Αρχείο κατηγορίας Επαχθή χρέη και το Χρέος μας

Με αφορμή την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση (ΗΠΑ 2007), την ελληνική δημοσιονομική κρίση στη χώρα μας (2009) και την υποταγή μας σε ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ άνοιξε ένας διάλογος. Εμείς αναρτούμε κείμενα που είτε ανοίγουν το δρόμο της Απελευθέρωσης, είτε συμμετέχουν κριτικά απέναντι σ΄αυτά.

Ο Διεθνής Έλεγχος κατά Σοφία Σακοράφα

Ο Διεθνής Έλεγχος κατά την Σοφία Σακοράφα

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Προσωπικά δεν αμφισβητώ την ειλικρίνεια και τις προθέσεις της κ. Σοφίας Σακοράφα, όμως η ιστορία της διεθνούς επιτροπής ελέγχου του δημόσιου χρέους δεν είναι ούτε απλή, ούτε αθώα υπόθεση. Τυχαίνει να γνωρίζω ποιοι σε διεθνές επίπεδο προωθούν αυτή την πρόταση και η δράση τους δεν είναι καθόλου αθώα.

 

Πρόκειται για διεθνείς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (Bretton Woods, CATDM, Attac, Transform, κοκ) που χρηματοδοτούνται είτε απευθείας από άτυπα όργανα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ (ιδρύματα, think tanks, κλπ.), είτε από το ειδικό κονδύλι του ΟΗΕ που χρηματοδοτεί την προώθηση της «παγκοσμιοποίησης», είτε από οργανώσεις δήθεν κοινωφελούς σκοπού που πίσω τους βρίσκονται τράπεζες και πολυεθνικές, είτε απευθείας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα πλαίσια της προώθησης του «εθελοντισμού».

Το «κίνημα» αυτό, που δυστυχώς παρέσυρε και μια σειρά έντιμους μελετητές του προβλήματος, αλλά και αγωνιστές, δημιουργήθηκε την εποχή που μετά την επιβολή του σχεδίου Μπέικερ από τις ΗΠΑ στην Λατινική Αμερική, οι λαοί στην περιοχή άρχισαν να ορθώνουν το ανάστημά τους και να απαιτούν την διαγραφή του χρέους για να γλυτώσουν μια και καλή από τους διεθνείς τοκογλύφους, το ΔΝΤ και τις «διεθνείς λύσεις» του προβλήματος που προωθούν οι ΗΠΑ (όπως ήταν το σχέδιο Μπέικερ και Μπράντι, τα οποία αποτελούσαν αναδιάρθρωση του χρέους με «βαθύ κούρεμα» και τα οποία κυριολεκτικά ισοπέδωσαν τις χώρες εκείνες που τα αποδέχτηκαν)

Βασικό όπλο ενός λαού για να επιβάλει τη (μερική ή ολική) διαγραφή του τοκογλυφικού χρέους του, ήταν και παραμένει η αποκατάσταση και θωράκιση της εθνικής κυριαρχίας του από κάθε άποψη. Αυτό ήταν και παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους εφιάλτες των διεθνών τραπεζών, των πολυεθνικών και φυσικά όλων εκείνων των χωρών που στηρίζουν την παντοκρατορία τους στο ξεζούμισμα των άλλων χωρών. Για να χτυπηθεί αυτό το λαϊκό αίτημα εμφανίστηκε το «κίνημα» των διεθνών ΜΚΟ που έναντι της διεκδίκησης της εθνικής κυριαρχίας και της διαγραφής του τοκογλυφικού χρέους, αντιπρότεινε τη δημιουργία μιας διεθνούς επιτροπής ελέγχου του δημόσιου χρέους που με την συγκατάθεση οφειλέτη και πιστωτή θα διερευνά και θα αποφασίζει ποιο μέρος του χρέους είναι «δίκαιο» για να το επωμιστεί ο λαός της οφειλέτριας χώρας. Αυτή η επιτροπή θα έχει το καθεστώς ενός ιδιότυπου δικαστηρίου της Χάγης και οι αποφάσεις του μπορεί να μην είναι δεσμευτικές, αλλά, όπως κανείς καταλαβαίνει, μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά σε βάρος ενός λαού που διεκδικεί την παραγραφή, ακύρωση του χρέους, πέρα από αυτό που η επιτροπή θα κρίνει ως «άδικο». Με αυτόν τον τρόπο αναιρείται το μοναδικό όπλο που έχει ένας κυρίαρχος λαός για να αντιμετωπίσει τους διεθνείς τοκογλύφους: την ασυλία του κράτους του λόγω εθνικής κυριαρχίας.

Ποιο όμως τμήμα του χρέους είναι «δίκαιο» και ποιο «άδικο»; Από ποια σκοπιά και με ποια κριτήρια μπορεί να κριθεί κάτι τέτοιο; Οι ΜΚΟ προωθούν την ιδέα ότι «άδικο» χρέος είναι μόνο εκείνο που αποτελεί προϊόν ύποπτης συναλλαγής ανάμεσα σε κυβερνήσεις και δανειστές. Γι’ αυτό και ζητούν τον έλεγχο των δανειακών συμβάσεων, ώστε να διαπιστωθεί ποια είναι προϊόν ύποπτης συναλλαγής. Ως τυπικό παράδειγμα αναφέρεται αυτό που έκανε το Εκουαδόρ και πρόεδρος της χώρας Κορέα. Ωστόσο υπάρχουν πολλά και σοβαρά ερωτηματικά. Για παράδειγμα: όταν μια χώρα, όπως το Εκουαδόρ, ο κύριος όγκος του χρέους του είναι μέσα από δανειακές συμβάσεις με τράπεζες, τότε ο έλεγχος μπορεί να γίνει εξετάζοντας μία-μία τις συμβάσεις και το πώς διατέθηκαν τα κονδύλια της συγκεκριμένης σύμβασης. Τι θα γίνει όμως αν το χρέος είναι σχεδόν στο σύνολό του ομόλογα που εκδίδονται, τοποθετούνται και διακινούνται ελεύθερα στη διεθνή αγορά (πρωτογενή και δευτερογενή), όπως συμβαίνει με την περίπτωση της Ελλάδας; Τότε τι σημαίνει έλεγχος σ’ αυτή την περίπτωση; Απολύτως τίποτε. Οι ειδικοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι στην περίπτωση δανεισμού μέσω δημοπρασίας ομολόγων, το μόνο που μπορείς να ελέγξεις είναι αν έγινε σωστά και νόμιμα η δημοπρασία, αν οι διαμεσολαβούσες τράπεζες αμείφθηκαν με μεσιτεία που δεν παραπέμπει σε ύποπτες συναλλαγές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πέφτουν μίζες και εξαγορές με τα ομόλογα. Όμως οι μίζες και τα συναφή δίνονται μετά μέσω κυρίως της δευτερογενούς με χειραγώγηση της αγοραπωλησίας των ομολόγων, ή παραγωγών πάνω σ’ αυτά τα ομόλογα, κοκ, η οποία είναι πάρα πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί διότι, όπως λένε οι επαίοντες, η αγορά αυτή είναι τόσο διαφανής όσο ένα ποτήρι γάλα. Επομένως όταν εμφανίζονται κάποιοι, δήθεν γνώστες και ειδικοί, στην Ελλάδα και μιλούν για έλεγχο των δανειακών συμβάσεων, αυτό που είναι πιθανό να συμβαίνει είναι δυο πράγματα: είτε πρόκειται για ανίδεους που προσπαθούν να κάνουν καριέρα πάνω στην «κασίδα του ψωριάρη», είτε πρόκειται για σκοπιμότητα. Και η σκοπιμότητα είναι απλή: να βγει λάδι ο μεγαλύτερος όγκος του χρέους, γιατί πολύ απλά δεν μπορεί να ελεγχθεί τουλάχιστον με τον τρόπο που ισχυρίζεται η «διεθνής επιτροπή». Φανταστείτε τι θα γίνει αν σε κάποια φάση η κυβέρνηση, ετούτη ή κάποια άλλη που μπορεί να την διαδεχθεί για να εκτονωθεί η λαϊκή οργή, δώσει στη δημοσιότητα τις συμβάσεις δανεισμού, που αφορούν μόλις το 0,5% του δημόσιου χρέους της χώρας και διορίσει μια επιτροπή σαν αυτήν που ζητάνε οι διεθνείς ΜΚΟ. Ότι κι αν αποφανθεί αυτή η επιτροπή το συντριπτικό μέρος του χρέους – δηλαδή, τα ομόλογα – δεν μπορούν να ελεγχθούν και έτσι θα εξαγνιστούν για να εμφανιστούν ως «δίκαιη» οφειλή. Με άλλα λόγια στρώνεται ο δρόμος για να καμφθεί το ισχυρό λαϊκό επιχείρημα, που πηγάζει από το κοινό περί δικαίου αίσθημα του λαού, ότι «δεν έκανα εγώ τον λογαριασμό, άρα δεν οφείλω να τον πληρώσω». Κάτι το οποίο σχετικά εύκολα μπορεί να τεκμηριωθεί, όχι μόνο μακροοικονομικά, όπως το έχουμε κάνει επανειλημμένα, αλλά και πολύ συγκεκριμένα, αρκεί να ανοίξουν όλοι οι δημόσιοι λογαριασμοί και όχι μόνο οι όποιες δανειακές συμβάσεις.

Όμως ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι κύριοι αυτοί που προτείνουν τη «διεθνή επιτροπή» ξέρουν ή μπορούν να βρουν το ύποπτο ή παράνομο χρέος, πόσο από το χρέος μπορεί να πληρώσει ένας λαός; Στο ερώτημα αυτό κανείς δεν απαντά. Για παράδειγμα ας πούμε ότι το ύποπτο ή παράνομο χρέος είναι 50-60%, ποιος μπορεί στα σοβαρά να υποστηρίξει ότι το υπόλοιπο χρέος μπορεί να πληρωθεί από τον λαό και την χώρα; Όταν μια χώρα και ένας λαός έχει κυριολεκτικά λεηλατηθεί επί δεκαετίες και έχει οδηγηθεί στην χρεοκοπία, τι σημαίνει «δίκαιο» και «άδικο» χρέος όταν η χώρα και ο λαός δεν μπορεί να πληρώσει τίποτε; Εκτός κι όλα αυτά στήνονται για να εξαναγκάσουμε την χώρα και τον λαό της που δεν μπορεί να πληρώσει, να ξεπουληθεί όχι για όλο το χρέος, αλλά μόνο για εκείνο το χρέος που είναι «δίκαιο». Τέτοια περίπτωση είναι και η Ελλάδα. Το δημόσιο χρέος, τουλάχιστον άνω του 90%, είναι συσσωρευμένοι τόκοι πάνω σε κεφαλαιοποιημένους τόκους παλιότερων δανείων. Με άλλα λόγια το χρέος της χώρας έχει δημιουργηθεί κατά κύριο λόγο πληρώνοντας πανωτόκια πάνω σε πανωτόκια. Ακόμη κι αν κάποιος θεωρήσει ότι τα αρχικά δάνεια – που έτσι ή αλλιώς έχουν ξεπληρωθεί δεκάδες φορές έως σήμερα – ήταν «δίκαια», γιατί μια χώρα και ένας λαός να ξεπουλιέται για να πληρώνει πανωτόκια;

Αυτό ακριβώς το ζήτημα, που δεν είναι μόνο πρόβλημα της υπερχρεωμένης Ελλάδας, ήρθε να αντιμετωπίσει η πρόταση του ΟΗΕ (Απρίλιος του 2010) που θεωρεί ως «απεχθές χρέος» όχι μόνο εκείνο που είναι προϊόν ύποπτης συναλλαγής, αλλά κάθε χρέος που για να πληρωθεί οδηγεί στην καταστρατήγηση, παραβίαση, ή και κατάργηση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Όταν λοιπόν μια χώρα αναγκάζεται να συνθλίψει τη δουλειά και τα εισοδήματα του λαού της, να περικόψει δραστικά δημόσιες και κοινωνικές παροχές και να ξεπουλήσει την περιουσία της και έτσι να θέσει την ασφάλεια, την ευνομία και την ομαλότητά της σε κίνδυνο, προκειμένου να πληρώσει τους δανειστές της, τότε το χρέος της θεωρείται «απεχθές» και οφείλει να αρνηθεί την πληρωμή του. Τάδε έφη ο ειδικός επιτετραμμένος για την μελέτη και αντιμετώπιση του χρέους σε εισήγησή του προς την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2010, η οποία κατά πλειοψηφία έγινε αποδεχτή από αυτό το διεθνές σώμα. Και είναι μάλλον περίεργο που όσοι σκίζονται για τον έλεγχο των δανειακών συμβάσεων στην Ελλάδα, δήθεν για να αποκαλύψουν το μέρος του χρέους που είναι «απεχθές», τους διαφεύγει ως δια μαγείας αυτή η σημαντική συμβολή του ΟΗΕ στην έννοια του «απεχθούς χρέους».

Στη θέση λοιπόν του αιτήματος για διεθνή επιτροπή ελέγχου του δημόσιου χρέους, πρέπει να μπει το βαθιά δημοκρατικό και λαϊκό αίτημα για άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών ώστε να δούμε που και πώς προέκυψαν οι δανειακές ανάγκες του κράτους και προς όφελος τίνος δαπανήθηκαν τα κονδύλια του δημόσιου ταμείου (τακτικά και δανειακά). Μόνο έτσι μπορεί να ελεγχθεί το αλισβερίσι, το πάρε-δώσε κάτω από το τραπέζι, οι ρεμούλες και οι αρπαχτές. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να γίνει μόνο όταν οι δημόσιοι λογαριασμοί γίνουν πραγματικά δημόσιοι, δηλαδή προσβάσιμοι και ελέγξιμοι από όλους του πολίτες και όχι μόνο από επιλεγμένους «ειδικούς», υπό την άμεση εποπτεία του κοινοβουλίου. Ενός κοινοβουλίου που δεν θα είναι υποτελές της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά αληθινά κυρίαρχο και εργαζόμενο σώμα, όπου τα μέλη του θα έχουν περιορισμένο χρόνο θητείας, θα εκλέγονται και θα λογοδοτούν απευθείας στους εκλογείς τους, οι οποίοι θα έχουν το δικαίωμα να τους ανακαλέσουν ανά πάσα στιγμή διαπιστώσουν ότι δεν επιτελούν το έργο για το οποίο τους έχουν στείλει στο κοινοβούλιο, κοκ. Φυσικά, ύστερα από τον αναγκαίο δημοσιονομικό έλεγχο – με αναδρομική ισχύ – όποιος βρεθεί ότι εμπλέκεται σε διαπάσθιση του δημόσιου χρήματος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πολιτικός, κόμμα ή εταιρεία, τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και να κατασχεθεί η περιουσία του στο σύνολο της ως ελάχιστη αποζημίωση για τις πράξεις του.  

Όπως μπορεί να καταλάβει κανείς, η μια πρόταση περί «διεθνούς επιτροπής ελέγχου του δημόσιου χρέους» αναθέτει πάλι σε κάποιους άλλους, ειδικούς ή μη, το ζήτημα που πρέπει να λύσει ο ίδιος λαός διεκδικώντας και κατακτώντας επιτέλους τη δημοκρατία σ’ αυτόν τον τόπο. Και δημοκρατία θεμελιώνεται σε δυο βασικές αρχές: την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Αρχές που είναι αδύνατον να συνυπάρξουν με το επαχθές και απεχθές δημόσιο χρέος της χώρας και το καθεστώς υποδούλωσης και κατοχής που έχουν επιβάλει οι δανειστές, το ΔΝΤ, η ΕΕ και η ΕΚΤ.

 

Δημήτρης Καζάκης, 16-1-2011

Υπάρχει αισιόδοξο σενάριο για το 2011;

Υπάρχει αισιόδοξο σενάριο για το 2011;

 

Του Δημήτρη Κουμπή

 

 

Το ερώτημα αυτό απασχολεί τον καθένα μας. Από τη μια υπάρχει το απαισιόδοξο σενάριο για το 2011 που δεν χρειάζεται συστάσεις. Το ζούμε. Μπορεί όμως να υπάρξει αντιστροφή της κατάστασης; Μπορεί, ενδεχόμενα να υπάρξει ένα αισιόδοξο σενάριο; Η αρχή της αντιστροφής της κατάστασης;

Η απόγνωση είναι κακός σύμβουλος. Και ο ελληνικός λαός βρίσκεται σήμερα σε απόγνωση. Η ολομέτωπη επίθεση στα πιο στοιχειώδη δικαιώματά του, η αφαίρεση από εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους των πιο στοιχειωδών μέσων αξιοπρεπούς ζωής έχει προκαλέσει ένα μούδιασμα, μια κατάσταση σοκ, αντίστοιχη με αυτές που περιγράφει η Ναόμι Κλάιν στο περίφημο βιβλίο της «Το δόγμα του σοκ». Ωστόσο, οι αντιδράσεις που μέχρι σήμερα υπήρξαν απέναντι στον ορυμαγδό των μέτρων δεν βρίσκονται στο ύψος των περιστάσεων. Αυτό με τη σειρά του προκαλεί μια μεγαλύτερη απόγνωση.

Κάθε μέρα γίνεται και περισσότερο φανερό ότι όπως είπε ο Τούρκος συγγραφέας Ασίζ Νεσίν «έτσι ήρθαν τα πράγματα μα έτσι δεν θα πάνε». Η κοινωνία δεν μπορεί να βυθιστεί στην ανέχεια και στην αναξιοπρέπεια. Ο ελληνικός λαός διαθέτει ιστορία και θα βρει τη δύναμη να υψώσει το ανάστημά του. Οι απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις του θα ενδυναμωθούν το επόμενο διάστημα, ευθύς μόλις συνέλθει κάπως από την κατάσταση σοκ.

Τι χρειάζεται όμως για να επιταχυνθεί η διαδικασία αυτή; Χρειάζεται να πιστέψουμε όλοι στη δύναμή μας. Να πάψουμε να εναποθέτουμε τις τύχες μας στους όποιους επίδοξους σωτήρες. Ιδιαίτερα οι χρυσοπληρωμένες συνδικαλιστικές γραφειοκρατικές ηγεσίες πρέπει να παραμεριστούν. Απαιτείται όλοι μας να συμμετέχουμε ενεργά και με φρόνηση στα κοινά και πρώτιστα στους συνδικαλιστικούς και άλλους μαζικούς φορείς.

Εναλλακτική πολιτική πρόταση

Κυρίως όμως απαιτείται η διαμόρφωση μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης. Μιας πρότασης που θα στρέψει το τιμόνι της οικονομικής διακυβέρνησης στον αντίποδα των μέχρι τώρα πολιτικών. Αν πρόκειται πράγματι να βγει ο λαός από την κρίση, αυτό μπορεί να γίνει με ένα μόνο τρόπο: με την αναδιανομή του πλούτου. Είναι καιρός να πληρώσουν οι πραγματικά έχοντες, οι χρυσοκάνθαροι, αυτοί δηλαδή που θησαύριζαν όλα τα προηγούμενα χρόνια και που με το Μνημόνιο και τα λοιπά μέτρα συνεχίζουν να συσσωρεύουν αμύθητα πλούτη σε βάρος ενός ολόκληρου λαού.

http://www.inprecor.gr/wp-content/uploads/2011/01/4933615568.jpg

Μέσα από τη δημόσια συζήτηση έχουν αρχίσει ήδη να διαμορφώνονται μερικοί βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους μπορεί να συγκροτηθεί μια αυθεντικά εναλλακτική πρόταση. Τα σημεία αυτά μπορούν να αποτελέσουν ένα ελάχιστο όριο συμφωνίας ανάμεσα σε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα θελήσουν στα σοβαρά να οδηγήσουν τη χώρα μακριά από τον κυκεώνα στον οποίο βρίσκεται.

Αυτά μπορεί να είναι:

1. Η άρνηση του χρέους το οποίο συσσώρευσαν οι σπατάλες και τα υπερκέρδη της εγχώριας ολιγαρχίας και το οποίο τροφοδότησε (ήδη από τα πρώτα δάνεια του 1823) και τροφοδοτεί ακόμη και σήμερα τα ταμεία του τραπεζικού κεφαλαίου των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας κλπ.

2. Η άμεση έξοδος από την ευρωζώνη (που τόση δυστυχία έφερε στο μέσο εργαζόμενο) και η γενικότερη αντίθεση στις πολιτικές που εκπορεύονται από την ΕΕ και οι οποίες, εκτός από το γεγονός ότι απομυζούν το λαό και το δημόσιο πλούτο, αναπαράγουν το πρόβλημα.

3. Η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (και όχι μόνο των ζημιογόνων τραπεζών) με παράλληλη εγκαθίδρυση λαϊκού ελέγχου. Μόνο έτσι μπορεί το τραπεζικό σύστημα να αποτελέσει (αν συντρέξουν και άλλοι παράγοντες) όχι μηχανισμό υπερεκμετάλλευσης του λαού αλλά μοχλό ανάπτυξης.

4. Για να υπάρξει βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη είναι αναγκαίο επίσης να περάσουν στο δημόσιο οι στρατηγικοί τομείς της οικονομίας (και πρώτιστα οι ΔΕΚΟ) και να εγκαθιδρυθούν μορφές ουσιαστικού λαϊκού και κοινωνικού ελέγχου παράλληλα με τη γενναία φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου και τον εργατικό έλεγχο στις επιχειρήσεις. Αναγκαία είναι επίσης η προστασία της εγχώριας αγοράς από την ανεξέλεγκτη εισροή κεφαλαίων και εμπορευμάτων από την ΕΕ και άλλες χώρες.

5. Ζητούμενο (ήταν πάντοτε αλλά σήμερα αποκτά μεγαλύτερη επικαιρότητα) είναι η υπεράσπιση και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας και των αναπτυξιακών της δυνατοτήτων με βάση ένα συγκεκριμένο σχέδιο που θα έχει συζητηθεί διεξοδικά και εγκριθεί από το λαό και θα έχει ως ατμομηχανή του τον εκδημοκρατισμένο και εξυγιασμένο δημόσιο τομέα.

6. Χρειάζεται ακόμη η αναστήλωση και γενναία κρατική χρηματοδότηση της δημόσιας παιδείας η οποία θα μπορεί έτσι προοπτικά να αποδώσει καρπούς και να συμβάλλει αποφασιστικά στην οικονομική ανάπτυξη σε όφελος του λαού.

7. Απαιτείται να παραδειγματιστούμε από εκείνους τους λαούς και τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής που πρόσφατα αποτίναξαν την επικυριαρχία των ΗΠΑ και απομάκρυναν τις βάσεις από το έδαφός τους κατακτώντας έτσι την εθνική τους ανεξαρτησία. Για μας αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ενόψει και των κυοφορούμενων αρνητικών εξελίξεων στο Αιγαίο.

8. Επείγει ο ριζικός (μέχρι το κόκκαλο) εκδημοκρατισμός του δημόσιου τομέα, γενικότερα των συνταγματικών θεσμών, του πολιτικού συστήματος, του εκλογικού συστήματος, της Δικαιοσύνης, των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, όλων των δημόσιων υπηρεσιών και κρατικών μηχανισμών.

9. Χρειάζεται δραστικός περιορισμός, (ίσως και κατάργηση) της δυνατότητας δράσης του μεγάλου κεφαλαίου στον τομέα ιδίως των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης έτσι ώστε να παρεμποδιστεί η χειραγώγηση του λαού.

10.  Επείγει η λήψη μέτρων ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου και των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων του λαού με βάση τις διεκδικήσεις των συνδικάτων που προαναφέρθηκαν.

Μια τέτοια πολιτική διεξόδου από την κρίση θα ανακουφίσει τα λαϊκά στρώματα, θα προχωρήσει σε μια γενναία αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας και σε βάρος της εγχώριας ολιγαρχίας. Ένα τέτοιο πολιτικό σχέδιο μπορεί να υλοποιηθεί μόνο αν ανατραπεί το κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό του δικομματισμού και των παραφυάδων του και αναδειχθεί μια κυβέρνηση που δεν θα εκπροσωπεί απλώς τα λαϊκά συμφέροντα αλλά που θα λάβει δραστικά μέτρα για την ολοένα και ενεργητικότερη συμμετοχή του λαού στα κοινά και θα οδηγήσει σε μια πολιτική και κοινωνική ανατροπή σε όλα τα επίπεδα.

 

ΠΗΓΗ: Από mafalda – 13 Ιανουαρίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/21530

 

Ελλάδα: Τι σημαίνει χρεοκοπία και πτώχευση;

Τι σημαίνει για την Ελλάδα χρεοκοπία και πτώχευση;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Η κυρίαρχη προπαγάνδα στην προσπάθειά της να αποπροσανατολίσει και να τρομοκρατήσει τον απλό κόσμο έχει οικοδομήσει ορισμένους συγκεκριμένους μύθους γύρω από έννοιες και καταστάσεις σχετικά με την χρεοκοπία και την πτώχευση. Έτσι π.χ. ισχυρίζεται ότι η χρεοκοπία και η πτώχευση μιας χώρας ισοδυναμούν με ολοκληρωτική καταστροφή για τον πληθυσμό και κυρίως για τους εργαζόμενους.

Αυτό είναι αλήθεια μόνο όταν οι κυβερνήσεις που οδηγούνται σε πτώχευση παραδίδονται αμαχητί στους δανειστές τους και αρνούνται να προασπίσουν τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών της. Όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Ελλάδας, όταν η κυβέρνηση με τη δανειακή σύμβαση και το μνημόνιο διάλεξε να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των δανειστών έναντι του λαού και της χώρας.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που ιστορικά η έννοια της κρατικής χρεωκοπίας δεν είχε την αρνητική φόρτιση που έχει σήμερα. Τον 18ο αίωνα, π.χ., ένας από τους πατέρες της κλασσικής πολιτικής οικονομίας, ο Άνταμ Σμιθ, θεωρούσε αυτονόητο το εξής: «Όταν τα εθνικά χρέη έχουν συσσωρευτεί πλέον σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο, είναι μάλλον, όπως πιστεύω, αδύνατο να πληρωθούν με δίκαιο και ολοκληρωμένο τρόπο. Η απελευθέρωση των δημοσίων εσόδων, αν υπάρχει η δυνατότητα να συμβεί, μπορεί να γίνει μόνο μέσα από μια χρεοκοπία.»[1]  Την εποχή εκείνη ήταν αδιανόητο να τεθεί ένα κράτος στη διάθεση ιδιωτών δανειστών και επομένως η μονομερής κρατική χρεοκοπία ισοδυναμούσε με «απελευθέρωση των δημόσιων εσόδων» από τα βάρη της πληρωμής των δανείων.

Στους αιώνες που πέρασαν από την εποχή του Άνταμ Σμιθ οι δανειστές μετεξελίχθηκαν σε χρηματιστές και τραπεζίτες με τεράστια επιρροή ανά την υφήλιο και τα κράτη διαχωρίστηκαν σε δυο ομάδες: μια χούφτα κράτη-δουλοκτήτες και στα υπόλοιπα κράτη-δούλους, όπου ο δανεισμός – και κυρίως ο εξωτερικός – αποτέλεσε έναν από τους βασικούς μοχλούς επιβολής της δουλοκτητικής σχέσης. Έτσι, η έξαρση του δανεισμού, ιδίως από τις διεθνείς αγορές, συνοδευόταν πάντα από πολιτική και οικονομική εξάρτηση, υποτέλεια και εξαναγκασμό. Επομένως η άρνηση της πληρωμής των χρεών από ένα κράτος έπρεπε να στιγματιστεί και να αποτελέσει ανοσιούργημα άνευ προηγουμένου.

Κι εκεί όπου στην επίσημη δημόσια οικονομία έως και τον μεσοπόλεμο η άρνηση πληρωμής αποτελούσε μια αποδεχτή επιλογή για ένα κράτος, χωρίς σοβαρές συνέπειες γι’ αυτό, στην μεταπολεμική περίοδο αυτό άλλαξε. Η επίσημη δημόσια οικονομική απεφάσισε ότι αυτό ήταν ανήκουστο. Έτσι φτιάχτηκαν μερικοί μύθοι που επιβιώνουν και χρησιμοποιούνται έως σήμερα για να τρομοκρατούν τους αφελείς και ανίδεους.

Η οικονομική ιστορία είναι γεμάτη από περιπτώσεις κρατικών χρεοκοπιών. Από το 1824 έως το 2009 είχαμε τουλάχιστον 286 επίσημες χρεοκοπίες από 110 κράτη. Δηλαδή κατά μέσο όρο κάθε κράτος έχει χρεοκοπήσει επίσημα αυτή την περίοδο τουλάχιστον κατά δυο φορές. Η δεκαετία με τις περισσότερες κρατικές χρεοκοπίες ήταν η δεκαετία του ’80 με πάνω από 70 επίσημες πτωχεύσεις, εκ των οποίων 34 έγιναν στην Αφρική, 29 στην Λατινική Αμερική και οι υπόλοιπες στην Ασία.

Ο μύθος ότι τα κράτη δεν χρεοκοπούν συνδέεται με ένα διαδεδομένο τραπεζικό δόγμα που πήρε διαστάσεις την δεκαετία του ’70 και κατόπιν. Η λογική του ήταν απλή. Αν ένα κράτος δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του, δεν χάθηκε ο κόσμος. Κι αυτό γιατί η περιουσία του ίδιου του κράτους, οι πηγές εσόδων του, αλλά και ο πλούτος της χώρας είναι πάντα πολύ μεγαλύτερος από το μεγαλύτερο χρέος. Επομένως το θέμα είναι να αποτραπεί να χρεοκοπήσει ένα κράτος για να μπορέσουν οι δανειστές να επωφεληθούν από τον δημόσιο πλούτο και περιουσία της χώρας. Φυσικά, για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτούνται δυο εργαλεία στα χέρια των δανειστών: αφενός ένα φιλικά προσκείμενο πολιτικό κατεστημένο στο εσωτερικό και, αφετέρου, ένας διεθνής παρεμβατικός οργανισμός που θα αναλάβει τη δήμευση της χώρας. Από την εποχή που ο Δ.Ν.Τ. ανέλαβε αυτόν τον ρόλο, οι διεθνείς τραπεζικοί κύκλοι αισθάνθηκαν σίγουροι ότι ξεμπέρδεψαν μια και καλή με τις κρατικές χρεοκοπίες.

Όμως έπεσαν έξω. Το 1998 η Ρωσία δηλώνει αδυναμία πληρωμής του εξωτερικού χρέους της και αρνείται να πληρώσει τα χρεωλύσια των δανείων της. Μετά την κίνηση αυτή της Ρωσίας, οι κυβερνήσεις της Ουκρανίας, του Πακιστάν, του Εκουαδόρ, της Ουρουγουάης, όπως επίσης και της Αργεντινής, αποφάσισαν να σταματήσουν την εξυπηρέτηση του χρέους τους. Όλες αυτές οι χώρες είχαν υποστεί την προηγούμενη δεκαετία την χημειοθεραπεία του Δ.Ν.Τ. και είχαν οδηγηθεί στην απόγνωση, την καταστροφή και την εξαθλίωση.

Η Ελλάδα είναι η χώρα με τα περισσότερα χρόνια υπό καθεστώς πτώχευσης από την εποχή της ίδρυσής της. Πάνω από 50 χρόνια έχει βρεθεί υπό πτώχευση σ’ ολόκληρη την ιστορία της. Ιδρύθηκε σαν κράτος υπό πτώχευση, γιατί η πρώτη επίσημη πράξη του νεοσύστατου κρατιδίου ήταν η δήλωση αδυναμίας πληρωμής το 1827. Πάνω σ’ αυτό το καθεστώς επίσημης χρεοκοπίας εδραιώθηκε ουσιαστικά το δικαίωμα των «προστάτιδων δυνάμεων» να επεμβαίνουν ασύδοτα στα εσωτερικά της χώρας και να μεταχειρίζονται το νεοσύστατο κρατίδιο ως δικό τους προτεκτοράτο.

Μετά τη δεύτερη επίσημη χρεωκοπία του 1843, επιβάλλεται και ο πρώτος δημοσιονομικός έλεγχος στην Ελλάδα με σκοπό υποτίθεται να βελτιώσει τα δημόσια οικονομικά της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν να χειροτερέψει τόσο δραματικά η οικονομική κατάσταση ώστε μεγάλο μέρος των πιο καταπονημένων στρωμάτων κυρίως της υπαίθρου να στραφεί στο ληστοσυμμοριτισμό για να επιβιώσει. Η απείθεια των λαϊκών στρωμάτων και η αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών υπήρξε η αφορμή για την πρώτη στρατιωτική κατοχή που βίωσε η νεοσύστατη Ελλάδα το 1854.

Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αποβίβασαν πεζοναύτες στον Πειραιά και επέβαλαν κατοχική κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» δοτούς πολιτικούς του κατεστημένου. Δέσμευσαν τα κύρια δημόσια έσοδα του ελληνικού κράτους και η χώρα επιβίωνε από το υστέρημα που η κατοχική κυβέρνηση και οι ξένοι πρεσβευτές είχαν την καλοσύνη να παραχωρούν, αφού εξασφάλιζαν το μερίδιο του λέοντος για τη διατήρηση των δυνάμεων κατοχής και την πληρωμή των ξένων δανειστών. Για να δικαιολογήσουν μια τέτοια ενέργεια, οι Αγγλογάλλοι προσπάθησαν να πείσουν τους λαούς της Ευρώπης, αλλά και τον ελληνικό λαό, ότι αυτός εκ φύσεως είναι δούλος: «Τι ήσαν οι Έλληνες το πάλαι; -Λησταί! Τι είναι η ασεβής φιλολογία  των αρχαίων Ελλήνων; -Καταγώγιον αισχροτήτων. Αφώμεν πλέον τας ανάδρους  συμπαθείας και εμβλέψωμεν εις τα αληθή συμφέροντα του πολιτισμού. Ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός οφείλει την αναγέννησιν των γραμμάτων εις τους Άραβας, κλάδον ένδοξον του αθανάτου γένους των Οσμανλί. Μίαν ορθήν γνώμην απηφήνατο ο Αριστοτέλης, ούτινος τα βιβλία δεν αναγινώσκονται πλέον εν Ευρώπη, την περί φύσει ελευθέρων και δούλων. Και η γνώμη αύτη είναι ορθή ουχί μεν απολύτως, αλλά πάντως εν τη Ανατολή. Τις αμφιβάλλει ότι ο υπερήφανος και ευγενής Οθωμανός φέρει επί του προσώπου αυτού εγκεχαραγμένον το σύμβολον της υπεροχής, ο δε Έλλην ραγιάς το στίγμα της αιωνίας δουλείας [2]

Ακολούθησαν άλλες δύο επίσημες χρεοκοπίες της Ελλάδας. Μία ήταν με το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χ. Τρικούπη το 1893, όπου οι ξένοι δανειστές και το παλάτι συνεννοήθηκαν για να στήσουν τον γνωστό ελληνοτουρκικό πόλεμο της ντροπής του 1897. Κύριος σκοπός τους ήταν να επιβάλουν τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο το 1898, με τον οποίο δέσμευσαν τους βασικούς πόρους του ελληνικού δημοσίου για να πληρωθούν οι ξένοι δανειστές. Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος λειτούργησε ουσιαστικά έως στις αρχές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και υπό το καθεστώς του η Ελλάδα οδηγήθηκε για μια ακόμη φορά σε επίσημη χρεοκοπία το 1932.

 

Τι σημαίνει όμως χρεωκοπία;

 

Από δημοσιονομική σκοπιά χρεωκοπία σημαίνει την πλήρη αδυναμία του κράτους να εξυπηρετήσει το χρέος του. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σ’ αυτή την κατάσταση επίσημα από την 6η Μαΐου που ψηφίστηκε το γνωστό «μνημόνιο». Το μόνο που λείπει για να ολοκληρωθεί η χρεωκοπία και μαζί της η καταστροφή, είναι η επίσημη πτώχευση, η οποία ήδη προετοιμάζεται από την ΕΕ, το ΔΝΤ και την κυβέρνηση. Είναι απλά θέμα χρόνου.

Από πολιτική σκοπιά χρεωκοπία σημαίνει ότι το κράτος και η χώρα συνολικά έχει παραδοθεί στους δανειστές της. Αν ήταν σωστό αυτό που έγραφε ο Μαρξ ότι το κρατικό χρέος συνιστά την ανοιχτή εξαγορά του κράτους από μια χρηματιστική αριστοκρατία, τότε χρεωκοπία σημαίνει την πλήρη άλωση του κράτους από αυτήν την χρηματιστική αριστοκρατία.

Από την σκοπιά του μεγάλου κεφαλαίου, χρεωκοπία σημαίνει ότι ολόκληρο το κυρίαρχο σύστημα αδυνατεί να αναπαραχθεί ως τέτοιο. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν υπάρχουν υπερκέρδη ή ότι ο πλούτος της χώρας δεν είναι συσσωρευμένος σε λίγα χέρια. Όμως αυτό δεν αρκεί. Για να λειτουργήσει ο καπιταλισμός  χρειάζεται ο πλούτος αυτός να παράγει νέο πλούτο για τον κάτοχό του κι αυτός ο πλούτος πρέπει να αξιοποιείται στην αγορά με συμφέροντες όρους γι’ αυτούς που τον κατέχουν.

Αυτό πια δεν μπορεί να γίνει για τον ελληνικό καπιταλισμό. Το δημόσιο χρέος απορροφά τους πιο ζωτικούς πόρους της οικονομίας και αναιρεί τη δυνατότητα μιας ομαλής αναπαραγωγής και συσσώρευσης του κεφαλαίου στο εσωτερικό της χώρας.

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η χώρα, από τη σκοπιά του μεγάλου κεφαλαίου, δεν μπορεί πλέον να παράγει ικανοποιητικά ποσοστά κέρδους – παρά μόνο αν οι κορυφές της ντόπιας ολιγαρχίας συνασπιστούν με τους ξένους δανειστές, με τη διεθνή χρηματιστική ολιγαρχία.

Το ντόπιο μεγάλο κεφάλαιο δεν μπορεί πια να αξιοποιήσει τη χώρα ούτε ως ασφαλές καταφύγιο υψηλής κερδοφορίας, όπως συνέβαινε μέχρι χθες, ούτε ως ορμητήριο επιδρομών στις εξωτερικές αγορές για την αποκόμιση πρόσθετου κέρδους. Η χώρα του είναι πια άχρηστη και την εγκαταλείπει στην τύχη της. Το μόνο που διεκδικεί είναι μερίδιο στη λεηλασία της χώρας και του λαού από το καθεστώς κατοχής που οικοδομεί ήδη το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο και τα όργανά του, η ΕΕ, η ΕΚΤ και φυσικά το ΔΝΤ. Γι’ αυτό άλλωστε και οι υπέρμαχοι της λύσης του μνημονίου και της δανειακής επικαλέστηκαν από την πρώτη κιόλας στιγμή την κατάσταση υποδούλωσης που βιώνει εξ ιδρύσεώς του το ελληνικό κράτος. «Η πολυθρύλητη ‘Νέα Μεταπολίτευση’ φαίνεται ότι θα ξεκινήσει με το ΔΝΤ. Γιατί όχι; Εδώ η ελληνική ανεξαρτησία κερδήθηκε χάρη στην παρέμβαση των ξένων – όσο και αν δεν μας αρέσει να το θυμόμαστε…», έγραφε λίγο πριν το μνημόνιο η ναυαρχίδα της κατοχικής προπαγάνδας. [3]

Από κοινωνική σκοπιά χρεωκοπία σημαίνει ότι το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να διατηρήσει τα κοινωνικά ερείσματα και τις συμμαχίες του με βάση τις οποίες κατόρθωνε να επιβιώνει και να αναπαράγεται. Σημαίνει ότι το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα αποδιαρθρώνεται, σαπίζει και καταρρέει μπροστά στα μάτια ολόκληρου του λαού.

Τέλος χρεωκοπία σημαίνει ότι στα πλαίσια της παγκόσμιας αγοράς η χώρα μπορεί να παράγει πρόσθετο κέδρος μόνο ή κύρια μέσα από τη διάλυσή της, μέσα από το ξεπούλημά της, μέσα από την επιβολή καθεστώτος αναγκαστικής εκποίησης των πάντων, όπου όλα είναι ανοιχτά.

Από την σκοπιά της εργατικής τάξης και του λαού χρεωκοπία δεν σημαίνει μόνο μια πρωτοφανή επίθεση στα εισοδήματα, τα δικαιώματα και τις συνθήκες εργασίας το. Σημαίνει πρώτα και κύρια την οικονομική, κοινωνική και πολιτική χρεωκοπία του συστήματος ως τέτοιο.

Σήμερα δεν χρειάζεται κανείς να επιχειρηματολογήσει για την επικείμενη χρεωκοπία του συστήματος με θεωρητικά και πολιτικά επιχειρήματα. Μπροστά στα μάτια όλων το σύστημα χρεωκοπεί με τόσο επιδεικτικό τρόπο που αναγκάζει ακόμη και τους επίσημους εκπροσώπους της άρχουσας τάξης να το παραδεχτούν. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο ακόμη και στον πιο πολιτικά αδιάφορο εργαζόμενο να μην αντιληφθεί ότι για να σωθεί αυτός και η χώρα, πρέπει να ξεμπερδέψει όχι απλά με την μια ή με την άλλη πολιτική του κεφαλαίου, αλλά με ολόκληρο το σύστημα ως σύνολο.

Παρόλα αυτά γίνεται μια τεράστια προσπάθεια να υποβαθμιστεί το ζήτημα του δημόσιου χρέους, να θεωρηθεί ως ένα από τα πολλά ζητήματα της κρίσης ή τέλος πάντων μια εκδήλωση της δημοσιονομικής κατάστασης του κράτους. Επομένως το όλο πρόβλημα επικεντρώνεται στις πολιτικές αντιμετώπισης του χρέους και των ελλειμμάτων. Κι έτσι έχουμε τόσο από την κυρίαρχη προπαγάνδα, όσο και από μέρος της αριστεράς μια ουσιαστικά ταυτόσημη προσέγγιση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους, που το αντιλαμβάνεται ως ένα απλό παράγωγο της πολιτικής του κράτους.

Έτσι η μεν κυβέρνηση και η κυρίαρχη πολιτική ζητάει θυσίες για να αντιμετωπισθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα, ενώ κάποιοι στην αριστερά συζητούν μόνο την πολιτική επίθεσης στο λαϊκό και εργατικό εισόδημα, στις συντάξεις και τις εργασιακές σχέσεις. Όλα τα υπόλοιπα αφήνονται στην έννοια καπιταλισμός.

Το αποτέλεσμα είναι μια αντιπαράθεση δεξιάς-αριστεράς κυρίως για τα μέτρα και τις συνέπειές τους κι όχι για την ταμπακέρα, δηλαδή για το δημόσιο χρέος και το καθεστώς χρεωκοπίας.

Στην ιστορία της Ελλάδας, όπως ήδη έχουμε πει, έχουν υπάρξει τέσσερεις έως σήμερα επίσημες χρεωκοπίες. Η τελευταία ήταν το 1932, την οποία οι απολογητές του βενιζελισμού κατόρθωσαν να την εξαφανίσουν ή να την υποβαθμίσουν τόσο, ώστε να υπάρχουν σήμερα οικονομολόγοι και μάλιστα της αριστεράς, που να την θεωρούν ως ένα συγκυριακό γεγονός και τέλος πάντων κάτι χωρίς ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες. Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι η χρεωκοπία εκείνη οδήγησε σε μια τρομακτική εξαθλίωση το λαό και προπαντός την εργατική τάξη. Ενώ στο έδαφός της γεννήθηκε και το φασιστικό φαινόμενο με αποκορύφωμα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Τις συνέπειές της τις πληρώνουμε ακόμη και σήμερα μιας σημαντικό μέρος των δανείων για τα οποία επιβλήθηκε το αναγκαστικό χρεοστάσιο της εποχής εκείνης, το ελληνικό δημόσιο συνεχίζει να το πληρώνει ακόμη και σήμερα.

Ωστόσο την εποχή εκείνη είχαμε ένα ισχυρό δημοκρατικό κίνημα που απάντησε με το αίτημα της ακύρωσης των χρεών και χτύπησε στην καρδιά του το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα της εποχής. Σ’ αυτό το κίνημα ανήκαν και μια σειρά επιφανείς οικονομολόγοι της εποχής, όπως ο Αλέξανδρος Διομήδης, πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, ο Ξενοφών Ζολώτας, ο Άγγελος Αγγελόπουλος, ο Δημήτρης Καλλιτσουνάκης, ο Δημήτρης Στεφανίδης, κ. ά., που παρά το γεγονός ότι δεν ανήκαν στην αριστερά άφησαν ένα εξαιρετικά σημαντικό έργο για να κατανοήσουμε το πρόβλημα του χρέους και τη σημασία του αιτήματος της ακύρωσής του όταν η έξαρσή του όπως σήμερα απειλεί να συνθλίψει τη χώρα και το λαό της. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί από αυτούς βρέθηκαν τελικά στις γραμμές του ΕΑΜ να παλεύουν για την λαϊκοδημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας μετά την κατοχή.

Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της επίσημης αριστεράς βρίσκεται πολύ πιο πίσω ακόμη και από τις τοποθετήσεις αυτών των παλιών επιφανών οικονομολόγων του κατεστημένου. Όταν όμως μιλάμε για δημόσιο χρέος θα πρέπει να ξεκαθαρίζουμε σε τι πράγμα αναφερόμαστε. Δεν είναι όλα τα χρέη ίδια. Άλλο το ιδιωτικό χρέος και άλλο το δημόσιο χρέος, που ορισμένοι συνηθίζουν δυστυχώς να τα βάζουν στο ίδιο τσουβάλι και να βγάζουν ότι πιο παράδοξο συμπέρασμα θέλουν.

Δεν είναι επίσης όλα τα δημόσια χρέη ίδια. Άλλο το δημόσιο χρέος που το μεγαλύτερο μέρος του είναι εσωτερικό και εκφρασμένο σε εθνικό νόμισμα και άλλο το δημόσιο χρέος που κατά κύριο λόγο είναι εξωτερικό και εκφρασμένο σε σκληρό ξένο νόμισμα. Το μεν πρώτο είναι γενικά διαχειρίσιμο, το δε δεύτερο είναι εκείνο που κατά κανόνα οδηγεί τα κράτη στην χρεωκοπία.

Δεν είναι τα δημόσια χρέη όλων των χωρών ίδια. Άλλο το δημόσιο χρέος μιας μεγάλης ιμπεριαλιστικής χώρας, όπως των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Βρετανίας, με δεσπόζουσα θέση και κυρίαρχο ρόλο στην παγκόσμια οικονομία. Και άλλο το δημόσιο χρέος μιας χώρας εξαρτημένης και περιθωριακής στην παγκόσμια οικονομία σαν της Ελλάδας. Άλλη σημασία έχει το δημόσιο χρέος μιας χώρας με μεγάλα πλεονάσματα στην οικονομία της κι άλλη σημασία έχει το δημόσιο χρέος για μια χώρα με τρομακτικά παραγωγικά ελλείμματα στην οικονομία της, όπως είναι της Ελλάδας.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Διότι για να διατυπώσει κανείς αίτημα και πολιτική που απαντά στο πρόβλημα του χρέους και της χρεωκοπίας από τη σκοπιά των συμφερόντων του λαού και των εργαζομένων οφείλει να ξέρει επακριβώς τι έχει να αντιμετωπίσει. Οφείλει να ξέρει με τι έχει να κάνει. Διαφορετικά η απάντησή του θα εκφράζει στην καλύτερη περίπτωση το αγαθό των προθέσεών του και τίποτε περισσότερο.

Βρισκόμαστε μπροστά σε έναν νέο μεγάλο εθνικό διχασμό. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι ανάμεσα σε αντιμαχόμενες μερίδες της άρχουσας τάξης που έχουν προσδεθεί σε σπαρασσόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως την εποχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ούτε έχουμε ένα διαλυμένο έθνος σε μια ηττημένη χώρα που την εγκατέλειψε η άρχουσα τάξη στην τύχη της και στους κατακτητές της, όπως την εποχή της ναζιστικής και φασιστικής κατοχής.

Ο εθνικός διχασμός σήμερα εκφράζει μια βαθιά διαίρεση ανάμεσα αφενός στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα που εκφράζει το επίσημο «έθνος», το έθνος τύποις, ως αφηρημένη και μεταφυσική ιδέα που μπορεί να την ξεφτιλίζει οι εκάστοτε κυβερνώντες και γενικά η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία. Αφετέρου στην μεγάλη πλειοψηφία του λαού, η οποία αποτελεί την υλική υπόσταση του έθνους, το πραγματικό έθνος και η οποία αν και αποστασιοποιείται από το επίσημο καθεστώς δεν έχει ακόμη κατορθώσει να κατακτήσει τη δική της συνοχή και ενότητα μέσα από το δικό της ενιαίο μέτωπο ενάντια στις κυρίαρχες πολιτικές και επιλογές. Σ’ αυτό άλλωστε επενδύει η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία.

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι μέσα από τέτοιους εθνικούς διχασμούς βγαίνουμε μόνο με δυο τρόπους: Ή με την ανατροπή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων, ή με τη πολιτική διάλυση, κατάλυση και υποδούλωση του λαού. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Κι επειδή αυτός που το γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους είναι η ίδια η άρχουσα τάξη, γι’ αυτό και προσπαθεί να επενδύσει, να συντηρήσει όλες τις «ενδιάμεσες» καταστάσεις και δυνάμεις, εντός και εκτός της αριστεράς. Να δημιουργήσει δηλαδή όσο μπορεί περισσότερα αναχώματα και προσκόμματα – εκείνον τον χώρο που κατά την μεγάλη γαλλική επανάσταση ονόμαζαν «βάλτο» – ανάμεσα στους δυο κοινωνικοταξικούς πόλους αυτής της αναμέτρησης. Όσο η περιφέρεια του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος κατορθώνει να συντηρεί και να αναπαράγει κόμματα, κομματίδια, υβρίδια και δυνάμεις που συντηρούν τη γενική σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό με αγώνες και ανταγωνισμούς του περιθωρίου, τόσο ο συνασπισμός εξουσίας μπορεί να αισθάνεται σίγουρος ότι ο λαϊκός παράγοντας θα βυθίζεται στην απελπισία και στα αδιέξοδα της διαμαρτυρίας και της οργής του.

Όμως, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες και τις επιλογές των πολιτικών δυνάμεων, το σίγουρο είναι ένα: «Τίθεται εκ νέου εις το Έθνος το δίλημμα της υποταγής εις την αυθαιρεσίαν ή της επαναστάσεως… Καλούνται εις την εξουσίαν κυβερνήσεις αποκρουόμενοι παρά της πλειοψηφίας του Έθνους… Τι δύναται ο Λαός κατ’ αυτής της καταστάσεως; Ουδέν άλλο ή να επαναστατήση», όπως έγραφε το 1874 ο Χαρίλαος Τρικούπης για να καταλήξει στο πολύ επίκαιρο συμπέρασμα: «Την ευθύνην των επαναστάσεων φέρουσιν ουχί οι εκτελούντες, αλλ’ οι καθιστώντες αυτάς αναποδράστους[4]  Βρισκόμαστε ακριβώς στη στιγμή που η κοινωνική επανάσταση, η λαϊκή εξέγερση καθίσταται πλέον αναπόδραστη από τις ίδιες τις κυρίαρχες δυνάμεις. Το ερώτημα απλά είναι προς ποια κατεύθυνση.

Η σημερινή κατάσταση κρύβει μια πρωτόγνωρη επαναστατική δυναμική. Όχι γιατί βυθίζει τεράστιες μάζες εργαζομένων και άλλων λαϊκών στρωμάτων στην εξαθλίωση και την ανέχεια, αλλά γιατί πείθει για πρώτη φορά αυτές τις μάζες ότι η κυριαρχία της αγοράς σημαίνει ισοπέδωση των πάντων. Δεν είναι η αθλιότητα που δημιουργεί επαναστατική δυναμική, αλλά το γεγονός ότι απειλείται άμεσα και πρακτικά η κοινωνική υπόσταση των εργαζομένων και του υπόλοιπου λαού και μαζί της το σύνολο των πολιτικών κατακτήσεών τους. Γι’ αυτό και η υπεράσπιση αυτής της κοινωνικής υπόστασης, των πολιτικών, εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων της εργατικής τάξης μπορεί να αποτελέσει την θρυαλλίδα ενός μεγάλου κινήματος επαναστατικής ανατροπής. Αρκεί να υπάρξουν εκείνες οι δυνάμεις που θα μπορέσουν να εκφράσουν αυτό το παλλαϊκό κίνημα κοινωνικής και εθνικής απελευθέρωσης από τον σύγχρονο ζυγό των τυράννων της αγοράς.

13/12/2010, Δημήτρης Καζάκης

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Hellenic Nexus, τ. 48, Ιανουάριος 2011.

 

Παραπομπές

 

[1] Adam Smith, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, vol. II, Indianapolis: Liberty Classics, 1979, σελ.929.

[2]  Δημήτρη Φωτιάδη, Κανάρης, Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1988, σ. 798.

[3]  Καθημερινή, 18/4/2010.

[4]  Χαρίλαου Τρικούπη, Τις Πταίει; Αθήνα: Επικαιρότητα, 1971, σ. 10, 45.

Για όλα φταίει το … Δημόσιο!

Για όλα φταίει το … Δημόσιο!

 

Του Δημήτρη Καζάκη



Το Δημόσιο τα φταίει όλα. Το Δημόσιο είναι υπερτροφικό, σπάταλο, διεφθαρμένο, αντιπαραγωγικό και γενικά συνιστά το μεγάλο πρόβλημα της χώρας. Αυτό είναι το γενικό μοτίβο των δηλώσεων και γενικά των τοποθετήσεων της κυβέρνησης, αλλά και του συστήματος μαύρης προπαγάνδας που έχει στηθεί στα πρότυπα της χούντας. Το ζητούμενο φυσικά δεν είναι να φτιαχτεί το Δημόσιο ούτε να λειτουργήσει καλύτερα για τον πολίτη, την κοινωνία και την οικονομία. Το ζητούμενο είναι να ανοίξει διάπλατα τις πόρτες του σε εκείνα τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που μέχρι σήμερα το νέμονταν και το λεηλατούσαν συστηματικά.

Όλοι αυτοί που σήμερα ξεσπαθώνουν ενάντια στο Δημόσιο δεν νοιάζονται να επανορθώσουν αδικίες, καταχρηστικές πρακτικές και αθλιότητες που συνδέονται με το γεγονός ότι το κράτος και γενικά ο δημόσιος τομέας έχει θεσμοθετηθεί ως λάφυρο του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος. Κι έχει θεσμοθετηθεί ως τέτοιο διότι το κόμμα που κερδίζει την κυβέρνηση έχει να εξυπηρετήσει πολυάριθμα συμφέροντα και επίσης να εξυπηρετηθεί το ίδιο προκειμένου να αναπαραχθεί στην εξουσία. Η διαφθορά της ίδιας της έννοιας του Δημοσίου ξεκινά από ένα ολόκληρο σύστημα που αποτυπώθηκε πολύ χαρακτηριστικά στη δήλωση του Κ. Καραμανλή το 1975: «Ο λαός μου ενεπιστεύθη την εξουσίαν. Δεν είπε πώς να την ασκήσω».

Ολόκληρο το μεταπολιτευτικό σύστημα θεμελιώθηκε ακριβώς πάνω σ' αυτήν τη λογική της κοινοβουλευτικής απολυταρχίας του εκάστοτε πρωθυπουργού. Το ίδιο το Σύνταγμα συντάχθηκε εξαρχής για να θωρακίσει την αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της αντιπροσωπευτικής, δηλαδή της Βουλής, και του ίδιου του λαού. Το αφοπλιστικό επιχείρημα για όλα αυτά ήταν ότι «η δημοκρατία γεννά δικτατορίες», όπως δήλωνε ξεδιάντροπα ο δημιουργός του Συντάγματος Κ. Καραμανλής. Οι ίδιοι λοιπόν που έπνιξαν το Δημόσιο στη διαφθορά, που οικοδόμησαν ένα απολυταρχικό σύστημα κατ΄ εικόνα και ομοίωση τους, επιχειρούν να μας πείσουν ότι το Δημόσιο είναι εκ φύσεως προβληματικό. Ξεχνούν βεβαίως ότι βρισκόμαστε καταμεσής μιας παγκόσμιας κρίσης έπειτα από σχεδόν δυο δεκαετίες συνεχών ιδιωτικοποιήσεων, απελευθερώσεων και ανοίγματος στις αγορές.

Ολιγαρχία παρασίτων


Το αποτέλεσμα όλων αυτών των πολιτικών ανοίγματος στην ιδιωτική πρωτοβουλία και της βίαιης καταπάτησης κάθε έννοιας δημοσίου συμφέροντος είναι μια απίστευτη συγκέντρωση δύναμης σε μια ολιγαρχία παρασίτων και κερδοσκόπων διεθνώς, που ζουν από τη χρηματιστική κυβεία και την υπερχρέωση νοικοκυριών, επιχειρήσεων και κρατών.
Ποτέ άλλοτε η οικονομία σε παγκόσμιο επίπεδο δεν βρέθηκε αιχμάλωτη μιας τέτοιας συμμορίας ληστών, όπως είναι οι τράπεζες και τα επενδυτικά κεφάλαια διεθνώς. Σήμερα, πολύ περισσότερο από ποτέ, οι τράπεζες και τα επενδυτικά κεφάλαια αποτελούν μια συλλογική δύναμη στο παγκόσμιο σύστημα του κεφαλαίου, πολύ πιο ισχυρή από ό,τι τα ίδια τα κράτη. Μπορούν με ευκολία να γονατίσουν ακόμη και το μεγαλύτερο κράτος, αρκεί να εξαρτάται από τις αγορές κεφαλαίου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι παγκοσμίως το 2009 το ενεργητικό των τραπεζών ανήλθε σχεδόν στα 93 τρισ. δολ., όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ έφτασε, σύμφωνα με το ΔΝΤ, στα 57,8 τρισ. δολ.. Ειδικά στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη. Πιο συγκεκριμένα, στην Ε.Ε., με ΑΕΠ το 200915,3 τρισ. δολ., το ενεργητικό των τραπεζών ανερχόταν σε 41,7 τρισ. δολ. Με άλλα λόγια, η οικονομική επιφάνεια των ευρωπαϊκών τραπεζών ήταν 2,7 φορές μεγαλύτερη από την οικονομική επιφάνεια των κρατών – μελών της Ε.Ε.

Προσφάτως ο Τζορτζ Σόρος απαίτησε να σωθούν πρώτα οι τράπεζες και ύστερα τα κράτη. Οι τράπεζες και τα επενδυτικά κεφάλαια σαν του Σόρος δεν έχουν πια λόγο να φοβούνται τα κράτη ούτε το έχουν ανάγκη ως προστάτες. Τα θέλουν μόνο ως πελάτες, ως υποχείρια, ως εργαλεία επέκτασης των δραστηριοτήτων τους.

Όσο τα κράτη και οι κυβερνήσεις χρειάζονται δάνεια για να επιβιώσουν, όσο έχουν ανάγκη τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, τόσο πιο απόλυτη είναι η υποταγή και η εξάρτηση τους από το πιο αδίστακτο κύκλωμα κερδοσκόπων που γνώρισε ποτέ η οικονομική ιστορία. Και η πολιτική γενικευμένης εκποίησης, ιδιωτικοποίησης και ανοίγματος των αγορών εξασφαλίζει ότι ο δημόσιος δανεισμός και η υπερχρέωση θα συνεχίσουν να χτυπούν ιστορικά ρεκόρ, προς όφελος αυτού ακριβώς του κυκλώματος, που φυσικά έχει εξαγοράσει κυβερνήσεις, οργανισμούς και όργανα.

 

Ιδιωτικοποιήσεις – «πανάκεια»


Τις τελευταίες δεκαετίες οι ιδιωτικοποιήσεις έχουν προβληθεί διεθνώς ως πανάκεια δια πάσα νόσο της οικονομίας, με επιχειρήματα – αντιγραφή απ' τα πιο απλοϊκά, για να μην πούμε χυδαία, εγχειρίδια μικροοικονομικής (οι ιδιωτικές εταιρείες έχουν τάχα πιο αποτελεσματική διοίκηση, η κατάργηση των μονοπωλίων και ο ανταγωνισμός ωφελούν τους καταναλωτές, είναι προτιμότερο να υπάρχουν κερδοφόρες ιδιωτικές επιχειρήσεις παρά ελλειμματικές κρατικές κ.ο.κ.).

Ωστόσο οι απανωτές χρεοκοπίες κολοσσών, όπως ήταν της ενεργειακής πολυεθνικής Εnron στις ΗΠΑ, η τρομακτική δυσοσμία από το μέγεθος της διαφθοράς που συνοδεύει πάντα τη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων, η τραγική επιδείνωση των προοπτικών της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία δεν φαίνεται να μπορεί ακόμη να συνέλθει από το μεγάλο κραχ πριν από δυο χρόνια, έχουν αλλάξει το κλίμα ακόμη και στις μητροπόλεις της «οικονομίας της αγοράς».

Όλα αυτά, φυσικά, είναι ψιλά γράμματα για τους ντόπιους μαθητευόμενους μάγους του νεο-φιλελευθερισμού. Στην Ελλάδα η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων έχει ευθέως και κυνικά ταυτιστεί με τη μαζική εκποίηση της δημόσιας περιουσίας έναντι πινακίου φακής. Η εκάστοτε κυβέρνηση πουλά τα «ασημικά του σπιτιού», όχι διότι έστω έχει την αυταπάτη ότι έτσι θα ευνοήσει την ανάπτυξη της χώρας, αλλά για να ενισχυθεί προκλητικά η κερδοσκοπική μανία των πιο ισχυρών οικονομικών κυκλωμάτων. Άλλωστε ο κ. Σημίτης το είχε ξεκαθαρίσει λέγοντας τα εξής:

«Στην εποχή του ευρώ η ελληνική οικονομία έχει όλες τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες να προσαρμοστεί στις νέες απαιτήσεις, να διεκδικήσει με αξιοπιστία μία ισχυρή παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά. Κεντρικός άξονας αυτής της στρατηγικής είναι η διαμόρφωση ισχυρών ελληνικών επιχειρήσεων με ικανό μέγεθος, εξωστρέφεια και διεθνή ανταγωνιστικότητα. Ελληνικές επιχειρήσεις με δυναμική ανάπτυξη στην ευρύτερη περιοχή και δυνατό όνομα στην Ευρώπη. Η κυβέρνηση έχει διαμορφώσει ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο με απελευθερωμένες αγορές και επαρκή κίνητρα για να προχωρήσουν οι επιχειρήσεις σε εκσυγχρονισμό, σε συνεργασίες, συγχωνεύσεις και συμπράξεις που είναι απαραίτητες στο νέο ευρωπαϊκό τοπίο» (22.1.02).

 

«Ας πάει το παλιάμπελο»


Με άλλα λόγια, κεντρική επιλογή των κυβερνήσεων σχεδόν από τις αρχές της δεκαετίας του '90 ήταν η στήριξη των «ισχυρών επιχειρήσεων», και στον βωμό αυτού του δόγματος «ας πάει και το παλιάμπελο». Έστω κι αν στην περίπτωση μας πρόκειται για τα «φιλέτα» της δημόσιας περιουσίας, μια και ο «κατιμάς» συνεχίζει να φορτώνεται στον άγρια φορολογούμενο εργαζόμενο. Το αποτέλεσμα ήταν αφενός σκάνδαλα επί σκανδάλων και αφετέρου εκρηκτική εκτίναξη του δημόσιου χρέους.

Μερικά μόνο γραφικά δείγματα αυτής της λωποδύτικης πολιτικής:


*    Η κερδοφόρα ΕΤΒΑ μεταβιβάστηκε κι αυτή στην Τράπεζα Πειραιώς τον Οκτώβριο του 2001 προς 5,1 ευρώ (περίπου 1.740 δρχ.) ανά μετοχή, παρά το γεγονός ότι η λογιστική αξία της μετοχής ανερχόταν περίπου στις 2.300 δρχ.


*   Το1999 η εισηγμένη στο χρηματιστήριο Ιονική & Λαϊκή Τράπεζα ξεπουλήθηκε στη Τράπεζα Πίστεως, μαζί με τις θυγατρικές της (Ιονική Ξενοδοχειακή, Ιονική Επενδύσεων, Ιονική Χρηματιστηριακή κ.λπ.) γύρω στα 250 δισ. δρχ., ενώ, σύμφωνα με τον ισολογισμό του 1998, η αξία του ενεργητικού ανερχόταν σε 1,9 τρισ. δρχ.


*   Ο Οργανισμός Λιμένος θεσσαλονίκης με ίδια κεφάλαια 89,4 εκατ. ευρώ και κέρδη προ φόρων 21,2 εκατ. ευρώ εισήχθη τον Αύγουστο του 2001 στο χρηματιστήριο με τιμή 6,74 ευρώ, ενώ η λογιστική αξία της μετοχής ήταν 8,86 ευρώ!


*   Η Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης θεσ/νίκης είχε ίδια κεφάλαια 322,4 εκατ. ευρώ και κέρδη προ φόρων 4,5 εκατ. ευρώ. Εισήχθη στο χρηματιστήριο τον Σεπτέμβριο του 2001, με 3,94 ευρώ ανά μετοχή, ενώ η λογιστική της αξία ήταν 19,5 ευρώ!


*   Η ΔΕΗ εισήχθη τον Δεκέμβριο του 2001 και, με βάση το ενημερωτικό δελτίο (σ.17), μαθαίνουμε τα εξής καταπληκτικά: «Η ΔΕΗ ανέθεσε την εκτίμηση της αξίας των παγίων περιουσιακών στοιχείων της στην εταιρεία American Appaisal ώστε να προσδιοριστεί εύλογα η αγοραία αξία της… Οι αξίες των παγίων στοιχείων που ενσωματώνονται στις πλεγμένες οικονομικές καταστάσεις της ΔΕΗ, οι οποίες παρουσιάζονται στο παρόν, δεν αποτυπώνουν την εν λόγω εκτίμηση και συνεπώς ούτε την εύλογη αγοραία αξία των παγίων, καθώς το μητρώο παγίων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Η εταιρεία σκοπεύει να ολοκληρώσει το μητρώο παγίων της ως τον Δεκέμβριο του 2002».

Εδώ πραγματικά η ελληνική χρηματαγορά κατακτά παγκόσμια πρώτη: εισάγεται εταιρεία στο χρηματιστήριο, και μάλιστα του μεγέθους της ΔΕΗ, δίχως να υπάρχει αποτίμηση παγίων! Προ-κειμένου για ξεπούλημα και κερδοσκοπία, δεν υπάρχουν ούτε κανόνες ούτε νόμοι ούτε στοιχειώδεις ευαισθησίες. Η ΔΕΗ τελικά μετοχοποιήθηκε για να γίνει ακόμη πιο προβληματική, πιο ελλειμματική, πιο ακριβή για το λαϊκό νοικοκυριό και πιο ανοιχτή όσο ποτέ σε κυκλώματα που κυριολεκτικά την απομυζούν.

Τα ίδια και χειρότερα συνέβησαν με τις μετοχοποιήσεις του ΟΤΕ (1996), των Ελληνικών Πετρελαίων (1998) και την προκλητική μεταβίβαση του 40% περίπου της Ελληνικής Βιομηχανίας Όπλων.

Η εκάστοτε κυβέρνηση δεν δίστασε να ευνοήσει με ξεδιάντροπο τρόπο ακόμη και εξόφθαλμα κερδοσκοπικά παιχνίδια, προκλητικές «συναλλαγές» με βαρόνους της αγοράς, αλλά και ημέτερους οικονομικούς κύκλους. Χαρακτηριστική περίπτωση για τον σκανδαλώδη τρόπο με τον οποίο μεταχειρίστηκαν οι κυβερνήσεις τις παραγωγικές δραστηριότητες του κράτους ήταν η μεταχείριση της Ολυμπιακής.

 

Το θέατρο εξαγοράς της Ολυμπιακής


Το 2002 στήθηκε ολόκληρο θέατρο «εξαγοράς» της Ολυμπιακής Αεροπορίας από την κατά πολύ υποδεέστερη και τυχάρπαστη – με σύνθεση μετοχικού κεφαλαίου από εταιρείες off0shore και hoiding, ιδανικές για να αποκρύπτουν πηγές χρήματος κι ενίοτε να «ξεπλένουν» κεφάλαια – Axon Airlines. Είναι χαρακτηριστικό ότι το δίμηνο που με ευθύνη της κυβέρνησης κράτησε το θέατρο της «εξαγοράς» η μετοχή της μητρικής Axon Holdihgs (με προσωπικό 2 άτομα) εκτινάχθηκε κατά 88,72%! Από 664 δρχ. έφθασε στις 1.254 δρχ. και μετά έσκασε το κανόνι.

 

Παιχνίδια


Είναι χαρακτηριστικό ακόμη ότι η κυβέρνηση, ενώ είχε διακόψει αρκετά νωρίς τις κατ'ουσίαν διαπραγματεύσεις με τη συγκεκριμένη εταιρεία για την «εξαγορά» της Ο.Α., κρατούσε σιγή ιχθύος για να μην τινάξει στον αέρα τη φήμη που η ίδια δημιούργησε ότι «η Axon αγοράζει την Ο.Α.», πάνω στην οποία στηριζόταν όλο το κερδοσκοπικό παιχνίδι.
Το ίδιο διάστημα άλλες εταιρείες των συμφερόντων της Axon Holdihgs  φέρεται ότι εξασφάλισαν τη μεσολάβηση τους για νέες μεγάλες προμήθειες πολεμικού υλικού στον Ελληνικό Στρατό, που δικαιολογήθηκε ως «αντισταθμιστικό όφελος» προς την Axon για να φορτωθεί την Ο.Α.

Έπειτα από πολλά η κυβέρνηση Καραμανλή, ύστερα από ένα όργιο χρηματιστικής κυβείας με τις απόπειρες εξαγοράς της Ολυμπιακής, τελικά την πούλησε στον Βγενόπουλο με αντίτιμο πoυ, όπως λέει χαρακτηριστικά η αγορά, αντιστοιχεί στην εξαγορά εμπορικού σήματος αλυσίδας γρήγορου φαγητού. Μέσα σε λίγους μήνες ο Βγενόπουλος «συγχώνευσε» την Ολυμπιακή με την  Aegean Airlines εξασφαλίζοντας ανταποδοτικά οφέλη υπερδεκαπλάσια όσων κατέβαλε για την εξαγορά και τη διατήρηση της εταιρείας για όσο καιρό την έχει.

 

Οι πανάκριβες συμπράξεις κράτους και ιδιωτών


Εκεί βέβαια που έγιναν και γίνονται όργια είναι στις περίφημες ΣΔΙΤ, δηλαδή στις Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, με βάση τις οποίες έγιναν και γίνονται τα περισσότερα από τα λεγόμενα «μεγάλα έργα» υποδομών της χώρας.

Μια μελέτη που εκπόνησε το ΤΕΕ Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας σχετικά με τις ΣΔΙΤ τον Σεπτέμβριο του 2009 αποκάλυψε πως «η αγορά των ΣΔΙΤ διαμορφώνεται σε ολιγοπώλιο, με όλες τις σχετικές συνέπειες» και επίσης «ότι το κόστος των έργων που υλοποιούνται μέσω ΣΔΙΤ, είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το κόστος με το οποίο θα υλοποιούνταν τα ίδια έργα, αν κατασκευάζονταν ως δημόσια έργα χρηματοδοτούμενα από το ΠΔΕ».

Έτσι από τη μελέτη «εκτιμάται ότι το κόστος των μη ανταποδοτικών έργων κοινωνικής υποδομής, που υλοποιούνται μέσω ΣΔΙΤ, στοιχίζουν στο ελληνικό Δημόσιο περίπου μιάμιση φορά περισσότερο απ' ό,τι εάν υλοποιούνταν ως δημόσια έργα, με δανεισμό του Δημοσίου». Το ενδιαφέρον είναι ότι η μελέτη αυτή και τα πορίσματα της ανακοινώθηκαν παρουσία της τότε υπουργού ανάπτυξης κ. Λουκάς Κατσέλη, η οποία αρκέστηκε να πει ότι οι ΣΔΙΤ είναι «πολιτική επιλογή».

Το γεγονός ότι η δημόσια περιουσία ξεπουλιέται εδώ και χρόνια μ' αυτόν τον εξευτελιστικό τρόπο, ο οποίος σε μια ανεπτυγμένη χώρα θα επέφερε πιθανώς και ποινικές διώξεις, οφείλεται καταρχήν στην αγωνιώδη προσπάθεια των ιθυνόντων να δώσουν εξετάσεις στις «παγκόσμιες αγορές», δηλαδή στα διεθνή κερδοσκοπικά κέντρα.

Από την άλλη, σε μια επίσημα κατάδικασμένη οικονομία, που διακρίνεται για την παραγωγική της υποβάθμιση, τη συρρίκνωση του μεριδίου της στην παγκόσμια αγορά, την τεχνολογική περιθωριοποίηση, τι άλλο απομένει στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου, της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, εκτός από το να μετατραπεί σε προνομιακό πεδίο ασύδοτης κερδοσκοπίας; Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών απλώς έπρατταν ό,τι ήταν αναμενόμενο από κάθε κυβέρνηση του κατεστημένου: να αναζητά τις καλύτερες ευκαιρίες επ' ωφελεία δική της κι όσων «οικονομικών παραγόντων» τη στηρίζουν.

 

Χωρίς προηγούμενο…


Με την επιβολή του καθεστώτος ελεγχόμενης χρεοκοπίας στη χώρα, η πολιτική ιδιωτικοποίησης του Δημοσίου δεν πήρε μόνο διαστάσεις πρωτοφανείς, αλλά άλλαξε και χαρακτήρα. Πρόκειται για μαζική εκποίηση δημόσιας περιουσίας, υπηρεσιών και αγαθών, χωρίς προηγούμενο. Οι δανειστές και οι αγορές τους βρήκαν στην Ελλάδα μια ακόμη χρυσή ευκαιρία για γενικό ξεπούλημα προς όφελος των πιο ασύδοτων και αρπαχτικών συμφερόντων.

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/01/blog-post_14.html#more

Έλεγχος του ελληνικού δημόσιου χρέους!

Έλεγχος του ελληνικού δημόσιου χρέους!

 

Συνέντευξη της Σοφίας Σακοράφα

(στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ, τ. 62, 23/12/2010)


 

Ο Ντομινίκ Στρος Καν μίλησε περισσότερη ώρα στη Βουλή από τους Έλληνες βουλευτές. Τελικά η άγρια λιτότητα με την περικοπή της δημοκρατίας πάνε μαζί?

Στην πολιτική, η μορφή είναι στενά συνδεδεμένη με το περιεχόμενο. Είναι πάγια πολιτική πρακτική αυτής της κυβέρνησης να νομοθετεί την πιο αιματηρή λιτότητα, μετατρέποντας τη βουλή σε σωματείο σφραγίδα, μετατρέποντας την πολιτική ευθύνη του βουλευτή σε υπαλληλική σχέση διεκπεραιωτή των εντολών του ΔΝΤ. Και η βασική φιλοσοφία αυτής της πρακτικής έχει δύο αποδέκτες. Ο ένας είναι ο ελληνικός λαός, με στόχο να δημιουργηθεί μια νέα πολιτική κουλτούρα μεταξύ κυβέρνησης και λαού, αυτή της άνωθεν επιβολής, της άνευ όρων και ορίων υπερεξουσίας. Ο δεύτερος είναι το ΔΝΤ.  παλιά εξομολόγηση «ιδού ο στρατός σας» βρίσκει σήμερα την τραγικότερη επανάληψή της και δυστυχώς σήμερα αυτή η εξομολόγηση αφορά το ελληνικό κοινοβούλιο.

 

Η διαφοροποίησή σας απέναντι στο μνημόνιο ήταν εν πολλοίς μοναχικός δρόμος καθώς συγκρουστήκατε ευθέως με την πολιτική της θεραπείας σοκ και δεν αποφύγατε τα προσχήματα. Νιώθετε ότι δικαιωθήκατε έκτοτε?


Μοναχικό αυτό το δρόμο δεν τον ένιωσα ποτέ. Βρέθηκα στη Βουλή ως εντολοδόχος του ελληνικού λαού και όχι ως εντολοδόχος του ΔΝΤ. Η κοινωνία είναι εκεί έξω και όχι στους κλειστούς θαλάμους κάποιων πολιτικών ιερατείων, κάποιων οικονομικών διευθυντηρίων.

Η κυβέρνηση είναι αυτή που βρίσκεται σε κατάσταση απόλυτης πολιτικής μοναξιάς, καθώς βρίσκεται σε πλήρη πολιτική αναντιστοιχία με τα αιτούμενα της κοινωνίας. Προς το παρόν λοιπόν, μιλάω για επαλήθευση, η οποία ήρθε γρήγορα και είναι πικρή. Ύφεση, αύξηση του χρέους, υπό και από ανάπτυξη, ανεργία, πληθωρισμός και ο ελληνικός λαός ρημαγμένος και εξουθενωμένος.

Η δικαίωση θα έρθει όταν μια άλλη πολιτική πρόταση αποκτήσει σάρκα και οστά, όταν αποκτήσει μεγάλη κοινωνική αναφορά, όταν αποτελέσει και την πολιτική λύση.

 

Η κυβέρνηση πάντως εξακολουθεί να υποστηρίζει πως η προσφυγή στο μηχανισμό δανειοδότησης ήταν μονόδρομος καθώς τα επιτόκια δανεισμού είχαν ξεφύγει στα ύψη


Η προσφυγή κατηγορηματικά δεν ήταν μονόδρομος. Σε καμιά περίπτωση δεν αρκούν τα ελλείμματα για να οδηγηθεί μια χώρα σε χρεοκοπία. Χρησιμοποιώ ήδη δημοσιευμένα στοιχεία. Η ευρωζώνη έχει έλλειμμα 6,6% για το 2010 και 6,2% για το 2009. Πολύ χειρότερη η κατάσταση στις ΗΠΑ: έλλειμμα 10% το 2010 και 12,5% το 2009. Στην Ιαπωνία δε, ακόμη χειρότερα τα πράγματα: 10,5% το 2009 ή 10,2% το 2010! Για ολόκληρη τη δεκαετία, τα ελλείμματα της Ιαπωνίας ήταν σαφώς χειρότερα από αυτά της Ελλάδας. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα δεν έχει μόνο υψηλά ελλείμματα έχει και υψηλό δημόσιο χρέος. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το συνολικό χρέος της Ελλάδας είναι στο ύψος του 179% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 175%.

Η χώρα μας, είτε από άγνοια, είτε από σκοπιμότητα, αφέθηκε και έγινε το επίκεντρο κερδοσκοπικών επιθέσεων. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η προσωπική πολιτική κρίση μπαίνει στο εάν αυτό έγινε από άγνοια ή από σκοπιμότητα. Θα το δείξει η ιστορία και θα επιβεβαιώσει εάν η κυβέρνηση υπήρξε αφελής και ακούσια χειραγωγούμενη ή εάν υπήρξε ο έτερος πόλος ενός deal με καταστρεπτικές συνέπειες για το λαό και τη χώρα μας.

Η δική μου πολιτική άποψη είναι ότι αυτές οι συνέπειες δεν υπήρξαν το αποτέλεσμα μιας επιλογής, αλλά το ζητούμενο μιας πολιτικής. Η κυβέρνηση επέλεξε τους συμμάχους της, επέλεξε με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει πίσω. Διάβασα σε ένα άρθρο στο Πριν και συμφωνώ απόλυτα ότι μπαίνουμε στην εποχή όπου καταργούνται οι αθώοι. Όπου η άγνοια δεν είναι εξήγηση και η αδράνεια δεν είναι δικαιολογία.


Στην ομιλία σας για τον προυπολογισμό ζητήσατε να συσταθεί Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου για το χρέος. Ποιο είναι το σκεπτικό του αιτήματος?


Καταρχήν δεν ανακαλύπτουμε τον τρόχο… Πολλές χώρες, με πιο πρόσφατη το Εκουαδόρ, προχώρησαν στη σύσταση αυτής της Επιτροπής, άρα δε μιλάμε στη βάση υποθέσεων, αλλά στη βάση μιας εφικτής, εφαρμοσμένης λύσης, με εντυπωσιακά αποτελέσματα και με συστηματοποιημένη μεθοδολογία.

Η Επιτροπή πραγματοποιεί λογιστικό έλεγχο του διεθνούς και εγχώριου χρέους, λογιστικό έλεγχο όλων των συμβάσεων που πραγματοποιήθηκαν από τη μεταπολίτευση και μετά. Συμβάσεις που αφορούν όλους τους τομείς, της ασφάλειας, των εμπορικών πιστώσεων, των τραπεζών, όλα τα διμερή δάνεια που σύναψε η χώρα μας. Εξετάζουμε κάθε τι που αφορά το δανεισμό, τα επιτόκια, ανοίγουμε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς αυτών που υπέγραφαν και παραλάμβαναν δάνεια.

Εξετάζουμε δάνεια που δίνονται με σκοπό να υποστηριχθεί η αγορά προϊόντων αιχμής, όπως της Ζίμενς. Κυρίως εξετάζουμε όλες τις τερατώδεις συμβάσεις των Ολυμπιακών Αγώνων.

Σκοπός μας να βρούμε ποιο κομμάτι αυτού του χρέους είναι προϊόν διαφθοράς, επομένως απεχθές. Σκοπός λοιπόν είναι η διαφάνεια. Η βάση αυτού του σκεπτικού είναι η άρνηση του απεχθούς χρέους, με την έννοια ότι πυρήνας αυτής της πρότασης δεν είναι το εάν μπορεί η Ελλάδα να πληρώσει το χρέος, αλλά τι πρέπει να πληρώσει από το χρέος. Αυτή η Επιτροπή αποτελείται από ειδικούς, από προσωπικότητες υψηλού κύρους, που προέρχονται από το εξωτερικό. Την Επιτροπή συνδράμουν τα όργανα του κράτους, το υπουργείο Δικαιοσύνης, Οικονομικών, το Γενικό Λογιστήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο, νομικοί, ορκωτοί λογιστές, συνταγματολόγοι.

Και δε μιλώ για Επιτροπή πεφωτισμένων, αλλά για επιτροπή ειδικών που με τη συνδρομή συλλογικοτήτων θα δημιουργήσουμε ένα ενιαίο μέτωπο ανασυγκρότησης. Τα σωματεία και οι εργαζόμενοι για παράδειγμα από τα ναυπηγεία και την πολεμική βιομηχανία να πάρουν στα χέρια τους τις συμβάσεις τύπου Παπανικολή ή οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ τα ζητήματα της Siemens.

Κλείνοντας να τονίσω, για αυτούς που θα πουν ότι το Εκουαδόρ είναι μια τελείως διαφορετική χώρα, ότι αυτή η διαφορά αποτελεί και το στρατηγικό μας πλεονέκτημα.

Το Εκουαδόρ, όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει ο οικονομολόγος Ερίκ Τουσέν, που υπήρξε μέλος αυτής της Επιτροπής, δεν έχει καν δικό του νόμισμα, κατά συνέπεια είναι πολύ πιο εκτεθειμένο στις διεθνείς αγορές, το Ακαθάριστο Εθνικό του εισόδημα αντιστοιχεί στο 12% του ελληνικού και το κατά κεφαλήν του ΑΕΠ στο 10% του ελληνικού. Η αναγκαία, η ζωτική προϋπόθεση για αυτήν την πολιτική επιλογή είναι να υπάρχει πολιτική βούληση με ένα διαφορετικό προσανατολισμό.

 

Τι αντίκτυπο είχε στην κυβέρνηση? Ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου που έχει επανελημμένως υποστηρίξει την ανάγκη διαφάνειας με πρωτοβουλίες όπως το opengov.gr, η «Διαύγεια»  θα δεχτεί?

 

Η πρόταση για διαφάνεια, αυτονόητα απευθύνεται προς όλους. Τόνισα όμως και νωρίτερα ότι αναγκαίο συστατικό της είναι η πολιτική βούληση. Η διαφάνεια δεν είναι μια έννοια ηθική, αλλά μια έννοια πολιτική. Έχει στόχο, προϋποθέτει σύγκρουση και φυσικά έχει «θύματα» τους συνήθεις ύποπτους, που δε συχνάζουν βέβαια σε πλατείες, αλλά είναι οι ισχυροί πυλώνες του πολιτικού συστήματος. Η διαφάνεια λοιπόν δεν μπορεί να εξαντλείται στη … δημοσίευση των νομοσχεδίων, αλλά να αποτελεί τον κεντρικό στόχο μιας κυβέρνησης. Ιδού η Ρόδος…

 

Πιστεύετε ότι αυτή είναι η οδός και για άλλες χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης που πλήττονται από την κρίση χρέους?


Δεν είναι μόνον δρόμος, αλλά πολιτική αναγκαιότητα. Ο σχηματισμός παρόμοιων επιτροπών στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και αλλού είναι ένα πρώτο καθοριστικό βήμα. Ένα πρώτο τακτικό βήμα.

Ένα βήμα που θα συμβάλλει όχι μόνο στη διαφάνεια, αλλά το σημαντικότερο στην απελευθέρωση δυνάμεων που θα πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους. Το χρέος, μην ξεχνάμε, ότι είναι ένας παραγόμενος από τις κοινωνίες πλούτος, που υφαρπάχτηκε.
Αυτές λοιπόν έχουν τον πρώτο λόγο. Και ο τελικός στρατηγικός στόχος μιας απελευθερωμένης κοινωνίας είναι η κοινωνικοποίηση του πλούτου αυτού.

 

Η σοσιαλδημοκρατία σήμερα σέρνει το χορό της επιστροφής στο Μεσαίωνα και στη βαρβαρότητα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε πολλές ακόμη Ευρωπαϊκές χώρες. Τι επιπτώσεις θα έχει αυτή η στάση της μακροπρόθεσμα?

 

Οι κοινωνίες υφίστανται αυτή τη στιγμή μια πρωτοφανή, μια συσσωρευμένη βία. Το κύμα δε θα σκάσει πριν σαρώσει. Και θα σαρώσει αυτούς που το παρήγαγαν. Το ζήτημα είναι ότι σε κάποιες χώρες αυτό το κύμα θέριεψε το αυγό του φιδιού, θέριεψε πραιτοριανούς φασίστες.

Σήμερα η ιστορία κοιλοπονάει και χρειάζεται μαμή. Έχουμε όλοι την ευθύνη για το εάν τελικά θα γεννήσει τέρατα ή αγγέλους.

 

Συνέντευξη της Σοφίας Σακοράφα στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ, τ. 62, 23/12/2010:  http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=7462&category_id=0

 

ΠΗΓΗ: 24/12/2010, Περιοδικό ''ΕΠΙΚΑΙΡΑ'', http://www.sakorafa.gr/pages/page.php?pge=322&lng=1

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ

 

Όταν το ΔΝΤ «επισκέπτεται» μία χώρα, η διαφορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, σε σχέση με τη φυσική καταστροφή που θα προκαλούσε ένας βομβαρδισμός εκ μέρους του ΝΑΤΟ – το αποτέλεσμα για τη χώρα «υποδοχής» του, είναι σχετικά το ίδιο: η απόλυτη καταστροφή της

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*

 

Είναι πραγματικά απίστευτο, δεν είναι εύκολο δηλαδή να κατανοήσει κανείς το πώς κατάφερε η Πολιτική μίας τόσο πλούσιας χώρας, όπως η Ελλάδα, να την οδηγήσει στην αδυναμία πληρωμών των οφειλών της – από εκεί, αμέσως μετά, χωρίς ουσιαστικά την παραμικρή προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης δανεισμού (την οποία μόνοι μας προκαλέσαμε), στα νύχια του ΔΝΤ.

Πόσο μάλλον όταν η «διαχείριση» του ελάχιστου συγκριτικά συνολικού χρέους της, δημοσίου και ιδιωτικού, ήταν κάτι παραπάνω από εφικτή – όπως έχει πρόσφατα επισημάνει ακόμη και η τράπεζα των τραπεζών

 Είναι εμφανές λοιπόν ότι, η Ελλάδα έχει, από δεκαετίες τώρα, ένα τεράστιο «έλλειμμα διακυβέρνησης», το οποίο δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια της εκάστοτε ηγετικής της ομάδας. Για παράδειγμα, η Εθνική Τράπεζα, όπως πολλές άλλες εταιρείες και χώρες, ανεξάρτητα από τον όποιο διευθύνοντα σύμβουλο της, επιτυγχάνει συνήθως τα καλύτερα αποτελέσματα – συγκριτικά με τα υπόλοιπα Ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αυτό οφείλεται προφανώς στο υγιές ευρύτερο στελεχιακό δυναμικό της, το οποίο λειτουργεί από μόνο του εξαιρετικά επιτυχημένα. Δυστυχώς, εδώ ακριβώς αποτυγχάνει διαχρονικά η χώρα μας, η οποία, κατά τα φαινόμενα, δεν διαθέτει ανάλογο «κρατικό μηχανισμό» – γεγονός που μας οδηγεί στο «οδυνηρό συμπέρασμα» ότι, μόνο η «δημιουργική καταστροφή» του υφιστάμενου μηχανισμού, ενδεχομένως με τη βοήθεια της «χρεοκοπίας», θα μπορούσε να «επιφέρει» την απαιτούμενη αλλαγή του.       

 Ειδικότερα, όπως έχουμε ήδη αναλύσει, η Ελλάδα θα μπορούσε να επιλύσει σχετικά εύκολα τα προβλήματα της, εάν η ηγεσία της είχε αντιληφθεί έγκαιρα τους κινδύνους (ίσως ακόμη δεν είναι πολύ αργά), με την εξής απλή «διαδικασία»:

 Με τις προβλέψεις 2010 (Πίνακας Ι), το δημόσιο χρέος θα ήταν περίπου 129% του ΑΕΠ – οπότε το ιδιωτικό 123% του ΑΕΠ (240 δις € ΑΕΠ). Εάν λοιπόν οι Έλληνες επιχειρηματίες (τράπεζες κλπ) επένδυαν το 40% του ΑΕΠ σε κρατικά περιουσιακά στοιχεία, τότε το δημόσιο χρέος θα περιοριζόταν στο 89% του ΑΕΠ – ενώ το ιδιωτικό θα αυξανόταν στα 163% του ΑΕΠ (στα επίπεδα του Καναδά).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό – Προβλέψεις 2010

 

Χώρα

Συνολικό Χρέος*

Δημόσιο Χρέος**

Ιδιωτικό Χρέος

 

 

 

 

Ελλάδα

252%

128,90

123,1%

Γερμανία

285%

76,70

208,3%

Ιταλία

315%

116,70

198,3%

Γαλλία

323%

82,50

240,5%

Πορτογαλία

323%

84,60

238,4%

Μ. Βρετανία

466%

80,00

386,0%

Πηγή: Συνδυασμός στοιχείων από Κομισιόν, McKinsey Global Institute και μελέτη της Deutsche Bank, σύμφωνα με την οποία το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας είναι 123% του ΑΕΠ, ενώ της Πορτογαλίας 239%

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*    Δημόσιο και ιδιωτικό, εσωτερικό και εξωτερικό

**   Πρόβλεψη 2010, από τις αρχές του έτους

Σημείωση: Στον ιδιωτικό τομέα, σε αντίθεση με το δημόσιο, η αξία των παγίων περιουσιακών στοιχείων προσμετρείται στο ενεργητικό, «μειώνοντας» το παθητικό – οπότε το συγκριτικό με την Ελλάδα συνολικό χρέος άλλων κρατών είναι πρακτικά μεγαλύτερο, από αυτό που φαίνεται στον Πίνακα Ι.

 

Σε μία τέτοια περίπτωση, η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας θα ήταν σχετικά ικανοποιητική, χωρίς καμία ουσιαστική διαφοροποίηση, οπότε η πιστοληπτική της ικανότητα (αξιολόγηση) θα παρέμενε σε φυσιολογικά επίπεδα. Επομένως, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα δανεισμού ή «εμπλοκής» του ΔΝΤ στα εσωτερικά της – πόσο μάλλον εάν απευθυνόταν για δανεισμό σε νέες «πηγές» (Κίνα, Ρωσία, Αραβία κλπ), ως όφειλε, αν μη τι άλλο για τη διασπορά των κινδύνων.

 Η ανάληψη βέβαια χρέους (επενδύσεις, ανάπτυξη) εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα, προϋποθέτει την εμπιστοσύνη του απέναντι στο κράτος – όπως διαπιστώνεται από τη Γαλλία, όπου το ιδιωτικό χρέος είναι τριπλάσιο του δημοσίου (στην Ελλάδα, το ιδιωτικό χρέος είναι χαμηλότερο του δημοσίου). Η εμπιστοσύνη όμως αυτή δεν υπάρχει στη χώρα μας (κρίση εμπιστοσύνης), με την αποκατάσταση της να αποτελεί τη μεγαλύτερη φροντίδα όποιας κυβέρνησης θα επιθυμούσε πραγματικά να οδηγήσει την Ελλάδα στη θέση που της αξίζει.     

Δυστυχώς τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη και η Ελλάδα οδηγήθηκε στο ΔΝΤ χωρίς καν να ερωτηθούν οι Πολίτες της, καθώς επίσης χωρίς να ενημερωθούν προηγουμένως για τις «εγκληματικές» τακτικές του – οι οποίες συνήθως οδηγούν σε έναν θανατηφόρο στασιμοπληθωρισμό, σε απώλεια της Εθνικής κυριαρχίας και σε πολλά άλλα «δεινά». Κατ’ επέκταση, είναι «φύσει» αδύνατον να εμπιστευθεί κανείς ένα «σύστημα εξουσίας» το οποίο, παρά το ότι ψηφίζεται με κριτήριο το υποβληθέν πρόγραμμα διακυβέρνησης, είναι τόσο «αντιδημοκρατικό», τόσο υπερβολικά απολυταρχικό καλύτερα, που δεν τηρεί ούτε στο ελάχιστο τις προεκλογικές του δεσμεύσεις – «υπεξαιρώντας» εμφανώς την ψήφο των Πολιτών της χώρας του, καθώς επίσης τη στήριξη των στελεχών του.    

Σημειώνοντας ότι η Αργεντινή, μετά από αρκετά χρόνια λεηλασίας της από το ΔΝΤ, υπό την ηγεσία ενός «ενδοτικού» πρωθυπουργού, οδηγήθηκε τελικά στη χρεοκοπία, παραθέτουμε μέρος παλαιότερου άρθρου μας, σε σχέση με τα αποτελέσματα της εισβολής των συνδίκων του διαβόλου στην πάμπλουτη Βραζιλία.    

 

Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ

 

Η Βραζιλία  (άρθρο μας), η 8η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, αναζητώντας λύση στα «δανειακά» της προβλήματα, «αναγκάσθηκε» να αποδεχθεί τη «βοήθεια» του ΔΝΤ. Έναντι αυτής της βοήθειας, η κυβέρνηση της χώρας ανέλαβε την υποχρέωση να εφαρμόσει ένα αυστηρό πρόγραμμα εξοικονόμησης πόρων, περιορίζοντας το έλλειμμα του προϋπολογισμού της από το 8,1% του ΑΕΠ το 1998, στο 4,7% το 1999 – ήτοι κατά 3,4% μέσα σε ένα έτος (η Ελλάδα σήμερα έχει συναινέσει σε πολύ μεγαλύτερο περιορισμό των ελλειμμάτων της). Για να μπορέσει να επιτύχει κάτι τέτοιο, ο υπουργός οικονομικών παρουσίασε ένα πρόγραμμα, το οποίο προέβλεπε αυξήσεις φόρων, μειώσεις δημοσίων δαπανών, καθώς επίσης την αναμόρφωση του κρατικού συστήματος συντάξεων – όπως πρόσφατα ο υπουργός οικονομικών της Ελλάδας

Η κυβέρνηση της Βραζιλίας, «μεταφέροντας» τη συμφωνία με το ΔΝΤ στους Πολίτες της χώρας, ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι, η οικονομική πολιτική των επομένων ετών θα ήταν κυρίως προς όφελος των ασθενέστερων εισοδηματικών τάξεων (σίγουρα κάτι μας θυμίζει αυτό). Εν τούτοις, σύμφωνα με το οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε, το 40,5% των συνολικών μειώσεων του προϋπολογισμού αφορούσε τον κοινωνικό τομέα – δηλαδή, μειώσεις στους τομείς της Υγείας, της Παιδείας κλπ (οι μειώσεις των δαπανών των υπουργείων στην Ελλάδα, με βάση τον προϋπολογισμό του 2011, είναι μηδενικές). 

Ένας από τους βασικούς πυλώνες του περιορισμού των δαπανών στον κοινωνικό τομέα, ήταν το πρόγραμμα που εγγυόταν ένα ελάχιστο κρατικό εισόδημα, στις οικογένειες χωρίς καθόλου οικονομικούς πόρους. Ο αριθμός των οικογενειών, οι οποίες θα λάμβαναν την ελάχιστη οικονομική βοήθεια το 1999, έπρεπε να μειωθεί δραστικά – από τις 14,8 εκ. οικογένειες το 1998, στις 2,5 εκ. οικογένειες το 1999 (δηλαδή, από 12.300.000 οικογένειες αφαιρέθηκε εντελώς το κρατικό επίδομα, αναγκάζοντας τες να καταλήξουν στο δρόμο)  

Ένα δεύτερο σημαντικό «συστατικό» του προγράμματος της κυβέρνησης, ήταν η  αναμόρφωση του συστήματος των κρατικών συντάξεων (μειώσεις). Ένα τρίτο «μέτρο» ήταν οι αποδέσμευση των μισθών όλων των εργαζομένων από τον ετήσιο τιμάριθμο, με την αιτιολογία ότι «αναθέρμαιναν» τον πληθωρισμό, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, καθώς επίσης η μαζική απόλυση δημοσίων υπαλλήλων: «Ένα αναγκαίο κακό», σύμφωνα με την τότε κυβέρνηση, «με στόχο τη μείωση των δαπανών – πόσο μάλλον αφού η αυξημένη ανεργία, περιορίζει τις πληθωριστικές πιέσεις» (σίγουρα κάτι μας θυμίζει αυτό).      

Με σκοπό την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου, ο οποίος είχε τοποθετηθεί από το ΔΝΤ, καθώς επίσης τον περιορισμό των δαπανών του δημοσίου, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αυξήσει το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού (έσοδα, αφαιρουμένων των εξόδων, χωρίς τόκους), από το 0,5% του ΑΕΠ το 1998, στα 1,8% του ΑΕΠ το 1999. Περαιτέρω, ανέλαβε την ευθύνη για την επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας, για αντιπληθωριστική νομισματική πολιτική, για «απελευθέρωση» των αγορών της στο εξωτερικό (στις αμερικανικές ή ευρωπαϊκές πολυεθνικές), για άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων κλπ (επίσης κάτι θα πρέπει να μας θυμίζει). 

Φυσικά, η παγίδα ρευστότητας, στην οποία είχε οδηγηθεί ο ιδιωτικός τομέας της χώρας, δεν «επέτρεψε» τη μείωση των επιτοκίων των τραπεζών της (λόγω της αυξημένης ζήτησης κεφαλαίων, απέναντι σε μειωμένη προσφορά), τα οποία παρέμειναν σε επίπεδα πέριξ του 40% (η επίδραση στην οικοδομική δραστηριότητα είναι προφανής – πόσο μάλλον, αφού τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων κυμαίνονταν μεταξύ 150% και 250%). Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι στην Ελλάδα, λόγω συμμετοχής της στην Ευρωζώνη, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο – τα αποτελέσματα είναι όμως τα ίδια, αφού οι τράπεζες δεν αυξάνουν μεν τα επιτόκια σε τέτοιο βαθμό, αλλά δεν δανείζουν τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Βέβαια, κάτω από τέτοιες προϋποθέσεις, ήταν αδύνατον να ανταγωνισθούν οι βραζιλιάνικες επιχειρήσεις τις ξένες πολυεθνικές οι οποίες, δανειζόμενες με τα επιτόκια των χωρών προέλευσης τους, άλωσαν στην κυριολεξία όλους τους κερδοφόρους κλάδους της βραζιλιάνικης οικονομίας (οι «τοπικές» επιχειρήσεις χρεοκόπησαν η μία μετά την άλλη, υπό το βάρος των επιτοκίων – στην Ελλάδα θα συμβεί το ίδιο, λόγω αδυναμίας δανεισμού των επιχειρήσεων). 

Το 2001, λιγότερο από τρία χρόνια μετά την παροχή του δανείου εκ μέρους του ΔΝΤ, στις μεγαλουπόλεις της νοτιοανατολικής πλευράς και του κέντρου της Βραζιλίας, είχε ξεσπάσει ένας απίστευτος «ταξικός» πόλεμος, ένας εμφύλιος πόλεμος δηλαδή τεραστίων διαστάσεων – με 40.000 θύματα συμπλοκών και πολυάριθμους βίαιους θανάτους. Το 90% της βίας, η οποία είχε καταλάβει τη χώρα, ήταν το αποτέλεσμα της εξτρεμιστικής φτώχειας, στην οποία είχε «υποχρεωθεί» ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού – μόλις το 10% καταλογιζόταν στο οργανωμένο, διεθνές έγκλημα.

Στο Sao Paulo, οι πάμπλουτοι επιχειρηματίες μετακινιόντουσαν μόνο με ελικόπτερα, ενώ οι απλά ευκατάστατοι πολίτες, με αλεξίσφαιρες λιμουζίνες. Ιδιωτικοί αστυνομικοί, με στρατιωτική εκπαίδευση και οπλισμό, καθώς επίσης τείχη ύψους τουλάχιστον τεσσάρων μέτρων, προστάτευαν τις πολυτελείς κατοικίες, ενώ ακόμη και η πρόσκληση επίσκεψης ενός φίλου της ανώτερης εισοδηματικής τάξης της χώρας, ισοδυναμούσε με πολεμική εκστρατεία.

Για να φτάσει δηλαδή κανείς στο σπίτι κάποιου φίλου του, για να χρησιμοποιήσει τον ανελκυστήρα ή για να εισέλθει σε κάποιον όροφο, ήταν απαραίτητη η γνώση και η χρήση μίας σειράς μυστικών κωδικών, μέσω των οποίων προστατευόταν οι χώροι διαμονής των ευκατάστατων πολιτών. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήταν ειδικά ασφαλισμένες, καλυμμένες με ανθεκτικά μέταλλα και πολλαπλές κλειδαριές, ενώ ακόμη και η μεσαία εισοδηματική τάξη ζούσε σε διαμερίσματα που θύμιζαν χρηματοκιβώτια.

Το 2002, έτος χρεοκοπίας της Αργεντινής (άρθρο μας), σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της κυβέρνησης, από τα 173 εκ. των Βραζιλιάνων, τα 22 εκ. ζούσαν σε συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης (με βάση την αντιπολίτευση 45 εκ., ενώ κατά την εκκλησία 55 εκ. πολίτεςπάνω από το 30% του πληθυσμού!). Εξαθλίωση σήμαινε χρόνιο, «βαρύ» υποσιτισμό, ο οποίος οδηγούσε στην ανικανότητα, στην πλήρη αναπηρία και στο θάνατο. Στη Βραζιλία ίσχυε τότε η παροιμία: «Η πείνα κυριαρχεί στα Βόρεια της χώρας – όχι στο Νότο, επειδή εκεί βρίσκονται τα σκουπίδια των πλουσίων».   

Στο κέντρο του Sao Paulo, στα σκαλοπάτια του καθεδρικού ναού, συναντούσε κανείς εκατοντάδες φτωχούς και πεινασμένους οι οποίοι, με το άδειο βλέμμα του χρόνια άνεργου, έψαχναν απεγνωσμένα στα σκουπίδια, βυθίζοντας το κεφάλι και τα χέρια τους στις βρώμικες πλαστικές σακούλες, για να βρουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, σαπισμένα λαχανικά, κόκαλα ή άλλα υπολείμματα τροφών. Η ανώτερη «τάξη» της μεγαλύτερης πόλης της Βραζιλίας έγινε ακόμη πιο πλούσια, με αποτέλεσμα οι τενεκέδες των σκουπιδιών της να είναι γεμάτοι – επιτρέποντας στην πληθώρα των φτωχών να αναζητούν εκεί έναν τρόπο παραμονής τους στη ζωή.

Εκείνη την εποχή, το έτος 2001, το εξωτερικό χρέος της χώρας αντιστοιχούσε στο 52% του ΑΕΠ, ενώ οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι ήταν της τάξης του 9,5% επί του ΑΕΠ. Τον Αύγουστο του 2001, η κυβέρνηση της Βραζιλίας παρακάλεσε γονατιστή ακόμη μία φορά το ΔΝΤ για τη χορήγηση ενός νέου δανείου. Το αίτημα της έγινε αποδεκτό από το «συνδικάτο του διαβόλου», φυσικά με την υπογραφή ενός νέου «μνημονίου υποτέλειας», το οποίο της χορήγησε, για δεύτερη φορά μετά το 1998, 15 δις $ με επιτόκιο 7,5%.

Στη συνέχεια, ο υπουργός οικονομικών της Βραζιλίας εμφανίσθηκε χαρούμενος σε όλα τα ΜΜΕ, ανακοινώνοντας την «επιτυχή» έκβαση των διαπραγματεύσεων με το ΔΝΤ και ζητώντας από τους πολίτες νέες θυσίες – απαραίτητες για να ξεφύγει η χώρα από τη χρεοκοπία (μάλλον και αυτό κάτι μας θυμίζει). Το ΔΝΤ φυσικά, απαίτησε ακόμη μία φορά μεγάλες περικοπές στις δαπάνες του προϋπολογισμού, στους τομείς της Παιδείας, και της Υγείας – οι φορολογικές ελαφρύνσεις των υψηλών εισοδηματικών τάξεων παρέμειναν ως είχαν.

Στην περίπου οκταετή «θητεία» μίας κυβέρνησης (1994-2002), αποτελούμενης χωρίς καμία αμφιβολία από τα ικανότερα άτομα της προικισμένης με τεράστιο ορυκτό και λοιπό πλούτο χώρας, εκποιήθηκε σχεδόν το σύνολο των κερδοφόρων, δημοσίων επιχειρήσεων της. Μοναδική εξαίρεση η εθνική εταιρεία Petrobras (κάτι σαν τη δική μας ΔΕΗ σήμερα), η οποία παρέμεινε στην ιδιοκτησία του κράτους, χάρη στις τεράστιες «αμυντικές» προσπάθειες των εργαζομένων της.

Η πολιτική ηγεσία της χώρας, αιτιολόγησε ως εξής τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων: «Οι κρατικές εταιρείες μας είναι υγιείς και εξαιρετικά κερδοφόρες. Θα χρησιμοποιήσουμε τα έσοδα από την πώληση τους, για να ελαφρύνουμε τα βάρη του λαού της Βραζιλίας, οδηγώντας τον στην ανάπτυξη» (τα ίδια υπόσχεται και η δική μας ηγεσία σήμερα). 

Το αποτέλεσμα ήταν να πουληθούν πράγματι όλες οι δημόσιες επιχειρήσεις, σε σχετικά συμφέρουσες τιμές για το κράτος. Όμως, τα δισεκατομμύρια δολάρια που εισπράχθηκαν, χάθηκαν στην κυριολεξία στον αέρα. Όπως υποθέτουν οι ειδικοί, ένα μέρος από αυτά χρησιμοποιήθηκε πράγματι για να καλύψει τα «παραδοσιακά» ελλείμματα του προϋπολογισμού. Ένα άλλο μεγάλο μέρος όμως, κατευθύνθηκε στο εξωτερικό – στους ιδιωτικούς λογαριασμούς υπουργών, δικαστών, στρατιωτικών, υψηλόβαθμων δημοσίων λειτουργών και τραπεζιτών.

Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε ίσως να προσθέσουμε, για αυτούς που πιθανότατα θα ισχυρισθούν πως η Βραζιλία σήμερα ξεπέρασε τα προβλήματα της (χωρίς να λάβουν υπ’ όψιν τον τεράστιο φυσικό πλούτο της χώρας), το γεγονός ότι είναι το κράτος με τη μεγαλύτερη «διάσταση» εισοδημάτων πλούσιων-φτωχών στον αναπτυσσόμενο και ανεπτυγμένο πλανήτη, πως το μέσο ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων της το 2007 ήταν 9.700 $ (30.500 $ στην Ελλάδα), ενώ το 31% του πληθυσμού της (άνω του 50% για την εκκλησία) συνεχίζει να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Επί πλέον ότι, οι πολυεθνικές είναι οι απόλυτοι κυρίαρχοι της οικονομίας, ενώ ο τρόμος συνεχίζει να βασιλεύει, «στεγαζόμενος» στα τεράστια γκέτο με τους εξαθλιωμένους, πάμπτωχους Βραζιλιάνους.          

 

Η ΠΤΩΧΕΥΣΗ

 

Υποθέτοντας ότι όλα όσα συνέβησαν στη Βραζιλία δεν είναι μακριά από αυτά που θα συμβούν πολύ σύντομα στην Ελλάδα, εάν παραμείνουμε «υποτελείς» του ΔΝΤ, θεωρούμε σκόπιμη την εξέταση της χρεοκοπίας, σαν μία από τις ελάχιστες πλέον επιλογές μας. Όσον αφορά λοιπόν αυτήν την «εναλλακτική δυνατότητα», ουσιαστικά θα ήταν το ίδιο σαν να αναρωτιόμαστε, εάν θα ήταν προτιμότερος ο δρόμος της Αργεντινής ή της Βραζιλίας: η πτώχευση δηλαδή ή τα αυστηρά μέτρα εξοικονόμησης πόρων – σύμφωνα με την Οικονομία βέβαια, για την οποία αυτό που έχει σημασία δεν είναι εάν ένα «εγχείρημα» είναι καλό ή όχι (θα ήταν αδιανόητο να υποστηρίξει κανείς ότι η χρεοκοπία είναι καλή), αλλά εάν είναι καλύτερο από κάποιο άλλο.

 

Σχετικά με την Ελλάδα λοιπόν, φαίνεται ότι η επίσημη ανακοίνωση της πτώχευσης της, εκ μέρους της κυβέρνησης της, θα κόστιζε πάρα πολλά στη χώρα μας – αφού, χωρίς καμία αμφιβολία, τα αποτελέσματα της χρεοκοπίας ενός κράτους στην Οικονομία του, είναι καταστροφικά. Αμέσως μετά ακολουθεί

(α)  μία πολύ μεγάλη τραπεζική κρίση (οι τράπεζες είναι συνήθως αυτές που κατέχουν σημαντικό μέρος των ομολόγων δημοσίου, τα οποία υποχρεούνται να «αποσβέσουν»),

(β)  μία εκτεταμένη οικονομική κρίση (η εσωτερική ζήτηση μειώνεται, οι επενδυτές αποσύρουν μαζικά το σύνολο των χρημάτων τους, η παραγωγή συρρικνώνεται, ο πληθωρισμός «καλπάζει» – εάν η χώρα έχει το δικό της νόμισμα και «τυπώνει», διαφορετικά οι τιμές καταρρέουν – το χρηματιστήριο απαξιώνεται, η αγορά των ακινήτων επίσης, λόγω απουσίας αγοραστών κλπ), καθώς επίσης

(γ)  μία νομισματική κρίση (οι ξένοι επενδυτές «αποφεύγουν» για μεγάλο χρονικό διάστημα τη «χρεοκοπημένη» Οικονομία).         

Ή χρεοκοπία ενός κράτους σημαίνει πρακτικά για τους Πολίτες του τη μείωση των αποταμιεύσεων τους, επειδή είναι πιστωτές του κράτους τους (κάτοχοι ομολόγων δημοσίου), καθώς επίσης την περιορισμένη ανάληψη από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους – επειδή, για κάποιο χρονικό διάστημα, δεσμεύονται από το κράτος. Εάν βέβαια υποχρεώνονταν να επιστρέψουν στο παλαιό νόμισμα (ισχύει μόνο για τις χώρες της Ευρωζώνης και για τους λογαριασμούς σε συνάλλαγμα), τότε οι δεσμευμένες καταθέσεις τους θα εξανεμίζονταν, από τον πληθωρισμό που θα μεσολαβούσε μέχρι να απελευθερωθούν – ενώ το «συνάλλαγμα» θα μετατρεπόταν στο νέο νόμισμα, με έναν ορισμένο δείκτη ανταλλαγής (είναι ένας από τους βασικούς λόγους, για τον οποίο είμαστε αντίθετοι με την έξοδο μας από την Ευρωζώνη).

Τα δάνεια των ιδιωτών και επιχειρήσεων θα ακολουθούσαν την ίδια διαδικασία, αλλά θα ήταν δύσκολο να αποπληρωθούν – λόγω της πιθανότατης αύξησης των επιτοκίων, της ανεργίας και της απώλειας της αξίας των περιουσιακών στοιχείων (αν και τα περισσότερα που θα μπορούσαν να συμβούν δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν, αφού στηρίζονται σε αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης).          

Η έμμεση επιβάρυνση των Πολιτών όμως από τα καταστροφικά αποτελέσματα στην Οικονομία του κράτους (τράπεζες, επιχειρήσεις κλπ) είναι πολύ πιο επώδυνη – κυρίως λόγω της υψηλής ανεργίας που ακολουθεί, της αδυναμίας εισαγωγών (ειδικά του πετρελαίου, όπως και των προϊόντων που δεν παράγονται τοπικά), της περιορισμένης δυνατότητας πληρωμής των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων, καθώς επίσης της απώλειας πολλών κοινωνικών παροχών (παιδεία, υγεία κλπ), τις οποίες απολάμβαναν μέχρι τότε.

Εν τούτοις, η πτώχευση αποτελεί μία από τις διάφορες «λύσεις» που υπάρχουν, οπότε θα έπρεπε να εξετασθεί πάρα πολύ σοβαρά. Φυσικά δεν είναι ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο «αναξιοπρεπής» για μία χώρα, σε σχέση με την προσφυγή της στο ΔΝΤ – είναι δυστυχώς μία ανάλογη «λύση ανάγκης».

Σύμφωνα πάντως με τον Πίνακα II που ακολουθεί, η στάση πληρωμών της χώρας μας, το αργότερο το 2014 (τρία χρόνια μετά την εισβολή του ΔΝΤ, όπως συνέβη με την Αργεντινή), είναι πολύ δύσκολο να αποφευχθεί – εάν δεν μεσολαβήσει μία σημαντική διαγραφή δημοσίων χρεών, σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση των υπολοίπων (επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, με χαμηλά επιτόκια).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: ΑΕΠ, ύφεση, έλλειμμα και δημόσιο χρέος σε εκ. € – προβλέψεις

 

Μεγέθη/έτη

2009

2010

2011

2012

2013

2014

 

 

 

 

 

 

 

ΑΕΠ*

237.494

226.806

217.734

213.379

209.112

213.294

Ύφεση %**

 

-4,5%

-4,0%

-2,0%

-2,0%

2,1%

‘Έλλειμμα %**

-15,4%

-9,5%

-8,5%

-7,5%

-6,5%

-5,5%

‘Έλλειμμα

36.574

21.546

18.507

16.003

13.592

11.731

Δημ. Χρέος***

298.524

340.680

359.189

375.192

388.784

400.514

Δημ. Χρέος/ΑΕΠ

125%

150%

164%

176%

185%

188%

 

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Είναι μάλλον απίθανο να μπορέσει σήμερα ένα κράτος να δανεισθεί από τις αγορές με βιώσιμο επιτόκιο, όταν τα χρέη του υπερβαίνουν το 150% του ΑΕΠ του.

* ΑΕΠ «αποπληθωρισμένο» – χωρίς δηλαδή το φορολογικό ή άλλο πληθωρισμό, αλλά αφαιρούμενης της ύφεσης εξ ολοκλήρου

** Υπολογισμοί – υποθέτουμε ότι η σημερινή ύφεση είναι σχετικά περιορισμένη, λόγω της κατανάλωσης με τη συμμετοχή των αποταμιεύσεων (οι οποίες συνεχώς μειώνονται)

*** Δημόσιο χρέος 2009 και 2010 από το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2011

 

Εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, εάν δηλαδή δεν υπάρξει διαγραφή χρεών, είναι κατά την άποψη μας άνευ σημασίας οι θυσίες που απαιτούνται από τους Πολίτες. Απλούστατα, τρία χρόνια αργότερα θα οδηγηθούμε μάλλον «πεινασμένοι» στη χρεοκοπία, χωρίς περιουσιακά στοιχεία, ρεζέρβες, εργασία και αποταμιεύσεις – αφού το ΔΝΤ  προηγουμένως θα έχει λεηλατήσει τόσο το δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό τομέα της Οικονομίας μας.   

Αντίθετα, εάν η Ελλάδα επέλεγε τη στάση πληρωμών, τότε θα διαπραγματευόταν τουλάχιστον τον περιορισμό των υφισταμένων χρεών της – με πιθανότερο αποτέλεσμα τη μείωση τους κατά 50-70%, καθώς επίσης το ξεκίνημα της οικονομίας της από ένα καινούργιο σημείο. Τότε, η ζημία θα επιβάρυνε κυρίως τους πιστωτές της – οι οποίοι έχουν  κερδίσει ήδη πάρα πολλά, εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο τις αδυναμίες της.

Επομένως, σχετικά λιγότερο τους Πολίτες της, οι οποίοι δεν θα ήταν πλέον αναγκασμένοι να υπερφορολογηθούν ή να εκποιήσουν το δημόσιο πλούτο της χώρας τους, για να εξοφλήσουν τα λάθη (σπατάλη, διαφθορά, κακοδιαχείριση) των προηγουμένων κυβερνήσεων τους. Αρκεί φυσικά να μην συνέχιζαν να κάνουν τα ίδια λάθη, όπως μάλλον συνέβη στην Αργεντινή.

 

Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ

    

Εξετάζοντας εν πρώτοις τα ενδεχόμενα «πλεονεκτήματα» της εξόδου από την Ευρωζώνη ενός κράτους-μέλους, διαπιστώνουμε ότι θα ήταν κυρίως «νομισματικής φύσης» (υποτίμηση του νέου νομίσματος, λόγω «εκτύπωσης» χρημάτων για την πληρωμή μισθών ή συντάξεων, αύξηση των εξαγωγών ένεκα της μείωσης των τιμών κλπ). Θα μπορούσαμε επίσης να προσθέσουμε και τις δυνατότητες δανεισμού του «εξερχόμενου» μέλους από την Ε.Ε., ενώ θα υπήρχαν και διάφορα άλλα οφέλη (ισοτιμία ανταλλαγής νομίσματος με Ευρώ, κερδοφόρα «ανταλλαγή» ομολόγων κλπ), που θα προέκυπταν κυρίως από τη διαπραγμάτευση της «εξόδου» με την Ε.Ε.

Όμως, τα μειονεκτήματα της εξόδου μίας χώρας από την Ευρωζώνη είναι το λιγότερο καταστροφικά. Κατά την άποψη μας, ισοδυναμεί στην κυριολεξία με την καταδίκη της σε θανατική ποινή – με την εν ψυχρώ εκτέλεση της. Ακόμη και η προοπτική, η διαφαινόμενη πιθανότητα δηλαδή της εξόδου μίας χώρας από τη ζώνη του Ευρώ, θα δημιουργούσε από πολύ πριν τεράστιες πιέσεις (πωλήσεις) στις αγορές κρατικών ομολόγων, γεγονός που θα είχε σαν αποτέλεσμα μία υπερβολική άνοδο των επιτοκίων τους (spread – πτώση της αγοραστικής τους αξίας).

Οι παγκόσμιες χρηματαγορές θα αξιολογούσαν πολύ δυσμενέστερα τον κίνδυνο χρεοκοπίας και θα δυσκόλευαν κατά πολύ την παροχή νέων δανείων στο «εξερχόμενο» κράτος (αγορά καινούργιων ομολόγων του δημοσίου). Επί πλέον, είναι σχεδόν βέβαιη η συνεχής υποτίμηση του εθνικού νομίσματος της χώρας που εξέρχεται, με καταστροφικές συνέπειες για τις τράπεζες και τους εισαγωγείς της οι οποίοι, συμβεβλημένοι σε όρους Ευρώ, θα βρισκόταν αντιμέτωποι με τεράστιες διακυμάνσεις της ισοτιμίας του εθνικού τους νομίσματος – γεγονός που θα τους δημιουργούσε δυσανάλογες ζημίες, προβλήματα ρευστότητας κλπ.

Επίσης για τους Πολίτες της, αφού μία υποτίμηση της τάξης του 40% θα μείωνε τους πραγματικούς μισθούς ανάλογα – για παράδειγμα, τα 700 € βασικός μισθός θα περιοριζόταν αμέσως στα 420 €. Τέλος για το συνολικό, δημόσιο και ιδιωτικό, εξωτερικό χρέος της (περί τα 450 δις € σήμερα στην Ελλάδα), το οποίο θα αυξανόταν ανάλογα (στα 630 δις € στην Ελλάδα, ήτοι στο 300% του ΑΕΠ της!).

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι, η ενδεχόμενη επιλογή της «λύσης» της χρεοκοπίας, δεν θα πρέπει να συνοδεύεται με την έξοδο της Ελλάδας από το χώρο του Ευρώ, αφού κανένας δεν μας υποχρεώνει σε κάτι τέτοιο. Κατά την άποψη μας, η ένταξη μίας χώρας στην Ευρωζώνη είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή, αφού δεν υφίσταται η παραμικρή δυνατότητα να μπορέσει ένα κράτος να επιβιώσει, εξερχόμενο «ατομικά» – πόσο μάλλον όταν έχει απολέσει ολοσχερώς την ανταγωνιστικότητα του.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Οι λύσεις τύπου ΔΝΤ (υπερβολική φορολόγηση, έντονες μειώσεις μισθών, μαζικές απολύσεις κλπ), όχι μόνο δεν θα έχουν θετικά αποτελέσματα αλλά, αντίθετα, θα οδηγήσουν πολλούς  Έλληνες στην απόλυτη εξαθλίωση. Όσον αφορά δε τις «ερασιτεχνικές κινήσεις αντιπερισπασμού» της κυβέρνησης μας (συλλογή υπογραφών για επιβολή του ευρωομολόγου, συνεχής αναζήτηση της λύσης των προβλημάτων μας εκτός Ελλάδας, «άκαιρες» συμμετοχές σε συνέδρια ξένων κλπ), μειώνουν ακόμη περισσότερο τη Εθνική μας υπερηφάνεια, αντί να προσφέρουν ρεαλιστικές λύσεις – όσο τουλάχιστον δεν απαιτούμε, αλλά επαιτούμε.    

Αυτό που απομένει λοιπόν, εάν δεν υπάρξει στο άμεσο μέλλον η σωστή ευρωπαϊκή λύση (United States of Europe, με τη συμμετοχή της Ρωσίας και της Τουρκίας σε μία ελεύθερη ζώνη εμπορίου), εάν δεν ακολουθήσει η διαγραφή μέρους των χρεών μας, εάν δεν εξασφαλισθούν οι αναπτυξιακές προϋποθέσεις της οικονομίας μας και εάν δεν απαιτηθεί η εξόφληση των γερμανικών αποζημιώσεων, είναι να εκδιωχθεί το ΔΝΤ από τη χώρα μας (πληρωμή των μέχρι τώρα δανείων του, κανένα άλλο νέο δάνειο), ταυτόχρονα με τη «ψύχραιμη επιλογή» της στάσης πληρωμών – φυσικά με την παραμονή της Ελλάδας εντός του χώρου του Ευρώ.

Η «λύση» αυτή, η χρεοκοπία δηλαδή, είναι ασφαλώς εξαιρετικά επώδυνη (όχι μόνο για εμάς, αλλά και για την Ευρωζώνη – ενδεχομένως για ολόκληρο τον πλανήτη), αλλά σίγουρα καλύτερη από τη λεηλασία και την υποδούλωση της Ελλάδας στους ξένους εισβολείς – ενώ δεν πρόκειται φυσικά για τη συντέλεια του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση, κατά την υποκειμενική μας άποψη φυσικά, «είναι προτιμότερο ένα τρομακτικό τέλος, από έναν τρόμο δίχως τέλος» – κατά την προσφιλή έκφραση των Γερμανών εταίρων μας.     

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 09. Ιανουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com 

 

 * Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2259.aspx

Νόημα των διαρθρωτικών αλλαγών τρόικας και ΓΑΠ

Τι σημαίνουν οι διαρθρωτικές αλλαγές που επιδιώκει η τρόικα και η κυβέρνηση;

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

(Μέρος Α΄)

Μετά από το 3ο κατά σειρά επικαιροποιημένο μνημόνιο, την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου για τα εργασιακά και την ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2011, έχουμε μπει σε νέα περίοδο. Το ζητούμενο δεν είναι τόσο οι περικοπές και οι μειώσεις, όσο η δραστική αλλαγή των όρων διάθεσης και αναπαραγωγής της εργασίας. Είναι μέρος των «διαρθρωτικών αλλαγών» που ζητάνε επίμονα οι κηδεμόνες του ΔΝΤ, της ΕΕ και της ΕΚΤ.

Το συνολικό καθεστώς προστασίας και δικαιωμάτων της εργατικής δύναμης ανατρέπεται εκ βάθρων. Ο εργαζόμενος μετατρέπεται σιγά-σιγά σε επιχειρηματία του εαυτού του, της εργατικής του δύναμης, δίχως καμμιά δυνατότητα συνδικαλιστικής ή άλλης εκπροσώπησης. Η ίδια η εργασιακή σχέση χάνει το ιδιαίτερο καθεστώς που είχε κατακτήσει μέχρι σήμερα για να μεταβληθεί στην πράξη πρώτα και κατόπιν σε επίπεδο νομοθεσίας σε μια ακόμη σχέση ιδιωτικού δικαίου. Ο εργαζόμενος δεν είναι πλέον τίποτε περισσότερο από ένας ιδιώτης που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ένα έργο έναντι συγκεκριμένου αντιτίμου. Σε λίγο ακόμη και η έννοια του μισθού θα χαθεί για να αντικατασταθεί με την πολλαπλά μεθερμηνευόμενη έννοια της αμοιβής.

Πολύ σύντομα οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι δεσμευτικές συλλογικές συμβάσεις θα αποτελέσουν παρελθόν για την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Έτσι ή αλλιώς έχει ήδη συμβεί αυτό στον ιδιωτικό τομέα, όπου στην πράξη δεν υπάρχει κανενός είδους κατοχύρωση ή προστασία. Μαζί μ’ αυτές θα χαθούν και τα συνδικάτα. Ολόκληρος ο παραδοσιακός τρόπος συγκρότησης των συνδικάτων στην Ελλάδα χάνει το αντικείμενό του. Ιδίως σε συνθήκες μιας μόνιμης τεράστιας ανεργίας, η οποία επισήμως ξεπερνά τις 600 χιλιάδες και ανεπίσημα τους διπλάσιους απασχολούμενους. Η ίδια η εργατική τάξη της χώρας βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Όταν ουσιαστικά ένας στους τρεις μισθωτούς βρίσκεται σε κατάσταση μερικής ή ολικής ανεργίας, είναι μάλλον αστείο να μιλά κανείς για οργανωμένη τάξη. Και είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι με τέτοια ανεργία κανείς εργαζόμενος δεν μπορεί να νιώθει ασφαλής, ούτε μπορεί στα σοβαρά να διεκδικήσει κάτι καλύτερο για τον εαυτό του και το σύνολο.

 

Η φτώχεια και η ανέχεια ως οικονομικό κίνητρο

 

Το σύστημα της μισθωτής εργασίας γεννήθηκε όταν η εργατική δύναμη απέκτησε την ιδιότητα του εμπορεύματος. Στην αρχαιότητα ο θύτης, αυτός δηλαδή που λόγω ανέχειας αναγκαζόταν να δουλέψει για άλλον, ήταν συνώνυμο της πιο απόλυτης εξαχρείωσης. Συχνά σε χειρότερο επίπεδο από τον δούλο. Με την «οικονομία της αγοράς» αυτό το πιο εξαχρειωμένο σύστημα βιοπορισμού του ανθρώπου μετατράπηκε σε κανόνα επιβίωσης για την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού.

Το σύστημα της μισθωτής εργασίας ενώ συνέτριψε όλες τις προηγούμενες δοξασίες, όλες τις προηγούμενες ρομαντικές αυταπάτες για την «προσωπική δουλειά» και τα ωφελήματα της, τις θρησκευτικές αγκυλώσεις και τις ηθικές αναστολές, έφερε μαζί του την δική του ξεδιάντροπη ηθική: Για πρώτη φορά η πείνα, η ανέχεια, η άμεση φυσική και κοινωνική εξαθλίωση τεραστίων μαζών αποτέλεσαν το πρώτο και καθαριστικό στοιχείο για την ανάπτυξη του σύγχρονου πολιτισμού της κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας και της μισθωτής εργασίας.

Έως τότε η φτώχεια και η εξαθλίωση απεικόνιζαν τα όρια της κοινωνίας, αποτελούσαν την απόδειξη πως η κοινωνία δεν διαθέτει την απαιτούμενη παραγωγική ικανότητα για να θρέψει τoν πληθυσμό της. Η φτώχεια, δηλαδή, ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης πολιτισμού, του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών ικανοτήτων της κοινωνίας. Αντίθετα, στο σύστημα μισθωτής εργασίας η μαζική φτώχεια και η εξαθλίωση αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του πολιτισμού, για την ανάπτυξη των παραγωγικών ικανοτήτων και των δυνατοτήτων της κοινωνίας. Αποτελεί, δηλαδή, το φυσικό πλαίσιο, το κοινωνικό κίνητρο για την ύπαρξη της περιλάλητης «αγοράς εργασίας» και κατά συνέπεια της ανάπτυξης του αστικού πολιτισμού.

Στα πρώτα ιστορικά βήματα του καπιταλισμού η αξία του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» δεν αντιστοιχούσε σε τίποτε περισσότερο από τις φυσικές ανάγκες του μεμονωμένου εργάτη, δηλαδή σ’ αυτά που χρειαζόταν ο εργάτης «για να ζει, να εργάζεται και να διαιωνίζεται.» [1]  O μεγάλος φυσιοκράτης και υπουργός οικονομικών των Λουδοβίκων, Τυργκό, έγραφε προς τα τέλη του 18ου αιώνα: «Ο κοινός εργάτης που δεν έχει παρά μόνο τα χέρια του και την τέχνη του, κατορθώνει ν’ απολαμβάνει κάτι μόνο εφόσον καταφέρνει να πουλήσει σ’ άλλους την εργασία του. Την πουλά περισσότερο ή λιγότερο ακριβά, αλλά αυτή η τιμή, όσο κι αν είναι περισσότερο ή λιγότερο υψηλή ή χαμηλή, δεν εξαρτάται μονάχα απ’ τον ίδιο: προκύπτει απ’ την συμφωνία που συνάπτει μ’ εκείνον που καταβάλει το τίμημα για την εργασία του. Ο τελευταίος τον πληρώνει όσο πιο λίγο μπορεί και καθώς έχει την δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε μεγάλο αριθμό εργατών, προτιμά αυτόν που δουλεύει με τα λιγότερα. Οι εργάτες επομένως είναι αναγκασμένοι να μειώσουν την τιμή, καθώς βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Σε κάθε είδους εργασία δεν μπορεί να μην συμβεί και πραγματικά αυτό συμβαίνει έτσι ώστε ο μισθός του εργάτη να περιορίζεται στα όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την δική του συντήρηση[2]  Ήταν η εποχή που οι μεγάλες μάζες της φτωχολογιάς της υπαίθρου και των πόλεων, μετατρέπονταν με την βία σε κοινούς εργάτες, στοιβαγμένοι μέσα σε βιομηχανικά γκέτο και σε ποικίλα άσυλα για φτωχούς, που τα αποκαλούσαν «κοινωνικά νεκροταφεία» ή «ζωντανούς τάφους». Ο Κάρολος Ντίκενς, αλλά κι άλλοι συγγραφείς αυτής της εποχής, απέδωσαν με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο την πρωτόγνωρη αθλιότητα, που χαρακτήριζε την περίοδο αυτή γένεσης της εργατικής τάξης.

John McNab

Όταν, όμως, ο απλός εργάτης λυτρώθηκε από την προσωπική του εξάρτηση στον συγκεκριμένο εργοδότη, βγήκε από τα γκέτο και γλύτωσε από τα άσυλα για φτωχούς, αντιμετώπισε την ανελέητη πραγματικότητα της «ελεύθερης αγοράς». Τότε βρέθηκε μπροστά στην ανάγκη ν’ αντιδράσει στα μεγάλα ρίσκα και στους συντριπτικούς κινδύνους, που αντιμετωπίζει όποιος κινείται στην αγορά και ιδίως όποιος «φέρνει στην αγορά για να πουλήσει το ίδιο το δικό του τομάρι, ξέροντας ότι το μόνο που τον περιμένει είναι το – γδάρσιμο» [3]. Να βρει, δηλαδή, τρόπους να συνυπολογιστεί στην «τιμή της εργασίας» του, ο κίνδυνος να μείνει ανήμπορος από εργατικό ατύχημα, ο κίνδυνος να μείνει άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο κίνδυνος ν’ αρρωστήσει και να μείνει χωρίς δουλειά κι ο κίνδυνος της απόλυτης εξαθλίωσης όταν γέρος κι ανήμπορος δεν θα μπορεί πλέον να συντηρεί τον εαυτό του.

Έτσι γεννήθηκε το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης, ως αναγκαία αμυντική διεκδίκηση όχι απλά του μεμονωμένου εργάτη, αλλά του συνόλου της τάξης. Μια αμυντική διεκδίκηση όχι μόνο ή κύρια ενάντια στην απληστία της εργοδοσίας, αλλά πρωταρχικά ενάντια στην έμφυτη ασυδοσία της αγοράς γενικά. Αν με τα αιτήματα για καλύτερο μεροκάματο, λιγότερες ώρες δουλειάς και καλύτερες συνθήκες εργασίας, η εργατική τάξη στράφηκε ενάντια στο κεφάλαιο ως εργοδοσία, με το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης στράφηκε ενάντια στην ίδια τη βάση ολόκληρου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την ίδια την αγορά. Μόνο έτσι η αξία της «εργατικής δύναμης», τα όρια αναπαραγωγής της «ικανότητας προς εργασία», λυτρώθηκαν από το επίπεδο των φυσικών αναγκών επιβίωσης του μεμονωμένου εργάτη και τέθηκαν σε νέα βάση, σε συλλογική κοινωνική βάση, δηλαδή στη βάση των συλλογικών κοινωνικών αναγκών της εργατικής τάξης.

Η διεκδίκηση της κοινωνικής ασφάλισης λειτούργησε αποφασιστικά ώστε οι εργάτες να υπερβούν την μεμονωμένη διαπραγμάτευση των όρων πώλησης της προσωπικής τους εργατικής δύναμης. Ο εργάτης συνειδητοποίησε ότι η διαιώνισή του δεν μπορεί να ‘ναι το ίδιο «όπως διαιωνίζεται με την αναπαραγωγή του είδους κάθε έμβιο ον» [4]. Αντίθετα, αν ήθελε να γλυτώσει απ’ την καταθλιπτική μιζέρια, που τον καταδικάζει το «μεροδούλι-μεροφάι», έπρεπε άμεσα κι αποφασιστικά να δέσει οργανικά τ’ ατομικά του συμφέροντα κι ανάγκες, με τις συλλογικές κοινωνικές ανάγκες και συμφέροντα της δικής του ιδιαίτερης τάξης. Μόνο σ’ αυτή τη βάση θεμελιώθηκε η συνείδηση σε πλατιά στρώματα εργατών για την ανάγκη οργάνωσής τους στο συνδικάτο, όχι απλά σαν συλλογική άμυνα απέναντι στην εργοδοσία, αλλά σαν κάτι πολύ περισσότερο: ως συγκροτημένη έκφραση μιας ιδιαίτερης κοινωνικής τάξης, των πωλητών του εμπορεύματος εργατική δύναμη, με ιδιαίτερες συλλογικές ανάγκες και συμφέροντα. Έτσι ο εργάτης μπόρεσε να ξεπεράσει την κατάσταση «υποζυγίου», στην οποία τον είχε καταδικάσει εξαρχής το κεφάλαιο κι άρχισε να μετατρέπεται σε κοινωνικό υποκείμενο.

Απ’ αυτή την άποψη δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα πρώτα συλλογικά μέτρα κοινωνικής ασφάλισης, αναπτύχθηκαν απ’ τα ίδια τα εργατικά συνδικάτα ήδη απ’ τον 18ο αιώνα. Πρόκειται στην ουσία για «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», που αναλάμβαναν την συντήρηση των αρρώστων, των ηλικιωμένων, μαζί και τις χήρες με τα ορφανά. Η συγκρότηση πανεθνικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, κυρίως τις πρώτες τρεις δεκαετίες του 19ου αιώνα συνδεόταν οργανικά και με την ανάγκη για ισχυρά «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», που θα κάλυπταν το σύνολο της εργατικής τάξης. Έτσι, στην προγραμματική διακήρυξη του «Μεγάλου Εθνικού Ενοποιημένου Συνδικάτου» (Grand National Consolidated Trades Union), που δημιουργήθηκε απ’ τους ίδιους τους εργάτες τον Φεβρουάριο του 1834 στο Λονδίνο, ως συλλογική οργάνωση των επιμέρους συνδικάτων κι εργατικών οργανώσεων της εποχής, διαβάζουμε: «Μεγάλα πλεονεκτήματα πρόκειται να προκύψουν απ’ την δημιουργία, σε κάθε περιφερειακό τομέα, ενός ταμείου για την υποστήριξη των αρρώστων και των ηλικιωμένων.» [5] 

Βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή που η εργατική τάξη έκανε τα πρώτα βήματά της στην «απόσπασή» της απ’ τις υπόλοιπες τάξεις, στρώματα και θεσμούς της αστικής κοινωνίας κι έτσι θεωρούσε πως μπορούσε να «λύσει» τα προβλήματά της μόνο κι αποκλειστικά με «ίδια μέσα». Κάτι άλλωστε που αποτελεί και μια από τις πρώτες εκδηλώσεις ενός χαρακτηριστικού ταξικού φιλότιμου, μιας ιδιαίτερης υπερηφάνειας κι αξιοπρέπειας της τάξης, η οποία θεωρούσε ότι είναι στοιχειώδης υποχρέωσή της να στηρίξει τα «δικά της» αδύναμα μέλη, παρά να τ’ αφήσει έρμαια της φροντίδας της επίσημης κρατικής ελεημοσύνης, της ιδιωτικής φιλανθρωπίας και των «ανθρώπινων αποθηκών», όπως πολύ εύστοχα αποκαλούσαν τα φτωχοκομεία.

Από τότε η ίδια η κοινωνική ασφάλιση αποτελούσε για κάθε εργάτη μια άμεση, συνεχής πρακτική εκδήλωση της ταξικής του αλληλεγγύης, όχι μόνο ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της τάξης του, αλλά κι ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές της τάξης του. Η καταβολή απ’ το δικό του προσωπικό υστέρημα στο «κοινό ταμείο», ήταν και παραμένει η έμπρακτη απόδειξη αυτής της ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα στον μεμονωμένο εργάτη και την τάξη του, αποτελεί την πρακτική επιβεβαίωση της οργανικής σύνδεσης των δικών του προσωπικών αναγκών και συμφερόντων, με τις συλλογικές ανάγκες και συμφέροντα της τάξης του. Αυτή τη πρακτική εκδήλωση της ταξικής αλληλεγγύης μέσα απ’ την κοινωνική ασφάλιση, ήταν κάτι που μέτρησε ιδιαίτερα το κεφάλαιο και το κράτος του, όταν αναγκάστηκε να εξετάσει στα σοβαρά την αναγκαιότητα εφαρμογής «κοινωνικής πολιτικής».

Ωστόσο, όταν ο ανελέητος χαρακτήρας της «ελεύθερης αγοράς» ποδοπάτησε τις αρχικές ουτοπικές προσδοκίες της εργατικής τάξης, τότε αυτή συνειδητοποίησε ότι τα διαθέσιμα «ίδια μέσα» της τάξης, οι συγκροτημένες «αδελφότητές» της, αλλά και τα διάφορα «ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας», δεν ήταν καθόλου αρκετά για ν’ αντιμετωπιστεί – πόσο μάλλον να ξεπεραστεί – η κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια, το φάσμα της ανέχειας, που την στοιχειώνουν εξυπαρχής. Άρχισε, λοιπόν, να συνειδητοποιεί την ανάγκη επίμονης συλλογικής και οργανωμένης πάλης για την διεκδίκηση όλων εκείνων των αναγκαίων πόρων και μέσων, που είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση των πιο άμεσων κι επειγόντων προβλημάτων της. Κι έτσι οι έως τότε οργανωμένες «αδελφότητες» της εργατικής τάξης, μετατράπηκαν σε πλατιές μαχητικές διεκδικητικές οργανώσεις, σε πραγματικά συνδικάτα της τάξης- όργανα της ταξικής πάλης.

Έτσι σφυρηλατήθηκε η άποψη στους εργάτες ότι η κοινωνική ασφάλιση είναι αποκλειστικά δική τους υπόθεση κι επομένως η συνολική της διαχείριση αφορά αποκλειστικά τους ίδιους και τα συνδικάτα τους. Την εργοδοσία και το κράτος δεν τους αφορούσε παρά μόνο στον βαθμό της εξοικονόμησης «πρόσθετων πόρων». Έτσι έθεσε τα θεμέλια η μισθωτή εργασία για την συγκρότησή της σε οργανωμένη τάξη, που προϋπέθετε την οργάνωσή της σε συνδικάτα και την εξασφάλισή της απέναντι στην ανέχεια και την ανεργία. Σήμερα κλείνει ο ιστορικός κύκλος με την εργατική τάξη να κινδυνεύει να τα χάσει όλα.

 

Η εργασία ως κόστος της επιχείρησης

 

Στα 1786 ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του δόγματος της «ελεύθερης αγοράς», ο εξαιρετικά προσφιλής στα αστικά σαλόνια της εποχής αιδεσιμότατος Τζόζεφ Τάουνσεντ, έγραφε: «Φαίνεται να συνιστά νόμο της φύσης το γεγονός ότι οι φτωχοί πρέπει να είναι ως ένα βαθμό δίχως προστασία… Όταν κάποιος αισθάνεται ή φοβάται την πείνα, η επιθυμία να κερδίσει το ψωμί του προδιαθέτει ήσυχα το νου να αντιμετωπίσει τις πιο μεγάλες δοκιμασίες και γλυκαίνει ακόμη και την πιο σκληρή δουλειά.»[6] Πειθάρχηση των εργαζομένων με όπλο την πείνα, αυτή είναι η φύση της «ελεύθερης αγοράς» από τον 18ο αιώνα έως σήμερα. Γι’ αυτό και η δημοκρατία που βασίζεται σε τέτοιους «φυσικούς νόμους», δεν μπορεί παρά να «αποτελεί το ίδιο και το αυτό με την πλουτοκρατία», όπως έγραφε στα 1918 ο Οσβαλντ Σπένγκλερ [7].

Ολόκληρη η δομή και η συγκρότηση της εργατικής τάξης δημιουργήθηκε ιστορικά για να αντιταχθεί σ’ αυτήν την χειραγώγηση με όπλο την πείνα και την ανέχεια. Σήμερα επιστρέφουμε στο ίδιο σημείο. Μετά την επιβολή της ευλύγιστης εργασίας, περάσαμε από τους απασχολήσιμους, στους επιχειρηματίες της εργατικής δύναμης, που εργοδότης τους είναι η ίδια η αγορά εργασίας και εργάζονται όταν υπάρχει δουλειά και για όσο υπάρχει δουλειά. Το κυνήγι του μεροκάματου, η δεύτερη δουλειά, τα ατελείωτα ωράρια, οι διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις, δεν αφήνουν περιθώρια ούτε καν για ελεύθερο χρόνο. Σήμερα, τουλάχιστον 7 στους 10 Έλληνες δεν διαθέτουν καθόλου ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό τους και για την οικογένειά τους. Η ζωή τους εκτός εργάσιμου ωραρίου είτε είναι προέκταση της δουλειάς, είτε είναι τόσο λίγη όπου μόλις και μετά βίας μπορούν να ανταπεξέλθουν στις βασικές υποχρεώσεις του νοικοκυριού τους και να ξεκουραστούν. Για το σημερινό εργαζόμενο το 24ωρο γίνεται όλο και πιο στενό για να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ταυτόχρονα όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αναγκάζονται να εργάζονται στις άδειές τους, μιας και οι διακοπές αποτελούν ένα ολοένα και πιο μακρινό όνειρο, ιδίως για την εργατική οικογένεια. Η πλειοψηφία των Ελλήνων εργαζομένων σήμερα πηγαίνει διακοπές λιγότερο τακτικά και για μικρότερο διάστημα, απ’ ότι συνέβαινε μια γενιά πριν.

Ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι μόνο ανύπαρκτος, αλλά δέχεται και μια ανοιχτή επίθεση συκοφάντησης. Ο χρόνος μακριά από τη δουλειά, έξω από τον εξαναγκασμό του βιοπορισμού, θεωρείται πολυτέλεια, ή στην καλύτερη περίπτωση ένα αναγκαίο κακό για την αναπλήρωση των χαμένων δυνάμεων του εργαζόμενου. Η διεκδίκηση του ελεύθερου χρόνου αντιμετωπίζεται περίπου ως συνώνυμο της τεμπελιάς. Στον εργαζόμενο σήμερα δεν αναγνωρίζονται παρά μόνο δυο βασικές ανάγκες, η ανάγκη για δουλειά και η ανάγκη για επιβίωση. Με αυτόν τον τρόπο ο εργαζόμενος χάνει την ανθρώπινη υπόστασή του και υποβαθμίζεται σε κατάσταση υποζυγίου. Την ίδια ώρα οι ανάγκες για ψυχαγωγία, πολιτισμό και επικοινωνία γίνονται αντικείμενα της πιο αισχρής διαστροφής και εκμετάλλευσης προς όφελος του κέρδους.

Πολύ σύντομα ακόμη και τα τελευταία ψήγματα κοινωνικής ασφάλισης που έχουν απομείνει θα εξαφανιστούν. Οι συντάξεις θα υποβαθμιστούν στο επίπεδο μιας ελάχιστης κοινωνικής παροχής. Δεν υπάρχουν πια κοινωνικά δικαιώματα που είναι κατοχυρωμένα για όλους τους εργαζόμενους, παρά μόνο μια άθλια φτωχοπρόνοια για όσους «έχουν πραγματικά ανάγκη», η οποία εξαρτάται από την εκάστοτε κρατική και ιδιωτική φιλανθρωπία.

Έχουμε φτάσει σε μια εποχή όπου η βαθιά κρίση της κεφαλαιοκρατίας αδυνατεί να εξασφαλίσει ακόμη και τα ελάχιστα μέσα προς το ζην για τον εργαζόμενο. Ο μισθός, η αμοιβή της εργασίας δεν μπορεί πλέον να καλύψει ούτε καν τις βασικές ανάγκες του εργαζόμενου και της οικογένειάς του. Γι’ αυτό και δεν αντιμετωπίζεται πλέον από το κράτος και την εργοδοσία ως μέσο βιοπορισμού, αλλά αποκλειστικά και μόνο ως στοιχείο του επιχειρηματικού κόστους. Η βιωσιμότητα της επιχείρησης είναι πέρα και πάνω από την βιωσιμότητα του εργατικού νοικοκυριού. Κι έτσι έχουμε την εξής απόλυτη διαστροφή: δεν είναι οι επιχειρήσεις και η οικονομία που πρέπει να προσαρμοστούν στις ανάγκες βιοπορισμού της εργαζόμενης κοινωνίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Η ίδια η έννοια της οικονομίας έχει ταυτιστεί με τις επιχειρήσεις και επομένως όλες οι ανάγκες της κοινωνίας μετρούνται με βάση τα κόστη και τα οφέλη που προσθέτουν στις επιχειρήσεις. Η ίδια η ιδιωτική επιχείρηση έχει μεταβληθεί επίσημα πια σε πρότυπο οργάνωσης της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής. Ο ολοκληρωτισμός που αναδύει αυτή η πρακτική κάνει τις χούντες και τα φασιστικά καθεστώτα να μοιάζουν παρωχημένα.

 

(Μέρος Β΄)

 

Τα μέτρα που παίρνονται σήμερα ενάντια στην εργασία δεν είναι μια απλή επίθεση του κεφαλαίου, όπως συνηθίζουν να λένε όσοι αρνούνται να δουν κατάματα την πραγματικότητα. Δεν πλήττονται μόνο ή απλά οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων, αλλά αλλάζει ριζικά το σύνολο των όρων αναπαραγωγής και απασχόλησης της εργατικής δύναμης σήμερα στην Ελλάδα. Η εργαζόμενη οικογένεια σήμερα χάνει κάθε δυνατότητα οικογενειακού προγραμματισμού, δεν γνωρίζει αν και κατά πόσο θα έχει δουλειά, δεν γνωρίζει αν και πώς θα μορφώσει και θα αποκαταστήσει τα παιδιά της, δεν έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύσει ούτε καν για το εγγύς μέλλον, δεν μπορεί να συνέλθει από τα απανωτά χτυπήματα που δέχεται και η προοπτική της φαντάζει σκοτεινή. Πολύ σύντομα ακόμη και αυτή η μικρή ακίνητη περιουσία στο χωριό και την πόλη, που αποτέλεσε ιστορικά αποκούμπι για πολλά λαϊκά νοικοκυριά, είτε θα εξανεμιστεί, είτε θα μεταβληθεί σε ασήκωτο βάρος υπό καθεστώς άγριων και συνεχών φοροεπιδρομών και διαρκούς εισοδηματικής συμπίεσης. Τίποτε πλέον δεν είναι βέβαιο, εκτός από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι χωρίζονται πια σε δυο μεγάλες μερίδες, σε εκείνους με δουλειά χωρίς μέλλον και σε εκείνους με μέλλον χωρίς δουλειά.

Μπορεί να υπάρξει συγκροτημένη κοινωνία υπό τέτοιες συνθήκες; Φυσικά όχι. Το κοινωνικό περιθώριο, η μαζική εξαθλίωση, η εγκληματικότητα, η μετατροπή πλατιών στρωμάτων σε αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε «κουρελοπρολεταριάτο» με αντίστοιχη κοινωνική ζωή και συνείδηση, απορροφά πλέον μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Αυτό που ορισμένοι ονομάζουν αντεργατική επίθεση του κεφαλαίου και της κυβέρνησης, ή εργατικό μεσαίωνα, υπερβαίνει κατά πολύ τα συνηθισμένα όρια της τάξης και των συμφερόντων της. Δεν ξεριζώνεται απλά η εργατική τάξη, αλλά μαζί της και ολόκληρη η κοινωνία, ενώ οι συνέπειες ξεπερνούν τις επιπτώσεις στην εργασία και τις απολαβές. Αποκτούν διαστάσεις ανθρωπιστικής καταστροφής. Γι’ αυτό και το να επιμένει κανείς- όπως κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ, του ΣΥΝ, αλλά και άλλων δυνάμεων της αριστεράς- να την αντιλαμβάνεται σαν μια τυπική αντεργατική επίθεση ή πολιτική, όσα αντικαπιταλιστικά-ταξικά πρόσημα κι αν της προσθέτουν, αποτελεί το λιγότερο επιχείρηση απολογητικής και συσκότισης του πραγματικού περιεχομένου της όλης κατάστασης.

cometstarmoon

 Η ριζική ανατροπή των όρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης

 

Σύμφωνα με τον επικεφαλής των ελεγκτών του ΔΝΤ, Πολ Τόμσεν, οι «διαρθρωτικές αλλαγές» στην εργασία χρειάζονται για τον εξής βασικό λόγο: «Με τον τρόπο που η Ελληνική αγορά εργασίας λειτουργούσε συνεισέφερε σε μια δυσανάλογη αύξηση σε μισθούς την τελευταία δεκαετία και σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας. Έτσι οι μισθοί χρειάζεται να συμβαδίζουν περισσότερο με την παραγωγικότητα. Κατά την μεσοπρόθεσμη περίοδο, οι εξελίξεις στους μισθούς της Ελλάδας θα πρέπει να καθορίζονται από την βελτίωση της παραγωγικότητας. Μια πιο ανοιχτή και πιο δυναμική αγορά εργασίας θα προσφέρει περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης καθώς το επιχειρηματικό περιβάλλον βελτιώνεται, οι επενδύσεις αυξάνονται και η οικονομία επεκτείνεται[8]

Πίνακας 1: Ειδικός βάρος της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη

Έτος

 

2001

 

2002

 

2003

2004

2005

2006

 

2007

2008

 

2009

EURO15

 

100,0

 

100,0

 

100,0

100,0

100,0

100,0

 

100,0

100,0

 

100,0

Κέρδη

 

2,9

 

2,9

 

3,2

3,2

3,3

3,3

 

3,3

3,3

 

3,5

Αμοιβές

 

1,4

 

1,5

 

1,6

1,7

1,8

1,8

 

1,9

2,0

 

2,0

ΑΕΠ

 

2,1

 

2,1

 

2,3

2,4

2,4

2,5

 

2,5

2,6

 

2,6

Ιδιωτικές επενδύσεις

 

1,6

 

1,8

 

2,0

1,9

1,7

1,8

 

1,8

1,7

 

1,7

Πηγή: Eurostat

Τι σημαίνει αυτό; Η επιβολή μιας πιο ανοιχτής και πιο δυναμικής αγοράς εργασίας, κατά τα λεγόμενα του Τόμσεν, δεν αφορά απλά και μόνο στην ενίσχυση του επιχειρηματικού κέρδους. Έχει σχέση πρώτα και κύρια με την αλλαγή συνολικά του μοντέλου ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι στα πλαίσια της παγκόσμιας κρίσης η χρεοκοπία του ελληνικού εξαρτημένου καπιταλισμού δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Το εξαρτημένο κρατικομονοπωλιακό σύστημα του καπιταλισμού στην Ελλάδα δεν μπορεί να αναταχθεί σε δική του αυτοτελή οικονομική και αναπτυξιακή βάση. Τουλάχιστον με την μορφή και τον χαρακτήρα που είχε μέχρι σήμερα. Και δεν έχουν άδικο.

Ας δούμε τον πίνακα 1 για να αντιληφθούμε τις βασικές παραμέτρους του προβλήματος. Το βασικό «συγκριτικό πλεονέκτημα» της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη ήταν η συγκριτικά υψηλή κερδοφορία σε βάρος όχι μόνο των αμοιβών της εργασίας, αλλά και των επενδύσεων. Αν από το ειδικό βάρος των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα σε σύγκριση με εκείνο της ευρωζώνης, το οποίο ποτέ δεν έφτασε ούτε καν το αντίστοιχο ποσοστό του ΑΕΠ της χώρας στην ευρωζώνη, αφαιρέσουμε το μερίδιο των ιδιωτικών επενδύσεων στην οικοδομή, τότε το ποσοστό των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα σε όλους τους άλλους τομείς δεν ανέβηκε ποτέ πάνω από το 0,3% του συνόλου των αντίστοιχων επενδύσεων στην ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος του ΑΕΠ τροφοδοτήθηκε από μια  εσωτερική ζήτηση που στηρίχθηκε στο δανεισμό και την κρατική κατανάλωση μέσα από μεγάλα έργα, κοινοτικά προγράμματα, κρατικές προμήθειες και ελλείμματα.

Πίνακας 2: Αποζημίωση και παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ως % της ευρωζώνης

Έτος

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Ευρωζώνη

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

Αποζημίωση εργαζομένων

41,0

40,0

44,2

46,6

50,0

51,2

52,4

55,0

57,0

57,5

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παραγωγικότητα της εργασίας

ανά ώρα

65,0

67,3

69,3

70,7

71,8

69,7

67,3

68,0

69,3

70,2

Παραγωγικότητα

της εργασίας

ανά εργαζόμενο

83,1

86,8

89,7

91,6

91,9

89,7

89,4

89,0

90,8

89,8

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια έδωσαν τη δυνατότητα στο μεγάλο κεφάλαιο να κερδοσκοπήσει σε βάρος της εργασίας με κάθε δυνατό τρόπο. Είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία του πίνακα 2 που συγκρίνει την παραγωγικότητα και τις αποζημιώσεις της εργασίας στην Ελλάδα ως ποσοστό της ευρωζώνης. Από τον πίνακα συνάγουμε ότι ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα κινήθηκε την δεκαετία του ευρώ λίγο πιο κάτω από το μέσο επίπεδο της ευρωζώνης, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα κινήθηκε σημαντικά πιο κάτω. Με άλλα λόγια για να παράγει ο εργαζόμενος στην Ελλάδα νέα προϊόντα και υπηρεσίες στην Ελλάδα χρειαζόταν να εργαστεί κατά 25% περισσότερο από τον μέσο εργαζόμενο της ευρωζώνης. Κι αυτό οφείλεται στον εξαιρετικά χαμηλό δείκτη παραγωγικού εκσυγχρονισμού και επενδύσεων που επιτρέπει στην εργοδοσία και το κεφάλαιο να καλύπτει τις διαφορές παραγωγικότητας με τον μέσο όρο της ευρωζώνης μέσα από την υπερεργασία του εργαζόμενου. Την ίδια ώρα που οι μέσες αμοιβές των εργαζομένων στην Ελλάδα κινούνται πολύ πιο χαμηλά όλων των δεικτών της παραγωγικότητας, μόλις λίγο πάνω από το 50% του μέσου όρου της ευρωζώνης. Για ποια σύνδεση αμοιβής και παραγωγικότητας μπορεί να γίνει λόγος;

Η κατάσταση αυτή δεν οδήγησε μόνο στην αποσύνθεση της όποιας παραγωγικής βάσης του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και σε μια τεχνητή διόγκωση της εσωτερικής ζήτησης που δεν βασίστηκε σε πραγματική άνοδο της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών στρωμάτων. Χαρακτηριστικός από αυτή την άποψη είναι ο πίνακας 3. Την δεκαετία του ευρώ τα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα γνώρισαν μια πρωτόγνωρη κατάσταση κοινωνικής εξαθλίωσης. Για πρώτη φορά το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο δεν ήταν αρκετό για να καλύψει την αντίστοιχη μέση καταναλωτική δαπάνη ανά κάτοικο. Τι σημαίνει αυτό; Τα λαϊκά νοικοκυριά και οι εργαζόμενοι για πρώτη φορά έφθασαν στο σημείο να μην μπορούν να καλύψουν με τις μέσες αποδοχές τους τις βασικές καταναλωτικές τους δαπάνες. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από το 60 με 70% του πληθυσμού που διαθέτει εισοδήματα μέχρι το μέσο καθαρό διαθέσιμο εθνικό εισόδημα είναι κάτω από το όριο φυσιολογικής επιβίωσης, δηλαδή δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με ίδια μέσα. Επομένως το να μιλά κανείς αυτή την περίοδο μόνο για 20% κάτω από όριο φτώχειας στην Ελλάδα, είναι εντελώς πλασματικό γιατί υπολογίζει μόνο το πόσοι διαθέτουν εισόδημα κάτω από το 50% του μέσου επιπέδου. Όταν ακόμη και με το μέσο εισόδημα δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα, δεν μπορείς να χρηματοδοτήσεις τις βασικές κοινωνικές σου ανάγκες, τότε η έννοια της απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης αλλάζει δραματικά και αποκτά πολύ ευρύτερα χαρακτηριστικά.

Πίνακας 3: Δαπάνη, εισόδημα, δανεισμός και αποταμίευση ανά κάτοικο (σε ευρώ)

Έτος

 

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Τελική δαπάνη κατανάλωσης

Ευρώ

17.400

17.900

18.500

19.000

19.700

20.400

21.100

21.700

21.700

Ελλάδα

12.000

13.000

13.700

14.700

15.700

16.900

18.100

19.300

19.500

Καθαρό διαθέσιμο εθνικό εισόδημα

Ευρώ

20.400

21.000

21.200

22.200

22.800

23.900

25.000

24.600

23.000

Ελλάδα

12.100

12.700

13.700

14.600

15.100

16.100

17.000

17.600

17.100

Καθαρός δανεισμός

Ευρώ

-100

-100

Ελλάδα

-1.400

-1.700

-1.700

-1.500

-1.700

-2.000

-2.700

-3.100

-2.700

Καθαρή αποταμίευση

Ευρώ

1.600

1.500

1.500

1.700

1.600

1.900

2.200

1.800

700

Ελλάδα

0

-300

0

0

-600

-800

-1.200

-1.700

-2.400

Πηγή: Eurostat

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν η έξαρση του ιδιωτικού δανεισμού, όπως άλλωστε φαίνεται και στον πίνακα. Το εισοδηματικό έλλειμμα που δημιούργησαν οι περιοριστικές πολιτικές καλύφθηκε από την προσφυγή στο δανεισμό. Εκτός από αίσθημα πλασματικής ευφορίας που δημιούργησε σε ορισμένα στρώματα, οδήγησε σχεδόν το σύνολο των εργαζομένων σε ένα νέο είδος σύγχρονης δουλοπαροικίας μέσα ένα ιδιότυπο σύστημα πεονίας. Ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα δεν δουλεύει πια για να ζήσει ο ίδιος και η οικογένειά του, αλλά για πληρώνει τα δάνειά του. Μπορεί σ’ αυτές τις συνθήκες να μιλάμε στα σοβαρά για αυξήσεις του μισθού, για καλύτερες δουλειές και για αντιμετώπιση της ανεργίας αν πρώτα και πάνω απ’ όλα δεν γλυτώσει ο εργαζόμενος από αυτό το σύστημα πενίας; Αν δεν απαλλαγεί εδώ και τώρα από τα χρέη του;

Μια ακόμη πολύ βασική συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η πλήρης αδυναμία του λαϊκού νοικοκυριού και του εργαζόμενου να αποταμιεύσει. Και χωρίς ροπή προς καθαρή αποταμίευση από τα λαϊκά στρώματα δεν είναι δυνατόν να υπάρξει επαρκής ροή πόρων για επενδύσεις και ανάπτυξη κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς. Ολόκληρη την δεκαετία του ευρώ η ροπή προς καθαρή αποταμίευση ήταν αρνητική για την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ολόκληρη η εργαζόμενη Ελλάδα έτρωγε όλα αυτά τα χρόνια από τα έτοιμα, από αυτά που είχε βάλει στην άκρη για ώρα ανάγκης, από αυτά που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζαν το μέλλον το δικό της και των παιδιών της. Και τα έτρωγε όχι μόνο για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες της, για τις οποίες το μέσο εισόδημά της δεν επαρκούσε, αλλά όλο και περισσότερο για να πληρώνει τα δανεικά της.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat [9] η Ελλάδα είναι μία από τρεις χώρες με το χαμηλότερο ποσοστό του πληθυσμού της με τραπεζικές καταθέσεις. Το ποσοστό των κατοίκων που διαμένουν σε νοικοκυριά με ιδιόκτητους τραπεζικούς λογαριασμούς ήταν για όλες τις χώρες της Ε.Ε. των 27 πάνω από 80%, με τρεις εξαιρέσεις: την Βουλγαρία (17,1%), την Ρουμανία (24,6%) και την Ελλάδα (29,9%). Ενώ το ποσοστό των νοικοκυριών με ιδιόκτητους τραπεζικούς λογαριασμούς υπερβαίνει το 95% σε 15 από τις 27 χώρες της Ε.Ε.. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα είναι η τρίτη χώρα στην Ε.Ε. σε ποσοστό υπερχρεωμένων νοικοκυριών ειδικά όσον αφορά τις πιστωτικές κάρτες και της καθυστέρησης πληρωμής δόσεων για δάνεια κατοικίας. Με άλλα λόγια η Ελλάδα από άποψη εισοδηματικών δεδομένων βρίσκεται ήδη στο επίπεδο των πιο φτωχών και διαλυμένων οικονομιών της Ε.Ε., ενώ από την άποψη της υπερχρέωσης βρίσκεται στο επίπεδο των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ε.Ε..

Πίνακας 4: Μερίδια κερδών και μισθών στο ΑΕΠ (%)

 

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008

2009

Μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ

ΕΕ-27

37,9

38,1

38,3

38,5

39,0

39,1

39,4

39,6

39,8

38,9

Ευρωζώνη

38,7

39,4

39,4

39,5

40,0

40,0

40,2

40,5

40,5

39,6

Ελλάδα

54,8

55,2

53,4

54,7

55,0

55,0

55,0

54,5

54,0

54,2

Μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ

ΕΕ-27

49,9

50,0

49,9

49,6

49,0

48,8

48,3

48,0

48,5

49,8

Ευρωζώνη

49,4

49,0

49,0

48,9

48,3

48,0

47,6

47,3

48,0

49,3

Ελλάδα

33,2

32,7

35,4

34,8

34,7

34,2

34,5

34,6

36,2

35,1

Βαθμός εκμετάλλευσης (%)

ΕΕ-27

76,0

76,2

76,7

77,6

79,6

80,1

81,6

82,5

82,0

78,1

Ευρωζώνη

78,3

80,4

80,4

80,8

82,8

83,3

84,4

85,6

84,4

80,3

Ελλάδα

165,0

169,0

151,0

157,2

158,5

160,8

159,4

157,5

149,2

154,4

Πηγή: National Accounts, Eurostat

Κάτι που οφείλεται πρώτα και κύρια σε μια εντελώς αντιπαραγωγική, αντικοινωνική και παρασιτική σχέση ανάμεσα στις μισθούς και τα κέρδη στην ελληνική οικονομία. Αυτό φαίνεται και από τα στοιχεία του πίνακα 4. Στην Ελλάδα το ποσοστό των κερδών στο ΑΕΠ της χώρας είναι σημαντικά υψηλότερο τόσο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αλλά και της Ε.Ε. Κατά μέσο όρο την δεκαετία του ευρώ κυμάνθηκε άνω του 50%, ενώ ο μέσος όρος της ευρωζώνης κυμάνθηκε άνω του 38%, ενώ της Ε.Ε. άνω του 37%. Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα για ολόκληρη την δεκαετία του ευρώ είχε ρεκόρ ποσοστού κερδών στο ΑΕΠ σε σύγκριση με όλες τις χώρες της ευρωζώνης και της Ε.Ε..

Αυτό είχε ως συνέπεια την καθήλωση αφενός των αμοιβών, αλλά και την συγκριτική εκτόξευση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων στην Ελλάδα. Έτσι για κάθε 100 ευρώ που πληρώνεται ο εργαζόμενος στην Ελλάδα το κεφάλαιο αποκομίζει κατά μέσο 158 ευρώ σε κέρδη, ενώ στο επίπεδο της Ε.Ε. γύρω στα 79 ευρώ και στην ευρωζώνη 82 ευρώ κατά μέσο όρο σ’ ολόκληρη την δεκαετία. Με άλλα λόγια ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης στην Ελλάδα είναι σχεδόν διπλάσιος από τον μέσο όρο της Ε.Ε. και της ευρωζώνης. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι από τα κέρδη στην Ελλάδα επενδύονται λιγότερα από το 1/3 σε σύγκριση με τον μέσο όρο των επενδυόμενων κερδών στην Ε.Ε. και στην ευρωζώνη.

Αυτός ο τρόπος εξαρτημένης και παρασιτικής ανόδου της οικονομίας μπήκε σε κρίση και έφτασε στο τέλος του με την χρεοκοπία που ζει η χώρα και ο λαός της. Δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο. Οι τράπεζες και οι κεφαλαιαγορές δεν μπορούν να δανείσουν όπως δάνειζαν, ενώ τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να δανειστούν άλλο. Το ίδιο και το κράτος. Τι μπορεί να γίνει; Μπορεί να υπάρξει μια άνοδος της ελληνικής οικονομίας στη βάση που υπήρξε μέχρι σήμερα; Όχι. Οι επιλογές μπροστά στην ελληνική κοινωνία είναι δύο: Ή διαγράφουμε τα χρέη αυτού του τρόπου ανάπτυξης, αντιστρέφουμε την σχέση κερδών-αμοιβών υπέρ των εργαζομένων και αναλαμβάνει το κράτος την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, ή η οικονομία της χώρας τίθεται στην απόλυτη διάθεση των εξωτερικών αγορών χωρίς καμιά δυνατότητα εσωτερικής ανάπτυξης ακόμη και στην βάση που υπήρξε μέχρι σήμερα. Αυτό το δεύτερο είναι το μοντελάκι που ράβει πάνω στη χώρα και στους εργαζόμενους το ΔΝΤ και η ΕΕ.

Η λογική του απλή. Εφόσον δεν μπορούν να υπάρξουν εσωτερικές πηγές συσσώρευσης, μιας και οι αποταμιεύσεις εξανεμίστηκαν, τα εισοδήματα συμπιέζονται και τα δάνεια έφτασαν στο όριό τους, τότε αυτό που μένει είναι η ενίσχυση της «εξωστρέφειας» της ελληνικής οικονομίας. Εφόσον δηλαδή δεν μπορεί να επιβιώσει ολόκληρη η χώρα και η οικονομία της, ας επιβιώσει μόνο εκείνο το κομμάτι που εξυπηρετεί απευθείας τις εξωτερικές αγορές και μπορεί να επιβιώσει μέσα από τις εξαγωγές. Με δεδομένη όμως την ουσιαστική ανυπαρξία παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία, οι εξαγωγές για τις οποίες μιλάνε είναι κατά κύριο λόγο υπηρεσίες μεταφορών και εμπορίου, καθώς και μεταπρατικές δραστηριότητες ορισμένων επιχειρήσεων σε συνδυασμό με ξένους πολυεθνικούς ομίλους.

Την ενίσχυση αυτού του τύπου των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων είχε σαν στόχο το πολυνομοσχέδιο για τα εργασιακά και γενικά οι «διαρθρωτικές αλλαγές» στην εργασία. Μόνο επιχειρήσεις που εξαρτώνται από πολυεθνικές, ή δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό, ωφελούνται από μια τέτοια ρευστοποίηση της εργασία και των αμοιβών της. Όποιες επιχειρήσεις εξαρτώνται από την εσωτερική αγορά είναι σίγουρο ότι τα μέτρα αυτά θα αποτελέσουν την χαριστική βολή γι’ αυτές. Κι αυτό γιατί θα οδηγήσουν τους ήδη αρνητικούς τζίρους στο ναδίρ.

Όμως μια τέτοια ανάπτυξη είναι ζήτημα αν θα μπορέσει να απασχολήσει το 50% του υπάρχοντος κυκλώματος της οικονομίας και με βία το 60% της υπάρχουσας απασχόλησης. Τα υπόλοιπα τι θα γίνουν; Πώς θα επιβιώσει το υπόλοιπο 50% της οικονομίας που αφορά την συντριπτική πλειοψηφία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα; Πως θα επιβιώσει το 40% της απασχόλησης που περισσεύει; Γι’ αυτό και λέμε ότι η ελληνική οικονομία ως τέτοια δεν έχει ούτε παρών, ούτε μέλλον. Μόνο θύλακες απόλυτα εξαρτημένοι από την ζήτηση στο εξωτερικό έχουν κάποια προοπτική μέσα σε μια κατάσταση γενικευμένης χρεοκοπίας επ’ αόριστον.

Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε μια συστηματική αποσύνθεση των σχέσεων στην οικογένεια και την κοινωνία, καταρρακώνει την προσωπικότητα, τα δικαιώματα και τις ανάγκες του ατόμου. Ταυτόχρονα, το καθεστώς φτηνής «ευλύγιστης» εργασίας, το οποίο βασίζεται στην εντατική υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης μέσα από τη διαρκή συμπίεση του «εργατικού κόστους», την εντατικοποίηση της εργασίας και την επιμήκυνση του εργάσιμου χρόνου, ιδίως στις θέσεις εργασίας όπου απαιτείται υψηλή εξειδίκευση, αποτελεί βασικό αντικίνητρό για την πραγματική άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, την είσοδο της καινοτομίας, της επιστήμης και της τεχνολογίας στην παραγωγή, καθώς και την βελτίωση της οργάνωσης, ώστε να πάψει ο βαθμός αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας να παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός. Αυτή η υπερεκμετάλλευση του εργαζόμενου αποτελεί την κύρια αιτία που ο βαθμός αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη και διεθνώς και κινείται μόλις στο 70%. Όσο το κεφάλαιο βρίσκει φτηνή και βολική τη μετατροπή του εργαζόμενου σε «λάστιχο», τόσο πιο δαπανηρή και ασύμφορη του φαντάζει η αναγκαία βελτίωση της τεχνικής και οργανωτικής υποδομής της παραγωγής.

Κατά συνέπεια σήμερα ειδικά δεν μπορεί να μιλά κανείς για αντιμετώπιση της ανεργίας, για σταμάτημα των απολύσεων, για σημαντική αύξηση των μισθών, χωρίς να απαντά πολύ συγκεκριμένα στο αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας. Τι είδους κοινωνία και οικονομία θέλουμε; Όποιος δεν απαντά άμεσα και συγκεκριμένα σ’ αυτό το ερώτημα βάζει ουσιαστικά πλάτες στις πολιτικές που κατά άλλα φαίνεται να καταδικάζει.

 

Υπόθεση των εργαζομένων

 

Επομένως, η άμεση και πρακτική ανάγκη για κλιμάκωση του αγώνα πρέπει να γίνει υπόθεση της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων. Αυτός πρέπει να είναι ο άμεσος στόχος και το κεντρικό καθήκον για μια συνδικαλιστική πρωτοβουλία που επιδιώκει στ’ αλήθεια να διαδραματίσει θετικό ρόλο στην προσπάθεια συντονισμού των συνδικαλιστικών δυνάμεων και των σωματείων. Πώς μπορεί να γίνει αυτό;

1. Η πάλη της εργατική τάξης και των συνδικάτων δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη ανατροπή του μνημονίου και των κυβερνητικών πολιτικών. Η καρδιά του προβλήματος δεν βρίσκεται στα επιμέρους μέτρα και τις πολιτικές που εξαγγέλλονται και θα εξαγγέλλονται διαρκώς, αλλά σ’ αυτό καθαυτό το καθεστώς πτώχευσης που επιβάλλεται στη χώρα μας από την ΕΕ, το ΔΝΤ και τις διεθνείς αγορές. Πρέπει να ενδιαφέρει το εργατικό κίνημα η αποικιοκρατική κηδεμονία της χώρας ή του αρκεί απλώς να αντιτίθεται στις πολιτικές που εκπορεύονται από αυτήν; Η απάντηση σ’ αυτό το δίλημμα διαχωρίζει σήμερα καθαρά τις αυθεντικά ταξικές δυνάμεις του εργατικού κινήματος από όλες εκείνες που αυτοϊκανοποιούνται με το να μιλούν στο όνομά του. Εκτός κι αν θεωρεί κανείς στα σοβαρά ότι η χώρα είτε αποικία είτε όχι είναι το ίδιο και το αυτό. Μόνο που η εργατική τάξη δεν υπήρξε ποτέ τόσο κοντόφθαλμη ώστε να μην ενδιαφέρεται για τη χώρα της. Κι αυτό γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι η ίδια η ύπαρξή της δεν έχει νόημα ούτε αντίκρισμα σε μια χώρα που τίθεται υπό καθεστώς κατοχής και σε διαδικασία ξεπουλήματος. Συνεπώς τα αιτήματα του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος σήμερα πρέπει να ξεκινούν με την ανάγκη να σταματήσει άμεσα και να αποτραπεί κάθε απόπειρα, κάθε επιχείρηση επιβολής καθεστώτος επίσημης πτώχευσης και κηδεμονίας από την ΕΕ και το ΔΝΤ.

2. Τι σημαίνει «ανυπακοή» απέναντι στις επιταγές της ΟΝΕ, της ΕΕ, του ΔΝΤ; Τι ακριβώς ζητά από τον εργάτη, από τον εργαζόμενο να κάνει η «ανυπακοή»; Τι ακριβώς πρέπει να παλέψει; Στην πράξη το κάλεσμα σε «ανυπακοή» είναι ένα καθαρά δημαγωγικό σύνθημα, το οποίο θεωρεί ως δεδομένο το καθεστώς που επιβάλλουν η ΟΝΕ, η ΕΕ και το ΔΝΤ, ενώ αρκείται απλώς να αντιπαρατίθεται στις εκάστοτε εντολές τους. Ταυτόχρονα δημιουργεί αυταπάτες στις μάζες, διότι αρνείται να δει ότι πίσω από τις διάφορες εντολές και τις ντιρεκτίβες υφίσταται ένα αδυσώπητο καθεστώς επικυριαρχίας, που θεμελιώνεται στις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις της χώρας με την ΟΝΕ, την ΕΕ και το ΔΝΤ. Με αυτόν τον τρόπο οδηγείται στην απολογητική αυτών των μηχανισμών του ιμπεριαλισμού, μιας και αντιλαμβάνεται το όλο πρόβλημα μόνο στο επίπεδο των εντολών και των ντιρεκτίβων και όχι σ’ αυτό καθαυτό το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που επιβάλλουν στη χώρα και στον λαό της. Πολύ περισσότερο σήμερα που η υποταγή στο ευρώ, στην ΕΕ και στο ΔΝΤ αποδεικνύεται καταστροφική για τη χώρα και τους εργαζόμενους. Αντί λοιπόν για «ανυπακοή» οι εργαζόμενοι και το εργατικό κίνημα πρέπει να θέσουν ως άμεσο στόχο την απαλλαγή από το ευρώ και την ΟΝΕ στην προοπτική της αποδέσμευσης από την ΕΕ, όχι για να συρθεί η χώρα στο ΔΝΤ, αλλά για να αποτραπεί η πτώχευση και το ξεπούλημά της.

3. Η προσπάθεια για την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων εδώ και τώρα με κάθε μορφή αγωνιστικής δράσης, τόσο σε επίπεδο πρωτοβάθμιων σωματείων όσο και δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων συνδικάτων, είναι απαραίτητη. Ωστόσο βασικό μέλημα αυτής της κλιμάκωσης πρέπει να είναι η εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής συμμετοχής και κινητοποίησης των εργαζομένων. Δίχως την αυξημένη συμμετοχή οι κινητοποιήσεις και οι απεργίες δεν συντελούν στην κλιμάκωση αλλά στην αποκλιμάκωση των αγώνων και στην αποθάρρυνση των πιο πλατιών μαζών. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να βρίσκονται κάθε φορά οι πιο κατάλληλες μορφές πάλης που επιτρέπουν σε όλους, αν αυτό είναι δυνατό, τους εργαζομένους την ενεργό συμμετοχή τους στην κλιμάκωση του αγώνα. Δεν υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο «επαναστατικές» μορφές πάλης. Δεν υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο «ριζοσπαστικές» δράσεις. Ο ριζοσπαστισμός κάθε μορφής κινητοποίησης εξαρτάται πρώτα και κύρια από το μέγεθος και τον παλμό της συμμετοχής των πιο πλατιών μαζών.

4. Ο αγώνας που βρίσκεται μπροστά στην εργατική τάξη και το κίνημά της είναι πολύ δύσκολος και απαιτητικός. Από την προσπάθεια για κοινή δράση όλων των εργαζομένων κανείς δεν περισσεύει. Η μαζική απεργιακή κινητοποίηση όλων των εργαζομένων δεν μπορεί να γίνει χωρίς ή πολύ περισσότερο ενάντια στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Πρέπει να εξαντλήσουμε κάθε δυνατότητα για να συνεχίσει η ηγεσία της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ να βρίσκεται στους δρόμους. Δεν πρέπει να διευκολύνουμε την προσπάθεια της άρχουσας τάξης να οικοδομήσει το δικό της ενιαίο μέτωπο κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να υποστείλουμε έστω και στο ελάχιστο την κριτική μας προς αυτές τις ηγεσίες ή να την κάνουμε πιο ήπια.  Όμως, το να σνομπάρει κανείς τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ αλλά και γενικότερα τα τριτοβάθμια σωματεία ή να τα ανταγωνίζεται στο όνομα της καταλυτικής κριτικής που πρέπει να ασκεί στις ηγεσίες τους οδηγούν αναγκαστικά στην υπονόμευση της κλιμάκωσης των αγώνων. Η ιστορία δείχνει ότι η οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης μπορεί να ξεκινά από τα πρωτοβάθμια σωματεία, αλλά δεν μπορεί να κλιμακωθεί παρά μόνο με τη συμμετοχή της πανεθνικής οργάνωσης της τάξης μέσα από τα τριτοβάθμια συνδικάτα. Μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί η συμμετοχή και η κοινή πάλη όλων των εργαζομένων. Κλιμάκωση των αγώνων χωρίς την ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ δεν μπορεί να υπάρξει, τουλάχιστον όσον αφορά στο σύνολο της εργατικής τάξης. Διαφορετικά η όποια συνδικαλιστική πρωτοβουλία θα καταλήξει να είναι ένα ακόμη ΠΑΜΕ, που συμβάλλει όχι στην κλιμάκωση αλλά στην αποκλιμάκωση, στη διάσπαση και τον κατακερματισμό των δυνάμεων της εργατικής τάξης.

5. Η ανάγκη κινητοποίησης των ευρύτερων δυνατών μαζών και περιφρούρησης του αγώνα έτσι ώστε να γίνει υπόθεση όλων των εργαζομένων επιβάλλει να απαιτήσουμε την άμεση αποβολή των κομματικών μπλοκ από τα συνδικάτα. Τα κόμματα και οι διάφορες πολιτικές συνιστώσες έχουν κάθε δικαίωμα να οργανώνουν τις δικές τους πορείες και κινητοποιήσεις. Όμως δεν έχουν κανένα δικαίωμα να διασπούν με τα δικά τους μπλοκ τις κινητοποιήσεις και τις πορείες των συνδικάτων. Αυτή η μόδα που καθιερώθηκε στη δεκαετία του ’90 και ενθαρρύνθηκε από την ίδια την ηγεσία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, προκειμένου να ανταγωνιστεί τις κομματικές συναθροίσεις του ΠΑΜΕ, πρέπει επιτέλους να εκλείψει. Οι δυνάμεις των κομμάτων πρέπει να συμμετέχουν στα συνδικάτα με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχουν όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι. Όσο διαρκεί αυτή η τραγωδία, στην οποία οι διάφορες πολιτικές και κομματικές παρατάξεις ανταγωνίζονται με τα μπλοκ τους για να κερδίσουν τις εντυπώσεις μέσα στις κινητοποιήσεις των συνδικάτων, τόσο μεγαλύτερη αποστροφή θα γεννούν στις πλατύτερες μάζες των εργαζομένων.

6. Σε μια περίοδο όπου κυριαρχούν οι αναίτιες απολύσεις και οι διαρκείς διώξεις εργαζομένων και συνδικαλιστών, αυτό που κύρια θα κρίνει τις σχέσεις εμπιστοσύνης μιας συνδικαλιστικής πρωτοβουλίας, ενός συνδικάτου με τις μάζες των εργαζομένων είναι οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης μ’ εκείνους που κάθε φορά την έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Ο αδικημένος εργαζόμενος, ο απολυμένος, ο διωκόμενος μπορεί και πρέπει να βρει στήριγμα σ’ ένα ενιαίο μέτωπο δράσης και αλληλεγγύης, ανεξάρτητα από το ποιος είναι αυτός ή σε τι πιστεύει. Ανεξάρτητα, δηλαδή, από το αν είναι «δικός μας» ή όχι. Το πώς στέκεται κανείς απέναντι σ’ αυτά τα «μικρά» καθημερινά προβλήματα των εργαζόμενων κρίνει τις σχέσεις εμπιστοσύνης και εγκαρδιότητας που οικοδομεί στην πράξη μια συνδικαλιστική πρωτοβουλία, ένα συνδικάτο. Διαφορετικά, ο συνδικαλιστής που αδιαφορεί ή κινητοποιείται μόνο για τους «δικούς του» ή τον απασχολούν μόνο τα «μεγάλα» ζητήματα της πολιτικής δεν διαφέρει σε τίποτε από έναν γραφειοκράτη εργατοπατέρα. Κι ας τονίζει όσο θέλει την ταξική του αναφορά.

 

Παραπομπές

 

[1]  William Petty, Political Economy of Ireland, London, 1672, σ. 64.

[2]  Turgot, Anne Robert Jacques, Baron De L’ Aulne, Reflections on the Formation and the Distribution of Riches (1770), 1898, σ. 8.

[3]  Κάρλ Μάρξ, Το Κεφάλαιο, τομ. πρώτος (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1978), σελ. 189

[4]  W. Petty, ο.π.

[5]  M. Beer, A History of British Socialism, vol. I, (London: G. Bell & Sons, 1929), p. 342.

[6]  Joseph Townsend, A Dissertation on the Poor Laws by a well-wisher to Mankind, 1786, σ. 35.

[7]  Oswald Spengler, The Decline of the West, vol. two, p. 401.

[8] IMF Survey Magazine,17/12

[9] Eurostat, Over-indebtedness of European households in 2008, issue 61/2010.

 

 

ΠΗΓΗ (Μέρος Α΄): 7 Ιανουαρίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/19065

ΠΗΓΗ (Μέρος Β΄):10 Ιανουαρίου 2011, http://www.inprecor.gr/index.php/archives/19067

Ολοταχώς πίσω στο 1893

Ολοταχώς πίσω στο 1893

 

Του Δημήτρη Καζάκη


 

Οι αγορές αντιμετωπίζουν ήδη την Ελλάδα ως επισήμως πτωχευμένη χώρα. Τα ασφάλιστρα κινδύνου για τα ελληνικά ομόλογα ήδη βρίσκονται στην κατηγορία των πτωχευμένων χωρών. Το ύψος τους κάνει απαγορευτική στον οποιονδήποτε την αγορά ελληνικών ομολόγων. Τα επιτόκια απόδοσης των ομολόγων στη δευτερογενή αγορά έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Ιδίως αυτό του τριετούς ομολόγου κοντεύει να πιάσει το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας εικοσαετίας.

Τα επενδυτικά κεφάλαια και οι τράπεζες που κατέχουν τον κύριο όγκο του δημόσιου χρέους της χώρας ετοιμάζονται για την επικείμενη αναδιάρθρωση. Και το κάνουν με το να εξασφαλίσουν την πλήρη απομόνωση της χώρας από οποιαδήποτε πρόσβαση στις αγορές. Με τον τρόπο αυτό το σχέδιο αναδιάρθρωσης όταν δημοσιοποιηθεί θα εμφανιστεί ως η μοναδική λύση, ως η μόνη διέξοδος από το αδιέξοδο.

Ταυτόχρονα οι παράγοντες της αγοράς φροντίζουν να αυξήσουν τις πιέσεις τους στο μέγιστο ώστε να αποκομίσουν τα περισσότερα δυνατά οφέλη από την αναδιάρθρωση του χρέους. Το ερώτημα που απομένει να απαντηθεί είναι το πότε ακριβώς θα δημοσιοποιηθεί επίσημα, ποιες θα είναι οι λεπτομέρειες του σχεδίου και ποιος θα είναι ο επίσημος ανάδοχος του.

Ήδη το ΔΝΤ έχει εκφράσει επισήμως την υποψηφιότητα του για ανάδοχος της επίσημης πτώχευσης της χώρας μέσα από την ανακοίνωση της πρόθεσης του να μεταβάλει το καθεστώς κηδεμονίας της χώρας. Αν αυτό θα γίνει με νέο δάνειο εκ μέρους του ή με κεφαλαιοποίηση του υπολοίπου των 30 δισ. που έχει υποσχεθεί στα πλαίσια της δανειακής σύμβασης, δεν το γνωρίζουμε. Το σίγουρο είναι ότι το καθεστώς αυτό που έχει ανακοινώσει το ΔΝΤ είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο που επέβαλε στην Αργεντινή. Η κυβέρνηση, όλο αυτό το διάστημα, ενδιαφέρθηκε μόνο για ένα πράγμα: πώς να αποκλείσει το «κούρεμα» από την αναδιάρθρωση. Δηλαδή πώς να μην μειωθεί έστω και στο ελάχιστο η ονομαστική αξία των κρατικών ομολόγων που θα αναδιαρθρωθούν. Κι αυτό επειδή η κυβέρνηση δεν θέλει κανένας από τους ξένους και εγχώριους τραπεζίτες, από τα επενδυτικά κεφάλαια και τις πολιτικές οικογένειες που έχουν επενδύσει σε ομόλογα ελληνικού χρέους να χάσει έστω κι ένα ευρώ.

 

Μόνο με χρέος σιο 10%!


Σ' αυτό το σημείο θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι η αναδιάρθρωση κάτω από οποιουσδήποτε όρους δεν αποτελεί λύση για το ελληνικό δημόσιο χρέος. Έχουμε αποδείξει επανειλημμένα με στοιχεία ότι και η πιο ευνοϊκή αναδιάρθρωση με κούρεμα ακόμη και 60% του χρέους δεν επαρκεί για να γλιτώσει η χώρα από τον βραχνά της υπερχρέωσης. Αυτό που θα κάνει είναι να μεταθέσει για κάποια χρόνια την αναπόφευκτη χρεοκοπία.

Για να γλιτώσει η χώρα από τον φαύλο κύκλο του δανεισμού πρέπει το χρέος να μειωθεί σε επίπεδο τέτοιο που να μην χρειάζεται το κράτος να δανείζεται για να το εξυπηρετήσει. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια μείωση του υπάρχοντος δημόσιου χρέους που θα κινείται γύρω στο 10% του ετήσιου ΑΕΠ. Φυσικά κι αυτό δεν θα είναι αρκετό αν δεν αλλάξει άρδην ολόκληρη η δημοσιονομική και αναπτυξιακή πολιτική του κράτους.

Ωστόσο η κυβέρνηση δεν θέλησε να ακούσει ούτε καν για ένα ελάχιστο «κούρεμα» του χρέους. Την αναδιάρθρωση με «κούρεμα» την εμφάνιζε ως συνώνυμο της καταστροφής, ενώ χειροκράτησε από την πρώτη στιγμή την επιμήκυνση. Κι αυτό παρότι η επιμήκυνση είναι η χειρότερη, η επαχθέστερη μορφή αναδιάρθρωσης του χρέους, διότι από αυτήν ο οφειλέτης δεν επωφελείται ούτε στο ελάχιστο. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά η κυβέρνηση. Για να κατανοήσει κανείς γιατί το κάνει δεν έχει παρά να πάρει τις δηλώσεις «πόθεν έσχες» των πρωτοκλασάτων των δυο μεγάλων κομμάτων για να διαπιστώσει τις επενδύσεις τους σε κρατικά ομόλογα.

Και μιλάμε για το τι φανερά δηλώνουν, χωρίς να υπολογίζουμε τι επενδύσεις σε ομόλογα κρύβονται πίσω από χιλιάδες παράκτιες εταιρείες (offshore) ελληνικών συμφερόντων, οι οποίες έχουν μόνο μία χρησιμότητα: την απόκρυψη της επωνυμίας των κατόχων κινητού και ακίνητου πλούτου. Γι' αυτό, κάθε φορά που ακούγεται η πρόταση να απαγορευτούν οι offshore στην Ελλάδα, αποκαλύπτοντας ποιοι είναι πίσω τους, πολιτικοί, κόμματα και επιχειρηματίες παθαίνουν συγκοπή.

 

Κέρδιζαν διαλύοντας τη χώρα


Η ιστορία επαναλαμβάνεται ακόμη μια φορά. Όταν η Ελλάδα οδηγήθηκε στην πτώχευση του 1893, το Παλάτι της εποχής και οι μεγάλοι εν Ελλάδι χρηματιστές δεν επέτρεψαν ούτε καν μια έντιμη διαπραγμάτευση με τους ξένους ομολογιούχους του ελληνικού χρέους. Ήταν προτιμότερη γι' αυτούς η διάλυση της χώρας προκειμένου να κερδίσουν όσα περισσότερα μπορούσαν με βάση τα πακέτα ελληνικών χρεογράφων που κατείχαν, παρά μια έντιμη λύση προς όφελος της χώρας. Έτσι συνωμότησαν μαζί με τους πρεσβευτές και τους χρηματιστές των μεγάλων δυνάμεων της εποχής (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία) και έστησαν τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

 

Πόλεμος «οπερέτα»


Ο πόλεμος αυτός των 30 ημερών του 1897 ανάμεσα στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια «οπερέτα», όπως τον χαρακτήρισε εύστοχα ο Γερμανός στρατηγός φον ντερ Γκολτς, ο οποίος εκείνη την εποχή είχε αναλάβει την αναδιοργάνωση του στρατού του Σουλτάνου. Επρόκειτο για μια πρωτοφανή πανωλεθρία του ελληνικού στρατού, οργανωμένη από το παλάτι, την εθνικοφροσύνη της εποχής και τις «προστάτιδες» μεγάλες δυνάμεις.

Ο τότε δημοκράτης βουλευτής Γεώργιος Φιλάρετος εκτιμούσε ότι η περιπέτεια του 1897 ήταν ένας «εικονικός ψευδοπόλεμος, την εκτέλεσιν του οποίου η διπλωματία ενεπιστεύθη εις το στέμμα», ενώ ο καθηγητής Ανδρέας Ανδρεάδης είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «η πραγματική αιτία του ελληνοτουρκικού πολέμου ήταν το ελληνικό δημόσιο χρέος».

Την περίοδο από το 1879 έως το 1893 η Ελλάδα χρεώθηκε σε ξένους επενδυτικούς οίκους το ποσό των 630 εκατ. φράγκων, από τα οποία εισέπραξε στην πραγματικότητα μόνο τα 458 εκατ. Κι αυτό επειδή τα δάνεια αυτά συνήφθησαν με την «υπό το άρτιον» μέθοδο, πράγμα που σημαίνει ότι, αν οι ομολογίες ενός δανείου συμφωνηθούν με τιμή έκδοσης π.χ. 80% «υπό το άρτιον», ο δανειζόμενος θα εισπράξει 80, αλλά θα χρωστά 100, ενώ το ονομαστικό επιτόκιο επιβάλλεται στο σύνολο του ποσού κι όχι σ' αυτό που εισπράττεται.

Η τοκογλυφική αυτή μέθοδος συνδυάστηκε με το ότι από τα εισπραχθέντα μόλις τα 120 εκατ. χρησιμοποιήθηκαν για οικονομικούς σκοπούς, κυρίως επενδύσεις σε υποδομές (σιδηρόδρομοι, δρόμοι, λιμάνια κ.ο.κ.), ενώ τα υπόλοιπα δαπανήθηκαν για τις «μαύρες τρύπες» του προϋπολογισμού, τις υπέρογκες παροχές προς τη βασιλική οικογένεια και τις προμήθειες πολεμικοί υλικού.

Η κρίση που έπληξε τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες από το 1873 έως το 1896, που χαρακτηρίστηκε από μια τρομακτική υπερσυσσώρευση κυρίως χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, έσπρωξε τους διεθνείς επενδυτικούς κύκλους σε αναζήτηση νέων αγορών για να αποκομίσουν μεγαλύτερα κέρδη. Πράγμα που οδήγησε σε μια πραγματική έκρηξη κερδοσκοπικών τοποθετήσεων, όπως ήταν τα δάνεια προς το ελληνικό κράτος.

 

Σπείρα «ευεργετών»


Ταυτόχρονα οι χρηματιστές του «παροικιακού ελληνισμού» αντιμετώπιζαν την εποχή αυτή όλο και μεγαλύτερα προβλήματα. Ο αυξημένος ανταγωνισμός από το κεφάλαιο των ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων και οι πιο αποτελεσματικές μέθοδοι διείσδυσης του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έσπρωξε πολλούς μεγάλους «ομογενείς» επιχειρηματίες να αναζητήσουν νέες ευκαιρίες στη «μητέρα πατρίδα».

Πρόκειται για την εποχή των χρυσοκάνθαρων και των χαβιαρόχανων, όπως πολιτογράφησε η λαϊκή σάτιρα τους «ομογενείς» επιχειρηματίες που ήρθαν στη χώρα ως «σπείρα μεγαροκαστών», έγραφε χαρακτηριστικά ο Εμμανουήλ Ροΐδης, οι οποίοι «ως νέοι Ηρακλειδείς, επέδραμον εις την Αθήνα του Χαβιαροχάνου» (σ.σ.: πρόκειται για την αγορά της Κωνσταντινούπολης όπου γίνονταν συναλλαγές κυρίως «του ποδαριού»), ώστε να επιδοθούν σε μια άνευ προηγουμένου κερδοσκοπία με χρηματιστικά παιχνίδια, αγοραπωλησίες γης, σιδηρόδρόμους, ακτοπλοϊκές γραμμές, κρατικές προμήθειες, τραπεζικά δάνεια και χορηγήσεις κ.ο.κ.

«Η χρηματιστική κυβεία», έγραφε το περιοδικό «Μη Χάνεσαι» τον Αύγουστο του 1883, «ης ένεκα κατεστράφησαν οικονομικώς πάμπολλοι οικογενειάρχαι, εμυσταγωγήθη προς τους εν Αθήναις υπό των πλουσίων ομογενών… Εάν οι πλούσιοι κεφαλαιούχοι ανέλαβον την συγκρότησιν τραπεζών και ατμοπλοϊκών εταιρειών και την στρώσιν σιδηροδρόμων, έπραξαν τούτο ουχί βεβαίως χάριν της Ελλάδος αλλά χάριν του ιδίου βαλαντίου εάν εδάνεισαν χρήματα εις την ελληνικήν κυβέρνησην, έλαβον εις αντάλλαγμα τόσας προμηθείας και τόσας άλλας μεσητικάς επιχορηγήσεις, ώστε το ελληνικόν ταμείον εσυλήθη μάλλον ή ωφελήθη εκ των κερδοφόρων τούτων χρηματισμών».

 

Η Προδοσία


Στις 28 Μαρτίου 1897 ένοπλοι της "Εθνικής Εταιρείας", γύρω στους 2.000, μαζί με μια μικρή δύναμη Ιταλών εθελοντών υπό τον Κυπριάνι, εξοπλισμένοι από τον ελληνικό στρατό με εντολή του παλατιού, εισέβαλαν στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία. Ωστόσο, έπειτα από κάποιες αψιμαχίες με τις μεθοριακές φρουρές των Οθωμανών, οι «σταυραετοί» της εθνικοφροσύνης σκόρπισαν και πανικόβλητοι υποχώρησαν στο ελληνικό έδαφος.

Στις 4 και 5 Απριλίου ξεσπούν αψιμαχίες στην ελληνοτουρκική μεθόριο ανάμεσα στον ελληνικό τακτικό στρατό και τις συγκεντρωμένες τουρκικές δυνάμεις υπό την αρχιστρατηγία του Ετέμ Πασά. Στις 6 Απριλίου αρχίζουν κανονικές εχθροπραξίες στο δυτικό τμήμα των ελληνοτουρκικών συνόρων. Από τότε και μέχρι την επίσημη ανακωχή ο ελληνικός στρατός διακρίνεται για την ταχύτητα της οπισθοχώρησης και αυτοδιάλυσης. Ο τουρκικός στρατός κράτησε τα ελληνικά εδάφη στα βόρεια και ανατολικά της γραμμής ανακωχής μέχρι τις 22 Νοεμβρίου 1897, οπότε υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη η συνθήκη ειρήνης, που διαπραγματεύθηκαν οι μεγάλες δυνάμεις με τον Σουλτάνο ερήμην της Ελλάδας.

Σύμφωνα με τους εδαφικούς όρους αυτής της συνθήκης γίνονταν στη θεσσαλική μεθόριο συνοριακές βελτιώσεις υπέρ της Τουρκίας και της παραχωρήθηκε ο έλεγχος σχεδόν όλων των διόδων στρατηγικής σημασίας. Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει σημαντική πολεμική αποζημίωση στον Σουλτάνο και να αποδεχθεί την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.

 

Προετοίμασαν το 1932


Ο όρος αυτός, που προκαλούσε το λαϊκό αίσθημα, άλλαξε σε ένα χρόνο σε Διεθνή Οικονομική Επιτροπή, που αποτελούνταν από έξι αντιπροσώπους των μεγάλων δυνάμεων και λειτουργούσε παρά τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών για τον άμεσο έλεγχο της είσπραξης των υπεγγύων προσόδων που είχαν παραχωρηθεί για την αποπληρωμή των ξένων δανειστών του ελληνικού κράτους.

Υπό τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο προετοιμάστηκε η επόμενη χρεοκοπία της χώρας το 1932. Ωστόσο η σύμβαση επιβολής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου δεν συγκρίνεται με τη δανειακή σύμβαση που υπέγραψε η τωρινή κυβέρνηση. Ποτέ άλλοτε η εθελοδουλεία δεν έφτασε σε τέτοιο απόγειο, με την κυβέρνηση να αποποιείται «άνευ όρων και αμετάκλητα» την εθνική κυριαρχία. Όσο παραμένουν οι ίδιες δυνάμεις στη διακυβέρνηση της χώρας, όσο αναγνωρίζουμε το τοκογλυφικό χρέος που μας έχουν κληροδοτήσει και διατηρούμε τα δεσμά που έχουν επιβάλει η Ε.Ε. και το ΔΝΤ, η ιστορία διαρκώς θα επαναλαμβάνεται με χειρότερους και πιο ταπεινωτικούς όρους για τον λαό και τον τόπο.

 

Οι παλατιανοί "χρυσοκάνθαροι" έφεραν τον Διεθνή Έλεγχο

 


Ωστόσο η πιο επικερδής δραστηριότητα για τους χρυσοκάνθαρους ήταν η «διαμεσολάβηση» ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και τους ξένους χρηματιστικούς οίκους, καθώς και η «διαχείριση» των ελληνικών ομολογιακών δανείων στην εσωτερική και διεθνή αγορά. Έτσι η υπερδιόγκωση του δημόσιου χρέους της χώρας αποτέλεσε την πιο κερδοφόρα επιχείρηση για το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο και τους ντόπιους «διαμεσολαβητές» του.

Στην όλη επιχείρηση παρείχαν ολόπλευρη στήριξη οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου, οι οποίες έσπευσαν να τη βαφτίσουν για λόγους λαϊκής κατανάλωσης «ανορθωτικό πρόγραμμα» της χώρας. Στην πραγματικότητα ακόμη και οι υποδομές που κατασκευάστηκαν αυτή την περίοδο έγιναν με στόχο την κερδοσκοπία, αλλά και σύμφωνα με τις γεωστρατηγικές βλέψεις των μεγάλων δυνάμεων.

Η ίδια η χρεοκοπία της χώρας δεν ήταν παρά ένα ακόμη μεγάλο χρηματιστικό παιχνίδι για τους κερδοσκόπους, με πρώτο και καλύτερο το παλάτι, το οποίο κατείχε μεγάλο μέρος των ελληνικών ομολογιών. Αυτοί οι κύκλοι, που κερδοσκόπησαν ασύστολα, άρχισαν κατόπιν να δηλώνουν ανοιχτά ότι η «Ελλάς δεν ημπορεί να υπάγη εμπρός και ότι απαιτείται, τουλάχιστον επί μίαν δεκαετίαν, ξενική κυριαρχία». Όμως, για να επιβληθεί αυτή η «ξενική κυριαρχία» προς όφελος των κερδοσκόπων, δίχως ο ελληνικός λαός να εξεγερθεί ενάντια στις «προστάτιδες» μεγάλες δυνάμεις και το παλάτι, χρειαζόταν να εμπλακεί σε μια ατιμωτική πολεμική περιπέτεια.

 

Οι Ολυμπιακοί της χρεοκοπίας


Για την προπαρασκευή του εδάφους στήθηκε μια ολόκληρη επιχείρηση εθνικοπατριωτικού «ντοπαρίσματος» του λαού. Σ' αυτήν πρωτοστάτησε το παλάτι και ο ίδιος ο βασιλιάς Γεώργιος Α', που δεν έχανε ευκαιρία για υπερφίαλες πολεμοχαρείς εκδηλώσεις, ώστε να εμφανιστεί ως προσωποποίηση του «έθνους» και μέγας στρατηλάτης του «ελληνισμού».

Στο πλαίσιο αυτής της επιχείρησης το παλάτι φρόντισε να αναλάβει η χρεοκοπημένη Ελλάδα και τη διοργάνωση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων (1896), την οποία είχε αρνηθεί η κυβέρνηση Τρικούπη λόγω της άθλιας δημοσιονομικής κατάστασης, με σκοπό να αναδειχθεί το «πανάρχαιο μεγαλείο» των Ελλήνων και να θαμπωθεί ο «λαουτζίκος» από τις επιβλητικές φιέστες και τη φανταχτερή παρέλαση της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας που κατέφθασε μαζικά στην Αθήνα για να προωθήσει κυρίως τα συμφέροντα των δικών της κερδοσκοπικών κύκλων.

Το 1894 μια ομάδα κατώτερων αξιωματικών συνέστησε μια συνωμοτική οργάνωση με την επωνυμία «Εθνική Εταιρεία» και σκοπό «την αναζωπύρωση/του εθνικού φρονήματος, την επαγρυπνησιν επί των συμφερόντων των δούλων Ελλήνων και την παρασκευήν της απελευθερώσεως αυτών δια πάσης θυσίας». Στην πραγματικότητα, όπως συνέβη πάντα με τις εθνικόφρονες οργανώσεις στην Ελλάδα, ο εθνικοφρονισμός της «εταιρείας» πρακτόρευε συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων, ιδιοτελείς επιδιώξεις κύκλων της εξουσίας και προσωπικές φιλοδοξίες των ηγετών της.

Η βρετανική και γερμανική πολιτική είχε εντεταλμένους πράκτορες στην ηγεσία της οργάνωσης, η οποία είχε στενές σχέσεις και με τα ανάκτορα, τόσο με τον βασιλιά Γεώργιο, ο οποίος ήταν όργανο της Βρετανίας, όσο και με τον διάδοχο Κωνσταντίνο, στον οποίο πόνταρε πολλά ο πεθερός του Γερμανός κάιζερ.

 

Πρόσχημα πολέμου η λαϊκή οργή

 

Η «Εθνική Εταιρεία» λειτούργησε ως τυπική παραστρατιωτική και παρακρατική οργάνωση με την πλήρη ανοχή και στήριξη του κράτους, η οποία είχε σκοπό την έξαψη ενός δόλιου και δοτού «εθνικού φρονήματος» για τους «αλύτρωτους αδελφούς» στη Μακεδονία, με στόχο όχι την οθωμανική τυραννία, αλλά τον «σλαβικό κίνδυνο». Οι ελεγχόμενες από τα ανάκτορα και χρηματιζόμενες από ξένες πρεσβείες εφημερίδες της εποχής φρόντισαν να μετατρέψουν την εθνικόφρονα δράση της «Εθνικής Εταιρείας» σε δημοφιλές λαϊκό ανάγνωσμα.

Όταν το 1896 ξέσπασε μια νέα εξέγερση του κρητικού λαού, μετά τη γενικευμένη σφαγή από τους Οθωμανούς της χριστιανικής συνοικίας των Χανίων; την οποία ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας λόρδος Κόρζον χαρακτήρισε ως «προβοκάτσια των χριστιανών εναντίον των Οθωμανών», το παλάτι μαζί με τους ντόπιους και ξένους εθνοκάπηλους άδραξαν την ευκαιρία να αξιοποιήσουν τη λαϊκή οργή και αγανάκτηση για να οδηγήσουν τη χώρα στον πόλεμο με αλυτρωτικά προσχήματα.

 

ΠΗΓΗ: Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011, http://seisaxthia.blogspot.com/2011/01/1893.html

Κατοχή; Όχι ακριβώς…

Κατοχή; Όχι ακριβώς…

 

Του Ευτύχη Μπιτσάκη


 

Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος! Γιατί όχι; Αλλά το 2011 θα ολοκληρωθεί η καταστροφή. Κατά τον καθηγητή Γ. Κασιμάτη, και άλλους έγκυρους συνταγματολόγους, οι δρακόντιοι όροι του Μνημονίου, δεσμεύουν την Ελλάδα ως κυρίαρχο κράτος. Προσβάλλουν θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία εγγυάται το Σύνταγμα. Αποτελούν απειλή για την πολιτική και εδαφική κυριαρχία της χώρας.

Σήμερα η Ελλάδα δεν κυβερνάται από Έλληνες. Κυβερνάται από την "τρόικα". Η τυπικά ελληνική κυβέρνηση είναι εντολοδόχος και διεκπεραιωτής. Ακόμα και η Ιεραρχία, η οποία δεν μας έχει συνηθίσει σε ριζοσπαστικά ξεσπάσματα, έφτασε να διακηρύξει: "Δηλώνουμε ότι είμαστε μια χώρα υπό κατοχή, και εκτελούμε εντολές των κυρίαρχων δανειστών μας…".

Κατοχή; Όχι ακριβώς! Κανείς Βελουχιώτης δεν θα πάρει τα βουνά! Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις έφεραν τη χώρα σ' αυτή την κατάντια. Η σημερινή, εθελόδουλη, ολοκλήρωσε την εκποίηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Καιρός λοιπόν, να θυμηθούμε την έννοια "καθεστώς υποτέλειας". Πρώτη περίοδος επί Γεωργίου Παπανδρέου (1944). Δεύτερη, επί Γεωργίου Παπανδρέου Β' (2010).

Και τώρα τι; Άμεσος στόχος; Αντίσταση! Να σώσουμε ό,τι είναι δυνατόν να σωθεί. Απώτερος: Παύση πληρωμών. Έξοδος από το ευρώ. Έξοδος από την Ε.Ε. Έξοδος από την Ε.Ε.; Αλλά αυτό θα μπορούσε να το κάνει μόνο μια κυβέρνηση που θα εκφράζει ένα ευρύ και ηγεμονικό μέτωπο αντικαπιταλιστικών δυνάμεων.

Έστω! Έξοδος από την Ε.Ε., αλλά όχι εθνική – τοπική περιχαράκωση. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, το εθνικό συνδέεται με το διεθνικό. Στην επίθεση του διεθνικού κεφαλαίου πρέπει συνεπώς να αντιπαρατεθεί ο διεθνισμός των λαών της ηπείρου μας. Στόχος: οι ενωμένες σοσιαλιστικές δημοκρατίες της Ευρώπης.

Ποια θα είναι σε μας η πρωτοπόρα, οργανωτική δύναμη για τους νέους αγώνες; Προφανώς η ελληνική αριστερά! Αλλά για την ώρα, "ο κόσμος καίγεται και η γριά χτενίζεται"! Η Ιστορία δεν κινείται ευθύγραμμα. Η κρίση δεν οδηγεί νομοτελειακά στην επανάσταση. Η κρίση και η σήψη μπορεί να γεννήσουν το τέλος του νεοφασισμού. Οι οιωνοί λεν ότι οι εκρήξεις έρχονται! Θα αρθεί η αριστερά μας στο ύψος των περιστάσεων; Θα δράσει από κοινού και θα επεξεργαστεί μια στρατηγική διεξόδου; Ή θα την παρασύρει το κύμα των επερχόμενων κοινωνικών εκρήξεων;

 

Ευτύχης Μπιτσάκης

 

ΠΗΓΗ: Ημερομηνία δημοσίευσης: 02/01/2011, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=590303

ΠΑΓΙΔΕΣ, ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΕΣ

ΠΑΓΙΔΕΣ, ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΕΣ:

 

Οι παγκόσμιοι κίνδυνοι από την επιστροφή του προστατευτισμού, τα αδιέξοδα του μηχανισμού στήριξης, η πλάνη των ευρωομολόγων, η διαγραφή χρεών από τις τράπεζες, ο Ελληνικός δρόμος και οι λύσεις μίας ενωμένης Ευρώπης

 

Του Βασίλη Βιλάρδου*


 

«Η οικονομική επιστήμη δεν μας παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου του μέλλοντος μας, όπως άλλωστε η φυσική επιστήμη δεν μας επιτρέπει να ελέγξουμε την πορεία της βαρύτητας… Εν τούτοις, τα μακροοικονομικά δεν μπορούν να συγκριθούν με τις θετικές, φυσικές επιστήμες, οι οποίες μελετούν σταθερά φαινόμενα, επειδή πραγματεύονται τις συνεχώς μεταβαλλόμενες, λεπτές δυνάμεις της ανθρώπινης φύσης» (Μάρσαλ).

Έχουμε την πεποίθηση πως, παρά το ότι η τελική, αντίστροφη μέτρηση διεθνώς έχει ήδη ξεκινήσει και ο οικονομικός πόλεμος «μαίνεται», οι ηγέτιδες δυνάμεις της ζώνης του Ευρώ δεν φαίνεται να έχουν καταλάβει το πρόβλημα, συνεχίζοντας να αντιδρούν «σπασμωδικά» – αντί να δρουν ορθολογικά, ασχολούμενες επιτέλους με τη ριζική επίλυση των «συλλογικών» προβλημάτων μας.

Με την Ευρώπη να αντιμετωπίζει τη διάλυση και τον πλανήτη να απειλείται σοβαρά πλέον από την ασθένεια της «Μεγάλης Ύφεσης», τον προστατευτισμό, οι «ηγέτες» της ΕΕ αφενός μεν συνεχίζουν να επιτρέπουν την επέλαση του ΔΝΤ και της Κίνας στις ελλειμματικές χώρες, συμμετέχοντας σε έναν μηχανισμό στήριξης που δεν οδηγεί πουθενά, αφετέρου «διαπληκτίζονται» μεταξύ τους, για την εισαγωγή ή μη ενός κοινού ευρωομολόγου, το οποίο εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο το χρηματοπιστωτικό σύστημα – την BIS και τους «πραιτοριανούς» της, είτε αυτοί λέγονται Trichet, είτε Ackermann και Bernanke.   

Ειδικά όσον αφορά τον προστατευτισμό, στον οποίο «αφιερώνουμε» τον πρόλογο μας, θεωρούμε ότι, αυτά που συμβαίνουν μοιάζουν αρκετά με όλα όσα συνέβησαν τη δεκαετία του 1930. Υπενθυμίζουμε ότι οι Η.Π.Α. ήταν αυτές που τον προκάλεσαν τότε – με τη ψήφιση των δασμών SmootHawley. Οι Βρετανοί αντέδρασαν με τον περιορισμό των εισαγωγών το 1932, τον οποίο ακολούθησε η προνομιακή αντιμετώπιση του «εσωτερικού εμπορίου» εκ μέρους τους – εντός των συνόρων της τότε αυτοκρατορίας τους. 

Στο συναλλαγματικό πόλεμο που ακολούθησε αμέσως μετά, οι Βρετανοί ήταν ξανά αυτοί που «πυροβόλησαν» πρώτοι – δια μέσου της εγκατάλειψης του κανόνα του χρυσού. Η βρετανική λίρα υποτιμήθηκε απέναντι στο δολάριο ενώ, αμέσως μετά, το δολάριο υποτιμήθηκε απέναντι στη λίρα. Ενώ λοιπόν τα τότε κυρίαρχα νομίσματα ήταν απασχολημένα στο μεταξύ τους πόλεμο, η Γαλλία ανέλαβε την ηγεσία του ευρωπαϊκού «μπλοκ» των χωρών του χρυσού (όπως η Γερμανία σήμερα), τα νομίσματα των οποίων ανατιμιόνταν συνεχώς, σε σχέση τόσο με το δολάριο, όσο και με τη λίρα – μέχρι το 1936, όπου το «μπλοκ» κατέρρευσε (ο κίνδυνος για την Ευρωζώνη είναι πλέον εξαιρετικά πιθανός), «προλογίζοντας» το 2ο παγκόσμιο πόλεμο.

Εάν λοιπόν αντικαταστήσει κανείς την τότε Μ. Βρετανία με τις σημερινές Η.Π.Α., καθώς επίσης το μπλοκ των τότε χωρών του χρυσού, με τη σημερινή Ευρωζώνη, νοιώθει, σε σύγκριση με τις πρόσφατες εξελίξεις (μη επίτευξη συμφωνίας των G20 στη Σεούλ κλπ), ένα παρόμοιο «σκοτεινό», ένα ανατριχιαστικό καλύτερα συναίσθημα.

Η Fed, με στόχο την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας, έχει δρομολογήσει ένα δεύτερο πακέτο στήριξης (quantitative easing 2) – έχει «τυπώσει» δηλαδή νέα χρήματα, ύψους 600 δις $. Το 1933, ο τότε πρόεδρος των Η.Π.Α. (F. Roosevelt), είχε προσπαθήσει να κάνει κάτι ανάλογο – με αποτελέσματα που τελικά δεν τον δικαίωσαν. Το σφάλμα στην πολιτική της Fed η οποία, όπως και σήμερα, είχε προσπαθήσει να αυξήσει την ποσότητα χρήματος για να «αναθερμάνει» την αμερικανική οικονομία, «κρυβόταν» στην ποσοτική θεωρία του χρήματος, στην οποία βασιζόταν. Σύμφωνα με αυτήν, το επίπεδο των τιμών είναι σε άμεση εξάρτηση με την προσφερόμενη ποσότητα χρήματος, σε σχέση με την ποσότητα των πωλουμένων προϊόντων και υπηρεσιών. Για παράδειγμα, όταν σε μία αγορά είναι διαθέσιμες μεγαλύτερες ποσότητες χρήματος από προϊόντα, τότε η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά – οπότε οι τιμές των προϊόντων αυξάνονται (πληθωρισμός).  

Στην έννοια όμως «χρήματα» συμπεριλαμβάνονται και οι τραπεζικές καταθέσεις, οι οποίες εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη ή μη των πελατών τους – ιδιωτών και επιχειρηματιών. Εάν λοιπόν η εμπιστοσύνη αυτή δεν υφίσταται (όπως σήμερα και τότε), αφενός μεν οι άνθρωποι «αποχρεώνονται», εξοφλώντας τα δάνεια τους και «καταστρέφοντας» χρήματα (άρθρο μας), ενώ δεν δανείζονται εκ νέου, αφετέρου οι αποταμιεύσεις παραμένουν «ανενεργές» στις τράπεζες.

Επομένως, είναι σαν να μην υπάρχουν – με αποτέλεσμα η προσφερόμενη ποσότητα χρήματος να είναι λιγότερη από τα πωλούμενα προϊόντα και υπηρεσίες (η ζήτηση μικρότερη από την προσφορά). Αυτή λοιπόν είναι η αιτία, λόγω της οποίας δεν μπορεί ένα κράτος να αντιμετωπίσει τον αποπληθωρισμό, απλά και μόνο «τυπώνοντας» νέα χρήματα – τα οποία καταλήγουν ξανά στις τράπεζες, συνεχίζοντας να μην διοχετεύονται στην πραγματική οικονομία (όπως συμβαίνει από πολλά χρόνια τώρα στην Ιαπωνία).     

Ο Keynes, σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, είχε γράψει τα εξής: «Μερικοί άνθρωποι φαίνεται να πιστεύουν ότι, η παραγωγή και το εισόδημα θα μπορούσαν να αυξηθούν, αρκεί κανείς να αύξανε την ποσότητα του χρήματος. Κάτι τέτοιο όμως θα έμοιαζε σαν να ήθελε κανείς να παχύνει, αγοράζοντας μία μεγαλύτερη ζώνη. Η ζώνη όμως είναι σήμερα στις Η.Π.Α. κάτι παραπάνω από μεγαλύτερη για την κοιλιά τους…..Επομένως, δεν είναι η ποσότητα των χρημάτων, αλλά η έκταση των δαπανών ο παράγοντας, από τον οποίο εξαρτάται η ανάπτυξη». Ο σημαντικότερος παράγοντας ανάπτυξης δηλαδή, είναι η διάθεση των ανθρώπων να καταναλώσουν και όχι τα χρήματα που κατέχουν.

Σήμερα, οι Η.Π.Α. βασίζουν την πολιτική χρήματος που ακολουθούν στην ίδια εσφαλμένη θεωρία – επαναλαμβάνονται δηλαδή. Δεν είναι λοιπόν παράλογο που η Κίνα κατηγορεί τις Η.Π.Α. ότι επιδιώκουν σκόπιμα την υποτίμηση του δολαρίου, με στόχο την αύξηση των εξαγωγών τους – εις βάρος των Κινέζων, των Ιαπώνων και των Ευρωπαίων παραγωγών.

Όμως, οι αποβιομηχανοποιημένες Η.Π.Α. σήμερα, όπως κάποτε η Μ Βρετανία, όσο και αν υποτιμηθεί το δολάριο, δεν έχουν τη δυνατότητα σημαντικής αύξησης των εξαγωγών τους – αφού δεν παράγουν πια έναν μεγάλο αριθμό προϊόντων (το ίδιο ουσιαστικά ισχύει και για την Ελλάδα, με αποτέλεσμα η εσωτερική υποτίμηση που επιχειρείται να προσφέρει, στην καλύτερη περίπτωση, μακροπρόθεσμα οφέλη – βραχυπρόθεσμα, οδηγεί σε μία καταστροφική ύφεση). Ενδεχομένως βέβαια να μπορούσαν να παράγουν για την εσωτερική αγορά τους, εάν «προστατεύονταν» οι επιχειρήσεις τους από τις φθηνές ασιατικές εισαγωγές – γεγονός που συνηγορεί υπέρ ενός «προστατευτισμού» τους, όπως συνέβη τη δεκαετία του ’30 με τη Μ. Βρετανία.  

Περαιτέρω, επειδή η Ευρωζώνη δεν ακολουθεί τις Η.Π.Α., όπως το «μπλοκ» των χωρών του χρυσού το ’30, επιλέγοντας την πολιτική της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η μοναδική μέθοδος διατήρησης του βιοτικού επιπέδου της (με εξαίρεση ίσως τη Γερμανία), είναι επίσης ο προστατευτισμός – λιγότερο σε σχέση με τις Η.Π.Α. και κυρίως απέναντι στην Κίνα. Πολύ περισσότερο αφού, με την είσοδο των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, οι δυνατότητες «εσωτερικής ανάπτυξης» της είναι πολύ μεγάλες.

Εάν όμως τόσο οι Η.Π.Α., όσο και οι χώρες της Ευρωζώνης (κατ’ επέκταση η Ε.Ε.), «αναγκασθούν» να επιλέξουν τον προστατευτισμό, τότε η Κίνα θα «καταδικασθεί» στην απομόνωση – όπως κάποτε η Γερμανία (εκτός εάν αναπτυχθεί η εσωτερική αγορά της, καθώς επίσης οι γειτονικές αγορές – κάτι που μάλλον δύσκολα θα επιτευχθεί βραχυπρόθεσμα, όπως συμπεραίνεται από τον Πίνακα Ι). Μία ανάλογη «ανταγωνιστική» κατάσταση όμως οδήγησε στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο, από τον οποίο ελπίζουμε, αν μη τι άλλο, ότι έχουμε διδαχθεί πολλά πράγματα.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι:  Οι τρείς μεγαλύτερες ζώνες ελευθέρου εμπορίου του κόσμου, στις οποίες υπερισχύουν τα τρία επικρατέστερα (ισχυρότερο είναι αναμφισβήτητα το ελβετικό φράγκο) νομίσματα του πλανήτη: Δολάριο, Ευρώ και Γουάν

 

Ζώνη

Πληθυσμός σε εκ.

ΑΕΠ σε τρις $

Εμπόριο σε τρις $

 

 

 

 

ΕΕ – 27

500,00

18,40

**5,90

NAFTA

450,00

16,90

***2,00

CAFTA*

1.750,00

5,70

****2,20

 

(Κίνα 1,33)

(Κίνα 4,4)

 

Πηγή: Faz

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Κίνα και ASEAN

** Εσωτερικό εμπόριο 4,0   *** Εσωτερικό 1,0  **** Εσωτερικό 0,2

Όπως φαίνεται καθαρά, το εσωτερικό εμπόριο (intratrade) της ΕΕ αποτελεί το 67,8% του συνολικού, στην NAFTA το 50%, ενώ στην CAFTA μόλις το 9,1% – γεγονός που επιβεβαιώνει την τεράστια εξαγωγική εξάρτηση της τελευταίας από τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη.  Εν τούτοις, τόσο η Κίνα, όσο και η ΕΕ, έχουν εξαιρετικά μεγάλες δυνατότητες εσωτερικής ανάπτυξης (ιδιαίτερα εάν «εισχωρήσει» και η Ινδία στην CAFTA, μετά την πρόσφατη επιτυχημένη προσέγγιση της από τον ικανότατο πρωθυπουργό της Κίνας – από την άλλη πλευρά, εάν «συμπράξουν» με την ΕΕ η Ρωσία και η Τουρκία, σε μία ένωση των 700 εκ. καταναλωτών) – σε αντίθεση με τις Η.Π.Α. και την Ιαπωνία.   

Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε ίσως να προσθέσουμε πως, τόσο η Κίνα (όπως η Γερμανία κάποτε), όσο και η Ρωσία (το ίδιο με τότε), διοικούνται απολυταρχικά – γεγονός που δυστυχώς συμπληρώνει ιδανικά την εφιαλτική σύγκριση με το παρελθόν. Πόσο μάλλον όταν η Κίνα ενισχύει ραγδαία την «πολεμική μηχανή» της (πρόσφατα με πυραύλους – Dongfeng 21 D – ικανούς να βυθίσουν αεροπλανοφόρα από μεγάλη απόσταση), ενώ προσπαθεί να μονοπωλήσει τα ενεργειακά αποθέματα του πλανήτη, μειώνοντας ταυτόχρονα τις εξαγωγές της στα «σπάνια ορυκτά» που διαθέτει σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα (απαραίτητα για την κατασκευή ηλεκτρικών προϊόντων, όπως μπαταρίες, τουρμπίνες, μοτέρ κλπ).

 

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ

 

Επιστρέφοντας στα «εσωτερικά» προβλήματα της Ευρωζώνης, θεωρούμε σκόπιμη την ανάλυση του μηχανισμού στήριξης, μέσα από το παράδειγμα της Ιρλανδίας, ξεκινώντας από την επιτυχημένη διαπίστωση ενός Ιρλανδού οικονομολόγου, ο οποίος δήλωσε τα εξής:

«Η διάσωση της χώρας, με τη βοήθεια του πακέτου στήριξης, θα βυθίσει το πλοίο της Δημοκρατίας. Η Ε.Ε. μας πρόσφερε αρκετά μέτρα σχοινιού, για να κρεμαστούμε μόνοι μας – ελπίζοντας μάλλον ότι, εμείς δεν θα την κρεμάσουμε».

Αυτό λοιπόν που χαροποιεί τόσο τις γερμανικές (Πίνακας ΙΙ), όσο και τις υπόλοιπες τράπεζες, το πακέτο στήριξης δηλαδή των 85 δις € (45% του ΑΕΠ της) που «προσφέρθηκε» στην Ιρλανδία, είναι καταστροφικό για τη χώρα – όπως επίσης για την Ελλάδα. Η κυβέρνηση της Ιρλανδίας, ψηφίζοντας πρόσφατα τον 4ο προϋπολογισμό λιτότητας μέσα σε δύο χρόνια και αναγκάζοντας τους Πολίτες της να συμμετέχουν στη στήριξη των χρεοκοπημένων τραπεζών τους, θα επιβαρύνει (κατά μέσον όρο, στο τέλος του 2011) με 7.500 € το κάθε άτομο – σύμφωνα με υπολογισμούς της «Irish Independent».

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξωτερικές απαιτήσεις (δάνεια) των γερμανικών τραπεζών σε δις €, στις «ελλειμματικές» χώρες του Νότου, με ημερομηνία καταγραφής τέλη Αυγούστου 2010

 

Χώρες

Συνολικά

Τράπεζες

Επιχειρήσεις

Δημόσιο

 

 

 

 

 

Ισπανία

146.755

62.963

63.439

20.353

Ιταλία

133.296

48.138

45.664

39.494

Ιρλανδία*

114.707

43.025

69.318

2.364

Πορτογαλία

28.685

13.130

9.862

5.693

Ελλάδα

27.990

2.451

7.614

17.925

 

 

 

 

 

Ευρώπη

1.524.366

 

 

 

Λοιπός κόσμος

928.625

 

 

 

Γενικό σύνολο**

2.452.991

 

 

 

Πηγή: Bundesbank

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Το ΑΕΠ της Ιρλανδίας το 2008 ήταν 185,7 δις €, οπότε το χρέος της απέναντι στις Γερμανικές τράπεζες ήταν περίπου 62% του ΑΕΠ. Για σύγκριση, το αντίστοιχο χρέος της Ελλάδας (ΑΕΠ 2008 στα 242,9 δις €) ήταν μόλις 11,5% του ΑΕΠ. 

** Τεράστιο ποσόν, περίπου όσο το ΑΕΠ της.

Σημείωση: Η «μοίρα» των πλεονασματικών χωρών, όπως η Γερμανία, είναι να δανείζουν τις ελλειμματικές – αφενός μεν για να πουλούν τα προϊόντα τους, αφετέρου για να επενδύουν τα πλεονάσματα τους. Σε περιόδους όμως κρίσης, όπως στη σημερινή, αυτός που συνήθως ζημιώνεται στο τέλος δεν είναι ο οφειλέτης, αλλά ο δανειστής – γεγονός που πολύ σωστά τρομοκρατεί τη Γερμανική κυβέρνηση, παρά τα όσα ανακριβή ανακοινώνει στους Πολίτες της.    

Συνεχίζοντας, οι τεράστιες «εθνικές» προσπάθειες των δύστυχων Ιρλανδών, δεν πρόκειται να επιλύσουν το πρόβλημα της χώρας. Οι περικοπές στην κοινωνική περίθαλψη, στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και στις κρατικές επενδύσεις θεωρούνται «αμελητέες», σε σχέση με τις τεράστιες ζημίες του χρηματοπιστωτικού κλάδου της χώρας – η οποία έχει συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, άνω του 1.100% του ΑΕΠ της (η Ελλάδα μόλις 252%). Ακριβώς για το λόγο αυτό, οι «αγορές» συνεχίζουν να στοιχηματίζουν στη χρεοκοπία της (όπως επίσης στην Ελληνική, στην Πορτογαλική, στην Ισπανική κλπ), χωρίς να δίνουν καμία σημασία στο «μηδαμινό» πακέτο στήριξης, στο οποίο υποχρεώθηκε η χώρα, για να σωθούν οι ευρωπαϊκές κυρίως τράπεζες.

Η Ευρώπη, όπως συνέβη και με την Ελλάδα, «ξέχασε» να απαιτήσει από τις ξένες τράπεζες, οι οποίες δάνειζαν τόσο χρόνια τις Ιρλανδικές, να συμμετέχουν στις ζημίες που προκλήθηκαν από τη «φούσκα» στην αγορά ακινήτων. Η τράπεζα που επέμενε ιδιαίτερα, που απαίτησε καλύτερα την προστασία του χρηματοπιστωτικού κλάδου, υποχρεώνοντας ουσιαστικά όχι μόνο τους Ιρλανδούς Πολίτες, αλλά όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους να πληρώσουν για τα λάθη άλλων (ετεροβαρές ρίσκο), δανείζοντας τη χώρα με τοκογλυφικούς τόκους (5,8%) δεν ήταν άλλη από την ΕΚΤ – η οποία φυσικά είναι ένας από τους μετόχους της BIS, του «Βατικανού των Κεφαλαίων».

Εάν η Ιρλανδία τώρα απορροφήσει το σύνολο του πακέτου στήριξης, το οποίο της επιβλήθηκε, το δημόσιο χρέος της θα διπλασιασθεί έως το 2014. Η χώρα θα επιβαρύνεται τότε με επί πλέον ετήσιους τόκους ύψους 8,5 δις € – ένα ποσόν που είναι μάλλον αδύνατον να εξοικονομηθεί από οποιοδήποτε πρόγραμμα λιτότητας αποφασισθεί από τους δανειστές της – από τους συνδίκους του διαβόλου καλύτερα.

Ακόμη χειρότερα, για να μην «καταρρεύσει» η Ιρλανδία από τα χρέη, θα πρέπει ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της να είναι σημαντικά υψηλότερος από το επιτόκιο δανεισμού της (οι παραλληλισμοί με την Ελλάδα, η οποία «μαστίζεται» από έναν «φορολογικό» πληθωρισμό, σε συνδυασμό με μία καταστροφική  ύφεση της τάξης του -4,5%, δανειζόμενη με επιτόκιο +5,2% είναι τρομακτικοί). Εάν λοιπόν η οικονομία της χώρας, πάντοτε σύμφωνα με τους «ειδικούς», αναπτύσσεται με ποσοστό χαμηλότερο του +8% (οι αισιόδοξοι υπολογισμοί της κυβέρνησης προβλέπουν την ανάπτυξη στο +4%), ο σπειροειδής κύκλος του χρέους θα αυξάνεται συνεχώς (τα συμπεράσματα μας για την Ελλάδα, όπου η κυβέρνηση μας προβλέπει δυστυχώς ανάπτυξη μετά το 2012, για την οποία πολύ αμφιβάλλουμε, είναι πολύ πιο δυσοίωνα – αν όχι εντελώς «μηδενιστικά»).    

«Η μοναδική λύση είναι μία αναδιάρθρωση των χρεών της Ιρλανδίας», αναφέρει γνωστός αμερικανός καθηγητής, «Στην περίπτωση αυτοί, οι πιστωτές των ιρλανδικών τραπεζών δεν θα έπρεπε να εισπράξουν παραπάνω από 0,20 σεντς ανά ευρώ που δάνεισαν». Ουσιαστικά λοιπόν προτείνεται (εύλογα) μία διαγραφή χρεών ύψους 80%, για να μπορέσει η Ιρλανδία να ανταπεξέλθει σωστά με τα προβλήματα της. «Μόνο μία τέτοια κίνηση», συνεχίζει ο αμερικανός, «θα αποδείκνυε στους Πολίτες της χώρας ότι, η Ευρώπη είναι στο πλευρό τους. Αντίθετα, όπως φαίνεται από το μηχανισμό διάσωσης, η ΕΕ έχει αποφασίσει να επιβάλλει στις υπερχρεωμένες χώρες μία “προκυκλική” πολιτική, η οποία θα τις οδηγήσει, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, στη χρεοκοπία». 

Όπως η Ελλάδα λοιπόν (αν και για διαφορετικές αιτίες), έτσι και η Ιρλανδία είναι αντιμέτωπη με έναν επικίνδυνο, αρνητικό σπειροειδή κύκλο: Η λιτότητα οδηγεί σε «μετανάστευση» (ανθρώπινου και κεφαλαιακού δυναμικού), η οποία μειώνει τα έσοδα του κράτους και αυξάνει το χρέος, το οποίο με τη σειρά του απαιτεί νέα μέτρα – νέα λιτότητα. Η μοναδική λύση λοιπόν είναι η διαγραφή μέρους των χρεών, με το διακανονισμό των υπολοίπων σε μακροπρόθεσμες δόσεις, με χαμηλό επιτόκιο (1%). Οτιδήποτε άλλο είναι στην κυριολεξία ουτοπικό, αν όχι εγκληματικό – γεγονός που χαρακτηρίζει απόλυτα την έλλειψη λογικής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (των τραπεζών). Δυστυχώς όμως, η ιρλανδική κυβέρνηση, η οποία διοικεί τη χώρα όπως και η δική μας (Θέατρο Σκιών), τάχθηκε υπέρ των τραπεζών και του συνδίκου τους, ψηφίζοντας ένα τετραετές πρόγραμμα λιτότητας, το οποίο προβλέπει την μείωση των δαπανών κατά 15 δις € μέχρι το 2014. Υποθέτουμε βέβαια ότι δεν πρόκειται να εφαρμοσθεί, αφού καμία κυβέρνηση μέχρι σήμερα δεν επέζησε από την «εισβολή» του ΔΝΤ – όπως επίσης ποτέ μέχρι σήμερα δεν δέχθηκαν οι εργαζόμενοι μακροπρόθεσμα τη μείωση των ονομαστικών αμοιβών τους, αλλά μόνο των πραγματικών, με τη «βοήθεια» του πληθωρισμού.

Εάν όμως, παρά τις μέχρι σήμερα διαφορετικές εμπειρίες, οι Πολίτες στην Ελλάδα, στην Ιρλανδία ή όπου αλλού, αποδεχθούν την υποδούλωση τους στο ΔΝΤ (με τη βοήθεια κάποιων «στρατευμένων» ΜΜΕ), καθώς επίσης εάν οι εργαζόμενοι δειλιάσουν και δεν αντιδράσουν στις άδικες περικοπές των ονομαστικών αμοιβών τους (με τη βοήθεια αλωμένων συνδικάτων, «χρηματιζόμενων» από τους εισβολείς), τότε η εικόνα της «δύσης», έτσι όπως μέχρι σήμερα τη γνωρίζαμε, θα αλλάξει σε απίστευτο βαθμό.     

 

ΤΟ ΕΥΡΩΟΜΟΛΟΓΟ

 

Η μορφή αυτού του δανεισμού των ευρωπαϊκών χωρών, έτσι όπως τουλάχιστον προτάθηκε από το Γερμανό και το Γάλλο οικονομολόγο που συνεργάσθηκαν για τη δημιουργία του (WeitzsaeckerDelpla), ωφελεί αφενός μεν τις δύο ηγετικές δυνάμεις της Ευρωζώνης, τις τράπεζες τους καλύτερα, αφετέρου την ελεγχόμενη χρεοκοπία κάποιων χωρών-μελών της, έτσι όπως φαίνεται να  σχεδιάζεται από τη Γερμανία. Η αντίδραση λοιπόν της γερμανικής κυβέρνησης οφείλει να μας προβληματίσει – πόσο μάλλον αφού, κατά τη συνήθεια της χώρας, η καλύτερη μέθοδος επίτευξης ενός «κρυφού» στόχου, δεν είναι άλλη από την εν πρώτοις «στρατηγική» άρνηση του.       

Ειδικότερα, το μοντέλο του ευρωομολόγου που προτάθηκε, προβλέπει κατ’ αρχήν τη δημιουργία ενός μπλε ομολόγου (Blue Bond), για το οποίο θα είναι υπεύθυνοι συλλογικά οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι – με ανώτατο όριο έκδοσης ίσο με το 60% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Για το ποσόν που θα υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ, το χρέος δηλαδή που ουσιαστικά προβλέπεται, «εγκρίνεται» καλύτερα από τη συνθήκη του Μάαστριχτ, θα έπρεπε να εκδοθούν κόκκινα ευρωομόλογα (Red Bonds), τα οποία θα χαρακτηρίζονταν σαν «εθνικά χρέη». Για τα εθνικά αυτά χρέη, θα ήταν υπεύθυνοι αποκλειστικά και μόνο οι Πολίτες των εκάστοτε χωρών, οι οποίες θα εξέδιδαν αυτά τα ομόλογα – όχι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι.  

Η λειτουργία των κόκκινων ευρωομολόγων, έτσι όπως προτάθηκαν, είναι παρόμοια με την «προσωπική συμμετοχή» του ασφαλισμένου (απαλλαγή από την πλευρά της ασφαλιστικής εταιρείας), στην ασφάλιση ενός αυτοκινήτου – με το ελάχιστο ποσόν που πληρώνει δηλαδή ο ασφαλισμένος υποχρεωτικά (η Ευρωζώνη εδώ, η οποία αναλαμβάνει το 60%), όταν είναι υπεύθυνος για ένα ατύχημα (η χρεοκοπία μεταφορικά είναι επίσης ένα «ατύχημα»).

Εκτός αυτού, τα κόκκινα ευρωομόλογα, πάντοτε σύμφωνα με τους δημιουργούς τους, θα πρέπει να μην αγοράζονται από τις τράπεζες, αλλά από τους λοιπούς επενδυτές – έτσι ώστε να αποφευχθεί το γνωστό μας «συστημικό» ρίσκο (να προστατευθεί δηλαδή η κερδοσκοπία των τοκογλυφικών τραπεζών). Φυσικά θεωρείται ότι, τα επιτόκια των μπλε ευρωομολόγων θα ήταν ενδεχομένως χαμηλότερα και από τα σημερινά γερμανικά, ενώ των κόκκινων κατά πολύ υψηλότερα – με δεδομένο ότι στο εκάστοτε επιτόκιο «προσμετρείται» το αναλαμβανόμενο ρίσκο.

Η ωφέλεια λοιπόν των χωρών με χαμηλό δημόσιο χρέος, όπως και αυτή των τραπεζών, είναι ολοφάνερη – αντίθετα, η ωφέλεια των χωρών με υψηλό δημόσιο χρέος μάλλον ανύπαρκτη. Ειδικά στο παράδειγμα της Ελλάδας, για το οποίο ρωτήθηκε ο Γερμανός δημιουργός (τοποθέτησε το δημόσιο χρέος μας στο 150% του ΑΕΠ τέλη του 2011), η απάντηση του ήταν καταλυτική:

«Έως το ποσόν που αντιστοιχεί με το 60% του Ελληνικού ΑΕΠ θα εκδιδόταν μπλε ομόλογα. Για το επόμενο 50%, θα έπρεπε να εκδοθούν Ελληνικά κόκκινα ομόλογα, τα οποία θα ανταλλάσσονταν με τα υφιστάμενα. Το εναπομένον χρέος, ύψους 40% του ΑΕΠ, θα έπρεπε να διαγραφεί, αφού κανένας επενδυτής δεν θα αγόραζε αυτό το χρέος, ανεξαρτήτως ύψους επιτοκίων. Επειδή ορισμένες τράπεζες δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν μετά από μία τέτοια διαγραφή, θα έπρεπε να ενισχυθούν από τα κράτη. Ανάλογα επιλύθηκε η κρίση της Λατινικής Αμερικής τη δεκαετία του ΄80, δια μέσου των εγγυημένων από τις Η.Π.Α. Brady Bonds. Στα πλαίσια αυτού του μοντέλου για τα ευρωομόλογα ήταν και η από κοινού πρόταση των κ.Juncker και κ.Tremonti με τη διαφορά όμως ότι συμπλήρωσαν πως, σε εποχές κρίσης, τα μπλε ομόλογα θα έπρεπε να αυξάνονται στο 100% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης».

Πρόκειται προφανώς για ένα πολύπλοκο, σκόπιμα δυσνόητο «σχήμα», υπό την «αιγίδα» των μεγάλων τραπεζών, το οποίο εξυπηρετεί μάλλον την υποδούλωση, κάποιων χωρών-μελών της Ευρωζώνης, παρά την έξοδο τους από την κρίση. Οι «αγορές» ασφαλώς το καταλαβαίνουν, ενώ αντιλαμβάνονται πλήρως τις προσπάθειες έντεχνης «συγκάλυψης», αντί επίλυσης των προβλημάτων, εκ μέρους της ΕΕ – στοιχηματίζοντας ότι είναι πλέον πιθανότερη από ποτέ, η διάλυση της ζώνης του ευρώ.     

Περαιτέρω, ο γερμανός οικονομολόγος αναφέρθηκε στο ότι, τα εθνικά κοινοβούλια των χωρών-μελών θα έπρεπε κάθε χρόνο να αποφασίζουν για τη «διανομή» των μπλε ομολόγων στα κράτη της Ευρωζώνης. Επίσης ότι, η σημερινή ευθύνη των πλεονασματικών κρατών θα περιοριζόταν (αντίθετα, η αγορά ομολόγων των ελλειμματικών χωρών, εκ μέρους της ΕΚΤ, την αυξάνει), ενώ θα ήταν ευκολότερη η διαδικασία ελεγχόμενης χρεοκοπίας, με τη βοήθεια των ευρωομολόγων.

Θεωρώντας ότι είναι σκόπιμο να αναφερθούμε εδώ περιληπτικά στα Brady Bonds, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την περίπου «μορφή» των ευρωομολόγων (πολλοί τα θεωρούν δυστυχώς σωτήρια, μεταξύ των οποίων, ενδεχομένως καλοπροαίρετα, και ο πρωθυπουργός μας – χωρίς να γνωρίζουν καν τη μορφή τους), έτσι όπως τουλάχιστον σχεδιάζονται από το γαλλογερμανικό άξονα, τα εξής:

Τα Brady Bonds δημιουργήθηκαν το Μάρτιο του 1989, όταν φάνηκε ότι πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, μεταξύ των οποίων αυτές της Λατινικής Αμερικής, δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσουν τα χρέη τους – κυρίως απέναντι στις αμερικανικές τράπεζες. Ουσιαστικά επρόκειτο για «τιτλοποίηση» των χρεών αυτών των χωρών, κάτι περίπου σαν τα γνωστά μας σήμερα CDOs, με τη βοήθεια της οποίας τότε οι Η.Π.Α., όπως και πρόσφατα, «μοιράσθηκαν» το πρόβλημα τους με τον υπόλοιπο κόσμο.

Η δημιουργία αυτών των «τιτλοποιημένων χρεών», των ομολόγων καλύτερα, ακολούθησε με τη χρήση πόρων εκ μέρους του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας (ο συσχετισμός με το σήμερα είναι εμφανής), καθώς επίσης των συναλλαγματικών αποθεμάτων των υπερχρεωμένων κρατών. Τα Brady Bonds χωρίζονταν σε διάφορες κατηγορίες, λήξεως μεταξύ 10 και 30 ετών, ενώ διακρινόταν σε δύο κυρίως τύπους:

(α)  Στα «Par Bonds», τα οποία εκδόθηκαν στην ίδια ονομαστική αξία με το πραγματικό χρέος – με επιτόκια πολύ χαμηλότερα από τα συνήθη, αλλά με εγγυημένη την πληρωμή τόσο του κεφαλαίου, όσο και των τόκων.

(β)  Στα «Discount Bonds», τα οποία εκδόθηκαν σε χαμηλότερη αξία από το πραγματικό χρέος (διαγραφή, haircut) – τοκίζονταν όμως με τα συνήθη επιτόκια, ενώ ήταν επίσης εγγυημένη η πληρωμή τους.

Οι χώρες που χρησιμοποίησαν πρώτες τα Brady Bonds ήταν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Βουλγαρία, η Κόστα Ρίκα, η Δομινικάνικη Δημοκρατία, το Εκουαδόρ, το Μεξικό, το Μαρόκο, η Νιγηρία, οι Φιλιππίνες, η Πολωνία και η Ουγγαρία (αργότερα ακολούθησαν και άλλες, όπως για παράδειγμα η Ρωσία). Το Εκουαδόρ ήταν η πρώτη χώρα που δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει τα Brady Bonds, ενώ το Μεξικό η πρώτη χώρα που τα αποπλήρωσε (2003) – έχοντας ουσιαστικά εγγυηθεί με τα πετρέλαια της (όπως η Ελλάδα σήμερα, με τη δημόσια περιουσία της, βάσει των μνημονίων που υπογράφει μόνος του ο υπουργός οικονομικών).   

Όπως γνωρίζουμε, τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών δεν έλυσαν τελικά τα προβλήματα, οδηγώντας πολλές χώρες εν πρώτοις στα νύχια του ΔΝΤ (Βραζιλία, Αργεντινή κλπ) και στη συνέχεια στη χρεοκοπία (άρνηση εξόφλησης των χρεών από τη Ρωσία κ.α.).

Ελπίζοντας ότι τα ευρωομόλογα, εάν και όταν αποφασισθούν, δεν θα έχουν αυτή τη μορφή, επίσης όχι μία ανάλογη «σκοπιμότητα» (λεηλασία των ελλειμματικών κρατών, αποκρατικοποίηση των κερδοφόρων, κοινωφελών επιχειρήσεων τους, σε εξευτελιστικές τιμές, κατάλυση της μεσαίας επιχειρηματικής και λοιπής τάξης, προτεκτοράτα στη θέση εθνικών κρατών κλπ), θεωρούμε ότι, πριν ακόμη γίνουν αποδεκτά από την οποιαδήποτε κυβέρνηση, θα έπρεπε να αναλυθούν προσεκτικά – καθώς επίσης να πληροφορηθούν με κάθε λεπτομέρεια οι εκάστοτε Πολίτες των χωρών, πριν ακόμη επιλέξουν την περιπέτεια της έκδοσης κόκκινων ευρωομολόγων, πιθανότατα «εγγυημένων» με τη δημόσια περιουσία τους.           

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

«Επί αιώνες, η αποφυγή του δανεισμού είχε προστατεύσει τους ανθρώπους από την αμελή ή απερίσκεπτη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών. Αμελείς ή έστω απερίσκεπτοι διαχειριστές του δημοσίου πλούτου, ανέπτυσσαν συχνά πολύπλοκα επιχειρήματα, για να τεκμηριώσουν γιατί ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός, η ισορροπία δηλαδή μεταξύ εσόδων και εξόδων του δημοσίου, χωρίς ελλείμματα, δεν ήταν γνώρισμα της αρετής» (J. K. Galbraith).

Αναλύοντας τόσο το μηχανισμό στήριξης, όσο και τα «πολυπόθητα» ευρωομόλογα, θεωρούμε ότι δεν βοηθούν καθόλου στην επίλυση των υφιστάμενων «αδιεξόδων» μας – πόσο μάλλον όταν, το σημερινό ύψος των χρεών πολλών δυτικών κρατών, είναι κατά πολύ υψηλότερο από αυτό των χωρών που χρησιμοποίησαν, δύο δεκαετίες πριν, τα Brady Bonds, για να ξεφύγουν από την παγίδα του χρέους. Εκτός αυτού, η σημερινή λειτουργία του συστήματος (συγκοινωνούντα δοχεία), δεν επιτρέπει να θεωρηθούν κάποιες χώρες ασφαλείς – αφού η «μετάσταση» των οικονομικών προβλημάτων όχι μόνο δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αλλά θεωρείται απολύτως βέβαιη.  

Περαιτέρω, τουλάχιστον εμείς οι Έλληνες, δεν θέλουμε να επιβαρύνουμε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους Πολίτες με τα υπερβάλλοντα χρέη (40-50% του ΑΕΠ), τα οποία «συσσώρευσαν» στη χώρα μας οι συντονισμένες ενέργειες τόσο των ξένων διαφθορέων του Καρτέλ, όσο και κάποιων διεφθαρμένων πολιτικών μας. Δεν απαιτούμε άδικα δηλαδή να πληρώσουν οι ευρωπαίοι συμπολίτες μας για τα «λάθη» των τραπεζών τους, απλά και μόνο επειδή οι ιδιωτικές τράπεζες αυτοαποκαλέστηκαν «συστημικοί κίνδυνοι» – αναρριχόμενες στο απυρόβλητο, με τη «σκοτεινή» βοήθεια της τράπεζας των τραπεζών.

Κρίνοντας όμως δίκαιη τη διαγραφή μέρους των χρεών μας, έχοντας την αναλύσει πολλές φορές και θεωρώντας ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει άλλη βιώσιμη λύση, έχουμε την άποψη ότι, οφείλουν να πληρώσουν οι τράπεζες που κερδοσκόπησαν εις βάρος μας και όχι οι Ευρωπαίοι Πολίτες.

Επομένως, μας είναι εντελώς ακατανόητες οι ενέργειες των πολιτικών ηγετών της Ευρωζώνης (επίσης του πρωθυπουργού μας) οι οποίοι, αφενός μεν επιμένουν σε βραχυπρόθεσμες, αν όχι αδιέξοδες λύσεις (μηχανισμός στήριξης, ευρωομόλογα), αφετέρου τοποθετούν σε αντίπαλα στρατόπεδα τόσο τους Ευρωπαίους Πολίτες, όσο και τις τοπικές κοινωνίες τους – μετακυλώντας τους τις ευθύνες όλων αυτών (τραπεζών κλπ) που τόσα χρόνια κερδοσκοπούσαν ασύδοτα εις βάρος τους – εισπράττοντας τα κέρδη από τις «επενδυτικές» επιλογές τους και αρνούμενοι τις ζημίες.  

Ολοκληρώνοντας, είτε τα πακέτα στήριξης, είτε τα ευρωομόλογα, είτε οτιδήποτε άλλο «εκ του πονηρού» εφεύρουν οι τράπεζες, «συνηγορεί» στη συνέχιση του τοκογλυφικού δανεισμού των κρατών ο οποίος, αργά ή γρήγορα, επιβαρύνει τους Πολίτες τους. Αυτό που εμείς οι Πολίτες επιθυμούμε και οφείλουμε να αγωνισθούμε για να το επιβάλλουμε στις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες μας, έτσι ώστε να απελευθερωθούν και αυτές από τα «δεσμά» της οικονομικής εξουσίας, είναι να πάψουν αμέσως να δανείζονται, ξοδεύοντας αποκλειστικά και μόνο αυτά που εισπράττουν από τους φόρους – από όλους εμάς δηλαδή, καθώς επίσης από τη σωστή, έντιμη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας.

 

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

 

Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, πρέπει να πάψει αμέσως να δανείζεται, ζητώντας ταυτόχρονα από τους «φίλους» και συμμάχους της να ανοίξουν τις αγορές τους στα κύρια προϊόντα της (τουρισμός, πολιτισμός, γεωργία και ναυτιλία). Παράλληλα, οφείλει να απαιτήσει πλέον μία «γενναία» (40-50%) διαγραφή των δημοσίων χρεών της (default), αφού το μεγαλύτερο μέρος τους έχει ήδη «αποσβεσθεί» από τους οφειλέτες της. Ας μην ξεχνάμε πως οι σημερινοί ιδιοκτήτες των ελληνικών ομολόγων τα έχουν αποκτήσει με έκπτωση/discount έως και 30% – οπότε έχουν ήδη χάσει οι προηγούμενοι διαχρονικά ανάλογα ποσά, ενώ οι καινούργιοι απλά κερδοσκοπούν, αναλαμβάνοντας (και ασφαλίζοντας) το ρίσκο της «διαγραφής».

Στη συνέχεια, η Ελλάδα οφείλει να επαναδιαπραγματευθεί τη χρονική διάρκεια σταθερής αποπληρωμής των υπολοίπων χρεών της (τοκοχρεολύσια για 30-40 έτη), με επιτόκιο που δεν θα υπερβαίνει το 1% – ενδεχομένως με κυμαινόμενο, το οποίο θα είναι ανάλογο του ρυθμού ανάπτυξης της. Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν επιτύχει μία τέτοια εύλογη συμφωνία, οφείλει να «εθνικοποιήσει» το εναπομένων χρέος, με την έκδοση εθνικών ομολόγων.

Παράλληλα, οφείλει να δημιουργήσει ένα σταθερό, απλό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων της (άνοιγμα και ιδίως κλείσιμο), έτσι ώστε να προέλθει η ανάπτυξη από τις μικρομεσαίες εταιρίες της, να μειώσει άμεσα τους υπέρογκους φόρους, να προσφέρει αναπτυξιακά κίνητρα στους Έλληνες (και όχι στους ξένους), να σταματήσει να υποτάσσεται στις διαταγές του Καρτέλ (διατήρηση των ζημιογόνων τραπεζών, άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, «άτακτη» απελευθέρωση των αγορών κλπ) και να εξορθολογήσει τη λειτουργία των κοινωφελών επιχειρήσεων της (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ κλπ).

Τέλος, να «αριστοποιήσει» την παραγωγικότητα των δημοσίων λειτουργών και των υπολοίπων εργαζομένων της, με κεντρικό στόχο την αύξηση των εξαγωγών (αντί να μειώνει «υφεσιακά» τους μισθούς), καθώς επίσης να «αναδιαρθρώσει» αποτελεσματικά το δημόσιο τομέα της, κυρίως μέσω της σωστής στελέχωσης του με «επαρκείς» πολιτικούς και παραγωγικούς εργαζομένους – αλλά και μέσω της καθιέρωσης του διαφανούς (διαδίκτυο) διπλογραφικού λογιστικού συστήματος, παράλληλα με τους ετήσιους Ισολογισμούς, τόσο του ίδιου του Κράτους, όσο και των δημοσίων/δημοτικών «αρχών».

   

ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

 

Η σημερινή κρίση χρέους απέδειξε ακόμη μία φορά ότι, μία νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα, εάν δεν εξελιχθεί σε μία οικονομική και πολιτική ένωση.

Ειδικότερα, μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, οι οικονομίες των κρατών της Ευρωζώνης ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις – με κάποιες από αυτές (Γερμανία, Ολλανδία) να κερδίζουν σημαντικά σε ανταγωνιστικότητα, εις βάρος ή σε σύγκριση με κάποιες άλλες (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα κλπ).

Πριν τη νομισματική ένωση, οι ελλειμματικές χώρες είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν τις οικονομίες τους, υποτιμώντας συνήθως τα νομίσματα τους – ενώ «ειδοποιούνταν» από τις αγορές για τα λάθη τους, μέσω των επιτοκίων δανεισμού τους. Σήμερα, επειδή το κοινό νόμισμα δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ενέργειες, ενώ τα δημόσια χρέη είναι «ανεξέλεγκτα υψηλά», κάποια κράτη υποχρεώνονται σε επιθετικά, σε θηριώδη καλύτερα και μάλλον καταστροφικά για την κοινωνική συνοχή προγράμματα λιτότητας – χωρίς να είναι βέβαια ότι θα αποδώσουν έστω τα ελάχιστα αναμενόμενα.

Πόσο μάλλον όταν είναι πλέον εμφανές ότι, η «βίαιη» εσωτερική υποτίμηση, δια μέσου της «ακαριαίας» μείωσης των μισθών (η διαχρονική, όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας, είναι σίγουρα αποτελεσματική – αν και όχι απαραίτητα επιθυμητή, αφού «εισπράττεται» σχεδόν αποκλειστικά από τα πολυεθνικά μεγαθήρια), δεν ωφελεί καθόλου την ανταγωνιστικότητα – ενώ οδηγεί σε μία εκρηκτική ύφεση, σε έναν «επιθανάτιο ρόγχο» καλύτερα, χωρίς επιστροφή   

 Οι αντιπαραθέσεις που διαπιστώνονται, σύμφωνα με τις οποίες οι ελλειμματικές χώρες οφείλουν να εγκαταλείψουν τη ζώνη του Ευρώ, υιοθετώντας ξανά τα εθνικά τους νομίσματα, δεν βοηθούν κανέναν. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, σε σχέση με την Ελλάδα (άρθρο μας), θα ήταν καλύτερα να μην είχαμε εισέλθει στην ΟΝΕ, αλλά είναι πλέον εγκληματικό να αποχωρήσουμε από αυτήν. Επί πλέον καμία, ευρωπαϊκή ή άλλη, χώρα δεν μπορεί πια να επιβιώσει μόνη της, στο τρομακτικό περιβάλλον της άναρχης παγκοσμιοποίησης και της παντοδυναμίας των αγορών (στις επιθέσεις των κερδοσκόπων στα νομίσματα κλπ).

 Όσο για τη Γερμανία, η ενδεχόμενη αποχώρηση της θα ήταν επίσης καταστροφική για την ίδια, αφού η ανατίμηση του νέου νομίσματος της θα περιόριζε επικίνδυνα τις εξαγωγές της, ενώ θα έχανε μεγάλο μέρος των τεράστιων δανείων της στο εξωτερικό – τόσο από την ανατίμηση του νομίσματος της, όσο και από την αδυναμία πληρωμής των οφειλετών της. Ακριβώς για το λόγο αυτό, η γερμανίδα καγκελάριος τόνισε στο πρόσφατο «διάγγελμα» της για το 2011 ότι: «Το υψηλό βιοτικό επίπεδο της χώρας μας οφείλεται και στηρίζεται στο κοινό νόμισμα: στο Ευρώ»

Κατά την άποψη μας λοιπόν, οι πολιτικές δυνάμεις της ΕΕ οφείλουν να ασχοληθούν με την εξάλειψη των υφισταμένων προβλημάτων και την αρμονική, συμμετρική ανάπτυξη της Ευρωζώνης – εάν δεν θέλουν να γίνουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες (οι Πολίτες τους δηλαδή) έρμαιο των αδηφάγων αγορών. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με το χρηματοπιστωτικό, τον οικονομικό και τον κοινωνικό συντονισμό όλων των κρατών-μελών μεταξύ τους, σαν να επρόκειτο για ισότιμες Πολιτείες και όχι για Εθνικά κράτη.

Ολοκληρώνοντας, όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν (άρθρο μας), θεωρούμε τον ελεγχόμενο πληθωρισμό (μικρή αύξηση της προσφερόμενης ποσότητας των χρημάτων, διατήρηση και κυρίως διάχυση στην αγορά των χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ), σαν μία λύση για να παραμείνει ενωμένη η ΕΕ και να βρεθεί ο απαραίτητος χρόνος «εξομάλυνσης» των σημαντικών εσωτερικών ανισορροπιών της. Με έναν τέτοιο τρόπο είναι ευκολότερο να θεραπευθούν οι ανισορροπίες των Ευρωπαϊκών Οικονομιών, υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:

(α)  Να διαγραφεί ένα μέρος των «επαχθών» χρεών των ελλειμματικών χωρών της ΕΕ από τις τράπεζες, καθώς επίσης των αδύναμων επιχειρήσεων και ιδιωτών – με την παράλληλη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων, με επιτόκια που δεν θα υπερβαίνουν το 1%.   

(β)  Να υπάρξει ένα είδος κεντρικής κατεύθυνσης, ένας συντονισμός καλύτερα, όσον αφορά τους επιχειρηματικούς κλάδους δραστηριοποίησης και τις ενέργειες «αλληλοεπικάλυψης» των επί μέρους Οικονομιών. Σε ποιους τομείς δηλαδή οφείλει να αναπτυχθεί η Ελλάδα, τι πρέπει να προσέξει η Ισπανία, πως μπορεί να αποδώσει η οικονομία της Πορτογαλίας, τι πρέπει να αποφύγει η Γερμανία κλπ.

(γ) Να αυξήσουν την κατανάλωση τους οι πλεονασματικές χώρες, εισάγοντας κυρίως (και κατά προτίμηση) προϊόντα ή αγοράζοντας υπηρεσίες (τουρισμός κλπ) από τις ελλειμματικές χώρες της Ευρώπης – χωρίς αυτό να σημαίνει οχύρωση πίσω από τα τείχη του προστατευτισμού.  

(δ) Να περιορίσουν άμεσα τα ελλειμματικά κράτη την υπερβολική κατανάλωση τους «επί πιστώσει», καθώς επίσης τις τοποθετήσεις τους σε ακίνητα και υποδομές, παράλληλα με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων τους – για την κάλυψη της αυξημένης ζήτησης των προϊόντων τους από τους Ευρωπαίους «εταίρους» τους (οι οποίοι, οι «εταίροι» δηλαδή, είναι υποχρεωμένοι να συμβάλλουν στα έξοδα προστασίας των συνόρων της ΕΕ από τη λαθρομετανάστευση, στον πολεμικό εξοπλισμό εκείνων των χωρών που συνορεύουν με επεκτατικές δυνάμεις, φροντίζοντας ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας να αποπληρωθούν οι πολεμικές αποζημιώσεις που της οφείλει η Γερμανία κλπ).   

(ε) Να ακολουθήσουν αμέσως μετά οι απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές στις ελλειμματικές χώρες της Ε.Ε., με την έμπρακτη βοήθεια των πλεονασματικών (ας μην ξεχνάμε ότι, στις περισσότερες ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας, συνήθιζαν να αναθέτουν τη συγκρότηση των νόμων τους σε ξένους – οι σύγχρονες ιταλικές δημοκρατίες, όπως αυτή της Γένοβας, μιμήθηκαν αυτή τη συνήθεια).  

Μία επόμενη, απαραίτητη ενέργεια θα ήταν ασφαλώς η ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος της Ευρώπης μέσω ενός «διακρατικού φορολογικού μηχανισμού αναδιανομής εισοδημάτων» – αντίστοιχου με αυτού που έχει επιλεχθεί, που διακρίνει καλύτερα τον «κοινωνικό καπιταλισμό». 

 Εάν ενεργούσαμε σύμφωνα με το συγκεκριμένο «πολιτικό» σύστημα, θα έπρεπε οι χώρες της Ευρωζώνης να τοποθετηθούν σε διάφορες «εισοδηματικές» κλίμακες, έτσι ώστε να φορολογούνται «προοδευτικά», ανάλογα με τα εισοδήματα τους (όσοι τυχόν θεωρήσουν τη λύση αυτή άδικη για τις πλεονασματικές χώρες, θα πρέπει προφανώς να έχουν την άποψη ότι, εξ ίσου άδικη είναι και η υψηλότερη φορολόγηση των οικονομικά πιο εύρωστων Πολιτών από τις χώρες τους).

Εάν εφαρμοζόταν ένας «διακρατικός φορολογικός μηχανισμός αναδιανομής εισοδημάτων», η αντιμετώπιση των χωρών-μελών θα ήταν πιο δίκαιη. Εκτός αυτού, η επίτευξη της ισορροπίας εντός της Ε.Ε. θα ήταν περισσότερο εφικτή (η ισότητα επίσης), ενώ η ορθολογική αξιοποίηση (επίσης «προοδευτικά» υπέρ των ελλειμματικών χωρών) των διακρατικών φορολογικών εσόδων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα μπορούσε να επιταχύνει σημαντικά την συνολική πρόοδο.

Κλείνοντας, ο συνδυασμός ενός μέτριου πληθωρισμού (της τάξης του 5-10%) με τις «διακρατικές εισοδηματικές κλίμακες», ενδυναμωμένος από τις προοπτικές των νέων χωρών της Ανατολικής  Ευρώπης (χαμηλό κόστος παραγωγής, υψηλά περιθώρια δανεισμού, μεγάλη ανάγκη επενδύσεων σε υποδομές κλπ), θα μπορούσε αναμφίβολα να μας οδηγήσει σε μία επιτυχημένη, κερδοφόρα και κοινή έξοδο από την παρούσα οικονομική κρίση.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 01. Ιανουαρίου 2011, viliardos@kbanalysis.com      

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2255.aspx