Αρχείο κατηγορίας Φιλοσοφία και Πολιτική

Ο «γόρδιος δεσμός» της αριστερής ταυτότητας

Ο «γόρδιος δεσμός» της αριστερής ταυτότητας

Συμβολή σ' έναν διάλογο για την ανθρωπολογική σημασία των ρήξεων σε βάση και εποικοδόμημα.

 

Των Νίκου Λάιου* και Αλέξανδρου Σταθακιού**


H μερικότητα της επιτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ τον Μάη και τον Ιούνη του 2012, εκλογική καθώς ήταν, αλλά και η καθολικότητα της πίεσης για άμεσες και πρακτικές λύσεις στο κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα της Χώρας, πυρηνικά πολιτική όντας, έβαλαν ίσως «στον πάγο» την συγκεκριμενοποίηση μιας αριστερής Ταυτότητας. Ακριβώς αυτή η καθυστέρηση έδειξε πως η αναζήτηση τέτοιας ταυτότητας, όπως κάθε άλλης, δεν μπορεί να είναι διεργασία αφηρημένη ή «θεσμική», αλλά διαρκώς δοκιμαζόμενη στις συγκεκριμένες κοινωνικές πρακτικές ως αναφαίρετο τμήμα τους.

Η αναζήτηση αριστερής Ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να αντικρύζεται σαν ευθύγραμμη πορεία με κάποιο τέλος. Αντίθετα, θα πρέπει να διέρχεται από πραγματικά λαϊκά αιτήματα και αντιστάσεις απέναντι στις ανθρωποκτόνες πολιτικές περίσωσης του καπιταλισμού. Θα πρέπει, δηλαδή, να αναλύεται ως διαρκές ζητούμενο, σε υλικό επεξεργασίας από όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους στο πεδίο των καθημερινών, άμεσα βιωμένων και κατανοητών αντιθέσεων. Και από τους ίδιους ανθρώπους, στις ίδιες πρακτικές διαδικασίες, να συντίθεται βήμα-βήμα ως ελάχιστο συλλογικό σημείο αναφοράς. Έτσι μονάχα, η αναζήτηση αριστερής Ταυτότητας παύει να είναι «υπαρξιακό πρόβλημα» κομματικών ή άλλων μηχανισμών.
Παραπέρα, δεδομένης της κατάρρευσης κάθε Προτύπου/Μοντέλου (πιστεύουμε και των μέχρι σήμερα αριστερών), η ζητούμενη Ταυτότητα οφείλει να εμπεριέχει και να εμπεριέχεται σε Υπερβάσεις, για να μπορεί να σταθεί ως «νέα μεγάλη διήγηση» στα μυαλά και τις καρδιές των ζωντανών ανθρώπων. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να αποσπαστεί η συγκρότηση Ταυτότητας από τους δήθεν «ειδικούς» μιας πολιτικής και ιδεολογίας των διαδρόμων, και να προσφερθεί στα μέλη της κοινωνίας, στους αληθινά «ειδικούς» της περίπλοκης Ζωής. Θα πρέπει, επιπλέον, μέσα στην ζωντανή κοινωνία να προτείνεται ως ένα χειροπιαστό κοινωνικό και πολιτισμικό μοντέλο πετυχημένου, ολοκληρωμένου αποχωρισμού από καθετί που πέθανε.

Η διαδικασία συγκεκριμενοποίησης, λοιπόν, μιας αριστερής ταυτότητας περνά από ένα Νέο Παράδειγμα, που θα μπορεί να γίνεται κατανοητό και να είναι στοιχειωδώς αποτελεσματικό ως διάδοχο της καπιταλιστικής κρίσης, της κοινωνικής και πολιτισμικής παρακμής, της συνολικής κατάρρευσης των λεγόμενων «δυτικών» μοντέλων κατανόησης και τροποποίησης του κόσμου, του ανθρωπολογικού αδιεξόδου – διαδικασίες συμπλεκόμενες στην εξέλιξή τους σε σχεδόν παγκόσμιο επίπεδο. Σε τελική ανάλυση χρειάζεται μια νέα, αγωνιστική κοσμοαντίληψη Λόγου-Πράξης, που θα παρακινεί μεγάλες ομάδες ανθρώπων ως ενεργά κοινωνικά πρόσωπα (ούτε ως «άτομα» ούτε ως «μάζα») να της δώσουν υπόσταση, να αγωνιστούν με συνέπεια, πίστη και αποφασιστικότητα για την πραγμάτωσή της.

Αριστερή ταυτότητα σήμερα έξω από αυτές τις εν εξελίξει διαδικασίες είναι ζήτημα αφηρημένο, σχολαστικό και συντηρητικό. Άρα, όχι μόνο πολιτικά αδύναμο, αλλά και ανάξιο του σεβασμού ή καν της προσοχής της κοινωνικής πλειοψηφίας, που της προσφέρονται κι άλλες, πολύ πιο συμπαγείς, αυθεντικά συντηρητικές προτάσεις, σαν «λύση» στα αδιέξοδά της.

Οι Συνιστώσες: Μια πρώτη συμβολή της Ανάγκης

Ξεκινήσαμε με την γενική θέση μας. Ας δούμε τώρα ένα από τα ειδικά πολιτικά χαρακτηριστικά της μέχρι σήμερα πορείας, που θεωρούμε ως κεντρικό της και ταυτόχρονα οριακό της.

Δυστυχώς ή ευτυχώς η Ιστορία προχωρά με άλματα. Και η επείγουσα, πρακτική  ανάγκη για ένα «τεθωρακισμένο όχημα μάχης» των κοινωνικών ομάδων, που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί η Αριστερά, λειτούργησε σαν πελώριο πολιτικό ελατήριο: Ο ΣΥΡΙΖΑ συσπείρωσε με επιτυχία πολλές δυνάμεις, από μεταρρυθμιστικές έως επαναστατικές, και ένα κομμάτι του λαού τις εκτίναξε στον εξώστη της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ας σημειώσουμε παρενθετικά ότι ο εξώστης αυτός, από άποψη πολιτική ως τώρα αξιοποιείται περισσότερο θεσμικά και λιγότερο πυρηνικά – μάλιστα σε ένα (αστικοδημοκρατικό) θεσμικό πλαίσιο ποσοτικά συρρικνούμενο και ποιοτικά αντιδραστικοποιούμενο ως σύνολο, ειδικά κατά την τελευταία τετραετία των «μνημονίων».

Η σημασία των ιδεολογικών ή και ταξικών διαφορών αυτών των εσωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ δυνάμεων ατρόφησε μπρος στην συντριπτική δύναμη της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα τις έκανε να εμφανίζουν κοινό φόβο, θυμό, αμηχανία απέναντι στην χυδαία αγοραία αντιμετώπιση των κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων, η οποία πλήττει και τις ίδιες. Αυτή η ισοπεδωτική αντίληψη και πρακτική, που επιβάλλει η ολιγαρχία για να επιβιώσει, δημιουργεί τέτοιες απώλειες σ' όλες τις κοινωνικές τάξεις πλην κομματιών της μεγαλοαστικής, τέτοια κοινωνική πόλωση σε δυο σημεία με τάσεις οριστικής διαγραφής των ενδιάμεσων, ώστε οι ιδεολογικές διαφορές να παραμερίζονται αναγκαστικά. Αυτή είναι, νομίζουμε, η ανατομία του πρώτου βήματος, ως ένα «δείγμα αμοιβαίας καλής θέλησης» απέναντι στις «οικείες Άλλες» αριστερές ιδεολογίες, για να επιβιώσει η καθεμιά έναντι του κοινού εχθρού.
Έτσι αναγκαστικά, λοιπόν, όλες οι δυνάμεις συνεισέφεραν κάποια πρωτόλεια υλικά για την θωράκιση του «οχήματος» ΣΥΡΙΖΑ. Δεδομένων των κοινωνικών και πολιτισμικών εξελίξεων, ως κορυφαία στιγμή αυτής της πρώτης πολιτικής συνεισφοράς αποτιμούμε την συμφωνία όλων, πως για να είναι ισχυρή η θωράκιση, τα συντιθέμενα υλικά θα δουλευτούν απ' την αρχή.

Είναι η Ανάγκη ικανή συνθήκη της Υπέρβασης;

Πράγματι, λοιπόν, ο συνδυασμός πίεσης εξωτερικών της Αριστεράς δυνάμεων και ενστικτώδους ανταπόκρισης από δυνάμεις στο εσωτερικό της Αριστεράς, αναγκάζει σε συνεχή προγραμματική επιδίωξη της εσωτερικής ενότητας. Είναι αρκετή αυτή;
Η εμπειρία δείχνει ότι σημειώνεται μεγάλη καθυστέρηση στην πρακτική διαδικασία «σύνθεσης των υλικών», που στην πραγματικότητα είναι σύνθεση εμπειριών ζωής, τρόπων σκέψης και πράξης, βεβαιοτήτων και συμπαγών αρχών «στιλβωμένων» στην ανάγκη μαχητικής προβολής τους. Συχνά και επιβολής τους en bloc. Υπογραμμίζουμε ότι αναφερόμαστε εδώ στην γενική διαδικασία, αφού προφανώς υπάρχουν πολύ ζωηρές επιμέρους κινήσεις (τοπικές, συνοικιακές, συνδικαλιστικές, φεμινιστικές, κλπ.) που καταφέρνουν, μέσα από την κοινή δράση, να κάνουν Υπερβάσεις «στο πεδίο». Αυτές οι οάσεις αληθινού ηρωισμού, όμως, δεν μπορούν να υπερκεράσουν τα κεντρικά κενά.

Αυτή η πολλαπλή καθυστέρηση είναι μια απόδειξη, κατά την άποψή μας, πως όλα τα μέχρι σήμερα γνωστά και κραταιά αριστερά Παραδείγματα στην Ελλάδα υποφέρουν απίθανα απ' την ειδική καθίζησή τους μέσα στο γενικότερο περιβάλλον παρακμής και αποδιοργάνωσης/αποσύνθεσης. Δεν εννοούμε ότι η αριστερή κριτική και η όποια αριστερή πρόταση δεν έχουν πια λόγο ύπαρξης. Τότε δεν θα υπήρχε λόγος να σκεφτούμε καν να γράψουμε το άρθρο. Ο καπιταλισμός δεν έπαψε να είναι δομικά καπιταλισμός, που με τις νεοφιλελεύθερες εκδοχές του σκληραίνει και απογυμνώνεται από ιδεολογικές και άλλες αυταπάτες, προβάλλοντας ακόμα και στα πιο δύσπιστα μάτια ως μάχη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Κι ας μην την ονομάζουν όλα τα στόματα έτσι…

Ακριβώς, όμως, επειδή ο καπιταλισμός δεν διστάζει να συντρίψει ακόμη και βασικά ιδεολογικά του υποστηρίγματα της τελευταίας 50ετίας (κράτος πρόνοιας, κοινωνική κινητικότητα, εργασιακά δικαιώματα, δημοκρατία κλπ.) για να επιβληθεί δια πυρός και σιδήρου μέσα στις νέες συνθήκες, αναρωτιόμαστε αν και η Αριστερά έχει το μυαλό και τα κότσια να ανασυνθέσει τα δικά της Παραδείγματα: για να σηκώσει το γάντι και ν' αναμετρηθεί στα ίσια, με τελικό στόχο να νικήσει. Άρα, μιλάμε εδώ για καθίζηση των αριστερών Παραδειγμάτων ως αυτοπροσδιοριζόμενων ιδεολογικών πυρσών, που τάχα φέγγουν μακρύτερα απ' τους άλλους στην πηχτή, βαθειά νύχτα του καπιταλισμού όπως τον γνωρίσαμε. Από την άποψη αυτή όλα έχουν κλείσει τον ιστορικό κύκλο της ζωής τους μες στον ευρύτερο ιστορικό κύκλο. Κι αυτό πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Η νύχτα προχώρησε και πλησιάζει βίαια το χάραμα. Θα 'μαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε αυτά που θ' αντικρύσουμε; Θα 'μαστε σε θέση «να κρατηθούμε όρθιοι» (για να χρησιμοποιήσουμε ένα σύνθημα της περιόδου) μαζί με την κοινωνία, από σημεία που θα είναι και σταθερά και για όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους – αφού αυτοί συναποτελούν την κοινωνία;

Να εκλεπτύνουμε την Ανάγκη με την Λογική και την Αισθητική

Η βιαιότητα της σύγκρουσης στην μικρή Ελλάδα μας, που έχει γίνει ένα απ' τα πρώτα «χαρακώματα» της παγκόσμιας οικονομικής και γεωπολιτικής διαμάχης, προστάζει όλη αυτή η καθυστέρηση του υποκειμενικού, του πολιτισμικού, του ιδεολογικού -του «εποικοδομήματος» που θα έλεγε ο Μαρξ- να ξεπεραστεί διαλεκτικά μέσα από την συνθετική Υπέρβαση όλων των επί μέρους αριστερών παραδόσεων.  Άρα, όχι με μια αναγκαστική συγκόλληση, αλλά με την ειλικρινή και γενναία κριτική αποτίμηση όλων των παραδόσεων, την αντιπαραβολή τους με τις σημερινές πραγματικές ανάγκες των καταπιεσμένων, στον τόπο μας και σε όλο τον κόσμο. Μάλιστα δε, να προχωρήσει έτσι σε μια νέα σύνθεση, όχι επιδιώκοντας ένα ακόμα «ακαδημαϊκό» εργαλείο, αλλά ένα νέο πολιτικό «ευαγγέλιο» δράσης, άξιο ν' απομνημονευτεί, να γραφτεί στους τοίχους και να τραγουδηθεί στους αγώνες.

Οι συνθέσεις με άξονα την διαλεκτική μέθοδο απαιτούν χρόνο. Και ο χρόνος των καιρών μας είναι πυκνός. Όσοι επέλεξαν να μην παρακολουθούν τις εξελίξεις ή να τις παρακολουθούν χωρίς να μετέχουν σ' αυτές, οικειοποιούμενοι απλά τα λαϊκά ξεσπάσματα και προχωρήματα -όταν αυτά προέκυπταν- είναι αναγκαίο να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες, πριν η Ιστορία τους καταστήσει  άχρηστα υλικά. Στο πλαίσιο της Ελλάδας των Μνημονίων, η Αριστερά, η οποία διεκδικεί ρόλο πρωτοπορίας σε μια συμμαχία που θα σώσει τις υλικές, πολιτικές, πολιτιστικές και ηθικές προϋποθέσεις της Ελευθερίας σε μια ρημαγμένη Πατρίδα, δεν μπορεί να συνομιλεί με τους ενδεχόμενους κοινωνικούς συμμάχους της όντας η ίδια ένα συμπίλημα παραδόσεων που δεν θέλουν να υπερβούν τον εαυτό τους μέσα στο νέο ιστορικό πλαίσιο. Αυτό ισχύει για όλους τους αγωνιστές της Αριστεράς – και τους χθεσινούς «ταξικούς» και τους χθεσινούς «ανανεωτικούς». Απ' τον λαό δεν λείπουν οι λογής «καθηγητές», με κουστούμι ή με αμπέχονο, αλλά οι αληθινοί σύντροφοι, οι συμμέτοχοι που θυσιάζουν τον παλιό εαυτό τους, προσφέροντας το μυαλό και την καρδιά τους σε μια νέα, συλλογική πορεία κοινωνικής και πολιτιστικής ανόρθωσης. Λείπουν οι άνθρωποι, που θα απεκδυθούν τις «ατομικές» προβιές τους, για να επαναφέρουν μαζί με τους υπόλοιπους την κοινωνία στον πολιτικό στίβο – κι όχι η αντιπαράθεση για τον χαρακτηρισμό του στίβου αυτού ως «ταξική πάλη» ή «κοινωνικό συμβόλαιο». Την τελική πορεία και τους χαρακτηρισμούς θα επιλέξει και θα ονοματίσει ο λαός. Τραγουδώντας τους.

Επαναστάτες και Ανανεωτικοί – «Πολύ Ταξικοί» και «Λίγο Ταξικοί»

Η ίδια η φύση της Αριστεράς από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης, δεν επιτρέπει «μεταμφιέσεις». Αριστερά σημαίνει συνειδητή ανάληψη δράσης για την διαρκή και ριζική αλλαγή των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών υπέρ των κοινωνικών ομάδων που αδικούνται, στην γοργοκίνητη νεωτερικότητα -και όχι μόνο στον καπιταλισμό- με διαρκές ζητούμενο το πέρασμα σε μια καλύτερη κοινωνία, καλύτερων ανθρώπων. Για να μην αποκλίνει απ' αυτήν την στρατηγική της, η Αριστερά οφείλει να είναι επαναστατική και ανανεωτική. Αν η ανανέωση δεν στοχεύει -με την «αναγόμωση» της κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής- να προκαλέσει τις πλέον ριζικές αλλαγές, τότε μπορεί απλά να είναι το πρόσχημα της αναθεώρησης αρχών για να διευκολυνθεί η οπισθοχώρηση. Αν η επαναστατική οπτική δεν αφουγκράζεται τον αχό των κοινωνικών κυμάτων, αν δεν βλέπει σε ποιες εξοχές της καθημερινότητας χτυπούν κάθε στιγμή για να ριχτεί μαζί τους σε κοινό αγώνα, τότε αυτοαναιρείται σε έναν αχρείαστο κοινωνικά μάντη κακών και ακατανόητο πολιτικά φορέα της οποιασδήποτε «καθαρότητας».

Επαναστάτης και Ανανεωτικός είναι αυτός που θέτει ερωτήματα για τις ιδέες και τις πρακτικές και που δοκιμάζει απαντήσεις στην πράξη. Ώστε να ξεπεραστούν σκληρύνσεις, καθυστερήσεις, στερεοτυπικές συμπεριφορές που ο χρόνος συσσωρεύει και πάνω του, ώστε να γίνει ο ίδιος δυναμικό στοιχείο στην αναπότρεπτη κίνηση της Ιστορίας. Στην πραγματικότητα, η Ανανέωση και η Επαναστατικότητα μοιάζουν με δυο καθρέφτες, που αντικρύζουν ο ένας τον άλλον σε κριτικά άπειρο βάθος. Κι όμως, μέχρι σήμερα λειτουργούν σαν σκόρπια θρύψαλα, δημιουργώντας ένα αλαλούμ στρεβλωμένων ειδώλων.

Ο Λόγος (και η Αισθητική) στον λαό

Υπάρχει τρόπος απεγκλωβισμού του ΣΥΡΙΖΑ και ολόκληρης της Αριστεράς από την εσωτερική, «υπαρξιακή» δυσκινησία της; Μέχρι τώρα η Αριστερά δεν τον έχει βρει στην πράξη, αν και συχνά επικαλείται αφ' ενός τον λαό, αφ' ετέρου την τακτική ευελιξία. Ειδικά όταν ψυχανεμίζεται ότι έχει στριμωχτεί με δικές της ευθύνες, ας πούμε επειδή φώναζε για την «επαναστατικότητα» ή τον «ανανεωτισμό» της χωρίς νά 'ναι ούτε το ένα ούτε το άλλο στην πράξη, μιας και οι εξελίξεις προχωρούσαν ερήμην της και την άφηναν πίσω. Να, λοιπόν, που εφαρμόσαμε την αντίληψη ότι σε κάθε μάχη υπάρχουν τακτικές οπισθοχωρήσεις και ανακωχές! Μόνο που το κάναμε, συχνά, εκ των υστέρων, για να αποποιηθούμε τα ελλείμματά μας και με κίνητρο την Ανάγκη και μόνο. Πράγμα που σημαίνει ότι η στρατηγική της Αριστεράς, όπως την θέσαμε λίγο παραπάνω, κινδυνεύει. Γιατί αυτή έχει στο επίκεντρό της τον Άνθρωπο. Κι ο Άνθρωπος δεν είναι ον της Ανάγκης μόνο, μάλιστα με μια πρωτοκαθεδρία -λιγότερο ή περισσότερο «ταξική»- των οικονομικών όρων της. Ο Άνθρωπος είναι ον και της Ανάγκης και της Λογικής και της Αισθητικής.

Κι αν αυτό χρειάζεται περισσότερη κουβέντα, ας μείνουμε σε πέντε αλληλοσχετιζόμενα και, πιστεύουμε, πρακτικά ερωτήματα:

α). Ποια παραδειγματική Λογική και ποια παραδειγματική Αισθητική περιέχουν τα επιχειρήματα της αντιπαράθεσης «πολύ ταξικός vs. λίγο ταξικός» που θα πείσουν και θα συγκινήσουν τον λαό;

β). Μια ατζέντα και επιχειρηματολογία με άξονα το Οικονομικό (παραγωγή, ύφεση, ανάπτυξη, χρέος κοκ.), όσο «επαναστατική» ή «μεταρρυθμιστική» κι αν είναι, σε τελική ανάλυση και επί της ουσίας δεν περιορίζεται στο πεδίο της Ανάγκης και του άμεσου υλικού Οφέλους;

γ). Με τέτοια συνθήματα και τέτοια επιχειρηματολογία, τι είδους Ανθρώπους καλούμε να ριχτούν στην πολύ σκληρή μάχη για την Διέξοδο και τι είδους Διέξοδος θα είναι αυτή;

δ). Θα είναι καν Διέξοδος μια κίνηση με κυρίαρχο ελατήριο την Ανάγκη και το υλικό Όφελος; ή θα είναι μια εκτόνωση της Ανάγκης, ενδεχομένως με κάποια ελάχιστα υλικά Οφέλη – άρα χωρίς διαδικασίες ποιοτικών αλλαγών βάθους στους Ανθρώπους, δηλαδή εκτός της αριστερής στρατηγικής όπως την παρουσιάσαμε πιο πάνω;
ε). Κατ' επέκταση, πώς οι ίδιοι οι Άνθρωποι της Αριστεράς θα κάνουμε το βήμα πέρα απ' την δική μας Ανάγκη, πέρα ακόμη κι από εκείνη την Λογική που την κάνει η Ανάγκη μας ό,τι θέλει -πέρα απ' τα ιδιοτελή οφέλη μας (υλικά, ιδεολογικά κλπ.)- για να είμαστε βοηθητικοί στην κοινωνία;

Ο λαός, οι Άνθρωποί του, έχουν πολλά να πουν και να κάνουν. Έχουν να μιλήσουν τις ανάγκες τους, τα ενδιαφέροντά τους, τις δυσκολίες τους, τους φόβους τους, τα όνειρά τους, στιγμιότυπα της προσωπικής πορείας τους μέχρι τα σημερινά αδιέξοδά τους. Ειδικά τα αδιέξοδα είναι συμπυκνωμένα σημεία αυτοκριτικής, συγκεφαλαίωσης, προεργασίας για το επόμενο βήμα, που μόνο ως ρήξη μπορεί να πραγματοποιηθεί στην συνθήκη του φαινομενικά αξεπέραστου εμποδίου.  Όταν αυτοί που όντως έχουν πεισθεί ότι ο κύκλος έφτασε στο τέλος του βρουν όρους ειλικρινούς συζήτησης και κοινής πράξης χωρίς φυτευτούς «καθοδηγητές», αλλά με «αυτοφυείς» πρωτοπόρους σαν τον Ρήγα και τον Μαρίνο Αντύπα , τότε (και όχι «αυτόματα», από σκέτη Ανάγκη ή και Λογική) έχουν ένα σημείο εκκίνησης. Τότε μονάχα θ' αρχίσουν να γράφουν τον επόμενο κύκλο, τούτη την φορά Ωραίον κι όχι ωραιοπαθή, Μετρημένον κι όχι μέτριο, Αισθητικό κι όχι αισθησιακό.

Ειδικά στις σημερινές συνθήκες ακραίας ταξικής πόλωσης, ιμπεριαλιστικής επέλασης και κοινωνικής πολτοποίησης, τα υλικά γραφής της επόμενης «μεγάλης διήγησης» της Αριστεράς δεν βρίσκονται μέσα στον εσωστρεφή υπερθεματισμό «πολύ ταξικό vs. λίγο ταξικό». Βρίσκονται στις εξωστρεφείς πυκνώσεις, που συμπεριέχουν ακέραιο το ταξικό: «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» και «Ελευθερία ή Θάνατος». Πόσο κάποια ζωηρά, πολύτιμα κομμάτια της σύγχρονης Αριστεράς απέχουν απ' αυτήν την εμπνευσμένη ποιητική της ρήξης, της ανατροπής, της Υπέρβασης! Απέχει, άραγε, και ο αγωνιζόμενος λαός;

Η Ιστορία φαίνεται να έκλεισε το μάτι στον ΣΥΡΙΖΑ, χάρις στους εκατοντάδες χιλιάδες νευρώνες του αγωνιζόμενου λαού. Να μην ξεχνάμε, ακόμα, ότι χάρις στην ίδια συμβολή, η Ιστορία κουνάει γοργά τα πόδια της και προχωράει. Ελπίζουμε να ανασκουμπωθούν ο ΣΥΡΙΖΑ και η άλλη Αριστερά, να την προλάβουν. 


Ο Νίκος Λάιος είναι Κοινωνικός Ανθρωπολόγος, Γενικός Γραμματέας του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων.

** Ο Αλέξανδρος Σταθακιός είναι Θεολόγος-Κοινωνιολόγος, Αντιπρόεδρος του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων


ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 14 Μάρτιος 2013, http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=11328….821&Itemid=61

Η Αριστερά χρειάζεται επανεκκίνηση

Η Αριστερά χρειάζεται επανεκκίνηση

 

Συνέντευξη του Oliver Huitson με τον Ken Loach [Κεν Λόουτς]

 

Η νέα του ταινία του Κεν Λόουτς, το «Πνεύμα του ΄45», είναι ένας παθιασμένος απολογισμός της ενότητας που οικοδόμησε το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας, σε αντιδιαστολή με τη σημερινή διάλυση. Ο Όλιβερ Χιούστον συζητά μαζί του για την ταινία, το κράτος πρόνοιας, τη Θάτσερ, τα συνδικάτα και το Νέο Εργατικό Κόμμα. Μπορούμε να αιχμαλωτίσουμε ξανά το πνεύμα; 

–   Όλιβερ Χιούστον: Η παραγωγή της ταινίας είχε ανακοινωθεί μετά την ψήφιση του νόμου για την Υγεία και την Κοινωνική Πρόνοια, τον Μάρτη του 2012. Σε ποιο βαθμό η ψήφιση των μεταρρυθμίσεων στο ΕΣΥ επηρέασε την απόφασή σας να κάνετε την ταινία; Ήταν μια απάντηση στις γενικότερες επιθέσεις στο κράτος πρόνοιας από το 2010; 

Κεν Λόουτς: Προφανώς, ο Νόμος για την Υγεία και την Κοινωνική Πρόνοια είναι μόνο ένα σκαλί σε μια κατηφορική σκάλα. Εδώ και καιρό στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπήρχε η ιδέα για την καταγραφή του μεταπολεμικού πνεύματος. Είχα την ευκαιρία να κάνω αυτό το ντοκιμαντέρ και σκέφτηκα ότι αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή. Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι πρέπει να απεικονίσουμε τους ανθρώπους που έχουν έντονες μνήμες, ενώ είναι ακόμα εν ζωή. Από αυτήν την άποψη, υπάρχει μια επείγουσα ανάγκη. Αλλά, ο κυριότερος λόγος είναι ότι αυτό το οικονομικό σύστημα έχει προδήλως αποτύχει σε κάθε πεδίο. Και όσο περισσότερο αποτυγχάνει, τόσο πιο πολύ οι υποστηριχτές του  προσπαθούν να το υποστηρίξουν, με ολοένα και πιο απογοητευτικά αποτελέσματα. Σκέφτηκα ότι ήταν καιρός να θυμηθούμε τι συνέβη μετά το ΄45 και να προσπαθήσουμε να διδαχθούμε από αυτό. Έχει διαγραφεί από την ιστορία γιατί κανένα από τα κυρίαρχα κόμματα δενοιάζεται να μας το θυμίσει. Ασφαλώς, οι Συντηρητικοί (Tories) δεν θέλουν να το θυμούνται, ούτε οι Φιλελεύθεροι, και σίγουρα όχι το Εργατικό κόμμα, γιατί  όλοι αυτοί είναι υπέρμαχοι του ελεύθερου ανταγωνισμού.  

– O.Χ.: Όσον αφορά σε αυτό σας προκάλεσε έκπληξη, από την άποψη του τι συνέβη μετά το 2008, με την έννοια ότι πολλοί προσδοκούσαν ένα είδος αντιστροφής των νεοφιλελεύθερων τάσεων των τελευταίων 30 χρόνων – εκπλαγήκατε από το γεγονός ότι επιταχύνονται παρά αντιστρέφονται; 

ΚΛ: Καθόλου, γιατί οι πιο απελπισμένοι άνθρωποι οδηγούνται στη (ακραία) βασική τους ιδεολογία. Οι Εργατικοί κάνουν ό,τι έκαναν το ΄45, όταν ήταν ακόμα σοσιαλδημοκράτες και οι σοσιαλδημοκράτες πιστεύουν ότι ο καπιταλισμός είναι προοδευτικός και πρέπει απλώς να τον διαχειριστούν καλύτερα από τους Συντηρητικούς. Έτσι, όσο έρχονται πιο δύσκολοι καιροί, τόσοι πιο προετοιμασμένοι είναι να θυσιάσουν τον κοινωνικό μισθό και τις κοινωνικές παροχές προκειμένου να στηρίξουν τον καπιταλισμό. Και οι Συντηρητικοί δεν νοιάζονται γιατί αυτή είναι έτσι κι αλλιώς η ατζέντα τους. Οι Εργατικοί και ο Μίλιμπαντ, με την ιδέα του για τον καλοκάγαθο καπιταλισμό, παρερμηνεύουν τη φύση του συστήματος, σε σημείο να αναρωτιέσαι από που προέρχονται. Σίγουρα, το ζήτημα δεν αφορά στο πώς μεγάλωσε κανείς. Αν υπήρχε ένα πράγμα που έπρεπε να είχε μάθει ο Μίλιμπαντ από το σπίτι του, είναι ότι ο καπιταλισμός βασίζεται στην ταξική πάλη και όχι στην ταξική συνεργασία.

– Ο.Χ.: Ας  μιλήσουμε μετά για το Νέο Εργατικό κόμμα. Προφανώς, από την άποψη της νομοθετικής δημιουργίας του κράτους πρόνοιας η ταινία καλύπτει αρκετά, αλλά ποιο ήταν το πνεύμα εκείνων των χρόνων;  

Κ.Λ.: Ήταν συνεργατικό. Η εμπειρία του πολέμου ήταν ότι ξεκάθαρα οι ένοπλες δυνάμεις ήταν οργανωμένες από το κράτος, όχι από ιδιωτικούς στρατούς που θα πήγαιναν να πολεμήσουν. Δεν υπήρχαν, όπως έχουμε σήμερα, ιδιωτικοί εργολάβοι που πληρώνονταν για να κάνουν τη δουλειά του στρατού, ήταν ένοπλες δυνάμεις του κράτους. Κάποιες βιομηχανίες κρατικοποιήθηκαν γιατί δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν ιδιωτικές επιχειρήσεις, ήταν τόσο αναποτελεσματικές, όπως τα μεταλλεία που έπρεπε να κρατικοποιηθούν. Και ασφαλώς, οι θυσίες, οι βομβαρδισμοί και το εσωτερικό μέτωπο, όπως και η στρατιωτική θητεία, έφεραν τους ανθρώπους κοντά: οι άνθρωποι έπρεπε να είναι καλοί γείτονες, έτσι ώστε να δημιουργείται ένα αίσθημα συλλογικότητας, αλληλεγγύης. Αυτό ήταν ένα στοιχείο. 

Ένα άλλο στοιχείο ήταν η κατάθλιψη και η μαζική ανεργία τη δεκαετία του 1930, η πολιτική διαμάχη τη δεκαετία του 1920, η άνοδος του φασισμού  και των δικτατοριών, αλλά και μια διάχυτη σκέψη: προκειμένου να λύσουμε τα προβλήματα της ειρήνης, γιατί δεν χρησιμοποιούμε τους τρόπους με τους οποίους λύσαμε τα προβλήματα του πολέμου, δηλαδή δια της συνεργασίας και της συλλογικότητας;  Ήταν ένα θέμα κοινής λογικής, όχι ένα ζήτημα ιδεολογίας. Δουλεύαμε με αυτό τον τρόπο επί 6 χρόνια, με καλά αποτελέσματα, με αυτόν τον τρόπο πρέπει να συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί για να κτίσουμε τα σπίτια των ανθρώπων και να τους φροντίσουμε και να ξαναφτιάξουμε τις βιομηχανίες. 

– Ο.Χ: Υπήρξε μια μακρά ιστορία εξελίξεων εντός του εργατικού κινήματος, αλλά πιστεύετε ότι η δημιουργία του κράτους πρόνοιας θα ήταν δυνατή χωρίς τον πόλεμο; 

Κ.Λ: Πιστεύω ότι ο πόλεμος ήταν ο καταλύτης. Πιστεύω ότι τότε, όπως και τώρα, υπήρχε ένα αίσθημα δυσαρέσκειας, απογοήτευσης, αλλά η δεκαετία του 1930 ήταν μια πολύ ήρεμη περίοδος. Το όπλο της γενικής απεργίας παρήγαγε αποτελέσματα πριν, το 1926, και οι μεγάλες απεργίες των ανθρακωρύχων ήταν δίκαιες στην αρχή της δεκαετίας 1920. Έτσι, την δεκαετία του 1920 δόθηκε ένας αγώνας στην βιομηχανία, τη δεκαετία του 1930 η ανεργία βρισκόταν στις 2.5 έως 3 μονάδες. Ήταν μια πολύ ήρεμη περίοδος, και αυτό χρειαζόταν. Εκ των υστέρων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι χρειαζόταν αυτό το τρομερό τράνταγμα – και τι τρομερό πράγμα ήταν αυτό! -, αλλά χωρίς εκείνο το τράνταγμα είναι δύσκολο να συμπεράνουμε τι θα μπορούσε να δώσει ελπίδες στους ανθρώπους, τη δεκαετία του 1930, ώστε να ξεκινήσουν να οργανώνονται, και να εκλέξουν μια κυβέρνηση των Εργατικών με στοιχεία ενός σοσιαλιστικού προγράμματος. Δεν ήταν ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα, αλλά είχε στοιχεία ενός σοσιαλιστικού προγράμματος. 

– Ο.Χ: Στην ταινία παρουσιάζετε τη δημιουργία του κράτους πρόνοιας και στη συνέχεια κάνουμε ένα άλμα στο 1979, τη Θάτσερ, τις ιδιωτικοποιήσεις.  Πώς, κατά τη γνώμη σας, η Θάτσερ κατάφερε να νικήσει, όχι μόνο στις εκλογές του 1979, αλλά και στις δυο επόμενες εκλογές, κατεβαίνοντας με μια πλατφόρμα ανατροπής πολλών μεταπολεμικών κατακτήσεων; 

Κ.Λ: Λοιπόν… η μακρά κυβέρνηση των Tories (Συντηρητικών) τη δεκαετία του 1950, και οι κυβερνήσεις των Εργατικών τη δεκαετία του 1960 και 1970 δεν αναγέννησαν την ιδέα της κοινής ιδιοκτησίας, δεν θεμελίωσαν καμιά βιομηχανική δημοκρατία. Οι κρατικές βιομηχανίες  ήταν κρατικοί φορείς που λειτουργούσαν ως ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπου υπήρχε ακόμα διαμάχη μεταξύ της διοίκησης και του εργατικού δυναμικού. Δεν αναγεννήθηκαν, δεν επένδυσαν σωστά, κι έτσι  η ιδέα του δημοσίου  σπιλώθηκε και οι ίδιες οι βιομηχανίες παρήκμασαν, κατακερματίστηκαν για να αλλάξουν ιδιοκτησιακό καθεστώς. Και η Θάτσερ ασφαλώς το επιδίωκε αυτό, με την άρνησή της να επενδύσει,  έτσι ώστε όλοι να κουραστούν με την ιδέα και αυτή να μπορέσει τότε να παρουσιάσει την ιδιωτικοποίηση σαν μια θεραπεία- και πιστεύω ότι αυτή ήταν μια αρκετά συνειδητή απόφαση. 

Γιατί εκλέχθηκαν οι Συντηρητικοί; Γιατί οι Εργατικοί απέτυχαν σαν σοσιαλδημοκράτες. Υποθέτω ότι η παγκόσμια οικονομία ήταν εναντίον τους, αλλά η ήττα προέρχεται μέσα από αυτό που μερικοί από εμάς αποκαλούμε εγγενείς συγκρούσεις στο ίδιο το σύστημα, εσωτερικές αντιφάσεις, ο καπιταλισμός περνά μέσα από αυτούς τους κύκλους. Ο καπιταλισμός κατέρρεε,  και το Εργατικό κόμμα πάσχιζε ακόμα να στηρίξει τον καπιταλισμό. Και πλήρωσε το τίμημα. Η Θάτσερ μπόρεσε, έτσι, να εμφανιστεί σαν κάτι νέο, με το να βρει μια λύση για τις παλιές κουρασμένες κρατικοποιημένες βιομηχανίες, επιτιθέμενη στα συνδικάτα και το Εργατικό κόμμα που έριχνε το βάρος του στα εργατικά συνδικάτα και ταυτόχρονα βρισκόταν σε σύγκρουση μαζί τους. Και, φυσικά, ο συντηρητικός Τύπος – δεν πρέπει να το υποτιμάμε ποτέ αυτό – και η Θάτσερ θα μπορούσαν να εμφανιστούν ως κάτι νέο. Αλλά η ίδια έπρεπε ακόμα να νικήσει τα συνδικάτα, και κάποιοι από εμάς θα συμφωνούσαν ότι οι ιδιωτικοποιήσεις έγιναν γιατί τα συνδικάτα ηττήθηκαν και οι ανθρακωρύχοι νικήθηκαν στη μάχη με τις δυνάμεις της αστυνομίας.    

– Ο.Χ.: Από μόνη της η ταινία είναι ξεκάθαρα πολεμική. Ποια είναι η γνώμη σας για την απάντηση της λαϊκής κουλτούρας στο οικονομικό κραχ και την λιτότητα σε γενικές γραμμές, όπου αυτό το είδος της πολεμικής φαίνεται αρκετά σπάνιο; 

Κ.Λ: Είναι δύσκολο να πω, δεν είμαι σίγουρος τι είναι λαϊκή κουλτούρα. Υπάρχει μια κουλτούρα που έχει αναπτυχθεί μέσω των νέων μέσων ενημέρωσης, η οποία μπορεί να είναι αρκετά ανατρεπτική και κριτική, ένα προϊόν των περικοπών της λιτότητας κλπ. Αλλά, αναπόφευκτα, είναι σαν ένα πυροτέχνημα και δεν θα οδηγήσει σε ένα συνεκτικό κίνημα με ένα συνεκτικό πρόγραμμα, αλλά είναι παρ' όλα αυτά μια αναπόφευκτη απάντηση. Πιστεύω ότι τα μαζικά μέσα ενημέρωσης όσον αφορά στον κυρίαρχο τύπο και στις τηλεοπτικές εκπομπές είναι, όπως θα αναμένατε να είναι, πολύ ευνοϊκά για την κυβέρνηση. Προωθούν διαιρέσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους, βρίσκουν εξιλαστήρια θύματα, δαιμονοποιούν δίκαια αιτήματα, σε αντίθεση με τους φοροφυγάδες που επιπλέουν μέσα και έξω, αλλά στο ζήτημα της μόνιμης επίθεσης, ο καθένας υποστηρίζει ότι τα προνόμια δημιουργούνται για να αισθανόμαστε ένοχοι. Υπάρχει παραδοσιακά μια μεγάλη επίθεση στους μετανάστες και πάντα πρέπει να βρίσκουν εξιλαστήρια θύματα όταν η οικονομία καταρρέει. Ποτέ δεν είναι οι άνθρωποι που προκαλούν την κατάρρευση ή επωφελούνται από αυτή, είναι οι άνθρωποι που γίνονται μακράν φτωχότεροι, έτσι δεν προκαλεί έκπληξη αυτό. 

Ασφαλώς, ο κίνδυνος είναι ότι δημιουργείται ένα γόνιμο έδαφος για το φασισμό. Υπάρχει μαζική ανεργία, στοχευμένοι αποδιοπομπαίοι τράγοι, απουσία πολιτικής εκπροσώπησης της αριστεράς. Δεν έχουμε εκπροσώπηση, ούτε σε ένα πολιτικό κίνημα, ούτε στις τηλεοπτικές εκπομπές, ούτε στον τύπο… Η αριστερά μετά βίας υπάρχει και υπάρχει ένα τεράστιο κύμα θυμού σχετικά με το τι συμβαίνει, αλλά δεν αποτυπώνεται σε ένα πολιτικό κίνημα και βρίσκεται στο περιθώριο από τα κυρίαρχα μέσα.  

– ΟΧ.: Και, τέλος, σε αυτό το σημείο, αν αναφερόμαστε στο Εργατικό κόμμα, όπως υπάρχει σήμερα, υπάρχει καμιά ελπίδα για ένα εκσυγχρονισμένο Εργατικό κόμμα ή έχει έρθει η στιγμή για μια μαζική δημοκρατική οργάνωση πέρα από το Εργατικό κόμμα; 

Κ.Λ.: Δεν συζητάμε για τη μεταρρύθμιση του εργατικού κόμματος εδώ και έναν αιώνα; Από την εποχή του Ράμσεϊ ΜακΝτόναλντ ξεστρατίσαμε από την γενική απεργία. Η κυβέρνηση του 1945 ήταν πραγματικά ένα φωτεινό σημείο, ένα επίτευγμα του Εργατικού κόμματος, αλλά σήμερα δεν διακρίνω μια σοσιαλιστική ηγεσία στο Εργατικό κόμμα. Αδυνατώ. Ο σοσιαλισμός βρίσκεται στο περιθώριο της πολιτική εδώ και 50 χρόνια, και το Εργατικό κόμμα έχει μετατοπιστεί σταθερά προς τα δεξιά από την ηγεσία του.

Πιστεύω ότι τα εργατικά συνδικάτα παίζουν βασικό ρόλο. Αν τα εργατικά συνδικάτα έλεγαν ότι πρόκειται να κάνουμε ότι κάναμε έναν αιώνα πριν, θα ανακαλύψουμε ότι ένα μέρος αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα της εργασίας και θα υποστηρίζουμε μόνο υποψήφιους οι οποίοι υποστηρίζουν πολιτικές της αριστεράς και τότε μπορούμε να ξαναρχίσουμε. Αλλά χρειαζόμαστε ένα νέο κίνημα και ένα νέο κόμμα. Και αυτό χρειάζεται όλους τους ανθρώπους της αριστεράς που βρίσκονται ακόμα μέσα στο Εργατικό κόμμα, ώστε να δημιουργηθεί κάτι νέο, μαζί  με τα συνδικάτα.  

Τα συνδικάτα είναι απαραίτητα. Αλλά είναι σαν τα σκυλιά, όσο περισσότερο τα κλωτσάς τόσο περισσότερο σέρνονται πίσω από τον αφέντη. Και πραγματικά, χρειάζεται να ξυπνήσουν και να πουν ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσουμε το Εργατικό κόμμα. Αναφέρομαι στην τελευταία εκλογή ηγεσίας (στο Εργατικό κόμμα) όπου η αριστερά δεν είχε υποψήφιο, αυτό συνέβη μετά από δεκαετίες που οι άνθρωποι έλεγαν ότι διεκδικούν το Εργατικό κόμμα – δεν μπόρεσαν να κατεβάσουν ούτε έναν υποψήφιο, γιατί είχαν καθοριστεί από τον Μπλερ και τη συμμορία του. Τα συνδικάτα έπρεπε να κόψουν τους δεσμούς από τους Εργατικούς, να ξαναρχίσουν, με οποιονδήποτε στα αριστερά, με όλες τις καμπάνιες: την καμπάνια για το ΕΣΥ (NHS, National Security System), την καμπάνια για την στέγαση, τις καμπάνιες για τις υπηρεσίες της κοινότητας – όλους. Ας αρχίσουμε ξανά, και τότε μπορούμε πραγματικά να προχωρήσουμε. 

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

ΠΗΓΗ: portside.org. Το είδα: 14-03-2013, http://aristeri-diexodos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_8543.html

Η ανατροπή στην Ελλάδα μπορεί να έρθει από μιά αριστερά

Η ανατροπή στην Ελλάδα μπορεί να έρθει από μια Αριστερά, δυναμική σε Παγκόσμια κλίμακα.

Του Αλέξανδρου Σταθακιού*

H μερική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ τον Μάη και τον Ιούνη του 2012, αλλά και η πραγματική πίεση για «άμεσες και πρακτικές αριστερές λύσεις» στο κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα της Χώρας «έβαλε» ίσως «στον πάγο» την αναζήτηση μιας αριστερής ταυτότητας που θα υπερβαίνει το μέτωπο αντίστασης στον νεοφιλελευθερισμό και στον φασίζοντα νεοσυντηρητισμό που επελαύνουν και θα μπορέσει να σταθεί ως «νέα μεγάλη διήγηση»:

Συνέχεια

ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Το εφαλτήριο ενός αριστερού πολιτικού ρεύματος διεξόδου

Του Τριαντάφυλλου Σερμέτη*

 

Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη χρονική στιγμή στην οποία βιώνεται μια ριζική εκκρεμότητα της πολιτικής κατεύθυνσης της χώρας. Είναι επιτακτική ανάγκη να αναδυθεί,  μέσα από τη μηδενιστική απαξιακή κατάσταση  του γίγνεσθαι, εκείνο το κοινωνικό και συλλογικό υποκείμενο, με τα κατάλληλα αξιολογικά στοιχεία, που θα δώσει την πολιτική διέξοδο και θα οικοδομήσει  τη νέα μεταπολίτευση. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, ως πολιτικός φορέας, έχει αναλάβει το εγχείρημα  να οδηγήσει τη χώρα σε μια μεταβατική κατάσταση διεξόδου, καταρχήν από αυτή την κρίση, και να οδηγήσει την κοινωνία στον τελικό στόχο του σοσιαλισμού.

Συνέχεια

Ο νέος χαρακτήρας της αριστεράς

Ο νέος χαρακτήρας της αριστεράς

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

Καμιά μεταλλαγή του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας δεν μπορεί να συμβεί δίχως την κατάλληλη προσαρμογή της αριστεράς. Από ιστορική άποψη η αριστερά υπήρξε ανέκαθεν μια πολιτική έννοια δίχως ξεκάθαρο περιεχόμενο, δίχως σαφείς κοινωνικές, ταξικές και ιδεολογικο-πολιτικές αναφορές. Δεν ήταν παρά ένα αναγκαίο προϊόν της τυπικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και επομένως φέρει ανεξίτηλα και εγγενώς όλες τις παραμορφώσεις, αυταπάτες και διαστροφές του κοινοβουλευτισμού. H άνδρωση της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης, ή άνοδος της πάλης για εργατικά και λαϊκά αιτήματα, οδήγησε και στην αναγκαία ιστορική μετεξέλιξη της αριστεράς.

Από μια συγκεχυμένη κοινοβουλευτική έννοια – όπου πρυτάνευαν τα αισθήματα κοινωνικής αδικίας και τα διάφορα δόγματα «κοινωνικής δικαιοσύνης» – στην επαναστατικά, κοινωνικά και ταξικά διαφοροποιημένη έννοια της αριστεράς. Η αριστερά έπαψε να είναι συνώνυμο της ηθικής ή ηθικολογικής καταγγελίας της όποιας αδικίας για να μετατραπεί σε ανοιχτό πεδίο οργανωμένης αντιπαράθεσης ιδεολογικο-πολιτικών ρευμάτων, κομμάτων και τάσεων, ιδεώδες περιβάλλον για την μαχητική ανάδειξη της ολοκληρωμένης ταξικής προοπτικής της εργατικής τάξης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η αναφορά στην αριστερά ως αυτοτελή πολιτική έννοια δεν υπήρχε μέχρι τη δεκαετία του '60. Έως τότε η αριστερά δεν συνιστούσε τίποτε περισσότερο από έναν πολιτικό επιθετικό προσδιορισμό τάσεων και ρευμάτων στο εσωτερικό των εργατικών, λαϊκών και επαναστατικών κινημάτων. Στη δεκαετία του '60 και στο έδαφος της βαθιάς κρίσης της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, η οποία μετεξελισσόταν γοργά σε οργανικό πυλώνα του πολιτικού συστήματος εξουσίας του μεγάλου κεφαλαίου, αλλά και του «διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος» που αντιμετώπιζε τα δικά του εσωτερικά αδιέξοδα, έγινε μια συστηματική προσπάθεια από τον ιδεολογικό και πολιτικό μηχανισμό του ιμπεριαλισμού, ιδίως των ΗΠΑ, να οικοδομηθεί μια «νέα αριστερά», ή στην ευρωπαϊκή της εκδοχή μια «ανανεωτική αριστερά». Μια αριστερά αρκούντως αφηρημένη ώστε να είναι παντελώς ξεκομμένη και απόλυτα εχθρική προς τις όποιες κοινωνικο-ταξικές αναφορές, προπομπός της ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Η ολοκλήρωση της πορείας μεταλλαγής της σοσιαλδημοκρατίας από ένα «αστικό κόμμα της εργατικής τάξης» σε μαχητική πολιτική δύναμη του μονοπωλιακού κεφαλαίου, η εκφυλιστική πορεία και η πλήρης διάλυση του «διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, μαζί με τη συνολική υποχώρηση του οργανωμένου εργατικού κινήματος, επέτρεψαν σ' αυτήν την ιμπεριαλιστική «νέα αριστερά» τελικά να επικρατήσει. Σήμερα, στις συνθήκες κρίσης πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης του εργαζόμενου λαού, η αριστερά γενικά μετεξελίσσεται όλο και περισσότερο σε μια γενική αδιαφοροποίητη έννοια, όπου χωρούν τα πάντα. Η αριστερά όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε χώρο πολιτικής συμβίωσης με ότι πιο αντιδραστικό και σκοταδιστικό έχει γεννήσει η λογική της προσαρμογής στις επιταγές του μεγάλου κεφαλαίου και της παγκόσμιας αγοράς του. Όλο περισσότερο αποσπάται από τα πιο άμεσα λαϊκά, εργατικά και δημοκρατικά αιτήματα, αποσπάται από τις αληθινές αγωνίες του εργαζόμενου λαού για να μεταβληθεί σε μια χρήσιμη εφεδρεία των κυρίαρχων δυνάμεων για τη πολιτική διαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Επομένως, αριστερά γενικά δεν υπάρχει, ή υπάρχει απλά και μόνο για να συσκοτίζει ανυπέρβλητες ταξικές διαφορές ανάμεσα σε δυνάμεις και πολιτικές, ενώ η μετατροπή της σε κεντρικό σημείο αναφοράς αποτελεί τυπική διαστροφή όσων κατανοούν την πολιτική με επιδερμικούς κοινοβουλευτικούς όρους και αδυνατούν να απευθυνθούν πρωταρχικά στους ίδιους τους εργαζόμενους και το λαό.

Πρέπει να είναι σαφές πως η επιλογή μιας πολιτικής δύναμης να αναφέρεται πρωταρχικά στην αριστερά γενικά, όπως κι αν την αυτοπροσδιορίζει, προδίδει την απόστασή της από την εργαζόμενη κοινωνία, αποδεικνύει τον τυπικά αστικό τρόπο κατανόησης της πολιτικής, όπου οι εργαζόμενοι είναι καταδικασμένοι στο περιθώριο ως οπαδοί της μιας, ή της άλλης πολιτικής ηγεσίας. Αυτοί που αναφέρονται σήμερα στην αριστερά ως υποκείμενο της πολιτικής τους, είναι γιατί θεωρούν τον λαό και τους εργαζόμενους ως αντικείμενο χειραγώγησης. Δεν έχει καμιά σημασία πόσο ριζοσπαστικά χρώματα φέρει η αριστερά καθενός, η ουσία δεν αλλάζει. Όλοι τους έχουν αποδεχτεί πλήρως τον παραδοσιακό πολιτικό μύθο του κοινοβουλευτισμού της αγυρτείας και της διαφθοράς, ο λαός για να εκφραστεί και για να βγει στο πολιτικό προσκήνιο χρειάζεται μια διαμεσολαβούσα δύναμη. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα απ' αυτό. Ο λαός δεν χρειάζεται διαμεσολαβητές για να χαράξει την πορεία του. Χρειάζεται πρωτοπόρους αγωνιστές που τον βοηθούν να βγει ο ίδιος ορμητικά στο προσκήνιο και να οικοδομήσει ο ίδιος την ενότητα μέσα στις γραμμές του. Θυμάστε το παλιό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ το 1981; Ο λαός στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση; Είναι ακριβώς αυτή η χυδαία θεωρία της διαμεσολάβησης. Η αληθινή δημοκρατία από την σκοπιά των καταπιεσμένων αυτής της κοινωνίας απαιτεί τον λαό στην εξουσία και πάλι τον λαό στην κυβέρνηση. Κανενός είδους κυβέρνηση, όσο σοσιαλιστική, επαναστατική, ή αριστερή κι αν αυτοχρίζεται, δεν πρόκειται να λειτουργήσει υπέρ του λαού, δεν πρόκειται να απαλλάξει τον εργαζόμενο από τα δεσμά του, όσο ο ίδιος ο λαός δεν θα βρίσκεται στο περιθώριο της πολιτικής και δεν θα ασκεί άμεσα, πρακτικά και αφεαυτού του τον καθοριστικό έλεγχο σε όλες τις πτυχές της δημόσιας διακυβέρνησης.

Γι' αυτό και οι εκκλήσεις για την «κυβέρνηση της αριστεράς», δεν είναι μόνο η αναγκαία πρόφαση για όσους στο όνομα γενικά της αριστεράς επιζητούν την ενότητα με τις πολιτικές υποταγής στο μεγάλο κεφάλαιο, το ευρώ, την ΕΕ και το καθεστώς ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, αλλά συνιστά επίσης και μια συστηματική προσπάθεια ανοικτής υπονόμευσης της αναγκαίας κοινής δράσης του λαού και των εργαζομένων με επίκεντρο τα πιο άμεσα και ζωτικά τους αιτήματα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι πιο τυπικοί πρωταγωνιστές της «κυβέρνησης της αριστεράς» έχουν όλοι τους στο παρελθόν διακριθεί για την προκλητικά διασπαστική τους πρακτική απέναντι σε κάθε συμμαχική πρωτοβουλία, που δεν ήταν του ελέγχου τους και δεν «στρογγύλευε» αρκετά τα αιτήματά της, ώστε να είναι επαρκώς ταξικά, εθνικά και πολιτικά ακίνδυνα. Έχουν επίσης διακριθεί για τις προνομιακές συμφωνίες πάνω και κάτω από το τραπέζι της πολιτικής συναλλαγής, για την ανοιχτή πρακτόρευση κεντρικών πολιτικών επιλογών του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας στο εσωτερικό, αλλά και στο εξωτερικό, για την αναγωγή της δικής τους πολιτικής επιβίωσης και εκλογής στο κοινοβούλιο ως πρωτεύον ζήτημα της όποιας «ενότητας της αριστεράς». Για μια ακόμη φορά επαληθεύεται το ιστορικό δίδαγμα ότι οι μεγαλύτεροι διασπαστές, οι χειρότεροι εκπρόσωποι του παρασκηνίου στην πολιτική, οι πιο ένθερμοι θιασώτες της πολιτικής διαβολής, της συκοφαντίας, του καυγά για τις καρέκλες στην κορυφή, του παραγοντισμού και της προσωπικής προβολής, είναι πάντα εκείνοι που φωνάζουν πιο δυνατά απ' όλους για την «ενότητα». Ιδιαίτερα όταν αυτοί μυρίζονται εξουσία.

Η κραυγή «κυβέρνηση της αριστεράς», σημαίνει πραχτικά την νομή της εξουσίας με τους ίδιους όρους που την διεκδικούσαν και οι παραδοσιακές δυνάμεις εναλλαγής στην διακυβέρνηση. Το σύνθημα αυτό απευθύνεται όχι στον λαό, αλλά στους «δικούς μας», στα στελέχη και τους οπαδούς που πεινασμένοι για εξουσία δεν νοιάζονται για τίποτε άλλο, εκτός από την άνοδό του κόμματος στην διακυβέρνηση. Προκειμένου να γίνει κάτι τέτοιο δεν υπάρχει πολιτική κωλοτούμπα που δεν θα κάνουν, δεν υπάρχει τίποτε που δεν θα ανεχθούν ή δεν θα αποδεχτούν, αρκεί να κερδίσουν το πολυπόθητο τρόπαιο: την «κυβέρνηση της αριστεράς». Είναι η «ώρα της αριστεράς», φωνάζουν ορισμένοι με το μάτι τόσο λιμασμένο για εξουσία που δεν τους ξεχωρίζεις από τους πάλαι ποτέ «πρασινοφρουρούς», ή την «γαλάζια γενιά» της παλιάς δικομματικής εναλλαγής. Ο λαός απλά πρέπει να τους αναδείξει στην εξουσία και έπειτα θα πρέπει να υποταχθεί στους νέους επιβήτορες.

Αυτός είναι κι ο λόγος που η αριστερά σήμερα δεν είναι συνώνυμο της προόδου, ούτε συνιστά αναγκαστικά μια προοδευτική δύναμη. Τα βασικά κριτήρια για τον πολιτικά προοδευτικό, ή μη χαρακτήρα μιας πολιτικής δύναμης είναι τρία:

Πρώτο, η άμεση πρακτική συμβολή της στην κοινωνικοπολιτική οργάνωση και ανασυγκρότηση του εργαζόμενου λαού, με πρωταρχικό σκοπό να οικοδομηθεί η ενότητα του ίδιου του λαού μέσα από την υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών ιδεολογίας και κομματικής ταυτότητας εντός του.

Δεύτερο, ο ρόλος της στην ανάπτυξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος ως κυρίαρχου πολιτικού υποκειμένου με όρους και πρακτικές που να προσιδιάζουν στις νέες ιστορικές συνθήκες που επιβάλουν εξ ανάγκης την μετωπική αναμέτρηση με το επίσημο σύστημα εξουσίας.

Τρίτο, η σχέση της με την ανάδειξη των πιο άμεσων ζωτικών αιτημάτων των άλλων εργαζομένων σε πρωτεύον πεδίο αναφοράς της πολιτικής γενικά. Και υπάρχει σήμερα πιο ζωτικό και πιεστικό αίτημα, πιο ταξικό αίτημα από την διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας, της λαϊκής αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας ενάντια στον χρηματιστικό νεοφεουδαρχισμό της ευρωζώνης και της ΕΕ; Υπάρχει σήμερα πιο επιτακτικό αίτημα από την μονομερή διαγραφή του δημόσιου χρέους στη βάση της κατάκτησης της δημοκρατίας από τον λαό;  

Με βάση αυτά τα κριτήρια χαράσσονται οι σύγχρονες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην πρόοδο και τη συντήρηση, ανάμεσα στη δημοκρατία και την αντίδραση κι όχι με γενικές αναφορές σε αριστερές περγαμηνές, αληθινές ή ψεύτικες. Καμιά φυγή στη σφαίρα του ιδεατού σοσιαλισμού, κανένα σύνθημα του συρμού όπως «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», κανένας ταξικός όρκος στην επανάσταση, ούτε η πίστη σε κάποιο ανώτερο ιδεώδες, δεν μπορεί να κρύψει τον αντιδραστικό χαρακτήρα μιας αριστεράς που συμβάλει καθημερινά στη διάλυση των μαζικών οργανώσεων του εργατικού και λαϊκού κινήματος, που υποκαθιστά τους εργαζόμενους και το λαό με τη δική της πολιτική επικράτηση και υποτάσσει τα εργατικά και λαϊκά αιτήματα στις δικές της ιδεοληψίες, σκοπιμότητες και εσωτερικές ισορροπίες.

ΠΗΓΗ: Δευτέρα 28-01-2013, http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_26.html

Η Λίστα Λαγκάρντ ή ο κλέψας του κλέψαντος

Η Λίστα Λαγκάρντ ή ο κλέψας του κλέψαντος

 

Του Γιώργου Ρούση

 

Απέναντι σε σκάνδαλα τύπου λίστας Λαγκάρντ εμφανίζονται δυο εξίσου λαθεμένες στάσεις.

Η πρώτη η οποία είναι και κυρίαρχη, υπερτονίζει τη σημασία αυτών των σκανδάλων. Στόχος είναι να αποδειχτεί ότι για την κρίση υπεύθυνη είναι η κακή διαχείριση με αποκορύφωμα τα σκάνδαλα. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να οδηγηθεί η κοινή γνώμη στο συμπέρασμα ότι η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί από μια χρηστή διαχείριση, με την εφαρμογή των νόμων, δίχως απάτες και λοβιτούρες, ή με άλλα λόγια ότι για να αντιμετωπιστεί η κρίση και να επανέλθουμε στους κανονικούς μας ρυθμούς, το κύριο αν όχι το άπαν, είναι η αλλαγή του πολιτικού προσωπικού από ένα άλλο πιο ικανό και έντιμο.

Με αυτόν τον τρόπο περισώζεται το κύρος του υπεύθυνου για την κρίση καπιταλιστικού συστήματος. Αποσιωπάται το γεγονός ότι η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίου αποτελεί θεμελιακή αρχή της ΕΕ καθώς επίσης και το ότι στο βασίλειο του χρήματος-Μαμωνά, του κέρδους και της κλοπής ξένης εργασίας, η «νόμιμη» κλοπή αποτελεί θεμελιακή αξία.

Αποσιωπάται ότι όπως επισημαίνει ο Μπρεχτ, όσο κλέφτης είναι ο ληστής των τραπεζών, άλλο τόσο ίσως και περισσότερο είναι ο τραπεζίτης. Αποσιωπάται ακόμη το γεγονός ότι η μίζα ισχύει για περίπου το 80% των διεθνών συναλλαγών, και ότι ο τζίρος από τη διαφθορά είναι μεν τεράστιος σε σχέση με τις απολαβές του πλήθους που λιμοκτονεί, είναι όμως αμελητέος σε σχέση με το νόμιμο τζίρο του κεφαλαίου.

Εξίσου λαθεμένες είναι όμως και οι απόψεις που αντιμετωπίζουν υποθέσεις όπως εκείνη της λίστας Λαγκάρντ μόνον ως «πυροτέχνημα αποπροσανατολισμού» και την αλλοίωση της ως «ανούσια λεπτομέρεια».

Αυτού του τύπου οι τοποθετήσεις εντάσσονται στην ευρύτερη αδιέξοδη πολιτική του «όλα ή τίποτα». Παραγνωρίζουν τη λαϊκή απαίτηση για κάθαρση, και διευκολύνουν με αυτήν τους τη στάση, δυνάμεις όπως η «Χρυσή Αυγή», να εμφανίζονται ως ο μοναδικός εκφραστής αυτού του λαϊκού αιτήματος.

Παραβλέπουν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ακόμη και η τήρηση της αστικής νομιμότητας έχει τη σημασία της, και ότι η αποκάλυψη της σαπίλας του αστικού πολιτικού κόσμου είναι σημαντική.

Το ζητούμενο δεν είναι να απαξιώνεται παντελώς η αναγκαιότητα αποκάλυψης και τιμωρίας των ενόχων τέτοιων σκανδάλων. Το ζητούμενο είναι να καταδεικνύεται το γεγονός ότι το σύστημα δεν έχει κανένα πρόβλημα να πετάξει σαν στημένες λεμονόκουπες πολιτικούς του υπηρέτες, φτάνει να διασωθεί συνολικά το ίδιο, ότι η αποκάλυψη της λίστας Λαγκάρντ είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στις πάμπολλες άλλες παρόμοιες που υπάρχουν, και τέλος ότι εκτός από τα παράνομα σκάνδαλα κυριαρχεί το «νόμιμο» καπιταλιστικό σκάνδαλο το οποίο και τα εκτρέφει.

Αυτό, όπως απέδειξε και η σχετική αρνητική εμπειρία του «υπαρκτού σοσιαλισμού», σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι αυτά τα σκάνδαλα θα πάψουν να υπάρχουν, με την ανατροπή του καπιταλισμού, αν δεν υπάρξει ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή και έλεγχος των διαχειριστών, σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης.

Αν το καλοσκεφτούμε, η υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο κλέψας του κλέψαντος. Αποτελείται από στοιχεία που κάποιος υπέκλεψε από τα αρχεία μιας κλέφτρας -τράπεζας, και τα οποία αποκαλύπτουν μεταξύ άλλων ορισμένους κλέφτες φόρων και ίσως κατόχους κλεμμένου-μαύρου χρήματος, μια λίστα που μας παρέδωσε η τότε υπουργός οικονομικών της Γαλλίας και μετέπειτα γενική διευθύντρια του ΔΝΤ γνωστού τοκογλυφικού -άρα κατά Αριστοτέλη κλέφτη – οργανισμού, από την οποία κάποιοι πολιτικοί υπερασπιστές του συστήματος νόμιμης κλοπής, απέκρυψαν -«έκλεψαν» κάποια ονόματα….

Ας ανατρέψουμε λοιπόν και ας τιμωρήσουμε όπως τους αξίζει τους παράνομους και «νόμιμους» κλέφτες.

 

Γιώργος Ρούσης

 

ΠΗΓΗ: Άρθρο στην "Εφημερίδα των Συντακτών". Το είδα: 23-01-2013, http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=4298

Νεοελληνικός μηδενισμός

Νεοελληνικός μηδενισμός

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Στην νεοελληνική πραγματικότητα, η λέξη μηδενιστής, χρησιμοποιήθηκε συνήθως από την κατεστημένη «κομματοκρατίλα«, ενάντια σε όσους τολμούσαν να ασκούν κριτική στο μεταπολιτευτικό καθεστώς, «δίχως να έχουν πρόταση«. Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση, οι κυρίαρχες ελίτ «χτυπούσαν» ως λαϊκιστή, όποιον τολμούσε να έχει μεν πρόταση, αλλά μπολιασμένη με ανθρωπιά και ευαισθησία.

Με αυτές τις ταμπέλες νομιμοποιήθηκε στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, η ιδεολογική ηγεμονία του «εκσυγχρονισμού» που καταδίκασε στη σιωπή, τις τελευταίες δημιουργικές δυνάμεις του τόπου, αναδεικνύοντας τον νεοελληνικό μεταπρατικό παρασιτικό καπιταλισμό σε κυρίαρχη αφήγηση της κοινωνίας.

Συνέχεια

Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΑΝΟΥΣ

Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΑΝΟΥΣ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

 

Στο σπίτι του κρεμασμένου, λένε, δεν μιλάνε για σχοινί. Κι' όμως, σ' αυτήν την κρίση, γι' αυτήν την κρίση, μιλάνε περισσότερο απ' όλους οι κατασκευαστές του σχοινιού, οι εφευρέτες της θηλιάς, οι χειριστές της αγχόνης κι΄ακόμη περισσότερο οι μέχρι χθες φανατικοί υποστηρικτές-διαφημιστές της κρεμάλας.

Ένας νέος αφορισμός που θα άξιζε πραγματικά, θα μπορούσε να ισχυρίζεται, ότι η κρίση θα κλείσει τον κύκλο της, όταν ο τελευταίος ομιλών οικονομολόγος θα κλείσει το στόμα του τελευταίου δημοσιογράφου, αφού προηγουμένως και οι δύο μαζί ράψουν το στόμα του τελευταίου ομιλούντος πολιτικού. 

Όχι – μόνο – γιατί είναι οι πραγματικά υπεύθυνοι για την κρίση, αλλά γιατί ο λόγος τους συνεχίζει να αποκρύπτει τα πραγματικά αίτια της, περιορίζοντας έτσι δραματικά της όποιες δυνατότητες διεξόδου από το φαύλο κύκλο της.

Να εξηγηθώ ευθύς εξ' αρχής. Η παρούσα κρίση δεν είναι απλά και μόνο μια οικονομική κρίση. Πολύ περισσότερο, δεν είναι απλά και μόνο μια βαθιά πολιτική κρίση. Είναι μια κρίση της πολιτικής εν γένει, γιατί δεν αμφισβητεί μόνο ένα συγκεκριμένο οικονομικό ή πολιτικό σύστημα, αλλά ταυτόχρονα και προπάντων το νόημα της πολιτικής.  Η κρεμάλα είναι πολιτική και το σχοινί οικονομικό. Πίσω από τις κάμερες και τις πένες οι γνωστοί-άγνωστοι που θέλουν να τη βγάλουν πάλι καθαρή αναμεταδίδοντας τις πιο «πιασάρικες» – κατά την άποψη των ελίτ – φάσεις του ματς.

Εν τούτοις, τώρα κάποιοι, ελάχιστοι και πάλι, διαπιστώνουν με οδύνη, ότι η μέχρι χθες αδιαφορία τους για την πολιτική, δεν εγγυάται τελικά ανοσία όσον αφορά τις επιπτώσεις της. Δεν το ομολογούν αλλά διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για τη μείωση της αγοραστκής τους δύναμης. Η αλήθεια είναι ότι η απολιτική συμπεριφορά που επέδειξε το λαός μας ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες δεκαετίες, αποτελούσε στην πραγματικότητα συστατικό στοιχείο της πολιτικής όπως αυτή οργανωνόταν από τις κυρίαρχες ελίτ. Η έλλειψη πληροφόρησης – όταν αγοράζαμε εφημερίδες cd – η διαστρεβλωμένη πληροφόρηση όταν βλέπαμε τηλεοπτικές ειδήσεις ή η αποθέωση του μεσημεριανού τηλεοπτικού ξεκατινιάσματος, ανήκουν κι αυτά σε ένα συγκεκριμένο είδος πολιτικής. Ολόιδια όπως η ρητορική μπουρδολογία (περί ισχυρής Ελλάδος) και ο κομματικός καριερισμός ανήκουν σε συγκεκριμένο είδος πολιτικής.

Σ' αυτό το είδος πολιτικής, όσοι έντιμα επιχείρησαν να ασχοληθούν με την πολιτική, ίσως δεν πρόλαβαν καν να διαπιστώσουν, ότι κατέστησαν σκλάβοι του χρόνου, αφήνοντας να καταντήσουν οι πράξεις τους μια σκέτη αντανακλαστική αντίδραση απέναντι στο ρεύμα των γεγονότων, που άλλοι καθόριζαν στο παρασκήνιο της διαπλοκής. Σ' όλη την μεταπολιτευτική περίοδο, δεν θυμάμαι στ' αλήθεια πολιτική που να μην βαριανασαίνει από μέρα σε μέρα, διαμορφώνοντας μια ατέλειωτη αλυσίδα από – συχνά αλληλοσυγκρουόμενα – προσωρινά μέτρα που ήταν βέβαιο πως αργά ή γρήγορα θα επισκίαζαν τον γενικό σκοπό, αν υπήρξε ποτέ τέτοιος.  Για σαράντα περίπου χρόνια η πολιτική στη χώρα καντήντησε μια απλή πλαδαρή διεκπεραίωση, αποστεωμένη από κάθε έλλογο οραματικό στοιχείο ή πρόταγμα.     

Κάπως έτσι, πιαστήκαμε όλοι μας, ως έθνος, αιχμάλωτοι του χρόνου.

Σιγά σιγά, μετατρέψαμε τη ζωή μας σε μια ατέλειωτη σειρά από μορφασμούς, Κοιτάξτε γύρω σας τις γκριμάτσες των ανθρώπων. Γεμίσαμε με φόβους για ότι θα μπορούσε να απειλήσει την άνεση μας και γινόμαστε έξαλλοι  για κάθε χαμένη ευκαιρία  που υποσχόταν αναρρίχηση και επιτυχία. Θεωρήσαμε – συχνά -τον εαυτό μας ως την ύψιστη αυθεντία στα πάντα, δεν σεβαστήκαμε τίποτα, και πλημμυρίσαμε την κοινωνική, οικογενειακή ή και ατομική μας ατμόσφαιρα με μια πανταχού παρούσα πλήξη, που δεν ήταν τίποτα περισσότερο  από την  άπληστη απαίτηση διασκέδασης πάση θυσία και με κάθε μέσο. Τα σκυλάδικα, τα μπουρδέλα, τα τζογοπρακτορεία, τα κομμωτήρια και τα ινστιτούτα «αγέραστης» ομορφιάς, έγινα οι πιο προσοδοφόρες επιχειρήσεις.  Κι επειδή η πλήξη δεν ξέρει τι να κάνει τον ελεύθερο χρόνο, τον σκοτώνει. Τον σκοτώνει, αναζητώντας διαρκώς και νέα ερεθίσματα.  Μια ολόκληρη κοινωνία σαν ανοργασμική γεροντοκόρη έψαχνε λυσσασμένα να βρει ένα κάποιο σημείο G.

Όλα αυτά δεν αναιρούν το (αποκρυπτόμενο εν πολλοίς) γεγονός ότι η κρίση που ξέσπασε στη χώρα μας, αποτελεί ουσιαστικά μέρος μιας βαθύτερης και ευρύτερης κρίσης που αγκαλιάζει ολόκληρη την πραγματικότητα του δυτικού  – τουλάχιστον –  κόσμου. Άλλωστε,  οι παρυφές των βουνών καίγονται πρώτες.

Η παρούσα κρίση αντιπροσωπεύει μεταξύ άλλων τη χρεοκοπία του προφανούς,  καθώς αυτό το οποίο θεωρούσαμε προφανές επί δεκαετίες, αίφνης, έγινε θολό και σκοτεινό. Αυτό το οποίο θεωρούσαμε επί δεκαετίες ως κάτι οριστικά τελειωμένο, εμφανίζεται τώρα ως κάτι προσωρινό και εν τέλει ζητούμενο. Η τραγωδία είναι πως αυτό το χρεοκοπημένο προφανές, δεν αφορά μόνο στην οικονομική μας ευμάρεια, αλλά ακόμη και στον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας της κοινωνίας μας. Μέσα στην αμέριμνη ατμόσφαιρα των προηγούμενων δεκαετιών, παγιώθηκε η αντίληψη ότι ορισμένα εθνικά χαρακτηριστικά, μας τοποθετούν πέρα από τα όρια της φασιστικής μόλυνσης. Αυτή η βαρύτατη αμέλεια της αριστεράς που δεν αναρωτιέται ούτε τώρα, τι προκάλεσε τη διατήρηση του ναζισμού στην εθνική μας ζωή έστω ως ένα περιφερειακό φαινόμενο, το οποίο βασίστηκε στον παθολογικό υπόκοσμο της κοινωνίας και έρχεται τώρα να διεκδικήσει κεντρικό πολιτικό ρόλο. Δυστυχώς σύντροφοι, οι δημοκρατικές αρχές δεν απονέμονται στο έθνος άπαξ δια παντός. Τώρα με οδύνη ανακαλύπτουμε ότι οι αρχές τις οποίες επικαλούμαστε απλά δεν υπάρχουν πλέον. Αν ο λαός μας διαμόρφωσε στο παρελθόν μια σπουδαία δημοκρατική παράδοση, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι οι δημοκρατικές αρχές είναι και θα είναι έμφυτες στο έθνος, στο παρόν και στο μέλλον. Ο λαός που τον λέμε ελληνικό, επειδή απλά μιλά ελληνικά, ήταν εξ' αρχής βέβαιο πως θα μεταμορφωνόταν ανεπίγνωστα σε καλοπερασάκια καταναλωτή, σε μιαν αδιάφορη μάζα. Ίσως να είναι η ώρα, ίσως και να είναι πια αργά, να απελευθερωθεί η ελληνική αριστερά από τις χρόνιες ψευδαισθήσεις της.

Το πιο καταδικασμένο στη σιωπή στοιχείο της τρέχουσας κρίσης, είναι πως πάνω απ' όλα, η κρίση αυτή, αντιπροσωπεύει μια άγρια διαμάχη αναφορικά με το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, συνύπαρξης και πράξης. Πάει καιρός, που σαν λαός, έχουμε βουλιάξει στο επίπεδο μιας ανώνυμης (για τους ελληναράδες, επώνυμης) μάζας, για την οποία η συνείδηση, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το νόημα της αλήθειας και της δικαιοσύνης, της πολιτισμένης συμπεριφοράς και του θάρρους αποτελούσε και αποτελεί, άχρηστο βάρος. Ένα βαρίδι που μας εμποδίζει στον αγώνα κατάκτησης της φαινομενικής ή της αληθινής άνεσης. Το τραγελαφικό είναι ότι στον κίνδυνο απώλειας αυτής της άνεσης, οι διεκδικήσεις μας επικαλούνται αυτό ακριβώς το βάρος που μέχρι χθες ξορκίζαμε. Ότι με κυνισμό φτύναμε χθες στις κατ' ιδίαν συντροφιές των «πετυχημένων», γίνεται σήμερα η σημαία της κριτικής μας στην πολιτική και στους άλλους γύρω μας.

Όμως, όσο κι αν αυτή η συμπεριφορά μοιάζει αντιφατική, είναι εν τούτοις ερμηνεύσιμη. Γιατί, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην ατομική ζωή, έτσι και στην κοινωνία, είναι ευκολότερο να απαλλαγεί κανείς από τις ψευδαισθήσεις που έχει σε σχέση με τους άλλους, παρά να ξεμπλέξει με τις «ονειρώξεις» που έχει με την «πάρτη» του.     

Εδώ νομίζω πως βρίσκεται και το κουμπί της κρίσης.

Αφού η κρίση εκδηλώνεται ως απογοήτευση από την ελπίδα, ως ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα, ή ως αντικατάσταση της ελπίδας με την απόγνωση, είναι επιτακτική η ανάγκη να απελευθερωθούμε από τις ψευδαισθήσεις μας. Και για να γίνει αυτό, απαιτείται να απαλλαγούμε από το πέπλο των ψυχικών διαθέσεων -αυτό που μας κινεί μέχρι στιγμής ως άτομα αλλά και ως κοινωνία- και να οδηγηθούμε σε μια βαθιά πολιτική  συνειδητοποίηση.

Με άλλα λόγια, καθώς η κρίση εκδηλώνεται – μεταξύ των άλλων – και ως συναισθηματικό σοκ, το ουσιώδες ερώτημα είναι αν το σοκ αυτό θα ανοίξει τα μάτια κάποιων κοινωνικών ομάδων προς μια βαθύτερη και αυθεντικότερη συνειδητοποίηση ή θα ενισχύσει τις προηγούμενες προκαταλήψεις, αχρηστεύοντας με νέες ψευδαισθήσεις την ικανότητα του λαού να κινηθεί προς μια κατεύθυνση διεξόδου.  Κι ακόμη περισσότερο: Θα απελευθερώσει άραγε η αυθεντική αληθής κατανόηση της πραγματικότητας, νέα ενέργεια, κριτικό ζήλο και νέο ακτιβισμό ή θα επιφέρει νέα κατάθλιψη βυθίζοντας μας όλους στην παθητικότητα και στο λήθαργο;

Από τα ερωτήματα αυτά αναδεικνύεται και ένα νέο πολιτικό κριτήριο. Ποιά πολιτική τελικά ενισχύει τις παλιές ψευδαισθήσεις και ποιά απελευθερώνει τις διαδικασίες μιας ειλικρινούς συνειδητοποίησης;

Ποιά πολιτική διευκολύνει την παραμονή του λαού μας στην κατάσταση της ανηλικότητας; Ποιά πολιτική υπονομεύει τις όποιες λιγοστές προσπάθειες να βρει ο λαός μας το θάρρος να απελευθερωθεί από τις νηπιακές ψευδαισθήσεις του; Ποιά πολιτική εξωθεί το λαό στην αυτο-ενοχοποίηση, που είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για την εν συνεχεία απο-ενοχοποίηση και την αέναη διαιώνιση των ψευδαισθήσεων του προφανούς;

Θα αποτολμήσω έναν ακόμη αφορισμό: Πρέπει να ξαναγίνουμε λαός. Σπεύδω να αναγνωρίσω, πως στην παρούσα συγκυρία, μοιάζει η απλή επιβίωση να αποτελεί το πάν και πως είμαστε ένας λαός που πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στην εκμηδένιση του. Αν θέλουμε να μιλάμε με ειλικρίνεια.Όμως ένας λαός αποτελεί Λαό (με λ κεφαλαίο) τότε και μόνον τότε, όταν βάζει κατά νου κάτι παραπάνω από την απλή επιβίωσή του. Προφανώς δεν μιλώ για μια νέα Μεγάλη Ιδέα. Μιλώ για την κατάστρωση ενός προγράμματος που θα καθορίζει και θα καθορίζεται από ένα νέο νόημα ύπαρξης για το λαό μας.  Έχει ωριμάσει νομίζω ο καιρός που πρέπει να μας είναι αδιανόητη η ύπαρξη του λαού μας ως απλή επιβίωση ή ως μια τυχαιότητα της ιστορίας, που μάλιστα τώρα τυχαίνει να κλείνει τον κύκλο της. 

Χρειαζόμαστε άμεσα και εσπευσμένα, ένα νέο αληθή και ελληνικό Διαφωτισμό που δεν θα έχει σχεδόν τίποτα να κάνει με τα λαμπρά φώτα της Εσπερίας.

Χρειαζόμαστε ήδη από χθες, το θάρρος και την αποφασιστικότητα του λαού  που πριν απ' όλα δεν διστάζει να γνωρίσει τι διαδραματίζεται γύρω του. Ύστερα, δεν ξεπέφτει σε μιαν αδιάφοροι τύφλωση και τέλος έχει το κουράγιο να πράττει και να μεταβάλλει τα δεδομένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποδεικνύεται αντάξιος της ελευθερίας του

Καλώς ή κακώς, όπως μπορεί να συμβεί σε κάθε πεπερασμένη ύπαρξη, εκπέσαμε σαν λαός σε μια νηπιώδη χρόνια αφασία. Όμως η λαϊκότητα ενός λαού,  όπως και η ανθρωπιά ενός ανθρώπου, έγκειται ακριβώς στο να βρει το θάρρος να αποδεσμευτεί απ' αυτή την ανελευθερία που του αρνείται την ενηλικίωση. Ζόρικα πράγματα. Έτσι κι αλλιώς, όμως, ελευθερία, ενηλικίωση και ριψοκινδύνευση ήταν και είναι πάντα ίχνη του ίδιου υφάσματος.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ, 14.09.12

Ο Αναρχικός Έχει Πατρίδα;

Ο Αναρχικός Έχει Πατρίδα;

 

Του Μιχαήλ Μπακούνιν και του Μ. Ράπτη -Πάμπλο


Πολύς λόγος γίνεται (ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια) για την εθνική συνείδηση που μπορεί να έχει ένας σοσιαλιστής ή ένας αναρχικός.

Ας μας απαντήσουν δυο μορφές του αναρχικού χώρου. Ο σημαντικότερος αναρχικός διανοητής παγκοσμίως Μιχαήλ Μπακούνιν και ο σημαντικότερος Έλληνας αναρχικός διανοητής Μ. Ράπτης ("Πάμπλο"). Ακολουθούν τέσσερα κειμενάκια των Μπακούνιν και Πάμπλο προς μελέτη…

"… Η ευημερία του κράτους είναι η αθλιότητα του πραγματικού έθνους, του λαού. Το μεγαλείο και η ισχύς του κράτους είναι η σκλαβιά του λαού… Το κράτος δεν είναι η πατρίδα. Είναι η αφαίρεση, ο μεταφυσικός, μυστικιστικός, πολιτικός, νομικός μύθος της πατρίδας. Οι λαϊκές μάζες όλων των χωρών αγαπούν βαθιά την πατρίδα τους. Αλλ' αυτό είναι μια φυσική πραγματική αγάπη. Ο πατριωτισμός του λαού δεν είναι ιδέα, αλλά γεγονός… Η πατρίδα, η εθνικότητα, όπως και η ατομικότητα, είναι ένα γεγονός φυσικό και κοινωνικό, ψυχολογικό και ιστορικό ταυτόχρονα. Δεν είναι μια θεωρητική αρχή.

Δεν μπορούμε να ονομάσουμε ανθρώπινη αρχή, παρά μόνο ότι είναι καθολικό, κοινό σ' όλους τους ανθρώπους. Η εθνικότητα τους χωρίζει. Δεν είναι λοιπόν αρχή. Αλλά αυτό που είναι η αρχή, είναι ο σεβασμός που ο καθένας πρέπει να έχει για τα φυσικά, πραγματικά ή κοινωνικά γεγονότα. Η εθνικότητα, όπως και η ατομικότητα, είναι ένα από τα γεγονότα αυτά. Οφείλουμε λοιπόν να τη σεβόμαστε. Η καταπίεση της είναι έγκλημα, … γίνεται ιερή αρχή κάθε φορά που απειλείται ή καταπιέζεται. Γι' αυτό λοιπόν αισθάνομαι ειλικρινά και πάντα τον πατριώτη κάθε καταπιεσμένης πατρίδας". (Γαλλική έκδοση των απάντων Μ. Μπακούνιν, τόμος I, σελ. 225 -227, μετ. Πόλυ Γκέκα, εκδ. Πλέθρον)

********

"Η πατρίδα αντιπροσωπέυει το αδιαφιλονίκητο και ιερό δικαίωμα κάθε ανθρώπου, ομάδας ανθρώπων, ενώσεων, κοινοτήτων, περιοχών, να ζούν, να σκέφτονται, να θέλουν και να δρούν κατά τον τρόπο τους, που γεννήθηκε ως αποτέλεσμα της μακρόχρονης ιστορικής εξέλιξης.

Υποκλίνομαι λοιπόν μπρος στην παράδοση και την ιστορία των λαών, γιατί είναι το αίμα και η σάρκα, η σκέψη και η θέληση κάθε λαού.

Γι' αυτό, ειλικρινά, είμαι ο πατριώτης όλων των καταπιεσμένων πατρίδων.

Είμαι πατριώτης και διεθνιστής ταυτόχρονα" Μιχαήλ Μπακούνιν (Γράμματα για τον Πατριωτισμό,1869)

*********

"… Ο λαός επίσης είναι από τη φύση του πατριώτης. Αγαπά τη γη όπου γεννήθηκε, το κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε… Ο πραγματικός, ζωντανός, ισχυρός, φυσικός πατριωτισμός του λαού, δεν είναι καθόλου εθνικός πατριωτισμός, ούτε καν τοπικός, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του αποκλειστικά κοινοτικός. Αλλά αγαπά ακόμα τη γλώσσα που μιλά… Ταυτίζεται επίσης με τα έθιμα και τις αληθινές ή λαθεμένες αντιλήψεις της χώρας του. Αν αυτά τα έθιμα, αυτές οι ιδέες κι αυτή η γλώσσα καλύπτουν μια περιοχή, τότε αρχίζει να γίνεται πραγματικά ένας τοπικός πατριώτης. Αν καλύπτουν ένα ολόκληρο έθνος, τότε γίνεται ένας εθνικός πατριώτης. Με την έννοια αυτή, κανείς δεν είναι τόσο βαθιά ούτε τόσο ειλικρινά πατριώτης όσο ο λαός… (Μ. Μπακούνιν και Ιταλία, 2ο μέρος, σελ. 81-83 μετ. Πόλυ Γκέκα, εκδ. Πλέθρον)

********

[…] Η βασική αντινομία, που χαρακτηρίζει αυτή τη στιγμή τη νέα τάξη, είναι η προσπάθεια προς ένα ενιαίο οικονομικά κόσμο, όμως πολιτικά κατακερματισμένο, ώστε τα μικρά του τμήματα να ελέγχονται ευκολότερα και που οδηγούν βέβαια από την άλλη μεριά, στο βαθμό που τα μέρη αυτά θέλουν να αντισταθούν, στην έξαρση του εθνικιστικού φαινομένου. Φαινόμενο το οποίο η νέα τάξη θεωρεί, αυτή τη στιγμή, σαν το κυριότερο εμπόδιο για την ομαλή λειτουργία της αναγκαίας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Από την άποψη αυτή, η αναβίωση των εθνικισμών δεν μπορεί να θεωρείται σαν αρνητική, απλώς, εκδήλωση, που εναντιώνεται στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, αλλά και σαν αναπόφευκτη εκδήλωση αντίστασης όλων εκείνων, οι οποίοι αισθάνονται ότι είναι υποχρεωμένοι ή να αγωνιστούν για να διατηρήσουν μια δική τους εθνική ταυτότητα ή να υποταχθούν απολύτως στη νέα τάξη πραγμάτων. Από την άποψη της αποτελεσματικότητας των αντιδράσεων στην εδραίωση τέτοιου κέντρου, θα ‘πρεπε επομένως, εκ μέρους της επαναστατικής Αριστεράς, καταρχήν να υπάρχει μια αντίδραση σε κάθε περίπτωση που η νέα τάξη προσπαθεί να κατακερματίσει ένα ήδη συγκροτημένο σύνολο και να τασσόμαστε κατά της προσπάθειας αυτής.

Και εάν αυτό συμβεί, όταν βρισκόμαστε μπροστά στην ανασυγκρότηση νέων εθνικών κρατών, που αναζητούν σαν προστασία τους απέναντι στον πολιτικό έλεγχο της νέας τάξης, μια δική τους εθνική ταυτότητα, αυτό να μην μας οδηγεί σε μια αρνητική καταδίκη των προσπαθειών αυτών.[…]Προσωπικά θεωρώ ότι είναι αναγκαία οι Έλληνες να αποκτήσουν μια συνείδηση του εθνισμού τους και να είναι έτοιμοι, όταν πρόκειται να γίνει μία περαιτέρω συρρίκνωση του λεγομένου εθνικού τους κορμού, να αντισταθούν. Να μην επαναλάβουν το έγκλημα, την αδυναμία, την προδοσία, τη δειλία που έδειξαν στο ζήτημα της Κύπρου. Δεν είμαι υπέρ μιας επανάληψης της Κύπρου και στην Ελλάδα. Δεν θεωρώ ότι είναι τίποτα το διεθνιστικό μία αδιαφορία πλήρης αν γίνει ή δεν γίνει και στην Ελλάδα κάτι παρόμοιο που έγινε στην Κύπρο. Μα με ποιο θάρρος μπορείς να λες ότι είσαι υπέρ των Κούρδων ή των Παλαιστινίων που ζητάνε μια πατρίδα κι όταν γίνει σ' ένα τμήμα δικό σου εισβολή, κατοχή, αλλαγή πληθυσμών και δημιουργείται δικό σου παλαιστινιακό ζήτημα, ποια στάση κρατάς απέναντι στην Κύπρο; Και ξεκινώντας απ' αυτά, ποια στάση πρόκειται να κρατήσεις αν συμβεί κάτι παρόμοιο στην Ελλάδα; Είναι σωστό ότι ο εθνισμός που είναι απαραίτητος, δεν είναι σε καμία αντίθεση με το διεθνισμό. Ο κάθε διεθνιστής έχει και μια ιδιαίτερη πατρίδα και είναι φυσικό την πατρίδα αυτή να την αγαπάει όχι περισσότερο από τις άλλες, αλλά τουλάχιστον το ίδιο.

Είναι φυσικό επίσης να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να έχει δράση επαναστατική, αν δεν δείχνει απέναντι στο λαό του μια συμπαράσταση. Σε ποιον κάτοικο της χώρας σου μπορείς να μιλήσεις και να πεις ότι σου είναι αδιάφορη η ιστορία της Κύπρου ή η επανάληψη της ιστορίας της Κύπρου αύριο και να νομίζεις ότι με τέτοια στάση μπορεί να ‘χεις οποιοδήποτε δεσμό με το λαό σου για άλλες επιτεύξεις; Εάν δεν αφαιρέσεις από την αστική ηγεσία την υπεράσπιση του εθνισμού και την περάσεις στα χέρα της Αριστεράς, είσαι τελείως χαμένος σε οποιοδήποτε επαναστατικό σου παιχνίδι. […} (Μ. Ράπτης -Πάμπλο, Άρδην τεύχος 29)

*********

ΥΓ.1: Αν ζούσε σήμερα ο Μπακούνιν και έλεγε τέτοια πράγματα, οι σημερινοί αναρχικοί της άρνησης και της απαξίωσης (δηλαδή της ήττας) θα τον έλεγαν φασίστα και ξεμωραμένο εθνικιστή.

Αλλά ο Μπακούνιν δεν αρκούνταν στο να πίνει μπύρες στο πάρκο Ναυαρίνου ή στα παγκάκια της πλατείας Εξαρχείων, να λέει ό,τι του κατεβαίνει, να ψευτοδιασκεδάζει με "δήθεν" και εναλλακτικά δρώμενα, να επικροτεί τους πράκτορες της ασφάλειας που πετούν μολότωφ για να διαλύουν τις μεγάλες συγκεντρώσεις και στο τσακίρ κέφι να πουλάει αλληλεγγύη σε μετανάστες- έτσι γιατί πρέπει…

Ο Μπακούνιν δεν αμπελοφιλοσοφούσε ηττημένος. Αποσκοπούσε στη νίκη της ιδέας του και γι' αυτό πρώτα απ' όλα αποδέχτηκε τον εαυτό του, που αυτονόητα αγαπούσε την πατρίδα του και αποδέχτηκε και τους υπολοίπους που ένοιωθαν το ίδιο…


ΥΓ.2:
Το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν το χυτό Συντρόφια μήπως βρέθηκε κι εκείνο; Να φτύσω μέσα με οργή που οι νέες εποχές. Με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο… (Θανάσης Παπακωνσταντίνου) (Μ. Ράπτης -Πάμπλο, Άρδην τεύχος 29)

 

ΠΗΓΗ: http://www.eglimatikotita.gr/2011/06/blog-post_2852.html

Ο πουριτανισμός δεξιάς & αριστεράς απειλεί…

Ο πουριτανισμός της δεξιάς και της αριστεράς απειλεί με ευνουχισμό τον λαό μας

 

Του Δημήτρη Καζάκη

 

 

Δεν μπορεί, θα το έχετε σκεφτεί κι εσείς. Γιατί οι κυβερνώντες και τα επιτελεία τους, τα εγχώρια, αλλά κυρίως τα ξένα, επιμένουν στην ίδια πολιτική, στις ίδιες συνταγές, ενώ ξέρουν πολύ καλά ότι είναι αδύνατο να δώσουν κάποια λύση; Δεν σκέφτονται τις συνέπειες; Δεν φοβούνται; Γιατί τέτοια μανία να συνεχίσουν στον ίδιο μονόδρομο που οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην ολοκληρωτική καταστροφή;

Το πώς σκέφτονται σήμερα οι κυβερνώντες και τα επιτελεία τους έχει ελάχιστη σχέση με οποιαδήποτε μορφή επιστήμης. Οι λογικές τους αντλούνται περισσότερο από μια προτεσταντική «εγκόσμια» θεολογία, ένα είδος σύγχρονου πουριτανισμού, που έχει συνεπάρει βαθιά το επίσημο πολιτικό σύστημα και στην Ελλάδα. Ένας γερμανός καθηγητής της Χαϊδελβέργης των αρχών του 20ου αιώνα, ταυτόχρονα θεολόγος, φιλόσοφος και νομοδιδάσκαλος, έγραφε για το πνεύμα του προτεσταντισμού τα εξής: «Η προσωπική αφοσίωση στην δουλειά και το κέρδος, η οποία αποτελεί τον ακούσιο και ασυνείδητο ασκητισμό του σύγχρονου ανθρώπου, είναι ο γόνος ενός συνειδητού ‘εγκόσμιου' ασκητισμού της δουλειάς… Το ‘πνεύμα του καλούντος',… δίχως αγάπη για τον κόσμο, γίνεται η πηγή μιας ακούραστης και με συστηματικό τρόπο πειθαρχημένης εργατικότητας, όπου η εργασία επιδιώκεται για χάρη της εργασίας, για χάρη της θανάτωσης της σάρκας, όπου το προϊόν της εργασίας δεν προορίζεται για να καταναλωθεί με απόλαυση, αλλά με σκοπό την συνεχή αναπαραγωγή του απασχολούμενου κεφαλαίου. Από τότε που η επιθετικά ενεργητική ηθική εμπνευσμένη από το δόγμα του προκαθορισμένου προορισμού ωθεί τον εκλεκτό στην πλήρη ανάπτυξη των θεόσταλτων δυνάμεών του και του το προσφέρει ως σημάδι για να είναι σίγουρος για την επιλογή του, η εργασία γίνεται ορθολογική και συστηματική. Με την κατάρριψη του κινήτρου της ευκολίας και της απόλαυσης, ο ασκητισμός βάζει τα θεμέλια της τυραννίας της εργασίας πάνω στους ανθρώπους.»[1]

Η δουλειά για την δουλειά και όχι η δουλειά για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Η δουλειά με κίνητρο τον ασκητισμό και την προσωπική επιτυχία, η οποία μετριέται με τις απολαβές και την ανάδειξη του εκλεκτού της στην εγκόσμια ιεραρχία της θρησκευτικής πίστης. Κι όχι η δουλειά που εξασφαλίζει απολαύσεις, ευημερία, ευκολίες και ελεύθερο χρόνο στην κοινωνία. Αυτή είναι η ηθική του προτεσταντισμού, ο οποίος δόξαζε από γεννησιμιού του τον ασκητισμό, την φτώχεια, την εξαθλίωση, τις θυσίες, ως βασικό κίνητρο για την πρόοδο.

Το ίδιο και σήμερα. Σε μια κατάσταση απίστευτης χλιδής και πλουτισμού για πολύ λίγους, η σύγχρονη οικονομική και πολιτική θεολογία του προτεσταντισμού, εξακολουθεί να διδάσκει στην κοινωνία τον ασκητισμό και να επιδοκιμάζει την δουλειά για την δουλειά υπό οποιαδήποτε προσωπική θυσία. Μόνο όποιος πονά και ματώνει για τη δουλειά του, όποιος αναλώνεται ολόκληρος γι' αυτήν, χωρίς να υπολογίζει κόπο και ανταμοιβές, μόνο αυτός αποτελεί το πρότυπο του εκλεκτού της σημερινής κοινωνίας, όπου η άρχουσα τάξη διδάσκει στους φτωχούς και πένητες την ασκητική ως υπέρτατη αξία. Όποιος τολμήσει να μιλήσει για ανελαστικά δικαιώματα, για κοινωνική ευημερία και προπαντός για ελεύθερο χρόνο αντάξιο των κατακτήσεων του σύγχρονου πολιτισμού, τότε αυτός δεν παρά ένας τεμπέλης, ένας λεχρίτης, ένα παράσιτο, άξιος μόνο για την υπέρτατη τιμωρία. Άξιος μόνο για να εισπράξει αυτό που ο Λούθηρος, με όλη την πατερική αγάπη και στοργή που διέκρινε το δόγμα του, υποδείκνυε στους άρχοντες όταν χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τους εξεγερμένους χωρικούς της εποχής του: «Μαχαιρώστε, χτυπήστε, σκοτώστε όποιον μπορείτε.»[2] Βλέπετε, οι χωρικοί τόλμησαν να αμφισβητήσουν τις αρετές της ασκητικής λιτοδίαιτης ζωής και της πειθήνιας υπακοής στους ανώτερούς τους. «Συνεπώς,» έγραφε ο Λούθηρος, «αφήστε όποιον μπορεί να χτυπήσει, να σκοτώσει και να μαχαιρώσει, κρυφά ή φανερά, και να θυμάστε ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο δηλητηριώδες, επιζήμιο, ή διαβολικό από έναν επαναστάτη. Είναι ακριβώς όπως όταν κάποιος πρέπει να σκοτώσει ένα λυσσασμένο σκυλί…»[3]

Το δόγμα αυτό βρήκε την ύψιστη δικαίωσή του στην ηθική του πουριτανού: «Η εργασία που αυτός εξιδανικεύει δεν είναι απλά μια απαίτηση που επιβάλλεται από την φύση, ή μια τιμωρία για το αμάρτημα του Αδάμ. Είναι αφεαυτού της ένα είδος ασκητικής πειθαρχίας, περισσότερο αυστηρής από οποιαδήποτε άλλο δόγμα – μια πειθαρχία που έχει επιβληθεί από την θέληση του Κυρίου και η οποία θα πρέπει να εκτελείται όχι σε απομόνωση, αλλά κατά την εμπρόθεσμη εκτέλεση των κοσμικών καθηκόντων. Δεν είναι απλά ένα οικονομικό μέσο, που θα πρέπει να αφεθεί στην άκρη όταν οι φυσικές ανάγκες έχουν ικανοποιηθεί. Είναι ένας πνευματικός σκοπός, γιατί μόνο μέσα από αυτήν η ψυχή μπορεί να βρει την υγεία της και θα πρέπει να συνεχίζεται ως ηθικό καθήκον πολύ μετά αφού πάψει να αποτελεί υλική ανάγκη… Αυτό που απαιτείται από τον Πουριτανό δεν είναι ατομικές αξιέπαινες πράξεις, αλλά μια άγια ζωή – ένα σύστημα όπου κάθε στοιχείο είναι ομαδοποιημένο γύρω από μια κεντρική ιδέα, την υπηρεσία του Θεού, από την οποία όλα τα ανησυχητικά περιττά έχουν κλαδευτεί και στην οποία έχουν υποταχθεί όλα τα άλλα επιμέρους συμφέροντα[4]

Ο Πουριτανός, που ίσως να προέρχεται από τους Καθαρούς του μεσαίωνα, αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο και τον κόσμο υπό το πρίσμα του καλού και του κακού. Ότι δεν συνάδει με τον Ορθό Δρόμο, τον μονόδρομο της δικής του μοναδικής αρετής, του ασκητισμού και της αποθέωσης της δουλειάς, είναι κακό και καταδικαστέο. Έτσι και σήμερα οι σύγχρονοι Πουριτανοί αναγνωρίζουν μόνο ηθικά διλλήματα στην οικονομία και την πολιτική. Το έλλειμμα είναι κακό και διαβολικό, ενώ το πλεόνασμα είναι ηθικό και καλό. Η δουλειά είναι η μετουσίωση της αρετής αρκεί να μην συνοδεύεται από απαιτήσεις καλύτερης αμοιβής, μεγαλύτερης σχόλης και γενικών απολαβών. 

Όποιος δαπανά περισσότερα απ' όσα εισπράττει, αυτό δεν είναι παρά απόδειξη του κακού, σπάταλου και ανήθικου τρόπου ζωής του. Η ζωή του ανθρώπου είναι μια διαρκής θυσία, ένα κακοτράχαλο μονοπάτι προς την αρετή που μόνο λίγοι μπορούν να φτάσουν. Κι επομένως τι πειράζει αν οι πολιτικές που επιβάλλονται από τον μοναδικά Ορθό Δρόμο, οδηγούν χιλιάδες σε αυτοκτονία και εκατομμύρια σε εξαθλίωση και ανεργία. Αυτοί δεν είναι τίποτε άλλο από προβληματικοί και ανάξιοι.

Με τον ίδιο ήθος και ύφος σήμερα, οι σημερινοί πολιτικοί επίγονοι του Πουριτανισμού μιλούν με άνεση ότι η περικοπή των συντάξεων είναι δυσάρεστη, αλλά θα γίνει, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα, καθώς μας διεμύνησε ο υπουργός Εργασίας Γ. Βρούτσης. Ποια χειρότερα δεν είπε. Πάμε από το κακό στο χειρότερο, για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Χαρείτε λογική. Μιλώντας στον ΣΚΑΙ (8/7), ο Γ. Βρούτσης τόνισε πως δεν νοείται ο νεοεισερχόμενος στην αγορά εργασίας να μισθοδοτείται με 583 ευρώ και να υπάρχουν συνταξιούχοι που λαμβάνουν 1.400 ευρώ. Κι έτσι η προσωποποίηση του πιο απόλυτου κοινωνικού παράσιτου, έρχεται να κρίνει πόσο θα πρέπει να αμείβεται ο εργαζόμενος και ο συνταξιούχος. Όχι με βάση τις ανάγκες για επιβίωση, αλλά με βάση τους δικούς του κανόνες πίστης. Δουλειά για την δουλειά. Όποιος δεν μπορεί να δουλέψει είναι βάρος για την κοινωνία κι έτσι μόνο χαριστικά μπορεί να ζει, μόνο σαν προϊόν φιλανθρωπίας των παράσιτων του είδους του κ. Βούρτση. Arbeit macht Frei (η εργασία απελευθερώνει), έγραφαν οι ναζί ομογάλακτοι του στην πύλη του Άουσβιτς, πριν εμφανιστούν οι στρατιές «τεχνοκρατών» και μετατρέψουν αυτήν την επιτομή της πολιτικής και οικονομικής θεολογίας του πουριτανισμού σε παγκόσμιο δόγμα.

Το δυστύχημα όμως είναι πώς αυτό το πνεύμα του πουριτανισμού έχει κατακτήσει και την περιώνυμη αριστερά. Ο κοινωνικός ασκητισμός και οι θυσίες αποτελούν, υποτίθεται, πολύτιμες αρετές και για την αριστερά ιδίως για την περίοδο της όποιας μετάβασης. Δείτε, π.χ., πόσοι και πόσοι δεν εκθειάζουν τις αναγκαίες θυσίες που υποτίθεται ότι πρέπει να υποστεί η κοινωνία στο όνομα της προόδου, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού. Δεν πειράζει αν πεθάνουν χιλιάδες, δεν πειράζει αν περάσει μαρτύρια η κοινωνία προκειμένου να ικανοποιηθεί η ιδεοληψία που διακατέχει την αριστερά.

Ο αριστερός πουριτανισμός διακατέχεται από δυο συναφείς εκδοχές: Η πρώτη περίπτωση είναι εκείνη του «πλάνου Β». Η δεύτερη περίπτωση είναι της λεγόμενης αντικαπιταλιστικής διεξόδου.

Το «πλάνο Β» είναι το γνωστό παραμύθι που χρησιμοποίησε προεκλογικά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Αν αποτύχει η διαπραγμάτευση με τους εταίρους της ευρωζώνης, τότε θα προχωρήσει, υποτίθεται, στο «πλάνο Β», δηλαδή την έξοδο από το ευρώ. Εδώ δεν μας απασχολεί το κατά πόσο πίστευε κάτι τέτοιο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Θα πρέπει να είναι ηλίθιος κάποιος για να πιστεύει ακόμη ότι ο κ. Τσίπρας και οι δικοί του είχαν την παραμικρή πρόθεση να προχωρήσουν σε «πλάνο Β». Απλά ήταν ένα προεκλογικό τρικ για να εκμηδενίσουν την όποια εσωκομματική «αριστερή» κριτική. Και το πέτυχαν.

Όμως, ας σκεφτούμε λιγάκι το όλο σχήμα. Υπάρχουν πολλοί που το υποστηρίζουν. Ας διαπραγματευτούμε πρώτα και ύστερα αν δεν πετύχουμε τίποτε, τότε ας προχωρήσουμε στην έξοδο από το ευρώ και την μονομερή διαγραφή του χρέους. Έτσι λένε. Όσοι από αυτούς είναι καλοπροαίρετοι, απλά θα τους πούμε ότι δεν ξέρουν τι λένε, δεν έχουν επαφή με το τι συμβαίνει στην κοινωνία, με το σε ποια κατάσταση βρίσκεται η οικονομία. Έτσι, λοιπόν, σε όλα τα μεγαλεπήβολα σχέδια – που συχνά είναι σκέτες φαντασιώσεις – που σκαρφίζονται για να διαπραγματευτούν με τους ευρωπαίους και τους δανειστές της χώρας, δεν μας απαντούν στο εξής απλό: Πόσο χρόνο θα πάρουν οι πολυπόθητες διαπραγματεύσεις για το καλό της χώρας; Πόσο χρόνο θα χρειαστούν για να αντιληφθούν ότι δεν υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης με τους θύτες ενός λαού; Εκτίμηση συνεπειών έχουν κάνει; Με άλλα λόγια για όσο αυτοί θα διαπραγματεύονται εντός του ευρώ και υπό καθεστώς ύφεσης, πόσοι ακόμη θα πεθάνουν, πόσοι θα βγουν στην ανεργία και στην εξαθλίωση. Διότι αντιμετώπιση της ύφεσης εντός του ευρώ μπορεί να γίνει μόνο με έναν τρόπο, τον τρόπο της Μέρκελ. Όχι γιατί η Μέρκελ είναι κακιά και πεισματάρα, όπως νομίζει ο Τσίπρας, αλλά γιατί η ίδια η αρχιτεκτονική του ευρώ δεν επιτρέπει άλλη πολιτική.

Και να ξαναρχόμαστε στο επίδικο ζήτημα: που τραβούν την κόκκινη γραμμή της δικής τους διαπραγμάτευσης όσοι θεωρούν ότι η μονομερής διαγραφή του χρέους και η έξοδος από το ευρώ, είναι «πλάνο Β»; Πόσους νεκρούς, εξαθλιωμένους και άνεργους σηκώνει η δική τους συνείδηση; Ή μήπως δεν τους καίγεται καρφί; Θα πρέπει να πούμε ότι ακόμη και τώρα να σταματήσουν τα μέτρα περιορισμού και μειώσεων στην ελληνική οικονομία, η ύφεση δεν πρόκειται να αναχαιτιστεί. Έχει αποκτήσει τη δική της δυναμική κατάρρευσης και παρακμής προσθέτοντας κάθε μήνα 28 χιλιάδες νέους ανέργους, οδηγεί στην αυτοκτονία γύρω στους 50 και σπρώχνει πάνω από 50 χιλιάδες στην ανέχεια και διώχνει από την χώρα πάνω από 20 χιλιάδες κυρίως νέα παιδιά, την αφρόκρεμα της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτό κάθε μήνα που περνά, παίρνονται δεν παίρνονται πρόσθετα μέτρα περικοπών και λιτότητας.

Τι προτίθενται να κάνουν όλοι αυτοί που μας υπόσχονται ότι πρώτα θα διαπραγματευτούν και έπειτα, αν δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, θα προχωρήσουν στην μονομερή διαγραφή και έξοδο από την ευρωζώνη; Απλούστατα διακατέχονται από τον ίδιο πουριτανισμό με την άρχουσα τάξη που δεν βάζει την ευημερία του λαού σε πρώτη προτεραιότητα, ενώ αντιλαμβάνονται την μονομερή διαγραφή και την έξοδο από το ευρώ με τους ίδιους όρους που το αντιλαμβάνεται και η κυρίαρχη προπαγάνδα.

Υπάρχουν κι εκείνοι που εκδηλώνουν τον αντικαπιταλισμό τους με τον ίδιο τρόπο που οι πουριτανοί αποστρέφονταν την αληθινή ζωή. Πόσες και πόσες φορές δεν ακούσαμε από δαύτους να μας λένε ότι χρειάζονται θυσίες από τον λαό για να αλλάξουμε ρότα, πάντα σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. 

Μας κάνει εντύπωση με τι ευκολία ορισμένοι πούροι «επαναστάτες» αποδέχονται ότι ο λαός θα δεινοπαθήσει προκειμένου να μπει στον ίσιο δρόμο, της αντικαπιταλιστικής αρετής. Μάλιστα ακούσαμε τον κ. Λαπαβίτσα να υποστηρίζει το δικό του δόγμα του σοκ, με βάση το οποίο το πέρασμα σε εθνικό νόμισμα θα αποτελέσει ένα ισχυρό σοκ για την ελληνική οικονομία κι αυτό θα την ξυπνήσει από τον λήθαργο της ύφεσης. Με άλλα λόγια υπάρχει δεξιό δόγμα του σοκ και αριστερό δόγμα του σοκ. Ο κοινός παρανομαστής; Ο λαός θα υποφέρει, αλλά στην μεν πρώτη περίπτωση χωρίς ελπίδα, ενώ στην άλλη περίπτωση με την ελπίδα για καλύτερες μέρες. Με την ίδια λογική υπάρχει δεξιά πείνα, αλλά και αριστερή πείνα.

Τι φούμαρα είναι όλα αυτά; Τι ανοησίες; Θεωρίες και προτάσεις που ξεκινούν με την προϋπόθεση ότι ο λαός θα υποφέρει, έστω και για λίγο στην μετάβαση, μέχρι να βρει τον δρόμο του παραδείσου, είναι επικίνδυνες. Διαφέρουν από τον πουριτανισμό της άρχουσας τάξης, μόνο ως προς τις διακηρυγμένες προθέσεις τους. Διαπνέονται από την ίδια λογική που θέλει τον λαό να περνά από ένα είδος καθαρτηρίου σε συνθήκες ασκητισμού και θυσιών προκειμένου να εξαγνιστεί για να εισέλθει στο βασίλειο του Θεού, στην δική του αντικαπιταλιστική ουτοπία.

Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Η μονομερής διαγραφή του χρέους και η συντεταγμένη έξοδος από το ευρώ δεν είναι «πλάνο Β», αλλά αναγκαίο «πλάνο Α», αν θέλει κανείς να σταματήσει εδώ και τώρα την αποκαλούμενη ευγενικά «ανθρωπιστική κρίση», την κατάρρευση και διάλυση της ελληνικής κοινωνίας. Η στροφή αυτή δεν πρόκειται να κοστίσει τίποτε στην μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Αντίθετα η αντιστροφή της τάσης, η ευημερία του λαού, η αύξηση των εισοδημάτων του από την πρώτη κιόλας στιγμή, η κατάκτηση ανελαστικών δικαιωμάτων στην εργασία, στην κοινωνία και στην πολιτική, αποτελούν ασφαλές κριτήριο ότι η νέα κατάσταση πάει μπροστά με βάση το συμφέρον της μεγάλης πλειοψηφίας. Κι όχι μόνο. Η άνοδος της ευημερίας και των εισοδημάτων του λαού από την πρώτη κιόλας στιγμή, μαζί με την θεμελίωση ανελαστικών δικαιωμάτων, αποτελούν θεμελιακούς όρους για ανάκαμψη της οικονομίας, ανόδου της εσωτερικής αγοράς, αναχαίτισης της ανεργίας και καταπολέμησης της φτώχειας. 

Αυτοί που λένε ότι θα πάμε σε νέο εθνικό νόμισμα για να το υποτιμήσουμε, να κλείσουμε τις τράπεζες για λίγο και σιγά-σιγά θα δει ο λαός καλό, δεν είναι μόνο ότι δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάνε, αλλά στην πραγματικότητα αντιλαμβάνονται την εναλλακτική πολιτική με τον κλασσικό πουριτανικό τρόπο. Μόνο που δεν υπάρχει περίπτωση να ξεφύγει η Ελλάδα από την πεπατημένη, αν από την πρώτη στιγμή δεν συντρίψει τις εσωτερικές μονοπωλιακές καταστάσεις και δεν σταθεροποιήσει το νέο εθνικό της νόμισμα, έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα σε εργαζόμενους και παραγωγούς να αυξάνουν δραστικά τα εισοδήματά τους. Δίχως αυτό δεν θα υπάρχει δυνατότητα αποταμίευσης και δεν θα μπορούν να γίνουν σοβαρές επενδύσεις στην παραγωγή και τις υποδομές ώστε να αλλάξει η πορεία της χώρας. Δίχως την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών και ταυτόχρονα χωρίς την δυνατότητα άμεσου περιορισμού του πραγματικά εργάσιμου χρόνου με παράλληλη αύξηση του αληθινά ελεύθερου χρόνου (ανύπαρκτου ουσιαστικά σήμερα), πώς φαντάζεται κανείς ότι ο λαός θα συμμετέχει ουσιαστικά στα κοινά, θα πληροφορείται και θα αποφασίζει άμεσα για όλα όσα τον αφορούν; Και χωρίς να συνδυαστούν όλα αυτά με την δραστική μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης, μαζί με την ανελαστική προστασία της νεανικής εργασίας, τότε πώς θα μπορέσουμε να αναχαιτίσουμε την ανεργία από την πρώτη κιόλας στιγμή και θα φέρουμε πίσω τα παιδιά μας που κυνηγημένα από την σημερινή κατάσταση κατέφυγαν στο εξωτερικό;

Όποιος σήμερα εμφανίζεται να μας λέει ότι με την μονομερή διαγραφή του χρέους και την έξοδο από το ευρώ, θα υποφέρουμε ως λαός, αλλά δεν πειράζει προκειμένου οι επόμενες γενιές να δουν μια καλύτερη ζωή, τότε κουμπώνομαι. Αν ξέρει τι λέει, τότε είναι επικίνδυνος γιατί αυτό που ζητά στην ουσία είναι η επιστροφή στα παλιά. Να φύγουν, δηλαδή, τα σημερινά κακά αφεντικά και να έρθουν στη θέση τους κάποια άλλα καλά αφεντικά, αντικαπιταλιστικά ίσως, που ξέρουν πώς θα φροντίσουν τον καλό λαό που ξέρει μόνο να ασκείται σε θυσίες.

Οι λογικές αυτές μου θυμίζουν την συζήτηση κατά την διάρκεια του Πρώτου και Δεύτερου Παγκόσμιου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1919-20 στην Μόσχα, όπου η επαναστατική ηγεσία της νέας εξουσίας είχε ως δεδομένο και μάλιστα νομοτελειακό ότι η πείνα, ναι η πείνα, αποτελεί μεταβατικό όρο προς τον σοσιαλισμό, συνιστά απαράβατη φάση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Είχαν μια τόσο πεισμένοι γι' αυτό, που όταν ένας από τους πιο επιφανείς οικονομολόγους της εποχής εκείνης, ο Όιγκεν Βάργκα, τόλμησε να τους πει ότι δεν μπορούν να ταυτίζουν την πείνα με την μετάβαση στον σοσιαλισμό, η αφρόκρεμα της επανάστασης απλά τον αγνόησε. Και ναι μεν η επαναστατική ηγεσία της εποχής εκείνης είχε πραγματικά επιδοθεί τα πρώτα χρόνια σ' έναν πρωτοφανή ασκητισμό προς όφελος της επανάστασης, αλλά αυτό δεν μπορεί να θεωρείται καθήκον και για τον λαό. Η λογική αυτή εξέθρεψε τέρατα, παρά το γεγονός ότι πήγασε από τις καλύτερες των προθέσεων.

Η μάχη μας θα πρέπει να είναι από τώρα να απαλλαγούμε από την γοητεία της θεολογίας του πουριτανισμού που κυριαρχεί σε δεξιά και αριστερά. Γι' αυτό και θα πρέπει να γίνει κτήμα μας η παλιά γνωστή ρήση των αγνών λαϊκών αγωνιστών, το συμφέρον, η ευημερία και η κυριαρχία του λαού πάνω και πρώτα απ' όλα τα άλλα.

Παραπομπές

[1] Ernst Troeltsch, Protestantism and Progress, New York: Putnam, 1912, σελ. 136-37.

[2] E. G. Rupp & Benjamin Drewey, Martin Luther, Documents of Modern History, London: Edward Arnold, 1970, σελ. 126.

[3] Ό. π., σελ. 121.

[4] R. H. Tawney, Religion and the Rise of Capitalism, London: Harcourt, 1926, σελ. 200-01.

 

ΠΗΓΗ: Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012, http://eleftheri-ellada.blogspot.gr/2012/08/blog-post_2749.html