Αρχείο κατηγορίας Επαχθή χρέη και το Χρέος μας

Με αφορμή την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση (ΗΠΑ 2007), την ελληνική δημοσιονομική κρίση στη χώρα μας (2009) και την υποταγή μας σε ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ άνοιξε ένας διάλογος. Εμείς αναρτούμε κείμενα που είτε ανοίγουν το δρόμο της Απελευθέρωσης, είτε συμμετέχουν κριτικά απέναντι σ΄αυτά.

Η ώρα της αριστερής απάντησης

Η ώρα της αριστερής απάντησης

 

Του Στάθη Κουβελάκη*


 

Οι μύθοι με τους οποίους οι κυρίαρχοι κύκλοι της Ευρώπης προσπάθησαν να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη σχετικά με τα αίτια της τρέχουσας κρίσης καταρρέουν ένας ένας.

Η κατάρρευση της Ιρλανδίας διαψεύδει κατηγορηματικά την προ εξαμήνου μόλις κυρίαρχη εικόνα ότι το ελληνικό χρέος αποτελεί μια ιδιαιτερότητα που απορρέει από τη μεσογειακή τεμπελιά και το σπάταλο κράτος. Το αβάσταχτο του κόστους της διάσωσης των τραπεζών μέσω δημόσιας χρηματοδότησης, η καθίζηση των κρατικών εσόδων λόγω της ύφεσης και της φοροαπαλλαγής του κεφαλαίου είναι πλέον ορατά διά γυμνού οφθαλμού. Αλλά αυτό που καταρρέει έχει και μια βαθύτερη διάσταση: Είναι το μοντέλο ανάπτυξης που επέβαλε η ένταξη των χωρών της περιφέρειας (ευρωπαϊκός Νότος και Ιρλανδία) στην ευρωζώνη.

Η απώλεια ανταγωνιστικότητας οδήγησε σε αυξανόμενα ελλείμματα και στήριξη της ανάπτυξης αυτών των χωρών σε «φούσκες» (οικοδομή, κατασκευές, εσωτερική κατανάλωση), καθώς και στη διόγκωση του τραπεζικού τομέα και του δανεισμού, που είναι πρώτα και κύρια ιδιωτικός. Να λοιπόν γιατί, παρά τον διεθνή χαρακτήρα της κρίσης που ξέσπασε προ διετίας, οι χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης έχουν γονατίσει, τη στιγμή που η Γερμανία και οι χώρες του κέντρου ανακτούν θετικούς, έστω και πενιχρούς, ρυθμούς ανάπτυξης.

Αντιμέτωπες με τη χρεοκοπία του μοντέλου που επέβαλαν χθες, ελέω Ε.Ε. και ευρώ, στις κοινωνίες τους, οι ίδιοι κυρίαρχοι κύκλοι οδηγούν σήμερα τις χώρες τους στη βέβαιη καταστροφή, μέσω ενός πρωτοφανούς για τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά δεδομένα συνδυασμού στυγνού ταξικού ρεβανσισμού και ιλιγγιώδους βουτιάς της οικονομίας. Και πάλι, όμως, τόσο οι εξελίξεις στην Ιρλανδία όσο και η εκτός ελέγχου ελληνική κατάσταση (ακόμη και στους ίδιους τους στόχους του μνημονίου για το χρέος και τα ελλείμματα) δείχνουν το μάταιο της προσπάθειας συμμόρφωσης στις απαιτήσεις της διαβόητης πλέον τρόικας Ε.Ε.-ΕΚΤ-ΔΝΤ. Η λατινοαμερικανοποίηση των κοινωνιών είναι επί θύραις.

Το δρόμο προς τον όλεθρο ακολουθεί και το πολιτικό σύστημα, ανίκανο να προτείνει οποιαδήποτε κοινωνικά ανεκτή προοπτική, όλο και περισσότερο απονομιμοποιημένο στα μάτια των πολιτών. Πανικόβλητη η ιρλανδική κυβέρνηση προκηρύσσει εκλογές, τη στιγμή που 4 στους 10 έλληνες ψηφοφόρους απείχαν από την τελευταία εκλογική αναμέτρηση. Σ' αυτήν την περίπτωση, οι κοινωνίες βλέπουν πιο καθαρά από τις πολιτικές ελίτ. Σε ποσοστά 60%, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, η ελληνική κοινή γνώμη καταλαβαίνει ότι, όσο και να κρατήσει ο γολγοθάς των απανωτών μνημονίων, το χρέος δεν μπορεί να αποπληρωθεί και ζητά αναδιαπραγμάτευση ή στάση πληρωμών. Η αναδιαπραγμάτευση του χρέους δεν μπορεί όμως να γίνει προς όφελος του οφειλέτη χωρίς κάποιο συσχετισμό δύναμης, μια πρωτοβουλία που να δίνει διαπραγματευτική δύναμη σ' αυτόν που χρωστά. Αυτό ακριβώς είναι το νόημα της στάσης πληρωμών, στην οποία έχουν προσφύγει στο παρελθόν όσες κυβερνήσεις ανά τον κόσμο βρέθηκαν μπροστά σε παρόμοιο αδιέξοδο και κάτω από ικανή λαϊκή πίεση. Στην περίπτωση της χώρας μας, αυτό σημαίνει αναγκαστικά ανάκτηση της άσκησης εθνικής νομισματικής πολιτικής, δηλαδή έξοδο από την ευρωζώνη, εθνικοποίηση των τραπεζών, έλεγχο της κίνησης των κεφαλαίων και τερματισμό της σκανδαλωδώς αντιλαϊκής κατανομής των φορολογικών βαρών. Σημαίνει με δυο λόγια κοινωνική μεταβολή προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων. Γι' αυτό και αποτελεί την καρδιά οποιασδήποτε ευρύτερα προοδευτικής πρότασης αντιμετώπισης της κρίσης.

Το παράδοξο εδώ είναι ότι, παρ’ όλο που βρίσκεται όλο και περισσότερο στο επίκεντρο της συζήτησης, κανένας επίσημος φορέας της αριστεράς, με εξαίρεση την εξωκοινοβουλευτική, δεν την προωθεί, παρά τις φωνές που ακούγονται στο εσωτερικό τους. Κάτι που σίγουρα δεν είναι άσχετο με τη γενικότερη αμηχανία της αριστεράς και της αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις προσδοκίες μιας κοινωνίας που, όπως επίσης έδειξαν τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα, επιμένει να κοιτά προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι ίσως τώρα η στιγμή κάποιων ανεξάρτητων και συσπειρωτικών πρωτοβουλιών που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τους όρους μιας πρότασης. Αιχμή τους το θέμα του ανοίγματος του «φακέλου του χρέους», με στόχο κατ' αρχάς την πλήρη διαφάνεια σε ό,τι αφορά τον τρόπο και τους όρους της δημιουργίας του.

 

* Ο Στάθης Κουβελάκης είναι Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=228279

ΠΑΣΟΚ-Τρόϊκα: Μας έχουν για βλάκες

Μας έχουν για βλάκες

 

Του Δημήτρη Καζάκη*



«Οι στόχοι έχουν εκπληρωθεί» δήλωσε ο εκπρόσωπος του επιτρόπου Όλι Ρεν την Τρίτη (23.11) σχετικά με την πορεία υλοποίησης του μνημονίου από την Ελλάδα. Ειδικότερα, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, κατά την τακτική ενημέρωση των εκπροσώπων του Τύπου, ο Αμαντέου Αλταφάζ είπε ότι το ελληνικό πρόγραμμα βρίσκεται σε γενικές γραμμές στον σωστό δρόμο. «Όλα τα ποσοτικά κριτήρια που είχαν τεθεί για το τέλος Σεπτεμβρίου πληρούνται. Παρά τις προκλήσεις που παραμένουν, σημαντική πρόοδος έχει συντελεσθεί όσον αφορά τη δημοσιονομική προσαρμογή» αναφέρεται επίσης στην κοινή δήλωση των εκπροσώπων του ΔΝΤ, της Ε.Ε. και της ΕΚΤ.

 

Οι δηλώσεις αυτές παίζουν κυριολεκτικά με τη νοημοσύνη μας. Κι αυτό γιατί πολύ απλά κανένας από τους ποσοτικούς στόχους του μνημονίου δεν έχει επιτευχθεί. Το κρατικό έλλειμμα εκτιμάται επίσημα – χωρίς κανένας σοβαρός αναλυτής να παίρνει στα σοβαρά αυτήν την εκτίμηση – ότι θα διαμορφωθεί στο 9,4% του ΑΕΠ, από 8% που ήταν ο στόχος του μνημονίου.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οίκων, το πραγματικό έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού θα κυμανθεί τελικά για το 2010 πάνω από το 12%. Το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα τέλη του 2010 στο 148% του ΑΕΠ, από 127% που ήταν ο στόχος του μνημονίου. Το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κατά 4,7% ετήσια, όταν ο στόχος του μνημονίου ήταν -3%. Η συρρίκνωση θα συνεχιστεί και για το 2011, με εκτιμώμενη πτώση του ΑΕΠ της τάξης του 3,8% («Economist»), όταν το μνημόνιο εκτιμούσε συρρίκνωση της τάξης του 2,5%.

Την ίδια ώρα, ο τιμάριθμος τρέχει με ετήσιο ρυθμό άνω του 5%, σε αντίθεση με το μνημόνιο που εκτιμούσε κάτω του 4%. Ενώ ο δείκτης του όγκου των λιανικών πωλήσεων – αυτό δηλαδή που ονομάζουμε στην καθομιλουμένη πραγματικός τζίρος της αγοράς – έχει υποχωρήσει στο οκτάμηνο από τις αρχές του έτους πάνω από 20%. Η μεγαλύτερη υποχώρηση οκταμήνου που έχει παρατηρηθεί από τη δεκαετία του '60! Οι περιοριστικές πολιτικές της κυβέρνησης αλλά και η άγρια λιτότητα στα λαϊκά εισοδήματα οδήγησαν τον πραγματικό τζίρο της αγοράς στο επίπεδο του 2002.

 

Αποσύνθεση της παραγωγής


Τα δεδομένα αυτά έχουν οδηγήσει σε ολοκληρωτική αποσύνθεση την όποια παραγωγική βάση είχε απομείνει στην ελληνική οικονομία. Ο γενικός δείκτης της βιομηχανικής παραγωγής την περίοδο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2010, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009, έχει υποχωρήσει κατά 5,7%. Κι αυτό οφείλεται:

α. Στη μείωση του Δείκτη Παραγωγής Ορυχείων -Λατομείων κατά 6,0%.

β. Στη μείωση του Δείκτη Παραγωγής Μεταποιητικών Βιομηχανιών κατά 5,3%.
γ. Στη μείωση του Δείκτη Παραγωγής Ηλεκτρισμού κατά 7,7%.

δ. Στην αύξηση του Δείκτη Παροχής Νερού κατά 1,1%.

Αλήθεια, ποια οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί όταν παρουσιάζει μείωση παραγωγής ηλεκτρισμού κατά 7,7% και συνολική μείωση παραγωγής ενέργειας κατά 4,5% μέσα στο εννιάμηνο του 2010 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009;

Τα δεδομένα αυτά έχουν οδηγήσει επίσημα τον δείκτη της ανεργίας τον Αύγουστο του 2010 στο 12,2% των απασχολουμένων. Τον ίδιο μήνα όμως είχαμε και μια αύξηση του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού κατά 43.632 άτομα. Πρόκειται για μια μαζική έξοδο από την αγορά εργασίας, η οποία οφείλεται είτε σε πρόωρη συνταξιοδότηση είτε σε μακροχρόνια άνεργους που σταμάτησαν να αναζητούν εργασία. Κι αυτή είναι μια ακόμη πλευρά της βαθύτατης κρίσης της απασχόλησης που βιώνει η χώρα και ένας από τους παράγοντες που κρατά τα επίσημα ποσοστά ανεργίας συγκριτικά χαμηλά έναντι της πραγματικής κατάστασης που ζει η εργαζόμενη οικογένεια.

 

Μνημόνιο αυθαιρεσίας

 

Τότε τι σημαίνει το «όλοι οι στόχοι επιτεύχθηκαν» της τρόικας; Προφανώς η δήλωση αυτή δεν αναφέρεται στους ποσοτικούς στόχους του μνημονίου, το οποίο αποδεικνύεται στην πράξη ότι πρόκειται για μια άσκηση αριθμών πάνω σε λάθος δεδομένα και παντελώς αυθαίρετες παραδοχές. Αν λοιπόν πιστέψουμε τις εισηγήτριες του Συμβουλίου της Επικρατείας που ζήτησαν να απορριφθούν οι προσφυγές εναντίον του μνημονίου διότι, όπως είπαν, «πέραν της αποτροπής του κινδύνου πτωχεύσεως της χώρας, με τα μέτρα αυτά, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο ενός "εμπροσθοβαρούς" προγράμματος δημοσιονομικής εξυγίανσης, επιδιώκεται, περαιτέρω, η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών κατά τρόπο διατηρήσιμο και βιώσιμο», τότε θα πρέπει να δεχθεί κανείς ότι μια κυβέρνηση μπορεί εντελώς αυθαίρετα να επικαλείται οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη, να στηρίζεται σε οποιοδήποτε αυθαίρετο κείμενο σαν το μνημόνιο και να επιβάλλει οποιαδήποτε μέτρα θέλει καταργώντας ουσιαστικά την εσωτερική έννομη τάξη της χώρας.

Μάλιστα οι εν λόγω εισηγήτριες διατύπωσαν και την πρωτοφανή άποψη ότι «εντός του πλαισίου αυτού, επιδιώκεται η μεσοπρόθεσμη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και η αναστροφή της αυξητικής πορείας του δημόσιου χρέους, στόχοι, δηλαδή, η επίτευξη των οποίων εκτιμάται ότι θα συμβάλει στην ταχεία επάνοδο της χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου».

Από πού προκύπτουν όλα αυτά; Από ένα μνημόνιο που κανένας από τους δημοσιονομικούς στόχους του δεν πραγματοποιείται; Από ποιον «εκτιμάται ότι (η πολιτική αυτή) θα συμβάλει στην ταχεία επάνοδο της χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου»;

Με βάση ποια αντικειμενικά δεδομένα; Γιατί μια χώρα με 126% δημόσιο χρέος επί του ( ΑΕΠ στα τέλη του 2009 δεν μπορεί να βγει στις αγορές, αλλά η ίδια χώρα με 168% δημόσιο χρέος το 2013 θα μπορεί να βγει; Και, τέλος πάντων, από πότε και με βάση ποια λογική μπορεί να υπάρξει «αποφυγή πτώχευσης» της χώρας όταν το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα της πολιτικής του μνημονίου είναι η εκτίναξη του δημόσιου χρέους; Γνωρίζουν έστω και μια περίπτωση νοικοκυριού, επιχείρησης ή κράτους που να γλίτωσε την πτώχευση απλώς αναζητώντας νέα δάνεια για να εξακολουθεί να πληρώνει τα παλιά;

Τι άλλο εκτός από ομολογία απόλυτης χρεοκοπίας συνιστά η θέση ότι όλα αυτά που υπομένει η χώρα, τα δέχεται για να ξαναβγεί στις αγορές ώστε να δανειστεί εκ νέου;

 

Κυβέρνηση των πιστωτών

 

Το ερώτημα που απέφυγαν να απαντήσουν οι εισηγήτριες στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως αποφεύγουν καιρό τώρα να απαντήσουν και όλοι οι υποστηριχτές του μνημονίου, είναι το εξής: Όταν μια χώρα βρεθεί μπροστά στο δίλημμα να μην μπορεί να ικανοποιήσει ταυτόχρονα τις πιο βασικές και άμεσες ανάγκες της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών της και τις απαιτήσεις των δανειστών της, τότε τι προέχει για την κυβέρνηση αυτής της χώρας; Οι ανάγκες της χώρας και των πολιτών της ή οι απαιτήσεις των δανειστών της;

Η τωρινή κυβέρνηση (όπως και η προηγούμενη) απάντησε στο δίλημμα αυτό προτάσσοντας τις απαιτήσεις των δανειστών. Κι αυτό δεν είναι ούτε ηθικό ούτε δίκαιο. Κι αυτό γιατί καμία κυβέρνηση δεν νομιμοποιείται να θυσιάζει τον λαό και τη χώρα της, προκειμένου να εξυπηρετηθούν αλλότρια συμφέροντα. Όχι μόνο με βάση το Σύνταγμα και το δίκαιο της χώρας, αλλά και με βάση το διεθνές δίκαιο.

Και το λέμε αυτό γιατί όταν μια χώρα αντιμετωπίζει μια «κατάσταση ανάγκης», όπως είναι το άμεσο ενδεχόμενο μιας πτώχευσης, το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει στην κυβέρνηση της χώρας το δικαίωμα να αρνηθεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι των δανειστών της, προκειμένου να μη θιγούν τα δικαιώματα των πολιτών της και να μην απειληθεί η εσωτερική έννομη τάξη και ασφάλεια.

 

Νομικό προηγούμενο από την Ελλάδα του 1936!

 

Θα δώσουμε ένα ιστορικό παράδειγμα, το οποίο αποτελεί και μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις στη διεθνή νομολογία που υποστηρίζει το δικαίωμα που αναφέραμε. Το 1936 η Ελλάδα αρνήθηκε να συνεχίσει την εξυπηρέτηση του δανείου που είχε συνάψει με τη βελγική τράπεζα Societe Commerciale de Belgique. Η κυβέρνηση του Βελγίου παρενέβη και προσέφυγε στο Διαρκές Δικαστήριο του Διεθνούς Δικαίου, που είχε ιδρύσει η Κοινωνία των Εθνών, κατηγορώντας την Ελλάδα ότι αθετεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις.

Η Ελλάδα, που τότε βρισκόταν υπό το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, απάντησε ότι βρίσκεται σε αδυναμία να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις διότι δεν μπορεί να διαθέσει πόρους χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση του λαού και της χώρας. Στο υπόμνημα της έλεγε: «Η Κυβέρνηση της Ελλάδος, ανήσυχη για τα ζωτικά συμφέροντα του Ελληνικού λαού και για τη διοίκηση, την οικονομική ζωή, την κατάσταση της υγείας και την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της χώρας, δεν θα μπορούσε να προβεί σε άλλη επιλογή. Όποια κυβέρνηση κι αν ήταν στη θέση της θα έκανε το ίδιο» («Yearbook of the International Law Commission», 1980, ν.l, σελ. 25). Θυμηθείτε ότι μιλάμε για τη φασιστική δικτατορία του Μεταξά, που πατούσε στον λαιμό τον ελληνικό λαό και η οποία επιβλήθηκε με τις ευλογίες της «μεγάλης συμμάχου» Βρετανίας και του τοποτηρητή της στην Ελλάδα, βασιλιά Γεωργίου.

 

Έκτακτη κατάσταση


Το επιστέγασμα ήρθε με το υπόμνημα που κατέθεσε στο Διαρκές Δικαστήριο ο νομικός εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης το 1938, όπου τόνιζε τα αυτονόητα: Ενίοτε μπορεί να υπάρξει μια έκτακτη κατάσταση, η οποία κάνει αδύνατο για τις Κυβερνήσεις να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους δανειστές και προς τον λαό τους: οι πόροι της χώρας είναι ανεπαρκείς για να εκπληρώσουν και τις δυο υποχρεώσεις ταυτόχρονα. Είναι αδύνατο να πληρωθεί το χρέος και την ίδια ώρα να παρασχεθεί στον λαό η κατάλληλη διοίκηση και οι εγγυημένες συνθήκες για την ηθική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Το οδυνηρό πρόβλημα προκύπτει όταν πρέπει να επιλέξει κανείς ανάμεσα στα δυο καθήκοντα. Το ένα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του άλλου.

 

Ποιο πρέπει να είναι αυτό;…

 

Η θεωρία αναγνωρίζει σ' αυτό το ζήτημα ότι το καθήκον μιας Κυβέρνησης να εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία των βασικών δημόσιων υπηρεσιών υπερτερεί έναντι της πληρωμής των χρεών της. Από κανένα Κράτος δεν απαιτείται να εκπληρώσει, μερικά ή συνολικά, τις χρηματικές του υποχρεώσεις αν αυτό θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών του και έχει σαν αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση της διοίκησης της χώρας. Στην περίπτωση όπου η πληρωμή του χρέους του θέτει σε κίνδυνο την οικονομική ζωή ή τη διοίκηση, η Κυβέρνηση είναι, κατά τους συγγραφείς, υποχρεωμένη να διακόψει ή ακόμη και να μειώσει την εξυπηρέτηση του χρέους» (στο ίδιο). Το Διεθνές Δικαστήριο αποδέχτηκε το σκεπτικό αυτό και δικαίωσε την Ελλάδα, δημιουργώντας νομικό προηγούμενο που χρησιμοποίησαν πολλές χώρες τα κατοπινά χρόνια. Μια από αυτές ήταν και η Αργεντινή το 2003, όταν η κυβέρνηση του Νέστορ Κίχνερ επέλεξε, έναντι της εξαθλίωσης του λαού που επέβαλλαν τα προγράμματα του ΔΝΤ, να διαγράψει μονομερώς το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους.

Αυτό που τόλμησε να διεκδικήσει η φασιστική Ελλάδα του Μεταξά λίγο πριν από τον πόλεμο, αρνείται ακόμη και να το συζητήσει η «δημοκρατική» Ελλάδα του κ. Παπανδρέου. Και μάλιστα υπάρχουν δικαστές που όλα αυτά τα βρίσκουν καλά καμωμένα.

 

Το μεγάλο ψέμα


Η τραγωδία όμως για τη χώρα και τον λαό της δεν τελειώνει εδώ. Ακόμη και στην αίθουσα της μείζονος ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ακούστηκε για μια ακόμη φορά το επιχείρημα ότι όλα αυτά έγιναν για να μπορεί η κυβέρνηση να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από αυτό.

Ας δούμε τα πραγματικά δεδομένα από τον δανεισμό του 2009, με βάση τα οποία, σύμφωνα πάντα με την κυβέρνηση, οδηγηθήκαμε στην κρίση και αναγκαστήκαμε να υποστούμε το μνημόνιο για να δανειστούμε εκτάκτως από τις χώρες της ευρωζώνης και το ΔΝΤ.

Σύμφωνα με την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2009, τα πιστωτικά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού – δηλαδή το σύνολο του νέου δανεισμού για το 2009 – ανήλθαν σε ποσό άνω των 105,2 δισ. ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο 44,3% του ΑΕΠ για το 2009 και είναι πάνω από δυο φορές μεγαλύτερο σε σχέση με το σύνολο των τακτικών εσόδων του κράτους.

Από τα στοιχεία προκύπτει ότι τα πιστωτικά έσοδα που πραγματοποιήθηκαν παρουσιάζουν απόκλιση σε σχέση με τις προβλέψεις του προϋπολογισμού του 2009 κατά 64,5 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση του κ. Καραμανλή δανείστηκε μέσα στο 2009 κατά 158,4% περισσότερο από ό,τι είχε προβλέψει αρχικά στον προϋπολογισμό. Γιατί συνέβη αυτό; Μήπως για να πληρώσει μισθούς και συντάξεις; Όχι βέβαια.

Οι πρωτογενείς δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού για το 2009 (δαπάνες που δεν περιλαμβάνουν τόκους και χρεωλύσια δανείων) ανήλθαν στο ποσό των 59,9 δισ. ευρώ, ήτοι το 25,2% του ΑΕΠ. Αν τις συγκρίνουμε με τα πραγματικά εισπραχθέντα τακτικά έσοδα του προϋπολογισμού, τα οποία ανέρχονταν στα 50,3 δισ. ευρώ, διαπιστώνεται ότι το πρωτογενές έλλειμμα για το 2009 ήταν στα 9,3 δισ. ευρώ, ή το 3,9% του ΑΕΠ. Έλλειμμα που ακόμη και για τα δεδομένα ενός σπάταλου και αντιπαραγωγικού κράτους είναι αρκετά περιορισμένο και απόλυτα διαχειρίσιμο. Αν, επί παραδείγματι, το 15,8%, που είναι ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, σύμφωνα με την Eurostat, από το επίσημο 25% λόγω του καθεστώτος νόμιμων φοροαπαλλαγών, ανέβαινε στο 40 ή και στο 45%, που προβλέπεται για τα υψηλά κλιμάκια του εισοδήματος φυσικών προσώπων, τότε το έλλειμμα θα μειωνόταν στο μισό.

Επιπλέον, αν το ελληνικό κράτος φορολογούσε αντίστοιχα τόκους, μερίσματα και κέρδη που φεύγουν στο εξωτερικό και τα οποία μόνο το 2009 ανέρχονταν επίσημα στα 13,5 δισ. ευρώ, τότε μπορούσε να μειώσει το πρωτογενές έλλειμμα στα 3,9 δισ. ευρώ. Ενώ, αν μείωνε τις λειτουργικές δαπάνες του Δημοσίου στο μέσο επίπεδο της ευρωζώνης, θα εξασφάλιζε και τα υπόλοιπα για να ισοφαρίσει το έλλειμμα χωρίς καν να βάλει χέρι σε μισθούς και συντάξεις ή να προχωρήσει σε άλλες σοβαρές περικοπές.
Παρ' όλα αυτά, από τα 105,2 δισ. ευρώ που δανείστηκε το ελληνικό Δημόσιο το 2009, μόλις το 8,8% πήγε για την κάλυψη αυτού του πρωτογενούς ελλείμματος του προϋπολογισμού. Αυτό είναι που δανειζόμαστε για να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις; Ποιον κοροϊδεύουν οι κύριοι εκπρόσωποι της κυβέρνησης;

Τι χρηματοδότησε το υπόλοιπο του 91,2% του νέου δανεισμού; Από αυτό το ποσό των 81,3 δισ. ευρώ πήγε σε εξυπηρέτηση του συνολικού δημόσιου χρέους, το οποίο αντιστοιχεί στο 34,2% του ΑΕΠ για το 2009. Από το υπόλοιπο τα 5,5 δισ. ευρώ αφορούσαν δαπάνη για:

α) τη συμμετοχή του Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών κατά ποσό 3,8 δισ. ευρώ μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής ενίσχυσης της ρευστότητας των τραπεζών,

β) αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του ΤΕΜΠΕ, που αποτελεί επιδότηση του τραπεζικού δανεισμού από το κράτος,

γ) συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου.
Τα υπόλοιπα νέα δάνεια πήγαν για να εξασφαλίσουν την απορρόφηση των κονδυλίων από την Ε.Ε., ως «εθνική συμμετοχή» στον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων. Προκειμένου να επιδοτηθούν οι μεγαλοεργολάβοι και γενικά το παρασιτικό κύκλωμα που θησαυρίζει με τα «κοινοτικά πλαίσια στήριξης». Ο βασικός και κύριος λόγος που η κυβέρνηση κατέφυγε στο μνημόνιο είναι για να ρευστοποιήσει τον μισθό, τη σύνταξη, τη δουλειά του Έλληνα εργαζόμενου και τον δημόσιο πλούτο της χώρας, ώστε να μη χάσουν οι διεθνείς τοκογλύφοι. Αυτή είναι η αλήθεια.


* Ο Δ. Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής και το κείμενο του δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" 25/11/2010.

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Τρόϊκα: Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ:

 

Ο τεράστιος κίνδυνος για το βορειοευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, οι εξελίξεις στη μάχη της Ευρώπης, η μάστιγα της φοροαποφυγής των πολυεθνικών, οι βασικοί πυλώνες του ιρλανδικού μοντέλου, η άνοδος και η πτώση της κελτικής τίγρης

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Η Ιρλανδία είναι υποχρεωμένη να αποδεχθεί τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, παρά το ότι δεν υφίσταται ανάγκη χρηματοδότησης του δημοσίου της, έως τα μέσα του 2011 – ενώ οι τράπεζες της έχουν ελεύθερη πρόσβαση στο δανεισμό τους από την ΕΚΤ. «Για ποιο λόγο αλήθεια;», θα μπορούσε κανείς εύλογα να ρωτήσει, «Γιατί να υποχρεωθεί στην απώλεια της Εθνικής της κυριαρχίας, όταν δεν είναι ακόμη απαραίτητος ο δανεισμός της; Γιατί να ανεχθεί μία μη δημοκρατικά εκλεγμένη, σκιώδη διακυβέρνηση, όταν η ίδια δεν φαίνεται να αναζητάει βοήθεια;»

Τα ερωτήματα είναι ρητορικά φυσικά, αφού το μεγάλο πρόβλημα της Ιρλανδίας δεν είναι η ρευστότητα, ούτε η σε μεγάλο βαθμό εσφαλμένη διαχείριση της κρίσης δανεισμού, όπως συνέβη δυστυχώς με την Ελλάδα. Πρόκειται απλούστατα για την κατάρρευση του οικονομικού μοντέλου της, γεγονός που δεν πρόκειται να «επιτρέψει» στη χώρα την αποπληρωμή των υποχρεώσεων της. Η «αγορά» βέβαια το γνωρίζει, «αποτιμώντας» ανάλογα το ρίσκο της ενώ, κατά τα φαινόμενα, στην Ιρλανδία πέφτει το πέπλο, αποκαλύπτεται δηλαδή η τεράστια κρίση του βορειοευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, η οποία είναι αδύνατον πλέον να διατηρηθεί μυστική.

Το κράτος, η κυβέρνηση καλύτερα της Ιρλανδίας, εγγυήθηκε ανεύθυνα το 2008 για τις υποχρεώσεις των τραπεζών της, ύψους περί τα 350 δις € (πηγή: MM) – χωρίς φυσικά να ρωτήσει τους Πολίτες της, οι οποίοι έχουν κληθεί από καιρό τώρα να αναλάβουν οι ίδιοι τις ευθύνες του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος (ετεροβαρές ρίσκο). Παράλληλα, υποχρέωσε τους Ιρλανδούς σε μία άνευ προηγουμένου δημοσιονομική προσαρμογή, ήδη από τα μέσα του 2009, η οποία οδήγησε τη χώρα σε μία τρομακτική ύφεση.

Η ύφεση αυτή, σε συνδυασμό με την κλιμακούμενη ανεργία, καθώς επίσης με την κρίση τραπεζών και ακινήτων, οδήγησε τη χώρα σε ένα αδιέξοδο που είναι αδύνατον πλέον να ξεπεραστεί. Αρκεί να σημειώσει κανείς ότι, το 35% των εσόδων του προϋπολογισμού της Ιρλανδίας προέρχονται από τον οικοδομικό κλάδο, ο οποίος έχει πλέον ολοκληρωτικά καταρρεύσει, για να καταλάβει πόσο δύσκολο είναι να θεραπευθεί η κρίση του χρέους της – όσο και αν ενταθούν τα εισπρακτικά μέτρα, καθώς επίσης οι μειώσεις των κρατικών δαπανών.     

Ένα ακόμη θύμα λοιπόν του Καρτέλ, του χρηματοπιστωτικού «κτήνους» καλύτερα, στη λίστα των μελλοθανάτων – σε έναν κατάλογο που διαρκώς θα εμπλουτίζεται, «εντείνοντας» στη δύση τη μητέρα των κρίσεων. Ο πάλαι ποτέ «κελτικός τίγρης» είναι μία ακόμη υπερήφανη χώρα η οποία, αφού λεηλατήθηκε αλύπητα από τις πολυεθνικές, εγκαταλείπεται πλέον στη μοίρα της – με το ΔΝΤ, το γνωστό μας σύνδικο του διαβόλου καλύτερα,  να εξασφαλίζει την ανώδυνη «αποχώρηση» των επενδύσεων τους από την «καμένη ιρλανδική γη». Θα ακολουθήσουν φυσικά πολλές άλλες χώρες, όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι που ακολουθεί:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξωτερικά χρέη των Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία. Ισπανία και Ιταλία προς τις Γερμανία, Γαλλία και Μ. Βρετανία, σε δις $ (2007)

 

Χώρες

Χρέος

Γερμανία

Γαλλία

Μ. Βρετανία

 

 

 

 

 

Ελλάδα

236

45

75

15

Ιρλανδία

867

184

60

188

Πορτογαλία*

286

47

45

24

Ισπανία

1.100

238

220

114

Ιταλία**

1.400

190

511

77

 

 

 

 

 

Σύνολα

3.889

704

911

418

*   Η Πορτογαλία οφείλει στην Ισπανία το ποσόν των 86 δις $

** Η Ιταλία οφείλει στην Ισπανία 47 δις $ και στην Ιρλανδία 46 δις $

Πηγή: Τράπεζα διεθνών διακανονισμών – New York Times

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

‘Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, στην πρώτη στήλη του οποίου αναγράφονται τα εξωτερικά χρέη των κύριων ελλειμματικών χωρών της ζώνης του Ευρώ, ο κίνδυνος μίας αλυσιδωτής «έκρηξης» στην Ευρωζώνη είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Στο γεγονός αυτό έχουμε ήδη αναφερθεί στο άρθρο μας «Δημοσιονομικές αναταράξεις», από τον Ιανουάριο του 2010, όπως επίσης και σε ένα επόμενο («Η Ευρώπη στις φλόγες», από το Φεβρουάριο του 2010). Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί αναφέρεται στα δάνεια, τα οποία έχουν παραχωρηθεί από την ΕΚΤ στις ιδιωτικές τράπεζες των τεσσάρων πλέον αδύναμων κρατών της Ευρωζώνης.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Δάνεια κεντρικής τράπεζας προς τις ιδιωτικές τράπεζες, σε δις €

 

Χώρες

Αύγουστος 2010

Οκτώβριος 2010

Δάνεια/ΑΕΠ 2010

 

 

 

 

Ελλάδα

95,90

92,40

39,4%

Ιρλανδία

95,10

130,00

78,7%

Πορτογαλία

49,10

40,00

23,4%

Ισπανία

126,00

71,00

6,7%

 

 

 

 

Σύνολα

366,10

333,40

 

Πηγή: Bloomberg

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το σύνολο του Ισολογισμού της ΕΚΤ ανέρχεται σήμερα στα 1.850 δις € περίπου, από 1.150 δις € που ήταν το 2007 (αύξηση κατά 60%, όταν ο αντίστοιχος Ισολογισμός της Fed υπερδιπλασιάστηκε)   

 

Περαιτέρω, ο μεγάλος ασθενής κατά την άποψη μας, η ωρολογιακή βόμβα καλύτερα στα θεμέλια της ΕΕ, είναι η Ισπανία – η οποία «ευθύνεται» για το 12% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης (περισσότερο από το τριπλάσιο της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας μαζί). Μόνο εντός του επομένου έτους, η Ισπανία θα χρειαστεί για την αναχρηματοδότηση του χρέους της το ποσόν των 175 δις €. Εάν τυχόν συμβεί κάτι, τότε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης θα έλθει αντιμέτωπος με ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα.

Έχοντας ουσιαστικά κεφάλαια ονομαστικού ύψους 500 δις € (χωρίς το ΔΝΤ), δεν ξεπερνούν στην πραγματικότητα τα 250 δις € – επειδή επιτρέπεται να εγγυηθούν για τις άλλες χώρες, μόνο εκείνα τα κράτη, τα οποία διαθέτουν ΑΑΑ αξιολόγηση (η Ισπανία έχει πλέον αξιολόγηση ΑΑ, αφού «υποτιμήθηκε» από την S&P τον Απρίλιο του 2010 – ακολούθησε το Μάιο η δεύτερη αδελφή, η Fitch, με ΑΑ+ και το Σεπτέμβριο η τρίτη, η Moodys με Aa1).

Επομένως, το αργότερο όταν τυχόν χρειαστούν δανειακά κεφάλαια από την Ισπανία, τότε οι μοναδικές εναπομένουσες λύσεις θα είναι είτε η συμμετοχή του ΔΝΤ, είτε το «τύπωμα χρημάτων» από την ΕΚΤ. Φυσικά δεν είναι αμελητέος και ο κίνδυνος της Ιταλίας Πορτογαλία είναι μάλλον σίγουρη, ενώ φαίνεται ότι θα προηγηθεί της Ισπανίας), η οποία έχει το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ μετά την Ελλάδα, σε σχέση με το ΑΕΠ της (118,2%) – αν και το έλλειμμα της είναι σχετικά χαμηλό (5,2% του ΑΕΠ). Βέβαια, τόσο το Βέλγιο (δημόσιο χρέος περί το 100% του ΑΕΠ), όσο και η Γαλλία δεν είναι επίσης σε πολύ καλύτερη θέση – αφού το έλλειμμα της Γαλλίας είναι της τάξης του 8%, χάνει συνεχώς σε ανταγωνιστικότητα, ενώ δεν φαίνεται να έχει ξεπεράσει την ύφεση.  

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, ο κίνδυνος κατάρρευσης της Ευρωζώνης εμφανίζεται όλο και πιο βέβαιος, με τη Γερμανία να εξέρχεται από το κοινό νόμισμα, εάν θεωρήσει δαπανηρή, ασύμφορη ίσως την περαιτέρω συμμετοχή της, συνεργαζόμενη ευρύτερα με την Κίνα (κάποτε είχε «σύμμαχο» την Ιαπωνία) – αν και το «Καρτέλ» της μάλλον «συμπλέει» με το ΔΝΤ, επικρίνοντας καθημερινά πλέον την επίσημη κυβέρνηση της κυρίας Merkel.

Η ενδεχόμενη δε εκλογή του κ.StraussKahn στην προεδρία της Γαλλίας το 2012, γεγονός που θα ενισχύσει τη θέση του ΔΝΤ (Η.Π.Α.) στην Ευρώπη, είναι εμφανές ότι θα λειτουργήσει προσθετικά σε ανάλογες εξελίξεις – με αποτελέσματα που δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν σήμερα.       

  

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΟΥ ΙΡΛΑΝΔΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ

 

Έχουμε την άποψη ότι, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για όλους μας σήμερα είναι η απίστευτα μεγάλη φοροαποφυγή των πολυεθνικών – η νόμιμη αποφυγή πληρωμής άμεσων φόρων δηλαδή ή, καλύτερα, η «θεσμοθετημένη» φοροδιαφυγή. Ακριβώς επειδή οι άπατρις πολυεθνικές (lobbies) έχουν επιβάλλει στα κράτη τη θέσπιση νόμων, οι οποίοι τους επιτρέπουν να πληρώνουν όλο και χαμηλότερους φόρους (για παράδειγμα, πολλές τράπεζες στις Η.Π.Α., Hedge funds κλπ, φορολογούνται με λιγότερο  από το 1% επί των εισοδημάτων τους), υποχρεώνονται να αναπληρώνουν τα «διαφυγόντα έσοδα» του δημοσίου τόσο οι εργαζόμενοι, όσο και όλες οι υπόλοιπες «εθνικές» επιχειρήσεις – ενώ οι Πολίτες  επιβαρύνονται επί πλέον, κατά το «παράδειγμα» των Η.Π.Α., της Γερμανίας, της Ιρλανδίας και της Ισλανδίας, με τη διάσωση των πολυεθνικών φοροφυγάδων (έκτακτες εισφορές, μειώσεις μισθών, «διάρρηξη» του κοινωνικού κράτους  κλπ).

Έχουμε παρουσιάσει αναλυτικά το τεράστιο για όλους μας πρόβλημα της φοροαποφυγής (με ειδική αναφορά στο Βέλγιο, στην Ολλανδία και στη Γερμανία), στο τέλος του άρθρου μας «Η ιδανική υποψήφια χώρα», τον Απρίλιο του 2009. Θεωρούμε δε ότι, εάν δεν αντιδράσουν μαζικά οι Πολίτες όλων των χωρών, με κάθε τρόπο, η αδίστακτη φοροαποφυγή των πολυεθνικών, με τη βοήθεια της Πολιτικής, θα καταστρέψει όλα όσα έχουν επιτευχθεί στη «δύση», κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων. Πόσο μάλλον αφού είναι σχεδόν βέβαιο πως θα ενταθούν οι «φορολογικοί διωγμοί» των ελευθέρων επαγγελματιών, καθώς επίσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες θα θυσιαστούν από τα κράτη στο βωμό των αχόρταγων πολυεθνικών.   

Συνεχίζοντας στο θέμα μας, η Ιρλανδία έχει διαδραματίσει έναν «εξέχοντα ρόλο» στο συγκεκριμένο τομέα, αφού θεωρείται, από χρόνια τώρα, ως η «όαση της φοροαποφυγής» – της νόμιμης φοροδιαφυγής δηλαδή, εντός της Ευρωζώνης. Στηριζόμενη κυρίως στις ευρωπαϊκές ενισχύσεις (κοινοτικό Ταμείο), δημιούργησε έναν ασυναγώνιστο «φορολογικό παράδεισο» για τις πολυεθνικές ο οποίος, σε συνδυασμό με την ακανόνιστη (irregular) λειτουργία του ευρύτερου τραπεζικού της συστήματος, αποτέλεσαν τους δύο βασικούς πυλώνες της Οικονομίας της. Το «σύστημα» της Ιρλανδίας λειτουργεί επιγραμματικά ως εξής:

(α)  Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, όπως και οι υπόλοιπες πολυεθνικές, αποφεύγουν συστηματικά χώρες με υψηλούς φόρους εισοδήματος, όπως οι Η.Π.Α. (35%) ή η Μ. Βρετανία (28%).

(β)  Η αποφυγή της φορολόγησης ξεκινάει με την πώληση εκ μέρους τους των διεθνών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε θυγατρικές τους – οι οποίες ιδρύονται σε χώρες με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, όπως η Ιρλανδία (μηδέν κάποτε και 12,5% σήμερα). Αυτό σημαίνει ότι, τα κέρδη τους από τις διεθνείς αγορές δεν φορολογούνται πλέον στη μητρική εταιρεία, στις Η.Π.Α. ή στη Μ. Βρετανία για παράδειγμα, αλλά στην Ιρλανδία, στην οποία είναι εγκατεστημένες οι θυγατρικές τους.

(γ)  Ενώ τα κέρδη από τις διεθνείς αγορές συγκεντρώνονται στην Ιρλανδία, μέρος των κερδών από τις εθνικές αγορές (Η.Π.Α.) «μεταφέρονται» επίσης εκεί – είτε διά μέσου της «τεχνητά» χαμηλής (υπο)τιμολόγησης των πωλουμένων προϊόντων από τη μητρική προς τις θυγατρικές, είτε με τη χρέωση διαφόρων εξόδων στη μητρική από τις θυγατρικές (εσωτερικές, «τριγωνικές» κλπ, υπερτιμολογήσεις).

(δ)  Τα συγκεντρωμένα κέρδη στην Ιρλανδία απλά «καταγράφονται» εκεί και, αμέσως μετά, «αποφεύγονται» επίσης οι ιρλανδικοί φόροι, σε μεγάλο βαθμό – διά μέσου της «μεταφοράς» τους σε μία δεύτερη εταιρεία, η οποία όμως έχει έδρα σε έναν φορολογικό παράδεισο, όπως οι Βερμούδες ή τα Cayman Islands. Η δεύτερη αυτή εταιρεία απλά χρεώνει την πρώτη με διάφορα έξοδα, τα οποία μειώνουν την κερδοφορία της θυγατρικής από τη μητρική. Η δεύτερη εταιρεία μπορεί επίσης να είναι ιρλανδική αφού, εάν η διοίκηση της είναι εγκατεστημένη στις Βερμούδες, (δεν) φορολογείται εκεί. 

Πολλές φορές, οι θυγατρικές των πολυεθνικών, αρκετές εκ των οποίων είναι ευυπόληπτα μέλη της Διεθνούς Διαφάνειας, ιδρύονται στο Δουβλίνο, όπου «καταγράφονται» τα κέρδη  τους και, πριν ακόμη φορολογηθούν εκεί, διαφεύγουν στην Ολλανδία – σε μία δεύτερη θυγατρική. Από την Ολλανδία τα κέρδη από τις διεθνείς πωλήσεις και τα δικαιώματα κατευθύνονται, αμέσως μόλις εγγραφούν, στις νήσους Cayman. Έτσι, οι πολυεθνικές εξοικονομούν φόρους περισσότερους από το 32% αυτών που θα πλήρωναν, εάν δεν είχαν χρησιμοποιήσει τους παραπάνω τρόπους της νόμιμης φοροδιαφυγής

Η μεθοδολογία αυτή χρησιμοποιείται ευρύτατα από εταιρείες όπως η Google, η IBM, η Apple, η Oracle, η Microsoft κλπ, με αποτέλεσμα να χάνουν οι Η.Π.Α. τεράστια ποσά ετησίως – τα οποία βέβαια καλούνται να αναπληρώσουν οι αμερικανοί Πολίτες. Ειδικά όσον αφορά την Google, το σύνολο των φόρων που πληρώνει για τα κέρδη από τις διεθνείς δραστηριότητες της υπολογίζονται μόλις στο 2,4% – ενώ, όταν για πρώτη φορά μετέφερε τις δραστηριότητες της εκτός Η.Π.Α., αύξησε την κερδοφορία της κατά 26% (2009), αποκλειστικά και μόνο από την αποφυγή της φορολόγησης της εκεί. Θεωρείται δε ότι, εάν πλήρωνε τους αμερικανικούς φόρους (35%), η μετοχή της δεν θα άξιζε πάνω από τα 100 $ (σήμερα κοστίζει τα πολλαπλάσια, ακριβώς λόγω της «ευεργετικής» αποφυγής πληρωμής φόρων).

 

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ

 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η Ιρλανδία «υπέπεσε» σε μία βαθειά ύφεση, σαν αποτέλεσμα της έντονης κρίσης του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της. Οι τιμές πώλησης των κύριων εξαγωγικών προϊόντων της (γεωργικά) περιορίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό, ενώ οι εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών αυξήθηκαν –  ταυτόχρονα με την άνοδο των ενεργειακών τιμών, καθώς επίσης την αντίστοιχη των πρώτων υλών. Έτσι λοιπόν η χώρα δεν ήταν πια σε θέση να πληρώσει τις εισαγωγές της, οπότε αποφασίσθηκαν από την κυβέρνηση της δραστικά μέτρα «δημοσιονομικής προσαρμογής» (φόροι, μειώσεις μισθών, απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων κα), με παράλληλο στόχο τον περιορισμό του πληθωρισμού και της κατανάλωσης. Τα «μέτρα» αυτά, αντίστοιχα ουσιαστικά με τα σημερινά, είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, η οποία οδήγησε πολλούς Ιρλανδούς Πολίτες στην αναζήτηση εργασίας σε άλλες χώρες (οικονομική μετανάστευση).

Εν τούτοις, το πρόβλημα έλλειψης μίας ανταγωνιστικής εξαγωγικής βιομηχανίας παρέμενε, ενώ η πλειοψηφία των επιχειρήσεων της χώρας ήταν προσανατολισμένη στη μικρή εσωτερική αγορά – με εισαγόμενα ως επί το πλείστον προϊόντα. Με στόχο λοιπόν την προσέλκυση ξένων επενδυτών, καθώς επίσης τη δημιουργία μίας εξαγωγικής βιομηχανίας, η κυβέρνηση ίδρυσε μία ιδιαίτερη, ανεξάρτητη υπηρεσία (Industrial Development Agency), στην οποία μεταβίβασε όλες τις υπευθυνότητες.

Έτσι δημιουργήθηκε μία ισχυρή, εξαιρετικά αποτελεσματική «οργάνωση», η οποία ήταν εκτός των στενών πλαισίων της δημόσιας διοίκησης και απευθυνόταν μόνο στον υπουργό οικονομικών (κάτι ανάλογο φαίνεται να επιδιώκεται σήμερα και από την Ελλάδα, αν και σε εντελώς ερασιτεχνική βάση). Παράλληλα, προσφέρθηκαν στους ξένους ειδικά, μεγάλα επενδυτικά κίνητρα, όπως επιδοτήσεις επενδύσεων (ουσιαστικά με τη βοήθεια της ΕΕ), μεγάλες αποσβέσεις παγίων και δεκαετής απαλλαγή φορολόγησης. Η σχεδόν πλήρης αυτή απαλλαγή των εξαγωγικών επιχειρήσεων από τη φορολογία, διατηρήθηκε μέχρι την είσοδο της Ιρλανδίας στην Ευρωζώνη όπου, μετά από πιέσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας (πολλές επιχειρήσεις των οποίων, ιδιαίτερα του χρηματοπιστωτικού κλάδου, είναι επίσης εγκατεστημένες στην Ιρλανδία, φοροδιαφεύγοντας νόμιμα), αντικαταστάθηκε με φόρο 10,5% (στη συνέχεια με 12,5%) επί των κερδών. 

Η Ιρλανδία αναπτυσσόταν λοιπόν συνεχώς από το 1993 και εντεύθεν, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί στη δεύτερη πλουσιότερη χώρα της Ευρωζώνης, μετά το Λουξεμβούργο – παρά το ότι στη δεκαετία του ’80 ήταν πάμπτωχη, εγκλωβισμένη στην παγίδα του χρέους (το δημόσιο χρέος της, σε σχέση με το ΑΕΠ της, ήταν το υψηλότερο όλων των χωρών του ΟΟΣΑ).

Μεταξύ των «αναπτυξιακών» ετών 1990 και 1998, το ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά 30%, στηριζόμενο στις εξαγωγές των εκεί εγκατεστημένων ξένων πολυεθνικών. Η κατά μέσον όρο αύξηση 7,5% ετησίως επί του ΑΕΠ της, συνοδεύθηκε από μία σημαντική μείωση της ανεργίας – από 15% στο 4%. Αν και από τη δεκαετία δε του ’60, μέχρι αυτήν του ’80, το κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων της αντιστοιχούσε μόλις στο 60% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, μεταξύ των ετών 1986 και 1999 αυξήθηκε κατά 47% – ξεπερνώντας όχι μόνο τις αδύναμες χώρες της Ευρωζώνης, αλλά και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί, φαίνεται καθαρά η «συγκριτική» εξέλιξη της Ιρλανδίας.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Σύγκριση των μεγεθών του ιρλανδικού κατά κεφαλήν εισοδήματος 1974 – 2000, σε %

 

Χώρες

Κατά κεφαλή 1974-1986

Κατά κεφαλή 1987-2000

Παραγωγικότητα 1974-1986

Παραγωγικότητα 1987-2000

 

 

 

 

 

Ιρλανδία

1,6

5,6

2,7

3,0

Ισπανία

1,2

3,0

3,1

1,2

Πορτογαλία

1,1

3,6

3,0

2,6

Ελλάδα

0,8

1,7

0,8

1,5

Μέσος ΕΕ

1,7

1,8

2,0

1,8

Πηγή: Journal of common market studies

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα ΙΙΙ, δεν αυξήθηκε μόνο, σε μεγάλο συγκριτικά βαθμό, το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ιρλανδίας, αλλά και η παραγωγικότητα των εργαζομένων της – γεγονός που οφείλεται κυρίως στη «φορολογική» προσέλκυση των πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίες προέβησαν σε μεγάλες επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες, «αριστοποιώντας» παράλληλα τις μεθόδους παραγωγής.

Από το έτος 1986 έως το 1999 διενεργούταν ετησίως ξένες επενδύσεις ύψους περίπου 7,6 δις € – ένα ποσόν που αντιστοιχούσε με το 2% του ΑΕΠ της. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το μέγεθος, οφείλουμε να προσθέσουμε πως, στην εικοσαετία 1960-1980, οι ξένες επενδύσεις (κυρίως από αμερικανικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και φαρμακευτικές), ήταν του ύψους των 63 $ κατά κεφαλήν, ανερχόμενες στα 1.583 $ κατά κεφαλήν στη δεκαετία του ’90 – τριπλάσιες από το μέσον όρο της ΕΕ και 25πλάσιες από το 1960.  

Η κυρίαρχη πλέον θέση των ξένων πολυεθνικών στην Ιρλανδία φαίνεται από το γεγονός ότι, το έτος 2005 στις θυγατρικές των ξένων πολυεθνικών αναλογούσε το 50% της βιομηχανικής απασχόλησης της χώρας, το 86% της βιομηχανικής παραγωγής, καθώς επίσης το 93% των συνολικών εξαγωγών. Σύμφωνα δε με γνωστό ιρλανδό οικονομολόγο, οι ξένες επενδύσεις συνέβαλλαν κατά 2-3% στην τότε ετήσια ανάπτυξη της χώρας (7,5%). Ο Πίνακας IV που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ IV: Διαφορές μεταξύ ξένων και ιρλανδικών βιομηχανικών επιχειρήσεων, το 2005

 

Δείκτες

Ξένες Επιχειρήσεις

Ιρλανδικές Επιχειρήσεις

 

 

 

Μερίδιο των επιχειρήσεων

12,48%

87,52%

Ποσοστά εργαζομένων

49,68%

50,32%

Εργαζόμενοι ανά επιχείρηση

202

29

Παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο

781.600 €

170.500 €

Επενδύσεις ανά εργαζόμενο

29.282 €

7.828 €

Μερίδιο στις εξαγωγές

93%

7%

Κύριες εξαγωγικές αγορές

ΕΕ 70%

Μ. Βρετανία 46%

Ένταση εξαγωγών

95%

46%

Πηγή: Central Statistics Office, Forfas

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα IV, παρά το ότι οι ξένες επιχειρήσεις αποτελούσαν μόλις το 12,48% των συνολικών, απασχολούσαν τους μισούς περίπου εργαζομένους, με σχεδόν πενταπλάσια παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο από τις ιρλανδικές (προφανώς λόγω των τετραπλάσιων επενδύσεων ανά εργαζόμενο, αλλά και των εξελιγμένων παραγωγικών μεθόδων).

Επίσης διαπιστώνεται ότι, οι ξένες πολυεθνικές εγκαταστάθηκαν στην Ιρλανδία, αφενός μεν λόγω της μηδενικής φορολόγησης τους, αφετέρου ένεκα της επιδότησης τους, καθώς επίσης λόγω της αποφυγής των δασμών, αφού πλέον τα προϊόντα τους παράγονταν εντός της ΕΕ – η οποία απορροφούσε το 70% της παραγωγής τους, όπως συμβαίνει και με τα γερμανικά προϊόντα (ενδεχομένως οι επενδύσεις της Κίνας στην Ελλάδα να εξυπηρετούν αντίστοιχους στόχους παράκαμψης δασμών και έντεχνης αποκόμισης ευρωπαϊκών ενισχύσεων). 

Εν τούτοις, το ιρλανδικό μοντέλο της εξαρτημένης από ξένες επιχειρήσεις (πολυεθνικές) ανάπτυξης, η οποία ήταν εις βάρος των ιρλανδικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεων που χρεοκόπησαν μαζικά, «παρήγαγε» πολλές «αντιξοότητες». Ειδικότερα, εάν διαχωρίσει κανείς το ιρλανδικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), από το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, από το ΑΕΠ δηλαδή που προκύπτει μετά την αφαίρεση των εισοδημάτων των ξένων επιχειρήσεων (ιδίως των κερδών των διεθνών επενδυτών) και την πρόσθεση των εισοδημάτων των Ιρλανδών διεθνώς, τότε θα καταλήξει σε ένα μέγεθος μικρότερο κατά ένα πέμπτο (-20%) από το ιρλανδικό ΑΕΠ. Με κριτήριο τώρα το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν και όχι το ΑΕΠ, ο ρυθμός ανάπτυξης της ιρλανδικής οικονομίας ήταν αρκετά χαμηλότερος.

Ίσως οφείλουμε εδώ να επισυνάψουμε τον Πίνακα V, με σκοπό να αντιληφθούμε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ των δύο παραπάνω δεικτών – εκ των οποίων εμείς θεωρούμε σημαντικότερο το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (όχι το ΑΕΠ), τουλάχιστον για τις μικρότερες οικονομίες, αφού περιγράφει πολύ καλύτερα την πραγματική, καθαρή θέση τους:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Οι 10 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, με κριτήριο το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν τους το 2008, σε εκ. $ – σύγκριση με το ΑΕΠ τους

 

Χώρες

Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν

ΑΕΠ 2009*

Κατάταξη με ΑΕΠ

 

 

 

 

Η.Π.Α.

12.969.561

14.256.275

1

Ιαπωνία

4.988.209

5.068.059

2

Γερμανία

2.852.337

3.352.742

4

Κίνα

2.263.825

4.908.982

3

Μ. Βρετανία

2.263.731

2.183.607

6

Γαλλία

2.177.670

2.675.915

5

Ιταλία

1.724.894

2.118.264

7

Ισπανία

1.100.134

1.464.040

9

Καναδάς

1.051.873

1.336.427

10

Ινδία

793.017

1.235.975

**11

* Αν και συγκρίνουμε δύο διαφορετικά έτη, τα συμπεράσματα δεν αλλάζουν σημαντικά.   

** Υπεισέρχεται η Βραζιλία στην 8η θέση

Πηγή: Παγκόσμια Τράπεζα (η πρώτη στήλη με τη μέθοδο Atlas)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Στις χώρες εκείνες, στις οποίες το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν είναι χαμηλότερο από το ΑΕΠ, σημαίνει ότι οι επενδύσεις τρίτων στις οικονομίες τους, είναι υψηλότερες από τις δικές τους στις ξένες – το αντίθετο για τις υπόλοιπες (ουσιαστικά, αυτό συμβαίνει μόνο στη Μ. Βρετανία). Όσο πιο κοντά δε είναι ο πρώτος δείκτης στο δεύτερο, τόσο καλύτερα για τη χώρα. Ειδικά όσον αφορά την Κίνα (την Ινδία επίσης), η τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο δεικτών, εμφανίζει μία σημαντική εξάρτηση της από τις ξένες επενδύσεις – ένα γεγονός που μπορεί να αποβεί μοιραίο, στην περαιτέρω εξέλιξη της υποψήφιας κυρίαρχης υπερδύναμης.  

 

Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ

 

Η είσοδος της Ιρλανδίας στην Ευρωζώνη είχε σαν αποτέλεσμα, όπως αναφέραμε παραπάνω, την επιβολή φόρων ύψους 10,5% (αργότερα 12,5%) στις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους του εργατικού δυναμικού, λόγω της ανάπτυξης (Ζήτηση), «ανάγκασε» πολλές ξένες επιχειρήσεις να μεταναστεύσουν στις χώρες της Α. Ευρώπης, στις οποίες οι συνθήκες ήταν κατά πολύ πιο συμφέρουσες – ενώ ήταν πλέον χώρες της ΕΕ (άρα μπορούσαν επίσης να παράγουν και να εξάγουν ευρωπαϊκά προϊόντα). Ο Πίνακας VI είναι αρκετά αποκαλυπτικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ VΙ: ΑΕΠ σε εκ. €, Αλλαγές στις εξαγωγές, στην εσωτερική κατανάλωση και στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών σε ποσοστά – ξένες επενδύσεις σε εκ. €

 

Δείκτες

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ

104.620

116.989

130.215

139.413

148.502

161.498

174.705

Εξαγωγές

2,20

1,97

2,44

1,55

0,29

-1,02

-0,60

Εσ. κατ.

7,80

2,60

2,01

1,43

1,92

3,42

2,72

Ισοζ.συν.

-0,41

-0,70

-1,03

-0,02

-0,60

-3,51

-4,16

Ξένες επ.

22.957

6.241

19.444

15.270

-23.095

-36.992

-12.492

Πηγή: Central Statistics Office, Forfas

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα VI, λίγο μετά την είσοδο της Ιρλανδίας στην Ευρωζώνη (μία εξαιρετικά ατυχής απόφαση της κυβέρνησης της, γεγονός που ισχύει και για την Ελλάδα, όπως επίσης για αρκετές άλλες χώρες), οι εξαγωγές της μειώθηκαν, η εσωτερική κατανάλωση αυξήθηκε, ενώ οι ξένες επενδύσεις έγιναν αρνητικές. Σαν αποτέλεσμα αυτών, το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών της χώρας (ιδιαίτερα το εμπορικό της ισοζύγιο) επιδεινώθηκε σε μεγάλο βαθμό (από -0,41% το 2000 στο -4,16% το 2006, σχεδόν κατά 15 φορές).

Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ τις ανάλογες «επιδόσεις» της Ελληνικής Οικονομίας – γεγονός που τεκμηριώνει ότι, δεν ήταν μόνο οι «ανάλγητοι» Έλληνες Πολίτες ή οι διεφθαρμένοι πολιτικοί, αυτοί που οδήγησαν την Ελλάδα στην αποβιομηχανοποίηση και στη χρεοκοπία, αλλά, κυρίως, η «φύση» της Ευρωζώνης (όπου οι ελλειμματικές χώρες μεταβάλλονται σε «εξαρτημένους-αιμοδότες» της περαιτέρω ανάπτυξης των πλεονασματικών).

Συνεχίζοντας, από το έτος 2001, μετά την είσοδο ουσιαστικά της Ιρλανδίας στην Ευρωζώνη, φαίνεται να σβήνει ο μύθος του «κελτικού τίγρη». Αν και η οικονομία της χώρας συνέχιζε να αναπτύσσεται, έστω με χαμηλότερους ρυθμούς, άρχισαν να γίνονται εμφανή τα δυσμενή αποτελέσματα του χωρισμού των επιχειρήσεων της σε δύο κατηγορίες: στις ξένες επιτυχημένες πολυεθνικές, οι οποίες συνέχιζαν να απολαμβάνουν χαμηλή φορολόγηση, καθώς επίσης στις αδύναμες εγχώριες, οι οποίες επιβαρύνονταν με περισσότερους φόρους.

 

Η μείωση των εξαγωγών βέβαια αντισταθμίσθηκε από την αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης (Πίνακας VI), η οποία όμως στηρίχθηκε στην έντονη άνοδο των τιμών των ακινήτων, στις φτηνές (χαμηλότοκες) πιστώσεις των τραπεζών, καθώς επίσης στο υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα των Ιρλανδών – το οποίο όμως οδήγησε με τη σειρά του σε μεγάλες εισοδηματικές ανισορροπίες.        

 

Το αποτέλεσμα της αυξημένης εσωτερικής κατανάλωσης ήταν η μεγέθυνση των εισαγωγών, καθώς επίσης ο περιορισμός των εξαγωγών – κάτι που οδήγησε σε αρκετά ελλειμματικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών. Εκτός αυτού, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ιρλανδικής οικονομίας υπέφερε από τη φούσκα της κερδοσκοπίας στην αγορά των ακινήτων, με επακόλουθο τη μείωση των ξένων επενδύσεων, όπως αναφέραμε παραπάνω.

Αιτία της «υπερθέρμανσης» της ιρλανδικής οικονομίας δεν ήταν μόνο η μη ισορροπημένη αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος αλλά, επίσης, η υψηλή προσέλευση μεταναστών, η οποία οφειλόταν στην αύξηση των προσφερομένων θέσεων εργασίας. Επί πλέον, η Ζήτηση εντάθηκε από την παροχή φθηνών πιστώσεων, αφού η είσοδος της χώρας στην Ευρωζώνη έγινε σε μία εντελώς ακατάλληλη περίοδο για την οικονομία της.

Ειδικότερα, το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ ήταν χαμηλότερο από αυτό που είχε μέχρι τότε η κεντρική τράπεζα της Ιρλανδίας, με αποτέλεσμα να έχουν πρόσβαση οι καταναλωτές, πολύ περισσότερο οι αγοραστές ακινήτων, σε φθηνότερη χρηματοδότηση. Εκτός αυτού, ο ελλειμματικός χειρισμός του προϋπολογισμού εκ μέρους της ιρλανδικής κυβέρνησης, υπερθέρμανε ακόμη περισσότερο την αγορά, ενισχύοντας περαιτέρω την κατανάλωση.

Όλα τα παραπάνω προκάλεσαν μία κερδοσκοπική φούσκα στην αγορά των ακινήτων, οι τιμές των οποίων αυξήθηκαν κατά 260% μεταξύ των ετών 1995 και 2005. Μόνο το 2005 ο τομέας της οικοδομικής δραστηριότητας συμμετείχε με 20% στο ΑΕΠ της Ιρλανδίας, ενώ απασχολούσε το 10% των εργαζομένων της χώρας. Επί πλέον, αυξήθηκαν τα χρέη των νοικοκυριών, μέσω της αύξησης των πιστώσεων και των τιμών των ακινήτων, στο 130% των υφισταμένων εισοδημάτων τους. Παρά το ότι λοιπόν η αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα εμπόδισε την είσοδο της Ιρλανδίας σε ύφεση μετά το 2001, επιδείνωσε τις δημόσιες υποδομές και κατέστρεψε το περιβάλλον, οδηγώντας ταυτόχρονα στην αύξηση του κόστους παραγωγής στη χώρα.

Οι υπερβολικές τιμές των ακινήτων έκαναν ακριβότερες τις επενδύσεις, ενώ αύξησαν τους μισθούς των εργαζομένων – κάτι που, σε συνδυασμό με την ανατίμηση του Ευρώ, είχε σαν αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών των αγαθών που παράγονταν στην Ιρλανδία, για τις εκτός Ευρωζώνης χώρες. Το γεγονός αυτό οδήγησε τις πολυεθνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις στη μεταφορά των δραστηριοτήτων τους, σε χώρες με φθηνότερο εργατικό κόστος – είτε στην Ανατολική Ευρώπη, είτε στην Ασία.

Στη συνέχεια, το «σπάσιμο της φούσκας» των ακινήτων (το 35% των εσόδων του ιρλανδικού προϋπολογισμού προερχόταν από τα ακίνητα), οι τεράστιες απώλειες των ιρλανδικών τραπεζών στις Η.Π.Α., καθώς επίσης στο εσωτερικό της χώρας, όπως και η κλιμακούμενη ανεργία, προκάλεσαν μία καταστροφική ύφεση – η οποία φαίνεται να οδηγεί την Ιρλανδία στα νύχια του ΔΝΤ.

Παρά το ότι λοιπόν ένα τέτοιο ενδεχόμενο αντιμετωπίζεται εχθρικά, τόσο από τους Πολίτες, όσο και από την επίσημη κυβέρνηση της χώρας (η οποία «δήθεν» φοβάται, μεταξύ άλλων, τον εξαναγκασμό της από την ΕΕ σε αύξηση των φορολογικών συντελεστών – γεγονός που θα έχει σαν αποτέλεσμα την απομάκρυνση των ξένων επενδυτών, οι οποίοι έχουν απομείνει στη χώρα), η «εισβολή των κατακτητών» θεωρείται μάλλον δεδομένη.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Η Ιρλανδία, όπως τονίσαμε στην αρχή, αποτελεί έναν τεράστιο συστημικό κίνδυνο, ο οποίος δεν έχει καμία απολύτως σύγκριση με την Ελλάδα. Το συνολικό χρέος της (δημόσιο και ιδιωτικό) ανέρχεται σε επίπεδα άνω του 1.100% του ΑΕΠ της (σχεδόν πενταπλάσιο από αυτό της Ελλάδας), οι τράπεζες της είναι υπερχρεωμένες, οι καταθέτες αποσύρουν διαρκώς μεγαλύτερα ποσά χρημάτων (13 δις € πρόσφατα από μία μόνο τράπεζα), η φούσκα των ακινήτων είναι τεράστια, η ανεργία αυξάνεται και το έλλειμμα του προϋπολογισμού της θα επιδεινώνεται διαρκώς, εκτοξεύοντας στα ύψη το δημόσιο χρέος της – εφόσον η κυβέρνηση της έχει εγγυηθεί «αναίσχυντα» για όλα τα δάνεια των ιδιωτικών τραπεζών (περί τα 350 δις €).     

Εν τούτοις, θεωρούμε εγκληματική την εισβολή των «εκτελεστών» του ΔΝΤ, όπως επίσης της τευτονικής Ευρώπης, απλά και μόνο για την προστασία των τραπεζών του διεθνούς Καρτέλ. Αντίστοιχα εγκληματική βέβαια, αν όχι πολύ πιο «κολάσιμη» ενέργεια, θεωρούμε την ανάληψη των χρεών των ιδιωτικών τραπεζών, δια μέσου της κυβέρνησης, από τους Πολίτες της χώρας – χωρίς καθόλου να τους ζητηθεί η συμφωνία, μέσα από ένα δημοκρατικό δημοψήφισμα.

Κατά την άποψη μας, οι Πολίτες της Ιρλανδίας οφείλουν να εξεγερθούν μαζικά, μη αποδεχόμενοι μία τόσο μεγάλη αδικία εις βάρος τους, μία κατάφορη προδοσία καλύτερα εκ μέρους της ίδιας της εκλεγμένης κυβέρνησης τους – αφήνοντας τις τράπεζες να χρεοκοπήσουν και εκδιώκοντας τους ξένους εισβολείς. Το ίδιο άλλωστε έκαναν και οι Πολίτες της Ισλανδίας, έστω την τελευταία στιγμή, δικάζοντας παράλληλα τον πρωθυπουργό τους για ένα έγκλημα που ευτυχώς δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.

Εάν θέλουμε να αποφύγουμε την τύχη της Αργεντινής, της Βραζιλίας και τόσων άλλων κρατών που έπεσαν στο παρελθόν στα νύχια των συνδίκων του διαβόλου, πληρώνοντας με το αίμα τους τις «επιλογές» των διεφθαρμένων, των στρατευμένων πολλές φορές κυβερνήσεων τους, το ίδιο ακριβώς οφείλουμε να κάνουμε και εμείς οι Έλληνες – πριν ακόμη λεηλατηθεί η χώρα μας, πριν χάσει ολοσχερώς, από τους ξένους εισβολείς, την εθνική της κυριαρχία και πριν ακόμη είναι πολύ αργά για το μέλλον των παιδιών μας. 

Δεν πρέπει βέβαια σε καμία περίπτωση να υποτιμούμε ούτε τις ικανότητες, ούτε τις εξειδικευμένες μεθόδους των συνδίκων του διαβόλου οι οποίοι, με τη βοήθεια  εξελιγμένων δημοσίων σχέσεων (έντεχνη προπαγάνδα, εξαγορά» συγκεκριμένων ΜΜΕ, χρηματισμός συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευόμενων πολιτικών, καθώς επίσης δημοσιογράφων ή λοιπών διαμορφωτών της κοινής γνώμης, εκβιαστικά διλήμματα, εξουδετέρωση των συνδικαλιστών, συνεργασία με τα μεγάλα, τοπικά επιχειρηματικά λόμπυ κλπ), έχουν την ικανότητα να «αποκοιμίζουν» τους λαούς, μέχρι εκείνη τη στιγμή που θα είναι πλέον αργά για να αντιδράσουν – ειδικά αυτούς που δεν έχουν πολεμήσει ποτέ για την υπεράσπιση της ελευθερίας τους, προτιμώντας τη (βραχυπρόθεσμη) «βολή» τους και τον «αργό θάνατο» του βιοτικού τους επιπέδου, από την «κατά μέτωπο» αντιμετώπιση των εχθρών της πατρίδας τους.

Κλείνοντας, θεωρούμε σκόπιμη την προσθήκη της διαπίστωσης του Schopenhauer, η οποία ταιριάζει απόλυτα στην πολιτική του ΔΝΤ (αυτή που εφαρμόζει πιστά στην Ελλάδα η κυβέρνηση μας, το τελευταίο διάστημα). «Ένας άνθρωπος δεν στερείται καθόλου τα αγαθά εκείνα, για τα οποία δεν του έχει περάσει καν από το μυαλό η αξίωση να τα αποκτήσει….. Το γεγονός ότι, μετά την απώλεια πλούτου (εθνικής κυριαρχίας κλπ) και μόλις ξεπερασθεί η αρχική οδύνη, η συνήθης μας διάθεση δεν διαφέρει κατά πολύ από την προ της απώλειας οφείλεται στο ότι, από τη στιγμή που η μοίρα περιόρισε τον παράγοντα της ιδιοκτησίας μας, μειώνουμε τώρα και εμείς οι ίδιοι δραστικά τον παράγοντα των αξιώσεων μας. Η προσαρμογή αυτή (μειώσεις μισθών, φορολογικά μέτρα, απολύσεις, «απελευθερώσεις» αγορών κλπ) είναι το πραγματικά επώδυνο στην περίπτωση ενός δεινού. Όταν όμως πλέον ολοκληρωθεί, τότε ο πόνος υποχωρεί, μέχρι τη στιγμή που τελικά παύει να γίνεται αισθητός και η πληγή επουλώνεται».      

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 21. Νοεμβρίου 2010,  viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2231.aspx

Ελλάδα: διαδικασία της γενικευμένης εκποίησης

Η διαδικασία γενικευμένης εκποίησης της Ελλάδας

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Πριν ένα μήνα ο Πολ Τόμσεν, δηλαδή ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ στην τρόικα, παραδέχτηκε εμμέσως ότι το Ταμείο είχε θέσει λάθος προτεραιότητες στην περίπτωση της Ελλάδας, σύμφωνα με την Ελευθεροτυπία (16/9/2010) Ο κ. Τόμσεν, που συνόδευσε τον υπουργό Οικονομικών στην περιοδεία του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μιλώντας σε θεσμικούς επενδυτές του Λονδίνου, ιεράρχησε στις προτεραιότητες του ΔΝΤ, όχι τόσο τη σχολαστική μείωση του ελλείμματος και του χρέους, αλλά κυρίως τις μεταρρυθμίσεις, με τις οποίες εν τέλει άλλαξε άρδην ο εργασιακός και ασφαλιστικός χάρτης της χώρας. Παραδέχτηκε μάλιστα ότι «το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν τόσο το δημόσιο χρέος αλλά οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας».

Από την μεριά του έχει δίκιο. Το κυρίως ζητούμενο ευθύς εξαρχής δεν ήταν η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους, αλλά η υποθήκευση της χώρας προς όφελος των δανειστών. Ο κ. Τόμσεν, όπως και οι υπόλοιποι εκπρόσωποι της τρόικας, γνωρίζουν πολύ καλά ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί. Είναι υπόθεση απλών μαθηματικών. Όσο περισσότερο διογκώνεται, τόσο πιο δύσκολα η χώρα θα βρίσκει δάνεια για να αποπληρώνει τα παλιά. Είναι τόσο απλό.

Σήμερα όλο και περισσότεροι ανακαλύπτουν ότι το μνημόνιο «απέτυχε», ότι ο λογαριασμός του μνημονίου δεν βγαίνει και άλλα παρόμοια. Η αλήθεια είναι ότι το μνημόνιο δεν είχε σχεδιαστεί ποτέ για να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους του. Ούτε στόχος του ήταν η ανάταξη με κάποιον τρόπο της ελληνικής οικονομίας. Βασικός στόχος ήταν η συντριβή των αντιστάσεων του ελληνικού λαού ώστε να περάσουν οι «διαρθρωτικές αλλαγές», στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Τόμσεν. Αυτές ήταν εξαρχής το ζητούμενο. Πρόκειται για μια συνηθισμένη τακτική στις διεθνείς χρηματαγορές που αποκαλείται μετατροπή του χρέους σε εμπράγματες αξίες (conversion of debt into equity). Είναι η προσπάθεια των δανειστών να καλύψουν το χρέος που δεν μπορεί να πληρωθεί με εμπράγματες αξίες και περιουσιακά στοιχεία. Η μετατροπή αυτή γίνεται συνήθως με τρεις τρόπους: 1) Εξασφάλιση του χρέους με δημόσια περιουσία. 2) Εξασφάλιση του χρέους με ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία. 3) Εξασφάλιση του χρέους με αναδιάρθρωση.

Ποια είναι η ουσία όλων αυτών; Η εκποίηση της χώρας στο σύνολό της, χωρίς καν να ανακουφιστεί από το δημόσιο χρέος έστω και λίγο. Η δανειακή σύμβαση και το μνημόνιο – το οποίο αποτελεί παράρτημα της δανειακής – εξασφαλίζουν ότι ολόκληρη η χώρα τίθεται στη διάθεση των δανειστών και της τρόικας. Όχι μόνο η δημόσια περιουσία, αλλά και το εθνικό έδαφος, όπως και τα ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία. Μην ξεχνάμε ότι η καλή εκτέλεση της δανειακής σύμβασης εξαρτάται από την προσαρμογή μισθών και συντάξεων, αγοράς εργασίας και δημοσιονομικής κατάστασης. Εξαρτάται επίσης και από την κάλυψη των εγχώριων τραπεζών, για τις οποίες προβλέπεται αρχικά να χορηγηθούν τα 10 από τα 110 δις ευρώ που προβλέπει η δανειακή σύμβαση. Όλα αυτά σημαίνουν ότι έχει υποθηκευτεί στους δανειστές το σύνολο των οικονομικών πόρων της χώρας δημόσιων και ιδιωτικών. Έτσι αν διακινδυνεύσουν οι τράπεζες ή η πορεία εξόφλησης των δανείων, οι δανειστές έχουν κάθε λόγο να απαιτήσουν τη παραπέρα δήμευση του λαϊκού εισοδήματος, ακόμη και τη δέσμευση των λαϊκών καταθέσεων. Μην ξεχνάμε ότι η Αργεντινή το 2001, όταν αναγκάστηκε από το ΔΝΤ να δεσμεύσει τις τραπεζικές καταθέσεις των ιδιωτών, ήταν ενταγμένη στο ίδιο πρόγραμμα χρηματοδότησης με την Ελλάδα. Μόνο που η Ελλάδα έχει επιπλέον υπογράψει τη δανειακή σύμβαση και λόγω του ευρώ δεν ελέγχει καθόλου την οικονομία της.

Για να περάσει αυτή η πολιτική των «διαρθρωτικών αλλαγών», έπρεπε πρώτα να οδηγήσουν την κοινωνία σε απόγνωση. Η θαυματουργή συνταγή που έχει δοκιμαστεί σε δεκάδες χώρες είναι μία: Συνθλίβουμε το βιοτικό επίπεδο του λαού και των εργαζομένων, βυθίζουμε στην ανέχεια και την ανεργία την κοινωνία και ύστερα προχωρούμε στην εκποίηση της χώρας. Τα επιτελεία του ΔΝΤ και της ΕΕ θεωρούσαν εξαρχής ότι αν σπείρουν την απόγνωση στον απλό κόσμο, τότε αυτός θα ήταν πολύ απασχολημένος με τη δική του επιβίωση για να ασχοληθεί με την επιβίωση της χώρας του. Από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστική μια «μελέτη» του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής, που όλως τυχαίως δημοσιοποιήθηκε την επομένη του τελευταίου πακέτου μέτρων της κυβέρνησης πριν την προσφυγή στον «μηχανισμό στήριξης». Καταρχάς το Κέντρο αυτό αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά λόμπι της Ε.Ε. και χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από την ίδια την Κομισιόν και τις γερμανικές τράπεζες. Δεν είναι τυχαίο ότι ιδέα αυτού του Κέντρου ήταν αρχικά το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Στη «μελέτη», την οποία υπογράφει ο διευθυντής του Κέντρου Ντάνιελ Γκρος, πρώην διευθυντικό στέλεχος της Deutsche Bank, αναφέρεται ειδικά στην Ελλάδα: «Τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα για να αποφύγει έναν φαύλο κύκλο τύπου Αργεντινής, διαρκώς υψηλότερων επιτοκίων και επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασης; Ο μόνος δρόμος είναι… να γίνει η Ελλάδα περισσότερο ανταγωνιστική και έτσι να τονωθούν οι εξαγωγές. Αυτό μπορεί να κατορθωθεί μόνο με μια καθολική μείωση των μισθών (ή καλύτερα του εργατικού κόστους) στον ιδιωτικό τομέα τουλάχιστον 10% με 20%.

Μειώσεις στους μισθούς αυτής της τάξης θα αντιμετωπίσουν άγρια λαϊκή αντίσταση. Μπορούν να επιτευχθούν είτε στο τέλος μιας εξαιρετικά επώδυνης διαδικασίας, όταν η ανεργία θα έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, είτε μπορούν να επιβληθούν πολύ νωρίτερα ως αποτέλεσμα μιας υπερκομματικής εθνικής κυβέρνησης, όπου η κυβέρνηση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης και οι κοινωνικοί εταίροι συμφωνούν πάνω σ’ αυτά που πρέπει να γίνουν υπό το φως των τωρινών συνθηκών. Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα χρειάζεται μια εναρμονισμένη προσπάθεια σε εθνικό επίπεδο και όχι απλά μια κυβέρνηση που προωθεί μέτρα λιτότητας μέσα από το Κοινοβούλιο».

Βασικός μοχλός της εκποίησης της χώρας είναι η γενική ιδιωτικοποίηση του κράτους. Πράγμα που δεν σημαίνει μόνο τις γνωστές από παλιά αποκρατικοποιήσεις, αλλά την κατάργηση κάθε έννοιας δημόσιου αγαθού και δημόσιας υπηρεσίας. Το κράτος θα πρέπει να εκχωρήσει το σύνολο των υπηρεσιών γενικού οικονομικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος σε ιδιώτες και επιχειρηματικά συμφέροντα. Μόνο οι ένοπλες δυνάμεις, οι δυνάμεις καταστολής και ορισμένοι θύλακες δημόσιας διοίκησης θα παραμείνουν υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν σοβαρές αλλαγές και στον τρόπο λειτουργίας αυτών των μηχανισμών. Για παράδειγμα γίνονται ήδη διαπραγματεύσεις με ιδιωτικές εταιρείες από τη Γερμανία, τη Γαλλία κ.ά. μισθοφορικών υπηρεσιών, security και υποστήριξης ενόπλων δυνάμεων, να αναλάβουν την φύλαξη εγκαταστάσεων, συνοριακών γραμμών και επιλεγμένων «στόχων». Κάτι που ήδη συμβαίνει με σχεδόν όλους τους στρατούς του ΝΑΤΟ.

Αυτός είναι κι ο βαθύτερος λόγο που η κυβέρνηση προβαίνει στην περίφημη περαίωση των φορολογικών δηλώσεων, όχι μόνο επιβεβαιώνοντας τη μόνιμη τακτική Αλ Καπόνε που έχει υιοθετήσει το κράτος απέναντι στους φορολογούμενους, δηλαδή το να πουλά προστασία, αλλά και για έναν άλλο πολύ πιο σοβαρό λόγο. Η κυβέρνηση βιάζεται να μηδενίσει το κοντέρ με τις εκκρεμούσες φορολογικές υποθέσεις, όχι τόσο για να εισπράξει μέρος από τα καθυστερούμενα, αλλά για να ανοίξει τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών πιστοποίησης και είσπραξης των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση από τις 21.4 έχει ανακοινώσει την παράδοση της «τύχης» εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τόσο στο σκέλος των εσόδων όσο και σε αυτό των δαπανών, σε πέντε πολυεθνικές: Arthur Andersen, Deloitte & Touche, Ernst and Young, KPMG, Price Waterhouse Coopers. Η ανάληψη των καθηκόντων τους συνδέεται με την εκκαθάριση του τοπίου στον τομέα της φορολογίας. Δεν μπορούν να υπάρχουν φορολογικές εκκρεμότητες τις οποίες έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να χειριστεί ο ιδιωτικός φορέας. Ούτε μόνιμο τακτικό προσωπικό στις ΔΟΥ και τις εφορίες. Άλλωστε ο κ. Παπακωνσταντίνου έχει δηλώσει ότι θα κλείσουν οι ΔΟΥ που δεν αποφέρουν έσοδα.

Αυτός είναι ο λόγος που ο μέγας και πολύς αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, κ. Πάγκαλος, ανέλαβε να ξεμπερδέψει με τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Ως προς το θέμα της μονιμότητας που εγείρεται, ο Θ. Πάγκαλος είχε δηλώσει στα τέλη Φεβρουαρίου: «Κάποιος είναι μόνιμος αν υπάρχει θέση. Το Σύνταγμα λέει ότι είναι μόνιμος επί της υπαρχούσης θέσεως. Αν καταργηθεί η θέση, δεν είναι μόνιμος». Με άλλα λόγια, αν το κράτος δεν πρόκειται να έχει νοσοκομεία, σχολεία, οργανισμούς, ΔΕΚΟ, κοκ, τότε τι χρειάζεται τους δημόσιους υπαλλήλους;

Μιλώντας στην πρωινή εκπομπή «Μega Σαββατοκύριακο» (24/9), ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης χαρακτήρισε «άχρηστο» το μεγαλύτερο τμήμα των δημοσίων υπαλλήλων, έκανε λόγο για φαυλοκρατία διορισμών, μίλησε με μελανά χρώματα για τη σκοπιμότητα της μονιμότητας και περιέγραψε την ανάγκη να «αδυνατίσει το κράτος από άχρηστους φορείς».

Λίγες ημέρες μετά το «μαζί τα φάγαμε, με διορισμούς ο κ. Πάγκαλος κλήθηκε να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις, αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτές: «Επί χρόνια διορίζαμε για πελατειακούς λόγους (…) Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα έπρεπε να είναι λιγότεροι από 200.000 και είναι 1 εκατομμύριο. Δύο στους τρεις είναι άχρηστοι» είπε ο κ. Πάγκαλος προσθέτοντας ότι η φράση «μαζί τα φάγαμε» σημαίνει ότι έχει έρθει η ώρα για: Να υπάρξουν «αντικειμενικές διαδικασίες πρόσληψης και εξέλιξης σε όλο το Δημόσιο». Να κατανοηθεί από τους πολίτες ότι το Δημόσιο «διανέμει, καταναλώνει, αλλά δεν παράγει.

«Μου μιλάνε για εργαζόμενους στο δημόσιο. Ποιους εργαζόμενους; Οι εργαζόμενοι παράγουν κάτι», είπε χαρακτηριστικά και συμπλήρωσε σε άλλο σημείο της συνέντευξης: «Η τεράστια πλειονότητα των πολιτών, αυτοί που μοχθούν από το πρωί ως το βράδυ και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του έθνους είναι ο ιδιωτικός τομέας, όχι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο κ. Πάγκαλος περιέγραψε με μελανά χρώματα τη σκοπιμότητα της μονιμότητας: «Καθιερώθηκε για να εξυπηρετεί αυτούς που θέλουν να στρέφουν το κράτος εις βάρος των πολιτών», είπε και πρότεινε αποκλεισμό κομματικών ή πολιτευόμενων στελεχών από κρίσιμους τομείς του δημοσίου.

Οι παγκαλισμοί, που με τέτοια κυνικότητα αποδίδουν στην κοινωνία το ύφος, το ήθος και την παρασιτική διαδρομή του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, ο οποίος ξέρει να κρίνει μόνο εξ ιδίων τα αλλότρια, γίνεται με έναν και μόνο στόχο. Να καλλιεργηθεί η ιδέα ενός μικρού, καθ΄ όλα επιχειρηματικού κράτους, απόλυτο υποχείριο και λάφυρο των κυβερνώντων, δίχως δημόσιες και κοινωνικές δεσμεύσεις. Μηχανισμός καταστολής και άγριας εκμετάλλευσης της κοινωνίας προς όφελος ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων.

Η μονιμότητα πρέπει να συκοφαντηθεί όχι μόνο επειδή η τρόικα απαιτεί πάνω από 250 χιλιάδες απολύσεις μόνιμου τακτικού προσωπικού του δημόσιου τομέα, αλλά και γιατί έτσι ανοίγει ο δρόμος για την ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του κ. Πάγκαλου, μόνο για τις ένοπλες δυνάμεις, τις δυνάμεις ασφαλείας και το ΣΔΟΕ πρέπει να διατηρηθεί η μονιμότητα. Για όλους τους υπόλοιπους δεν είναι, υποτίθεται, απαραίτητη. Ούτε για τον εκπαιδευτικό, τον νοσηλευτή, τον γιατρό, τον κοινωνικό λειτουργό ούτε για κανέναν.

Με το καθεστώς που επιβλήθηκε στην Ελλάδα όχι μόνο οι εργαζόμενοι Έλληνες καλούνται σε αιματηρές «θυσίες» προκειμένου να συνεχίσει η χώρα να δανείζεται επ' άπειρον και να πληρώνει τον φόρο αίματος τους διεθνείς κερδοσκόπους δανειστές της, αλλά προετοιμάζεται και η εκχώρηση της χώρας με αποικιοκρατικές συμβάσεις στους διεθνείς κερδοσκόπους επενδυτές. Αυτό είναι το κυρίως γεύμα για το οποίο ετοιμάζονται όλοι: τραπεζίτες, κερδοσκόποι, επενδυτές και επίτροποι.

 

Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύονται ήδη στον διεθνή οικονομικό Τύπο η οργανωμένη εκποίηση της χώρας προς όφελος των δανειστών της από το καθεστώς κηδεμονίας από την Ε.Ε. και την Κομισιόν περιλαμβάνει:

1. Την τιτλοποίηση των βασικών χρηματικών ροών του ελληνικού κράτους. Αυτό σημαίνει ότι μια σειρά σταθερές χρηματικές ροές του δημοσίου (δημόσια έσοδα) θα δεσμευτούν από τράπεζες και αγορές προκειμένου να εκδοθούν ομόλογα που θα βοηθήσουν το κράτος να συνεχίσει να εξυπηρετεί τα δάνειά του. Η τιτλοποίηση αυτή δεν γνωρίζει όρια. Πρακτικά όλα τα πραγματικά και εν δυνάμει έσοδα του δημοσίου μπορούν να τιτλοποιηθούν.

Για παράδειγμα μια ιδέα που αρέσει ιδιαίτερα στις αγορές είναι η παλιά σκέψη του υπουργού Οικονομίας των κυβερνήσεων Σημίτη, Νίκου Χριστοδουλάκη, ο οποίος είχε θελήσει να τιτλοποιήσει τα έσοδα από την Ακρόπολη.

Πρόσφατα η κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου επιτέθηκε με κλομπ, δακρυγόνα και ειδικές δυνάμεις εναντίον των εργαζομένων στην Ακρόπολη γιατί ήθελε να τους εκδικηθεί για ένα παλιό αμάρτημά τους. Ήταν οι ίδιοι εργαζόμενοι που είχαν ξεσηκωθεί πριν από μια δεκαετία, όταν ο κ. Χριστοδουλάκης ως υπουργός οικονομικών του Σημίτη σχεδίαζε να εκχωρήσει ουσιαστικά την Ακρόπολη σε ξένους επενδυτές προκειμένου να αντλήσει νέα δάνεια. Τότε είχαν ξεσηκωθεί οι εργαζόμενοι στις εφορείες αρχαιοτήτων και είχαν αποτρέψει αυτό το σχέδιο. Σήμερα τιμωρούνται αναδρομικά ώστε να μην τολμήσουν να το ξανακάνουν.

Άλλωστε ο κ. Παπανδρέου το ομολόγησε εμμέσως πλην σαφώς. Τα μνημεία δεν είναι δημόσια αγαθά, δεν ανήκουν πριν απ’ όλα σε όλο τον ελληνικό λαό, αλλά στην «παγκόσμια κληρονομιά» και επομένως «κανένας δεν έχει το δικαίωμα να ιδιοποιείται μία παγκόσμια κληρονομιά, όπως είναι η Ακρόπολη» (Βουλή, 15/10). Εκτός βέβαια από τους ιδιώτες επενδυτές και κερδοσκόπους που θα εμφανίσει η κυβέρνηση ως χορηγούς ή φορείς ανάδειξης αυτής «παγκόσμιας κληρονομιάς» με αραβικά, αμερικανικά, ντόπια και ομογενειακά κεφάλαια. Η αγορά κυριολεκτικά βοά από πληροφορίες για σκιώδεις συμφωνίες με συγκεκριμένα διεθνή επιχειρηματικά συμφέροντα που αφορούν στην τουριστική αξιοποίηση των αρχαίων και βυζαντινών μνημείων της χώρας. Γι’ αυτό και η πρεμούρα του κ. Παπανδρέου να «παγκοσμιοποιήσει» την κληρονομιά. Τα μνημεία της χώρα αποτελούν ένα φιλέτο που εποφθαλμιούν πολλοί και για πολλά χρόνια.

Επίσης, κανείς δεν γνωρίζει τι έχει υποσχεθεί η κυβέρνηση και ο κ. Παπακωνσταντίνου, ή τι έχει παραχωρήσει ως εγγυήσεις προκειμένου να αντλήσει δάνεια. Η δέσμευση των χρηματικών ροών από τα μουσεία και τα μνημεία της χώρας αποτελούν έναν από τους πιο προσφιλείς τρόπους που οι δανειστές της χώρας προτείνουν ήδη από την εποχή Μητσοτάκη και Σημίτη, προκειμένου να συνεχίσουν να την δανείζουν. Λέγεται ότι ήταν μια από τις παρεχόμενες εγγυήσεις της κυβέρνησης Σημίτη για να εξασφαλιστούν οι περίφημες συμφωνίες swap. Λέτε ότι γι’ αυτό το λόγο αρνείται η κυβέρνηση να εμφανίσει τις συμφωνίες αυτές ακόμη και στην Eurostat;

Όπως και να ‘χει είναι ένας από τους λόγους που η τωρινή κυβέρνηση, με τροπολογία στον νόμο που κατοχύρωνε το Μνημόνιο στις 8/5, έδωσε το ελεύθερο στον υπουργό οικονομικών να υπογράφει δανειακές ή άλλες διεθνείς συμβάσεις χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τις περάσει από την Βουλή, ή να αποκαλύψει το περιεχόμενό τους. Το τι έχει υπογράψει ο υπουργός και η κυβέρνηση στις επιμέρους δανειακές συμβάσεις με τις χώρες που μας δανείζουν, αλλά και στις συμφωνίες με το Κατάρ και τους άλλους επίδοξους «επενδυτές», κρατιέται επτασφράγιστο μυστικό.

Τα πιο σημαντικά αρχαιολογικά και τουριστικά αξιοθέατα της χώρας είναι πρώτα στις λίστες των διεθνών επενδυτών για τέτοιου τύπου συμφωνίες (business deals). Φυσικά σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί η τυπική κυριότητα να παραμένει στο ελληνικό δημόσιο, αλλά ο επενδυτής έχει καθοριστικό λόγο στην αξιοποίηση του τιτλοποιημένου παγίου, ώστε να εισπράξει τουλάχιστον αυτά που του έχουν υποσχεθεί.

2. Τη μετοχοποίηση του δημοσίου, των οργανισμών και των υπηρεσιών του. Αυτό που ζητούν επισταμένα οι συντελεστές του σχεδίου εκποίησης της χώρας είναι όχι μόνο η διάθεση του πακέτου των μετοχών που κατέχει το δημόσιο, αλλά και η δημιουργία εταιριών χαρτοφυλακίου στις οποίες θα ανατεθεί η διαχείριση δημόσιων οργανισμών, υποδομών και παρεχομένων υπηρεσιών.

Τυπικό παράδειγμα η ανακοινωθείσα από την κυβέρνηση εταιρεία χαρτοφυλακίου (holding) που θα αναλάβει τα λιμάνια του Πειραιά, της Ελευσίνας, του Λαυρίου και της Ραφήνας. Οι εταιρείες αυτές διεθνώς στήνονται για δυο λόγους:

* Πρώτον, επιτρέπουν την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης και αξιοποίησης υποδομών, οργανισμών και έργων με μόνη την παραχώρηση ενός  πακέτου μετοχών σε ιδιώτες με συμφωνίες συχνά κάτω από το τραπέζι.

* Δεύτερον, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των πιο κερδοσκοπικών κεφαλαίων διεθνώς, που αποβλέπουν σε μια γρήγορη μπάζα παίζοντας με την χρηματιστική αξία της επένδυσης και όχι με το όποιο τυχόν επιχειρηματικό κέρδος. Η πράξη έχει αποδείξει ότι οι εταιρείες αυτές, μαζί με τις υπεράκτιες εταιρείες (off shore), είναι οι καλύτεροι τρόποι ξεπλύματος πολιτικού και μη χρήματος διεθνώς. Ενώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κάθε μορφή επένδυσης.

Στις υπερχρεωμένες χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής εταιρείες Ηolding, μέσω των οποίων το κράτος εγγυάται τα κέρδη των ιδιωτών επενδυτών, χτίζονται νοσοκομεία, σχολεία, δρόμοι, αεροδρόμια, λιμάνια κ.ο.κ.

Άλλωστε αυτό είναι το περιεχόμενο της στρατηγικής συμφωνίας με την Κίνα, η οποία δεν ήρθε να επενδύσει, ούτε καν σε υποδομές. Ήρθε να εξασφαλίσει διευκολύνσεις σε υπάρχουσες υποδομές – λιμάνια, οδικές μεταφορές, σιδηρόδρομος – προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταφορά των εμπορευμάτων της στην καρδιά της ευρωζώνης. Η χώρα με τη συμφωνία αυτή εκχωρεί τις βασικές της υποδομές για να γίνει μεταπράτης της διεθνούς κίνησης εμπορευμάτων.

3. Την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, την οποία οι εκτιμήσεις της αγοράς ανεβάζουν στα 280 ή και 300 δισ. ευρώ. Κι εδώ δεν πρόκειται απλώς για κτήρια και εγκαταστάσεις που ανήκουν στο Δημόσιο, αλλά και για το σύνολο της δημόσιας περιουσίας. Εδώ εντάσσεται και η απαίτηση για πώληση των ακατοίκητων νησιών της χώρας, η οποία δεν είναι τωρινή πρόταση.

Αυτός που πρώτος την έθεσε στο τραπέζι ήταν ο Στ. Μάνος ως υπουργός της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ο οποίος θεώρησε ότι έτσι όχι μόνο θα εισέρρεαν λεφτά για τους δανειστές, αλλά θα ξεκαθάριζε μια και καλή το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και των «γκρίζων ζωνών» με την όμορη Τουρκία.

 

Μια άλλη πρόταση που έχει ήδη πέσει στο τραπέζι και συζητά σοβαρά η αγορά είναι ο δανεισμός του κράτους με εγγύηση τη δημόσια γη. Στο πακέτο περιλαμβάνονται και προτάσεις αξιοποίησής της με ποικίλους τρόπους από θεματικά πάρκα μέχρι ιδιωτικά θέρετρα. Σε αυτή την περίπτωση η γη θα δεσμευτεί εξαρχής από τους επενδυτές προς αξιοποίηση μέχρις ότου το κράτος αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

4. Την εφαρμογή καθεστώτος Fast Track για ιδιωτικές επενδύσεις στον ελληνικό χώρο. Αυτό σημαίνει την αξιοποίηση της Ελλάδας για ιδιωτικές επενδύσεις υψηλής όχλησης για το περιβάλλον και την κοινωνία. Πρόκειται για επενδύσεις που κανονικά η εθνική νομοθεσία θα απαγόρευε ρητά την υλοποίησή τους για λόγους δημόσιας υγείας, προστασίας του περιβάλλοντος, ή ωμής παραβίασης των ανθρωπίνων και εργατικών δικαιωμάτων.

Η νομοθεσία Fast Track ψηφίστηκε ήδη το προηγούμενο καλοκαίρι από την κυβέρνηση Καραμανλή και με βάση αυτή κινείται η Λούκα Κατσέλη, που αναζητά τέτοιου είδους επενδύσεις ανά τον κόσμο.

Με βάση αυτόν τον νόμο οι προσφυγές πολιτών, αλλά και οι αποφάσεις των δικαστηρίων, μπορούν να παρακάμπτονται ως «γραφειοκρατικά εμπόδια» προκειμένου να προχωρήσουν αυτές οι επενδύσεις γρήγορα. Στη διεθνή αγορά σήμερα ακμάζει η έκδοση ομολόγων για την υποστήριξη της βιομηχανίας μεταποίησης πυρηνικών και τοξικών αποβλήτων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς τύπου, αλλά και πληροφορίες από την αγορά, η επίσκεψη του Νετανιάχου, πρωθυπουργού του Ισραήλ, συνοδεύτηκε από επιχειρηματικές συμφωνίες που αφορούν και στον τομέα της ενέργειας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την εναπόθεση σε ελληνικό έδαφος πυρηνικών και τοξικών αποβλήτων από το Ισραήλ. Οι πληροφορίες λένε ότι οι περιοχές εναπόθεσης προετοιμάζονται ήδη στη Βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα στη Μακεδονία και τη Θράκη.

5. Την εκχώρηση των πιο σημαντικών πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας. Σ’ αυτούς εντάσσεται πρώτα και κύρια ο ορυκτός πλούτος. Τον Φεβρουάριο στο Λονδίνο έγινε άτυπη σύσκεψη επενδυτών όπου σύμφωνα με πληροφορίες υπήρξε ενδιαφέρον για την ιδιωτική αξιοποίηση των ορυκτών αποθεμάτων της Ελλάδας. Για τον σκοπό αυτόν προτάθηκε να συσταθούν εταιρείες με έδρα το Μπαχρέιν, τα Αραβικά Εμιράτα, κ.ά..

Αυτού του τύπου τις επενδύσεις προτίθεται να προσελκύσει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Ιδιώτες κερδοσκόπους που θα αναλάβουν να πουλούν στην Ελλάδα τον δικό της φυσικό πλούτο. Αν και το κύριο ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα γνωστά, αλλά και στα πιθανά κοιτάσματα υδρογονανθράκων στο Αιγαίο και αλλού.

Ενδιαφέρον γι’ αυτά εκδηλώνουν κατά κύριο λόγο αμερικανικές εταιρείες που θεωρούν ότι σ’ αυτό το επίπεδο της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, αλλά και στην προοπτική ανόδου της, ακόμη και κοιτάσματα που είχαν εκτιμηθεί παλιότερα ως ασύμφορα προς εκμετάλλευση σήμερα κρίνονται διαφορετικά.

Αυτό συμβαίνει ήδη με την οργανωμένη παραγωγική αποδυνάμωση της ΔΕΗ, της οποίας η ηλεκτροπαραγωγή έχει υποστεί καθίζηση άνω του 10% τους τελευταίους μήνες. Κάτι που οφείλεται πρώτα και κύρια στην διάλυση της λιγνιτοπαραγωγής. Η Ελλάδα προγραμματίζεται να μετατραπεί σε ενεργειακά εξαρτώμενη χώρα με τις βασικές υποδομές της ηλεκτροπαραγωγής ιδιωτικοποιημένες.

Ήδη το θέμα των μεγάλων υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων της ΔΕΗ έχει μπει στο τραπέζι της συναλλαγής με ιδιωτικά κυκλώματα. Κάτι που συνδέεται άμεσα και με την ιδιωτικοποίηση του νερού που ετοιμάζει για το 2011 η κυβέρνηση, η οποία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με μεγάλες πολυεθνικές. Μια από αυτές είναι η γνωστή μας Bechtel που έχει αφήσει ιστορία με την ιδιωτικοποίηση του νερού στη Λατινική Αμερική. Φυσικά επειδή υπάρχουν πολλά μεσιτικά, μαύρο χρήμα, αλλά και πολιτικά ενδιαφερόμενοι για ένα τόσο μεγάλο deal, η ιδιωτικοποίηση θα προχωρήσει μέσα από ενδιάμεσα επιχειρηματικά σχήματα.

6. Την ιδιωτικοποίηση ολόκληρων περιφερειών της χώρας, όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια σε μια σειρά υπερχρεωμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής, όπου εκχωρείται σε πολυεθνικές ή σε διεθνείς οίκους η διαχείριση και εκμετάλλευση περιοχών ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την παγκόσμια αγορά.

Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η περίφημη αξιοποίηση των «πράσινων νησιών» του κ. Παπανδρέου. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η κυβέρνηση βιάζεται να προωθήσει το σχέδιο «Καλλικράτης», μιας και η επιβολή καθεστώτος περιφερειακής αυτονομίας ή ημιαυτονομίας – «τοπικών κυβερνήσεων» – υπήρξε πάντα το πρώτο βήμα γι’ αυτού του είδους τις ιδιωτικοποιήσεις.

Το σχέδιο «Καλλικράτης» δεν αποδυναμώνει την κεντρική εξουσία υπέρ μιας δήθεν αποκέντρωσης των περιφερειών. Στην πραγματικότητα έχει στόχο να δυναμώσει τον αντικοινωνικό χαρακτήρα της κεντρικής εξουσίας, απαλλάσσοντάς την από την υποχρέωσή της να ασκεί εθνική πολιτική υγείας, παιδείας, πρόνοιας και υποδομών. Έτσι οι περιφέρειες θα πρέπει να κόψουν τον λαιμό τους να βρουν χρήματα για να ασκήσουν πολιτικές υγείας, παιδείας, πρόνοιας και για να επενδύσουν σε αναγκαίες υποδομές. Με αυτόν τον τρόπο η κεντρική εξουσία θα απομείνει ένας καθαρός φοροεισπρακτικός μηχανισμός χωρίς κοινωνικές ή εθνικές υποχρεώσεις.

 

Στον διεθνή οικονομικό Τύπο δημοσιεύονται όλο και περισσότερες πληροφορίες για συμφωνίες που βρίσκονται στα σκαριά σχετικά με ορισμένες περιφέρειες της χώρας, ιδίως για εκείνες με υψηλή τουριστική ανάπτυξη, όπως π.χ. είναι τα Δωδεκάνησα, αλλά και για περιοχές ιδιαίτερου στρατηγικού ενδιαφέροντος, όπως π.χ. είναι η Θράκη.

 

Ο «Καλλικράτης» έχει σχεδιαστεί για να διευκολύνει τέτοιου είδους συμφωνίες. Διαμελίζει το ενιαίο της ελληνικής επικράτειας, της ασκούμενης εθνικής κυριαρχίας, και διευκολύνει έτσι την αποδέσμευση εθνικού εδάφους πρώτα και κύρια για οικονομικούς λόγους. Η διεθνής πρακτική έχει δείξει ότι οι «τοπικές κυβερνήσεις», ιδίως των ακριτικών περιφερειών, προκειμένου να βρουν τα αναγκαία χρήματα, είναι πιο επιρρεπείς και ανοιχτές σε συμφωνίες αυτού του είδους.

 

Η ίδια η δυνατότητα επιβίωσης της χώρας αμφισβητείται πλέον ανοιχτά από τους ιθύνοντες της ευρωζώνης και τις αγορές. Αν χρειαστεί θα πρέπει τουλάχιστον οικονομικά να αποχωριστεί η χώρα από περιοχές και περιφέρειες, να πουλήσει την εκμετάλλευση των νησιών και τα δικαιώματα στο Αιγαίο. Η χώρα απειλείται να μεταβληθεί σε κράτος υβρίδιο, σε κράτος υπό αίρεση, διαρθρωμένο με ημι-αυτόνομες περιφέρειες εύκολα ιδιωτικοποιήσιμες και προσαρτήσιμες σε γειτονικά κράτη και κρατίδια ανάλογα με τα συμφέροντα των μεγάλων και κυρίως των ΗΠΑ.

Άλλωστε πρέπει να θυμόμαστε ότι βρισκόμαστε σε μια «Ενωμένη Ευρώπη» που δεν αναγνωρίζει κυρίαρχα κράτη, αλλά μόνο κυβερνήσεις και οικονομικές περιφέρειες. Είμαστε αλυσοδεμένοι σε μια «Ευρώπη των περιφερειών», όπως έχει αυτοχαρακτηρισθεί, όπου το καθεστώς της δεν επιτρέπει, όπως έλεγε πρόσφατα ο Ντάνιελ Γκρος, που αναφέραμε πιο πάνω, τα «αυγά» να παραμείνουν «αυγά». Από τη στιγμή που δέχτηκαν να υποστούν την ευρωπαϊκή ενοποίηση «τα αυγά έσπασαν και έγιναν ομελέτα.» Δεν μπορεί τώρα πια να ελπίζει κανείς ότι η ομελέτα θα γίνει ξανά αυγά. Πόσο μάλλον όταν τα αυγά είναι χαλασμένα όπως η χρεοκοπημένη Ελλάδα.

Επιτέλους, δικαιώνεται το όνειρο των προπατόρων της ένταξης της χώρας μας στην «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», που ήθελαν ήδη από το 1961 όπως δήλωνε από τότε ο κ. Παπαληγούρας, υπουργός της τότε κυβέρνησης ΕΡΕ, να αφομοιωθεί η Ελλάδα μέσα σε μια Ευρώπη «ανοιχτών συνόρων», όπου δεν θα ενδιαφέρει τους Έλληνες ποιος θα είναι ο επικυριάρχος, όπως δεν ενδιαφέρει την οικονομία της Θήβας αν οι επιχειρήσεις ανήκουν σε Βοιωτούς ή Λακεδαιμονίους.  Και επομένως οι εργαζόμενοι δεν θα ενδιαφέρονται αν θα έχουν κυρίαρχο κράτος ή όχι, αν θα είναι Ευρωπαίοι νομάδες σε μια διαρκή περιπλάνηση για το μεροκάματο, ή Έλληνες πολίτες με κατοχυρωμένα δικαιώματα πάνω στα οποία υποχρεωτικά θεμελιώνεται το δικό τους σύστημα διακυβέρνησης και τελικά αν η κυβέρνησή τους θα είναι τοποτηρητής ξένων συμφερόντων ή θα οφείλει να εκφράζει και να ικανοποιεί τα αιτήματα του ελληνικού λαού.

Άλλωστε το σχέδιο Καλλικράτης αυτό προσπαθεί να πετύχει. Δεν είναι μόνο ότι καταργεί και τυπικά κάθε έννοια «τοπικής αυτοδιοίκησης» μετατρέποντας τους ΟΤΑ και επίσημα σε παραμάγαζα της κεντρικής διοίκησης. Δεν είναι μόνο ότι διαλύει τις υποδομές σε δήμους και κοινότητες ώστε να παραδοθούν σε ιδιώτες ζωτικές υπηρεσίες προς τους δημότες. Δεν είναι μόνο ότι με τη διάλυση του δημοτικού και νομαρχιακού ιστού της χώρας ξεκινούν και οι μαζικές απολύσεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα που απαιτεί η «τρόικα». Αλλά εισάγει από το παράθυρο την πολυζωνική ομοσπονδιακή οργάνωση του κράτους, κατατεμαχίζοντας το ενιαίο της εθνικής επικράτειας.

Όπου έγινε αυτό είχαμε σαν αποτέλεσμα ένα κράτος πολλών και διαφορετικών ταχυτήτων στην παιδεία, στην υγεία, στις υποδομές. Είχαμε την ανεπίσημη ή και επίσημη θεσμοθέτηση «φτωχών» και «πλούσιων» περιφερειών έρμαια των ιδιωτικών συμφερόντων. Είχαμε την ιδιωτικοποίηση ή και εκχώρηση ολόκληρων περιφερειών σε πολυεθνικές ή σε επενδυτικά σχήματα προκειμένου να αξιοποιηθούν και να βρεθούν πολυπόθητα έσοδα. Είχαμε το διαμελισμό του ίδιου του λαού ανάλογα με περιφερειακές, εθνοτικές, θρησκευτικές, ή άλλες ιδιαιτερότητες, που γέννησαν μίση και πάθη από τον μεσαίωνα.

Σήμερα, όλα τα κράτη με αυτή την περιφερειακή συγκρότηση, που επιδιώκει να επιβάλει η κυβέρνηση με τον Καλλικράτη, βρίσκονται σε κατάσταση εσωτερικής διάλυσης. Όχι μόνο τα «τριτοκοσμικά», όπου η περιφερειακή οργάνωση αποτελεί ένα άθλιο κατάλοιπο της αποικιοκρατίας, αλλά και τα σύγχρονα Ευρωπαϊκά κράτη. Δείτε τη γίνεται στην Ισπανία, με τις λιγότερο ή περισσότερο γνωστές αποσχιστικές βεντέτες των Βάσκων, των Καταλανών, κ.ά. Δείτε τη γίνεται στην Ιταλία με το αποσχιστικό κίνημα της Λίγκας του Βορρά, όπου έφτασαν ολόκληρες περιφέρειες – όπως αυτή της Τοσκάνης – να διαδηλώνουν σήμερα ότι δεν είναι Ιταλοί, ότι δεν οφείλουν να ανήκουν στην Ιταλία και ότι πρέπει να αναβιώσουν το δικό τους κράτος από την εποχή της «δημοκρατίας της Φλωρεντίας» την περίοδο της Αναγέννησης. Δείτε επίσης τι συμβαίνει στο Βέλγιο, όπου οι Φλαμανδοί ανακάλυψαν ξαφνικά στον 21ο αιώνα ότι πίσω στον μεσαίωνα αποτελούσαν ανεξάρτητο δουκάτο και επομένως οφείλουν να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους.

Δείτε τέλος τι γίνεται στην Κύπρο. Αυτό που οι αποικιοκράτες Άγγλοι και Αμερικανοί επιδιώκουν να επιβάλλουν στο νησί με τις λόγχες της τουρκικής εισβολής και κατοχής, αυτό που επεδίωξαν να νομιμοποιήσουν με το σχέδιο Ανάν το 2004, είναι το ίδιο με αυτό που επιδιώκεται να επιβληθεί και στην Ελλάδα. Αναίμακτα, ήσυχα και στα μουλωχτά ως «θεσμική ανασυγκρότηση» του κράτους υπό το καθεστώς της νέας κατοχής.

Το παλιό σχέδιο της ναζιστικής κατοχής να τεμαχιστεί η Ελλάδα σε τρεις διαφορετικές ζώνες, αναβιώνει σήμερα με τις 13 ημιαυτόνομες περιφέρειες του Καλλικράτη. Αυτή είναι μια ακόμη μεγάλη υπηρεσία που προσφέρει ετούτη η κυβέρνηση στο ελληνικό έθνος.

Με την μετεξέλιξη της Ελλάδας, από κυρίαρχο κράτος σε Ελλάδα των περιφερειών μέσα σε μια Ευρώπη των περιφερειών, φαντάζεται π.χ. το Στέϊτ Ντιπάρντμεντ ότι μπορεί η γίνει βιώσιμο και το άθλιο προτεκτοράτο που δημιούργησε η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη πρώην Γιουγκοσλαβία και πασχίζει να αποκτήσει το όνομα Μακεδονία. Αντί να επιβιώνει μόλις και μετά βίας με την οικονομική βοήθεια από την ΕΕ και τις ΗΠΑ, ας του δώσουμε τον αναγκαίο ζωτικό χώρο για να αποκτήσει ουσιαστική κρατική υπόσταση. Έτσι σκέφτονται στην Ουάσιγκτον αυτή τη στιγμή και βλέπουν στην ελεγχόμενη χρεοκοπία της χώρας μια θαυμάσια ευκαιρία να ξανανοίξουν το ζήτημα της αναδιάταξης των συνόρων στα Βαλκάνια. Όχι με όρους στρατιωτικοπολιτικούς, όπως παλιότερα, αλλά με όρους οικονομικής επιβίωσης με τους οποίους μπορούν να πετύχουν τα ίδια αποτελέσματα, αλλά χωρίς στρατούς, πολέμους και αίματα, που πάντα τείνουν να δημιουργούν καταστάσεις εκτός ελέγχου.

Αυτός ήταν κι ένας από τους βασικούς λόγους που ο κ. Ερτογκάν μας επισκέφτηκε με όλη την σουλτανική του κουστωδία με πάνω από 100 επιχειρηματίες για να προωθήσει στο παρασκήνιο συμφωνίες εκχώρησης ζωτικών συμφερόντων της χώρας για συνεκμετάλλευση από ελληνοτουρκικά επιχειρηματικά σχήματα. Υπό τις ευλογίες φυσικά των ΗΠΑ, που θέλουν το Αιγαίο ακραιφνώς Νατοϊκή θάλασσα, και φυσικά την προκλητική εθελοδουλία της κυβέρνησης.

Όταν μια χώρα έχει παραδοθεί στο χειρότερο οικονομικό καθεστώς κατοχής στην ιστορία της, είναι μάλλον αστείο να μιλά κανείς για εθνική κυριαρχία και προάσπιση των συμφερόντων της. Άλλωστε ο κ. Πάγκαλος μας ξεκαθάρισε ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης δεν μπορεί να θέσει «κόκκινες γραμμές». «Εδώ παρακαλάμε για βοήθεια, είπε, και εσείς θέλετε να βάλουμε όρους;»

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στο Hellenic NEXUS, τ. 46 Nοέμβριος 2010.

Η χώρα μπαίνει σε τροχιά αυτοκτονίας

Η χώρα μπαίνει σε τροχιά αυτοκτονίας

 

Συνέντευξή του Κώστα Λαπαβίτσα*

στην εφημερίδα «Ελευθερία» και στον Αποστόλη Ζώη


 

«Όσο αυξάνεται η ανεργία και χειροτερεύουν οι τραπεζικές πιστώσεις,τόσο χειρότερα θα γίνονται τα πράγματα για τις επενδύσεις. Υπάρχει κίνδυνος να λιμνάσει η ελληνική οικονομία για χρόνια».

 

Ποιοί οι λόγοι για τους οποίους οδηγούμαστε σε νέα μέτρα;

 

“Ο κυριότερος λόγος είναι ότι ναυάγησε η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Παπανδρέου. Η λιτότητα έφερε βαθειά ύφεση, δηλαδή μείωση του ΑΕΠ κατά 4.5% το τελευταίο τρίμηνο, ανεργία 12.2% τον Αύγουστο με παράλληλη συρρίκνωση της απασχόλησης, σημαντική πτώση των εξαγωγών τον Σεπτέμβριο, αδυναμία της κατανάλωσης, αδυναμία των επενδύσεων, υποχώρηση των πιστώσεων, αλλά και πληθωρισμό στο 5.2%. Οι εκτιμήσεις των ειδικών του Μνημονίου αποδεικνύονται τελείως λανθασμένες.

Η κυβέρνηση δεν μπόρεσε καν να πετύχει το στόχο μείωσης του ελλείμματος. Τα έσοδα υπολείπονται, πρώτον, λόγω της ύφεσης που έχει περιορίσει την αποδοτικότητα των έμμεσων φόρων και, δεύτερον, λόγω της υποτονικής λειτουργίας του φοροσυλλεκτικού μηχανισμού, ο οποίος αντιδρά στις μισθολογικές περικοπές, αλλά και στο διασυρμό που έχει υποστεί. Η αναθεώρηση των στοιχείων από τη Γιούροστατ έφερε το έλλειμμα στο 9.4% για το 2010, τελείως πέρα από τις προβλέψεις του Μνημονίου.

Παρά την αποτυχία της η κυβέρνηση επιμένει ότι θα συνεχίσει στον ίδιο δρόμο. Αυτό σημαίνει περαιτέρω περικοπές, ύψους περίπου 4 δις ευρώ, που θα προστεθούν στην καταιγίδα των φόρων που ήδη προβλέπονται από το Μνημόνιο για το 2011. Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται να πειράξει μισθούς και συντάξεις. Αμφιβάλλω πολύ ότι θα κρατήσει το λόγο της.

Αλλά ακόμη κι αν το κάνει, τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά. Θα μειωθεί η δημόσια κατανάλωση και οι επενδύσεις, η ύφεση θα γίνει βαθύτερη και η ανεργία θα μεγαλώσει. Τα σχολεία, οι δρόμοι και κυρίως τα νοσοκομεία για τα οποία προβλέπονται τεράστιες περικοπές, θα εμφανίσουν τραγική εικόνα. Πρόκειται για πορεία διάλυσης του οικονομικού και κοινωνικού ιστού. Παράλληλα το άχθος του δημόσιου χρέους θα γίνεται σταδιακά μεγαλύτερο, χωρίς η Ελλάδα να αποκτά τη δυνατότητα αυτοδύναμης αποπληρωμής. Ήδη, μετά την αναθεώρηση, το χρέος πιθανώς να ξεπεράσει το 140% του ΑΕΠ για το 2010. Η χώρα φαίνεται να μπαίνει σε τροχιά αυτοκτονίας”.

 

Γιατί δεν έρχεται η ανάπτυξη στη χώρα μας;

 

“Το πρόβλημα της ανάπτυξης έχει να κάνει με την πτώση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία οφείλεται στο μακροχρόνιο πάγωμα των μισθών στις χώρες του κέντρου της Ευρωζώνης και κυρίως στη Γερμανία. Την προηγούμενη δεκαετία η πτώση της ανταγωνιστικότητας δεν έγινε άμεσα αισθητή λόγω του φθηνού δανεισμού από το εξωτερικό, αλλά και της γιγάντωσης των εγχώριων τραπεζών. Φτιάχτηκε μια πλασματική εικόνα ευημερίας στηριγμένης στην υψηλή κατανάλωση. Η κρίση του 2007-9 αποκάλυψε όμως την πραγματική αδυναμία του ελληνικού κεφαλαίου.

Για να υπάρξει ανάπτυξη χρειάζεται να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα. Η βελτίωσή της εξαρτάται από το πως θα κινηθούν οι μισθοί αλλά και η παραγωγικότητα της εργασίας. Δυστυχώς το Μνημόνιο έχει επιβάλλει πολιτική που είναι βαθειά προβληματική στα θέματα αυτά και δεν ευνοεί την ανάπτυξη.
Από τη μιά, επιφέρει μείωση μισθών. Προσπαθεί δηλαδή να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα με τον βαρβαρότερο τρόπο. Το πρόβλημα όμως είναι ότι λιτότητα έχει επιβάλλει και η υπόλοιπη Ευρωζώνη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας. Άρα και οι ευρωπαϊκοί μισθοί πιέζονται προς τα κάτω. Δεν υπάρχει λοιπόν προοπτική ουσιαστικής βελτίωσης της ελληνικής θέσης, παρά το τεράστιο κόστος για τους εργαζόμενους.

Από την άλλη, επιχειρεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα μέσω της απελευθέρωσης των αγορών και της συρρίκνωσης του κράτους. Πρόκειται για τις πλέον συντηρητικές ιδέες στην οικονομική θεωρία, οι οποίες έχουν δυστυχώς επανακάμψει πρόσφατα. Ακούγεται όλο και πιο έντονα η άποψη ότι για να βγουν οι οικονομίες από την κρίση θα πρέπει να συρρικνωθεί το δημόσιο, ανοίγοντας το δρόμο για τη μεγέθυνση του ιδιωτικού τομέα.

Πρωταγωνιστής είναι ο Αλμπέρτο Αλεσίνα, καθηγητής του Χάρβαρντ, γνωστός για τις νεοφιλελεύθερες αναλύσεις του. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΔΝΤ έχει τηρήσει κριτική στάση απέναντι στις θέσεις του Αλεσίνα. Η ΕΕ είναι πολύ πιο σκληρή από το ΔΝΤ στο θέμα αυτό και πιέζει αφόρητα την Ελλάδα.
Η κυβέρνηση ήδη προχωρεί σε τέτοια μέτρα με τις περικοπές δαπανών, την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και τις εξαγγελίες για τις ΔΕΚΟ.

Πρόκειται για τραγική επιλογή που δεν πρόκειται να φέρει ανάπτυξη. Απεναντίας, η απότομη σμίκρυνση του κράτους και το ξαφνικό άνοιγμα των μεταφορών, των φαρμακείων, κλπ, πιθανόν να συμπαρασύρει προς τα κάτω και τον ιδιωτικό τομέα. Πλήθος ιδιωτικών επιχειρήσεων στηρίζονται στην κρατική ζήτηση και θα χτυπηθούν αν αυτή μειωθεί. Το ξαφνικό άνοιγμα των επαγγελμάτων μέσα σε συνθήκες ύφεσης θα μεγαλώσει την ανασφάλεια. Όσο αυξάνεται η ανεργία και χειροτερεύουν οι τραπεζικές πιστώσεις, τόσο χειρότερα θα γίνονται τα πράγματα για τις επενδύσεις. Υπάρχει κίνδυνος να λιμνάσει η ελληνική οικονομία για χρόνια”.

 

Δεν θα έχουμε όμως αναπτυξιακά οφέλη από τη συμμετοχή μας στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ και στην Ευρωζώνη;

 

“Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωζώνη είναι σφάλμα ιστορικών διαστάσεων που τη συνθλίβει. Η Ευρωζώνη παρουσιάστηκε ως απάνεμο λιμάνι και πεδίο σύγκλισης με τον πλούσιο βορρά. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μηχανισμό δημιουργίας πλεονασμάτων για το κέντρο – ιδίως για την Γερμανία – και ελλειμμάτων για την περιφέρεια.

Η Ελλάδα υποφέρει από την πολύ υψηλή ισοτιμία με την οποία μπήκε στο σύστημα. Πιέζεται ακόμη από την απώλεια νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής, από τα δεσμά του Συμφώνου Σταθερότητας και από τις δομικές πιέσεις στην αγορά εργασίας. Δεν αποφεύχθηκαν οι βαθύτατες κρίσεις, ενώ η ΕΕ μας δάνεισε με εξαιρετικά επαχθείς όρους και μόνον όταν υπήρξε μεγάλος κίνδυνος για τις τράπεζες του κέντρου από μια πιθανή ελληνική χρεοκοπία.

Όλες οι αλλαγές που έχουν λάβει χώρα στην Ευρωζώνη από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά είναι σε ακόμη πιο συντηρητική κατεύθυνση. Το αποκορύφωμα ήταν η τελευταία πρόταση της κ. Μέρκελ για μόνιμο μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων όπου μέρους του κόστους θα επωμίζονται και οι ιδιωτικές τράπεζες. Δε μπορεί κανείς βεβαίως να της προσάψει το ότι θέλει να αναγκάσει και τους άφρονες δανειστές και κερδοσκόπους να σηκώσουν μέρος του κόστους.

Αλλά το αποτέλεσμα θα είναι η θεσμοθέτηση μόνιμης διαφοράς ανάμεσα στα επιτόκια δανεισμού των χωρών του κέντρου και της περιφέρειας. Η χώρα μας δηλαδή θα δανείζεται με σαφώς υψηλότερο επιτόκιο από τις χώρες του κέντρου. Άρα δεν θα απομείνει απολύτως κανένας θετικός λόγος για να συνεχίσει να ανήκει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη. Είναι άμεση ανάγκη να επανεξετάσει η ελληνική κοινωνία τη συμμετοχή της στην Ευρωζώνη, αν θέλει να αντιμετωπίσει την κρίση και να μπειι σε τροχια ανάπτυξης”.

 

Μπορεί η Ελλάδα να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του χρέους, αν είναι έτσι τα πράγματα;

 

“Θέλω καταρχήν να τονίσω ότι το χρέος είναι άμεσα συνδεμένο με τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Όσο έπεφτε η ανταγωνιστικότητα, τόσο μεγάλωνε το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών με το εξωτερικό. Άρα έπρεπε η χώρα να δανείζεται από τις τράπεζες του κέντρου για να καλύπτει το εξωτερικό της έλλειμμα. Παράλληλα γιγαντώθηκαν και οι ελληνικές τράπεζες που δάνειζαν για κατανάλωση και άλλα. Ο μεγάλος όγκος του δανεισμού στην χώρα μας είναι ιδιωτικός και όχι δημόσιος. Το ίδιο συνέβη και στις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας. Στη ρίζα του περιφερειακού χρέους βρίσκεται το ευρώ.

Το χρέος που έχει πλέον συσσωρεύσει η Ελλάδα αποκλείεται να αποπληρωθεί αυτοδύναμα, ότι κι αν λέει ο κ. Παπανδρέου. Δεν είναι δυνατόν μια χώρα με ποσοστά χρέους που θα φτάσουν ίσως στο 170%-180% του ΑΕΠ στο άμεσο μέλλον, και με τις προοπτικές ανάπτυξης που έχει επιβάλλει η Ευρωζώνη, να επιστρέψει στις διεθνείς αγορές. Το πρώτο βήμα για την ουσιαστική αντιμετώπιση του χρέους θα πρέπει λοιπόν να είναι η ευθεία παραγραφή του.

Εμμέσως πλην σαφώς και η ίδια η κυβέρνηση το αποδέχεται, δεδομένου ότι συχνά αναφέρεται στην αναδιάρθρωση. Η αναδιάρθρωση όμως του χρέους δεν αποτελεί πανάκεια από μόνη της. Εξαρτάται από το πως θα γίνει και κυρίως από το αν θα υπάρξει πρωτοβουλία από πλευράς του δανειζόμενου, με διαφάνεια και συμμετοχή των λαϊκών στρωμάτων.

Η επιμήκυνση την οποία συζητάει η κυβέρνηση Παπανδρέου είναι ένα ακόμη παράδειγμα εσφαλμένης πολιτικής που υπερασπίζεται τα συμφέροντα των τραπεζών και όχι της κοινωνίας. Δεν θα ελαττώσει ουσιαστικά το βάρος του χρέους, ενώ θα επιτρέψει σε διάφορους τραπεζικούς μεσολαβητές να πραγματοποιήσουν μεγάλα κέρδη. Υπάρχει ακόμη κίνδυνος να μεταβάλλει το νομικό καθεστώς του χρέους, που έχει συναφθεί υπό το ελληνικό δίκαιο κατά 90%. Αν το χρέος τεθεί υπό το αγγλικό ή το αμερικανικό δίκαιο, κερδισμένοι θα βρεθούν οι δανειστές διότι το νομικό πλαίσιο θα μεροληπτεί υπέρ αυτών. Κάτι τέτοιο θα κάνει μια μελλοντική παραγραφή του χρέους πολύ πιο δύσκολη”.

 

Τι πρέπει τότε να γίνει για να αντιμετωπιστεί το χρέος;

 

“Νομίζω ότι θα χρειαστεί, πρώτον, η χώρα να προχωρήσει σε μονομερή παύση πληρωμών ώστε να αναλάβει η ίδια την πρωτοβουλία των κινήσεων. Θα πρέπει κατόπιν να υπάρξει πλήρης διαφάνεια, δηλαδή να ανοίξουν τα αρχεία τους το Υπουργείο Οικονομικών και η Τράπεζα της Ελλάδας ώστε να δει η κοινωνία τι πραγματικά συμβαίνει με το χρέος. Ποιό μέρος είναι απεχθές, ποιό παράνομο, ποιό παράτυπο; Ποιός έχει ευθύνες για θέματα όπως οι άκρως προβληματικές σχέσεις του δημοσίου με τράπεζες όπως η Γκόλντμαν Σακς τη δεκαετία που μας πέρασε; Θα πρέπει οι εργατικές οργανώσεις και η κοινωνία των πολιτών να λάβουν άμεση γνώση για να δούμε γρήγορα τι δεν πρόκειται να αποπληρωθεί.

Σε αυτή τη βάση, θα πρέπει η Ελλάδα να προχωρήσει σε συνολική αναδιαπραγμάτευση, υπό την ελληνική νομοθεσία, με την προοπτική να υπάρξει ουσιαστικό ‘κούρεμα’ των τραπεζών που κατέχουν το μεγάλο μέρος του χρέους. Αν κρίνουμε από την πρόσφατη εμπειρία άλλων χωρών, το ‘κούρεμα΄ δύσκολα θα είναι μικρότερο του 50%-60%. Θα εξαρτηθεί βέβαια από το τι θα δείξουν τα βιβλία, αλλά η επιδίωξη θα πρέπει να είναι η ταχύτερη δυνατόν συμφωνία με τις τράπεζες-δανειστές.

Να τονίσω ότι όσο περισσότερο καθυστερεί η Ελλάδα, τόσο πιο δύσκολο θα γίνεται το πρόβλημα. Αφενός, ο όγκος του χρέους θα μπαίνει σταδιακά κάτω από ξένη νομοθεσία δεδομένου ότι η χώρα θα συνεχίσει να παίρνει τα καταστροφικά δάνεια του Μνημονίου τα οποία προφανώς δεν εμπίπτουν στο ελληνικό δίκαιο. Αφετέρου, οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες θα βελτιώνουν σταδιακά τη θέση τους και άρα θα γίνουν πολύ σκληρότεροι διαπραγματευτές.

Η μονομερής παύση πληρωμών θα κάνει βέβαια την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές πολύ δύσκολη. Να θυμίσω όμως ότι η Ελλάδα είναι ήδη αποκλεισμένη από τις αγορές και δεν υπάρχει ρεαλιστική προοπτική αυτοδύναμης επιστροφής, παρά τις μονίμως αισιόδοξες διαβεβαιώσεις του κ. Παπακωνσταντίνου. Η χώρα θα μπορέσει να επιστρέψει αυτοδύναμα μόνο όταν τακτοποιήσει τα του οίκου της. Αυτό σημαίνει ουσιαστική παραγραφή του χρέους, πράγμα που μεσοπρόθεσμα θα το δεχτούν οι αγορές γιατί η μνήμη τους είναι βραχεία.

Και επειδή πολλά λέγονται για τις καταστροφικές συνέπειες της πάυσης πληρωμών ως προς τη διεθνή θέση της Ελλάδας, να πω ότι η Αργεντινή, παρότι ‘κούρεψε’ τους πιστωτές της βαθειά και μονομερώς, έγινε μέλος του G20”.

 

Η παραγραφή του χρέους και το ‘κούρεμα’ των τραπεζών δεν θα δημιουργήσει προβλήματα όσον αφορά τη συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη;

 

“Το θέμα της συμμετοχής μας στην Ευρωζώνη θα τεθεί ευθέως. Όπως ήδη ανέφερα, το ευρώ βρίσκεται στην καρδιά του ελληνικού προβλήματος. Η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να βάλει την οικονομία της σε πιο παραγωγική βάση αν δεν βγει από την Ευρωζώνη. Μια τέτοια κίνηση ενέχει βέβαια κινδύνους, δημιουργεί όμως προοπτικές ανάπτυξης και βαθειάς κοινωνικής αλλαγής.

Η έξοδος από την Ευρωζώνη θα πρέπει να γίνει χωρίς προηγούμενη ανακοίνωση ώστε να αποφευχθεί κατα το δυνατόν η διαρροή κεφαλαίου στο εξωτερικό. Θα πρέπει ακόμη να κλείσουν οι τράπεζες για σύντομο χρονικό διάστημα ώστε να μην υπάρξει πανικός των καταθετών. Η επιστροφή στη δραχμή, αλλά και η παραγραφή του χρέους, θα δημιουργήσει βεβαίως προβλήματα στις τράπεζες που θα πρέπει αμέσως να τεθούν υπό δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία ώστε να προστατευτούν οι καταθέσεις. Ο δημόσιος έλεγχος θα επιτρέψει όμως στις τράπεζες να αρχίσουν ξανά να χρηματοδοτούν τον παραγωγικό τομέα που τώρα ασφυκτιά. Θα μπουν έτσι οι βάσεις για τη συνολική αναδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού.

Η αλλαγή του νομίσματος θα φέρει σοκ στην αγορά και για ένα διάστημα θα υπάρξουν παράλληλες τιμές σε ευρώ και σε δραχμές. Θα υπάρξει επίσης υποτίμηση και άρα τόνωση των εξαγωγών που είναι απολύτως απαραίτητη. Θα ανέβουν όμως και οι τιμές των εισαγομένων, ιδίως του πετρελαίου, άρα θα χρειαστεί κρατική παρέμβαση για την εγγύηση της λειτουργίας μεγάλου φάσματος επιχειρήσεων. Θα χρειαστεί επίσης κρατική παρέμβαση για τη στήριξη του λαϊκού εισοδήματος, πράγμα που σημαίνει αναδιανομή μέσω φορολογίας και μισθολογικής πολιτικής.

Όσο για τα δημόσια ελλείμματα, η εμπειρία δείχνει ότι εξαλείφονται σε σύντομο χρονικό διάστημα εφόσον η χώρα μπει σε διαδικασία ανάκαμψης. Για ένα διάστημα μετά την έξοδο από το ευρώ θα μπορεί εξάλλου το κράτος να καλύπτει τις ανάγκες του με την έκδοση νομίσματος. Μεσοπρόθεσμα θα πρέπει βεβαίως να υπάρξει δραστική αλλαγή του φορολογικού συστήματος ώστε να συμπεριλάβει τους πλούσιους και το κεφάλαιο. Είναι προφανές, τέλος, ότι απαιτείται εκ βάθρων αναδιάρθρωση του κράτους, κάθαρση, διαφάνεια και δημοκρατικός έλεγχος από τα κάτω.

Τα μέτρα αυτά δεν είναι καθόλου ακραία, αν αναλογιστούμε το αδιέξοδο στο οποίο έχει βρεθεί η Ελλάδα. Η τωρινή πολιτική επιβάλλει τρομακτικό κόστος, ενώ παράλληλα οδηγεί τη χώρα στη χρεοκοπία. Η ιθύνουσα τάξη της Ελλάδας μοιάζει παραλυμένη και τρομοκρατημένη από το μέγεθος του προβλήματος. Τα λαϊκά στρώματα θα πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία εξόδου από την κρίση αποδεχόμενα και το αναπόφευκτο κόστος.

Η παύση πληρωμών και η έξοδος από το ευρώ μπορούν να βάλουν τη χώρα σε άλλη τροχιά ανάπτυξης, αλλάζοντας παράλληλα την κοινωνική ισορροπία υπέρ της εργασίας και κατά του κεφαλαίου. Το ιστορικό λάθος της εισόδου στην Ευρωζώνη μπορεί να διορθωθεί από την εργατική τάξη, δημιουργώντας πολύ καλύτερες συνθήκες για την κοινωνική εξέλιξη προς όφελος των πολλών”.

 

Που οδηγείται τελικά η Ευρώπη; Έχει μέλλον η Ευρωπαϊκή Ένωση;

 

“Η Ευρώπη σταδιακά μεταλλάσσεται σε δευτερεύοντα παράγοντα του παγκοσμίου συστήματος. Πρόκειται για γιγαντιαία αποτυχία του κυρίαρχου νεοφιλελευθερισμού στην ήπειρο, αλλά και για μια ακόμη αποτυχία της Γερμανίας, η οποία και πάλι φαίνεται ότι δεν κατέχει το μυστικό της αυτοκρατορίας. Η Ευρωζώνη είναι απολύτως μη βιώσιμη με τη σημερινή μορφή της. Όλα δείχνουν επίσης ότι δεν επιδέχεται μεταρρύθμιση, ούτε υπέρ των πολλών, ούτε υπέρ των φτωχότερων.

Οι περιφερειακές χώρες αντιμετωπίζουν την προοπτική μόνιμης λιτότητας, η οποία θα συνεχίσει να αποφέρει καθαρά οφέλη στη Γερμανία. Το μέλλον τους περιλαμβάνει υψηλή ανεργία, χαμηλή ανάπτυξη, μείωση των εισοδημάτων και κοινωνική σκληρότητα.

Δεδομένου ότι η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, ακόμη και η Ιταλία, αντιμετωπίζουν τεράστιο όγκο χρέους, στην πράξη θα βρεθούν αντιμέτωπες με την παύση πληρωμών. Οι κίνδυνοι για τις τράπεζες του κέντρου είναι θανάσιμοι, καθώς τα ποσά είναι πολύ μεγάλα. Ήδη η Ιρλανδία αναγκάζεται να ακολουθήσει τα βήματα της Ελλάδας και να αποδεχτεί πρόγραμμα ΔΝΤ-ΕΕ.

Είναι πιθανόν, ως εκ τούτου, να αλλάξει άρδην η μορφή της Ευρωζώνης στο άμεσο μέλλον. Οι πιέσεις στην περιφέρεια μπορεί να δημιουργήσουν ρήγμα στο κοινό νόμισμα, ωθώντας τη Γερμανία στην εισαγωγή ενός ευρώ για το κέντρο και ενός για την περιφέρεια. Μπορεί ακόμη και να υπάρξει διάλυση της Ευρωζώνης με διατήρηση μόνο του σκληρού πυρήνα της και έξοδο των περιφερειακών χωρών.

Θα ήταν σφάλμα να θρηνήσει κανείς το τέλος της Ευρωζώνης, ή να το θεωρήσει τέλος της αλληλεγγύης των ευρωπαϊκών λαών. Οι νομισματικές ενώσεις είναι οικονομικοί μηχανισμοί με περιορισμένο χρόνο ζωής. Η Ευρωζώνη αποδείχτηκε ένα εκμεταλλευτικό και αντιφατικό κατασκεύασμα που δημιούργησε τεράστια προβλήματα, χωρίς προφανή οφέλη για τις περιφερειακές χώρες, πόσο μάλλον για τα εργατικά στρώματα της Ευρώπης. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να γίνει η έξοδος με όρους που θα φέρουν αλλαγή υπέρ της εργασίας, άρα κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη. Η διαδικασία εξόδου θα ανοίξει επίσης πεδίο για ουσιαστική αλληλεγγύη ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς λαούς. Τα σημάδια δείχνουν ότι αυτό έχει αρχίσει πλέον να γίνεται αντιληπτό στη χώρα μας”.

 

* Ο Κώστας Λαπαβίτσας είναι καθηγητής οικονομικών στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.  

 

ΠΗΓΗ: Κυρ 21/11/2010, tvxsteam, http://tvxs.gr/node/71431

Ο ΣΕΒ αμφισβητεί το μνημόνιο …. διαρθρωτικά

Ο ΣΕΒ αμφισβητεί το μνημόνιο και ζητά επιτάχυνση των «διαρθρωτικών αλλαγών»

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

 

Ο πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Δ. Δασκαλόπουλος ζήτησε από τον επίτροπο κ. Όλι Ρεν να υπάρξει «μία εσωτερική αναδιάρθρωση του Μνημονίου.» Αυτό είπε σε δήλωσή του ο κ. Δασκαλόπουλος αμέσως μετά την συνάντηση του με τον κ. Ρεν στο πλαίσιο επαφών με τους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων που πραγματοποίησε το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΕΒ στις 17 και 18 του μηνός.

Ο κ. Δασκαλόπουλος διευκρίνησε τα εξής: «Αναπτύξαμε στον κ. Rehn την άποψή μας ότι απαιτείται μία εσωτερική αναδιάρθρωση του Μνημονίου. Αυτή συνεπάγεται την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη υλοποίηση των προβλεπόμενων διαρθρωτικών αλλαγών σε συνδυασμό με μία σειρά από μέτρα έκτακτης ανάγκης για την αποκατάσταση της ρευστότητας στον ιδιωτικό τομέα και την επίσπευση της αναπτυξιακής διαδικασίας μέσα από την τόνωση της επιχειρηματικότητας.  Κι αυτό θα δικαιολογούσε μια ανοχή στις διαφαινόμενες αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους του 2010 και του 2011, δεδομένου ότι ο κοινωνικός ιστός δεν αντέχει νέες περικοπές και νέους φόρους.»

Με άλλα λόγια ο πρόεδρος του ΣΕΒ αμφισβητεί ανοιχτά πλέον τη δυνατότητα να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του μνημονίου και αντιπροτείνει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην «υλοποίηση των προβλεπόμενων διαρθρωτικών αλλαγών», όπως και στην «τόνωση της επιχειρηματικότητας». Ο λόγος, όπως αναφέρει ο ίδιος, είναι ότι ο «κοινωνικός ιστός» δεν αντέχει περισσότερες περικοπές και φόρους.

Στην πραγματικότητα αυτό που καίει τον ΣΕΒ είναι ότι οι δραστικές περικοπές στις δαπάνες του δημοσίου, αλλά και οι έκτακτες φορολογικές επιδρομές, αρχίζουν να ενοχλούν μια κατεξοχήν κρατικοδίαιτη και παρασιτική μονοπωλιακή ολιγαρχία, που αντιπροσωπεύει ο Σύνδεσμος και η οποία γνωρίζει πώς να κερδίζει κυρίως μέσα από τις κρατικές προμήθειες, τα μεγάλα και μικρά έργα του δημοσίου, το προκλητικό καθεστώς των φοροαπαλλαγών, την διαπλοκή με τις κορυφές του κράτους και την κερδοσκοπία με την αποκαλούμενη ελεύθερη και ανοιχτή αγορά.

Η δημοσιονομική προσαρμογή του μνημονίου έχει στραγγίσει κυριολεκτικά τα εργαζόμενα στρώματα της κοινωνίας και ο ΣΕΒ φοβάται ότι αν επιμείνει η τρόικα σ’ αυτήν θα χρειαστούν τα μέλη του να βάλουν κι αυτά το χέρι στην τσέπη, είτε θα αναγκαστούν να δουν τα φορολογικά προνομία τους να ψαλιδίζονται, είτε θα πρέπει να αρκεστούν σε πολύ λιγότερες κρατικές χαριστικές συμβάσεις και έργα. Προς όφελος πάντα των δανειστών τοκογλύφων της ελληνικού κράτους.

Στο υπόμνημα που κατέθεσε ο ΣΕΒ στις 17 του μηνός «σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και την ανάγκη να επανέλθει η χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά» μιλά για μια «χωρίς ευρωπαϊκό προηγούμενο εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή της Ελλάδος», η οποία «σε μία μη ανταγωνιστική οικονομία που συρρικνώνεται, η στρατηγική αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους: τα έσοδα μπορεί να μην συγκεντρωθούν και η οικονομία να περάσει σε παρατεταμένη ύφεση

Το υπόμνημα του ΣΕΒ συνεχίζει: «Οι εξελίξεις στο α’ δεκάμηνο του 2010 επιβεβαιώνουν ότι οι ανωτέρω κίνδυνοι είναι πραγματικοί:

I. Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 2010 και το 2011 δεν θα επιτευχθούν.

II.Ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2011 (και πιθανώς για τα επόμενα χρόνια επίσης) θα είναι χαμηλότερος των εκτιμήσεων –σύμφωνα με ορισμένους πρόσφατους υπολογισμούς κατά μία ποσοστιαία μονάδα.

III.  Η κοινωνία, και ιδιαίτερα οι οικονομικά ασθενέστεροι, δεν αντέχει ούτε άλλες περικοπές μισθών και συντάξεων ούτε άλλους φόρους.»

Επισημαίνει επίσης τα εξής: «Με βάση τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Μνημόνιο, η χώρα είναι υποχρεωμένη να λάβει πρόσθετα μέτρα προκειμένου να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους της. Λύση δεν είναι πλέον η αύξηση των φόρων ή η περαιτέρω περικοπή εισοδημάτων. Μία αύξηση φόρων θα φέρει ελάχιστα (ίσως και καθόλου) νέα έσοδα, ενώ μια νέα περικοπή σε μισθούς και συντάξεις ενέχει τον κίνδυνο να σπρώξει την οικονομία βαθύτερα στην ύφεση και να προκαλέσει κοινωνική αναταραχή.» Κάτι βέβαια που έχει κάθε λόγο να ανησυχεί τον ΣΕΒ.

Ως προς τις προοπτικές της συνεχιζόμενης πολιτικής ο ΣΕΒ είναι κατηγορηματικός: «Ακόμη κι αν υλοποιηθούν, χωρίς αποκλίσεις, όλοι οι στόχοι του Μνημονίου, η χώρα και πάλι θα έχει μία σχέση χρέους προς ΑΕΠ που δύσκολα θα εξυπηρετείται ή θα μειώνεται, μέσα σ’ ένα μη ανταγωνιστικό περιβάλλον με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης

Αυτό βέβαια που ενοχλεί τον ΣΕΒ δεν είναι ούτε η υπερχρέωση της χώρας, ούτε η καταστροφή που συνεπάγεται για τα λαϊκά εισοδήματα, αλλά το γεγονός ότι «Παρά τις σημαντικές αλλαγές που έχουν αποφασισθεί, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προχωρούν νωχελικά, δεν είναι πάντα τόσο αποτελεσματικές όσο οφείλουν να είναι και επικρατεί μία τάση να αποδυναμώνονται μετά την ψήφισή τους μέσω υπουργικών αποφάσεων και πρόσθετων νόμων.» Εδώ βρίσκεται όλο το ζουμί. Γι’ αυτό και καταλήγει στα εξής συμπεράσματα:

– «Είναι απόλυτα απαραίτητο να επιταχυνθούν και να εντατικοποιηθούν όλα τα μέτρα που προωθούν την ανάπτυξη, άμεσα και έμμεσα, τώρα και στο μέλλον.  Επιπλέον, αν δεν αλλάξει η αρνητική ψυχολογία που επικρατεί στην αγορά και αν δεν τεθεί ο ιδιωτικός τομέας στην εμπροσθοφυλακή της αναπτυξιακής προσπάθειας – καθώς ο δημόσιος τομέας αναπόφευκτα θα συρρικνώνεται – η οικονομία δεν θα μπορέσει να αναπτυχθεί.

– Πρέπει να σηματοδοτηθεί μια συγκροτημένη και ορατή μετάβαση από μια οικονομία κρατικής καθοδήγησης και κυριαρχίας σε ένα  περιβάλλον πραγματικά ανοικτής αγοράς, που αναδεικνύει την ιδιωτική πρωτοβουλία και ευνοεί τις επενδύσεις για τη δημιουργία ανάπτυξης και θέσεων εργασίας.

– Προκύπτει, λοιπόν, η ανάγκη να προσδιοριστεί μία νέα ισορροπία στις πολιτικές που προδιαγράφει το Μνημόνιο – χωρίς να αλλάξουν οι στόχοι και η διάρκειά του.  Η δυνατότητα μίας τέτοιας αλλαγής προβλέπεται εξάλλου από το ίδιο το Μνημόνιο

Αυτό που αντιλαμβάνεται ως ανάπτυξη ο ΣΕΒ θα υπάρξει μέσα από «τη λήψη μίας σειράς Μέτρων – Σοκ ώστε να καταπολεμηθεί η ύφεση και να προωθηθεί η στροφή στις επενδύσεις και στην ανάπτυξη.  Απαιτείται, δηλαδή, μία επανεκκίνηση της οικονομίας με μέτρα όπως:

a.  Η αποκατάσταση της ρευστότητας στον ιδιωτικό τομέα με:

    i. Την απορρόφηση του πακέτου των €25 δισ. από τις τράπεζες.

    ii.  Την εξασφάλιση πόρων για την επιστροφή ΦΠΑ και εξόφληση χρεών και εκκρεμούντων τιμολογίων προς τον ιδιωτικό τομέα.

     iii. Τη διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ευνοϊκών κριτηρίων για τη χρηματοδότηση μεγάλων έργων (ιδιωτικού και δημόσιου τομέα).

  iv. Τον σχεδιασμό ενός χρηματοδοτικού προγράμματος για μεγάλα έργα που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, αλλά κινδυνεύουν να ξεμείνουν από κεφάλαια.

    v. Τον προσδιορισμό ενός ελάχιστου ύψους για τον ΠΔΕ και την ποιοτική εξέτασή του και αναβάθμισή του.

b.  Η λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης, όπως:

    i.   Η μείωση της φορολογίας στα μερίσματα.

  ii. Η επιτάχυνση των αποσβέσεων για νέες επενδύσεις.

   iii.  Η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για την ίδρυση και φορολογία εταιρειών συμμετοχών

  iv. Η σημαντική επιτάχυνση όλων των ιδιωτικοποιήσεων με την εξασφάλιση ότι τα έσοδα θα χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του χρέους.

    v.  Η χρήση ιδιωτικών εταιρειών για την παροχή υπηρεσιών του δημοσίου (outsourcing).

   vi. Η οριστικοποίηση των προδιαγραφών και την προκήρυξη διεθνών διαγωνισμών για 3-5 μεγάλα έργα που για καιρό τώρα βρίσκονται στο στάδιο του σχεδιασμού.»

Αυτό που αναζητά ο ΣΕΒ δεν είναι ανατροπή του μνημονίου, αλλά η αλλαγή του μίγματος πολιτικής του. Το ίδιο που ζητά και ο αρχηγός της ΝΔ κ. Σαμαράς, αλλά και από τις 16 του μηνός και ο πρωθυπουργός της χώρας, κ. Παπανδρέου. Πρόκειται για την επιβεβαίωση μιας συνολικής μεταστροφής που παρατηρείται τις τελευταίες ημέρες και η οποία δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας διακομματικής συναίνεσης σε επίπεδο διακυβέρνησης της χώρας.  

Αυτό που κρύβεται πίσω από αυτή τη δρομολογούμενη συναίνεση δεν είναι μόνο η οφθαλμοφανής αποτυχία του μνημονίου, που πλέον ομολογείται πανταχόθεν, αλλά και η προετοιμασία της άμεσης αναδιάρθρωσης του χρέους της χώρας υπό καθεστώς ελεγχόμενης πτώχευσης. Κι επειδή η αναδιάρθρωση αυτή – όπως κι αν ονομαστεί, όπως κι αν εμφανιστεί – θέτει επί τάπητος τις εμπράγματες εγγυήσεις που θα δοθούν στους δανειστές και στις αγορές προκειμένου η Ελλάδα να μπορεί από την επομένη να βγει στις αγορές και να συνεχίσει να δανείζεται, ο ΣΕΒ διεκδικεί μερίδιο από το μεγάλο φαγοπότι που επίκειται.

Δεν είναι τυχαίο που αυτές τις ημέρες εντείνεται η προπαγάνδα – φαιά και κίτρινη – η οποία ανακαλύπτει ξαφνικά ότι η Ελλάδα είναι μια πολύ πλούσια χώρα, με πολύ σημαντική και «αναξιοποίητη» δημόσια περιουσία, άφθονο ορυκτό πλούτο, από πετρέλαια έως ουράνιο, πλήθος επίσης αναξιοποίητων νησιών και άλλων «συγκριτικών πλεονεκτημάτων», κοκ. Γιατί λοιπόν να μην πουλήσει η χώρα μέρος της περιουσίας της, τα «ασημικά του σπιτιού», προκειμένου να ξεχρεώσει, ώστε να σταματήσει την πίεση στα δύσμοιρα λαϊκά στρώματα; Κι επομένως το επικίνδυνο δίλλημα που αρχίζει να τίθεται στον έλληνα εργαζόμενο είναι το εξής: Να συνεχίσει η χώρα στον ίδιο ατελέσφορο δρόμο των περικοπών και της λιτότητας, όπου ο εργαζόμενος θα χάσει μισθό, εργασία και σύνταξη; Ή να ξεπουλήσει τον πλούτο της, δημόσιο και φυσικό, προκειμένου να υπάρξει ανάπτυξη;

Αυτό το νόημα έχουν και οι διαρκείς αναφορές του ΣΕΒ στις «διαρθρωτικές αλλαγές», που σημαίνουν γενικευμένο ξεπούλημα και ταυτόχρονα προκλητικές παροχές στην ολιγαρχία που αντιπροσωπεύει μέσα από πρόσθετες φοροαπαλλαγές, ενισχύσεις ρευστότητας, επιδοτήσεις, εκχωρήσεις μεγάλων έργων, ιδιωτικοποιήσεις τομέων και υπηρεσιών του δημοσίου, μεγαλύτερο άνοιγμα της αγοράς στην ασυδοσία των μονοπωλίων, κοκ. Αυτό το μίγμα πολιτικής είναι που ζητά ο ΣΕΒ και έχει ονομάσει «μέτρα-σοκ». Πρόκειται όντως για μέτρα σοκ, που προτείνονται όχι για να αναπτυχθεί η οικονομία, όπως κι αν εννοεί κανείς αυτή την ανάπτυξη, αλλά για να κερδοσκοπήσουν οι αλιγάτορες της αγοράς με την χρεοκοπία του κράτους, την καταστροφή της οικονομίας, το ξεπούλημα της χώρας και την διάλυση της κοινωνίας. 

Ο κ. Δασκαλόπουλος μαζί με το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΕΒ πήγε στις Βρυξέλλες για να θυμίσει σ’ αυτούς που οργανώνουν το αλισβερίσι της επίσημης πτώχευσης της χώρας, ότι υπάρχουν κι αυτοί που θέλουν μερίδιο από την λεία. Γι’ αυτό και αίσθημα ικανοποίησης δήλωσε: «Πεποίθησή μου είναι ότι οι εταίροι μας έχουν τη διάθεση, τη βούληση να διευκολύνουν ακόμη περισσότερο την Ελλάδα να φέρει σε πέρας την οδυνηρή προσπάθεια οικονομικής ανόρθωσης την οποία καταβάλλει. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι θα εφαρμόσουμε με απαρέγκλιτη συνέπεια τα μεταρρυθμιστικά – αναπτυξιακά μέτρα που έχουμε προσυπογράψει.» Το μυαλό πάντα στο κεχρί.

Αυτό όμως που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι το πώς έκλεισε τη δήλωσή του ο κ. Δασκαλόπουλος: «Έθεσα, επίσης, στον Επίτροπο το θέμα του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης των ασθενέστερων χωρών και τόνισα την ανάγκη να καθοριστούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα αποτελεσματικοί μηχανισμοί που να καταδεικνύουν την αποφασιστικότητα να στηριχτεί όχι απλά το ευρώ αλλά πολύ περισσότερο η ίδια η Ένωση—το όραμα της, η κοινή προοπτική των λαών της.»

Τι σημαίνει αυτή η έμμεση αποστασιοποίηση από το ευρώ, που μέχρι πριν λίγο καιρό αποτελούσε το μέγιστο ταμπού όλων;

Μήπως είναι απλά ένας ελιγμός για να ζητήσει περισσότερες χρηματοδοτήσεις υπέρ βωμών και εστιών της Ε.Ε.; Μήπως ο κ. Δασκαλόπουλος και ο ΣΕΒ έχει προσχωρήσει ανοιχτά στην άποψη των κυρίαρχων κύκλων των ΗΠΑ, που θεωρεί αναπόφευκτη την άμεση μετεξέλιξη της ευρωζώνης σε δυο επιμέρους ζώνες, τη ζώνη του «μαλακού ευρώ» και τη ζώνη του «σκληρού ευρώ», προκειμένου να επιβιώσει ως νόμισμα το ίδιο το ευρώ; Μήπως γνωρίζει κάτι περισσότερο για τις αποφάσεις των κυρίαρχων κύκλων της ευρωζώνης και του σχεδίου ελεγχόμενης πτώχευσης της Ελλάδας, που όπως γράφεται προβλέπουν την προσωρινή έστω έξοδο της χώρας από τη ζώνη του ευρώ, την παραμονή της εντός της Ε.Ε. υπό καθεστώς κηδεμονίας και την εισαγωγή ενός ευρωνομίσματος ευκαιρίας που θα επιτρέπει την ταχύτερη υποτίμηση της ελληνικής οικονομίας;

Θα το μάθουμε πολύ σύντομα.

 

18/11/2010, Δημήτρης Καζάκης

 

ΠΗΓΗ: Αναρτήθηκε στις 21/11 στο www.inprecor.gr

Ελλάδα: Το δίδαγμα της Ιρλανδίας

Το δίδαγμα της Ιρλανδίας

 

Του Δημήτρη Καζάκη*



Η Ιρλανδία βρίσκεται στα πρόθυρα της επίσημης πτώχευσης. Κι αυτό ανεξάρ­τητα από το αν θα λάβει «βοήθεια» ή «στήριξη» από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Αυτή τη στιγ­μή, ανάμεσα στα όργανα της Ε.Ε., τις ΗΠΑ, το ΔΝΤ, τον γερμανικό άξονα στην Ευρωζώνη και τις «αγορές» παίζεται μια παρτίδα πόκερ για πολύ γερά νεύρα. Οι βασικοί παίκτες αυτής της παρτί­δας αδιαφορούν για την τύχη χωρών και λαών. Το ζητούμενο είναι ποιος και με ποιους όρους θα διαχειριστεί τη χρεοκοπία των χωρών της Ευρωζώνης και έτσι θα καθορίσει την τύχη του ευρώ.

Η ιρλανδική κυβέρνηση μέχρις στιγμής εμφανί­ζεται να αρνείται την προσφυγή στον μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Στα­θερότητας. Το μόνο που φαίνεται να συζητά είναι η χρηματοδότηση από το Ταμείο για τις τράπεζες της, που ομολογουμένως είναι σε άθλια κατάστα­ση. Σύμφωνα με την Irish Independent (15.11), ο υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας Μπράιαν Λένιχαν θα υποστηρίξει στο Ecofin την ανάγκη χρηματοδότησης μόνο των τραπεζών με 50 έως 80 δισ. ευρώ, για την αποπληρωμή των οποίων θα είναι υπεύθυνες μόνο οι τράπεζες.

Έτσι η κυβέρ­νηση της Ιρλανδίας θέλει να αποφύγει την απευ­θείας χρηματοδότηση του ιρλανδικού κράτους από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό προκειμένου να γλιτώσει ένα Μνημόνιο και μια δανειακή σύμβα­ση τύπου Ελλάδας. Πίσω από αυτή τη διστακτικότητα της ιρλανδι­κής κυβέρνησης βρίσκεται ο φόβος μήπως και «ντροπιαστεί» στη διεθνή κοινότητα, όπως ισχυ­ρίζεται η ίδια. Αυτό που πραγματικά φοβάται εί­ναι ότι θα χάσει κι αυτά τα μηδαμινά περιθώρια ελιγμών και ελευθερίας κινήσεων που είχε μέ­χρι σήμερα εντός του ευρώ. Γνωρίζει πολύ καλά ότι η υπαγωγή της Ιρλανδίας στο Ευρωπαϊκό Ταμείο θα τη μεταβάλει και επίσημα σε χώρα υπό καθεστώς κηδεμονίας σαν την Ελλάδα.
Κι αυτό ίσως πυροδοτήσει απρόσμενες αντιδράσεις από τον ιρλανδικό λαό, ο οποίος έχει δεχθεί στωικά τα πάνδεινα έως σήμερα, αλλά η κυβέρνηση τρέ­μει το ενδεχόμενο της μετατροπής της χώρας σε επίσημο προτεκτοράτο, κάτι που μπορεί να απο­τελέσει τη θρυαλλίδα των ανεξέλεγκτων κοινωνικών αντιδράσεων.

 

Στη σκιά του «όχι»

 

Το αίμα που έχει χυθεί για την εθνική ανεξαρ­τησία της Ιρλανδίας δεν έχει ξεχαστεί από τον ιρ­λανδικό λαό, όπως απέδειξε και το δημοψήφισμα για τη Συνθήκη της Λισσαβόνας τον Ιούνιο του 2008, όπου το 54% των Ιρλανδών είπε «όχι» στην υιοθέτηση της. Το βασικό επιχείρημα που έπεισε την πλειονότητα των Ιρλανδών να καταψηφίσουν την ευρωσυνθήκη ήταν η απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας.

«Μην έχετε καμιά αυταπάτη, αν η Συνθήκη της Λισσαβόνας επικυρωθεί, τότε το κυρίαρχο ανε­ξάρτητο ιρλανδικό έθνος θα πάψει να υπάρχει. Το όνειρο για το "δικαίωμα του λαού της Ιρλανδίας στην κατοχή της Ιρλανδίας και στον απρόσκοπτο έλεγχο των ιρλανδικών πεπρωμένων" ήταν αυτό που τροφοδότησε για αιώνες τους αγώνες που δι­εξήγαγαν οι Θίοντορ Γουλφ Τόουν, Ρόμπερτ 'Εμετ, Πάτρικ Πιρς και Τζέιμς Κόνολι. Η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας που συνεπάγεται η Συνθήκη της Λισσαβόνας δεν σημαίνει παρά την αποκήρυ­ξη αυτών των αγώνων ανά τους αιώνες», έγραφε στους Irish Times (22.9.2009) ένας από τους πρω­τεργάτες του «όχι» στο δημοψήφισμα της Ιρλαν­δίας.

Φυσικά η Συνθήκη της Λισσαβόνας επιβλήθη­κε παρά και ενάντια στο αποτέλεσμα του δημο­ψηφίσματος. Άλλωστε μετά το ιρλανδικό δημο­ψήφισμα οι προύχοντες και οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών θεώρησαν ότι ακόμη και η τυπική προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία αποτελεί πρό­βλημα και έτσι αρνήθηκαν να ξαναγίνουν δημο­ψηφίσματα στις χώρες – μέλη. Οι λαοί δεν πρέ­πει να έχουν κανέναν λόγο, μόνο οι κυβερνήσεις τους, που ξέρουν πώς να εξαγοράζονται, να πιέ­ζονται, να εκπορνεύονται και γενικά να υποτάσ­σονται πάντα σε συμφέροντα ανώτερα από εκεί­να του απλού κόσμου.

Αυτές είναι οι «δημοκρα­τικές» αξίες της άδολης και άσπιλης Ε.Ε. που επι­βάλλει σήμερα καθεστώτα κατοχής για να προ­φυλάξει τις τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και τις αγορές από τους «διεφθαρμένους» λαούς της Ευρωζώνης. Σήμερα, ύστερα από σχεδόν δυο χρόνια άγρι­ας και αιματηρής λιτότητας υπέρ του ευρώ και στα πλαίσια της Συνθήκης της Λισσαβόνας, το «όχι» αυτό συγκεντρώνει πολύ πάνω από το 70% των Ιρλανδών. Αυτό σκέφτεται η κυβέρνηση της Ιρλανδίας και τρέμει στην ιδέα επιβολής καθε­στώτος ανάλογου με αυτό της Ελλάδας.

Με συναίνεση των δυο μεγαλύτερων κομμά­των Fianna Fail και Fine Gael εφαρμόζεται στην Ιρλανδία ήδη από τις αρχές του 2009 ένα από τα χειρότερα προγράμματα λιτότητας που έχει εφαρμοστεί στην Ευρωζώνη, το οποίο εύστοχα από ορισμένους Ιρλανδούς δημοσιολόγους συγκρίνεται με τη Μεγάλη Πείνα που σάρωσε την Ιρλανδία στις αρχές του 19ου αιώνα με πάνω από 1 εκατομμύριο θύματα.

«Τότε οι αποικιοκράτες αφέντες της Ιρλανδίας αναδιάρθρωσαν μαζικά την εθνική οικονομία μετατρέποντας ουσιαστικά την ιρλανδική εξοχή σε ένα μεγάλο βοσκοτόπι, όπου ένα ζωικό κεφάλαιο για εξαγωγή μπορούσε να βοσκήσει. Τώρα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχουν εγκατασταθεί στην Πλατεία Μέριον (σ.σ.: εκεί βρίσκεται το κυβερνητικό μέγαρο) για να επιβλέπουν τις πε-ρικοπές στην ιρλανδική οικονομία αξίας 15 δισ. ευρώ για τα επόμενα τέσσερα χρόνια… Ευφυώς η ιρλανδική κυβέρνηση προβλέπει ότι μια τέτοια κοινωνία, με κομμάτια από τα πόδια και τα χέρια της ακρωτηριασμένα, δεν θα χρειάζεται τον ίδιο πληθυσμό. Γι' αυτό άφησε να εννοηθεί ότι 40.000 θα χρειαστεί να μεταναστεύσουν ώστε να διατηρηθεί το επίπεδο της ανεργίας στο σημερινό επίπεδο του 13,8%» (Presseurop, 15.11).

Το βασικό επιχείρημα με το οποίο ο δικομματισμός «έπεισε» τον ιρλανδικό λαό να υπομείνει μέχρι σήμερα αυτό το πρόγραμμα λιτότητας ήταν η διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας.

Με την αμέριστη βοήθεια μιας από τις πιο ξεπουλημένες κεντρικές ηγεσίες συνδικάτων στην Ε.Ε., η οποία τείνει να είναι χειρότερη – αν είναι δυνατόν! – ακόμη και από τη διοίκηση της δικής μας ΓΣΕΕ, οι κυβερνήσεις της Ιρλανδίας διατυμπάνιζαν ότι οι εργαζόμενοι και ο λαός της χώρας έπρεπε να ματώσουν γιατί διαφορετικά θα έπαιρναν την κατάσταση στα χέρια τους το ΔΝΤ και η Κομισιόν, με αποτέλεσμα να χαθεί η εθνική κυριαρχία. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη ομιλία της Μέρι Ο'Ρουρκ, ιστορικού ηγετικού στελέχους του κυβερνώντος κόμματος Ranna Fail, στη Λέσχη 1916-1922 με αφορμή τους αγώνες των Ιρλανδών για την εθνική ανεξαρτησία τους:

«Για μια ακόμη φορά το Fine Gael και το Ranna Fail έχουν πολλά που τα ενώνουν. Και τα δυο έχουν πολύ κοντινές θέσεις σχετικά με το πώς μπορούμε με τον καλύτερο τρόπο να αντιμετωπίσουμε τη χρηματοπιστωτική κρίση, στην οποία βρεθήκαμε. To Fine Gael συμφωνεί με την κυβέρνηση του Ranna Fail σχετικά με το μέγεθος και το εύρος των περικοπών που χρειάζονται. Αυτή την εβδομάδα ο Ευρωπαίος επίτροπος Όλι Ρεν τόνισε τη σημασία της πολιτικής συναίνεσης πάνω στον προϋπολογισμό. Κάθε μας κίνηση βρίσκεται υπό ενδελεχή εξέταση από τις διεθνείς αγορές χρήματος, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ… Για μια ακόμη φορά η εθνική μας κυριαρχία βρίσκεται σε κίνδυνο. Αν δεν αντιμετωπίσουμε εμείς οι ίδιοι τα δικά μας οικονομικά και δημοσιονομικά προ-βλήματα, οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ θα έρθουν να το κάνουν για μας» (Irish Times, 13.11).

 

 Από κοντά η Ισπανία

 

Θα αποφύγει η Ιρλανδία την επίσημη πτώχευση; Ανεξάρτητα από το αν υπαχθεί σε καθεστώς επιτήρησης και κηδεμονίας από την τρόικα, η πτώχευση είναι αναπόφευκτη. Είναι απλά θέμα χρόνου. Όχι μόνο για την Ιρλανδία, αλλά και για την Πορτογαλία, όπως φυσικά και για την Ελλάδα.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση του Bloomberg (8/11) στους στρατηγικούς αναλυτές της παγκόσμιας αγοράς, η συντριπτική πλειοψηφία θεωρεί ότι μέσα στους επόμενους 12 με 18 μήνες θα αναγκαστεί σε πτώχευση η Ιρλανδία αμέσως μετά την Ελλάδα, ενώ η Πορτογαλία θα βρεθεί στην ίδια θέση. Από κοντά ακολουθεί η Ισπανία, η οποία προς το παρόν επιβιώνει όχι μόνο λόγω της στήριξης των τραπεζών της από την ΕΚΤ, αλλά και από τη μετάθεση μέρους του χρέους της στις εσωτερικές της περιφέρειες.

Έτσι πτώχευσε η Καταλονία και απειλούνται με πτώχευση οι άλλες περιφέρειες, προκειμένου να αποφύγει την πτώχευση η κεντρική κυβέρνηση της Ισπανίας. Ως πότε; Την ίδια τύχη προβλέπουν οι παράγοντες της αγοράς και για την Ιταλία, ενώ πρόσφατα αξιολόγησαν τις προοπτικές της Γαλλίας σε χειρότερο επίπεδο από εκείνο της Χιλής και της Βραζιλίας, που έχουν υποστεί την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον από δυο αναδιαρθρώσεις χρέους (Bloomberg, 14/11).

Όλα αυτά δεν οφείλονται στα εσωτερικά δημοσιονομικά προβλήματα κάθε χώρας, τα οποία είναι παράγωγα της κρίσης, αλλά στην τρομακτική εξάρτηση τους από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κεντρικός τραπεζίτης της Ιρλανδίας φέρεται να είπε πρόσφατα ότι «αν και μπορεί να μην μας αρέσει, πρέπει να ανταποκρινόμαστε άμεσα σε κάθε τι που οι δανειστές αναμένουν και να τους πείθουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε μια κατάσταση όπου το χρέος δεν βρίσκεται εκτός ελέγχου» (Irish Times, 12/11). Όσο κυριαρχεί αυτή η λογική δεν μπορεί να υπάρξει σωτηρία. Οι χώρες θα βυθίζονται μέσα στη χρεοκοπία τους έως ότου η επίσημη πτώχευση (ελεγχόμενη ή ανεξέλεγκτη) θα γίνει αναπόφευκτη.

 

  Αναμενόμενη η κατάρρευση του "κέλτικου τίγρη"

     
Στην Ιρλανδία χρησιμοποιείται το επιχείρη­μα της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας για να μην τεθεί η χώρα υπό το καθεστώς κη­δεμονίας της τρόικας, ενώ στην Ελλάδα χρη­σιμοποιείται το ίδιο επιχείρημα από τους κυ­βερνώντες για να υποστεί η χώρα και ο λαός της το καθεστώς αυτό.

Είναι μια διαφορά που λέει πολλά για τη σημερινή κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου, αλλά και για όλους όσοι έχουν ταχθεί υπέρ του μνημονίου. Ωστόσο η κατάρρευση της οικονομίας της Ιρλανδίας ήταν κάτι περισσότερο από αναμε­νόμενο. Κι αυτό γιατί στηρίχθηκε στη λογική της προσέλκυσης κεφαλαίων από το εξω­τερικό, πάνω στην οποία στήριξε ολόκληρη την ανάπτυξη της, σε βάρος των εσωτερικών αναγκών της οικονομίας και της κοινωνίας της. Οικονομίες σαν κι αυτήν δεν είναι παρά διάττοντες αστέρες στο παγκόσμιο στερέ­ωμα των αγορών. Ανατέλλουν και δύουν το ίδιο απότομα στην πρώτη ιδιοτροπία ή σύ­σπαση της διεθνούς αγοράς κεφαλαίων.

Τη δεκαετία πριν από την παγκόσμια κρίση η Ιρλανδία ήταν το «οικονομικό θαύμα» που χαρακτηρίστηκε Κέλτικη Τίγρης. Οι ρυθμοί ανόδου και οι πολιτικές της Ιρλανδίας αποτε­λούσαν παράδειγμα για όλους. Η χώρα προ­κειμένου να προσελκύσει ξένες επενδύσεις μείωσε τους συντελεστές φορολογίας των πολυεθνικών γύρω στο 12%, ενώ παραχώ­ρησε φορολογική ασυλία στα επαναπατρι­ζόμενα κέρδη και στα αποθεματικά που υπο­τίθεται ότι προορίζονταν για επιχειρηματική έρευνα και ανάπτυξη.

Ταυτόχρονα ελαστικοποίησε και απελευθέρωσε πλήρως τις εργα­σιακές σχέσεις, καθήλωσε τους μισθούς και τροφοδότησε αφειδώς μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και των τραπεζών της με φθηνό χρήμα τις πολυεθνικές που ήθελαν να φτιάξουν εργοστάσια στην Ιρλανδία.

 

 Καταστροφική «εξωστρέφεια»

 

Το αποτέλεσμα ήταν όντως να προσελκύ­σει τις περισσότερες ξένες επενδύσεις, κυ­ρίως από τις ΗΠΑ, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωζώνης. Υπήρξε ο αγαπη­μένος προορισμός κυρίως των αμερικάνικων πολυεθνικών για φορολογική ασυλία. Όλα αυτά βέβαια είχαν το τίμημα τους. Η μαζική ανεργία ποτέ δεν τιθασεύτηκε, η φτώχεια έφτασε σε πρωτοφανή επίπεδα, ενώ ο εξαγωγικός προσανατολισμός της οικονομίας στη βάση των ξένων επενδύσεων αποδυνάμωσε εντελώς την εσωτερική αγορά και ζήτηση της οικονομίας. Ταυτόχρονα ενθαρρύνθηκε η τραπεζική κερδοσκοπία, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι πολυεθνικές και να αντληθούν κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές.

Έτσι η Ιρλανδία έφτασε στο σημείο στις παραμονές της παγκόσμιας κρίσης να έχει τράπεζες με χρέος 10 φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της χώρας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο το γεγονός ότι η Ιρλανδία ήταν η πρώτη χώρα της Ευρωζώνης που επλήγη καίρια από την παγκόσμια κρίση. Οι πολυεθνικές απέσυραν τα κεφάλαια τους και ανέστειλαν τη λειτουργία τους, αφήνοντας πίσω τους ερείπια και μια οικονομία χωρίς την απαιτούμενη εσωτερική παραγωγική βάση για να αντιδράσει στην κρίση.

Οι τράπεζες της Ιρλανδίας βρέθηκαν επίσης σε πλήρη αδυναμία να χρηματοδοτηθούν από τις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου και έτσι ανέλαβε το κράτος να τις χρηματοδοτεί εκδίδοντας συνεχώς νέα ομόλογα και αυξάνοντας το δημόσιο χρέος του. Τέλος, η ανάγκη υποστήριξης του ευρώ καταδίκασε την Ιρλανδία σε μια διαρκή λιτότητα και δραστικές περικοπές, προκειμένου να πειστούν οι αγορές ότι το ευρώ παραμένει «ισχυρό» και έτσι να συνεχίσουν να αποδέχονται κρατικά, τραπεζικά και επιχειρηματικά ομόλογα της Ευρωζώνης.

Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της χρεοκοπίας της Ιρλανδίας, η οποία απειλεί σήμερα να μετεξελιχθεί σε επίσημη πτώχευση.

 

 Ο χρόνος μετρά αντίστροφα


Γιατί όμως οι χώρες της Ευρωζώνης βρίσκο­νται στην πρώτη γραμμή της χρεοκοπίας;  Τον λόγο τον εξηγεί αρκετά καλά ο γνωστός αναλυτής Μάρσαλ Άουερμπακ: «Ολόκληρο το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Νομισμα­τικής Ένωσης είναι χάλια. Όλα τα μέλη της Ευρωζώνης είναι παγιδευμένα μέσα σ' αυτό το νομισματικό τερατούργημα, συμπεριλαμ­βανομένης και της Γερμανίας. Η Γερμανία μπορεί να κατοικεί στη σουίτα του ρετιρέ, αλλά αυτή βρίσκεται σ' ένα άθλιο και ετοι­μόρροπο μοτέλ» (Naked Capitalism, 8/11).

Στο ίδιο πνεύμα κι ένας από τους πιο γνωστούς οικονομικούς σχολιαστές του Bloomberg, ο Μάθιου Λιν, έγραφε πρό­σφατα: «Ποιος έχει σειρά; Πρώτα η Ελλάδα βάρεσε κανόνι. Τώρα η Ιρλανδία είναι στα πρόθυρα μιας διάσωσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Όταν αυτό θα συμβεί, θα ακούσουμε πολλά καθησυχαστικά λόγια για το πώς η μόλυνση σταμάτησε, για το πώς η Ευρωζώνη έχει τε­θεί σε πιο στέρεη βάση και το κοινό νόμισμα σώθηκε, θα υπάρξει πολύ μεγάλη ρητορική για τη σπουδαιότητα του ευρωπαϊκού σχεδί­ου. Αυστηρές καταδίκες των κερδοσκόπων θα ακουστούν σε ολόκληρη την ήπειρο.

Μην πιστέψετε ούτε λέξη. Το ευρώ έχει μετατρα­πεί σε μηχανή χρεοκοπίας. Μόλις οι αγορές τελειώσουν με την Ιρλανδία, θα γυρίσουν απλά την προσοχή τους στην Πορτογαλία και στην Ισπανία και κατόπιν στην Ιταλία και στη Γαλλία. Υπάρχει μια διαδικασία ντόμινο σε λειτουργία και ύστερα από κάθε διάσωση, τα ρήγματα στο εσωτερικό του ευρώ όλο και διευρύνονται» (Bloomberg, 16/11).

 

Συνέργεια


Η «διάσωση» της Ιρλανδίας – όπως κι αν γίνει, όποια μορφή κι αν πάρει – θέτει εκ των πραγμάτων θέμα άμεσης πτώχευσης της Ελλάδας, αλλά και των άλλων χρεοκοπημένων χωρών της Ευρωζώνης. Τα γερμανογαλλικά σχέδια για τροποποίηση της ευρωσυνθήκης για να επιτρέπεται η «ελεγχόμενη πτώχευση» αυτών των χωρών είναι ακόμη στα χαρτιά.

Ο χρόνος μετρά αντίστροφα. Γι' αυτό και όποιος δεν τοποθετείται απέναντι στο ενδε­χόμενο της άμεσης πτώχευσης, όποιος δεν μιλά ανοιχτά και ξεκάθαρα για την ανάγκη να απαλλαγεί η χώρα από το καθεστώς χρεοκοπίας, από το τοκογλυφικό χρέος και το δόκανο του ευρώ, ώστε να γλυτώσει τα πολύ χειρότερα, τότε γίνεται εκ των πραγμάτων συνεργός. Όσες δικαι­ολογίες κι αν εφευρίσκει, όσες εθνικές, πατριωτικές και ταξικές φανφάρες κι αν παιανίζει.

 

* Ο Δ. Καζάκης είναι οικονομολόγος-αναλυτής.

 

Δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" 18/11/2010.

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

 

Η απειλή κατάρρευσης του δολαρίου, τα προβληματικά οικονομικά μεγέθη των Η.Π.Α., η δεύτερη ποσοτική διευκόλυνση, ο κίνδυνος διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι πιθανότητες χρεοκοπίας της Ελλάδας και οι απαντήσεις για την κρίση

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

Το μεγαλύτερο ίσως ερώτημα σήμερα, το οποίο απασχολεί τους Έλληνες Πολίτες, είναι τετραπλό:

(α)  Μπορούσε να γίνει κάτι από την αρχή του έτους (2009) μέχρι τον Οκτώβριο, για να μην βρεθούμε σε τόσο δύσκολη θέση;

 (β) Η προσέγγιση της ΕΕ, του ΔΝΤ και άλλων οργανισμών, ως περίπου «επαίτες», δεν ήταν αφενός μεν αναξιοπρεπής, αφετέρου δε «αντιπαραγωγική», δημιουργώντας μία κατάσταση χωρίς διέξοδο;

(γ)  Αφού φαίνεται ότι πήραμε τον κατήφορο, χωρίς επιστροφή, ποιες θα είναι οι εξωτερικές συνέπειες της αδυναμίας μας (πνευματικής, ηθικής, πολιτικής, οικονομικής), οι οποίες ακόμη διαγράφονται σχετικά ασαφείς στον ορίζοντα, αλλά σύντομα θα εμφανισθούν, ψυχρές και ανελέητες, ενώπιον μας; 

 (δ) Υπάρχει διέξοδος τώρα, όταν ο κόσμος είναι τρομοκρατημένος – εδικά μετά τον απίστευτο προεκλογικό εκβιασμό, όπου σχεδόν όλοι οι Έλληνες αισθάνθηκαν βαθιά ντροπή, σε συνδυασμό με έναν γεμάτο θυμό φόβο;

Επιλέγοντας συνειδητά να ξεκινήσουμε από το τελευταίο μέρος του τετραπλού ερωτήματος, θεωρούμε ότι κατ’ αρχήν, η όποια διέξοδος από το σημερινό στάδιο της κρίσης, δεν αφορά πλέον μόνο την Ελλάδα – ενώ φυσικά προϋποθέτει αισιοδοξία, θάρρος, τόλμη, «επάρκεια» και κανενός είδους «πολιτικούς» εκβιασμούς εκ μέρους τόσο της Πολιτείας, όσο και των Πολιτών της. Ειδικότερα, έχουμε την άποψη ότι είμαστε αντιμέτωποι με τις εξής τρεις, εξαιρετικά επικίνδυνες «συστημικές» απειλές:   

(α)  Με την απειλή μίας ανεξέλεγκτης κατάρρευσης του παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, του δολαρίου δηλαδή, αφενός μεν σαν αποτέλεσμα της τεράστιας κρίσης που βιώνουν σήμερα οι Η.Π.Α., αφετέρου λόγω της ισχυροποίησης των «νομισματικών» ανταγωνιστών τους (Κίνα, Γερμανία). Είναι αυτονόητο βέβαια το ότι, τυχόν κατάρρευση του δολαρίου θα συμπαρασύρει τόσο τις Η.Π.Α., όσο και όλο τον υπόλοιπο κόσμο σε μία τρομακτική, σε μία πρωτόγνωρα καταστροφική «περιπέτεια», ανυπολόγιστων διαστάσεων (άρθρο μας).

Δυστυχώς, οι δύο λύσεις που προτάθηκαν από τις Η.Π.Α. στην τελευταία σύνοδο κορυφής των G20 (τοποθέτηση ορίων στα πλεονάσματα των εξωτερικών ισοζυγίων, σύνδεση των νομισμάτων με τα θεμελιώδη μεγέθη των οικονομιών τους), ουσιαστικά δεν υιοθετήθηκαν – επειδή τόσο η Γερμανία, όσο και η Κίνα αντέδρασαν, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία της υπερδύναμης και προασπίζοντας «εγωκεντρικά» τα δικά τους συμφέροντα.

Ο έλεγχος δε των κινήσεων των κεφαλαίων, ο οποίος έγινε αποδεκτός στη Σεούλ, ελάχιστα θα συνδράμει στην αντιμετώπιση της μητέρας των κρίσεων – ενώ έχει προβλεφθεί ήδη από τη Βραζιλία, η οποία θα επιβάλλει νέους φόρους (15% φόρο εισοδήματος επί τον κρατικών ομολόγων, τα οποία αγοράζονται από ξένους επενδυτές), με στόχο να σταματήσει την καταστροφική για τις εξαγωγές της κερδοσκοπική ανατίμηση του νομίσματος της (7% από τον Ιούνιο του 2010), παρά τον υψηλό πληθωρισμό.          

(β)  Με την απειλή διάλυσης της Ευρωζώνης (κατ’ επέκταση της ΕΕ), εάν δεν ακολουθήσει έγκαιρα η δημοσιονομική ενοποίηση της – πριν ακόμη δηλαδή προσβληθεί από τον κινεζικό ιό της αποβιομηχανοποίησης, πριν επιβληθεί το ΔΝΤ στις αδύναμες οικονομίες του Νότου (συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, της Βρετανίας και της Ιρλανδίας), πριν χρεοκοπήσει ανεξέλεγκτα κάποια χώρα-μέλος της Ευρωζώνης, καθώς επίσης πριν «πυρποληθεί» ολοσχερώς η οικονομική βιωσιμότητα της πλειοψηφίας των κρατών της ΕΕ, από την ηγεμονική Γερμανία (στην οποία η αύξηση της παραγωγικότητας γίνεται εις βάρος των εργαζομένων της, αφού οι αμοιβές τους είναι κατά πολύ κατώτερες της απόδοσης τους – γεγονός που επιταχύνει την αποβιομηχανοποίηση των υπολοίπων «εταίρων» της Γερμανίας, όπως θα αναλύσουμε παρακάτω).   

(γ)  Με την απειλή χρεοκοπίας (στάσης πληρωμών) της Ελλάδας, σαν αποτέλεσμα της ελλειμματικής, ερασιτεχνικής διαχείρισης των οικονομικών της, εκ μέρους τόσο της σκιώδους, όσο και των επίσημων κυβερνήσεων της. Μία ενδεχόμενη βέβαια ανεξέλεγκτη χρεοκοπία της Ελλάδας (της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας κλπ), θα προκαλούσε μία επικίνδυνη «αλυσιδωτή αντίδραση» εντός και εκτός της Ευρωζώνης, με αποτελέσματα που είναι αδύνατον να προδιαγραφούν. Πόσο μάλλον όταν το «πείραμα» της αποκρατικοποίησης της εξουσίας, κατά το αμερικανικό «πρότυπο», επιχειρείται για πρώτη φορά από το ΔΝΤ σε μία χώρα της Ευρωζώνης.   Οι παραπάνω απειλές, κατά σειρά επικινδυνότητας, αναδεικνύουν το μέγεθος των αλληλένδετων προβλημάτων, με τα οποία είναι αντιμέτωπη όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά ολόκληρος ο πλανήτης – στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης, στην οποία έχουμε αναφερθεί στο παρελθόν. Ειδικά όσον αφορά τη χώρα μας, θεωρούμε ότι τα σημερινά αδιέξοδα οφείλονται περισσότερο στα τελευταία τριάντα χαμένα χρόνια και πολύ λιγότερο στην παγκόσμια συγκυρία – η οποία παραδόξως θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά, στην επίλυση των χρόνιων αδυναμιών της Ελλάδας.   

Κλείνοντας την εισαγωγή μας, οφείλουμε να τονίσουμε ότι, δεν πρέπει κανείς να συγχέει τους Αμερικανούς Πολίτες με το Καρτέλ της Wall Street και των τραπεζών (το οποίο ουσιαστικά κυβερνάει την υπερδύναμη), ούτε τους Γερμανούς Πολίτες με τη σκιώδη κυβέρνηση των βιομηχάνων της χώρας, οι οποίοι εκφράζονται μέσω του εκάστοτε καγκελαρίου. Επίσης όχι τους Κινέζους Πολίτες με την απολυταρχική διακυβέρνηση τους – πόσο μάλλον τους Έλληνες, με τους όποιους διεφθαρμένους πολιτικούς των τελευταίων 30 ετών.       

 

Η ΑΠΕΙΛΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΛΑΡΙΟΥ

 

Ένα νόμισμα είναι τόσο ισχυρό, όσο και η Οικονομία που «εκπροσωπεί» – ενώ επηρεάζεται πολύ λιγότερο από τις όποιες εξωτερικές συνθήκες, από όσο συνήθως πιστεύεται. Έτσι λοιπόν, η «προειδοποίηση» (warning) της κινεζικής εταιρείας αξιολόγησης Dagong Global Credit Rating, σε σχέση με το δολάριο, θα είχε πολύ μικρή σημασία, εάν η Οικονομία των Η.Π.Α. ήταν υγιής (ίσως οφείλουμε να εκφράσουμε εδώ την απορία μας, διαπιστώνοντας ότι ακόμη και η Κίνα διαθέτει πλέον δικές της εταιρείες αξιολόγησης, σε αντίθεση με την ΕΕ, η οποία «άγεται και φέρεται» από τις «τρείς αδελφές»).

Επειδή όμως δυστυχώς δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αφού το Καρτέλ έχει σχεδόν απομυζήσει το άλλοτε «καπιταλιστικό σφρίγος» της υπερδύναμης, μετατρέποντας το αμερικανικό όνειρο σε σκοτεινό εφιάλτη, η κινεζική αναφορά «ήχησε» μάλλον σαν την τελευταία προειδοποίηση ενός τρομακτικού σεναρίου, το οποίο θα έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί – αν και ολόκληρος ο κόσμος πρέπει ήδη να πάρει τα μέτρα του, για εκείνη την περίπτωση που δεν θα «ξεπεραστεί» τελικά το μοιραίο.

 

«Το δολάριο κρέμεται από μία λεπτή κλωστή», αναφέρει η δεκασέλιδη έκθεση της κινεζικής εταιρείας, συνεχίζοντας: «Η εξαιρετικά επεκτατική πολιτική της Fed απειλεί να μειώσει την ελκυστικότητα των επενδυτικών προϊόντων σε δολάρια, για όλους τους ξένους επενδυτές…….Σε τελική ανάλυση, η υποτίμηση του δολαρίου υποδηλώνει ότι, η ικανότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεων των Η.Π.Α. ευρίσκεται λίγο πριν από την κατάρρευση της….Το αποτέλεσμα ενός τέτοιου ενδεχομένου θα ήταν ένα αθεράπευτο χάος στο διεθνές νομισματικό σύστημα..».

Προφανώς, όταν μία τέτοια έκθεση προέρχεται από τον μεγαλύτερο δανειστή των Η.Π.Α. (τα τελευταία χρόνια, ο μεγαλύτερος αγοραστής των αμερικανικών ομολόγων δημοσίου ήταν η Peoples Bank of China), όχι μόνο δεν συμβάλλει στην επίλυση του προβλήματος αλλά, αντίθετα, το επιδεινώνει τα μέγιστα. Εκτός αυτού, η πιστοληπτική ικανότητα των Η.Π.Α. εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την Κίνα – ειδικότερα, από τη διάθεση/θέληση/κίνητρα της να συνεχίσει να χρηματοδοτεί περαιτέρω τα τεράστια αμερικανικά ελλείμματα.

Ας μην ξεχνάμε ότι, ακόμη και οι «αγγλοσαξονικές» εταιρείες αξιολόγησης στο παρελθόν, όπως η Standard & Poors, έδωσαν την κορυφαία αξιολόγηση στις Η.Π.Α. (ΑΑΑ) μόνο υπό την προϋπόθεση της διατήρησης του δολαρίου σαν παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Εάν το δολάριο έχανε αυτή τη θέση, εάν δηλαδή οι Η.Π.Α. δεν θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν στο δικό τους νόμισμα, με τα σημερινά, εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, τότε η πιστοληπτική τους αξιολόγηση θα βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο.

Στην περίπτωση όμως που η Κίνα δεν θα ήταν πρόθυμη να συνεχίσει να αγοράζει ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, το δολάριο θα έχανε τη θέση του σαν παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και οι Η.Π.Α. θα έχαναν την κορυφαία αξιολόγηση της πιστοληπτικής τους ικανότητας – με αποτέλεσμα να αυξηθούν άμεσα τα επιτόκια του δημοσίου (και ιδιωτικού) χρέους της. Η Fed θα αναγκαζόταν τότε να επέμβει για πολλοστή φορά με «πληθωριστικά δολάρια», οπότε θα ακολουθούσαν περαιτέρω «απομειώσεις» των στοιχείων ενεργητικού των αμερικανικών τραπεζών, θα έπρεπε να διασωθούν ακόμη περισσότερες τράπεζες από το κράτος (φορολογουμένους), επίσης ασφαλιστικές εταιρείες κοκ.

Επί πλέον, πολλές κεντρικές τράπεζες στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, οι οποίες διατηρούν υψηλά αποθέματα σε δολάρια, θα έπρεπε να αυξήσουν τα κεφάλαια τους, για να αντισταθμίσουν την πτώση (υποτίμηση) του δολαρίου – οπότε θα επακολουθούσε μία τεράστια χρηματοπιστωτική κρίση η οποία, σε συνδυασμό με ένα απίστευτο συναλλαγματικό χάος, θα οδηγούσε στην πλήρη αποσταθεροποίηση ολόκληρο τον πλανήτη.        

 

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

Αν και το παραπάνω σενάριο είναι τρομακτικό, δεν μπορεί παρά να επικρατήσει αργά ή γρήγορα, εάν η αμερικανική οικονομία δεν κατορθώσει να  θεραπεύσει σύντομα τα τεράστια προβλήματα της. Η πρόσφατη δε απόφαση της Fed να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη ρευστότητα, με 600 δις $ καθαρά (Quantitative Easing 2), αφενός μεν απλά καθυστερεί το μοιραίο, αφετέρου τοποθετεί εναντίον των Η.Π.Α. ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι όμως σε θέση να λύσει ειρηνικά τα προβλήματα της η υπερδύναμη και πόσον καιρό έχει αλήθεια στη διάθεση της; Τα μεγέθη που ακολουθούν είναι αποκαλυπτικά:  

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Βασικά μεγέθη της αμερικανικής οικονομίας

 

Μεγέθη

Εξέλιξη

 

 

Δημόσιο χρέος

Μέση αύξηση 3,2 δις $ ανά ημέρα, από το 2006

Άνεργοι

Αύξηση κατά 7.300 ημερησίως, από το 2008

Βιομηχανία

Απώλεια 1.400 βιομηχανικών θέσεων εργασίας ημερήσια (2006) 

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα Ι, η αρνητική εξέλιξη των μεγεθών της αμερικανικής οικονομίας είναι τρομακτική – μία κατάσταση που μάλλον θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο, όταν το δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ, ξεπεράσει το κρίσιμο σημείο, το οποίο για τη συγκεκριμένη χώρα (διαφέρει από κράτος σε κράτος) είναι το 90%. Στην περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο, έχουμε την άποψη ότι, αφενός μεν το Κεφάλαιο (πολυεθνικές κλπ) θα εγκαταλείψει μαζικά τη χώρα, «μεταναστεύοντας» στην Ασία, αφετέρου δε θα ακολουθήσουν τεράστιες αναταραχές και εξεγέρσεις, εντός της πολυπολιτισμικά «ευαίσθητης» αμερικανικής κοινωνίας – πιθανότατα όταν η ανεργία ξεπεράσει το «όριο ανοχής» της, το οποίο τοποθετείται στο 12% (επίσημος δείκτης).   

Περαιτέρω, παρά το ότι η ανεργία τώρα υπολογίζεται επίσημα στο 10%, εάν συμπεριλάβει κανείς αυτούς που έχουν σταματήσει να αναζητούν εργασία και δεν δηλώνονται πουθενά, φαίνεται να πλησιάζει το 20%. Μόνο το Σεπτέμβριο χάθηκαν 100.000 θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα να κατηγορείται ο αμερικανός πρόεδρος με τα παρακάτω προσβλητικά λόγια: «Η Αμερική κυβερνάται από ένα φάντασμα. Η ισχυρότερη χώρα του κόσμου καθοδηγείται από τα όνειρα ενός ιθαγενή της φυλής των Luo, από τη δεκαετία του ’50» (DSouzas). Ο επόμενος Πίνακας είναι επίσης χαρακτηριστικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $, Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $

 

Έτος

Δημόσιο Χρέος

Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ

Έλλειμμα

 

 

 

 

1981

1,0

32,5%

-0,08

1985

1,8

43,8%

-0,21

1990

3,2

55,9%

-0,22

1995

4,9

67,0%

-0,16

2000

5,6

57,3%

+0,24

2005

7,9

63,5%

-0,32

2009

11,9

83,4%

-1,41

2010*

13,8

94,0%

-1,42

2011*

15,1

100,0%

-1,27

* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70. 

 

Από τον Πίνακα ΙΙ τεκμηριώνονται, μεταξύ άλλων, τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού, του κυρίαρχου δόγματος καλύτερα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στις Η.Π.Α. – από τον τότε πρόεδρο Ronald Reagan, για τον οποίο το κράτος δεν αποτελούσε τη λύση για τα προβλήματα, αλλά ήταν το ίδιο πρόβλημα (ως γνωστόν, «απελευθέρωσε» τις αγορές, άνοιξε τα κλειστά επαγγέλματα, αποκρατικοποίησε ακόμη και τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, ενίσχυσε τα μέγιστα το Κεφάλαιο, το οποίο σήμερα προσπαθεί να διαφύγει στην Ασία από την «έξοδο κινδύνου», μείωσε τους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές από το 70% στο 28% κλπ). Στην εποχή του δόθηκε τεράστια σημασία στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος διπλασίασε έκτοτε την κερδοφορία του – ενώ πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση, το 40% των κερδών όλων των αμερικανικών επιχειρήσεων προερχόταν από τον τραπεζικό τομέα.

Η μοναδική θετική περίοδος (πλεόνασμα) ήταν επί της δεύτερης προεδρίας του Bill Clinton – η χειρότερη επί B Obama. Εδώ οφείλουμε να επισημάνουμε την επίδραση των επιτοκίων στο δανεισμό, αφού το βασικό επιτόκιο της Fed μειώθηκε από περίπου 18% τη δεκαετία του ’80, στο 0% – 0,25% σήμερα («επιτρέποντας» ουσιαστικά, αν όχι εσκεμμένα από το κτήνος, μία αντίστοιχη με την Ελλάδα και πολλές άλλες χώρες, υπερχρέωση της υπερδύναμης). Λόγω του ότι δε ο χειρισμός της οικονομίας μέσω των βασικών επιτοκίων έχει εξουδετερωθεί (το επιτόκιο θα έπρεπε να είναι αρνητικό, στο -6% ίσως, κάτι που όμως δεν είναι εφικτό), η Fed αναγκάσθηκε να χρησιμοποιήσει το «εργαλείο» της πιστωτικής επέκτασης, επεμβαίνοντας ενεργά (αντισυμβατικά) στη λειτουργία της αγοράς. Έτσι, από το 2008 αυξήθηκε το ενεργητικό της κατά 1,4 τρις $, υπερδιπλασιαζόμενο (είναι ίσως σήμερα η πιο επικίνδυνη τράπεζα στον κόσμο).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Απασχολούμενοι εργάτες στη μεταποίηση (Βιομηχανία) σε εκ., ποσοστό ανεργίας σε μεσοσταθμικά ποσοστά πενταετίας.

 

Έτος

Απασχολούμενοι στη Βιομηχανία

Ποσοστό ανεργίας

 

 

 

1980*

18,7

7,7%

1985

17,8

10,7%

1990

17,7

6,5%

1995

17,2

7,5%

2000

17,3

5,7%

2005

14,2

7,0%

2010**

11,8

***15,1%

* Το 20,7% των συνολικά εργαζομένων

** Το 9% των συνολικά εργαζομένων (πρόβλεψη)

*** Πρόβλεψη ΟΟΣΑ

Πηγή: ΟΟΣΑ

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Από τον Πίνακα ΙΙΙ φαίνεται η τεράστια αποβιομηχανοποίηση των Η.Π.Α., ειδικά μετά το 2000 (φούσκα του διαδικτύου), γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη και αν υποτιμηθεί το δολάριο, πολύ δύσκολα θα αυξηθούν οι αμερικανικές εξαγωγές, «ελλείψει» εξαγώγιμων προϊόντων. Εάν στα προβλήματα αυτά προσθέσουμε και μία νέα κρίση στην αγορά ακινήτων, με τις περαιτέρω προβλεπόμενες μειώσεις της αξίας τους, της τάξης του 15% (άρθρο μας), καθώς επίσης την απειλή των «διαδικτυακών καζίνο», οι ωρολογιακές βόμβες στα θεμέλια της υπερδύναμης είναι τουλάχιστον τρομακτικές.   

 

ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΝΟΥΜΕΡΟ 2 (QUANTITATIVE EASING II)

 

Συνεχίζοντας, οι Η.Π.Α., στις οποίες ζουν 45 εκ. άνθρωποι πλέον κάτω από το κατώτατο όριο της φτώχειας, ενώ το 25% των παιδιών τρέφονται με κρατικά κουπόνια για δωρεάν φαγητό, δεν φαίνεται δυστυχώς να είναι σε θέση να καταπολεμήσουν ορθολογικά τα προβλήματα τους. Ακριβώς για το λόγο αυτό, παρά τις αντιδράσεις των υπολοίπων δυνάμεων του πλανήτη, η Fed αποφάσισε να ενισχύσει τη ρευστότητα ακόμη μία φορά, με την «ποσοτική διευκόλυνση νούμερο 2» (QE 2). Με βάση το συγκεκριμένο πρόγραμμα λοιπόν, θα αγοράζει, μέχρι τα μέσα του 2011, επί πλέον ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, λήξεως από 2 έως 10 έτη, αξίας 75 δις $ μηνιαία (συνολικά 600 δις $ καθαρά ή 800 δις $ μικτά).

Το νέο πρόγραμμα της Fed θεωρείται «εχθρικό» από όλες τις υπόλοιπες χώρες. Ο λόγος είναι το ότι, στην ήδη υπάρχουσα «καθαρή προσφορά» δολαρίων, ανάλογου ύψους με τα ετήσια ελλείμματα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών (-430 δις $ σήμερα), θα προστεθεί πιθανότατα μία νέα «εξαγωγή κεφαλαίων». Η «εξαγωγή» αυτή, η εκροή καλύτερα, θα είναι πιθανότατα αντίστοιχου ύψους με τα ελλείμματα (περί τα 500 δις $), επειδή η επί πλέον ρευστότητα που προσθέτει η Fed στο «κυκλοφοριακό σύστημα» δεν φαίνεται να απορροφάται από τους αμερικανούς καταναλωτές ή τις παραγωγικές επιχειρήσεις – οπότε θα κατευθυνθεί (επενδυθεί) στο εξωτερικό, πολλαπλασιάζοντας τα πληθωριστικά δολάρια.

Ουσιαστικά δηλαδή, για παράδειγμα καλύτερα, οι αμερικανικές επιχειρήσεις (θα) αγοράζουν με φρεσκοεκτυπωμένα δολάρια, με χαρτιά αμφιβόλου ποιότητας, υγιείς εταιρείες στο εξωτερικό, δανειζόμενες με 1% επιτόκιο και ανταλλάσσοντας τα επικίνδυνα δολάρια με άλλα νομίσματα – εξάγοντας έτσι τον πληθωρισμό σε ολόκληρο τον πλανήτη, όπως τρία χρόνια πριν εξήγαγαν τη χρηματοπιστωτική κρίση. Τα δάνεια τους δε αυτά, όταν θα πρέπει κάποτε να επιστραφούν, θα είναι ουσιαστικά πολύ λιγότερα – αφού θα έχει προηγηθεί μία μεγάλη υποτίμηση του δολαρίου (βλέπε επενδύσεις των αμερικανών «γκουρού» σε Γερμανία, Ελβετία, Κίνα κλπ). Φυσικά οι τοποθετήσεις σε επιλεγμένες μετοχές αμερικανικών εταιρειών, οι οποίες επεκτείνονται στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, είναι αρκετά συμφέρουσες, για τον ίδιο λόγο – υπό την προϋπόθεση της αποφυγής της μητέρας των κρίσεων, η οποία θα καταβαράθρωνε τα χρηματιστήρια όλου του κόσμου.       

Οι χώρες τώρα που θα κατευθυνθούν τα νέα δολάρια, είναι κυρίως εκείνες, με τις οποίες το εμπορικό ισοζύγιο των Η.Π.Α. είναι ελλειμματικό (Κίνα κλπ), αφού αυτές αναπτύσσονται με υψηλούς ρυθμούς. Οι κεντρικές τράπεζες τώρα των κρατών αυτών, για να εμποδίσουν μία ισχυρή ανατίμηση των νομισμάτων τους, η οποία θα μείωνε τη διεθνή ανταγωνιστικότητα τους, θα υποχρεωθούν να αγοράσουν τις τεράστιες ποσότητες των (πετρο) δολαρίων, αυξάνοντας τα συναλλαγματικά τους αποθέματα.

Μοναδική ίσως εξαίρεση αποτελεί η Ευρωζώνη, η οποία διατηρεί την ισοτιμία του Ευρώ χαμηλά, χωρίς να υποχρεώνεται να αγοράζει δολάρια – με τη βοήθεια των κρίσεων χρέους των ελλειμματικών κρατών της (Ιρλανδία, Ελλάδα, Πορτογαλία κλπ). Χάρη στην Ελλάδα λοιπόν αποφεύγει μέχρι σήμερα τον κίνδυνο, ενώ, σε περίπτωση ανάγκης, θα προστεθούν και κάποιες άλλες χώρες του Νότου.

Για παράδειγμα, αντί να αγοράσει η ΕΚΤ δολάρια, για να διατηρήσει χαμηλή την ισοτιμία του Ευρώ, όπως κάνουν οι αναπτυσσόμενες χώρες, «προβάλλει» με έντεχνες ανακοινώσεις τις κρίσεις των ελλειμματικών χωρών της Ευρωζώνης – οπότε οι επενδυτές δεν τοποθετούνται μαζικά στο κοινό νόμισμα, με αποτέλεσμα να διατηρείται σταθερή η ισοτιμία του, χωρίς το κόστος αγοράς δολαρίων (προς όφελος κυρίως της Γερμανίας).

Ουσιαστικά, ο στόχος είναι μία ισοτιμία ευρώ/δολαρίου μεταξύ 1,25 και 1,45 έτσι ώστε, αφενός μεν να μην προβληματίζονται οι Γερμανοί εξαγωγείς, αφετέρου να μην ακριβαίνουν δυσανάλογα οι πρώτες ύλες, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη βιομηχανία – πετρέλαιο, μέταλλα κλπ. Η ανακοίνωση λοιπόν του υψηλοτέρου ελλείμματος της Ελλάδας για το 2009, τα «σκληρά μέτρα» που ανακοινώνονται από τον κ.Junger, όπως και τα πρόσφατα, αυξημένα προβλήματα της Ιρλανδίας, εξυπηρετούν τα μέγιστα τις εκτός ΕΕ εξαγωγές της Γερμανίας. Προφανώς δε, είναι προτιμότερο να εξάγει κανείς σε χώρες, το νόμισμα των οποίων είναι υποτιμημένο (Κίνα), παρά σε χώρες με υπερτιμημένο και επομένως επικίνδυνο νόμισμα (Η.Π.Α.).  

 

Η ΑΠΕΙΛΗ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΕ

 

Η οικονομική «ευρωστία» των ευρωπαϊκών κρατών διαφοροποιείται μεταξύ τους, όσο ποτέ άλλοτε μέχρι σήμερα – γεγονός που διαφαίνεται επίσης από την εξέλιξη των χρηματιστηριακών δεικτών τους. Για παράδειγμα, η Σουηδία εμφανίζει ανάπτυξη της τάξης του 4,4% για το 2010, με το χρηματιστήριο της να είναι 27% υψηλότερα από την αρχή του έτους – ενώ στην Ελλάδα «μαίνεται» η ύφεση, ύψους περί το 4%, με το χρηματιστήριο της εντελώς απαξιωμένο (μειωμένο περί το 30% από την αρχή του 2010). Όσον αφορά δε την Ευρωζώνη, μόνο η Γερμανία και η Αυστρία παρουσιάζουν ανάπτυξη το 2010 (τα χρηματιστήρια τους επίσης), ενώ ακόμη και η έντονα εξαγωγική Ολλανδία φαίνεται να παραμένει σε ύφεση.

Η μη ισορροπημένη εξέλιξη των οικονομιών της Ευρώπης έγινε φανερή με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι προκλήθηκε από αυτήν. Η πραγματική αιτία της «ανισορροπίας», μεταξύ των ισχυρών και αδύναμων χωρών της ΕΕ, είναι κυρίως η διαφοροποιημένη ανταγωνιστικότητα τους. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, από το ξεκίνημα της Ευρωζώνης μέχρι πρόσφατα (1999 – 2008), το κόστος εργασίας ανά μονάδα, το κόστος παραγωγής καλύτερα ενός συγκεκριμένου προϊόντος, μειώθηκε στη Γερμανία κατά 5%, επειδή οι μισθολογικές αυξήσεις των γερμανών εργαζομένων «συγκρατήθηκαν» ανάλογα (κάτι που εφαρμοζόταν στις Η.Π.Α. από το 1978, αφού ο πραγματικός ετήσιος μισθός ήταν τότε 45.879 $, έναντι 45.123 $ το 2007 – με αποτέλεσμα η υπερβάλλουσα κατανάλωση των αμερικανών πολιτών να χρηματοδοτείται από τα ενυπόθηκα δάνεια, τα οποία στηρίζονταν στις εγγυήσεις της γνωστής φούσκας των ακινήτων).

Αντίθετα, στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, το κόστος εργασίας αυξήθηκε μεταξύ 25% και 30% – γεγονός που επιβάρυνε ανάλογα τα προϊόντα τους. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο λοιπόν, τα γερμανικά προϊόντα έγιναν πολύ πιο ελκυστικά για τους καταναλωτές, ενώ οι χώρες της Νότιας Ευρώπης έγιναν μη ανταγωνιστικές. Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή αποβιομηχανοποίηση τους, η οποία επιδεινώθηκε από την κινεζική επιδημία.  Παρά το ότι λοιπόν συνηθίζουμε να κατηγορούμε τη χώρα μας, «θυματοποιούμενοι» ως συνήθως, η «διάρρηξη» του παραγωγικού ιστού της δεν οφείλεται μόνο στην «πολιτική διαφθορά» ή, έστω, στην «αναλγησία/οκνηρία» των Ελλήνων αλλά, κυρίως, στις παραπάνω εξωτερικές συνθήκες – ενώ δεν είναι δικό μας αποκλειστικά «προνόμιο», αφού συνέβη στην πλειοψηφία των χωρών της ΕΕ (επίσης στις Η.Π.Α., με «δράστες» την Ιαπωνία στην αρχή και την Κίνα αργότερα).

Τα υπόλοιπα σοβαρά προβλήματα τώρα, με τα οποία ευρίσκονται αντιμέτωπες όλες σχεδόν οι ευρωπαϊκές χώρες (ελλείμματα, δημόσιο χρέος κλπ) είναι εν μέρει τα αποτελέσματα της απώλειας της ανταγωνιστικότητας τους. Ειδικά οι ελλειμματικές χώρες της Ευρωζώνης, μη έχοντας     

(α) συναλλαγματικές δυνατότητες (υποτίμηση του νομίσματος τους για να μειώνουν πληθωριστικά το χρέος τους, για να ενισχύουν τις εξαγωγές και τον τουρισμό, μειώνοντας ταυτόχρονα τις εισαγωγές κλπ),

(β) νομισματικές δυνατότητες (αυτόνομη κεντρική τράπεζα για τη διαχείριση των επιτοκίων κ.ά.), καθώς επίσης

(γ) δημοσιονομικές δυνατότητες (η Ε.Ε. ζητούσε επίμονα την άμεση τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και τη μείωση των ελλειμμάτων, με όλα όσα όλα αυτά συνεπάγονται – περιορισμό των μισθών, λιτότητα, μειωμένη ζήτηση με το φόβο του αποπληθωρισμού κ.ά.), είναι αδύνατον να εξέλθουν αυτόνομα από τα προβλήματα των οικονομιών τους (άρθρο μας). Μοναδική τους δυνατότητα είναι η μείωση των μισθών και/ή η απόλυση των εργαζομένων τους – κάτι που όμως εκβάλλει σε μία επικίνδυνη ύφεση, αν όχι σε στασιμοπληθωρισμό, σε συνδυασμό με έντονες κοινωνικές αναταραχές. Η ευθύνη της μεταπολεμικής Γερμανίας εν προκειμένω είναι ολοφάνερη (άρθρο μας), αφού μία νομισματική ένωση είναι αδύνατον να λειτουργήσει σωστά, εάν οι χώρες που τη συναποτελούν ενεργούν εγωιστικά, με στόχο το δικό τους αποκλειστικά συμφέρον.

Συνεχίζοντας, εκτός από το ότι η Ευρωζώνη είναι αδύνατον να παραμείνει ενωμένη, εάν δεν επιλυθούν τα προβλήματα της διαφορετικής ανταγωνιστικότητας των κρατών-μελών της, είναι επίσης αδύνατον να λειτουργήσει σωστά η ΕΚΤ. Κάποια στιγμή οφείλει να αποφασίσει σε ποιες ακριβώς χώρες θα προσαρμόσει, θα κατευθύνει καλύτερα την πολιτική της. Οι ισχυρές οικονομίες έχουν άμεση ανάγκη από υψηλότερα επιτόκια, έτσι ώστε να περιορίζονται οι πληθωριστικές πιέσεις από την ανάπτυξη τους. Αντίθετα, για τις αδύναμες οικονομίες, πόσο μάλλον για τις ελλειμματικές, απαιτούνται χαμηλά επιτόκια, έτσι ώστε να ενισχύονται τόσο οι καταναλωτές, όσο και οι επιχειρήσεις τους.

Εάν λοιπόν συνεχίσει να αναπτύσσεται η Ευρώπη με διαφορετική δυναμική, η ΕΚΤ θα έλθει αντιμέτωπη με το παραπάνω δίλημμα – όπου πιθανότατα, εάν δεν έχει εκλεγεί μέχρι τότε Γερμανός στην προεδρία της, θα προσαρμόσει την πολιτική της στην πλειοψηφία των αδύναμων οικονομιών (εάν τυχόν βέβαια εκλεγεί Γερμανός το 2011, η ΕΚΤ θα αυξήσει άμεσα τα επιτόκια της, προσαρμόζοντας τα στις ισχυρές οικονομίες, οπότε ο Ευρωπαϊκός Νότος θα καταστραφεί/υποδουλωθεί εντελώς).

Εν τούτοις, δεν υπάρχει ακόμη ανάγκη αύξησης των βασικών επιτοκίων, επειδή στις χώρες που αναπτύσσονται με ισχυρούς ρυθμούς, ο πληθωρισμός παραμένει χαμηλός. Παραδόξως δε, οι ασθενείς χώρες της Ευρώπης ενισχύουν έμμεσα την ανάπτυξη των ισχυρών – αφού τα χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ, τα οποία είναι προσαρμοσμένα στις ανάγκες των ελλειμματικών οικονομιών της ΕΕ, ωθούν ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη των πλεονασματικών. Οι χώρες αυτές (κυρίως η Γερμανία), επειδή εξασφαλίζουν πολύ εύκολα χαμηλότοκα δανειακά κεφάλαια, (τόσο ο δημόσιος, όσο και ο ιδιωτικός τομέας τους) συνεχίζουν να επενδύουν – μειώνοντας ακόμη περισσότερο το κόστος παραγωγής και αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητα τους.

Περαιτέρω, τόσο οι Σκανδιναβικές χώρες, όσο και η Γερμανία, στήριξαν την ανάπτυξη τους σε μεγάλο βαθμό (περί το 35%), εξάγοντας στις αναπτυσσόμενες οικονομίες του πλανήτη – κατευθύνοντας έντεχνα τη χρηματοδότηση από τις τράπεζες στις εξαγωγικές κυρίως επιχειρήσεις τους. Αντίθετα, οι χώρες που δεν κατάφεραν να εξάγουν στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, περιοριζόμενες στις αγγλοσαξονικές, δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τη χρηματοπιστωτική κρίση – συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, καθώς επίσης της Μ. Βρετανίας η οποία όμως, έχοντας το δικό της νόμισμα, μπορεί να κάνει χρήση των ίδιων «εργαλείων» με τις Η.Π.Α. (αύξηση της ρευστότητας, ποσοτικές διευκολύνσεις, διολίσθηση του νομίσματος κλπ).

Οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, αυτές δηλαδή που δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης και ειδικά τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, έχουν επίσης διαφορετικά επίπεδα εξέλιξης μεταξύ τους – γεγονός που «αντικατοπτρίζεται» από τους δείκτες των χρηματιστηρίων τους. Το χρηματιστήριο της Εσθονίας αυξήθηκε κατά 65%, της Βουλγαρίας μειώθηκε κατά -20%, ενώ η Πολωνία εμφάνισε τη μεγαλύτερη πρόοδο από όλες τις άλλες. Η Ουκρανία, η Ρουμανία και η Ουγγαρία ξέφυγαν (;) από τη χρεοκοπία με τη «βοήθεια» του ΔΝΤ, το οποίο όμως τις οδήγησε σε μία τεράστια ύφεση. Αντίθετα, τόσο η Πολωνία, όσο και οι χώρες της Βαλτικής, παρουσίασαν μία ισχυρότατη ανάπτυξη.   

Ολοκληρώνοντας, ειδικά όσον αφορά την Ευρωζώνη, όπου η Γερμανία λειτουργεί δυστυχώς επεκτατικά, ενώ καμία χώρα-μέλος δεν έχει τη δυνατότητα να τυπώσει χρήματα, είναι απαραίτητη, είτε (α)  η δημοσιονομική της ένωση, είτε (β) η «εκδίωξη» της Γερμανίας. Διαφορετικά θα διαλυθεί τόσο η Ευρωζώνη, όσο και ολόκληρη η Ενωμένη Ευρώπη – πολύ πιο σύντομα, από ότι φανταζόμαστε, ενδεχομένως εντός των επομένων δύο ετών (εάν βέβαια δεν «επιλέξει» την υποδούλωση της από τη Γερμανία, με διακοσμητικό «συνεργάτη» της τη Γαλλία).

 

Η ΑΠΕΙΛΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Σύμφωνα με τον Πίνακα ΙV που ακολουθεί, η Ελλάδα δεν πρόκειται να αποφύγει τη χρεοκοπία, εάν δεν μεσολαβήσει μία σημαντική διαγραφή δημοσίων χρεών, σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση των υπολοίπων (επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, με χαμηλά επιτόκια).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: ΑΕΠ, ύφεση, έλλειμμα και δημόσιο χρέος σε εκ. €

 

Μεγέθη/έτη

2009

2010

2011

2012

2013

2014

 

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ**

237.494

227.994

222.066

224.508

229.223

234.037

Ύφεση %*

 

-4,0%

-2,6%

1,1%

2,1%

2,1%

‘Έλλειμμα %**

-13,6%

-8,1%

-7,6%

-6,5%

-4,9%

-2,6%

‘Έλλειμμα

32.299

18.467

16.877

14.593

11.231

6.084

Δημ. Χρέος***

298.524

340.680

360.080

374.593

385.824

391.908

Δημ. Χρέος/ΑΕΠ

125%

149%

162%

167%

168%

167%

 Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών – Προσχέδιο προϋπολογισμού 2011

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*  Πρόβλεψη υπουργείου οικονομικών (η πρόβλεψη για το έλλειμμα 2009-2010 αναθεωρήθηκε ήδη προς το χειρότερο).

** Έλλειμμα με την εφαρμογή του προγράμματος, σύμφωνα με το υπουργείο – ΑΕΠ όχι από τους πίνακες, αλλά από την αφαίρεση της προβλεπόμενης από το υπουργείο ύφεσης, χωρίς την τεχνητή αύξηση του ΑΕΠ λόγω πληθωρισμού ή της ενδεχόμενης αναθεώρησης του, όπως συνέβη το 2006 (μαύρη οικονομία)

*** 2009, 2010 και 2011 σύμφωνα με το υπουργείο – 2012, 2013 και 2014 με πρόσθεση ελλειμμάτων

Σημείωση: Δεν υπολογίζουμε την επί πλέον επιδείνωση του ελλείμματος από τα δημόσια ιδρύματα, όπως ανακοινώθηκε.   

 

Τα συνολικά ελλείμματα της Ελλάδας για την περίοδο 2010-2014 (Πίνακας ΙV),  θα διαμορφωθούν (αισιόδοξα) στα 67,252 δις € (μάλλον θα ξεπεράσουν τα 80 δις €) τα οποία πρέπει επίσης να χρηματοδοτηθούν. Όμως, ακόμη και αν δεχθούμε ότι θα βρεθούν πρόθυμοι δανειστές, κάτι για το οποίο αμφιβάλλουμε, η εξόφληση των 110 δις € το 2014 ή, έστω, αργότερα, είναι εκτός κάθε πραγματικότητας.

Ταυτόχρονα, με δημόσιο χρέος στο 167% του ΑΕΠ (στην καλύτερη περίπτωση), είναι αδύνατον να δανεισθεί ποτέ η χώρα μας από τις αγορές – πόσο μάλλον με φυσιολογικά επιτόκια. Επομένως, εάν δεν ενεργήσει αμέσως, πολύ δύσκολα θα αποφύγει τη χρεοκοπία – σε καμία περίπτωση την ελεγχόμενη, καταλήγοντας προτεκτοράτο είτε της Γερμανίας (το πιθανότερο), είτε των Η.Π.Α.

Κάτι τέτοιο θα οφειλόταν βέβαια αποκλειστικά και μόνο στις μέχρι σήμερα κυβερνήσεις μας, αφού το μοναδικό μας πρόβλημα είναι το δημόσιο χρέος, σε συνδυασμό με τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μας, οφειλόμενα κυρίως στη σπατάλη του κρατικού μηχανισμού – όταν οι περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ έχουν ταυτόχρονα προβλήματα τραπεζών (ιδίως η Γερμανία, στις τράπεζες της οποίας η Ιρλανδία χρωστάει άνω των 150 δις €), μεγάλες αναταράξεις στις αγορές ακινήτων (ιδίως η Ισπανία και η Ιρλανδία), ανεργία (Ισπανία), υψηλό συνολικό χρέος (Ιρλανδία, περί το 1.300% του ΑΕΠ), ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία στην ιδιοκτησία του κράτους (Μ. Βρετανία), ανελαστικές δημόσιες δαπάνες (Πορτογαλία), αδυναμία ανάπτυξης (Ιταλία) κλπ.    

 

ΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΑΡΧΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

 

(α)  Απαντώντας τώρα στο πρώτοι ερώτημα που θέσαμε στην αρχή του κειμένου μας, στο εάν θα μπορούσε δηλαδή να γίνει κάτι από την αρχή του έτους (2009) μέχρι τον Οκτώβριο, για να μην βρεθούμε σε τόσο δύσκολη θέση, έχουμε την άποψη ότι, εάν συγκρατούσαμε τους μισθούς και μειώναμε άμεσα τις δαπάνες του δημοσίου, εισάγοντας κάποιες ΔΕΚΟ στο χρηματιστήριο και εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα το δανεισμό μας για το επόμενο έτος, αφού γνωρίζαμε τι θα συνέβαινε διεθνώς (άρθρο μας), θα είχαμε αποφύγει τον κίνδυνο της χρεοκοπίας – παραμένοντας βέβαια σε «επικίνδυνα νερά», όπως και οι υπόλοιπες χώρες του Νότου, λόγω της αδύναμης ανταγωνιστικότητας μας. Φυσικά δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να προκηρύξουμε τις εκλογές του 2009, οι οποίες έδωσαν την προτελευταία βολή στην οικονομία μας (η χαριστική βολή δόθηκε τον Απρίλιο του 2010). Ο Πίνακας V που ακολουθεί τεκμηριώνει τη θέση μας, όσον αφορά την έκρηξη των δαπανών του δημοσίου και τις τεράστιες ευθύνες της Πολιτικής:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Διαφορά δαπανών μεταξύ 2006 και 2009

 

ΕΤΟΣ

ΑΕΠ

ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ*

ΠΟΣΟΣΤΟ/ΑΕΠ

 

 

 

 

2006

213.085

40.883

19,18%

2009

240.150

59.098

24,60%

 

 

 

 

 

 

Αύξηση: 18.215

 

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών    

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Χωρίς τόκους και χρεολύσια

 

Από τον Πίνακα V, διαπιστώνεται η «έκρηξη» των πρωτογενών δαπανών του δημοσίου μέσα σε τρία μόλις έτη – τόσο σε απόλυτα μεγέθη, όσο και σε ποσοστιαία επί του εκάστοτε ΑΕΠ. Εάν δεν είχαν αυξηθεί οι δαπάνες κατά το τεράστιο ποσόν των 18 δις € τότε, με έσοδα 50 δις € και με τόκους 12 δις €, μηδενίζοντας τις δημόσιες επενδύσεις (έλλειμμα δημοσίων επενδύσεων 2009 ύψους 7,19 δις € !), θα είχαμε έλλειμμα κάτω από το 3% επί του ΑΕΠ μας! Προφανώς λοιπόν το πρόβλημα ευρίσκεται στις δαπάνες και όχι στην «ελλιπή φορολογική συνείδηση», ή όπου αλλού θα ήθελε να το «μεταθέσει» η πολιτική μας ηγεσία (κυρίως στην Πολιτεία επομένως και πολύ λιγότερο στους Πολίτες).     

(β)  Όσον αφορά τώρα το δεύτερο ερώτημα, το εάν δηλαδή η προσέγγιση της ΕΕ, του ΔΝΤ και άλλων οργανισμών, ως περίπου επαίτες, ήταν αφενός μεν αναξιοπρεπής, αφετέρου δε «αντιπαραγωγική», δημιουργώντας μία κατάσταση χωρίς διέξοδο, θεωρούμε ότι ισχύει απόλυτα – αφού ακόμη και τότε (τέλη του 2009) είχαμε αρκετές λύσεις στη διάθεση μας (εθνικά ομόλογα, περιορισμός των μισθών, μείωση των δημοσίων δαπανών, εκμετάλλευση της δημόσιας περιουσίας κλπ – άρθρο μας), ενώ εμείς ουσιαστικά «συμπεριλάβαμε» το ΔΝΤ στη «διάσωση» της Οικονομίας μας (άρθρο μας: Το χρονικό της αποτυχίας), κάτι που ίσως αποφύγει η Ιρλανδία.      

(γ)  Στο τρίτο ερώτημα, σύμφωνα με το οποίο θεωρείται ότι πήραμε τον κατήφορο, χωρίς επιστροφή, είναι πολύ δύσκολο να απαντήσουμε σε σχέση με το ποιες θα είναι ο εξωτερικές συνέπειες της αδυναμίας μας (πνευματικής, ηθικής, πολιτικής, οικονομικής), οι οποίες ακόμη διαγράφονται σχετικά ασαφείς στον ορίζοντα, αλλά σύντομα θα εμφανισθούν, ψυχρές και ανελέητες, ενώπιον μας. Αν και μπορούμε να υποθέσουμε κάποιες, αναλύοντας τις κινήσεις των γειτονικών χωρών και τις δικές μας (μη) «αντιδράσεις», περιοριζόμαστε στο ότι δεν πρόκειται να αποφύγουμε τις συνέπειες, εάν δεν λύσουμε άμεσα και ριζικά τα οικονομικά μας προβλήματα (διαγραφή μέρους των χρεών, 30-50%, και αναδιάρθρωση των υπολοίπων).

(δ)  Προφανώς λοιπόν υπάρχει ακόμη διέξοδος για την Ελλάδα, κάτι που απαντάει στο τελευταίο ερώτημα μας – εάν αποφασίσουμε να κινηθούμε προς τη σωστή κατεύθυνση, εγκαταλείποντας την παθητικότητα, τη μιζέρια, την ηττοπάθεια, τη δουλοπρέπεια και την υποταγή στο Καρτέλ, πριν ακόμη οδηγηθούμε στην απόλυτη καταστροφή. Ο Πίνακας VI που ακολουθεί τεκμηριώνει το ότι, με μία μικρή αύξηση της παραγωγικότητας μας, σε συνδυασμό με μία ελάχιστη καλυτέρευση των εξαγωγών μας (τουρισμού, ναυτιλίας), ταυτόχρονα με τη μείωση των περιττών εισαγωγών, θα μπορούσε να επιλύσει εύκολα και γρήγορα το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών προβλημάτων μας:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ VI: Εργαζόμενοι, ΑΕΠ σε δις $, εξαγωγές και εργαζόμενοι ανά εξαγωγές (παραγωγικότητα)

 

Χώρες

Εργαζόμενοι

ΑΕΠ*

Εξαγωγές *

Εξαγωγ/Εργ.

 

 

 

 

 

Ολλανδία

7,50 εκ.

644,6 δις

465,30 δις

62.040

Ελλάδα

4,94 εκ.

237,9 δις

25,76 δις

5.215

Σουηδία

4,66 εκ.

394,5 δις

176,5 δις

37.876

Αυστρία

3,56 εκ.

328,4 δις

158,30 δις

44.466

Δανία

2,90 εκ.

268,8 δις

102,10 δις

35.207

Φιλανδία

2,68 εκ.

210,5 δις

92,62 δις

34.560

Νορβηγία

2,50 εκ.

284,0 δις

136,10 δις

54.440

* 2007 σε δις $ , f.o.b.

Πηγή: ip    

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος 

 

Σε σχέση με όλες τις άλλες χώρες που αναφέρονται στον Πίνακα VI, υστερούμε εντελώς αδικαιολόγητα τόσο στις εξαγωγές, όσο και στην παραγωγικότητα των εργαζομένων μας. Ακόμη και η Πορτογαλία, με τα ελάχιστα σχετικά μέσα που διαθέτει,  πόσο μάλλον με τη θέση που βρίσκεται, έχει διπλάσιες εξαγωγές από εμάς (περί τα 50 δις $). Επομένως, υπάρχει εύκολη διέξοδος για την Ελλάδα, αρκεί να ανοίξει νέες αγορές (Κίνα, Αραβία, Ρωσία κλπ), αυξάνοντας ταυτόχρονα την παραγωγικότητα των εργαζομένων της.  

Εάν όμως υπάρχει διέξοδος και για τον πλανήτη, εάν δηλαδή θα αποφευχθεί η μητέρα των κρίσεων, χωρίς να καταλήξει στον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο (για τον οποίο θα είναι ουσιαστικά υπεύθυνες τόσο η Γερμανία, όσο και η Κίνα), είναι ένα ερώτημα που αδυνατούμε να απαντήσουμε.   

                                            

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2226.aspx

Τα σενάρια της χρεωκοπίας

Τα σενάρια της χρεωκοπίας

 

Με ποιον τρόπο η αναδιάρθρωση του χρέους προστατεύει τους δανειστές και πτωχεύει την κοινωνία

 

Του Δημήτρη Καζάκη*


 

«Οι αμέσως επόμενοι μήνες θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμοι», δήλωσε ο πρόεδρος του ΣΕΒ την επομένη των εκλογών και είχε δίκιο. Όχι τόσο για τα πρόσθετα μέτρα που έρχονται, όσο γιατί θα αποκαλυφθούν τα δεδομένα του σχεδίου ελεγχόμενης πτώχευσης, που πέρασαν η Μέρκελ και ο Σαρκοζί στις 28/10 από τη σύνοδο του Eurogroup. Ένα σχέδιο που έχει αναλάβει η «ομάδα εργασίας» του Χέρμαν βαν Ρομπάι να επεξεργαστεί στις λεπτομέρειές του.

Αυτός είναι κι ο λόγος που ο κ. Σαμαράς μετά τη συνάντησή του με τον κ. Ρομπάι στις 28/10, έσπευσε να δηλώσει: «Βρήκα, επιπλέον, την ευκαιρία να δηλώσω στον κ. Ρομπάι ότι θα είμαι κατηγορηματικά αντίθετος στην ιδέα της ελεγχόμενης χρεοκοπίας, που πολλοί εμφανίζουν ως ουσιώδες στοιχείο στον υπό σύσταση μόνιμο ευρωπαϊκό μηχανισμό. Και υπεστήριξα με θέρμη ότι μία ελεγχόμενη πτώχευση, είναι πτώχευση για τη χώρα που την υφίσταται και ελεγχόμενη για όλες τις υπόλοιπες. Μπορεί να λειτουργήσει, όχι ως μηχανισμός διάσωσης των αδύναμων χωρών, αλλά ως μηχανισμός που τις διαχωρίζει, τις ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες, τις ισχυρότερες. Και, αντί να καθιστά έτσι ισχυρότερη, γενικά, την Ευρωζώνη, αποδυναμώνει την ενότητα της Ευρωζώνης. Και θα ήταν μεγάλο λάθος».

Με τον τρόπο αυτό ο κ. Σαμαράς αποκάλυψε επίσημα τα βασικά χαρακτηριστικά της ελεγχόμενης πτώχευσης που προετοιμάζεται για την Ελλάδα και τις άλλες «προβληματικές» χώρες της ευρωζώνης. Γιατί όντως αυτό συμβαίνει: μια ελεγχόμενη πτώχευση, είναι πτώχευση για την χώρα που την υφίσταται και ελεγχόμενη για όλες τις υπόλοιπες, αλλά κυρίως για τις τράπεζες και τους τοκογλύφους των αγορών. Ωστόσο ο κ. Σαμαράς δεν διευκρίνισε τι σημαίνει πρακτικά ότι διαφωνεί με την «ιδέα» της ελεγχόμενης πτώχευσης. Τι σκέφτεται να κάνει από την στιγμή που προωθείται, όπως ξέρει πολύ καλά, για την Ελλάδα; Τίποτε απολύτως. Απλά διατυπώνει δημόσια τη διαφωνία του για να την χρησιμοποιήσει κατόπιν ως άλλοθι αποδοχής άνωθεν και έξωθεν τετελεσμένων.

 

Η ελεγχόμενη πτώχευση

 

Ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό του σχεδίου της ελεγχόμενης πτώχευσης; Η αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» ή χωρίς. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι αναδιάρθρωση ή ανάταξη του χρέους είναι μια διαδικασία σύμφυτη με την επίσημη πτώχευση της χώρας. Μόνο που γίνεται με όρους αγοράς και υπό διεθνή επιτήρηση, προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις της στο εξωτερικό.

Όταν ένα κράτος βρίσκεται σε αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους του, τότε οι δανειστές του επιχειρούν να προωθήσουν ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης ή ανάταξης που συνήθως περιλαμβάνει τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:

 

1.      Την έκδοση νέων ομολόγων, ή άλλων αξιών που αντικαθιστούν μέρος ή το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών του κράτους και επιτρέπουν την επιμήκυνση της μέσης διάρκειας αποπληρωμής του δημόσιου χρέους.

2.      Την μερική ή ολική αναστολή της πληρωμής τόκων ή χρεωλυσίων για ένα διάστημα προκειμένου το κράτος να ολοκληρώσει την διαδικασία αναδιάρθρωσης.

3.      Την εισαγωγή ειδικών ρητρών στις νέες εκδόσεις ομολόγων που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αλλάξουν στο μέλλον οι όροι πληρωμής τους, αλλά και τις προβλεπόμενες εγγυήσεις ή αποζημιώσεις των κατόχων τους σε περίπτωση αδυναμίας εξόφλησης.

4.      Παροχή πρόσθετης ρευστότητας για την αποφυγή της μονομερούς παύσης πληρωμών, είτε μέσω των χρηματοδοτικών προγραμμάτων του ΔΝΤ, είτε με την έκδοση ειδικών ομολόγων στην διεθνή αγορά κεφαλαίων. Το ρόλο αυτό υποτίθεται ότι καλείται να παίξει το Ταμείο Σταθερότητας της ΕΕ, που ιδρύθηκε αρχικά για 3 χρόνια, αλλά η Μέρκελ και ο Σαρκοζί θέλουν να τον μετατρέψουν σε μόνιμο μηχανισμό της ευρωζώνης για να αναλαμβάνει τις υπό πτώχευση χώρες. Αυτό αποφασίστηκε στις 28/10.

Μια από τις περιπτώσεις αναδιάρθρωσης χρέους, που οι αγορές θεωρούν ίσως ως την πλέον πετυχημένη, είναι αυτή της Ουρουγουάης το 2003. Με μια μόνη κίνηση τον Απρίλιο-Μάιο του 2003, όλα τα κρατικά ομόλογα της χώρας σε ξένο νόμισμα (σε δολάριο, ευρώ, γιεν, λίρες-στερλίνες και πέσος Χιλής) ανταλλάχτηκαν με νέα ομόλογα κατατεθειμένα στην Securities and Exchange Commission των ΗΠΑ. Τα νέα ομόλογα περιλάμβαναν συγκεκριμένες Ρήτρες συλλογικής δράσης (Collective Action Clause) που προβλέπει ότι τυχόν αλλαγή των όρων πληρωμής των νέων ομολόγων απαιτούν την συμφωνία των κατόχων του 85% της συνολική αξίας τους και το 662/3% της κάθε συγκεκριμένης σειράς ομολόγων. Η συνολική αξία του εξωτερικού χρέους με βάση αυτή την αναδιάρθρωση – που επίσημα ονομάστηκε Εθελοντική Αλλαγή Προφίλ Χρέους (Voluntary Debt ReProfiling) – δεν μειώθηκε περισσότερο από 8% προκειμένου η κυβέρνηση της Ουρουγουάης να μπορέσει να βγει στις αγορές και να δανειστεί εκ νέου. Κι όλα έγιναν κάτω από την αυστηρή επίβλεψη και κηδεμονία του ΔΝΤ.

Γλύτωσε η Ουρουγουάη από την υστερική λιτότητα και το χρέος με την αναδιάρθρωση; Όχι. Παρά το γεγονός ότι από 90% του ΑΕΠ της χώρας το 2004, το χρέος βρίσκεται γύρω στο 60% του ΑΕΠ το 2010, η εξυπηρέτησή του συνεχίζει να καλπάζει. Σήμερα το εξωτερικό χρέος της χώρας είναι ακόμη μεγαλύτερο από ότι την εποχή της αναδιάρθρωσης (από 50% του συνόλου το 2003, σήμερα ξεπερνά το 57%) αυξάνοντας την εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές. Η αιματηρή λιτότητα και η μετακύλιση σημαντικού μέρους του εσωτερικού δημόσιου χρέους στον φορολογούμενο, οδήγησε στην μείωση του συνολικού χρέους ως ποσοστό στο ΑΕΠ. Όμως τα ελλείμματα γνωρίζουν νέες εξάρσεις και τα προγράμματα προσαρμογής έχουν οδηγήσει το 60% και πλέον του πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας. Η χώρα δεν πτώχευσε επίσημα, αλλά πτώχευσε ανεπανόρθωτα ο πληθυσμός της. Το κατά πόσο ακόμη η Ουρουγουάη θα συνεχίσει να αποφεύγει και την επίσημη πτώχευση είναι υπόθεση συγκυριών.

 

Ο Σόιμπλε αποκαλύπτει

 

Κάτι ανάλογο φαίνεται να ετοιμάζεται και για την Ελλάδα. Όπως κι αν το ονομάσουν επίσημα θα είναι μια αναδιάρθρωση χρέους. Σύμφωνα με τον υπουργό οικονομικών της Γερμανίας Β. Σόιμπλε (Der Spiegel, 6/11) το μοντέλο θα είναι μάλλον δύο φάσεων και το περιγράφει ως εξής: «Σε μια πρώτη φάση θα μπορούσε να επιμηκυνθεί η διάρκεια εκείνων των ομολόγων, των οποίων σ’ αυτή την κρίσιμη φάση λήγει η προθεσμία αποπληρωμής. Αν αυτό δεν βοηθήσει, σε μια δεύτερη φάση, οι ιδιώτες πιστωτές θα πρέπει να δεχθούν περικοπή των απαιτήσεών τους. Σε αντάλλαγμα θα λάβουν εγγυήσεις για τις υπόλοιπες».

Με ανάλογο πνεύμα και το τελευταίο Economist εξηγεί ότι «ένα ιδανικό σχέδιο κρατικής πτώχευσης θα διαθέτει τρία κύρια χαρακτηριστικά. Πρώτο, θα χρειαστεί κάποιον να κρίνει ότι το ύψος του χρέους είναι μη βιώσιμο. Δεύτερο, θα χρειαστεί έναν υπερεθνικό θεσμό, όπως είναι το ΔΝΤ ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να επιβλέψει τις απαιτήσεις των δανειστών και να συντονίσει τη συμφωνία για τον διακανονισμό. Αυτό ο θεσμός θα χρειαστεί νομικά εργαλεία για να υποχρεώσει όλους τους πιστωτές σε μια συμφωνία που θα στηριχθεί σε μια ειδική πλειοψηφία τους (ας πούμε της τάξης του 75%) και για να προστατεύσει τον οφειλέτη από νομικές προσβολές ενόσω ο διακανονισμός είναι υπό διαπραγμάτευση. Ένα τρίτο στοιχείο θα ήταν ένας μηχανισμός που θα επιτρέπει νέες πιστώσεις ώστε να κρατηθεί η υπό πτώχευση χώρα στον αφρό. Τα κεφάλαια αυτά θα είναι υπό ειδικό καθεστώς ώστε να προστατευθούν από την αναδιάρθρωση.»

Η δανειακή σύμβαση που έχει επιβληθεί στην χώρα αποτελεί το κατάλληλο εργαλείο για να προωθηθεί η αναδιάρθρωση του χρέους ορίζοντας εκ των πραγμάτων την ειδική πλειοψηφία που απαιτείται από τους πιστωτές για τον επιδιωκόμενο διακανονισμό. Αυτό προϋποθέτει ότι η αναδιάρθρωση θα γίνει εντός των προθεσμιών της δανειακής σύμβασης. Εκτός κι αν τροποποιηθεί έτσι ώστε να αποτελέσει μια συμβατική υποχρέωση της χώρας για την ένταξή της στον υπό διαμόρφωση μηχανισμό ελεγχόμενης πτώχευσης από την ευρωζώνη. Κάτι που ακούγεται πολύ έντονα. Ιδίως αν μέχρι το τέλους του έτους το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας κάνει δεχτές τις προσφυγές εναντίον του «μηχανισμού στήριξης» που επιβλήθηκε στην Ελλάδα τον Μάιο. Κάτι που, σύμφωνα με τον γερμανικό τύπο, έχει σοβαρές πιθανότητες να συμβεί.

 

Οι συνέπειες της αναδιάρθρωσης

 

Όπως και να ‘χει το βασικό πρόβλημα παραμένει. Τι θα σημάνει μια αναδιάρθρωση του χρέους για την Ελλάδα και τον λαό της; Μήπως θα ελαφρύνει τα βάρη από την εξυπηρέτηση του χρέους; Όχι, σε καμμιά περίπτωση. Αντίθετα θα θεσμοθετήσει επίσημα την υποδούλωση της χώρας στους δανειστές της, μέσα από την εφαρμογή ρητρών που θα εσωτερικεύουν τους όρους της δανειακής σύμβασης σε κάθε ειδική έκδοση αναδιαρθρωμένων ομολόγων. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πολύ απλά ότι σε κάθε έκδοση νέου ομολόγου θα περιλαμβάνονται ρήτρες και όροι που θα εξασφαλίζουν το κάτοχό του έναντι κάθε μελλοντικής αθέτησης πληρωμής. Έτσι το πιθανότερο είναι τα νέα ομόλογα να εκδίδονται στη βάση του αγγλικού ή άλλου δικαίου και όχι του ελληνικού, να περιλαμβάνουν εμπράγματες εγγυήσεις και προβλέψεις πρόσθετων αποζημιώσεων σε βάρος κάθε έννοιας εθνικής αξιοπρέπειας και να τελούν επίσημα υπό την δικαιοδοσία των οργάνων της ευρωζώνης. Εξ ου και η πρόσφατη δήλωση του Ζαν Κλοντ Γιουγκέρ για την ανάγκη έκδοσης ευρωομολόγου.

Μήπως όμως γλυτώσουμε από την αιματηρή λιτότητα; Αυτό δεν προβλέπεται ακόμη κι αν υπάρξει μια πολύ σοβαρή μείωση του χρέους. Είναι χαρακτηριστική μια πρόσφατη εκτίμηση του ΔΝΤ: «Η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή [διάβαζε αιματηρή λιτότητα, ΔΚ] δεν πρόκειται να είναι σημαντικά μικρότερη ακόμη και με ένα μεγάλο κούρεμα. Αυτό συμβαίνει γιατί το πρόβλημα στις ανεπτυγμένες οικονομίες σήμερα είναι το μεγάλο πρωτογενές έλλειμμα, όχι τα υψηλά επιτόκια και οι δαπάνες γι’ αυτά όπως ήταν στην περίπτωση των αναδυομένων οικονομιών που πτώχευσαν τις τελευταίες δυο δεκαετίες. Στην πράξη, η πρωτογενής προσαρμογή που είναι αναγκαία για να σταθεροποιηθεί η σχέση του χρέους με το ΑΕΠ θα μειωθεί μόλις κατά 0,5% κατά μέσο όρο στο ΑΕΠ (με μέγιστο το 2,7% για την Ελλάδα) αν γίνει κούρεμα κατά 50% –μια ιδιαίτερα μεγάλη υποτίμηση με βάση τα ιστορικά δεδομένα.» (Fiscal Monitor, 11/2010, σ. 30)

Με λίγα λόγια η αιματηρή λιτότητα και ότι επακολουθεί με όρους γενικευμένου ξεπουλήματος, δεν πρόκειται ουσιαστικά να επηρεαστεί ακόμη κι αν μειωθεί το δημόσιο χρέος κατά 50%. Ίσα-ίσα αποτελεί προαπαίτηση της αναδιάρθρωσης. Κι αυτό γιατί πολύ απλά πρέπει να βρεθούν τα αναγκαία πρωτογενή πλεονάσματα για να συνεχιστεί η εξυπηρέτηση ακόμη και του «κουρεμένου» χρέους. Κι επειδή η οικονομία στην κατάσταση που βρίσκεται δεν είναι σε θέση να παράγει πραγματικά πλεονάσματα, γι’ αυτό και επιβάλλεται η αιματηρή λιτότητα, οι δραστικές περικοπές, το ξεπούλημα, προκειμένου να πληρωθεί το χρέος από το υστέρημα των λαϊκών στρωμάτων και της κοινωνίας συνολικά. Έστω κι αν οδηγηθεί ο λαός σε απόγνωση και η χώρα σε διάλυση.

 

Υπήρχε λύση σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο!

 

Πόσο πρέπει να κατέβει η συνολική εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ώστε να πάψει αφενός η λιτότητα και αφετέρου να σπάσει ο κύκλος του νέου δανεισμού; Κανείς δεν έχει απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα απ’ όσους μιλάνε για αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα», ή για διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η ελληνική οικονομία πετύχει ρυθμούς ανόδου ανάλογους της προηγούμενης δεκαετίας και επιπλέον δημιουργήσει με κάποιον μαγικό τρόπο ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα της τάξης του 4% του ΑΕΠ ετήσια, αυτό επαρκεί για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους μειωμένου κατά 80%! Κάτι βέβαια που αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας με βάση τα συμφέροντα των δανειστών, της ευρωζώνης και του ευρώ.

Όμως, σ’ αυτό βρίσκεται η ουσία. Όταν μιλάει κανείς για αναδιάρθρωση χρέους ή διαγραφή μέρους του, θα πρέπει να διευκρινίσει από ποια σκοπιά το κάνει. Με γνώμονα να μην θίξει τα συμφέροντα των δανειστών ή με βάση τα αληθινά συμφέροντα της χώρας και του λαού της; Μπορεί στ’ αλήθεια μια οικονομία με τους πόρους της ήδη κατασπαταλημένους και λεηλατημένους να προχωρήσει γρήγορα σε παραγωγική ανασυγκρότηση, η οποία απαιτεί πολλαπλάσιες επενδύσεις και δαπάνες από το δημόσιο, έχοντας ταυτόχρονα να έστω ένα «κουρεμένο» δημόσιο χρέος; Τα δεδομένα λένε όχι. Τουλάχιστον για μια δεκαετία η ελληνική οικονομία, αφού πρώτα ξεφύγει από το δόκανο του ευρώ, θα χρειαστεί ότι έχει και δεν έχει από άποψη διαθέσιμων πόρων προκειμένου να πετύχει την παραγωγική της ανασυγκρότηση. Όχι μόνο δεν της περισσεύει τίποτε, αλλά θα χρειαστεί πρόσθετους πόρους από το εξωτερικό για να εξασφαλίσει τεχνογνωσία, τεχνολογία και εφαρμογές για μια σύγχρονη ανάπτυξη της δικής της παραγωγής.

Τότε γιατί η κυβέρνηση επέλεξε να συνεχίσει την εξυπηρέτηση του χρέους, θυσιάζοντας το υστέρημα του λαού και της χώρας; Η απάντηση είναι προφανής. Αν ήθελε, αν δεν ήταν τόσο καταφανώς υπόδουλη σε ολιγαρχικά συμφέροντα θα μπορούσε κάλλιστα να επικαλεστεί «κατάσταση ανάγκης» και να σταματήσει, τουλάχιστον για ένα διάστημα, να πληρώνει τα χρέη της. Η έννοια «κατάσταση ανάγκης» (state of necessity) είναι μια διεθνώς αναγνωρισμένη νομικοπολιτική δικλείδα την οποία ένα κράτος μπορεί να επικαλεστεί για να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις προς τους δανειστές του. Κι αυτό έχει γίνει πάρα πολλές φορές στο παρελθόν. Πότε μπορεί να επικαλεστεί ένα κράτος «κατάσταση ανάγκης»; Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο όταν ένα κράτος κινδυνεύει από χρεωκοπία και καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην εσωτερική του ομαλότητα και ασφάλεια του λαού του αφενός και αφετέρου την πληρωμή των χρεών του. Σύμφωνα με την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ, «ένα κράτος δεν μπορεί να αναγκαστεί να κλείσει τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα δικαστήριά του, να εγκαταλείψει τις δημόσιες υπηρεσίες του επιφέροντας το χάος και την αναρχία στην κοινωνία, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει τα χρήματα να πληρώσει τους ξένους ή ντόπιους δανειστές του.» (1613η Συνάντηση, 17 Ιουνίου 1980)

Την αρχή αυτή αναγνώρισε σχετικά πρόσφατα και το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας όταν κλίθηκε να αποφανθεί εναντίον της άρνησης της Αργεντινής το 2003 να πληρώσει ορισμένους δανειστές της, προκειμένου να διαφυλάξει το επίπεδο διαβίωσης και παροχών του κράτους προς το λαό της. Με απόφασή του στις 8 Μαΐου 2007, το Bundesverfassungsgericht αποδέχτηκε τον ισχυρισμό της Αργεντινής, αλλά μόνο σε βάρος δανειστών που είναι κράτη. Η απόφαση αυτή, πέρα από όλα τ’ άλλα, αποτελεί ένα ισχυρό νομικοπολιτικό επιχείρημα για τον ελληνικό λαό ώστε να αρνηθεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη δανειακή σύμβαση. Αρκεί να βρει τη δύναμη να επιβάλει το συμφέρον του και μην υποταχθεί στη μοίρα που άλλοι έχουν προδιαγράψει γι’ αυτόν.

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι  οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

Δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι, 11/11/2010

 

ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ – Πρόσφατη έκθεση ΔΝΤ

ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ:

 

Η πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ, τα πλεονεκτήματα της Ελλάδας, η υπερχρέωση της δύσης, η αμερικανική πρόταση εξόδου από την κρίση και η ελπίδα για το μέλλον

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

«Ούτε και μια αναδιάρθρωση, με μείωση της τιμής των ελληνικών ομολόγων κατά 50%, δεν θα αντιμετώπιζε την κρίση χρέους της Ελλάδας», υποστηρίζει στην πρόσφατη έκθεσή του για τις στρατηγικές δημοσιονομικής εξυγίανσης το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα, δικαιολογείται δηλαδή ο ισχυρισμός αυτός του ΔΝΤ, ή μήπως έχει κάποια άλλη πρόθεση, στα πλαίσια των δικών του επιδιώξεων; Κίνητρο του είναι αλήθεια το καλό της χώρας μας, ή μήπως η προστασία των δανειστών της, μέσω της μετατροπής των μη εγγυημένων δημοσίων χρεών σε ενυπόθηκα; (τα οποία προφανώς θα εξοφληθούν αργότερα, είτε με την εκχώρηση κρατικών «παγίων» περιουσιακών στοιχείων, είτε με τη μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό τομέα στο δημόσιο, δια μέσου των υπερβολικών φόρων;). 

 Περαιτέρω, στην ίδια έκθεση του με τον τίτλο «Fiscal Exit: From Strategy to Implementation», ο «διεθνής» οργανισμός, ο οποίος εκτός των άλλων είναι και ένας βασικός πιστωτής της Ελλάδας, με βάση τη σύμβαση οικονομικής «στήριξης» του περασμένου Μαΐου, δεν θεωρεί λύση την «ελεγχόμενη» πτώχευση – σε πλήρη αντίθεση με τη Γερμανία, η οποία επέμενε στην υιοθέτηση μίας τέτοιας διαδικασίας, στα πλαίσια της πρόσφατης συνόδου κορυφής της ΕΕ (αφού έκανε το τεράστιο για την ίδια λάθος, να ανοίξει τις «πύλες» της Ευρωζώνης στο ΔΝΤ).    

Όπως τονίζεται δε «έντεχνα» για την περίπτωση της Ελλάδας, «Ακόμη και μια ιστορικά υψηλή μείωση της τιμής των ομολόγων κατά 50%, δεν θα περιόριζε το Ελληνικό πρόβλημα (ελλείμματα κεντρικής κυβέρνησης), παρά μόνο κατά 2,7%  – ενώ σε άλλες χώρες, με μικρότερο  χρέος, μόνο κατά 0,5%. Αυτό οφείλεται στο ότι, το βασικό πρόβλημα για την αποκλιμάκωση του χρέους δεν είναι οι τόκοι των δανείων (επομένως όχι τα επιτόκια), ειδικά στις ανεπτυγμένες οικονομίες, αλλά η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, η οποία θα επέτρεπε μια πιο ορθολογική μείωση του χρέους».

Φαίνεται λοιπόν πως το ΔΝΤ έχει την άποψη ότι, η διαγραφή των οφειλών του δημοσίου κατά 50% (haircut), δεν θα προσέφερε πολλά στη χώρα μας, αφού θα εξοικονομούνταν ετήσιοι τόκοι μόνο περί τα 7 δις € – οπότε θα μειωνόταν μόνο αντίστοιχα το έλλειμμα (2,7%). Εάν όμως συμπεριλάβει κανείς στη σκέψη του πως με δημόσιο χρέος ίσο με το 70% του ΑΕΠ (η διαγραφή του 50% των οφειλών μας θα ήταν περίπου 160 δις €, οπότε τα υπόλοιπα θα ισούταν με το 70% ΑΕΠ ύψους 230 δις €), δεν θα επιβαρυνόταν η χώρα μας με τοκογλυφικά επιτόκια και δεν θα έπαιρνε τα καταστροφικά ΔΝΤ-μέτρα, τα οποία

(α) αφενός μεν μας έχουν οδηγήσει σε έναν επικίνδυνο στασιμοπληθωρισμό (ύφεση -4%, με φορολογικό πληθωρισμό 6% και ανεργία που θα φτάσει γρήγορα στο 20%),

(β) αφετέρου δε έχουν «βυθίσει» τους Έλληνες στην απαισιοδοξία, σημαντικότερο «συστατικό» της οποίας είναι η επιδείνωση της ύφεσης («άρνηση» επενδύσεων, μειωμένη παραγωγικότητα των εργαζομένων, μειωμένα φορολογικά έσοδα, παρά την αύξηση των συντελεστών, κοινωνικές αναταραχές κλπ), τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως θέλει να τα παρουσιάζει το Ταμείο, υπερασπιζόμενο προφανώς τους πιστωτές μας, καθώς επίσης τους εργοδότες του (Καρτέλ).      

Βέβαια, το ΔΝΤ θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι, τα μέτρα ελήφθησαν με στόχο την καταπολέμηση των ελλειμμάτων και όχι τη μείωση του δημοσίου χρέους, η οποία σχεδιάζεται να προέλθει από την πώληση (λεηλασία) των κρατικών επιχειρήσεων. Στην περίπτωση αυτή θα απαντούσαμε ότι ευτυχώς στην Ελλάδα, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες, ένα μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα (πάγια περιουσιακά στοιχεία αξίας περί τα 300 δις € επίσης) δεν έχουν αποκρατικοποιηθεί (ή πωληθεί, όσον αφορά τα πάγια), με αποτέλεσμα οι ζημίες τους να επιβαρύνουν το κράτος – αν και πολλές από αυτές έχουν ζημίες (για παράδειγμα οι δημόσιες συγκοινωνίες, οι οποίες έχουν πολύ χαμηλές τιμές εισιτηρίων, σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη), επειδή εξυπηρετούν κοινωνικούς σκοπούς.

Εάν τώρα αποκρατικοποιούνταν μόνο οι κερδοφόρες επιχειρήσεις του δημοσίου (όπως στο παράδειγμα του ΟΤΕ), τότε το μεν χρέος θα μειωνόταν κατά το ποσόν της πώλησης, το δε έλλειμμα θα αυξανόταν κατά το ποσόν των (μη) εισπραττομένων ετησίων μερισμάτων. Αντίθετα, εάν αποκρατικοποιούνταν οι ζημιογόνες επιχειρήσεις, αφενός μεν θα μειωνόταν αυτόματα το έλλειμμα (λόγω της μεταφοράς των ζημιών τους στον ιδιωτικό τομέα, όπως συνέβη με την Ολυμπιακή), αφετέρου τα έσοδα θα περιόριζαν το δημόσιο χρέος.

Και στις δύο περιπτώσεις όμως θα αυξανόταν το ιδιωτικό χρέος, όπως συμβαίνει σε όλες σχεδόν τις δυτικές οικονομίες (Πίνακας Ι).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό – Προβλέψεις 2010

 

Χώρα

Συνολικό Χρέος*

Δημόσιο Χρέος**

Ιδιωτικό Χρέος

 

 

 

 

Ελλάδα

252%

128,90

123,1%

Γερμανία

285%

76,70

208,3%

Ιταλία

315%

116,70

198,3%

Γαλλία

323%

82,50

240,5%

Πορτογαλία

323%

84,60

238,4%

Μ. Βρετανία

466%

80,00

386,0%

Πηγή: Συνδυασμός στοιχείων από Κομισιόν, McKinsey Global Institute και μελέτη της Deutsche Bank, σύμφωνα με την οποία το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας είναι 123% του ΑΕΠ, ενώ της Πορτογαλίας 239%

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*    Δημόσιο και ιδιωτικό, εσωτερικό και εξωτερικό

**   Πρόβλεψη 2010

 

Περαιτέρω, στον ιδιωτικό τομέα, σε αντίθεση με το δημόσιο, η αξία των παγίων περιουσιακών στοιχείων προσμετρείται στο ενεργητικό, «μειώνοντας» το παθητικό – οπότε το συγκριτικό με την Ελλάδα συνολικό χρέος άλλων κρατών είναι πρακτικά μεγαλύτερο, από αυτό που φαίνεται στον Πίνακα Ι.

Σε κάθε περίπτωση, ο σωστός δείκτης «οικονομικής ευρωστίας» δεν είναι το δημόσιο χρέος προς τα ΑΕΠ, αλλά το συνολικό χρέος προς το ΑΕΠ – ενώ στο καθορισμό του οφείλουν να λαμβάνονται υπ’ όψιν και τα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου (απαιτούνται διεθνώς κρατικοί Ισολογισμοί, αντίστοιχοι με αυτούς των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα). Ανεξάρτητα από αυτά, ίσως οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, η μη αποκρατικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων θεωρείται πλέον εύλογη, αφού στη Γερμανία εθνικοποιούνται ήδη ξανά πολλές επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες στο παρελθόν είχαν πουληθεί σε ιδιώτες.

Συνεχίζοντας, επειδή φυσικά δεν είμαστε μόνοι μας στον πλανήτη, ενώ γνωρίζουμε τις τρομακτικές συνέπειες της διαγραφής χρέους από μία χώρα για το παγκόσμιο σύστημα (όπως, για παράδειγμα, την έκρηξη μίας ασφαλιστικής βόμβας μεγατόνων), κυρίως επειδή θα υιοθετούταν από πάρα πολλές άλλες χώρες, θα θεωρούσαμε ίσως λογικότερη την αναδιάρθρωση (επιμήκυνση) του χρέους, με χαμηλά επιτόκια (1%), με σταθερές, μακροπρόθεσμες δόσεις (άνω των 30 ετών), σε συνδυασμό με σοβαρά μέτρα ανάπτυξης (αύξηση της ανταγωνιστικότητας, άνοιγμα νέων αγορών κλπ). Βέβαια, έχουμε αναφέρει πολλές άλλες λύσεις στο παρελθόν, με ανάλογα κείμενα μας (Η έξοδος από την κρίση, Ο μηδενισμός του χρέους κλπ), έτσι ώστε να τεκμηριώσουμε πως η λύση του «επάρατου μνημονίου» όχι μόνο δεν είναι μονόδρομος, αλλά η χειρότερη όλων.    

Ειδικά όμως όσον αφορά την Ευρωζώνη, όπου η Γερμανία λειτουργεί δυστυχώς επεκτατικά, ενώ καμία χώρα-μέλος δεν έχει τη δυνατότητα να τυπώσει χρήματα, όπως για παράδειγμα οι Η.Π.Α., είναι επί πλέον απαραίτητη, στην ενδεχόμενη αναδιάρθρωση (επιμήκυνση με χαμηλά επιτόκια) των χρεών κάποιων χωρών-μελών είτε

(α)  η δημοσιονομική της ένωση, είτε

(β) η «εκδίωξη» της Γερμανίας.

Διαφορετικά, είναι πολύ πιθανόν όλες οι υπερχρεωμένες/μη ανταγωνιστικές χώρες της ζώνης του ευρώ να προβούν σε μία μεγάλη διαγραφή χρεών (αν όχι να τα αρνηθούν εντελώς), ταυτόχρονα με την αναδιάρθρωση των υπολοίπων – σε συνδυασμό με τη μαζική έξοδο τους από την Ευρωζώνη, καθώς επίσης με την αυτόματη μετατροπή των οφειλών τόσο του δημοσίου (υπολοίπων), όσο και του ιδιωτικού τομέα τους, στο νέο νόμισμα. Στην περίπτωση αυτή, το πλήγμα για το «χρηματοπιστωτικό κτήνος» θα ήταν «ακαριαίο» – η μοναδική ίσως λύση των «χρεωστικών» προβλημάτων παγκοσμίως.    

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, η Ελλάδα είναι μία πολύ πλούσια χώρα, αφού διαθέτει κατά πολύ περισσότερα δημόσια περιουσιακά στοιχεία από όλα τα άλλα δυτικά κράτη, τα οποία δεν προσμετρούνται στο «ενεργητικό» της, αφενός μεν επειδή δεν έχει αποκρατικοποιήσει τις δημόσιες επιχειρήσεις της, αφετέρου επειδή δεν έχει πουλήσει τα πάγια της (η Βρετανία εκποιεί πλέον ακόμη και τα δάση της).

Όταν και εάν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε το δημόσιο χρέος της θα μειωθεί εντυπωσιακά, ενώ το ιδιωτικό χρέος θα αυξηθεί σε μικρότερο βαθμό – αφού τα πάγια θα προσμετρηθούν στην αξία (ισολογισμό) των ιδιωτικοποιημένων πλέον δημοσίων επιχειρήσεων. Η πώληση όμως των κερδοφόρων δημοσίων επιχειρήσεων θα αυξήσει τα ελλείμματα της χώρας μας, ενώ η πώληση των ζημιογόνων θα τα μειώσει – παράλληλα, θα εκμηδενισθεί ο κοινωνικός ρόλος τους (για παράδειγμα, οι ιδιώτες θα αυξήσουν τα εισιτήρια των συγκοινωνιών, θα ακριβύνουν το ηλεκτρικό ρεύμα, το νερό κλπ), όπως συμβαίνει σε όλα τα άλλα κράτη.         

 

Η ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

 

Σε σχέση τώρα με το τεράστιο πρόβλημα της υπερχρέωσης, το οποίο αντιμετωπίζει ολόκληρη η «δύση» και όχι μόνο η Ελλάδα, οι παρακάτω δύο Πίνακες (ΙΙ, ΙΙΙ) από την πρόσφατη έκθεση του Ταμείου είναι χαρακτηριστικοί:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: ΑΕΠ 2007 σε δις δολάρια, Ώριμο (ληξιπρόθεσμο) χρέος προς ΑΕΠ 2010, ‘Έλλειμμα προς ΑΕΠ 2010 και συνολικά απαιτούμενη χρηματοδότηση (Ώριμο χρέος + Έλλειμμα) προς ΑΕΠ 2010

 

Χώρα

ΑΕΠ 2007

Ώριμο χρέος*

Έλλειμμα**

Συν. χρηματοδότησης

 

 

 

 

 

Ιαπωνία

5.103,0

43,4%

9,6%

53,0%

Ιρλανδία***

219,7

6,5%

31,9%

38,4%

Η.Π.Α.

13.750,0

15,4%

11,1%

26,5%

Ιταλία

1.862,0

20,3%

5,1%

25,4%

Βέλγιο

388,4

17,8%

4,8%

22,6%

Γαλλία

2.244,0

14,3%

8,0%

22,3%

Ισπανία

1.153,0

10,8%

9,3%

20,1%

Πορτογαλία

184,2

11,6%

7,3%

18,9%

Ελλάδα

237,9

10,3%

7,9%

18,2%

Καναδάς

1.144,0

13,1%

4,9%

18,0%

Μ. Βρετανία

2.472,0

5,3%

10,2%

15,5%

Γερμανία

3.024,0

8,5%

4,5%

13,0%

Φιλανδία****

210,5

9,1%

3,4%

12,5%

Σουηδία

394,5

4,1%

2,2%

6,3%

Αυστραλία

687,9

1,5%

4,6%

6,1%

 

 

 

 

 

Μεσοστ. Όρος

 

17,0%

9,1%

26,1%

Πηγή: IMF  – ΑΕΠ 2007 IQ

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*      Προβλέψεις Bloomberg από τον Ιανουάριο του 2010

**     Προβλέψεις (WEO) από τον Οκτώβριο του 2010

*** Το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ιρλανδίας είναι αυξημένο, σύμφωνα με τις δηλώσεις της χώρας για διάσωση των τραπεζών της (bank recapitalization), την οποία η κυβέρνηση τοποθέτησε στα 30 δις € ή στο 20% του ΑΕΠ της.

**** Μείωση του ΑΕΠ κατά 8% το 2009, ενδεχομένως ξανά ύφεση το 2010 (πηγή:MM)

 

Σύμφωνα με τον Πίνακα ΙΙ, η Ιαπωνία θα χρειασθεί για ολόκληρο το 2010 συνολική χρηματοδότηση (ληξιπρόθεσμα χρέη συν ελλείμματα προϋπολογισμού) ίση με το 53% του ΑΕΠ της – ένα πραγματικά τεράστιο ποσόν (κυριολεκτικά και ποσοστιαία), αφού είναι σχεδόν τριπλάσιο (ποσοστιαία) από το αντίστοιχο της Ελλάδας. Επομένως, η χώρα θα αντιμετωπίσει σύντομα μεγάλα προβλήματα, παρά το ότι έχει θετικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών.   

Ακολουθεί η Ιρλανδία, μετά την (ατυχή κατ’ εμάς για τους δύστυχους Πολίτες της) διάσωση των τραπεζών της, με 38,4% του ΑΕΠ. Κατά την άποψη μας δε, η διάσωση των τραπεζών της θα κοστίσει τελικά πολύ περισσότερα, από τα 30 δις € που ανακοίνωσε η κυβέρνηση της, εκτός εάν απαιτήσει διαγραφή μεγάλου μέρους των χρεών τους – ενώ η προσφυγή της στο μηχανισμό στήριξης (ΔΝΤ) φαίνεται μάλλον αναπόφευκτη. Στη συνέχεια έρχονται οι Η.Π.Α. με 26,5% του ΑΕΠ – ένα μάλλον «αστρονομικό» ποσόν, κρίνοντας από το ύψος του ΑΕΠ της υπερδύναμης. Η Ιταλία είναι η αμέσως επόμενη στον Πίνακα, με το Βέλγιο, την Γαλλία, την Ισπανία (ο οικονομολόγος κ. Rogoff θεωρεί ότι θα χρεοκοπήσει, με πιθανότητα 95%) και την Πορτογαλία να ακολουθούν «κατά πόδας».

Τουλάχιστον από εδώ βλέπουμε τις τεράστιες αδυναμίες της Γαλλίας, σε σχέση με τη Γερμανία, γεγονός που επεξηγεί τους ουσιαστικά συνεχείς συμβιβασμούς της στα ευρωπαϊκά θέματα. Απορούμε όμως με την αλαζονεία της, όταν γνωρίζει πολύ περισσότερο από κάθε άλλον (άρθρο μας) ότι, δυστυχώς, δεν έχει καμία απολύτως δυνατότητα να ανταγωνισθεί τη Γερμανία. Όπως βλέπουμε, η Ελλάδα είναι κάπου στο μέσον, ενώ ο Πίνακας ΙΙΙ που ακολουθεί απεικονίζει τα ίδια μεγέθη για το 2011:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙIΙ: ΑΕΠ 2007 σε δις δολάρια, Ώριμο (ληξιπρόθεσμο) χρέος προς ΑΕΠ 2011, ‘Έλλειμμα προς ΑΕΠ 2011 και συνολικά απαιτούμενη χρηματοδότηση (Ώριμο χρέος + Έλλειμμα) προς ΑΕΠ 2011

 

Χώρα

ΑΕΠ 2007

Ώριμο χρέος*

Έλλειμμα**

Συν. χρηματοδότησης

 

 

 

 

 

Ιαπωνία

5.103,0

48,9%

8,9%

57,8%

Ιρλανδία

219,7

6,1%

11,8%

17,9%

Η.Π.Α.

13.750,0

18,1%

9,7%

27,8%

Ιταλία

1.862,0

18,2%

4,3%

22,5%

Βέλγιο

388,4

18,4%

5,1%

23,4%

Γαλλία

2.244,0

16,0%

6,0%

22,0%

Ισπανία

1.153,0

11,0%

6,9%

17,9%

Πορτογαλία

184,2

15,5%

5,2%

20,7%

Ελλάδα

237,9

16,5%

7,3%

23,8%

Καναδάς

1.144,0

13,3%

2,9%

16,2%

Μ. Βρετανία

2.472,0

7,5%

8,1%

15,6%

Γερμανία

3.024,0

9,1%

3,7%

12,8%

Φιλανδία

210,5

9,3%

1,8%

11,1%

Σουηδία

394,5

4,5%

1,4%

5,9%

Αυστραλία

687,9

2,0%

2,5%

4,5%

 

 

 

 

 

Μεσοστ. Όρος

 

 

 

 

Πηγή: IMF  – ΑΕΠ 2007 IG

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*      Προβλέψεις Bloomberg από τον Ιανουάριο του 2010

**     Προβλέψεις (WEO) από τον Οκτώβριο του 2010

 

Από τον Πίνακα ΙΙΙ είναι σαφές ότι, τόσο η ανάγκες χρηματοδότησης της Ιαπωνίας, όσο και αυτές των Η.Π.Α. παραμένουν σε τρομακτικά επίπεδα, για τα μεγέθη των οικονομιών τους, όπως επίσης αυτές των υπολοίπων χωρών. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, το 2011 θα είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο έτος για πάρα πολλά κράτη, με την πιθανότητα μίας νέας παγκόσμιας ύφεσης σημαντικά αυξημένη. Ενδεχομένως δε να οδηγήσει στο δεύτερο, πολύ πιο καταστροφικό στάδιο, τον πρώτο παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο (άρθρο μας).

Κάτι τέτοιο θα είχε φυσικά αντίκτυπο τόσο στα χρηματιστήρια, όσο και σε πολλές άλλες χώρες – ειδικότερα στη Γερμανία, η οποία φαίνεται να ανησυχεί, παρά την ανάπτυξη στο περίπου 3% που υπολογίζεται για την οικονομία της το 2010. Έχει άλλωστε ήδη καταγράψει τα πρώτα ανησυχητικά δείγματα, αφού υποχωρούν οι παραγγελίες στη βιομηχανία της από την ΕΕ (λόγω των μέτρων λιτότητας που έχουν υιοθετήσει οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες), όπου η Γερμανία πραγματοποιεί το 70% των εξαγωγών της. Με την Κίνα δε στις παρυφές της ΕΕ (άρθρο μας), όπου η Ελλάδα διαδραματίζει έναν σημαντικότατο ρόλο, καθώς επίσης μετά την απόβαση του ΔΝΤ, όπου ξανά η Ελλάδα πρωταγωνιστεί, τα πράγματα δεν φαίνονται τόσο αισιόδοξα για την ηγέτιδα δύναμη της Ευρωζώνης.

Φυσικά, για τις υπερχρεωμένες χώρες του ευρωπαϊκού νότου οι οποίες, μαζί με τα μεγάλα ελλείμματα των προϋπολογισμών τους, την ανεργία, την κρίση σημαντικών τομέων των οικονομιών τους (τράπεζες, ακίνητα κλπ), αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα τεράστια προβλήματα στα εμπορικά τους ισοζύγια, κυρίως λόγω της χαμηλής ανταγωνιστικότητας τους (άρθρο μας), η κατάσταση θα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη –  ενώ η χρηματοδότηση των ληξιπρόθεσμων ομολόγων τους αρκετά επίπονη, γεγονός που φαίνεται από τον Πίνακα ΙV που ακολουθεί:         

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙV: Λήξη Ομολόγων, με ημερομηνία καταγραφής 29.04.2010*, σε δις €

 

Έτος

Ελλάδα

Ιταλία

Ισπανία

Πορτογαλία

Ιρλανδία

 

 

 

 

 

 

2010*

15,80

251,50

76,50

17,90

8,60

2011

31,30

192,20

84,00

15,90

4,60

2012

31,70

168,20

61,20

8,60

6,00

2013

24,90

100,40

51,50

8,20

6,00

2014

31,60

89,10

46,80

13,60

10,00

2015

21,10

85,40

24,70

9,90

0,20

2016

15,10

51,10

16,10

5,60

8,60

2017

22,10

64,40

29,80

6,20

0,00

2018

9,80

46,20

16,50

6,50

8,20

2019

24,70

86,50

28,70

7,90

14,50

2020

5,30

52,70

8,30

5,00

16,70

 

 

 

 

 

 

Σύνολο

233,40

1.187,70

444,10

105,30

83,40

Πηγή: Bloomberg

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

 

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙV, τα ληξιπρόθεσμα ομόλογα όλων των χωρών του νότου και ειδικά της Ιταλίας, δεν είναι αμελητέα – πολύ περισσότερο εάν δεχθούμε ότι οι «αγορές», κατανοώντας πλήρως τόσο το πρόβλημα, όσο και την ισχύ τους, θα αυξήσουν δραματικά τα επιτόκια δανεισμού (Spreads, CDS κλπ). Φυσικά η φυγή των κεφαλαίων προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, οι οποίες υπόσχονται αυξημένη κερδοφορία, είναι ήδη δεδομένη – οπότε η τοκογλυφική «αφαίμαξη» της δύσης (συνεχώς αυξανόμενα επιτόκια δανεισμού) φαίνεται σαν την πλέον κερδοφόρα χρηματοπιστωτική στρατηγική του «κτήνους».   

Το πρόβλημα αυτό (φυγή κεφαλαίων) φαίνεται ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. όπου, παρά το ότι η Fed τυπώνει αδιάκοπα χρήματα, δεν κατευθύνονται στην πραγματική οικονομία από τις επιχειρήσεις που τα λαμβάνουν, αλλά «προωθούνται» είτε στις εξαγορές μικρότερων εταιρειών, είτε επενδύονται στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Ο Πίνακας V που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Δάνεια επιχειρήσεων στις Η.Π.Α., με μηδαμινά επιτόκια.

 

Εταιρεία

Δάνειο

Επιτόκιο

Χρήση

 

 

 

 

Wal-Mart

5,00 δις $

0,75%

Εξαγορά της Massmart στη Ν. Αφρική

Microsoft

4,75 δις $

0,87%

Εξαγορά εταιρειών εκτός Η.Π.Α.

Pepsi

2,25 δις $

 

Εξαγορά εταιρειών εκτός Η.Π.Α.

E-Bay

 

1,00%

Εξαγορά εταιρειών εκτός Η.Π.Α.

Πηγή: Reuters

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Σύμφωνα με την Moodys, οι υπόλοιπες εταιρείες στις Η.Π.Α. εκτός του χρηματοπιστωτικού κλάδου, διατηρούν χρηματικά αποθέματα (ταμείο) ύψους 1 τρις $, για εξαγορές ανταγωνιστών τους – κυρίως εκτός Αμερικής.        

 

Την ίδια στιγμή βέβαια διαφαίνεται μία νέα τάση στις Η.Π.Α., όπου τα νοικοκυριά μειώνουν δραστικά τις τοποθετήσεις τους στη Wall Street, ενδεχομένως σαν αποτέλεσμα της τελευταίας κρίσης και των τεράστιων απωλειών που υπέστησαν – αλλά και της μειωμένης πλέον εμπιστοσύνης τους στις χρηματαγορές.  

 

Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

 

Είναι σίγουρα αρκετές εκείνες οι χώρες, οι οποίες βλέπουν την απόφαση της Fed για περαιτέρω «μονεταριστικά» μέτρα ενίσχυσης της αμερικανικής οικονομίας (θα ξεπεράσουν ενδεχομένως το 1 τρις $), σαν έντονα εχθρική πράξη, εναντίον των υπολοίπων κρατών – κυρίως της Ευρωζώνης και της Κίνας. Εν τούτοις, οι Η.Π.Α. δεν έχουν δυστυχώς καμία άλλη διέξοδο από την κρίση, παρά την απειλή του υπερπληθωρισμού και των υπερβολών (φούσκες) που προκαλεί η πιστωτική επέκταση – εάν δεν συμφωνήσουν όλες οι χώρες της G20 με την πρόταση που διατύπωσε, κατά την πρόσφατη σύνοδο, ο υπουργός οικονομικών κ. T. Geithner.   

Ο υπουργός πρότεινε να θεσπισθούν ανώτατα, καθώς επίσης κατώτατα όρια στα ισοζύγια εξωτερικών συναλλαγών όλων των χωρών, καθώς επίσης αντίστοιχα όρια στα ελλείμματα/πλεονάσματα – προφανώς με την υιοθέτηση μίας Πολιτικής, η οποία θα εξασφάλιζε την επίτευξη αυτών των στόχων. Η συγκεκριμένη πρόταση, προερχόμενη από τις Η.Π.Α., είναι το λιγότερο εντυπωσιακή – αφού αναγνωρίζει για πρώτη φορά μετά την «κατάργηση» του BrettonWoods (1971) ότι, το αόρατο χέρι της «αγοράς» δεν εξασφαλίζει την ισορροπία των εξωτερικών ισοζυγίων – οπότε η Πολιτεία οφείλει να αναλάβει τη συγκεκριμένη λειτουργία. Φυσικά η Γερμανία προσπάθησε να στρέψει την προσοχή του κόσμου αλλού, επειδή ανήκει στις πλεονασματικές χώρες και δεν τη συμφέρουν οι προτάσεις των Η.Π.Α. – με τη βοήθεια της κριτικής που άσκησε στη νομισματική πολιτική της Fed, με τις δήθεν προτάσεις για μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων κλπ.

Όπως φαίνεται, η εντυπωσιακή αυτή «μεταστροφή» των Η.Π.Α., με βάση την οποία αμφισβητείται πλέον επίσημα η ικανότητα (efficiency) ισορροπίας της ελεύθερης αγοράς, προήλθε από την τοποθέτηση του υπουργού οικονομικών της Βραζιλίας, ο οποίος αναφέρθηκε για πρώτη φορά σε έναν παγκόσμιο νομισματικό πόλεμο. Ο υπουργός κατηγόρησε τις διεθνείς αγορές, σε σχέση με το ότι πλημμύρισαν τη χώρα του με απίστευτα πολλά κερδοσκοπικά κεφάλαια – απέναντι στα οποία είναι πρακτικά αδύνατον να αμυνθεί η Βραζιλία.

Αναφέρθηκε λοιπόν στην αποτυχία «αυτορύθμισης» των χρηματοπιστωτικών αγορών, όπως επίσης στα καταστροφικά τους αποτελέσματα για την πραγματική οικονομία. Ίσως εδώ οφείλουμε να προσθέσουμε την άποψη του οικονομολόγου κ. Rogoff (πηγή: Spiegel), σύμφωνα με την οποία «Η χρηματοπιστωτική αγορά, με όλα όσα προϊόντα διαθέτει, υπολογίζεται, έναντι παγκοσμίου ΑΕΠ 60 τρις $, στα 200 τρις $ – εκ των οποίων τα 120 τρις $ δημιουργούνται από το εμπόριο των χρεών».

Περαιτέρω στη Βραζιλία, δεν εισρέουν τα χρήματα επειδή η οικονομία της είναι σε τόσο καλή κατάσταση ή επειδή προσφέρει μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες, αλλά λόγω του ότι ο πληθωρισμός είναι σχετικά υψηλός – οπότε η κεντρική τράπεζα της χώρας είναι υποχρεωμένη να διατηρεί συγκριτικά υψηλά τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια. Αυτό προσελκύει πολλούς διεθνείς κερδοσκόπους, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τη διαφορά επιτοκίων μεταξύ της Βραζιλίας και των χωρών που προσφέρουν μηδενικά επιτόκια, όπως για παράδειγμα η Ιαπωνία.

Οι κερδοσκόποι αυτοί (carry traders) δανείζονται χρήματα με μηδενικό επιτόκιο και τα τοποθετούν στη Βραζιλία – η οποία προσφέρει σημαντικά υψηλότερο επιτόκιο. Επειδή τώρα στις χρηματοπιστωτικές αγορές τα κέρδη είναι αυξημένα, όσο περισσότεροι τοποθετούνται στο ίδιο προϊόν, το αποτέλεσμα είναι να εισρέουν συνεχώς περισσότερα κεφάλαια στη Βραζιλία – προκαλώντας την παραδοξότητα να ανατιμάται ένα νόμισμα σε μία πληθωριστική αγορά. Έτσι οι κερδοσκόποι κερδίζουν αφενός μεν από τη διαφορά των επιτοκίων, αφετέρου από την «στρεβλή» (αλλά πραγματική) ανατίμηση του νομίσματος.

Από την πλευρά όμως της πραγματικής οικονομίας, τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας είναι καταστροφικά. Επειδή ανατιμάται το νόμισμα, σαν αποτέλεσμα των αυξημένων εισροών κεφαλαίων, παρά το ότι θα έπρεπε να υποτιμάται λόγω του πληθωρισμού, η ανταγωνιστικότητα της χώρας διεθνώς μειώνεται – αφού τα εμπορεύματα της γίνονται διαρκώς ακριβότερα στις εξαγωγικές αγορές. Αργά ή γρήγορα λοιπόν οδηγείται σε ελλειμματικό εμπορικό κλπ ισοζύγιο, οπότε ακολουθεί «υποχρεωτικά» μία συναλλαγματική κρίση – καταστρέφοντας εντελώς την πραγματική οικονομία της χώρας, την οποία πλέον εγκαταλείπουν μαζικά (συνήθως πριν ξεσπάσει η κρίση – συχνά με τη βοήθεια του ΔΝΤ) τα ξένα κεφάλαια.    

Προφανώς, η μοναδική χώρα που έχει καταφέρει να αποφύγει αυτό το πρόβλημα είναι η Γερμανία. Ακριβώς για το λόγο αυτό έχει απόλυτη ανάγκη την Ευρωζώνη (άρθρο μας), χωρίς την οποία θα ήταν αδύνατον να επιβιώσει. Πόσο μάλλον όταν έχει μία μοναδική δυνατότητα να ελέγχει/ρυθμίζει τη νομισματική ισοτιμία (Ευρώ), δια μέσου της επίκλησης κρίσεων κάποιων χωρών-μελών (όπως πρόσφατα της Ελλάδας), οι οποίες μειώνουν την ισοτιμία του ευρώ αυτόματα – όπως και της «επίλυσης» των κρίσεων τους (υποχρέωση σε λιτότητα, μηχανισμός στήριξης κλπ), η οποία αυξάνει την ισοτιμία του ευρώ. Ο ρόλος της χώρας μας εδώ, η οποία λειτουργεί «εξαερωτικά» (ventilator) στην ισοτιμία του ευρώ, είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.

Ολοκληρώνοντας, η λύση του προβλήματος των συναλλαγματικών ισοτιμιών παγκοσμίως είναι ουσιαστικά απλή, αφού αρκεί να προσαρμόζονται στα θεμελιώδη οικονομικά χαρακτηριστικά των κρατών – να συμβαδίζουν δηλαδή με τον εκάστοτε πληθωρισμό, με την παραγωγικότητα των εργαζομένων, με τις μισθολογικές διαφορές ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος (ανταγωνιστικότητα) κλπ.

Εντός της Ευρωζώνης όμως, για τις χώρες-μέλη της, η λύση αυτή δεν είναι εφικτή, αφού το κοινό νόμισμα δεν το επιτρέπει. Οπότε, είτε κάποια στιγμή θα διαλυθεί η ζώνη του ευρώ (με τεράστιες απώλειες και για τη Γερμανία), είτε θα ενωθεί δημοσιονομικά, επιτρέποντας την ομαλή εξισορρόπηση των ελλειμμάτων-πλεονασμάτων (άρθρο μας).  Τρίτος δρόμος ουσιαστικά δεν υπάρχει, εάν δεν συναινέσουμε βέβαια σε μία Pax Germanica.      

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Όπως γνωρίζουμε, ολόκληρα έθνη ή ολόκληρες κοινωνικές ομάδες μέσα σε αυτά τα έθνη είναι δυνατόν να υποταγούν και να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης για μεγάλο χρονικό διάστημα (E. Fromm). Εν τούτοις όμως, κάποια στιγμή αντιδρούν, επειδή οι φόβοι, οι καχυποψίες, η μοναξιά, η ένδεια και η εξαθλίωση, φτάνουν στα όρια τους – στο «οριακό» εκείνο σημείο δηλαδή, στη «στροφή του διαβόλου» καλύτερα όπου, μη έχοντας κανείς τίποτα να χάσει, «εξεγείρεται», χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Σε γενικές γραμμές τώρα  οι άνθρωποι, είτε

(α)  αντιδρούν με απάθεια, με τέτοια εξασθένηση της πνευματικότητας, της πρωτοβουλίας και της επιδεξιότητας τους δηλαδή, ώστε βαθμιαία δεν είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντα που τους ανέθεσαν οι «ηγεμόνες» τους,

(β)  αντιδρούν με τη συσσώρευση τόσου μίσους και καταστροφικότητας, ώστε να επιφέρουν το τέλος των ίδιων των εαυτών τους, των ηγεμόνων τους και του συστήματος τους,

(γ)  η αντίδραση τους δημιουργεί μία τέτοια ανεξαρτησία και επιθυμία για ελευθερία, ώστε με τις δημιουργικές παρορμήσεις τους να οικοδομηθεί μία καλύτερη κοινωνία (ένωση κρατών κλπ).

Το είδος της αντίδρασης που θα εκδηλωθεί, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: από οικονομικούς, από πολιτικούς, καθώς επίσης από τον παράγοντα του πνευματικού κλίματος, στο οποίο ζουν οι Πολίτες. Όποιες όμως και αν είναι οι αντιδράσεις, η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζει κάτω από οποιαδήποτε σχεδόν συνθήκη, είναι η μισή αλήθεια. Πρέπει να συμπληρωθεί με τη διαπίστωση ότι, αν ο άνθρωπος ζει κάτω από συνθήκες αντίθετες προς τη φύση και τις βασικές απαιτήσεις της ανθρώπινης ανάπτυξης και υγείας, δεν μπορεί παρά να αντιδράσει. Είναι υποχρεωμένος λοιπόν είτε να χειροτερέψει τη θέση του και να χαθεί, είτε να δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες, οι οποίες ευρίσκονται περισσότερο σε αρμονία με τις ανάγκες του.          

Στόχος μας οφείλει να είναι η τρίτη «λύση», η δημιουργία δηλαδή εκείνων των συνθηκών, οι οποίες θα οδηγήσουν τους παγκόσμιους Πολίτες σε μία τέτοια ανεξαρτησία και επιθυμία για ελευθερία, ώστε με τις δημιουργικές παρορμήσεις τους να οικοδομηθεί μία καλύτερη κοινωνία. Για να το πετύχουμε δεν χρειαζόμαστε καλύτερους πολιτικούς, αν και θα ήταν ευχής έργο, αλλά περισσότερη Δημοκρατία.

Επίσης, συναίνεση μεταξύ των λαών, έτσι ώστε να εμποδίζονται εκείνες οι χώρες, οι οποίες «επιβουλεύονται» την παγκόσμια ειρήνη (σήμερα κυρίως η Γερμανία και η Κίνα), λειτουργώντας επεκτατικά και εγωιστικά, εις βάρος τόσο των υπολοίπων κρατών, όσο και των δικών τους Πολιτών (πρόσφατα κατηγορήθηκαν κάποιες γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες προσφέρουν μισθούς ανά ώρα μεταξύ 1,70 και 2,30 €).     

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 07. Νοεμβρίου 2010, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων & επενδύσεων, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2223.aspx