τα μάτια από τη συγκίνηση, αναφώνησε σαν άλλη Βούλα Πατουλίδου: «Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο»… Και αφιέρωσε το βραβείο στους Έλληνες, όπως ακριβώς κάνουν οι ντίβες των Όσκαρ όταν απευθύνονται στους κομπάρσους…


Μπορεί να μας στοίχισε λίγο ακριβά αυτό το βραβείο με την εκχώρηση ολόκληρου του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στη δικαιοδοσία της Deutsche Bank, η οποία έχει αναλάβει επισήμως να το «αποτιμήσει», αλλά χαλάλι στο άξιο τέκνο της πατρίδος. Μπορεί να μη γνωρίζουμε ακριβώς πόσο κόστισε στον Έλληνα φορολογούμενο αυτή η γαλαντομία του κ. Άκερμαν, αλλά μπρος σε τέτοια προσωπικότητα ας πάει και το παλιάμπελο. Προκειμένου να προωθήσουμε τη διεθνή καριέρα του κ. Παπανδρέου, ας πληρώνουμε την πρωθυπουργία του μέχρι δεκάτης γενεάς. Ο Έλληνας για το κέφι του υπήρξε πάντα ανοιχτοχέρης…

 

Εστίες κοινωνικής αθλιότητας

 

Και μπορεί ο κ. Άκερμαν να είχε δίκιο όταν είπε στον κ. Παπανδρέου ότι από ’δώ και πέρα μπορεί να δηλώνει υπερήφανα «Ich bin ein Berliner» (Είμαι ένας Βερολινέζος), όμως ο τελευταίος όλο και περισσότερο αποφεύγει ακόμη και τη σκέψη: «Ich bin ein Griehe» (Είμαι ένας Έλληνας). Δείτε, π.χ., πώς απάντησε σε συνέντευξη της «Die Welt» (30.9) σχετικά με την πώληση ελληνικών νησιών. Αναλύοντας το «όραμά» του για τη χώρα, τόνισε ότι «η Ελλάδα οφείλει να γίνει το κέντρο ευζωίας της Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, ορισμένοι μάς πρότειναν να πουλήσουμε μερικά νησιά»…

Δημοσιογράφος: «Δύο Γερμανοί βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού».

Γ.Α. Παπανδρέου: «Μια παράλογη πρόταση! Αυτά τα νησιά είναι θησαυρός για όλους τους Ευρωπαίους. Όχι για λίγους πλούσιους, που θα τα αγοράσουν. Θέλουμε να τα μετατρέψουμε σε νησιά ευζωίας».

Τώρα, αν εσείς νομίζετε ότι τα ελληνικά νησιά είναι ή πρέπει να είναι κέντρα ευζωίας πρώτα απ’ όλα για τους κατοίκους τους, αλλά και για όλους τους υπόλοιπους κατοίκους της χώρας, απλά αυταπατάστε. Αν νομίζετε ότι ετούτος ο τόπος σάς ανήκει, ξεχάστε το. Η χώρα και τα νησιά της στο «όραμα» του κ. Παπανδρέου είναι να μετατραπούν σε κέντρα ευζωίας των Ευρωπαίων, όπως ακριβώς η Κούβα του δικτάτορα Μπατίστα είχε μετατραπεί σε κέντρο ευζωίας των Αμερικάνων.

Αν όλα τα «κέντρα ευζωίας» ανά την υφήλιο συνδέονται με την εκπόρνευση του ντόπιου πληθυσμού, με την άνθιση του οργανωμένου εγκλήματος, με τη γενίκευση της κοινωνικής αθλιότητας και με μια άκρως παρασιτική οικονομία – έρμαιο των βίτσιων της διεθνούς αγοράς, σ’ αυτό δεν φταίει ο κ. Παπανδρέου, αλλά το κακό το ριζικό μας.

Γι’ αυτό και ο κ. Παπανδρέου λειτουργεί ως Ευρωπαίος πολιτικός και όχι ως πρωθυπουργός κυρίαρχου κράτους. Άλλωστε τι έχει απομείνει από την κυριαρχία της χώρας; Μόνο κάτι τυπικά. Η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να τα εξαλείψει κι αυτά. Δεν είναι τυχαίο που η δική μας κυβέρνηση ήταν από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη, που προσυπέγραψε και αποδέχτηκε τη μετατροπή της ευρωζώνης σε γαλλογερμανικό Νταχάου κάτω από το νέο καθεστώς της «οικονομικής διακυβέρνησης».

 

Φορολογία… Αλ Καπόνε!

 

Πριν καν δημοσιοποιηθούν οι 6 βασικές προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που προβλέπουν την ασφυκτική εποπτεία των δημόσιων και μακροοικονομικών λειτουργιών της οικονομίας και την αυτοματοποίηση των κυρώσεων εναντίον των κρατών – μελών, πριν ζητηθεί επίσημα από τα κράτη – μέλη να νομιμοποιήσουν αυτές τις αντιδραστικές αλλαγές με κυβερνητικές νομοθετικές πράξεις, η δική μας κυβέρνηση είχε ήδη συμμορφωθεί. Ο κ. Παπακωνσταντίνου ήδη από τις 7.9 σε συνέντευξή του στο περιθώριο των συμβουλίων Eurogroup και Ecofin δήλωνε:

«Όπως ξέρετε, υπάρχει συμφωνία για το “Ευρωπαϊκό Εξάμηνο”. Το “Ευρωπαϊκό Εξάμηνο” είναι μια αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του πλαισίου του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με βάση αυτό θα υπάρξει μια συζήτηση. Θα υπάρχει τον Απρίλιο κάθε έτους η υποβολή των σχεδίων από κάθε χώρα, των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αλλά και προγραμμάτων μεταρρυθμίσεων. Εδώ θέλω να τονίσω ότι η Ελλάδα, από τον Ιούλιο, έχει ένα νέο δημοσιονομικό πλαίσιο με την ψήφιση του σχετικού νόμου στη Βουλή που εναρμονίζεται πλήρως και, θα έλεγα, εκ των προτέρων στην αλλαγή αυτή του “Ευρωπαϊκού Εξαμήνου”».

Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση όχι μόνο συμφώνησε με το «εαρινό εξάμηνο», που συνιστά την ουσιαστική μεταφορά της αρμοδιότητας κατάρτισης του κρατικού προϋπολογισμού στις Βρυξέλλες, αλλά είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος για τη νομιμοποίησή του με νόμο από τον Ιούλιο. Φυσικά, η κυβέρνηση ούτε και με την αυτοματοποίηση των κυρώσεων είχε κανένα πρόβλημα. Για έναν πρωθυπουργό και υπουργούς που έχουν συνηθίσει να εκτελούν εντολές άνωθεν και έξωθεν, όλα αυτά δεν είναι παρά λεπτομέρειες. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να ολοκληρώσουν την κατεδάφιση της χώρας το ταχύτερο δυνατό, κάτι που στην ορολογία του ΔΝΤ και της Ε.Ε. ονομάζεται «διαρθρωτική αλλαγή».

Έτσι η κυβέρνηση προβαίνει στην περαίωση των φορολογικών δηλώσεων, όχι μόνο επιβεβαιώνοντας τη μόνιμη τακτική… Αλ Καπόνε που έχει υιοθετήσει το κράτος απέναντι στους φορολογούμενους, δηλαδή το να πουλά προστασία, αλλά και για έναν άλλο πολύ πιο σοβαρό λόγο. Η κυβέρνηση βιάζεται να μηδενίσει το κοντέρ με τις εκκρεμούσες φορολογικές υποθέσεις, όχι τόσο για να εισπράξει μέρος από τα καθυστερούμενα, αλλά για να ανοίξει τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών πιστοποίησης και είσπραξης των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση από τις 21.4 έχει ανακοινώσει την παράδοση της «τύχης» εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τόσο στο σκέλος των εσόδων όσο και σε αυτό των δαπανών, σε πέντε πολυεθνικές: Arthur Andersen, Deloitte & Touche, Ernst and Young, KPMG, Price Waterhouse Coopers. Η ανάληψη των καθηκόντων τους συνδέεται με την εκκαθάριση του τοπίου στον τομέα της φορολογίας. Δεν μπορούν να υπάρχουν φορολογικές εκκρεμότητες τις οποίες έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να χειριστεί ο ιδιωτικός φορέας. Ούτε μόνιμο τακτικό προσωπικό στις ΔΟΥ και τις εφορίες. Άλλωστε ο κ. Παπακωνσταντίνου έχει δηλώσει ότι θα κλείσουν οι ΔΟΥ που δεν αποφέρουν έσοδα.

Αυτός είναι ο λόγος που ο μέγας και πολύς κ. Πάγκαλος ανέλαβε να ξεμπερδέψει με τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Όχι μόνο επειδή η τρόικα απαιτεί πάνω από 170 χιλιάδες απολύσεις μόνιμου τακτικού προσωπικού του δημόσιου τομέα, αλλά και γιατί έτσι ανοίγει ο δρόμος για την ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του κ. Πάγκαλου, μόνο για τις ένοπλες δυνάμεις, τις δυνάμεις ασφαλείας και το ΣΔΟΕ πρέπει να διατηρηθεί η μονιμότητα. Για όλους τους υπόλοιπους δεν είναι, υποτίθεται, απαραίτητη. Ούτε για τον εκπαιδευτικό, τον νοσηλευτή, τον γιατρό, τον κοινωνικό λειτουργό ούτε για κανέναν.

 

Υπεράνω όλων η «πειθαρχία»

 

Η προσέγγιση αυτή δεν παραπέμπει μόνο σε μια χυδαία αντίληψη για το κράτος, που το θέλει υποχείριο και κτήμα του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, των ημετέρων και των υποτακτικών του, χωρίς ούτε καν τους τυπικούς περιορισμούς που θέτει η μονιμότητα. Υποδηλώνει επίσης και τον τρόπο που θέλει η κυβέρνηση τη λειτουργία του κράτους. Όταν τελειώσει με τις «διαρθρωτικές αλλαγές», το κράτος θα έχει ιδιωτικοποιήσει κάθε λειτουργία του εκτός από την κατασταλτική.

Ο μόνος ρόλος που επιφυλάσσουν για το κράτος είναι να καταστέλλει την κοινωνία και τις αντιδράσεις της, να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος που διαρκώς θα αυξάνεται και να επιδοτεί τα ιδιωτικά μονοπώλια που θα έχουν αναλάβει όλες τις άλλες λειτουργίες του. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλες τις Μπανανίες του νεοφιλελευθερισμού.

Αυτή είναι η εσωτερική πτυχή της «ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης». Δεν υπάρχει πια κανένα σημείο επαφής της κυρίαρχης πολιτικής με την πραγματικότητα. Αντίθετα, η ίδια η πραγματικότητα αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο χειραγώγησης της καθαρής θέλησης. Το τι θέλουν οι γραφειοκράτες, οι τραπεζίτες και οι επενδυτές έχει σημασία. Η πραγματικότητα, η οικονομία και φυσικά η ζωή οφείλουν να πειθαρχήσουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λορέντζο Μπίνι Σμάγκι της διοίκησης της ΕΚΤ, σε ομιλία του (15.9) στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου, είπε τα εξής:

«Τώρα υπάρχει μια ευρεία συναίνεση σχετικά με το τι πήγε στραβά. Το σύστημα δεν είναι σε θέση να επιβάλει την πειθαρχία που είναι αναγκαία σε μια νομισματική ένωση. Πιο συγκεκριμένα, οι μηχανισμοί που είχαν σχεδιαστεί να προωθήσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία δεν λειτούργησαν όπως αναμενόταν… Οι χώρες της ευρωζώνης δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το νομισματικό εργαλείο για να απαξιώσουν το χρέος τους, έτσι η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών έφερε στην επιφάνεια μια σειρά θεμάτων τα οποία δεν είχαν πλήρως κατανοηθεί στην αρχή της ΟΝΕ.

Το πρώτο είναι ότι οι χώρες μπορεί να έχουν προβλήματα στην εξυπηρέτηση των χρεών τους. Αυτό δεν θεωρήθηκε σημαντικό γιατί το ΣΣΑ υποτίθεται ότι θα απέτρεπε κάτι τέτοιο από το να συμβεί.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές μπορούν να αλλάξουν γρήγορα την αξιολόγησή τους για τη φερεγγυότητα μιας χώρας… Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να κερδίσει χρήματα από τη χρεοκοπία μιας επιχείρησης, ή ακόμη και μιας χώρας, δίχως να έχει επενδύσει ποτέ σ’ αυτή, θέτει ζητήματα που σχετίζονται με τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών και τα οποία δυστυχώς δεν έχουν αντιμετωπιστεί – κατά τη γνώμη μου – στις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις.

Το τρίτο πρόβλημα είναι ότι μια κρατική πτώχευση μπορεί να έχει συστηματικές συνέπειες σε μια νομισματική ένωση σαν αποτέλεσμα των χρηματοπιστωτικών διασυνδέσεων. Αυτό εξηγεί το γιατί οι κίνδυνοι που επηρεάσαν ένα σχετικά μικρό μέρος της ευρωζώνης κατά τη διάρκεια της προηγούμενης άνοιξης είχε τόσο σημαντικές συνέπειες πάνω στο ευρώ».

 

Μαστιγώνουν τον Ελλήσποντο

 

Η λογική αυτή, που θέλει με κανόνες και πλαίσια να πειθαρχήσει διαδικασίες και φαινόμενα που πηγάζουν αυθόρμητα από τη ίδια την εσωτερική λειτουργία της οικονομίας, μοιάζει με τον Πέρση βασιλιά Ξέρξη, που έβαλε να μαστιγώσουν τον Ελλήσποντο γιατί δεν υπάκουε στις διαταγές του. Στην ίδια λογική ο Μπίνι Σμάγκι αποφαίνεται:

«Όποια αλλαγή στη θεσμική συγκρότηση του ευρώ θα πρέπει να ξεκινά με το να αποφύγει τις ίδιες απλοϊκές παραδοχές που έγιναν στο παρελθόν. Ας μου επιτραπεί να αναφέρω τρεις.

Η πρώτη είναι να νομίζει κανείς ότι οι αγορές έχουν πάντα δίκιο και ότι είναι σε θέση να πειθαρχήσουν τις χώρες και τα χρέη τους. Οι αγορές έκαναν λάθη στο παρελθόν με το να υποτιμούν τον κίνδυνο, είναι το ίδιο πιθανό να το ξανακάνουν τώρα με την υπερτίμησή του και σίγουρα θα κάνουν λάθη στο μέλλον. Το να αφήσει κανείς στις αγορές το καθήκον να πειθαρχήσουν τις πολιτικές του προϋπολογισμού και να αναγκάσουν τα κράτη – μέλη να κάνουν διορθωτικές κινήσεις είναι μια αυταπάτη που μόνο οι οικονομολόγοι μπορούν να έχουν.

Αν πραγματικά θέλουμε να προλάβουμε και να διορθώσουμε ανισορροπίες, ειδικότερα δημοσιονομικές ανισορροπίες, χρειαζόμαστε ισχυρότερους θεσμικούς μηχανισμούς, στο επίπεδο της ευρωζώνης, αλλά και στο εσωτερικό των κρατών. Αυτό σημαίνει περισσότερους κανόνες και αυτόματες κυρώσεις.

Το δεύτερο λάθος είναι να νομίζει κανείς ότι οι κρίσεις μπορούν να αποφευχθούν. Κρίσεις εκδηλώθηκαν στο παρελθόν και είναι πιθανό να εκδηλωθούν στο μέλλον, λόγω μετάδοσης της μόλυνσης. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι γι’ αυτές και να είμαστε σε θέση να τις διαχειριστούμε αποτελεσματικά.

Το τρίτο λάθος είναι να νομίζει κανείς ότι υπάρχουν εύκολες ή “συντεταγμένες” λύσεις στις κρίσεις. Οι κρίσεις είναι ακατάστατες, μεταδοτικές και έχουν ακούσιες συνέπειες».

Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, αυτό που χρειάζεται είναι να διατάξουμε την οικονομία να μην αρρωστήσει, να μην εμφανίσει συμπτώματα όπως είναι τα ελλείμματα και το χρέος. Δεν μας ενδιαφέρει τι τα προκαλεί, ποιες είναι εκείνες οι διαδικασίες που αντικειμενικά γεννούν αυτά τα συμπτώματα. Απλώς δεν πρέπει να υπάρχουν. Και για να γίνει αυτό επιβάλλουμε καθεστώς κυρώσεων και ασφυκτικού ελέγχου. Ένα καθεστώς του αποφασίζουμε και διατάσσουμε, όπου λαοί και χώρες δεν έχουν παρά να πειθαρχήσουν.

Έχει δίκιο ο καθηγητής Μάικλ Χάντσον όταν έγραψε πρόσφατα για «χρηματοπιστωτικό πραξικόπημα» στην ευρωζώνη:

«Η Ευρώπη πρέπει να μετατραπεί σε δημοκρατία της μπανάνας με τη φορολόγηση της εργασίας – όχι του χρήματος και της πίστης, των εταιρειών ασφάλισης και ακινήτων. Οι κυβερνήσεις πρέπει να επιβάλουν βαρύτερους φόρους επί της απασχόλησης και των πωλήσεων και ταυτόχρονα να περικόψουν δραστικά συντάξεις και άλλες δημόσιες δαπάνες…

Αυτό απαιτεί δικτατορία και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει αναλάβει αυτήν την εξουσία από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις. Η “ανεξαρτησία” της από οιονδήποτε πολιτικό έλεγχο εκθειάζεται ως “σήμα κατατεθέν της δημοκρατίας” από τη σημερινή νέα χρηματιστική ολιγαρχία.

Αυτή η παραπλανητική αναφορά θυμίζει την άποψη του Πλάτωνα ότι η ολιγαρχία είναι απλώς το πολιτικό στάδιο που ακολουθεί τη δημοκρατία. Το επόμενο βήμα της νέας εξουσιαστικής ελίτ σ’ αυτό το αιώνιο πολιτικό τρίγωνο είναι το να μετατρέψει τον εαυτό της σε κληρονομική – καταργώντας ως αρχή τις φορολογίες της περιουσίας – έτσι ώστε να μετατραπεί σε αριστοκρατία… Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια εποχή ολοκληρωτικής νεοφιλελεύθερης εξουσίας» («Counterpunch», Weekend Edition, October 1-3, 2010).

Το ερώτημα είναι:

Γιατί η χώρα και ο λαός της πρέπει να αποδεχτούν αυτήν τη μετεξέλιξη της ευρωζώνης και της Ε.Ε.;

Ποιος περίεργος και τερατώδης λόγος τής επιβάλλει να τα υπομένει όλα αυτά;

Μήπως τελικά η απαλλαγή από το δημόσιο χρέος είναι μια καλή ευκαιρία για να απαλλαγούμε τελειωτικά και από τα δεσμά που εξυφαίνονται στην Ε.Ε. ερήμην και εις βάρος των λαών;

 

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 07-10-10, http://www.topontiki.gr/article/10284

Mέτρα λιτότητας – αύξηση ελλειμμάτων

Τα μέτρα λιτότητας οδηγούν συχνά σε αύξηση ελλειμμάτων

 

Συνέντευξη του JAN Α. KREGEL

(Από τους επιφανέστερους μετα-κεϊνσιανιστές οικονομολόγους) στον Χρόνη Πολυχρονίου

 


 

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ αποδείξεις ότι το κρατικό χρέος και τα ελλείμματα επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη, υπογραμμίζει ο διεθνούς φήμης οικονομολόγος Jan Kregel. Ο ίδιος σημειώνει πως οι προοπτικές ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία είναι σχεδόν ανύπαρκτες όσο ακολουθεί την πολιτική του ΔΝΤ και της Ε.Ε.

Με εξαίρεση τη Γερμανία, οι ευρωπαϊκές οικονομίες βρίσκονται σε ύφεση και οι κυβερνήσεις επιβάλλουν αυστηρά μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας και λιτότητας.

Δύο συσχετιζόμενες ερωτήσεις: πρώτον, επηρεάζουν την ανάπτυξη οι υψηλές αναλογίες κρατικού χρέους (βασικό αξίωμα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης), και, δεύτερον, λειτουργούν θετικά τα μέτρα λιτότητας σε περιόδους οικονομικής ύφεσης;

 

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι υψηλές αναλογίες κρατικού χρέους επηρεάζουν την ανάπτυξη. Τρέχουσες αναλογίες υψηλού χρέους είναι το αποτέλεσμα (προηγούμενων) συσσωρευμένων ελλειμμάτων. Ένας σημαντικότερος δείκτης είναι το ποσοστό αλλαγής της αναλογίας του χρέους στο ΑΕΠ, που δείχνει ότι τα φορολογικά ελλείμματα αυξάνονται γρηγορότερα από το ΑΕΠ. Εδώ είναι σημαντικό να δούμε το δεύτερο σκέλος του ζητήματος, που έχει να κάνει με την επίπτωση των ελλειμμάτων στην ανάπτυξη. Εξ ορισμού, μια αύξηση του κρατικού ελλείμματος θα αυξήσει το εθνικό εισόδημα, εκτός αν υπάρχει μια αντισταθμίζουσα αλλαγή στη συμπεριφορά των νοικοκυριών ή του επιχειρηματικού τομέα. Υπάρχει μια σχολή σκέψης που υποστηρίζει ότι ένα κυβερνητικό έλλειμμα θα αναγκάσει τις οικογένειες να αποταμιεύσουν περισσότερο και τις επιχειρήσεις να κάνουν λιγότερες επενδύσεις, αντισταθμίζοντας ακριβώς τον αντίκτυπο της κρατικής δαπάνης. Εντούτοις, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ότι τέτοιες αντιδράσεις πραγματοποιούνται.

Τώρα μπορούμε να απαντήσουμε στην ερώτηση σας σχετικά με τα μέτρα λιτότητας. Τα μέτρα λιτότητας μειώνουν την ανάπτυξη και, ως επακόλουθο, τα έσοδα από φόρους για το κράτος, οδηγώντας συχνά σε αύξηση των ελλειμμάτων. Αυτό συνέβη στην Αργεντινή το 1999 και το 2000. Ο μοναδικός τρόπος που θα μπορούσαν τα μέτρα λιτότητας να έχουν θετικό όφελος στην ανάπτυξη είναι εάν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αποφασίσουν να αυξήσουν τα έξοδά τους την ίδια στιγμή που τα εισοδήματά τους και οι πωλήσεις τους πέφτουν. Αλλά, ξανά, μια τέτοια αντίδραση δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ κατά τη διάρκεια μιας συνεχούς χρονικής περιόδου.

 

Σχεδόν ολότελα χρεοκοπημένη, η οικονομική πολιτική της Ελλάδας έχει τώρα περάσει στα χέρια του ΔΝΤ και της Ε.Ε. Όμως οι αγορές δεν εμφανίζουν κανένα σημάδι εμπιστοσύνης στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Ποιες είναι οι απόψεις σας σχετικά με αυτή την κατάσταση;

 

Η επιτυχία του νέου πακέτου οικονομικής πολιτικής εξαρτάται από την ανάπτυξη που θα αποφέρει μεγαλύτερα ποσοστά φόρου για το κράτος και θα δημιουργήσει ένα πλεόνασμα που θα διατεθεί για την αποπληρωμή κρατικών ομολόγων που εκκρεμούν. Δεδομένου ότι ο άμεσος αντίκτυπος της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται στην Ελλάδα είναι η μείωση των εγχώριων εισοδημάτων, η μόνη πηγή αυξανόμενων δαπανών είναι μέσω εξαγόμενων αγαθών στους ξένους αγοραστές. Ο κανονικός τρόπος για να γίνει αυτό είναι με την υποτίμηση του νομίσματος, όμως αυτό είναι αδύνατο στην περίπτωση της Ελλάδας εφόσον έχει δοθεί όρκος στη διατήρηση του ευρώ. Η άλλη δυνατότητα είναι οι ξένοι αγοραστές να έχουν υψηλότερα εισοδήματα ή να αντικαταστήσουν τα προϊόντα άλλων χωρών με ελληνικά προϊόντα. Σε παγκόσμια κλίμακα, πάντως, τα εισοδήματα δεν αυξάνονται, με εξαίρεση αυτών σε μερικές ασιατικές χώρες, αλλά οι εκεί οικονομίες στηρίζονται καθαρά στις εξαγωγές και όχι στις εισαγωγές. Κατά συνέπεια, με τις προοπτικές της ελληνικής ανάπτυξης να είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμες, η δυνατότητα να ξεπληρωθεί το κρατικό χρέος είναι πολύ περιορισμένη εκτός και αν υπάρξει κάποια πρόσθετη βοήθεια από την ΕΚΤ ή τα άλλα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ξένοι επενδυτές κινούνται όχι με βάση την απόδοση της ελληνικής οικονομίας, αλλά με βάση τις ενέργειες των οργάνων της Ε.Ε. για διάσωση της ελληνικής κυβέρνησης. Καθώς κάτι τέτοιο εμφανίζεται όλο και λιγότερο πιθανό, τα spreads για το ελληνικό χρέος θα συνεχίσουν να αυξάνονται, κάνοντας όλο και πιο δύσκολη την αποπληρωμή του χρέους.

 

Πιστεύετε ότι κινδυνεύει το μέλλον της ευρωζώνης;

 

Ναι. Αν δεν υπάρξει κάποιος μηχανισμός που θα εξασφαλίσει ότι το διευρωπαϊκό εμπόριο είναι ισορροπημένο, χώρες όπως η Γερμανία θα συνεχίσουν να κλέβουν ζήτηση από την υπόλοιπη ευρωζώνη και να εμφανίζονται ότι πάνε καλά οικονομικά όταν, στην πραγματικότητα, αυτό είναι αποτέλεσμα των ελλειμμάτων και της αργής ανάπτυξης στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Η άλλη εναλλακτική λύση θα ήταν ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων μέσα στην ευρωζώνη, που θα απαιτούσε τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού προϋπολογισμού για την Ε.Ε., αλλά αυτό το σενάριο φαίνεται μάλλον απίθανο. Η Γερμανία θεωρεί ότι στηρίζει τις οικονομίες στην ευρωζώνη που χωλαίνουν, αλλά στην πραγματικότητα γίνεται το αντίθετο: οι χώρες με ελλείμματα είναι αυτές που στηρίζουν την πολιτική επαίτη για τους γείτονες που ασκεί η Γερμανία.

Τέλος, το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει οποιαδήποτε οικονομία στην ευρωζώνη είναι ότι έχει παραδώσει τη νομισματική της κυριαρχία στην ΕΚΤ. Η εξυπηρέτηση του χρέους απαιτεί κρατικό πλεόνασμα στον προϋπολογισμό. Εάν οι οικονομίες της ευρωζώνης θέλουν να εξασφαλίσουν ότι δεν θα αντιμετωπίζει δημοσιονομικά προβλήματα και προβλήματα χρηματοδότησης πρέπει να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν πλεονάσματα, όπως η Γερμανία. Αλλά αυτό δεν μπορούν να το κάνουν συγχρόνως όλες οι οικονομίες της ευρωζώνης, εκτός αν όλες βασίζονται στην ανάπτυξη της ξένης ζήτησης για τα αγαθά τους. Το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι ότι μια τέτοια προσπάθεια οδηγεί στη στασιμότητα, που τελικά θα αποδειχθεί πάρα πολύ δαπανηρή πολιτικά και η ευρωζώνη είτε θα καταρρεύσει είτε θα αλλάξει ο τρόπος που λειτουργεί η ΕΚΤ ή θα καθιερωθεί μια δημοσιονομική οικονομική της Ε.Ε.

 

Ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς είναι ένα εγγενώς ασταθές σύστημα και οι απορυθμισμένες χρηματοοικονομικές διαδικασίες των τελευταίων 15-20 ετών μάς οδήγησαν στην παρούσα παγκόσμια κρίση. Πόσο πιθανό είναι να υπάρξουν παγκόσμιες ρυθμίσεις στο πλαίσιο ενός νέου Bretton Woods;

 

Το σύστημα Bretton Woods είχε ελάχιστα να κάνει με την απορύθμιση των χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Αυτό ήταν, πρωτίστως, αποτέλεσμα της κατάρρευσης του αμερικανικού συστήματος ρύθμισης των χρηματαγορών το οποίο βασιζόταν στον διαχωρισμό μεταξύ καταθετικών τραπεζών και επενδυτικών τραπεζικών διεργασιών. Εντούτοις, η πτώση του συστήματος του Bretton Woods και η εισαγωγή των εύκαμπτων συναλλαγματικών ισοτιμιών συνέβαλαν στη δημιουργία των αγορών παραγώγων στο ξένο συνάλλαγμα και στα επιτόκια και την εκρηκτική άνοδο των παγκόσμιων ροών κεφαλαίου. Οι σημαντικότερες πηγές αστάθειας εντοπίζονται, συνεπώς, στην παγκόσμια λειτουργία των μεγάλων χρηματοοικονομικών θεσμών και στις παγκόσμιες ροές κεφαλαίου. Είναι απίθανο ότι ένα άλλο σύστημα Bretton Woods θα ήταν σε θέση να επιλύσει αυτά τα προβλήματα. Αυτά θα μπορούσαν, εντούτοις, να επιλυθούν σε εθνικό επίπεδο με την αποσυναρμολόγηση των τραπεζών που είναι «πολύ μεγάλες για να αποτύχουν», με την εισαγωγή κανονισμών που περιορίζουν τις παγκόσμιες ροές κεφαλαίου και αυξάνουν το κόστος των πολυεθνικών επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε πολιτικές outsourcing παραγωγής.

 

* Ο Jan Α. Kregel είναι ένας από τους εξέχοντες μετα-κεϊνσιανιστές οικονομολόγους.  Σπούδασε στο Κέιμπριτζ (με τους Joan Robinson και Nicholas Kaldor) και ολοκλήρωσε τις διδακτορικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο Rutgers των ΗΠΑ.

Διατέλεσε επικεφαλής πολιτικής ανάλυσης και ανάπτυξης στο Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών και ειδικός σύμβουλος στα διεθνή χρηματοοικονομικά και μακροοικονομικά στο γραφείο της Νέας Υόρκης του Συνεδρίου των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη.

Ήταν επί χρόνια κάτοχος της έδρας Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και από το 2006 είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών και Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Ταλίν στην Εσθονία.

 

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση,  Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=news.el.oikonomia&id=211915

 

Το μαύρο σενάριο για εξεύρεση 300 δις ευρώ

Το μαύρο σενάριο για την εξεύρεση 300 δις ευρώ

 

Του Πάνου Παναγιώτου*

 

 

Όταν πριν από 200 χρόνια το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, βρισκόμενο σε απελπιστική οικονομική κατάσταση, στράφηκε στην Ευρώπη προς αναζήτηση δανεικών κεφαλαίων, οι έμποροι χρέους έθεσαν για πρώτη φορά σε λειτουργία έναν τύπο ομολόγων που είχαν κατασκευαστεί μερικές δεκαετίες νωρίτερα, τα οποία ονομάζονταν «καλυμμένα».  Επρόκειτο για δάνεια που διέπονταν από μία ειδική νομοθεσία εξαιρετικά ευνοϊκή για τους δανειστές, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, καλύπτονταν επί του συνόλου του δανείου τους προς την Ελλάδα με εμπράγματες ασφάλειες επί της δημόσιας περιουσίας και είχαν την άδεια να εποπτεύουν την ελληνική οικονομία και να αποφασίζουν πώς θα γινόταν η διαχείριση των δημόσιων οικονομικών με τρόπο τέτοιο ώστε να εξασφαλίζονταν πρώτα η αποπληρωμή των δόσεων των δανείων και έπειτα οτιδήποτε άλλο, όπως δαπάνες για την άμυνα, για δημόσια έργα, για την υγεία κλπ.

Στην Ελλάδα του σήμερα συμβαίνει κάτι παρόμοιο, με το μηχανισμό στήριξης να αποτελεί στην ουσία του ένα μηχανισμό μεταφοράς του ελληνικού χρέους από τις τράπεζες προς το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και τα κράτη της ΕΕ με την παράλληλη μετατροπή του ελληνικού χρέους από διεπόμενο από το ελληνικό δίκαιο σε διεπόμενο από το αγγλικό και από ελεύθερο από εμπράγματες ασφάλειες επί του ελληνικού δημοσίου σε επιβαρυμένο με αυτές αλλά και με την άδεια στους νέους δανειστές της Ελλάδας να διαχειρίζονται τα οικονομικά της έτσι ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι αποπληρωμές των δόσεων θα γίνονται κανονικά.

Αν οι δόσεις πληρώνονται στην ώρα τους η Ελλάδα θα μπορεί να παραμένει στην αγκαλιά του μηχανισμού στήριξης. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν είναι δεδομένο ότι θα συμβεί καθώς το ελληνικό χρέος αυξάνεται αντί να μειώνεται και θα ανέρχεται στα 400 δις ευρώ μέχρι το 2012 (στοιχεία από το Bloomberg) ενώ, ήδη, σήμερα οι δόσεις της Ελλάδας ανέρχονται στα 4 δις ευρώ μηνιαίως, ποσό το οποίο είναι υπέρογκο. Επιπλέον και ως γνωστό, η Ελλάδα δεν ελέγχει το νόμισμα της ώστε να μπορεί να το υποτιμήσει, δεν έχει πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων ώστε να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της, ταλανίζεται από τον υψηλότερο πληθωρισμό στην Ευρώπη, το μεγαλύτερο αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης, ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας ενώ τρέχει ένα δημοσιονομικό πρόγραμμα με τα σκληρότερα μέτρα που έχουν ληφθεί ποτέ σε χώρα εν καιρώ ειρήνης τουλάχιστον από το 1980 (σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ).

Έτσι, ένα σενάριο που δε μπορούμε σε καμία περίπτωση να αποκλείσουμε είναι αυτό που θέλει τις ανάγκες της Ελλάδας για δανεικά κεφάλαια να αυξάνονται στα επόμενα χρόνια την ώρα που η ικανότητα της για αποπληρωμή των δανειακών της υποχρεώσεων θα μειώνεται.

Όταν η Ρωσία είχε βρεθεί σε ένα λιγότερο ασφυκτικό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον από αυτό στο οποίο βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα, αναγκάστηκε να πουλήσει 20 από τις 27 χιλιάδες δημόσιες επιχειρήσεις της περίπου στο 10% της πραγματικής τους αξίας (μεταξύ του 1993 και 1995) αλλά ακόμη και έτσι δε μπόρεσε να αποτρέψει την χρηματοπιστωτική κρίση που τη χτύπησε λίγα χρόνια αργότερα, φτάνοντας την στα όρια της πτώχευσης. Μα ακόμη και αν η Ελλάδα αποφασίσει να πουλήσει σε τιμή ευκαιρίας όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, τα χρήματα που θα συγκεντρώσει είναι ελάχιστα μπροστά σε αυτά που απαιτούνται για να βγει από την κρίση στην οποία έχει επέλθει.

Υπάρχει, όμως, κάτι άλλο το οποίο θα μπορούσε να βγάλει προς πώληση και σύμφωνα με πληθώρα στοιχείων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας από το Νοέμβριο του 2009 μέχρι σήμερα αλλά και με στοιχεία από πρόσφατη έρευνα του Bloomberg αυτό είναι δημόσια γη και ελληνικά νησιά που ανήκουν στο κράτος, η συνολική αξία των οποίων φτάνει τα 300 δις ευρώ. Και πριν βιαστεί κανείς να σκεφτεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση ποτέ η Ελλάδα να προβεί σε μία τέτοιου είδους πώληση είναι καλό να λάβει υπόψη του ότι, ήδη, από τον Ιανουάριο του 2010 έχουν γίνει σχετικές δηλώσεις από Έλληνες ιθύνοντες που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη τέτοιας πρόθεσης, ενώ μετά την υπογραφή της συμφωνίας για το μηχανισμό στήριξης οι δανειστές της Ελλάδας έχουν, πλέον, το δικαίωμα να βγάλουν μόνοι τους αυτήν την κρατική περιουσία προς πώληση προκειμένου να εισπράξουν τα χρήματα που της έχουν δανείσει, σε περίπτωση που η Ελλάδα καθυστερήσει στην αποπληρωμή των δόσεων των δανείων της.

Και αν τελικά το σενάριο αυτό επιβεβαιωθεί και η Ελλάδα αναγκαστεί να πουλήσει δημόσια γη και ελληνικά νησιά προκειμένου να ξεπληρώσει τους δανειστές της, το κακό που θα την έχει χτυπήσει θα είναι διπλό καθώς από τη μία θα έχει χάσει για πάντα εδάφη της και από την άλλη θα τα έχει δώσει σε τιμή ευκαιρίας μέσα σε ένα καθεστώς οικονομικής απελπισίας. Το χειρότερο όλων, ωστόσο, θα είναι αν μία τέτοια κίνηση βρει έρεισμα στο λαό, ο οποίος όντας σε κατάσταση εξαθλίωσης αποδεχτεί κάτι που μέχρι τότε θα θεωρούσε αδιανόητο.

 

* Ο Πάνος Παναγιώτου είναι Διευθυντής Ελληνικής Κοινότητας Τεχνικής Ανάλυσης,  info@ekta1.gr

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 08 Οκτώβριος 2010 23:35,  http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/——300—2010100828634/

Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης

Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης

 

Του Slavoj Žižek*



Μετάφραση: Πέτρος Παπακωνσταντίνου


Στις φετινές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον των μέτρων λιτότητας στην ευρωζώνη – στην Ελλάδα και, σε μικρότερη έκταση, σε Ιρλανδία, Ιταλία και Ισπανία – ήρθαν σε αντιπαράθεση δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Η κυρίαρχη αφήγηση του κατεστημένου προτείνει μια απο-πολιτικοποιημένη εκδοχή της κρίσης ως φυσικού γεγονότος: τα ρυθμιστικά μέτρα παρουσιάζονται όχι ως αποφάσεις στο έδαφος πολιτικών επιλογών, αλλά ως προσταγές μιας ουδέτερης οικονομικής λογικής – αν θέλουμε να σταθεροποιήσουμε την οικονομία μας, είμαστε υποχρεωμένοι να καταπιούμε το πικρό χάπι. Η άλλη αφήγηση, των εργατών, φοιτητών και συνταξιούχων που διαμαρτύρονται, βλέπει τα μέτρα λιτότητας ως άλλη μία απόπειρα του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου να αποδιαρθρώσει τα υπολείμματα κοινωνικού κράτους (…).

Αν και υπάρχει δόση αλήθειας και στις δύο αφηγήσεις, στο θεμελιώδες περιεχόμενό τους είναι και οι δύο εσφαλμένες. Η αφήγηση του κατεστημένου αποσιωπά το γεγονός ότι τα τεράστια ελλείμματα συσσωρεύτηκαν ως αποτέλεσμα των τεραστίων κονδυλίων που διατέθηκαν για τη διάσωση των μεγάλων τραπεζών από τα κράτη και από την πτώση των δημοσίων εσόδων λόγω της ύφεσης. Αλλά και το γεγονός ότι το μεγάλο δάνειο που έλαβε η Αθήνα προορίζεται για την αποπληρωμή του ελληνικού χρέους στις μεγάλες γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Από την άλλη πλευρά, η αφήγηση των αντιφρονούντων αποτυπώνει από άλλη μία σκοπιά τη μιζέρια της σημερινής Αριστεράς: Οι διεκδικήσεις της δεν έχουν θετικό, προγραμματικό περιεχόμενο, αλλά μόνο μια γενικευμένη άρνηση απέναντι στις επιθέσεις που δέχεται το υπάρχον κράτος πρόνοιας. Η ουτοπία δεν βρίσκεται στη ριζοσπαστική αλλαγή του συστήματος, αλλά στην ιδέα ότι μπορεί κανείς να διατηρήσει ένα κράτος πρόνοιας εντός του συστήματος (…).


Ποια Ευρώπη;


Συχνά ακούμε ότι το πραγματικό νόημα της κρίσης στην ευρωζώνη είναι ότι όχι μόνο το ευρώ, αλλά και το ίδιο το σχέδιο της ενωμένης Ευρώπης είναι νεκρό. Πριν όμως υιοθετήσουμε αυτή τη γενική δήλωση, ας τη μεταμορφώσουμε επί το λενινιστικότερον: Η Ευρώπη είναι νεκρή – εντάξει, αλλά ποια Ευρώπη; Η απάντηση είναι: η μετα-πολιτική Ευρώπη της προσαρμογής στην παγκόσμια αγορά, η Ευρώπη που επανειλημμένα «μαυρίστηκε» στα δημοψηφίσματα, η Ευρώπη της τεχνοκρατίας των Βρυξελλών. Η Ευρώπη που παριστάνει τον εκπρόσωπο του ψυχρού, ευρωπαϊκού Λόγου απέναντι στο ελληνικό πάθος και την ελληνική διαφθορά, το μαθηματικό πνεύμα απέναντι στη συγκινησιακή μέθη. Ωστόσο, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, το έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης. Την Ευρώπη που γέννησε την αρχαία ελληνική Δημοκρατία, τη Γαλλική και τη Ρωσική Επανάσταση. Να γιατί πρέπει να αποφύγουμε τον πειρασμό να αντιδράσουμε στη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση με μια αναδίπλωση στα απολύτως κυρίαρχα έθνη – κράτη, εύκολη λεία στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο που δεν γνωρίζει σύνορα και ηπείρους και μπορεί εύκολα να φέρει το ένα έθνος- κράτος σε αντιπαράθεση με το άλλο. Περισσότερο από ποτέ, η απάντηση στην κρίση πρέπει να είναι περισσότερο διεθνιστική και οικουμενική από την οικουμενικότητα του παγκοσμίου κεφαλαίου.

Ένα πράγμα είναι σαφές: Μετά από δεκαετίες κράτους πρόνοιας, κατά τις οποίες οι περικοπές ήταν σχετικά περιορισμένες και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα θα επέστρεφαν σύντομα στη φυσιολογική τους κατάσταση, μπαίνουμε τώρα σε μια περίοδο όπου ένα ορισμένο είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης γίνεται μόνιμο καθεστώς, σταθερά της ύπαρξης, τρόπος ζωής. Φέρνει μαζί της την απειλή πολύ περισσότερο άγριων μέτρων λιτότητας, ακρωτηριασμών κατακτήσεων, συρρίκνωσης των υπηρεσιών υγείας και παιδείας, περισσότερο προσωρινής απασχόλησης (…).

Σ’ αυτό το φόντο, είναι μάταιο να ελπίζουμε ότι η συνεχιζόμενη κρίση θα είναι περιορισμένη και ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός θα συνεχίσει να εγγυάται ένα σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο για διευρυνόμενο πλήθος ανθρώπων. Απέναντι σε μια τέτοια, παράδοξη για ριζοσπάστες, λογική έρχεται να αντιπαρατεθεί το σύνθημα του Μπαντιού: mieux vaut un desastre qu’un desetre- καλύτερα η καταστροφή, παρά η ανυπαρξία! Οφείλουμε να αναλάβουμε το ρίσκο του Συμβάντος, ακόμη κι αν το Συμβάν καταλήξει σε μια «σκοτεινή καταστροφή». Η μεγαλύτερη ένδειξη έλλειψης εμπιστοσύνης της Αριστεράς στον εαυτό της είναι ακριβώς ο φόβος της κρίσης. Μια πραγματική Αριστερά παίρνει την κρίση στα σοβαρά, χωρίς αυταπάτες. Η βασική της ενόραση είναι ότι, αν και οι κρίσεις είναι επώδυνες και επικίνδυνες, παραμένουν αναπόφευκτες και αντιπροσωπεύουν το πεδίο στο οποίο οφείλει να δώσει και να κερδίσει τις μάχες της. Να γιατί σήμερα το παλιό σύνθημα του Μάο Τσετούνγκ ακούγεται επίκαιρο: «Κάθε τι κάτω από τον ουρανό βυθίζεται στο απόλυτο χάος- η κατάσταση είναι εξαιρετική»!


Κράτος και τάξεις


(…) Εδώ είναι που η θεμελιώδης θέση του Μαρξ παραμένει ισχυρή, ίσως μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Για τον Μαρξ, το ζήτημα της ελευθερίας δεν τοποθετείται πρωταρχικά στην καθ’ εαυτήν πολιτική σφαίρα- όπως το θέλει η αντίληψη των θεσμών του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, που όταν θέλουν να κρίνουν το βαθμό φιλελευθερισμού μιας χώρας θέτουν τα ερωτήματα: Έχει ελεύθερες εκλογές; Έχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα; Το κλειδί για την πραγματική ελευθερία βρίσκεται περισσότερο στο «μη πολιτικό» δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων, από την αγορά μέχρι την οικογένεια, όπου η απαιτούμενη αλλαγή δεν είναι η πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων. Δεν ψηφίζουμε για να αποφασίσουμε ποιος θα κατέχει τι ή για τις σχέσεις εργατών- διευθυντών στο εργοστάσιο. Όλα αυτά αφήνονται σε διαδικασίες εκτός της πολιτικής σφαίρας.

Είναι αυταπάτη να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση πραγμάτων απλώς «επεκτείνοντας» τη δημοκρατία σ’ αυτή τη σφαίρα – π.χ. οργανώνοντας «δημοκρατικές» τράπεζες υπό λαϊκό έλεγχο. Η ριζοσπαστική αλλαγή σε αυτό το πεδίο βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Φυσικά, παρόμοιες δημοκρατικές διαδικασίες μπορεί να παίξουν θετικό ρόλο. Παραμένουν όμως στοιχεία του αστικού κράτους, σκοπός του οποίου είναι να εγγυηθεί την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια, ο Μπαντιού είχε δίκιο όταν έλεγε ότι ο τελικός εχθρός σήμερα δεν είναι ο καπιταλισμός, η αυτοκρατορία ή η εκμετάλλευση, αλλά η δημοκρατία. Είναι η αποδοχή των «δημοκρατικών μηχανισμών» ως ύστατου πλαισίου που εμποδίζει το ριζοσπαστικό μετασχηματισμό των καπιταλιστικών σχέσεων.

Στενά συνδεδεμένη με την αναγκαία αποφετιχοποίηση των «δημοκρατικών θεσμών» είναι η αποφετιχοποίηση του αρνητικού τους αντίστοιχου: της βίας. Για παράδειγμα, ο Μπαντιού πρότεινε πρόσφατα την άσκηση «αμυντικής βίας» μέσω της οικοδόμησης ελεύθερων χώρων σε απόσταση από την κρατική εξουσία, έξω από την κυριαρχία της (όπως έγινε με την πρώιμη «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία), όπου η προβολή αντίστασης θα περιορίζεται στις προσπάθειες του κράτους να συντρίψει και να επανακτήσει τον έλεγχο παρόμοιων «απελευθερωμένων ζωνών». Το πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι ότι στηρίζεται σε μια βαθειά προβληματική διάκριση μεταξύ «ομαλής» λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού και «υπερβάλλουσας» χρήσης κρατικής βίας. Ωστόσο η αλφαβήτα του μαρξισμού αναφορικά με την ταξική πάλη βρίσκεται στη θέση ότι η «ειρηνική» κοινωνική ζωή είναι από μόνη της έκφραση της (προσωρινής) νίκης μιας τάξης- της κυρίαρχης. Από τη σκοπιά των κυριαρχούμενων και των καταπιεζομένων, η ίδια η ύπαρξη του κράτους, ως οργάνου ταξικής κυριαρχίας, είναι απόδειξη βίας. Ανάλογα, ο Ροβεσπιέρος υποστήριζε ότι η τυραννοκτονία δεν δικαιολογείται στη βάση της απόδειξης ότι ο βασιλιάς έπραξε κάποιο συγκεκριμένο έγκλημα: η ίδια η ύπαρξη του βασιλιά είναι έγκλημα, προσβολή της λαϊκής ελευθερίας. Με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια, η χρήση βίας από τους καταπιεσμένους εναντίον της κυρίαρχης τάξης και το κράτος της είναι πάντα, σε τελευταία ανάλυση, «αμυντική». (…).

Σε ένα σημείωμα προς τη CIA αναφορικά με τους τρόπους υπονόμευσης της κυβέρνησης Αλιέντε, ο Χένρι Κίσινγκερε έγραψε: «Κάντε την οικονομία να ουρλιάξει»! Πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι ομολογούν ανοιχτά σήμερα ότι η ίδια στρατηγική εφαρμόζεται στη Βενεζουέλα. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Λόρενς Ίγκλμπεργκερ δήλωσε σχετικά στο Fox News: «Η οικονομία της Βενεζουέλας είναι ένα το βασικό όπλο που διαθέτουμε για να αρχίσουμε την εκστρατεία εναντίον του Ούγκο Τσάβες και το οποίο οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε, εννοώ να κάνουμε την οικονομία ακόμη χειρότερη, έτσι ώστε να εξασθενίσουμε την απήχησή του στη χώρα του και στη γύρω περιοχή». Στην παρούσα οικονομική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, προφανώς δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε τυφλές δυνάμεις της αγοράς, αλλά στρατηγικές παρεμβάσεις υψηλού επιπέδου οργάνωσης από τα κράτη και τα οικονομικά κέντρα, τα οποία επιδιώκουν να ξεπεράσουν την κρίση με τους δικούς τους όρους. Σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν πρέπει να βρεθούν στην ημερήσια διάταξη αμυντικά αντίμετρα;

Αυτοί οι συλλογισμοί αναπόφευκτα κλονίζουν τη βολική, υποκειμενική θέση ριζοσπαστών διανοουμένων, καθώς συνεχίζουν τις πνευματικές ασκήσεις που ήταν τόσο αξιοσέβαστες τον εικοστό αιώνα: τις θεωρίες περί «καταστροφής» των πολιτικών θέσεων. Ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ είδαν την καταστροφή ως κορύφωση της «διαλεκτικής του διαφωτισμού» στον «διοικούμενο κόσμο». Ο Αγκάμπεν όρισε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του εικοστού αιώνα ως την «αλήθεια» ολόκληρου του πολιτικού προγράμματος της Δύσης. Θυμηθείτε όμως την εικόνα του Χορκχάιμερ στη Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του ’50. Παρότι κατήγγειλε την «έκλειψη του λόγου» στις σύγχρονες, δυτικές κοινωνίες της κατανάλωσης, ταυτόχρονα υπερασπιζόταν τις ίδιες κοινωνίες ως τις μοναδικές νησίδες ελευθερίας σε μια θάλασσα ολοκληρωτισμών και διεφθαρμένων δικτατοριών.

Μήπως λοιπόν, στην πραγματικότητα, διανοούμενοι που διάγουν κατά βάση ασφαλή και άνετη ζωή, προκειμένου να δικαιολογήσουν τον τρόπο ζωής τους, επινοούν σενάρια ριζικών καταστροφών; Αναμφίβολα για πολλούς από αυτούς, αν πρόκειται να εκδηλωθεί επανάσταση, καλό θα ήταν να εμφανιστεί σε ασφαλή απόσταση- Κούβα, Νικαράγουα, Βενεζουέλα- έτσι ώστε, ενώ οι καρδιές τους θα θερμανθούν στη σκέψη των μακρινών γεγονότων, ταυτόχρονα θα μπορούν να συνεχίζουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία όπως πριν. Ωστόσο, με την κατάρρευση του λειτουργικού, ανεπτυγμένου κράτους πρόνοιας στις βιομηχανικές κοινωνίες που βρίσκεται σε εξέλιξη σήμερα, για τους ριζοσπάστες διανοούμενους ίσως να φτάνει η στιγμή της αλήθειας, όπου πρέπει να ξεκαθαρίσουν απολύτως τη στάση τους. Ήθελαν πραγματική αλλαγή; Ωραία λοιπόν, θα την έχουν!


Η οικονομία ως ιδεολογία


Η οικονομική κατάσταση μόνιμης έκτακτης ανάγκης δεν σημαίνει ότι η Αριστερά πρέπει να εγκαταλείψει την υπονομετική πνευματική δουλειά, που δεν έχει άμεση, «πρακτική» εφαρμογή. Το αντίθετο: σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι ο κομμουνισμός αρχίζει με αυτό που ο Καντ, στο περίφημο δοκίμιό του «Τι είναι Διαφωτισμός», αποκαλεί «δημόσια χρήση του ορθού λόγου», δηλαδή με την εξισωτική οικουμενικότητα της σκέψης. Ο αγώνας μας οφείλει λοιπόν να στρέφεται προς εκείνες τις πλευρές της τρέχουσας «αναδιάρθρωσης» που δημιουργούν απειλές στον ελεύθερο, δημόσιο χώρο, σε διεθνική κλίμακα. Παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει η λεγόμενη «Διαδικασία της Μπολώνια», που έχει ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο «την εναρμόνιση της αρχιτεκτονικής της ανώτατης εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα» – στην πραγματικότητα μια επίθεση στη δημόσια χρήση του ορθού λόγου.

Κοινός παρονομαστής αυτών των αλλαγών είναι η πίεση για υποταγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της κοινωνίας μέσω της παραγωγής εξειδικευμένων γνώσεων. Αυτό που εξαφανίζεται εδώ είναι η πραγματική αποστολή της επιστημονικής σκέψης: όχι μόνο να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα που τίθενται από την «κοινωνία»- στην πραγματικότητα, από το κράτος και το κεφάλαιο- αλλά να στοχαστεί πάνω στην ίδια τη μορφή αυτών των προβλημάτων και να διακρίνει το πρόβλημα που υπάρχει στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το πρόβλημα. Η αναγωγής της ανώτατης εκπαίδευσης στο έργο της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμης, εξειδικευμένης γνώσης αποτελεί παραδειγματική έκφραση της Καντιανής «ιδιωτικής χρήσης του ορθού λόγου» – δηλαδή, της υποταγμένης σε αυθαίρετες, δογματικές απαιτήσεις – στο πλαίσιο του σημερινού, παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Με Καντιανούς όρους, σχετίζεται με τη συμπεριφορά μας ως «ανώριμων» ιδιωτών και όχι ως ελεύθερων ανθρώπινων όντων, τα οποία δρουν και αντιπαρατίθενται στη διάσταση της οικουμενικότητας του ορθού λόγου.

Έχει μεγάλη σημασία να συνδέσουμε την πίεση για εναρμόνιση της ανώτατης εκπαίδευσης- όχι μόνο με τη μορφή της ευθείας ιδιωτικοποίησης ή των δεσμών με τις επιχειρήσεις, αλλά και με τη γενικότερη έννοια του προσανατολισμού της προς την παραγωγή εξειδικευμένης γνώσης – με τη διαδικασία της «περίφραξης» (enclosure) των πνευματικών προϊόντων που κανονικά θα έπρεπε να ανήκουν στην ανθρώπινη κοινότητα, δηλαδή με την ιδιωτικοποίηση της γενικής διάνοιας (σ.σ. general intellect στον Μαρξ). Αυτή η διαδικασία αποτελεί μέρος ενός καθολικού μετασχηματισμού στον τρόπο της ιδεολογικής έγκλησης.

Είναι χρήσιμο να θυμηθούμε εδώ τον Αλτουσέρ και την έννοια των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους» (ΙΜΚ). Αν στο Μεσαίωνα ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός ήταν η Εκκλησία, με την έννοια της θρησκείας ως θεσμού, η αυγή της καπιταλιστικής νεωτερικότητας επέβαλε τη διπλή ηγεμονία του σχολικού συστήματος και της ιδεολογίας του νόμου. Οι ιδιώτες μεταμορφώθηκαν σε νομικά υποκείμενα μέσω της υποχρεωτικής, καθολικής εκπαίδευσης, ενώ τα υποκείμενα εγκαλούνται ως πατριώτες, ελεύθεροι πολίτες από την νομική τάξη πραγμάτων. Έτσι διατηρήθηκε το χάσμα ανάμεσα στον μπουρζουά και τον πολίτη, ανάμεσα στον εγωιστή- χρησιμοθηρικό ιδιώτη που ασχολείται με τα ιδιωτικά του συμφέροντα και τον πολίτη που αφιερώνεται στο καθολικό πεδίο του κράτους. Στο βαθμό που, στην αυθόρμητη αντίληψη περί ιδεολογίας, η τελευταία περιορίζεται στην καθολική σφαίρα του πολίτη, ενώ η ιδιωτική σφαίρα των εγωιστικών συμφερόντων παραμένει «προ- ιδεολογική», το ίδιο το χάσμα μεταξύ ιδεολογίας και μη ιδεολογίας γίνεται κομμάτι της (σ.σ. κυρίαρχης, αστικής) ιδεολογίας.
Αυτό που συνέβη στο τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, μετά το 1968, είναι ότι η ίδια η οικονομία- η λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού- επιβλήθηκε βαθμιαία ως η ηγεμονική ιδεολογία. Στην εκπαίδευση, γινόμαστε μάρτυρες της βαθμιαίας αποδιάρθρωσης του κλασικού, αστικού ΙΜΚ, του δημόσιου σχολείου. Το σχολικό σύστημα γίνεται ολοένα και λιγότερο υποχρεωτικό δίκτυο, ανυψωμένο υπεράνω της αγοράς και οργανωμένο κατευθείαν από το κράτος, φορέας των αξιών του διαφωτισμού- ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Στο όνομα της ιερής φόρμουλας «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», διαπερνάται βαθμιαία από διάφορες μορφές εταιρικών σχέσεων δημοσίου- ιδιωτικού.

Αλλά και στο επίπεδο της οργάνωσης και της νομιμοποίησης της εξουσίας, το εκλογικό σύστημα γίνεται αντιληπτό ολοένα και περισσότερο ως μοντέλο ανταγωνισμού της αγοράς: οι εκλογές μοιάζουν με εμπορική ανταλλαγή, όπου οι ψηφοφόροι «αγοράζουν» το πακέτο υπηρεσιών διατήρησης της τάξης, δίωξης του εγκλήματος και πάει λέγοντας, με κριτήριο τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Στο όνομα της ίδιας φόρμουλας- «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα»- λειτουργίες που άλλοτε αποτελούσαν αποκλειστικότητα της κρατικής εξουσίας, όπως οι φυλακές, τώρα ιδιωτικοποιούνται. Ο στρατός δεν βασίζεται πλέον στην καθολική θητεία, αλλά στελεχώνεται με μισθοφόρους. Ακόμη και η κρατική γραφειοκρατία δεν γίνεται αντιληπτή με όρους Χεγκελιανής καθολικής τάξης, όπως καταδεικνύει η υπόθεση Μπερλουσκόνι. Στη σημερινή Ιταλία, η κρατική εξουσία ασκείται κατ’ ευθείαν από αστούς οι οποίοι την εκμεταλλεύονται ανοιχτά και ανελέητα για να προστατέψουν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα (…).

Τι είδους αλλαγές στην λειτουργία της ιδεολογίας επιφέρει αυτός ο μετασχηματισμός; Όταν ο Αλτουσέρ λέει ότι η ιδεολογία εγκαλεί τους ιδιώτες ως υποκείμενα, οι «ιδιώτες» νοούνται ως ανθρώπινα όντα πάνω στα οποία λειτουργούν οι ΙΜΚ, επιβάλλοντάς τους ένα σύνολο από μικρο-πρακτικές στην καθημερινότητα. Αντίθετα, το «υποκείμενο» δεν είναι ουσιώδης κατηγορία του ανθρώπινου όντος, αλλά αποτέλεσμα της δράσης των ΙΜΚ πάνω στους ανθρώπους, στο πλαίσιο της επιβολής μιας συμβολικής τάξης.

Είναι λογικό λοιπόν, από τη στιγμή που η οικονομία θεωρείται ότι δεν ανήκει στην ιδεολογική σφαίρα, αυτός ο νέος, γενναίος κόσμος της καθολικής εμπορευματοποίησης να προβάλλεται ως μετα-ιδεολογικός. Φυσικά, οι ΙΜΚ είναι πάντα παρόντες – και μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, από τη στιγμή που η ιδεολογία, στην αντίληψη που έχει για τον εαυτό της, αναφέρεται σε υποκείμενα, σε αντίθεση με τους προ-ιδεολογικούς ιδιώτες, αυτή η ηγεμονία της ιδεολογικής σφαίρας δεν μπορεί παρά να εμφανισθεί ως απουσία ιδεολογίας. Αυτό σημαίνει όχι ότι η ιδεολογία απλώς αντανακλά την οικονομία, όπως το εποικοδόμημα αντανακλά τη βάση του, αλλά ότι η οικονομία λειτουργεί εδώ η ίδια ως ιδεολογικό μοντέλο. Έτσι, νομιμοποιούμαστε πλήρως να πούμε ότι λειτουργεί ως ΙΜΚ- σε αντίθεση με την «πραγματική» οικονομική ζωή, η οποία ξεκάθαρα δεν ακολουθεί το εξιδανικευμένο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς.


Στη σφαίρα του αδύνατου


Στις μέρες μας, όμως, γινόμαστε μάρτυρες μιας ριζικής αλλαγής στη λειτουργία αυτού του ιδεολογικού μηχανισμού. Ο Αγκάμπεν ορίζει τη σύγχρονη «μεταπολιτική» ή βιοπολιτική κοινωνία ως εκείνη στην οποία πολλαπλές τάσεις από-υποκειμενοποιούν τους ιδιώτες, χωρίς να παράγουν μια νέα υποκειμενικότητα. Από εδώ η έκλειψη της πολιτικής, η οποία υπέθετε την ύπαρξη πραγματικών υποκειμένων ή ταυτοτήτων (εργατικό κίνημα, μπουρζουαζία κλπ) και ο θρίαμβος της οικονομίας, δηλαδή της δραστηριότητας της απλής διακυβέρνησης, η οποία επιδιώκει μόνο την αναπαραγωγή της. Η Δεξιά και η Αριστερά του σήμερα, που εναλλάσσονται στη διαχείριση της εξουσίας, έχουν πολύ λίγο να κάνουν με το πολιτικό πλαίσιο που γέννησε αυτούς τους όρους. Σήμερα, οι όροι αυτοί απλά υποδεικνύουν τους δύο πόλους- τον ένα, που έχει στόχο μια απουποκειμενοποίηση χωρίς ενοχές και τον άλλο, που επιχειρεί να τη συγκαλύψει με την υποκριτική μάσκα του καλού πολίτη της δημοκρατίας- της ίδιας κυβερνητικής μηχανής.

Ο όρος «βιοπολιτική» υποδεικνύει τον αστερισμό στον οποίο οι μηχανισμοί δεν δημιουργούν, πλέον, υποκείμενα («εγκαλώντας τους ιδιώτες ως υποκείμενα»), αλλά απλώς διαχειρίζονται και ρυθμίζουν την φυσική ζωή των ιδιωτών. Σε έναν τέτοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να φαντάζει ως αδύνατο όνειρο. Ωστόσο, ο όρος «αδύνατο» θα έπρεπε να μας κάνει να σταματήσουμε και να στοχαστούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα – «hardware».

Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο-κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως την εποχή της ωριμότητας, στην οποία η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα – διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο-κοινωνική πραγματικότητα – με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, χωρίς να εκφυλισθείς σε κάτι που θα μοιάζει με Βόρεια Κορέα. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών».

Είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη αδύνατου: το αδύνατο-πραγματικό ενός κοινωνικού ανταγωνισμού και το «αδύνατο» πάνω στο οποίο εστιάζει το κυρίαρχο ιδεολογικό πεδίο. Εδώ το αδύνατο διπλασιάζεται, λειτουργεί ως μάσκα του εαυτού του: δηλαδή, η ιδεολογική λειτουργία του δεύτερου αδύνατου είναι να συσκοτίζει την πραγματικότητα του πρώτου. Σήμερα, η κυρίαρχη ιδεολογία επιχειρεί να μας κάνει να αποδεχθούμε το «αδύνατο» της ριζοσπαστικής αλλαγής, της ανατροπής του καπιταλισμού, μιας δημοκρατίας που δεν θα ανάγεται στο παιχνίδι του διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού, έτσι ώστε να καταστήσει αόρατο το πραγματικό – αδύνατο του ταξικού ανταγωνισμού που διαπερνά τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Αυτό το πραγματικό είναι «αδύνατο» μόνο με την έννοια ότι είναι το αδύνατο της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης, η καταστατική, ανταγωνιστική της αντίθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό το αδύνατο-πραγματικό δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μετωπικά, ή να μετασχηματισθεί ριζικά.

Να γιατί η φόρμουλα του Λακάν για την υπέρβαση ενός ιδεολογικά αδύνατου δεν είναι το «όλα είναι δυνατά» αλλά το «το αδύνατο συμβαίνει». Το Λακανικό αδύνατο – πραγματικό δεν είναι ένας a priori περιορισμός, ο οποίος πρέπει να ληφθεί ρεαλιστικά υπ’ όψιν, αλλά το πεδίο της δράσης. Μια δράση είναι περισσότερο μια παρέμβαση στο πεδίο του δυνατού – μια δράση αλλάζει τις ίδιες τις συντεταγμένες του είναι δυνατό και αναδρομικά δημιουργεί τους δικούς της όρους για το αδύνατο. Να γιατί ο κομουνισμός αναφέρεται επίσης στο πραγματικό: να δράσεις ως κομμουνιστής σημαίνει να επέμβεις στο πραγματικό της θεμελιώδους ανταγωνιστικής σχέσης πάνω στη οποία βασίζεται ο σύγχρονος, καθολικός καπιταλισμός.


Ελευθερία;

 
Αλλά το ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Τι σημαίνει αυτή η προγραμματική δήλωση περί πραγμάτωσης του αδύνατου, όταν έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική εμπειρία του αδύνατου- το φιάσκο του κομμουνισμού ως ιδέας ικανής να κινητοποιήσει μεγάλες μάζες; Δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, όταν έγινε σαφές ότι δεν θα εκδηλωνόταν πανευρωπαϊκή επανάσταση, και γνωρίζοντας ότι η ιδέα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία χώρα ήταν ανόητη, ο Λένιν έγραψε:

«Δεν είναι όμως δυνατό, η απολύτως απελπιστική κατάστασή μας να ερεθίσει τις προσπάθειες των εργατών και των αγροτών στο δεκαπλάσιο, προσφέροντάς μας την ευκαιρία να δημιουργήσουμε τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις του πολιτισμού με τρόπο πολύ διαφορετικό από τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης»;

Μήπως αυτό δεν είναι το μεγάλο πρόβλημα της κυβέρνησης Μοράλες στη Βολιβία, της κυβέρνησης Τσάβες στη Βενεζουέλα και της κυβέρνησης των Μαοϊκών στο Νεπάλ; Ήρθαν στην εξουσία με «δίκαιες» δημοκρατικές εκλογές, όχι με εξέγερση. Αλλά από τη στιγμή που βρέθηκαν στην εξουσία, την άσκησαν με τρόπο που ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, «μη κρατικός»:

κινητοποιώντας άμεσα τους υποστηρικτές τους, παρακάμπτοντας το κομματικό – κρατικό δίκτυο αντιπροσώπευσης. Η θέση τους είναι «αντικειμενικά» απελπιστική: το γενικό ρεύμα της ιστορίας είναι εναντίον τους, δεν μπορούν να στηριχθούν σε «αντικειμενικές τάσεις» που θα τους ωθήσουν προς τα εμπρός, και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αυτοσχεδιάσουν, να κάνουν ό,τι περισσότερο μπορούν όταν εμφανίζονται καταδικασμένοι. Ωστόσο, μήπως αυτό ακριβώς δεν τους δίνει μια μοναδική ελευθερία; Και μήπως δεν βρισκόμαστε όλοι – η σημερινή Αριστερά – στην ίδια κατάσταση;

Επομένως, βρισκόμαστε σήμερα στο διαμετρικά αντίθετο σημείο από τις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν η Αριστερά ήξερε «τι να κάνει» (να εγκαταστήσει τη δικτατορία του προλεταριάτου), αλλά έπρεπε να περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή. Σήμερα δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά οφείλουμε να δράσουμε τώρα, γιατί οι επιπτώσεις της μη δράσης θα είναι ολέθριες. Θα αναγκαστούμε να δράσουμε «σαν να είμαστε ελεύθεροι». Θα χρειαστεί να ρισκάρουμε κάνοντας βήματα στην άβυσσο, σε εντελώς απρόσφορες συνθήκες. Θα πρέπει να επανεφεύρουμε πλευρές του καινούργιου, μόνο και μόνο για να συντηρήσουμε τη λειτουργία του μηχανισμού και να διασώσουμε ότι καλό υπήρχε στο παλιό – εκπαίδευση, σύστημα υγείας, βασικές κοινωνικές υπηρεσίες. Εν ολίγοις, η κατάσταση θυμίζει αυτό που ο Στάλιν είπε για την ατομική βόμβα: δεν είναι για ανθρώπους με αδύνατα νεύρα. Ή αυτό που είπε ο Γκράμσι για την εποχή που ξεκίνησε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο καινούργιος πασχίζει να γεννηθεί. Είναι η εποχή των τεράτων»!

 

 

* Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ είναι Σλοβένος φιλόσοφος, http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CF%8A_%CE%96%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CE%BA

 

 

ΠΗΓΗ: New Left Review No 64, Ιούλιος – Αύγουστος 2010 (Αποσπάσματα),  http://aristerovima.gr/details.php?id=505

 

ΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ…

ΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ:

 

 Η κινέζικη τριάδα, ο πόλεμος για την κατάκτηση της παγκόσμιας διακυβέρνησης, οι μονομάχοι, ο συσχετισμός των δυνάμεων, η μάχη της Ευρώπης και η μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα

 

Του Βασίλη Βιλάρδου


 

Σε ένα απόσπασμα του βιβλίου του «Γόμορρα», ο ιταλός συγγραφέας ρώτησε έναν κινέζο «έμπορο» (στη Νάπολη, στο λιμάνι που κυριολεκτικά κατέλαβε χωρίς καμία αντίσταση η COSCO), εάν είναι μέλος της τριάδας – της κινεζικής μαφίας δηλαδή. Αφού ο Κινέζος παρέμεινε για λίγο σιωπηλός, έβγαλε από την τσέπη του τρία νομίσματα: ένα ευρώ, ένα δολάριο και ένα γουάν. «Αυτή είναι η δική μου τριάδα», απάντησε στον Ιταλό, «Αυτός είναι ο Θεός μου και γι’ αυτόν θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου. Δεν σέβομαι, δεν πιστεύω και δε υπηρετώ απολύτως τίποτα άλλο στον κόσμο».

Ακούγοντας κανείς αυτά τα λόγια, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί, εάν είναι δυνατόν να έχει συνέχεια ο «πολιτικά» μονοδιάστατος, «θεολογικά» (ηθικά) εντελώς αποστασιοποιημένος, «πολιτιστικά» αδιάφορος και «κοινωνικά» καταστροφικός σημερινός πολιτισμός μας. Επίσης, εάν μπορεί να διατηρηθεί η ειρήνη στον πλανήτη, όταν μάχονται με τέτοια μανία, πόσο μάλλον χωρίς καθόλου ηθικούς φραγμούς, τα δύο κυρίαρχα πλέον, τα δύο «ζωώδη» καλύτερα καπιταλιστικά «εκτρώματα»: ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, εναντίον της εξαιρετικά επικίνδυνης απολυταρχικής εκδοχής του, η οποία φαίνεται να έχει τις περισσότερες πιθανότητες μίας τελικής επικράτησης της.   

Βέβαια, εάν δεχθούμε την αντίληψη του S.Freud, σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη φύση είναι ουσιαστικά ανταγωνιστική και ταυτόχρονα α-κοινωνική, ότι δηλαδή ο ανταγωνισμός και η αμοιβαία εχθρότητα είναι στοιχεία σύμφυτα με την ανθρώπινη φύση, τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου, στο σύγχρονο καπιταλισμό, είναι τα φυσικά του. «Ο οικονομικός άνθρωπος (Homo economicus) είναι ένα κατασκεύασμα, η υποτιθέμενη φύση του οποίου – απομονωμένος, ακοινωνικός, άπληστος, ανταγωνιστικός – κάνει τον καπιταλισμό να ανταποκρίνεται θαυμάσια στη ανθρώπινη φύση και τον θέτει έξω από κάθε είδους κριτική», μας λέει ο «ιδρυτής» της ψυχολογίας, επεξηγώντας ευρηματικά την επικράτηση του «αιμοβόρου» καπιταλισμού παγκοσμίως.  

 

ΟΙ ΜΟΝΟΜΑΧΟΙ

 

Ανεξάρτητα από το παραπάνω θεωρητικό υπόβαθρο της θρησκείας του χρήματος και της ανθρώπινης φύσης, τα οποία εκπροσωπούνται, «μετουσιώνονται» καλύτερα με μεγάλη επιτυχία από τον καπιταλισμό, διαπιστώνουμε σήμερα ότι,

(α)  μάχεται πια ένα και μόνο σύστημα τον εαυτό του  – ο καπιταλισμός, στα πλαίσια μίας ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης,

(β)  δύο «οικονομικοπολιτικές» εκδοχές του συστήματος μεταξύ τους  – ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, το Καρτέλ δηλαδή, εναντίον του απολυταρχικού καπιταλισμού και

(γ)  τρείς ουσιαστικά χώρες, για την κατάκτηση της κυρίαρχης οικονομικής θέσης στον κόσμο: οι Η.Π.Α. (διοικείται από το Καρτέλ, κυρίως από το χρηματοπιστωτικό), η Γερμανία (η εξουσία ανήκει επίσης στο Καρτέλ, κυρίως σε αυτό της βαριάς βιομηχανίας) και η Κίνα (το κράτος έχει όλες τις εξουσίες).

 

Όλες οι υπόλοιπες χώρες του πλανήτη, με διαφορετικό βέβαια ειδικό βάρος η κάθε μία (προηγούνται η Ιαπωνία, η Ρωσία, η Γαλλία, η Μ Βρετανία, η Βραζιλία κλπ), είναι περισσότερο ή λιγότερο θεατές της μάχης – παρακολουθώντας τον πρώτο παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο από τις «κερκίδες», χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν.

Το βασικό «οικονομικό όπλο» των Η.Π.Α. είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα, με την εξαιρετικά επικίνδυνη σύγχρονη παραλλαγή του: τις συναλλαγές υψηλής συχνότητας στα χρηματιστήρια, στα διαδικτυακά καζίνο καλύτερα. Αντίθετα, το όπλο της Γερμανίας είναι η βαριά βιομηχανία (και στις δύο αυτές δυνάμεις η Πολιτική είναι απλά εργαλείο της Οικονομικής Εξουσίας), ενώ της Κίνας η πανίσχυρη παραγωγική μηχανή καταναλωτικών κυρίως αγαθών  που διαθέτει – σε συνδυασμό με το εξαθλιωμένο, υποταγμένο, πειθαρχικό και πάμφθηνο εργατικό δυναμικό της.

Εδώ θεωρούμε απαραίτητη μία διευκρίνιση, σχετικά με τη διαφορετική δομή του αμερικανικού καρτέλ, σε σύγκριση με το γερμανικό. Το αμερικανικό καρτέλ λειτουργεί κυρίως μέσω της χρηματιστηριακής συμμετοχής σε πολυμετοχικές εταιρείες, με σημείο αναφοράς τη Wall Street – όπως στο παράδειγμα της Goldman Sachs. Στο γερμανικό καρτέλ τώρα υπερτερούν οι ισχυρές βιομηχανικές οικογένειες (κάτι σαν τους ευγενείς του παρελθόντος), οι οποίες συνεργάζονται στενά κυρίως μεταξύ τους, αλλά και με «επιλεγμένους» τρίτους. Το παρακάτω παράδειγμα της μετοχικής δομής του ομίλου της VolkswagenDeutsche Bank ανήκει μάλλον στην αμερικανική πλευρά), είναι χαρακτηριστικό:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ο όμιλος VolkswagenPorsche. Κατανομή των μετοχών με δικαίωμα ψήφου (περίπου το 90% όλων, αφού οι υπόλοιπες είναι 9,87%), σε ποσοστά.

 

Porsche Automobile Holding

Κάτω Σαξονία

Κατάρ

Porsche Ltd

 

 

 

 

50,74%

20,01%

17,00%

2,37%

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Οφείλει να προσέξει κανείς εδώ τη σημαντική ποσότητα μετοχών που κατέχει το Κατάρ στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, συνδέοντας την με άλλες ανάλογες τοποθετήσεις αραβικών χωρών (στη Mercedes το Κουβέιτ κλπ), καθώς επίσης με την είσοδο του Abu Dhabi στα ναυπηγεία της Ελευσίνας, στη θέση (και μαζί) με τον πανίσχυρο όμιλο της γερμανικής ThyssenKrupp. Επίσης χαρακτηριστικές είναι και οι θυγατρικές, όπως και τα μεγέθη του ομίλου, στον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Συμμετοχές, τζίρος και αποτελέσματα (2009/2010) του ομίλου VolkswagenPorsche

 

Εταιρείες

Συμμετοχές

Τζίρος δις € 2009

Αποτελέσματα εκ. €

 

 

 

 

Volkswagen

100,00%

65,40

561

Audi

99,55%

29,80

1.604

Suzuki

19,89%

19,70

230

MAN

29,90%

12,00

504

Skoda

100,00%

7,10

203

Scania

70,94%

6,40

236

Volkswagen φορτηγά

100,00%

5,30

313

Porsche

49,90%

5,20

600

Seat

100,00%

4,60

-339

Bentley

100,00%

0,60

-194

Lamborghini

100,00%

0,20

-35

Bugatti

100,00%

./.

./.

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Ο όμιλος κατασκευάζει 6,1 εκ, αυτοκίνητα συνολικά, επενδύει σημαντικά στην Κίνα και είναι ο τρίτος παγκοσμίως, μετά την Toyota (7,2 εκ.) και την General Motors (6,5 εκ.) – ενώ σχεδιάζει να καταλάβει σύντομα την πρώτη θέση.  

 

Ο ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

 

Συνεχίζοντας στο θέμα μας, οφείλουμε να προσθέσουμε το ότι, αν και η Γερμανία δεν φαίνεται να δίνει σημασία στην στρατιωτική ισχύ, δεν πρέπει να υποτιμάει κανείς την «εξοπλιστική» ικανότητα της, την οποία μπορεί να αναπτύξει σε χρόνο μηδέν – χρησιμοποιώντας τη βαριά βιομηχανία της με επιτυχία, όπως απέδειξε στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Πόσο μάλλον όταν έχει αναρριχηθεί προ πολλού στην τρίτη θέση παγκοσμίως, όσον αφορά τις εξαγωγές όπλων, με κύριους πελάτες την Τουρκία και την Ελλάδα.     

Ο Πίνακας ΙΙΙ που ακολουθεί είναι κατατοπιστικός, σχετικά με τα μεγέθη (ΑΕΠ, πληθυσμός) των 10 πρώτων χωρών του κόσμου:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Οι 10 πλουσιότερες χώρες, με κριτήριο το συνολικό ΑΕΠ

 

Χώρα

ΑΕΠ*

Πληθυσμός (1.1.2009)

 

 

 

Η.Π.Α.

13.820

307.212.123

Κίνα

6.473

1.338.612.968

Ιαπωνία

4.262

127.078.679

Ινδία

2.816

1.166.079.217

Γερμανία

2.816

82.329.758

Μ. Βρετανία

2.154

61.113.205

Γαλλία

2.074

64.057.792

Ρωσία

1.985

140.041.247

Ιταλία

1.814

58.126.212

Βραζιλία

1.794

198.739.269

* Σε δις $ την 1.1.2009

Πηγή: CIA World Factbook  

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Σε σχέση με τις πληθυσμιακά μεγάλες χώρες, οφείλουμε να αναφέρουμε εδώ τις Ινδονησία (250 εκ.), το Πακιστάν (176 εκ.), το Μπανγκλαντές (156 εκ.), τη Νιγηρία (149 εκ.), το Μεξικό (111 εκ.), τις Φιλιππίνες (98 εκ.), το Βιετνάμ (87 εκ.), την Αιθιοπία (85 εκ.), την Αίγυπτο (83 εκ.) και την Τουρκία (77 εκ.). Επίσης την Σαουδική Αραβία και το Ιράκ, από αραβικής πλευράς (περί τα 29 εκ.).

Αυτό που διαπιστώνουμε από τον Πίνακα ΙΙΙ, είναι αναμφίβολα η «αδύναμη» θέση της Γερμανίας, σε σχέση με τους δύο βασικούς ανταγωνιστές της: τις Η.Π.Α. και την Κίνα. Εάν όμως διευρύνουμε τη σκέψη μας και την τοποθετήσουμε στην ηγετική θέση της ΕΕ, τότε θα διαπιστώσουμε αμέσως ότι, η μοναδική χώρα της Ευρώπης, η οποία όχι μόνο επωφελείται, αλλά έχει ταυτόχρονα απόλυτη ανάγκη την ΕΕ, δεν είναι άλλη από τη Γερμανία (ας σημειωθεί εδώ ότι, στις αρχές Οκτωβρίου ψηφίζεται στη γερμανική Βουλή η παύση καταβολής πολεμικών αποζημιώσεων – ελπίζουμε ότι η κυβέρνηση μας έχει λάβει τα μέτρα της και δεν θα ζημιωθεί η χώρα μας «προδοτικά», ακόμη μία φορά).

Ο Πίνακας ΙV δείχνει μία εντελώς διαφορετική εικόνα του «συσχετισμού των δυνάμεων» στον πλανήτη, εάν τοποθετήσουμε «νοητικά» τη Γερμανία στην ηγεσία της Ευρώπης των 27:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: Το ΑΕΠ στις εννέα βασικές περιοχές του πλανήτη, σε δις $

 

Περιοχή

ΑΕΠ 2007

 

 

Ευρώπη (πληθυσμός ΕΕ 27, περίπου 495 εκ.)

17.589

Βόρεια Αμερική

15.242

Ασία

12.292

Νότια Αμερική

2.378

Νοτιοανατολική Ευρώπη και πρώην χώρες της Σ. Ένωσης

1.782

Μέση Ανατολή

1.407

Αφρική

1.253

Κεντρική Αμερική και Καραϊβική

1.156

Ωκεανία

1.074

Πηγή: Bundeszentrale 2008

Πίνακας: Β.Βιλιάρδος    

 

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα ΙV, η Ευρώπη είναι στην πρώτη θέση, με κριτήριο το ΑΕΠ – ενώ από πληθυσμιακής πλευράς, προηγείται σημαντικά των Η.Π.Α. Επομένως, εάν τοποθετηθεί, όπως σχεδιάζει, η Γερμανία στην ηγεσία της, έχει όλες τις προϋποθέσεις να κερδίσει τον πόλεμο – διαφορετικά, απολύτως καμία. Για να τα καταφέρει όμως, θα πρέπει εν πρώτοις να κερδίσει το σκάκι με το διάβολο – τη μάχη της Ευρώπης καλύτερα, η οποία «μαίνεται», μετά την απόβαση των Η.Π.Α. μέσω της διόδου του ΔΝΤ και της Ελληνικής κερκόπορτας (ακολουθούν η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία κλπ, ενώ έχει προηγηθεί η Ανατολική Ευρώπη), καθώς επίσης μετά την κινεζική εισβολή.

Η απόβαση της Κίνας στην Ευρώπη ξεκίνησε από την Ιταλία (Cosco), διευρύνθηκε στο Βέλγιο (η Cosco Pacific Ltd έχει συμμετοχές στο λιμάνι του Βελγίου, εκτός από αυτές στην Κίνα, στο Χονγκ Κονγκ, στην Αίγυπτο και στη Σιγκαπούρη, με 189,9 εκ. $ κέρδη το πρώτο εξάμηνο του 2010 – άνοδος κατά 82%) και συνέχισε στην Ελλάδα – η οποία παραμένει δυστυχώς στο μάτι του κυκλώνα, όχι μόνο της αμερικανοευρωπαϊκής διαμάχης, αλλά και των τριών μαζί αντιμαχομένων δυνάμεων του πλανήτη. Δεν είμαστε βέβαια στόχος των Πολιτών τους, των αμερικανών, των κινέζων ή των γερμανών δηλαδή, οι οποίοι έχουν ανάλογα ή ακόμη και χειρότερα προβλήματα από τα δικά μας, αλλά των εκάστοτε κέντρων εξουσίας τους.   

 

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

 

«Ότι είναι για εμάς η ατομική βόμβα, είναι για τους Γερμανούς το νόμισμα τους, το μάρκο», συνήθιζαν να λένε μεταξύ τους οι Γάλλοι ηγέτες, κατά τις μυστικές συναντήσεις τους στο παλάτι των Ηλυσίων.

Ακριβώς για το λόγο αυτό, ήδη από την εποχή μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι ευρωπαίοι ηγέτες προσπαθούσαν να δημιουργήσουν ένα κοινό νόμισμα, χωρίς ποτέ να το επιτυγχάνουν. Οι προσπάθειες τους αυτές εμποδίζονταν πάντοτε από τα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των πληθωριστικών κρατών του Νότου και της ισχυρής ζώνης του Βορρά – με κύριους «εκπροσώπους» τη Γερμανία, καθώς επίσης την Ολλανδία. Ανάλογα περιορισμένες λοιπόν ήταν οι προσδοκίες, κατά το ξεκίνημα των συζητήσεων των F.MitterrandH.Kohl, στα μέσα της δεκαετίας του ’80.

Περισσότερο από όλους τους άλλους Ευρωπαίους, αυτοί οι οποίοι ανέκαθεν υπέφεραν από το υφιστάμενο νομισματικό σύστημα ήταν οι Γάλλοι – οι οποίοι το θεωρούσαν σαν μία «κατηγοριοποίηση δύο ταχυτήτων», υπέρ της Γερμανίας και εις βάρος δικό τους. Η ισχυρή γερμανική εξαγωγική βιομηχανία ήταν πάντοτε σε πλεονεκτική θέση, μεταξύ άλλων επειδή οι συναλλαγματικές ισοτιμίες, τις οποίες η κεντρική τράπεζα τους διαχειριζόταν με επιτυχία, ήταν υποχρεωτικό να κυμαίνονται εντός ενός προκαθορισμένου πλαισίου. Αντίθετα, οι Γάλλοι ήταν πάντοτε αναγκασμένοι να συμβιβάζονται με την πολιτική χρήματος, με τις «εντολές» καλύτερα της κεντρικής γερμανικής τράπεζας (Bundesbank) αφού, όταν οι κεντρικοί τραπεζίτες της Φρανκφούρτης αύξαναν τα επιτόκια, οι Γάλλοι υποχρεώνονταν να ακολουθήσουν.

 

Από την άλλη πλευρά, όταν οι τιμές των προϊόντων στη Γαλλία αυξάνονταν, σε σχέση με τη Γερμανία, δεν έμενε άλλη επιλογή στο Παρίσι από την υποτίμηση του φράγκου. Προφανώς, το γεγονός αυτό αποδείκνυε παγκοσμίως, δυστυχώς για τη Γαλλία, την «κατωτερότητα» της, σε σύγκριση με τη Γερμανία. Έτσι, η Γαλλία θεώρησε σαν τη μοναδική εναπομένουσα «νομισματική και οικονομική» λύση, την καθιέρωση ενός κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος – για το οποίο έθεσε τις βάσεις το σχέδιο του J.Delor.

 

Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, πιστεύεται σήμερα με σχετική ασφάλεια το ότι, η Γερμανία συμφώνησε να θυσιάσει το νόμισμα της και να υιοθετήσει το Ευρώ, σαν αντάλλαγμα της ένωσης της με την πρώην Ανατολική Γερμανία – απαιτώντας επί πλέον τη μόνιμη εγκατάσταση της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη. Από την άλλη πλευρά η Γαλλία θεώρησε εσφαλμένα ότι, η υιοθέτηση του Ευρώ θα ήταν επωφελής για την ίδια, ενώ θα παρέμενε ασφαλής απέναντι σε μία πανίσχυρη, ενωμένη Γερμανία, εάν την υποχρέωνε να συμμετέχει σε μία κοινή νομισματική ένωση – στη σημερινή Ευρωζώνη.

Παρά την αντίθεση λοιπόν της Μ. Βρετανίας (αλλά και των άλλων «συμμάχων», εκτός ίσως των Η.Π.Α.), η Γαλλία επέμενε δυστυχώς (ένα τεράστιο λάθος, στο οποίο ενδεχομένως την «εξώθησε» ακόμη μία φορά η αδικαιολόγητη «υπεροψία» της), έως ότου επετράπη τελικά η ένωση των δύο Γερμανιών – χωρίς ποτέ βέβαια να πάψουν να υπάρχουν μεγάλες «φυλετικές» αντιθέσεις, έστω και καλυμμένες, μεταξύ των Πρώσων, των Γαλατών και των Σαξόνων.

Κατά την άποψη μας, η πλέον έξυπνη κίνηση της Γερμανίας στην «ευρωπαϊκή σκακιέρα», ήταν ή δήθεν θέση της, σχετικά με την απαίτηση της να ενωθεί πολιτικά η Ευρώπη, πριν ακόμη εισαχθεί το κοινό νόμισμα – σε αντίθεση με τη Γαλλία, η οποία ήταν υπέρ μίας Ενωμένης Ευρώπης, ανεξάρτητων μεταξύ τους κρατών. Το ότι η τοποθέτηση αυτή της Γερμανίας, η πολιτική ένωση της Ευρώπης δηλαδή πριν τη νομισματική, ήταν ένα πανέξυπνο τέχνασμα, μία παγίδα καλύτερα για τη Γαλλία, αποδεικνύεται αναμφισβήτητα από τη σημερινή αντίθεση της, στην προοπτική μίας πολιτικής και δημοσιονομικής ένωσης της ΕΕ (άρθρο μας: Δύναμη και Δίκαιο).

Από όλα τα παραπάνω συμπεραίνουμε λοιπόν ότι, η μάχη για την κατάκτηση της Ευρώπης είχε ξεκινήσει πολύ πριν το αντιληφθούν οι Η.Π.Α., η Κίνα, αλλά και οι υπόλοιπες δυνάμεις του πλανήτη – ουσιαστικά, λίγο μετά την ήττα της Γερμανίας στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Έκτοτε, η Γερμανία ακολουθούσε με μεθοδικότητα και συνέπεια το συγκεκριμένο, μακροπρόθεσμο αυτό στόχο, «κάτω από τα μάτια» των αντιπάλων συμμαχικών δυνάμεων, οι οποίες δεν μπόρεσαν ποτέ να αντιληφθούν τις πραγματικές προθέσεις της.

Η Γερμανία, δημιουργώντας κατ’ αρχήν μία ισχυρή Οικονομία, μεταξύ άλλων με τη βοήθεια των Η.Π.Α., οι οποίες την ενίσχυσαν για να την χρησιμοποιήσουν στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου με τη Ρωσία, κατάφερε να αναδείξει το νόμισμα της, το μάρκο, στο ισχυρότερο της Ευρώπης. Με τη βοήθεια τώρα του νομίσματος της, επηρέαζε (εκμεταλλευόταν) προς όφελος της ισχυρής εξαγωγικής βιομηχανίας της, όλες τις ευρωπαϊκές χώρες – έως τη στιγμή που το θυσίασε σκόπιμα, με στόχο τη μεγέθυνση (ενοποίηση) του κράτους της.

Συνεχίζοντας, αμέσως μετά τη «θυσία» του νομίσματος της, η Γερμανία άρχισε ξανά να λειτουργεί «νομισματικά». Έτσι, με τη βοήθεια της μεθοδικής εσωτερικής υποτίμησης, τη διατήρησης δηλαδή των μισθών σε χαμηλά επίπεδα, ταυτόχρονα με τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας της, κατάφερε με θαυμαστό τρόπο να δημιουργήσει ένα ισχυρό γερμανικό Ευρώ – αντιστρέφοντας τους όρους και αναγκάζοντας τους «εταίρους» της σε εσωτερικό πληθωρισμό, σε συνδυασμό με την εκτόξευση των ελλειμμάτων, καθώς επίσης με την υπερχρέωση τους (άρθρο μας). Το αποτέλεσμα των ενεργειών της είναι το λιγότερο εκπληκτικό, αφού είτε με ανατιμημένο, είτε με υποτιμημένο Ευρώ, η επιτυχία της εξαγωγικής της βιομηχανίας, του βασικού της όπλου δηλαδή, καθώς επίσης του επεκτατικού λιανικού της εμπορίου, είναι απολύτως εξασφαλισμένη**.  

Εάν λοιπόν δεν γινόταν θύμα της αμερικανικής ληστείας, του «κόλπου» δηλαδή με τα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (CDS κλπ), τα οποία ζημίωσαν σε τεράστιο βαθμό τις τράπεζες της (ιδίως τις ομοσπονδιακές), η ολοκληρωτική ηγεμονία της στην Ευρώπη, η PAX GERMANICA καλύτερα (μεταξύ άλλων με την προώθηση σχεδίων ελεγχομένης χρεοκοπίας των «εταίρων» της, έτσι ώστε να αναλαμβάνει την «σκιώδη» διακυβέρνηση τους), θα ήταν ήδη γεγονός.

Δυστυχώς για τα σχέδια της μεγάλης αυτής χώρας χάθηκε πολύτιμος χρόνος, μέσα από την κρίση που προκάλεσαν οι Η.Π.Α., ενώ δόθηκε η ευκαιρία, αφενός μεν να επιτεθεί το ΔΝΤ στην ΕΕ, υπό την ηγεσία του Γάλλου προέδρου του (προφανώς δεν είναι τυχαία η «διπλή» καταγωγή του κ. StraussKahn),  αφετέρου να εισβάλλει αποφασιστικά η Κίνα – με απροσδιόριστες πλέον συνέπειες, τόσο για την τελική έκβαση της μάχης της Ευρώπης, όσο και του πρώτου παγκοσμίου οικονομικού πολέμου.   

Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι, η μάχη της Ευρώπης ωφελεί ποικιλοτρόπως το Καρτέλ, αφού παράλληλα δημιουργούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις μίας συντριπτικής ήττας των απασχολουμένων – μικρομεσαίων επιχειρήσεων και εργαζομένων. Η μείωση των εισοδημάτων τους στα επίπεδα της Κίνας, χωρίς διαμαρτυρίες και εξεγέρσεις, είναι πλέον ορατή – αφού η βίαια επιβολή της παγκοσμιοποίησης δημιούργησε δυστυχώς συγκοινωνούντα δοχεία, μέσω των οποίων έγινε εφικτή η «εξίσωση», η αναδιανομή καλύτερα των εισοδημάτων, στα επίπεδα «ανοχής» του Καρτέλ (σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα για τη δύση, σε ελαφρώς υψηλότερα για τον υπόλοιπο κόσμο).

Για παράδειγμα (όσον αφορά τα «συγκοινωνούντα δοχεία της παγκοσμιοποίησης), όταν ενώσει κανείς δύο διαφορετικά δοχεία, εκ των οποίων το ένα είναι γεμάτο νερό και το άλλο άδειο, το νερό θα μοιρασθεί εξίσου – υποχρεωτικά λοιπόν και στα δύο δοχεία, αφού τότε μόνο «ισορροπεί». Αντίστοιχα λειτουργεί και η παγκοσμιοποιημένη αγορά – όχι βέβαια για το Καρτέλ, το οποίο δεν συμμετέχει παθητικά, αλλά έντονα ενεργητικά στην όλη διαδικασία.         

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Όπως φαίνεται, συνεχίζουμε με γρήγορο ρυθμό στο 3ο στάδιο (νομισματικοί πόλεμοι) και εισερχόμαστε παράλληλα στο 6ο στάδιο της κρίσης: στις γεωπολιτικές εξελίξεις, οι οποίες «εγκυμονούν» τεράστιους κινδύνους – πόσο μάλλον αφού ο οικονομικός πόλεμος μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξελιχθεί σε έναν «συμβατικό», που όμως δεν αποκλείει τη χρήση των υφισταμένων πυρηνικών και λοιπών υπερόπλων. Εν τούτοις, η χώρα μας δεν είναι σε θέση να εμποδίσει μία τέτοια «περιπλοκή», αφού δεν ανήκει στις ηγετικές δυνάμεις του πλανήτη – οπότε δεν έχει κανένα λόγο να ασχοληθεί με ένα τέτοιο ενδεχόμενο.  

Αυτό όμως που μπορεί να κάνει η Ελλάδα, συνειδητοποιώντας ότι παραδόξως ευρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων (ειδικά μετά τα τεράστια προβλήματα της Ιρλανδίας και τους κινδύνους που προδιαγράφονται για το Ευρώ), είναι να εκμεταλλευθεί τις «ανάγκες» των τριών αντιμαχομένων δυνάμεων, ενδεχομένως και της Ρωσίας, επιλύοντας ριζικά τα δικά της προβλήματα. Από αυτήν την οπτική γωνία, θεωρούμε ότι πιθανότατα θα αναγκασθεί να επιλέξει με ποιούς τελικά θα «συνεργασθεί» – αξιολογώντας σωστά όλα τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν για τους Πολίτες της.

Φυσικά δεν μπορούμε να κρίνουμε, εάν η κυβέρνηση μας είναι σε θέση να λειτουργήσει «δημιουργικά», εκμεταλλευόμενη την τεράστια δυνατότητα που τις προσφέρεται* – στην κυριολεξία από το πουθενά. Εν τούτοις, οφείλουμε να ελπίζουμε για το καλύτερο, αφού είναι ίσως μία μοναδική ευκαιρία για να ξεφύγει η Ελλάδα με μία κίνηση, καθώς επίσης με ελάχιστο κόστος, από όλα τα προβλήματα που συσσώρευσαν οι εξαιρετικά ανεπαρκείς και σε μεγάλο βαθμό «διεφθαρμένες» από το Καρτέλ κυβερνήσεις της των τελευταίων δεκαετιών – ειδικότερα, από την παγίδα του υπερβολικού δημόσιου χρέους.

 * Υστερόγραφο 04.10.2010: Είναι αυτονόητο βέβαια πως δεν εννοούμε τη λήψη νέων τοκογλυφικών δανείων, τη «μόλυνση» μας από την κίτρινη επιδημία, την υποταγή μας σε οποιουσδήποτε «ξένους», την εγκατάσταση μίας άλλης σκιώδους κυβέρνησης, το «ξεπούλημα» της δημόσιας περιουσίας, ή την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας.

** Όταν το Ευρώ είναι «υπερτιμημένο», η Γερμανία κερδίζει από τις εξαγωγές της (περί το 70% των συνολικών) στην Ευρωζώνη και λοιπή ΕΕ – καθώς επίσης από τη μειωμένη τιμή του πετρελαίου (σε €). Εκτός αυτού, κερδίζει από τις επανεξαγωγές, αφού εισάγει φθηνότερα τα προϊόντα των τρίτων χωρών (λόγω όγκου και φθηνής χρηματοδότησης).  

Όταν το Ευρώ είναι «υποτιμημένο», κερδίζει ξανά, αυξάνοντας σημαντικά τις εξαγωγές της σε τρίτες χώρες (Η.Π.Α., Κίνα, Ν. Αμερική κλπ). Ταυτόχρονα, όλες σχεδόν οι επιχειρήσεις της «ασφαλίζονται» απέναντι σε κάθε είδους συναλλαγματικούς κινδύνους, ενώ διαθέτουν ιδιόκτητα εργοστάσια, αλλά και λιανεμπορικούς «κολοσσούς», στις μεγαλύτερες εξαγωγικές αγορές του πλανήτη.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 3. Οκτωβρίου 2010,  viliardos@kbanalysis.com  

    

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων & επενδύσεων, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.x-hellenica.gr/PressCenter/Articles/2199.aspx