Αρχείο κατηγορίας Φιλοσοφία και Πολιτική

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ

 

Του Κωνσταντίνου Κατσουρού

 

 

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΛΟΓΟΥ από τον Machiavelli ως τον Hegel υπέδειξε το κράτος ως τον τόπο της χειραφέτησης του ανθρώπου. Μόνο στους κόλπους του κράτους ο άνθρωπος μπορούσε να χειραφετηθεί από την άγρια φύση του και να την αναπαράγει προς τα έξω, μέσω των θεσμών, σαν κοινωνική μορφή, σαν την ορθολογική φύση του πολίτη. Η ιστορία της σύγχρονης φιλοσοφίας τόνισε τη χρονική διάρκεια αυτής της χειραφέτησης, από την προέλευση της μέχρι την κατάληξη της. Σ' ό,τι αφορά την προέλευση, μέσω της οικοδόμησης του λόγου, το κράτος κατέγραψε την αντίθεση ανάμεσα στη φυσική κατάσταση και σ' εκείνη του λόγου σ' ό,τι αφορά την κατάληξη κατέγραψε τη σύνθεση, το μετασχηματισμό του ατόμου από φυσικό άτομο σε «υποκείμενο», σε «πρόσωπο».

Αυτά από τον Machiavelli ως τον Hegel. 'Ο,τι επακολούθησε είναι λίγο ως πολύ γνωστό. Όμως, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός εκκαθαρίζει τον καπιταλισμό του ανεξάρτητου επιχειρηματία-εργοδότη και το προλεταριάτο, το επαναστατικό υποκείμενο, εμφανίζεται σα να εγκαταλείπει τον εαυτό του και να εντάσσεται στο «νέο» σύστημα: στη Γερμανία, την εποχή του 1930, σ' αυτή την ατμόσφαιρα γεννιέται η Κριτική Θεωρία: μια διαλεκτική φιλοσοφία που αντλεί τις εμπνεύσεις της από τους Kant, Hegel, Schopenhauer και Marx. Αυτή η φιλοσοφία δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κρίση του ατόμου και από τις πολιτιστικές αξίες που διαμορφώθηκαν από και με το φιλελευθερισμό.

Για ένα κάποιο χρονικό διάστημα οι Max Horkheimer, Walter Benjamin, Theodor W. Adorno και άλλα μέλη του Institut für Sozialforschung («Ινστιτούτο των κοινωνικών ερευνών») του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης έλπιζαν ότι οι αξίες αυτές, των οποίων την εγκυρότητα αμφισβητούσε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, θα μπορούσε να διασωθούν, σ' ένα ανεπτυγμένο επίπεδο, από την προλεταριακή επανάσταση. Στο δοκίμιο του με τίτλο Πρόγραμμα για ένα προλεταριακό θέατρο για παιδιά (επιμέλεια Elvio Fachinelli, "Quaderni Piacentini", τ. 38), o Benjamin σχεδιάζει τις γραμμές πάνω στις οποίες θα έπρεπε να κινηθεί μια προλεταριακή παιδαγωγική. Ο Horkheimer στο Επανάσταση ή ελευθερία (Rusconi, Μιλάνο, 1972) χαρακτηρίζει μ' αυτές τις φράσεις τον τρόπο με τον οποίο κατανοεί την Κριτική Θεωρία στη δεκαετία του '30:

«Όταν ο Χίτλερ κατέκτησε την εξουσία, πάρα πολλά πρόσωπα ήλπιζαν πραγματικά στην έλευση μιας επανάστασης. Πιθανότατα η ελπίδα αυτή να ήταν μια αυταπάτη, ένα όνειρο και όμως κυριάρχησε και ενέπνευσε τις εργασίες μου, από το 1933. Αποδέχθηκα την επιστήμη του Μαρξ επειδή κυρίως διακηρύσσει ότι μια καλύτερη κοινωνία θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα μόνο με την επανάσταση».

Για τους Max Horkheimer, Walter Benjamin, Theodor W. Adorno, Herbert Marcuse, Erich Fromm, οι οποίοι, όπως και άλλα μέλη του Ινστιτούτου, για παράδειγμα οι Leo Löwenthal, Henryk Grossmann και Friedrich Pollock, ανήκαν στη μεσαία αστική τάξη, η προλεταριακή επανάσταση, και η ταύτιση θεωρίας και πράξης με την καταπιεσμένη τάξη, μπορούσε να βρει την εκπλήρωση της σε μια συγκεκριμένη λειτουργία. Όφειλε να εγγυηθεί την έλευση της σοσιαλιστικής κοινωνίας στην οποία θα πραγματοποιούντο οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της φιλελεύθερης εποχής, τα αστικά ιδανικά. Ο Horkheimer και οι φίλοι του ερμήνευαν κατ' αυτό τον τρόπο τη μαρξιανή θεωρία:

«Μαζί με τη συνείδηση των εργοδοτών αναπτύσσονται φυσικά», υπογραμμίζει ο Horkheimer, «αν και στους κόλπους σχετικά περιορισμένων ομάδων οι ιδιότητες τις οποίες, στη συνέχεια, τόσο ο Μαρξ όσο και οι υλιστές εξέτασαν με φροντίδα, δηλαδή η εφευρετικότητα, η φαντασία και η θέληση για επιτυχία» (Επανάσταση ή ελευθερία). Όπως η σκέψη του νεαρού Μαρξ, που αρχικά εμπνεόταν από το ριζοσπαστικό γιακωβινισμό ενός Ludwig Borne («H εποχή των θεωρητικών έχει παρέλθει, και αρχίζει η εποχή της πρακτικής», υποστήριζε το 1831 ο Borne), έτσι και η Κριτική Θεωρία κατανοούσε την προλεταριακή επανάσταση σαν την εξέλιξη της αστικής επανάστασης, σαν την έξοδο του ατόμου της φιλελεύθερης εποχής προς την ελευθερία.

Κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1920 πίστευαν ακόμη ότι τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό την είχε εγγυηθεί η επιστήμη. Τα έργα του György Lukàcs και Karl Korsch Ιστορία και ταξική συνείδηση (εκδ. Οδυσσέας, 1975) και Μαρξισμός και Φιλοσοφία (εκδ. Ύψιλον, 1981) αντίστοιχα, μαρτυρούν τη θέληση να θεμελιωθεί πάνω στη σωστή συνείδηση, στην προλεταριακή συνείδηση, μια επιστήμη για την κοινωνία. Μέχρι τη θεμελίωση του Institut für Sozialforschung, στις 3 Φεβρουαρίου του 1923 (έτος της δημοσίευσης του έργου Ιστορία και ταξική συνείδηση) η μαρξιανή ιδέα για την επικείμενη κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος κατείχε κεντρική θέση στις αναλύσεις των θεωρητικών της Φρανκφούρτης. Όταν ο πρώτος επίσημος διευθυντής του Ινστιτούτου, ο Carl Grünberg (διάδοχος του Karl Albercht Gerlach, που απεβίωσε λίγο πριν την επίσημη θεμελίωση) διαβεβαίωνε στον εναρκτήριο λόγο του, με την ευκαιρία της επίσημης ίδρυσης, ότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοινωνίας της εποχής ήταν η «μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό» δεν εξέφραζε μονάχα μιαν απλοϊκή όσο και άδολη αισιοδοξία που συμφωνούσε με την ορθοδοξία του Ινστιτούτου Μαρξ-Ένγκελς της Μόσχας, από την οποία εμπνεόταν, αλλά προσέγγιζε επίσης την αντίληψη του Lukàcs, σύμφωνα με την οποία τα προλεταριάτο είναι υποκείμενο και αντικείμενο της ιστορίας εξέφραζε την πεποίθηση ότι ο διαλεκτικός υλισμός, που αντανακλάται στην ιδεολογία αυτής της τάξης, και με βάση τον οποίο αυτή η τάξη διαλογίζεται, είναι η μόνη κατάλληλη θεωρία για την ερμηνεία, επομένως και το μετασχηματισμό, της κοινωνικής πραγματικότητας. Ανεξάρτητα από το μηχανιστικό υλισμό του Grünberg, οι αντιλήψεις αυτές, με διαφορετικές μορφές, υπερίσχυσαν στο περιβάλλον της Κριτικής Θεωρίας όπως αναπτυσσόταν στα έργα των άλλων μελών του Ινστιτούτου κατά τη δεκαετία του 1930.

Ο Horkheimer, που διαδέχθηκε τον Grünberg στη διεύθυνση του Ινστιτούτου τον Ιανουάριο του 1931, λίγα χρόνια νωρίτερα από την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, γράφει στο έργο του Λυκόφως ότι «η προσπάθεια μας συνίσταται στο να βοηθήσουμε το ελεύθερο υποκείμενο, ικανό να διαμορφώσει συνειδητά την κοινωνική ζωή, να εμφανισθεί αυτό αντιπροσωπεύει η σοσιαλιστική κοινωνία, οργανωμένη σύμφωνα με ορθολογικές αρχές και ικανή να καθορίζει την ύπαρξη της». Όπως διαπιστώνουμε ο σκεπτικισμός υποβόσκει ήδη και αρχίζει να διαφαίνεται πριν τη νίκη του εθνικοσοσιαλισμού και το δοκίμιο του Horkheimer για την Αδυναμία της γερμανικής εργατικής τάξης είναι ένα σύμπτωμα της εποχής που μιλά από μόνο του. Ο σκεπτικισμός δεν θα συνεχισθεί για πολύ [4] θα τελειώσει με την επικράτηση και σταθεροποίηση των φασιστικών καθεστώτων καθώς επίσης και με το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, γεγονότα που χαρακτήρισαν και προσδιόρισαν την εξέλιξη της Σχολής στα χρόνια της εξορίας στην οποία υποχρεώθηκαν τα μέλη της.

Τα μέλη του Ινστιτούτου, που στην πλειοψηφία τους ήταν Εβραίοι, έπρεπε να εγκαταλείψουν τη Γερμανία το 1933 και να ιδρύσουν έδρες του Ινστιτούτου στη Γενεύη πρώτα και στη συνέχεια στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Το Φεβρουάριο του 1933 καθιερώθηκε σα διοικητικό κέντρο η έδρα της Γενεύης και το Ινστιτούτο για να τονίσει τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του ξαναβαπτίστηκε σε «Διεθνή Εταιρία για τις κοινωνικές έρευνες», ενώ οι Horkheimer και Pollock έγιναν οι «πρόεδροι» του οι Löwenthal, Fromm και Sternheim τους διαδέχθηκαν τον επόμενο χρόνο. Κατά την περίοδο αυτή δημιουργήθηκαν επίσης δύο άλλες έδρες στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Στο Παρίσι, από το βιβλιοπωλείο Alcan, δημοσιεύθηκε, πριν την κατάληψη και την κατοχή, το 1940, η κύρια επιθεώρηση του Ινστιτούτου, η "Zeitschrift für Sozialforschung" («Επιθεώρηση των κοινωνικών ερευνών») την οποίαν διηύθυνε ο Horkheimer. Το 1934, αφού ναυάγησε η προσπάθεια να εγκατασταθούν στο Λονδίνο, οι Horkheimer, Adorno, Pollock, Löwenthal και Wittfogel μεταναστεύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου το Ινστιτούτο παρέμεινε καθ ' όλη τη διάρκεια του πολέμου, στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, στη Νέα Υόρκη. Ο Walter Benjamin δολοφονήθηκε από τους φασίστες στην προσπάθεια του να διασχίσει τα ισπανικά σύνορα το 1940.

Η επιστροφή στη Γερμανία, μετά την ήττα του ναζισμού, δεν μπόρεσε να εξαλείψει τα ίχνη που άφησε η εξορία και που εξακολούθησαν να παραμένουν ανεξίτηλα πάνω στο σώμα της Κριτικής Θεωρίας του μεταπολέμου. Μετά την πτώση της φασιστικής βαρβαρότητας, η Σχολή όφειλε να αντιταχθεί στην καπιταλιστική κοινωνικοποίηση. Η εμπειρία την οποία απέκτησε από τη διπλή αποτυχία της προλεταριακής επανάστασης, πρώτα κατά τη διάρκεια της φασιστικής δικτατορίας και, στη συνέχεια, κατά την περίοδο του «οικονομικού θαύματος», που προκλήθηκε από έναν καπιταλισμό που είχε ανακτήσει τις βάσεις της σταθεροποίησης του, εξηγεί τη στροφή αλλά και την καμπή που σημειώνεται στους κόλπους της Κριτικής Θεωρίας, την εγκατάλειψη δηλαδή της επαναστατικής ελπίδας. Κλονίζεται οριστικά η εμπιστοσύνη με την οποία περιέβαλε την ταυτότητα θεωρίας και πράξης, την ταύτιση της σκέψης του ριζοσπάστη διανοούμενου με την πρακτική του επαναστατικού υποκειμένου. «Η διαλεκτική είναι η αυστηρή συνείδηση της μη ταυτότητας» γράφει ο Adorno στην Αρνητική Διαλεκτική (Einaudi, Τορίνο, 1970). Τον Απρίλιο του 1968, ο Horkheimer αποκαλύπτει ένα τρίτο στοιχείο που θα δικαιολογούσε στα μάτια του την εγκατάλειψη των επαναστατικών θεωριών που σαν προορισμό έχουν το σοσιαλισμό. Γράφει στο έργο του Κριτική Θεωρία (Einaudi, Τορίνο, 1974) : «Ο σοσιαλισμός, η ιδέα μιας δημοκρατίας πραγματοποιημένης σύμφωνα με τα περιεχόμενα που της προσέδωσαν στις χώρες του διαλεκτικού υλισμού, έχει παραμορφωθεί πλέον σε εργαλείο χειραγώγησης, όπως ο χριστιανικός λόγος στους αιματηρούς αγώνες της χριστιανοσύνης». Ο σοσιαλισμός που πραγματοποιήθηκε δεν ήταν αυτός που θα μπορούσε να εμπνεύσει τον Adorno και τον Horkheimer, ούτε και τον Grünberg.

Η εξορία της Κριτικής Θεωρίας δεν υπήρξε μόνο γεωγραφική. Σ' έναν κόσμο κυριαρχημένο από τα μονοπώλια και την άσχημη δημοσιότητα, σ' έναν κόσμο οικοδομημένο δίχως και ενάντια στην κριτική σκέψη, στερημένο από το «σώμα» του, που σύμφωνα με τον Μαρξ, ήταν το προλεταριάτο, η κριτική, που εμφανίζεται συγχρόνως με τη φωτισμένη φιλελεύθερη αστική τάξη, επιστρέφει, σ' ένα ανώτερο επίπεδο, διαλεκτικό, για να γίνει αυτό που υπήρξε πριν τη διαμόρφωση του μοντέρνου προλεταριάτου. Ο Habermas, μαθητής των Horkheimer και Adorno, χαρακτηρίζει με αυτόν τον τρόπο τη γνώση της κοινωνικής κριτικής της Σχολής της Φρανκφούρτης στο έργο του Πολιτική πράξη και κριτική θεωρία για την κοινωνία (II Mulino, Μπολώνια, 1973) : «παραμένει τότε μόνον η ευρύτατη διάδοση θεσμών και πρακτικών, που επιτεύχθηκαν σε ατομικό επίπεδο με το ύφος του Διαφωτισμού του δέκατου όγδοου αιώνα. Έτσι, για παράδειγμα, ο Adorno συνέλαβε την κριτική του».

Ο Adorno θεωρεί το απομονωμένο άτομο, που απειλείται από το μονοπωλιακό σύστημα, σαν εκφραστή ενός επαναστατικού υποκειμένου που έχει εξαφανιστεί: «Η ατομική συνείδηση που αναγνωρίζει την ολότητα στους κόλπους της οποίας τα άτομα χειραγωγούνται, δεν είναι, τουλάχιστον σήμερα, ειδικά ατομική αλλά φθάνει στην καθολικότητα και σταθεροποιείται με τη σκέψη». Η επιστροφή στο διαφωτισμό αποτελεί επίσης μια συνέχεια της φιλελεύθερης παράδοσης, που ανάγεται στον Borne, στο Μαρξ και στον Κάντιο.

Δεν είναι τυχαίο το ότι οι Εβραίοι, και ιδιαίτερα οι γερμανοί εβραίοι, ταυτίζονται πάντοτε με την παράδοση αυτή η οποία εμφανίζεται στα μάτια τους σαν υπόσχεση για ελευθερία, ισότητα και για μια ορθολογική οργάνωση της κοινωνίας. Η αδυναμία της γερμανικής αστικής τάξης, που εξηγεί την αδυναμία του διαφωτισμού της, εξηγεί ίσως γιατί εβραίοι φιλόσοφοι όπως ο Μαρξ, απογοητευμένοι από τα αποτελέσματα και τη δραστηριότητα που είχαν οι ορθολογιστικές και ανθρωπιστικές αξίες στη Γερμανία, εμπιστεύθηκαν το προλεταριάτο, κατηγορώντας την αστική φιλοσοφία ότι παραμένει στο επίπεδο της θεωρητικής σκέψης, διαχωρισμένη από την κοινωνική πρακτική. Όταν ο Μαρξ κατηγορεί τους γερμανούς ότι ευχαριστούνται με το να σκέπτονται αυτό που σε άλλες χώρες, όπως στη Γαλλία και στην Αγγλία συνέβη με την επαναστατική δράση, αυτός ξαναζωντανεύει, σ' ένα πιο ανεπτυγμένο πεδίο, την κριτική που κινούσε ο ριζοσπάστης ορθολογιστής Ludwig Borne ενάντια στους χριστιανούς συμπατριώτες του.

Ασκώντας κριτική, σε μια επιστολή γραμμένη από το Παρίσι το Μάρτιο του 1832, για το γεγονός ότι οι γερμανοί εβραίοι στερήθηκαν εκ νέου των αστικών δικαιωμάτων που κατέκτησαν κατά τη διάρκεια της γαλλικής κατοχής, γράφει: «Άκουσε, γερμανικέ λαέ! Και αν οι λέξεις ελευθερία, δίκαιο, ανθρωπότητα λένε κάτι στο λεξιλόγιο σου, κοκκίνισε από ντροπή επειδή μπόρεσες να στηρίξεις για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα δίχως ντροπή αυτή την ατιμία που δυσφημεί ολόκληρη την πατρίδα». Εγκαταλείποντας την παιδαγωγική στάση των διαφωτιστών, που ζητούν να φωτίσουν, να διδάξουν αναφερόμενοι στον καθολικό λόγο, ο Μαρξ, κριτικός του Borne, δεν αναφέρεται πλέον στο έθνος (ο Borne ήταν ακόμη ένας πατριώτης) αλλά στο προλεταριάτο και στην παγκόσμια αλληλεγγύη του. Αναφέρεται στην τάξη αυτή όχι με την ιδιότητα του Εβραίου, αλλά σαν αστός ριζοσπάστης, θύμα ενός ανορθολογικού διαχωρισμού που δεν συμβιβάζεται με τα ορθολογικά ιδανικά της αστικής τάξης.

Σ' ένα φωτισμένο δοκίμιο του με τίτλο Ο γερμανικός ιδεαλισμός των Εβραίων φιλοσόφων, ο Jürgen Habermas εξακριβώνει ένα δεσμό ανάμεσα στη θέση που λαμβάνουν οι εβραίοι διανοούμενοι, οι οποίοι ανήκουν στη μεσαία τάξη κατά πλειοψηφία, και στο διαφωτισμό. Στο κείμενο αυτό φωτίζεται η συγγένεια που υπάρχει ανάμεσα στη θέση των Εβραίων, σαν κοινωνικής ομάδας και στους γερμανούς φιλοσόφους που ταυτίζονται με την έννοια του λόγου. Η συγγένεια αυτή θα μπορούσε να συνοψισθεί κατ' αυτόν τον τρόπο: ο εβραίος αστός του XIX αιώνα είναι ο κατ' εξοχήν φιλελεύθερος αστός. Ενδιαφέρεται για την πραγματοποίηση των ανθρωπιστικών αξιών του διαφωτισμού πολύ πιο ενεργητικά από το χριστιανό αστό. Αυτή την επιθυμία, να δει να πραγματοποιούνται τέτοιου είδους αξίες, θα τη συναντήσουμε επίσης στη φιλοσοφία του Herbert Marcuse που κατηγορεί τη φιλελεύθερη κουλτούρα ότι πρόδωσε τα ιδανικά της, με το να αρνηθεί να τα θέσει σε εφαρμογή, να εξαπλώσει δηλαδή τα περιεχόμενα του ανθρωπισμού ώστε να συμπεριλαμβάνει όλους τους ανθρώπους, τους προλετάριους και τους εβραίους. Ο Habermas αναφέρει ότι «η γοητεία την οποία ασκούσε ο Κάντιος στους εβραίους διανοούμενους εξηγείται πριν απ' όλα επειδή σ' αυτόν, όπως και στο Γκαίτε, η φιλελεύθερη στάση που χαρακτηρίζεται από την πίστη στο λόγο και από ένα κοσμοπολίτικο ανθρωπισμό, τονίστηκε με τον πιο ενεργό και ειλικρινή τρόπο». Κυρίως κατά την εποχή της κρίσης, οι γερμανοί Εβραίοι κατέφυγαν στην «εξωτερικότητα του λόγου»: ο Habermas θα γράψει ότι πρόθεση του Husserl ήταν να σταματήσει το κύμα του φασιστικού ανορθολογισμού μ' έναν ανανεωμένο ορθολογισμό.

Είναι φυσικό τα μέλη της Σχολής της Φρανκφούρτης, που στην πλειοψηφία τους ήταν Εβραίοι, να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα απέναντι σε δύο εξελίξεις: από τη μια μεριά η ένταξη, την οποία υπέθεταν, του προλεταριάτου του οποίου το καθήκον συνίστατο στο να πραγματοποιήσει τις ανθρωπιστικές αξίες τις οποίες πρόδωσε η αστική τάξη των μονοπωλίων; από την άλλη η εξαφάνιση του φιλελεύθερου υποκειμένου και των αξιών που το συνόδευαν, η οποία προσδιορίστηκε από τα πλήγματα που κατάφερε σ' αυτό ο μονοπωλιακός καπιταλισμός μεταξύ των δύο πολέμων, αρχικά με το συντεχνιακό φασισμό και τελικά με τον οργανωμένο καπιταλισμό που υπερίσχυσε της φασιστικής αντίδρασης. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που κατά την περίοδο μεταξύ των δύο πολέμων, σε μια εποχή που καθορίζεται από την κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την εμφάνιση του φασισμού, μια ομάδα φιλελεύθερων αστών, εβραίων, θεμελίωσε ένα Ινστιτούτο u960 που σκοπό είχε την ανάλυση της κοινωνίας. Η εμπλοκή των διανοουμένων αυτών στην κρίση είχε διπλή όψη, επειδή ήταν ταυτόχρονα φιλελεύθερα άτομα και εβραίοι.

Και πάλι από τον Habermas μαθαίνουμε ότι «Οι εβραίοι έπρεπε να πειραματιστούν με την κοινωνία σα να ήταν κάτι το οποίο επρόκειτο να δουν από μια κοινωνιολογική σκοπιά που γι' αυτούς ήταν πλέον κάτι το φυσικό». Αυτή η «φυσική» κοινωνιολογική σκοπιά και θεώρηση συναντάται στο έργο της Σχολής που διατήρησε τον ορθολογικό ανθρωπισμό του Borne, μαζί με τον επαναστατικό ανθρωπισμό του Μαρξ. Αν εξετάσουμε τις βιογραφίες των μελών του Ινστιτούτου, μας εκπλήσσει η ομοιογένεια την οποία παρατηρούμε όσον αφορά την καταγωγή τους: προέρχονταν από οικογένειες επιχειρηματιών ή ελεύθερων επαγγελματιών. Ο πατέρας του Walter Benjamin ήταν έμπορος τέχνης. Ο πατέρας του Max Horkheimer κατείχε μια βιομηχανία υφαντουργίας, διέθετε πολυτελή βίλλα στη Stuttgart-Zuffenhausen, ήταν δηλαδή ο τυπικός εργοδότης που μόνον ο φιλελευθερισμός του XIX αιώνα μπορούσε να παράγει, αυτή η «αστική εποχή» στην οποία ήταν ακόμη δυνατή η πλήρης ανάπτυξη του ατόμου. Ο πατέρας του Friedrich Pollock (φίλος του Horkheimer και σημαντικότατο μέλος του Ινστιτούτου) ήταν ένας καθαρόαιμος εργοδότης. Ο Henryk Grossmann, γεννημένος στην Κρακοβία το 1881, ανήκε σε μια οικογένεια που κατείχε ορυχεία. Ο πατέρας του Theodor Wiesengrund Adorno ήταν έμπορος κρασιών στη Φρανκφούρτη ο πατέρας του Leo Löwenthal ήταν γιατρός. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι η θεμελίωση του Institut für Sozialforschung έγινε δυνατή χάρη σε μια δωρεά του Herman Weil, πλούσιου έμπορου δημητριακών, που ήταν ο πατέρας ενός από τους θεμελιωτές, του Felix Weil.

Η κοινωνική καταγωγή των συγγραφέων αυτών εξηγεί ως ένα μέρος το ενδιαφέρον τους για τις τύχες του ανεξάρτητου επιχειρηματία, που τον ίδιο καιρό είναι ο πατέρας της οικογένειας, και η πηγή της αστικής εξουσίας και ηθικής. Η συλλογή δοκιμίων με τίτλο Μελέτες για την εξουσία και την οικογένεια, που δημοσιεύθηκε συλλογικά από τα μέλη του Ινστιτούτου το 1936, περιέχει αρκετές αναλύσεις για τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στην οικογενειακή εξουσία (πατρική) και στην ιδεαλιστική φιλοσοφία που χαρακτηρίζεται από μια κατασταλτική ηθική. Άλλες μελέτες των Horkheimer, Marcuse και Fromm αναλύουν το δεσμό που υπάρχει u945 ανάμεσα στην κρίση από την οποία διέρχεται ο φιλελεύθερος πατέρας και εργοδότης, που κάποιον καιρό ήταν ο κύριος πρωταγωνιστής της κοινωνικοποίησης, και στην εξασθένιση της ηθικής και ατομικής συνείδησης, της αυτονομίας: ο Horkheimer θα παρατηρήσει ότι και η ηθική και η συνείδηση χάνουν το θεμέλιο τους με τον πολιτιστικό μετασχηματισμό της οικογένειας.

Στο έργο του Ο φόβος μπροστά στην Ελευθερία (Comunità, Μιλάνο, 1963) ο Erich Fromm αποδεικνύει ότι η δύση της αυτονομίας του ατόμου, που θεμελιώθηκε στην ηθική σχέση μεταξύ πατέρα και γιου, καθορίζει τη φυγή προς τις κολλεκτιβιστικές εξουσίες και προς μια ανορθολογική υποταγή την οποία ο Freud θεωρεί «μαζοχιστική»: αν το άτομο συναντήσει πολιτιστικά μοντέλα που ικανοποιούν αυτές τις μαζοχιστικές τάσεις (όπως η υποταγή στον αρχηγό στη φασιστική ιδεολογία) κατακτά έναν ορισμένο βαθμό ασφάλειας με το να αισθανθεί ενωμένος με εκατομμύρια άλλων που συμμερίζονται αυτά τα αισθήματα». Με το να αποχωρισθεί από την οικογενειακή εκπαίδευση και με το να γίνει μαζική και συλλογική, η εξουσία μετασχηματίζεται σε άρνηση του αυτόνομου ατόμου που έχει συνειδητοποιήσει ποια είναι αυτά τα οποία οφείλει να πράττει καθώς και το ποιες είναι οι ευθύνες που αναλαμβάνει.

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να διανύσουμε την παράλληλη με τους μεγάλους μυθιστοριογράφους πορεία, στις αρχές του 20ου αιώνα: οι Franz Kafka, Hermann Hesse, Marcel Proust, Robert Musil αντιπροσωπεύουν με τα έργα τους, στο επίπεδο της αισθητικής, τα προβλήματα τα οποία αναλύει η Κριτική Θεωρία στο κοινωνιολογικό, ψυχαναλυτικό και φιλοσοφικό πεδίο. Δύο θεμελιώδη θέματα, η πτώση του φιλελεύθερου ατόμου και ο διαμερισμός της πατρικής εξουσίας θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα leitmotive των έργων τους. Το ενδιαφέρον που δείχνουν οι Benjamin και Adorno για τους Kafka και Proust δεν είναι επομένως τυχαίο.

«Το τέλος της ατομικότητας λίγο ενδιαφέρει… Θα πρέπει μονάχα να περισώσουμε αυτό που αξίζει να περισωθεί». Αυτή η φράση από το έργο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες συνοψίζει, με μιαν ορισμένη έννοια, την επίμονη στάση που χαρακτηρίζει την Κριτική Θεωρία. Μπροστά στη φανερή «ενσωμάτωση» της επαναστατικής τάξης αυτό που θα περισωθεί είναι αυτό που απομένει από το άτομο, η αυτονομία u964 της κριτικής του ικανότητας. Όπως οι Musil, Hesse και Kafka έτσι και οι εκπρόσωποι της Σχολής προέβλεπαν την έλευση μιας κολλεκτιβιστικής, γραφειοκρατικής και απολυταρχικής κοινωνικής διάταξης. Ο Musil αναφέρεται στην προοπτική ενός κολλεκτιβοποιημένου κόσμου και ο Kafka παρατηρεί σε σχέση με την ιστορία ότι οι εξωτερικές προς τον άνθρωπο και βοηθητικές γι' αυτόν κατασκευές γίνονται συντρίμμια. «Η ιστορική εξέλιξη δεν εναποτίθεται πλέον στους ώμους του ατόμου αλλά στους ώμους των μαζών. . . Εμείς υφιστάμεθα την ιστορία» (F. Kafka, Confessioni e diari, Mondadori, Μιλάνο, 1972).

Είναι εντυπωσιακή η γλωσσική ομοιότητα που παρατηρείται μεταξύ του Herbert Marcuse και του Hermann Hesse, αν και πρόκειται για διαφορετικά περιεχόμενα: στο αυτοβιογραφικό του έργο που τιτλοφορείται Eigensinn, o Hesse εκφράζει την πίστη ότι μόνον η ατομική ισχυρογνωμοσύνη (Eigensinn), η θέληση για αυτονομία, μπορεί να αντισταθεί σ' ό, τι αυτός αποκαλεί Herdensinn, ένστικτο της μάζας. Στο Κουλτούρα και κοινωνία (Einandi, Τορίνο, 1969) ο Marcuse εμφανίζει την ισχυρογνωμοσύνη σαν το απαραίτητο στοιχείο για την Κριτική Θεωρία, τη μόνη ικανή να αντιταχθεί στη ψευδοσυνείδηση του θετικισμού και σε κάθε τύπο οππορτουνισμού: «Η κριτική θεωρία παραμένει πιστή στην ισχυρογνωμοσύνη σαν αυθεντική ιδιότητα της φιλοσοφικής σκέψης» (Κουλτούρα και κοινωνία).

Το δεύτερο θεμελιώδες θέμα, η κρίση της πατρικής μορφής, και η προσκόλληση στη μητέρα, που βρίσκεται στο κέντρο των έργων των Hesse, Proust και Musil εμφανίζεται να έχει δύο όψεις στην Κριτική Θεωρία: τη μελέτη της παρακμής της πατρικής εξουσίας, που συνδέεται με την παρακμή του καπιταλιστή ανεξάρτητου επιχειρηματία-εργοδότη, και την αξιοποίηση της μητέρας όχι σαν εκπρόσωπου της μητρότητας αλλά σαν ενσάρκωση της μη παραγωγικής και αντιαυταρχικής αισθητικής αρχής.

Εκπρόσωπος της αισθησιακής και ασυμβίβαστης με τον ασκητισμό φύσης που είναι απαραίτητος για την καπιταλιστική παραγωγικότητα, η γυναίκα θα αποτελέσει για τους Marcuse, Fromm, Benjamin την κριτική στάση για την ακρωτηριασμένη από τις απαιτήσεις της παραγωγικότητας και της τεχνολογίας φύσης: ο Fromm στο Ψυχανάλυση και σύγχρονη κοινωνία (Comunità, Μιλάνο, 1971) γράφει: «Ενώ ο Freud έβλεπε στην αιμομιξία μόνο το αρνητικό και παθογενές στοιχείο, ο Bachofen βλέπει καθαρά u964 τόσο την αρνητική όσο και τη θετική πλευρά της προσκόλλησης στη μορφή της μητέρας. Η θετική πλευρά είναι η γνώση για επιβεβαίωση της ζωής, της ελευθερίας και της ισότητας που διαπερνά τη μητρική δομή».

Το αρνητικό στοιχείο συνίσταται στον κίνδυνο μιας οπισθοδρόμησης προς τη φύση που οδηγεί στην παραίτηση της ατομικότητας. Αυτός ο κίνδυνος, για τον οποίο επιμένει ο Fromm στα ψυχολογικά έργα του, βρίσκεται στο κέντρο του έργου του Η. Hesse Νάρκισσος και Χρυσόστομος: «Αυτός γνώριζε όχι με τη συνείδηση και με τα λόγια αλλά με μια βαθύτερη γνώση του αίματος, ότι η πορεία του τον οδηγούσε στη μητέρα, στην ηδονή και στο θάνατο. Η πατρική πλευρά της ζωής, το πνεύμα και η θέληση δεν ήταν η πατρίδα του. Ήταν η πατρίδα του Νάρκισσου…».

Στην ερμηνεία του για τον Knut Hamsun, o Leo Löwenthal ασκεί κριτική στον παθητικό πανθεϊσμό του νορβηγού συγγραφέα, θέτοντας επίσης το πρόβλημα της μυστικιστικής οπισθοδρόμησης προς τη φύση. Η ειρήνευση της φύσης συνεπάγεται την εξάλειψη της ατομικότητας: πρόκειται για μιαν ειρήνη η οποία έχει θεμελιωθεί στην υποταγή απέναντι σε κάθε αυθαίρετη δύναμη, για έναν πανθεϊσμό που μας καλεί να δραπετεύσουμε από μιαν ιστορικά κατασταλτική πραγματικότητα. Όπως στο Hesse και στον Kafka, έτσι και στον Knut Hamsun η φύση παρουσιάζεται σαν ασυμβίβαστη με το πνεύμα, με το ηθικό Εγώ.

Το κεντρικό πρόβλημα που συνδέει την Κριτική Θεωρία με το έργο αυτών των μεγάλων μυθιστοριογράφων και τη φροϋδική ψυχανάλυση είναι η απόπειρα να ελευθερωθεί η φύση (το ασυνείδητο) από την κυριαρχία της τεχνικής, που αντιπροσωπεύει την κυριαρχία της πατρικής διανόησης δίχως όμως να θυσιάζει τον ηθικό άνθρωπο (το υπέρ-Εγώ), το αυτόνομο άτομο. Μόνον η διαλεκτική μπορεί να μεσολαβεί ανάμεσα στον ανορθολογικό μυστικισμό και στον ασκητικό ορθολογισμό, στην τυφλή ιδιαιτερότητα και στην καταπιεστική καθολικότητα.

«ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΝΑ ΠΕΡΙΣΩΣΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΣΩΘΕΙ» παρατηρούσε ο Musil σε σχέση με ό,τι αφορούσε το άτομο που παρήκμαζε. Όλες οι πλευρές της Κριτικής Θεωρίας όπως αναπτύχθηκε από τους Horkheimer (ο πρώτος που χρησιμοποίησε την έκφραση αυτή), Adorno, Marcuse και Benjamin μαρτυρούν την προσπάθεια να εξαχθεί η ιδιαιτερότητα του ατόμου (η «εσώτερη» φύση του ανθρώπου) από την αφηρημένη κυριαρχία του ορθού λόγου και από τις μυθικές αφαιρέσεις όπως η εγελιανή ολότητα, η ουσία του Husserl και το είναι του Heidegger, δίχως όμως αυτό να συντελέσει στη διάλυση του ατόμου στα πλαίσια ενός ανορθολογικού μυστικισμού τον οποίο εκμεταλλεύτηκε τόσο καλά ο φασισμός. Μια προσπάθεια του είδους αυτού επιβάλλει μια διαλεκτική προσέγγιση: μόνον η διαλεκτική είναι σε θέση να αποκαλύψει τον ανορθολογικό χαρακτήρα του αστικού ορθολογισμού, ασκώντας κριτική στο φασιστικό μύθο που αποτελεί ανατροπή του ορθολογισμού. Σε σχέση με το φασιστικό μύθο ο Benjamin γράφει στο Angelus Novus: «H τέχνη μεγαλοποιεί έτσι τις υποβλητικές ενέργειες με τις οποίες ασκεί την επιρροή της σε βάρος των πνευματικών, κριτικών ενεργειών».

Η διαλεκτική των Benjamin, Adorno και Horkheimer προσπαθεί να φωτίσει και να καταστήσει διάφανη μια μυστικοποιημένη από τη δημοσιότητα και από τις ιδεολογίες κοινωνική πραγματικότητα, τονίζοντας τις αντιθέσεις που καλύφθηκαν από το μύθο. Έτσι στην Αρνητική Διαλεκτική διαβάζουμε ότι: «Μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ουσία μόνον από την αντίθεση μεταξύ αυτού που υπάρχει και αυτού που βεβαιώνει ότι είναι».

Αυτοί ασκούν επίσης κριτική και στον ορθολογισμό των διαφωτιστών, προϊόν της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στη φύση, και ειδικότερα στον παραγωγικό ασκητισμό και στην εμπορευματικότητα: αγνοώντας την ιδιαιτερότητα του ατόμου, τις αισθητικές ανάγκες του, συναισθηματικές και φυσικές (σεξουαλικές), αυτός ο συστηματικός και υπολογιστικός ορθολογισμός καταλήγει να γίνει η λεία κυρίως αυτού που αρνείται, της φύσης. «Ο ορθολογισμός ανατράπηκε σε μυθολογία» μας διαβεβαιώνουν οι Adorno και Horkheimer στη Διαλεκτική τον Διαφωτισμού. Κάθε σκέψη που αγνοεί τις ιδιαίτερες ανάγκες του ατόμου καταλήγει με το να τοποθετείται μπροστά στον άνθρωπο σα μια μυθική δύναμη, φυσική, λέει ο Μαρξ. Στην προσπάθεια της να επιτύχει μια νέα συμφιλίωση ανάμεσα στην ιδιαιτερότητα και στην καθολικότητα, η Κριτική Θεωρία πλήττει όλες τις φιλοσοφίες και τις Επιστήμες που θυσιάζουν το άτομο στην Ολότητα ενός συστήματος (Hegel), στο Είναι (Heidegger), στην αντικειμενική «επιστήμη» (των θετικιστών όπως ο Karl Popper και ο Hans Albert), ή στην ιστορική εξέλιξη και διαδικασία (Μαρξ και Ένγκελς). Τέτοιου είδους θεωρίες, που διαφέρουν μεταξύ τους, έχουν ένα κοινό στοιχείο: επιβάλλουν την υποταγή του υποκειμένου στο αντικείμενο, της ιδιαιτερότητας στην ολότητα.

Οι Adorno, Horkheimer και Marcuse με την κριτική τους στους Μαρξ και Ένγκελς, φωτίζουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της αντίληψης που έχουν για τη διαλεκτική. Σύμφωνα με αυτή τη διαλεκτική, ο Ένγκελς ανέλαβε να ταυτίσει υποκείμενο και αντικείμενο πιστεύοντας ότι συνείδηση και κόσμος θα μπορούσαν να φθάσουν στην ενότητα στους κόλπους της ολότητας του φιλοσοφικού συστήματος. «Με αυτήν την κατάργηση κάθε ιδιαίτερου στοιχείου και κάθε αμεσότητας που αναπτύσσονται απ' αυτή την ίδια τη θέληση, οικοδομείται η «καθολικότητα» στην οποία οδηγεί η εγελιανή γνώση περί ελευθερίας», γράφει ο Marcuse στο δοκίμιο Για μια κριτική θεωρία της κοινωνίας.

Αλλά αυτή η «καθολικότητα» την οποία αναγνωρίζει σα «δική» του το αφηρημένο υποκείμενο, σα να ταυτιζόταν με την αντικειμενική πραγματικότητα, δεν είναι τίποτε άλλο από τη σιωπηρή επικύρωση της καταπιεστικής καθολικότητας την οποία δικαιολογεί το εγελιανό σύστημα, με το να τη μυστικοποιεί. Στην Αρνητική Διαλεκτική ο Adorno διαβεβαιώνει ότι «η επίμονη κριτική… ξετινάζει τον εγελιανό ιδεαλισμό: η γνώση έχει σαν στόχο το μερικό, το ιδιαίτερο, όχι την καθολικότητα». Ο Adorno δεν καταγγέλει την ιδέα της ολότητας: προτείνει αντίθετα να «φωτίσουμε το όλο ξεκινώντας από το τμηματικό». Αυτό το οποίο αρνείται είναι η ιδέα μιας ολότητας κατασκευασμένης σε βάρος του μερικού, η ιδέα ενός «Είναι» που υπερισχύει του πραγματικού-υπαρκτού ατόμου και της μοναδικότητας του.

Ενάντια στους Husserl και Heidegger, που θέτουν την πρωταρχικότητα της Ουσίας και του Είναι έναντι του πραγματικού ατόμου, ο Adorno επιμένει ότι είναι αδύνατο να κατανοήσουμε μιαν «ουσία» ή ένα «είναι» που ντύνονται την καθολικότητα ανεξάρτητα από αυτό που υπάρχει πραγματικά, ανεξάρτητα από την ιδιαιτερότητα. «Η ουσία δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από τη σχέση της με το πραγματικό», υπογραμμίζει στη Μετακριτική της γνωσιολογίας.

Η υπεράσπιση της ιδιαιτερότητας αποτελεί u964 τον πυρήνα της κριτικής που ασκεί ο Adorno στους Μαρξ και Ένγκελς, στο μέτρο που αυτοί θα θυσίαζαν στη φιλοσοφία τους για την ιστορία, την ευτυχία του ατόμου χάρη των γενεών που έρχονται: «Επρόκειτο για τη θεοποίηση της ιστορίας, ακόμη και στην περίπτωση των αθεϊστών εγελιανών Μαρξ και Ένγκελς», γράφει στην Αρνητική Διαλεκτική.

Σύμφωνα με τους Adorno και Horkheimer η ιστορική εξέλιξη δεν μπορεί πλέον να κατανοηθεί με τον τρόπο με τον οποίο την κατανοούσαν οι Έγελος και Μαρξ, σαν πρόοδο προς την απελευθέρωση. Αν το προλεταριάτο ενσωματώνεται στη σημερινή κοινωνία, δεν είναι πλέον δυνατό να ταυτίζουμε την κριτική σκέψη με την ιστορική κίνηση. Ο Lucien Goldmann σε αρκετές περιπτώσεις κατηγόρησε τους θεωρητικούς της Φρανκφούρτης ότι επικύρωσαν μια ριζοσπαστική μη ταυτότητα, καθώς αρνήθηκαν να ταυτιστούν με μια υπάρχουσα ή υπό διαμόρφωση κοινωνική δύναμη, ενώ κράτησαν μια στάση ριζοσπαστικής κριτικής, θέτοντας υπό εξέταση όλες τις κρίσεις που διατυπώθηκαν από τη φιλοσοφία της ιστορίας και κατηγόρησαν τις θεωρίες συγγραφέων στους οποίους αναφέρονταν, προπάντων του Μαρξ και του 'Ενγκελς.

Στη θεοποίηση της ιστορίας αντιστοιχεί, στους νεοθετικιστές συγγραφείς (Karl Popper και Hans Albert), η θεοποίηση της επιστήμης που κατανοείται σα φυσική επιστήμη. Ο άνθρωπος, σαν υποκείμενο, είναι το θύμα της. Οι θετικιστές τελικά, όπως ο Luis Althusser, επιχειρούν μια επιστημολογική τομή μεταξύ ιδεολογίας και επιστήμης, μεταξύ υποκειμενικής σκοπιμότητας και αξιών από τη μια πλευρά, και αντικειμενικής «επιστημονικής» καταγραφής των «γεγονότων» από την άλλη. Αυτή η καταγραφή εκφράζει την παθητικότητα που επιβάλλεται στο άτομο σε μια κοινωνία διοικούμενη ολοκληρωτικά, την αδυναμία του να κυριαρχήσει στις φυσικές επιστήμες ελέγχοντας τις με μια αυτόνομη κριτική παρατήρηση. Στην ταυτότητα επιστήμης (φυσικής) και γνώσης, ο Horkheimer συγκεκριμενοποιεί μια από τις πλευρές της αντικειμενοποίησης, που συνίσταται στην αναπαραγωγή, στο γνωσιολογικό πεδίο, των μη ορθολογικών νόμων που κυβερνούν το κοινωνικό σύστημα. Ο θετικισμός, ταυτίζοντας τη γνώση με την επιστήμη, περιορίζει το διανοούμενο στις λειτουργίες που απαιτούνται για να οργανωθεί ένα κατάλληλο για τις ανάγκες της εμπορευματοποιημένης κουλτούρας υλικό, ενώ ο διανοούμενος θα μπορούσε να ασκήσει κριτική και να τα αμφισβητήσει όλα αυτά, υποστηρίζει ο Horkheimer. Αντί να επεμβαίνουν με την κριτική παρατήρηση, οι θετικιστές θεωρούν την κοινωνική πραγματικότητα σαν ένα γεγονός, σαν ένα φυσικό δεδομένο. Επίγονοι του διαφωτισμού, αναπαράγουν με αφέλεια τον ορθολογιστικό μύθο σύμφωνα με τον οποίο η άμεση αντίληψη είναι κιόλας ορθολογική.

Μαθητής των Adorno και Horkheimer, o Jürgen Habermas είναι, μεταξύ των διαλεκτικών συγγραφέων, ένας από τους καλύτερους κριτικούς του νεοθετικισμού. Ξεκινώντας από τις θέσεις των Adorno και Horkheimer, κατηγορεί τους θετικιστές ότι περιορίζουν το ανθρώπινο υποκείμενο (στην περίπτωση αυτή, τον θεωρητικό) σε παθητικό και ανώνυμο καταχωρητή, που στερείται οιασδήποτε ιδεολογικής ιδιαιτερότητας. Κλεισμένη στα προβλήματα της σκοπιμότητας και του νοήματος, που συνιστούν τις κύριες διαστάσεις του υποκειμενισμού, η θετικιστική επιστήμη είναι ανίκανη να θέσει ερωτήματα γύρω από το κοινωνικό νόημα, το ανθρώπινο νόημα της επιστήμης: στο Γνώση και συμφέρον (Laterza, Μπάρι, 1973), ο Habermas υποστηρίζει ότι το λογικό πρόβλημα που ξεπερνά τα υποθετικά όρια στα οποία μπορεί να φθάσει η γνώση στόχευε επίσης και στο να εξηγήσει το νόημα της γνώσης γενικά. Ο θετικισμός, συνεχίζει ο Habermas, εξαλείφει αυτό το πρόβλημα: στερείται νοήματος όταν σκεφθούμε την πραγματικότητα των σύγχρονων επιστημών. Η ταύτιση της γνώσης με τη μέθοδο των φυσικών επιστημών συμπίπτει με την αποθέωση του «εργαλειακού λόγου» που ο Horkheimer ερμηνεύει σαν την επιστήμη που επιτρέπει στον άνθρωπο να κυριαρχεί πάνω στη φύση.

Αυτή η «επιστημονική» και «τεχνολογική» δύναμη είναι τυφλή, επειδή αποκλείει την κριτική παρατήρηση, διαλεκτική που θεωρεί ως αξίωμα την ταυτότητα ανάμεσα στο σκεπτόμενο υποκείμενο και στο αντικείμενο για το οποίο σκέπτεται. Αυτή αναγνωρίζει μόνο το «γνωστικό-πρακτικό» συμφέρον αγνοώντας το «γνωστικό-χειραφετικό» που χαρακτηρίζεται από την κριτική παρατήρηση. Κατά τον Habermas και την Κριτική Θεωρία, αυτό το γνωστικό συμφέρον, που σκόπευε στην επίτευξη της απελευθέρωσης του ανθρώπου, θα πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής κάθε επιστήμης u960 που ασχολείται με την κοινωνία.

Σύμφωνα με τον Habermas τόσο η θετικιστική επιστήμη, που χαρακτηρίζεται από το γνωστικό-πρακτικό συμφέρον, όσο και η διαλεκτική, που χαρακτηρίζεται αντίθετα από το συμφέρον για χειραφέτηση, συνυπάρχουν στη σκέψη του Μαρξ. Αυτό εξηγεί τη διαμάχη γύρω από τον αλτουσεριανό μαρξισμό. Στο Γνώση και συμφέρον ο Habermas γράφει: «Μολονότι αυτός ο ίδιος (ο Μαρξ) προσδιόρισε την επιστήμη του ανθρώπου με τη μορφή της κριτικής και όχι σα φυσική επιστήμη, είχε πάντοτε την τάση να την τοποθετεί στη μεριά των φυσικών επιστημών». Διαχωρίζοντας τη μαρξιανή «φιλοσοφία» από την «επιστήμη», την ανθρωπιστική ιδεολογία από τον ιστορικό υλισμό, με την επιστημολογική τομή, αυτός (ο L. Althusser) ταυτίζει τη μαρξιανή «επιστήμη» με το θετικιστικό ρεύμα, όπως ο Habermas το χαρακτηρίζει: ο L. Althusser στο Ο Λένιν και η φιλοσοφία (εκδ. Ηριδανός) γράφει: «Μπορούμε του λοιπού, διαθέτοντας την άνεση να κάνουμε αναδρομές, αλλά και χωρίς να προδικάζουμε ένα μέλλον που την έκβαση του δεν ορίζουμε εμείς, κι άλλο τόσο ούτε ο Μαρξ, να βελτιώσουμε τη μεταφορά μας και να πούμε ότι πριν από το Μαρξ μόνο δύο μεγάλες ήπειροι είχαν ανοιχτεί στην επιστημονική γνώση, από αλλεπάλληλες επιστημολογικές τομές: η ήπειρος των Μαθηματικών με τους Έλληνες (από το Θαλή ή αυτούς που καλύπτει ο μύθος του ονόματος του) και η ήπειρος της Φυσικής (από το Γαλιλαίο και τους διαδόχους του)… Ο Μαρξ άνοιξε στην επιστημονική γνώση μια νέα τρίτη μεγάλη ήπειρο, την ήπειρο της Ιστορίας».

Έτσι, ένα σημείο της μαρξιανής σκέψης (το γνωστικό-πρακτικό συμφέρον) ανυψώνεται στο επίπεδο της επιστήμης ενώ το κεντρικό, η διαλεκτική θεωρία, εξορίζεται στο πεδίο της ιδεολογίας, της φιλοσοφίας. Σ' αυτή τη θετικιστική προσέγγιση μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματική κριτική με βάση τις αναλύσεις της Κριτικής Θεωρίας για το θετικισμό και ειδικότερα με τις αναλύσεις του Habermas. Παρά τις μεγάλες συγγένειες που παρατηρούνται ανάμεσα στη σκέψη του και στην Κριτική Θεωρία ο Jürgen Habermas θα διαχωρίσει τη θέση του απ' αυτήν. Στο κέντρο της έρευνας του δεν βρίσκεται πλέον το ελεύθερο άτομο, που χαρακτηρίζεται από τη σπαρακτική σύγκρουση ανάμεσα u963 στον σκεπτόμενο και στη φύση, ανάμεσα στη μητέρα και στον πατέρα, αλλά το αυτόνομο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα του οποίου η λειτουργία έχει εξασφαλιστεί από αυτορρυθμιζόμενους μηχανισμούς.

Για τον Habermas το πρόβλημα της πιθανής όσο και δυνατής σωτηρίας του ανθρώπου και της αυτονομίας του φαίνεται να περνά σε δεύτερη μοίρα αυτός αναρωτιέται μάλλον για τις δυνατότητες, που μειώνονται, να υποταχθεί το μη ορθολογικό σύστημα στους νόμους του λόγου. Αυτή η ουσιαστική διαφορά σε σχέση με την Κριτική Θεωρία δεν μπορεί να εξηγηθεί απολύτως με βάση την προσωπική ιδιαιτερότητα του φιλοσόφου. Αλλά ο Jürgen Habermas αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση και ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο για τη διαμόρφωση της αριστεράς στις σύνθετες κοινωνίες, με το οποίο θα ασχοληθούμε μιαν άλλη φορά.

 

Αθήνα, Δεκέμβριος 1987.

 

ΠΗΓΗ: Περιοδικό "Λεβιάθαν" (Δεκέμβριος του 2008).

Σας ομιλεί η Αυτού Μεγαλειότης το Κεφάλαιο

Σας ομιλεί η Αυτού Μεγαλειότης το Κεφάλαιο[1]

 

Του Γιώργου Καραμπελιά

 

Ο Γεώργιος Παπανδρέου μίλησε στη Βουλή, την Τετάρτη 7 Ιουλίου, επί της αρχής του απ-«Ασφαλιστικού Νομοσχεδίου». Όπως ήταν αναμενόμενο, υπήρξε ο ολίγιστος που προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ωστόσο, μέσα από τα λόγια του, ακουγόταν ξεκάθαρα η φωνή των αφεντικών, η φωνή των εντολέων του, η φωνή της Αυτού Μεγαλειότητος του Δ.Ν.Τ., και ταυτόχρονα διαγράφονταν οι νέες κοινωνικο-πολιτικές συμμαχίες προς τις οποίες κατευθύνεται το σύστημα.


[1]   Κεντρικό άρθρο στο νέο φύλλο της μηνιαίας εφημερίδας Ρήξης (τ. 65, 10-07-2010) που Κυκλοφορεί.

Αρχικά, στην ομιλία του, ο Παπανδρέου επιχείρησε να στρέψει την κοινωνία ενάντια στους «προνομιούχους» – σύμφωνα με την ντιρεκτίβα του ΔΝΤ, ότι βασικό στοιχείο για την επιτυχία των μέτρων είναι η διαίρεση της κοινωνίας. Στρέφεται κατ' εξοχήν ενάντια στους πρώην βασικούς «πελάτες» του ΠΑΣΟΚ, τους «ευνοημένους» των ΔΕΚΟ, του Δημοσίου κ.λπ. Ας τον διαβάσουμε:

Όσον αφορά το ασφαλιστικό, για δεκαετίες, κάποιοι εξασφάλιζαν προνόμια, το κόστος των οποίων αναγκαζόταν να χρηματοδοτεί συνεχώς το κράτος, ο φορολογούμενος, με αποτέλεσμα μάλιστα να μην μένει τίποτα για τους νέους εργαζόμενους, αλλά και με αποτέλεσμα όσοι κλάδοι εργαζομένων δεν είχαν ως διαπραγματευτικό εργαλείο σχέσεις με την εξουσία να υπόκεινται σε απείρως χαμηλότερες συντάξεις, δουλεύοντας πολύ περισσότερα χρόνια.

 Αν αυτά τα έλεγε μια κυβέρνηση που θα προσπαθούσε να άρει τις ανισότητες προς όφελος των χαμηλόμισθων και των χαμηλοσυνταξιούχων, ανεβάζοντας τα εισοδήματά τους, θα μπορούσε να έχει μια βάση. Όμως, την ίδια στιγμή κουτσουρεύει και τις δικές τους συντάξεις και αποδοχές!  Κατά συνέπεια, απευθύνεται απλώς στον κοινωνικό κανιβαλισμό. Εν συνεχεία δε, αποκαλύπτει το πραγματικό διακύβευμα:

Και για εμάς, κοινωνική αλληλεγγύη [ ] σημαίνει εναρμονισμός με τις σύγχρονες εργασιακές πρακτικές και την πολυπλοκότητα της σύγχρονης αγοράς εργασίας, όχι τιμωρία της διαδοχικής ασφάλισης.

Ελπίζω πως όλοι έχουμε πάρει το μήνυμα: «πολυπλοκότητα της σύγχρονης αγοράς εργασίας», «διαδοχική ασφάλιση», δηλαδή δημιουργία μιας κοινωνίας «απασχολήσιμων» και αδιάκοπης αναζήτησης νέας εργασίας, μια κοινωνία όπου ο κανόνας θα είναι η ανεργία, ή η απειλή της, και οι εργασιακές μετακινήσεις καθημερινότητα. Και συνεχίζει ανενδοίαστα να εκθέτει το πρόγραμμα του νεο-φιλελευθερισμού: 

Σημαίνει μετάβαση από ένα κράτος και μια κοινωνία παθητικής αντίληψης για την πρόνοια, την εργασία και τα δικαιώματα, σε ένα κράτος που [ ] απελευθερώνει τους πολίτες από τα ασφυκτικά πλαίσια, μέσα στα οποία ζουν εδώ και χρόνια, και ιδιαίτερα τη νέα γενιά. Πλέον, αντί να χρηματοδοτεί, το κράτος, αμφιλεγόμενες επικουρικές συντάξεις, αντί να τροφοδοτεί τις παθητικές πολιτικές πρόνοιας, πάμε σε ένα μοντέλο που διευρύνει τη δυνατότητα των εργαζομένων να κινούνται ελεύθερα στην αγορά εργασίας. Πραγματικά, ιδιαίτερα η σημερινή νέα γενιά, με τις ραγδαίες εξελίξεις που υπάρχουν στον χώρο της οικονομίας, θα έχει πολλές φορές πολλά επαγγέλματα, αν όχι και πολλές δουλειές, στη διάρκεια της ζωής της. Είναι βασικό στοιχείο και για την κινητικότητα στην α γορά εργασίας.

Για δεκαετίες ο Φρήντμαν και οι οπαδοί του άκρατου νεο-φιλελευθερισμού διαμαρτύρονταν ότι το σύστημα της κοινωνικής πρόνοιας είναι «παθητικό», δηλαδή προσφέρει ασφάλεια στους εργαζόμενους, ενώ αυτοί θα πρέπει να βρίσκονται σε διαρκή ανασφάλεια, «απελευθερωμένοι» από τα «ασφυκτικά πλαίσια», δηλαδή να βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση για αναζήτηση νέας εργασίας.

 

Ο ΓΑΠ ως ο εκπρόσωπος του μεγάλου κεφαλαίου

 

Αυτή η ομιλία του Παπανδρέου είναι πολύ σημαντικότερη από την ασημαντότητα του εκφωνητή της. Σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια νέα περίοδο, μια περίοδο κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να αναλάβει μονοπωλιακά την εκπροσώπηση του μεγάλου κεφαλαίου και να εγκαταλείψει τα κοινωνικά στρώματα τα οποία εξέφραζε προνομιακά, ιδιαίτερα τις ΔΕΚΟ, τους δημοσίους υπαλλήλους, τους εκπαιδευτικούς, τους μικρομεσαίους οι οποίοι συνέχισαν να το στηρίζουν και κατά τη σημιτική περίοδο, μια και το οικονομικό αδιέξοδο ανέλαβαν να το «λύσουν» οι μετανάστες. Έτσι, στο παρελθόν, το παραδοσιακό μεγάλο κεφάλαιο στήριζε το ΠΑΣΟΚ εν μέρει υποχρεωτικά, διότι αυτό μόνο μπορούσε να διασφαλίσει την εργασιακή ειρήνη και ταυτόχρονα να του προσφέρει τις κρατικές προμήθειες. Γι' αυτό και οι διαπλεκόμενοι, οι νταβατζήδες, τα ΜΜΕ στηριζαν ναφανδόν το ΠΑΣΟΚ ήδη από την εποχή Σημίτη. Παράλληλα όμως, εκφραζόταν ιδεολογικά περισσότερο ίσως από τη Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη, ή της Ντόρας, ή από τον Μάνο και τους καλαμοκαβαλάρηδες του νεο-φιλελευθερισμού. Εξ ου και το σύστημα του κεφαλαίου και της εξουσίας ήταν διπολικό. Γεγονός που εκφραζόταν και στο πεδίο των εθνικών θεμάτων και της εξωτερικής πολιτικής. Το παλαιό «εθνο-πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα, υποκαταστάθηκε από τον σημιτικό φιλοπαγκοσμιοποιητικό εκσυγχρονισμό, που διεκδικούσε τα πρωτεία του ατλαντισμού από τον Μητσοτάκη και τη Ν.Δ.

Από τη στιγμή της ανόδου του Γ. Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, άρχισε μια κίνηση, που ολοκληρώνεται στην παρούσα φάση. Ο Γιωργάκης δεν παραμέρισε μόνο ή απλώς τους «παλαιοπασόκους», που βλακωδώς τον στήριξαν για να ανέβει στην ηγεσία του κόμματος, αλλά εγκαταλείπει βιαίως τα κοινωνικά στρώματα που τον ψήφισαν. Επιδιώκει, δηλαδή, να μονοπωλήσει πλέον την εκπροσώπηση του κεφαλαίου και της ξένης προστασίας και να περιθωριοποιήσει τη Νέα Δημοκρατία, ακόμα και από τον ίδιο τον παραδοσιακό αστικό κόσμο και τις πρεσβείες.  

Γι' αυτό και, υποχρεωτικά, η Νέα Δημοκρατία αναγκάζεται να έρθει σε όλο και μεγαλύτερη αντιπαράθεση με τη λογική ΠΑΣΟΚ, έστω και πρόσκαιρα, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει. Είναι όμως δυνατόν να επιχειρήσει η Νέα Δημοκρατία μια πλήρη ανατροπή των πολιτικών στρατοπέδων, να έλθει «αριστερότερα» από το ΠΑΣΟΚ και να επιχειρήσει να εκφράσει εν μέρει αυτό που εξέφραζε κάποτε το ΠΑΣΟΚ; Δηλαδή, μια πολιτική περισσότερο πατριωτική και κοινωνική από το ΠΑΣΟΚ;

Για την ώρα, σπρώχνεται από τη φο ρά των πραγμάτων προς τα εκεί. Εκπαραθύρωσε τη Ντόρα, εξέλεξε τον Σαμαρά, καταψήφισε το Μνημόνιο και το Ασφαλιστικό, αναβάθμισε τον Μανώλη και τους συνδικαλιστές του κόμματος. Μπορεί όμως να ανατρέψει ολοκληρωτικά το βάρος της ιστορίας, των ανθρώπων, των πολιτισμικών επικαθορισμών και να θελήσει να αναλάβει έναν βενιζελικό ρόλο, παρότι έρχεται από τα δεξιά; Πρόκειται για έργο υπεράνθρωπο, και οι αναφορές του Σαμαρά «στη δεξιά ιδεολογία» -σε μια χώρα με «αριστερόστροφη» ή βενιζελογενή πλειοψηφία- δείχνουν πως η ηγεσία της Ν.Δ. δεν έχει κατανοήσει το ζήτημα, πόσο μάλλον και να επιχειρήσει μια βενιζελικού τύπου «έξοδο».

 Ακόμα και η Ντόρα, που προσπαθεί αυτή να εκπροσωπήσει πιο αυθεντικά το κεφάλαιο και τις πρεσβείες, ανησυχεί ιδιαίτερα από αυτή τη στροφή του ΠΑΣΟΚ, διότι την αφήνει χωρίς ρόλο. Πράγματι, τι βρήκε να πει στη συζήτηση για το Ασφαλιστικό;

Η κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ, στο θέμα του ασφαλιστικού, όπως και σε όλα τα μεγάλα θέματα των αναγκαίων αλλαγών, είναι παγιδευμένη σε μια θεμελιώδη αντίφαση: Δηλώνει ότι οι πολιτικές που υλοποιεί είναι οι μόνες που μας βγάζουν από την κρίση, αλλά ταυτόχρονα ότι αυτές είναι αντίθετες με την ιδεολογία του.

Όμως αυτά ίσχυαν την εποχή Σημίτη, όταν το ΠΑΣΟΚ στηριζόταν υποχρεωτικά (παράδειγμα, η απόσυρση του νομοσχεδίου Γιαννίτση) στη μεταλλαγμένη, έστω, αλλά υπαρκτή κοινωνική του βάση. Σήμερα, η Ντόρα μόνο ως «τσόντα» μπορεί να λειτουργήσει, κάτι σαν θηλυκός Μάνος, παρά τη σκανδαλώδη στήριξη που απολαμβάνει.

Διότι, πλέον, το κεφάλαιο, το ΔΝΤ, οι πρεσβείες, μέχρι τουλάχιστον να ολοκληρωθούν οι μεσαιωνικές «μεταρρυθμίσεις» που προωθούν, και μέχρι να περάσει η Ελλάδα σε μια νέα κατώτερη κοινωνική και γεωπολιτική «κατηγορία», στηρίζονται σε μία βασική φωνή, εκείνη του δόλιου ολίγιστου.

 

ΠΗΓΗ: http://www.ardin.gr/node/3483  

Τι είναι αυτό που χρειάζεται επειγόντως σήμερα;

Τι είναι αυτό που χρειάζεται επειγόντως σήμερα;

 

Του Δημήτρη Καζάκη*

 

 

Στην αριστερά κυριαρχούσε ανέκαθεν μια ιδιότυπη έπαρση. Για κάποιον περίεργο και μεταφυσικό λόγο θεωρείται ως δεδομένο από πολλούς ότι ο λαός, οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη έχουν απόλυτη ανάγκη την αριστερά. Και μάλιστα ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση της ίδιας της αριστεράς. Επομένως το κυρίαρχο ζήτημα είναι πρώτα να κάνει διάλογο η αριστερά, να τα βρει με τον εαυτό της και κατόπιν να αναλάβει τα ηνία του λαού, ο οποίος υποτίθεται ότι δεν τον απασχολεί τίποτε άλλο εκτός από το πότε και το πώς θα τεθεί επικεφαλής η αριστερά. Μέχρις όμως να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει υπομονετικά να περιμένει πότε θα είναι έτοιμη η αριστερά για να ηγηθεί του αγώνα. Δυστυχώς αυτή την αντίληψη αποπνέει και η πρωτοβουλία που δημοσιοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα με σκοπό τον διάλογο και την κοινή δράση της Αριστεράς.

Το σκηνικό είναι γνώριμο από παλιά. Το έργο έχει παιχτεί πολλές φορές από την εποχή της «ενωμένης αριστεράς» του 1974, του πάλαι ποτέ ενιαίου συνασπισμού της δεκαετίας του '80 και πάει λέγοντας μέχρι τις μέρες μας. Κάθε φορά που η ζωή και η ταξική πάλη επιτάσσει να στραφούμε στον κόσμο, στους απλούς εργαζόμενους, να οργανώσουμε τη μαζική πάλη τους, να βοηθήσουμε στο ξεκαθάρισμα των άμεσων στόχων και των αιτημάτων εκείνων που θα επιτρέψουν να γεννηθεί ένα αληθινό πλειοψηφικό κίνημα μέσα στο λαό και την εργατική τάξη, ορισμένοι αναζητούν καταφύγιο στο διάλογο της αριστεράς στη βάση του «όλοι αριστεροί είμαστε, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός».

Έτσι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να συζητήσει τα πάντα από την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και την σοσιαλιστική προοπτική έως την παύση πληρωμών και τη διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση τραπεζών, αλλά και την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Και μέχρι να τα συζητήσει όλα αυτά και πολύ περισσότερο μέχρι να καταλήξει σε διεργασίες κοινής δράσης των δυνάμεων της αριστεράς, κάτι πρέπει να κάνουν και οι εργαζόμενοι. Τι; Χαρακίρι; Ή μήπως είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα στην απόγνωση μέχρις ότου, ως άλλος από μηχανής θεός, έρθει να τους σώσει η αριστερά;

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι είναι πολλοί στην αριστερά που – πίσω από τον όποιο αντικαπιταλιστικό βερμπαλισμό τους – τρέμουν το αίτημα της άρνησης του χρέους και της ρήξης που συνεπάγεται με τον «σκληρό πυρήνα» του κυρίαρχου συστήματος. Γνωρίζουμε επίσης ότι είναι πολλοί εκείνοι που θεωρούν αμάρτημα καθοσιώσεως ακόμη και το να τεθεί θέμα ευρώ ή ΕΕ. Γι' αυτό άλλωστε και απουσιάζει ακόμη και ως θέμα συζήτησης της εν λόγω πρωτοβουλίας. Υπάρχει μόνο η γενική αναφορά για «αντιμετώπιση θεσμικών μορφών καπιταλιστικής ολοκλήρωσης», όπου πολύ βολικά μπορούν να χαθούν τα πάντα. Ενώ άλλοι προτιμούν να ξεφύγουν από την σκληρή πραγματικότητα με όνειρα για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης. Δικαίωμά τους. Γιατί όμως η συζήτηση θα πρέπει να πέσει σ' αυτό το επίπεδο; Γιατί θα πρέπει να διεξαχθεί από μηδενική βάση και όχι στη βάση των άμεσων αιτημάτων του κινήματος;

Και το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: Μπορεί σήμερα να υπάρξει οποιαδήποτε κίνηση προς τα εμπρός, οποιαδήποτε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η επίθεση, αν δεν ξεκινά από τα ελάχιστα, δηλαδή από την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ με όλα τα συνοδευτικά μέτρα που έχουν διατυπωθεί και τεκμηριωθεί; Τι σόι συζήτηση ή διάλογος είναι αυτός που αντί να έχει ως αφετηρία του το πώς πρέπει αυτά τα άμεσα και επείγοντα αιτήματα να εξειδικευτούν και να προωθηθούν με όρους μαζικού κινήματος, τα θέτει υπό αμφισβήτηση; Τι εξυπηρετεί κάτι τέτοιο, εκτός από τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό; Γιατί αυτός ο διάλογος θα πρέπει να νομιμοποιήσει ως αριστερές ή προοδευτικές εκείνες τις απόψεις που αντιπαλεύουν τα βασικά αυτά αιτήματα μέσα στο κίνημα; Μήπως γιατί μιλούν κι αυτές εξ ονόματος της αριστεράς και του σοσιαλισμού; Είναι κάτι τέτοιο επαρκές κριτήριο;

Η περίοδος στην οποία βρισκόμαστε δεν είναι συνηθισμένη. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές και αδυσώπητες. Δεν αφήνουν περιθώρια για γενικές αναζητήσεις στο χώρο της αριστεράς. Τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Ή θα κινητοποιηθεί η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης, των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, ή θα ζήσουμε πρωτόγνωρες καταστάσεις κοινωνικής αποσύνθεσης και διάλυσης. Πώς όμως θα γίνει να κινητοποιηθεί η πλειοψηφία του λαού; Με εκκλήσεις για να βγει στο δρόμο και να ανατρέψει την κυβέρνηση και τα μέτρα; Αρκεί αυτό, ή αποτελεί ένα βολικό άλλοθι για να χρεωθεί στου ίδιους τους εργαζόμενους η ήττα σύμφωνα με το γνωστό «εμείς τα λέγαμε, καλούσαμε τον κόσμο να ξεσηκωθεί, αλλά αυτός είναι βλάκας και δεν καταλαβαίνει.»

Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η ενότητα της αριστεράς, ούτε ένα αριστερό μέτωπο, όπως κι αν το εννοεί κανείς, αλλά η ενότητα δράσης της πλειοψηφίας του λαού. Και η πλειοψηφία αυτή δεν βρίσκεται σήμερα στην αριστερά, ούτε καν έχει εμπιστοσύνη στην αριστερά. Όχι γιατί η αριστερά είναι διασπασμένη, αλλά γιατί δεν απαντά στα άμεσα προβλήματά του με τρόπο πειστικό και ρεαλιστικό από τη σκοπιά των συμφερόντων του. Γι' αυτό και η ενότητα δράσης του λαού δεν περνά αναγκαστικά μέσα από την κοινή δράση της αριστεράς, αλλά μέσα από ένα ενιαίο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων. Κι αυτό απαιτεί μια εντελώς διαφορετική ενότητα. Όχι μια ενότητα για την ενότητα, αλλά μια ενότητα ανοικτή σε όλους, σε όλες τις δυνάμεις του λαού, που αποδέχονται την κοινή δράση ενάντια στον κοινό εχθρό στη βάση των πιο άμεσων και ζωτικών αιτημάτων για την επιβίωση των εργαζομένων και της χώρας.

Για να κατακτηθεί μια τέτοια ενότητα στην πράξη πρέπει πρώτα να χωρίσουμε για να ενωθούμε. Όχι για να ενωθούμε μεταξύ μας, αλλά για να ενωθούμε πρώτα και κύρια με τον απλό κόσμο. Και πρέπει πρώτα να χωρίσουμε με όλους εκείνους που μπορεί να φωνάζουν πιο δυνατά απ' όλους ενάντια στην κυβέρνηση, τα μέτρα, το ΔΝΤ, το μνημόνιο, αλλά δεν τολμούν να απαντήσουν ανοιχτά και ξεκάθαρα – από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και του λαού – τι πρέπει να κάνουμε με το χρέος και με το ευρώ. Αυτό το ενιαίο μέτωπο της πλειοψηφίας των εργαζομένων δεν μπορεί να το εκφράσει κανένα σχέδιο της «παναριστεράς», όσο ριζοσπαστικό κι αν εμφανίζεται στα λόγια, όπως άλλωστε δεν το εξέφρασε ποτέ έως τώρα. Όσοι συναρπάζονται με τέτοια εγκεφαλικά σχέδια αρνούνται ή αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η αριστερά έχει μόνο ένα χρέος: να φανεί χρήσιμη στον αγώνα που διεξάγει σήμερα η εργατική τάξη και γενικά ο λαός για την επιβίωση του. Αν δεν μπορεί να το κάνει αυτό οφείλει να καταλήξει στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.

Υπάρχει αριστερά σήμερα που μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει σ' ένα τέτοιο ενιαίο μέτωπο; Ναι υπάρχει. Δεν θα την βρείτε στις ηγεσίες και τους μηχανισμούς των κομμάτων της, ούτε στους διαλόγους των «επωνύμων» επί παντός επιστητού. Θα την βρείτε να αναπτύσσεται ραγδαία μέσα στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές, εκεί όπου αρχίζουν να ξεπετάγονται για πρώτη φορά τα έμβρυα μιας αυθεντικής λαϊκής οργάνωσης, μέσα από επιτροπές και πρωτοβουλίες μέχρι χθες ανένταχτων, αλλά και ενταγμένων, που ψάχνουν να βρουν τρόπους κοινής δράσης με τους γείτονες και τους συναδέλφούς τους για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα πιο κρίσιμα και επείγοντα προβλήματα της περιόδου. Πρόκειται για μια κρίσιμη μάζα αγωνιστών που διατρέχει οριζόντια τα κόμματα και τις οργανώσεις της αριστεράς και ξέρει να θέτει τα πιο άμεσα αιτήματα της κοινής δράσης πάνω από τις γενικότερες ιδεολογικοπολιτικές διαφορές. Εκεί βρίσκεται η ελπίδα. Κι εκεί μόνο μπορεί να στηριχθεί μια αληθινή πολιτική πρωτοβουλία που δεν θα αναλώνεται με τα όποια κοινά σημεία της αριστεράς, αλλά θα θέτει ως άμεση και επείγουσα ανάγκη το ενιαίο μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων, της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού.

 

9/7/2010,

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος -αναλυτής.

 

Το άρθρο προτάθηκε για δημοσίευση στο «Δρόμο της αριστεράς» για το Σάββατο 10-07-2010, όπου και δημοσιεύτηκε.

Η αποκρατικοποίηση της εξουσίας

Η αποκρατικοποίηση της εξουσίας:

Οι σκιώδεις κυβερνήσεις, οι ιδιωτικές λέσχες τύπου Bilderberg, η απώλεια της πρωτοκαθεδρίας της Πολιτικής, οι ιδιαιτερότητες της δύναμης και οι προσπάθειες ιδιωτικοποίησης των κρατών

 

Του Βασίλη Βιλάρδου *

 

 

Όπως φαίνεται, πλησιάζουμε γρήγορα στα τελευταία στάδια των «φιλελεύθερων ιδιωτικοποιήσεων», οι οποίες «διευρύνθηκαν» στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με «ηγέτη» τις Η.Π.Α. και τη Μ. Βρετανία. Αφού προηγήθηκαν οι μεγάλες κρατικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων βέβαια οι κοινωφελείς, οι οποίες εξαγοράσθηκαν από τις υπερμεγέθεις πολυεθνικές (μόνο αυτές διαθέτουν προφανώς τα απαιτούμενα κεφάλαια), η διαδικασία «τείνει» στο τέλος της – με τις ενέργειες της ολοκληρωτικής «κατάληψης» της Πολιτείας. 

Η προσπάθεια «εγκατάστασης» τώρα τυπικών κυβερνήσεων στη ζώνη του Ευρώ, με τις «σκιώδεις» στο «παραπέτασμα», φαίνεται να έχει ξεκινήσει από την Ελλάδα – η οποία πλέον διοικείται, προφανώς μη δημοκρατικά, από μία «υπόγεια» εξουσία στο παρασκήνιο (άρθρο μας: ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ: Η Ελλάδα στο επίκεντρο της αμερικανό-ευρωπαϊκής διαμάχης, τα σφάλματα μας, οι «αλλότριες» ευθύνες και ο υπερπληθωρισμός ομολόγων, ο οποίος φαίνεται να εξελίσσεται σε μία καταστροφική πανδημία  23/1/2010). Ταυτόχρονα, γίνεται πια μεθοδική προσπάθεια «αποκλεισμού» της Γερμανίας, η οποία αποτελεί το πλέον ισχυρό «αμυντικό οχυρό» της Ευρώπης.    

Παρά το ότι όμως οι απόκρυφοι στόχοι της μεγάλης αυτής χώρας δεν μας βρίσκουν καθόλου σύμφωνους (έντονα επεκτατική πολιτική, ανάληψη της ηγεσίας της ΕΕ, κατάλυση της δημοκρατίας, «αναθέρμανση» του ολοκληρωτισμού κλπ), δεν μπορούμε να «συμμερισθούμε» ούτε τις επιδιώξεις του μονοπωλιακού καπιταλισμού – έτσι όπως αυτές «δρομολογούνται», με τη βοήθεια του τοκογλυφικού κεφαλαίου, της παγκόσμιας τράπεζας, του ΔΝΤ, των αμερικανών κερδοσκόπων κλπ. Πόσο μάλλον να δεχθούμε, θετικά ή παθητικά, τις απίστευτες «μεθοδεύσεις», τις οποίες παρακολουθούμε σχεδόν καθημερινά – τελευταία, μέσω των «παρατηρήσεων» του G.Soros σε σχέση με τη Γερμανία, με τις τράπεζες, με το «επισφαλές» ευρωπαϊκό νόμισμα, καθώς επίσης με τα λάθη και με τις «αρνητικές προοπτικές» της ΕΕ.          

Φυσικά, οι προσπάθειες θα συνεχισθούν με αυξανόμενο ρυθμό, έτσι ώστε να συνεχίσει στο δρόμο της υπερχρέωσης η Ευρώπη, η οποία (υπερχρέωση) την καθιστά δέσμιο του τοκογλυφικού κεφαλαίου – ενώ ταυτόχρονα θα δίνεται αρκετή «τροφή» στην ευρωπαϊκή «κοινή γνώμη», η οποία πρέπει υποχρεωτικά να αποπροσανατολισθεί. Πολλά «σκάνδαλα», ειδικά σε σχέση με τη Γερμανία, θα «αποκαλυφθούν» ξαφνικά, συνοδευόμενα από «τρομοκρατικές» ενέργειες – οι οποίες αφενός μεν θα διατηρήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του «πλήθους» («άρτος και θεάματα»), αφετέρου δε θα δώσουν «δείγματα γραφής» σε όλους όσους σκέφτονται, έστω και υποσυνείδητα, να αντιταχθούν στα τεκταινόμενα.

Άλλωστε, έχουν προηγηθεί λεπτομερείς «εξωθεσμικές» αναλύσεις, στα πλαίσια των μυστικών συνεδριάσεων «ιδιωτικών λεσχών» τύπου «Bilderberg» – όπως το Davos, η Ατλαντική Γέφυρα, η Σύσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, η Trilateral Επιτροπή Η.Π.Α. – Ευρώπης – Ιαπωνίας (χρηματοδότης ο D.Rockefeller), το Συμβούλιο ξένων σχέσεων («ιδιοκτησίας» H.Kissinger), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διεθνών σχέσεων (χρηματοδότης ο G.Soros) κλπ.

Στις «λέσχες» αυτές, οι οποίες συνήθως «συσκέπτονται» ετήσια, καλούνται κάθε φορά κάποιοι πολιτικοί της επικαιρότητας, εκ μέρους των «πολυεκατομμυριούχων-μελών» τους, οι οποίοι τις χρηματοδοτούν – κατέχοντας διαχρονικά την οικονομική δύναμη, αφού είναι «συσπειρωμένοι» σε πανίσχυρα, διεθνή, «άτυπα δίκτυα». Μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας αυτών των «οργανώσεων» θεωρείται πια ότι, οι «διαδικασίες» έχουν σε «ικανό» βαθμό ολοκληρωθεί – ευρισκόμενες πλέον στο στάδιο της τελικής εφαρμογής τους.   

Αναφέρουμε σαν παράδειγμα τέτοιων «ιδιότυπων διαδικασιών» το γεγονός ότι, το 1991 έλαβε μέρος στη σύσκεψη της λέσχης Bilderberg o B.Clinton – ο οποίος ήταν τότε κυβερνήτης της πολιτείας του Αρκάνσας. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης συνάντησης, συζητήθηκε η προοπτική της δημιουργίας μίας ελεύθερης ζώνης εμπορίου στη Β. Αμερική (NAFTA). Ένα χρόνο αργότερα, ο B.Clinton εκλέχθηκε πρόεδρος των Η.Π.Α. – ενώ η ζώνη ελευθέρου εμπορίου λειτούργησε την 1.1.1994.

Η συμμετοχή συγκεκριμένων Ελλήνων πολιτικών στην ίδια «λέσχη», ιδιαίτερα η πρόσφατη στην Αθήνα, μας οδηγεί επίσης σε αναπόφευκτες υποθέσεις – σε σχέση τόσο με τις «προετοιμασίες», όσο και με τα αίτια ή με το «χειρισμό» της Ελληνικής κρίσης (άρθρο μας: Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ: Η αναμενόμενη δημοσιονομική κρίση πλήττει πρώτα τη χώρα μας, καθιστώντας την ανυπεράσπιστο στόχο των κερδοσκόπων και ωρολογιακή βόμβα μεγάλης ισχύος στα θεμέλια της Ευρωζώνης.  12/12/2009).     

Σε κάθε περίπτωση, στην πρόσφατη συνάντηση της λέσχης Bilderberg στην Ελλάδα (η λέσχη αποκαλείται επίσης «Αρχιερέας της Παγκοσμιοποίησης»), την οποία ακολούθησε η αναπάντεχη «χρεοκοπία» της χώρας μας (μετά από μία εξαιρετικά παράδοξη και πρόωρη αλλαγή της κυβέρνησης μας, στο μέσον της θητείας της), υπήρξαν αρκετές διαδηλώσεις Πολιτών – μεταξύ των οποίων και στη Γερμανία. Πολλά ΜΜΕ αναφέρθηκαν στο θέμα, ενώ όταν ερωτήθηκε επίσημα η γερμανική κυβέρνηση, σε σχέση με το ποια μέλη της έλαβαν μέρος στη σύσκεψη, η απάντηση ήταν ότι, στη συνάντηση της Αθήνας δεν συμμετείχε κανένας γερμανός πολιτικός.

«Τέτοιες συναντήσεις», λέει γνωστός γερμανός κοινωνιολόγος, «επηρεάζουν σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό τις πολιτικές αποφάσεις. Μας αρέσει να συζητάμε για την πρωτοκαθεδρία της Πολιτικής, να πιστεύουμε ότι είναι αυτονόητη – ενώ η κυρία Merkel ανέφερε, σε μία τελευταία ομιλία της, η οποία είχε σχέση με την οικονομική κρίση, ότι είναι απαραίτητο να επανέλθει ξανά η πρωτοκαθεδρία της Πολιτικής. Όμως τόσο η κυρία Merkel, όσο και οι υπόλοιποι συνάδελφοί της διεθνώς, συμμετείχαν ενεργά στην απώλεια της πρωτοκαθεδρίας της Πολιτικής – η οποία έχασε προφανώς τη θέση της, από την οικονομική εξουσία».   

 

Ολοκληρώνοντας, όπως γράφει ο ίδιος γερμανός κοινωνιολόγος: «Πρακτικά, μεταξύ του κόσμου της Πολιτικής και του κόσμου της Οικονομίας, δεν μεσολαβεί ούτε καν ένα λεπτό φύλο χαρτιού. Οι σύγχρονες τάσεις, με την πρωτοβουλία των μονοπωλιακών υπερεπιχειρήσεων, φαίνεται να μας οδηγούν στην επαναφορά της φεουδαρχίας. Αυτό σημαίνει ότι, δίπλα από τις τυπικές δομές, δίπλα δηλαδή από τα δημοκρατικά εκλεγμένα κοινοβούλια, η «άτυπη», η σκιώδης καλύτερα εξουσία, κερδίζει ξανά ειδικό βάρος – με συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς. Οι εκλεκτοί της άτυπης εξουσίας τώρα, οι αυτοαποκαλούμενοι βέβαια εκλεκτοί, οι οποίοι κυβερνούν τον κόσμο εκ των άνω, κρύβονται όλο και περισσότερο από τους υπόλοιπους» – σε λέσχες με κρυφά, αυστηρώς εμπιστευτικά θέματα συζητήσεων, καθώς επίσης πίσω από τις «εκλεγμένες» κυβερνήσεις.       

 

ΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ

 

Σύμφωνα με τον K.Popper, τα χρήματα, αυτά καθαυτά, δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα. Γίνονται όμως επικίνδυνα, εάν μπορούν να αγοράσουν δύναμη – είτε άμεσα, είτε έμμεσα, είτε με την υποδούλωση των οικονομικά αδύναμων, οι οποίοι αναγκάζονται να «πουλήσουν» τον εαυτό τους για να ζήσουν. Οι σημερινές συνθήκες της εντυπωσιακής τρομοκρατίας του «πλήθους», με «αιτία» τον κίνδυνο χρεοκοπίας των κρατών, μάλλον τεκμηριώνει τα μέγιστα την τεράστια «ισχύ» των χρημάτων – εάν υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις.   

Περαιτέρω, η Πολιτεία είναι σε θέση, μέσω του νόμου (Κράτος Δικαίου), να εγγυηθεί την ίση (δίκαιη) αντιμετώπιση όλων των Πολιτών της, καθώς επίσης ότι, ο καθένας που θέλει να εργασθεί, θα μπορεί να κερδίσει τα μέσα συντήρησης του. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος, για τον οποίο δεν θα ήταν κάτι τέτοιο εφικτό.

Από αυτήν την πλευρά, η «πολιτική δύναμη» αποτελεί το κλειδί της προστασίας μας, απέναντι στις προσπάθειες της οικονομικής μας υποδούλωσης. Επομένως, η λύση των προβλημάτων μας είναι η πολιτική δύναμη και ο έλεγχος της – αφού κανένας δεν επιθυμεί την απόλυτη κυριαρχία της οικονομικής δύναμης. Εάν χρειασθεί λοιπόν, η οικονομική δύναμη οφείλει να καταπολεμηθεί, έτσι ώστε να τεθεί κάτω από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας.    

Κατ' επέκταση, το κεντρικό πρόβλημα των ανθρωπίνων κοινωνιών είναι ο έλεγχος της πολιτικής εξουσίας, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να ελέγξει την οικονομική δύναμη. Από τη στιγμή λοιπόν που θα καταφέρουμε να βρούμε τις μεθόδους ελέγχου της πολιτικής δύναμης, όλα τα υπόλοιπα προβλήματα της κοινωνικής ζωής είναι πολύ πιο εύκολο να επιλυθούν. Τότε, δεν θα υπάρχει πλέον λόγος να κατηγορούμε κανέναν άλλο – ούτε να «κραυγάζουμε» εναντίον των κακών οικονομικών διαβόλων, οι οποίοι δρουν στο «παραπέτασμα».

Σε μία Δημοκρατία λοιπόν, οι ελεύθεροι Πολίτες είναι αυτοί, οι οποίοι κρατούν τα κλειδιά, για τον έλεγχο των «διαβόλων» – επομένως, οι Πολίτες είναι αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να τους «δαμάσουν». Οφείλουν όμως να συνειδητοποιούν την τεράστια αυτή δύναμη τους, καθώς επίσης να χρησιμοποιούν σωστά τα «κλειδιά» που έχουν στη διάθεση τους.

Ο καλύτερος δυνατός τρόπος «χρήσης» των κλειδιών, είναι η επιμονή των Πολιτών στη διαμόρφωση θεσμών – συγκεκριμένων «πλαισίων» δηλαδή, σε σχέση με τη λειτουργία και τον έλεγχο της Πολιτείας. Οι θεσμοί αυτοί θα ελέγχουν δημοκρατικά την Πολιτική, υποχρεώνοντας την ταυτόχρονα να ελέγχει την οικονομική δύναμη – με στόχο την προστασία όλων από την οικονομική ή λοιπή «εκμετάλλευση». 

Εν τούτοις, δεν πρέπει να υποτιμούμε το γεγονός ότι, κάθε δύναμη είναι επικίνδυνη – επομένως, τόσο η οικονομική, όσο και η πολιτική. Υπάρχει λοιπόν μία δεδομένη απειλή, στην περίπτωση που επιλέγουμε την αύξηση της ισχύος της Πολιτικής, με στόχο τον έλεγχο της οικονομικής εξουσίας. Η προστασία μας τότε δεν είναι άλλη από τον καθορισμό του χαρακτήρα της Πολιτικής ο οποίος, όπως έχουμε ήδη τονίσει, πρέπει να είναι θεσμικός και όχι προσωπικός.  Δηλαδή, δεν πρέπει να ψηφίζουμε με κριτήριο τα κόμματα ή τα πρόσωπα, αλλά με βάση τα προγράμματα διακυβέρνησης – τα οποία οφείλουν να αριστοποιούν διαρκώς τα πλαίσια λειτουργίας της κοινωνίας και του κράτους μας, προς όφελος του συνόλου των Πολιτών του. Συνεχίζοντας, εάν επιλέξουμε τη «διεύρυνση» της εξουσίας της Πολιτικής, με στόχο την προστασία της ελευθερίας μας από την οικονομική εξουσία, θα πρέπει να σκεφθούμε ότι είναι δυνατόν κάποτε, αυτές οι διευρυμένες «πολιτικές» εξουσίες, να περιέλθουν στα χέρια λάθος προσώπων – οπότε θα πρέπει να λάβουμε έγκαιρα, σωστά μέτρα αντιμετώπισης τέτοιων κινδύνων. Η πιθανότητα αυτή τεκμηριώνει επίσης την άρνηση μας, να εμπιστευόμαστε την ηγεσία ενός κράτους σε κάποιους «εκλεκτούς» (Πλάτωνας) – επειδή κανένας δεν μας εγγυάται ούτε την «ποιότητα», ούτε τη διάρκεια ή τη συνέχεια αυτής της εξουσίας.

Ολοκληρώνοντας, επειδή θεωρείται ότι, η κρατική δύναμη, η πρωτοκαθεδρία της Πολιτικής δηλαδή, πρέπει να παραμείνει για πάντα ένα επικίνδυνο αλλά αναγκαίο κακό, αφού είναι η μοναδική «Αρχή», η οποία ελέγχεται από τους «Αρχόμενους», από τους Πολίτες και την ψήφο τους δηλαδή, οφείλουν να ενισχύονται συνεχώς οι δημοκρατικοί θεσμοί μας – ενώ δεν πρέπει ποτέ να «χαλαρώνουμε» την επαγρύπνηση μας, αφού οι αυξημένες δικαιοδοσίες στο κράτος, για «παρεμβατικό σχεδιασμό» της κοινωνικής ζωής, απειλούν τα μέγιστα την «ορισμένη», την οροθετημένη δηλαδή ελευθερία μας.

Προφανώς, αναφερόμαστε σε μία ελευθερία ενός επίσης θεσμικά καθορισμένου βαθμού – επειδή η ελευθερία αυτοκαταστρέφεται, εάν είναι απεριόριστη. Εάν όμως αυτοκαταστραφεί ή χαθεί η ελευθερία, τα πάντα είναι χαμένα – αφού μόνο η ελευθερία μπορεί να κάνει την ασφάλεια ασφαλή. Όταν δε επιλέγεται η υπερβολική ασφάλεια εις βάρος της ελευθερίας, όπως δυστυχώς συμβαίνει για παράδειγμα σε κάποιο βαθμό στη Γερμανία, ο κίνδυνος της επικράτησης ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι σχεδόν αναπόφευκτος.   

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Όπως γράφει ο Russell, «Η οικονομική δύναμη μέσα στο κράτος, αν και σε τελευταία ανάλυση πηγάζει από το νόμο και την κοινή γνώμη, αποκτά εύκολα μία ορισμένη ανεξαρτησία. Μπορεί να επηρεάσει το νόμο με τη διαφθορά και την κοινή γνώμη με την προπαγάνδα. Μπορεί να θέσει τους πολιτικούς κάτω από υποχρεώσεις που παρεμβαίνουν ανασταλτικά στην ελευθερία τους. Μπορεί να απειλήσει ότι θα προκαλέσει οικονομική κρίση».

Η Πολιτική λοιπόν, αφού  αποτελεί τη μοναδική ελπίδα διατήρησης της ελευθερίας μας, πρέπει να ελέγχεται συνεχώς, έτσι ώστε να μην είναι εφικτή η «υποδούλωση» της από την οικονομική εξουσία. Εν τούτοις, όπως διαπιστώνεται σήμερα διεθνώς, τόσο ο έλεγχος, όσο και η πραγματική εξουσία της, υπολείπονται κατά πολύ του επιθυμητού. Ταυτόχρονα, οι εργαζόμενοι αποδέχονται, παραδόξως σχεδόν εθελούσια, μειώσεις αμοιβών, περιορισμό των κεκτημένων δικαιωμάτων τους (συντάξεις, επιδόματα ανεργίας κλπ), καθώς επίσης αυξήσεις του χρόνου απασχόλησης τους και τόσα πολλά άλλα, τα οποία θα ήταν αδιανόητα στο παρελθόν – προφανώς «υπό το κράτος» της αδράνειας και του φόβου για το μέλλον τους. 

Επομένως, δεν φαίνεται δυστυχώς να επαγρυπνούν, ενεργητικά και άφοβα, οι Πολίτες – ούτε ίσως να συνειδητοποιούν ότι, τόσο οι σημερινοί πόλεμοι, όσο και η κατάληψη της εξουσίας από ξένους, δεν προϋποθέτει αναγκαστικά τη χρήση όπλων (ενώ οι οικονομικές κρίσεις είναι δυνατόν να προκληθούν σκόπιμα, με στόχο την ιδιωτικοποίηση των κρατών). Πόσο μάλλον όταν ο έλεγχος της παγκόσμιας πληροφορίας (ειδήσεις, δημοσιογραφικές αναλύσεις κλπ), όπως και η οικονομική δύναμη, συγκεντρώνονται διαρκώς σε λιγότερους «ανθρώπους» – αυξάνοντας σε υπερβολικό, σε ανεξέλεγκτο καλύτερα βαθμό τη δύναμη τους.

 

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 26. Ιουνίου 2010, viliardos@kbanalysis.com                                                    

 

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΜΑΣ

 

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ: Η διαδικασία συρρίκνωσης της ελληνικής οικονομίας, η απειλή μίας δίδυμης κρίσης, οι εχθροί του Πολίτη, η απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας, η εικονική πραγματικότητα και η ανάγκη εξέλιξης της ΕΕ, στο τέταρτο κοινωνικό στάδιο.  6/6/2010

 

ΠΗΓΗ: http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2138.aspx  

 

Η ευθύνη της Αριστεράς στη σημερινή κρίση

Η ευθύνη της Αριστεράς στη σημερινή κρίση

 

Του Τάκη Φωτόπουλου *


 

Ενώ οι ντόπιες και ξένες ελίτ ήδη άρχισαν να τρίβουν τα χέρια τους για την επιτυχία της κοινοβουλευτικής χούντας στην επιβολή των πιο κτηνωδών μέτρων που έχει γνωρίσει η Ευρώπη, ήδη αρχίζουν όλο και περισσότεροι ν' αντιλαμβάνονται το μέγεθος της εξαπάτησης.

Ετσι, ο αρχηγός της «χούντας» ήδη γουχαΐζεται στις δημόσιες εμφανίσεις του σε αστικά κέντρα -σύνηθες βέβαια φαινόμενο σε χώρες όπως η Βρετανία, όπου το γιουχάισμα των επαγγελματιών πολιτικών (συνοδευόμενο συνήθως με κάποια ζαρζαβατικά, αβγά κ.λπ.) είναι παράδοση. Ομως τα ΜΜΕ της ημι-ολοκληρωτικής «δημοκρατίας» μας φροντίζουν να μη μας ενημερώνουν για παρόμοια συμβάντα, ενώ οι στημένες δημοσκοπήσεις τον εμφανίζουν να μη χάνει σε δημοτικότητα, «προφανώς» γιατί ο ελληνικός λαός είναι ηλίθιος και -αντίθετα με τον ισπανικό, όπου η δημοτικότητα Θαπατέρο για ανώδυνα, σχετικά με τα δικά μας, μέτρα έχει κατακρημνιστεί- επιδοκιμάζει μαζοχιστικά τη «χούντα» του!

Παρ' όλα αυτά, είναι αλήθεια ότι ούτε οι ίδιες οι ελίτ περίμεναν ότι αυτοί οι κρίσιμοι πρώτοι μήνες θα περνούσαν με απόλυτα ελεγχόμενες (από τα κόμματα εξουσίας και τους τοποτηρητές τους στα συνδικάτα) σποραδικές απεργίες και διαδηλώσεις, τις οποίες η ημι-ολοκληρωτική κυβέρνηση περιορίζει παραπέρα με τη μαζική αστυνομοκρατία που έχει εξαπολύσει, σε συνδυασμό με την γκρίζα και μαύρη προπαγάνδα που χρησιμοποιεί, με τη βοήθεια της Ε.Ε., του ΔΝΤ και των απεριόριστων κονδυλίων που μασούν τα πολλαπλασιαζόμενα παπαγαλάκια στα ΜΜΕ, για τα οποία η κρίση είναι πράγματι ευκαιρία! Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι τώρα βγήκε το κύριο όργανο της υπερεθνικής ελίτ, οι «New York Times», να πλέξει το εγκώμιο για το θάρρος του «να διαλύσει το ελληνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που ίδρυσε ο πατέρας του»,1 μόλις κρύβοντας τον ενθουσιασμό τους για την επιτυχία του protege τους!

Το διαγραφόμενο επομένως τη στιγμή αυτή σενάριο -αν δεν αλλάξουν ριζικά οι κανόνες του παιχνιδιού- είναι ότι τα βάρβαρα μέτρα θα περάσουν και μόνο εάν αργότερα διαπιστωθεί ότι ούτε με αυτά μπορεί να ξεπληρωθεί το χρέος, θα γίνει μια συμφωνημένη επαναδιαπραγμάτευσή του για επιμήκυνση, η οποία θα αφήσει όμως ανέπαφες τις θεσμικές αλλαγές που καταστρέφουν τις οποιεσδήποτε κοινωνικές κατακτήσεις στις εργασιακές σχέσεις, στο ασφαλιστικό, στην υγεία, στην παιδεία κ.λπ. Ο μόνος επομένως τρόπος που έχουν οι πολίτες για να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού είναι η γενική απεργία διαρκείας, που θα ξεπερνούσε τους κομματικούς εγκάθετους στα συνδικάτα και θα παρέλυε τον κρατικό μηχανισμό, με αίτημα το άμεσο δημοψήφισμα για την απόσυρση του συνόλου των μέτρων. Η έγκριση του αιτήματος για απόσυρση θα οδηγούσε σε ανατροπή της κοινοβουλευτικής χούντας που τα εισήγαγε με περισσό θράσος, για χάρη των ντόπιων και ξένων ελίτ που υπηρετεί, και θα ξεκινούσε τη δυναμική ανάδειξης μιας κυβέρνησης λαϊκής ενότητας που θα στηριζόταν, πρώτον, στις μη υποτελείς δυνάμεις της βάσης των κομμάτων εξουσίας (που θα υποχρέωναν τους επαγγελματίες πολιτικούς στη Βουλή σε αντίστοιχη ψήφο στήριξης της νέας κυβέρνησης) και, δεύτερον, στις αντίστοιχες δυνάμεις της Αριστεράς.

Το ζητούμενο όμως είναι με ποια δέσμευση θα αναλάμβανε την εξουσία παρόμοια κυβέρνηση. Και εδώ, η παραδοσιακή Αριστερά (ρεφορμιστική αλλά και αντισυστημική -δηλαδή η Αριστερά που αμφισβητεί ρητά το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία») βασικά δεν έχει να προτείνει ένα συνεπές πρόγραμμα που όχι μόνο θα ξεπερνούσε τη σημερινή κρίση, αλλά και θα έβαζε τις προϋποθέσεις για το οριστικό ξεπέρασμα της χρόνιας κρίσης της ελληνικής οικονομίας. Ετσι, η ρεφορμιστική Αριστερά ουσιαστικά δέχεται τη θεωρία του μονόδρομου και απλά διαφωνεί με την πρακτική αντιμετώπισής του, προτείνοντας ανοησίες του τύπου Νιου Ντιλ, ή της παρωδίας κεϊνσιανής πολιτικής που υιοθετεί ο Ομπάμα με τα «ξένα κόλλυβα» των κινεζικών καταθέσεων στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Και αυτό, γιατί η απόρριψη του μονόδρομου προϋποθέτει την κατάρριψη των δύο πυλώνων της αναπτυξιακής φούσκας στους οποίους στηριζόταν το εξωστρεφές οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης που υιοθέτησαν οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ στη μεταπολεμική περίοδο: την ένταξή μας στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ και τη συνακόλουθη απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργασίας.

Αλλά και στην αντισυστημική Αριστερά δεν λείπουν οι αντιφατικές θέσεις, που μόνο σύγχυση και αποπροσανατολισμό προκαλούν. Ετσι, ανάγοντας σε «επαναστατική» πανάκεια τη στάση πληρωμών, ομάδα οικονομολόγων και επιστημόνων2 (Μπιτσάκης, Ρούσης, Καζάκης κ.ά.) αλλά και άλλοι οικονομολόγοι του ίδιου χώρου (Λαπαβίτσας3 κ.ά.) ζητούν την έξοδο από την ΟΝΕ και το ευρώ, καθώς και απαγόρευση της φυγής κεφαλαίων. Δεν ζητούν δηλαδή ούτε την έξοδο από την Ε.Ε. αλλά ούτε και μόνιμους κοινωνικούς ελέγχους στην αγορά κεφαλαίων και τις άλλες αγορές, που θα ήταν βέβαια ασύμβατοι με την Ε.Ε., τη συμμετοχή μας στην οποία παίρνουν δεδομένη! Το ίδιο αντιφατικές με τη συμμετοχή στην Ε.Ε. είναι οι προτάσεις τους για (πραγματικές, σε αντίθεση με τις σημερινές εικονικές) κρατικοποιήσεις των τραπεζών και την επανεθνικοποίηση στρατηγικών επιχειρήσεων (ΟΤΕ, Ολυμπιακή κ.ά.)! Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι αντί να απαιτούν την αποπληρωμή του χρέους από τις ντόπιες και ξένες ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, κάποιοι από αυτούς μιλούν για πλήρη διαγραφή του χρέους, «ξεχνώντας» ότι παρόμοια μέτρα έχουν ληφθεί μόνο σε επαναστατικές συνθήκες (και όχι βέβαια μέσα στην Ε.Ε.!), που δεν έχουν όμως σχέση με τις σημερινές συνθήκες όπου κινδυνεύουμε ακόμη και τα μέτρα με τα οποία θα πτωχεύσουν τα λαϊκά στρώματα να περάσουν «αβρόχοις ποσί» για τις ελίτ…

Το κυριότερο όμως είναι ότι τα μέτρα αυτά ουσιαστικά στοχεύουν μόνο στο ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης, ενώ το ζητούμενο είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό μοντέλο, που θα στηρίζεται στην οικονομική αυτοδυναμία και στην τελική εξάλειψη της ανάγκης δανεισμού. Παρόμοιο εγχείρημα ήταν αδύνατο ακόμη και πριν από 2-3 χρόνια, όταν η ενσωμάτωση της χώρας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς ήταν δεδομένη στη συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού. Σήμερα όμως τίποτα δεν είναι πια δεδομένο και επομένως ούτε η ένταξή μας στην Ε.Ε./ΟΝΕ, που έφερε την κατάλυση κάθε εθνικής κυριαρχίας στο οικονομικό επίπεδο, ούτε η απελευθέρωση των αγορών (κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργασίας), που έφεραν τις «ελαστικές» εργασιακές σχέσεις και την αγοραιοποίηση του ασφαλιστικού, της παιδείας, της υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών, καθώς και την καταστροφή της παραγωγικής μας δομής. Αυτό δεν σημαίνει «κλείσιμο των συνόρων», όπως διαστρεβλώνουν πολλοί τη διαδικασία αυτή, αλλά ανάκτηση του κοινωνικού ελέγχου στην οικονομία που σήμερα είναι αδύνατος με ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές. Το ποια μορφή θα πάρει τελικά ο κοινωνικός έλεγχος στην οικονομία είναι θέμα που θα αποφασιστεί από την ίδια την κοινωνία, και κυρίως, εάν οι αγορές είναι ο καλύτερος τρόπος κατανομής των οικονομικών πόρων και κατά πόσον είναι συμβατές με μια πραγματική οικονομική δημοκρατία.

Εάν δεχτούμε τα παραπάνω, τα υπόλοιπα μέτρα είναι αυτονόητα: υποτίμηση της «νέας δραχμής», που θα συνοδευόταν με επιχορηγήσεις των εισαγόμενων ειδών πρώτης ανάγκης, χρηματοδοτούμενες από ένα βαρύ φόρο στα είδη πολυτελείας, δραχμοποίηση του χρέους για να μην κερδίσουν οι πιστωτές από την υποτίμηση και να ελέγχουμε το χρέος, κοινωνικοποίηση των τραπεζών για ν' αποφευχθεί η κερδοσκοπία σε βάρος των ελληνικών καταθέσεων κ.λπ. Αφού έχει θωρακιστεί η οικονομία με αυτά τα άμεσα μέτρα, τότε, από θέση ισχύος, μπορούμε να επαναδιαπραγματευθούμε το χρέος με στόχους α) τη δραστική μείωσή του (για να πληρώσουν οι ξένες ελίτ) και β) τη σταδιακή αποπληρωμή του με έσοδα που θα προέλθουν αποκλειστικά από έναν άκρως προοδευτικό έκτακτο φόρο ακίνητης και κινητής περιουσίας, μετά από καταγραφή/εγγραφή (και όχι απλή αύξηση φορολογίας κεφαλαίου!4) – για να πληρώσουν οι ντόπιες ελίτ και τα προνομιούχα στρώματα.

 

1. Suzanne Daley, «Greek Leader Finds Balm for Deficit: Straight Talk», New York Times, 15/6/2010

2. Πρωτοβουλία οικονομολόγων – επιστημόνων: «Παύση πληρωμών – έξοδος από το ευρώ», 15/5/2010

3. βλ. Ερευνα για την Αριστερά και την Κρίση, «Ε», 19/5/2010

4. Πρωτοβουλία οικονομολόγων, ό.π.

 

* http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Ιουνίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=174727

Όταν η Αριστερά αυτοκτονεί

Όταν η Αριστερά αυτοκτονεί

 

Του Κώστα Βεργόπουλου

 

Ενώ ο καπιταλισμός βυθίζεται σε βαθιά διαρθρωτική κρίση, η Αριστερά στην εποχή μας αυτοκτονεί, τόσο στη χώρα μας όσο και στην Ευρώπη.

Η παράδοξη εμπειρία του 1930 επαναλαμβάνεται: ο φιλελεύθερος και ασύδοτος καπιταλισμός καταβαραθρώθηκε τότε, όπως και σήμερα, όμως η υπέρβασή του δεν προήλθε από την Αριστερά, αλλά από δυνάμεις που η Αριστερά εσπίλωνε ως «μη-ταξικές», «μικροαστικές», «ουτοπικές».

Ο Βρετανός οικονομολόγος Κέινς (1883-1947) και ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούζβελτ (1882-1945) υλοποίησαν αυτό που οι ακεραιόφρονες της Αριστεράς κατήγγειλαν ως «απατηλή ουτοπία»: ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με ανακατανομή εισοδήματος, άμβλυνση ανισοτήτων, σχετική κοινωνική δικαιοσύνη, το «Νιου Ντιλ» (1935), που, λόγω της επιτυχίας του, γενικεύθηκε μεταπολεμικά στην Ευρώπη. Ο,τι είχε θεωρηθεί «ουτοπία» έλαβε σάρκα και οστά. Από το 1930, οι ακεραιόφρονες της συντηρητικής πλευράς, όπως και της προοδευτικής, διαβεβαίωναν ότι οι δημόσιες δαπάνες κατέστελναν τις ιδιωτικές, ότι η επέκταση του κράτους συρρίκνωνε την οικονομία και την κοινωνία. Ομως, ο έμπρακτος απολογισμός τού μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους αποδείχθηκε συντριπτικός: ποτέ άλλοτε στην ιστορία ο καπιταλισμός δεν πραγματοποίησε τόσο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, συσσώρευσης κεφαλαίου και κερδών, και ποτέ άλλοτε δεν έφθασε τόσο κοντά στη συρρίκνωση της ανεργίας και πλήρη απασχόληση. Οι κοινωνικές κατακτήσεις κατοχυρώθηκαν από τον μεταπολεμικό καπιταλισμό με το αζημίωτο.

Στην προχιτλερική Γερμανία του 1930, όπως επισημαίνει ο Σουμπέτερ (1883-1950), μόνον τα εργατικά συνδικάτα διεκδικούσαν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ενώ η δογματική Αριστερά μετά βδελυγμίας απέρριπτε κάθε δυνατότητα συμβιβασμού μεταξύ των δύο πόλων της κοινωνίας. Φανταζόταν ότι έτσι θα αποκόμιζε οφέλη από την αύξουσα κοινωνική ανυποληψία του πολιτικού συστήματος. Ομως, με τον αυτοαποκλεισμό της από τις αναζητήσεις διεξόδου από την κρίση, στην ουσία θεωρήθηκε η ίδια παράγων συντήρησης του ανυπόληπτου πολιτικού συστήματος.

Ενώ η γερμανική κοινωνία σπαρασσόταν από κοινωνικά κινήματα, η ακεραιόφρων Αριστερά έθεσε εαυτήν εκτός πολιτικής, στιγματίζοντας όσους μετείχαν αυτής, εκτιμώντας ότι η επερχόμενη κατάρρευση θα απέβαινε σε όφελός της. Το στοίχημα χάθηκε: η ολιγωρία της Αριστεράς κατανοήθηκε από την κοινωνία ως έμμεση κάλυψη του καταρρέοντος συστήματος και η ίδια ως ιδιότυπο, αλλά αναπόσπαστο ανάχωμα αυτού. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης σαρώθηκε, όχι από το κεφάλαιο, αλλά με τη λαϊκή ετυμηγορία των θυμάτων του αποπληθωρισμού και της εκρηκτικής ανεργίας, που επέβαλαν οι τράπεζες, με συγκατάνευση της Αριστεράς. Η τελευταία ύψωσε σημαία της τον αποπληθωρισμό, συνέπλευσε με τους τραπεζίτες, με πρόσχημα την προστασία του εργατικού εισοδήματος από τον πληθωρισμό, υπό την παραπλανητική ρητορεία περί «ταξικής συσπείρωσης».

Στην εποχή μας, το παράδοξο επαναλαμβάνεται: τα ιδανικά της Αριστεράς συναντούν ασύγκριτα ευρύτερη κοινωνική απήχηση απ' ό,τι οι πολιτικοί σχηματισμοί της. Η γοητεία των ιδεών της αντισταθμίζεται με τη δυσπιστία και την καχυποψία, στην οποία προσκρούουν οι πολιτικοί σχηματισμοί της. Βασική εξήγηση θα ήταν ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί φορείς της Αριστεράς δεν πείθουν πως υπηρετούν πράγματι τα ιδανικά που επαγγέλλονται.

Η μεγάλη πλειονότητα του πολιτικού προσωπικού των αριστερών σχηματισμών αφιερώνει ασύγκριτα περισσότερο χρόνο στα οργανωτικά και στην εκκαθάριση εσωτερικών λογαριασμών, παρά στην εγκαθίδρυση σταθερών και δημιουργικών δεσμών με την κοινωνία. Αντί να είναι κοινωνιοκεντρικοί, παραμένουν εξουσιοκεντρικοί. Αντί να απευθύνονται προς την κοινωνία, της στρέφουν τα νώτα και απλώς την επικαλούνται καιροσκοπικά στις μεταξύ τους διενέξεις. Αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός της γραφειοκρατικοποίησης των αριστερών σχημάτων και μορφωμάτων, που καταλήγουν σήμερα να εμπνέουν περισσότερη καχυποψία, παρά εμπιστοσύνη. Καταγεγραμμένη φιλοδοξία όλων είναι να ηγεμονεύσουν σε κάποιο μυθικό κοινωνικό κίνημα, που φαντάζονται ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την ηγεσία τους.

Όμως, η ιστορία διδάσκει ότι οι κοινωνικές ανατροπές δεν είναι ποτέ προϊόν οργανωτικών αποφάσεων ούτε ηγεσιών, όσο φωτισμένες και αν υποτεθούν αυτές. Οι κοινωνικές εξελίξεις ακολουθούν ανελέητο και ανεξέλεγκτο δικό τους ρυθμό, ενώ πρόβλημα των πολιτικών σχηματισμών παραμένει σταθερά ότι αιφνιδιάζονται πάντα από τα κοινωνικά γεγονότα και τρέχουν με υστέρηση πίσω από αυτά, προκειμένου να συμμετάσχουν στη φάση της περιστολής τους. Δεν εξαρτάται ποτέ η ιστορία από την Αριστερά, αλλά πάντοτε η Αριστερά από την ιστορία.

Στην παρούσα ιστορική στιγμή, η Αριστερά δεν σώζεται με αναδίπλωση σε κανένα προκατασκευασμένο δόγμα ούτε με την απομονωτική αυτοανακηρυγμένη «ταξική πολιτική». Αλλά δεν σώζεται επίσης ούτε με καιροσκοπικό «άνοιγμα» στον χώρο του πολιτικού δικομματισμού, ο οποίος σήμερα έχει δυσφημισθεί όσο ποτέ άλλοτε.

Φυσικά και αβίαστα, μοναδική οδός για την Αριστερά θα ήταν η ανεπιφύλακτη επάνοδός της στην κοινωνία, χωρίς βεβαίως να αφήνει ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητες που μπορεί εκάστοτε να προκύπτουν από τις αντιφάσεις του σημερινού, έστω και καταρρέοντος, πολιτικού συστήματος. Αλλωστε, σπάνιες είναι οι ιστορικές στιγμές που το πολιτικό σύστημα ανασκευάζεται μέσω μετωπικής σύγκρουσης με «εξωτερικές» δυνάμεις. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: υπό την αύξουσα κοινωνική πίεση, κάποιες δυνάμεις από το εσωτερικό του πολιτικού συστήματος αναλαμβάνουν μεταρρύθμιση προς διάσωσή του, που όμως μπορεί να καταλήγει ακόμη και στην κατάρρευση και ανατροπή του.

Η Αριστερά σήμερα επισημαίνει έλλειμμα κοινωνικής ευαισθησίας των αστικών πολιτικών δυνάμεων, όμως η ίδια, σε όλες τις παραλλαγές της, με την αποκλειστική προσήλωσή της στην οργανωτικιστική και εσωστρεφή κατανόηση του κοινωνικού προβλήματος, αποδεικνύεται περισσότερο αμείλικτη και άστοργη κοινωνικά απ' ό,τι οι υποτιθέμενοι αντίπαλοί της. Η επιχείρηση ένταξης των λαϊκών κινητοποιήσεων σε προκατασκευασμένα από το παρελθόν σχήματα δεν συνιστά αριστερή πολιτική, αλλά γραφειοκρατικό εγχείρημα. Πρόβλημα της Αριστεράς σήμερα δεν είναι το έλλειμμα προγράμματος, αλλά η δυσπιστία της απέναντι στη φαντασία, την ευρηματικότητα και την ανεξέλεγκτη δυναμική των κοινωνικών δυνάμεων: η υπόνοια ότι δεν ενθαρρύνει την κοινωνία να εκφρασθεί, όσο κυρίως πασχίζει να την οικειοποιηθεί. Εάν η αυτοκτονία της κατανοηθεί ως αναγνώριση του προβλήματος, αυτό θα συνιστούσε για την κοινωνία απαρχή για μια νέα ελπίδα.

 

ΠΗΓΗ:  Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=174371

Η πολυτέλεια της μισθωτής δουλείας

Η πολυτέλεια της μισθωτής δουλείας

 

Του Περικλή Κοροβέση*

 

 

Την εποχή όπου η δουλεία ήταν νόμιμος και αποδεκτός θεσμός, ο δούλος είχε μια αξία. Ο κύριός του για να τον αποκτήσει είχε καταβάλει ένα αντίτιμο και ήταν ένα πολύτιμο τμήμα της περιουσίας του. Και για να αβγατίσει κάποιος την περιουσία του, πρέπει να την προσέχει και να τη φροντίζει. Και ο δούλος είχε πάντα στέγη, τροφή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ήταν ένα είδος ζώου και απολάμβανε όλα τα δικαιώματα του ζώου.

Αυτό που έλειπε από τον δούλο ήταν η ελευθερία του. Δεν μπορούσε να ορίσει τη ζωή του. Θα έκανε όποια δουλειά και να του λέγανε και θα έμενε σαν φυλακισμένος στον τόπο που του είχαν επιβάλει άλλοι.

Σήμερα η δουλεία έχει επισήμως καταργηθεί, άσχετα αν σαν θεσμός ζει και βασιλεύει σε πολλά μέρη του κόσμου. Τι γίνεται όμως σήμερα στον λεγόμενο ελεύθερο κόσμο; Έχουμε όλοι τη δυνατότητα να επιλέξουμε μια εργασία που να ταιριάζει με τις δημιουργικές μας ικανότητες; Μπορούμε να επιλέξουμε κάποιον τόπο διαμονής που να μην είναι κάτεργο, αλλά σπίτι; Έχουμε τη δυνατότητα να μετακινηθούμε σε κάποιον επιθυμητό προορισμό; Σίγουρα όχι. Κάνουμε τη δουλειά που βρίσκουμε, μένουμε εκεί όπου μπορούμε να πληρώσουμε το νοίκι και πάμε εκεί όπου βρίσκουμε μια προσφορά. Και ύστερα κάνουμε και τον σταυρό μας. Και λέμε: «Τυχεροί είμαστε. Έχουμε ακόμα δουλειά». Και αυτό πια είναι πολυτέλεια.

Και αν υποθέσουμε πως αυτές οι σκέψεις έχουν κάποιον ειρμό, τότε θα μπορούσαμε να τις τραβήξουμε στα άκρα. Αν κάποιος σκλάβος στοίχιζε στον ιδιοκτήτη του το ίδιο με ένα αυτοκίνητο, ή με ένα άλογο, σήμερα ο εργαζόμενος δεν στοιχίζει τίποτα. Τζάμπα τον παίρνει, τζάμπα τον απολύει. Και αυτό λέγεται ελεύθερη αγορά. Και όλοι μας τρέχουμε να υπερασπιστούμε τις θέσεις εργασίας που χάνονται, καλώς βέβαια, αλλά ποτέ δεν σκεφτόμαστε πως ίσως υπερασπιζόμαστε ένα καθεστώς δουλείας. Αυτό της μισθωτής εργασίας. Προυντόν, Μαρξ, Ενγκελς, Μπακούνιν, Κροπότκιν και πολλοί άλλοι είχαν γράψει γι' αυτά. Τα θυμάται κανείς σήμερα; Ή έχουμε γίνει όλοι μέρος του συστήματος;

Και αυτά τα ονόματα οδηγούν αναγκαστικά στην Αριστερά. Σε μια εποχή συνολικής καταστροφής, ποια είναι η σκέψη της Αριστεράς; Τι λένε τα κόμματά της; Ποια η σχέση τους με την κοινωνική πραγματικότητα; Ο Μανώλης Γλέζος μέτρησε 49 κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς. Δεν ξέρω αν μέσα σε αυτές βάζει και τους αναρχικούς ή αν αυτός ο αριθμός αφορά μόνο τις κομμουνιστογενείς οργανώσεις. Όπως και να έχει η κατάσταση, ένα πράγμα είναι σίγουρο. Η μια Αριστερά αναιρεί την άλλη. Αλλιώτικα δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης. Πιστεύουν πως το δίκαιο και το σωστό βρίσκεται με το μέρος τους και οι υπόλοιπες είναι λάθος. Είναι ακριβώς η ίδια λογική της ποδοσφαιρικής ομάδας. Το μόνο που μετράει είναι το πρωτάθλημα. Δηλαδή οι εκλογές και τα κουκιά.

Και δεν είναι λίγοι αυτοί οι αριστεροί, οργανωμένοι ή ανοργάνωτοι, που θεωρούν τον εαυτό τους μέλος κάποιου κλαμπ ή ότι ανήκουν σε μια ελίτ που τους επιτρέπει να σχολιάζουν τα πάντα χωρίς οι ίδιοι να κάνουν τίποτα. (Κατά κανόνα έχουν καλές δουλειές και αισθάνονται την Αριστερά σαν κάποιο κληρονομικό τίτλο τιμής.)

Αλλά η κοινωνία είναι ένα περίεργο μείγμα που δεν έχει ιδεολογική καθαρότητα. Οι περίφημοι Ταλιμπάν σήμερα θεωρούνται αξιόπιστοι συνομιλητές και τους προσφέρεται μερίδιο στην εξουσία. Και ίσως η λύση στο Αφγανιστάν να προέλθει από έναν τέτοιο συμβιβασμό, δεδομένου ότι ο πόλεμος για το ΝΑΤΟ έχει χαθεί. Αυτό μπορεί να μη σημαίνει Δημοκρατία, αλλά δείχνει πώς διαμορφώνονται τα κοινωνικά φαινόμενα. Η αγανάκτηση και η δυσαρέσκεια των πολλών θα εκφραστούν από αυτόν που θα εκφέρει έναν πειστικό λόγο. Άσχετα αν είναι αληθινός ή ψεύτικος. Εξάλλου, δεν είναι πολλοί αυτοί που ψάχνουν την αλήθεια. Οι περισσότεροι μια πίστη ψάχνουν. Και θρησκείες υπάρχουν πολλές που μπορεί να μην έχουν σχέση με κανένα θεό. Αρκεί ο φανατισμός.

 

* perkor29@gmail.com

 

ΠΗΓΗ: Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Ιουνίου 2010,  http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=174740

 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον admin.

Η εκπόρνευση της πουτάνας

Η εκπόρνευση της πουτάνας

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

 

 

Λέει κάπου νομίζω ο Μισέλ Φουκό, πως η χειρότερη μορφή καταστολής είναι η καταδίκη στη σιωπή. Και αυτήν ακριβώς την καταστολή είναι ολοφάνερο ότι αντιμετωπίζει η άποψη που επιζητά να διερευνήσει τα βαθύτερα πολιτισμικά αίτια της τρέχουσας κρίσης. Ψελλίσματα μόνον ακούγονται από ελάχιστους, αφού σύσσωμο το σύστημα – και διόλου τυχαία – επιχειρεί να εξαντλήσει την κριτική του αποκλειστικά και μόνο στα πολιτικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του, αφήνοντας ουσιαστικά ανέγγιχτο τον πυρήνα  του προβλήματος. Προφανείς οι αναπαραγωγικοί λόγοι που συνιστούν αυτή τη συστημική στρατηγική.

Όμως, έχει έρθει η ώρα να μιλήσουμε για τα καίρια και ουσιώδη της κρίσης. Και απ' αυτήν ακριβώς τη συζήτηση, από την ικανότητα της να διασπάσει τους μηχανισμούς της καταδίκης σε σιωπή, νομίζω ότι θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η δυνατότητα  του τόπου να ξεπεράσει την κρίση και τις οδυνηρές της συνέπειες.

Αλλά μέγιστο προαπαιτούμενο γι' αυτό αποτελεί η αναζήτηση, η ανάδειξη και η καταδίκη των μηχανισμών που για δεκαετίες οργάνωσαν άλλοι συνειδητά και άλλοι ανεπίγνωστα την πολιτισμική αλλοτρίωση του λαού μας.  Την αλλοτρίωση που με τη σειρά της εξέθρεψε το κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικό τέρας που απειλεί σήμερα να μας εξαφανίσει. Αυτή η αποξένωση από την πολιτισμική μας ιδιοπροσωπία κουβάλησε το νερό στο μύλο της καταχνιάς που μας καταπνίγει.

Αλλά αυτή η αποξένωση έχει ονοματεπώνυμο. Έχει πρόσωπα και φορείς που την διέσπειραν και την προώθησαν συχνά με λυσσαλέο τρόπο.  Έχει συμφέροντα και υποστηρικτές που ωφελήθηκαν από τη πλατιά διάδοση της. Μα το πιο επικίνδυνο είναι ότι σήμερα αυτοί ακριβώς που φέρουν την κύρια ευθύνη για την εγκληματική αλλοτρίωση της κοινωνίας, αυτοί οι ίδιοι, δεν διστάζουν να εμφανίζονται ως τιμητές της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, ως κήνσορες των ασθενών σημείων της κοινωνικής νοοτροπίας, ως εισαγγελείς  κατά της διαφθοράς και αναξιοκρατίας! Πιάνουν θέσεις στο μεταπολιτευτικό σκηνικό – όποτε κι αν έρθει αυτό- και απλώνουν παντού την καταγγελτική διάρροια τους, έχοντας όμως όρθιο το δάχτυλο στα χείλη, ως σινιάλο σιωπής, όταν η κουβέντα φτάνει στα ουσιώδη.

Και αγωνιώ πραγματικά για την ώρα που κάποιος θα τους υποδείξει ευγενικά και δίχως σεξισμούς την αγαπημένη τους έτσι κι αλλιώς θέση για το δάκτυλο τους, απαιτώντας ταυτόχρονα την ανάληψη των ευθυνών τους για την σημερινή κατάντια του λαού και του έθνους. Ποιός στ' αλήθεια καλλιέργησε επί σειρά ετών μια αντίληψη για το ίδιο το περιεχόμενο του πολιτισμού ως βλαχοεπαρχιώτικο culture και όχι ως νοο-τροπία, ως τρόπο κατανόησης της ανθρώπινης ύπαρξης, συνύπαρξης και πράξης; Ποιός με κίνητρο τον εφηβικό του θυμό – με την ψυχαναλυτική σημασία του όρου – μίσησε κάθε τι ελληνικό στον τόπο αυτό, επειδή η μικροαστή μαμά του δεν του έκατσε, αλλά ερωτεύτηκε τον μπαμπά του; Ποιός συστηματικά και σταθερά κατεδάφισε το αξιακό περιεχόμενο της κοινωνίας, παραδίνοντας  την στον πιο αισχρό και μηδενιστικό καταναλωτισμό; Και πιο απλά. Ποιός ανήγαγε το σούσι σε νεοελληνική διατροφική αξία και το γκαζόν σε προτεραιότητα του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας; Ποιός προώθησε την πιο βλαμμένη εκδοχή της αμερικανιάς μέσα από εκατοντάδες ταινίες καταστροφής που αντιλαμβάνονται την ανθρώπινη σάρκα – και ψυχή – ως ακαταπόνητης αντοχής; Ποιός διαφήμισε τη βιομηχανία των γυμναστηρίων και των solarium; Ποιός αθώωσε στα μάτια της κοινωνίας την πιο χυδαία εκπόρνευση του ανθρώπινου σώματος; Ποιός έσπρωξε στη πλήρη «χαλάουα» τις καρδιές των κοριτσιών και τα στήθη των αγοριών μας; Ποιός έκανε πρότυπο την ψευτογκλαμουριά του σκυλοτράγουδου; Ποιός οργάνωσε τα βραβεία «Α-γ-ρίων»; Ποιός τα δεκάδες reality και τις γελοιογραφίες των «ταλέντων» που τσαλάκωσαν απλά τις προσδοκίες χιλιάδων νέων ανθρώπων; Ποιός παρουσίασε τα μεσημεριανά που σέρβιραν κυνικά και συχνά χαιρέκακα τη μιζέρια του διπλανού; Ποιός έστησε τις ψευτοσοβαρές εκπομπές που «αγίαζαν» τους διεφθαρμένους της πολιτικής και της οικονομίας; Ποιός αθώωσε τη σπατάλη των Ολυμπιακών και ποιός προώθησε αυτοπροσώπως τον υποκινούμενο εθελοντισμό της αρπαχτής; Ποιός καλλιέργησε στα free press editorial του τα must της ισχυρής Ελλάδας του σημιτικού «εκσυγχρονισμού»; Ποιός φιλοτέχνησε το ηρώο της – με γερμανική καθοδήγηση – ποδοσφαιρικής πρωταθλήτριας Ευρώπης και ποιός τα αγάλματα του Ρουβοψινάκιδων στο γυφτομπαρόκ της eurovision; Ποιός με υποδειγματικές συμπεριφορές εμφύσησε στη λαϊκή συνείδηση την πρωτοκαθεδρία μιας χρησιμοθηρικής και ατομικιστικής αποτελεσματικότητας; Ποιός πλαστικοποίησε τα συναισθήματα και αλουμινοποίησε την αρχιτεκτονική του λαού μας; Ποιός εξέθεσε το οικολογικό κίνημα στο επίπεδο εξωραϊστικού συλλόγου και την αριστερά των συλλογικοτήτων σε γκλαμουράτο μόρφωμα ετσιθελικών διεκδικήσεων; Ποιός αποθέωσε το εγωκεντρικό μότο "να είσαι ο εαυτός σου"… και στα αρχίδια σου; Ποιός διασκέδασε πρώτο τραπέζι πίστα αγκαλιά με διεφθαρμένους πολιτικούς και σαβουροτηλεπαρουσίαστριες;  Ποιός ντόπαρε την ελληνική κοινωνία στην αντιδημιουργική λογική του τζογαδόρικου νεοπλουτισμού; Ποιός έβγαλε το σκασμό μπροστά στην κυριαρχία του αμοραλισμού; Ποιός ανέδειξε τα στίλβωντα ζαντολάστιχα σε κριτήριο έρωτα; Ποιός πέταγε μπουκάλια στην αρένα των χουλιγκάνων; Ποιός αρθρογράφησε υπερασπιζόμενος τις fuck-less κυρίες του εθνομηδενισμού; Ποιός περιθωριοποίησε κάθε πολιτική και δημοσιογραφική φωνή που αντιστεκόταν στην εθνική ύπνωση; Ποιός ανακήρυξε σε γραφικότητα τον πατριωτισμό; Ποιός με την καθημερινή στάση ζωής του ανήγαγε την κυνική προστυχιά σε κοσμοπολίτικο ιδεολόγημα και ξέπλυνε τα μυαλά χιλιάδων ανθρώπων για να οικοδομήσει το lifestyle προφίλ του; Ποιός γέμισε τα περίπτερα μας με την κιτρινίλα των μονοσύλλαβων βαρβαρικών του εκδόσεων; Ποιός απέκρυψε την αλήθεια για την κατάντια μας; Ποιός ανυποψίαστος για την ισχύ της παράδοσης που κουβαλά στο σαρκίο του, έφτυσε γεμάτος επαρχιώτικη μειονεξία το παρελθόν του; Και να το πω και πιο βαριά! Ποιός γάμησε τα ιερά και τα όσια των πεθαμένων μας;  Ποιός άλλος απ' όλους αυτούς τους γνωστούς δημοσιογράφους και τηλεπαρουσιαστές που σήμερα «καρφώνουν» τους ήδη τελειωμένους στη συνείδηση της κοινωνίας πολιτικούς, για να την βγάλουν για μια ακόμη φορά καθαρή στη θύελλα που -τα ερεθισμένα από την κοκαΐνη- ρουθούνια τους οσμίζονται.

Αυτός ο εσμός των media που γέμισε τη ζωή μας με τη σαπίλα της ψευτισμένης μικροζωώλας του, επιζητά σήμερα την εκ νέου εκπόρνευση του. Ως «πουτάνα» που εκ νέου εκπορνεύεται σ' έναν «καλό» γάμο!  Και δυστυχώς, δεν έχω βέβαιη απάντηση για το αν η ελληνική κοινωνία θα αποδεχτεί εκ νέου το ρόλο του «καλού πελάτη», υπό την απειλή του ΔΝΤ νταβατζή της!

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ,  6.6.2010

Η έννοια των κοινών γεννάει τη νέα αριστερά

Η έννοια των κοινών γεννάει τη νέα αριστερά

 

Του Μάικλ Χάρντ *

 

 

Τόσο το βιβλίο "Η Αυτοκρατορία" όσο και το "Πλήθος: Πόλεμος και Δημοκρατία στην εποχή της Αυτοκρατορίας" των Μάικλ Χαρντ και Τόνι Νέγκρι έχουν χαιρετιστεί από μερίδα του δυτικού Τύπου ως "κομμουνιστικά μανιφέστα του 21ου αιώνα" και έχουν τύχει ιδιαίτερα μεγάλης προβολής σε όλο τον κόσμο με πωλήσεις από τη δεκαετία του '90 και ένθεν που ξεπέρασαν κάθε προσδοκία των εκδοτών τους.

Στην αυτοκρατορία, οι δυο μετα-μαρξιστές συγγραφείς περιγράφουν το πέρασμα από την εποχή του ιμπεριαλισμού που αρθρώνεται γύρω από έθνη κράτη στην εποχή μιας παγκόσμιας μεταμοντέρνας κυριαρχίας υπερεθνικών δυνάμεων και το τέλος των εθνικών ανταγωνισμών. Στο "Πλήθος" περιγράφουν πώς το μοντέρνο σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης έχει ρωμαϊκά χαρακτηριστικά με τις ΗΠΑ και μια χούφτα υπερεθνικούς οργανισμούς να ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία, μια τάξη αριστοκρατών που αποτελείται από εταιρείες και λίγα προνομιούχα έθνη να απολαμβάνουν τα οφέλη, δημοκρατικές κοινωνικές δομές, όπως ο ΟΗΕ και μη κυβερνητικές οργανώσεις, να διαμεσολαβούν το δημοκρατικό συναίσθημα και τέλος το πλήθος των πολιτών που ζει σε αυτή τη χαοτική δομή.

Την περασμένη εβδομάδα στο πλαίσιο του b fest, του φεστιβάλ που οργανώνει κάθε χρόνο η αντεξουσιαστική εφημερίδα Βαβυλωνία, ο Μάικλ Χαρντ μίλησε σε ένα κατάμεστο από νέους ανθρώπους αμφιθέατρο με θέμα: "Αυτοκρατορία και Παγκόσμιος Εμφύλιος Πόλεμος".

 Στην ομιλία του άσκησε κριτική στην αριστερά για τη διάκριση που επιχειρεί μεταξύ πραγματικής και φανταστικής οικονομίας και υποστήριξε -μεταξύ άλλων- ότι η βιοπολιτική παραγωγή καταλαμβάνει πλέον και το χώρο της βιομηχανικής παραγωγής. Για τον Χαρντ η παρούσα κρίση εκφράζει, πέρα από τη ριζοσπαστικοποίηση του νεοφιλευθερισμού και την απόπειρά του να παραχαράξει τις αξίες που στηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες, και την ανικανότητά του να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη βιοπολιτική παραγωγή του καιρού μας.

Η "Αυγή" συνάντησε τον Χαρντ το επόμενο πρωί στα Εξάρχεια. Στη δίωρη συζήτησή μας ο ίδιος είχε περισσότερες ερωτήσεις από τις απαντήσεις που θα διαβάσετε παρακάτω. Η εκτίμηση που μας μετέφερε είναι πως η Ελλάδα σήμερα αποτελεί το εργαστήρι κατασκευής μιας νέας κοινωνικής αριστεράς και πως οι ευρωπαϊκοί λαοί θα αντιληφθούν πως η ελληνική υπόθεση είναι και δική τους.

 

* Τόσο χθες, όσο και συχνά εξ όσων διαβάζω, δέχεστε κριτική από τη μαρξιστική αριστερά για τον τρόπο με τον οποίο διαβάζετε το Κεφάλαιο. Είπατε χθες ότι το ζήτημα δεν είναι πώς μετράει ο Μαρξ τα πράγματα, αλλά τι ποιότητες τους δίνει. Θα θέλατε να μας εξηγήσετε;

 

Όταν ο Μαρξ αναλύει την καπιταλιστική οικονομία, δεν νοιάζεται για το πού βρίσκονται οι περισσότεροι εργάτες. Την εξετάζει σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία η βιομηχανία δεν αντιπροσωπεύει το κυρίαρχο μοντέλο παραγωγής. Απασχολεί μια μικρή μερίδα του εργατικού δυναμικού. Βλέπει σε αυτήν, όμως, την αυξανόμενη τάση του καπιταλισμού. Αυτό πρέπει να κοιτάξουμε και σήμερα. Όχι πού βρίσκονται οι εργαζόμενοι, αλλά ποιες είναι οι ποιότητες της παραγωγικής μας ζωής που γίνονται σιγά-σιγά κυρίαρχες.

Κατά τη γνώμη μου, και του Νέγκρι, αυτές αφορούν την αυξανόμενη παραγωγή άυλων αγαθών, η οποία οδηγεί τις εξελίξεις σήμερα. Τόσο η παραγωγή ιδεών και γνώσης, όσο και η παραγωγή επιρροών και κοινωνικών σχέσεων. Και είναι κυρίαρχη αυτή η τάση ακριβώς επειδή ακόμα και η παραδοσιακή βιομηχανία ή η αγροκαλλιέργεια «πληροφοριοποιούνται» -αποκτούν επικοινωνιακά χαρακτηριστικά.

Η ικανότητά μας να κατασκευάζουμε κοινωνικές σχέσεις είναι πιο σημαντική από ποτέ για το κεφάλαιο. Και μπορεί να πνίγεται μέσα στο κυρίαρχο παραγωγικό παράδειγμα, όμως θυμίζει πολύ την ισχύ που οι βιομηχανικοί εργάτες είχαν κατά το 19ο αιώνα, η οποία επίσης πνιγόταν μέχρι να γίνει συνειδητή. Διακόσια χρόνια πριν ο κόσμος πίστευε ότι οι βιομηχανικοί εργάτες είναι βλάκες. Πώς θα μπορούσαν να οργανωθούν για οτιδήποτε, αφού ήξεραν να κάνουν μηχανικά ένα πράγμα μονάχα; Το εργατικό κίνημα βρήκε τον τρόπο να μετατρέψει αυτή τη δύναμη σε δύναμη κοινωνικής αλλαγής. Πρέπει να επαναλάβουμε την εμπειρία του εργατικού κινήματος στο νέο πλαίσιο παραγωγής.

 

* Αν αναφέρεστε στις νέες τεχνολογίες, θα σας έλεγε κανείς ότι, ναι, αυτό είναι σωστό για τον Πρώτο Κόσμο, όχι όμως και για τον πεινασμένο Τρίτο Κόσμο.

 

Κι όμως, είναι. Δείτε τον πόλεμο των σπόρων στην Ινδία ενάντια στη Μονσάντο. Πρόκειται για έναν πόλεμο πληροφοριών, των γενετικών πληροφοριών ενός καρπού, για την ιδιοκτησία των οποίων ερίζουν ανταγωνιστικές δυνάμεις. Μιλάμε για άυλα αγαθά τα οποία έχουν παραχθεί από παραδοσιακούς πληθυσμούς, από αγροτικές κοινότητες κ.ο.κ. Είναι σημαντικό να δούμε ποιοι είναι οι κύριοι ανταγωνισμοί που εκδηλώνονται σήμερα γύρω από τα ζητήματα της ιδιοκτησίας. Ακόμα κι αν το δείτε από τη στενά νομική σκοπιά, οι πιο πιεστικοί και δυναμικοί ανταγωνισμοί εκδηλώνονται γύρω από την άυλη ιδιοκτησία, τα πνευματικά δικαιώματα, τις πατέντες κ.ο.κ. Αυτά είναι τα όπλα που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο σήμερα για να απαλλοτριώσει τον πλούτο που παράγεται σε όλο τον πλανήτη.

 Δείτε ακόμα τις υπηρεσίες. Τι κάνει, για παράδειγμα, ένας υπάλληλος τηλεφωνικού κέντρου; Προσφέρει πληροφορίες, οι οποίες δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις με έναν πολύ περιορισμένο και ελεγχόμενο τρόπο. Όταν κάποιος εργάζεται στον τομέα των υπηρεσιών, επίσης, δημιουργεί κοινωνικές σχέσεις. Η πρόκληση είναι πώς να οργανωθούν διαφορετικά αυτές οι παραγωγικές ικανότητες, ώστε να υπηρετούν άλλους στόχους από την παραγωγή κέρδους για το κεφάλαιο.

 

* Οι εργάτες όμως είχαν συνείδηση κοινωνικής τάξης στον βιομηχανικό κόσμο...

 

Και έτσι πέτυχαν σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή να υιοθετήσουν ένα φορντιστικό παράδειγμα που επέτρεψε σταθερή απασχόληση και κοινωνικές εγγυήσεις.

 

* Σήμερα, όμως, όλο και περισσότερο, το βασικό χαρακτηριστικό της εργασίας είναι η επισφάλεια, η οποία λειτουργεί διαλυτικά.

 

Έχετε δίκιο, αυτό είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της εργασίας σήμερα, καθώς και μια προοδευτικά καταστροφική διάχυση του χρόνου εργασίας μέσα στην ημέρα. Μειώνεται όλο και περισσότερο η διάκριση ανάμεσα σε αυτό που αποκαλούμε δουλειά και ελεύθερος χρόνος.

 

* Και βέβαια βλέπουμε εκμετάλλευση της ζωής σε περισσότερα πεδία. Πώς γίνεται αυτό;

 

Γίνεται ταυτόχρονα στα υψηλά και τα χαμηλά επίπεδα της ζωής μας. Στα υψηλά, εταιρείες όπως η Microsoft και η Google διατηρούν χώρους εντός των εταιρειών στους οποίους προσφέρουν στους εργαζομένους τους υπηρεσίες, όπως γυμναστήρια, χώρους μασάζ, μικρούς κοιτώνες και κάνουν τα πάντα για να κρατάνε τους εργαζομένους τους εντός. Να κάνουν τη δουλειά τους ταυτόσημη με τη ζωή τους. Οπότε η δουλειά είναι η ζωή. Αντίστοιχα κάποιος που εργάζεται σε καθεστώς επισφάλειας και το πρωί είναι κούριερ, φύλακας σεκιούριτι τη νύχτα κ.ο.κ. Ούτε κι αυτός μπορεί να διακρίνει τη δουλειά του από τη ζωή του.

Αυτό σημαίνει πως κάποιος εκμεταλλεύεται μια δύναμη, ενώ το αντικείμενο της εκμετάλλευσης αποξενώνεται από αυτήν. Αυτό είναι για εμένα λοιπόν το πολιτικό ερώτημα. Ποια είναι αυτή η νέα δύναμη την οποία εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο και πώς μπορούμε να την οργανώσουμε και να την πολιτικοποιήσουμε;

 

* Πώς δημιουργείται όμως ταξική συνείδηση σήμερα; Δεν έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες.

 

Είναι αλήθεια ότι το βιομηχανικό περιβάλλον προσέφερε ένα συνεκτικό πλαίσιο συνειδητοποίησης και οργάνωσης. Οι νέες συνθήκες παραγωγής δεν έχουν αυτή τη συνοχή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επιχειρήσαμε με τον Νέγκρι να πούμε ότι η Μητρόπολη είναι για το πλήθος (multitude) ό,τι είναι το εργοστάσιο για την εργατική τάξη. Όπως μονάχα στο εργοστάσιο μπορούσε να παράγει η εργατική τάξη, μόνο στην πόλη υπάρχει σήμερα συσσώρευση κοινής γνώσης, σχέσεων, αξιών που επιτρέπουν αυτό το νέο καπιταλιστικό παράδειγμα παραγωγής.

Έπειτα, όπως το εργοστάσιο ήταν ο τόπος της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, έτσι και η Μητρόπολη είναι σήμερα ο τόπος της εκμετάλλευσης της παραγωγικής μας ικανότητας, να παράγουμε κοινωνικές σχέσεις και γνώση. Και όπως το εργοστάσιο ήταν ο τόπος της επανάστασης, έτσι και η πόλη είναι σήμερα ο τόπος της επανάστασης. Γι' αυτό κιόλας αυτό το κοινό (common) πάρκο που φτιάχτηκε στα Εξάρχεια (Ναυαρίνου) εκφράζει τον αγώνα ενάντια στις μορφές που παίρνει η πόλη.

Ορίστε ένα παράδειγμα κατασκευής ανοιχτού χώρου που συνιστά επαναστατική πράξη ενάντια στη λογική με την οποία η πόλη αναπτύσσεται. Πρέπει να ανοίξουμε το πρίσμα και να δούμε πώς ευρύτερα περιβάλλοντα μπορεί να συνιστούν εργαστήρια οργάνωσης και τόπους της επανάστασης. Είναι δυσκολότερο, όμως η εμμονή στο εργοστάσιο είναι απλώς νοσταλγική.

 

* Κρίσιμο ρόλο στην καπιταλιστική ολοκλήρωση παίζει βεβαίως η τεχνολογική εξέλιξη. Πίσω στη δεκαετία του '90 η αριστερά ανέπτυξε μια τεχνοφοβία, η οποία εν πολλοίς τη συνοδεύει ακόμη. Δεν παράγει και ευκαιρίες όμως αυτή η αναδιάρθρωση των παραγωγικών σχέσεων που επιχειρεί διά των νέων τεχνολογιών ο καπιταλισμός;

 

Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο αναφέρει πως χρειάστηκε πολύ χρόνο η εργατική τάξη ωσότου συνειδητοποιήσει ότι εχθρός δεν ήταν οι μηχανές αυτές καθ' αυτές αλλά οι ιδιοκτήτες τους και η χρήση τους μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Έπρεπε λοιπόν να επαναπροσδιορίσουν τη στρατηγική τους και, αντί να καταστρέφουν τις μηχανές, να επιτεθούν στο σύστημα που κυριαρχεί επάνω τους μέσω αυτών. Σήμερα περνάμε, νομίζω, μια παρόμοια διαδικασία.

Στην εποχή του ήταν πολλοί αυτοί που κατήγγειλαν τη βιομηχανική εργασία ως απάνθρωπη και αλλοτριωτική για την ανθρώπινη φύση σε αντίθεση με τις αξίες της γεωργικής ζωής που θεωρούνταν οι μόνες «πραγματικές» και τη γεωργική παραγωγή που θεωρούνταν επίσης «πραγματική». Αυτό που ο Μαρξ είπε στην πραγματικότητα ήταν ότι «ναι, είναι, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και προς όφελος του ανθρώπου».

Οι μηχανές είναι διφορούμενες. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν για εκμετάλλευση και έλεγχο, όσο και για απελευθέρωση. Το Ιnternet είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα γι' αυτό. Είναι πράγματι κεντρικός ο χαρακτήρας των τεχνολογιών που χρησιμοποιεί ο καπιταλισμός.

 

Η δυσκολία της πολιτικής οργάνωσης και έκφρασης

 

* Στην εποχή μας εμφανίζονται ad hoc δίκτυα πολιτών η κινημάτων που πετυχαίνουν κάτι, αλλά μετά εξαφανίζονται. Είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για την αριστερά αυτό.

 

Αυτή είναι η δυσκολία, πώς να οργανώσουμε τους εργαζομένους στις νέες μορφές εργασίας. Χρειαζόμαστε νέες μορφές, όχι μόνο για τα συνδικάτα αλλά και για το πολιτικό κόμμα. Στο μυαλό μου τουλάχιστον η σημερινή μορφή του είναι ξεπερασμένη. Χρειαζόμαστε όμως πολιτικούς οργανισμούς κάποιου είδους.

Σκέφτομαι δύο πράγματα: Το πρώτο ότι, όσο και να το ταλαιπωρήσουμε συζητώντας, αυτές οι μορφές θα προκύψουν στα κινήματα και στον αγώνα. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να αναλύσουμε και να ερμηνεύσουμε τι συμβαίνει ήδη. Για παράδειγμα τα ανοιχτά δίκτυα (open) οργάνωσης πρέπει να βρούμε τρόπους να παραμένουν ενεργά για περισσότερο καιρό ή να καθίστανται μόνιμα.

Συζητάμε πολύ τα τελευταία χρόνια με τον Τόνι για τους θεσμούς των κοινών (commons). Και δεν εννοούμε γραφειοκρατικούς οργανισμούς, αλλά περισσότερο κοινωνικά ήθη και συμπεριφορές που διαρκούν. Το παρατηρούμε σε πολλά μέρη του κόσμου με τα κινήματα τα τελευταία δέκα χρόνια, να εμφανίζεται εκρηκτικά μια δύναμη στην αρχή και έπειτα να παραμορφώνεται. Η πρόκληση είναι να δημιουργηθούν μηχανισμοί συνέχειας. Κινήματα, εκδόσεις, περιοδικά, κοινωνικοί χώροι, φεστιβάλ, μικρά τοπικά κινήματα -μπορεί όλα μαζί να αποτελούν στοιχεία αυτού του πολιτικού εργοστασίου. Δεν υπάρχει ακόμα, αλλά μπορεί να δημιουργηθεί.

 

* Πάνω στην έννοια των κοινών. Είναι πολύ διαφορετικές οι εννοιολογήσεις των κοινών από τομέα σε τομέα, όπως για παράδειγμα στους φυσικούς πόρους ή την πνευματική ιδιοκτησία. Πού συναντιούνται αυτές οι έννοιες;

 

Και οι δυο περιοχές αυτές όμως δείχνουν ποια θα είναι τα κεντρικά ζητήματα σύγκρουσης τα επόμενα χρόνια. Βασική αιτία της καταστροφής του περιβάλλοντος είναι η ιδιωτικοποίηση. Και στο πεδίο της πνευματικής ιδιοκτησίας όμως αναπτύσσονται ανάλογοι ανταγωνισμοί. Το οικολογικό κίνημα φροντίζει να δείχνει τα όρια αυτών των κοινών, όπως είναι τα αποθέματα του νερού.

Το αντίθετο γίνεται με τα κινήματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Δείχνουν τον απεριόριστο χαρακτήρα των άυλων αγαθών. Νομίζω πως τα κινήματα θα υπερβούν αυτές τις διαφορές μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η ίδια η έννοια των κοινών και τα χαρακτηριστικά της μπορεί να ενώσει τις επιμέρους εκφράσεις του κινήματος.

 

* Σημείωση admin: Ο Μάικλ Χάρντ είναι εναλλακτικός, Αμερικανός πανεπιστημιακός.

 

ΠΗΓΗ: Η ΑΥΓΗ, Τσιμιτάκης Μ., Ημερομηνία δημοσίευσης: 06/06/2010,  http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=547589

Το πραγματικό δίλημμα για τον ελληνικό λαό

Το πραγματικό δίλημμα για τον ελληνικό λαό

 

Του Τάκη Φωτόπουλου

 

Η ηγετική κλίκα στο κυβερνών κόμμα, αφού εξάντλησε κάθε μέθοδο εξαπάτησης του λαού για να πάρει την εξουσία, προσποιούμενη ότι δεν ήξερε το μέγεθος της επερχόμενης κρίσης, προχώρησε στη συνέχεια στην υιοθέτηση των (προσχεδιασμένων από τους διεθνείς οργανισμούς!) ληστρικών μέτρων, όχι μόνο χωρίς να διαθέτει την παραμικρή λαϊκή νομιμοποίηση γι' αυτά, αλλά και αγνοώντας θρασύτατα το αίτημα για δημοψήφισμα.

Σήμερα η ίδια κλίκα, εν πλήρει γνώσει της ύπαρξης εναλλακτικών λύσεων σαν αυτές που πρότεινε η στήλη (παραλλαγές των οποίων, με άλλο αιτιολογικό, πρότειναν κατόπιν ακόμη και διεθνούς κύρους οικονομολόγοι, π.χ. έξοδος από την ΟΝΕ, αναδιάρθρωση του χρέους κ.λπ.), παραδίδει τη χώρα στο έλεος του ηγετικού ληστρικού θεσμού της υπερεθνικής ελίτ: το ΔΝΤ. Προφανώς, οι εναλλακτικές λύσεις δεν κρίθηκαν… σοβαρές από τους συμβουλάτορες της κλίκας, όπως προκύπτει από δηλώσεις κυβερνητικών βουλευτών![i] Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο λόγος της απόρριψης παρόμοιων εναλλακτικών λύσεων είναι ότι θα θίγονταν καίρια τα συμφέροντα των ντόπιων και ξένων ελίτ που ουσιαστικά επέλεξαν το ΠΑΣΟΚ, ακριβώς γιατί μόνο ένα δήθεν «σοσιαλιστικό» κόμμα θα μπορούσε να εξαπατήσει αποτελεσματικά τον λαό και να περάσει τα σημερινά πρωτόγνωρα μέτρα ,που καταδικάζουν μεγάλα λαϊκά στρώματα σε πολύχρονη μαζική ανεργία και φτώχεια.

Επειδή, μάλιστα, το παραμύθι των «κακών» Γερμανών και κερδοσκόπων ξέφτισε, η κυβέρνηση της εξαπάτησης καταφεύγει σήμερα (με τη βοήθεια των συστημικών ιδεολόγων[ii] και των παπαγάλων στα κανάλια που αδίστακτα υιοθετούν «την απαράδεκτη μεθόδευση της αστυνομίας, να χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ για να δημιουργείται κλίμα καταδικαστικό»)[iii] στη δοκιμασμένη μέθοδο αποπροσανατολισμού του λαού από την πραγματική λαίλαπα: τον πόλεμο -έστω και αν, ελλείψει πραγματικού, αυτός είναι ο «πόλεμος» κατά της «τρομοκρατίας». Παρ' όλα αυτά, ο πρωθυπουργός της εξαπάτησης δεν διστάζει να μιλά για «σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και να δηλώνει «πιο σοσιαλιστής», τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος και ο κομματικός λόχος του, όχι μόνο δεν τόλμησαν να υιοθετήσουν εναλλακτικές λύσεις, αλλά ούτε είχαν τη στοιχειώδη εντιμότητα να παραιτηθούν, όπως θα έκαναν αν είχαν την παραμικρή σχέση με τις «σοσιαλιστικές» αρχές που πρεσβεύουν. Αντίθετα, επέλεξαν τον ρόλο του άμεσου αυτουργού σε ένα από τα μεγαλύτερα ίσως εγκλήματα σε βάρος του ελληνικού λαού: τη λατινο-αμερικανοποίηση της χώρας. Δηλαδή την κατάσταση, όπου οι ελίτ, αφού καταχρεώσουν τους λαούς τους, κλέβοντας ουσιαστικά το Δημόσιο με τις μίζες, τις ύποπτες συμβάσεις και τα έργα βιτρίνας (π.χ. Ολυμπιακοί) – αντί να επενδύσουν στην παραγωγική δομή της χώρας – ενώ συγχρόνως φοροδιαφεύγουν και εισφοροδιαφεύγουν ασύστολα- στη συνέχεια καλούν το ΔΝΤ (στην περίπτωσή μας, πασπαλισμένο με… ευρωπαϊκή σάλτσα) να πετσοκόψει τα εισοδήματα των αδύνατων και τις κοινωνικές υπηρεσίες, ενώ οι ίδιοι φυγαδεύουν τα κεφάλαια που συσσώρευσαν με παρόμοιους τρόπους στο εξωτερικό.

Ετσι, ενώ ο ελληνικός λαός καλείται να «ματώσει» όσο ίσως ποτέ άλλοτε στη μεταπολεμική περίοδο, όχι μόνο με την καθίζηση των εισοδημάτων και των συντάξεων, αλλά και με την κατεδάφιση κάθε μετα-χουντικής κοινωνικής κατάκτησης, η αγυρτεία των ντόπιων ελίτ έχει ήδη εξαγάγει πάνω από 10 δισ. ευρώ σε ξένες καταθέσεις και τώρα επιδίδεται στην αγορά ακινήτων αξίας εκατομμυρίων ευρώ σε Λονδίνο, Παρίσι και Ν. Υόρκη[iv] με τις ευλογίες, βέβαια, της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης, που δεν παίρνει κανένα μέτρο παρεμπόδισης της μαζικής φυγάδευσης κεφαλαίων. Και αυτό, ενώ τα κεφάλαια αυτά θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή σημαντικού τμήματος του πελώριου χρέους, το οποίο άλλωστε δημιουργήθηκε άμεσα ή έμμεσα από τις ίδιες ελίτ -και όχι απλά από την παθολογική επέκταση του δημόσιου τομέα που κάποιοι φαίνεται θεωρούν προϊόν… παρθενογένεσης[v] και όχι αποτέλεσμα της αντίστοιχης παθολογίας του ελληνικού ιδιωτικού τομέα! Επάξια, επομένως, η σημερινή πολιτική και οικονομική ελίτ θα περάσει στο πάνθεον της ελληνικής Ιστορίας με τη διάκριση μιας μοναδικής επίδοσης στην πολιτική απάτη και την κλεπτοκρατία, αντίστοιχα.

Ομως, παρά τα ληστρικά μέτρα της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, η χρεοκοπία απλώς αναβάλλεται, εφόσον ο «μηχανισμός» που συμφωνείται με την τρόικα δίνει λύση μόνο στο άμεσο πρόβλημα της ρευστότητας, αλλά όχι και στο μακροπρόθεσμο πρόβλημα της φερεγγυότητας που δημιουργεί η δυναμική του υπέρογκου χρέους σε συνδυασμό με τα τοκογλυφικά επιτόκια (5%) που μας επιβάλλουν οι «εταίροι» μας για να μας «βοηθήσουν» με το αζημίωτο! Αυτό συμπεραίνουν διεθνούς κύρους αναλυτές,[vi] οι οποίοι κάθε άλλο παρά «μπακαλίστικους» υπολογισμούς κάνουν, όπως τους παρουσίασαν κάποιοι ανυποψίαστοι υποστηρικτές της… αξιοπιστίας του κυβερνητικού Προγράμματος Σταθερότητας![vii] Το ίδιο, άλλωστε, το ΔΝΤ ουσιαστικά επιβεβαιώνει τους υπολογισμούς αυτούς και φέρεται ότι δήλωσε στον σοβαροφανή (που παριστάνει τον) υπουργό Οικονομικών της χώρας ότι μέχρι το 2014 το χρέος μας θα φτάσει το 150% του ΑΕΠ (από 120% σήμερα)- γεγονός που, όπως υπολογίζεται, σημαίνει πως τα επόμενα πέντε χρόνια θα πληρώσουμε για τοκοχρεωλύσια 240 δισ. ευρώ, όσο περίπου το σημερινό μας ΑΕΠ![viii] Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο ότι σε δημοσκόπηση του Ρόιτερς πολλοί οικονομολόγοι βλέπουν βέβαιη τη χρεοκοπία τα προσεχή χρόνια, ενώ ο Daniel Gros, διευθυντής του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών, δηλώνει ότι «κάποια μορφή χρεοκοπίας είναι σήμερα τόσο πιθανή, που γίνεται το κεντρικό σενάριο».[ix]

Το πραγματικό, επομένως, δίλημμα για τον ελληνικό λαό δεν είναι χρεοκοπία ή όχι. Το πραγματικό δίλημμα είναι: χρεοκοπία με βάση τους επαχθείς όρους που μας επιβάλλουν οι «εταίροι» μας ή χρεοκοπία στην οποία θα επιβάλουμε τους δικούς μας όρους. Εάν η απόφαση αφεθεί στις ντόπιες και ξένες ελίτ, θα συνεχιστεί η σημερινή διαδικασία, που θα γονατίσει κυριολεκτικά τον ελληνικό λαό, με στόχο να μη χάσουν οι πιστωτές μας.

Αντίθετα, η εντατικοποίηση της κοινωνικής πάλης και ο αγώνας για αυτοοργάνωση πέρα από τις ελίτ και τα ελεγχόμενα από αυτές συνδικάτα κ.λπ. μπορεί ν' ανατρέψει αυτή τη διαδικασία και να οδηγήσει στην άμεση μονομερή έξοδο από την ΟΝΕ και την Ε.Ε., η οποία θα πρέπει να συνοδευθεί από ένα ολοκληρωμένο «πακέτο» μέτρων (σαν αυτό που περιέγραψα σε προηγούμενο άρθρο, με άξονα την επανεισαγωγή και υποτίμηση της δραχμής) που θα στοχεύει στην πραγματική φορολογική σύλληψη των ντόπιων ελίτ και στον παράλληλο εξαναγκασμό των ξένων ελίτ -που έχουν σημαντικό μέρος της ευθύνης για την έκρηξη του χρέους- να θυσιάσουν σημαντικό τμήμα του κεφαλαίου τους και να δεχτούν τη μακροπρόθεσμη αποπληρωμή με χαμηλά επιτόκια. Ετσι, θα άνοιγε ο δρόμος για τη δημιουργία των προϋποθέσεων μιας αυτοδύναμης (όχι αυτάρκους) οικονομίας χωρίς χρέη, που θα ελέγχαν άμεσα οι ίδιοι οι πολίτες (οι «δήμοι») και όχι οι ντόπιες και ξένες ελίτ, της «δημοτικοποίησης» των μέσων παραγωγής (δηλαδή του άμεσου συλλογικού τους ελέγχου από τους πολίτες, αντί της αποτυχημένης ιδιωτικοποίησης ή κρατικοποίησής τους) και, τέλος, της συνομοσπονδιακής κατανομής των οικονομικών πόρων σε μια αποκεντρωμένη ελληνική συνομοσπονδία «δήμων».[x]

Η επιλογή απόκειται στον ελληνικό λαό…

 

ΠΗΓΗ: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/, και Έντυπη Έκδοση, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Απριλίου 2010, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=154867



[i]  Βλ. π.χ. τις δηλώσεις Φλωρίδη στην εκπομπή της ΝΕΤ «Press», 20/4/2010.

[ii] Βλ. π.χ. Ν. Μαραντζίδης, «Η εκκωφαντική σιωπή της αντισυστημικής Αριστεράς», Το Βήμα, 18/4/2010.

[iii]  Θ. Τεγόπουλος, «Γιατί δεν δημοσιεύσαμε μιαν είδηση», «Ε», 21/4/2010.

[iv] Κ. Σιωμόπουλος, «Οι καταθέσεις πέταξαν για το Μέιφερ», Το Βήμα, 18/4/2010.

[v] βλ. τις απόψεις νεοφιλελεύθερων (Ανδριανόπουλος) και σοσιαλφιλελεύθερων (Τσούκαλης, Φλωρίδης) στην εκπομπή Press. ο.π.

[vi] βλ. π.χ. Wolfgang Munchau, «Greece's bail-out only delays the inevitable», & Alan Beattie, «Greek bail-out teams face hard balancing act», Financial Times, 18/4/2010.

[vii]  βλ. «Ε», 20/4/2010. 8. Α. Sakoui & Κ. Hope, «Markets gear up for Greek debt restructuring», Financial Times, 21/4/2010.

[viii] Α. Sakoui & Κ. Hope, «Markets gear up for Greek debt restructuring», Financial Times, 21/4/2010.

[ix]  R.  Atkins & Κ. Hope, «Greece faces risk of spiraling into default», Financial Times,  22/4/2010.

[x]  βλ. «Η Παγκόσμια Κρίση, η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα» (Κουκκίδα, 2009), κεφ. 14.