Αρχείο κατηγορίας Ομοθυμαδόν τα σα εκ των σων

Ομοθυμαδόν τα σα εκ των σων

Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Η επίσκεψη του πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών στην Αθήνα δίδει την αφορμή να εξετάσουμε την θέση της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο. Και όταν λέμε Εκκλησία, εννοούμε την μία, αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία, την οποία στην καθημερινότητα αποκαλούμε Ορθοδοξία. Βέβαια ακόμη και μεταξύ των ορθοδόξων υπάρχουν πλέον όχι ολίγοι, οι οποίοι σαγηνευμένοι από τα τεχνητά φώτα της Δύσης «μασούν» τα λόγια τους γύρω από την αποκλειστικότητα της αλήθειας στην Ορθοδοξία, αδυνατούντες να κατανοήσουν ότι γίνονται «νεροκουβαλιτές» στον μύλο της νέας τάξης πραγμάτων, βασικό δόγμα της οποίας είναι η σχετικότητα της αλήθειας και το ισόκυρο των δρόμων που οδηγούν τον άνθρωπο στον Θεό!

Ο πλανήτης μας διέρχεται βαθύτατη παρακμή, αυτό είναι πλέον ομολογούμενο. Ήταν αναπόφευκτο η παρακμή να σημαδέψει και το πλήρωμα της Εκκλησίας, κλήρο και λαό. Τώρα που όσο ποτέ στο παρελθόν ο άνθρωπος, ο προδομένος από ιδεολογίες και κοινωνικοπολιτικά οράματα αναζητά στήριξη, οι διοικούντες την Εκκλησία δεν πείθουν ότι μπορούν να του προσφέρουν την ελπίδα που μόνο η πίστη μπορεί να δωρίσει. Η εκκοσμίκευση έχει πλήξει ακόμη και τους ποιμένες, ιδιαίτερα στις χώρες που είχαν την τύχη, να αποφύγουν τη δοκιμασία, στην οποία έθεσε την Εκκλησία του Χριστού το κομμουνιστικό καθεστώς! Ευτυχώς συνήθως γράφεται ότι είχαν την τύχη και όχι την ευλογία του Θεού. ΟΙ αδελφοί μας που δοκιμάστηκαν από τη βία του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, της χωρίς Θεό θρησκείας, έδωσαν νέφος νεομαρτύρων! Εμείς που είχαμε την «τύχη» κατά τη μοιρασιά να μείνουμε «ελεύθεροι» υποταχθήκαμε άνευ όρων στον καταναλωτισμό του καπιταλισμού και τώρα θρηνούμε την κατάντια μας όχι ως πνευματική αλλά ως οικονομική κρίση! Ακόμη και ο αρχιεπίσκοπός μας κατά την προσφώνησή του προς τον πατριάρχη Κύριλλο αναφέρθηκε στην κρίση ως οικονομική. Μου φάνηκε, και πικράθηκα γι' αυτό, ότι έκανε έκκληση για οικονομικής φύσεως βοήθεια! Είχα πικραθεί και στο παρελθόν, όταν, μετά τις τρομακτικές πυρκαγιές στην Πελοπόννησο, η Πολιτεία είχε αποστείλει ψυχολόγους για τη στήριξη των συγγενών των θυμάτων, ενώ η Εκκλησία οικονομική βοήθεια κατ' αντιστροφή των ρόλων!

Όχι, δεν θέλουμε πρωτίστως οικονομικής φύσεως βοήθεια από την Εκκλησία της Ρωσίας. Θέλουμε μεταφράσεις στα ελληνικά βίου και μαρτυρίου των συγχρόνων μαρτύρων της. Θέλουμε ακόμη μεταφράσεις των θαυμασίων έργων πνευματικών Ρώσων, οι οποίοι κατενόησαν την επικράτηση του κομμουνισμού ως εγκατάλειψη από μέρους του Θεού ενός λαού διεφθαρμένου κατά την πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία, αλλά και κατά τη διανόηση! Η Ρωσία διεκδίκησε αρχικά το σκήπτρο της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας και οι ηγεμόνες της αποκάλεσαν τη Μόσχα Τρίτη Ρώμη (δεύτερη αποκαλείτο η Κωνσταντινούπολη). Πάντοτε ο κοσμικά ισχυρός θέλει να ισχυροποιήσει την τοπική Εκκλησία! Έτσι τα πρεσβυγενή πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας ουδεμία ισχύ έχουν από αιώνες, καθώς έχουν υποταγεί οι περιοχές τους στους Άραβες και το ποίμνιό τους κατά μεγάλη πλειονοψηφία έχει μεταστραφεί στο Ισλάμ. Μάλιστα το Αντιοχείας έχει μεταφέρει την έδρα του στη Δαμασκό, καθώς η Αντιόχεια είναι ακόμη υπό τουρκική κατοχή. Όμως δεν είδαμε κάποια ουσιαστική κίνηση για πίεση προς απελευθέρωση του από μηνών αιχμαλώτου μητροπολίτου Χαλεπίου, ο οποίος απήχθη από αντάρτες ελεγχόμενους από τις ΗΠΑ, Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Ισραήλ! Ούτε πάλι η κραυγή αγωνίας των χριστιανών της Συρίας έφθασε στ' αυτιά μας!

Η Ρωσία έδωσε πολλούς αγώνες για την Ορθοδοξία. Κατά τον 18ο όμως αιώνα ο επονομασθείς μέγας Πέτρος, επιχείρησε να επιβάλει στη χώρα του τον δυτικό τρόπο ζωής και να θέσει την Εκκλησία στο περιθώριο. Οι διοικούντες την Εκκλησία υπέκυψαν και σταδιακά η άρχουσα τάξη υποτάχθηκε στο δυτικό πνεύμα. Έτσι φθάσαμε στην επικράτηση του κομμουνισμού σε χώρα ορθόδοξη! Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως έχασε το μεγαλείο του πολύ πριν αλωθεί η Πόλη. Άλλοι Πατριάρχες δοκιμάστηκαν και μαρτύρησαν, άλλοι εξαργύρωσαν την ανάδειξή τους με χρηματισμό της Πύλης και υποτάχθηκαν στο θέλημα του κοσμικού δυνάστη. Και όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και ξεσηκώθηκαν οι πρόγονοί μας για «του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία», οι κρατούντες στην Πολιτεία και στην Εκκλησία, υπό τις εντολές των «προστατών» μας, ως έκφραση ευγνωμοσύνης προς την Εκκλησία αποφάσισαν το Αυτοκέφαλο! Τους ακολούθησαν όλες οι άλλες βαλκανικές χώρες, που σταδιακά απόκτησαν την δοτή ανεξαρτησία τους. Η λαίλαπα του εθνικισμού εισέβαλε βίαια στην περιοχή μας φερόμενη από ηγεμόνες, που οι «προστάτες» εγκαθιστούσαν, ώστε να διοικούνται κατά τρόπο πολιτισμένο οι «άγριοι» Βαλκάνιοι. Στα πλαίσια αυτά και η Ρωσία ποτέ δεν έπαψε να εποφθαλμιά την κάθοδό της στο Αιγαίο. Ακόμη και το Άγιον Όρος επιδίωξε να αλώσει στις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά η επικράτηση του κομμουνισμού έθεσε τέρμα στις ορέξεις της.

Κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου δεν υπήρχε τόπος για εκμετάλλευση της Εκκλησίας εκ μέρους των κρατούντων. Μετά την κατάρρευση όμως του κομμουνισμού η ρωσική Εκκλησία στήριξε και στηρίζει το όραμα του Πούτιν για την ανόρθωση της χώρας. Από την άλλη οι ΗΠΑ θεώρησαν ότι η προσέγγισή τους προς το Πατριαρχείο, που εμείς οι Έλληνες αποκαλούμε Οικουμενικό, θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους στην Ανατολική Ευρώπη και πιο πέρα. Έτσι επικράτησε περίοδος ψυχρότητας μεταξύ των δύο Πατριαρχείων και αυτή εντάθηκε κατά καιρούς με ζητήματα που προέκυψαν στις χώρες Εσθονία και Ουκρανία!

Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων δοκιμάζεται από λειψανδρία και από τη διαρκή εχθρότητα του κράτους του Ισραήλ, το οποίο επιδιώκει τον πλήρη έλεγχο επί των προσκυνημάτων. Εμείς όμως επιμένουμε να είναι υψωμένες στα προσκυνήματα και ελληνικέ σημαίες και να αποκαλούμε το Πατριαρχείο ελληνορθόδοξο, θέτοντας εθνικό καπελάκι στην Ορθοδοξία, όπως οι Εβραίοι σε κάθε επίσημο επισκέπτη τους! Θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε για τη στελέχωση των προσκυνημάτων στις ομόδοξες χώρες, όμως αισθανόμαστε να μας απειλεί ο κίνδυνος της «αλώσεως» από μέρους των Σλάβων! Δεν είναι παντελώς αδικαιολόγητος ο φόβος, καθώς οι Ρώσοι επιμένουν στην πρωτοκαθεδρία, λόγω αριθμητικής υπεροχής των πιστών τους. Στο Ισραήλ ζουν πλέον αρκετές χιλιάδες Εβραίων επαναπατρισμένων από την πρώην Σοβιετική Ένωση, οι οποίοι δηλώνουν ορθόδοξοι. Είναι πράγματι; Αν κάποτε παραχωρήσει ο Θεός για την αφροσύνη μας και τον εθνοκεντρισμό μας, Ελλήνων, Ρώσων και άλλων ορθοδόξων λαών, να τεθούν τα προσκυνήματα υπό των έλεγχο των σιωνιστών, τότε θα θρηνούμε.

Οι ορθόδοξοι λαοί είναι η ελπίδα του λοιπού χριστιανικού κόσμου. Αν καταφέρουν να ξεπεράσουν τον εθνοκεντρισμό, τουλάχιστον στις χώρες της διασποράς, και στη συνέχεια μία πανορθόδοξη σύνοδος συμβάλει στην υπέρβαση των αντιθέσεων, που απορρέουν από απαιτήσεις πρωτοκαθεδρίας, τότε η Ορθοδοξία θα λάμψει όχι μόνο στις χώρες, όπου τυπικά οι πολίτες ανήκουν στην Εκκλησία, αλλά και στις άλλες, όπου οι ομολογίες έχουν, με τη στάση τους, απομακρύνει τους πιστούς από τον Χριστό. Αν δεν συμβεί αυτό όχι μόνο θα επιταθεί η εκκοσμίκευση και στις ορθόδοξες χώρες, αλλά μακροπρόθεσμα το Ισλάμ θα σαρώσει.

Οι διοικούντες τις εθνικές Εκκλησίες ας συλλογιστούν τις ευθύνες τους ενώπιον του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος αποτελεί την κεφαλή της Εκκλησίας.

 

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ», 10-6-2013

Μικρός παρακλητικός: Προσέγγιση στο Ευαγγέλιο

Προσέγγιση στο Ευαγγέλιο του μικρού παρακλητικού

 

Του Κ. Μ.

 

Πολλές φορές υπερεκτιμάμε τον εαυτό μας και του καταλογίζουμε χαρίσματα, με την δικαιολογία, πως όλα αυτά βρίσκονται μέσα μας και εμείς τα ανακαλύπτουμε. Ο αόρατος κόσμος δρα τις περισσότερες φορές τόσο ήσυχα και διακριτικά, σεβόμενος τις επιλογές μας. Ακόμη και την απόδοση της ευχαριστίας για κάθε βοήθεια, που μακάρι να μην την αργούμε, ερεθίζοντας την γενναιοδωρία του φιλεύσπλαγχνου Θεού. Κατά τον άγιο Ιωάννη Σιναϊτη, η ευχαριστία του λαμβάνοντος, ερεθίζει την γενναιοδωρία του δίδοντος.   

Στην πορεία της ζωής μας, συνοδοιπορούμε αοράτως με τον καλό Θεό και βοηθούμαστε από τους εργάτες Του. Κατανοούμε αυτή την παρουσία, σε τέτοιο βαθμό, ανάλογα με την πνευματική ηλικία που είμαστε κι εμείς, ο καθένας ξεχωριστά. Πριν την γέννηση Του Κυρίου, ήταν κυοφορημένος μέσα στην ευλογημένη κοιλία της Θεοτόκου. Στο πλησίασμα της Εγκυμονούσης Παναγίας στην Ελισάβετ, που κυοφορούσε τον άγιο Ιωάννη Πρόδρομο, (όπως ακούμε στο ευαγγέλιο του μικρού παρακλητικού), σκιρτά εν αγαλλιάσει… και τα λοιπά γνωστά ''ιστορικά''.

Μόνο που η Αγία Γραφή καλό θα ήταν, να σταματήσει να θεωρείται ένα ιστορικό – θρησκευτικό βιβλίο με παραβολές και στοιχεία που περιορίζονται σε χρονικές εκδηλώσεις, αλλά να καταλάβει στην ψυχή και στη ζωή του καθενός, την διαχρονικότητα και προσαρμογή που της πρέπει, σαν Βιβλίο Ζωής, ικανό να οδηγήσει τη ζωή μας στη Ζωή, αρκεί να οικειωθεί η μία με την άλλη.

…Εν ταις ημέραις εκείναις, αναστάσα Μαριάμ, επορεύθη εις την ορεινήν μετά σπουδής, εις πόλιν Ιούδα, και εισήλθεν εις τον οίκον Ζαχαρίου και ησπάσατο την Ελισάβετ. Και εγένετο ως ήκουσεν η Ελισάβετ τον ασπασμόν της Μαρίας, εσκίρτησε το βρέφος εν τη κοιλία Αυτής. Και επλήσθη Πνεύματος Αγίου… (Λουκ. α' 39).

Ασπαζόμαστε την εικόνα Της, ακούμε τον παρακλητικό, και παρακαλούμε την καλή μας Παναγία να έλθει κοντά μας να Την κατανοήσουμε, να οικειωθούμε μαζί Της και να δοξάσουμε Την Αγία Τριάδα, την Μητέρα του Θεού και τους 'γιους Πάντες. Σε αυτήν προσπάθεια έχουμε βοηθούς….     

Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής, στα φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα αναφέρει, πως είναι ο λόγος σκληρός σαν ασυνήθιστος στους πολλούς, είναι όμως αληθινός. Σε μήτρα μέσα βρισκόμαστε κι εμείς κι ο Θεός Λόγος, ο Ποιητής του παντός και Κύριος στην κατάσταση της τωρινής ζωής. Εκείνος όπως μέσα σε μήτρα, αμυδρά και με δυσκολία διακρίνεται μέσα στον αισθητό κόσμο και μόνο από όσους έχουν το πνεύμα του Ιωάννη. Οι άνθρωποι πάλι σαν από μήτρα, μέσα από το υλικό περίβλημά τους, έστω κι ως ένα βαθμό, διακρίνουν ωστόσο το λόγο που κρύβεται μέσα στα όντα. Τούτο, αν καυχιούνται για χαρίσματα του Ιωάννη.

Συνεχίζοντας αναφέρει, πως αν συγκριθεί με την άφατη δόξα και λαμπρότητα του μελλοντικού αιώνα και τη ζωή που τον χαρακτηρίζει, σε τίποτα δε διαφέρει από μήτρα περιτριγυρισμένη από σκοτάδι η παρούσα ζωή, που σ' αυτήν μέσα, επειδή φανήκαμε νήπια του νου, γεννήθηκε νήπιο για μας από φιλανθρωπία ο Θεός Λόγος, ο τέλειος και υπερτέλειος.

Ερχόμενοι στο διαχρονικό έργο της Αγίας Γραφής, στον μικρό παρακλητικό, η Ελισάβετ κυοφορεί τον άγιο Ιωάννη και με το πλησίασμα της Παναγίας που κυοφορεί Τον Κύριο, σκιρτά εν αγαλλιάσει εν τη κοιλία αυτής… Αυτό σηματοδοτεί, πως μόνο με την αύξηση του πνεύματος του Ιωάννη μέσα μας μπορούμε να διακρίνουμε τον Κύριο.

Αποφεύγοντας την αδιακρισία του να αποδίδουμε τα χαρίσματα στον ‘'βαθύτερό μας εαυτό'' (θεοποιώντας τον) αλλά και την αχαριστία, ας δούμε τα εμπλεκόμενα Θεία πρόσωπα και εκεί κοντά να παρουσιαστούμε κι εμείς ακροατές του ιερού Ευαγγελίου, ποθώντες την θετική μας αλλοίωση. Μια προσέγγιση προσεκτική, με ταπεινότητα και θάρρος (όχι θράσος) λαμβάνοντάς το από την μητρική μεσιτεία της Θεοτόκου.

Ο άγιος Ιωάννης Πρόδρομος κυοφορούμενος στην Ελισάβετ, σκιρτά εν αγαλλιάσει στο πλησίασμα της Θεοτόκου που κυοφορεί Τον Κύριο. Αξιοπρόσεκτο είναι πως ο προφήτης Ζαχαρίας, έχει χάσει την μιλιά του, και του επανέρχεται, (ακούγεται ο λόγος του) με την γέννηση του Ιωάννη. Η Παναγία μένει ωσεί μήνας τρεις και αφού γεννηθεί ο Ιωάννης, επιστρέφει εις τον οίκον αυτής. 

Με το μυστήριο του ορθόδοξου γάμου, οι δύο γίνονται ένα (και έσονται οι δύο εις σάρκα μία…. Εφεσ. ε' 31, Ματθ. ια' 28). Ο άνδρας συστοιχείται με την κεφαλή και η γυναίκα με το σώμα. (Κατά τον Απόστολο Παύλο, το μυστήριον τούτο μέγα εστι…). Έτσι, ο Ζαχαρίας είναι η κεφαλή και η Ελισάβετ το σώμα. Η Ελισάβετ κυοφορεί τον 'γιο Ιωάννη Πρόδρομο, το Πρόσωπο της Μετανοίας. Διαχρονικά, σηματοδοτεί κάθε σώμα που έχει μέσα του την μετάνοια, δηλαδή την διάθεση μεταστροφής του νου στο Θεό.  Ο Ζαχαρίας δεν μιλά, έως την εκδήλωση – γέννηση του Αγίου Ιωάννου στον κόσμο, το οποίο σημαίνει και την απουσία του λόγου της κάθε κεφαλής, όσο, παρότι κυοφορούμε στην ψυχή μας την μετάνοια, την καλή διάθεση για τα θεία νοήματα, αυτή δεν έχει εκδηλωθεί στον κόσμο μας για να μας λύσει την ‘'δεμένη'' γλώσσα, δηλαδή την απουσία της Εξομολογήσεως από τη ζωή του πιστού. Γι' αυτό η Παναγία μεταβαίνει μετά σπουδής εις την ορεινήν πόλιν  Ιούδα.

Ιούδα, σημαίνει εξομολόγηση. Έτσι, η καλή μας Παναγία με το πλησίασμά Της σε κάθε άνθρωπο, που κυοφορεί μεν την μετάνοια, την μεταστροφή του νου του στον Θεό, αλλά η κεφαλή του ακόμη δεν μιλά, δηλαδή δεν εξομολογείται, τον βοηθά μυστικά, αόρατα, ήσυχα, προετοιμάζοντάς τον, με τα παραπάνω μυστικά βιώματα, για την κοινωνία του κόσμου του Θεού, δια των θείων Μυστηρίων. Η παραμονή της Θεοτόκου στον οίκο Ζαχαρίου, 3 μήνες, σηματοδοτεί την συνοδοιπορία με τον 6 μηνών κυοφορημένο Ιωάννη (μέσα στην ψυχή μας) έως τους 9 μήνες, φέρνοντάς τον πεσμένο (6=δυσαρμονικό) σε ορθότητα (9=αρμονία).

Όπως η Ελισάβετ γεννά τον 'γιο που ως άγγελος προετοιμάζει τον δρόμον του Κυρίου, έτσι και η  κεφαλή, όταν μιλά = εξομολογείται (ο Ζαχαρίας) προετοιμάζει την έλευσι Του Κυρίου στη ζωή μας. Όπως τότε γράφοντας το όνομα Ιωάννης, σε πινακίδα έτσι γράφεται το όνομα ΙΩΑΝΝΗΣ επάνω στο πήλινο σώμα μας, ως απτή ένδειξη της ευλογημένης θείας πορείας που ξεκινά με συνοδοιπόρο εφεξής τον άγιο Ιωάννη Πρόδρομο. Έναν δρόμο τελείωσης, όπου Ο Κύριος, ανασταίνει και αποκαθιστά τους μετανοημένους σε ορθότητα. Αν θυμάστε είχε εξηγηθεί τοθεόσδοτο όνομα ΙΩΑΝΝΗΣ σε προηγούμενο κείμενο (πανεκλαμπρώτατον Ι, προμηνυκότατον … ΑΝάσταση Νεκρών στον Η' αιώνα…)  και σίγουρα δεν είναι σύμπτωση ότι το Σ είναι το όρθιο του Μ.

Όλα οδοδείκτες, όλη η ζωή προς δόξαν Θεού! Μετά την τόση υπομονή που δείξατε και συγγνώμη για την μακρυγορία μου, ας ευχηθούμε ο καλός Θεός να οικονομεί για τον καθένα, μυστικά βιώματα, δείχνοντάς μας τον ορθό, ευάρεστο δρόμο της ουράνιας πορείας μας, για να τηρούμε την φωτιά του Πνεύματος άσβεστη…, προσανατολισμένοι και στην δική μας ανατολή και γέννηση εν Ιησού Χριστώ,

Παράσχου Κύριε πυρ ανακαινίζον, καταφλέγον τη σαθρότητα, τις αμαρτίες, αλλά μη κατακαίον τον εαυτό… (όπως καθαρίζει το πυρ τον χρυσό εν χωνευτηρίω, λαμπρύνοντάς τον αφαιρώντας τα ρύπη) στείλε Κύριε την Μητέρα Σου καθώς ως προσετάχθημεν, ποιούμεν … Ιδού, γαρ από του νυν, Την μακαρίζουμε αξιοπρέπως, πάσαι αι γενεαί…

Υπεραγία Θεοτόκε, Παναγία Παρθένε, χειραγώγησέ μας στη Ζωή, οι προσκυνούντες την μετάστασίν Σου στην Ζωή.

[Μικρός Παρακλητικός Κανόνας στην Υπεραγία Θεοτόκο (Μ. Αγία 'ννα – 'γιο Όρος) http://www.ecclesia.gr/Multimedia/AudioIndex/mparaklitikos/mparaklitikos.html]

Δόξα Σοι Κύριε, δόξα Σοι!

 

ΠΗΓΗ: Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012,http://hellasorthodoxy-kmyst.blogspot.gr/2012/08/blog-post_4023.html

Μεγάλη Πέμπτη: «Μείνατε εν εμοί …

Μεγάλη Πέμπτη: «Μείνατε εν εμοί ίνα βότρυν φέρητε»

 

Από το Μανιτάρι του Βουνού

Ο «βότρυς», δηλαδή το ώριμο τσαμπί «της αμπέλου», είναι ο γλυκύς και χυμώδης καρπός κάθε κλαδιού που ζωογονείται από τους χυμούς της που έρχονται από τα βαθύριζο κορμί της. Πρόκειται για το σύμβολο της «Εν Χριστώ ζωής», της ορθοπραξίας και ορθοδοξίας των μελλόντων χριστιανών, όχι συχνά χωρίς «περενόσπορο»…

Η τελευταία φιλική συνεύρεση του Ιησού (του ήδη ευρισκόμενου σε πολιορκία) έγινε στο υπερώο της οικίας ενός φίλου του, σε αντίθεση με τη γέννησή του που πραγματοποιήθ ηκε καταγής σχεδόν στο  σπήλαιο των βοσκών. Ο ιδιοκτήτης του υπερώου κουβαλούσε «το κεράμειον ύδατος», δηλαδή την πήλινη στάμνα – σύμβολο του πήλινου-γήινου ανθρώπου – γεμάτη με το δροσερό νερό της ανθρώπινης φιλοσοφίας.

 Ο Ιησούς όμως στο υπερώον, σύμβολο του θεολογούντος νου – «εν ώ νους ενίδρυται» -, θα κερνούσε τον οίνον, δηλαδή το γέννημα της αμπέλου, σύμβολο του ζωογόνου ύδατος του Θείου Πνεύματος, που ως χυμός εμποτίζει κάθε πότη του «Μυστικού Δείπνου».

Προηγήθηκε όμως του κεράσματος το πλύσιμο των σκονισμένων και ιδρωμένων ποδιών. Την εποχή εκείνη την ταπεινή αυτή εργασία πραγματοποιούσαν οι δούλοι στα αφεντικά και τους φιλοξενούμενους. Ο Ιησούς αντέστρεψε τους ρόλους. Η ανατροπή αυτή εκφράζει τον τρόπο που οι «12» όφειλαν να ζήσουν και επομένως να μεταδώσουν, ώστε η πόση «του καρπού της αμπέλου» να είναι σύμμεικτη με θείο Πνεύμα.

Παράλληλα μέσα σ' αυτό εμποτίστηκε άρτος, το στερεό σύμβολο της στέρεας ασκητικής, λατρευτικής και αγαπητικής  πράξης σε κάθε εκκλησιαστική κοινότητα. Πρόκειται για τον «ακρογωνιαίο λίθο» του Χριστού, που χωρίς αυτόν εκκλησιαστική μάζωξη αποτελεί συμμορία και όχι κοινότητα. Ρέων οίνος και στέρεος άρτος, Πνεύμα και Χριστός, παραδόθηκαν ως τελευταία πράξη.

Μα στην ιστορία δεν υφίστανται «καθαρές» πράξεις. Η άρνηση μιας τέτοιας ζωής εμφωλεύει σε κάθε εκκλησιαστική κοινότητα, υποστασιάζεται σε ηγεμονικά πρόσωπα (επισκόπους ή θεολόγους) όπως ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, καπηλεύονται τη θέση και τις σχέσεις, εμπορευματοποιούν και το ψωμί και το κρασί. Ως δήθεν συμμετέχοντες βιάζονται να φύγουν στους δικούς τους κόσμους της προδοσίας, αρνούνται να πλύνουν πόδια, δεν μένουν μέχρι το τέλος του Δείπνου, δεν παραδίδουν επομένως το Μυστήριο στους αμυήτους, ενώ αντιθέτως προσβάλλουν και προδίδουν και το Πνεύμα και το Χριστό.

Αντίθετα οι «11» παρέμειναν παραδίπλα, έστω και με τα μάτια συχνά, στο Όρος των Ελαιών, εκεί που ο Ιησούς πραγματοποίησε την πιο ακραία μορφή προσευχής. Εκεί κρίθηκε στα κατάβαθα του Θεανθρώπου η ενότητα θείου και ανθρωπίνου, η ενότητα Ιησού και μαθητών, η ενότητα μαθητών και σταυρωτών, η ενότητα μαθητών και αμυήτων, η ενότητα  Λόγου και φύσης, όχι χωρίς ιδρώτα, δάκρυα και αίμα…

 

Σήμερα λοιπόν η Ορθόδοξη Εκκλησία, εορτάζει «τέσσερα τινά»: «.. τον ιερόν νιπτήρα, τον μυστικόν Δείπνον (δηλαδή την παράδοσιν των καθ' ημάς φρικτών μυστηρίων), την υπερφυά Προσευχήν και την προδοσίαν αυτήν…».

 

Περισσότερα στο ΜτΒ: ► Μ. Πέμπτη: εξουσία και ευχαριστία στο επίκεντρο.

 

ΠΗΓΗ: Posted on Απριλίου 1, 2010 by manitaritoubounou | http://manitaritoubounou.wordpress.com/2010/04/01/m-pempti-botrys/

Όροι και όρια της Μεγάλης Σαρακοστής

Όροι και όρια της Μεγάλης Σαρακοστής – Επίκαιρες σκέψεις

 

Του Πρωτοπρ. Παναγιώτη Καποδίστρια*


 

Άλλη μία Μεγάλη Σαρακοστή σε κόβει και σε ράβει, ευπρεπίζοντας αρμόδιο ένδυμα για την συνάντηση με τον μεγάλο Χορηγό της Ζωής, της όντως ζωής σου! Μιας ζωής, όχι με τα χαρακτηριστικά της κοσμικότητας και της ταλαιπωρίας εν τω μέσω της κάθε λογής νυκτός, του εκάστοτε ιδιωτικού λαβυρίνθου σου, αλλά με τα χρώματα της γόνιμης εσωστρέφειας και της βίωσης μυστικών και ανάκουστων καταστάσεων της βαθείας ψυχής σου. 

Σαρακοστή σημαίνει αποκοπή από το ίδιον θέλημα και προσχώρηση στην γκρίζα, αμφιλεγόμενη, συχνά θεοσκότεινη περιοχή του Άλλου. Εκεί δεν έχει φαντασμαγορία και ασφάλεια και ανάπαυση, αλλά μόνον αγάπη φωτιστική, η οποία δύναται να ραγίζει, με τόπο σταυροαναστάσιμο, την πάσα σκοτεινότητα!

Σαρακοστή σημαίνει αναχώρηση από τα τετριμμένα, πλεονάζοντα ή χαμερπή τού βίου, από τα κραυγαλέα και λυσσαλέα του καθημερινού θορύβου των πραγμάτων, από τις επιδερμικές – και ηδονικές – ψαύσεις διάφορων αδιάφορων χοϊκοτήτων!

Σαρακοστή σημαίνει σιωπηλότητα, την ώρα που όλα εγείρουν θλιβερές φωνασκίες και κηρύγματα μικράς πνοής. Εφαρμόζεσαι στην μη-φωνή, χωράς στο κουτάκι της λιγοσύνης σου και ασκείσαι μέσα εκεί στην απόλυτη στεναχωρία, αποθαυμάζοντας πώς επιτέλους χωρά το Αχώρητο στο τίποτά σου! 

Σαρακοστή σημαίνει νηφαλιότητα, έστω και αν τριγύρω κλυδωνίζεται πτωχεύουσα η ενταύθα πατρίδα σου, διότι – έξυπνα ή πονηρά σκεπτόμενος – έχεις ασφαλισμένα τα τιμαλφή και περιούσια σε μιαν άλλη πόλη, μιας αδιάπτωτης χώρας – υπερδύναμης και σ' εκείνην αποβλέπεις να καταφύγεις ως πρόσφυγας που αύριο θα είσαι! 

Σαρακοστή σημαίνει νοσταλγία γεγονότων που δεν ιστορήθηκαν ακόμη, σημαίνει μνήμη πνοών από το μέλλον, με κίνδυνο μάλιστα να  σού προσάψει ο κόσμος τα κουσούρια του αγγελοκρουσμένου, του αλλοπαρμένου, του ψιλοφευγάτου, του αιρετικού ή σαλού, μα ουδόλως πτοείσαι, διότι από τ' ορθάνοιχτο παράθυρο του Νυν θεάσαι ήδη το Αεί, που σού πρέπει!

Σαρακοστή σημαίνει εναγώνια αναμονή του Αδιανότητου, εκείνου που ξεφεύγει από τα σχήματα του τρέχοντος νου σου και κυκλοφορεί ως έρωτας ραγδαίος στην ύπαρξή σου, προσδίδοντάς της ουσιώδες νόημα και λόγο ύπαρξης!

 

*  *  *

 

Προσωπικά, φίλοι μου, παρότι τα υπογράφω όλα τ' ανωτέρω, δυσκολεύομαι τα μάλα να (συν)χωρέσω και να εφαρμοσθώ στους όρους και στα όρια και της επί θύραις Μεγάλης Σαρακοστής. Για να μην απελπισθώ λοιπόν ολότελα, ελπίζω βάσιμα στην παραμυθητική έξαρση της Λαμπρής Κυριακής, δια στόματος Ιωάννου του Χρυσοστόμου:

"[…] Εί τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον˙ αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης˙ και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται˙ και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται˙ και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί. Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου υμών˙ και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε. […]".

 

ΠΗΓΗ: Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012, http://www.nyxthimeron.com/2012/02/blog-post_26.html

 

* Ο Πρωτοπρεσβύτερος Παναγιώτης Καποδίστριας είναι Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου

Πρώιμο Βυζάντιο: Η λατρεία των λειψάνων των αγίων

Η λατρεία των λειψάνων των αγίων στο πρώιμο Βυζάντιο

 

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*


 

Οι  Άγιοι ήταν κατά τη διάρκεια της ζωής τους και μετά το θάνατό τους  μέλη-κλειδιά όχι μόνο για τη χριστιανική κοινότητα αλλά και για ολόκληρη τη μεσαιωνική βυζαντινή κοινωνία. Ως φίλοι του Θεού ή στρατιώτες  του Χριστού οι Άγιοι κατείχαν τεράστια δύναμη. Θεωρητικά όλοι όσοι  είχαν μετοικήσει στην αυλή του Θεού ήταν άγιοι, αλλά πρακτικά οι χριστιανικές εκκλησίες παρείχαν σε σχετικά μικρό αριθμό ανθρώπων τον τίτλο του αγίου και το προνόμιο της δημόσιας  προσκύνησης.

Η προσκύνηση και η λατρεία των ανθρώπων που θεωρήθηκαν άγιοι βρίσκεται στην καρδιά των τελετουργικών πρακτικών της ύστερης αρχαιότητας και της μεσαιωνικής, χριστιανικής κοινωνίας σε Ανατολή και Δύση. Μέσω της λατρείας των λειψάνων οι ζώντες χριστιανοί μπορούσαν ν’ αναζητήσουν την προστασία και βοήθεια του εξαγνισμένου, εξαγιασμένου νεκρού προσώπου που τώρα βρισκόταν στον παράδεισο. Εκτός απ’ τα λείψανα, η προσκύνηση των εικόνων των Αγίων, υπήρξε εξίσου σημαντική στις βυζαντινές περιοχές.

Οι χριστιανοί δια μέσου των Αγίων γίνονται κατά κανόνα ικανοί να πραγματοποιούν θαύματα με τη θεϊκή επικουρία. Μπορούσαν να θεραπεύσουν την ασθένεια, να αντιμετωπίσουν την πείνα, να σβήσουν καταστροφικές πυρκαγιές, να νικήσουν τους εχθρούς. Οι υπερφυσικές δυνάμεις των Αγίων, πάντα εντυπωσιακές και χρήσιμες, μπορούσαν να απευθύνουν αιτήσεις των θνητών στο Θεό με σκοπό αυτός να ευνοήσει τους προστατευόμενούς τους. Αφού ο χριστιανισμός διακήρυσσε την παγκοσμιότητα της αμαρτίας και τη συνακόλουθη θεϊκή κρίση και τιμωρία της, αν οι άνθρωποι επιθυμούσαν να απαλλαγούν απ’ τις συνέπειες των αμαρτιών τους, έπρεπε ν’ αναζητήσουν τη βοήθεια ενός αγίου. Οι ζωντανοί προσδοκούσαν θαύματα, όταν τα ζητούσαν απ’ τους Αγίους. Η υπερφυσική δύναμη που κατείχαν οι Άγιοι προέκυπτε ως άμεσο αποτέλεσμα του τρόπου ζωής τους ενόσω ζούσαν. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να θυμόμαστε ότι αυτή η δύναμη πιστευόταν ότι προέρχεται κατευθείαν απ’ το Θεό και ότι η τιμή που αποδιδόταν στους Αγίους θεωρούνταν ένα μέσο λατρείας του Θεού. Ο Αυγουστίνος της Ιππώνος παρατηρεί σχετικά (d. 430): «Οι προσφορές μας στα ιερά είναι προσφορές προς το Θεό. Οι μάρτυρες έχουν το δικό τους χώρο τιμής αλλά δεν λατρεύονται σε αντικατάσταση του Χριστού».

Το φύλο και ο μισογυνισμός επηρέασαν και δόμησαν τη θεωρία και την πράξη της προσκύνησης των λειψάνων στη μεσαιωνική χριστιανική κοινωνία με πολλούς τρόπους. Οι γυναίκες πάντοτε αποτελούσαν μειοψηφία ως τιμώμενες και εορταζόμενες αγίες απ’ τις χριστιανικές κοινότητες και ακόμη μικρότερη πλειοψηφία ανάμεσα σ’ εκείνους τους αγίους που τα λείψανά τους προσκυνούνταν ευρέως. Οι ζώσες γυναίκες αποκλείονταν σε μεγάλο βαθμό από εκείνες τις θέσεις της θρησκευτικής και πολιτικής ιεραρχίας που είχε αρμοδιότητα σε ζητήματα λατρείας αγίων. Ακόμη οι γυναίκες κατά καιρούς αποκλείονταν απ’ την πρόσβαση σε λείψανα αγίων. Ταυτόχρονα οι κληρικοί θεωρούσαν τις γυναίκες πιο επιρρεπείς απ’ τους άνδρες σε επικίνδυνες προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες, γεγονός που μπορούσε να τις οδηγήσει σε απαγορευμένες ατραπούς ως προς τη χρήση των αγίων λειψάνων. Οι μάρτυρες ήταν εκείνοι που πρωτοαναγνωρίστηκαν ως  άγιοι απ’ τις χριστιανικές εκκλησίες και κοινότητες προσκυνώντας και λατρεύοντας τα λείψανά τους. Η πρωϊμότερη αφήγηση της χριστιανικής αγιογραφίας, το μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου (περίπου 167 μ.Χ.), καταγράφει και τη διατήρηση του σώματος του μάρτυρος ως ιερού κειμηλίου και τον εορτασμό της μέρας του θανάτου του ως θρησκευτικής πανηγύρεως. Έτσι είναι φανερό ότι και η λατρεία των αγίων λειψάνων και η εκκλησιαστική-λειτουργική λατρεία των αγίων, ανάγουν την καταγωγή τους στις πρώιμες χριστιανικές κοινότητες.

Οι χριστιανοί γιόρταζαν τη μνήμη των μαρτύρων με γιορτές που λάμβαναν χώρα κοντά στους τάφους τους σε υπαίθρια κοιμητήρια. Μικροί ιεροί χώροι ανηγέρθησαν επίσης πάνω από τάφους μαρτύρων όπως για παράδειγμα του Πέτρου στο Βατικανό λόφο της Ρώμης. Όμως μόνο με την έκδοση του διατάγματος των Μεδιολάνων (313) και άλλων επισήμων αναγνωρίσεων του χριστιανισμού η δημόσια λατρεία μαρτύρων και αγίων απέκτησε καθολική αποδοχή και άρχισε ν’ αναπτύσσεται πραγματικά. Μια Σύνοδος Επισκόπων στη Γάγγρα το 340 μ.Χ. έφτασε στο σημείο να εκδώσει διάταγμα αφορισμού για κάθε χριστιανό που τολμούσε ν’ αμφισβητήσει την ιερότητα των λειψάνων. Στη διάρκεια του 4ου αιώνα κτίστηκαν μεγαλοπρεπείς εκκλησίες στα ιερά- μαρτύρια πολλών μαρτύρων. Και εδώ όπως και σ’ άλλες πτυχές της οργάνωσης της χριστιανικής εκκλησίας ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος έχει την πρωτοκαθεδρία κτίζοντας μια επιβλητική εκκλησία πάνω στον τάφο του αποστόλου Πέτρου. Αυτά τα ιερά, συνήθως απομακρυσμένα απ’ τα τείχη των πόλεων αποτέλεσαν ένα στοιχείο-κλειδί στην αστική τοπογραφία της ύστερης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Μερικά απ’ αυτά τα πρώιμα μαρτύρια ήταν αφιερωμένα σε γυναίκες όπως το ιερό της Ευλαλίας στη Μερίντα της Ισπανίας, της Κρισπίνας στη Θήβεσσα της Τυνησίας και της Θέκλας στη Σελεύκεια της Μ. Ασίας. Ίσως το πιο σπουδαίο απ’ αυτά να ήταν το ιερό της Αγίας Ευφημίας στη Χαλκηδόνα κοντά στην Κων/πολη, ένα μαζικό συγκρότημα που αποτελούνταν από τρεις χωριστές εκκλησίες. Σύμφωνα με τον Ευάγριο τον Ποντικό (+ 399), μέσω μιας μηχανικής κατασκευής, οι πιστοί της Αγίας Ευφημίας εισήγαγαν σφουγγάρια στον τάφο της τα οποία καλύπτονταν με το θαυματουργό αίμα της απορροφώντας το, γινόμενα μ’ αυτό τον τρόπο τα ίδια ιερά λείψανα τα οποία οι προσκυνητές μπορούσαν να πάρουν μαζί τους φεύγοντας.

Με την επίσημη αποδοχή του χριστιανισμού ασκητές και αργότερα Επίσκοποι, διδάσκαλοι και άλλοι, θεωρήθηκαν άγιοι υπό τον τίτλο του ομολογητού και του ιατρού των ψυχών, εφόσον κήρυτταν και δίδασκαν την ορθή πίστη. Κανείς δεν μπορούσε να γίνει άγιος σε πλήρη απομόνωση απ’ τη χριστιανική κοινότητα: έπρεπε πρώτα να γίνει αποδεκτός ως ενσάρκωση της αγιότητας απ’ την κοινότητα και αργότερα ν’ αναγνωριστεί επίσημα απ’ τις εκκλησιαστικές αρχές.

Όσον αφορά τη γυναικεία αγιότητα στους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους, πρέπει να τονιστεί πως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην καθιέρωση και στην εδραίωση της λατρείας των αγίων λειψάνων. Οι γυναίκες ως πιστές χριστιανές και ταυτόχρονα ως φορείς της αρχαίας μεσογειακής κοινωνικής παράδοσης αναλάμβαναν σημαντικές υπευθυνότητες κατά την ταφή και την κηδεία του νεκρού. Οι χριστιανές γυναίκες της ρωμαϊκής αριστοκρατίας ενεπλάκησαν απ’ την αρχή στενά στη διαδικασία της εξεύρεσης και της κατασκευής ιερών για τα λείψανα των μαρτύρων. Και ενώ αυτή τους η δραστηριότητα μειωνόταν απ’ τον αυξημένο επισκοπικό έλεγχο στη λατρεία των λειψάνων, οι γυναίκες των αυτοκρατορικών και αργότερα κι άλλων αριστοκρατικών οικογενειών θα συνέχιζαν επί μακρόν να εξασκούν σημαντική επιρροή στη σύσταση και ίδρυση καινούργιων χριστιανικών προσκυνημάτων.

Πραγματικά δύο απ’ τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις αγίων λειψάνων στον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο αποδίδονται σε γυναίκες, αφού ως τα χρόνια του Αμβροσίου Μεδιολάνων (+397 μ.Χ.), η μητέρα του Κων/νου Αγία Ελένη (+330 μ.Χ.) ανακάλυψε τα απομεινάρια του Τιμίου σταυρού στο Γολγοθά, ενώ η αυτοκράτειρα Πουλχερία επέβλεψε την ανακάλυψη των λειψάνων των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας το 451. Οι γυναίκες επίσης συγκαταλέγονται στους πιο αφοσιωμένους πανηγυριστές των ιερών χριστιανικών γιορτών που συρρέουν μαζικά στα ιερά των αγίων.

Η λατρεία των σημαντικών μαρτύρων και αγίων, είτε πανχριστιανική είτε τοπική, έλαβε με το χρόνο καθορισμένη μορφή περιλαμβάνοντας ανάγνωση αποσπασμάτων από το βίο του μάρτυρα-αγίου και μεγαλοπρεπείς τελετουργίες και πομπές περιφοράς των αγίων λειψάνων τους. Ιδιαίτερα οι μοναστικές κοινότητες είχαν υιοθετήσει μια σειρά εορτών μνημόνευσης των αγίων και προσευχής για τη μεσολάβησή τους στο Θεό. Λειτουργικά ημερολόγια και Μηναία συνδεόμενα με περιφέρειες, μοναστήρια και μοναχικά τάγματα διασώζονται αρκετά σε μεσαιωνικά λειτουργικά χειρόγραφα, ιδιαίτερα σε μαρτυρολόγια και συλλογές αγιογραφικών αναγνωσμάτων.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις θρησκευτικές πρακτικές με τις οποίες συνδέονται τα λείψανα στο μεσαιωνικό χριστιανισμό είναι ζωτικής σημασίας να τις θεωρήσουμε υπό το πρίσμα μιας εσχατολογικής προοπτικής. Ένας άγιος ήταν πάνω απ’ όλα μια ψυχή που κατοικούσε στον παράδεισο. Την ημέρα της κρίσης κάθε ανθρώπινο σώμα θα επανασυντεθεί στα εξ’ ων συνετέθη, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις της χριστιανικής θεολογίας. Έτσι τα λείψανα των αγίων ήταν μια ζωντανή απόδειξη της αέναης σωματικής τους υπόστασης στον κόσμο του εδώ και στον κόσμο του επέκεινα. Ιδωμένος μέσα σ’ αυτή την προοπτική ένας τάφος αγίου ή μια λειψανοθήκη αποτελούσε έναν ζωντανό διάμεσο-διαμεσολαβητή του ανθρώπου προς το Θεό. Επομένως τα ιερά λείψανα δεν ήταν απλώς σύμβολα των αγίων αλλά η συνεχιζόμενη φυσική τους παρουσία στον κόσμο. Όπως αναφέρει μια επιγραφή του 5ου αιώνα στον τάφο του αγίου Μαρτίνου της Tours (397 μ.Χ.): «Εδώ κείτεται ο ιεράς μνήμης Επίσκοπος Μαρτίνος, του οποίου η ψυχή βρίσκεται στα χέρια του Θεού, αλλά ο οποίος βρίσκεται συνέχεια ανάμεσά μας αποδεικνύοντας με τη δύναμη των θαυμάτων του τη χάρη και την ευλογία του». Και σύμφωνα με τον σύγχρονο μελετητή Peter Brown «τα λείψανα υπήρξαν τα συνδετικά στοιχεία γης και ουρανού».

Ορισμένα λείψανα αγίων τοποθετούνταν σε βωμούς εκκλησιών ως μέρος της διαδικασίας της καθιέρωσής τους ή τοποθετούνταν σε περίτεχνα διακοσμημένες λειψανοθήκες. Αυτές είτε βρισκόντουσαν σε εκκλησίες για δημόσια προσκύνηση, είτε σε ιδιωτικές οικίες πλουσίων ανθρώπων για ιδιωτική λατρεία. Οι κανονικές διατάξεις πάντως επέβαλαν να διατηρούνται τα λείψανα των αγίων και να φυλάσσονται στους βωμούς των εκκλησιών ως συστατικό στοιχείο της θεμελίωσής τους. Τα λείψανα σύμφωνα με τις πεποιθήσεις των πρώτων χριστιανικών χρόνων, δεν ωφελούσαν τους χριστιανούς μόνο στη διάρκεια της επίγειας ζωής τους, αλλά και κατά το θάνατό τους: οι ταφές κοντά στα ιερά αγίων που φυλάσσονταν λείψανα (ad. Sanctus) εκτιμώνταν και επιδιώκονταν ιδιαίτερα, αφού κατά την ημέρα της κρίσης η υπερφυσική δύναμη του λειψάνου θα μπορούσε να συμπαρασύρει το γειτνιάζοντα νεκρό στην αιώνια δόξα.

Η παλαιότερη καταγραφή συλλογής λειψάνων μαρτύρων εντοπίζεται στο Μαρτύριο του Αγίου Πολυκάρπου (156 μ.Χ.). Πολυάριθμες, παρόμοιες αναφορές επιβιώνουν απ’ την περίοδο των διωγμών, εκ των οποίων περίπου οι μισές προέρχονται από τους βίους γυναικών μαρτύρων. Η δημόσια προσκύνηση των λειψάνων αυξήθηκε σε σημασία και γεωγραφική διασπορά κατά τη διάρκεια του 4ου και ως τις πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα μ.Χ., ιδιαίτερα υπό την σθεναρή επιρροή και προτροπή του Αμβροσίου Μεδιολάνων(397). Απ’ αυτή, τουλάχιστον, την εποχή η εκκλησιαστική ιεραρχία άρχισε να εξασκεί εξουσία και να καταβάλλει έντονες προσπάθειες στο να ελέγξει την προσκύνηση και λατρεία των λειψάνων απ’ τους λαϊκούς των χριστιανικών κοινοτήτων(ποίμνιο). Απασχολήθηκε και με την αυθεντικότητα των ίδιων των λειψάνων και με την ορθοδοξία των πρακτικών λατρείας και προσκύνησής τους.

 

* H Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός

Ο π. Ιω. Ρωμανίδης και η «εμπειρική Δογματική» ΙΙ

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και η «εμπειρική Δογματική» – Μέρος ΙΙ

 

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Βλάχου)


 

Συνέχεια από το Μέρος Ι ….  3. Πώς εργάσθηκα γιά νά ολοκληρώσω τό δίτομο έργο τής «εμπειρικής δογματικής»

 

Όσοι ασχολούνται μέ τό γράψιμο, πού καί αυτό είναι ένα χάρισμα τού Θεού καί μιά τέχνη, γνωρίζουν ότι δέν είναι εύκολο έργο. Τό έργο αυτό είναι στήν πραγματικότητα καλλιτεχνικό, όπως η ζωγραφική καί άλλες τέχνες, πού πολλές φορές κανείς δυσκολεύεται γιά νά συντονίση τήν σκέψη καί τόν σκοπό μέ τόν διατυπωμένο λόγο.

Πολύ περισσότερο τό επιστημονικό έργο είναι δυσχερές, γιατί πρέπει κανείς νά συγκεντρώση πολύ υλικό καί θά πρέπει νά τό τιθασεύση καί στήν συνέχεια νά τό συρράψη μέ έναν βασικό σκοπό.

Αυτήν τήν δυσκολία τήν αισθάνθηκα κυρίως στήν συγγραφή αυτού τού έργου. Μέ κούρασε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο στήν σύνθεση καί τήν ολοκλήρωση. Βέβαια, μέ βοήθησαν πολλά πνευματικά μου παιδιά σέ διάφορες φάσεις τού έργου, τούς οποίους ευχαρίστησα στόν πρόλογο τού Α’ Τόμου, δηλαδή μέ βοήθησαν στήν συλλογή κασετών, στήν απομαγνητοφώνησή τους, στό πέρασμα τών απομαγνητοφωνήσεων στόν υπολογιστή, στήν ευρετηρίαση τών κειμένων. Στήν συνέχεια εγώ έπρεπε νά επιλέξω τά θεολογικά χωρία καί νά τά ξεχωρίσω μέσα από πληθώρα άλλων αναφορών. Καί κατ’ αυτόν τόν τρόπο συγκέντρωσα πάνω από δυό χιλιάδες μεγάλα ή μικρά χωρία από τίς απομαγνητοφωνημένες ομιλίες ή παραδόσεις του.

Γιά ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, σχεδόν έναν χρόνο, μελετούσα γιά τό ποιά μορφή θά πάρη η επεξεργασία τού θέματος καί πώς θά παρουσιασθή η «εμπειρική δογματική». Όταν κατέληξα στό σχήμα πού έπρεπε νά λάβη, άρχισε η δυσχέρεια τού χωρισμού τού υλικού κατά μεγάλες ενότητες, κεφάλαια, υποκεφάλαια, υποδιαιρέσεις. Καί στήν συνέχεια ακολούθησε τό εξαιρετικά δύσκολο έργο νά συνδέσω καί νά συρράψω τά χωρία, καθώς επίσης νά γεμίσω τυχόν κενά μέσα από τήν σκέψη τού π. Ιωάννου, γιά νά μή αλλοιωθή ο λόγος του. Γιά τόν λόγο αυτόν ανέτρεξα καί διάβασα όλα τά γνωστά καί άγνωστα κείμενά του, γραμμένα κυρίως στήν αγγλική γλώσσα καί τά οποία δέν έχουν δημοσιευθή μεταφρασμένα στά ελληνικά. Είναι γνωστόν ότι ο π. Ιωάννης πέρασε τόν περισσότερο χρόνο τής ζωής του στήν έρευνα, παρά στό γράψιμο, αλλά καί τό μεγαλύτερο τμήμα τών επιστημονικών του ερευνών είναι γραμμένο στήν αγγλική γλώσσα καί είναι ακόμη αμετάφραστο.

Γιά τήν συγγραφή διαφόρων κειμένων μου, χρησιμοποιώ τρείς τρόπους, ήτοι τόν υπολογιστή, τήν υπαγόρευση καί τήν ιδιόχειρη γραφή. Τό έργο αυτό «Εμπειρική Δογματική», πού τελικά ολοκληρώθηκε σέ 850 περίπου σελίδες, γράφηκε ολόκληρο ιδιοχείρως, μέ μολύβι, γιατί μέ διευκόλυνε στήν σύνθεση τών δεκάδων καί εκατοντάδων αποσπασμάτων τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη πού είχα υπ' όψιν μου.

Πάντως, δέν γνωρίζω άν πέτυχα απόλυτα αυτήν τήν σύνδεση, πράγμα πού θά τό πούν οι αναγνώστες. Τό γεγονός είναι ότι επειδή ο π. Ιωάννης ομιλούσε μέ πυκνό λόγο καί τρόπο καί επανελάμβανε τίς ίδιες απόψεις, αφού συνήθως δέν είχε κατά τήν ομιλία του ένα σχεδιάγραμμα, καί οι ομιλίες πού είχα υπ’ όψη μου ήταν από διαφορετικούς χρόνους καί από διαφορετικά ακροατήρια, γι’ αυτό ήταν επόμενο νά δυσκολευθώ στήν οργάνωση καί τόν διαχωρισμό, κατά ενότητες, τού υλικού πού συγκέντρωσα. Επίσης, πρέπει νά υπογραμμίσω ότι κάθε τόμο τόν δούλευσα μέ διαφορετικό τρόπο, πού δέν είναι κατάλληλη η ώρα νά αναλύσω.

Αυτή ήταν η πρώτη καταγραφή. Στήν συνέχεια έπρεπε νά ξεκαθαρισθούν τά κεφάλαια ακόμη περισσότερο, νά ευρεθούν τά επαναλαμβανόμενα χωρία καί νά αποφασισθή ποιό θά παραμείνη καί ποιό θά απομακρυνθή. Διάβασα κάθε τόμο προσεκτικά οκτώ μέ δέκα φορές καί κάθε φορά έκανα τίς αναγκαίες διορθώσεις. Ακόμη καί τώρα πού τό διαβάζω δέν τό χορταίνω, αλλά καί βρήκα μερικά ορθογραφικά καί φραστικά λάθη, τά οποία θά διορθωθούν στήν δεύτερη έκδοση.

Επί πλέον, έδωσα αυτά τά κείμενα καί σέ διάφορα πνευματικά μου παιδιά, καθηγητές Πανεπιστημίων, Θεολόγους, Κληρικούς, μοναχούς, γιά νά διατυπώσουν τίς κρίσεις τους. Σέ πολλά σημεία οι παρατηρήσεις τους μέ βοήθησαν νά βελτιώσω τό κείμενο καί έτσι έλαβαν οι δύο Τόμοι τήν τελική τους μορφή. Επίσης καί κυριολεκτικά τήν τελευταία στιγμή, πρίν νά αρχίση η εκτύπωση, έκανα διορθώσεις. Τήν μεγαλύτερη βοήθεια μού προσέφερε ο Αρχιμ. Καλλίνικος Γεωργάτος, σέ όλες τίς φάσεις τής συγγραφής καί τής επεξεργασίας τού έργου.

Πάντως, παρά τό ότι τό έργο ήταν δυσχερές καί παρά τό ότι δέν υπήρχε κάποια παρόμοια δογματική γιά νά τήν έχω ως πρότυπο, οπότε τό έργο είναι κατ' εξοχήν πρωτότυπο, εν τούτοις τό έκανα μέ μεγάλη χαρά καί μπορώ νά προσθέσω μέ μεγάλη έμπνευση, αλλά καί προσευχή. Δέν αισθανόμουν καθόλου κόπωση καίτοι έγραφα ιδιοχείρως τίς νυκτερινές καί πρωϊνές ώρες. Ζούσα περίπου όπως ο καλλιτέχνης ο οποίος καί όταν βρίσκεται μέσα σέ πολυκοσμία δουλεύει εσωτερικά τό θέμα του καί βιάζεται νά επιστρέψη στό σπίτι του γιά νά συνεχίση τό έργο του καί νά αποτυπώση τήν έμπνευσή του. Καί μάλιστα πολλές φορές όταν εργάζεται πολλές ώρες απορροφάται τελείως από τό αντικείμενο πού συνθέτει ή επεργάζεται. Ένα από τά σημαντικότερα κείμενα τού Β’ τόμου, τό περί σταδίων τής πνευματικής τελειώσεως (κάθαρση, φωτισμός, θέωση) τό έγραψα κατά τήν διάρκεια τών Συνεδριάσεων τής Ιεραρχίας τού Οκτωβρίου 2009, γιά πολλές ημέρες καί όμως μέ είχε απορροφήσει τελείως τό θέμα τού βιβλίου, χωρίς νά παύσω νά συμμετέχω ενεργώς στίς Συνεδριάσεις της καί νά ενημερώνω τούς δημοσιογράφους ως εκπρόσωπος Τύπου τής Ιεράς Συνόδου.

Δοξάζω τόν Θεό γι’ αυτήν τήν δωρεά καί τήν έμπνευση πού μού έδωσε. Κάποιος μού είπε ότι, διαβάζοντας τό βιβλίο, αισθάνθηκε μιά αύρα προσευχής. Αυτό αισθανόμουν καί εγώ συνθέτοντας καί ενοποιώντας τόν ζωντανό προφορικό λόγο τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη.

 

4. Πώς αισθάνθηκα τόν π. Ιωάννη Ρωμανίδη, κυρίως όσο δούλευα μέ τά κείμενά του

 

Στούς προλόγους, τίς εισαγωγές καί τούς επιλόγους καί τών δύο τόμων έχω γράψει μερικά γιά τό θέμα αυτό καί ο αναγνώστης μπορεί νά ανατρέξη σέ αυτά. Εδώ κυρίως θά ήθελα νά τονίσω ότι αισθανόμουν ότι ο π. Ιωάννης είχε ένα είδος κατά Χριστόν σαλότητος. Συμπεριφερόταν, μιλούσε, επικοινωνούσε θεολογικά μέ τούς ανθρώπους, συμμετείχε στά Συνέδρια καί τούς διαλόγους ως ένας κατά Χριστόν σαλός. Είχε καταλήξει στήν αυθεντική θεολογία τών Προφητών, τών Αποστόλων, τών Πατέρων, κατάλαβε τί αλλοιώσεις επέφερε η σχολαστική θεολογία καί η Φραγκολατινική παράδοση, καί ήταν απόλυτος στόν λόγο του καί στίς φράσεις του, σχεδόν «τσεκουράτος».

Μεγάλωσε στό Μανχάταν τής Νέας Υόρκης, σέ ένα όμως καππαδοκικό περιβάλλον, μέ προσευχή καί νηστεία. Τίς γυμνασιακές του σπουδές τίς έκανε σέ παπικό Γυμνάσιο φοίτησε στήν Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή τού Τιμίου Σταυρού Βοστώνης έκανε ευρύτερες σπουδές στήν προτεσταντική Σχολή τού Γέιλ κατά καιρούς σπούδασε στό Πανεπιστήμιο Κολούμπια τής Νέας Υόρκης, στήν Ρωσική Θεολογική Σχολή τού αγίου Βλαδιμήρου Νέας Υόρκης, στήν Ρωσική Θεολογική Σχολή τού αγίου Σεργίου στό Παρίσι, στήν προτεσταντική Σχολή τού Μονάχου Γερμανίας καί μετά ήλθε στήν Αθήνα γιά τήν εκπόνηση τής διδακτορικής του διατριβής. Έπειτα, έκανε διδακτορικό στήν Σχολή Ιστορίας καί Φιλοσοφίας τής Θρησκείας τού Χάρβαρντ, δίδαξε στήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή τού Λιβάνου.

Τό σημαντικό είναι ότι μετά από τέτοιες σπουδές τά εγκατέλειψε όλα, όσα είχε μάθει, κυριολεκτικά τά απαρνήθηκε, «τά έφτυσε», κατά τό κοινώς λεγόμενο, καί μιλούσε συνέχεια γιά τήν κάθαρση τής καρδιάς, τόν φωτισμό τού νού, τήν προσευχή, τήν θεωρία τού Θεού, δηλαδή μιλούσε γιά τήν εμπειρία καί τήν θεολογία τών ησυχαστών μοναχών καί τών Πατέρων, πού τήν θεωρούσε ως τήν βάση τής ορθοδόξου θεολογίας.

Αυτόν τόν θεολογικό λόγο, μαζί μέ τίς παρατηρήσεις του γιά τήν Ρωμηοσύνη καί τήν Φραγκοσύνη, τόν περνούσε σέ Συνέδρια, σέ διαλόγους, σέ μεγάλα ακροατήρια, χωρίς νά υπολογίζη τίς αντιδράσεις τών ακροατών του. Ένας αγιορείτης Ηγούμενος πού τόν είχε ακούσει νά ομιλή καί νά εισηγήται ένα θέμα σέ συνάντηση Θεολογικών Σχολών μού είπε ότι τόν αισθάνθηκε «ως ταύρον εν υαλοπωλείω». Αυτήν τήν νοοτροπία του καί τήν ισχυρά παρρησία του τήν χαρακτηρίζω ως ένα είδος κατά Χριστόν σαλότητος. Μιλούσε στόν 20ο αιώνα μέ τήν νοοτροπία τού 4ου αιώνος, μιλούσε ως ένας ερημίτης καί Πατέρας τών πρώτων αιώνων τής Εκκλησίας, χωρίς νά υπολογίζη τίς αντιδράσεις τών ανθρώπων.

Στήν περίπτωσή του ισχύει αναλογικά ο λόγος τού αγίου Συμεών τού κατά Χριστόν σαλού, όταν πήρε απόφαση νά κατέβη στήν πόλη καί νά κτυπήση τήν υποκρισία καί τόν φαρισαϊσμό τών ανθρώπων. Τότε είπε στόν συνασκητή του: «Πίστευσον εγώ ου μένω, αλλ' εν τή δυνάμει τού Χριστού υπάγω εμπαίζων τώ κόσμω». Καί ο π. Ιωάννης ήταν ένας τέτοιος κατά Χριστόν σαλός πού ενέπαιζε τήν υποκρισία, τόν σχολαστικισμό καί τόν ευσεβισμό τών ανθρώπων τής Εκκλησίας, κυρίως τόν δυτικό χριστιανισμό πού ζούσαν στήν πράξη.

Θεωρώ σημαντική τήν σύμπτωση πού γίνεται η σημερινή παρουσίαση, ημέρα κατά τήν οποία εορτάζουν ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ένας ησυχαστής Πατέρας πού μιλούσε γιά τήν επάνοδο τού νού στήν καρδιά, καί ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο ατρόμητος αυτός ομολογητής τής πίστεως, στήν Σύνοδο τής Φερράρας-Φλωρεντίας. Καί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης είχε στοιχεία καί από τούς δύο αυτούς αγίους, γι' αυτό ήταν διδάσκαλος τού ησυχασμού καί ομολογητής τής ορθοδόξου πίστεως, τόσο στήν Ελλάδα, όσο καί ακτός αυτής στήν Δύση καί τήν Ανατολή.

Τό θέμα είναι πώς έφθασε στό σημείο αυτό ο π. Ιωάννης. Στήν Αμερική κατάλαβε καλά ότι οι Ορθόδοξοι βρίσκονταν σέ μιά σύγχυση, πράγμα τό οποίο παρατηρεί κανείς καί σέ άλλους χώρους. Δηλαδή, όταν ήθελαν νά αντιμετωπίσουν τούς προτεστάντες χρησιμοποιούσαν επιχειρήματα παπικά, καί όταν ήθελαν νά αντιμετωπίσουν τούς παπικούς χρησιμοποιούσαν επιχειρήματα προτεσταντικά. Αυτό σημαίνει ότι δέν είχαν δικό τους ορθόδοξο λόγο. Αυτό παρατηρούσε κανείς παλαιότερα, ίσως καί τώρα, καί σέ μερικούς δικούς μας θεολογικούς κύκλους.

Έχοντας αυτό υπ’ όψη του ο π. Ιωάννης προσπάθησε νά βρή τόν αυθεντικό ορθόδοξο λόγο. Γι’ αυτό στράφηκε στό ευχολόγιο τής Εκκλησίας, τίς προσευχές, τίς ευχές καί τόν τρόπο τών Μυστηρίων, δηλαδή τό lex orandi τής Εκκλησίας, καθώς επίσης επιδόθηκε στήν ανάγνωση τών έργων τών Πατέρων τής Εκκλησίας, ήτοι τών Αποστολικών Πατέρων, τών μεγάλων Πατέρων τών Οικουμενικών Συνόδων καί τών λεγομένων Φιλοκαλικών, δηλαδή τό lex credendi τής Εκκλησίας, όπως λέγει καί ο Andrew Sopko στό εξαιρετικό βιβλίο του Ο προφήτης τής Ρωμαϊκής Ορθοδοξίας, η θεολογία τού Ιωάννου Ρωμανίδη. Γι’ αυτό ο λόγος του είναι ατόφια ορθόδοξος. Καί επειδή ο ίδιος ήταν ευφυής καί είχε έκτακτα διανοητικά χαρίσματα, τά διετύπωνε μέ πολύ ωραίο τρόπο. Η δέ έντονη καί βαθειά φωνή του, καθώς επίσης, η ηρεμία τού λόγου του, αλλά ενίοτε καί ο παλμός του, όταν καυτηρίαζε αιρετικές αποκλίσεις μερικών ορθοδόξων θεολόγων, ενθουσίαζε τούς ακροατές του καί μετέδιδε προσωπικά βιώματα καί έδινε έμπνευση.

Σέ μερικούς έχει σχηματισθή η εντύπωση ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν μονομανής καί επιθετικός εναντίον τών Φραγκολατίνων καί τού Αυγουστίνου, τόν οποίον εκείνοι εχρησιμοποίησαν γιά νά στηρίξουν τίς απόψεις τους. Πράγματι, αυτό φαίνεται από μιά πρόχειρη καί επιφανειακή ανάγνωση τών κειμένων τού π. Ιωάννη. Όμως, άν μελετήση κανείς στό βάθος τήν θεολογική του σκέψη, όπως καταγράφεται κυρίως στούς δύο τόμους τής «Εμπειρικής Δογματικής» καί σέ άλλα κείμενά του, θά διαπιστώση ότι τό όλο θεολογικό του έργο ήταν έργο ενότητας καί οδηγούσε πρός τήν ενότητα.

Ήδη έχω αρχίσει νά μελετώ αυτήν τήν πλευρά τού π. Ιωάννη καί επεξεργάζομαι τό θέμα τής ενότητας στό θεολογικό του έργο σέ τέσσερα κυρίως σημεία, ήτοι ενότητα μεταξύ Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης, στήν ενότητα μεταξύ εβραϊκής σκέψης καί ελληνικής νοοτροπίας, στήν ενότητα μεταξύ ελληνοφώνων καί λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων τών πρώτων αιώνων τής Εκκλησίας καί στήν ενότητα μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας καί άλλων Χριστιανών. Μέσα από αυτήν τήν νοοτροπία έβλεπε τό διασπαστικό έργο τών αιρετικών καί τών Φράγκων, γι' αυτό καί καταφερόταν εναντίον τους. Στήν πραγματικότητα μέσα από αυτές τίς τέσσερεις πλευρές έβλεπε τήν επιστροφή τών Χριστιανών στήν ενότητα τής πίστεως καί τήν κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος. Αυτό όμως είναι ένα θέμα τό οποίο δέν είναι τής παρούσης ώρας.

Πρίν περατώσω τόν λόγο, θά ήθελα νά ευχαριστήσω τήν Ιερά Μονή Γενεθλίου τής Θεοτόκου – Πελαγίας, τήν Γερόντισσα Σιλουανή καί τίς μοναχές πού εξέδωσαν καί τούς δύο αυτούς τόμους, μέ πολύ μεγάλο ζήλο, αλλά νά ευχαριστήσω καί τόν Σεβ. Μητροπολίτη Θηβών καί Λεβαδείας κ. Γεώργιον, αγαπητό εν Χριστώ αδελφό, πού ευλογεί αυτήν τήν προσπάθεια, η οποία αποτελεί καί τό ιεραποστολικό έργο τής Ιεράς Μονής καί τό εργόχειρο τών μοναζουσών της. Επίσης, νά ευχαριστήσω θερμότατα τόν Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών καί Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ο οποίος ως Μητροπολίτης Θηβών καί Λεβαδείας προστάτευσε εμένα καί τό Μοναστήρι καί υπήρξε ο κύριος αίτιος όλου αυτού τού έργου, ακόμη καί τού εκδοτικού.

Οπωσδήποτε, θά ήθελα νά ευχαριστήσω καί όλους εσάς πού ήλθατε σήμερα στήν παρουσίαση αυτή, ιδιαιτέρως τούς τρείς εισηγητές, αλλά καί τόν κ. Αθανάσιο Σακαρέλλο, πού μού έδωσε τό περισσότερο υλικό (κασέτες), μέ τήν προτροπή νά αξιοποιήσω τήν διδασκαλία τού μεγάλου διδασκάλου τής Ορθοδόξου Παραδόσεως. Καί εύχομαι ο Θεός νά αναπαύση τήν ψυχή τού μακαριστού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, τού Θεολόγου καί «Προφήτου τής Ρωμηοσύνης» γιά τούς κόπους πού κατέβαλε γιά νά διδάξη τήν «εμπειρική δογματική» καί, φυσικά, μέ τήν υπόμνηση ότι έχουμε καθήκον νά φροντίζουμε γιά τό πώς τό δόγμα θά γίνη τροφή καί ζωή.

Θά τελειώσω μέ έναν λόγο τού Ρώσου θεολόγου Αλέξη Χομιακώφ (1804-1860), συγχρόνου τού μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη Φ. Ντοστογιέφσκι, ο οποίος έγραψε σέ μιά επιστολή του: «Υπάρχει ένας νόμος, τόν οποίον δέν θά βρήτε σέ ιστορικά συγγράμματα, αλλά ασφαλώς ισχύει στήν πραγματική ιστορία: ηγετικοί άνδρες δέν μπορούν νά γίνουν ηγήτορες τής δικής τους εποχής αυτοί ηγούνται μόνον εκείνων πού τούς ακολουθούν, διότι οι σύγχρονοί τους δέν είναι ακόμη έτοιμοι». Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν ένας θεολόγος ηγέτης, πού άνοιξε δρόμους καί προοπτικές, επηρέασε οπωσδήποτε πολλούς θεολόγους τής εποχής του, άν καί η πλειονότητα δέν ήταν ακόμη έτοιμη νά τόν δεχθή, αλλά κυρίως θά επηρεάση τίς επόμενες γενιές καί θά δημιουργήση μιά άλλη αίσθηση τών θεολογικών καί εκκλησιαστικών πραγμάτων.

 

ΠΗΓΗ: http://www.parembasis.gr/2011/11_01_18.htm. Το είδα: Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011, http://nikopoulos.blogspot.com/2011/02/blog-post_17.html

Ο π. Ιω. Ρωμανίδης και η «εμπειρική Δογματική» Ι

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και η «εμπειρική Δογματική» – Μέρος Ι

 

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Βλάχου)


 

Θά ήθελα νά ευχαριστήσω εκ καρδίας τούς τρείς διακεκριμένους εισηγητάς τής σημερινής παρουσιάσεως τών δύο τόμων τής «Εμπειρικής Δογματικής, κατά τίς προφορικές παραδόσεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη», πού μέ τόν λόγο τους έκαναν ένα μνημόσυνο στόν μεγάλο αυτόν διδάσκαλο τής Ρωμηοσύνης καί τής θεολογίας τών Προφητών, Αποστόλων καί Πατέρων.

Νά μνημονεύσω τόν αγαπητό Πρωτοπρεσβύτερο καί Καθηγητή π. Γεώργιο Μεταλληνό, πού συντόνισε τήν σημερινή συνάντηση καί ομίλησε γιά τόν πεφιλημένο διδάσκαλο μέ καρδιακά αισθήματα, όπως καί τό κάνει επανειλημμένως. Ο ίδιος θεωρεί τιμή πού τόν αποκαλούν μαθητή τού π. Ιωάννου, άν καί δέν διετέλεσε ποτέ φοιτητής του. Νά ευχαριστήσω τόν Πρωτοπρεσβύτερο π. Στέφανο Αβραμίδη, μαθητή τού π. Ιωάννου στήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, ο οποίος πολλάκις τόν ανέπαυσε καί τόν βοήθησε ποικιλοτρόπως καί στό γραφείο τού οποίου κατέφευγε πολλές φορές ο αείμνηστος π. Ιωάννης. Επίσης, νά ευχαριστήσω τόν καθηγητή κ. Λάμπρο Σιάσο, ο οποίος ήταν μαθητής του στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί επηρεάσθηκε από αυτόν.

Ευχαριστώ καί τούς τρείς, γιατί δέχθηκαν νά παρουσιάσουν τό δίτομο αυτό έργο, νά ομιλήσουν γιά τόν μακαριστό διδάσκαλο τής Ρωμηοσύνης καί τής ορθοδόξου θεολογίας καί νά πούν λόγο καρδιακό καί γιά τήν ελαχιστότητά μου. Εξομολογούμενος θά ήθελα νά πώ ότι, παρά τό ότι εξέδωσα πολλά βιβλία στήν ελληνική γλώσσα, εν τούτοις αρνήθηκα προτάσεις γιά δημόσια παρουσίαση γιά κάποιο από αυτά. Εξαίρεση γίνεται γιά τό δίτομο αυτό έργο τής «Εμπειρικής Δογματικής», γιατί θέλω νά προβληθή τό πρόσωπο τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ιδίως εφέτος πού συμπληρώνεται δεκαετία από τήν κοίμησή του.

Θά ήθελα κλείνοντας τήν σημερινή εκδήλωση νά τονίσω τέσσερα «πώς», δηλαδή τέσσερα σημεία πού συνδέονται μέ τό πρόσωπο καί τό έργο τού μακαριστού Διδασκάλου τής ορθοδόξου Πνευματικότητας.


 1. Πώς ανακάλυψα τόν π. Ιωάννη Ρωμανίδη

Η ανακάλυψη εκ μέρους μου τού π. Ιωάννου έγινε προοδευτικά. Τόν γνώρισα, όπως περίπου γνωρίζει κανείς κάποιον καλλιτέχνη, αφού πρώτα ακούει γι’ αυτόν, έπειτα θαυμάζει τά έργα του καί στήν συνέχεια συναντά καί τόν ίδιο προσωπικά.

Στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, όπου σπούδαζα (1964-1968) καί στά επιλεγόμενα μαθήματα άκουσα γι’ αυτόν, γιά πρώτη φορά, πρίν έλθη στήν Ελλάδα. Στό επιλεγόμενο μάθημα τής Πατρολογίας, μέ τόν καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου, έγινε κάποτε τό 1967 συζήτηση γιά ένα θεολογικό ζήτημα. Μερικοί μεταπτυχιακοί από τήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης Αμερικής αναφέρθησαν διεξοδικώς στόν άγιο Ιγνάτιο τόν Θεοφόρο καί μετά σέ άλλους Αποστολικούς Πατέρας τής Εκκλησίας. Τότε ο καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου είπε: «γνήσιοι μαθητές τού Ρωμανίδη». Τήν εποχή εκείνη ο π. Ιωάννης δίδασκε στήν Θεολογική Σχολή Βοστώνης καί βέβαια ησχολείτο ιδιαιτέρως μέ τούς αγαπητούς του Αποστολικούς Πατέρας.

Στό τέλος τού τετάρτου έτους τών σπουδών μου ο καθηγητής Ιωάννης Καλογήρου, πού μάς δίδασκε κατά ανάθεση τό μάθημα τής Δογματικής, αφού η έδρα ήταν κενή, μάς ανήγγειλε, μέ μεγάλη χαρά ότι εξελέγη νέος Καθηγητής γιά τήν Δογματική, ένας μεγάλος θεολόγος από τήν Αμερική καί θά άρχιζε τά μαθήματα τήν επομένη χρονιά. Βέβαια, ακούγαμε γι’ αυτόν, γιά τήν συζήτηση πού προκάλεσε, πρίν λίγα χρόνια στήν Θεολογική Σχολή Αθηνών, η διδακτορική του διατριβή πού είχε υποβληθή. Όμως, έλαβα τό πτυχίο τής Θεολογικής Σχολής, χωρίς νά έχη αρχίσει τήν παράδοση τών μαθημάτων του καί έτσι δέν τόν γνώρισα τότε προσωπικά. Άκουγα γι’ αυτόν από τά πνευματικά μου παιδιά πού σπούδαζαν στό Πανεπιστήμιο τής Θεσσαλονίκης καί ομιλούσαν μέ ενθουσιασμό γι’ αυτόν. Μού έφερναν νά ακούσω διάφορες μαγνητοφωνημένες κασέτες καί τά πρώτα κείμενά του. Αγόρασα τό βιβλίο τής «Δογματικής» του καί άρχιζα νά τήν διαβάζω μέ ικανοποίηση καί ενθουσιασμό.

Αργότερα τόν γνώρισα προσωπικά στήν Αθήνα, μετά τήν αναγκαστική, πλήν όμως μέσα στό σχέδιο τού Θεού, μετακίνησή μου εκεί από τήν Εδεσσα, στό Γραφείο τού δικηγόρου κ. Αθανασίου Σακαρέλλου, τόν οποίον αγαπούσε πολύ, όπου παρέδιδε μαθήματα σέ έναν κύκλο είκοσι μέ τριάντα μαθητών, καί ήμουν ακροατής διαφόρων παραδόσεών του στόν Ιερό Ναό τής Αγίας Μαρίνης Ιλισίων. Θυμάμαι μιλούσε μέ σταθερό καί αυθεντικό τρόπο, χωρίς νά έχη μπροστά του σημειώσεις καί συνέδεε στενά τήν θεολογία μέ τήν ιστορία. Στήν παράδοσή του είχε στόχο. Μέ τόν καιρό γνωρισθήκαμε καλύτερα, τόν επισκεπτόμουν στό σπίτι του, συμφάγαμε σέ διάφορα φιλικά σπίτια, πήγαμε μαζί στό Βανκούβερ τού Καναδά γιά νά παραδώσουμε μαθήματα γιά τρείς ημέρες σέ ειδικό σεμινάριο πού διοργάνωσε η Orthodox Church of America (OCA) καί είχαμε καθημερινή σχεδόν τηλεφωνική επικοινωνία. Τελικά, μού ζήτησε νά τόν προσλάβω στήν Ιερά Μητρόπολή μου ως Ιερέα, πράγμα πού έγινε μετά από απολυτήριο πού εξεδόθη από τήν Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής, χωρίς βεβαίως νά εγγραφή στούς μισθολογικούς κατάλόγους. Τόν εκτιμούσα, τόν αγαπούσα καί τόν σεβόμουν γιά τήν θεολογία πού δίδασκε, αλλά κυρίως γιά τό ταπεινό καί ευγενικό του ύφος. Δικά μου πνευματικά παιδιά τόν βοηθούσαν σέ διάφορες εργασίες του, αφιερώνοντας πολύ χρόνο μαζί του, ακόμη καί τίς νυκτερινές ώρες.


2. Πώς εξετίμησα τά κείμενά του

 

Είχα τήν εξαιρετική ευλογία από τόν Θεό νά είμαι φοιτητής στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, μέσα στό κέντρο τής μελέτης τών έργων τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Έτσι, διάβαζα γιά τήν θεολογία τού μεγάλου αυτού αγιορείτου καί θεόπτου Πατρός, όπως επίσης διάβαζα καί τά έργα τών μεγάλων Πατέρων τής Εκκλησίας, επισκεπτόμουν τό Άγιον Όρος καί είχα επικοινωνία μέ τούς ερημίτας πατέρας, τούς οποίους ρωτούσα γιά τήν ευχή καί γενικά γιά τήν πνευματική ζωή. Στήν Έδεσσα, ο αείμνηστος γέροντάς μου Μητροπολίτης Καλλίνικος μέ προέτρεψε νά μελετώ τά έργα τού αγίου Νικοδήμου τού αγιορείτου, ιδίως τό Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον καί τό Εορτοδρόμιον, καί τών άλλων φιλοκαλικών Πατέρων. Έπειτα, γνώρισα τόν γέροντα Σωφρόνιο από τόν οποίο ωφελήθηκα πολύ. Αργότερα διάβασα όλα τά εκδοθέντα κείμενα τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου.

Ευρισκόμενος μέσα σέ αυτήν τήν ατμόσφαιρα γνώρισα τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη καί τά εκτίμησα δεόντως. Κατάλαβα τήν πνευματική τους συγγένεια μέ τά έργα τών Πατέρων τής Εκκλησίας. Στήν πραγματικότητα ο π. Ιωάννης συνδύαζε άριστα τήν ησυχία μέ τήν θεολογία, τήν άσκηση μέ τήν καθηγητική έδρα, τήν προσευχή μέ τήν θεολογική έκφραση.

Έτσι, μπορώ νά πώ ότι δέν διάβασα πρώτα τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη καί στήν συνέχεια ανέτρεξα στά έργα τών αγίων Πατέρων, αλλά πρώτα είχα μελετήσει τά έργα όλων τών γνωστών καί μεγάλων ησυχαστών Πατέρων καί στήν συνέχεια γνώρισα τά έργα τού μακαριστού καθηγητού. Ένοιωσα ότι είχε καταλάβει τό πνεύμα τών Πατέρων καί είχε συλλάβει τήν πεμπτουσία τής διδασκαλίας τους. Καταλάβαινα ότι εξέφραζε τήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων μέ έναν σύγχρονο τρόπο, χωρίς όμως νά τά αλλοιώνη, χωρίς νά είναι νεοπατερικός ή μεταπατερικός θεολόγος. Ο προφορικός λόγος του ήταν μιά ζωντανή αφομοιωμένη τροφή. Ο ίδιος είχε γνωρίσει τόν σχολαστικισμό καί τόν ηθικισμό τών δυτικών Χριστιανών στήν Αμερική, γνώρισε δέ καί τόν ησυχασμό σέ διαφόρους αγιορείτες καί ασκητές καί γι' αυτό ο λόγος του ήταν αυθεντικός, ορθόδοξος. Είναι χαρακτηριστικά τά όσα είπε σέ μιά ομιλία του:

«Εγώ, επειδή πέρασα τά στάδια τής σχολαστικής θεολογίας στήν δική μου ζωή, όταν ήλθα στήν Ελλάδα μού έκανε μεγάλη εντύπωση όταν έβλεπα τούς σημερινούς ορθοδόξους θεολόγους στό Πανεπιστήμιο τών Αθηνών νά ζητούν συγγνώμη από όλο τόν κόσμο, γιατί καί εμείς δέν είχαμε σχολαστική θεολογία, όπως έχουν οι δυτικοί καί σταματήσαμε στούς Πατέρες τής Εκκλησίας μέχρι τόν Δαμασκηνό καί τόν Ισίδωρο Σεβίλλης ή τόν Μέγα Φώτιο».

Έτσι, μελετώντας τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη διέκρινα τόν καθαρό, ορθόδοξο, πατερικό λόγο, ο οποίος στήν πραγματικότητα απαντούσε σέ όλες τίς προκλήσεις τής δυτικής θεολογίας, αλλά καί τής δικής μας θεολογίας πού είχε επηρεασθή από τήν σχολαστική θεολογία, δηλαδή τόν σχολαστικισμό καί ηθικισμό. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, μέ τόν λόγο του καί τά γραπτά του, είχε έναν σημαντικό στόχο, παρουσίαζε τήν καθαρή διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, πού ήταν ησυχαστική καί θεωτική… Συνέχεια στο Μέρος ΙΙ 

 

ΠΗΓΗ: http://www.parembasis.gr/2011/11_01_18.htm. Το είδα: Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011, http://nikopoulos.blogspot.com/2011/02/blog-post_17.html

Το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής

Το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής*

 

(+) Του πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν (1921-1983)


 

Πώς θα μπορούσε η Μεγάλη Σαρακοστή να έχει όχι μια απλή επιφανειακή αλλά μια αληθινή επίδραση στην ύπαρξή μας; Πώς είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τη Μεγάλη Σαρακοστή όπως μας μεταδίδεται κυρίως μέσα από τη λατρεία αυτής της περιόδου;

Τούτη η ζωή είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων εκείνων που ζούσαν τον καιρό που γράφονταν αυτοί οι ύμνοι και οι ακολουθίες και συντάσσονταν οι κανόνες και τα τυπικά. Ζούσε τότε κανείς σε μια σχετικά μικρή και βασικά αγροτική κοινωνία, μέσα σ' ένα οργανωμένο ορθόδοξο κόσμο και η Εκκλησία διαμόρφωνε το γενικό ρυθμό της ζωής του. Τώρα όμως ζούμε σε τεράστια αστικά κέντρα, σε τεχνοκρατούμενες κοινωνίες, πληθωρικές στα θρησκευτικά «πιστεύω» τους με εκκοσμικευμένες απόψεις για τον κόσμο και μέσα σ' αυτές εμείς οι ορθόδοξοι αποτελούμε μια ασήμαντη μειονότητα. Η Μεγάλη Σαρακοστή δεν είναι πια «αισθητή» όπως ήταν παλιά στην Ελλάδα ή στην Ρωσία, ας πούμε. Η ερώτησή μας λοιπόν είναι πολύ ουσιαστική: πώς μπορούμε εμείς – πέρα από το να κάνουμε μια ή δυο «συμβατικές» αλλαγές στην καθημερινή ζωή μας – να τηρήσουμε τη Σαρακοστή;

Είναι φανερό, λόγου χάρη, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, όπως έχουμε πει, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μας μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής.

Και εφ’ όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν' απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή, δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις. Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής.

Σαν Θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («… και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων...» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.

Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχθεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν' αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό.

Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή “τηρείται" ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετανοίας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική και πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας;

Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα – θα έλεγα και μοναδικά – από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ' αυτό δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».
Η πραγματική αιτία για την οποία βαθμιαία χάνουμε την επίδραση της Σαρακοστής στη ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Είναι η δική μας συνειδητή ή ασυνείδητη μείωση της θρησκείας σε ένα επιπόλαιο τυπικισμό και συμβολισμό, πράγμα που αποτελεί ακριβώς το ξεστράτισμα και μετριάζει τη σοβαρότητα των απαιτήσεων της θρησκείας από τη ζωή μας, την αίτηση για δέσμευση και προσπάθεια. Αυτή η μείωση, θα πρέπει να προσθέσουμε, είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιόμορφη στην Ορθοδοξία. Οι χριστιανοί της Δύσης, Καθολικοί ή Προτεστάντες, όταν αντιμετωπίζουν αυτό που εκείνοι θεωρούν «αδύνατον» αλλάζουν την ίδια τη θρησκεία, την «προσαρμόζουν» στις νέες συνθήκες έτσι ώστε να την κάνουν «εφαρμόσιμη». Πρόσφατα, λόγου χάρη, είδαμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πρώτα να ελαττώνει τη νηστεία στο κατώτατο όριο και ύστερα να την ξεφορτώνεται τελείως.

Με σωστή και δικαιολογημένη αγανάκτηση, καταγγέλλουμε μια τέτοια «προσαρμογή» σαν προδοσία της χριστιανικής παράδοσης και σαν περιορισμό στο ελάχιστο της χριστιανικής πίστης. Και πραγματικά, η αλήθεια και η δόξα της Ορθοδοξίας είναι ότι δεν «προσαρμόζεται» και δεν συμβιβάζεται με τις χαμηλότερες επιδιώξεις και δεν κάνει το Χριστιανισμό «εύκολο». Αυτό είναι η δόξα για την Ορθοδοξία αλλά φυσικά, όχι για μας, τους ορθόδοξους.

Δεν είναι σήμερα, ούτε και χθες, αλλά πολύ παλιότερα που βρήκαμε ένα τρόπο να συμφιλιώνουμε τις απόλυτες απαιτήσεις της Εκκλησίας με την ανθρώπινη αδυναμία μας και αυτό δεν γίνεται μόνο με «απώλεια του προσώπου» αλλά και με πρόσθετες αφορμές για αυτοδικαίωση και ήσυχη συνείδηση.
Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η εκπλήρωση αυτών των απαιτήσεων συμβατικά, και ο συμβολικός τυπικισμός που διαποτίζει σήμερα όλη τη θρησκευτική μας ζωή. Έτσι, λόγου χάρη, δε θα σκεπτόμασταν ποτέ να αναθεωρήσουμε τη Λειτουργία μας καί τους μοναστικούς κανονισμούς της –  Θεός φυλάξοι! – θα συνεχίζαμε όμως να ονομάζουμε την ακολουθία της μιας ώρας «ολονύκτια αγρυπνία» και υπερήφανα θα εξηγούσαμε ότι αυτή είναι η ίδια ακολουθία που έκαναν οι μοναχοί στη Λαύρα του Αγίου Σάββα τον 9ο αιώνα!
Σε σχέση με τη Μεγ.Σαρακοστή, αντί να κάνουμε ουσιαστικές ερωτήσεις – «τι είναι νηστεία; ή «τι είναι Σαρακοστή»; – εμείς ικανοποιούμαστε με τα σύμβολά της. Στα εκκλησιαστικά περιοδικά και φυλλάδια εμφανίζονται συνταγές για «ένα υπέροχο νηστήσιμο πιάτο»! Μπορεί ακόμα η ενορία και να συγκεντρώσει μερικά πάρα πάνω χρήματα οργανώνοντας ένα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανό γεύμα».

Είναι τόσα πολλά εκείνα που στις εκκλησίες μας εξηγούνται συμβολικά σαν ενδιαφέροντα, πολύχρωμα και διασκεδαστικά έθιμα και παραδόσεις, σαν κάτι δηλαδή που μας δένει όχι τόσο πολύ με το Θεό και με μια νέα ζωή «εν Αυτώ», όσο με το παρελθόν και τις συνήθειες των προγόνων μας, ώστε γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απ' αυτά τα λαϊκά έθιμα τη σοβαρότητα της θρησκείας σε όλη της την έκταση.

Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει τίποτε το άσχημο στα διάφορα έθιμα. Όταν αυτά πρωτοεμφανίστηκαν ήταν τα μέσα με τα οποία η κοινωνία μπορούσε να δείξει ότι έπαιρνε στα σοβαρά τη θρησκεία. Τότε τα έθιμα δεν ήταν σύμβολα, αλλά η ίδια η ζωή. Αυτό που συνέβηκε πάντως ήταν το ότι καθώς άλλαξε η ζωή και έπαψε λίγο λίγο η θρησκεία να τη διαμορφώνει στην ολότητά της, λίγα από τα έθιμα διασώθηκαν σαν σύμβολα ενός τρόπου ζωής που δεν υπήρχε πια. Και αυτό που διασώθηκε ήταν εκείνο που, αφ' ενός είναι έντονα ζωντανό και αφ' ετέρου είναι λιγότερο δύσκολο.

Ο πνευματικός κίνδυνος εδώ είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει τη θρησκεία σαν ένα σύστημα από σύμβολα και έθιμα μάλλον παρά να ερμηνεύει όλα αυτά σαν μια πρόκληση για πνευματική ανανέωση και προσπάθεια.

Μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που γίνεται για να προετοιμάζονται νηστίσιμα φαγητά ή για το πασχαλινό τραπέζι, παρά για τη νηστεία και τη συμμετοχή στην πνευματική πραγματικότητα του Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα έθιμα και οι παραδόσεις δε συνδεθούν και πάλι με τη γενική θρησκευτική αντίληψη από την οποία προέρχονται, όσο δηλαδή δεν παίρνουμε στα σοβαρά τα σύμβολα, η Εκκλησία θα παραμένει χωρισμένη από τη ζωή και δεν θα την επηρεάζει καθόλου. Αντί να παριστάνουμε με σύμβολα την «πλούσια κληρονομιά» μας καιρός είναι ν' αρχίσουμε να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή ζωή μας.

Το να πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ότι θα τη θεωρούμε, πρώτα απ' όλα με την πιο βαθιά έννοια, μια πνευματική πρόκληση που απαιτεί αντίδραση, απόφαση, πρόγραμμα και συνεχή προσπάθεια. Και ακριβώς για το λόγο αυτό, όπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν από την Εκκλησία οι εβδομάδες προετοιμασίας για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Η περίοδος αυτή είναι καιρός για δράση, για απόφαση, για προγραμματισμό. Και ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος είναι ν' ακολουθήσουμε την καθοδήγηση της Εκκλησίας που είναι η μελέτη και ο στοχασμός πάνω στα πέντε ευαγγελικά θέματα που μας προσφέρονται τις πέντε Κυριακές της περιόδου πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Τα θέματα αυτά είναι: η διακαής επιθυμία (Ζακχαίος), η ταπείνωση (Τελώνης και φαρισαίος), η επιστροφή από την εξορία (Άσωτος), η κρίση (Κυριακή της Απόκρεω) και η συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αυτές οι ευαγγελικές περικοπές δεν διαβάζονται μόνο και μόνο για ν’ ακουστούν στην Εκκλησία. Σκοπός είναι να τις «πάρω μαζί μου στο σπίτι» και να στοχαστώ πάνω σ' αυτές σχετίζοντάς τις μάλιστα με τη ζωή μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις μου, το ενδιαφέρον μου για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους ζω. Αν σ' αυτή την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσει κανείς και την προσευχή αυτής της περιόδου: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα…» και τον ψαλμό 136 «επί των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν...» μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νιώθεις ότι είσαι με την Εκκλησία», και πώς μπορεί μια λειτουργική περίοδος να χρωματίσει τη καθημερινή ζωή.

Επίσης είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να διαβάσει κανείς κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ο σκοπός δε αυτού του διαβάσματος δεν είναι μόνο ν' αυξήσουμε τις θρησκευτικές γνώσεις μας είναι βασικά να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ' όλα όσα συνήθως το πλημμυρίζουν. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο στο μυαλό μας συνωστίζονται όλων των ειδών οι έννοιες, τα ενδιαφέροντα, οι αγωνίες και οι εντυπώσεις και πόσο ελάχιστο έλεγχο ασκούμε πάνω σ' όλα αυτά.

Διαβάζοντας ένα θρησκευτικό βιβλίο συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το συνηθισμένο περιεχόμενο των σκέψεών μας• δημιουργείται έτσι μια άλλη διανοητική και πνευματική ατμόσφαιρα. Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι «συνταγές» ίσως να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να προετοιμαστεί κανείς για τη Σαρακοστή.

Το βασικό σημείο είναι ότι, στη διάρκεια αυτής της περιόδου βλέπουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, σαν κάτι δηλαδή που ακόμα έρχεται και που μας το στέλνει ο ίδιος ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για εμβάθυνση, και ότι παίρνουμε αυτή την επερχόμενη ευκαιρία πολύ στα σοβαρά.

Έτσι, όταν την Κυριακή της Συγγνώμης αφήνουμε το σπίτι μας και πάμε στον Εσπερινό, μπορεί να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας – έστω και για λίγο –  τα λόγια από το Μεγάλο Προκείμενο που ανοίγει τη Μεγάλη Σαρακοστή:

Mη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι…

 

*Απόσπασμα του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν από το βιβλίο του Μ. Σαρακοστή (εκδ. Ακρίτας) με θέμα το νόημα της Μ. Σαρακοστής στη ζωή μας σήμερα.


Πηγή: ΘΑΝΟΣ ΕΥΗ kookfamily, Το είδα: Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011, http://amethystosbooks.blogspot.com/2011/03/blog-post_09.html

Λειτουργική Γλώσσα

Λειτουργική Γλώσσα* 

Συγγραφέας: Φώτης Σχοινάς


 

Η Ελληνική γλώσσα έχει μια μοναδική δυναμικότητα. Εφ’ όσον είναι προϊόν διαχρονικού πολιτισμού αιώνων, μπορεί να εκφράσει όλο το εύρος πλάτος και μήκος των αισθημάτων, των βιωμάτων, των εμπειριών, αλλά και όλων των υψηλών διανοημάτων των ισορροπημένων προγόνων μας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Μέσω αυτής εκφράστηκε ο οικου­μενικός άνθρωπος, ο ώριμος άνθρωπος, ο φιλοσοφημένος άνθρωπος, ο άνθρωπος της εσωτε­ρικής ευαισθησίας αλλά και της δημιουργικής αυτοκυριαρχίας.

Συνέχεια

Λειτουργία επ. έρευνας – λειτουργική γνωσιολογία

Η λειτουργία της επιστημονικής έρευνας και η λειτουργική γνωσιολογία

 

Του π. Γεωργίου Αναγνωστόπουλου*

 

Eισαγωγή

 
 
 
Πριν από λίγα χρόνια βρέθηκα επισκέπτης στην Ι. Μ. του Τ. Προδρόμου, στο Essex της Μ. Βρετανίας, που αποτελείται από Oρθόδοξους μοναχούς από όλη την Ευρώπη. Το μοναστήρι αυτό το ίδρυσε ένας εξέχων πνευματικός άνθρωπος της εποχής μας, ο γέροντας  Σωφρόνιος  Σαχάρωφ, Pώσος στην καταγωγή, ζωγράφος και πνευματικός αναζητητής στα νεανικά του χρόνια, ασκητής στο Άγιον Όρος στην συνέχεια και πνευματικός οδηγητής πολλών Eυρωπαίων προς το τέλος της ζωής του. Στην Μονή μού ζήτησαν να μιλήσω σε μια σύναξη προσκυνητών.

Ήταν δύσκολο για μένα να δεχθώ την πρόσκληση αυτή, μέχρι που πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο του Γέροντα Σωφρονίου, με τίτλο «Περί Προσευχής», και διάβασα την πρώτη φράση του βιβλίου. Συνειδητοποίησα το θέμα για το οποίο θα μπορούσα να πω λίγα λόγια. Η πρώτη φράση του βιβλίου ήταν η εξής: «Η προσευχή είναι ατελεύτητος δημιουργία, ανωτέρα πάσης τέχνης ή επιστήμης[1]». Η τοποθέτηση αυτή ήταν το έναυσμα για εκείνη την μικρή ομιλία και για σκέψεις συνεχείς τα επόμενα χρόνια, και κατά κάποιο τρόπο, είναι και η βάση της σημερινής μου ομιλίας.

Η θέση ότι «η προσευχή είναι ανωτέρα πάσης τέχνης ή επιστήμης», προκύπτει ως αποτέλεσμα συγκρίσεως και υποδηλώνει μια συσχέτιση μεταξύ της προσευχής αφενός και της τέχνης ή της επιστήμης αφετέρου. Παρουσιάζεται λοιπόν η Προσευχή ως οδός γνώσεως και εμπειρίας, αφού συγκρίνεται με την Επιστήμη και ως οδός ομορφιάς και δημιουργίας – μάλιστα «ατελεύτητης δημιουργίας»-, αφού συγκρίνεται με την Τέχνη.

Θα συζητήσω λοιπόν στην συνέχεια ορισμένα χαρακτηριστικά της ερευνητικής πρακτικής και μεθοδολογίας, συγκρίνοντάς τα με χαρακτηριστικά της πορείας προς την πνευματική γνώση, όπως αυτή μας παραδίνεται μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα στην ζωή και το πνεύμα της Θείας Λειτουργίας. Και, κατά κάποιο τρόπο, θα παρουσιάσω τις ταπεινές μου παρατηρήσεις, ως επιβεβαίωση του αποφθεγματικού λόγου του Γέροντα Σωφρονίου. Ότι, δηλαδή, «Η προσευχή είναι ατελεύτητος δημιουργία, ανωτέρα πάσης τέχνης ή επιστήμης».

Τι είναι η Θ. Λειτουργία; Είναι αυτή που δίνει ζωή μέσα στους αιώνες σε εκατομμύρια ανθρώπους. Είναι σαν σταγόνες βροχής που πέφτουν ήρεμα και ποτίζουν τη γη για να βλαστήσει. Είναι σαν φωτιά που θερμαίνει την ύλη για να γίνει φωτιστική. Είναι σαν απειλητικός άνεμος, στον οποίο δεν αντέχουν οι θεωρητικές κατασκευές και οι ιδιοτελείς προθέσεις, και υποχωρούν.

Και τι είναι η Επιστήμη; Είναι εκείνο το φαινόμενο που έχει προσδιορίσει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών τους τελευταίους αιώνες, και ολοκλήρου σχεδόν του κόσμου σήμερα.

Μία σύγκριση, λοιπόν, των δύο μεθόδων γνώσεως, της Λειτουργικής και Επιστημονικής, είναι, κατά τη γνώμη μας, εξαιρετικής σημασίας για την ζωή μας σήμερα.


ΜΕΡΟΣ Α

 


Α1. H πίστη ως προϋπόθεση της γνώσης


Προ καιρού βρέθηκα σ' ένα Πανεπιστήμιο στην Μ. Βρετανία για μια επιστημονική συνεργασία. Εκεί με πλησίασε ένας Έλληνας ερευνητής με φιλοσοφικές ανησυχίες και η συζήτηση εξελίχθηκε γρήγορα σε διερεύνηση καίριων επιστημολογικών θεμάτων. Ο συνομιλητής μου επιτέθηκε στη νεώτερη Επιστημολογία. «Είχα επισημάνει, πρώτος νομίζω, μου λέει, ότι οι αρχές του Popper είναι ανορθολογικές. Ό,τι δεν αποδεικνύεται ορθολογικά δεν το συζητάμε», πρόσθεσε με ύφος που μάλλον ήθελε να προκαλέσει την αντίδρασή μου. «Θα θέλατε να μου ορίσετε τι εννοείτε "αληθές";», ερωτώ. «Αληθές, μου απαντά με ευκολία, είναι ό,τι μπορεί να αποδειχθεί επιστημονικά». «Μάλιστα. Η δήλωση που μόλις εκφέρατε μπορεί να αποδειχθεί επιστημονικά;», ερωτώ πάλι. «Όχι», μου απαντά με κάποιο τρόπο σαν να επειγόταν τώρα να εξομολογηθεί. «Ασφαλώς, ο ορισμός της επιστημονικής αλήθειας στηρίζεται σε μια λογική αντίφαση».

Ανέφερα τον προηγούμενο διάλογο, γιατί θεώρησα σημαντικό όχι την αξία των απαντήσεων που έδωσε ο συνομιλητής μου, που δεν ήταν πρωτότυπες, αλλά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος συνομιλητής μου μπορούσε να επιμένει σε μια «ορθολογική» περιγραφή της επιστήμης, έχοντας υπόψη του όλα τα κενά του Λογικού Θετικισμού και την επαναστατική αντίληψη για την επιστημολογία που έχουν επιβάλει στην νεότερη επιστημολογία με τις έρευνες τους οι Popper, Khun, Lakatos, Feyerabend και άλλοι. Διότι βέβαια, η απάντηση στο ερώτημα «τι σχέση έχει επιστήμη με την αλήθεια» ή και ακόμη στο ερώτημα «ποιο είναι το κριτήριο της επιστημονικής γνώσης» δεν δίνεται από τον άνθρωπο ως επιστήμονα, διότι καμία επιστημονική θεωρία δεν αντιμετωπίζει το ανωτέρω ερώτημα, αλλά δίνεται σ' ένα ορίζοντα ευρύτερο της επιστημονικής μεθόδου. Δίνεται δηλαδή από τον επιστήμονα ως άνθρωπο-φιλόσοφο.

Η άποψη του συνομιλητή μου, ότι η επιστημονική περιγραφή του κόσμου είναι η τελική γνώση της αλήθειας, προϋποθέτει την άποψη ότι ο κόσμος είναι πλήρως αναγνώσιμος δια της επιστημονικής μεθόδου. Αλλά από πού προκύπτει ότι ο άνθρωπος με τις δυνάμεις του – την επιστημονική μέθοδο- μπορεί να γνωρίσει τον κόσμο απολύτως; «Η πίστη αυτή στην επιστήμη, έτσι όπως υπάρχει σήμερα, είναι εξίσου ανορθολογική με την οποιαδήποτε θρησκευτική πίστη. Η μεγάλη πλειοψηφία των σημερινών ανθρώπων, μαζί και οι επιστήμονες, δεν έχουν έναντι της επιστήμης ορθολογική στάση: πιστεύουν σ' αυτήν. Πρόκειται πράγματι για ένα είδος πίστης. Και αυτή την πίστη πρέπει να διαλύσουμε, που μεταφράζεται στην ιδέα ότι οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι φυσικοί, οι οικονομολόγοι κατέχουν την απάντηση για όλα τα προβλήματα που τίθενται στην ανθρωπότητα», έγραψε ο διακεκριμένος Έλληνας φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης[2].

Είναι προφανές ότι η άποψη του Διαφωτισμού και του Λογικού Θετικισμού, που αποδέχεται την χρήση της επιστημονικής μεθόδου ως του μόνου έγκυρου οργάνου γνώσεως, ανάγει τον δημιουργό και χρήστη της επιστημονικής μεθόδου, τον άνθρωπο, σε απόλυτο κριτή της αλήθειας του Είναι, σε Κύριο και Θεό. Πρόκειται για την πιο ισχυρή έκφραση της ανθρωποκεντρικής αρχής. Αλλά η πίστη, όχι βέβαια στον πεπερασμένο άνθρωπο, αλλά στον Θεάνθρωπο είναι μια στάση που βρίσκεται και στην αρχή της Λειτουργικής Γνωσιολογίας. Η πίστη στην Αλήθεια του Θεανθρώπου είναι η βάση από την οποία ξεκινά ο άνθρωπος την πορεία προς την γνώση του Θεού.


Α2. H γνώση ως λειτουργία


Γνωρίζει κανείς την επιστημονική μέθοδο έρευνας της φύσης κάνοντας ο ίδιος έργο-έρευνα και όχι απλά διαβάζοντας επιστημονικά εγχειρίδια, όπου προσφέρεται μια τυπική γνώση. Ο Khun θα γράψει στο κλασικό του έργο «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων»: «Η έννοια της επιστήμης που προκύπτει από αυτά (τα κλασικά κείμενα και τα εγχειρίδια) μπορεί να συγκριθεί με την εικόνα ενός εθνικού πολιτισμού που σχηματίζεται από τουριστικά φυλλάδια ή από εγχειρίδια ξένων γλωσσών»[3].

Πράγματι, η πρόοδος στην επιστημονική γνώση λειτουργεί εντός ενός πλαισίου ζωής και δράσεως που περιέχει, αλλά και υπερβαίνει την διαδικασία μάθησης ως ανάγνωσης ενός (επιστημονικού) κειμένου. Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει την προσωπική ερευνητική δραστηριότητα, τη μαθητεία σε άλλους επιστήμονες – ερευνητές, την εξοικείωση με το πείραμα και την θεωρητική ανάλυση, την διεπιστημονική προσέγγιση, την συμμετοχή σε επιστημονικά Συνέδρια, Συναντήσεις και Ενώσεις, την διαδικασία κρίσεως και δημοσιεύσεως ερευνητικών αποτελεσμάτων σε επιστημονικά Περιοδικά, την συνεργασία με άλλους επιστήμονες, την καθοδήγηση επιστημονικής ομάδας, την αλληλεπίδραση με το πολιτιστικό, πολιτικό, θρησκευτικό και κοινωνικό περιβάλλον, την αλληλεπίδραση με την τεχνολογία και την βιομηχανία κ.λπ.

Αλλά και η πνευματική γνώση μέσα στην εκκλησία είναι μια πορεία που υπερβαίνει την έννοια της γνώσης ως απλής διαδικασίας ανάγνωσης και έχει λειτουργικό χαρακτήρα, όπως η επιστημονική γνώση, που περιγράφηκε ανωτέρω. Η πορεία προς την πνευματική γνώση μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι λειτουργική με την έννοια ότι έχει χαρακτήρα εμπειρικό, κοινωνικό και δυναμικό (βλ. επόμενα κεφάλαια).

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία το κέντρο, η καρδιά και ταυτόχρονα η έκφραση της αληθινής ζωής είναι η Θ. Λειτουργία (Λειτουργία = έργο του λαού), εκεί όπου ποιείται το έργο του λαού μέσα σε ύμνους, λόγο, εικόνα, κίνηση, ευωδία, σωματική άσκηση, Άρτο και Οίνο. Εκεί, στην Θ. Λειτουργία λειτουργούνται όλες οι αισθήσεις και όλος ο νους για να φθάσουν στην υπερ-αίσθηση θέαση του Μυστηρίου της Ζωής.

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η Γραφή είναι το υπέρτατο γραπτό κείμενο. Η Γραφή όμως δεν νοείται έξω ή εκτός της Εκκλησίας, αλλά εντάσσεται, δηλαδή αναγιγνώσκεται και κατανοείται, εντός της Θ. Λειτουργίας και της Εκκλησίας.

Πριν από μερικά χρόνια σε μια εκδήλωση μέσα στο αμφιθέατρο της Πολυτεχνικής μας Σχολής μίλησε ένας βουλευτής των Αθηνών, αξιόλογος πολιτικός και διανοητής. Ήταν χαρακτηριστικό ότι, παρά την ευχάριστη έκπληξη που είχαμε να προσεγγίζει ευρύτερα θέματα παιδείας και πολιτισμού, ο ομιλητής έκανε με ευπρέπεια, αλλά πάντως μια εκτός τόπου και χρόνου τοποθέτηση, κατά την οποία ο Χριστιανισμός είναι μια θρησκεία των κειμένων, και όχι μια θρησκεία που έχει κίνηση, ύμνους κ.λπ., όπως για παράδειγμα στους Ορφικούς. Και απορεί κανείς πως μπορεί να βλέπει διανοούμενο πολιτικό που ζει στην Ελλάδα και να έχει μια άποψη για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό σαν αυτή που θα είχε ένας αλλοδαπός που δεν είχε ενημερωθεί σχετικώς ούτε καν από ανάγνωση περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας.


Α3. Η εμπειρία ως βάση της γνώσης


Μια άλλη συσχέτιση που ανιχνεύουμε μεταξύ της λειτουργίας της επιστημονικής γνώσης και της φύσεως της γνώσης που μας προσφέρει η Θ. Λειτουργία είναι η υφή της γνώσης ως εμπειρίας.

Η επιστημονική μεθοδολογία καταξιώθηκε και καταξιώνεται συνεχώς χάριν της συνδέσεώς της με τα εμπειρικά δεδομένα, και την πειραματική επαλήθευση θεωρητικών προτάσεων ή ενός θεωρητικού προτύπου (μοντέλου). Αυτή η σύνδεση της γνώσης με την εμπειρία έχει προσδώσει μια αίγλη στην επιστήμη τους τελευταίους αιώνες, σε αντιπαράθεση με οποιαδήποτε άλλη γνώση, ιδιαίτερα μορφών γνώσεων που θεωρούνται ότι είναι αφηρημένες.

Αλλά και η γνώση του Θεού στο χώρο της Εκκλησίας αρχίζει, με την πίστη, με την μελέτη του Λόγου του Θεού, και γίνεται εμπειρία μέσα στο χώρο και στο πνεύμα της Θ. Λειτουργίας. Ο αββάς Ισαάκ περιγράφει ως εξής την σχέση φυσικής γνώσης-πίστης-αληθούς γνώσεως ή εμπειρίας: «Άλλη είναι η γνώσις, ήτις προηγείται της πίστεως, καί άλλη, ήτις γεννάται εκ της πίστεως… (η πίστις οδηγεί εις τό) νά πράττωμεν τά καλά έργα καί ούτω δίδεται εις τόν άνθρωπον η πνευματική γνώσις… Η πνευματική γνώσις είναι αίσθησις των κρυπτών θείων μυστηρίων, καί όταν τις αισθανθεί αυτά τα αόρατα καί κατά πολύ υπερβάλλοντα πράγματα, εκ τούτων λαμβάνει το όνομα της πνευματικής γνώσεως, και γεννάται δια τας αισθήσεως αυτής άλλη πίστις, όχι εναντία της πρώτης, αλλά βεβαιούσα την πίστιν εκείνην»[4].

Ο πιστός, και συχνά και ο «άπιστος», γεύεται την γλυκύτητα και την ειρήνη του Αγ. Πνεύματος μέσα στην Θ. Λειτουργία, ευρισκόμενος ακόμη και μόνος του απλά και μόνον μέσα στο κτίριο εκκλησίας. Η χάρις αυτή που αισθάνεται τότε κανείς είναι γιατί μέσα σ' αυτό τον χώρο, κάποια άλλη στιγμή, έχει τελεσθεί το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας, η Θ. Λειτουργία. Είναι γιατί εκεί βρίσκεται το κέντρο του Σύμπαντος, η πηγή της Αγάπης, η Χάρη του Θεού.

Ό,τι είναι γραμμένο στο Ευαγγέλιο και στα άλλα κείμενα της Εκκλησίας δεν είναι συνήθως παρά η καταγραφή της εν Θεώ εμπειρίας των αγίων και προσφέρεται από την εκκλησία όχι απλώς προς ακοή ή προς μάθηση, αλλά ως πρόσκληση προς κάθε πρόσωπο επαλήθευσης αυτών των εμπειριών (όχι μόνο υπέρ-αισθητών εμπειριών του πνεύματος, αλλά ακόμη και αισθητών εμπειριών-γεγονότων). Όταν π.χ. ακούμε τον υμνωδό, που έζησε πολλά χρόνια μετά το Χριστό και δεν τον γνώρισε ιστορικά, να μας καλεί να τον προσκυνήσουμε διότι Τον είδαμε αναστημένο («ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Ιησούν Χριστόν»), δεν εννοεί απλά την ιστορική πληροφορία των αποστόλων για την ανάσταση ούτε εκφράζεται ποιητικά, αλλά απευθύνεται, κατά τον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, στην εκκλησιαστική εμπειρία της μετοχής στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας.

Η εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως, που γεύεται ο πιστός στην Θ.Λειτουργία, είναι η άνοδος από τον φόβο του θανάτου και της φιλαυτίας στην Αγάπη. Γι' αυτό η Ανάσταση και η Αγάπη ήταν το θεμελιώδες κήρυγμα της Εκκλησίας από την εποχή των Αποστόλων.


Α4. Η άγνωστη ουσία του είναι


Βεβαίως η ανθρώπινη εμπειρία και γνώση δεν μπορεί να εισέλθει στην κατανόηση ούτε της ουσίας του κτιστού κόσμου ούτε της ουσίας του Θεού. Η επιστημονική γνώση αναφέρεται στην γνώση των ενεργειών της φύσεως του κτιστού κόσμου και η πνευματική γνώση γεύεται και θεάται τις ενέργειες του Θεού.

Μου είπε κάποια φοιτήτρια του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιό μας: «Πάτερ, είναι ίσως ωραία αυτά που διδάσκει η Εκκλησία, αλλά εδώ στο Πολυτεχνείο έχουμε κάτι χειροπιαστό. Καταλαβαίνεις ό,τι πιάνεις. Στην Εκκλησία πολλά πράγματα δεν τα καταλαβαίνω». Λέω: «Μπορείτε να μου πείτε τι είναι το ηλεκτρόνιο, ή ακόμη, τι είναι αυτό που ονομάζουμε ύλη;» Τότε φάνηκε σαν να έχανε έδαφος που πατούσε. Διότι, βέβαια γνωρίζουμε το ηλεκτρόνιο από τις ενέργειές του, αλλά τι είναι το ηλεκτρόνιο στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε. Και τι είναι «ύλη» δεν γνωρίζουμε. Η απάντηση της υλιστικής φιλοσοφίας ότι «ύλη είναι ό,τι υπάρχει», είναι προφανώς ένας φιλοσοφικός ορισμός, πέραν της εμπειρικής γνώσεως.


Α5. Yπάρχει κριτήριο αντικειμενικής γνώσης;


Αν και τα παρατηρησιακά δεδομένα που προκύπτουν από το πείραμα είναι εκείνο το στοιχείο που έδωσε λάμψη στην επιστημονική μέθοδο και μια έπαρση ως προς το ακαταμάχητο της ισχύος της ως γνωστικής οδού έναντι άλλων οδών γνώσεως, όπως π.χ. η θρησκεία, η σύγχρονη έρευνα κατέδειξε την δυσκολία να απαντηθούν με ορθολογικό τρόπο μερικά βασικά ερωτήματα γύρω από την φύση της ίδιας της επιστήμης, και τελικά το ερώτημα «τι είναι επιστήμη;». Διότι οι βεβαιότητες γύρω από την ακατανίκητη δύναμη της επιστημονικής αλήθειας κλονίζονται μόλις επιχειρήσουμε να απαντήσουμε με ορθολογιστική σαφήνεια στο ερώτημα: «ποιο είναι το κριτήριο της επιστημονικής μεθόδου, που την διαφοροποιεί από την μη επιστήμη;».

Η κοινή πρόληψη ότι «επιστήμη είναι εκείνη η γνώση που μπορεί να αποδειχθεί πειραματικά από όλους», είναι φανερό ότι δεν είναι μια συμβατή με την Ιστορία της Επιστήμης προσέγγιση. Η άποψη αυτή έχει ισχύ περίπου όμοια με την αυτονόητη ισχύ που είχε η αλήθεια της χριστιανικής πίστης μέσα στη μεσαιωνική χριστιανική κοινωνία. Αλλά όπως ο Χριστός είναι η Αλήθεια, αλλά η Αλήθεια αυτή δεν επιβάλλεται με τρόπο που να καταργεί την ελευθερία, ορθολογικά, κατά παρόμοιο τρόπο φαίνεται ότι και οι επιστημονικές θεωρίες δεν μπορούν να επιβάλλουν την αλήθεια τους με τρόπο απολύτως ορθολογικό. Ο προαναφερθείς λοιπόν ορισμός της επιστημονικής μεθόδου, ότι δηλαδή «επιστήμη είναι η γνώση που μπορεί να αποδειχθεί πειραματικά από όλους» είναι ατελής για πολλούς λόγους. Θα αναφερθούμε σε μερικούς εξ αυτών επιγραμματικά.

1. Η συμφωνία μεταξύ θεωρητικού προτύπου (μοντέλου) – παρατηρησιακών δεδομένων, σύμφωνα με τις περισσότερες ενδείξεις, δεν επιτυγχάνεται ποτέ. Επιγραμματικά αναφέρομαι στις εξής σχετικές διατυπώσεις διακεκριμένων ερευνητών της επιστημονικής μεθοδολογίας. Σύμφωνα με τον Popper δεν υπάρχουν παρά μόνο λανθασμένες επιστημονικές θεωρίες, υπάρχει όμως πρόοδος ιστορικά προς θεωρίες λιγότερο λανθασμένες. Ο Khun, στο μνημειώδες έργο του «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων», βεβαιώνει ότι: «Καμιά θεωρία δεν λύνει ποτέ τους γρίφους (τις αντιθέσεις της παρατήρησης ως προς το μοντέλο) και δεν φθάνει ποτέ σε μια τελική συμφωνία», και συμπεραίνει ότι: «Αν οποιοδήποτε λάθος σ' αυτό το συνταίριασμα (θεωρίας-δεδομένων) οδηγούσε κάθε φορά στην απόρριψη της θεωρίας, τότε θα έπρεπε όλες οι θεωρίες να είχαν απορριφθεί σ' όλες τις εποχές»[5]. Στην ίδια κατεύθυνση ο Feyerabend, στο βιβλίο του «Ενάντια στη Μέθοδο», συμπεραίνει: «Επομένως η επιστήμη, όπως την ξέρουμε, μπορεί να υπάρχει μόνο αν αποσύρουμε την απαίτηση αυτή (συμφωνία θεωρίας – παρατήρησης) και αναθεωρήσουμε τη μεθοδολογία μας…»[6].

Εδώ, πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτό που ονομάζουνε συχνά οι επιστήμονες «συμφωνία» των παρατηρησιακών δεδομένων με το θεωρητικό μοντέλο προϋποθέτει σχεδόν πάντα μια γενίκευση της ισχύος πεπερασμένου αριθμού μετρήσεων ή γεγονότων.

Ο Κhun παρατηρεί: «Δεν υπάρχει θεωρία που να συμφωνεί με όλα τα γεγονότα του πεδίου εφαρμογής της. Γι' αυτό όμως δεν ευθύνεται πάντα η θεωρία. Τα γεγονότα καθορίζονται από παλιότερες ιδεολογίες και μια σύγκρουση ανάμεσα σε γεγονότα και θεωρίες μπορεί να είναι απόδειξη προόδου»[7].

2. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει κριτήριο το οποίο να μας καθοδηγεί με ορθολογικό τρόπο στην διακρίβωση μιας λανθασμένης θεωρίας και στην αποδοχή μιας άλλης. Ο Khun σχολιάζει χαρακτηριστικά: «Στο παρελθόν, συνήθως εκλαμβάνονταν ως ενδείξεις ότι οι επιστήμονες, όντας απλοί άνθρωποι, δεν μπορούν πάντοτε να παραδεχθούν τα λάθη τους, ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν ξεκάθαρες αποδείξεις. Εγώ αντίθετα θα υποστήριζα ότι σ' αυτά τα πράγματα δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με αποδείξεις ούτε με λάθη. Η μετάθεση της εμπιστοσύνης από ένα Παράδειγμα σε άλλο είναι μια εμπειρία μεταστροφής που δεν μπορεί να γίνει με εξαναγκασμό. Η αντίσταση για μια ολόκληρη ζωή, ιδιαίτερα στην περίπτωση εκείνων που το παραγωγικό τους έργο τους έχει δεσμεύσει σε μια παλιότερη παράδοση φυσιολογικής επιστήμης, δεν αποτελεί παραβίαση κάποιων επιστημονικών κριτηρίων αλλά μια ένδειξη για τη φύση της ίδιας της επιστημονικής έρευνας. Η πηγή της αντίστασης είναι η βεβαιότητα ότι το παλιότερο Παράδειγμα θα λύσει τελικά όλα τα προβλήματά του, ότι η φύση μπορεί να προσαρμοστεί στο πλαίσιο που προσφέρει το Παράδειγμα. Αναπόφευκτα βέβαια, αυτή η βεβαιότητα, σε καιρούς επανάστασης, μοιάζει πεισματική και στενοκέφαλη, όπως πολλές φορές, καταλήγει πραγματικά να γίνει. Είναι όμως και κάτι παραπάνω. Η ίδια αυτή βεβαιότητα δίνει στη φυσιολογική επιστήμη (ή στη δραστηριότητα επίλυσης γρίφων) δυνατότητα ύπαρξης»[8]..

Η έλλειψη στην επιστήμη ενός αυστηρώς ορθολογικού κριτηρίου το οποίο θα προσδιόριζε την μετάβαση από μία λανθασμένη σε μια ορθή επιστημονική θεωρία, δραματοποιείται ως εξής από τον διαπρεπή φυσικό του αιώνα μας Planck: «Mια νέα επιστημονική αλήθεια δεν θριαμβεύει επειδή πείθει τους αντίθετους και τους κάνουν να δουν το φως, αλλά μάλλον επειδή κάποτε οι αντίπαλοί τους πεθαίνουν και μια νέα γενιά ανδρώνεται που είναι εξοικειωμένη μ' αυτή την αλήθεια»[9]…

Ο Lakatos θεωρεί ως κριτήριο «ορθολογικής» απόρριψης μιας επιστημονικής θεωρίας την γενική αίσθηση των επιστημόνων σε μια συγκεκριμένη εποχή. Κατανοεί κανείς αμέσως ότι η έννοια του ορθολογικού κριτηρίου έχει τόσο διευρυνθεί, που αναδεικνύει το πρόσωπο του επιστήμονα που δρα μέσα στην ιστορία και κρίνει την σχέση παρατηρησιακών δεδομένων – θεωρητικού προτύπου, ως το κατ' ουσίαν τελικό κριτήριο της αποδοχής ή της απόρριψης μιας επιστημονικής θεωρίας[10].


Α5. Η γνώση ως δημιουργία


Ποια είναι η σχέση της Επιστήμης και της πνευματικής γνώσεως με την Τέχνη, δηλαδή με την ομορφιά και την δημιουργία;

Ο καλλιτέχνης δημιουργεί νέες μορφές στην επιφάνεια (ζωγραφική), στον χώρο (γλυπτική, αρχιτεκτονική), στον ήχο (μουσική) κ.λ.π. Ακριβέστερα, ο καλλιτέχνης – δημιουργός χρησιμοποιεί και αξιοποιεί την προηγούμενη από αυτόν τέχνη και τα δεδομένα της προσωπικής του εμπειρίας στη ζωή για να πραγματοποιήσει μια νέα πάντα καλλιτεχνική μορφή έκφρασης. Η καλλιτεχνική δημιουργία δεν προκύπτει κατά τρόπο ντετερμινιστικό από την προϋπάρχουσα ύλη-εμπειρία, αλλά την προϋποθέτει. Γι' αυτό και κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα αποτυπώνει τόσο την ιστορική ένταξη του καλλιτέχνη σε μια χρονική – κοινωνική περιοχή, όσο και την προσωπική του μοναδική ιδιαιτερότητα και εξέλιξη.

Κατά τρόπο ανάλογο οι μεγάλες νοητικές συλλήψεις των ερευνητών – επιστημόνων προϋποθέτουν τα παρατηρησιακά δεδομένα, αλλά δεν προκύπτουν κατά τρόπο ντετερμινιστικό ούτε πάλι τα δεδομένα οδηγούν σε μια μοναδική θεωρητική ερμηνεία – μοντέλο.

Ο διακεκριμένος μαθηματικός και φυσικός Δ. Χριστοδούλου σε μια συνέντευξη του στον κ. Λάλα, στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», περιέγραψε με εναργή τρόπο πως η σύλληψη ενός θεωρητικού προτύπου παρουσιάζεται σχεδόν σαν μια φώτιση – έλλαμψη.

Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι επαναστατικές θεωρίες έχουν συλληφθεί στο όνειρο, κατά τη διάρκεια του ύπνου, εκεί που ο βιασμός των δεδομένων και η ορθολογιστική διαδικασία σταματάει και η άμεση φαντασιακή δημιουργικότητα και αισθητική του επιστήμονα απελευθερώνεται.

Ο A. Einstein τέλος, για να αναφερθώ σε έναν μόνο μεγάλο επιστήμονα ακόμη, βεβαιώνει ότι «δεν υπάρχει λογικό μονοπάτι που να οδηγεί στους πολύ γενικούς νόμους».
Τι σχέση έχουν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά της τέχνης και της ερευνητικής διαδικασίας με την Θ. Λειτουργία και την προσευχητική εμπειρία της γνώσης;

Η λειτουργική πράξη μας εμφανίζει την προσευχητική εμπειρία της γνώσης ως ένα ενδεχόμενο της ελευθερίας μας και της απροσδιόριστης προσωπικής αρχής του είναι μας. Η εμπειρία της ζωής και η λειτουργική πράξη είναι για όλους μας κοινή και παρούσα εκεί κάθε φορά. Προϋπάρχουν και προσφέρονται προς όλους ως μία δυνατότητα μετοχής σε μια άγνωστη ακόμη εμπειρία του Θεού. Αλλά το άλμα προς τον Άγνωστο Παρόντα επιτυγχάνεται όχι από όλους, ή όχι από όλους, στον ίδιο βαθμό.

Τέλος, όπως στην Επιστήμη μεγάλες συλλήψεις γίνονται συχνά με τρόπο διαισθητικό και με κριτήριο την κομψότητα ή την ομορφιά της δομής, κατά παρόμοιο τρόπο, όχι μόνο η έλξη προς τον Θεό είναι ένα γεγονός έρωτος, αλλά ακόμη και κριτήριο της αληθούς θεϊκής εμπειρίας είναι η ομορφιά των ειρηνικών ματιών και της ειρηνικής και πνευματικής καταστάσεως της ψυχής.

Η Εκκλησία έχει τους Αγίους της, όπως η Τέχνη τους μεγάλους Δημιουργούς της και η Επιστήμη τους μεγάλους Εφευρέτες-Ερευνητές. Ή μάλλον οι 'γιοι της Εκκλησίας φθάνουν την Τέχνη και την Επιστήμη πέρα από τα όριά τους.

Α6. Ο προσωπικός οδηγός στην γνώση


Η εισαγωγή στην πιο ουσιαστική μορφή της επιστήμης, που είναι η προσωπική μετοχή στην διαδικασία της έρευνας, τελείται συνήθως με την εύρεση ενός έμπειρου ερευνητού και την ανάθεση της εμπιστοσύνης του υποψήφιου ερευνητού στο πρόσωπο του, ώστε να τον οδηγήσει πρακτικά σε νέους χώρους γνώσεως, πέραν των βιβλίων. Ο υποψήφιος ερευνητής έχει ανάγκη να δεχθεί οδηγητικές κατευθύνσεις, να διδαχθεί πρακτικές μεθόδους, να συζητήσει προσωπικά με τον επιστημονικό σύμβουλο σημεία που δεν εξηγούν τα βιβλία και δεν μπορεί να τα εξηγήσει με τις ατομικές του γνώσεις ή με την δική του μόνο ευφυΐα. Κατ' αναλογία η αληθινή γνώση της ζωής και της Θεολογίας της Εκκλησίας, που κορυφώνονται στην μετοχή στη Θ. Λειτουργία, ξεκινάει συνήθως από την στιγμή που κάποιος θελήσει να γίνει μαθητής σ' ένα Πνευματικό οδηγό, που γίνεται και Πνευματικός Πατέρας. Η συσχέτιση αυτή μεταξύ ερευνητικής και πνευματικής μαθητείας κοντά σ' ένα πρόσωπο – δάσκαλο αναδεικνύει την προσωπική σχέση ως κοινό στοιχείο των δύο γνώσεων -επιστημονικής και λειτουργικής- όταν αυτές νοούνται στην ουσιαστική τους μορφή.


Α7. Η κοινωνική διάσταση της γνωστικής διαδικασίας


Επιπλέον, πρέπει να προστεθεί ότι η έρευνα εντέλει δεν μπορεί ν' αναπτυχθεί παρά μόνο όταν ο ερευνητής λάβει υπόψη του την προηγούμενη εμπειρία των άλλων ερευνητών πάνω στο θέμα με το οποίο απασχολείται και όταν ανακοινώσει τα αποτελέσματα του στην επιστημονική κοινότητα και γίνουν αποδεκτά από τους άλλους ειδικούς επιστήμονες. Είναι φανερό δηλαδή ότι η λειτουργία της επιστημονικής γνώσης τελείται εντός μίας κοινότητας ειδικών. H πρόοδος της επιστήμης προϋποθέτει την επιστήμη ως ένα κοινωνικό φαινόμενο. Κατ' αναλογία η πνευματική γνώση του πιστού παρέχει εγγύηση όταν είναι λειτουργική και εκκλησιαστική. Όταν βρίσκεται δηλαδή σε συμφωνία με την πείρα όλων των ζώντων και κεκοιμημένων αγίων και όταν τελείται με την βοήθεια τους. Μια πνευματική γνώση ατομικιστική, ακόμη και όταν θέλει να είναι θρησκευτική και πνευματική, κινδυνεύει να εκτραπεί σ' ένα φανταστικό κόσμο ψυχολογικών και άλλων εμπειριών μακριά από την «κοινωνία των αγίων».

Α8. Γνώση και πράξη


Τέλος αξίζει να σημειωθεί η αναλογία μεταξύ Επιστήμης – Θεολογίας και Τεχνολογίας – Ηθικής. Η Τεχνολογία είναι εφαρμοσμένη Επιστήμη, αλλά και βοηθός της Επιστήμης, μέσω των τεχνικών οργάνων. Αλλά και στην λειτουργική κατανόηση της χριστιανικής γνωσιολογίας, η Ηθική (ή Άσκηση) είναι μια Θεολογία εφαρμοσμένη και η άσκηση πάλι, δηλαδή η πνευματική εμπειρία, γίνεται το φυσιολογικό έδαφος της αληθούς Θεολογίας.

 


ΜΕΡΟΣ Β

 


Προχωρώ τώρα να συζητήσω μερικά σημεία διαφοροποιήσεως της αυτονομημένης επιστημονικής έρευνας από την πνευματική μεθοδολογία της λειτουργικής γνώσεως.

 

Β1. Nόμος ή πρόσωπο;


Η μέγιστη επιτυχία της επιστημονικής μεθόδου, όσον αφορά κυρίως τις φυσικές επιστήμες, είναι η ανίχνευση νόμων λειτουργίας της φύσεως. Η ανίχνευση Φυσικών Νόμων, που περιγράφονται από μαθηματικές σχέσεις, είναι ένα εξαίρετο επίτευγμα του ανθρωπίνου πνεύματος και είναι η βάση του σύγχρονου τεχνικού πολιτισμού και των επιτευγμάτων του (Φυσικής, Ηλεκτρονικής, Τηλεπικοινωνιών, Πληροφορικής, εν μέρει της Ιατρικής και της Βιολογίας κ.λπ.). Είναι η θαυμαστή ανακάλυψη του αριθμών και της σχέσεως των ως δομικών στοιχείων της Αρμονίας, την οποία ανιχνεύει η σύγχρονη επιστήμη στον φυσικό κόσμο, κατά την ρήση του Πυθαγόρα ότι τα πάντα είναι αριθμός. Το καίριο ερώτημα όμως που θέτει η ανάπτυξη της επιστήμης είναι το εξής: Είναι ο Αριθμός ή ο Νόμος, η τελική ουσία του κόσμου; Εξαντλείται η λογικότητα του κόσμου σε μια απρόσωπη λογικότητα φυσικών Νόμων και αριθμητικών σχέσεων; Αν δεχθούμε την αριθμητική αρμονία και την απρόσωπη λογικότητα του Νόμου ως την τελική λογικότητα που ουσιοποιεί την φύση και την κάνει κόσμο (= κόσμημα), τότε αναδύεται η συνείδηση του παράλογου μιας συνειδητής λογικής υπάρξεως, που αναζητεί λόγο (νόημα) ζωής μέσα σ' ένα λογικό κόσμο, που όμως δεν έχει αντικειμενικό λόγο – νόημα. Η θεωρητική αυτή πίστη νομίζουμε ότι εφαρμόζεται πρακτικά ως μηχανοποίηση της ζωής και της Παιδείας, ως διάσπαση των σχέσεων μεταξύ των ανθρωπίνων προσώπων και προσώπου-φύσεως, ως ακραία διαχείριση της κοινωνίας μέσω του ηλεκτρονικού φακελώματος και του αστυνομικού κράτους, ως συνάντηση τέλος με το παράλογο του θανάτου μέσα σ' ένα ορθολογικό και εκσυγχρονισμένο κόσμο.

Η Θ. Λειτουργία ως προσφορά ζωής («υπέρ της κόσμου ζωής») και όχι θανάτου δεν αρχίζει με την φράση «Ευλογημένη η βασιλεία του Νόμου» ή «Ευλογημένη η βασιλεία του Αριθμού», αλλά «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Ευλογούμε, δηλαδή δεχόμαστε, μακαρίζουμε και πορευόμαστε προς την Βασιλεία των Προσώπων και της Αγάπης των Προσώπων. Αυτών που αριθμούνται ως Τρεις υποστάσεις – πρόσωπα και τα οποία ταυτόχρονα υπερβαίνουν την αρίθμηση, ως Ένας Θεός, Μία Βασιλεία. Διότι τολμούμε, μετά την ένταξή μας στην κοινωνία του Υιού του Θεού, να επικαλούμαστε τον «επουράνιον», «απερινόητον», «αόρατον», «ακατάληπτον» Θεόν, όχι ως «Ουσία» ή «Αριθμό» ή «Νόμο», αλλά «Πατέρα ημών».

Η απόλυτη Μονάδα, και η εξ αυτής πολλαπλότητα των μονάδων, εγκαθιστά είτε την εξουσία του Ενός (θρησκευτική ή πολιτική Μοναρχία) είτε την διαμάχη των πολλών μονάδων (πόλεμοι των θεών ή των εθνών, σύγκρουση στην κοινωνία). Η πολλαπλότητα πάλι, ως επανάληψη του ίδιου, εγκαθιστά την ομοιομορφία και την εξ αυτής ανία σ' ένα ίσως παγκοσμιοποιημένο αλλά χειραγωγούμεννο κόσμο υπό μία Ανώτατη Αρχή. Η εν Τριάδι Μονάς φανερώνει το Πρόσωπο και την Αγάπη ως την αιτία και το Πρότυπο της Δημιουργίας και της εν αγάπη ενώσεως των διαφορετικών.

Η πρώτη λοιπόν ουσιώδης διαφορά της αυτονομημένης επιστημονικής και της λειτουργικής γνωστικής μεθοδολογίας έγκειται στο ότι, κατά την δεύτερη, η τελική Αλήθεια και Ομορφιά του κόσμου αναζητούνται στο Πρόσωπο, το οποίο υπερβαίνει τον αριθμό (1=3, 1=2), ενώ κατά την πρώτη, το ζητούμενο είναι ο Νόμος και ο Αριθμός.

Διερωτώμαι μήπως τα αδιέξοδα του δυτικού πολιτισμού ανάγονται σε μεγάλο βαθμό στην απολυτοποίηση της αρίθμησης και της λογικής του Νόμου ως κατεξοχήν εργαλείων ερμηνείας και διαχειρίσεως του κόσμου.


Β2. O κόσμος: Δώρο ή κτήμα;

 

Η δεύτερη υπέρβαση της λειτουργικής γνώσεως ως προς την αυτονομημένη επιστημονική έρευνα σαν τελικού εργαλείου γνώσης προκύπτει από την προηγούμενη. Η λειτουργική εμπειρία είναι Ευχαριστηριακή. Επίσης, η Θ. Λειτουργία είναι η ζωή της Εκκλησίας και η Θ. Ευχαριστία είναι η καρδιά της Θ. Λειτουργίας.


Ο πιστός θεάται τον Θεό ως Δημιουργό και Δωρητή του κόσμου και των όντων εξ αγάπης.


«...Ευχαριστούμεν σοι, Βασιλεύ αόρατε, ο τη αμετρήτω σου δυνάμει τα πάντα δημιουργήσας καί τω πλήθει του ελέους σου, εξ ουκ όντων εις το είναι τα πάντα παραγαγών».


Ο Χριστός πάλι ως τέλειος άνθρωπος παρουσιάζεται να προσφέρει τον εαυτό του στο Σταυρό ευχαριστιακά και να δίνει στο κόσμο ζωή.

«Άγιος ει και πανάγιος, η μεγαλοπρεπής η δόξα σου (ος τον κόσμον σου ούτως αγάπησας, ώστε τόν Υιόν σου τόν μονογενή δούναι, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μή απόληται, αλλ' έχη ζωήν αιώνιον … λαβών άρτον εν ταις αγίαις αυτού και αχράντοις, και αμωμήτοις χερσίν, ευχαριστήσας, καί ευλογήσας, αγιάσας, κλάσας, έδωκε τοις αγίοις αυτού Μαθηταίς καί Αποστόλοις, ειπών Λάβετε, φάγετε, τούτό μού εστι το σώμα, το υπέρ υμών κλώμενον… Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου…».

Οι πιστοί τέλος εισάγονται στην Ευχαριστιακή μετοχή και στην ευχαριστιακή αποδοχή του κόσμου, των άλλων και του Θεού.

«Τά σά εκ των σων σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα»

«Άξιον καί δίκαιον σέ υμνείν, σέ ευλογείν, σέ αινείν, σοί ευχαριστείν, σέ προσκυνείν εν παντί τόπω της δεσποτείας σου…. Σύ εκ του μή όντος εις τό είναι ημάς παρήγαγες, καί παραπεσόντας ανέστησας πάλιν,… Υπέρ τούτων απάντων ευχαριστούμέν σοι, καί τω μονογενεί σου Υιώ, καί τω Πνεύματί σου τω Aγίω, υπέρ πάντων, ων ίσμεν, καί ων ουκ ίσμεν, των φανερών, καί αφανών ευεργεσιών, των εις ημάς γεγενημένων. Ευχαριστούμέν σοι καί υπέρ τής Λειτουργίας ταύτης…»

Η απολυτοποίηση της επιστημονικής μεθόδου γνώσεως και η μη ένταξή της σε μια ευχαριστιακή προοπτική επιτρέπει την υπόθεση ότι ο εφευρέτης των νόμων της Φύσεως, το ανθρώπινο υποκείμενο, είναι η ανώτατη μορφή ύπαρξης της φύσεως. Διότι είναι το όν, το μέρος εκείνο της φύσεως, όπου αυτή, η Φύση, αποκτά συνείδηση της νομοτελειακής αλλά μη συνειδητής εξέλιξης του εαυτού της. Με την απολυτοποίηση της πίστης αυτής ο άνθρωπος αυτοανακηρύσσεται Θεός. Απόλυτος κύριος. Το αίσθημα της κτητικότητας είναι η πρωτογενής του εμπειρία. Η εκμετάλλευση από κει και πέρα του αυτοθεωθέντος Εγώ επί των άλλων εγώ και επί της φύσεως είναι θέμα λογικής και πρακτικής συνεπαγωγής. Ο ατομικισμός και η άλογη εκμετάλλευση της φύσεως είναι φαινόμενα φυσιολογικά πλέον μέσα σε μια τέτοια κοινωνία.

Αντίθετα, η αίσθηση του κόσμου ως δώρου του Θεού και ακόμη η αίσθηση του ίδιου του Θεού ως θυσιαστικού Δώρου, ως δείπνου στο οποίο έχουμε προσκληθεί από τον Θεό, θέτει κατά φυσιολογικό τρόπο όρια στη χρήση του κόσμου. Ακόμη περισσότερο, αναπτύσσει και την ευαισθησία μιας λεπτής συμπεριφοράς έναντι του μεγάλου Ξενοδόχου, της Τράπεζας και των Συνδαιτημόνων του Δείπνου. Με άλλα λόγια η λειτουργική γνώση ή εμπειρία δεν είναι απλά η γνώση κάποιων σχέσεων, αλλά είναι η ίδια – η γνώση – μια σχέση. Είναι η Γνώση ως Γνώση της Αγάπης και Αγάπη. Διότι ο άνθρωπος γίνεται ό,τι γνωρίζει. Η γνώση έχει την συνήθεια να καθιστά το υποκείμενο της γνώσης ό,τι είναι το αντικείμενό της. Η γνώση-εμπειρία της Αγάπης του Θεού μεταποιεί τον πιστό με τον καιρό υποκείμενο αγάπης. Η γνώση αυτή «τό ύψος ημίν της ταπεινοφροσύνης υπέδειξεν», όπως λέγει το απολυτίκιο του Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου. Η επιστημονική γνώση, όταν δεν λειτουργείται ευχαριστιακά, αλλά ανθρωποκεντρικά, μεταποιεί το υποκείμενο της γνώσης στη μορφή του αντικειμένου της: σε αυτόματο μηχάνημα ή αριθμό. Και μας εκθέτει στην μοναξιά της υπερηφάνειας.

Τελειώνω. Και τελειώνοντας θα επιχειρήσω να παρουσιάσω τις επιπτώσεις των δύο διαφορετικών αντιλήψεων, της λειτουργικής γνώσης των Προσώπων και της ανθρωποκεντρικής απρόσωπης λογικής μ' ένα παράδειγμα[11]. Αν η λογικότητα του κόσμου είναι μια απρόσωπη λογικότητα, ένας απρόσωπος Φυσικός Νόμος, μοιάζω να είμαι καταδικασμένος να ζω στον κόσμο όπως σ' ένα άσυλο, σωματείο ή οργανισμό, που τυραννικά ελέγχεται από μια απρόσωπη διοίκηση. Αν ο Λόγος είναι Πρόσωπο, τότε μεγαλώνω, γνωρίζω, κινούμαι, ζω και αγαπώ στο σπίτι του Πατέρα μου. Η έκπληξη των δώρων Του δεν έχει τέλος. Η ελπίδα και η έκπληξη με συνοδεύουν ως το τέλος. Δεν υπάρχει τέλος…


[1] Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Περί προσευχής». εκδ. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1993

[2] Κ. Καστοριάδη, «Σκέψεις πάνω στην Ανάπτυξη και Ορθολογικότητα», σ. 105. εκδ. «Ύψιλον», μετ. Μ. Λυκούδης, Αθήνα,1984

[3] T. Khun, «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων», σ. 62, εκδ. «Σύγχρονα θέματα», μετ. Γ. Γεωργόπουλος, Β. Κάλφας, Β΄ έκδ. Θεσσαλονίκη, 1987.

[4] Αβ. Ισαάκ, «Ασκητικοί Λόγοι», Λόγος ΙΗ΄, Περί του πόσον γίνεται το μέτρον της γνώσεως, και τα μέτρα τα περί πίστεως, σ. 56, εκδ. «ΑΣΤΗΡ», Αθήνα, 1961.

[5] T. Khun, ό. α. σ. 227

[6] P. Feyerabend, «Ενάντια στη Μέθοδο», σ. 100, εκδ. «Σύγχρονα Θέματα», μετ. Γρ. Κααυκαλάς, Γ. Γκουνταρούλης, Θεσσαλονίκη, 1983.

[7] P. Feyerabend, ό. α.

[8] T. Khun, ό. α. σ. 232

[9] Max Plank, Scientific Autobiography andother Papers», σ. 33-34, New York, 1949, από το βιβλίο του T.S. Khun «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων» σ. 232

[10] π. Γεωρ. Αναγνωστόπουλου, «Περί Όντων, Νόμων και Εκπλήξεως», Επιθεώρηση Φυσικής, Τομ. ΣΤ΄, τευχ. 17, σ. 14, Αθήνα, 1989.

[11] π. Γεωρ. Αναγνωστόπουλου, «Περί Όντων, Νόμων και Εκπλήξεως», Επιθεώρηση Φυσικής, Τομ. ΣΤ΄, τευχ. 17, σ. 14, Αθήνα, 1989.

 

 

* Δημοκρίτειο Παν. Θράκης, (Από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου «Επιστήμες Τεχνολογίες αιχμής και Ορθοδοξία», 4-8 Οκτωβρίου 2002)