Αρχείο κατηγορίας Επαχθή χρέη και το Χρέος μας

Με αφορμή την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση (ΗΠΑ 2007), την ελληνική δημοσιονομική κρίση στη χώρα μας (2009) και την υποταγή μας σε ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ άνοιξε ένας διάλογος. Εμείς αναρτούμε κείμενα που είτε ανοίγουν το δρόμο της Απελευθέρωσης, είτε συμμετέχουν κριτικά απέναντι σ΄αυτά.

Πόλεμος στην πλάτη της Ελλάδας

Πόλεμος στην πλάτη της Ελλάδας

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

«Παραλογισμός είναι να κάνεις το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά και να περιμένεις διαφορετικά αποτελέσματα. Το διατύπωσε, όπως λένε, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν. Οι αξιωματούχοι σε ολόκληρη την Ευρώπη προσπαθούν να αποδείξουν ότι είχε δίκιο».

Έτσι άρχιζε το σχόλιό του ο Ίρβιν Στέλζερ στη «Wall Street Journal» (4.10), για να υπογραμμίσει ότι η πολιτική να δανείζεσαι συνεχώς για να χρηματοδοτείς τον παλιότερο δανεισμό σου είναι τελείως αδιέξοδη. «Αν ο επιπλέον δανεισμός για να ξεπληρώσω τον ήδη υπερβολικό δανεισμό δεν ταιριάζει γάντι στον ορισμό του παραλογισμού που έδωσε ο μεγάλος φυσικός, τότε είναι δύσκολο να πει κανείς τι ταιριάζει».

Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, που επαναλαμβάνουμε από την αρχή αυτής της κρίσης, όταν όλοι οι μεγαλόσχημοι «ειδικοί» μιλούσαν απλώς για πρόβλημα υψηλού ελλείμματος και κόστους δανεισμού. Είναι αδύνατον να ξεφύγει κανείς από τον φαύλο κύκλο της χρεοκοπίας όταν έχει φτάσει να δανείζεται για να πληρώνει παλιότερα δάνειά του. Όσα δάνεια κι αν βρίσκει, με όποιο επιτόκιο, όσο μικρό κι αν είναι το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Και το δημόσιο χρέος της χώρας είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί διότι ακριβώς διογκώνεται διαρκώς, λόγω όχι τόσο του κρατικού ελλείμματος όσο κυρίως του νέου δανεισμού στον οποίο προσφεύγει η χώρα για να πληρώσει τα παλιότερα δάνειά της. Αυτή είναι η καρδιά του προβλήματος.


Επομένως οι διαρκείς δηλώσεις της κυβέρνησης ότι η κόλαση του μνημονίου δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια αναγκαία προετοιμασία για να ξαναβγεί η χώρα στις διεθνείς αγορές με σκοπό να δανειστεί, δεν συνιστά μόνο την πεμπτουσία του παραλόγου, αλλά και μια εντυπωσιακή ομολογία ολοκληρωτικής χρεοκοπίας. Οι δυνάμεις που μας επέβαλαν το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση, καταδίκασαν τη χώρα και τον λαό της σε μια εσαεί χρεοκοπία. Προς όφελος πάντα των ευρωπαϊκών τραπεζών και επενδυτικών κεφαλαίων.

«Η πραγματικότητα είναι ότι η ευρωζώνη τώρα απαρτίζεται από έναν πυρήνα και μια περιφέρεια, ή τους καλύτερους και τους υπόλοιπους. Οι τελευταίοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις υποχρεώσεις του χρέους τους χωρίς έναν συνδυασμό που να περιλαμβάνει αναδιάρθρωση, μια ισχυρή δόση πληθωρισμού, περισσότερο από ένα άγγιγμα λιτότητας και ένα ξεχωριστό, υποτιμημένο ευρώ, αυτό που οι οικονομολόγοι (πριν φανεί το πλήρες μέγεθος των προβλημάτων της Ιρλανδίας) αποκαλούν “ευρώ του Νότου”. Το νόμισμα αυτό μπορεί να επιτραπεί να υποτιμηθεί επαρκώς, ώστε να αποκαθίσταται η ανταγωνιστικότητα των περιφερειακών οικονομιών καθώς αυτές θα εργάζονται πάνω στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» γράφει ο Στέλζερ.

 

Τα δύο ευρώ

 

Αυτά γράφονταν τις ημέρες που ο Κινέζος πρωθυπουργός βρισκόταν στην Ελλάδα και η κυβέρνηση περιχαρής διατυμπάνιζε σε όλους τους τόνους ότι η χώρα άρχιζε να βγαίνει από την κρίση. Ωστόσο τα λόγια του Στέλζερ δεν απηχούν απλώς τις προσωπικές του απόψεις, αλλά τη λογική που κυριαρχεί στους κύκλους του ΔΝΤ.

Οι «ειδικοί» του Ταμείου στην Ουάσιγκτον από καιρό έχουν κατασταλάξει στην άποψη ότι η δημοσιονομική προσαρμογή μέσω του μνημονίου δεν βγάζει πουθενά. Κι έτσι προτείνουν ως άμεση ανάγκη τις πιο παραδοσιακές συνταγές προσαρμογής του ΔΝΤ: ελεγχόμενη πτώχευση και ελεγχόμενη εισαγωγή ενός νέου νομίσματος, που μπορεί να υποτιμηθεί επαρκώς. Τι σόι νόμισμα θα είναι αυτό που θα εισαχθεί στις χρεοκοπημένες χώρες της ευρωζώνης, αποτελεί εδώ και καιρό αντικείμενο διαπραγματεύσεων και τριβών ανάμεσα στο ΔΝΤ και την ΕΚΤ.

Η λύση που προτείνεται είναι η δημιουργία δύο ευρώ, ενός του Βορρά και ενός του Νότου. Το ευρώ του Νότου θα είναι ένα πληθωριστικό νόμισμα ευκαιρίας, ικανό να υποτιμηθεί ανά πάσα στιγμή έναντι του δολαρίου και του «σκληρού ευρώ» του Βορρά, από το οποίο θα εξαρτάται. Οι χώρες που θα αναγκαστούν να υιοθετήσουν ένα τέτοιο «μαλακό ευρώ» θα πρέπει να τελούν υπό καθεστώς αυστηρής επιτήρησης, ώστε οι έντονες πληθωριστικές πιέσεις που θα υποστούν από την εισαγωγή του νέου νομίσματος και η δημοσιονομική αστάθεια να μην πλήξουν την ευρωζώνη.

Στην πράξη, ένα τέτοιο ευρώ θα είναι σαν το στρατιωτικό μάρκο που εξέδιδαν στην Ελλάδα οι δυνάμεις κατοχής ή σαν τη στρατιωτική βρετανική λίρα που κυκλοφόρησε αμέσως μετά την απελευθέρωση. Για να προστατευθούν οι εγχώριες τράπεζες, το ενεργητικό τους θα παραμείνει σε «σκληρό ευρώ». Δηλαδή τα δάνεια προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να υπολογίζονται σε «σκληρό ευρώ», ενώ οι μισθοί, γενικά οι αμοιβές, οι συναλλαγές στο εσωτερικό της χώρας και οι καταθέσεις θα διέπονται από το «μαλακό ευρώ», το οποίο θα αλλάζει ισοτιμία σχεδόν σε ημερήσια βάση.

Όλα αυτά προτείνονται επειδή γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί η χρεοκοπία των χωρών του Νότου και να εξυπηρετηθεί το χρέος της Ελλάδας με τα υπάρχοντα εργαλεία της ευρωζώνης. Εδώ βρίσκεται η τριβή μεταξύ ΕΚΤ και ΔΝΤ:

«Οι τύποι της ΕΚΤ βλέπουν ένα λαμπρό μέλλον να απορρέει από τα νέα προγράμματα λιτότητας που υιοθετούνται ή επιβάλλονται στις σπάταλες χώρες του Club Med και την Ιρλανδία, χωρίς να αναφέρουμε την ελαφρώς μόνο λιγότερο σπάταλη Γαλλία. Καθώς τα ελλείμματα μειώνονται, η εμπιστοσύνη του ιδιωτικού τομέα θα επιστρέψει και η βιώσιμη ανάπτυξη θα γίνει το μέλλον της ευρωζώνης. Μη στοιχηματίζετε σ’ αυτό, αντιλέγουν οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ. Η λιτότητα τώρα θα φέρει την τρέχουσα πολύ εύθραυστη ανάκαμψη σε οδυνηρό αδιέξοδο, θα μειώσει την ανάπτυξη και τα έσοδα από τους φόρους, κάνοντας ακόμη πιο δύσκολο για την Ελλάδα και άλλες χώρες να μειώσουν τα ελλείμματά τους». Έτσι διατύπωνε τη διαφωνία ανάμεσα σε ΕΚΤ και ΔΝΤ ο Στέλζερ στη «Wall Street Journal» στις 18.10.

 

Παιχνίδι και στην Ελλάδα

 

Καθώς η κρίση χρέους βαθαίνει και για την Ελλάδα και για τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, απειλώντας να συμπαρασύρει τις διεθνείς αγορές, το ΔΝΤ με την υποστήριξη της κυβέρνησης των ΗΠΑ, αποφάσισε να κάνει το αποφασιστικό βήμα. Να χρησιμοποιήσει ανοιχτά την Ελλάδα ως εφαλτήριο για να αναλάβει το ίδιο τη διαχείριση της κρίσης των χωρών της ευρωζώνης. Έτσι στις 8.10 ο Στρος – Καν προχωρεί σε δηλώσεις ότι το ΔΝΤ σκέφτεται σοβαρά να επεκτείνει το πρόγραμμα στήριξης προς την Ελλάδα πέρα από την τριετία.

Σχεδόν αμέσως ο κ. Παπακωνσταντίνου επιβεβαιώνει ότι κάτι τέτοιο βρίσκεται υπό συζήτηση. Τις ημέρες που ακολουθούν, με τη βοήθεια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, η οποία διαρρέει πληροφορίες ότι θα ενισχύσει τις αγορές κρατικών ομολόγων των προβληματικών οικονομιών της ευρωζώνης (Bloomberg, 1.11), αλλά και αμερικανικών τραπεζών μαζί με ισχυρά επενδυτικά κεφάλαια εκτός Ε.Ε., δημιουργείται ένα κλίμα ευνοϊκών προσδοκιών για τα κρατικά ομόλογα της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ιρλανδίας.

Σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες παρεμβάσεις της ΕΚΤ και των άλλων κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, παρατηρήθηκε μια ουσιαστική υποχώρηση τόσο στα spreads, όσο και στα επιτόκια. Έτσι το επιτόκιο αγοράς του ελληνικού δεκαετούς κρατικού ομολόγου έπεσε από σχεδόν 12% που είχε φτάσει στα τέλη Σεπτεμβρίου γύρω στο 9% μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα.

Ακόμη και στη Moodys «υποδείχτηκε» να βγει στις αρχές Οκτωβρίου και να δηλώσει ότι «σκέφτεται» να αναβαθμίσει την πιστωτική αξιολόγηση της Ελλάδας. Μόνο και μόνο για να ενισχυθεί το ευνοϊκό κλίμα στις αγορές. Στόχος ήταν εξαρχής να πάρει το πάνω χέρι το ΔΝΤ και να προχωρήσει ταχύτατα η Ελλάδα σε αναδιάρθρωση του χρέους της με γνώμονα το συμφέρον πρωτίστως των αμερικανικών τραπεζών και των πιο ισχυρών επενδυτικών κεφαλαίων, που δεν τους καίει το αν θα υποστούν κάποιο «κούρεμα», αρκεί η χώρα να συνεχίσει να πληρώνει. Σ’ αυτό έχουν επενδύσει και συγκεκριμένοι οικονομικοί και πολιτικοί κύκλοι στην Ελλάδα, όπως πολύ εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς αν δει ποιο συγκρότημα ΜΜΕ προωθεί ως άμεση και επιβεβλημένη αναγκαιότητα την αναδιάρθρωση ή ανάταξη του χρέους υπό το ΔΝΤ.

 

Η μεγάλη «τούμπα»

 

Από την πρώτη στιγμή η Γερμανία είχε αντιδράσει στην όλη επιχείρηση. Εκπρόσωπος της Μέρκελ είχε σχολιάσει ευθύς εξαρχής τις δηλώσεις του Στρος – Καν ως «πρόωρες» και «άνευ αντικειμένου», διότι υποτίθεται ότι το τριετές πρόγραμμα θα πετύχει. Η Γερμανία δεν βλέπει με καθόλου καλό μάτι το να πάρει το ΔΝΤ το πάνω χέρι στην Ελλάδα και τις άλλες χρεοκοπημένες χώρες της ευρωζώνης, που συνιστούν το 40% και πλέον του εξαγωγικού δυναμικού της γερμανικής οικονομίας. Ούτε βλέπει με καλό μάτι τις προσπάθειες των Κινέζων να βρουν, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, «πάτημα» στην Ε.Ε. – όπως π.χ. με την αξιοποίηση των λιμενικών, οδικών και άλλων υποδομών της Ελλάδας – για να αλώσουν την εσωτερική της αγορά. Κάτι που εξ αντικειμένου θα χτυπήσει το μονοπώλιο της Γερμανίας στην ευρωζώνη.

Ταυτόχρονα, ούτε οι γραφειοκράτες της ΕΚΤ και της Κομισιόν είδαν με καλό μάτι αυτήν την επιχείρηση του ΔΝΤ. Οι τραπεζίτες της ευρωζώνης δεν θέλουν ούτε ν’ ακούσουν για «κούρεμα» του δημόσιου χρέους της Ελλάδας ή των άλλων καταχρεωμένων χωρών. Έτσι από το γραφείο του Όλι Ρεν ήρθε η απάντηση με το να ανακοινωθεί επίσημα ότι το κρατικό έλλειμμα του 2009 της Ελλάδας αναπροσαρμόζεται σημαντικά προς τα πάνω και θα υπερβεί το 15% του ΑΕΠ. Μια αναπροσαρμογή που ο ίδιος ο Στρος – Καν θεώρησε «ατυχή».

Η νέα αναπροσαρμογή του ελλείμματος δεν οφείλεται σε κάποια «κρυμμένα» στοιχεία, αλλά σε νέα μέθοδο υπολογισμού, που συμπεριλαμβάνει κατηγορίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ασφαλιστικών ταμείων κ.λπ., που δεν συνυπολογίζονταν μέχρι πέρυσι. Το αστείο είναι ότι δεν συνυπολογίζονται και σε καμιά άλλη χώρα της ευρωζώνης. Ο νέος υπολογισμός του κρατικού ελλείμματος αφορά μόνο την Ελλάδα. Γιατί; Για πολλούς λόγους. Αφενός έτσι πιέζουν για πρόσθετα, ακόμη πιο επώδυνα και ατελέσφορα μέτρα. Αφετέρου έτσι θα εμφανιστεί ότι το κρατικό έλλειμμα του 2010, που θα καταλήξει 1% με 2% πάνω από τον αρχικό στόχο του μνημονίου, θα φαντάζει περισσότερο σαν «επιτυχία» δεδομένης της αφετηρίας του και λιγότερο ως «αποτυχία» του προγράμματος.

Όμως, ο πιο σημαντικός λόγος ήταν να τινάξει στον αέρα την επιχείρηση άμεσης αναδιάρθρωσης του χρέους υπό το ΔΝΤ που είχε αρχίσει με την καλλιέργεια ευνοϊκών προσδοκιών στις αγορές. Έτσι η ανακοίνωση για αναπροσαρμογή του ελλείμματος έφερε αλλαγή του κλίματος στις αγορές και την καθοδική τάση των επιτοκίων αντικατέστησε η ανοδική. Επιπλέον πέτυχε την εγκατάσταση μόνιμης επιτροπής ελεγκτών της Κομισιόν, της ΕΚΤ και της Eurostat στην Ελλάδα, δήθεν για να παρακολουθούν εκ του συστάδην την πορεία της απόδοσης των μέτρων. Αυτό εκ των πραγμάτων δεν ευνοεί τα σχέδια του ΔΝΤ.

Η αντιστροφή ολοκληρώθηκε με τη διακαναλική συνέντευξη του πρωθυπουργού. Ο κ. Παπανδρέου φρόντισε – υστέρα από συνεννόηση με την Ε.Ε. ή όχι, δεν γνωρίζουμε – να τινάξει στον αέρα το σχέδιο άμεσης αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους με «κούρεμα» που είχε στα σκαριά το ΔΝΤ. Με τα spreads και τα επιτόκια να καλπάζουν είναι αδύνατον να προχωρήσει η επιχείρηση όπως είχε ετοιμαστεί.

Ταυτόχρονα η Καταλωνία δήλωσε επίσημα πτώχευση και σταμάτησε τις πληρωμές πουλώντας υποσχετικά και ομόλογα στους πολίτες της – κάτι που πολύ σύντομα θα δούμε να κάνουν και πολλές από τις νεόκοπες περιφέρειες της Ελλάδας – κατεδαφίζοντας τις όποιες ψευδαισθήσεις για την κατάσταση της Ισπανίας. Η Ιρλανδία απέχει, σύμφωνα με το Bloomberg (1.11), μόλις έναν μήνα από την επίσημη πτώχευση, με το κρατικό της έλλειμμα να καλπάζει στο 32% του ΑΕΠ μετά την ενσωμάτωση στον προϋπολογισμό της νέων χρεών από τις τράπεζες. Η Πορτογαλία βυθίζεται ακόμη περισσότερο στην ύφεση. Ενώ η Ιταλία θεωρείται πια από τις αγορές ότι έχει περισσότερες πιθανότητες να πτωχεύσει απ’ ό,τι η Ινδονησία ή οι Φιλιππίνες (Bloomberg, 19.10).

 

Το ευρωπαϊκό σχέδιο

 

Αυτό είναι το σκηνικό που επέτρεψε την αντεπίθεση της Μέρκελ και της Γερμανίας, επιβάλλοντας στη Σύνοδο Κορυφής (28.10) μαζί με τη Γαλλία το δικό τους σχέδιο ελεγχόμενης πτώχευσης των χωρών της ευρωζώνης που είναι ήδη σε κατάσταση χρεοκοπίας ή βρίσκονται στο χείλος της. Με πρώτη φυσικά την Ελλάδα. Το σχέδιο αυτό δεν διαφέρει ουσιαστικά από το αντίστοιχο που επιχείρησε να εφαρμόσει τον προηγούμενο μήνα το ΔΝΤ. Προβλέπει κι αυτό αναδιάρθρωση ή ανάταξη του δημόσιου χρέους με «κούρεμα», αλλά και μια έστω προσωρινή έξοδο από τον «σκληρό πυρήνα» του ευρώ, υπό την άμεση εποπτεία και τον αυστηρό έλεγχο του γερμανογαλλικού άξονα. Στο σχέδιο αυτό υπάρχει ρόλος και για το ΔΝΤ, αλλά η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στο ποιος θα έχει τα ηνία. Και τα ηνία δεν θα τα έχει η Ουάσιγκτον, αλλά το Βερολίνο και το Παρίσι.

Για να επιτευχθεί αυτό, η Γερμανία με τη Γαλλία πρότειναν έναν μόνιμο μηχανισμό αντιμετώπισης κρίσεων, ο οποίος θα ενσωματωθεί στη Συνθήκη της Λισσαβώνας με βάση το άρθρο 48, παρ. 6, που επιτρέπει εσπευσμένες τροποποιήσεις της συνθήκης χωρίς τις συνήθεις διαδικασίες νομοθετικής κατοχύρωσης. Έως το τέλος του 2012 πιστεύουν ότι θα έχουν έτοιμο τον μηχανισμό για να οδηγήσουν την Ελλάδα, της οποίας το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι τότε θα ξεπερνά το 150% του ΑΕΠ, σε αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους και προσωρινή έξοδο από το ευρώ υπό την κηδεμονία του νέου μηχανισμού της ευρωζώνης.

Επειδή όμως πολλοί πιστεύουν ότι με τον ρυθμό κατάρρευσης των οικονομιών της Ελλάδας και των άλλων προβληματικών κρατών αυτό το σενάριο είναι πολύ αισιόδοξο, εξετάζουν και το ενδεχόμενο μιας άμεσης αναδιάρθρωσης του χρέους, ακόμη και με σημαντικό «κούρεμα». Οι λεπτομέρειες του σχεδίου αυτού κρατούνται κρυφές ακόμη και από την ελληνική κυβέρνηση. Το πιθανότερο είναι να περιλαμβάνει μια επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων ομολόγων, μια μερική έστω παύση πληρωμής τόκων για κάποιο διάστημα και αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων των κατόχων ομολόγων.

Την εγγύηση τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων και των προϋποθέσεων του σχεδίου είναι πιθανό να αναλάβει το ΔΝΤ, για να ικανοποιήσουν και την Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με πρόταση της φινλανδικής αντιπροσωπείας, θα υπάρξει και ειδική πρόβλεψη (Collective Action Clause) ώστε να μην μπορούν κάτοχοι ομολόγων με μειοψηφικά πακέτα να φρενάρουν ή να σταματήσουν την όλη διαδικασία.

Το ενδιαφέρον όμως είναι άλλο. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν πρόκειται να ακούσετε να συζητάνε οι επίδοξοι υποψήφιοι των εκλογών της προσεχούς Κυριακής. Η χώρα και ο λαός της είναι έρμαια συμφερόντων και επιλογών που σχεδιάζουν το πώς θα ολοκληρώσουν την καταστροφή, αλλά δεν θα ακούσετε κανέναν από τους μνημονιακούς ή αντιμνημονιακούς υποψηφίους να μιλάει γι’ αυτό.

Τα θέματα της Ε.Ε., του ευρώ και της πληρωμής του χρέους είναι θέματα ταμπού. Μόνο οι αρπαχτές από τα ευρωπαϊκά ταμεία τούς ενδιαφέρουν. Τα φυλλάδιά τους είναι πλημμυρισμένα από «προτάσεις» για το πώς θα αξιοποιηθούν «αναπτυξιακά» τα κονδύλια εξ Ε.Ε. Δώσ’ τους χρηματοδοτούμενα προγράμματα και είναι διατεθειμένοι να πουλήσουν ακόμη και τη μάνα τους, πόσω μάλλον τη χώρα και τον λαό. Μαζί με τον δήμο και την περιφέρεια που θα τύχει να πάρουν στα χέρια τους.

 

 

* O Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 04-11-10, http://www.topontiki.gr/article/11192

ΕΚΛΟΓΕΣ: ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ σε ΠΟΙΟΝ και ΓΙΑΤΙ;

ΕΚΛΟΓΕΣ: ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ σε ΠΟΙΟΝ και  ΓΙΑΤΙ;
 

και ΠΟΙΑ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΕΚΒΙΑΣΜΟ

 

Του Μιχάλη Βασιλάκη*


 

Θάταν το απόλυτο παγκόσμιο πολιτικό και κοινωνικό παράδοξο, αν οι βδομαδιάτικές δημοσκοπήσεις του κ. Πρετεντέρη και των άλλων συστημικών της μιντιακής νομενκλατούρας, νομιμοποιούνταν να καθορίζουν κατευθύνσεις πολιτικών εξελίξεων στη χώρα, ενώ η άμεση και καθολική ψηφοφορία του λαού στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, θάχε αποκλειστικό περιεχόμενο, το διαφοροποιημένο προσωπικό στυλ διαχείρισης των Καλλικρατικών πολιτικών κέντρων εξουσίας!

Νάταν δηλαδή αυτές οι εκλογές κάτι σαν καλλιστεία για την ανάδειξη του «ΜΙΣΤΕΡ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ»

Μια τέτοια άποψη δεν θα συνιστούσε βέβαια παράδοξο και θάταν συμβατή μάλιστα με την πραγματικότητα, αν ο ταξικά ακραίος αστικοκοινοβουλευτικός στρουκτουραλισμός, προς τον οποίο έχει εκφυλιστεί η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, συνιστούσε και αναγνωριζόταν απ’ όλες τις πλευρές σαν το ΑΠΟΛΥΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ.

Αν, με άλλα λόγια, η ταξική πάλη είχε εξοβελιστεί όχι μόνο από το εσωτερικό του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, αλλά και από τις διαδικασίες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης!

Θάταν στρουθοκαμηλισμός και πολιτικός φαρισαϊσμός, καθόλου όμως παράδοξο, αν την αποπολιτικοποίηση των δημοτικών εκλογών την επεδίωκε ο Παπανδρέου και η ηγετική του ομάδα ως εκπρόσωποι του μνημόνιου. Η συγκυρία από πολλές απόψεις ήταν ευνοϊκή για μια τέτοια προσπάθεια από πλευράς Παπανδρέου.

Αντί γι’ αυτό  όμως, ο Παπανδρέου όχι απλά πολιτικοποίησε τις δημοτικές εκλογές, αλλά καθόρισε και ως πολιτικό επίδικό τους την ίδια του την εξουσία!! Η αντιπολίτευση αυτόματα και σύσσωμη τον κατάγγειλε  για ωμό και απροκάλυπτο εκβιασμό. Την ίδια στιγμή βέβαια η ίδια καθόριζε τις δημοτικές εκλογές ως τη σημαντικότερη πολιτική διαδικασία της μεταπολίτευσης, χωρίς όμως ουσιαστικά πολιτικά επίδικα.

Εκτός του νεοφασιστικού πόλου που διαμέσου του μνημονίου και την στήριξη προς τον Παπανδρέου, διεκδικεί την πολιτική ηγεμονία των εξελίξεων με τη θέση για εξουσία και κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης.

 

Η παραδοξότητα της αντιστροφής των ρόλων απαιτεί ερμηνεία.

 

 Ποιες  αιτίες επέβαλλαν στον Παπανδρέου την πολιτικοποίηση των δημοτικών εκλογών και μάλιστα στο μέγιστο βαθμό! Πόσο είναι εκβιασμός και προς τα πού απευθύνεται η θέση για γενικές εκλογές;

Ένας εκβιασμός δεν μπορεί παρά ν’ απευθύνεται σε  όσους  έχουν κάτι και απειλούνται να το χάσουν.

Άρα ο εκβιασμός του Παπανδρέου δεν μπορεί ν’ απευθύνεται   ούτε στο 1.500.000 άνεργους, ούτε  στο 1.000.000 και πάνω της ανασφαλούς εργασίας, της μαύρης εργασίας, της μερικής απασχόλησης.

Δεν μπορεί ν’ απευθύνεται στους εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους των 500 ευρω, στις εκατοντάδες χιλιάδες  της υπό περιθωριοποίηση νεολαίας!

Δεν μπορεί ν’ απευθύνεται ούτε και στο μικρομεσαίο παραγωγικό κεφάλαιο που στραγγαλίζεται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Γι’ αυτές τις μάζες το μνημόνιο δεν προβλέπει καρότο, μόνο μαστίγιο.

Στον εκβιασμό του Παπανδρέου όλοι αυτοί μπορούν κάλλιστα ν’ απαντήσουν «γαία πυρί μειχθήτω», πράγμα που μπορεί ν’ αντιλαμβάνεται και ο ίδιος και αν όχι το διευθυντήριο των επιτρόπων του οπωσδήποτε.

 

Πού λοιπόν απευθύνεται ο εκβιασμός;

 

Η απάντηση είναι φανερή. Στην άρχουσα τάξη, τα μεσαία και ανώτερα παρασιτικά στρώματα και το πολιτικό προσωπικό του συστήματος.

Απευθύνεται στο εξουσιαστικό πολιτικό σύστημα, στο σύνολό του, αλλά και με ειδικό τρόπο, στο ίδιο το κόμμα του, το ΠΑΣΟΚ ως διαμορφωμένο νεοφιλελεύθερο κοινωνικοπολιτικό μπλοκ.

Η απαίτηση του εκβιασμού είναι καθαρή. Η κλείνουν άμεσα τα ρήγματα τόσο στο κοινωνικό, όσο και στο πολιτικό επίπεδο του νεοφιλελεύθερου εξουσιαστικού μπλοκ, ή το πολιτικό σύστημα στο σύνολο του αναλαμβάνει την ευθύνη για συνολική κατάρρευση του συστήματος! Δεν μπορεί για παράδειγμα η Ν.Δ. του Σαμαρά να υπερφαλαγγίζει ακόμη και την ακροαριστερά σε αντιμνημονιακή  ρητορεία και ταυτόχρονα να εγκαλεί την κυβέρνηση για βραδυπορία στις διαρθρωτικές αλλαγές υπέρ των αγορών και του μεγάλου κεφαλαίου!

Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ισχυρίζεται ο Παπανδρέου, το σημερινό καθεστώς της ελεγχόμενης πτώχευσης και της διεθνούς αρμοστείας, δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί σε ανοικτή πτώχευση και κατοχή μέσα από την δημοκρατική επίφαση των γενικών εκλογών! Αυτό είναι το εκβιαστικό περιεχόμενο της θέσης του Παπανδρέου για προσφυγή σε γενικές εκλογές.

Από την άποψη αυτή αποτελεί και πρόκληση προς την Αριστερά. Ή  να  αναλάβει την ευθύνη μιας εναλλακτικής πρότασης διεξόδου, ή να συνεχίσει στον δρόμο του χαοτικού βερμπαλισμού της.

 

Σ’ αυτό επενδύει διπλά ο Παπανδρέου:

 

α)  Να διασφαλίσει την δραπέτευσή του από την εξουσία με τους δικούς του όρους.

β)  Να χρεώσει στην Αριστερά την στρατηγική του, των ανώμαλων δηλ.  αντιδραστικών λύσεων.

Αυτό όμως που δεν ομολογεί ο Παπανδρέου, είναι ότι η διαλυτική πτώχευση, η κατοχή και οι ανώμαλες πολιτικές εξελίξεις που διαφαίνονται στον ορίζοντα και προς τις οποίες ραγδαία βαδίζει η χώρα, είναι αποτέλεσμα της στρατηγικής του και του Μνημονίου.

Με τις γενικές εκλογές που απειλεί, επιδιώκει την νομιμοποίησή τους, εκτιμώντας πως δεν υπάρχουν δυνάμεις να ματαιώσουν μια τέτοια εξέλιξη. Σ’ αυτό επενδύει την δικαίωσή του και την υστεροφημία του.

Το σίγουρο είναι ότι κάνει λάθος σ’ αυτή του την εκτίμηση. Σε  δυο βδομάδες είναι η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου! Μιας εξέγερσης που αποτελεί βασική αναφορά της συγκρότησης και της άνδρωσης του ΠΑΣΟΚ.

Αυτή η αναφορά είναι ικανή να βάλει στο δρόμο της χειραφέτησης από το νεοφιλελεύθερο και διεφθαρμένο  ηγεμονικό μπλοκ του ΠΑΣΟΚ, ένα τεράστιο πολιτικό δυναμικό και χιλιάδες στελέχη που αναφέρονται στην εθνική ανεξαρτησία, τη δημοκρατία, την πρόοδο, την κοινωνική απελευθέρωση.

Σ’ αυτό το δυναμικό πρέπει ν’ απευθυνθεί η Αριστερά του Μαρξισμού και της διαλεκτικής για ένα ενιαίο κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ δυνάμεων. Αυτό όχι μόνο θα υπερασπιστεί τα δημοκρατικά δικαιώματα και τα δικαιώματα της εργασίας από κάθε επιβουλή και ανώμαλες αντιδραστικές εξελίξεις που κυοφορούνται, αλλά θα προβάλλει και μια εναλλακτική αντινεοφιλελεύθερη, δημοκρατική και προοδευτική διέξοδο στ’ αδιέξοδα του Μνημονίου!

 

Στις εθνικές εκλογές – απειλή του Παπανδρέου, πρέπει να υπάρξει η απάντηση:

 

Κοινό ψηφοδέλτιο των εθνικοανεξαρτησιακών, δημοκρατικών, προοδευτικών δυνάμεων και της αριστεράς, με επικεφαλής έναν κοινής αποδοχής δοκιμασμένο στους λαϊκούς και δημοκρατικούς αγώνες πολιτικό παράγοντα που θα εγγυάται την υλοποίηση του κοινού προγράμματος της δημοκρατικής προοδευτικής αντινεοφιλελεύθερης διεξόδου.

Αυτή την απάντηση πρέπει να πάρει και ο Παπανδρέου, αλλά και ο στρατηγικός του εταίρος κ. Καρατζαφέρης.

 

 

* Ο Μιχάλης Βασιλάκης είναι γραμματέας του ΕΑΜ, www.eamgr.wordpress.com   

 

 

Σημείωση: Άρθρο στην εφημερίδα «Ρεπόρτερ», 3/11/10

Χρέος: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ:

 

Όσο περνάει πολύτιμος χρόνος, χωρίς ριζικές αποφάσεις, τόσο υψηλότερη θα γίνεται η απαιτούμενη διαγραφή χρεών, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος στάσης πληρωμών και τόσο πλησιέστερη η διάλυση της Ευρωζώνης

 

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

«Τίποτα δεν μένει ίδιο για πολύ καιρό. Όλα γύρω μας αλλάζουν και αυτό μπορεί να είναι είτε ενθαρρυντικό, είτε απειλητικό – εξαρτάται από το πώς εμείς οι ίδιοι το βλέπουμε ή/και το αντιμετωπίζουμε. Οι καλύτερες αλλαγές είναι αυτές που επιδιώκουμε εμείς να κάνουμε και όχι αυτές που μας επιβάλλονται» (R.Ashton)

Έχουμε ήδη γράψει ότι (Ο Θάνατος της Δημοκρατίας – ένα γεγονός επίκαιρο τη σημερινή ημέρα), η Ελλάδα αποτελεί μία «ιδιάζουσα» περίπτωση, αφού κατέφυγε στο ΔΝΤ πριν ακόμη διαπιστώσει την αδυναμία δανεισμού της. Όπως τονίζουν δε τα διεθνή ΜΜΕ, «συνθηκολόγησε» χωρίς καν να αντιμετωπίσει τον «εχθρό», ενώ ο δρόμος, ο οποίος της επιβλήθηκε (ελεγχόμενη χρεοκοπία – άρθρο μας «Το χρονικό της αποτυχίας»), ήταν πιθανότατα «προμελετημένος».

Παραλληλίζοντας τώρα τον «οικονομικό» πόλεμο με το «συμβατικό», θα ήταν σαν η κυβέρνηση μας να είχε παραδώσει τη χώρα στον εχθρό, πριν ακόμη πλησιάσει στα σύνορα της – χωρίς να δώσει δηλαδή την παραμικρή μάχη. Όσον αφορά δε τα εκβιαστικά διλήμματα, με τα οποία επιχειρείται η επόμενη «υπεξαίρεση» της ψήφου των Ελλήνων Πολιτών, είναι πιθανότατα «προσχεδιασμένα» (Η προδοσία της Ευρώπης) – αν και προβλέπεται μία μάλλον αυξημένη αποχή, μία λευκή ψήφος ίσως, αφού δεν «προβάλλονται» εναλλακτικές, ρεαλιστικές λύσεις.   

Συμφωνούμε βέβαια απολύτως με τον πρωθυπουργό μας, σχετικά με το ότι «Σε μία Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα». Μόνο που εμείς (όπως και πολλοί άλλοι λαοί στον κόσμο), δεν βιώνουμε τη Δημοκρατία, αλλά την «κοινοβουλευτική παραλλαγή» της – η οποία είναι γεμάτη από αδιέξοδα. Ουσιαστικά οι μοναδικοί «Πολίτες», αυτοί δηλαδή που απολαμβάνουν το «υπέρτατο αξίωμα», είναι οι 300 της Βουλής – όλοι εμείς οι υπόλοιποι είμαστε απλώς «υπήκοοι». Προφανώς, εάν πράγματι βιώναμε τη Δημοκρατία θα καλούμαστε, τουλάχιστον όσον αφορά τις σημαντικές «επιλογές» της χώρας μας, να συναποφασίζουμε με τη βοήθεια των δημοψηφισμάτων – κάτι εντελώς απροβλημάτιστο, στην εποχή του διαδικτύου.       Περαιτέρω για να τεκμηριώσουμε τη θέση μας, σχετικά με το ότι η Ελλάδα ευρίσκεται στον προθάλαμο μίας «ελεγχόμενης χρεοκοπίας», αμέσως μετά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης με τους «Γερμανία, ΔΝΤ-Καρτέλ», αρκεί να αναφέρουμε ότι με κάθε δόση του δανείου, από την οποία πληρώνονται οι προηγούμενοι δανειστές μας, μετατρέπεται η αντίστοιχη οφειλή μας από μη εγγυημένη σε «ενυπόθηκη» – υπό την επίβλεψη του «συνδίκου του διαβόλου» ο οποίος, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις επιχειρήσεις που υπάγονται στο «άρθρο 99» του πτωχευτικού κώδικα, προσέχει την «ισότιμη» αποπληρωμή των «δανειστών», μέσω της εξασφάλισης πόρων (εν προκειμένω, με τη βοήθεια της μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων από τον ιδιωτικό, προς το δημόσιο τομέα, δια μέσου των υπερβολικών φόρων, με την καταναγκαστική πώληση περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, με τη λεηλασία των κοινωφελών επιχειρήσεων κλπ).

  

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΩΝ ΜΑΣ

 

Όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο κείμενο μας (Έξοδος από την κρίση), η δανειοδότηση μας από το ΔΝΤ, αφενός μεν μεταθέτει απλά το πρόβλημα επαυξημένο στο μέλλον (στη χρονική στιγμή δηλαδή που θα κληθούμε να πληρώσουμε τα 110 δις €, επιβαρυμένα με τοκογλυφικά επιτόκια), αφετέρου «επιδεινώνει» σημαντικά τις αιτίες που το προκάλεσαν – δηλαδή, τις πολιτικές, τις κοινωνικές και τις πολιτισμικές «δυσλειτουργίες» της χώρας μας. Ο Πίνακας Ι, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τη λήξη των ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου και τα δάνεια των ΔΝΤ-ΕΕ είναι χαρακτηριστικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Λήξη Ομολόγων 2010-2013, με ημερομηνία καταγραφής τις 29.04.2010, σε δις € – προγραμματισμός εκταμίευσης μηχανισμού στήριξης

 

Έτος

Λήξη ομολόγων συνολικά

Δάνεια ΔΝΤ-ΕΕ

 

 

 

2010

15,80

38,00

2011

31,30

40,00

2012

31,70

24,00

2013

24,90

8,00

 

 

 

Σύνολο

103,70

110,00

Πηγή: Bloomberg – Υπουργείο Οικονομικών (προσχέδιο προϋπολογισμού)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Σύμφωνα με τον Πίνακα Ι, ο δανεισμός της Ελλάδας από το μηχανισμό στήριξης για τα έτη 2010-2013, εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την αποπληρωμή των πιστωτών της – αφού λήγουν ομόλογα συνολικής αξίας 103,7 δις € και δανείζεται 110 δις € (τα 110 δις € του ταμείου στήριξης, είναι ουσιαστικά τα 103,7 δις € που χρωστάμε, συν τους τόκους τους). Επομένως, όλα όσα ακούγονται περί δανεισμού της χώρας μας για την πληρωμή συντάξεων, μισθών κλπ. είναι απολύτως ανακριβή και σκόπιμα ψευδή. Τα χρήματα παρέχονται εμφανώς με στόχο τη διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών – αφού αυτές είναι οι κύριοι δανειστές μας (ακριβώς για τα λόγο αυτό συμμετέχει στα 110 δις € με 73% η Ευρωζώνη, ενώ το ΔΝΤ μόλις με 27% – πιθανότατα με άλλα ανταλλάγματα).     

Συμπερασματικά λοιπόν η Ελλάδα θα χρειασθεί, απλά για την εξυπηρέτηση του υφιστάμενου δανεισμού της έως το 2013, το ποσόν των 103,7 δις €. Το 2014, θα χρειασθεί ακόμη 31,6 δις € για τα επόμενα ληξιπρόθεσμα ομόλογα, συν τα 110 δις € (συνολικά 141,6 δις € πλέον τόκους) για την αποπληρωμή της εκταμίευσης του μηχανισμού στήριξης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να δανείζεται ποσά αντίστοιχα με τα ετήσια ελλείμματα της, τα οποία θα διαμορφωθούν, σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2011, ως εξής:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: ΑΕΠ, ύφεση, έλλειμμα και δημόσιο χρέος σε εκ. €

 

Μεγέθη/έτη

2009

2010

2011

2012

2013

2014

 

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ**

237.494

227.994

222.066

224.508

229.223

234.037

Ύφεση %*

 

-4,0%

-2,6%

1,1%

2,1%

2,1%

‘Έλλειμμα %**

-13,6%

-8,1%

-7,6%

-6,5%

-4,9%

-2,6%

‘Έλλειμμα

32.299

18.467

16.877

14.593

11.231

6.084

Δημ. Χρέος***

298.524

340.680

360.080

374.593

385.824

391.908

Δημ. Χρέος/ΑΕΠ

125%

149%

162%

167%

168%

167%

 

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών – Προσχέδιο προϋπολογισμού 2011

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*  Πρόβλεψη υπουργείου οικονομικών, την οποία ο υπουργός ήδη «αναθεώρησε» στο -3% για το 2011.

** Έλλειμμα με την εφαρμογή του προγράμματος, σύμφωνα με το υπουργείο – ΑΕΠ όχι από τους πίνακες, αλλά από την αφαίρεση της προβλεπόμενης από το υπουργείο ύφεσης

*** 2009, 2010 και 2011 σύμφωνα με το υπουργείο – 2012, 2013 και 2014 με πρόσθεση ελλειμμάτων

Σημείωση: Δεν υπολογίζουμε την επί πλέον επιδείνωση του ελλείμματος από τα δημόσια ιδρύματα, όπως ανακοινώθηκε. 

 

Τα συνολικά ελλείμματα της Ελλάδας για την περίοδο 2010-2014 (Πίνακας ΙΙ),  θα διαμορφωθούν (αισιόδοξα) στα 67,252 δις €, τα οποία πρέπει επίσης να χρηματοδοτηθούν. Όμως, ακόμη και αν δεχθούμε ότι θα βρεθούν πρόθυμοι δανειστές, κάτι για το οποίο αμφιβάλλουμε, η εξόφληση των 110 δις € το 2014 είναι εκτός κάθε πραγματικότητας. Απλούστερα, το 2014 η Ελλάδα θα χρειαζόταν 110 δις € (ΔΝΤ-ΕΕ δάνειο), συν 31,6 δις € (ομόλογα δημοσίου), συν 67,25 δις € (ελλείμματα): συνολικά λοιπόν 208,85 δις € ή το 89% του ετησίου ΑΕΠ της – κάτι που προφανώς ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια της φαντασίας.   

 

Η ΑΝΕΡΓΙΑ

 

Όσον αφορά τώρα την ανεργία, θεωρούμε εγκληματική την αποδοχή της αύξησης της από την κυβέρνηση μας (Πίνακας ΙΙΙ), η οποία και εδώ «εμπορεύεται» στην κυριολεξία το θάνατο της Ελληνικής κοινωνίας – ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης, η οποία «ευθύνεται» για την κοινωνική συνοχή.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Ανεργία επί συνολικά απασχολουμένων 4.940.000 ατόμων

 

Μεγέθη

2010

2011

2012

2013

 

 

 

 

 

Ποσοστό

11,6%

14,5%

15,0%

14,6%

Άνεργοι

573.040

716.300

741.000

721.240

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών – Προβλέψεις

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Η μείωση της απασχόλησης, την οποία έχουμε παρουσιάσει αναλυτικά στο άρθρο μας «Ο εφιάλτης της ανεργίας» προκαλεί, μεταξύ άλλων, τεράστιες ψυχικές «νευρώσεις», οδηγώντας με ασφάλεια στην αύξηση της εγκληματικότητας, στην εξαθλίωση των ανθρώπων των πόλεων, στη δημιουργία τρομακτικών γκέτο, στη δίνη των ναρκωτικών, στην ανάπτυξη μίας ανεξέλεγκτης παραοικονομίας και σε τόσα πολλά άλλα, τα οποία είναι αδύνατον να αποδεχθεί κανείς αδιαμαρτύρητα.

Περαιτέρω, τα «παραδείγματα» των χωρών, στις οποίες δραστηριοποιήθηκε στο παρελθόν («φορο-εισπρακτικά») το ΔΝΤ, όπως τα έχουμε παρουσιάσει (Η άλωση της Βραζιλίας κλπ), δεν επιτρέπουν καμία απολύτως αμφιβολία, σε σχέση με τη σκόπιμη δημιουργία ανεργίας (συμπίεση των μισθών κλπ), καθώς επίσης με τα αποτελέσματα της στις ανθρώπινες κοινωνίες. Με τους φόρους να αποτελούν μία από τις σημαντικότερες αιτίες της ύφεσης, του (φορολογικού) πληθωρισμού και της ανεργίας (υπολογίζεται ότι, σε σύνολο 800.000 μικρομεσαίων επιχειρήσεων, θα κλείσουν μέχρι το τέλος του 2011 περίπου 175.000, αυξάνοντας τους ανέργους κατά 300.000, δηλαδή στο 20% των απασχολουμένων και όχι στο 15% που θεωρεί η κυβέρνηση μας), θεωρούμε ότι, η μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό τομέα στο δημόσιο (και από εκεί στο ΔΝΤ), με τον τρόπο αυτό (χωρίς καμία απολύτως πιθανότητα διάσωσης της χώρας μας από τη χρεοκοπία), είναι τουλάχιστον εγκληματική.

 

ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

 

Συνεχίζοντας, θεωρούμε σκόπιμη την επανάληψη του Πίνακα IV, διαμορφωμένου σύμφωνα με τα μεγέθη που προκύπτουν από το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2011.Τουλάχιστον από την αύξηση των δαπανών, φαίνεται καθαρά η αποκλειστική ευθύνη της Πολιτείας – αφού είναι η μοναδική υπεύθυνη για την «εκτροπή» τους. Δυστυχώς (άρθρο μας), αφού οι κυβερνήσεις έχουν στη διάθεση τους ένα ορισμένο «budget», έτσι όπως εμφανίζεται στον εκάστοτε ετήσιο προϋπολογισμό, δεν ξοδεύουν, όπως ο κάθε συνετός «οικογενειάρχης», το ποσόν που ευρίσκεται στα ταμεία τους, αλλά δανείζονται πολύ περισσότερα – χωρίς καθόλου να ρωτήσουν τους Πολίτες που εκπροσωπούν (κάτι που συμβαίνει συνεχώς, τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: Εξέλιξη ΑΕΠ, εσόδων, δαπανών και ελλειμμάτων (των ζημιών δηλαδή του κράτους) σε εκ. €, στην Ελλάδα

 

ΕΤΟΣ

ΑΕΠ*

Έσοδα

Δαπάνες

Έλλειμμα

Δημόσιο Χρέος**

Ποσοστό επί ΑΕΠ

 

 

 

 

 

 

 

2003

153.045

37.500

40.735

-3.235

179.008

117,00%

2004

164.421

40.700

45.414

-4.714

198.832

120,90%

2005

196.609

42.206

48.685

-6.479

209.723

118,90%

2006

213.085

46.293

50.116

-3.823

224.162

105,10%

2007

228.180

49.153

55.733

-6.580

237.742

104,20%

2008

239.141

51.680

61.642

-9.962

260.439

108,90%

2009

237.494

48.491

71.810

30.866

298.524

125,68%

2010

231.000

52.700

66.188

-19.473

340.680

147,48%

 Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών  (εκτιμήσεις σελ. 49 και 64)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* ΑΕΠ 2005 αναθεωρημένο, δηλαδή 20% περίπου αυξημένο σε σχέση με το 2004, μετά την πρόσθεση εσόδων από την «μαύρη οικονομία» εκ μέρους της κυβέρνησης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί το ποσοστό του ελλείμματος και να βρεθεί εντός του συμφώνου σταθερότητας της Ε.Ε. για πρώτη και τελευταία φορά (ουσιαστικά, υποθετικό ΑΕΠ).

** Χρέος κεντρικής κυβέρνησης  

 

Το ΑΕΠ μας αυξήθηκε από το 2003 έως το 2009 κατά 51% περίπου, ενώ τα δημόσια έσοδα κατά 40%, οι δαπάνες κατά 62% και το έλλειμμα σχεδόν κατά 7 φορές. Η διαφορά της αύξησης των εσόδων, σε σχέση με την αύξηση του ΑΕΠ, είναι σε τέτοιο βαθμό «μη ισορροπημένη», επειδή η μεγέθυνση του ΑΕΠ προήλθε κυρίως από την προς τα πάνω «αναθεώρηση» των στοιχείων (παρά το ότι σήμαινε αυξημένες «εκροές» προς τα ταμεία της Ε.Ε., αφού προσδιορίζονται ως ποσοστό επί του ΑΕΠ) και όχι από «φυσιολογικές» προϋποθέσεις (ανάπτυξη).

Παραδόξως, σύμφωνα με τον Πίνακα IV, το δημόσιο χρέος μας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 42 δις € περίπου, όταν μας ανακοινώνεται έλλειμμα για το 2010, το οποίο δεν υπερβαίνει τα 20 δις € (18.467 €). Όμως, εάν προσθέσουμε το έλλειμμα του 2010 στο χρέος του 2009 (298.524 €), καταλήγουμε στα 316.991 εκ. € και όχι στα 340.680 εκ. €, τα οποία αναφέρει η κυβέρνηση στο προσχέδιο του προϋπολογισμού. Πρόκειται λοιπόν για μία ανησυχητική διαφορά, ύψους 23,7 δις €, η οποία μάλλον δεν θα περάσει απαρατήρητη από τις «αγορές». Για το 2011, η κυβέρνηση καταγράφει το δημόσιο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης στα 360.080 εκ. € – μία αύξηση δηλαδή κατά 20 δις € (έλλειμμα 2011 στα 17 δις € περίπου), στο 155,1% του ΑΕΠ.    

 

Η ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ

 

Ανεξάρτητα τώρα από τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, θεωρούμε απαραίτητη μία μικρή αναφορά μας στη φοροδιαφυγή – την οποία επικαλούνται δυστυχώς όλες οι κυβερνήσεις, στις ατυχείς προσπάθειες τους να αιτιολογήσουν τις συνεχείς αποτυχίες τους. Σε σχέση λοιπόν με τη φοροδιαφυγή, με τη «βοήθεια» της οποίας οι κυβερνήσεις προσπαθούν πιθανότατα να «μετακυλήσουν» την ευθύνη στους Πολίτες, θεωρούμε ότι αποτελεί μία ακόμη «αυθαιρεσία». Αφενός μεν πρόκειται κυρίως για τους άμεσους φόρους (το 30% των συνολικών), αφετέρου δε τα «διαφυγόντα» αυτά έσοδα, «όφειλαν» πρώτα να εισπραχθούν και μετά να δαπανηθούν – σε καμία περίπτωση το αντίθετο. Για παράδειγμα, η Πολιτεία θα έπρεπε να κατασκευάζει δρόμους ή άλλα έργα, μετά την είσπραξη των εσόδων από την (όποια) πάταξη της φοροδιαφυγής και όχι πριν.

Εκτός αυτού, οι συντελεστές φόρων στην Ελλάδα είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Σε λίγες μόνο χώρες, όπως στις Σκανδιναβικές, οι άμεσοι φόροι είναι υψηλότεροι. Εκεί όμως στους φόρους συμπεριλαμβάνονται και οι ασφαλιστικές εισφορές, οι καταβολές για την υγεία, καθώς επίσης τα τέλη κυκλοφορίας. Αν υπολογισθούν και αυτά στην Ελλάδα, τότε το ποσοστό της άμεσης φορολογίας θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο – πόσο μάλλον όταν, οι υπηρεσίες εκ μέρους του δημοσίου, οι οποίες προσφέρονται στους Έλληνες φορολογουμένους, δεν έχουν απολύτως καμία σχέση, με αυτές των υπολοίπων ευρωπαϊκών κρατών.

Συμπερασματικά λοιπόν, αφενός μεν έχει εξαντληθεί η φοροδοτική ικανότητα των Ελλήνων, αφετέρου η συνεχώς μεγαλύτερη φορολόγηση οδηγεί με ασφάλεια σε μία κλιμακούμενη ύφεση η οποία, σε συνδυασμό με το φορολογικό πληθωρισμό ύψους 6% (ελάχιστα), με τα τοκογλυφικά επιτόκια (ύψους επίσης 6%), με τις μειωμένες ονομαστικές και πραγματικές αμοιβές των εργαζομένων, με την τεράστια ανεργία, με το κλείσιμο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με την απελευθέρωση των αγορών μας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ) στους ξένους, με το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων προς όφελος των πολυεθνικών, καθώς επίσης με την ανυπαρξία αναπτυξιακών προγραμμάτων, θα καταστρέψει εντελώς την Ελλάδα.

Επομένως, η πιστή τήρηση του μνημονίου θα μας οδηγήσει χωρίς την παραμικρή αμφιβολία σε ένα σκόπιμα μονοδρομημένο αδιέξοδο, το οποίο οφείλουμε πάση θυσία να αποφύγουμε – πληρώνοντας αμέσως το ΔΝΤ, από το οποίο έχουμε λάβει 8 δις € μέχρι σήμερα και αναζητώντας νέους δρόμους.  

Κλείνοντας, απορούσαμε πάντοτε, ενώ συνεχίζουμε να απορούμε, σχετικά με το πώς ακριβώς «συγκεκριμενοποιείται» το ύψος της παραοικονομίας στη χώρα μας – στο 30% τους ΑΕΠ, στα 100 δις € ή σε οτιδήποτε άλλο ακούγεται. Μέσω ποίων δεικτών ή μεθόδων αλήθεια ισχυριζόμαστε (η Τράπεζα της Ελλάδος, η κυβέρνηση μας, το ΔΝΤ κλπ) ότι γνωρίζουμε το ύψος της φοροδιαφυγής, καθώς επίσης ότι η «πάταξη» της θα λύσει ως δια μαγείας όλα μας τα προβλήματα;          

 

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

 

Θεωρώντας, όπως θα τεκμηριώσουμε στη συνέχεια ότι, η ελαχιστοποίηση του δημοσίου χρέους αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα, θα εξετάσουμε συνοπτικά τις δυνατότητες μας, επιλέγοντας την, κατά την άποψη μας, καλύτερη δυνατή. Στα πλαίσια αυτά, ο Πίνακας V που ακολουθεί βοηθάει στην κατανόηση τους θέματος, για το οποίο αναζητούνται λύσεις:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: ΑΕΠ 2009-2011, τόκοι δημοσίου χρέους, ποσοστό τους επί του ΑΕΠ, ελλείμματα και ποσοστό των τόκων επί των ελλειμμάτων

 

ΑΕΠ

Ποσόν

Τόκοι

Ποσοστό*

Έλλειμμα

Τόκοι/Έλλειμμα**

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ 2009

237.494

12.325

5,19%

32.299

38,15%

ΑΕΠ 2010

227.994

13.209

5,79%

18.467

71,53%

ΑΕΠ 2011

222.066

15.800

7,12%

16.877

93,62%

* Ποσοστό των τόκων επί του ΑΕΠ

** Ποσοστό τόκων ως προς το έλλειμμα

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Πηγή: Προσχέδιο προϋπολογισμού 2011

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα V, οι τόκοι του 2011 αντιστοιχούν σχεδόν στο σύνολο των ελλειμμάτων. Επομένως, ένας ενδεχόμενος μηδενισμός του χρέους, θα σήμαινε την ίδια στιγμή ανάλογο μηδενισμό των ελλειμμάτων και είσοδο της χώρας μας στην κερδοφορία. Το ενδεχόμενο αυτό και μόνο θα επέλυε «ως δια μαγείας» όλα τα υπόλοιπα προβλήματα της Οικονομίας μας – δανεισμός από τις αγορές, ανάπτυξη κλπ. Επομένως, θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο πρόβλημα του χρέους – αν και δεν θα έπρεπε να περιοριστούμε μόνο σε αυτό. Οι δυνατότητες τώρα «διαχείρισης» του χρέους μας είναι κυρίως οι εξής:

(α)  Η ολοκληρωτική άρνηση χρέους: Η άρνηση αυτή έχει υπάρξει στο παρελθόν σε άλλες χώρες, αναφέρεται στην οικονομική βιβλιογραφία (A.Smith, D.Ricardo), «τιμωρείται» πολύ αυστηρά από το διεθνές κεφάλαιο («αιώνια» απαγόρευση πρόσβασης στις δυτικές αγορές) και έχει πάρα πολλές παρενέργειες. Η (νομική) αιτιολογία της μπορεί να είναι το ότι, τα χρήματα που έχει δανειστεί το κράτος, δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού. Σε κάθε περίπτωση, είναι μία λύση που δεν μπορεί κανείς να την παραβλέψει.

(β)  Η διαγραφή μέρους του χρέους από τους δανειστές: Έχει επίσης λειτουργήσει στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα στην Αργεντινή. Εν τούτοις, η συγκεκριμένη χώρα δεν παραχώρησε την εθνική της κυριαρχία, όπως η Ελλάδα με την υπογραφή του μνημονίου, εναντίον του οποίου δεν μπορεί να καταφύγει στα Ελληνικά δικαστήρια (!), αλλά σε αυτά του Λουξεμβούργου, με το αγγλικό Δίκαιο – το μοναδικό «Δίκαιο» στον κόσμο, το οποίο εξασφαλίζει αποκλειστικά και μόνο τους δανειστές, εις βάρος των οφειλετών. Κατά την άποψη μας, δεν αποτελεί την ιδανική λύση – ενώ δεν είναι σε καμία περίπτωση ριζική, εάν υποθέσουμε ότι είναι ακόμη εφικτή, μετά τις απίστευτες ενέργειες της κυβέρνησης μας, «ερήμην» της (δήθεν;) ανεξάρτητης Ελληνικής Δικαιοσύνης.   

(γ)  Ο μηδενισμός του χρέους, με τη δική μας συμμετοχή: Είναι ουσιαστικά ένας ωφελιμιστικά έντιμος τρίτος δρόμος, ο οποίος όμως απαιτεί πειθώ και μεγάλες διαπραγματευτικές ικανότητες από την κυβέρνηση που θα το επιχειρήσει – πόσο μάλλον πατριωτικά συναισθήματα, επιμονή, ήθος και επάρκεια. Στη λύση αυτή έχουμε αναφερθεί αναλυτικά σε ιδιαίτερο άρθρο μας («Ο μηδενισμός του χρέους»).

(δ)  Η απλή «αναδιάρθρωση» του χρέους: Η επιμήκυνση δηλαδή του χρόνου πληρωμής των υποχρεώσεων μας, με χαμηλότερα επιτόκια. Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ το ότι, μία μείωση του επιτοκίου δανεισμού μας κατά 1%, θα σήμαινε λιγότερη επιβάρυνση του προϋπολογισμού μας κατά 3,4 δις € ετήσια.

(ε)  Η εθνικοποίηση του χρέους: Θεωρώντας πολύ πιο εφικτό το δανεισμό του κράτους μας εκ μέρους των Πολιτών του (σε σχέση με την εθελούσια παρακράτηση των καταθέσεων κλπ, έτσι όπως την αναλύσαμε στο άρθρο μας «Ο μηδενισμός του χρέους»), καθώς επίσης γνωρίζοντας ότι, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αντιμετωπίσθηκε με επιτυχία το χρέος από την Ιαπωνία, η έκδοση Εθνικών Ομολόγων με ελάχιστο επιτόκιο, καθώς επίσης η πώληση μέρους της δημόσιας περιουσίας σε Έλληνες, θα μπορούσε να λύσει ριζικά το πρόβλημα – χωρίς να απαιτηθεί η παραμικρή συμμετοχή ξένων. Σε κάθε περίπτωση, η αποδοχή αυτής της λύσης εκ μέρους των Ελλήνων είναι κατά πολύ πιο συνετή, από την ήδη επιχειρούμενη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας τους στο δημόσιο, μέσω των φόρων – ακόμη και αν χρειαστεί να πουλήσουν μέρος της ακίνητης περιουσίας τους, για την αγορά των εθνικών ομολόγων.

Προφανώς είναι δυνατόν να υπάρξουν και άλλες λύσεις, ο οποίες να αποτελούνται από επιλεκτικούς «συνδυασμούς» των παραπάνω ή άλλων δυνατοτήτων. Κατά την άποψη μας όμως ο προτιμότερος συνδυασμός θα ήταν

(α)  η «εθνικοποίηση» ενός μέρους του χρέους – για παράδειγμα, η σταδιακή έκδοση 30ετών εθνικών ομολόγων, συνολικού ύψους 150 δις €, με επιτόκιο 1%, με την ταυτόχρονη

(β) «αναδιάρθρωση» (αναδιαπραγμάτευση) του υπολοίπου – για παράδειγμα, με επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υποθετικά 190 δις € που θα απέμεναν, σε 30 έτη, με επιτόκιο επίσης 1% (είτε από τους υφιστάμενους κατόχους των ομολόγων μας, είτε από νέους δανειστές – Κίνα, Ιαπωνία, Ρωσία κλπ – με χαμηλό επιτόκιο και εξόφληση των προηγουμένων).   

Στην περίπτωση αυτή, το κόστος για την Ελληνική οικονομία θα ήταν περίπου 3,4 δις € ετήσιοι τόκοι, συν 6,33 δις € χρεολύσια (δόσεις) για τους ξένους δανειστές μας – συνολικά λοιπόν περίπου 10 δις €, εκ των οποίων μόνο τα 3,4 δις € θα επιβάρυναν τον προϋπολογισμό μας. Στην περίπτωση δε που δεν θα μας δανείζουν πλέον οι «αγορές» (μάλλον θα έπρεπε να το ευχόμαστε, παρά να το φοβόμαστε, αν και η «δύση» δεν είναι πια μονόδρομος), τα δημόσια έσοδα (ύψους περί τα 50 δις € ετήσια) καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες της Οικονομίας μας (συντάξεις, λειτουργικό κόστος κλπ) – πόσο μάλλον όταν οι δημόσιες δαπάνες, οι οποίες μπορεί και πρέπει να περιορισθούν, είναι τουλάχιστον της τάξης των 10-15 δις €.     

 

Θεωρούμε λοιπόν ότι μία τέτοια λύση θα μπορούσε να «επιβληθεί» τόσο στους Έλληνες Πολίτες, όσο και στους ξένους τοκογλύφους, από μία ικανή φυσικά κυβέρνηση, αφού είναι κατά πολύ πιο συμφέρουσα από οποιαδήποτε άλλη. Για τους Έλληνες Πολίτες είναι προτιμότερη από τη χρεοκοπία ή τη μεταβίβαση (μέσω των φόρων) της περιουσίας τους στους ξένους (παράλληλα με την ύφεση, την ανεργία κλπ), ενώ για τους ξένους δανειστές είναι καλύτερη από τη διαγραφή μέρους του χρέους, η οποία θα ακολουθήσει αργά ή γρήγορα (την υπολογίζουμε τουλάχιστον στο 40%) – πόσο μάλλον από την άρνηση του χρέους, στην οποία ίσως αναγκαστούμε θα καταφύγουμε (ειδικά εάν δεν εξοφλήσει η Γερμανία τα χρέη της απέναντι μας, τα οποία αποφεύγει να πληρώσει – βραβεύοντας ακόμη και τον Πρωθυπουργό μας, προφανώς για την παράδοξη απροθυμία του να τα απαιτήσει).

 

ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ

 

Στην περίπτωση τώρα που θα αργήσουμε να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις, τότε η μοναδική λύση που θα μας απομείνει, δεν θα είναι άλλη από τη διαγραφή ενός πολύ μεγάλου μέρους των χρεών μας (ευθέως ανάλογου του χρόνου αργοπορίας μας), παράλληλα με την αναδιάρθρωση των υπολοίπων. Προφανώς δεν θεωρούμε λύση την υποδούλωση μας, έτσι όπως τη φαντάζεται το ΔΝΤ, η Γερμανία, ο συνδυασμός τους ή ο οποιοσδήποτε άλλος (Κίνα κλπ).  

 

Αναλυτικότερα, όπως έχουμε ήδη αναφέρει (Η τελική, αντίστροφη μέτρηση), η χώρα μας δεν έχει ανάγκη από χρήματα – αντίθετα, πρέπει να πάψει αμέσως να δανείζεται από τους εχθρούς της (Γερμανία, ΔΝΤ), ζητώντας ταυτόχρονα από τους «φίλους» και συμμάχους της, από τους «μη εχθρούς» της καλύτερα, να ανοίξουν τις αγορές τους στα κύρια προϊόντα της (τουρισμός, πολιτισμός, γεωργία και ναυτιλία). Παράλληλα, οφείλει να απαιτήσει πλέον μία «γενναία» (40-50%) διαγραφή των δημοσίων χρεών της (default), αφού το μεγαλύτερο μέρος τους έχει ήδη αποσβεσθεί από τους οφειλέτες της.

Ας μην ξεχνάμε πως οι σημερινοί ιδιοκτήτες των ελληνικών ομολόγων τα έχουν αποκτήσει με έκπτωση/discount έως και 30% – οπότε έχουν ήδη χάσει οι προηγούμενοι διαχρονικά ανάλογα ποσά, ενώ οι καινούργιοι απλά κερδοσκοπούν, αναλαμβάνοντας (και ασφαλίζοντας) το ρίσκο της «διαγραφής». Συμπληρωματικά οφείλουμε να τονίσουμε εδώ το ότι, οι αγοραστές ομολόγων, όπως επίσης αυτοί των λοιπών χρηματοπιστωτικών προϊόντων (μετοχές κλπ), επενδύουν με στόχο το κέρδος –  αποδεχόμενοι φυσικά το ρίσκο. Θα ήταν λοιπόν εντελώς άδικο να εξαθλιωθεί ένας ολόκληρος λαός και να καταστραφεί η ΕΕ, για χάρη κάποιων ελάχιστων κερδοσκόπων.

Στη συνέχεια, η Ελλάδα οφείλει να επαναδιαπραγματευθεί τη χρονική διάρκεια σταθερής αποπληρωμής των υπολοίπων χρεών της (τοκοχρεολύσια για 30-40 έτη), με επιτόκιο που δεν θα υπερβαίνει το 1% – ενδεχομένως με κυμαινόμενο, το οποίο θα είναι ανάλογο του ρυθμού ανάπτυξης της. Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν επιτύχει μία τέτοια εύλογη συμφωνία, οφείλει να εθνικοποιήσει το εναπομένων χρέος, με την έκδοση εθνικών ομολόγων (είτε υποχρεωτικών, δια μέσου ακόμη και της δέσμευσης καταθέσεων, είτε προαιρετικών).  

Παράλληλα, οφείλει να δημιουργήσει ένα σταθερό, απλό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων της (άνοιγμα και ιδίως κλείσιμο), έτσι ώστε να προέλθει η ανάπτυξη από τις μικρομεσαίες εταιρίες της, να μειώσει άμεσα τους υπέρογκους φόρους, να προσφέρει αναπτυξιακά κίνητρα στους Έλληνες (και όχι στους ξένους), να σταματήσει να υποτάσσεται στις διαταγές του Καρτέλ (διατήρηση των ζημιογόνων τραπεζών, άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, «άτακτη» απελευθέρωση των αγορών κλπ) και να εξορθολογήσει τη λειτουργία των κοινωφελών επιχειρήσεων της (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ κλπ).

Επίσης, να αυξήσει την παραγωγικότητα των εργαζομένων της, με κεντρικό στόχο την αύξηση των εξαγωγών (αντί να μειώνει «υφεσιακά» τους μισθούς, θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αυξήσει τις ώρες εργασίας), και να «αναδιαρθρώσει» αποτελεσματικά το δημόσιο τομέα της, κυρίως μέσω της σωστής στελέχωσης του με «επαρκείς» εργαζομένους – αλλά και της καθιέρωσης του διαφανούς (διαδίκτυο) διπλογραφικού λογιστικού συστήματος, παράλληλα με τους ετήσιους Ισολογισμούς, τόσο του ίδιου του Κράτους, όσο και των δημοσίων/δημοτικών «αρχών».

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Ολοκληρώνοντας, η μη εκμετάλλευση των τεράστιων πλεονεκτημάτων που μας προσέφερε γενναιόδωρα η σημερινή κρίση, θα ήταν ένα πραγματικό έγκλημα – αν όχι «ηχηρή» προδοσία, εις βάρος της πατρίδας μας. Σε κάθε περίπτωση, τα συμφέροντα μας (Ελλάδα), είναι εντελώς αντίθετα από τα συμφέροντα των «εχθρών» μας (Γερμανία, ΔΝΤ, Καρτέλ).

Εμάς μας ενδιαφέρει το δημόσιο χρέος, αφού μόνο εάν περιορισθεί δραστικά, με παράλληλη ελαχιστοποίηση των επιτοκίων, θα διατηρήσουμε την περιουσία μας, το βιοτικό μας επίπεδο, τις θέσεις εργασίας μας, τις επιχειρήσεις μας, την ποιότητα της ζωής μας και όλα τα παιδιά μας υγιή στην πατρίδα τους – αφού τότε μόνο θα αναπτυχθεί η οικονομία μας (όλα τα υπόλοιπα είναι «εκ του πονηρού»). Απλά και μόνο η ριζική μείωση των υπέρογκων τόκων (16 δις € προσεχώς), σε συνδυασμό με την ανάπτυξη, θα «εξαφανίσει» τα ελλείμματα.   

Οι εχθροί μας ενδιαφέρονται για το έλλειμμα, αφού μόνο εάν περιορισθεί, θα εισπράττουν με ασφάλεια συνεχώς αυξανόμενους τόκους διατηρώντας μας στον «ορό», θα πουλούν πανάκριβα τα όπλα τους, θα εξάγουν με κέρδος τα προϊόντα τους και θα κατασκευάζουν υπερτιμημένα έργα στη χώρα μας, διαφθείροντας ως συνήθως τους πολιτικούς μας.

Φυσικά μας ενδιαφέρουν και εμάς τα ελλείμματα – πόσο μάλλον όταν οφείλονται στο «κομματικό» κράτος και όχι στο «κοινωνικό», το οποίο δυστυχώς καλείται να τα μηδενίσει (τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς). Υπάρχουν όμως αρκετές «ορθολογικές» λύσεις για την καταπολέμηση τους, επί πλέον της μείωσης των τόκων και της ανάπτυξης, όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν (άρθρο μας).

Εν τούτοις, εάν προηγουμένως δεν επιλυθεί ριζικά το πρόβλημα του χρέους (μηδενισμός), δεν πρόκειται να υπάρξει «ελεύθερο» μέλλον για τη χώρα μας. Μεταφορικά, είναι σαν να προσθέτει κανείς νερό σε έναν σκοτεινό «λάκκο» χωρίς πυθμένα, ή σαν να προσπαθεί να κάνει οικονομία στο ηλεκτρικό ρεύμα, όταν η τράπεζα απειλεί με πλειστηριασμό το υπερχρεωμένο σπίτι του. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους «εχθρούς» μας, τους οποίους δυστυχώς εμείς (το κομματικό κράτος) προκαλέσαμε/προσκαλέσαμε, θεωρώντας ότι οι αγνοί «λύκοι» θα λύσουν τα προβλήματα του διεφθαρμένου «κοπαδιού προβάτων» (ο οργανισμός «διεθνής διαφάνεια», ο οποίος έχει έδρα την «πατρίδα» της Siemens, έτσι όπως τον περιγράψαμε στο άρθρο μας «Διεθνής Διαφθορά ΑΕ», τεκμηριώνει απόλυτα τη θέση μας).         

Επομένως, μόνο εκείνη η κυβέρνηση, η οποία θα μπορέσει να μας υποσχεθεί ότι θα αγωνισθεί για το μηδενισμό του δημοσίου χρέους, καθώς επίσης για το άνοιγμα νέων αγορών για τα προϊόντα μας (Κίνα, Ρωσία κλπ), αξίζει την ψήφο μας – σε καμία περίπτωση αυτή που θα μας μιλάει για περιορισμό των ελλειμμάτων, με φόρους και θυσίες προς όφελος των δανειστών μας. 

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 28. Οκτωβρίου 2010,

viliardos@kbanalysis.com      

 

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων & επενδύσεων, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

 

ΠΗΓΗ:  http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2218.aspx

Πιο βίαιη η κρίση του χρέους στην Ευρώπη

Η κρίση του χρέους στην Ευρώπη είναι πολύ πιο βίαιη

από ό,τι εκείνη που πλήττει σήμερα τις αναδυόμενες χώρες του Νότου


Του
Ram Etwareea


(Αναθεωρημένη εκδοχή, με ευθύνη του Ερίκ Τουσέν, άρθρου που δημοσιεύτηκε στην καθημερινή εφημερίδα της Ελβετίας Le Temps, την Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010)

Ο Ερίκ Τουσέν, ειδικός του χρέους του Τρίτου κόσμου, εκτιμά ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να κηρύξει στάση πληρωμών και να πραγματοποιήσει έναν έλεγχο (audit) του χρέους της για να εξακριβώσει την ευθύνη των πιστωτών προκειμένου να μειώσει ριζικά τον όγκο του χρέους της.

Η καταχρέωση της Ευρώπης είναι σοβαρότερη από εκείνη των χωρών της Νότιας Αμερικής. Για τις περισσότερες από αυτές, το ποσοστό του εξωτερικού χρέους σε σχέση με το ακαθάριστο εσωτερικό προϊόν φτάνει το 40% το 2010. Στην Ελλάδα, στην Ισπανία, στη Πορτογαλία ή στην Ιρλανδία, ξεπερνάει, και κατά πολύ, το 100%.

Παρόλο που οι κυβερνήσεις και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικεντρώνονται στο δημόσιο χρέος, είναι το ιδιωτικό χρέος που είναι το πιο υψηλό. Στην Ισπανία, το δημόσιο χρέος δεν αντιπροσωπεύει παρά το 17% του συνολικού χρέους. Εξάλλου, η αύξηση του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη είναι το αποτέλεσμα τριών παραγόντων:

της φορολογικής αντιμεταρρύθμισης που άρχισε στη δεκαετία του 1990 και που περιόρισε τα έσοδα του Κράτους κάνοντας δώρα στους πλουσίους και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Του κόστους της διάσωσης των ιδιωτικών τραπεζών από τις κυβερνήσεις από το 2007 και τέλος της μείωσης των φορολογικών εσόδων εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης του 2009. Ενώ οι κοινωνικές δαπάνες των ευρωπαϊκών Κρατών δεν αποτελούν στο παραμικρό την αιτία της αύξησης του δημόσιου χρέους, είναι ακριβώς αυτές που βρίσκονται στο στόχαστρο των σχεδίων λιτότητας. Εξάλλου, το τεράστιο χρέος των ιδιωτικών επιχειρήσεων κινδυνεύει, αν δεν λάβουμε τα μέτρα μας, να μετατραπεί αύριο σε δημόσιο χρέος.

Αυτή είναι εκτίμηση που κάνει ο Ερίκ Τουσέν, οικονομολόγος και ιστορικός ειδικευμένος στα δημοσιονομικά των χωρών του Νότου από τη δεκαετία του 1980. Σύμφωνα με αυτό το Βέλγο εμπειρογνώμονα που δραστηριοποιείται στην Επιτροπή για την ακύρωση του χρέους του Τρίτου κόσμου, η Ελλάδα θα έπρεπε να κηρύξει στάση πληρωμών, να πραγματοποιήσει ένα audit του χρέους της προκειμένου να εξακριβώσει την ευθύνη των πιστωτών και να επαναδιαπραγματευτεί την αποπληρωμή επιβάλλοντας μια ριζική μείωση του χρέους της. Περαστικός από τη Γενεύη για να συζητήσει το τελευταίο βιβλίο του*, τόνισε ότι αυτή η λύση θα γλύτωνε τη χώρα από τη λιτότητα που επέβαλαν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), και η οποία τιμωρεί έναν ολάκερο πληθυσμό. Καμιά δεκαριά χώρες της Ευρώπης είναι σήμερα με τον ορό του ΔΝΤ στο χέρι.

«Πολλά δάνεια χορηγήθηκαν στην Ελλάδα για να χρηματοδοτηθεί η αγορά στρατιωτικού υλικού από τη Γαλλία και τη Γερμανία, εξήγησε ο Ερίκ Τουσέν. Μετά από το ξέσπασμα της κρίσης, το στρατιωτικο-βιομηχανικό λόμπι πέτυχε μάλιστα να διατηρηθεί ο αμυντικός προϋπολογισμός ενώ οι κοινωνικές δαπάνες μειώθηκαν για πάνω από 20%». Υπενθύμισε ότι στο μέσο της ελληνικής κρίσης στις αρχές αυτού του χρόνου, ο Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογκάν, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, μιας χώρας που διατηρεί τεταμένες σχέσεις με τον έλληνα γείτονά της, πήγε στην Αθήνα και πρότεινε τη μείωση κατά 20% του στρατιωτικού προϋπολογισμού των δυο χωρών. Η ελληνική κυβέρνηση δεν άδραξε την ευκαιρία που της δόθηκε. Της ασκήθηκε πίεση από τις γαλλικές και γερμανικές αρχές που ήθελαν να προωθήσουν τις εξαγωγές όπλων τους.

Πρέπει να προσθέσουμε τα πολλά δάνεια τραπεζών, κυρίως γερμανικών και γαλλικών, στις ελληνικές ιδιωτικές επιχειρήσεις και στις ελληνικές αρχές στη περίοδο 2008-2009. Αυτές οι τράπεζες δανείστηκαν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με χαμηλά επιτόκια και κατόπιν δάνεισαν την Ελλάδα με υψηλότερα επιτόκια, πράγμα που τους επέτρεψε να αποκομίσουν σημαντικά κέρδη κοντοπρόθεσμα. Δεν τους απασχολεί η ικανότητα των δανειοληπτών να αποπληρώσουν μεσοπρόθεσμα το δανεισμένο κεφάλαιο. Οι ιδιωτικές τράπεζες φέρουν λοιπόν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ευθύνης για το υπερβολικό χρέος. Τα δάνεια των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ στην Ελλάδα δεν σέβονται τα συμφέροντα του ελληνικού λαού, χρησιμεύουν για να εξοφληθούν οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες που κινδύνεψαν εξαιτίας της τυχοδιωκτικής δανειακής πολιτικής τους, τονίζει ο Ερίκ Τουσέν.

Όταν ο Ερίκ Τουσέν συνιστά τη παύση πληρωμών, ξέρει για τι μιλάει. Μετείχε σε μια επιτροπή audit (ελέγχου) του χρέους του Ισημερινού που συγκροτήθηκε μετά από την αλλαγή κυβέρνησης σε αυτή τη χώρα. «Διαπιστώσαμε ότι πολλά δάνεια είχαν χορηγηθεί κατά παραβίαση των στοιχειωδών κανόνων. Το Νοέμβριο του 2008, η νέα κυβέρνηση βασίστηκε στην έκθεσή μας και ανάστειλε την αποπληρωμή του χρέους με τη μορφή ομολόγων που ήταν ληξιπρόθεσμα τα μεν το 2012, τα δε υπόλοιπα το 2030. Τελικά, η κυβέρνηση αυτής της μικρής χώρας της Λατινικής Αμερικής βγήκε νικήτρια από την αναμέτρησή της με τις βορειοαμερικανικές τράπεζες που κατείχαν ομόλογα του χρέους του Ισημερινού. Εξαγόρασε για ένα δισεκατομμύριο δολάρια τίτλους αξίας 3,2 δισεκατομμυρίων. Το δημόσιο θησαυροφυλάκιο του Ισημερινού εξοικονόμησε έτσι περίπου 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια από το απόθεμα του χρέους στα οποία πρέπει να προστεθούν τα 300 εκατομμύρια δολάρια των ετήσιων τόκων που δεν πληρώνονται πια από το 2008. Αυτό προσέφερε νέα οικονομικά μέσα στη κυβέρνηση προκειμένου να αυξήσει τις κοινωνικές δαπάνες για την υγεία, την εκπαίδευση, τη βοήθεια στους φτωχούς».

Ο εμπειρογνώμων αναφέρει επίσης το παράδειγμα της Αργεντινής που αρνήθηκε να αποπληρώσει το χρέος της από το 2001 μέχρι το 2005 επικαλούμενη την ευθύνη των πιστωτών. «Χάρη στο μονομερές της μορατόριουμ για τους τίτλους του χρέους ύψους σχεδόν 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η χώρα μπόρεσε να επενδύσει τους πόρους της και να επιστρέψει στην ανάπτυξη, πρόσθεσε ο Ερίκ Τουσέν. Η Αργεντινή έχει ακόμα ένα χρέος 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς τα μέλη της Λέσχης του Παρισιού. Από το Δεκέμβριο 2001, δεν κάνει πια καμιά πληρωμή στα μέλη της Λέσχης του Παρισιού και δεν έχει πάθει το παραμικρό. Η Λέσχη του Παρισιού αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των βιομηχανικών χωρών και δεν θέλει να προκαλέσει θόρυβο γύρω από τη μη εξόφληση του χρέους της Αργεντινής επειδή φοβάται μην ακολουθήσουν το παράδειγμά αυτής της χώρας και άλλες κυβερνήσεις». Η ίδια η Ελλάδα ήταν σε κατάσταση στάσης πληρωμών για πάνω από 60 χρόνια κατά το 19ο αιώνα και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα.


Το ΔΝΤ έχει άδικο


Σύμφωνα με τον Ερίκ Τουσέν, το ΔΝΤ έχει πέρα για πέρα άδικο όταν συνιστά μια θεραπεία λιτότητας στις χρεωμένες χώρες της Ευρώπης, ακριβώς όπως το είχε κάνει με τις αναπτυσσόμενες χώρες. «Επιβάλλοντας δημοσιονομικές περικοπές και παγώνοντας την αγοραστική δύναμη σε καμιά δεκαριά χώρες, καταφέρει καίριο πλήγμα στα σχέδια ανάκαμψης που επέτρεψαν μια ανάκαμψη της δραστηριότητας μετά από τη κρίση, συνέχισε. Αυτό είναι εξωφρενικό στο μέτρο που στην Ευρώπη, η εσωτερική κατανάλωση αντιπροσωπεύει μέχρι το 70% του ΑΕΠ».

Ο Ε. Τουσέν παρατηρεί ότι όλες οι χώρες δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο με τη Γερμανία. Χάρη στη βιομηχανική της μηχανή και μια πολιτική συμπίεσης των μισθών, αυτή η χώρα πέτυχε να ενισχύσει τις εξαγωγές της. Σύμφωνα με τον Ερίκ Τουσέν, το ΔΝΤ, αλλά και η ΕΕ, εφαρμόζει τη «συναίνεση της Ουάσιγκτον» -την απορρύθμιση- στην Ευρώπη ενώ αυτή δεν έφερε καλά αποτελέσματα στις αναπτυσσόμενες χώρες. «Δεν βλέπω πώς τα μέτρα που απέτυχαν αλλού θα δώσουν διαφορετικά αποτελέσματα στην Ελλάδα, στην Ισπανία ή στη Πορτογαλία», μας δηλώνει.

Για τον Ερίκ Τουσέν, χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα ή η Αργεντινή «πέτυχαν» χάρη σε πολιτικές στις οποίες το Κράτος συνέχισε να παίζει αποφασιστικό ρόλο στην οικονομία. «Η Ινδία, για παράδειγμα, αρνείται να ιδιωτικοποιήσει τους σιδηροδρόμους της. Η κυβέρνηση αφιερώνει σε αυτούς κολοσσιαία ποσά τον ένα χρόνο μετά τον άλλο, αλλά την ίδια ώρα, διατηρεί ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας και μια δημόσια υπηρεσία καλής ποιότητας. Αυτή η δημόσια επιχείρηση σιδηροδρόμων κάνει εξάλλου κέρδη κάθε χρόνο. Επίσης, παρά τις πολλές πιέσεις, η ινδική κυβέρνηση δεν απορύθμισε τον τραπεζικό τομέα, γεγονός που την προφύλαξε από τη χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη από το 2007 και μετά», υπογράμμισε.

 

* Η κρίση, ποιες κρίσεις; (La crise, quelles crises?) Edition Aden, CETIM & CADTM, 285 σελίδες.

 

 

ΠΗΓΗ: 21 Οκτωβρίου 2010,

http://www.contra-xreos.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=41:i-krisi-tou-xreous-stin-evropi&catid=1:articles-greek&Itemid=2

Ευρώ: Υποτίμηση της νοημοσύνης μας

 Υποτίμηση της νοημοσύνης μας

 

Του Δημήτρη Καζάκη *


 

 «Η επιστροφή στη δραχμή θα φέρει φτώχεια», φέρεται να είπε ο διευθυντής της Διεθνούς Ένωσης Οικονομολόγων (CEDIMES) για τη Γαλλία Αλέν Μπιενεμέ, μιλώντας στις 18.10 σε εκδήλωση που οργάνωσε το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ και το Ίδρυμα Δημητρίου και Μαρίας Δελιβάνη, με τη συνεργασία του Γενικού Προξενείου της Γαλλίας. «Η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και η επιστροφή της στη δραχμή θα έφερνε φτώχεια, δεν θα είχε καμία προοπτική για το μέλλον και ταυτόχρονα θα απαιτούσε τις θυσίες που έτσι κι αλλιώς πραγματοποιεί σήμερα ο ελληνικός λαός», ανέφερε ο Γάλλος οικονομολόγος.

Η δήλωση αυτή μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Γι’ αυτό ψάξαμε να βρούμε σε ποια οικονομικά επιχειρήματα στηρίζεται. Το μόνο που βρήκαμε είναι γενικές αναφορές στο ότι, αν διαλυόταν η Ευρωζώνη, πολλές χώρες θα καλούνταν να εξοφλήσουν στο εθνικό τους νόμισμα δάνεια που έλαβαν σε ευρώ. Με άλλα λόγια, εκτός από τον φόβο του Μπιενεμέ μήπως και διαλυθεί η Ευρωζώνη και οι υπερχρεωμένες χώρες σταματήσουν να είναι τα θύματα των γαλλικών και άλλων τραπεζών, δεν βρήκαμε κανένα συγκεκριμένο οικονομικό επιχείρημα.

Όσο για το επιχείρημα ότι με τη διάλυση της Ευρωζώνης θα αυξανόταν το χρέος των χωρών που έχουν δανειστεί σε ευρώ, είναι τουλάχιστον αφελές. Διότι η διάλυση της Ευρωζώνης θα έφερνε την κατάργηση του ευρώ και επομένως τη μετατροπή των χρεών τους σε εθνικό νόμισμα. Αφήστε που θα συνοδευόταν με τη χρεοκοπία αρκετών τραπεζών και επενδυτικών κεφαλαίων, η οποία, αν δεν φορτωθεί στα κράτη, θα σημάνει διαγραφή χρεών, ιδιωτικών και δημόσιων.

Επιπλέον η διάλυση του ευρώ θα έφερνε την αναβίωση της εγχώριας πιστωτικής αγοράς σε εθνικό νόμισμα που θα επέτρεπε τον δανεισμό με πολύ πιο ήπιους και διαχειρίσιμους όρους. Κανένα κράτος δεν χρεοκοπεί όταν δανείζεται από την εγχώρια αγορά με το δικό του νόμισμα. Η χρεοκοπία συνδέεται πάντα με χρέη από τις διεθνείς αγορές.

 

Σημίτης κατά Σημίτη

 

Ωστόσο το επιχείρημα ότι η έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα σημάνει την καταστροφή για τη χώρα, είναι άκρως διαδεδομένο. Βεβαίως, το επιχείρημα αυτό δεν παίρνει καθόλου υπόψη του ένα πολύ απλό γεγονός. Την καταστροφή που σηματοδοτεί ήδη το ευρώ για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Ξεχνά δηλαδή ότι τη μαζική φτώχεια, τη ραγδαία υποτίμηση, το πλήρες αδιέξοδο, τη χρεοκοπία, την ολοκληρωτική συντριβή της οικονομίας, δεν θα τη βιώσουμε άμα βγούμε από το ευρώ, αλλά τη βιώνουμε ήδη με το ευρώ.
Το ευρώ είναι που λειτούργησε καταλυτικά για τη σημερινή κατάσταση και το ευρώ είναι που δεν μας δίνει κανένα περιθώριο επιβίωσης ή ανάταξης της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας. Όσοι δεν έχουν καμιά απάντηση σ’ αυτό που ήδη συμβαίνει – εκτός φυσικά της πεπατημένης που αναπαράγει τη χρεοκοπία της χώρας – προσπαθούν εναγωνίως να σπείρουν τον φόβο για το τι τυχόν θα πάθουμε άμα απαλλαγούμε από το ευρώ.

Ένας από αυτούς είναι και ο κ. Σημίτης, ο οποίος πριν από λίγο καιρό είχε γράψει:

«Η έξοδος από την Ευρωζώνη θα συνοδεύεται από την καθιέρωση της δραχμής ως νέου νομίσματος και την ταυτόχρονη αρχική επίσημη υποτίμησή της κατά 30% περίπου έναντι του ευρώ. Η πραγματική υποτίμηση πιθανόν να είναι πολύ μεγαλύτερη, αφού η αγορά θα πιέσει την αξία της δραχμής σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Η αποχώρηση από την ΟΝΕ θα προκαλούσε καταστροφικούς κραδασμούς: μαζική έξοδο κεφαλαίων, απόσυρση των καταθέσεων από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με πιθανή συνέπεια την κατάρρευση της χρηματοδότησης της οικονομίας. Η οικονομία θα βρισκόταν πολύ γρήγορα σε πορεία συνεχώς επιτεινόμενης ύφεσης. Η κοινωνία θα διολίσθαινε σε χωρίς τέλος εξαθλίωση. Η αύξηση του χρέους κατά το ύψος της υποτίμησης θα επέβαλλε μακροχρόνια λιτότητα. Πιθανότατα έπειτα από ένα σύντομο διάστημα θα παρουσιαζόταν έντονος πληθωρισμός, ο οποίος θα εξάλειφε τα όποια προσωρινά οφέλη της υποτίμησης, επιβάλλοντας συνεχείς νέες υποτιμήσεις» («Πρώτο Θέμα», 16.05.2010).

Από πού προκύπτει αυτή η κατά 30% υποτίμηση; Ο κ. Σημίτης δεν μας εξηγεί. Θα μου πείτε, είναι υποχρεωμένος; Όχι, δεν είναι. Ούτε κι εμείς να πιστέψουμε τις αυθαίρετες εκτιμήσεις του.

Βέβαια αυτό το περί μαζικής εξόδου κεφαλαίων, απόσυρσης καταθέσεων, «με πιθανή συνέπεια την κατάρρευση της χρηματοδότησης της οικονομίας», μάλλον σαν αστείο πρέπει να το εκλάβουμε. Μιας και η ελληνική οικονομία βιώνει αυτή την κατάσταση ολόκληρη τη δεκαετία του ευρώ. Την περίοδο αυτή πάνω από 252 δισ. ευρώ κεφάλαια μετανάστευσαν από την Ελλάδα είτε με τη μορφή τόκων, μερισμάτων και κερδών, είτε για να κερδοσκοπήσουν με μετοχές, παράγωγα, ομόλογα κ.ο.κ. στο εξωτερικό.

Ακόμη και τον Ιανουάριο – Αύγουστο του τρέχοντος έτους είχαμε πάνω από 40,6 δισ. ευρώ εκροή κεφαλαίου από την Ελλάδα, όταν ο δανεισμός του Ελληνικού Δημοσίου κατά την ίδια περίοδο μέσω του μηχανισμού της τρόικας – για τον οποίο μας επιβλήθηκε το καθεστώς του μνημονίου – ανήλθε στα 18,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 8,7 δισ. ευρώ έφυγαν με τη μορφή αμοιβών, κερδών και τόκων στο εξωτερικό, τα 26,5 δισ. ευρώ προήλθαν από την εξαργύρωση ομολόγων και εντόκων γραμματίων από μη κατοίκους της Ελλάδας, καθώς και μετοχών από ελληνικές επιχειρήσεις. Ενώ 1,2 δισ. ευρώ έφυγαν από την Ελλάδα για να τοποθετηθούν σε μετοχές του εξωτερικού. Την ίδια περίοδο είχαμε 4,2 δισ. ευρώ επιπλέον τοποθετήσεις από εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα και θεσμικούς επενδυτές της χώρας σε καταθέσεις και repos στο εξωτερικό! Κι όλα αυτά σε περίοδο χρεοκοπίας και αδρών επιδοτήσεων στις τράπεζες.

Η «τρύπα» που δημιούργησε αυτή η εκροή, χάρις στην ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου της ΟΝΕ, όπως και οι αρνητικές αποταμιεύσεις που χαρακτήρισαν σχεδόν ολόκληρη τη δεκαετία του ευρώ, λόγω κυρίως της διαρκούς λιτότητας, οδήγησαν σε μια τρομακτική κρίση χρηματοδότησης την ελληνική οικονομία. Η κρίση αυτή επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με δανεισμό, με όλο και μεγαλύτερη προσφυγή στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Έτσι οδηγηθήκαμε στη χρεοκοπία. Κι ενώ οι κυβερνώντες επιμένουν στην ίδια αδιέξοδη λογική, έρχονται και λένε πως, αν αυτή ανατραπεί, θα συμβεί αυτό ακριβώς που συμβαίνει ήδη. Πλήρης παραλογισμός.

 

Πότε είχε δίκιο;

 

Ας επανέλθουμε όμως στους ισχυρισμούς του κ. Σημίτη περί καταστροφικής υποτίμησης. Πότε ακριβώς η πολιτική υποτίμησης και διολίσθησης της δραχμής έγινε καταστροφική; Ρωτάμε διότι ο ίδιος ευθύνεται για τις δυο από τις τρεις επίσημες υποτιμήσεις της δραχμής που έγιναν επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ. Να τι έλεγε το 1985 για το τι σημαίνει υποτίμηση:

 

«Σημαίνει ότι οι εξαγωγές μας, αν οι τιμές τους σε δραχμές είναι αμετάβλητες, θα κοστίζουν φθηνότερα. Αν πάλι οι τιμές των εξαγωγών μας σε δραχμές αυξηθούν κάπως, θα προκύψει ένα δυνατό κέρδος για εξαγωγές με επίσης ευεργετικά αποτελέσματα. Αντίστοιχα θα αυξηθεί το κόστος σε δραχμές των εισαγωγών με συνέπεια τα εγχώρια προϊόντα να γίνουν πιο ανταγωνιστικά και να υποκαταστήσουν πολλά ξένα στην αγορά. Θα πουλάμε επομένως περισσότερα στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό. Η κυβέρνηση δεν καινοτομεί με την υποτίμηση της δραχμής. Όλες οι χώρες με έναν σημαντικό ιδιωτικό τομέα στην οικονομία τους καταφεύγουν στην υποτίμηση όταν έχουν υποστεί σημαντική απώλεια στην ανταγωνιστικότητά τους… Η καινοτομία της πολιτικής μας εντοπίζεται στη ρύθμιση για τα εισοδήματα που θα αναλύσω.

Θα με ρωτήσετε γιατί περιμένουμε να διατηρηθεί το όφελος που θα προκύψει από την υποτίμηση, όταν προ τριετίας εξανεμίστηκε σε σύντομο διάστημα. Θα απαντήσω. Από τη διεθνή εμπειρία είναι γνωστές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διατηρείται και εκείνες κάτω από τις οποίες εξανεμίζεται. Εξανεμίζεται όταν οι αυξήσεις τιμών που προκύπτουν από την υποτίμηση περάσουν στα εισοδήματα και αλυσιδωτά από τα εισοδήματα στις τιμές και τανάπαλιν, μέσα σε έναν φαύλο πληθωριστικό κύκλο. Τα μέτρα τα οποία θα διαφυλάξουν την ανταγωνιστικότητα αφορούν την τροποποίηση της ΑΤΑ και τον έλεγχο των υπόλοιπων εισοδημάτων» (Βουλή, 12.10.1985).

Ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο κ. Σημίτης ισχυριζόταν τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που ισχυρίζεται σήμερα. Τότε η υποτίμηση της δραχμής δεν ήταν πηγή κάποιου «προσωρινού οφέλους», όπως λέει σήμερα, αλλά πηγή αναπτυξιακής δυναμικής για την ελληνική οικονομία. Η λιτότητα δεν ήταν επακόλουθο της υποτίμησης, αλλά αναγκαστικό συμπλήρωμά της για να μην εξανεμιστεί η υποτιθέμενη αναπτυξιακή δυναμική της. Πότε έλεγε την αλήθεια ο κ. Σημίτης; Τότε ή τώρα; Ούτε τότε ούτε τώρα. Αυτή είναι η αλήθεια.

Το πρόβλημα δεν είναι αυτή καθαυτή η υποτίμηση του νομίσματος, αλλά οι σκοπιμότητες και οι συνθήκες που την επιβάλλουν, όπως και οι πολιτικές που τη συνοδεύουν. Ακόμη κι αν αναγκαστεί η οικονομία να υποστεί μια σημαντική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, αυτό δεν θα σημάνει την καταστροφή της. Αρκεί να σκεφτεί κανείς το εξής: Πότε τα πράγματα είναι καλύτερα; Με μια υποτίμηση, που όμως συνοδεύεται από μια πολιτική στήριξης του λαϊκού εισοδήματος, του μισθού και της σύνταξης, με εξασφάλιση των εργασιακών, ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, με προστασία της μικρής και μεσαίας επιχείρησης από τις μονοπωλιακές καταστάσεις της αγοράς, τις φορολογικές επελάσεις και τη ληστρική πρακτική των τραπεζών; Ή με τη σημερινή πολιτική, η οποία, προκειμένου να μην υποτιμηθεί το νόμισμα, υποτιμά την κοινωνία, την εργασία και την οικονομία ως σύνολο;

 

Αυτοί που κάποτε σκοπίμως ξεφτίλιζαν τη δραχμή

 

Μια αναγκαστική υποτίμηση δεν είναι καθόλου υποχρεωτικό να συνοδευτεί από λιτότητα, εξαθλίωση και ύφεση. Ακόμη και ο κ. Σημίτης παραδεχόταν ότι μια πολιτική στήριξης του εισοδήματος θα εξανέμιζε τις επιδράσεις της υποτίμησης. Γι’ αυτόν ήταν κακό αυτό επειδή στόχευε με την υποτίμηση να ενισχύσει τα κέρδη. Όμως μια πολιτική ενίσχυσης του λαϊκού εισοδήματος και παραγωγικής ανασυγκρότησης μπορεί όντως να εξανεμίσει ή έστω να εξισορροπήσει τις όποιες αρνητικές συνέπειες μιας υποτίμησης.

Γι’ αυτό και η τελευταία έκθεση της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη που δημοσιοποιήθηκε στις 14.9 έγραφε τα εξής χαρακτηριστικά για την εφαρμογή του μνημονίου στην Ελλάδα: «Όχι μόνο μια καθορισμένη διαδικασία υποτίμησης μισθών και τιμών είναι πολύ περισσότερο επώδυνη από μια νομισματική υποτίμηση, αλλά ένα πρόσθετο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές και τα τρέχοντα εισοδήματα πέφτουν κατ’ αυτή τη διαδικασία, η αξία του χρέους… παραμένει αμετάβλητη, έτσι ώστε η πραγματική επιβάρυνση του χρέους να αυξάνεται».

Ούτε που διανοείται η έκθεση να συγκρίνει την πολιτική δημοσιονομικής ασφυξίας και υποτίμησης της οικονομίας που εφαρμόζεται με τη νομισματική υποτίμηση και τις αρνητικές επιπτώσεις της.

Όλοι αυτοί που σήμερα εξισώνουν την υποτίμηση με την αυτοκαταστροφή της ελληνικής οικονομίας, είναι οι ίδιοι που σε κυβερνητικές θέσεις την εποχή της δραχμής δόξαζαν την πολιτική υποτιμήσεων και διολίσθησης ως σωτήρια για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη. Αρκεί να συνδυάζεται με πολιτικές αίματος σε βάρος των εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων και της χώρας. Γι’ αυτό ξεφτίλισαν σκόπιμα τη δραχμή.

Μέσα στα τελευταία 20 χρόνια της δραχμής (1981-2001) – με τις τρεις εφάπαξ υποτιμήσεις και τις συνεχείς διολισθήσεις – η δραχμή έγινε φθηνότερη κατά 90%, ώσπου να φτάσει στην ισοτιμία με την οποία αντικαταστάθηκε από το ευρώ. Όλα αυτά για να ξεκληριστεί το λαϊκό εισόδημα και να ενισχυθούν τα κέρδη των τραπεζών και των ιδιωτικών μονοπωλίων. Τα ίδια ακριβώς κέρδη που υπερασπίζονται και σήμερα με το να εμφανίζουν την έξοδο από το ευρώ ως συνώνυμο της καταστροφής.

Με το ευρώ είναι αδύνατον να δημιουργηθούν πλεονάσματα (εισοδήματα και αποταμιεύσεις) ικανά να χρηματοδοτήσουν μια γρήγορη παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας της χώρας. Τη μόνη ικανή να εξασφαλίσει τη σταθερότητα του νομίσματος, αλλά και της οικονομίας συνολικά. Κι αυτό γιατί το ευρώ, επειδή δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και πρέπει να κρατά τη συναλλαγματική του αξία σε υψηλά επίπεδα για να διευκολύνει τη χρηματοδότηση των μεγάλων τραπεζών προσελκύοντας το ενδιαφέρον των διεθνών κερδοσκόπων, προϋποθέτει συνεχή λιτότητα και διαρκή υποτίμηση της οικονομίας.

Από τη στιγμή που δεν μπορεί να προσαρμοστεί η αξία του νομίσματος στην οικονομία, τότε προσαρμόζεται διά της βίας η ίδια η οικονομία στην αξία του νομίσματος. Αυτό συμβαίνει σε ολόκληρη την περίοδο του ευρώ. Με κερδισμένους μόνο τους διεθνείς επενδυτές, τις διεθνείς τράπεζες και τις πολυεθνικές με τα κυκλώματά τους σε κάθε χώρα.

Όσο θα υφίσταται αυτό το καθεστώς του κοινού νομίσματος, η χώρα είναι υποχρεωμένη αφενός να υποτιμά διαρκώς την εργασία και την οικονομία της και αφετέρου να καλύπτει τα όλο και μεγαλύτερα παραγωγικά της ελλείμματα με ιδιωτικό και δημόσιο δανεισμό, με όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις αγορές κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει μόνο ένα πράγμα: αναπαραγωγή και διαιώνιση της σημερινής χρεοκοπίας. Για να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο χρειαζόμαστε οπωσδήποτε εθνικό νόμισμα. Όχι για να πλημμυρίσουμε την οικονομία με χρήμα, αλλά για να χρηματοδοτήσουμε ορθολογικά τις ανάγκες της. Για να μας επιτραπεί να προχωρήσουμε πολύ γρήγορα στην ανάταξη και την παραγωγική ανασυγκρότησή της. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με έναν τρόπο, αυτόν που εξηγούσε ένας από τους ιστορικούς διοικητές της Τραπέζης της Ελλάδος, ο Ξενοφών Ζολώτας:

«Πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν – και αυτό είναι γενικά, πλέον, παραδεκτό – ότι σε περίπτωσι υφέσεως δεν πρέπει ν’ αφήνουμε τους πραγματικούς μισθούς να πέφτουν. Η διατήρησι της αγοραστικής δυνάμεως των μισθών και ημερομισθίων είναι απαραίτητη, πρώτον για τη διατήρησι του επιπέδου ζωής των μισθωτών και δεύτερον γιατί, αν δεν αναπροσαρμόσουμε τα χρηματικά εισοδήματα των μισθωτών, ώστε να διατηρηθή η αγοραστική τους δύναμι, είναι δυνατό να διαιωνίσουμε την οικονομική ύφεσι…

Εξ άλλου, η ζήτησι των οικονομικά ασθενέστερων ατόμων – όπως των μισθωτών – στρέφεται, κατά βάσι, προς εγχώρια προϊόντα, ώστε από το ένα μέρος να προκύπτη αμεσότερη τόνωσι της εγχώριας παραγωγής και από το άλλο να μετριάζωνται, τουλάχιστο σε πρώτη φάσι, οι δυσμενείς επιπτώσεις στο ισοζύγιο πληρωμών. Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ότι, επί πλέον, κατά την αναπροσαρμογή των μισθών και των ημερομισθίων θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν και η αύξησι της παραγωγικότητος της εργασίας, που εξασφαλίζει τη συμμετοχή των μισθωτών στην αύξησι του εθνικού προϊόντος, χωρίς να δημιουργούνται κίνδυνοι πληθωρισμού».

Αυτά τα έλεγε το 1975 και διατηρούν στο ακέραιο την αξία τους σήμερα. Δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή διέξοδος από την ύφεση, κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς και οποιεσδήποτε συνθήκες, αν δεν υπάρξει μια γενναία αύξηση των λαϊκών εισοδημάτων μέσα από μια αναδιανομή πλούτου. Μόνο έτσι η οικονομία μπορεί να ξανασταθεί στα πόδια της. Υπό την προϋπόθεση ότι θα την απαλλάξουμε από τον βρόχο του δημόσιου χρέους, ενώ τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις από το άγος του ιδιωτικού χρέους.

 

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης  είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 28-10-10), http://www.topontiki.gr/article/10961

Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος Ι

 Η κρίση του (καπιταλιστικού) συστήματος

 

Των Jo  Cottenier και Henri Houben

 

 

 

Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), το τρέχον κραχ είναι συγκρίσιμο μοναχά με αυτό του 1929. Ταυτόχρονα, το κραχ ακολουθήσαν μια σειρά από έτη μεγάλης ύφεσης: πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν, η ανεργία ήταν σε απίστευτα υψηλά επίπεδα, έγιναν περικοπές μισθών και αυξήθηκε η φτώχια. Αυτή ήταν η προειδοποίηση για το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Θα έχει άραγε αυτή η κρίση τις ίδιες δραματικές συνέπειες; Ή θα περιοριστεί; Ξαφνικά, επανήλθαν τα κράτη. Θα είναι αυτό αρκετό, για να απορροφήσει τους κραδασμούς; Σήμερα ακόμη και οι πιο πεισμένοι φιλελεύθεροι απαιτούν περισσότερες ρυθμίσεις για τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Μπορεί, όμως, αυτή η κρίση να αποφευχθεί μόνο με την καλύτερη επίβλεψη των σούρτα φέρτα της τραπεζικής βιομηχανίας; Ή υπάρχουν περισσότερα;

Για να βρεθούν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να κατανοήσουμε την πηγή της σημερινής κρίσης. Γι’ αυτό θα πρέπει να πάμε πίσω στον χρόνο.

Η παγκόσμια οικονομία, σε απελπιστική κατάσταση από το 1973

 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βγήκαν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως ασυναγώνιστη παγκόσμια υπερδύναμη. Το κατόρθωσαν καθιστώντας το δολάριο ως το μόνο παγκόσμιο νόμισμα. Μόνο τα δολάρια μπορούσαν να ανταλλάσονται με χρυσό και τα άλλα νομίσματα είχαν σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία με το δολάριο. Η συμφωνία Bretton Woods το 1944 καθιέρωσε αυτές τις ρυθμίσεις. 

Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν το πάνω χέρι για να αντιμετωπίσουν τον κομμουνισμό. Η σπατάλη τους δεν είχε όρια και το τυπογραφικό πιεστήριο δολαρίων δούλευε στο φουλ. Στη Δυτική Ευρώπη στόχος του ακριβού σχεδίου Μάρσαλ ήταν να οικοδομηθεί ένα στέρεο φράγμα ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και να φιμωθεί η τοπική αντίσταση. Οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν ένα παρόμοιο σχέδιο βοήθειας στη Νοτιοανατολική Ασία (Κορέα και Ταϊβάν). Η στρατιωτική μηχανή που στήθηκε για να πολεμήσει τους Ναζί τελειοποιήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για την καταπολέμηση του κομμουνισμού. Οι ΗΠΑ διεξήγαν πολέμους ενάντια στην «κομμουνιστική απειλή» στην Κορέα (1950-1953) και στο Βιετνάμ (1959-1975). Επιπλέον, προσέφεραν τη στήριξή τους στους σιωνιστές συμμάχους τους στη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του εξαήμερου πολέμου (1967) και του πολέμου του Γιόμ Κιπούρ (1973).

Η οικονομία των ΗΠΑ την περίοδο του ψυχρού πολέμου συντελούσε στην ταχεία ανάπτυξη, ήταν όμως και πηγή αστάθειας. Η παραγωγικότητα της βιομηχανίας αυξανόταν με ταχείς ρυθμούς κατά τη χρυσή δεκαετία του εξήντα. Η εργασία και το κεφάλαιο απολάμβαναν σταθερότητα. Με άλλα λόγια, οι μισθοί αυξάνονταν αντίστοιχα με την παραγωγικότητα. Η κατανομή του εθνικού εισοδήματος (σε ποσοστό εργασίας και κεφαλαίου) παρέμενε σταθερή. Ωστόσο, όλα αυτά δεν συνέβαιναν ομαλά.


Το τέλος της δεκαετίας του 60 σήμανε το τέλος αυτής της μακροχρόνιας περιόδου σχετικά σημαντικής και σταθερής ανάπτυξης. Η ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας επιβραδύνθηκε, πλέον δεν αξιοποιούνταν πλήρως οι παραγωγικές ικανότητες. Οι επενδύσεις δε χρησιμοποιούνταν πλήρως και τα ποσοστά κέδρους μειώνονταν. Τελικά οι αγορές κορέστηκαν. Ήταν καθαρό πως ωρίμαζε μια κρίση υπερπαραγωγής. Το ποτήρι ξεχείλισε, όταν το 1973 τα έθνη του ΟΠΕΚ τετραπλασίασαν τις τιμές του πετρελαίου. Οι τιμές αυξήθηκαν από 2 σε 9 δολάρια το βαρέλι. Η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση έλαβε χώρα το 1979, όταν οι τιμές αυξήθηκαν από 13 σε 26 δολάρια και ως το 1982 το κόστος του βαρελιού έφτασε τα 32 δολάρια.

Υπάρχουν δύο απόψεις για την κρίση που άρχισε το 1973. Ήταν αποτέλεσμα των τιμών του πετρελαίου, με άλλα λόγια, αποτέλεσμα ενός εξωτερικού παράγοντα που επιβλήθηκε από του παραγωγούς πετρελαίου; Ή η πετρελαϊκή κρίση ήταν μόλις η αρχή; Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας βρισκόταν ήδη σε άσχημη κατάσταση το 1973 εξαιτίας επαναλαμβανόμενων εσωτερικών καπιταλιστικών διεργασιών. Των διεργασιών που περιέγραψε ο Καρλ Μαρξ έναν αιώνα πριν.

Ο Καρλ Μαρξ μας έδωσε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τις επαναλαμβανόμενες διεργασίες στον καπιταλισμό. Εξήγησε καθαρά γιατί αυτές οι διεργασίες οδηγούν αναπόφευκτα σε κρίσεις υπερπαραγωγής. Πράγματι στα θεμέλια του καπιταλισμού υπάρχει μια βασική αντίθεση: τα μέσα παραγωγής (εργοστάσια, πρώτες ύλες…) είναι ιδιόκτητα ενώ η ίδια η παραγωγή ολοένα και κοινωνικοποιείται. Αυτό ισχύει χίλιες φορές περισσότερο σήμερα απ’ ότι στον καιρό του Μαρξ. Οι σύνθετοι μηχανισμοί παραγωγής, που συχνά επεκτείνονται σε όλο τον κόσμο δουλεύουν, για να αποδώσουν κέρδη μονάχα σε λίγους μετόχους. Ο μόνος σχεδιασμός στοχεύει στην υπερνίκηση του ανταγωνισμού. Για να γίνει αυτό πρέπει κανείς να αποκομίζει υψηλότερα κέρδη από τους ανταγωνιστές και να συσσωρεύει όλο και περισσότερο κεφάλαιο. Αυξάνοντας τους επενδυτικούς ρυθμούς κάθε πλευρά ευελπιστεί να κερδίσει μερίδια της αγοράς σε βάρος των αντιπάλων της. Για να το κατορθώσει, όμως, απαιτείται η μείωση του κόστους παραγωγής (μείωση των μισθών) και η συνεχής ορθολογικοποίησή του, έτσι ώστε να παράγονται περισσότερα με τη χρήση λιγότερης εργασίας. Αυτή η διαδικασία αναπόφευκτα οδηγεί σε κρίσεις υπερπαραγωγής εξαιτίας της αντίθεσης μεταξύ της παραγωγικής ικανότητας και της μείωσης της αγοραστικής δύναμης των ανθρώπων.

Να πως τα συνόψισε ο Μαρξ: «Η τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών, που αντιτίθεται στην τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής ν’ αναπτύσσει έτσι τις παραγωγικές δυνάμεις, λες και το όριό της αποτελείται μόνο από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας» [1].

Αυτό είναι το αποτέλεσμα του κοινωνικού χάους, όπου κυριαρχεί μοναχά ο νόμος του μέγιστου κέρδους. Η παραγωγή δεν είναι σε καμία περίπτωση οργανωμένη έτσι ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες της κοινωνίας συνολικά.

 

Μια παρατεταμένη αργή κρίση υπερπαραγωγής

 

Κάθε φορά που υπάρχει υποτροπή οι καπιταλιστές προωθούν τις δικές τους λύσεις και ξέρουν πως μπορούν να υπολογίζουν στη στήριξη και τη βοήθεια του κράτους. Η συνήθης θεραπεία για την κρίση περιλαμβάνει την καταστροφή μέρους της παραγωγικής ικανότητας με το κλείσιμο επιχειρήσεων και την προσωρινή απόλυση εργατών. Μειώνονται οι τιμές και οι μισθοί. Οι μικρότερες και πιο αδύναμες επιχειρήσεις εξαφανίζονται ή εξαγοράζονται από μεγαλύτερες. Αυτό επιτρέπει την αναπροσαρμογή της προσφοράς στη ζήτηση. Αυξάνεται ξανά το ποσοστό κέρδους και ξαναγίνονται χρηματικές επενδύσεις: μπορεί να αρχίσει ένας καινούργιος κύκλος. Σύμφωνα με την περιγραφή του Μαρξ, πρόκειται για μια διαδικασία ανάπτυξης που συνοδεύεται από στασιμότητα, κρίση και ανάκαμψη που συντελείται σε μια περίοδο πέντε έως επτά ετών: ο οικονομικός κύκλος.

Ωστόσο, αυτή τη φορά, δεν πρόκειται μονάχα για μια «απλή» κυκλική ύφεση. Από το 1973 υπήρχαν σκαμπανεβάσματα, οι άνοδοι είναι σύντομοι και οι πτώσεις απότομες. Έχει ξανασυμβεί μια τόσο παρατεταμένη κρίση. Η πρώτη σοβαρή κρίση που επηρέασε τις μεγάλες οικονομικές δυνάμεις ήταν μετά το 1873. Τελείωσε με τη μαζική εξαγωγή κεφαλαίου και σύγκρουση για το μερίδιο των αποικιών που τελικά οδήγησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν το αρχικό στάδιο αυτού που ο Λένιν αποκάλεσε «ιμπεριαλισμό»: το –τελευταίο- στάδιο του καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται από τη σύμφυση του τραπεζικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου και τη διαίρεση όλου του κόσμου σε αποικίες.

Η δεύτερη δομική κρίση συντελέστηκε μετά το κραχ του 1929 και κατέληξε στο ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Από το 1973, ζούμε την τρίτη δομική κρίση. Ωστόσο, αυτή η κρίση συντελείται σε ιδιαίτερες συνθήκες.

Ήδη από το 1975, εφαρμόζονταν σχέδια σταθεροποίησης στο Βέλγιο. Με τη βοήθεια του κράτους έκλεισαν τέσσερις «εθνικές βιομηχανίες» -άνθρακα, χάλυβα, υφαντουργία και βιομηχανία γυαλιού – συμπεριλαμβανομένης της προσωρινής εθνικοποίησης της χαλυβουργίας. Ένα δεύτερο κύμα σχεδίων εξαπολύθηκε το 1981 υπό την πρώτη κυβέρνηση Martens, όταν σχεδιάστηκαν οι περικοπές των μισθών και των κοινωνικών υπηρεσιών. Το Βελγικό φράγκο υποτιμήθηκε και δεν πραγματοποιήθηκαν τρεις αυξήσεις σε μισθούς μετά από ανόδους του δείκτη των τιμών. Οι κυβερνήσεις διέλυσαν την κοινωνική ασφάλιση και τα επιδόματα ανεργίας, παρά τις εθνικές απεργίες και τις διαδηλώσεις που αντιτίθονταν σθεναρά σε αυτή. Μόνο το 1989 γίναμε μάρτυρες μιας μικρής ανάκαμψης που είχε κιόλας τελειώσει το 1991.

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα πήρε τα πράγματα στα χέρια της από το 1985 και ύστερα. Πάρθηκαν πολλά μέτρα: η κοινή αγορά το 1990, η Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1991 (και το κοινό νόμισμα), απελευθέρωση του δημόσιου τομέα τη δεκαετία του 90 και η Στρατηγική της Λισσαβόνας το 2000. Στο Βέλγιο, η αντίθεση σε αυτά τα μέτρα εκφράστηκε κύρια μέσα από ένα μεγάλο απεργιακό κύμα ενάντια στο «παγκόσμιο σχέδιο» το 1993, και τις απεργίες ενάντια στο λεγόμενο «σύμφωνο των γενεών» το 2005.

Ο ανταγωνιστής-ΗΠΑ ήταν το μοντέλο για όλα τα μέτρα που προωθήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Από την αρχή της κρίσης το 1973 η υπερδύναμη-ΗΠΑ δεν σταμάτησε να αφήνει το βαρύ της αποτύπωμα στην παγκόσμια οικονομία. Αυτό έγινε ακόμη πιο καθαρό το 1980, όταν το πιο δεξιό και επιθετικό τμήμα της αστικής τάξης των ΗΠΑ κέρδισε την εξουσία υπό την προεδρεία του Ρέιγκαν. Αυτό οδήγησε σε ριζικά μέτρα που θα ασκούσαν μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη της κρίσης σε όλο τον κόσμο. Εξαιτίας ορισμένων από αυτά τα μέτρα, η κρίση μεταδόθηκε σε άλλες χώρες. Άλλα μέτρα προσωρινά επιβράδυναν την κρίση και τόνωσαν τεχνητά την παγκόσμια οικονομία. Αυτό εξηγεί γιατί η συγκεκριμένη κρίση ήταν τόσο σύνθετη. Οι λύσεις που προσέφεραν τότε οι ΗΠΑ είναι η αιτία της σημερινής χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης. Η συνόψιση αυτών των λύσεων θα μας επιτρέψει να κατανοήσουμε καλύτερα πόσο σοβαρή είναι στην πραγματικότητα η κρίση και γιατί η μόνη διέξοδος από αυτή την καθυστερημένη κρίση υπερπαραγωγής βρίσκεται μέσα από τη μαζική καταστροφή κεφαλαίου.

 

Η ακολούθηση του παραδείγματος των ΗΠΑ μας οδηγεί μοναχά στην κατάρρευση

 

Στο τέλος της δεκαετίας του 60 η Αμερική είχε να κάνει με δύο αντιπάλους που ξαναζωντάνεψαν: με την Ευρώπη και την Ιαπωνία. Την ίδια ώρα, η Αμερική μπλέχτηκε στον πόλεμο ενάντια στην ανεξαρτησία του Βιετνάμ και άλλων χωρών στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας. Το κυνήγι των εξοπλισμών με τη Σοβιετική Ένωση ήταν και αυτό πολύ δαπανηρό. Η βρύση των δολαρίων παρέμενε ανοιχτή και τεράστια ποσά κατέληξαν σε Ευρωπαϊκές τράπεζες (τα λεγόμενα Ευρωδολάρια). Στην αρχή της συμφωνίας Bretton Woods το 1944, το Ομοσπονδιακό αποθεματικό σύστημα (ΟΑΣ) εξακολουθούσε να διαθέτει το 60% των παγκόσμιων αποθεμάτων χρυσού. Όμως τώρα που οι ευρωπαϊκές εθνικές τράπεζες μετέτρεπαν αυτά τα τεράστια ποσά δολαρίων σε χρυσό –ένα είδος δεύτερου πυρετού του χρυσού- αυτό το μερίδιο έπεσε γρήγορα στο 15%. Έτσι ο Νίξον πήρε τη μονομερή απόφαση να άρει την άμεση μετατρεψιμότητα των δολαρίων σε χρυσό. Δύο χρόνια αργότερα εγκαταλείφθηκαν και οι σταθερές ισοτιμίες και το δολάριο άρχισε να κυμαίνεται. Έχανε αξία ως το 1979. Τότε το δίδυμο Volcker -Ρέιγκαν άρχισε να ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο.

Η απάρνηση της συνθήκης Bretton Woods έδωσε στις ΗΠΑ περισσότερο χώρο για μανούβρες, διότι το δολάριο δεν μπορούσε πλέον να υποτιμηθεί με την απαίτηση της αξίας του σε χρυσό από τα ομοσπονδιακά αποθέματα χρυσού. Το δολάριο έγινε παγκόσμιο νόμισμα περισσότερο από ποτέ, μόνο που τώρα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ μπορούσε να καθορίζει τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά το δοκούν. Ως σήμερα, έχει υπερεκμεταλλευτεί αυτή τη δυνατότητα.

Για τριάντα χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζωογόνησαν τις χρηματοπιστωτικές αγορές σε όλο τον κόσμο. Χρησιμοποίησαν έναν τριπλό μηχανισμό ως μοχλό: το δολάριο, την πίστωση και την κερδοσκοπία που οδήγησε σε τεράστια αύξηση του μεγέθους των χρηματοπιστωτικών αγορών. Το 1980 η αξία των χρηματοπιστωτικών εργαλείων εκτιμήθηκε ότι είναι ισοδύναμη με το παγκόσμιο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ). Το 1993 αυτή η αξία ήταν διπλάσια. Και ως το τέλος του 2005 ήταν περισσότερο από τρεις φορές υψηλότερη, δηλαδή 316% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Μεταξύ του 2000 και του 2004 τα κρατικά και τα ιδιωτικά χρεόγραφα αντιστοιχούσαν σε πάνω από το μισό της αύξησης. Αυτό δείχνει τον αυξανόμενο ρόλο του χρέους και της εξαγοράς επιχειρήσεων χάρη στην κατοχή δανειακών εγγυήσεων [2] ως μηχανή αυτής της διαδικασίας [3].

Το 2004, οι ημερήσιες συναλλαγές παραγώγων [4] έφτασε συνολικά τα 5,7 δισ. δολάρια και οι συναλλαγές των νομισμάτων τα 1,9 δισ. δολάρια. Μαζί ανέρχονταν σε 7,6 δολάρια ημερησίως. Αυτό υπερέβαινε την αξία των ετήσιων εξαγωγών [5].

Πώς εμφανίστηκε αυτή η τάση; Για να διατηρήσουν την εξέχουσα θέση τους οι Ηνωμένες Πολιτείες διάλεξαν τη δεκαετία του 80 δρόμους, που όλοι συνέβαλαν στη διεύρυνση της χρηματοπιστωτικής φούσκας.

1.

Το 1979 ο Paul Volcker, πρόεδρος του Ομοσπονδιακού αποθεματικού συστήματος ξαφνικά αποφάσισε να αυξήσει τα επίπεδα των τόκων. Σε λίγους μήνες αυξήθηκαν από 11% σε 22%. Έγιναν απίστευτα υψηλά, ειδικά εφόσον η πτώση εξακολουθούσε να ισχύει! Το γεγονός πως οι πιστώσεις εξακολουθούσαν να είναι απίστευτα ακριβές συνέχισε να επιβραδύνει την οικονομία. Ένας πληθωρισμός της τάξης του 10% σήμαινε ότι οι καπιταλιστές έχαναν κάθε χρόνο 10% της περιουσίας τους. Ο υψηλός πληθωρισμός είναι καλός για τους ανθρώπους που χρωστάνε, γιατί ξεπληρώνουν τα χρήματα που χρωστάνε με χρήματα χαμηλής αξίας. Ωστόσο, οι τράπεζες βλέπουν τα πιστωτικά δάνεια που έχουν χορηγήσει να χάνουν 10% από την αξία τους. Ο Ρέιγκαν και ο Volcker αποφάσισαν γρήγορα [6].

Αυτή η απόφαση καθορίστηκε και από το γεγονός ότι το χρέος πριν τον υψηλό πληθωρισμό μπορούσε να αποδοθεί στους υψηλούς μισθούς και τις «εκτεταμένες» κοινωνικές παροχές. Εν συντομία, οι κάτοχοι του κεφαλαίου ήθελαν η αντιμετώπιση του πληθωρισμού να γίνει προτεραιότητα και το πέτυχαν. Ως αποτέλεσμα, στο τέλος της δεκαετίας του 80 ο πληθωρισμός έπεσε στο 2 με 3%. Ήταν το πρώτο μεγάλο δώρο στο χρηματοπιστωτικό κόσμο της Αμερικής.

Οι συνέπειες ήρθαν γρήγορα. Η κρίση επιδεινώθηκε και έφτασε στο αποκορύφωμά της. Τα μεγαλύτερα θύματα ήταν όσοι ήταν χωμένοι μες τα δάνεια και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε παρά να παρακολουθούν τα επιτόκια να αυξάνονται απότομα. Ήταν καταστροφή για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Οι Δυτικές τράπεζες είχαν χορηγήσει δάνεια σε τριτοκοσμικές χώρες που ήταν πανευτυχείς να βλέπουν το κεφάλαιο να επενδύεται, για να βοηθήσει στην οικοδόμηση των βιομηχανιών τους. Οι ΗΠΑ επωφελήθηκαν ιδιαίτερα: 40% των δανείων έγιναν από τις τράπεζές τους και η βιομηχανία των ΗΠΑ έλαβε πολλές παραγγελίες για να εξασφαλίσει εξοπλισμό για την εκβιομηχάνιση που συχνά μόλις άρχιζε. Όλα φαίνονταν ρόδινα έως ότου τα επιτόκια ξεπέρασαν τα όρια και οι χώρες που δανείστηκαν χρήματα έπρεπε να αποπληρώσουν περισσότερους τόκους απ’ ότι ήταν τα χρήματα που έβγαζαν από τις εξαγωγές τους. Το 1982, το Μεξικό βρισκόταν στο χείλος της χρεοκοπίας. Το 1983 ήταν η σειρά της Αργεντινής, η Βραζιλία ακολούθησε το 1984. Φυσικά και η τραπεζική βιομηχανία αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα, ταυτόχρονα όμως, αυτό και πάλι ήταν ευκαιρία για την Αμερική, να προωθήσει δια μέσου του ΔΝΤ ραγδαίες αναδιαρθρώσεις που θα άνοιγαν τις οικονομίες του Τρίτου Κόσμου στις πολυεθνικές των ΗΠΑ. Στο όνομα της ελεύθερης αγοράς όλοι οι φραγμοί του εθνικού προστατευτισμού κατεδαφίστηκαν προς όφελος των πολυεθνικών.

Η απόφαση του Volcker να ανεβάσει τα επιτόκια έκανε το δολάριο πιο ελκυστικό. Η συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου σταμάτησε να πέφτει και τα υψηλά επιτόκια βοήθησαν στην προσέλκυση επενδυτών. Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για τα δύο εναπομείναντα στοιχεία: την πίστωση και την κερδοσκοπία.

2.

Οι κάτοχοι του κεφαλαίου απαιτούσαν και φορολογική μεταρρύθμιση. Ο Ρέιγκαν τους έδωσε το φορολογικό νόμο για την οικονομική ανάκαμψη του 1981. Ο φορολογικός συντελεστής για τα υψηλότερα εισοδήματα μειώθηκε κατά τις δεκαετίες του 80 και 90 από 70% σε 28% εν μέρει επί Ρέιγκαν και εν μέρει επί Κλίντον. Ενώ το εισόδημα των πλουσιότερων αμερικανών (1% των πολιτών) αυξήθηκε κατά 50% την περίοδο εκείνη, ο μέσος φορολογικός συντελεστής στο εισόδημά τους έπεσε από 37% το 1979 σε 29% το 1990. Αυτό σήμαινε αύξηση της τάξης του 70% στα έσοδα μετά την αφαίρεση του φόρου. Ωστόσο, για τους φτωχότερους αμερικάνους πολίτες (20% των πολιτών), το εισόδημα και η φορολογική πίεση παρέμεινε ίδια. Το 1980 το ίδιο 1% των πλουσιότερων αμερικανών κατείχε το 30% όλων των περιουσιακών στοιχείων, μερίδιο που γρήγορα έφτασε το 38% τη δεκαετία του 80 [7]. Το 1998 το πλουσιότερο 5% των πολιτών των ΗΠΑ κατείχε το 59% του πλούτου, δηλαδή περισσότερο από το υπόλοιπο 95% των πολιτών των ΗΠΑ.

Στην κατανάλωση των ευκατάστατων δόθηκε διπλό κίνητρο. Πρώτων, διότι είχαν περισσότερα έσοδα και δεύτερον, γιατί η αύξηση των περιουσιακών τους στοιχείων προσέφερε κάλυψη, αν ήθελαν να πάρουν δάνεια. Το μερίδιο της ατομικής κατανάλωσης στο ΑΕΠ [8] αυξήθηκε από 62% το 1980 σε 68% το 2000.

Αυτό είχε αντανάκλαση στις αποταμιεύσεις των οικογενειών των ΗΠΑ. Το 50% των οικογενειών των ΗΠΑ με χαμηλό εισόδημα πάντα μετά βίας είχαν χρήματα για αποταμίευση, παρ’ όλα αυτά, όμως, οι ετήσιες αποταμιεύσεις όλων των οικογενειών έπεσαν από το 8% του ΑΕΠ το 1980 στο 5% το 1990 και στο 1,5% το 2000. Το ατομικό χρέος αυξήθηκε και παροτρύνθηκε περαιτέρω. Το 1980 τα χρέη των αμερικάνικων οικογενειών αντιστοιχούσαν στο 50% του ΑΕΠ και αυξήθηκαν σε 65% το 1990, σε 75% το 2000 και σε 100% το 2007. Το δεύτερο στοιχείο μπήκε στη θέση του.

Αυτή η γιγαντιαία αύξηση της πίστωσης είχε συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Η κατανάλωση των ΗΠΑ που αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 30% της παγκόσμιας ατομικής κατανάλωσης, ώθησε την παγκόσμια ζήτηση. Πράγματι, από τη δεκαετία του 60 οι πολυεθνικές εταιρίες των ΗΠΑ όλο και περισσότερο παρήγαγαν στο εξωτερικό: στην Ευρώπη και σε χώρες με φτηνό εργατικό δυναμικό. Η κατανάλωση αυξανόταν, συνεπώς αυξάνονταν και οι εισαγωγές. Σύντομα η Αμερική είχε να αντιμετωπίσει ένα αυξανόμενο εμπορικό έλλειμμα.

Η αυξανόμενη συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου (εξαιτίας των υψηλών επιτοκίων) είχε διπλή επίδραση. Από τη μια πλευρά το ισχυρό δολάριο επέτρεπε στους ανθρώπους να αγοράζουν ξένα αγαθά σε καλύτερη τιμή και από την άλλη πλευρά προσέλκυε ξένους επενδυτές. Έτσι τα δολάρια που έβγαιναν από τη χώρα, κατά την πληρωμή για τα αγαθά, ύστερα επενδύονταν ξανά ως κεφάλαιο σε κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ και στις τράπεζες των ΗΠΑ. Το δολάριο εγγυάτο ότι η υπερκατανάλωση των πλουσίων θα διαιωνιζόταν. Με άλλα λόγια, η οικονομία των ΗΠΑ υποστηριζόταν από τον έξω κόσμο.

3.

Την ίδια περίοδο συντελέστηκε μια κρίσιμης σημασίας εξέλιξη στην εταιρική ζωή. Οι εταιρίες δούλευαν όλο και περισσότερο για το χρηματιστήριο. Ο Jack Welch έδωσε τον τόνο. Το 1981, ο Jack Welch ήταν επικεφαλής της General Electric το εργατικό δυναμικό της οποίας αριθμούσε 400,000. Η φιλοδοξία του ήταν να μετατρέψει την General Electric στην πιο ανταγωνιστική εταιρία του κόσμου και είχε τις δικές του μεθόδους για να επιτύχει αυτό το στόχο. Το πρώτο βήμα; Να απολύεται το 10% των λιγότερο αποτελεσματικών εργαζόμενων κάθε χρόνο. Το δεύτερο βήμα; Πέρα από τη βιομηχανική δραστηριότητα να εισαχθεί η εταιρία στον χρηματοπιστωτικό κόσμο. Αυτό έκανε ο Welch με την General Electric. Τα έσοδα του ομίλου εκτινάχθηκαν από 1,5 δισ. δολάρια το 1980 σε 4 δισ. το 1990 και σε 7,3 δισ. το 2000. Οι μέτοχοι πανηγύριζαν.

Η μέθοδος του Welch ήταν τόσο επιτυχής που σύντομα έγινε κανόνας στις ΗΠΑ και σε όλο το Δυτικό βιομηχανικό κόσμο. Οι αποδόσεις των κερδών καθορίζονταν εκ των προτέρων, κατά κανόνα γύρω στο 15%, ήταν πολύ ψηλότερα από μέσο ποσοστό κέδρους. Αυτό το όριο κέρδους είχε ήδη υπολογιστεί προκαταβολικά στο κόστος παραγωγής. Η αφαίρεση του κέρδους γινόταν προκαταβολικά, όχι ύστερα. Αυτό οδήγησε τις εταιρίες να κάνουν παραβιάσεις, όπου αυτό ήταν δυνατό, και να παίρνουν χρηματοπιστωτικά ρίσκα. Ρίχνονταν στον χρηματοπιστωτικό κόσμο, δούλευαν κυρίως με δανεικά χρήματα και βασίζονταν σε χρηματοπιστωτική μόχλευση [9].

Τα έσοδα από τις μετοχές έγιναν το απόλυτο κριτήριο. Η αξιολόγηση των μετοχών μιας εταιρίας έγινε ο μόνος τρόπος εκτίμησης της αξίας της. Όσο υψηλότερη ήταν η αξία στην αγορά τόσο περισσότερο προσελκύονταν οι επενδυτές. Έτσι εμφανίστηκε το τρίτο στοιχείο.

Η βιομηχανία των ΗΠΑ άρχισε να εστιάζει πρώτα και κύρια στα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και σε κεντρικές δραστηριότητες ανά κλάδο, δηλαδή στους πιο επικερδείς τομείς. Οι δευτερεύουσες δραστηριότητες δίνονταν σε υπεργολάβους και συχνά μεταφέρονταν σε χώρες με φτηνή εργατική δύναμη. Έτσι συνεχίστηκε η ανάπτυξη των μεξικάνικων maquiladoras (σ.μ. –εργοστάσια στο Μεξικό, στα σύνορα με τις ΗΠΑ, όπου συναρμολογούνται εμπορεύματα από αμερικάνικα εξαρτήματα, που προορίζονται για εξαγωγή στις ΗΠΑ). Από 60 το 1980 (με 120.000 εργάτες) το 2006 υπήρχαν ήδη 2.800 από αυτά και απασχολούσαν 1,2 εκ. ανθρώπους. Παρόμοια εξέλιξη είχαμε σε χώρες όπως η Μαλαισία, η Σιγκαπούρη και το Ταϊβάν.

Οι ίδιες μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν σε όλο τον κόσμο. Τώρα, πολλά μονοπώλια χρησιμοποιούν τον κανόνα του 15%, για να ικανοποιήσουν τους μετόχους τους και πολλά Ευρωπαϊκά και Ιαπωνικά μονοπώλια κερδίζουν περισσότερα από τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες απ’ ότι από την πραγματική βιομηχανική παραγωγή.

4.

Η χρηματοπιστωτική απορύθμιση και η άκρατη χρηματοπιστωτική εξάπλωση είναι επιτάχυνε τη σημερινή χρηματοπιστωτική κατάρρευση.

Μετά το κραχ του 1929 και αφότου μια σειρά από τράπεζες χρεοκόπησαν, οι Ηνωμένες Πολιτείες πήραν ορισμένα μέτρα, για να προσπαθήσουν να σταματήσουν αυτά τα γεγονότα, ώστε να μην επαναληφθούν. Η Πράξη Glass-Steagall του 1933 εισήγαγε το διαχωρισμό των τραπεζών σε τύπους ανάλογα με το είδος απασχόλησής τους (εμπορικές και επενδυτικές) και δημιούργησε την Ομοσπονδιακή Επιχείρηση Ασφάλισης των Καταθέσεων (Federal Deposit Insurance Corporation) για να εξασφαλίσει τις τραπεζικές καταθέσεις. Εφάρμοσε, επίσης, τη γνωστή Ρύθμιση Q (Regulation Q) που στόχευε στο να παρεμποδίσει τη διαφοροποίηση στα επιτόκια με βάση το μέγεθος της περιουσίας του πελάτη. Χωρίς αυτή τη ρύθμιση οι τράπεζες θα προσέλκυαν πλουσιότερους πελάτες προσφέροντάς τους υψηλότερα επιτόκια, που θα έθεταν σε κίνδυνο τις κοινές τράπεζες.

Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του 60 αυτοί οι νομικοί περιορισμοί σταδιακά ξηλώθηκαν και έως το 1980 καταργήθηκαν πλήρως. Εμφανίστηκε μια αυξανόμενη αγορά παραγώγων (χρηματοπιστωτικών αξιογράφων η αξία των οποίων καθορίζεται από άλλα περιουσιακά στοιχεία). Αυτό οδήγησε σε εκπληκτικές κατασκευές. Δημιουργήθηκαν ομόλογα υπό οποιεσδήποτε εγγυήσεις, ακόμη και χρέη. Πυροδοτήθηκε μια πραγματική επανάσταση στη χρηματοδότηση των επενδύσεων και των εξαγορών. Δεν βασιζόμασταν πια στα τραπεζικά δάνεια, αλλά μπορούσαμε να χρηματοδοτούμε εγχειρήματα με την έκδοση χρηματοπιστωτικών αξιογράφων. Μερικές εταιρίες έως και εξειδικεύτηκαν στην έκδοση αυτών των αξιογράφων. Όταν ο Κλίντον ανέλαβε την εξουσία καταργήθηκε η διαφοροποίηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Συντελέστηκε μια ολοκληρωτική απορρύθμιση. Άλλες χώρες ακολούθησαν το παράδειγμα των ΗΠΑ.

Τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία εξαπλώθηκαν και έγιναν με τη σειρά τους αντικείμενα κερδοσκοπίας. Αυξηθήκαν σε τέτοιο βαθμό που η παραδοσιακή σχέση μεταξύ τράπεζας και βιομηχανίας κατέληξε να πάρει εντελώς διαφορετικές μορφές. Στο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» ο Λένιν δείχνει πως η σύμφαση των τραπεζικών και των βιομηχανικών μονοπωλίων δημιούργησε αυτό που τότε αποκαλέστηκε χρηματιστικό κεφάλαιο. Εξηγεί πως η ιδιοκτησία και ο τόκος συνδέονται, διότι με την πίστωση οι τράπεζες γίνονται σταδιακά ιδιοκτήτες της βιομηχανίας. Ο Λένιν καταλήγει: «η συγκέντρωση της παραγωγής, τα μονοπώλια που ξεπηδούν από αυτή, η συγχώνευση ή η σύμφυση των τραπεζών με τη βιομηχανία -αυτή είναι η ιστορία της γέννησης του χρηματιστικού κεφαλαίου και του περιεχομένου αυτής της έννοιας» [10]. Η εξουσία του χρηματοοικονομικού κόσμου πάνω στη βιομηχανία και η αλληλοσύνδεσή τους δεν έχει μειωθεί. Αλλά οι μεγάλες εμπορικές τράπεζες ίδρυσαν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με πολύ πιο ελαστικές δομές που κατά προτίμηση καταφεύγουν σε νέα χρηματοπιστωτικά εργαλεία. Είναι ικανές να βρίσκουν μεγαλύτερα χρηματικά ποσά για εξαγορές και προτιμούν να δουλεύουν σε διεθνείς αγορές, ενώ, γενικά οι τράπεζες έχουν στενούς δεσμούς με τις εθνικές αγορές.

Το μερίδιο της κανονικής αγοράς που οι τράπεζες και οι ασφαλιστές κρατούσαν στις ΗΠΑ σε χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία έπεσε στο μισό από το 1980 έως το 2007, έχοντας μειωθεί από 70% σε 35%. Το μερίδιο των ιδιωτικών μετοχικών επενδυτικών κεφαλαίων, των συνταξιοδοτικών ταμείων, των κεφαλαίων υψηλού κινδύνου, κτλ. αυξήθηκε ανάλογα. Τα κεφάλαια υψηλού κινδύνου αυξάνονται ραγδαία από το 1990. Κάνουν επιθετικές επενδύσεις και αντιστοιχούν στο 40% όλων των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Το 2007 11.000 κεφάλαια υψηλού κινδύνου χειρίζονταν 2.200 δισεκατομμύρια δολάρια. Για πολλούς τα κεφάλαια υψηλού κινδύνου αντιπροσωπεύουν την επόμενη μαύρη τρύπα και πιστεύουν πως μπορεί να οδηγήσουν σε ένα νέο χρηματοπιστωτικό κατακλυσμό.

Σήμερα, λίγα γιγαντιαία ιδιωτικά κεφάλαια όπως τα KKR, Blackstone, Carlyle και Cerberus ελέγχουν τη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά, που σημαίνει ότι ελέγχουν και πολλές μετοχές εταιριών. Στις τράπεζες δίνεται ένας νέος ρόλος: να παρέχουν δάνεια σε αυτά τα εξειδικευμένα κεφάλαια.

Συνεπώς, ο ορισμός του χρηματιστικού κεφαλαίου του Λένιν είναι πολύ επίκαιρος. Ο Λένιν έλεγε και για τον αυξανόμενο διαχωρισμό μεταξύ του ελέγχου της παραγωγής και του παρασιτικού στρώματος που είναι γνωστό ως «κοπείς τοκομεριδίων». Το βιβλίο του γράφηκε το 1916, σχεδόν έναν αιώνα πριν, αλλά θα μπορούσε να είχε γραφεί και σήμερα: «χαρακτηριστικό του καπιταλισμού γενικά είναι ότι χωρίζει την ιδιοκτησία του κεφαλαίου από τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου στην παραγωγή, ότι χωρίζει το χρηματικό κεφάλαιο από το βιομηχανικό ή το παραγωγικό, ότι χωρίζει τον εισοδηματία που ζει μόνο από το εισόδημα του χρηματικού κεφαλαίου από τον επιχειρηματία και απ' όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν άμεσα στη διαχείριση του κεφαλαίου. Ο ιμπεριαλισμός ή η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι η ανώτατη εκείνη βαθμίδα του καπιταλισμού, όπου ο χωρισμός αυτός παίρνει πελώριες διαστάσεις. Η υπεροχή του χρηματιστικού κεφαλαίου πάνω σ' όλες τις υπόλοιπες μορφές του κεφαλαίου σημαίνει κυρίαρχη θέση του εισοδηματία και της χρηματιστικής ολιγαρχίας, σημαίνει ξεχώρισμα μερικών κρατών που κατέχουν τη χρηματιστική δύναμη απ'όλα τα υπόλοιπα» [11].

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να φτάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες

 

Στη στρατηγική της Λισσαβόνας (2000) η ΕΕ έθεσε ως στόχο να φτάσει την οικονομία των ΗΠΑ ως το 2010. Όμως, αυτή η φιλοδοξία προχώρησε ακόμη παραπέρα. Επειδή η κρίση μαινόταν από το 1973, η ευρωπαϊκή αστική τάξη προτρέπονταν να εμφυσήσει νέα ζωή στην ενοποίηση της Ευρώπης, ιδιαίτερα εξαιτίας της επιθετικής απάντησης των ΗΠΑ σε αυτή την κρίση.

Κατά τα πρώτα χρόνια της κρίσης, η παρέμβαση των Ευρωπαϊκών αρχών περιοριζόταν στην αναδιάρθρωση της βιομηχανίας χάλυβα και άλλων απειλούμενων βιομηχανιών. Όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση ήθελε να φτάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1983, οι διαχειριστές 17 σημαντικών Ευρωπαϊκών μονοπωλίων συμμετείχαν σε ένα στρογγυλό τραπέζι Ευρωπαίων βιομηχάνων. Αυτό το Ευρωπαϊκό στρογγυλό τραπέζι θα διαμόρφωνε το πρόγραμμα της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης του 1985 και θα ολοκλήρωνε το σχέδιο για μια ενιαία Ευρωπαϊκή αγορά το 1990. Το σχέδιο εξαπολύθηκε με ενθουσιασμό από τον Ζακ Ντελόρ και την Ευρωπαϊκή του Επιτροπή. Τα πράγματα επιταχύνθηκαν το 1991 με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που καθιέρωσε ένα ενιαίο Ευρωπαϊκό νόμισμα και μια κοινή Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική. Η στρατηγική της Λισσαβόνας (2000) εξέφρασε καθαρά το μεγάλο στόχο «να γίνει η ΕΕ η πιο δυναμική και ανταγωνιστική οικονομία στο κόσμο, που να βασίζεται στη γνώση».

Σε πολλούς τομείς υιοθετήθηκε η προσέγγιση των ΗΠΑ: φορολογικές μεταρρυθμίσεις, επέκταση του φόρτου εργασίας, ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης, πλήρης απελευθέρωση της αγοράς, χρηματιστηριακή επέκταση. Τα πλεονεκτήματα στον ανταγωνισμό από την αδύναμη κοινωνική προστασία έστειλαν τις Ευρωπαϊκές χώρες στο δρόμο της κατάργησης των ιστορικών κατακτήσεων, όπως η κοινωνική ασφάλιση. Το χάσμα μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών διευρύνθηκε γρήγορα και στην Ευρώπη. Από την αρχή της δεκαετίας του 90 και ύστερα, η ΕΕ προχώρησε σε απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών, των σιδηροδρόμων και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Οι δημόσιες υπηρεσίες, που στην Ευρώπη παίζουν πολύ σημαντικότερο ρόλο στην καθημερινή ζωή απ’ ότι στις ΗΠΑ, κατεδαφίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Η μεταρρύθμιση της Μπολόνια σήμαινε πως η Ευρωπαϊκή εκπαίδευση θα αντέγραφε το μοντέλο των ΗΠΑ που ήταν πιο στοχευμένο στην κάλυψη των αναγκών και των συμφερόντων της βιομηχανίας. Η κατάρρευση των σοσιαλιστικών κρατών το 1989 ενίσχυσε τη φιλελεύθερη επίθεση. Εξαφανίστηκε ο φόβος του κομμουνισμού και ο καπιταλισμός θριάμβευσε.

Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι καπιταλιστές ήρθαν αντιμέτωποι με μεγαλύτερη αντιπολίτευση στα σχέδια κατεδάφισης. Αν και τα συνδικάτα δεν ήταν ακόμη οργανωμένα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, τα σχέδια καθυστερούσαν σε κάθε χώρα λόγω των εθνικών κινητοποιήσεων.

 

Η οικονομία-φούσκα δεν μπορεί να σαρώσει την κρίση

 

Εν συντομία: Το γεγονός πως η κατανάλωση των ΗΠΑ τονώθηκε σε μεγάλο βαθμό από το 1973 δεν έλυσε την κρίση. Αντίθετα, βοήθησε στην παράτασή της. Μετά το 1973 η ανάπτυξη δεν θα έφτανε ποτέ πια το επίπεδο που είχε τη δεκαετία του 60. Ως Δαμόκλειος σπάθη η κρίση υπερπαραγωγής ποτέ δεν θα πάψει να απειλεί την παγκόσμια οικονομία.

Όταν συμβαίνει υπερπαραγωγή, ακολουθεί το πλεόνασμα κεφαλαίου. Ένα περίσσευμα που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αύξηση της παραγωγής, γιατί συγκρούεται με τα όρια των αγορών. Αυτό το περίσσευμα κεφαλαίου αναζητεί υψηλές αποδόσεις και εδώ ο χρηματοπιστωτικός τομέας δίνει χείρα βοηθείας. Οι συνθήκες που το επέτρεψαν δημιουργήθηκαν από τη χρηματοπιστωτική απορρύθμιση και την αύξηση του αριθμού των χρηματοπιστωτικών εργαλείων. Όλα αυξήθηκαν μετά από ακόλουθα εκτενή πιστωτικά κίνητρα, γιατί η χορήγηση πίστωσης είναι ένας τρόπος δημιουργίας χρημάτων από το τίποτα.

Ένα μεγάλο βήμα στην κατεύθυνση της χρηματοπιστωτικής εξάπλωσης γίνεται όταν το χρέος χρησιμοποιείται ως χρηματιστηριακή κάλυψη για την έκδοση αξιογράφων ή χρηματοπιστωτικών παραγώγων – που ονομάζεται τιτλοποίηση. Με αυτό τον τρόπο, κάθε χρέος μπορεί να μετατραπεί σε αξιόγραφο, που σημαίνει ότι μπορεί να εξακολουθήσει να αγοράζεται και να πωλείται και ως αποτέλεσμα μετατρέπεται σε αντικείμενο κερδοσκοπίας. Από εδώ και στο εξής, κάθε πόλος οικονομικής ανάπτυξης μπορεί να γίνει ακρογωνιαίος λίθος χρηματοπιστωτικών φούσκων. Χρήματα δανείζονται σε επεκτεινόμενους πόλους στην οικονομία και γίνεται διαπραγμάτευση αυτού του χρέους με τη μορφή χρηματοπιστωτικών αξιογράφων. Οι πόλοι ανάπτυξης προκαλούν άνοδο του Χρηματιστηρίου και ως αποτέλεσμα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι κερδοσκόποι έχουν ελεύθερο πεδίο δράσης. Έτσι γεννιούνται οι σκανδαλώδεις χρηματοπιστωτικές φούσκες που προσελκύουν επενδυτές και κερδοσκόπους. Εμφανίζεται το πλασματικό κεφάλαιο, που βασίζεται αποκλειστικά στην ελπίδα της ατέρμονης ανάπτυξης. Αργά ή γρήγορα αυτές οι φούσκες αναπόφευκτα σκάνε.

Τέτοια ήταν η υπόθεση με το χρέος του Τρίτου Κόσμου, που στο τέλος της δεκαετίας του 70 οδήγησε στην κατάρρευση των χωρών της Λατινικής Αμερικής το 1982-1984, που αναφέραμε παραπάνω. Η ιστορία επαναλήφθηκε το 1997 με μια γιγαντιαία χρηματοπιστωτική φούσκα στις Ασιατικές αγορές. Η υποτίμηση του ταϊλανδέζικου νομίσματος προκάλεσε το κραχ. Οι παρενέργειες έγιναν αισθητές ακόμη και στη Ρωσία και τη Βραζιλία. Τότε τα κεφάλαια υψηλού κινδύνου στράφηκαν στις εταιρίες υψηλής τεχνολογίας που βρίσκονταν στη Silicon Valley. Έσκασε και αυτή η φούσκα με το κραχ του Nasdaq το 2000. Και εδώ αρχίζει η ιστορία της φούσκας των υποθηκών.

Μετά το κραχ του Nasdaq και τις 9/11 το ΟΑΣ περιέκοψε το βασικό επιτόκιο [12] σε 1% σε μια προσπάθεια να παρεμποδίσει την απειλούμενη ύφεση. Οι στεγαστικές τράπεζες εκμεταλλεύτηκαν επιθετικά τα χαμηλά επιτόκια, για να εκδώσουν δάνεια για αγορά σπιτιών. Προσέφεραν εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες χωρίς πολλές εγγυήσεις. Η πραγματική αγορά βρισκόταν σε πλήρη επέκταση και όλοι νόμιζαν ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν, πράγμα που σήμαινε ότι η φερεγγυότητα [13] των δανειοληπτών δεν αποτελούσε θέμα: θα μπορούσαν να κατασχεθούν τόσο τα σπίτια όσο και τα χρήματά τους. Οι αφερέγγυοι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να συνάψουν δάνεια με ειδικούς όρους. Αυτό έγινε γνωστό ως επισφαλή δάνεια. Η αγορά ενυπόθηκων δανείων εκτοξεύτηκε και τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού άρπαξαν την ευκαιρία. Ο αριθμός των επισφαλών δανείων αυξήθηκε από 8% (το 2001) σε 20% (το 2007) του συνολικού ποσού των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ.

Η απορρύθμιση της χρηματοπιστωτικής αγοράς έκανε τα υπόλοιπα. Οι στεγαστικές τράπεζες πούλησαν τα επισφαλή δάνεια (μαζί με τα ρίσκα) σε εξειδικευμένες εταιρίες [14], που εξέδωσαν αξιόγραφα στην αγορά, που καλύπτονταν από αυτές τις υποθήκες. Ως αποτέλεσμα, οι στεγαστικές τράπεζες μπορούσαν να συνεχίσουν να παρέχουν δάνεια. Μεταξύ του 2001 και του 2006 η μηχανή συνέχισε να λειτουργεί και οι αμερικάνικες υποθήκες έφτασαν τα 11.500 δισ. δολάρια. Αυτά τα αξιόγραφα διασκορπίστηκαν σε όλο τον κόσμο σε τράπεζες, συνταξιοδοτικά ταμεία, εμπορικές τράπεζες, κερδοσκοπικά κεφάλαια και κεφάλαια υψηλού κινδύνου, που ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα γι’ αυτά.

Όταν το ΟΑΣ ανέβασε σταδιακά το επιτόκια στο 5,25% πολλοί νέοι αγοραστές έμειναν άφραγκοι. Συνέβη ένας τεράστιος αριθμός εξώσεων και η αγορά ακινήτων πήρε νέα τροπή. Ο αριθμός αυτών που αδυνατούσαν να πληρώσουν αυξανόταν κάθε τρίμηνο και ως το τέλος του 2006 είχαν πρόβλημα οι πρώτες τράπεζες και τα πρώτα κεφάλαια υψηλού κινδύνου.

Η χιονοστιβάδα δεν μπορούσε πλέον να σταματηθεί και το Σεπτέμβρη του 2008 η τραπεζική κρίση έφτασε στο αποκορύφωμά της.

Οι συνέπειες ήταν ακόμη πιο καταστροφικές για τους ιδιοκτήτες σπιτιών. Πάνω από δύο εκατομμύρια εξ αυτών έχασαν το σπίτι που μόλις είχαν αγοράσει και πετάχτηκαν στο δρόμο.

Ωστόσο, η κρίση από καιρό δεν αφορούσε μόνο τις ΗΠΑ. Σε όλο τον κόσμο, χρεώθηκαν τοξικά ομόλογα αξίας πάνω από 1000 δισ. δολάρια και οι τράπεζες ανακηρύσσουν απόλυες η μια μετά την άλλη. Η κατάσταση επιδεινώνεται, όταν ως μέτρο προφύλαξης οι τράπεζες απομυζούν την διατραπεζική αγορά, διότι διευρύνεται γενικά η έλλειψη εμπιστοσύνης. Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης καταπιάνει το κοινό και ελλοχεύει η απειλή ενός «τραπεζικού πυρετού».

 

Δεν έχει τελειώσει ακόμη

 

Γιατί το σκάσιμο της στεγαστικής φούσκας επέφερε πολύ πιο σκληρό χτύπημα από την προηγούμενη φούσκα και γιατί όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα βρίσκεται στο χείλος της αβύσσου; Πρόκειται για τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική φούσκα στην ιστορία και έχει μολύνει όλο το σύστημα με τοξικά ομόλογα. Όλα τα μέτρα προστασίας και κυβερνητικού ελέγχου καταργήθηκαν με τέτοιο τρόπο που κανένας δεν μπορεί να ελέγξει την πραγματική αξία των αξιογράφων που εξασφαλίζονται με υποθήκη ή την τοποθεσία τους. Αυτό έκανε αναπόφευκτη την αλυσιδωτή αντίδραση.

Η σοβαρότητα της τρέχουσας κατάστασης μπορεί να παρατηρηθεί στον πανικό που οδήγησε σχεδόν όλα τα εθνικά Κράτη να καταφύγουν στη γρήγορη διάσωση των τραπεζών τους, επεκτείνοντας τις παρεμβάσεις τους. Για να μετρηθεί το εύρος τους είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι τα επτά χρόνια πολέμου σε Ιράκ και Αφγανιστάν κόστισαν 750 δισ. δολάρια. Είναι λίγο περισσότερα από τα 700 δισ. δολάρια του σχεδίου Paulson, που προβλέπει την απόκτηση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ των επισφαλών χρεών των τραπεζών. Όμως, αυτό δεν είναι όλο. Για να διασωθούν τράπεζες, όπως η Bear Stearns, και να εθνικοποιηθούν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως τα Fannie Mae, Freddy Mac και AIG ξοδεύτηκαν επιπλέον 200 δισ. δολάρια. Αθροίζοντας τις διάφορες παρεμβάσεις το σύνολο προσεγγίζει τα 1.800 δισ. δολάρια. Ας τονίσουμε πως το ΑΕΠ ολόκληρης της Αφρικάνικης ηπείρου το 2007 ήταν 2.150 δισ. δολάρια. Είναι προφανές πως μια τρύπα αυτού του μεγέθους θα έχει ολέθριες συνέπειες για το κρατικό χρέος, τον προϋπολογισμό και τέλος για τη φορολογική δήλωση των αμερικανών πολιτών. Εκτιμάται πως οι τελευταίοι θα πρέπει να πληρώσουν τουλάχιστον 2000 δολάρια.

Θα μπορέσει ο Πρόεδρος του ΟΑΣ Ben Shalom Bernanke να φουσκώσει άλλη μια φούσκα και να φέρει ανακούφιση; Είναι εντελώς απίθανο. Η κατανάλωση στις ΗΠΑ έχει καταρρεύσει και πολλοί επενδυτές έχουν χάσει μεγάλα χρηματικά ποσά στο Χρηματιστήριο. Τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία και η ακίνητη περιουσία έχασαν μεγάλο μέρος της αξίας τους και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη νέων πιστώσεων. Πιστώσεων που για ευνόητους λόγους η τραπεζική βιομηχανία είναι δισταχτική να παραχωρήσει. Η περικοπή των επιτοκίων για την ενίσχυση της οικονομίας δεν αποτελεί λύση, διότι ήδη βρίσκονται στο 3%, στα χαμηλότερα επίπεδα.

Είναι καθαρό ότι η μόνη διέξοδος από αυτή την συνεχώς αναβαλλόμενη κρίση υπερπαραγωγής είναι η εξολόθρευση της παραγωγικής ικανότητας. Αυτό σημαίνει πως τα χειρότερα έπονται. Η κρίση υπόσχεται να είναι μακροχρόνια και βαθιά. Οι χώρες του Τρίτου κόσμου θα είναι οι πρώτες που θα δουν τις εξαγωγές τους να μειώνονται, θα παρέχουν λιγότερες πρώτες ύλες και σύντομα θα ξαναβρεθούν υπό το σιδηρού κανόνα του ΔΝΤ και των σχεδίων αναδιάρθρωσης.

 

Πρόκειται για το τέλος της ηγεμονίας των ΗΠΑ;

 

Για πολλά χρόνια, οι ΗΠΑ κατάφεραν να οδηγήσουν το οικονομικό τους πλοίο μεταβιβάζοντας τις επιπτώσεις της κρίσης σε άλλες χώρες. Ο τρόπος με τον οποίο οι ΗΠΑ φουσκώνουν τεχνητά την οικονομία επηρεάζει και τον υπόλοιπο κόσμο. Οι ΗΠΑ έχαιραν ελευθερίας κινήσεων εξαιτίας της θέσης τους ως ηγετικής οικονομικής δύναμης. Φαίνεται, σε αυτό το επίπεδο ότι τα πράγματα αλλάζουν. Η παραλίγο κατάρρευση των μεγάλων τραπεζών των ΗΠΑ και η εξάρθρωση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αναπόφευκτα θα συνεχίσει να απομυζά την οικονομία των ΗΠΑ, όπως και την εξουσία των ΗΠΑ.

Οι οικονομικές δυσκολίες της Αμερικής συμβαδίζουν με τον Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας που αγκομαχεί και τείνει να φτάσει σε τέλμα τόσο στο Αφγανιστάν όσο και στο Ιράκ. Η πολιτική εξουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στους διεθνείς οργανισμούς και στο διπλωματικό μέτωπο αμφισβητείται όλο και περισσότερο. Η παγκόσμια τάξη παίρνει νέα στροφή και διαμορφώνεται ένας πιο πολυπολικός κόσμος.

Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν την ισχυρότερη οικονομία του κόσμου. Αλλά, τις τελευταίες δεκαετίες η οικονομία ενισχυόταν τεχνητά, ώστε να συνεχίσει να αποτελεί τη μηχανή της παγκόσμιας κατάστασης και γι’ αυτό οι ΗΠΑ πληρώνουν σήμερα βαρύ τίμημα: ο τρέχον λογαριασμός τους παρουσιάζει ένα εξαιρετικά υψηλό έλλειμμα, που αποδίδεται κυρίως στο εμπορικό τους ισοζύγιο. Ως αποτέλεσμα, τα δολάρια διασκορπίζονται σε όλο τον κόσμο και επιστρέφουν στις ΗΠΑ ως επενδύσεις ή κεφάλαιο. Αυτό θα μπορεί να συνεχιστεί μόνο έως ότου το δολάριο παραμένει το νόμισμα του εμπορίου και των διεθνών αποθεμάτων. Ωστόσο, η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού τομέα αργά ή γρήγορα θα θέσει τέλος σε αυτή την εξέχουσα θέση.

Τα αστρονομικά ποσά που η κυβέρνηση των ΗΠΑ εισάγει στην τραπεζική της βιομηχανία το μόνο που θα κάνουν είναι να αυξήσουν το δημόσιο χρέος, που ήδη είναι κολοσσιαίο εξαιτίας των δαπανών του πολέμου. Όλο και λιγότερες χώρες θα είναι διατεθειμένες να επενδύουν τα αποθέματά τους χωρίς όρους στις Ηνωμένες Πολιτείες και να παρέχουν με αυτό τον τρόπο τη στήριξή τους στο δολάριο ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα. Αργά ή γρήγορα θα έρθει το τέλος της αυτοκρατορίας του δολαρίου.

Εμφανίζεται ένας ρόλος για την Κίνα. Ως η κύρια ανερχόμενη δύναμη, αυτή η χώρα ήδη ασκεί σημαντική επιρροή στην παγκόσμια οικονομία εξαιτίας του αυξανόμενου πλεονάσματος του εμπορικού της ισοζυγίου και των σημαντικών οικονομικών αποθεμάτων της. Το αμερικάνικο έλλειμμα φτάνει τα 800 δισ. δολάρια ετησίως. Σύμφωνα με τον Zhu Min αντιπρόεδρο της τράπεζας της Κίνας, οι ΗΠΑ δεν θα μπορούν πια να βασίζονται στη Κίνα για την τοποθέτηση των απαραίτητων κρατικών ομολόγων, για τη χρηματοδότηση της σωτηρίας των τραπεζών των ΗΠΑ.

Πώς όμως θα αντιδράσει η αυτοκρατορία των ΗΠΑ; Με την περαιτέρω αύξηση των πολεμικών της δαπανών και την επιδίωξη των στρατιωτικών της περιπετειών; Προς στιγμή, αυτό παραμένει ανοιχτό, όμως αποτελεί ιστορικό γεγονός ότι μόνο η μαζική καταστροφή της παραγωγικής ικανότητας μέσα από πόλεμο κατάφερε να βρει διέξοδο από την τελευταία σημαντική κρίση του συστήματος, αυτή της δεκαετίας του 30.

 

Η κρίση του συστήματος πρέπει να λυθεί με την αντικατάσταση του ίδιου του συστήματος

 

Το ανάχωμα υποχώρησε. Μετά τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση, μετά το σκάσιμο της γιγαντιαίας φούσκας, ένας ολόκληρος όροφος κρίσης υπερπαραγωγής προσγειώνεται στα κεφάλια μας. Μοιάζει περισσότερο με μια μακροχρόνια ύφεση, παρά με μια ελαφρώς πεσμένη περίοδο. Ούτε και τα τεράστια χρηματικά ποσά που εμπλέκονται θα μπορέσουν να κρατήσουν αυτό το παλιρροϊκό κύμα υπό έλεγχο.

Όσον αφορά τα αίτια, τα δάκτυλα δείχνουν προς όλες τις κατευθύνσεις: είναι εξαιτίας των επισφαλών δανείων, εξαιτίας των κεφαλαίων υψηλού κινδύνου, εξαιτίας των ΗΠΑ…

Σύμφωνα με τον Karel Van Miert, τον πρώην ηγέτη του SP.a (Φλαμανδικού σοσιαλιστικού κόμματος), πρώην Ευρωπαίο επίτροπο και διοικητικό στέλεχος της Philips, για την κατάρρευση ευθύνεται ο αγώνας δρόμου των τραπεζιτών για κέρδος. Είναι άραγε υπερβολικά άπληστοι; Όλα ταιριάζουν, αρκεί να κρύψουν το γεγονός ότι πίσω από αυτόν τον αγώνα δρόμου για κέρδος –που δεν διεξάγουν μόνο οι τραπεζίτες, αλλά και εταιρίες όπως η Philips, κείται ένα σταθερό και επανεμφανιζόμενο φαινόμενο. Ο Καρλ Μαρξ ανακάλυψε αυτό το φαινόμενο πριν από 150 χρόνια. Το συμπέρασμά του ήταν ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς κρίσεις.

Όταν πρόκειται για λύσεις, η συναίνεση από τους σοσιαλδημοκράτες ως του φιλελεύθερους είναι σημαντική: υπάρχει ανάγκη για περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη ρύθμιση και περισσότερο έλεγχο.

Όχι, πια δεν πρόκειται για την απληστία μιας φούχτας ανθρώπων. Όχι, δεν πρόκειται για τον αγώνα για το κέρδος λίγων τραπεζιτών. Όχι, δεν πρόκειται για την αποσύνθεση των χρηματοπιστωτικών ρυθμίσεων, όπως πολλοί ισχυρίζονται. Όχι, η κατάσταση δεν θα λυθεί με την εισαγωγή μιας «γνήσιας ελεύθερης αγοράς, που υπακούει σε κανόνες». Η κρίση είναι σύμφυτη με το ίδιο το σύστημα.

Ποτέ πριν η ανθρωπότητα δεν παρήγαγε περισσότερη ευημερία, αλλά ούτε και τόση φτώχια. Είναι η εργασία του καθενός – μόνο η εργασία- που παράγει την ευημερία, όχι το κεφάλαιο. Είναι στοιχειώδης λογική το να απαιτήσει κανείς η συλλογικά παραγμένη ευημερία να χρησιμοποιηθεί για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής όλων των ανθρώπων. Αυτό είναι αδύνατο σε μια καπιταλιστική οικονομία, που λειτουργεί σύμφωνα με τα συμφέροντα μιας μικρής μειοψηφίας και οδηγεί αναπόφευκτα σε κρίση. Γι’ αυτό όλα τα σημαντικά μέσα παραγωγής πρέπει να έρθουν στα χέρια της συλλογικότητας.

 

18 Νοέμβρη 2008

 

* 1. Ο Jo Cottenier είναι συγγραφέας του βιβλίου «La Société Générale 1822 – 1992» (μαζί με τους Patrick De Boosere και Thomas Gounet) EPO, 1989 και του «Le temps travaille pour nous» (Ο χρόνος δουλεύει για μας) (μαζί με τον Kris Hertogen) EPO, 1991. Είναι μέλος του Γραφείου του Εργατικού Κόμματος Βελγίου.

2. Ο Henri Houben είναι διδάκτωρ οικονομικών, ερευνητής στο ινστιτούτο Μαρξιστικών Ερευνών, ειδικευμένος στην μελέτη των πολυεθνικών, της Ευρωπαϊκής πολιτικής απασχόλησης και της οικονομικής κρίσης. Τώρα δουλεύει πάνω σε βιβλίο για την οικονομική κρίση, που πρόκειται να εκδοθεί την άνοιξη του 2009.

3. Μετάφραση από τα γαλλικά της Sarah Kamer.

Από το περιοδικό Études Marxistes, n° 84, Οκτώβρης-Νοέμβρης 2008 http://www.marx.be/FR/em_index.htm

 

Παραπομπές

 

 [1]  Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. ΙΙΙ, κεφάλαιο 30, σελ. 610.

 [2]  Η εξαγορά επιχειρήσεων χάρη στην κατοχή δανειακών εγγυήσεων συμβαίνει όταν ένας οικονομικός χορηγός αποκτήσει το πακέτο ελέγχου των μετοχών ιδιοκτησίας μιας επιχείρησης, έχοντας πάρει ένα σημαντικό ποσοστό της τιμής αγοράς μέσα από δανειοδότηση. Τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας που αποκτήθηκε χρησιμοποιούνται ως εγγύηση για το δανειακό κεφάλαιο, σε ορισμένες περιπτώσεις μαζί με περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας που αποκτά. Οι εγγυήσεις ή άλλα έγραφα που εκδίδονται για εξαγορές επιχειρήσεων χάρη στην κατοχή δανειακών εγγυήσεων συνήθως δεν θεωρούνται επενδυτικού βαθμού, διότι περιλαμβάνουν μεγάλο ρίσκο.

[3]  McKinsey Παγκόσμιο Ινστιτούτο, 2006.

[4] Τα παράγωγα είναι χρηματοπιστωτικά συμβόλαια, ή χρηματοπιστωτικά εργαλεία, η αξία των οποίων προέρχεται από την αξία κάτι διαφορετικού (που είναι γνωστό ως υπόθεμα). Το υπόθεμα πάνω στο οποίο βασίζεται ένα παράγωγο μπορεί να είναι ένα περιουσιακό στοιχείο (π.χ. εμπορεύματα, μετοχές, υποθήκες κατοικιών, εμπορικά ακίνητα, δάνεια, ομόλογα), ένας δείκτης (π.χ. επιτόκια, συναλλαγματικές ισοτιμίες, δείκτες χρηματιστηριακής αγοράς, δείκτες τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) – βλέπε παράγωγα πληθωρισμού), ή άλλα στοιχεία (π.χ. καιρικές συνθήκες, ή άλλα παράγωγα). Τα πιστωτικά παράγωγα βασίζονται σε δάνεια, ομόλογα ή άλλες μορφές πίστωσης. Οι κύριοι τύποι παραγώγων είναι τα προθεσμιακά συμβόλαια, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, τα δικαιώματα προτίμησης, και τα συμβόλαια ανταλλαγών.

[5]  Chandrasekhar, 12 Ιουλίου 2007

[6]   Η πολιτική του Ρέιγκαν εμπνεύστηκε από μονεταριστές σαν τον Milton Friedman, για τον οποίο η νομισματική ορθοδοξία είναι το πιο πολύτιμο αγαθό.

[7]   Στη συνέχεια παρέμεινε σταθερό σε όλη τη δεκαετία του 90. Αυτή την εκτίμηση έκανε ο Henri Houben στη βάση του βιβλίου του Edward Wolff «The Increasing Inequality of Wealth in America» (Η αυξανόμενη ανισότητα του πλούτου στην Αμερική). Στο Βέλγιο αυτό το 1% εκτιμάται ότι κατέχει το 25% όλων των ιδιωτικών περιουσιών.

 [8]  ΑΕΠ (ακαθάριστο εγχώριο προϊόν) είναι η συνολική αξία όλων των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια συγκεκριμένη οικονομία σε ένα χρόνο.

 [9] Η χρηματοπιστωτική μόχλευση (financial leverage) παίρνει τη μορφή δανείου (χρέους), τα έσοδα από το οποίο επενδύονται εκ νέου με στόχο την απόκτηση μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους (return) από το κόστος του επιτοκίου.

[10]    Β.Ι. Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», σελ. 46.

[11]   Β.Ι. Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», σελ. 59.

[12]  Βασικό επιτόκιο είναι ένα επιτόκιο αναφοράς που χρησιμοποιείται από τις τράπεζες. Ο όρος αρχικά αφορούσε τα επιτόκια με τα οποία οι τράπεζες δανείζαν τους επίλεκτους πελάτες τους.

[13]  Φερεγγυότητα είναι η ικανότητα μιας οντότητας να πληρώνει τα χρέη της.

[14]   Λέγονται SPVs (χρηματιστηριακά προϊόντα ειδικού τύπου).

 

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010,  http://tasosnastos.blogspot.com/2010/10/blog-post_1346.html

Ε.Ε.: Ήξεραν τα πάντα! Απάτη το Μνημόνιο!

Ήξεραν τα πάντα! Απάτη το Μνημόνιο!

 

Του Γιώργου Δελαστίκ


 

Η κυβέρνηση και η ΕΕ συνεργάστηκαν για να εξαπατήσουν τον ελληνικό λαό. Έστησαν το παραμύθι με τη δήθεν απειλούμενη χρεοκοπία, προκειμένου να παραλύσουν τις αντιδράσεις του τρομοκρατημένου ελληνικού λαού, πετυχαίνοντας έτσι να τον μετατρέψουν σε «πειραματόζωο» πανευρωπαϊκής χρησιμότητας.

Τίναξε στον αέρα τη βάση όλης της πολιτικής του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου η δημόσια ομολογία του προέδρου του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ ότι οι ηγέτες της ΕΕ ήξεραν επί δεκαετίες τα πάντα για την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, αλλά δεν μιλούσαν και δεν πίεζαν να αλλάξει τίποτα, επειδή η Γερμανία και η Γαλλία επωφελούνταν τα μέγιστα από τις εξαγωγές τους στη χώρα μας!

Καταρρέει με την παραδοχή του Γιουνκέρ όλο το οικοδόμημα της πολιτικής απάτης, στην οποία ο Γιώργος Παπανδρέου στήριξε το παραμύθι ότι δήθεν το καθεστώς υποτέλειας στην ΕΕ και στο ΔΝΤ που υπήγαγε την Ελλάδα μέσω του Μνημονίου υπήρξε απόρροια της αποκάλυψης της άθλιας κατάστασης που άφησε την οικονομία μας η κυβέρνηση Καραμανλή στα μάτια των «εμβρόντητων» Ευρωπαίων.

Αφού ο Γιουνκέρ δηλώνει ευθαρσώς ότι οι Ευρωπαίοι γνώριζαν την κατάσταση εδώ και δεκαετίες, ασχέτως του ότι δεν μιλούσαν γι’ αυτή δημοσίως, είναι προφανές ότι μόνο έκπληκτοι δεν έμειναν όταν ανέλαβε πέρσι τον Οκτώβριο πρωθυπουργός της χώρας ο Γιώργος Παπανδρέου και άρχισε να διαλαλεί ότι «η ελληνική οικονομία βρίσκεται στην Εντατική», συνοδευόμενος από τον υπουργό Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου που διατυμπάνιζε ότι «η Ελλάδα είναι “Τιτανικός”»!

 

Ο πρωθυπουργός ψεύδεται

 

Παράλληλα, έχουμε πλέον και επίσημη επιβεβαίωση του γεγονότος ότι ο Γιώργος Παπανδρέου ψεύδεται ασύστολα, όταν ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της κατάστασης της οικονομίας της χώρας αφότου ανέλαβε τη διακυβέρνησή της.

Ο τέως υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, ο σοσιαλδημοκράτης Πέερ Στάινμπρικ αποκάλυψε σε άρτι εκδοθέν βιβλίο του ότι είχε ο ίδιος πλήρως ενημερώσει τον Γιώργο Παπανδρέου για την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ήδη από τον Ιανουάριο του 2009, πολύ πριν από τις περσινές βουλευτικές εκλογές που έφεραν το ΠΑΣΟΚ θριαμβευτικά στην εξουσία. Μάλιστα, κατά το Γερμανό τέως υπουργό, ο Γιώργος Παπανδρέου εμφανίστηκε προβληματισμένος μετά την ενημέρωση και του εξέφρασε την ταλάντευσή του για το εάν έπρεπε ή όχι να επιδιώξει να κερδίσει την πρωθυπουργία υπ’ αυτές τις συνθήκες.

Δεν τόλμησε φυσικά ο Γιώργος Παπανδρέου να προβεί σε οποιαδήποτε διάψευση των ισχυρισμών του Πέερ Στάινμπρικ, αλλά κατά τα άλλα έκανε προεκλογική σημαία του το σύνθημα… «Λεφτά υπάρχουν», αποδεικνύοντας πόσο υποκριτικοί ήταν οι δήθεν δισταγμοί του να κατακτήσει την εξουσία.

 

Μας εξαπάτησαν

 

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ήξεραν από πριν την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, αποκάλυψε ο Γιουνκέρ. Ο Γιώργος Παπανδρέου ήξερε από πριν τα πάντα, αποκάλυψε ο Στάινμπρικ. Άρα και οι μεν και ο δε εξαπάτησαν ασύστολα τον ελληνικό λαό με την κωμωδία που έστησαν από πέρσι τον Οκτώβριο, με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας να αποκαλύπτει, δήθεν, τα σημεία και τέρατα της οικονομικής διακυβέρνησης Καραμανλή και τους Ευρωπαίους ηγέτες να πέφτουν, δήθεν, από τα σύννεφα και να αποφασίζουν να στερήσουν την οικονομική ανεξαρτησία της χώρας μας.

Υπό το φως αυτών των αποκαλύψεων αποκτά νέα διάσταση η ειλικρινέστατη, όπως αποδεικνύεται, δήλωση του υφυπουργού Οικονομικών Φίλιππου Σαχινίδη στη ΝΕΤ, στις αρχές Μαΐου, ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε ήδη αποφασίσει την προσφυγή στο ΔΝΤ από την επομένη των εκλογών που την έφεραν στην εξουσία.

Η δήλωση Σαχινίδη μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε βαθύτερα την πραγματική φύση και τους πραγματικούς στόχους της κυβέρνησης Παπανδρέου και να αντιληφθούμε πού θέλει να οδηγήσει τη χώρα ο πρωθυπουργός, ανεξάρτητα από τα όσα διακηρύσσει δημοσίως.

Η κυβέρνηση και η ΕΕ συνεργάστηκαν για να εξαπατήσουν τον ελληνικό λαό. Έστησαν το παραμύθι με τη δήθεν απειλούμενη χρεοκοπία, προκειμένου να παραλύσουν τις αντιδράσεις του τρομοκρατημένου ελληνικού λαού, πετυχαίνοντας έτσι να τον μετατρέψουν σε «πειραματόζωο» πανευρωπαϊκής χρησιμότητας. Μελετούν τις – ουσιαστικά ανύπαρκτες μέχρι τώρα – αντιδράσεις των Ελλήνων σε ακραία μέτρα περικοπής μισθών και συντάξεων, αγριότατης φορολόγησης, εκποίησης της δημόσιας περιουσίας, υποβάθμισης της υγείας, της παιδείας, των κρατικών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας…

 

ΔΝΤ και ξερό ψωμί

 

Προκειμένου να υλοποιήσει τον προεκλογικά αποφασισμένο στόχο του να οδηγήσει την Ελλάδα σε καθεστώς υποτέλειας στο ΔΝΤ που ελέγχεται από τους Αμερικανούς, ο Γιώργος Παπανδρέου, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, αποκάλυψε δημόσια την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας που όλοι οι ηγέτες της ΕΕ ήξεραν αλλά όλοι έκρυβαν – άλλοι για λόγους συμφέροντος και άλλοι για λόγους σκοπιμότητας που αφορά την ίδια τη λειτουργία της ΕΕ.

Καθώς τα κομμάτια του παζλ συμπληρώνονται ένα ένα με την πάροδο του χρόνου και καθώς ολοένα και περισσότερα στόματα ανοίγουν, μπορούμε τώρα να πούμε ότι αρχικά η στάση του Γιώργου Παπανδρέου αιφνιδίασε τους ηγέτες της ΕΕ. Όχι φυσικά γιατί ενδιαφέρονται για την Ελλάδα, αλλά γιατί ανάλογη συγκάλυψη της κατάστασης επικρατούσε κοινή συναινέσει για πολλές χώρες-μέλη της ΕΕ. Γι’ αυτό και η αρχική στάση των Ευρωπαίων ηγετών ήταν αμήχανη, μουδιασμένη. Δεν ήξεραν ακόμη πώς να χειριστούν το θέμα.

Ο Γιώργος Παπανδρέου πολιορκούσε φορτικά ήδη από τον Οκτώβριο το διευθυντή του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος-Καν για να υπαγάγει αμέσως την Ελλάδα σε καθεστώς Μνημονίου, παρόλο που ο τελευταίος τον παρέπεμπε συστηματικά στην Ευρωζώνη. Η αντίφαση λύθηκε, όταν τελικά οι Γερμανοί αποφάσισαν να χρησιμοποιηθεί το ΔΝΤ ως «σκουπιδοτενεκές» για τα δεύτερης κατηγορίας μέλη της ΕΕ και, ταυτόχρονα, ως μοχλός επιβολής εξοντωτικής λιτότητας και κατάλυσης των κοινωνικών κατακτήσεων των ευρωπαϊκών κρατών, στο πλαίσιο μιας πανευρωπαϊκής υστερίας πολιτικής λιτότητας σε όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ και πρωτίστως της Ευρωζώνης.

 

Μέτωπο κατά απατεώνων

 

Σίγουρα έχει την αυτοτελή, δική της σημασία το γεγονός της αποκάλυψης ότι τόσο η ΕΕ όσο και ο Γιώργος Παπανδρέου ήξεραν εκ των προτέρων την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και εξαπατούσαν το λαό της υποκρινόμενοι τους αδαείς. Σοβαρό θέμα, αλλά το σημαντικότερο είναι άλλο.

Αφού επί δεκαετίες γνώριζαν την κατάσταση οι Ευρωπαίοι εταίροι της ΕΕ και δεν έκαναν τίποτα, είναι προφανές ότι καμιά «αδήριτη ανάγκη» δεν υπήρχε για καθεστώς Μνημονίου. Αν ήταν αναγκαίο, θα μας το είχαν επιβάλει νωρίτερα.

Ας μην γελιόμαστε. Το Μνημόνιο δεν είναι φάρμακο θεραπείας των μακροοικονομικών δεικτών της ελληνικής οικονομίας. Το Μνημόνιο συνιστά αυτοτελές επιθετικό σχέδιο αναμόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας. Σημασία για τον Γιώργο Παπανδρέου και την ΕΕ έχουν αυτοτελώς τα μέτρα που προβλέπει το Μνημόνιο – η μείωση μισθών και συντάξεων, το φορολογικό «γδάρσιμο» όλων των Ελλήνων που ήδη πληρώνουν φόρους, η κατάλυση του κοινωνικού κράτους.

 

Πάλη για το μέλλον

 

Το Μνημόνιο Παπανδρέου – ΕΕ – ΔΝΤ έχει στόχο την επιβολή ενός κοινωνικού Μεσαίωνα. Το ένα εκατομμύριο άνεργοι που θα προκαλέσει φέτος θα είναι μόνο η αρχή. Το Μνημόνιο αποσκοπεί στη διαρκή υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού, εδραζόμενο στην ακραία νεοφιλελεύθερη αντίληψη ότι όσο πιο πολύ φτωχαίνουν οι Έλληνες και πέφτουν οι μισθοί, οι συντάξεις και τα εισοδήματά τους, τόσο πιο… «ανταγωνιστική» θα γίνεται η ελληνική οικονομία. Όσο πιο φτηνά δηλαδή αγοράζουν τις υπηρεσίες μας, τις επιχειρήσεις μας ή τη γη μας οι Γερμανοί, τόσο καλύτερα, πιστεύει η κυβέρνηση Παπανδρέου.

Είναι προφανές ότι από το εάν θα επιβληθεί τελικά ή θα ανατραπεί το Μνημόνιο θα κριθεί το μέλλον της πατρίδας μας. Αν, δηλαδή, θα μετατραπεί η Ελλάδα σε μια εξαρτημένη, ξεπουλημένη χώρα, η οποία από τα ταχυδρομεία και τα τρένα έως το ηλεκτρικό και το νερό θα βρίσκεται στα χέρια ξένων δυναστών, όπως επιδιώκει ο Γιώργος Παπανδρέου και η κυβέρνησή του σε συνεργασία με την ΕΕ και το ΔΝΤ, ή αν θα ξαναζήσουμε ημέρες εθνικής αξιοπρέπειας ανατρέποντας το Μνημόνιο και τους φορείς του.

 

 

ΠΗΓΗ: Οκτώβριος 2010,  http://m-epikaira.gr/2010/10/

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Από πείσμα και τρέλα θα ζω σε τούτη τη χώρα!

«Από πείσμα και τρέλα θα ζω σε τούτη τη χώρα!»

 

Του Γιώργου Μάλφα*

 

 

 

Εβδομήντα χρόνια μετά…

Γιορτάζεις την Εθνική Αντίσταση του Λαού μας, τραγουδάς «γυναίκες Ηπειρώτισσες», υψώνεις αμήχανα σημαίες, χορεύεις από κεκτημένη συνήθεια στις πλατείες… Φέτος όμως, δυσκολεύεσαι να πεις το «ΟΧΙ». Δεν είσαι  σίγουρος, αμφιβάλλεις. Φοβάσαι τους συνειρμούς, τις πιθανές παρεξηγήσεις. Τρέμεις τις συνέπειες…

Χρόνια τώρα, επαναλάμβανες τελετουργικά μονότονα το «ΟΧΙ» του παππού σου. Καμάρωνες τη θυσία του, θριαμβολογούσες αδαπάνητα για τα κατορθώματα και τους ηρωισμούς της γενιάς του. Στις δεκαετίες όμως που ακολούθησαν κατασπατάλησες νωχελικά την ελευθερία που σου χάρισε! Έφτιαξες τη ζωή σου…

 

Το δικό σου, επιτέλους, σπίτι, και το δικό σου εξοχικό. Έκανες ταξίδια μακρινά και πολυδάπανα, σε προορισμούς εξωτικούς. Αγόρασες πρώτο και μετά δεύτερο αυτοκίνητο. Χρεώθηκες ασυλλόγιστα δάνεια, δόσεις και κάρτες που αφειδώς σου πρόσφεραν οι τράπεζες. Μπούχτισες τα παιδιά σου φροντιστήρια και ιδιαίτερα, να σπουδάσουν προσοδοφόρα επαγγέλματα, να γίνουν υψηλόβαθμα «στελέχη διοίκησης επιχειρήσεων». Εκμεταλλεύτηκες, με όλους τους δυνατούς τρόπους, τους μετανάστες που είχαν την ανάγκη σου, για να μαζέψουν τις ελιές σου, να χτίσουν και να καθαρίσουν το σπίτι σου, να… φυλάξουν τα παιδιά σου. Έπαιξες στο Χρηματιστήριο το κληρονομημένο βιος των γονιών σου και αγόρασες «αέρα» που σου πούλησαν οι αετονύχηδες της ελεύθερης αγοράς.

Συναλλάχθηκες μ’ αυτό το άθλιο κράτος κάτω απ’ το τραπέζι κάμποσες φορές, δεν θυμάσαι και συ πόσες… για τη στρατιωτική θητεία του γιου σου, το διακανονισμό της εφορίας, το αυθαίρετο δίπλα στη θάλασσα, το διορισμό στην επίζηλη δημοσιοϋπαλληλία, τη λίστα αναμονής σε κάποιο νοσοκομείο. Διασκέδασες την πλήξη σου βόσκοντας αμέριμνα στα λιβάδια της τηλεόρασης, κάνοντας φωτοσύνθεση με την προπαγάνδα και το γούστο των αχρείων της κάθε εξουσίας. Ατίμασες την ψήφο σου ξανά και ξανά για μια «εξυπηρέτηση», εκδούλευση των φαύλων της κομματοκρατίας, των επαγγελματιών και των κληρονόμων της πολιτικής.

Φέτος όμως, τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά. Η γιορτή δεν είναι πια γιορτή. Μεγάλα λόγια δεν βγαίνουν απ’ το στόμα. Φειδωλή και ντροπαλή η εθνική σου αξιοπρέπεια προσποιείται, καμώνεται πως γιορτάζει κάτω απ’ το αυστηρό βλέμμα της επιτήρησης.  Στενάχωρα όλα. Μέσα μας, γύρω μας, παντού. «Το αδιέξοδο της χώρας στις ψυχές των κατοίκων της». Πατρίδα υποτελής και υπόχρεη. Πατρίδα «πεδίο βολής φθηνό». Πατρίδα έρμαιο της απληστίας των τοκογλύφων, των ισχυρών του χρήματος, των δανειστών που γυρεύουν πίσω τα λεφτά τους. Σε υποτιμούν σήμερα άμοιρη πατρίδα μου για να σε αγοράσουν τζάμπα αύριο.

Πεθαίνω σαν χώρα! Ακούς την κραυγή; Βλέπεις και συ το κακό που μας βρήκε; «Όποιος δεν έχει δει ανθρώπους να πεθαίνουν σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας…». 

Πατρίδα, κατοχή και αντίσταση: κι αν οι λέξεις άδειασαν με τα χρόνια, δεν φταίνε οι λέξεις, οι ζωές μας άδειασαν! Πριν λιποψυχήσουν οι λέξεις, λιποψυχεί το φρόνημα των ανθρώπων, η θέληση των λαών να παραμείνουν αδούλωτοι. Όχι παιχνίδια με τις λέξεις! Ποιος δικαιούται να μιλάει στη γιορτή σήμερα για πατρίδα, για κατοχή και αντίσταση; Οι πατριδοκάπηλοι που κάθε φορά, την κρίσιμη στιγμή, συνθηκολογούσαν με τον κατακτητή; Ή μήπως, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ που εγκατέλειπαν την πατρίδα και το λαό την ώρα της μάχης, για να επιστρέψουν κατόπιν ως εθνοσωτήρες και ελευθερωτές;

«Ποιος είναι, λοιπόν, πατριώτης;»

Ο Άρης Βελουχιώτης, το τραγικό αυτό σύμβολο της Αντίστασης του Λαού μας, έχει κάτι να σου πει:

«Ποιος είναι ο πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει νάβρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο που διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουνε μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουνε τα κεφάλαιά τους από τη χώρα ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»

Εδώ θα παραμείνουμε, δε θα φύγει κανείς, κυνηγημένε απ’ όλους Καπετάνιε! Εδώ, να φυλάμε τα πεζούλια που μας άφησες! Θα μοιραστούμε αν χρειαστεί ακόμη και τη φτώχια μας, την ανάγκη, την οργή μας, μα δεν θα εγκαταλείψουμε. Γι’ αυτό…

«Τα καράβια μου καίω /

δεν θα πάω πουθενά…                                                       

Κι ας μη μου ’χεις χαρίσει ποτέ /

ένα χάδι ως τώρα /

πάντα εδώ θα γυρνώ

από πείσμα και τρέλα θα ζω /

σε τούτη τη χώρα /

ώσπου να βρω νερό

γιατί ανήκω εδώ.                                                                                      

Σταυρωμένη πατρίδα /

μες στα μάτια σου είδα /

της ανάστασης φως».           

(Τα καράβια μου καίω, Ν. Πορτοκάλογλου)

 

* Ο Γιώργος Μάλφα είναι θεολόγος  (malfasg@gmail.com)                                               

                                                                                           

Πάτρα, Οκτώβριος 2010

Ας μιλήσουμε για ανάπτυξη Ι

Ας μιλήσουμε για ανάπτυξη

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

Καθώς οι διαδικασίες για την ελεγχόμενη πτώχευση της Ελλάδας ολοκληρώνονται, ύστερα από πολλά σκαμπανεβάσματα, αντιθέσεις και αντιδικίες, με συμφωνίες ανάμεσα στη Γερμανία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, με τον βασικό ρόλο να ανατίθεται στην ΕΚΤ και το ΔΝΤ, όλο και περισσότερο ακούμε τους αρχιτέκτονες της χρεοκοπίας να μιλάνε για ανάπτυξη.

Αναγκαίο το μνημόνιο, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται και ανάπτυξη. Έτσι λένε. Και για να υπάρξει, υποτίθεται, ανάπτυξη πρέπει να επιταχυνθούν οι «διαρθρωτικές αλλαγές», να «απελευθερωθούν οι αγορές», να καταργηθούν τα «γραφειοκρατικά εμπόδια», έτσι ώστε να προσελκύσουμε τις πολυπόθητες ξένες επενδύσεις που θα μας λύσουν το πρόβλημα.

Στη συζήτηση που διεξάγεται από τον καθεστωτικό Τύπο υπήρξαν μάλιστα και εκείνοι που δίχως ντροπή βγήκαν να επαινέσουν τους παλιούς νόμους προστασίας των ξένων κεφαλαίων της δεκαετίας του 1950 και του 1960 για τη δήθεν μεγάλη συνεισφορά τους στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Δεν θα μπούμε στον πειρασμό να μιλήσουμε για τους 600 χιλιάδες μετανάστες, ούτε για τη φτώχεια και την ασυδοσία, ούτε καν για το κοινωνικοπολιτικό καθεστώς που συνόδευσε αυτή η περίφημη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στη βάση της αποικιοκρατικής προστασίας των ξένων επενδύσεων. Έστω κι αν όλοι οι νεόκοποι νοσταλγοί του μετεμφυλιακού παρακράτους, των εκτελέσεων, των εκτοπίσεων και των τόπων ανανήψεως, των εργασιακών γκέτο, της αστυνομοκρατίας και της ανελευθερίας που γέννησε τη χούντα θέλουν να σβήσουν από τη συλλογική μνήμη τι κόστισε στον ελληνικό λαό και τη χώρα η οικονομική ανάπτυξη που προτείνουν για σήμερα.

 

Μνημεία υπό παραχώρηση

 

Ο πρωθυπουργός φρόντισε ακόμη μια φορά να ξεκαθαρίσει τη σχέση δημοκρατίας και ανάπτυξης στη δική του λογική. Απαντώντας σε ερώτηση της κ. Παπαρήγα για την ανεργία, άρχισε κάπως έτσι:

«Κύριε πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επιτρέψτε μου αρχικώς, πριν απαντήσω, να ξεκινήσω την τοποθέτησή μου λέγοντας ότι το δικαίωμα της έκφρασης κάθε πολίτη είναι ιερό. Ιερό, όμως, είναι και το δικαίωμα όλων στον κοινό μας πλούτο, έναν πλούτο που δεν ανήκει σε κανένα άτομο, σε καμία ομάδα, σε κανένα κόμμα. Ανήκει σε όλους μας και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να του βάζει λουκέτο. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αιχμαλωτίζει τα αρχαία μας μνημεία. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να ιδιοποιείται μία παγκόσμια κληρονομιά, όπως είναι η Ακρόπολη…

Αυτές οι ενέργειες “τραυματίζουν” τη χώρα και “δίνουν πάτημα” σε όλους εκείνους οι οποίοι ποντάρουν στην ήττα της Ελλάδας και μπορούν και “τρίβουν τα χέρια τους”. Αυτές οι ενέργειες προκαλούν και ανεργία – που είναι το θέμα της σημερινής επίκαιρης ερώτησης της κυρίας Παπαρήγα –, διότι χτυπούν βασικές μας βιομηχανίες όπως είναι ο τουρισμός, αλλά απωθούν και επενδύσεις…» (Βουλή, 15/10).

Δεν είναι παράξενο το γεγονός ότι ο κ. Παπανδρέου θεωρεί «ιερό» το «δικαίωμα έκφρασης κάθε πολίτη», αρκεί να το ασκεί με τρόπο που δεν θα δημιουργεί πρόβλημα στην κυβερνητική πολιτική, δεν θα πλήττει τις «βασικές μας βιομηχανίες» και δεν θα «απωθεί επενδύσεις». Με άλλα λόγια το «δικαίωμα έκφρασης», όπως και τα υπόλοιπα δημοκρατικά δικαιώματα, είναι «ιερά», αρκεί να ασκούνται από τους πολίτες «κατά μόνας», όπως λέγανε στοv στρατό, δηλαδή χωρίς να εκφράζονται δημοσίως πουθενά.

Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται να υπερασπιστούν το δικαίωμα στην εργασία, αλλά και τα δημόσια αγαθά αυτής της χώρας, όπως είναι η Ακρόπολη και τα άλλα μνημεία. Διότι, μετά το ξεπούλημα των οδικών δικτύων και μεταφορών, των βασικών υποδομών της χώρας, της ΔΕΗ, του ΟΣΕ και τέλος πάντων όλων όσα έχουν απομείνει στο ελληνικό δημόσιο, έρχεται η ώρα και για τα μνημεία της χώρας.

Βέβαια η κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου επιτέθηκε με κλομπ, δακρυγόνα και ειδικές δυνάμεις εναντίον των εργαζομένων στην Ακρόπολη γιατί ήθελε να τους εκδικηθεί για ένα παλιό αμάρτημά τους.

Ήταν οι ίδιοι εργαζόμενοι που είχαν ξεσηκωθεί πριν από μια δεκαετία, όταν ο κ. Χριστοδουλάκης ως υπουργός Οικονομικών του Σημίτη σχεδίαζε να εκχωρήσει ουσιαστικά την Ακρόπολη σε ξένους επενδυτές προκειμένου να αντλήσει δανεικά η χώρα. Το ίδιο και άλλα σημαντικά μνημεία και μουσεία. Τότε είχαν ξεσηκωθεί οι εργαζόμενοι στις εφορείες αρχαιοτήτων και είχαν αποτρέψει αυτό το σχέδιο. Σήμερα τιμωρούνται αναδρομικά ώστε να μην τολμήσουν να το ξανακάνουν.

Άλλωστε ο κ. Παπανδρέου το ομολόγησε εμμέσως πλην σαφώς. Τα μνημεία δεν είναι δημόσια αγαθά, δεν ανήκουν πριν απ’ όλα σε όλο τον ελληνικό λαό, αλλά στην «παγκόσμια κληρονομιά» και επομένως «κανένας δεν έχει το δικαίωμα να ιδιοποιείται μία παγκόσμια κληρονομιά, όπως είναι η Ακρόπολη». Εκτός βέβαια από τους ιδιώτες επενδυτές και κερδοσκόπους που θα εμφανίσει η κυβέρνηση ως χορηγούς ή φορείς ανάδειξης αυτής «παγκόσμιας κληρονομιάς» με αραβικά, αμερικανικά, ντόπια και ομογενειακά κεφάλαια.

Η αγορά κυριολεκτικά βοά από πληροφορίες για σκιώδεις συμφωνίες με συγκεκριμένα διεθνή επιχειρηματικά συμφέροντα που αφορούν την τουριστική αξιοποίηση των αρχαίων και βυζαντινών μνημείων της χώρας. Γι’ αυτό και η πρεμούρα του κ. Παπανδρέου να «παγκοσμιοποιήσει» την κληρονομιά. Τα μνημεία της χώρας αποτελούν ένα φιλέτο που εποφθαλμιούν πολλοί και για πολλά χρόνια.

Επίσης, κανείς δεν γνωρίζει τι έχουν υποσχεθεί η κυβέρνηση και ο κ. Παπακωνσταντίνου ή τι έχουν παραχωρήσει ως εγγυήσεις προκειμένου να αντλήσουν δάνεια. Η δέσμευση των χρηματικών ροών από τα μουσεία και τα μνημεία της χώρας αποτελεί έναν από τους πιο προσφιλείς τρόπους που οι δανειστές της χώρας προτείνουν ήδη από την εποχή Μητσοτάκη και Σημίτη, προκειμένου να συνεχίσουν να τη δανείζουν. Λέγεται ότι ήταν μια από τις παρεχόμενες εγγυήσεις της κυβέρνησης Σημίτη για να εξασφαλιστούν οι περίφημες συμφωνίες swap. Μήπως γι’ αυτό αρνείται η κυβέρνηση να εμφανίσει τις συμφωνίες αυτές ακόμη και στην Eurostat;

 

«Το κράτος είμαι εγώ»

 

Όπως και να ’χει, είναι ένας από τους λόγους που η κυβέρνηση, με τροπολογία στον νόμο που κατοχύρωνε το Μνημόνιο στις 8.5, έδωσε το ελεύθερο στον υπουργό Οικονομικών να υπογράφει δανειακές ή άλλες διεθνείς συμβάσεις χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τις περάσει από τη Βουλή ή να αποκαλύψει το περιεχόμενό τους. Το τι έχουν υπογράψει ο υπουργός και η κυβέρνηση στις επιμέρους δανειακές συμβάσεις με τις χώρες που μας δανείζουν, αλλά και στις συμφωνίες με το Κατάρ και τους άλλους επίδοξους «επενδυτές», κρατιέται επτασφράγιστο μυστικό.

Γι’ αυτό και ο κ. Παπανδρέου μετέτρεψε την Ακρόπολη σε πεδίο μάχης. Όπως κάθε γνήσια δύναμη κατοχής, δεν μπορεί να αφήσει τα μνημεία – σύμβολα στα χέρια των εργαζομένων και του λαού της χώρας. Πρέπει να διατεθούν σε σχήματα ιδιωτών επενδυτών με σκοπό την ανάδειξη της «παγκόσμιας κληρονομιάς». Μην ανησυχείτε, αυτή τη φορά δεν πρόκειται να δείτε τη σβάστικα να κυματίζει στην Ακρόπολη, παρά μόνο τα logo ντόπιων και ξένων επιχειρηματικών ομίλων.

Κι αφού ο κ. Παπανδρέου ξεκαθάρισε ότι η δημοκρατία σ’ αυτή τη χώρα, εκτός από εικονική, είναι και υπό καταστολή προς όφελος των συμφερόντων της «βαριάς βιομηχανίας» και της προσέλκυσης επενδύσεων, ως άλλος Βασιλιάς Ήλιος διεμήνυσε σε όλους μας:

«Περιμένω, λοιπόν, απ’ όλους υπεύθυνη στάση, που να δείχνει ότι η χώρα μας είναι έτοιμη και σίγουρη σε μία πορεία ανάκαμψης, ανάτασης και αναμόρφωσης της οικονομίας, αλλά και της κοινωνίας μας…». Με άλλα λόγια, l’ etat c’ est moi (το κράτος είμαι εγώ), όπως θα έλεγε και ο Λουδοβίκος 14ος της Γαλλίας, και όλοι οφείλουν να συμμορφωθούν πάραυτα με τις επιλογές, τις εντολές και τις υποδείξεις της κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητος.

 

Πίσω στον 19ο αιώνα

 

Οι τοποθετήσεις του κ. Παπανδρέου σήμερα ενέχουν όλη την αλαζονεία, την απάθεια και την προκλητικότητα ενός τυπικού πολιτικού της «παγκόσμιας διακυβέρνησης». Όπως έχουμε ξαναγράψει, ο κύριος αυτός είναι περαστικός από τη χώρα. Η αποστολή που του είχε ανατεθεί ήταν να βγει πρωθυπουργός για να «αναμορφώσει» την οικονομία και την κοινωνία της Ελλάδας σύμφωνα με τις απαιτήσεις των διεθνών αγορών και των οργάνων τους. Γι’ αυτό και νιώθει δικαιωμένος. Δεν αισθάνεται πια καμιά ανάγκη να κρύψει τις προθέσεις του. Δείτε πώς αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη της χώρας:

«Πρώτο μας μέλημα, λοιπόν, ήταν να αποφύγουμε την πτώχευση και αυτό κάναμε. Δεύτερο μέλημα ήταν να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη (των αγορών) και αυτό κάνουμε καθημερινά. Τρίτο μας μέλημα είναι να φέρουμε επενδύσεις στη χώρα μας και αυτό κάνουμε και το αποδεικνύουμε είτε είναι, παραδείγματος χάρη, η επένδυση της Νορβηγίας στα ελληνικά ομόλογα, είτε της Κίνας με σημαντικές επενδύσεις στη χώρα μας και με σημαντικές δεσμεύσεις απέναντι στη διεθνή οικονομία σ’ ό,τι αφορά την Ελλάδα, είτε από το Κατάρ, είτε και από δημόσιες επενδύσεις που επιταχύνονται μέσα από το ΕΣΠΑ» (Βουλή, 15/10).

Προσέξτε τι λέει ο πρωθυπουργός. Η χώρα δεν διαθέτει εσωτερικούς πόρους για να ανατάξει την οικονομία της και να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της. Αυτό λέει επί της ουσίας. Οι πόροι της, τα λαϊκά εισοδήματα, οι αποταμιεύσεις, ο φυσικός πλούτος, η παραγωγική βάση, έχουν κατασπαταληθεί, λεηλατηθεί και επιπλέον έχουν υποθηκευτεί στους τοκογλύφους των διεθνών αγορών. Δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας και των επενδύσεων στη χώρα εκτός από την άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές, την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και «δημόσιες επενδύσεις» μέσα από το ΕΣΠΑ, δηλαδή τη χρηματοδότηση της Ε.Ε. Δεν θα βρείτε στην οικονομική ιστορία της Ελλάδας άλλη τόσο κυνική πρωθυπουργική ή κυβερνητική ομολογία απόλυτης χρεοκοπίας.

Η λογική αυτή μας ξαναγυρίζει πίσω στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Μια Ελλάδα εξ ιδρύσεως χρεοκοπημένη και έρμαιο των ξένων κεφαλαίων και δανειστών. Μια Ελλάδα που οι χρηματιστές και οι κυβερνήσεις των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης λοιδορούσαν ως διεφθαρμένη, με ανατολίτικη νοοτροπία και με έναν λαό αγροίκο και απολίτιστο.

Τα δάνεια της ανεξαρτησίας, που στην πραγματικότητα ήταν δάνεια κερδοσκοπίας και υποδούλωσης, έπρεπε να πληρωθούν στο πολλαπλάσιο από μια χώρα κατεστραμμένη και έναν λαό πεινασμένο. Και μέχρι να πληρωθούν η χώρα έπρεπε να φέρει το στίγμα της ατίμωσης και ο λαός να διδάσκεται τις αρετές της πενίας μέσα από μια δημοσιονομική πολιτική που ξέρει μόνο να φορολογεί άγρια και να αρπάζει. Προς όφελος πάντα των νέων δυναστών της χώρας. Ήταν τέτοια η κατάσταση, ώστε οδήγησε ακόμη και τον φιλελεύθερο Άγγλο συγγραφέα Λιούις Σέρτζεντ να γράψει το 1878:

«Η νέα Ελλάδα μπορεί να ειπωθεί με εγκυρότητα ότι ξεκίνησε την καριέρα της υπό καθεστώς χρεοκοπίας. Και από τότε δεν έχει κατορθώσει να πληρώσει τα αρχικά της δάνεια ή έστω να επιδείξει ένα αυθεντικό πλεόνασμα των εσόδων έναντι των εξόδων της. Το γεγονός αυτό θα ήταν μια διαρκής ντροπή γι’ αυτήν αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι οι δαπάνες της ήταν αποτέλεσμα σπατάλης, ή ότι η Κυβέρνησή της δεν έκανε καμιά προσπάθεια να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του έθνους. Όμως δεν πρόκειται γι’ αυτό. Οι προϋπολογισμοί της, αν εξεταστούν δεόντως και με κριτική ματιά, αποκαλύπτουν ελάχιστα στοιχεία πάνω στα οποία θα ήταν σωστό ή πρακτικό για την ίδια να ασκήσει σημαντικές περικοπές».

Όμως αυτό δεν εμπόδισε τους δανειστές της χώρας να απαιτούν όλο και μεγαλύτερη λιτότητα, όλο και μεγαλύτερες περικοπές. Όπλο τους μια νέα ιδεολογία ραγιαδισμού και υποτέλειας, που ο Αναστάσιος Γεννάδιος είχε εύστοχα ονομάσει λεβαντινοραγιαδισμό: ‘‘Ο Ρωμηός ραγιάς ηθέλησε μεν να γείνη Ευρρρρρρρρρρωπαίος, αλλά έγινε πίθηκος λεβαντινορραγιάς’’» (Μη Χάνεσαι, 15.6.1883).

Η ανάπτυξη της Ελλάδας εναποτέθηκε στην προσέλκυση των ξένων κεφαλαίων. Δεν περίσσευε άλλωστε τίποτε από τις πληρωμές των δανείων. Το άνοιγμα της οικονομίας, το χρηματιστήριο, οι διεθνείς αγορές, οι εγγυήσεις για τα δάνεια των τραπεζών και οι απαλλοτριώσεις φάνταζαν ό,τι πιο μοντέρνο. Ήταν η χρυσή εποχή των χρυσοκάνθαρων και χαβιαρόχανων, όπως είχε ονομάσει η λαϊκή σατιρική μούσα της εποχής τους ομογενείς και διεθνείς τραπεζίτες, χρηματιστές και κερδοσκόπους που είχαν σπεύσει στη φτωχή Ελλάδα για να αλωνίσουν με τα τρικουπικά έργα υποδομών, με σκάνδαλα επί σκανδάλων, με κρατικά και ιδιωτικά ομόλογα, με τον φυσικό πλούτο της χώρας κ.ο.κ.

Η χρυσή αυτή εποχή έκλεισε με την επίσημη πτώχευση του 1893, με τον στημένο ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898.

 

Οι «τίγρεις» που έγιναν γατούλες

 

Την ίδια χρυσή εποχή προσέλκυσης κεφαλαίων μιας ολοκληρωτικά χρεοκοπημένης οικονομίας μάς τάζει η σημερινή κυβέρνηση και προσωπικά ο κ. Παπανδρέου. Ο ελληνικός λαός θα δουλεύει όπως και όσο μπορεί για να πληρώνει εσαεί τους δανειστές του, ενώ η οικονομία του θα εξαρτά την όποια ανάπτυξη από τις ορέξεις, τις ιδιοτροπίες και τα βίτσια των διεθνών επενδυτών. Μόνο έτσι θα μπορεί να νιώθει Ευρωπαίος στις αγκάλες της Ε.Ε.

Μπορεί να υπάρξει τέτοια ανάπτυξη; Υπάρχει χώρα που να στηρίχθηκε σ’ αυτό το μοντέλο και να επιβίωσε; Ας θυμηθούμε την περίπτωση της Ιρλανδίας. Του Κέλτικου Τίγρη, όπως την ονόμαζαν. Για πάνω από μια δεκαετία πέτυχε να προσελκύσει μεγάλο όγκο ξένων άμεσων επενδύσεων (ΞΑΕ). Τη δεκαετία 1995-2005 κατά μέσο όρο οι εισροές ΞΑΕ αντιστοιχούσαν στο 26,9% των συνολικών επενδύσεων παγίου κεφαλαίου της χώρας. Το 2009 έφτασαν το 70,5%. Την ίδια χρονιά το συνολικό απόθεμα ΞΑΕ στη χώρα ξεπέρασε το 85% του ΑΕΠ, όταν στην Ελλάδα ήταν μόλις 13,6%.

Το ίδιο συνέβη και με την Ουγγαρία. Η Ουγγαρία ήταν η πρώτη χώρα της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης που άνοιξε την οικονομία της σε ξένους επενδυτές το 1989. Στο τέλος του 1990 οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ουγγαρία αναλογούσαν στο 1,7% του ΑΕΠ. Σήμερα η αναλογία είναι πάνω από 70%. Στην Ε.Ε. αυτό το ποσοστό είναι μόλις 40,9%, ενώ στη Ρουμανία 36,7%.

Σχεδόν το 100% των τραπεζών στην Ουγγαρία ανήκει στο διεθνές κεφάλαιο. Το 80% της βιομηχανικής παραγωγής προέρχεται από πολυεθνικές εταιρείες. Η ουγγρική οικονομία εξαρτάται από το ξένο κεφάλαιο πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης. Ενώ σε συνθήκες κρίσης και πτώχευσης υπό καθεστώς ΔΝΤ ακόμη και η καλλιεργήσιμη γη της χώρας αρχίζει να περνά μαζικά σε διεθνείς επενδυτές και πολυεθνικές για «αξιοποίηση».

Μήπως γλίτωσαν η Ιρλανδία και η Ουγγαρία την κατάρρευση και την πτώχευση των οικονομιών τους; Κάθε άλλο. Η εξάρτησή τους από τις ξένες επενδύσεις και το άνοιγμά τους στις διεθνείς αγορές υπήρξε η βασική αιτία που οδηγήθηκαν η Ουγγαρία το 2009 στο ΔΝΤ με τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες και η Ιρλανδία να μάχεται απεγνωσμένα να γλιτώσει την επίσημη πτώχευση.

Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι ούτε η Ουγγαρία ούτε η Ιρλανδία είχαν σοβαρό πρόβλημα δημόσιου χρέους, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με την Ελλάδα. Σε ένα τέτοιο μοντέλο ανάπτυξης μπορεί να ελπίζει μόνο μια χώρα που έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στη χρεοκοπία της.

 

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 21-10-10), http://www.topontiki.gr/article/10703

Το ευρώ μάς κάνει … Αργεντινή

Το ευρώ μάς κάνει … Αργεντινή

 

Συνέντευξη του Στάθη Κουβελάκη* στον Μωϋσή Λίτση


 

Σε «αργεντινοποίηση» της Ελλάδας οδηγεί η εφαρμογή του Μνημονίου, υποστηρίζει ο διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου, Στάθης Κουβελάκης, μέλος της πρωτοβουλίας οικονομολόγων για «παύση πληρωμών-έξοδο από το ευρώ».

«Η πρόταση για παύση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ είναι ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος να τεθεί το θέμα της παραγραφής μέσω διαπραγματεύσεων του μεγαλύτερου μέρους του χρέους», τονίζει, απαντώντας σε ερωτήσεις της «Ε» μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. «Έξοδος από το ευρώ σημαίνει έξοδος από έναν μηχανισμό που ρίχνει όλο το βάρος των πιέσεων του διεθνούς ανταγωνισμού στο εργασιακό κόστος και που οδήγησε σε μια ανισόρροπη ανάπτυξη, με ατροφική παραγωγική βάση».

Ο Στ. Κουβελάκης μετέχει με μια πλειάδα Ελλήνων και ξένων αγωνιστών της Αριστεράς (οικονομολόγων, πανεπιστημιακών πολιτικών διανοητών) στη Διεθνή Διάσκεψη εναντίον του Μνημονίου κυβέρνησης ΔΝΤ-Ε.Ε., που οργανώνει από χθες – και συνεχίζεται σήμερα το απόγευμα -, το Αριστερό Βήμα Διαλόγου και Κοινής Δράσης στο Πάντειο.


* Μήπως η πρόταση για παύση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ, αντί να βελτιώσει, επιδεινώσει την κατάσταση και προκαλέσει στην ελληνική οικονομία και κοινωνία φαινόμενα τύπου Αργεντινής;

«Αυτό που οδηγεί στην “αργεντινοποίηση” της χώρας είναι η εφαρμογή του Μνημονίου, με την επακόλουθη βαθιά ύφεση, τη διάλυση των κοινωνικών κατακτήσεων, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και την κατάλυση κάθε έννοιας δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας. Και όλα αυτά χωρίς καν να είναι σε θέση να λύσει το θέμα του δημόσιου χρέους. Η πρόταση για παύση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ είναι ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος να τεθεί το θέμα της παραγραφής μέσω διαπραγματεύσεων του μεγαλύτερου μέρους του χρέους. Η στάση πληρωμών ειδικότερα δίνει μεγάλη διαπραγματευτική ισχύ σε αυτόν που παίρνει την πρωτοβουλία μιας τέτοιας απόφασης, ειδικότερα όταν χρωστάει πολλά και είναι σε θέση να προκαλέσει αισθητή ζημιά στους πιστωτές».

 

Έχει το κόστος του

 

«Οπωσδήποτε έχει ένα κόστος, λόγω των αναταραχών που αναπόφευκτα προκαλεί στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και καθιστούν εξάλλου αναγκαία την εθνικοποίησή του. Αυτή η αναταραχή όμως πρέπει να συγκριθεί με αυτήν που ήδη προκαλεί, και θα προκαλέσει στο μέλλον, η σημερινή καταστροφική πορεία. Επιπλέον η πρότασή μας διαθέτει δύο ισχυρά πλεονεκτήματα: γλιτώνει άμεσα τον δημόσιο προϋπολογισμό από το βάρος των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους, που αναμένεται να ανέλθουν το 2011 σε 7% του ΑΕΠ, δηλαδή όσο σχεδόν και το δημόσιο έλλειμμα. Και ανταποκρίνεται κυρίως σε μια στοιχειώδη αίσθηση δικαίου ότι δεν πρέπει να πληρώνουν για την κρίση οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές τάξεις. Γι' αυτό είναι και μια λύση στην οποία κατέφυγαν κατ’ επανάληψη κυβερνήσεις που αντιμετώπισαν έντονη κοινωνική πίεση από τα κάτω».

* Εξοδος από το ευρώ δεν σημαίνει και ραγδαία υποτίμηση του εθνικού νομίσματος; Δεν θα κληθούν οι εργαζόμενοι μέσα από μία δεύτερη υποτίμηση να πληρώσουν το κόστος της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, βοηθώντας στην ουσία τα «αφεντικά» τους που ενισχύουν έτσι την ανταγωνιστικότητά των επιχειρήσεών τους;

«Η ερώτησή σας μου γεννά την εξής απορία: πιστεύετε ότι η παραμονή στην ευρωζώνη, σε ένα μόρφωμα που καθηλώνει τους μισθούς και εντείνει την πόλωση μεταξύ χωρών του κέντρου και περιφέρειας στο εσωτερικό του, βοηθάει στο παραμικρό τους Έλληνες εργαζόμενους να ξεφορτωθούν τα αφεντικά τους; Η Ελλάδα, με διαχρονικά υψηλότερες του μέσου όρου της ευρωζώνης πληθωριστικές πιέσεις, εντάχθηκε με σαφώς υπερτιμημένη ισοτιμία στο ενιαίο νόμισμα, χάνοντας έτσι τη δυνατότητα αναπροσαρμογής της στο μέλλον.

 

Έξοδος από το ευρώ σημαίνει λοιπόν έξοδο από έναν μηχανισμό που ρίχνει όλο το βάρος των πιέσεων του διεθνούς ανταγωνισμού στο εργασιακό κόστος και που οδήγησε σε μια ανισόρροπη ανάπτυξη, με ατροφική παραγωγική βάση.

Σίγουρα δεν μας απαλλάσσει ως τέτοια από τον καπιταλισμό, διευκολύνει όμως την ανατροπή των συσχετισμών σε όφελος των δυνάμεων της εργασίας και ωθεί προς έναν άλλο τύπο ανάπτυξης. Γι' αυτό εξάλλου και η παραμονή πάση θυσία στο ευρώ είναι στρατηγική επιλογή της άρχουσας τάξης, τόσο της ελληνικής όσο και αυτής όλων των υπόλοιπων χωρών της ευρωζώνης».

* Δεν υπάρχει κίνδυνος να επιστρέψουμε σε καθεστώς ανταγωνιστικών υποτιμήσεων σαν αυτών της δεκαετίας του '30 που πυροδότησαν την ενίσχυση του εθνικισμού στην Ευρώπη;

«Ο πόλεμος των ισοτιμιών απορρέει από την τροπή που παίρνει η διεθνής καπιταλιστική κρίση. Η ανάκαμψη του τραπεζικού δανεισμού και των επενδύσεων χαρτοφυλακίου από τις αναπτυγμένες προς τις αναπτυσσόμενες χώρες το 2009-10 οδηγεί σε άνοδο των ισοτιμιών των τελευταίων ως προς το δολάριο.

Άρα απειλεί τις εξαγωγές και την ανάκαμψη. Η δε πτώση του δολαρίου οδηγεί σε άνοδο του γεν και του ευρώ, τα οποία λειτουργούν ως καταφύγιο αξίας.

Η παραμονή μικρών και σχετικά πιο αδύναμων χωρών, όπως η Ελλάδα, στο ευρώ, δηλαδή σε ένα νόμισμα που λόγω των βάσεων πάνω στις οποίες έχει δημιουργηθεί (προτεραιότητα σε χαμηλό πληθωρισμό και αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία), τείνει να είναι "ισχυρό", δηλαδή υπερτιμημένο, σημαίνει μεγιστοποίηση των πιέσεων που δέχονται οι μισθωτοί και κλιμάκωση του κοινωνικού ντάμπινγκ. Είναι σαφές ότι οι χώρες που διαθέτουν το όπλο της εθνικής νομισματικής πολιτικής διευκολύνονται στο να περιορίσουν τις επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης. Κλασικό παράδειγμα είναι η Κίνα, η οποία ελέγχει στενά τις κεφαλαιακές ροές και δεν επιτρέπει την άνοδο της ισοτιμίας που θα έπνιγε τον παραγωγικό τομέα».

 

Ένα παγκόσμιο κίνημα

 

* Γιατί όχι ένα πανευρωπαϊκό κίνημα παραγραφής του χρέους των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου σαν αυτό της δεκαετίας του '90 για τις χώρες του Τρίτου Κόσμου;

«Ένα διεθνές κίνημα παραγραφής του χρέους είναι αναγκαίο και έχει νόημα κατ’ αρχήν στις χώρες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα με κάποια οξύτητα. Η Ελλάδα δεν είναι στην ίδια θέση με την Ολλανδία, αλλά είναι βέβαια πιο κοντά στον ευρωπαϊκό Νότο, και, από αυτήν την άποψη, με εκτός Ευρώπης χώρες. Μου φαίνεται αδιανόητο να συγκροτηθεί ένα τέτοιο κίνημα στη λογική της μεταρρύθμισης της Ε.Ε. ή του καλού ευρώ.

Το κυριότερο όμως είναι ότι η πρόταση για μονομερή στάση πληρωμών, συνέπεια της οποίας είναι και η έξοδος από το ευρώ, και ένα τέτοιο διεθνές κίνημα, είναι απολύτως συμπληρωματικά. Οι λαοί της Λατινικής Αμερικής κινητοποιήθηκαν για πολλά χρόνια ενάντια στον ζυγό του χρέους, ενίοτε με συντονισμένο τρόπο, τα κινήματα αυτά όμως είχαν αποτέλεσμα μόνο όταν συγκεκριμένες εθνικές κυβερνήσεις (όπως του Κίρχνερ στην Αργεντινή ή του Κορέα στο Εκουαδόρ) πήραν μονομερείς πρωτοβουλίες άρνησης αποπληρωμής του χρέους, δίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αποφασιστική ώθηση στον κοινό αγώνα. Ο πραγματικός διεθνισμός είναι αυτός που αρθρώνει το εθνικό με το διεθνές επίπεδο, και κατανοεί την πολιτικά καθοριστική σημασία του πρώτου».

 

 
ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=16/10/2010&id=214138