Αρχείο κατηγορίας Φιλοσοφία και Πολιτική

Έθνος, κράτος, «έθνος-κράτος» & Αριστερά

Έθνος, κράτος, «έθνος- κράτος» και Αριστερά

Μια συζήτηση που έχει ήδη ανοίξει από τη ζωή και σπάει αλλοτινές «βεβαιότητες»

 

Του Νίκου Λάιου*

 

Τον τελευταίο καιρό ξυπνάει στο εσωτερικό της Αριστεράς η συζήτηση γύρω απ' το έθνος. Υπάρχει και μια συζήτηση μέσα στη συζήτηση, σύμφωνα με την οποία το ανασκάλεμα αποδίνεται σε διαφορετικούς λόγους: από ψηφοθηρία και συστημική στροφή τμήματος της Αριστεράς, μέχρι σταυροφορία της αστικής προπαγάνδας και συντηρητικοποίηση της κοινωνίας.

Το άρθρο συντάσσεται με την άποψη ότι η συζήτηση για το έθνος ανοίγει για τους ίδιους λόγους που η Αριστερά κερδίζει δύναμη στην ελληνική κοινωνία – κι ένας βασικός λόγος γι' αυτό είναι η αποκάλυψη της πραγματικής εξάρτησης της χώρας απ' τους λογής «εταίρους», «δανειστές» και κάθε άλλης ποικιλίας κεφαλαιοκράτες των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Και το πιο σημαντικό μ' αυτό το φανέρωμα είναι ότι δεν έγινε απ' την Αριστερά – όχι όσο και όπως θα έπρεπε – αλλά απ' την ίδια τη ζωή. Πολλοί άνθρωποι συζητούν, πια, στην καθημερινότητά τους για την εξάρτηση της χώρας – σίγουρα με διαφορετικούς τρόπους, σίγουρα με αντιφατικές ιδεολογικές και άλλες καταβολές/αναφορές. Αλλά με το κέντρισμα ερχόμενο απ' το εξόφθαλμο γεγονός ότι οι μεγάλοι καρχαρίες βγαίνουν απ' το βυθό, να κυνηγήσουν στον αφρό, που μέχρι χτες έμοιαζε ασφαλής.

Ο Μάρξ και ο Λένιν για το έθνος

Χώρος για ανάλυση των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικού» δεν υπάρχει εδώ. Αλλά και να υπήρχε, δεν θα 'ταν δουλειά για τις δυνάμεις του γράφοντα. Το άρθρο δεν σκοπεύει να λύσει το ζήτημα. Σκοπεύει, όμως, να δείξει ότι η μελέτη του ζητήματος από γωνιά διαφορετική απ' τη δεσπόζουσα, είναι αναγκαία για τη σημερινή ελλαδική Αριστερά. Αναφερόμαστε εδώ σε μια ειλικρινή, ριζοσπαστική Αριστερά που θέλει αληθινά να υπηρετεί τις εργαζόμενες κοινωνικές τάξεις του τόπου, βοηθώντας τις στην απελευθέρωσή τους από τις λογής σκλαβιές, πλέκοντας τις εμπειρίες τους με τις δικές της. Στην επιδίωξη αυτού του σκοπού το άρθρο θα απευθυνθεί στο βιβλίο του Λένιν Κράτος και Επανάσταση για διάφορους λόγους – και κάποιοι θα αναφέρονται στη ροή του γραψίματος.

Το υποκεφάλαιο 4 του κεφαλαίου II του βιβλίου έχει τίτλο «Η οργάνωση της ενότητας του έθνους». Ξεκινά με την παράθεση ενός αποσπάσματος του βιβλίου του Μαρξ Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία. Στο τελευταίο αυτό, ο Μαρξ συμπυκνώνει την πείρα της ένοπλης εργατικής εξέγερσης του 1871, που έμεινε στην ιστορία ως Παρισινή Κομμούνα, και εξάγει συμπεράσματα. Αντιγράφουμε εδώ το απόσπασμα με δική μας υπογράμμιση:

«… Σε ένα σύντομο πρόχειρο σχέδιο για την εθνική οργάνωση, που η Κομμούνα δεν πρόλαβε να το επεξεργαστεί παραπέρα, καθορίζεται ρητά ότι η κομμούνα θα αποτελούσε την πολιτική μορφή ακόμα και του πιο μικρού χωριού… Από τις κομμούνες θα εκλεγόταν και η "Εθνική αντιπροσωπεία" στο Παρίσι.

»…Οι λίγες, μα σπουδαίες λειτουργίες που θα απέμεναν για την κεντρική κυβέρνηση, δεν θα καταργούνταν, όπως σκόπιμα το παραποίησαν, αλλά θα μεταβιβάζονταν στους υπαλλήλους της Κομμούνας, δηλαδή σε αυστηρά υπεύθυνους υπαλλήλους…

»… Η ενότητα του έθνους δεν θα έσπαζε, μα αντίθετα, θα οργανωνόταν με το καθεστώς της Κομμούνας και θα γινόταν πραγματικότητα με την εκμηδένιση της κρατικής εκείνης εξουσίας, που παρουσιαζόταν σαν η ενσάρκωση αυτής της ενότητας, που ήθελε όμως να είναι ανεξάρτητη και ανώτερη από το έθνος. Στην πραγματικότητα, η κρατική εξουσία δεν ήταν παρά ένα παρασιτικό καρκίνωμα στο σώμα του έθνους. Ενώ το ζήτημα ήταν να περικόψουν απλώς τα καταπιεστικά όργανα της παλιάς κυβερνητικής εξουσίας, ν' αποσπάσουν τις δικαιολογημένες λειτουργίες της από μιαν εξουσία που είχε την αξίωση να στέκεται πάνω από την κοινωνία, και να τις ξαναδόσουν στους υπεύθυνους υπηρέτες της κοινωνίας.»

Οι λέξεις, που χρησιμοποιεί ο Μαρξ και ασπάζεται ο Λένιν στην πολεμική του απέναντι στους τοτινούς σοσιαλδημοκράτες (ανάμεσά τους τον Μπέρνσταϊν) και τους τοτινούς αναρχικούς προκαλούν αμηχανία, ίσως, σε πολλούς απ' τους σημερινούς ντόπιους κομμουνιστές και σίγουρα σ' όλους τους σημερινούς πολέμιούς τους (αρκετοί απ' αυτούς, άλλωστε, χτεσινοί κομμουνιστές). Για να χρησιμοποιήσουμε τα επίκαιρα λόγια του ίδιου του Λένιν, ξανά με δική μας υπογράμμιση: «Δεν μπορεί ούτε και να χωρέσει απλώς στο κεφάλι του Μπέρνσταϊν ότι μπορεί να υπάρξει θεληματικός συγκεντρωτισμός, θεληματική συνένωση των κοινοτήτων σε έθνος, θεληματική συγχώνευση των προλεταριακών κοινοτήτων στην υπόθεση της συντριβής της αστικής κυριαρχίας και της αστικής κρατικής μηχανής. Ο Μπέρνσταϊν, όπως και κάθε φιλισταίος, φαντάζεται το συγκεντρωτισμό σαν κάτι που μπορεί να επιβληθεί και να διατηρηθεί μόνο από τα πάνω, μόνο από την υπαλληλοκρατία και τη στρατοκρατία.»

Δυστυχώς, τα σημερινά ύψη συνταιριάσματος θεωρίας/πράξης σε μεγάλα κομμάτια της ελλαδικής Αριστεράς μάς αναγκάζουν να παρατηρήσουμε πως ο Μπέρνσταϊν είχε μάλιστα διαύγεια, φανταζόμενος αυτό. Διότι πολλοί σημερινοί αριστεροί στη χώρα μας είμαστε ικανοποιημένοι κιόλας, βάζοντας στόχο να σπάσει ο «συγκεντρωτισμός γενικά», μάλιστα «από τα πάνω» και, ακόμα χειρότερα, με την κατάληψη κρατικών θέσεων «από αριστερούς», μετά από αστικές εκλογές.

Πιο πίσω κι απ' τον Μπέρνσταϊν, λοιπόν; Και δεν ξεμπερδεύουμε απ' την υποχρέωσή μας ν' απαντήσουμε, λέγοντας ότι «αυτό είναι άσχετο» με τη συζήτηση για το έθνος. Τουλάχιστον για τους Μαρξ και Λένιν δεν ήταν.

Έθνος, κράτος και «έθνος-κράτος»

Οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, δυστυχώς για πολλούς απ' τους σημερινούς «υπερ-αριστερούς» και για όλους τους σημερινούς «αντι-αριστερούς», δεν ήταν «πολέμιοι του έθνους» ούτε στόχευαν στην «κατάργησή του». Στόχευαν στην κατάργηση του κράτους. Διότι στο κράτος – και όχι στο έθνος – έβλεπαν μια συμπύκνωση των καταπιεστικών δυνάμεων, που η κάθε φορά κυρίαρχη κοινωνική τάξη, ως μειοψηφία, εξαπολύει ενάντια στην υποτελή κοινωνική πλειοψηφία – τουλάχιστο σ' εκείνες τις κοινωνίες που και είναι εσωτερικά διαιρεμένες σε κοινωνικές τάξεις και οργανώνονται πολιτικά στη βάση κράτους.

Είναι, λοιπόν, η διάλυση κάθε τύπου ταξικής ανισότητας, άρα και κάθε μορφής κράτους, με το μεταβατικό πέρασμα από ένα εργατικό κράτος που «δεν είναι πια κράτος στην καθαυτό έννοιά του» [Ένγκελς, Γράμμα προς τον Μπέμπελ, Μάρτιος 1875], που επιδίωκαν οι τρεις. Και δικαιούμαστε μια γενίκευση: είναι αυτή η πορεία, που δίνει νόημα στο διεθνισμό των εργατικών τάξεων, τον οποίον οι τρεις πρέσβευαν και έκαναν πράξη στη ζωή τους. Και δεν είναι, λοιπόν, η «κατάργηση του έθνους» προϋπόθεση ή στόχος του εργατικού διεθνισμού.

Διεθνισμός χωρίς έθνη είναι αντίφαση στους όρους και οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν υπήρξαν πολύ προσεκτικοί στις διατυπώσεις τους, για να θαρρήσουμε πως γλίστρησαν σε αντίφαση, σ' αυτό το κομβικής σημασίας ζήτημα. Ο Μαρξ δείχτηκε μάλιστα περίφημα καυστικός πάνω στο ζήτημα, περιγράφοντας μια διεθνιστική συνάντηση:

«Οι αντιπρόσωποι της "νεαρής Γαλλίας" (όχι εργατικοί) διατύπωσαν την άποψη ότι όλες οι εθνότητες και το ίδιο το έθνος είναι απαρχαιωμένες προλήψεις. Προυντονικός στιρνερισμός… […] Οι Άγγλοι γέλασαν πολύ, όταν άρχισα το λόγο μου λέγοντας ότι ο φίλος μας Λαφάργκ και οι άλλοι που κατάργησαν τις εθνότητες, απευθύνονται σε εμάς στα γαλλικά, δηλαδή σε μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνουν τα 9/10 της συνέλευσης» [Μαρξ, Γράμμα προς τον Ένγκελς, Ιούνιος 1866].

Αυτοί που πραγματικά πέφτουμε σε αντίφαση είμαστε όσοι σημερινοί αριστεροί απέναντι στο νεωτερικό «έθνος-κράτος» (σε κάποιες χώρες του πλανήτη έχει δεν έχει χρόνο ζωής δέκα χρόνων, στο Νότιο Σουδάν σκάρτα δύο) – απέναντι στην ειδική αυτή μορφή κρατικής εξουσίας και καταπίεσης κάνουμε το τριπλό λάθος: Πρώτα, να θεωρούμε ότι τα δύο συστατικά, έθνος και κράτος, είναι όντως ενιαία και αδιάσπαστα. Δηλαδή, να καταπίνουμε αμάσητη την αστική προπαγάνδα, πράξη που δεν έρχεται σε αντίθεση με τη δηλωμένη ετοιμότητά μας να «μην μασήσουμε». Ύστερα, κάνουμε το επόμενο λάθος, να βλέπουμε το έθνος ως όργανο καταπίεσης – το ίδιο ή και περισσότερο απ' το κράτος. Συνδέοντας, τέλος, το έθνος μ' ένα σύγχρονο φαινόμενο νομιμοποίησης της εξουσίας της αστικής τάξης πάνω στην υπόλοιπη κοινωνία (μέσω του «έθνους-κράτους» της) – με το φαινόμενο του εθνικισμού.

Για να γίνει αυτό περισσότερο κατανοητό, χρειάζεται μια βαθειά ιστορικοπολιτισμική μελέτη της έννοιας του έθνους, την οποία κατά τη γνώμη μας δεν καλύπτει ούτε το έργο του Eric Hobsbawm ούτε το έργο του Benedict Anderson – των πιο δημοφιλών για τη σημερινή Αριστερά, πάνω στο θέμα. Αλλά αυτό δεν είναι στις δυνάμεις αυτού του άρθρου. Ενδεικτικά μόνο και για προβληματισμό, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, που θεωρείται πως γράφτηκε μεταξύ 60μ.Χ. και 110μ.Χ., δηλαδή σε μια περίοδο γιγάντωσης και σκλήρυνσης των γραφειοκρατικών μηχανισμών του ρωμαϊκού κράτους, για χάρη της αυτοκρατορικής κυριαρχίας πάνω στους υποτελείς λαούς. Η λέξη «έθνος» αναφέρεται σ' αυτό 10 φορές σε διάφορες πτώσεις και στους δυο αριθμούς. Η δε άποψη ότι με τον όρο «έθνη» στην Καινή Διαθήκη εννοούνται όλοι μαζί «οι ειδωλολάτρες», και δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις και δεν απαντά ούτως ή άλλως στο ερώτημα γιατί όλοι μαζί «οι ειδωλολάτρες» να αποτελούσαν «έθνη» και όχι «έθνος». Παραθέτουμε, λοιπόν, το απόσπασμα ακουμπώντας νοερά στο τέλος ένα θαυμαστικό, με την έννοια της ομοιότητας των θέσεων των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και των Ιησού, Ματθαίου, παρά τους 17 αιώνες που τούς χωρίζουν, ως προς το θέμα τού ποιος καταπιέζει ποιον: το έθνος ή το κράτος;

Ματθ. 20, 25. Ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος αυτούς είπεν οίδατε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. [Αλλά ο Ιησούς τούς προσκάλεσε και τούς είπε: «Ξέρετε ότι οι άρχοντες των εθνών ασκούν απόλυτη κυριαρχία πάνω στα έθνη κι εκείνοι με τα μεγάλα αξιώματα εξουσιάζουν τα έθνη, σαν να 'ναι υποζύγιά τους»].

Ανακεφαλαίωση

Είπαμε πως το άρθρο δεν αποβλέπει κι ούτε μπορεί να δώσει λύση στο ζήτημα του έθνους. Στο πλαίσιο αυτό, ελπίζουμε να φάνηκε απ' την παράθεση των απόψεων των Μαρξ και Λένιν πως το ζήτημα του έθνους συνδέεται, γι' αυτούς, άρρηκτα με το ζήτημα του κράτους. Όχι, όμως, με τον τρόπο που τό 'χει κατά νου η πλειοψηφία της σημερινής ελλαδικής Αριστεράς, μα εντελώς αλλιώς. Συγκεκριμένα, για τους Μαρξ και Λένιν, είναι ακριβώς το κράτος, ως όργανο καταπίεσης των υποτελών κοινωνικών τάξεων από την κυρίαρχη – είναι ακριβώς αυτό που κρατά τα έθνη διασπασμένα εσωτερικά σε κοινωνικές τάξεις.

Το κράτος δεν συμβιβάζει ταξικά συμφέροντα. Υπάρχει ακριβώς επειδή τα ταξικά συμφέροντα είναι ασυμβίβαστα, υπάρχει για να τα συντηρεί, να τα επιβάλλει, να τα βαθαίνει. Κι έτσι, η «ενότητα του έθνους», όπως την ονομάζει ο Μαρξ, δεν πραγματοποιείται. Αντίθετα, πάλι σύμφωνα με τον Μαρξ, χρειάζεται ν' αρχίσει το ξήλωμα του κράτους με την ταυτόχρονη ανάπτυξη ενός κοινοτικού συστήματος, που θα το αντικαταστήσει. Και είναι μονάχα τότε και έτσι, που «η ενότητα του έθνους οργανώνεται» (πολιτικά/πολιτειακά), για να πραγματωθεί οριστικά με την «εκμηδένιση της κρατικής εξουσίας». Μ' άλλα λόγια, το θρυμμάτισμα του κράτους  – αυτού του «παρασιτικού καρκινώματος στο σώμα του έθνους» – όχι μόνο δεν απομακρύνει απ' το έθνος, μα είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει έθνος ουσιαστικά, ως πραγματικά ενιαίο, κοινά συμφωνημένο – από τις επιμέρους κοινότητες – κοινωνικό σώμα.

Το ότι αυτά πίστευαν οι Μαρξ και Λένιν δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι έτσι είναι τα πράγματα. Σημαίνει, όμως, ότι όσοι τους επικαλούμαστε άμεσα ή έμμεσα, όταν αναφέρονται ζητήματα γύρω απ' το έθνος πρέπει ή να ξεκινάμε απ' τις πραγματικές θέσεις τους ή να μην τους επικαλούμαστε, μάλιστα βροντερά. Διαφορετικά δεν είμαστε ειλικρινείς ούτε με τους άλλους ούτε με τον εαυτό μας.

Και, κοντά σ' αυτό, δεν είμαστε ειλικρινείς όσοι με την πρώτη ξεσπαθώνουμε ενάντια στο έθνος, την ίδια στιγμή που προβάρουμε την κρατική περικεφαλαία: του βουλευτή, του περιφερειάρχη, του δημοτικού συμβούλου, του παρατρεχάμενου στο υπουργείο. Όσοι ντυνόμαστε ιππότες, για να κατοικήσουμε τον πύργο – αυτόν που βγαίνει ψηλά πάνω απ' τα χαμόσπιτα, για να θυμίζει κι όλες τις άλλες αποστάσεις – κοιτάζοντας μην πέσουμε στο σκαρφάλωμα, αντί να βοηθάμε στο γκρέμισμά του. Κι όσοι, απ' την άλλη, στο σκαρφάλωμα ίσα-ίσα επικαλούμαστε κι από πάνω «το έθνος» εκείνο, που δεν είναι παρά το λάφυρο και το υποζύγιο του αστικού κράτους, που πάμε να «στελεχώσουμε» – «το έθνος» στα μέτρα της αστικής τάξης και του σωβινισμού.

Δυο κρατούμενα

Όσο για το αν υπάρχει σήμερα ένα και μόνο έθνος, που ζει στην Ελλάδα, ας μην βιαστούμε ν' απαντήσουμε. Ας γυρέψουμε την απάντηση εν πλω, με σταθερή ρότα σ' αυτό που ο Λένιν περιέγραψε ως «θεληματική συνένωση των κοινοτήτων σε έθνος». Κι αυτό βρίσκεται μακριά από το κράτος – μάλιστα στον αντίποδά του, αφού στη θέση της επιβολής μπαίνει η θέληση, στη θέση του ταξικού κατακερματισμού η εθνική ενότητα (που έτσι δεν είναι «μια απάτη»…), στη θέση της γραφειοκρατίας οι κοινότητες.

Και όσο, τέλος, για τον όρο «κοινότητα», ας μην αγαναχτούμε οι «πολύ αριστεροί». Η γαλλική λέξη «κομμούνα» [commune] είναι, μεταφρασμένη στα ελληνικά. Μα η μετάφραση μιας λέξης δεν είναι σκέτη μεταφορά, κούφια μεταγραφή. Η μετάφραση αμέσως συνδέει ένα σύνολο εμπειριών με ένα άλλο, εδώ τις γαλλικές με τις ελληνικές. Κι αυτό δεν είναι εθνικισμός. Είναι διεθνισμός, εφαρμοσμένος πραχτικά. Γι' αυτό ο Λένιν στο Κράτος και Επανάσταση καταγράφει τον προβληματισμό του πώς θα μεταφράσει τον όρο «κομμούνα» στα ρωσικά. Όχι για ν' αποτυπωθεί σε λεξικά, μα για να τον πραγματώσει ο ρωσικός λαός σύμφωνα με τις δικές του, ιδιαίτερες εμπειρίες.

* Ο Νίκος Λάιος είναι Κοινωνικός Ανθρωπολόγος και Μέλος του Δ.Σ. του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης

ΠΗΓΗ: 02 Σεπτέμβριος 2013, http://edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=12643:..AC&Itemid=51

Παγκοσμιοποίηση Ιμπεριαλισμός; (2)

Παγκοσμιοποίηση  Ιμπεριαλισμός; (2)

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*

 

Δεν είναι τυχαίο που Κεϋνσιανοί και «Μαρξιστές» καταφεύγουν σε δόγματα όταν προσπαθούν ν' αγνοήσουν την παγκοσμιοποίηση, εφόσον τόσο τα στατιστικά δεδομένα (που παρερμηνεύουν κατά βούληση), όσο και η ιστορική εμπειρία, τους διαψεύδουν οικτρά, όπως θα δούμε στα επόμενα άρθρα. Όμως, οι συνέπειες δεν είναι απλά θεωρητικές. Έχουν τραγικά αποτελέσματα σε λαούς ολόκληρους, όπως ο Ελληνικός, που αποπροσανατολίζονται συστηματικά, κυρίως από «προοδευτικούς» αναλυτές – εξαιρουμένων βέβαια των κομουνιστών που απλά προσκολλώνται σε δόγματα του περασμένου αιώνα.

Έτσι, οι Κεϋνσιανοί για να «εξηγήσουν» τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση καταφεύγουν σε «δόγματα σοκ» ή σε κατάφωρη παρερμηνεία των στατιστικών στοιχείων – όλα αυτά  με Μαρξίζουσα σάλτσα για να φαίνονται και «προοδευτικά». Και αυτό, γιατί ξέρουν ότι αν δεχτούν την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση σαν αναπότρεπτο συστημικό φαινόμενο μέσα στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα της αγοράς, θα πρέπει να αλλάξουν… θεωρία, εφόσον σήμερα ο Κεϋνσιανισμός, που θεμελιώθηκε στην εποχή του κράτους-έθνους, είναι νεκρός και θαμμένος για πάντα. Όχι, βέβαια, από τους «κακούς» νεοφιλελεύθερους, αλλά από το γεγονός ότι, με ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές, (όπως επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση που δεν αμφισβητούν!), μόνο ένας παγκόσμιος Κεϋνσιανισμός θα ήταν πια δυνατός. Αλλά, ένας παγκόσμιος Κεϋνσιανισμός είναι απλά κακόγουστο ανέκδοτο! Ούτε οι χώρες της «Ομάδας των 7», όπου εδράζονται βασικά οι υπερεθνικές επιχειρήσεις (η ψυχή της παγκοσμιοποίησης) αλλά ούτε και τα οικονομικά «θαύματα» της «Ομάδας των 20» (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία κ.λπ.), θα δεχόντουσαν ποτέ αυστηρούς κοινωνικούς ελέγχους στις αγορές κεφαλαίου, εργασίας αλλά και εμπορευμάτων, όπως προέβλεπε ο Κεϋνσιανισμός. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε το τέλος των υπερεθνικών επιχειρήσεων και, επομένως, το τέλος της «ανάπτυξης» των τελευταίων 30 περίπου χρόνων που θεμελιωνόταν στην διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς και, φυσικά, την κατάρρευση των οικονομικών «θαυμάτων» που αναδύθηκαν βασικά χάρη  στις υπερεθνικές επιχειρήσεις που μετακόμισαν στο Νότο για να εκμεταλλευθούν τις εκεί άθλιες συνθήκες εργασίας!

Από την άλλη μεριά, οι «Μαρξιστές» που μιλούν για ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, «δεν βλέπουν» ότι ποτέ άλλοτε οι καπιταλιστικές ελίτ που είναι ενσωματωμένες στη Νέα Διεθνή Τάξη (η οποία οριζεται απο τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και τις κοινοβουλευτικές Χούντες), δεν ήταν τόσο ενωμένες στο βασικό στόχο τους για τη συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας/δύναμης, παρά τις επί μέρους (μη ανταγωνιστικές) διαφορές τακτικής. Και αυτό, τη στιγμή που η αποδεκατισμένη (χάρη στην αποβιομηχάνιση της παγκοσμιοποίησης) δυτική εργατική τάξη δεν μπορεί να ενωθεί ούτε σε στοιχειώδη αμυντικό αγώνα ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της παγκοσμιοποίησης!

Το στοιχείο που ενώνει όλους αυτούς τους Μαρξιστές είναι η από μέρους τους  μετατροπή  σε δόγμα της αναχρονιστικής Λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού, ή της αντίστοιχης θεωρίας του υπέρ-ιμπεριαλισμού του Καούτσκι, που, όπως και η Κεϋνσιανή θεωρία,  επίσης στηριζόντουσαν στο κράτος-έθνος. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι οι πολιτικές διαφορές μεταξύ τους, π.χ. για το θέμα της ΕΕ, είναι αγεφύρωτες. Έτσι, από τη μια μεριά, είναι η Ευρώδουλη «Αριστερά» που εξαπατά τα λαϊκά στρώματα ότι θα μπορούσε η ΕΕ  να αλλάξει «από μέσα» και να ανοίξει το δρόμο για μια «καλή» παγκοσμιοποίηση, αν όχι για τον σοσιαλισμό και …άλλα (ψηφοθηρικά) παραμύθια. Και, από την άλλη, είναι  οι «επαναστάτες» Μαρξιστές που, πάλι με βάση το ίδιο δόγμα του ιμπεριαλισμού, αδυνατούν να κατανοήσουν την σημασία της σημερινής παγκόσμιας κοινωνικής σύγκρουσης. Δηλαδή, το γεγονός ότι η σύγκρουση αυτή δεν είναι απλά μια σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας για την … σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά μια πελώρια σύγκρουση μεταξύ θυμάτων και θυτών στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης που, εν δυνάμει, ενέχει, βέβαια, και το θέμα της συστημικής αλλαγής. Τα θύματα είναι οι εργαζόμενοι με μισθούς επιβίωσης ή με συμβόλαια «μηδέν ωρών», οι άνεργοι, οι υποαπασχολούμενοι,  οι συνταξιούχοι, η Παιδεία, η Υγεία. Οι θύτες είναι τα στελέχη των υπερεθνικών επιχειρήσεων και οργανισμών και τα διαπλεκόμενα προνομιούχα στρώματα που ωφελούνται από την παγκοσμιοποίηση.

Με άλλα λόγια, ο αγώνας σήμερα είναι τόσο κοινωνικός όσο και εθνικός, εφόσον η παγκοσμιοποίηση επιβάλλει την κατάργηση τόσο της οικονομικής αυτοδυναμίας των λαών, όσο και, συνακόλουθα, της εθνικής κυριαρχίας τους. Πράγμα που επιβάλλει Λαϊκά Μέτωπα, με πολύ ευρύτερους κοινωνικούς στόχους από αυτούς των ιστορικών Μετώπων σαν το ΕΑΜ, που θα επιδίωκαν την κοινωνική αλλά και την εθνική απελευθέρωση. Δηλαδή, την ταυτόχρονη μονομερή έξοδο από ΕΕ, Ευρώ, ΝΑΤΟ κ.λπ., ώστε να μπορούν να τεθούν οι βάσεις για την αυτοδυναμία και, εν δυνάμει, για  συστημική αλλαγή. Αλλά θα επανέλθω.

Υ.Γ. Δεν συνηθίζω να παραποιώ, και μάλιστα σκόπιμα, τις θέσεις κανενός και επιστρέφω ως ασύστολη συκοφαντία τον σχετικό ατεκμηρίωτο ισχυρισμό του ΕΠΑΜ. Η θέση ότι «έξοδος από το Ευρώ σημαίνει ντε φάκτο και έξοδο από την Ε.Ε.» δεν στηρίζεται πουθενά, (ούτε βέβαια στην καταστατική συνθήκη της ένταξής μας στην ΕΕ που προβλέπει ρητή αποχώρηση μέλους μόνο από την ΕΕ) και επομένως είναι απλή υπεκφυγή στο κρυστάλλινο ερώτημα: βάζει το ΕΠΑΜ θέμα ταυτόχρονης μονομερούς εξόδου  από την ΕΕ και την Ευρωζώνη, ναι ή όχι;

* http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

ΠΗΓΗ: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (11 Αυγούστου 2013). Το είδα: http://inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2013/2013_08_11.html

Για την Αριστερά των άκρων

Για την Αριστερά των άκρων

 

Του Παναγιώτη Σωτήρη

 

Σύμφωνα με μια διαδεδομένη στην Αριστερά άποψη, εφόσον το κυβερνητικό επιτελείο επενδύει στην εικόνα μιας χώρας που κινδυνεύει από την αντιπαράθεση των άκρων, η Αριστερά δεν πρέπει να εγκλωβιστεί σε μια τέτοια σύγκρουση, να αποφύγει ακραίες τοποθετήσεις και να επικεντρωθεί στην προσέλκυση ανθρώπων από το «μεσαίο χώρο».

Για παράδειγμα, μεμονωμένοι βουλευτές θα αναλαμβάνουν το έργο της υπόσχεσης προς αδικημένους κλάδους ότι θα επαναπροσληφθούν, αλλά η ηγεσία θα δίνει «υπεύθυνες απαντήσεις», για να μην αποξενωθεί από τους ενδιάμεσους ψηφοφόρους.

Αυτοί οι ενδιάμεσοι ψηφοφόροι υποτίθεται ότι δεν θέλουν τη λιτότητα, αλλά δεν πολυσυμπαθούν τους δημοσίους υπαλλήλους, εξεγείρονται για την ΕΡΤ αλλά διαφωνούν για τις απεργίες, βλέπουν τα πράγματα να πηγαίνουν προς τα χειρότερο αλλά δεν τους εμπνέει κανένας πολιτικός.

Όμως αυτή η γραμμή απλώς δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Ούτε ο μέσος ψηφοφόρος υπάρχει, ούτε μπορεί να κατασκευαστεί με βάση τους στατιστικούς μέσους όρους των δημοσκοπήσεων!

Άλλωστε, πώς μπορεί κανείς να φαντασιώνεται ένα «μεσαίο χώρο» σε μια χώρα όπου η κεντροδεξιά κάνει ακροδεξιά στροφή, το ΠΑΣΟΚ έχει διαλυθεί, και η ανερχόμενη δύναμη είναι η Χρυσή Αυγή;

Στην πραγματικότητα, η ελληνική κοινωνία έχει μπει σε μια φάση βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης, σε έναν εμφύλιο πόλεμο, που τροφοδοτείται από την κοινωνική καταστροφή των λαϊκών τάξεων και την κυνική και αυταρχική αναδίπλωση του συνασπισμού εξουσίας.

Σε μία τέτοια συνθήκη πόλωσης, κερδίζει όποιος αποφασίζει να πάει όντως στα άκρα, να πολώσει τα πράγματα προς την κατεύθυνση που κρίνει θεμιτή. Όταν δεν υπάρχει υλικό περιθώριο για διαταξικές και συναινετικές «μεγάλες αφηγήσεις», τότε κερδίζει όποιος αναγνωρίζει τους πραγματικούς όρους της σύγκρουσης και σπεύδει να οχυρώσει το δικό του στρατόπεδο. Αυτό κάνει σήμερα το συστημικό μπλοκ, μέσα από το διαγκωνισμό ανάμεσα στην ακροδεξιά (και ακραία νεοφιλελεύθερη) στροφή της ΝΔ και τη Χρυσή Αυγή. Αντίθετα, πολλοί στην Αριστερά φαντασιώνονται ότι θα παίξουν το ρόλο της ομαλής εναλλαγής και την ήρεμη δύναμη.

Γι' αυτό η Χρυσή Αυγή ανεβαίνει, εκπροσωπώντας ταυτόχρονα ένα τμήμα της κοινωνικής απελπισίας αλλά και τη συσσωρευμένη λούμπεν διαφθορά που εξέθρεψαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, γι' αυτό οχυρώνει το μπλοκ της η ΝΔ, γι' αυτό φαντάζει καθηλωμένος ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν φταίει ο Μουρούτης και οι «μονταζιέρες», αλλά η αναπόδραστη δυναμική του ταξικού ανταγωνισμού και της πολιτικής κρίσης.

Παρ' όλα αυτά, σε αυτή τη συγκυρία η Αριστερά μπορεί να κερδίσει. Όχι εάν «τους βομβαρδίσει με νομιμότητα», αλλά εάν δείξει ότι είναι αποφασισμένη να παίξει, μέχρι τέλους, το ρόλο του άκρου. Εάν συμβάλλει στη μέγιστη αναταραχή και στη μέγιστη αυτοπεποίθηση των λαϊκών μαζών ως συλλογικού υποκειμένου και όχι ως «εκλογικού σώματος». Εάν αδιαπραγμάτευτα στρατευτεί στη σύγκρουση μέχρι τέλους, διαλέγοντας πρακτικές έμπρακτης ανυπακοής, παρακώλυσης δημοσιών λειτουργιών, πολιτικής του δρόμου. Εάν απαρνηθεί τον κοινοβουλευτικό καθωσπρεπισμό και υποσχεθεί την τιμωρία των ενόχων όχι με όρους θεσμικής εξισορρόπησης αλλά πραγματικού τιμήματος για την καταστροφή. Εάν επεξεργαστεί όχι μια γραμμή διαπραγμάτευσης αλλά ρήξης με την ΕΕ και το χρέος και δεσμευτεί για ανατροπές πέραν των ορίων της σημερινής νομιμότητας. Εάν αναμετρηθεί με κάθε τρόπο – και στο δρόμο – με τις θρασύδειλες συμμορίες των νεοφασιστών. Μόνο έτσι θα γείρει αμετάκλητα προς τα αριστερά ο συσχετισμός δύναμης στον ακήρυχτο εμφύλιο πόλεμο που είναι σε εξέλιξη.

Όσοι από την Αριστερά εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ούτως ή άλλως η ακραία «φτωχοποίηση», θα μεταφραστεί σε ριζοσπαστικοποίηση και εκλογική δυναμική, παραβλέπουν ότι η ίδια συνθήκη, εάν δεν υπάρξει η κατάλληλη πολιτική παρέμβαση, μπορεί να οδηγήσει στον εξατομικευμένο επιβιωτισμό ή ακόμη και στη συσπείρωση γύρω από αυταρχικές ή κοινωνικά κανιβαλικές ιδεολογίες.

Ο μόνος εφικτός ρεαλισμός για την Αριστερά σήμερα είναι η αναγκαία πολιτική ακρότητα. Διαφορετικά, η τωρινή αμηχανία και το μούδιασμα θα μετατραπούν σε παγιωμένη συλλογική αποκαρδίωση, οι κυρίαρχες δυνάμεις θα διατηρήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων και ο κόσμος που επένδυσε στην Αριστερά θα πληρώσει το τίμημα: σε φτώχεια, σε βία, σε απελπισία.

ΠΗΓΗ: http://www.aristerovima.gr/blog.php?id=4385

Η Αριστερά στο σταυροδρόμι

Η Αριστερά στο σταυροδρόμι

Του Τριαντάφυλλου Σερμέτη*

Η πολιτική δύναμη που θα υπερβεί το κατεστημένο,

θα ελευθερώσει τη χώρα από εσωτερικούς και εξωτερικούς κατακτητές

«Το υποταγμένο   πνεύμα δεν καταλαμβάνει τη θέση του με τη λογική αλλά με τη συνήθεια». Αυτή η ρήση του F. Nietzsche φανερώνει, με όλη της την ενάργεια, τα συμβαίνοντα στην ελληνική κοινωνία. Μια κοινωνία που έχει εθιστεί στη δημοκρατία των ατομικών δικαιωμάτων, χωρίς συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική θέσμιση της αντιπροσωπευτικότητας.

Συνέχεια

«Εξεγέρσεις» και Ελληνική «κανονικότητα»

«Εξεγέρσεις» και Ελληνική «κανονικότητα»

 

Του Τάκη Φωτόπουλου*

 

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας αυτής χαρακτηρίσθηκαν από μια σειρά εξεγέρσεων σε διαφορετικά γεωπολιτικά σημεία του πλανήτη: από τις Αραβικές χώρες, μέχρι την Τουρκία και την Βραζιλία. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν και μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας («αγανακτισμένοι» σε Ελλάδα και Ισπανία, «κινήματα κατάληψης» της Γουόλ Στριτ, του Σίτυ του Λονδίνου κ.λπ.) που δεν έπαιρναν μεν τη μορφή εξεγέρσεων αλλά είχαν ένα βασικό κοινό χαρακτηριστικό με αυτές: την έλλειψη κοινών ριζοσπαστικών στόχων ενάντια στην εντεινόμενη συστημική βία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης (διογκούμενη ανισότητα, ανεργία/υπό-απασχόληση, φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων κ.λπ.).

Όμως, μπορεί να δειχθεί ότι ο βασικός λόγος της μαζικής συμμετοχής των λαϊκών στρωμάτων ήταν ο αγώνας κατά των συνεπειών της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.  

Το γεγονός της ανυπαρξίας κοινών στόχων δεν ήταν τυχαίο. Ενώ, ιστορικά, πρωταγωνιστές των εξεγέρσεων ήταν κυρίως  τα λαϊκά στρώματα, στη μεταπολεμική περίοδο και ιδιαίτερα μετά τον Μάη του '68 (όπου η εξεγερμένη νεολαία προερχόταν μεν από τα μεσαία κυρίως στρώματα, αλλά ήταν ριζοσπαστικά συνειδητοποιημένη),  και ιδιαίτερα σε όλες τις πρόσφατες εξεγέρσεις, τα μεσαία στρώματα παίζουν βασικό οργανωτικό ρόλο καταλύτη  (κοινωνικά δίκτυα, «νεολαία του Facebook,  του Twitter» κ.λπ.) ενώ τα λαϊκά στρώματα ουσιαστικά παίζουν τον ρόλο των «μαζών». Έτσι, ενώ τα αιτήματα των λαϊκών στρωμάτων πάντα στρέφονται κατά των συνεπειών της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, και υποσυνείδητα κατά της ίδιας της παγκοσμιοποίησης, της οποίας είναι τα κύρια θύματα, τα αιτήματα των μεσαίων στρωμάτων, ουσιαστικά εμπνέονται από την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης (καταπάτηση δικαιωμάτων, καταπολέμηση της διαφθοράς των ελίτ κ.λπ.), αφού άλλωστε τα στρώματα αυτά  συνήθως δεν είναι εχθρικά στην παγκοσμιοποίηση. Αναπόφευκτα, μέσα από παρόμοιο αχταρμά αιτημάτων, ο κοινός στόχος καταντούσε να είναι ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής των συμμετεχόντων: «να φύγει ο Μουμπάρακ, ο Μόρσι, ο Ερντογάν» κ.λπ. Και «κατά σύμπτωση» παρόμοιοι στόχοι συνέπιπταν συνήθως με τους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους της Υπερεθνικής Ελίτ (Υ/Ε) που διαχειρίζεται τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, μέσω των καθεστώτων κοινοβουλευτικής Χούντας που ελέγχει.

Όμως, οι εξεγέρσεις όσο μαζικές -ακόμη και βίαιες- κατά της «νομιμότητας» των ελίτ να είναι, ιστορικά, ποτέ δεν οδήγησαν σε ριζοσπαστικές θεσμικές  αλλαγές, εάν δεν υπήρχε ένα ισχυρό κίνημα με συγκεκριμένο πρόγραμμα παρόμοιων αλλαγών να τις εμπνέει. Αυτό διδάσκει π.χ. η εξεγερσιακή διαδικασία που οδήγησε στην Ρωσική επανάσταση του 1917 και την εγκαθίδρυση του κρατικιστικού σοσιαλισμού και, αντίστοιχα, στην Ισπανική Επανάσταση του 1936 και την εγκαθίδρυση θεσμών ελευθεριακού σοσιαλισμού (μέχρι τη συντριβή τους από τις φασιστικές ορδές του Φράνκο). Και αυτό ακριβώς το κρίσιμο στοιχείο λείπει από τις σημερινές εξεγέρσεις που τελικά καταλήγουν να είναι απόλυτα ελεγχόμενες από την Υ/Ε.

Έτσι, δειγματοληπτικά, στην Αίγυπτο η Υ/Ε ενθάρρυνε την πρώτη εξέγερση του 2011 για να ανατραπεί το χρεοκοπημένο καθεστώς Μουμπάρακ ανοίγοντας τον δρόμο αναγκαστικά (όπως έδειξα σε προηγούμενο άρθρο) στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία συνέχισε τις οικονομικές πολιτικές,  Μουμπάρακ, συν την Ισλαμική σάλτσα. Αναπόφευκτα, όταν τα λαϊκά στρώματα συνειδητοποίησαν την απάτη κατέβηκαν σε δεύτερη μαζική εξέγερση για να καταλήξουν σε μια νέα Χούντα, που ελέγχει πάλι η ίδια Υ/Ε, με αντιπρόεδρο το γνωστό αδίστακτο όργανό της, τον Μπαραντέι, που το κόμμα του μαυρίστηκε στις προηγούμενες εκλογές, (δηλαδή τον αντίστοιχο…Βενιζέλο της Αιγύπτου!). Στη Βραζιλία, όπου οι «προοδευτικοί» Λούλα και Ρουσέφ (που θαυμάζει και ο… Τσίπρας) εφάρμοσαν τις ίδιες πολιτικές της παγκοσμιοποίησης, είχαν μια Κινεζικού τύπου «ανάπτυξη», η οποία βέβαια κάθε άλλο παρά μείωσε την κοινωνική και οικονομική ανισότητα που είναι μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο. Τότε, ένα άμορφο «πλήθος» κατέβηκε μαζικά στις πόλεις της Βραζιλίας, χωρίς κανένα συγκεκριμένο πρόγραμμα ριζικών αλλαγών που να οδηγούν σε ρήξη με την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Το αποτέλεσμα ήταν η εξέγερση αυτή να λήξει το ίδιο άδοξα, όπως όλες οι σύγχρονες «εξεγέρσεις».

Και αυτή ακριβώς είναι η ουσία της Νέας Διεθνούς Τάξης: η δημιουργία της εντύπωσης όχι μόνο μιας ψευδό-δημοκρατίας (μέσα από τις κοινοβουλευτικές Χούντες που επιβάλλονται παντού), αλλά και μιας ψευδό-επανάστασης και ψευδό-αντίστασης, έτσι ώστε κάθε πιθανή μορφή αντισυστημικού αγώνα να είναι μπλοκαρισμένη και μάλιστα κατά "δημοκρατικό" τρόπο!

Από την άλλη μεριά, στην Ελλάδα όχι μόνο δεν υπάρχει καμιά διαδικασία εξεγέρσεων εν εξελίξει, παρά τα πιο άγρια μέτρα για την φτωχοποίηση ενός Λαού που έχουν επιβληθεί σε πανευρωπαϊκό, αν όχι και σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και οι λαϊκές αντιδράσεις ποτέ δεν μαζικοποιήθηκαν αρκούντως ώστε να ξεπεράσουν τα όρια της «νομιμότητας» (τα οποία ορίζουν οι ίδιες κοινοβουλευτικές Χούντες που επιβάλλουν και τα μέτρα!) και να φθάσουν τα όρια μιας εξέγερσης. Συγχρόνως, η Αριστερά όχι μόνο  αποδείχθηκε ανίκανη να ηγηθεί ενός παλλαϊκού Μετώπου με στόχους την έξοδο από την ΕΕ, την ακύρωση των Μνημονίων και όλων των σχετικών νόμων, και τη κατάστρωση ενός προγράμματος οικονομικής αυτοδυναμίας και κοινωνικοποίησης τομέων-κλειδιών κ.λπ., αλλά δεν τόλμησε καν να αποχωρήσει σύσσωμη από τη Βουλή για να σπάσει την ψευδή εικόνα  «κανονικότητας» που πλάθουν οι ελίτ, και να γίνει ανάγλυφη η σημερινή, συγκαλυπτόμενη, οικονομική και κοινωνική καταστροφή…


* http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

ΠΗΓΗ: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (21 Ιουλίου 2013). Το είδα: 21-7-2013, http://inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2013/2013_07_21.html

Δημοκρατία παντού είναι η απάντηση στο κράτος

Δημοκρατία παντού είναι η απάντηση στο κράτος (με όλες τις έννοιες) της ΕΡΤ και όλων των ΜΜΕ

 

Του Νίκου Ηλιόπουλου*

 

Πρωινες σκεψεις

Ειναι περιεργο αυτο που γινεται στην Ελλαδα, κυριως από τις λεγομενες αριστερες δυναμεις. Θα εβαζα τιτλο στη συμπεριφορα τους τον εξης:

Υποστηριξτε το κρατος αναλλαγο, κατι θα μεινει.

Κάθε φορα που η οποια κυβερνηση παιρνει καποια γελοια αποφαση, τα στηλωνουν μενοντας μεσα σε αυτη τη γελοιοτητα. Ξεχνουν ποια ηταν η προηγουμενη κατασταση. Για να δαιμονοποιησουν την κυβερνηση και την αποφαση, ωραιοποιουν την υπαρχουσα κατασταση πραγματων, και στην ουσια την υποστηριζουν. Γινονται ετσι πιο καθεστωτικοι από τους καθεστωτικους.

Στη "ριζικη" αποφαση του κλεισιματος της ΕΡΤ, μια τεραστια φωνη επρεπε να σηκωθει στην Ελλαδα και να φωναξει: Ιδου η Ροδος ιδου και το πηδημα! Θελετε κυριοι, της κυβερνησης, εξυγιανση, εξυγιανθειτε πρωτα εσεις οι ιδιοι! Θελετε δημοκρατια, θα την εχετε!

Και μια συζητηση να αρχισει, επιτελους, με θεμα ριζικο, καθολικο, η δημοκρατια παντου, και πρωτα και κυρια στο δημοσιο διαλογο. Δημιουργια μιας τηλεορασης που να ειναι απλως και μονο δημοκρατικη.

Αντι για αυτο, σπαταλιεται η δυναμη και ζωντανων ακομη δημοκρατικων τασεων στη στειρα διαμαρτυρια που ειναι χαμενη από χερι.

* Λόγω μιας φορτωμένης εβδομάδας, διατυπώνω σε λίγες γραμμές τη γνώμη μου, και το σαββατοκύριακο θα έχουμε, ελπίζω, την ευκαιρία να επανέλθουμε.

 

Παρίσι, 14 Ιουνίου 2013

νικος

Πλατείες και άπλα διεκδικήσεων

Πλατείες και άπλα διεκδικήσεων

Μικρό πολιτικό σχόλιο από το Παρίσι

 

Του Νίκου Ηλιόπουλου

 

Έγραφα το πρωί σε φίλο για τα γεγονότα στη Σουηδία που θυμίζουν κάπως τη λεγόμενη εξέγερση των προαστίων στη Γαλλία, τον Νοέμβριο του 2005. Είχα ήδη ένα συναίσθημα «ξεπερασμένου» αναλογιζόμενος τις εξελίξεις στην Τουρκία.

Και τι να πούμε για την αραβική άνοιξη και το Σύνταγμα;

Η γενίκευση δεν είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος να σκεφτόμαστε πολιτικά. Με μια έννοια, απόσταση μεγάλη χωρίζει τις εξεγέρσεις εναντίον των αυταρχικών καθεστώτων των αραβικών χωρών και τις εξεγέρσεις στην εγκόσμια (αποθρησκοποιημένη κάπως) Ευρώπη. Η περίπτωση της Τουρκίας είναι «ενδιάμεση». Στην ίδια ευθεία πολιτικής σκέψης, οι πλατείες της Αιγύπτου, της Ελλάδος και της Τουρκίας, δεν εντάσσονται εύκολα.

Μολοντούτο, υπάρχει κάτι κοινό. Ή μάλλον τρία κοινά στοιχεία. Το αυθόρμητο και αναπάντεχο της εξέγερσης, η παγκοσμιότητα (δεν είναι απίθανο να ξεσπάσει κάτι στην Κίνα, π. χ.), και η άπλα, η πολύπλευρη διάσταση, των αιτημάτων. (Με την ευκαιρία, καλώ εδώ τους απογοητευμένους φίλους μου που μου έχουν γράψει τώρα τελευταία ότι ο κόσμος συντηρητικοποιείται στην Ελλάδα, να ξανασκεφτούν την κρίση τους αυτή.)

Η μορφή άγωνα που έχουν οι ξαφνικές συλλογικές κινητοποιήσεις, ο ανοργάνωτος και ξαφνικός χαρακτήρας της ανάδυσής τους, και κυρίως η πανσπερμία αιτημάτων (πανσπερμία που βλέπω τελείως θετικά), με οδηγούν στην εκτίμηση, που άλλωστε δεν είναι νέα στη σκέψη μου, ότι όλα αυτά εκφράζουν τη δύσκολη και εύθραστη εκδήλωση του τέλους της καθεστωτικής πολιτικής, που όλα τα ελέγχει και όλα τα αλέθει. Το νήμα της πανσπερμίας είναι η ελευθερία. Από τη στιγμή που υπάρχουν κόμματα και εκλογές, οι οργανωμένοι και καθεστωτικοί θα νέμονται τις κυβερνητικές εξουσίες. Η δική μας στάση έγκειται να κοιτάμε την κοινωνία και να βλέπουμε ότι δεν είναι τόσο συντηρητική όσο νομίζουμε. Για να μην πω ότι μας ξεπερνά! Η δέσμη των αιτίων που οδήγησαν στο ξέσπασμα στην Ισταμπούλ και σε όλη την Τουρκία, η ανοιχτή διατύπωση διεκδικήσεων υπέρ της ελευθερίας και εναντίον της ψήφισης των νόμων κορανιακής έμπνευσης, το αποδεικνύουν.                    

νίκος

Παρίσι, 2 Ιουνίου 2013

Η αποθέωση της πολιτικής θρησκοληψίας…

Η αποθέωση της πολιτικής θρησκοληψίας…

 

Του Δημήτρη Καζάκη


Η κ. Παπαρήγα δεν παύει να μας ξαφνιάζει, αν και έχουμε μάθει να περιμένουμε τα χειρότερα απ' αυτήν και την ομάδα της. Το κόμμα του οποίου ηγείται σήμερα μπορεί να φέρει τα σύμβολα του πάλαι ποτέ κομμουνιστικού κινήματος, μιας και η εντεταλμένη αποστολή της είναι να τα ξεφτιλίσει στα μάτια της κοινωνίας ως εκεί που δεν παίρνει άλλο, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορεί να κρύψει ότι πρεσβεύει μια τυπική παραθρησκευτική οργάνωση της πολιτικής. Ιδού πώς αντιλαμβάνεται τις διαφωνίες από μέλη του κόμματός της:

 

«Η πιο ουσιαστική κριτική και βαθιά είναι όταν συμφωνείς με τη στρατηγική του Κόμματος. Γιατί τότε μπορείς να κρίνεις ουσιαστικά, όχι αυτός που διαφωνεί, αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί να κρίνει γιατί κυριαρχεί η διαφωνία του. Κρίνει με βάση τη διαφωνία του. Αντίθετα, αυτός που συμφωνεί με τη στρατηγική, μπορεί να γίνει ο πιο σκληρός κριτής και του συγκεκριμένου καθοδηγητή και της ΚΕ. Γιατί έχει τη δυνατότητα και μπορεί να κρίνει αν ο καθοδηγητής στο κάτω κάτω τον καθοδηγεί και σωστά. Αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί[1]

Μόνο όταν συμφωνείς μπορείς να ασκήσεις κριτική! Γιατί; Διότι η «στρατηγική του Κόμματος» (προσέξτε την θεολογική αποτύπωση της έννοιας του κόμματος με το «κ» κεφαλαίο) δεδομένη εκ θεού, μία και μόνη, έτοιμη εκ προοιμίου επιδέχεται μόνο εφαρμογή και όχι βεβαίως κριτική επί της ουσίας της. Επομένως η μόνη δυνατή κριτική που μπορεί να ασκηθεί είναι εκείνη που αποτρέπει την «κακή» εφαρμογή της στρατηγικής. Δεν επιτρέπεται ούτε καν να σκεφτεί κανείς το κατά πόσο μια «κακή» εφαρμογή της στρατηγικής δεν οφείλεται στην «κακή» καθοδήγηση, ή σε λάθη πρακτικής, αλλά στην ίδια την ουσία της στρατηγικής.

Έτσι η κ. Παπαρήγα διαγράφει με μια μονοκονδυλιά ολόκληρη την μακρόχρονη ιστορία επικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων που χαρακτήριζαν όλα τα κοινωνικά κινήματα και πρωτίστως αυτό του οποίου τα σύμβολα καπηλεύεται. Απευθύνεται βέβαια είτε σε βαθιά πορωμένα άτομα, είτε σε πανηλίθιους, που διακρίνονται πρωτίστως για την τυφλή τους πίστη και όχι για την γνώση, για την συνείδηση που κατακτάς με την θεωρία όταν την δοκιμάζεις ανελέητα στην πράξη έχοντας ξεκάθαρο ότι δεν οφείλεις κανενός είδους αφοσίωση και υποταγή σε κανέναν παρά μόνο στην αληθινή ζωή που δεν μπορεί να μπει σε καλούπια, ούτε μπορεί ποτέ να αποτυπωθεί με μια και μόνη στρατηγική, όσο ευφυής κι αν είναι. Εκτός βέβαια κι αν είναι θεολογικό δόγμα.

Δυστυχώς, τόσο η κ. Παπαρήγα, όσο και οι οπαδοί της δεν είναι καν σε θέση να γνωρίζουν ότι η στρατηγική ενός κινήματος και πρωτίστως ενός κινήματος που υπόσχεται να ανατρέψει τα πάντα εκ βάθρων, είναι και οφείλει να είναι προνομιακό πεδίο ανοιχτής ζύμωσης όπου οι διαφωνίες και οι αναμετρήσεις είναι αναγκαστικά στην ημερήσια διάταξη. Πώς αλλιώς μπορεί η στρατηγική να προσαρμόζεται στην πραγματική ζωή και στις αληθινές συνθήκες των κοινωνικών αγώνων και της ταξικής πάλης; Μήπως με φετβά και όρντινα της εκάστοτε ηγεσίας;

Η κ. Παπαρήγα έχει μετατρέψει την «στρατηγική του κόμματος» σε ένα θεολογικό δόγμα, σε θεωρία αποκάλυψης της μίας και μοναδικής αλήθειας κατά τας Γραφάς των οποίων η ερμηνεία ανήκει πάντα και αποκλειστικά στο Ιερατείο. Αυτό που αντιλαμβάνεται Επομένως η μοναδική κριτική που αποδέχεται εντός του κόμματος είναι μόνο εκείνη που ασκείται για την παραβίαση του δόγματος. Είναι η «κριτική της πράξης», όπως έλεγαν παλιά οι φασίστες του Μουσολίνι που αποτελεί εκδήλωση της απόλυτης αφοσίωσης και της πίστης στη μία και μόνη «στρατηγική του κόμματος» καταγγέλλοντας όλους τους διαφωνούντες ως σαμποταριστές, διαστρεβλωτές, εχθρούς με μια λέξη αιρετικούς με το ίδιο πάθος και μένος του συνειδητού ρουφιάνου που νιώθει ως χρέος του να καταδώσει ακόμη και τους πιο κοντινούς του όταν διαπιστώνει ότι η τυφλή πίστη στην Υπέρτατη Αλήθεια, που αντιπροσωπεύει η μόνη και αμετάλλακτη «στρατηγική του κόμματος», αρχίζει να υστερεί. Μόνο αυτή την κριτική, δηλαδή την κριτική του ρουφιάνου, αποδέχεται η κ. Παπαρήγα. Καμιά άλλη.

Ο κομουνιστής κατά το ευαγγέλιο της κ. Παπαρήγα πρέπει να διαθέτει όλα τα τυπικά προσόντα του προσήλυτου. Δεν έχει ανάγκη να σκέφτεται ελεύθερα, ούτε να μελετά σε βάθος την ζωντανή πραγματικότητα για να σχηματίσει άποψη. Αρκεί να μηρυκάζει τις σιδερένιες νομοτέλειες του κομματικού ευαγγελίου. Είναι ο Καπιταλισμός, ηλίθιε, όπως έξυπνα ονόμασε το αξιόλογο βιβλίο του ο Νίκος Μπογιόπουλος, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει πιο ηλίθιος σ' αυτή την ζωή από εκείνον που αρκείτε να παπαγαλίζει το «αυτός είναι ο καπιταλισμός» κάθε φορά που καλείται από τα ίδια τα πράγματα να αναλύσει και να κατανοήσει την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πιο ηλίθιος από εκείνον που αντικαθιστά την μελέτη του αληθινού καπιταλισμού όπως αυτός συγκροτείται σε κάθε ιστορική συγκυρία με την βαρετή επανάληψη κλισέ που όταν καν γνωρίζει το τι σημαίνουν. Μεγιστοποίηση του κέρδους, πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, πλουτοκρατία, εργατική τάξη, υπεραξία και μερικά ακόμη που συνθέτουν όχι επιστημονικά εργαλεία ακριβείας για την ανίχνευση της πραγματικότητας, αλλά απλοϊκές ρετσέτες που συνθέτουν το «πιστεύω» ενός πνευματικά καθυστερημένου που ξέρει μόνο στο κομματικό πίστευε και μη ερεύνα.

Αυτός είναι ο «ορθόδοξος» κομμουνιστής σήμερα εσοδείας Παπαρήγα. Τα γεγονότα πάνω στα οποία ο «ορθόδοξος» στηρίζει τα συμπεράσματά του δεν είναι ανάγκη να προέρχονται από δική του παρατήρηση και πείρα, ούτε βέβαια από την γνώση και την επιστήμη, αλλά από την «αγία γραφή» του. Το υπέρτατο προσόν ενός κομματικού σήμερα δεν διαφέρει από αυτό ενός φανατικού: «Τόσο πολύ πρέπει να πιστεύουμε στο λόγο που μας αποκαλύπτει η γραφή, ώστε εγώ, αν όλοι οι άγγελοι του ουρανού κατέβαιναν σε μένα για να μου πουν άλλα, θα έκλεινα τα μάτια μου και θα βούλωνα τα αυτιά μου – δεν αξίζουν ούτε να τα δει ούτε να τ' ακούσει κανείς», όπως απαιτούσε ο Λούθηρος[2] από τους πιστούς του και το τηρούν κατά γράμμα οι πιο πιστοί οπαδοί του σημερινού ΚΚΕ. Τα λόγια της κ. Παπαρήγα και της ομάδας της μοιάζουν σαν απόηχος της διδασκαλίας του Ραβίνου Ιάκωβου τον πρώτο αιώνα μετά την γέννηση του Χριστού: «Όποιος ξεφεύγει από το δρόμο και ξεχνάει τη μελέτη της Γραφής και λέει ‘τι ωραίο είναι αυτό το δέντρο', ‘τι ωραίο είναι αυτό το οργωμένο χωράφι', αμαρταίνει ενάντια στην ίδια του την ψυχή[3] Ή του Ντέιβιντ Χιουμ ο οποίος διηγείται την περίπτωση ενός μοναχού, ο οποίος, «επειδή από τα παράθυρα του κελιού του είχε μια υπέροχη θέα, έκλεισε με τα μάτια του μια συμφωνία, να μη στραφούν ποτέ προς αυτή την κατεύθυνση, ή να νιώσουν μια τέτοια αισθητική απόλαυση[4]

Η ικανότητα του «ορθόδοξου» να κλείνει τα μάτια του και να βουλώνει τ' αυτιά του μπροστά σε γεγονότα που δεν αξίζουν να τα δει και να τα ακούσει κανείς, είναι γι' αυτόν ανεκτίμητη πηγή δύναμης και σταθερότητας. Οι κίνδυνοι δεν τον τρομάζουν, τα εμπόδια δεν τον αποκαρδιώνουν, οι αντιφάσεις δεν τον κλονίζουν, γιατί πολύ απλά αρνείται την ύπαρξή τους. Η δύναμη της πίστης δείχνεται, όπως έγραφε ο Μπρεξόν, όχι στο ότι μετακινεί τα βουνά, αλλά στο ότι δε βλέπει τα βουνά που πρέπει να μετακινηθούν.[5] Η βεβαιότητα του αλάνθαστου δόγματός του είναι αυτό που κάνει τον «ορθόδοξο» άτρωτο απ' όλες τις αβεβαιότητες, τις εκπλήξεις και τις δυσάρεστες αλήθειες της ζωντανής πραγματικότητας και της αληθινής κίνησης της ζωής.Γι' αυτό ένα δόγμα, όπως η «στρατηγική του Κόμματος» κατά την κ. Παπαρήγα, δεν μπορεί να κρίνεται από το περιεχόμενό του σε αλήθεια, βάθος και εγκυρότητα, αλλά από την αποτελεσματικότητα του στην απομόνωση του κομματικού από τον ίδιο του τον εαυτό και από το κοινωνικό περιβάλλον. Για την «στρατηγική του Κόμματος» ισχύει ότι λέει ο Πασκάλ για μια αποτελεσματική θρησκεία, που ισχύει πάντα για κάθε αποτελεσματικό δόγμα, πρέπει «να αντιφάσκει στη φύση, στην κοινή λογική και στην ευχαρίστηση[6] Κι έτσι οι πιστοί καλούνται συνεχώς να αναζητούν την απόλυτη αλήθεια με την καρδιά τους και όχι με την λογική. Η κατοχή της απόλυτης αλήθειας δίνει την αίσθηση ακόμη και στον ηλίθιο ότι κατέχει την αιωνιότητα. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις και τίποτε που να μην είναι γνωστό.

Όλες οι ερωτήσεις έχουν ήδη απαντηθεί, όλες οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί, όλες οι πιθανότητες έχουν ήδη προβλεφθεί, όποτε δεν χρειάζεται πια κανένας να ταλαιπωρείται με τις αντιφάσεις που αναγεννά διαρκώς η ίδια η ζωή. Ο «ορθόδοξος» δεν εκπλήσσεται και δεν διστάζει, απλά υπακούει. Δεν έχει ανάγκη να εντρυφήσει στα εγκόσμια, απλά τα περιφρονεί. Το αληθινό δόγμα είναι το μαγικό κλειδί για τη λύση όλων των προβλημάτων της εποχής και του κόσμου όλου. Μ' αυτό ακόμη κι ο πιο ηλίθιος, ο πιο πνευματικά καθυστερημένος μπορεί λύσει και να αρμολογήσει ολόκληρο τον κόσμο χωρίς προσπάθεια και ιδιαίτερες απαιτήσεις. Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε και καθάρισες.

Κάποτε ο Λένιν, λίγο πριν τον θάνατό του, προειδοποιούσε εμφατικά τους συντρόφους του: «Εάν ξεφορτωθείτε όλους τους ευφυείς αλλά ελάχιστα υποταχτικούς ανθρώπους και κρατήσετε μόνο τους υποταχτικούς ηλίθιους, είναι απολύτως σίγουρο ότι θα φέρετε την καταστροφή στο κόμμα.»[7] Οι σύντροφοί του δεν τον άκουσαν κι έτσι με τα χρόνια τα κομμουνιστικά κόμματα μετατράπηκαν σε μηχανισμούς μαζικής παραγωγής υποταχτικών ηλιθίων. Ιδίως σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας. Ιδανικό περιβάλλον για την επικράτηση μιας άκρως ιδιοτελούς γραφειοκρατικής κάστας που έμαθε να ζει παρασιτικά από το κίνημα και όχι για το κίνημα. Η εξάρτηση από την χρηματοδότηση του αστικού κράτους και τα δάνεια ήταν απλά η λογική συνέπεια. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερο αβαντάζ για μια πουλημένη, πλήρως εξαρτημένη ηγεσία, για έναν αλωμένο κομματικό μηχανισμό, από το να διαθέτει υποταχτικούς ηλίθιους για κομματικά μέλη και οπαδούς που διακρίνονται για την θρησκόληπτη σχέση τους με το «Κόμμα».

Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει μία και μόνη στρατηγική, που να είναι χρήσιμη κάτω απ' όλες τις συνθήκες και όλους τους ιστορικούς όρους. Αυτό το γνωρίζει ακόμη κι ο πιο άσχετος με το όλο θέμα. Μιας και ο ίδιος ο στόχος, που, θεωρητικά πάντα, ήταν ανέκαθεν ο σοσιαλισμός για το κίνημα του οποίου τα σύμβολα έχει οικειοποιηθεί η κ. Παπαρήγα, δεν ήταν ποτέ κάτι το έτοιμο, το στατικό, μια έτοιμη συνταγή που μπορεί να φορεθεί στην πραγματικότητα και να λύσει όλα τα χρόνια προβλήματα της ανθρωπότητας.

Ο Λένιν έλεγε: «Ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα. Ο σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη του σημερινού προλεταριάτου, που βαδίζει από ένα σκοπό σήμερα σ' έναν άλλο αύριο στο όνομα του βασικού του σκοπού, προς τον οποίο πλησιάζει κάθε μέρα»[8] Ποιος είναι ο ένας σκοπός σήμερα, ο άλλος αύριο που βαδίζει το προλεταριάτο στο όνομα του βασικού σκοπού; Πώς θα πρέπει να βαδίσει το προλεταριάτο από τον ένα στον άλλο; Και τι επίδραση έχουν όλα αυτά στον ίδιο τον βασικό σκοπό που δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι ένα «έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα»; Όλα αυτά ανήκουν στη σφαίρα της στρατηγικής κι αυτός που αποφασίζει γι' αυτήν δεν είναι η ηγεσία, ούτε κάποιο σώμα του κόμματος, αλλά η ίδια η διαλεκτική της ζωής που επιβάλλει τους όρους μέσα από τους οποίους οφείλει να προχωρήσει το κίνημα.

Μπορεί να κατανοηθεί αυτή η διαλεκτική της αληθινής ζωής μέσα από έτοιμα σχήματα; Όχι. Απαιτεί την κατάκτηση της επιστήμης της ταξικής πάλης κι αυτό σημαίνει διαρκή αναζήτηση, ανοιχτή κρίση και ανελέητη κριτική, ζύμωση χωρίς κανένα ταμπού, χωρίς κανένα προκάτ, ή προειλλημένο συμπέρασμα, χωρίς άνωθεν ή έξωθεν επιβεβλημένους περιορισμούς. Επιστήμη χωρίς κριτική και διαφωνίες, χωρίς αμφισβήτηση και αντιπαραθέσεις ακόμη και για την ίδια την ουσία και τις αρχές της, δεν μπορεί να υπάρξει. Ιδίως όταν αυτή φιλοδοξεί να ανακαλύψει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους της ριζικής ανατροπής των πάντων.

Κι όπως έλεγε ο Μαρξ: «Ο δρόμος που οδηγεί στην επιστήμη δεν είναι πλατιά λεωφόρος και πιθανότητες να φτάσουν στις φωτεινές κορυφές της έχουν μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να κουραστούν για να σκαρφαλώσουν στ' απόκρημνα μονοπάτια της[9] Πράγμα που δεν ισχύει για καμιά άλλη επιστήμη, όσο για την επιστήμη της ταξικής πάλης. Και για να κατακτηθούν οι φωτεινές κορυφές της απαιτούν ανήσυχα μυαλά όσο δεν παίρνει, ανεξάρτητες προσωπικότητες που δεν καταδέχονται να σκύψουν το κεφάλι σε κανένα δόγμα, ούτε τρέμουν μπροστά στην διάψευση των ιερών και οσίων τους όπως κάθε τυπικός θρησκόληπτος.

Προσωπικά δεν ανήκω, ούτε ανήκα ποτέ στην κατηγορία των πανηλίθιων οπαδών της κ. Παπαρήγα, ούτε εκείνων των κομματικών που σέρνουν την κοινή λογική και την θεωρία από τον βούρκο μιας εσωκομματικής αντιπαράθεσης ενός «καλού» ΚΚΕ της οργιώδους φαντασίας τους έναντι του «κακού» σημερινού ΚΚΕ, με τους ίδιους ακριβώς όρους που οι ορθόδοξοι μάχονται για το παλιό και το νέο ημερολόγιο μακριά από τα εγκόσμια. Σέβομαι τους ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού τόσο ώστε να μην τους μεταχειρίζομαι ως στείρα «τσιτάτα» στα πλαίσια μιας απόκοσμης εσωκομματικής πάλης δίχως αληθινό νόημα, μόνο σε μυημένους και έτη φωτός μακριά από τις αληθινές ανάγκες του κινήματος σήμερα.

Όπως το 1553, όταν ο Μωάμεθ πολιορκούσε την Πόλη και απειλούσε με τέσσερεις αιώνες Οθωμανικό ζυγό τους πληθυσμούς του Βυζαντίου, οι Βυζαντινοί καλόγεροι συζητούσαν με πάθος αν υπάρχουν θηλυκοί καλόγεροι στην επουράνια βασιλεία, έτσι και σήμερα στο ΚΚΕ. Αδυνατούν να κατανοήσουν το προφανές, το γεγονός δηλαδή ότι βρισκόμαστε καταμεσής μιας από πολλές απόψεις πρωτοφανούς επαναστατικής κρίσης, η οποία εξ αντικειμένου θα οδηγήσει – σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα – είτε στην εξέγερση του λαού, είτε στην απόλυτη κυριαρχία της πιο μαύρης αντίδρασης. Αδυνατούν να κατανοήσουν αυτό που αντιλαμβάνεται σήμερα ακόμη και ο πιο απλός εργαζόμενος. Αν δεν οργανωθεί άμεσα η κοινωνική εξέγερση του λαού με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος, είναι σίγουρο ότι η Ελλάδα θα πάψει να υπάρχει και ο λαός της θα υποδουλωθεί χάνοντας ακόμη και το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Είναι μια ιστορική ευκαιρία που ο ελληνικός λαός δεν μπορεί να χάσει, γιατί δεν θα υποστεί απλά μια ήττα, αλλά θα χάσει τα πάντα μαζί και την χώρα του. Και χωρίς χώρα, χωρίς πατρίδα δεν μπορεί να υπάρξει λαός, δεν μπορεί να υπάρξει τάξη, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να υπάρξει κίνημα ούτε καν αντίστασης.

Το έχουν αντιληφθεί αυτό οι κομματικοί που διαπληκτίζονται για την στρατηγική και την τακτική του κόμματος; Στην πλειοψηφία τους όχι. Ούτε καν αυτοί που διαφωνούν από σχετικά ορθές θέσεις. Έχουν χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν έχουν καν αντιληφθεί ότι η αληθινή ζωή δεν περιμένει, επιτάσσει. Κι όταν η ίδια η ζωή θέτει στην ημερήσια διάταξη την επανάσταση, τον παλλαϊκό ξεσηκωμό, όπως σήμερα, τότε ο αληθινός επαναστάτης, ο αληθινός κομμουνιστής δεν χάνει την ώρα του με νεκρές υποθέσεις, αλλά επιλέγει συνειδητά την πρώτη γραμμή, εκεί που τον έχει ανάγκη ο λαός του και η πατρίδα του. Αλλιώς είναι μια καρικατούρα άξια περιφρόνησης και χλευασμού, είτε διαχωρίζει την θέση από την σημερινή κατάσταση του ΚΚΕ, είτε όχι.

Αυτό που αναδύει σήμερα ο «διάλογος» και η εσωκομματική αντιπαράθεση στο ΚΚΕ είναι την δυσοσμία ενός πτώματος που σαπίζει με τους συγγενείς του να τσακώνονται για τα ιμάτιά του. Κανένα από τα καίρια ζητήματα της πιο επαναστατικής απ' όλες τις καταστάσεις στην μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας δεν φαίνεται να τους απασχολεί. Λες και βρίσκονται σε μια ομαλή κοινοβουλευτική περίοδο όπου έχουν όλο το χρόνο να τα ξαναδούν όλα, πρώτα να αναμοχλεύσουν την θεωρία με ομίλους προβληματισμού και θεωρητικές αντιπαραθέσεις όπου ανθεί ο στείρος ακαδημαϊσμός, ανίκανος να προσθέσει έστω κι ένα «ι» στην ανάλυση της ζωντανή πραγματικότητας, αλλά ικανότατος στο να χάνεται στους λαβύρινθους ενός απίστευτου σχολαστικισμού μακριά από τις απαιτήσεις της μαζικής λαϊκής πάλης. Αυτή η τελευταία μπορεί να περιμένει.

Κι όταν με το καλό θα υπάρξει επιτέλους μια αληθινή αριστερά, ένα ικανό «κόμμα» όπως το ονειρεύονται οι πιο πιστοί οπαδοί του, τότε ίσως να έρθει και η ώρα να δούμε τι έχει ανάγκη ο λαός και η χώρα. Έως τότε όμως η ιστορία, η ίδια η ζωή, οφείλει να σταματήσει. Προέχουν άλλα πολύ πιο σοβαρά πράγματα. Τι σημασία έχει το γεγονός ότι ο κόσμος πεθαίνει, δουλοποιείται σε απίστευτο βαθμό, εξαθλιώνεται μαζικά και χάνει μέρα με τη μέρα ακόμη και την ελπίδα να ζήσει. Όλα αυτά μπορούν να περιμένουν έως ότου οι επαναστάτες του γλυκού νερού, της ακαδημαϊκής θεωρητικολογίας, της τρικυμίας εν κρανίω, ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με το κόμμα τους. Τι πειράζει αν εν τω μεταξύ χαθεί αυτή η ιστορική ευκαιρία για τον λαό και τη χώρα; Τι πειράζει αν ο λαός, ο απλός κόσμος, εισπράξει μια ακόμη τραγική ήττα; Τι σημαίνει μια ακόμη ήττα; Τόσες και τόσες τους πρόσφερε το κόμμα μας κι εμείς οι ίδιοι με την νοοτροπία και την πρακτική μας. Τι είναι μια ακόμη;

Όσο υπάρχουμε εμείς – σκέφτονται οι ανόητοι που σουλατσάρουν ως επαναστάτες – ο λαός έχει ελπίδα για το μέλλον. Έστω κι αν αυτό το μέλλον αφορά στις ελληνικές καλένδες και γράφεται με τον ανδραποδισμό ενός ολόκληρου λαού και την διάλυση της χώρας. Εξαρτημένοι από τον μυστικισμό του κόμματος, που έμαθαν να υπηρετούν τυφλά, αρνούνται να αντιληφθούν το τι συμβαίνει τριγύρω τους. Δεν έχουν ούτε καν αντιληφθεί ότι το κυρίαρχο ζήτημα σήμερα δεν είναι το τι σόι κόμμα θέλουν οι μεν, ή οι «δεν», ούτε καν το είδος της πολιτικής συμμαχιών, ή της στρατηγικής, αλλά το πώς πρέπει να οργανωθεί άμεσα και πρακτικά η κοινωνική εξέγερση του λαού εναντίον του καθεστώτος. Όχι του Αγίου Ποτέ, ή του Οσίου Πατάπιου ανήμερα, αλλά εδώ και τώρα με τους όρους και τις συνθήκες που γεννά σήμερα η ίδια η πραγματικότητα μιας πρωτοφανούς κοινωνικοπολιτικής πόλωσης, η οποία πολύ σπάνια έχει παρατηρηθεί στην ιστορία τόσο της Ελλάδας, όσο και διεθνώς. Αλλιώς, γίνονται συνένοχοι στην σφαγή ενός ολόκληρου λαού και στη διάλυση της πατρίδας του. Κι από αυτή την συνενοχή δεν πρόκειται να τους γλυτώσει κανένα «τσιτάτο» του Μάρξ, ή του Λένιν, κανένα ορατόριο για την επανάσταση που δεν έμαθαν ποτέ πώς να την υπηρετούν στην πράξη και στην ώρα της.

Όποιος πιστεύει σήμερα ότι πρώτα πρέπει να φτιάξει το ΚΚΕ και ύστερα να δούμε πώς θα πορευτεί το κίνημα, η κοινωνία και ο λαός, δεν μπορεί ούτε καν να αντιληφθεί ότι έχει «φύγει», έχει αναχωρήσει εις Κύριον. Είναι το ίδιο αναχωρητής, όσο και οι οπαδοί της Παπαρήγα, έστω κι αν διαφωνεί μαζί τους. Ο αληθινός κομμουνιστής, ο αληθινός επαναστάτης ξέρει ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Δεν μπορεί να συντηρείται ένα κόμμα που το έχει ξεβράσει η κοινωνία και η ιστορία, ούτε αυτό μπορεί να αναγεννηθεί σε άλλη πιο «καλή» εκδοχή του παρά μόνο σαν φάρσα, ή σαν παρά φύση απόστημα. Ότι πέθανε, πέθανε και όσο πιο γρήγορα το θάψουμε στο νεκροταφείο της συνείδησής μας και της ιστορίας, τόσο πιο γρήγορα θα ανθήσουν οι ιδέες και οι αξίες του κινήματος της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης μέσα στα σπλάχνα της ίδιας της κοινωνίας και όχι στο περιθώριό της όπως θέλουν να το καταδικάσουν σήμερα. Το θεμελιώδες ερώτημα που ανέκαθεν απασχολούσε έναν αληθινό επαναστάτη σε ανάλογες καμπές ήταν αυτό που διατύπωνε από την εποχή του ο Αλεξάντερ Χέρτσεν: «είμαστε πεθαμένοι που ανήκουμε στα περασμένα και δευτερώνουμε με αναστεναγμούς «τελείωσε», ή είμαστε ζωντανοί άνθρωποι του μέλλοντος που λένε, αφήνοντας να πέσει το σάβανο στο κουφάρι του βασιλιά: ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς!»

Ο αληθινός κομμουνιστής δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνου του μαθητή που διστάζοντας να ακολουθήσει τον Ιησού του είπε: «Κύριε, πίτρεψόν μοι πρτον πελθεν κα θάψαι τν πατέρα μου.» Διότι γνωρίζει πολύ καλά την απάντηση του ίδιου του Ιησού, που συνιστά την αιώνια απάντηση σε ανάλογα ερωτήματα που γεννιούνται σε όποιον έχει θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία των καταπιεσμένων κάθε ιστορικής εποχής: «κολούθει μοι, κα φες τος νεκρος θάψαι τος αυτν νεκρούς.» Και ξέρει να την κάνει πράξη χωρίς καμιά καθυστέρηση, χωρίς να ασχολείται με το θάψιμο των νεκρών, όταν τον καλεί η ιστορία και τα καθήκοντα που έχει θέσει η συνειδητή του στράτευση στο πλευρό των καταπιεσμένων, του ίδιου του λαού του. «Δεν υποφέρουμε μονάχα από τους ζωντανούς μα κι από τους πεθαμένους. Le mort saisit le vif!», έγραφε ο Μαρξ.[10] Ο πεθαμένος αδράχνει τον ζωντανό. Αυτό συμβαίνει με το ΚΚΕ σήμερα και αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν ακόμη κι όσοι διαφωνούν με το πώς κατάντησε το κόμμα της η ομάδα της κ. Παπαρήγα.

Ο αληθινός κομμουνιστής γνωρίζει ότι η χειρότερη δοκιμασία για τον ίδιο, η πιο μεγάλη αδυναμία του είναι όταν δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι αυτό που τον εξέφρασε οργανωτικά και πολιτικά σε μια άλλη εποχή έχει πεθάνει προ πολλού. Κι αγωνίζεται να κρεμαστεί από την ανάμνησή του, χάνεται στην προσπάθεια να το αναβιώσει, να του δώσει ζωή μόνο και μόνο για να καταλήξει ως νέος δόκτωρ Φράνκενστάιν να προσπαθεί με τα πειράματά του να αναστήσει τους νεκρούς. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι να χαθεί στο περιθώριο της ιστορικής κίνησης μέσα σε ατέρμονες προσπάθειες που είναι καταδικασμένες εκ προοιμίου να γεννήσουν μόνο τέρατα.

Ο Μαρξ είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς το γεγονός αυτό: «Είμαστε ακλόνητα πεισμένοι ότι ο πραγματικός κίνδυνος δεν βρίσκεται στις πρακτικές προσπάθειες, αλλά στη θεωρητική επεξεργασία των κομμουνιστικών ιδεών, μιας και οι πρακτικές προσπάθειες, ακόμη και οι επιδιώξεις των μαζών, μπορούν να απαντηθούν με το κανόνι μόλις γίνουν επικίνδυνες, ενώ οι ιδέες που έχουν κατακτήσει τη νοημοσύνη μας και έχουν κατακλύσει το νου μας, οι ιδέες με τις οποίες η λογική έχει αλυσοδέσει τη συνείδηση μας, είναι δεσμά από τα οποία δεν μπορεί κανείς να απελευθερωθεί δίχως να ραγίσει την καρδιά του, είναι δαίμονες που οι ανθρώπινες υπάρξεις μπορούν να εξευμενίσουν μόνο με το να υποκύψουν σ' αυτές.»[11] Αληθινός επαναστάτης, αληθινός κομμουνιστής είναι αυτός που ξέρει να σπάει τα δεσμά του παρωχημένου, των αλλοτινών ιδεών που έχουν αλυσοδέσει την λογική του και την αίσθηση που πρέπει να έχει της πραγματικότητας, έστω κι αν ραγίσει η καρδιά του, έστω κι αν του κοστίσει προσωπικά, προκειμένου να αναμετρηθεί με το καθήκον που του θέτει αντικειμενικά η ίδια η ζωή.

Προσωπικά δεν έχω καμιά διάθεση να απαγορέψω στον οιονδήποτε να αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνιστής και να λειτουργεί στον κλειστό κόσμο των δικών του Καθαρών. Κι όπως οι Καθαροί του μεσαίωνα έτσι κι αυτός αναλώνεται για να βρει τους δικούς του Bons Hommes, τους δικούς του «καλούς Χριστιανούς». Δικαίωμά του. Όμως αυτός ο κομμουνιστής δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ανεμογκάστρι της ιστορικής συγκυρίας. Μια παρά φύση απόφυση άλλων πολύ μακρινών εποχών όταν η κοινωνική διαμαρτυρία εκφραζόταν από οργανώσεις και πολιτικά σχήματα με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά των αιρέσεων, μιας και «η ίδια η έννοια του κόμματος μεταπήδησε στην πολιτική από την Εκκλησία διαμέσου της φιλολογίας και των φιλοσοφικών σχολών», όπως έγραφε στα 1843 ο νεοχεγγελιανός Καρλ Ρόζενκραντς.[12]

Όταν ο Μαρξ στην 11η θέση για τον Φόιερμπαχ έγραφε, «οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε», δεν είχε υπόψη του κάποιο έτοιμο πολιτικό πρόγραμμα με βάση το οποίο έπρεπε να αλλάξει ο κόσμος. Ούτε θεωρούσε ότι διέθετε μια δεδομένη ερμηνεία του κόσμου και επομένως το μόνο που έμενε ήταν να αλλάξει σύμφωνα με τους θεωρητικούς κανόνες αυτής της ερμηνείας. Αντίθετα, ο Μαρξ πρότεινε έναν εντελώς νέο τρόπο για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο. Όχι παρατηρώντας από απόσταση, ή μέσα από ολοκληρωμένα θεωρητικά σχήματα, έτοιμα να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα. Αλλά μέσα από την πάλη για να τον αλλάξουμε. Μόνο μέσα από αυτή την πάλη μπορεί και να ερμηνευθεί, να κατανοηθεί σε βάθος η ίδια η πραγματικότητα. Άλλωστε όπως εξηγεί ο ίδιος στην 8η θέση για τον Φόιερμπαχ, «η κοινωνική ζωή είναι στην ουσία της πραχτική. Όλα τα μυστήρια, που παρασέρνουν τη θεωρία προς το μυστικισμό, βρίσκουν τη λογική τους λύση στην ανθρώπινη πράξη και στην κατανόηση αυτής της πράξης

Γι' αυτό και για τους Μαρξ και Ένγκελς ο κομμουνισμός αποκτούσε εξαρχής ένα ριζικά διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν ήταν ένα πολιτικό πρόγραμμα με βάση το οποίο έπρεπε να αναμορφωθεί επαναστατικά ο καπιταλισμός, αλλά η αναγκαία κατάληξη των εσωτερικών όρων ανάπτυξης της αστικής κοινωνίας. Επομένως το βασικό πρόβλημα της θεωρίας για τον Μαρξ δεν ήταν η διατύπωση γενικών αρχών, δεδομένων συμπερασμάτων και ακαταμάχητων νομοτελειών, αλλά η κατανόηση των υλικών προϋποθέσεων που ενυπάρχουν στην ίδια τη φύση της αστικής κοινωνίας και επιτρέπουν με καταλύτη την ταξική πάλη το άνοιγμα του δρόμου για την επαναστατική ανατροπή και την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. «Ο κομμουνισμός» υπογράμμιζαν οι Μαρξ-Ένγκελς, «δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ' αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν[13] Το ζητούμενο λοιπόν για τη θεωρητική συνείδηση του Μαρξ δεν ήταν ποτέ αυτή καθαυτή η μελλοντική κοινωνία, αλλά η κατανόηση του ιστορικού τρόπου της γέννησής της μέσα από την αστική κοινωνία. Γι' αυτό και βασικό μέλημα του Μαρξ δεν ήταν το ποια ακριβώς θα είναι η μελλοντική κοινωνία, με ποιους κανόνες, ή με ποιες νομοτέλειες αυτή θα συγκροτηθεί, αλλά με ποιο τρόπο θα ανοίξει ο δρόμος γι' αυτήν, υπό ποιους όρους οι καθημερινοί αγώνες που είναι αναγκασμένο να διεξάγει το προλεταριάτο για τα πιο άμεσα αιτήματά του θα μετατρέψουν την ποσότητα σε ποιότητα.

Φυσικά ένα τέτοιο καθήκον γνώσης δεν μπορεί να αναλάβει μια θεωρία που απλώς παρατηρεί και αναλύει. Χρειάζεται μια θεωρία που είναι συνειδητά στρατευμένη στην υπόθεση του πραγματικού κινήματος της εργατικής τάξης. Κι αυτό γιατί η ανάγκη για την ανατροπή του καπιταλισμού δεν πηγάζει από την κοινωνική αδικία, τη φτώχεια, την ανέχεια και την αδίστακτη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, αλλά από τη δυνατότητα της ίδιας της εργατικής τάξης να συγκροτείται και να διεκδικεί σε καθημερινή βάση τα δικά της συμφέροντα. Ο Μαρξ είναι ο πρώτος που απέδειξε επιστημονικά πως η εργατική τάξη είναι σε θέση να νικήσει και να υπερβεί κάθε «σιδερένιο νόμο» του καπιταλισμού, να αποσπάσει κατακτήσεις, να έχει επιτυχίες ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες, τις πιο αντίξοες και δυσμενείς γι' αυτήν συνθήκες. Κι αυτός ο αγώνας, αυτές οι επιμέρους επιτυχίες είναι ο μόνος δρόμος για να οργανωθεί, να συγκροτηθεί ως τάξη, να αποκτήσει εμπειρία και να κατανοήσει μέσα από τη δική της πείρα ότι «παρ' όλες τις αθλιότητες που της επιβάλλει, το τωρινό σύστημα γεννάει ταυτόχρονα και τους υλικούς όρους και τις κοινωνικές μορφές που είναι απαραίτητες για μια οικονομική ανοικοδόμηση της κοινωνίας[14]

Επομένως ο αγώνας για τους επαναστάτες, για τους κομμουνιστές, όπως τουλάχιστον τους αντιλαμβάνονταν οι Μαρξ-Ένγκελς, δεν είναι να αλλάξουν τα μυαλά του προλεταριάτου, δεν είναι να πείσουν τους εργάτες για την ορθότητα των δικών τους συνθημάτων και προγραμματικών στόχων, αλλά να γίνουν ένα με την εργατική τάξη, να βοηθήσουν το κίνημά της να κερδίσει καλύτερες θέσεις μέσα στον καπιταλισμό, να διευκολύνουν την συνεύρεση, συσπείρωση και οργάνωση της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων κατά κλάδο και συνολικά, δίχως να απαιτούν από τους εργάτες και τις ηγεσίες τους πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, ή να εγκαταλείψουν εξαρχής και εκ προοιμίου τις όποιες πολιτικές εξαρτήσεις τους.

Ο Μαρξ τόνιζε πάντα ότι «δεν ερχόμαστε για να αντιμετωπίσουμε τον κόσμο με δογματικό τρόπο προβάλλοντας μια νέα αρχή: Ιδού η αλήθεια, προσκηνύστε την! Αναπτύσσουμε νέες αρχές για τον κόσμο μέσα από τις ίδιες τις δικές του αρχές. Δεν λέμε στον κόσμο: σταματήστε τους αγώνες σας, είναι ανόητοι. εμείς θα σας δώσουμε το αληθινό σύνθημα του αγώνα. Εμείς απλά δείχνουμε στον κόσμο αυτό για το οποίο αγωνίζεται στ' αλήθεια, και η συνείδηση είναι κάτι που πρέπει να αποκτήσει, ακόμη κι αν δεν το θέλει[15] Και αυτή η αλλαγή της συνείδησης σε μαζικό επίπεδο έχει αποδειχτεί ότι δεν μπορεί να καταχτηθεί στο επίπεδο της μαζικής ιδεολογίας, με όπλο την προπαγάνδα θέσεων, αλλά «μπορεί να γίνει μόνο μέσα σ' ένα πρακτικό κίνημα»[16] της ίδιας της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων.

Οι Μαρξ-Ένγκελς δεν επεδίωξαν ποτέ να κατασκευάσουν το «δικό τους» κίνημα και το «δικό τους» κόμμα, ή να υποκαταστήσουν την αληθινή εργατική τάξη με την εικόνα που αναπαράγει η θεωρία τους μεταφρασμένη σε δόγμα, αλλά να λειτουργήσουν καταλυτικά, τόσο με το θεωρητικό έργο τους, όσο και με την πρακτική που απορρέει από αυτό, στη συγκρότηση του κινήματος και του κόμματος της εργατικής τάξης. Δεν είναι τυχαίο που στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι Μαρξ-Ένγκελς θεωρούν ότι το κομμουνιστικό κόμμα, για το οποίο έγραψαν αυτήν την προγραμματική διακήρυξη, δεν είναι ένα αυτοτελές κόμμα της εργατικής τάξης, ή όπως το έθεταν οι ίδιοι: «Οι κομμουνιστές δεν είναι ένα ξεχωριστό κόμμα, που αντιτίθεται στ' άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολό του. Δεν διακηρύσσουν ξεχωριστές (αιρετικές) αρχές, που σύμφωνα μ' αυτές θα θέλαν να πλάσουν το εργατικό κίνημα.»[17]

Κι αυτό το τόνιζαν γιατί θεωρούσαν ότι ένα αληθινό κόμμα της εργατικής τάξης δεν χειροτονείται αφ' εαυτού του ως τέτοιο με βάση την ιδεολογία του, ή τις προγραμματικές διακηρύξεις του, αλλά αποτελεί την πολιτική συγκρότηση της ίδιας της τάξης. Κι επομένως κόμμα της εργατικής τάξης που δεν μπορεί να εκφράσει στην πράξη και να κινητοποιήσει την πλειοψηφία της τάξης, ακόμη κι όταν αυτή ακολουθεί άλλα κόμματα, δεν μπορεί να υπάρξει. Στο μυαλό τους δεν υπήρχε κανένα ιδεατό κόμμα, αλλά παρακολουθούσαν και ανέλυαν τις μορφές κομμάτων και πολιτικών κινημάτων που γεννούσε η ίδια η ζωή και η πάλη της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα και διεθνώς.

Οι Μαρξ-Ένγκελς αρνήθηκαν να ιδρύσουν το Κόμμα της Εργατικής Τάξης. Αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν ως κόμμα της εργατικής τάξης, οργανώσεις που δεν ξεπήδησαν μέσα από το εργατικό κίνημα και δεν ανδρώθηκαν μαζικά από την ίδια την εργατική τάξη. Ακόμη κι αν στις οργανώσεις αυτές συμμετείχαν και οι ίδιοι, όπως π.χ. ήταν η Ένωση των Κομμουνιστών για την οποία έγραψαν το Μανιφέστο. Γι' αυτούς το αληθινό κόμμα της εργατικής τάξης γεννιέται από την ίδια την τάξη με τον τρόπο που εν πολλοίς γεννήθηκε το πρώτο ιστορικά κόμμα της, οι Χαρτιστές. Οι κομμουνιστές με τη σειρά τους θα έπρεπε να παίξουν τον ρόλο ενός δραστήριου οργανωτικού και πολιτικού κέντρου μέσα στο εργατικό κίνημα, να λειτουργήσουν «ως το πιο αποφασιστικό τμήμα των εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, το τμήμα που τα κινεί πάντα προς τα μπρός[18] Κι αυτό γιατί «ο άμεσος σκοπός των κομμουνιστών είναι ίδιος με τον σκοπό όλων των άλλων προλεταριακών κομμάτων: συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη, ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο[19]

 Όσο περισσότερο αποθεώνεται ο μαρξισμός ως θεωρητική ενασχόληση ομίλων, ή κλειστών κομματικών διαδικασιών, μακριά από τις τρέχουσες πρακτικές ανάγκες της μαζικής λαϊκής πάλης, τόσο περισσότερο η θεωρία αποστεώνεται και απομακρύνεται από τα επίγεια. Μετατρέπεται σε δόγμα όπως ακριβώς συνέβαινε με τους παλιούς φιλοσόφους που σύμφωνα με τον Βάκωνα το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να «κατασκευάζουν φανταστικούς νόμους για φανταστικές κοινοπολιτείες, ενώ οι αναλύσεις τους είναι σαν τα άστρα, τα οποία εκπέμπουν ελάχιστο φως, γιατί βρίσκονται τόσο ψηλά.»[20] Κι αυτού του τύπου η θεωρία υπήρξε πάντα το γόνιμο περιβάλλον μέσα στο οποία ανθεί η γραφειοκρατία, η οποία με τον ίδιο τρόπο που «είναι το φανταστικό Κράτος δίπλα στο πραγματικό»[21], όπως έλεγε ο Μαρξ, συνιστά επίσης το φανταστικό κόμμα δίπλα στο πραγματικό. «Το καθολικό πνεύμα της γραφειοκρατίας είναι το μυστικό, το μυστήριο που φυλάγεται από την ιεραρχία προς τα μέσα κι από τον χαρακτήρα της σαν κλειστής συντεχνίας προς τα έξω… Η Αρχή είναι η αρχή της γνώσης της και η ειδωλολατρία της Αρχής η πεποίθησή της[22] Μια ειδωλολατρία, που σε αντίθεση με τον διαλεκτικό υλισμό της «ανελέητης κριτικής όλων όσων υπάρχουν, ανελέητης τόσο με την έννοια ότι δεν φοβάται σε ποια συμπεράσματα θα καταλήξει, όσο και με την έννοια ότι εξίσου δεν φοβάται να συγκρουστεί με τις όποιες κατεστημένες εξουσίες»[23], οδηγεί πάντα σε έναν «χυδαίο υλισμό, στον υλισμό της παθητικής υποταγής, της τυφλής πίστης στην εξουσία, του μηχανισμού μιας καθορισμένης τυπικής δραστηριότητας, καθορισμένων αρχών, απόψεων και παραδόσεων[24]

Η αποφασιστική υπέρβαση της λογικής αυτού του χυδαίου υλισμού αποτέλεσε την πρώτη θεμελιώδη προϋπόθεση για την ανάδειξη ενός επαναστατικού κόμματος νέου τύπου. Όμως αυτή, όσο κι αν ήταν απαραίτητη, δεν υπήρξε ποτέ αρκετή. Χρειάζονταν επιπλέον δυο αναγκαίες και ικανές συνθήκες: Αφενός, μια θεωρία που δεν θα αποτελεί «μια συλλογή δογμάτων τα οποία πρέπει κάποιος να τα αποστηθίσει και να τα επαναλαμβάνει σαν θαυματουργή φόρμουλα, ή σαν Καθολική προσευχή[25] Και αφετέρου μια συνειδητή πρακτική που ξέρει με συλλογικό τρόπο όχι απλά να «εκπροσωπεί», ή να «εκφράζει», όπως επιδιώκει κάθε τυπικό πολιτικό κόμμα, ούτε πολύ χειρότερα να «υποκινεί», όπως ήθελαν οι συνωμοτικές σέκτες, τους καταπιεσμένους γενικά, αλλά να «δουλεύει με την εργατική τάξη σε κάθε πιθανό στάδιο της ανάπτυξής της[26]

Ωστόσο, οι συνθήκες αυτές, ακόμη και για όσους υιοθέτησαν ανεπιφύλακτα τον επιστημονικό σοσιαλισμό, δεν ήταν ποτέ δεδομένες, ούτε κατοχυρωμένες για κανένα κόμμα, όσο κι αν ορκιζόταν σε επαναστατικά ιδανικά, όσο κι αν έχριζε τον εαυτό του δικαιωματικό κληρονόμο του μαρξισμού, της εργατικής τάξης και των ιστορικών της πεπρωμένων. Η μεγάλη δυσκολία να κατακτηθεί αυτή η πολύ συγκεκριμένη ενότητα θεωρίας και πράξης στα πλαίσια της ταξικής πάλης, έσπρωξε πολλά μαρξιστικά κόμματα – από την εποχή της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και μετά στην περίοδο του κομμουνιστικού κινήματος – να δημιουργήσουν για δική τους προσωπική χρήση μια εικονική εργατική τάξη και μια εικονική ταξική πάλη, όπου αρκούσε το αίσθημα της κατάφωρης αδικίας, η γενική διάθεση για κοινωνική διαμαρτυρία, όπως και η ηρωική αποθέωση των αμέτρητων «αγώνων και θυσιών». Μόνο που οι εικονικές πραγματικότητες, τόσο στην πολιτική, όσο και στην κοινωνία, συνοδεύονται αναγκαστικά από την ιδεολογικο-πολιτική και ηθική απαξίωση όσων αιχμαλωτίζονται απ' αυτές.

Ο Πιοτρ Λαβρόφ απέδιδε πολύ εύστοχα το κλίμα γενικευμένης κατάπτωσης, που κυριαρχούσε ανέκαθεν σε κάθε «οργάνωση της κοινωνικής επανάστασης» η οποία επενδύει στο συναίσθημα, στη γενική διαμαρτυρία, στη μεταφυσική αποθέωση του κόμματος, των ιδανικών και των συνθημάτων του, ενώ κατανοεί τον πολιτικό της ρόλο ως «υποκινητή» της μαζικής δράσης. Κάθε τέτοια οργάνωση, τόνιζε ο Λαβρόφ, πάσχει από ένα βαθύ και ανυπέρβλητο εσωτερικό διχασμό, ανάμεσα σε μια επιτήδεια ηγεσία, ικανή για οτιδήποτε στο όνομα ενός μεταφυσικού «κομματικού συμφέροντος» και μια αποχαυνωμένη βάση οπαδών. Η επιτηδειότητα των ηγετών εκφράζεται πάντα με την προσπάθεια να αξιοποιήσουν «τη χολή των υποστηρικτών της νέας κοινωνικής τάξης ενάντια στις αδικίες της παλιάς κοινωνίας, υιοθετώντας την αρχή ότι, στον πόλεμο, κάθε μέσο είναι επιτρεπτό. Ανάμεσα σ' αυτά τα επιτρεπτά μέσα συμπεριλαμβάνουν την εξαπάτηση των συντρόφων τους, την εξαπάτηση του λαού που, παρόλα αυτά, υποστηρίζουν ότι υπηρετούν. Ήταν έτοιμοι να πουν ψέματα σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά με μόνο σκοπό να οργανώσουν ένα επαρκώς ισχυρό κόμμα, λες και ένα ισχυρό κόμμα της κοινωνικής επανάστασης μπορεί να συγκροτηθεί χωρίς την ειλικρινή αλληλεγγύη των μελών του!… Ήταν έτοιμοι να εκμεταλλευτούν τους φίλους και συντρόφους τους, να τους μετατρέψουν σε υποχείρια στα σχέδιά τους. Ήταν έτοιμοι να υπερασπιστούν στα λόγια την πιο πλήρη ανεξαρτησία και αυτονομία προσώπων και τάξεων, την ίδια στιγμή που οργανώνουν την πιο ξεδιάντροπη δικτατορία και εκπαιδεύουν τους οπαδούς τους να συμπεριφέρονται υποταχτικά, σαν πρόβατα δίχως σκέψη, λες και η κοινωνική επανάσταση μπορεί να διεξαχθεί από μια ενότητα εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων, από μια ομάδα ανθρώπων των οποίων η πράξη είναι σε κάθε στιγμή ένα χαστούκι στο πρόσωπο όλων αυτών που στα λόγια διακηρύχνουν!»[27]. Ο Μαρξ ένιωθε τέτοια απέχθεια για όσες «επαναστατικές οργανώσεις» θεμελίωναν τη δράση τους, τόσο προς τα μέσα, όσο και προς τα έξω, στην αποθέωση του συνωμοτισμού, που θεωρούσε ότι η μόνη δυνατή συνεισφορά τους είναι η αναβίωση της «ιδεολογίας του μαφιόζου» στο εσωτερικό της επανάστασης. Ο Ένγκελς με τη σειρά του συμπλήρωνε ότι η εξύμνηση του συνωμοτισμού και των συνεπειών του «λειτουργεί μονάχα ως μανδύας για να κρύψει την πιο εξόφθαλμη επαναστατική ανικανότητα απέναντι στις κυβερνήσεις, αλλά και τη φιλόδοξη συμπεριφορά κλίκας στο εσωτερικό του επαναστατικού κόμματος.»[28]

Αρκετά χρόνια αργότερα ο Μπουχάριν θέλοντας να απαντήσει στο «μανιφέστο» του πάπα Πίου (Rigasche Rundschau, No 3, 10/2/1930) εναντίον του μπολσεβικισμού, αναφέρεται με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο στους θεωρητικούς των θρησκευτικών ταγμάτων: «Αυτοί οι θεωρητικοί ανέβασαν την ιδεολογία της εκπόρνευσης και της υποταγής δίχως αναστολές, στο ύψος της ανώτατης αρχής. Οικοδόμησαν μια οργάνωση των οποίων τα μέλη θεωρούσαν ως μέγιστη αρετή και ηθικό τους καθήκον την άρνηση των δικών τους αρχών. Έχει ορθά ειπωθεί ότι δεν υπάρχει καμμιά αθλιότητα στον κόσμο για την οποία να μη μπορεί να βρεθεί κάποια ιδεολογική δικαίωση. Ο ηγεμόνας των ιησουϊτών, ο Λογιόλα, ανέπτυξε μια ολόκληρη θεωρία υποταγής, μιας «πτωματώδους πειθαρχίας», όπου το κάθε μέλος του τάγματος θα έπρεπε να υπακούει τον ανώτερό του «όπως ένα πτώμα που μπορεί να γυρίσει προς όλες τις κατευθύνσεις», όπως ένα ραβδί που ακολουθεί κάθε κίνηση, όπως μία μπάλα από κερί που μπορεί να πλαστεί και να εκταθεί προς κάθε κατεύθυνση… Αυτό το πτώμα χαρακτηρίζεται από τρεις βαθμούς τελειότητας: υποταγή της πράξης, υποταγή της θέλησης, υποταγή της σκέψης. Όταν ο τελευταίος βαθμός έχει κατακτηθεί, όταν ο άνθρωπος υποκαθιστά τη νοημοσύνη με την τέλεια υποταγή, απαρνούμενος όλες τις πεποιθήσεις του, τότε έχεις έναν εκατό τα εκατό Ιησουίτη… Δεν πρέπει να αναρωτιέται κανείς γιατί κάτω από την κυριαρχία μιας τέτοιας «εκπόρνευσης αρχών» η εξαπάτηση, η παραπλάνηση, η κοροϊδία, η χρήση του στιλέτου, το δηλητήριο, η δολιότητα, το εκλεπτυσμένο σύστημα ψεύδους που αποκαλείται σοφιστική, τα σαδιστικά βασανιστήρια στις ακροάσεις, η διπλοπροσωπία – όλα αυτά και άλλα πολλά ανθοφόρησαν με τέτοια αφθονία στους αμπελώνες του Κυρίου. Αυτή την πνευματική πορνεία, αυτή την ιδεολογία των δόλιων καστράτων και των ομοφυλόφιλων, αυτή τη βρωμιά, εσείς, Άγιε Πίο, αποκαλείται "πολιτισμό";»[29]

Δεν γνωρίζουμε αν ο Μπουχάριν, όταν ορθά απέδιδε με τόσο μελανά χρώματα την εσωτερική λογική των θρησκευτικών ταγμάτων, είχε στο νου του και το ανερχόμενο καθεστώτος ιησουίτικης πειθαρχίας μέσα στο ίδιο το ΚΚΣΕ την εποχή αυτή. Το σίγουρο είναι ότι καμμιά οργάνωση τύπου «θρησκευτικού τάγματος», κανενός είδους κόμμα δεν μπορεί να αποφύγει τον ίδιο απόλυτο εκφυλισμό, την ίδια πρόστυχη κατάληξη, ότι κι αν επικαλείται, όσο «αγνά» κι αν είναι τα αρχικά της κίνητρα, οιονδήποτε «ανώτερο σκοπό» κι αν υπηρετεί, όποιο χρώμα κι αν έχουν τα λάβαρά της.

Όταν ο Ένγκελς κλήθηκε το 1884 να γράψει τις αναμνήσεις του σχετικά με την Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, την εφημερίδα που ίδρυσαν μαζί με τον Μαρξ και έπαιξε κορυφαίο ρόλο στο δημοκρατικό κίνημα που είχε ξεσπάσει τότε, ανάμεσα στα άλλα σημείωνε:

«Η γερμανική αστική τάξη, η οποία είχε μόλις αρχίσει να δημιουργεί την μεγάλης κλίμακας βιομηχανία της, δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε το θάρρος να κερδίσει για τον εαυτό της άνευ όρων κυριαρχία στο κράτος, ούτε υπήρχε επιτακτική ανάγκη για να το πράξει. Το προλεταριάτο, υπανάπτυκτο σε ίσο βαθμό, έχοντας μεγαλώσει σε πλήρη πνευματική υποδούλωση, όντας ανοργάνωτο και χωρίς καν να είναι σε θέση για ανεξάρτητη οργάνωση, κατείχε μόνο μια αόριστη αίσθηση της βαθιάς σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ του ιδίου και της αστικής τάξης. Συνεπώς, αν και στην πραγματικότητα θανάσιμος εχθρός της τελευταίας, παρέμεινε, από την άλλη πλευρά, η πολιτική της απόφυση. Τρομαγμένη όχι από ό, τι το γερμανικό προλεταριάτο ήταν, αλλά από ό, τι απειλεί να γίνει και από το τι ήταν ήδη το γαλλικό προλεταριάτο, η αστική τάξη είδε ως μόνη σωτηρία της κάποιο συμβιβασμό, ακόμη και τον πιο δειλό, με τη μοναρχία και τους ευγενείς. Καθώς το προλεταριάτο αγνοούσε ακόμη τον δικό του ιστορικό ρόλο, το μεγαλύτερο μέρος του είχε, στην αρχή, να αναλάβει το ρόλο του μοχλού πίεσης προς τα εμπρός, δηλαδή την ακραία αριστερή πτέρυγα της αστικής τάξης. Οι Γερμανοί εργάτες έπρεπε πάνω απ 'όλα για να κερδίσουν αυτά τα δικαιώματα τα οποία ήταν απαραίτητα για την ανεξάρτητη οργάνωσή τους ως ένα ταξικό κόμμα: την ελευθερία του Τύπου, του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι – δικαιώματα τα οποία η αστική τάξη, προς το συμφέρον της δικής της εξουσίας θα έπρεπε να είχε αγωνιστεί, αλλά που η ίδια με το φόβο της άρχισε τώρα να αμφισβητεί όταν αφορούσαν στους εργαζομένους. Τα μερικές εκατοντάδες διάσπαρτα μέλη της Ένωσης [των Κομμουνιστών] εξαφανίστηκαν μέσα στην τεράστια μάζα που ξαφνικά πέταξαν είχαν έρθει στο κίνημα. Έτσι, το γερμανικό προλεταριάτο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή ως ένα ακραίο δημοκρατικό κόμμα. Με αυτόν τον τρόπο, όταν ιδρύσαμε μια μεγάλη εφημερίδα στη Γερμανία, το λάβαρό μας καθορίστηκε αυτονόητα. Δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά μόνο εκείνο της δημοκρατίας, αλλά μιας δημοκρατίας η οποία τονίζεται παντού σε κάθε σημείο ο ειδικός προλεταριακός χαρακτήρας τον οποίο δεν θα μπορούσε να εγγράψει ακόμα μια για πάντα στο λάβαρό της. Αν δεν θέλαμε να το κάνουμε, αν δεν θέλαμε να αναλάβουμε το κίνημα, να μείνουμε σ' αυτό που ήδη υπάρχει, στην πιο προηγμένη, πραγματικά προλεταριακή πλευρά και να το προχωρήσουμε περαιτέρω, τότε δεν έμενε τίποτα άλλο να κάνουμε, εκτός από το να κηρύττουμε τον κομμουνισμό σε ένα μικρό επαρχιακό φύλλο και να ιδρύσουμε μια μικρή αίρεση αντί για ένα μεγάλο κόμμα της δράσης. Αλλά είχαμε ήδη καλομάθει για παίξουμε τον ρόλο του ιεροκήρυκα στην έρημο. Είχαμε μελετήσει τους ουτοπιστές πάρα πολύ καλά και ούτε είχαμε συντάξει το πρόγραμμά μας για τον σκοπό αυτό[30]

Κομμουνιστής κατά τον Ένγκελς δεν είναι εκείνος που προτιμά να στήνει σέχτες, ή αιρέσεις ομοϊδεατών, οι οποίοι ικανοποιούνται με την ιδεολογική καθαρότητα του προγράμματός τους, ή των θεωρητικών τους αναζητήσεων. Αυτές οι λογικές ανήκουν μόνο σ' εκείνους που προτιμούν να κάνουν κηρύγματα στην έρημο, που νιώθουν ασφάλεια στην κλειστή ομάδα των «δικών τους» μακριά από τις δοκιμασίες της αληθινής ζωής του κινήματος. Κομμουνιστής είναι αυτός που λειτουργεί καταλυτικά στον ήδη υπάρχων, στο υφιστάμενο κίνημα της μάζας, του λαού, των εργαζομένων στη βάση των πιο άμεσων καθηκόντων και αιτημάτων που η ίδια η κατάσταση των λαϊκών και εργαζόμενων στρωμάτων αναδεικνύει αντικειμενικά. Όπως για τον Ένγκελς και τον Μαρξ την εποχή εκείνη ήταν αυτονόητο ότι θα λειτουργούσαν μέσα στο δημοκρατικό κίνημα και ότι η δημοκρατία στην ανώτερή της μορφή, που εξασφαλίζει πλήρως τα δικαιώματα του εργαζόμενου λαού και την κυριαρχία του, θα αποτελούσε το άμεσο πρόγραμμά τους, έτσι και σήμερα.

Για τους κομμουνιστές που αντλούν την συγκρότησή τους και την ιδεολογία τους από τους κλασικούς του επιστημονικού σοσιαλισμού, δεν θα μπορούσαν παρά να παλεύουν για ένα αληθινά παλλαϊκό κίνημα στην βάση ενός πατριωτισμού που διεκδικεί την χώρα, την Ελλάδα για τον λαό της. Και παλλαϊκό κίνημα, για να θυμηθούμε τον Λένιν, «δεν πρέπει να εννοούμε καθόλου ένα κίνημα που – στις συνθήκες της αστικοδημοκρατικής επανάστασης – θα είναι αλληλέγγυα μ' αυτό ολόκληρη η αστική τάξη, ή έστω και η φιλελεύθερη αστική τάξη. Έτσι βλέπουν το ζήτημα μόνο οι οπορτουνιστές. Όχι. Παλλαϊκό είναι το κίνημα που εκφράζει τις αντικειμενικές ανάγκες όλης της χώρας και κατευθύνει όλα τα σκληρά χτυπήματά του ενάντια στις κεντρικές δυνάμεις του εχθρού, ο οποίος εμποδίζει την ανάπτυξη της χώρας. Παλλαϊκό, είναι το κίνημα που το υποστηρίζει η συμπάθεια της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού[31]

Όπως την εποχή του ΕΑΜ δεν μπορούσε να νοηθεί, ούτε μπορούσε να υπάρχει κομμουνιστής έξω από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, έτσι και σήμερα δεν μπορεί να νοηθεί, ή να υπάρξει κομμουνιστής έξω από την προσπάθεια να ενωθεί ο λαός και να οργανωθεί για το κορυφαίο εθνικό του καθήκον, την κατάκτηση της εξουσίας από τον ίδιο τον λαό με όρους εθνικής ανεξαρτησίας, αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας. Όπως την εποχή που αναφέρει ο Ένγκελς, ο κομμουνιστής έπρεπε να αποδείξει την χρησιμότητά του στο πραγματικό προλεταριάτο κι όχι σ' αυτό που είχε στο κεφάλι του, μέσα από την συνεισφορά του στον αγώνα για την δημοκρατία, αποδεικνύοντας δηλαδή πόσο βαθιά δημοκράτης είναι για τον εαυτό του, το κίνημα και την κοινωνία, έτσι και σήμερα. Ο κομμουνιστής σήμερα πρέπει να αποδείξει στον ίδιο τον λαό ότι είναι ο πιο δημοκράτης απ' όλους και ο πιο πατριώτης απ' όλους παλεύοντας χωρίς ανταλλάγματα, ή προϋποθέσεις για την εθνική και δημοκρατική αναγέννηση του λαού και της χώρας από την τυραννία και το σημερινό καθεστώς κατοχής.

Γι' αυτό είναι κομμουνιστής, για να είναι άμεσα και πρακτικά χρήσιμος στον λαό του όταν αυτός ο τελευταίος τον έχει ανάγκη. Και τότε ο κομμουνιστής οφείλει να ανταποκριθεί χωρίς κανένα ενδοιασμό, χωρίς να βάζει το δικό του συμφέρον, ή την δική του ιδεολογική καθαρότητα πάνω από τις ανάγκες και τις πεποιθήσεις του ίδιου του λαού. Σ' αυτό ακριβώς διαφέρει ο κομμουνιστής από οποιονδήποτε άλλο αγωνιστή. Είναι ταγμένος αδιαφιλονίκητα στην υπηρεσία του λαού του με τον πιο άδολο και ανυπόκριτο τρόπο χωρίς να προσδοκά σε κανενός είδους ανταμοιβή. Απ' εκεί πηγάζει το αίσθημα αυτοθυσίας που τον διακρίνει και όχι από μια θεολογική προσήλωση σε ιδεολογίες και θέσφατα της θεωρίας.

Ο κομμουνιστής, καθώς οι πεποιθήσεις του βασίζονται σε μια βαθιά γνώση της ιστορικής εξέλιξης, γνωρίζει πολύ καλά ότι η κοινωνία δεν εκβιάζεται, ούτε θέτει στόχους που δεν είναι έτοιμη αντικειμενικά και υποκειμενικά να τους κατακτήσει. Κι επομένως δεν έχει κανένα άγχος να προσηλυτίσει κανέναν στην ιδεολογία του. Δεν είναι ιεροκήκυρας, ούτε ιησουίτης. Δεν νοιάζεται για οπαδούς, ούτε για πιστούς. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να βγει μπροστά ο λαός, οι εργαζόμενοι, οι καταπιεσμένοι. Όχι με τους δικούς του ιδιοτελείς όρους ιδεολογίας και πολιτικής, αλλά με τους όρους που κατανοεί και επιλέγει ο ίδιος ο λαός. 

Ο αληθινός κομμουνιστής σήμερα – τουλάχιστον εκείνος με την έννοια που του έδιναν οι ιδρυτές του επιστημονικού κομμουνισμού – δεν θα τον βρεις στα διάφορα κομματικά σουαρέ της αριστεράς. Δεν πρόκειται να τον βρεις μέσα στις γραμμές του ΚΚΕ να αποδέχεται την δική του προσωπική ταπείνωση και την μετατροπή του σε κοινό χούλιγκαν, υπό την δικτατορία της πιο ανάξιας και ύποπτης ηγεσίας που έχει υπάρξει σ' ολόκληρη την ιστορία αυτού του κόμματος. Δεν πρόκειται να τον βρεις σε ομάδες και ομίλους θεωρητικής ενόρασης. Ο κομμουνιστής, ο αληθινός κομμουνιστής γνωρίζει πολύ καλά πώς η θεωρία που θεμελιώνεται στην επιστήμη γεννιέται μέσα από την ταξική πάλη, μέσα από την άμεση εμπλοκή σ' αυτήν. Δεν υπάρχει θεωρία που να υπηρετεί την επιστήμη της ταξικής πάλης, η οποία μπορεί να γεννηθεί στα θεωρία ή στις κερκίδες από απλούς θεατές των εξελίξεων.

Τον αληθινό κομμουνιστή σήμερα θα τον βρεις μέσα στην καρδιά της μάχης, στον αγώνα των κινημάτων αυτοοργάνωσης του λαού και προπαντός μέσα στα μέτωπα λαϊκής και εθνικής ενότητας – όπως είναι σήμερα μόνο το ΕΠΑΜ – στην ίδια την πάλη για την δημοκρατία. Ο αληθινός κομμουνιστής δεν είναι ιεροκήρυκας, ούτε ιερομάντης για να τον νοιάζει ο προσηλυτισμός στο δικό του δόγμα. Παλεύει για να υπάρξει αληθινή δημοκρατία όπου ο λαός να εκφράζεται και να δρα απολύτως ελεύθερα. Παλεύει για την ελευθερία του ίδιου του λαού να καθορίζει ο ίδιος τις τύχες του και όχι κάποιος «πατερούλης» στο όνομά του. Κι αν δεν αποδείξει στα μάτια του ίδιου του λαού, στην ίδια την πράξη – ακόμη και με την ζωή του αν χρειαστεί – ότι είναι ο πιο συνεπής δημοκράτης που μπορεί να υπάρξει και στην ώρα του εθνικού κινδύνου είναι ο πιο συνεπής και αδάμαστος πατριώτης με την πιο μεστή λαϊκή έννοια που υπάρχει, τότε οφείλει να χαθεί μια για πάντα από το ιστορικό προσκήνιο. Να ποιος είναι ο αληθινός κομμουνιστής σήμερα.

Μόνο έτσι μπορεί να ξαναποκτήσει αληθινό νόημα, όχι για μια δράκα μυημένων επιπέδου μασονικής στοάς, αλλά μέσα στον ίδιο τον λαό ευρύτερα και πιο ειδικά στους εργαζόμενους, ή τόσο κατασυκοφαντημένη και απαξιωμένη ιστορική έννοια του κόμματος της εργατικής τάξης. Όλοι οι άλλοι που αυτολανσάρονται ως καθαρόαιμοι κομμουνιστές, ακόμη κι αν προσεύχονται στον Μαρξ ή στον Λένιν, δεν ανήκουν παρά στην θεολογική παράδοση του κομμουνισμού που όταν επιβλήθηκε στην κοινωνία δυστυχώς γέννησε τέρατα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ριζοσπάστης, Τρίτη 2 Απρίλη 2013.

[2] Αναφέρεται στο F. Funck-Brentano, Luther, London: J. Cape, Ltd., 1939, σ. 246.

 [3] Αναφέρεται στο Pirke Aboth, The Sayings of the Jewish Fathers, New York: Random House, 1938, σ. 18.[4] The Philosophical Works of David Hume, in four volumes, vol. III, Edinburgh: A. Black & W. Tait, 1826, σ. 302.

[5] Henri Bergson, The Two Sources of Morality and Religion, London: Macmillan & Co, 1935, σ. 193.

[6] F. M. Warren, Selections from Pascal, Boston: D. C. Heath & Co., 1906, σ. 44.

[7] Το απόσπασμα αυτό αναφέρεται στην τοποθέτηση του Μπουχάριν στο 6ο συνέδριο της ΚΔ και περιλαμβάνεται στα Στενογραφημένα πρακτικά του VI συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τόμος Ι, Μόσχα-Λένινγκραντ: Κρατικό Εκδοτικό, 1929, σελ. 614.

[8] Β. Ι. Λένιν, Συζήτηση. Άπαντα, τ. 23, σελ. 54.

[9] Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, σ. 29.

[10] Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, σ. 15.

 11] Καρλ Μαρξ, Ο Κομμουνισμός και η Augsburg Allgemeine Zeitung. K. Marx & F. Engels, Collected Works, vol. 1. New York: Progress Publishers, 1975, σ. 220-221.

[12] Karl Rosenkranz, Über den Begriff derpolitischen Partei, Theodor Theile, 1843, σ. 13.

[13] Κ. Μαρξ & Φ. Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τ. πρώτος, Αθήνα: Gutenberg, χ. χ., σ. 81-82.

[14] Κ. Μαρξ, Μισθός, Τιμή, Κέρδος, Αθήνα: Θεμέλιο, 1978, σ. 101-102.

[15] Κ. Μαρξ, "Γράμματα από τα Γερμανο-Γαλλικά Χρονικά". K. Marx & F. Engels, Collected Works, v. 3, Moscow: Progress Publishers, 1975, σ. 144.

[16] K. Marx, Selected Writings (ed. by L. H. Simon), New York: Hackett Publishing, 1994, σ. 124.

[17] Κ. Μαρξ & Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα: ΣΕ, 1980, σ. 36

[18] Ό. π., σ. 36-37.

[20] The Two Books of Francis Bacon of the Proficience and Advancement of Learning, Divine and Human, London: J. W. Parker & Son, 1852, σ. 195.

[21] Καρλ Μαρξ, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου, Αθήνα: Παπαζήσης, 1978, σ. 85.

[22] Στο ίδιο

[23] K. Μάρξ, "Γράμματα στα Γερμανο-Γαλλικά Χρονικά". K. Marx & F. Engels, Collected Works, v. 3, Moscow: Progress Publishers, 1975, σ. 142.

γγγ

[24] Κ. Μαρξ: Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, Αθήνα, Παπαζήσης, 1978, σ. 85.


[25] Επιστολή του Φρ. Ένγκελς στη Λάουρα Λαφάργκ, 4/5/1891. K. Marx & Fr. Engels, Collected Works, vol. 49 (1890-1892) (London: Lawrence & Wishart, 2001), σελ. 186.

[26] Στο ίδιο.

[27] Αναφέρεται από τον Φρ. Ένγκελς, Εμιγκρέδικη Φιλολογία. K. Marx & F. Engels: Collected Works, vol. 24, (1874 -1883). Moscow: Progress Publishers, 1989, σ. 27

[28] ο. π., σελ. 37

[29] N. Bukharin, Finance Capital in Papal Robes, New York: Friends of the Soviet Union, 1930, σ. 10-11.

[30] Fr. Engels, «Marx and the Neue Rheinische Zeitung (1848-49)», MECW, V. 26, σ. 120.

[31] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 22, σ. 294-95.

ΠΗΓΗ: 8-4-2013, http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_8.html

Κράτος και Αλήθεια

Κράτος και Αλήθεια

 

Του Βασίλη Ξυδιά

 

Σχόλιο στ δοκίμιο το  Χάμπερμας « θρησκεία στ  δημόσια σφαίρα».
μι λλη κδοχ γι τ τί σημαίνει τ εαγγελικ:

 «πόδοτε  ον  τ Καίσαρος  Καίσαρι  κα  τ  το θεο  τ  θε»

(Μτ. 22,21) 

 

Ἀρκετὰ χρόνια τώρα ὁ Χάμπερμας προτείνει στοὺς ὀπαδοὺς τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ φιλελευθερισμοῦ νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ γενναῖο ἄνοιγμα τοῦ κοσμικοῦ κράτους πρὸς τὴ θρησκευτικὴ πίστη καὶ τὶς θρησκευτικὲς παραδόσεις. Μὲ τὸ κείμενο ποὺ δημοσιεύεται τώρα στὴ «Σύναξη» (τ. 124, σελ. 16) κάνει ἕνα ἀκόμα βῆμα στὸν ἴδιο δρόμο.

 Ἐνῶ ἄλλοι φιλελεύθεροι διανοούμενοι θεωροῦν πὼς οἱ πιστοὶ ποὺ μετέχουν στὸ δημόσιο διάλογο ὀφείλουν νὰ μεταγράφουν τὸν λόγο τους στὸ κοσμικὸ νοηματικὸ πλαίσιο, ὁ Χάμπερμας ζητᾶ νὰ γίνονται δεκτὲς στὴ δημόσια πολιτικὴ συζήτηση οἱ θρησκευτικὲς ἀπόψεις καὶ τὰ θρησκευτικὰ ἐπιχειρήματά ἔτσι ἀκριβῶς ὣς ἔχουν μὲ καθαρὴ τὴ θρησκευτικὴ νοηματοδότηση καὶ τὴ θρησκευτικὴ λογικὴ θεμελίωσή τους, τὸν θρησκευτικὸ ἐν γένει χαρακτήρα τους. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὁ Γερμανὸς ‘μεταμαρξιστὴς' στοχαστὴς δίνει ἄλλο βάθος στὴ συνταγματικὴ ἐλευθερία τοῦ θρησκεύειν ὑπερβαίνοντας τὴν ‘πολιτικῶς ὀρθὴ' θρησκευτικὴ ‘ἀνεκτικότητα' (tolerance). Κατ' οὐσίαν εἰσηγεῖται ἕνα εἶδος συμφιλίωσης τῆς ἐκκοσμίκευσης μὲ τὶς θρησκεῖες στὸ πλαίσιο τῆς ‘μετα-κοσμικῆς', ὅπως τὴ λέει, κοινωνίας καὶ τῆς ‘μετα-μεταφυσικῆς' σκέψης.

Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπὸ μόνα τους πολὺ σημαντικὰ στὸ χῶρο τοῦ σύγχρονου πολιτικοῦ στοχασμοῦ ὅμως στὸ σύντομο σημείωμα ποὺ ἀκολουθεῖ θὰ προσπαθήσω νὰ δείξω ὅτι ἡ κατεύθυνση ποὺ μᾶς δείχνει ὁ Χάμπερμας μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ ἀκόμα πιὸ σημαντική, ἄν, περισσότερο κι ἀπ' τις προτάσεις του, ἐστιάσουμε στὸ πρόβλημα ποὺ φαίνεται πὼς τὸν βασανίζει.

***

Κατ' ἐμὲ ἡ συλλογιστικὴ τοῦ Χάμπερμας κινεῖται σὲ δύο ἐπίπεδα. Τὸ πρῶτο ἐπίπεδο εἶναι ὁ διάλογος ποὺ ἐπιχειρεῖ – κυρίως μὲ τὸν Ρῶλς, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλους φιλελεύθερους διανοητὲς – γιὰ τοὺς ὅρους μὲ τοὺς ὁποίους μποροῦν νὰ γίνουν δεκτὲς στὸ σύγχρονο ἐκκοσμικευμένο δημόσιο περιβάλλον οἱ θρησκευτικὲς ἀπόψεις. Εἶναι ἕνα θέμα ποὺ τὸ φιλελεύθερο στρατόπεδο ὑποχρεοῦται, ὅπως φαίνεται, νὰ ἀντιμετωπίσει. Διότι παρὰ τὴν ἀδιαμφισβήτητη ὑποχώρησή τους, οἱ θρησκεῖες ἐξακολουθοῦν νὰ διατηροῦν σημαντικὴ θέση στὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων. Τὶς τελευταῖες μάλιστα δεκαετίες ἐπιστρέφουν δυναμικὰ σὲ διεθνὴ κλίμακα, διεκδικώντας ἐκ νέου τὴν πνευματικὴ ἢ καὶ τὴν πολιτικὴ ἀκόμα πρωτοκαθεδρία, βίαια κάποιες φορές. Τὰ περιγράφει ὅλα αὐτὰ ὁ Χάμπερμας στὸ δοκίμιό του. Ὀφείλει λοιπὸν τὸ ἄθρησκο ἢ ‘οὐδετερόθρησκο' σύγχρονο κράτος νὰ ρυθμίσει τὶς σχέσεις του πρὸς τὰ ἄτομα καὶ τὶς ἐπιμέρους κοινότητες, ποὺ ἐνῶ ἐπιμένουν νὰ μετέχουν στὴ δημόσια πολιτικὴ συζήτηση, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ διατηροῦν μιὰ ἰδιαίτερη (‘περιεκτική' τὴν ἀποκαλεῖ ὁ Ρῶλς) θρησκευτικὴ ἀντίληψη περὶ Ἀγαθοῦ ἢ περὶ Ἀλήθειας περὶ τῶν ἀξιῶν, δηλαδή, ἢ τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς. Ἑπομένως, στὸ πρῶτο αὐτὸ ἐπίπεδο τὸ ἐρώτημα εἶναι: πῶς μπορεῖ νὰ συνδυαστεῖ στὴ σύγχρονη κοινωνία ἡ πολιτικὴ ἑνότητα μὲ τὸν πνευματικό, ἠθικὸ καὶ πολιτιστικὸ πλουραλισμό. Κι ἐδῶ ὁ Χάμπερμας ἐμφανίζεται πολὺ πιὸ ἀνοικτὸς ἀπέναντι στὶς θρησκεῖες ἀπ' ὅ,τι ὁ Ρῶλς καὶ ἡ σχολή του.

Παρὰ τὴν πληθώρα, ὅμως, τῶν ἐπιχειρημάτων ποὺ παραθέτει στὸ ἐπίπεδο τοῦ συζητούμενου ρυθμιστικοῦ-συνταγματικοῦ ζητήματος – εἴτε περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, εἴτε περὶ τῶν ἐπιστημολογικῶν ὁρίων τοῦ λόγου κ.τ.ὅ. – θεωρῶ πὼς τὸ πραγματικὸ προσωπικὸ κίνητρο τοῦ Χάμπερμας βρίσκεται σ' ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο, ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ βαθειὰ ἀνησυχία του γιὰ τὴν τύχη τῆς ἐκκοσμίκευσης καὶ γιὰ τὸ μέλλον τῆς δημοκρατίας γιὰ τὸ μέλλον τῆς ἴδιας ἐν τέλει τῆς πολιτικῆς. Ἀφετηρία του, μ' ἄλλα λόγια, δὲν εἶναι ἡ συνταγματικὴ ὑποχρέωση τοῦ κράτους νὰ σέβεται τὴν ἐνιαία πολιτικὴ ὑπόσταση τῶν πιστῶν πολιτῶν του καὶ νὰ μὴν τοὺς ὑποχρεώνει νὰ διαχωρίζουν τὴν ἰδιωτικὴ ἀπὸ τὴ δημόσια ταυτότητά τους (βλ. τμῆμα 4, § 1η). Τὸν κινεῖ πολὺ περισσότερο ὁ φόβος μήπως ἡ ἀπόσυρση τῆς θρησκείας στὴν ἰδιωτικὴ σφαίρα σημάνει τὴν ἀποκοπὴ τῆς κοσμικῆς κοινωνίας ἀπὸ σημαντικές, ὅπως τὶς χαρακτηρίζει, πηγὲς δημιουργίας νοήματος καὶ ταυτότητας (βλ. τμῆμα 4, § 3η), γεγονὸς ποὺ μὲ τὴ σειρά του μπορεῖ, ὅπως λέει, νὰ ἀποβεῖ διαλυτικὸ γιὰ τὸν ἑνοποιὸ μεταξὺ τῶν πολιτῶν σύνδεσμο πολιτειακῆς ἀλληλεγγύης, χωρὶς τὸν ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει τὸ φιλελεύθερο κράτος (βλ. τμῆμα 5, § 1η). [1]

Κοντολογὶς ὁ Χάμπερμας φοβᾶται τὴν ἱστορικὴ ἀποτυχία τοῦ ἐκκοσμικευτικοῦ ἐγχειρήματος. Γιὰ τὴν ὁποία, μάλιστα, δὲν θεωρεῖ ὑπεύθυνο τὸν ὡς τώρα κύριο ἀντίπαλο, τὶς παραδοσιακὲς θρησκεῖες, ἀλλὰ τὸν ‘ἐκτροχιασμό' τῆς ἴδιας τῆς ἐκκοσμίκευσης.[2] Τὸ λέει ξεκάθαρα στὴ συζήτηση μὲ τὸν Πάπα, ὅπου θρηνεῖ γιὰ τὴ μεταμόρφωση τῶν πολιτῶν σὲ «ἀπομονωμένες, ἰδιοτελῶς ἐνεργοῦσες μονάδες» ποὺ στρέφουν «σὰν ὅπλα τὰ ὑποκειμενικὰ δικαιώματά τους ἡ μία ἐναντίον τῆς ἄλλης». Κατάσταση κοινωνικῆς διαλύσεως, ποὺ ἐπιτείνεται στὸ πλαίσιο τῆς «πολιτικὰ ἀτιθάσευτης» παγκόσμιας οἰκονομίας καὶ κοινωνίας ἐκεῖ ὅπου συρρικνώνεται ὁ δημόσιος ἔλεγχος καὶ ἡ δημοκρατικὴ διαβούλευση «δὲν ἐπηρεάζει πλέον τὶς διαδικασίες λήψης ἀποφάσεων». Κι ἔτσι ἀναδύεται τὸ φάσμα μιᾶς παγκόσμιας κοινωνίας «σὲ μεγάλο βαθμὸ κατακερματισμένης», ποὺ δὲν ἑνοποιεῖται παρὰ μόνο ἀπὸ τὶς λειτουργίες τῆς ‘ἀγορᾶς'.[3] Καὶ ποὺ κινδυνεύει νὰ καταλήξει σὲ μιὰ ‘μετα-αληθινὴ' δημοκρατία ἕνα κράτος ἀδιάφορο γιὰ κάθε ἔννοια ἀληθείας, ὅπου μετρᾶ μόνο ἡ λειτουργικότητα καὶ ἡ ἀποτελεσματικότητα τῶν μηχανισμῶν, μιὰ καρικατούρα τῆς δημοκρατίας (βλ. τμῆμα 6, § 8η). Κι ὅλα αὐτὰ – τὸ ξαναλέμε – εἶναι παιδιὰ και παράγωγα τῆς ἴδιας τῆς ἐκκοσμίκευσης.

Ἀπέναντι σ' αὐτὸ τὸ κρίσιμο γιὰ τὸ ἐκκοσμικευτικὸ ἐγχείρημα ἱστορικὸ σταυροδρόμι, τὸ ζήτημα ποὺ κατ' οὐσίαν θέτει πρὸς συζήτηση ὁ Χάμπερμας δὲν εἶναι τὸ τί θὰ κάνουμε μ τὶς θρησκεῖες – αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἀπασχολεῖ τοὺς ἄλλους φιλελεύθερους συνομιλητές του – ἀλλὰ τὸ τί κινδυνεύουμε νὰ πάθουμε χωρς αὐτές. Ἔτσι, δίχως νὰ ἐγκαταλείπει τὸ κοσμικὸ πρόταγμα, καὶ χωρὶς βέβαια νὰ περιμένει ἀπὸ τὶς θρησκεῖες καὶ μόνο τὴ λύση, δὲν ἀρκεῖται στὸ νὰ συγκαταβαίνει ἁπλῶς πρὸς τὶς θρησκευτικὲς κοινότητες καὶ παραδόσεις μὲ τὴ γνωστή, κρυφὴ ἢ φανερή, ὑπεροψία τῶν πάσης φύσεως ἄθεων καὶ ‘προοδευτικῶν' ἀλλὰ στρέφεται μὲ σεβασμὸ καὶ ἐλπίδα πρὸς αὐτές, ἀναζητώντας τὰ ‘προπολιτικά', ὅπως τὰ λέει, ἐρείσματα τῆς ἀλληλεγγύης τῶν πολιτῶν καὶ τῆς πολιτικῆς ἑνότητας τοῦ κοσμικοῦ κράτους. Ἀναμένει ἀπὸ τὶς κοινότητες τῶν πιστῶν νὰ ἐνταχθοῦν θετικὰ στὸ ἐκκοσμικευτικὸ πρόγραμμα γιὰ νὰ τοῦ μεταγγίσουν τὴν «εἰδικὴ δύναμη» ποὺ ἔχουν να στηρίζουν τὶς εὐάλωτες ἰδιαίτερα μορφὲς κοινοτικῆς ζωῆς καὶ νὰ μεταφέρουν «πιθανὰ περιεχόμενα ἀληθείας» (βλ. τμῆμα 4, § 4η καὶ 5η) στοιχεῖα πολύτιμα γιὰ τὴν ἄρθρωση τοῦ ἀναγκαίου, ὅπως εἶπαμε, γιὰ τὸ δημοκρατικὸ φιλελεύθερο κράτος, σύνδεσμου πολιτειακῆς ἀλληλεγγύης (βλ. τμῆμα 5, § 1η). Ἐπιζητᾶ τὴ βοήθεια τῶν θρησκειῶν γιὰ τὸν ἀναπροσανατολισμὸ καὶ τὴ σωτηρία, ἐν τέλει, τῆς ἐκκοσμίκευσης γενικὰ καὶ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ της πολιτικοῦ προτύπου, τῆς σύγχρονης δημοκρατίας, εἰδικότερα.

 

***

Ἔχοντας προβληματιστεῖ ἐπὶ μακρὸν γιὰ τὴν οὐσία καὶ τὶς δυνατότητες τῆς πολιτικῆς, καὶ μὲ τὶς ἴδιες πάνω-κάτω ἀγωνίες μ' αὐτὲς τοῦ Χάμπερμας σχετικὰ μὲ τὸ μέλλον τῆς δημοκρατίας, αἰσθάνομαι, ὡς Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος, πὼς τὸ κείμενο αὐτὸ συνιστᾶ πρόκληση γιὰ σοβαρὴ καὶ οὐσιαστικὴ ἀνταπόκριση. Κι ἐνῶ στέκομαι κατ' ἀρχὴν θετικὰ στὴν ἰδέα μιᾶς γόνιμης συμφιλίωσης μεταξὺ ἐκκοσμίκευσης καὶ θρησκειῶν, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ θεωρῶ ὅτι ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἢ γενικότερα ὡς πιστοί, ἂν προτιμᾶτε, ὀφείλουμε νὰ ἐξετάσουμε τὸ θέμα ἀπὸ τὴ δική μας σκοπιά, μὲ τὰ δικά μας πνευματικὰ κριτήρια καὶ νοητικὰ ἐργαλεῖα. [4]

Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ θεωρῶ πώς, παρὰ τὰ θετικά της στοιχεῖα, ἡ ‘λύση' τοῦ Χάμπερμας πάσχει σ' ἕνα κρίσιμο σημεῖο. Στὸ ὅτι ἐπιμένει στὴν προτεραιότητα τῆς πολιτικῆς (τοῦ ‘πολιτικοῦ') ὡς βασικοῦ συντελεστὴ συγκρότησης καὶ συνάρθρωσης τῆς κοινωνίας (τοῦ ‘κοινωνικοῦ γεγονότος'), ἀνεξάρτητα, μάλιστα, ἀπὸ κάθε συμφωνία ἢ διαφωνία περὶ τῆς Ἀλήθειας ἢ περὶ τοῦ Ἀγαθοῦ. Κατ' αὐτὸν ἡ πολιτικὴ ἑνότητα, ποὺ συνοψίζει τὸν κοινό μας ‘τρόπο', ἀφορᾶ τὴν καθαρὰ φορμαλιστική, διαδικαστικὴ βάση τῆς συναλλαγῆς τῶν κοινωνικῶν/πολιτικῶν ὑποκειμένων καὶ ὄχι τὸ οὐσιῶδες ‘περιεχόμενο' αὐτῆς τῆς συναλλαγῆς. Ὡς πρὸς αὐτὸ ὁ Χάμπερμας παραμένει στὸ πλαίσιο τοῦ πολιτικοῦ φιλελευθερισμοῦ, γνήσιο τέκνο καὶ συνεπὴς ὑπερασπιστὴς τῆς ἐκκοσμίκευσης. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ ἢ δὲν θέλει νὰ ἀντιληφθεῖ τὴ δημόσια συνεισφορὰ τῶν θρησκειῶν πέρα ἀπ' αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ ‘προπολιτικὸ' ἐπίπεδο. Αὐτὲς καθ' αὐτὲς οἱ ‘ἀλήθειες' τῶν θρησκειῶν δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν. Τὸν ἐνδιαφέρει τὸ κοινωνικό τους ἀποτέλεσμα. Ἡ συμβολή τους στὶς ‘προπολιτικὲς' προϋποθέσεις τοῦ κοινωνικοῦ δεσμοῦ στὴν κοινὴ ‘ταυτότητα', τὸ κοινὸ ἦθος, τὴν κοινὴ αἰσθητική, ἐνδεχομένως καὶ σὲ κάποιες μὴ πολιτικὲς πρωτογενεῖς κοινωνικὲς δικτυώσεις (ἐστίες ‘προπολιτικῆς' φιλίας) μεταξὺ πολιτῶν. Χάριν αὐτοῦ τοῦ ‘ἐξωθρησκευτικοῦ' ἢ ‘παραθρησκευτικοῦ' κοινωνικοῦ ἀποτελέσματος παραχωρεῖ ὁ Χάμπερμας στοὺς πιστοὺς τὴν πλήρη ἐλευθερία νὰ ἐκφράζονται δημόσια μὲ θρησκευτικὸ τρόπο – στὸ βαθμό, ἐννοεῖται, ποὺ αὐτὸ δὲν θέτει σὲ ἀμφισβήτηση τὸ εὐρύτερο κοσμικὸ θεσμικὸ πλαίσιο τῆς πολιτείας.

Μοιάζει παράδοξο, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ πρῶτο μισὸ τῆς σκέψης του – τὴν προτεραιότητα δηλαδὴ τοῦ ‘πολιτικοῦ' ὡς βασικοῦ συντελεστὴ τοῦ ‘κοινωνικοῦ' – ὁ Χάμπερμας συμπίπτει μὲ τοὺς φονταμενταλιστές. Μόνο ποὺ αὐτοὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται τὸ ‘πολιτικὸ' διαδικαστικά, ὅπως οἱ φιλελεύθεροι, ἀλλὰ τὸ θέλουν νὰ ὑπηρετεῖ τὴ μία καὶ μόνη Ἀλήθεια – τὴ δική τους καί, κυρίως, τὴ δεδομένη Ἀληθεία. Βλέπουμε, δηλαδή, ὅτι φιλελευθερισμὸς καὶ φονταμενταλισμὸς εἶναι μὲν ἀντίθετοι ὡς πρὸς τὸν ‘ἀριθμητὴ' (τὴ σχέση τῆς πολιτικῆς μὲ τὴ θρησκεία), ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως μεριὰ πατᾶνε στὸν ἴδιο θεωρητικὸ ‘παρονομαστὴ' (τὴν προτεραιότητα ποὺ δίνουν καὶ οἱ δύο στὸ ‘πολιτικὸ' ἐπίπεδο). [5]

Θυμίζω ὅτι, πέραν τῆς ‘πολιτικῆς' (βλ. φονταμενταλισμὸς) καὶ τῆς ‘προπολιτικῆς' (βλ. Χάμπερμας), ὑπάρχει ἡ δυνατότητα μιᾶς ‘μεταπολιτικῆς' θέσης τῆς θρησκείας στὸ δημόσιο χῶρο. Εἶναι ἡ στάση ποὺ ἐξ ἀρχῆς κράτησε ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία ἀπέναντι στὴν πολιτικὴ καὶ τὸ κράτος, τόσο στοὺς πρώτους αἰῶνες, ὅπου ὁ Χριστιανισμὸς ἦταν ἠμιπαράνομος, ὅσο καὶ ἀργότερα στὸ ‘μονοθρησκευτικὸ' Βυζάντιο, ὅπου ὁΧριστιανισμὸς ἐπιβλήθηκε ὡς κρατικὴ ἰδεολογία ἀλλὰ τὸ ἴδιο ἴσχυε καὶ ἐπὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Γιὰ ἕνα σύγχρονο ‘μετακοσμικὸ' οὐδετερόθρησκο κράτος – ποὺ εἶναι ἡ μόνη ἱστορικὰ ρεαλιστικὴ δυνατότητα εἰρηνικῆς πολιτικῆς συμβίωσης στὶς μέρες μας – αὐτὸ θὰ σήμαινε πὼς ἡ πολιτεία ἀναγνωρίζει τὴ σημασία τῆς Ὰληθείας ἢ τοῦ Ἀγαθοῦ ὡς βασικῶν θεμελίων τῆς δημόσιας ζωῆς καὶ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀναζήτησή τους, τὴν πνευματικὴ δηλαδὴ ἀναζήτηση, ὡς θεμελιακὴ δημόσια λειτουργία.

Προσοχὴ: ἡ ἔμφαση ἐδῶ βρίσκεται στὶς λέξεις ‘ζητούμενο' καὶ ‘ἀναζήτηση'. Λέω δηλαδὴ πὼς τὸ κράτος μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίζει τὴν προτεραιτότητα τοῦ μεταφυσικοῦ ἢ πνευματικοῦ ἐρωτήματος ὡς συστατικῆς βάσεως τοῦ κοινωνικοῦ δεσμοῦ – εἴτε στὴν ἐκδοχὴ τῶν γνωστῶν θρησκειῶν, εἴτε σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐκδοχὴ – χωρὶς ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ ὑποχρεοῦται νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὴ μιὰ ἢ τὴν ἄλλη συγκεκριμένη ἀπάντηση μὲ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη θρησκευτικὴ παράδοση. Ἀναγνωρίζοντας τὴ ζωτικὴ σημασία τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ ὡς πολιτικοῦ ζητούμενου, ἡ πολιτεία μπορεῖ νὰ διαμορφώσει κατάλληλα τὸν δημόσιο χῶρο καὶ τοὺς θεσμοὺς ἔτσι ὥστε νὰ ἀντιστοιχοῦν στὸ ἐπίπεδο τῆς κοινῆς πνευματικῆς συμφωνίας (γιὰ ὅ,τι μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ κοινὴ κατάκτηση ἀπὸ τὴ μιὰ) καὶ τῆς κοινῆς πνευματικῆς ἀναζήτησης-συνάθλισης (γιὰ ὅ,τι μένει ἀμφισβητούμενο ἀπὸ τὴν ἄλλη). Ἡ ἔννοια αυτὴ τῆς ‘πνευματικῆς συνάθλισης' μεταξὺ διαφορετικῶν θρησκευτικῶν – καὶ ὄχι μόνο – κοινοτήτων, παρέχει τὴ βάση γιὰ μιὰ νέα μορφὴ ‘μεταπολιτικῆς' ἀλληλεγγύης καὶ γιὰ ἕνα νέο πνευματικὸ ‘πατριωτισμό', ποὺ δὲν βασίζεται τόσο στὴν κοινὴ ‘ταυτότητα' ἐπὶ τῆ βάσει τοῦ κληρονομημένου παρελθόντος, ὅσο, πολὺ περισσότερο, στὴν ἐνεργὸ ἀναμέτρηση μὲ τὸ συλλογικὸ καὶ προσωπικὸ παρόν.

Βλέπω, ὅμως, πὼς ἔχω πρὸ πολλοῦ ἐξαντλήσει τὸν περιορισμένο χῶρο αὐτοῦ τοῦ σχολίου. Σταματῶ λοιπὸν ἐδῶ πρὸς τὸ παρόν, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ τὰ ξαναποῦμε σὲ μιὰν ἄλλη εὐκαιρία.

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Στὸ δοκίμιο ποὺ ἐξετάζουμε ὁ Χάμπερμας δὲν ἐπεκτείνει αὐτὴ τὴ σκέψη. Περιορίζεται ἠθελημένα στὸ συνταγματικὸ-κανονιστικὸ πλαίσιο ποὺ τοῦ ἐπιβάλλει ὁ διὰλογος μὲ τὸν Ρῶλς. Περισσότερο εὔγλωτος εἶναι στὰ δύο ἄλλα ἔργα του ποὺ κυκλοφοροῦν στὰ ἑλληνικά: (α) Το μέλλον της ανθρώπινης φύσης – Πίστη κα γνώση, Scripta, Αθήνα 2004, σελ. 167-188. (β) Γιοῦργκεν Χάμπερμας – Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, διαλεκτικ τς κκοσμίκευσης – Λόγος κα θρησκεία, Ἐστία, Ἀθήνα 2010, σελ. 19-43.

[2] Γιὰ τὸν ὅρο ‘ἐκτροχιασμένη' ἐκκοσμίκευση ἢ ‘ἐκτροχιασμένος' ἐκσυγχρονισμὸς βλ. διαλεκτικ τς κκοσμίκευσης, ὅ.π., σελ. 22 καὶ 31.

[3] Στὸ ἴδιο, σελ. 32-33.

[4] Εἰδ' ἄλλως, τὸ νὰ ἀρκεστοῦμε στὴ φιλοθρησκευτική, ἂς ποῦμε, διάθεση τοῦ Χάμπερμας γιὰ νὰ ὑπενθυμίσουμε τὴ θετικὴ συνεισφορὰ τῶν θρησκειῶν πρὸς τὴν κοινωνία, εἴτε γιὰ νὰ ἀντλήσουμε ἕνα ἐπιπλέον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς καταλαγῆς καὶ τοῦ διαλόγου πιστῶν καὶ μή, εἶναι στάση συμπαθητικὴ μέν, κατώτερη ὅμως καὶ τῶν προτάσεων τοῦ Χάμπερμας, καί, κυρίως, τοῦ προβλήματος ἔναντι τοῦ ὁποίου μᾶς θέτει. //Φοβᾶμαι δὲ πὼς αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ στὴ συζήτηση μὲ τὸν Χάμπερμας ( διαλεκτικ τς κκοσμίκευσης, ὅ.π.). Ἐξαντλεῖ τὸν φιλοσοφικὸ καὶ στοχαστικὸ ἐξοπλισμό του γιὰ νὰ πεῖ, ὅλο κι ὅλο, πὼς ἡ Ἐκκλησία εἶναι χρήσιμη ἢ καὶ ἀπαραίτητη, ἀκόμα, στὸ σύγχρονο κόσμο. Θυμίζω πὼς ἡ εἰσήγηση τοῦ καρδιναλίου, τότε, Γιόζεφ Ράτσινγκερ εἶχε τὸν χαρακτηριστικὸ τίτλο «Τὸ στοιχεῖο ποὺ συνέχει τὸν κόσμο. Προπολιτικὰ ἠθικὰ θεμέλια ἑνὸς φιλελεύθερου κράτους». Φαίνεται πὼς ὁ μετέπειτα Πάπας δὲν εἶχε πρόβλημα νὰ ἀποδεχθεῖ ὅτι ἡ θρησκεία τοποθετεῖται πράγματι σὲ ‘προπολιτικὸ' ἐπίπεδο, καὶ νὰ τὴ δεῖ στὸ ἐπίπεδο αὐτὸ ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς συμβολῆς της στὰ ‘ἠθικὰ θεμέλια' τοῦ κράτους. Προτίμησε, έτσι, νὰ ἀφήσει ἐκτὸς συζητήσεως κάθε ἁμιγῶς θεολογικὴ καὶ πνευματικὴ διάσταση, καὶ νὰ περιοριστεῖ στὴν παρουσίαση τῆς θρησκείας ὡς ‘θετικῆς ἠθικῆς δυνάμεως' (σελ. 55), ‘ἰαματικῆς καὶ σωτήριας' γιὰ τὸν κόσμο (σελ. 54), ποὺ κανονικὰ βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τῆς τρομοκρατίας καὶ τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ (σελ. 54) μιὰ ἔγκυρη ἐναλλακτικὴ πηγὴ τοῦ φυσικοῦ δικαίου, στὸ ὁποῖο θεμελιώνεται τὸ φιλελεύθερο κράτος (σελ. 56-60), ἀναγκαία γιὰ τὴν ὁριοθέτηση τῆς ἰσχύος ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν ἄλλη (σελ. 49-52), ἀναγκαῖο συμπλήρωμα τοῦ Λόγου μὲ τὸν ὁποῖο ὀφείλουν νὰ συνιστοῦν – πίστη καὶ λόγος μαζὶ – ἕνα ἀδιαχώριστο δίπολο, σὲ στενὸ μεταξύ τους διάλογο καὶ ἀμοιβαῖο ἔλεγχο (σελ. 55, 64-65).

[5] Οἱ ρίζες αὐτοῦ τοῦ κοινοῦ παρονομαστὴ ἀνάγονται στὶς ἀπαρχὲς τῆς ρωμαιοκαθολικῆς θεολογίας καὶ τοῦ Ἰσλάμ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τώρα αὐτὸ τὸ ζήτημα. Μεγαλύτερη σημασία γιὰ τὸ θέμα ποὺ συζητοῦμε ἔχει ὅτι ὁ θρησκευτικὸς φονταμενταλισμὸς δὲν εἶναι στὴν πραγματικότητα τίποτε ἄλλο, παρὰ μιὰ ἀπάντηση στὸ ἴδιο ἀκριβῶς πρόβλημα ποὺ ἐπιχειρεῖ μὲ τὸν ἀντίθετο τρόπο νὰ ἐπιλύσει ὁ Χάμπερμας: στὴν κρίση τῆς ἐκκοσμίκευσης. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ὁ Χάμπερμας ἔχει ἀσφαλῶς δίκιο ὅταν λέει γιὰ τὸν φονταμενταλισμὸ ὅτι «παρὰ τὴ θρησκευτική του γλώσσα εἶναι ἀποκλειστικὰ νεωτερικὸ φαινόμενο» (Το μέλλον της ανθρώπινης φύσης – Πίστη κα γνώση, ὅ.π. σελ. 168). Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία ἂς σημειωθεῖ ὅτι περισσότερο ἀπὸ τὸν φονταμενταλισμὸ καθεαυτὸν τὸν ἀνησυχεῖ ὁ διχασμὸς στὸν ὁποῖο ὁδηγεῖ ἡ ἰδεολογικὴ σύγκρουση φονταμενταλιστῶν καὶ κοσμικοῦ στρατοπέδου, ποὺ θέτει, ὅπως λέει, σὲ κίνδυνο τὴν «πολιτικὴ ὁλοκλήρωση» καὶ καταλήγει στὸν «κατατεμαχισμὸ» τῆς πολιτικῆς κοινότητας (βλ. τμῆμα 6, § 8η καὶ τμῆμα 7, § 1η) στὸ ἴδιο, δηλαδή, διαλυτικὸ τῆς ἀλληλεγγύης καὶ διαιρετικὸ τῆς κοινότητας ἀποτέλεσμα ποὺ καταλήγουν καὶ ὅλα τὰ παραπάνω.


ΠΗΓΗ: Σάββατο, 30 Μάρτιος 2013, Αντίφωνο. Δημοσιεύτηκε στο  περιοδικό «Σύναξη», τ. 124, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2012, σελ. 55-60.

ΚΚΕ 19ο συνέδριο: Σύντροφοι, Πίσω μας είναι η Μόσχα…

Σύντροφοι, Πίσω μας είναι η Μόσχα…

«Σύντροφοι, είναι απέραντη η σοσιαλιστική πατρίδα, κι όμως άλλος τόπος για υποχώρηση δεν υπάρχει! Πίσω μας είναι η Μόσχα…»*

 

Του Αλέκου Χαλβατζή

 

Στην παρούσα ανάρτηση δεν έχω την πολυτέλεια – από πλευράς χρόνου, χώρου και ιεράρχησης θεμάτων – να αναφερθώ αναλυτικά σε διάφορα γεγονότα που μεσολάβησαν από την προηγούμενη πριν 13,5 μήνες (18/2/2012). Ούτε φυσικά θα αναφερθώ στον οχετό που (απολύτως προβλέψιμα και αναμενόμενα) μου απευθύνθηκε μετά από αυτή την τελευταία ανάρτηση.

Κάνω μόνο μια διευκρίνιση μιας και αρκετοί από τους "ευγενέστατους σχολιαστές" μου με κατηγόρησαν αφενός για «μεγαλομανία», «εγωπάθεια» κλπ επειδή μιλάω σε πρώτο ενικό και αφετέρου ως συμμέτοχο σε κάποια τεράστια «αντικομματική συνωμοσία».

Διευκρινίζω λοιπόν ότι συνεχίζω να μιλάω σε πρώτο ενικό γιατί – καλώς ή κακώς – εξακολουθώ να μην εκπροσωπώ κανέναν άλλο ούτε να εκπροσωπούμαι από κανέναν άλλο, πέραν από τον εαυτό μου. Εξακολουθώ επίσης να τοποθετούμαι δημόσια, αποκλειστικά μέσα από το blog μου, http://www.alekosch.wordpress.com και πάντα επώνυμα και υπεύθυνα.

Όλο το διάστημα που μεσολάβησε δεν έκανα καμία δημόσια παρέμβαση γιατί θεωρούσα ότι η πρωτοβουλία ανήκε -τη συγκεκριμένη περίοδο- στους χιλιάδες υγιώς σκεπτόμενους και δρώντες συντρόφους μου που παραμένουν και επίσημα στις γραμμές του ΚΚΕ.

***

Αυτή τη στιγμή δε θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ αναλυτικά ούτε στο περιεχόμενο των Θέσεων-Σχεδίων (Προγράμματος-Καταστατικού) της ΚΕ του ΚΚΕ ενόψει του 19ουΣυνεδρίου του, για πολλούς λόγους, δυο από τους οποίους είναι οι εξής:

– Αποτελούν κατά βάση απλώς αναδρομική νομιμοποίηση των εκτροπών που ζύμωνε και υλοποιούσε από χρόνια η πλειοψηφική (πλέον) φράξια που κουμαντάρει την ΚΕ του ΚΚΕ και όλο το Κόμμα (στη συνέχεια και χάριν συντομίας αναφέρονται ως«τιμονιέρηδες»). Τις εκτροπές αυτές, τις έχω ήδη καταγγείλει τόσο μέσα στο Κόμμα -όσο παρέμενα μέλος του- όσο και -στη συνέχεια- δημόσια σε προηγούμενες αναρτήσεις στο blog μου.

– Επιπλέον στον Δημόσιο Προσυνεδριακό Διάλογο που ολοκληρώθηκε σήμερα (η ημερομηνία υποβολής άρθρων έχει κλείσει από τις 15/3) και παρά τις μεθοδεύσεις φίμωσης (επιφυλάσσομαι να αναλύσω σε μελλοντικό post) εκφράστηκε μια αξιοθαύμαστη αντίθεση στα σχέδια των τιμονιέρηδων για μετάλλαξη του ΚΚΕ. Η αντιπαράθεση αυτή αποτελεί γεγονός πρωτόγνωρο στην ιστορία του ΚΚΕ και για  την ιστορία του διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος γεγονός τουλάχιστον σπάνιο. Εκφράστηκε σε ποσοστό 20-25% απόλυτη απόρριψη των Θέσεων-Σχεδίων και συναγερμός για την πορεία του Κόμματος ενώ άλλο ένα 10-15% εξέφραζε σοβαρή ανησυχία άσχετα με το ότι δεν διευκρίνιζε ρητά αν επιπλέον απορρίπτει-καταψηφίζει. Δηλαδή 1/3 όσων πήραν το θάρρος να τοποθετηθούν δημόσια εξέφρασε τουλάχιστον μια σοβαρή κριτική. Φυσικά και φυσιολογικά καθεμιά από τις κριτικές τοποθετήσεις είχε το χαρακτήρα της, σε διάφορες πλευρές εξέφραζαν και διαφορετικές μεταξύ τους εκτιμήσεις, με κάποιες πλευρές προσωπικά δεν μπορώ να συμφωνήσω, παρόλα αυτά στη συντριπτική πλειοψηφία τους χαρακτηρίστηκαν από προσπάθεια υπεράσπισης του Μαρξισμού-Λενινισμού, ορθολογισμό, νηφαλιότητα, τιμιότητα και ειλικρίνεια. Και όλα αυτά έγιναν, καταρχήν, από απλά μέλη του Κόμματος, παρά και ενάντια στην εικόνα ομοφωνίας που χτίζουν οι τιμονιέρηδες και που τυπικά τουλάχιστον έχει εκφραστεί -τα τελευταία χρόνια- και με ομοφωνίες της ΚΕ ή άλλων σωμάτων. Όλη αυτή η κριτική έχει καταδείξει ότι Θέσεις-Σχέδια αποτελούν ένα διάτρητο συνονθύλευμα που έχει ήδη καταρρεύσει, αποτελούν ένα άταφο πτώμα.

Είναι αστείες οι κατηγορίες ότι, δήθεν, τεκμηριώνεται φραξιονισμός όσων εκφράζουν διαφωνία με τις Θέσεις επειδή, λέει, «οι διαφωνούντες γράφουν τα ίδια, σαν από καρμπόν». Αν πεις σε δέκα αγνώστους ότι ένα μαύρο άλογο είναι καναρίνι, τι θα σου απαντήσουν; Δε θα σου απαντήσουν όλοι ότι: α) κάνεις πλάκα β) είναι άλογο γ) είναι μαύρο;

Φράξια σημαίνει κόμμα μέσα στο κόμμα, με δομή, πειθαρχία, γερά πατήματα στην ηγεσία, ενιαίο σχέδιο. Πιστεύει κάποιος σοβαρός άνθρωπος ότι αυτοί που διαφωνούν με τις Θέσεις διαθέτουν κάτι τέτοιο;

Αν, ω φωτισμένοι τιμονιέρηδες, υπήρχε φράξια – πέρα από τη δική σας – που ήθελε να προωθήσει άλλη πολιτική πλατφόρμα, δεν θα φρόντιζε να την προωθήσει αμέσως στο Δημόσιο Διάλογο προκειμένου να διαμορφώσει κλίμα-συσχετισμούς πριν ολοκληρωθούν οι συνελεύσεις των ΚΟΒ? Ακόμα και εσείς όμως ξέρετε ότι με φραξιονισμό μπορείς να κυριεύσεις ένα κόμμα αλλά αναπόφευκτα επιπλεόν θα το σμπαραλιάσεις. Δεν μπορείς όμως να το διορθώσεις, ούτε να το σώσεις.

Στο Δημόσιο Διάλογο είναι καταφανές οτι δεν έγινε αυτό, αντίθετα σιγά-σιγά κάποιοι – και μάλιστα απλά μέλη που ποτέ δεν πέρασαν από υψηλόβαθμες θέσεις – έκαναν αυθόρμητα την αρχή και στην πορεία δημιουργήθηκε μια χιονοστιβάδα όταν και άλλοι σύντροφοι ένοιωσαν ότι δεν είναι τρελοί, όπως προσπαθούσατε να τους πείσετε με την υποτιθέμενη ιδεολογικο-πολιτική μονολιθικότητα που πουλάτε τα τελευταία χρόνια.

***

Από καιρό προβληματιζόμουν για το πότε και με ποια θεματολογία θα ήταν ωφελιμότερο για την υπεράσπιση της φυσιογνωμίας του Κόμματος και την υπόθεση της εργατικής τάξης να καταθέσω τους προβληματισμούς μου.

Αποφάσισα να το κάνω μετά την ολοκλήρωση της υποβολής άρθρων για το Δημόσιο Διάλογο. Με πρόλαβαν όμως οι εξελίξεις: η ενορχηστρωμένη επίθεση (με τσουβάλιασμα διαστρέβλωση, ψέματα και αισχρές αστήρικτες κατηγορίες) των τιμονιέρηδων προς τους συντρόφους που τόλμησαν να τους αμφισβητήσουν. Αυτή η επίθεση δε με ξάφνιασε. Απλά περίμενα πριν τοποθετηθώ να κατακάτσει ο πρώτος κουρνιαχτός.

Όπως είπα και πριν, έτσι και αλλιώς, δεν αποτελούσε ουσιαστικό ανασταλτικό παράγοντα για να τοποθετηθώ κάποιος φόβος ότι θα με κατηγορήσουν  ότι «εκθέτω το Κόμμα», αφενός γιατί δεν ισχύει, όπως έχω ξαναγράψει από καιρό οι τιμονιέρηδες το εκθέτουν με την απαράδεκτη γραμμή και πρακτική που έχουν επιβάλει,  και αφετέρου επειδή «ο βρεμένος τη βροχή δεν την φοβάται».

Οι εξελίξεις όμως των τελευταίων ημερών δίνουν και σε αυτό μια καινούργια διάσταση. Θα είναι πλέον τραγελαφικό να ισχυριστεί κάποιος καλοθελητής ότι εγώ πχ «εκθέτω το ΚΚΕ» στον ταξικό εχθρό μιλώντας δημόσια. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αστικός τύπος ως την προηγούμενη εβδομάδα ελάχιστα και τυπικά είχε ασχοληθεί με το Συνέδριο (μόνο η «ισκρα» είχε, για τους δικούς της λόγους, κάνει σχετικά παιχνίδια) παρά την πρωτοφανή αντιπαράθεση στο Δημόσιο Διάλογο για την οποία στο παρελθόν θα έκαναν καθημερινό πάρτι. Αυτό άλλαξε όμως με επιλογή των τιμονιέρηδων όταν στις 23/3 δημοσιεύτηκαν οι εκτιμήσεις της ΓΓ για «αγράμματους» και του μέλους του ΠΓ Γ.Μαρίνου για φραξιονισμό κλπ. Και φυσικά πολύ περισσότερο όταν στις 28/3 (προφανώς καθ' υπόδειξη των προϊσταμένων) του ο ΠΜ μέλος της ΚΕ κατήγγειλε δημόσια 3 μέλη του Κόμματος (και μάλιστα με τα ονόματα τους) ως συνειδητά όργανα (πράκτορες) της αστικής τάξης. Με μόνες αποδείξεις απλώς και μόνο τις απόψεις που εξέφρασαν στο διάλογο και χωρίς μέχρι τώρα τουλάχιστον, να έχει δημοσιευτεί κάποια, έστω προσχηματική, σχετική απόφαση συλλογικού οργάνου. Το μπαράζ συνεχίστηκε τόσο με άρθρα και ομιλίες στελεχών (εκτός φυσικά διαδικασίας προσυνεδριακού διαλόγου) όσο και με κάποια "προφητικά" (αν δεχτούμε ότι όντως έχουν γραφτεί πριν τις 15/3) άρθρα διάφορων καλοθελητών μέσα στον προσυνεδριακό διάλογο.

Αυτό το κλίμα – και μάλιστα δημόσιας – πρακτορολογίας έχει πολλές δεκαετίες να δημιουργηθεί στο Κόμμα. Ακόμα και μπροστά στο 13ο Συνέδριο που οδήγησε στη διάσπαση του ΚΚΕ μπορεί δικαίως ή αδίκως να ανταλλάχτηκαν οξείς πολιτικοί χαρακτηρισμοί («αναθεωρητές», «οπορτουνιστές», «σταλινικοί», «σκληροπυρηνικοί» κα) αλλά όχι τέτοιες αστυνομικές κατηγορίες.

***

Πέρα από την προσπάθεια χειραγώγησης του Δημόσιου Διαλόγου (επιφυλάσσομαι να αναπτύξω σε επόμενη δημοσίευση), είναι φανερό ότι αντίστοιχη προσπάθεια έγινε και στην εσωκομματική διαδικασία.
Προλαβαίνω όσους θα σπεύσουν να μιλήσουν για φράξιες που, δήθεν, μου εξασφαλίζουν πληροφορίες σημειώνοντας ότι το συμπέρασμα προκύπτει από στοιχεία προσβάσιμα στον καθένα. Ένα παράδειγμα: εδώ και χρόνια και με ιδιαίτερη ένταση τα τελευταία, καλλιεργείται από τους τιμονιέρηδες ένα νοσηρό κλίμα φόβου, και καχυποψίας με στόχο να ελέγξουν το Κόμμα είτε άμεσα με το φόβο της καθοδήγησης-κυρώσεων είτε με το φόβο του εχθρού («Καραμανλής ή τάνκς»). Αυτό το κλίμα καλλιεργήθηκε ακόμα και δημόσια με αρθρογραφία και παρεμβάσεις ανώτατων στελεχών για: «φραξιονισμό», «εισοδισμό», ευάλωτο τμήμα του κόμματος που επηρεάζονται από την αστική τάξη, «συστηματική διαφωνία», «εσωκομματική αντιπολίτευση» κλπ, ενώ πολλοί σύντροφοι έχουν διαγραφεί με αντίστοιχες στημένες κατηγορίες. ΌΜΩΣ το σοβαρότατο αυτό ιδεολογικό-πολιτικό-οργανωτικό θέμα αδικαιολόγητα απουσιάζει από τις Θέσεις (υπάρχει μόνο μια, από σπόντα σε εκτίμηση για την προπαγάνδα, αναφορά στο «φραξιονισμό μέσω internet» – ένας ακόμα απίστευτος όρος που αποτελεί άλλη μια παγκόσμια θεωρητική πατέντα τωντιμονιέρηδων). Η απουσία αναφοράς στο φλέγον αυτό θέμα χρησιμοποιήθηκε για να καλλιεργηθούν αυταπάτες σε μερίδα του κομματικού δυναμικού ότι  η ΚΕ (έστω σιωπηρά) αναδιπλώνεται και (τουλάχιστον προσωρινά) αναστέλλει το εσωκομματικό κυνήγι μαγισσών, παύει τις ακρότητες. Αυταπάτες που με τη σειρά τους αξιοποιήθηκαν για να αποσπαστεί από αρκετούς -μια έστω με κρύα καρδιά- υπερψήφιση των Θέσεων-Σχεδίων και έγκριση των πεπραγμένων της ΚΕ.

Παρόλα αυτά αφού ολοκληρώθηκε σχεδόν η εσωκομματική διαδικασία αλλά και η δυνατότητα απάντησης μέσω του Δημόσιου Διαλόγου οι τιμονιέρηδες «στο παραπέντε» του Συνεδρίου θέτουν το θέμα εκτός Θέσεων και μάλιστα όχι μόνο ακόμα πιο σφοδρά (μιλώντας πλέον πέρα από φραξιονιστές και για πράκτορες) αλλά και εντελώς δημόσια. Αν αυτό δεν είναι τουλάχιστον απαράδεκτη μεθόδευση, τότε τι είναι?

«Σύντροφοι, είναι απέραντη η σοσιαλιστική πατρίδα, κι όμως άλλος τόπος για υποχώρηση δεν υπάρχει. Πίσω μας είναι η Μόσχα…»

Και εδώ έρχεται να κολλήσει η φράση που επέλεξα για τίτλο.
Υπάρχει – όπως φαίνεται – σημαντικός αριθμός καλοπροαίρετων συντρόφων οι οποίοι (κακώς) κατέληξαν – για ιστορικούς λόγους που δεν είναι της παρούσης να εξαντλήσουμε εδώ – να θεωρούν, σχεδόν, ταμπού τη μη υπερψήφιση μιας πρόταση ανώτερου οργάνου. Υπάρχει παράλληλα -επίσης ιστορικά διαμορφωμένη- διάχυτη μια βαθιά – κάποιες φορές τυφλή – εμπιστοσύνη γενικά προς το Κόμμα. Αυτή η εμπιστοσύνη μπορεί να έχει υγιή βάση αλλά στην υπερβολή της αποδεικνύεται επικίνδυνη – ιδιαίτερα μάλιστα όταν καταχρηστικά και μεταφυσικά επεκτείνεται και στην ηγεσία του – αφού χαλαρώνει την επαγρύπνηση και την προσωπική ευθύνη κάθε κομμουνιστή. Στη βάση αυτή αλλά και λόγω της μεθόδευσης-εξαπάτησης που περιέγραψα αμέσως παραπάνω είναι λογικό να υποθέσουμε ότι (πέρα και εκτός από τους συντρόφους που ήδη καταψήφισαν ή/και επιπλέον εξέφρασαν με θάρρος στο δημόσιο διάλογο την αντίθεση τους στη μετάλλαξη του ΚΚΕ) αρκετά μέλη του Κόμματος σκέφτηκαν λίγο-πολύ με το ακόλουθο σχήμα:

«Εντάξει, τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με τη γραμμή-πρακτική, ενώ επιπλέον αυτή η γραμμή επαναλαμβάνεται σε Θέσεις-Σχέδια προκειμένου να γίνουν ντοκουμέντα και αυτό είναι ανησυχητικό. Παρόλα αυτά φαίνεται ότι αναστέλλονται οι διώξεις όσων κάνουν κριτική, ότι έστω σιωπηρά παύουν οι ακρότητες. Επομένως καλύτερα είναι να κάνω μεν κάποιες διακριτικές παρατηρήσεις αλλά σε αυτή την κρίσιμη στιγμή ας μην καταψηφίσω γιατί έτσι "εκθέτω το Κόμμα", "συμβάλω στην πόλωση", "αδυνατίζω την ενότητα του", "απογοητεύω τους πιο άπειρους συντρόφους" κλπ. Άλλωστε "όπως ξέρουμε" το Κόμμα κλυδωνίζεται αλλά ποτέ δε βυθίζεται. Η ζωή από μόνη της σε 1, 2, 3 χρόνια θα αποδείξει λάθος αυτή τη γραμμή και το Κόμμα θα βρει το δρόμο του. Εδώ είμαστε και εδώ θα ‘μαστε και τότε».

Προσωπικά θεωρούσα και θεωρώ αυτή της συλλογιστική σοβαρά εσφαλμένη. Το θέμα είναι ότι, πέρα από την προσωπική μου γνώμη, το πογκρόμ των τελευταίων ημερών καταρρίπτει εντελώς αυτή τη συλλογιστική αφού αποδεικνύει ότι οι τιμονιέρηδες είναι αποφασισμένοι να ακρωτηριάσουν το Κόμμα προκειμένου να μην αμφισβητηθεί η εξουσία τους ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι τελικά θα ελέγξουν μόνο τα απομεινάρια, τη σκιά του ΚΚΕ. Εξανεμίζεται λοιπόν ακόμα και αυτή η μεταφυσική και αστήρικτη, κατά τη γνώμη μου, ελπίδα ότι το Κόμμα αυτόματα και μαγικά, κάποτε, θα βρει το δρόμο του.

 ***

Θα πει κάποιος: «μα γιατί το κάνει αυτό η ηγεσία?», «δεν καταλαβαίνουν ότι έτσι δε θα μείνει τίποτα?» «ότι τελικά δε θα μπορεί να ικανοποιηθούν ούτε τα τυχόν ιδιοτελή συμφέροντα αφού δε θα υπάρχει Κόμμα να ελέγξουν?».

Κι όμως γίνεται, και όμως εξηγείται και υπάρχουν πάμπολλα αντίστοιχα παραδείγματα που έχουν από αιώνες αποκρυσταλλωθεί στην συλλογική ανθρώπινη θυμοσοφία:

– η Πανδώρα με το κουτί

– ο μαθητευόμενος μάγος που νόμισε ότι μπορούσε να βάλει το διάβολο να δουλέψει για λογαριασμό του για να γίνει κυρίαρχος του κόσμου αλλά τελικά «τον πήρε ο διάολος» και δυστυχώς όχι μόνον του

– οι άπληστοι που έσφαξαν τη χήνα με τα χρυσά αυγά γιατί βιάζονταν και δεν τους έφτανε το ένα που γεννούσε κάθε μέρα

– η ψεύτικη μάνα, στο μύθο του Σολομώντα που δέχτηκε να πάρει έστω το μισό παιδί αφού δεν το αγαπούσε ούτε το πονούσε ενώ η αληθινή ήταν έτοιμη να το εγκαταλείψει αρκεί να έμενε ολόκληρο και ζωντανό.

Είναι προφανές ότι το Κόμμα ήδη κατρακυλάει στο γκρεμό και το θέμα είναι αν προλαβαίνει από κάπου να αρπαχτεί για να μην τσακιστεί.

Επιπλέον μέσα στο ανώμαλο και νοσηρό κλίμα: πρακτορολογίας, ιδεολογικής τρομοκρατίας και φοβικών εκβιασμών, μόνο παρωδία συνεδρίου μπορεί να γίνει. Το Συνέδριο πρέπει να αναβληθεί, να λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι, να αποκατασταθεί έστω στοιχειωδώς η κομματική τάξη. Και σε εύλογο διάστημα να συγκληθεί εκ νέου.  Υπάρχει ανάλογο και στην πρόσφατη ιστορία του Κόμματος (τηρουμένων των αναλογιών) οι Θέσεις για το 9ο Συνέδριο αποσύρθηκαν και ξαναγράφτηκαν μετά την δημοσίευση τους και την κριτική που δεχτήκαν.

Οι απλές εκκλήσεις προς τους τιμονιέρηδες χτυπούν εδώ και χρόνια σε τοίχο, δεν αρκούν. Η λύση μπορεί μόνο να επιβληθεί. Και κανείς άλλος δεν μπορεί να την επιβάλλει εκτός από τα μέλη του Κόμματος. Είναι καταφανές πλέον ότι η μόνη ελπίδα του Κόμματος είναι η άμεση, αποφασιστική, μέχρις εσχάτων αντίσταση των κομματικών μελών και στελεχών, μέσα στις ΚΟΒ και τα όργανα που ανήκουν.

Πρέπει να μπει φραγμός στην καταστροφή. Άλλος χρόνος για αναμονή, άλλος τόπος για υποχώρηση δεν υπάρχει!

 

Αλέκος Χαλβατζής, 2/4/2013

 

*  Τα λόγια αυτά αποδίδονται σε έναν πολιτικό επίτροπο του Κόκκινου Στρατού και απευθύνονταν το 1941 σε μονάδα εφέδρων υπερασπιστών της Μόσχας, σε κρίσιμο σημείο της πολιορκίας λίγο πριν την ανατροπή της και την έναρξη της σοβιετική αντεπίθεσης.

ΠΗΓΗ: 2/4/2013, Αλέκος Χαλβατζής