Αρχείο κατηγορίας Άνω θρώσκοντες και φιλοσοφούντες

Άνω θρώσκοντες και φιλοσοφούντες

Φιλοσοφία: Διάκριση «κτιστό-άκτιστο»

Η φιλοσοφική σημασία της διάκρισης «κτιστό-άκτιστο»

 

Του Παύλου Κλιματσάκη

 


 

Τα ενδιαφέροντα σχόλια κάποιων αναγνωστών του Αντιφώνου σε ένα προηγούμενο κείμενό μου, μού δίνουν αφορμή να αναφέρω κάποιες σκέψεις σχετικά με την φιλοσοφική, δηλαδή λογική, σημασία της διάκρισης κτιστό-άκτιστο. Η εν λόγω διάκριση έχει πολλαπλές συνέπειες για διάφορα φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα. Θα περιορισθώ εν προκειμένω σε δύο πλευρές αυτού του θέματος, ώστε αφενός να μην κουράσω τους αναγνώστες και αφετέρου να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις για περαιτέρω αναπτύξεις αυτού του θέματος.

Οι δύο πλευρές στις οποίες θα ήθελα να αναφερθώ είναι οι εξής:

α. ποια είναι η λογική αναγκαιότητα δια της οποίας προκύπτει αυτή η διάκριση, και β. πώς πρέπει αυτή να γίνει κατανοητή ώστε να προκύψουν ενδιαφέροντα φιλοσοφικά και γνωσιολογικά συμπεράσματα.

Δύο προεισαγωγικές παρατηρήσεις: 1. Χρησιμοποιώ τους όρους «κτιστό» και «άκτιστο» συμμορφούμενος προς την ήδη υπάρχουσα θεολογική μας παράδοση και επειδή είναι ευρύτερα γνωστοί και παράλληλοι σε σημασία προς τους όρους «δημιουργημένο και αδημιούργητο όν». Ωστόσο, στο πλαίσιο μιας φιλοσοφικής πραγματείας θα χρησιμοποιούσα διαφορετική ορολογία. Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω εν συντομία, θεωρώ ότι σωστότερος φιλοσοφικός όρος σε σχέση με το άκτιστο ον είναι το «υπερούσιον». Επομένως, και σε αντιδιαστολή με τον όρο αυτό, «κτιστό» είναι το «ενούσιο» ον. Τη πλήρη σημασία αυτών των όρων ευελπιστώ να καταδείξω σε μία υπό ετοιμασία εργασία μου που επιδιώκει τη θεμελίωση μιας επιστήμης του υπερουσίου όντος. 2. Οι τελευταίες αυτές λέξεις καθιστούν αναγκαία την παρατήρηση ότι η συνήθης θεολογική αντίληψη, κατά την οποία δεν είναι δυνατή η φιλοσοφική, με άλλα λόγια λογική προσέγγιση της έννοιας του ακτίστου όντος, εφόσον τουλάχιστον αυτή οφείλει να έχει και κάποιο θετικό περιεχόμενο και δεν περιορίζεται σε μια αρνητική αποφατικότητα, δεν είναι ικανοποιητική. Την απόδειξη, πάντως, της δυνατότητας σχηματισμού της έννοιας του ακτίστου ή υπερουσίου όντος οφείλει να δώσει η αναφερθείσα επιστήμη του υπερουσίου.

Επιστρέφω τώρα στο πρώτο ερώτημα με το οποίο θέλω να ασχοληθώ στο παρόν κείμενο. Οι αναγνώστες παρατήρησαν ότι η εν λόγω διάκριση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στο πλαίσιο της αρχαιοελληνικής οντολογίας, και νομίζω ότι όλοι συμφωνήσαμε σε αυτό. Η διάκριση αυτή έρχεται στο ιστορικό προσκήνιο με τον χριστιανισμό και στο πέρασμα των αιώνων βαθμηδόν αποκρυσταλλώνεται δογματικά, εκτός των άλλων και σε αντιδιαστολή προς την ύστερη ελληνική φιλοσοφία. Δεν με ενδιαφέρει να ανασυγκροτήσω την πορεία σχηματισμού του εν λόγω ζεύγους εννοιών, αλλά την χρησιμοποιώ εδώ ως δεδομένη και ως έχει. Το ερώτημα που θέτω είναι εάν στη διάκριση αυτή μπορεί να αποδοθεί κάποιο λογικό νόημα, με άλλα λόγια, εννοιακό περιεχόμενο. Το εν λόγω περιεχόμενο προκύπτει από τη διαδικασία δια της οποίας κατανοούμε ότι πρέπει να εισάγουμε αυτήν την διάκριση. Άρα, το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα συμπλέκονται.

Πώς οδηγούμαστε στην έννοια του ακτίστου όντος


Η διάκριση κτιστό-άκτιστο χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο του αναφερθέντος προηγούμενου άρθρου με αφορμή τη σημασία της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης. Ας ξεκαθαρίσουμε ακόμα μία φορά ότι η Μεγάλη Έκρηξη ως φυσικοεπιστημονική θεωρία δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως απόδειξη της ύπαρξης του ακτίστου. Αυτό δεν θα είχε νόημα, διότι η ίδια η θεωρία δεν είναι σε θέση να επιτρέπει φιλοσοφικές κρίσεις. Αυτό που υπονοήσαμε ως απόδειξη, παραπέμποντας σε ένα βιβλίο μας, στο οποίο εκφέρεται η η απόδειξη αυτή καθ’ εαυτή, ήταν η έννοια της «αρχής του σύμπαντος». Υπαινιχθήκαμε ότι η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης συνεπαγεται μια τέτοια αρχή του σύμπαντος και υποστηρίζει επομένως την κοσμολογική απόδειξη. Άρα, η διάκριση κτιστού-ακτίστου βασίζεται επί της κοσμολογικής αποδείξεως, διότι αυτή συνεπάγεται ότι το Είναι της φύσεως προκύπτει από το Είναι ενός ετέρου μη-φυσικού όντος.

Η λογική αναγκαιότητα της ύπαρξης του ακτίστου όντος, δηλαδή του Θεού, μπορεί να γίνει κατανοητή και εντελώς ανεξάρτητα από τη θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης μέσα από την έννοια της αρχής του σύμπαντος. Ο αναγνώστης ας προσέξει ότι δεν κάνω λόγο περί αρχής του χρόνου, αλλά περί αρχής του σύμπαντος ή της φυσικής πραγματικότητας. Υπαινισσόμαστε δηλαδή ότι η φύση έχει κάποιου είδους αρχή. (Ο χρόνος είναι αφαίρεση από την έννοια της μεταβολής και της κίνησης και δεν υπάρχει καθ’ εαυτός. Όταν εκλαμβάνεται ως αυτόνομα υπαρκτός, προκύπτουν οι γνωστές αντινομίες, τις οποίες εξέθεσε ο Καντ στην Κριτική του Καθαρού Λόγου. Αντιστοίχως, αντινομίες προκύπτουν και από την άλλη αφαίρεση, τον χώρο, όταν αυτός εκλαμβάνεται ως καθαρή έκταση κενή ύλης.) Η έκφραση «η φύση έχει αρχή» έχει ένα συγκεκριμένο νόημα, με βάση το οποίο εύκολα προκύπτει η ανάγκη να την νοήσουμε ως δημιουργημένη. Πώς πρέπει λοιπόν να γίνει κατανοητή η αρχή του σύμπαντος ή της φύσεως;

Παρότι χώρος και χρόνος δεν υπάρχουν καθ’ εαυτοί και χωριστά από αυτό που ονομάζουμε ύλη, η φύση είναι χωροχρονική πραγματικότητα. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει αυτό το οποίο όλοι γνωρίζουμε, ότι δηλαδή η φυσική πραγματικότητα είναι αφενός εκτατή και αφετέρου υπόκειται στην μεταβολή. Έτσι συναντάμε την φυσική πραγματικότητα. Τα φυσικά όντα καταλαμβάνουν ορισμένο χώρο, αριστοτελικά μιλώντας συνιστούν «τόπο», και επίσης μεταβάλλονται, δεν είναι αιώνια. Τα εκάστοτε φυσικά όντα ανάγονται σε προηγούμενά τους φυσικά όντα, τα οποία νοούνται ως αιτίες τους. Τα φυσικά όντα έχουν αιτίες· αυτή η έκφραση είναι ισοδύναμη με εκείνη που προαναφέρθηκε, ότι δηλαδή τα φυσικά όντα συνιστούν χωροχρονικές οντότητες. Τα φυσικά όντα ανάγονται λοιπόν πάντα σε προηγούμενά τους, στις αιτίες τους, από τις οποίες λαμβάνουν την ύπαρξή τους.

 

Υπάρχει κάτι πιο αυτονόητο από το αναφερθέν;

 

Το επόμενο βήμα είναι ωστόσο κάπως δυσκολότερο να το συλλάβει ο κοινός νους. Αυτό έχει να κάνει με την έννοια του απείρου· όπως έδειξε πρώτος ο Αριστοτέλης, το άπειρο είναι πάντα μόνο δυνάμει και ποτέ ενεργεία ον. Το ενεργεία ον είναι πάντοτε συγκεκριμένο και πεπερασμένο. Αυτό σημαίνει ότι η ακολουθία και η διαδοχή των φυσικών όντων δεν μπορεί να λαμβάνει χώρα, όπως λέγεται, «επ’ άπειρον», αλλά πρέπει να έχει μία συγκεκριμένη αρχή. Επειδή οι αναγνώστες μπορεί να μη γνωρίζουν τις σχετικές διατυπώσεις του Αριστοτέλη, τους καλώ να σκεφθούν ότι μια άπειρη αλληλοδιαδοχή απλά δεν έχει κανένα νόημα. Ο Καντ έδειξε στις αντινομίες του περί χώρου και χρόνου, ότι, επί παραδείγματι, ο χρόνος μπορεί εξίσου καλά να αποδειχθεί ότι έχει αρχή, όπως και το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν έχει καμία αρχή. Αυτό οφείλεται στο ότι ο χρόνος δεν υπάρχει καθ’ εαυτός. Η φύση όμως είναι πραγματική, και εκδηλώνεται ως χρόνος δια της μεταβολής, της κίνησης. Εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε ότι εάν η μεταβολή δεν είχε αρχή, δεν θα είχε ποτέ προκύψει τίποτε συγκεκριμένο· η παρούσα κατάσταση του φυσικού όντος δεν θα είχε προκύψει ποτέ εάν προϋποτίθεντο άπειρες, χωρίς τέλος, προηγούμενες καταστάσεις. Με άλλα λόγια, η μεταβολή πρέπει να έχει αρχή, διότι αλλιώς δεν είναι καθόλου δυνατή. Αυτό νομίζω ότι μπορούμε να το καταλάβουμε εύκολα όλοι. (Ο έμπειρος αναγνώστης θα διακρίνει εν προκειμένω την ομοιότητα του επιχειρήματος με τον «πενταπλό τρόπο» του Ακινάτη. Ωστόσο, υπάρχουν και ουσιαστικότεροι λόγοι για τους οποίους η μεταβολή πρέπει να έχει αρχή, αλλά θα χρειαζόταν πολύ μεγαλύτερη ανάλυση για να τους αναφέρουμε, και εξ ανάγκης παραπέμπω ξανά στο αναφερθέν βιβλίο μου. Περαιτέρω ο Ακινάτης και η νεώτερη φιλοσοφία δεν εκμεταλεύτηκαν σωστά τις συνέπειες της κοσμολογικής απόδειξης, διότι δεν είχαν έννοια περί του ακτίστου.)

Το φυσικό σύμπαν ως χωροχρονική πραγματικότητα υπόκειται λοιπόν στη μεταβολή, και αυτή πρέπει να έχει αρχή. Αυτό το σημείο το ονομάζουμε αρχή του σύμπαντος, όχι αρχή του χρόνου. Πρέπει περαιτέρω να κατανοήσουμε το εξής: Η αναφερθείσα αρχή είναι η άμεση κατάσταση του φυσικού κόσμου. Προκύπτει τώρα το ερώτημα: Αυτή η άμεση κατάσταση είναι αφ’ εαυτής ή πρέπει να θεωρηθεί ότι προέρχεται, δηλαδή παράγεται εξ ετέρου μη-φυσικού όντος; Πώς μπορεί να απαντηθεί αυτό το ερώτημα; Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε εν προκειμένω είναι ότι τα φυσικά όντα δεν μπορούν να είναι αφ’ εαυτών, διότι τότε θα έπρεπε να προηγούνται και να έπονται του εαυτού τους, επομένως να μην είναι φυσικά όντα· με άλλα λόγια, τα φυσικά όντα δεν μπορούν να είναι άμεσα, μπορούν να είναι μόνον έμμεσα. Τα φυσικά όντα νοούνται κατ’ ανάγκη ως παραγόμενα εξ άλλων φυσικών όντων, είναι με άλλα λόγια μεταβλητά (τρεπτά). Επομένως, η αρχή των φυσικών όντων, της φυσικής πραγματικότητας, δεν μπορεί να είναι αφ’ εαυτής, αλλά ούτε και από άλλα φυσικό ον, διότι τότε δεν θα ήταν η αρχή του φυσικού κόσμου. Φτάνουμε λοιπόν εύκολα στο συμπέρασμα ότι η αρχή των φυσικών όντων πρέπει να προέρχεται από έτερο ον, μη-φυσικό.


Το υπερούσιο ον


Βλέπουμε ότι η ανάγκη της δημιουργίας του φυσικού κόσμου είναι αποτέλεσμα της ίδιας της έννοιας της φύσεως, όπως την αντιλαμβανόμαστε όλοι οι άνθρωποι. Η ίδια η φύση αποτελεί λοιπόν την απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Η κοσμολογική απόδειξη καταδεικνύει επομένως ότι δεν υπάρχει μόνο το φυσικό ον αλλά και άλλου είδους ον, μη-φυσικό, το οποίο προάγει την φύση στο ον. Πώς πρέπει όμως να νοηθεί το μη-φυσικό ον; Αυτό είναι το δεύτερο ερώτημα το οποίο θα μας απασχολήσει. Η κοσμολογική απόδειξη συνεπάγεται ότι η φύση, η ύλη δεν είναι η μοναδική πραγματικότητα. Βεβαίως, όποιος έχει διαβάσει κλασικούς φιλοσόφους γνωρίζει ότι η υλική παγματικότητα διακρίνεται από το πνεύμα, τον νου. Ωστόσο η μη φυσική πραγματικότητα, η οποία προκύπτει από την κοσμολογική απόδειξη, δεν είναι το πνεύμα, ο νους. Τουλάχιστον όχι υπό την υποκειμενική σημασία κατά την οποία εμείς οι άνθρωποι είμαστε πνεύματα, νόες. Η κοσμολογική απόδειξη οδηγεί στην έννοια ενός όντος, το οποίο εν αντιθέσει προς την φύση νοείται ως θέτον τον εαυτό του. Είναι, δηλαδή, προφανές ότι εφόσον η φύση τίθεται εξ ετέρου όντος, το ον που τη θέτει δεν είναι δυνατόν εκ νέου να τίθεται εξ ετέρου όντος, διότι τότε θα ήταν και το ίδιο φύση. Το ον που θέτει τη φύση πρέπει επομένως να θέτει τον εαυτό του. Αυτό το ον καλείται άκτιστο ή υπερούσιο.

Είδαμε λοιπόν ότι εφόσον πρέπει να νοήσουμε ότι η φύση τίθεται εξ ετέρου όντος, αυτό το έτερο ον πρέπει να θέτει τον εαυτό του. Επειδή δε η κοσμολογική απόδειξη απαιτεί η φύση να έχει τεθεί, απαιτεί επίσης, το ον που θέτει τη φύση, να θέτει τον εαυτό του. Με άλλα λόγια, το άκτιστο είναι το ον που θέτει τον εαυτό του. Θα δούμε παρακάτω για ποιους λόγους το άκτιστο είναι σωστότερο να καλείται υπερούσιο ον. Καταλαβαίνω ότι πολλοί θα έχουν δυσκολία να αποδεχθούν την έννοια ενός όντος που θέτει τον εαυτό του. Είναι, ας πούμε, προφανές ότι περί αυτού του όντος μπορούν να λεχθούν πράγματα τα οποία εκ πρώτης όψεως μοιάζουν αντιφατικά, π.χ. ότι το ον που θέτει τον εαυτό του προηγείται και έπεται του εαυτού του. Εν προκειμένω πρέπει να γίνει κατανοητό ότι εισαγόμεθα σε έννοιες των οποίων τη σημασία μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε εφόσον κατανοούμε τι είναι η διαλεκτική και η ενότητα των αντιθέτων. Σε σχέση με την αντίφαση που αναφέραμε, ότι δηλαδή ο Θεός προηγείται και έπεται εαυτού, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όχι μόνο αυτό δεν είναι αδύνατο, αλλά αυτό ακριβώς είναι το νόημα της αιωνιότητας. Η αληθής αιωνιότητα δεν είναι ατελεύτητος χρόνος, αλλά ο χρόνος που υπερβαίνει τον εαυτό του διατηρώντας τον. Επίσης, θα μπορούσαμε να πούμε σε σχέση με το ον που θέτει τον εαυτό του, ότι είναι εντός και εκτός του εαυτού του, και ότι αυτό συνιστά άλλη μία αντίφαση. Κάθε άλλο, αυτό όχι μόνο δεν αποτελεί μια αδύνατη έννοια, αλλά συνιστά και το νόημα της έννοιας της απανταχού παρουσίας.

Θα μπορούσε βέβαια να ερωτήσει κάποιος σχετικά με το λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να αποδεχθεί τη δυνατότητα τέτοιων εννοιών, οι οποίες νοούνται ως ενότητες αντιτιθέμενων προσδιορισμών. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ανέφερα κάποια πράγματα σε ένα άλλο άρθρο μου στο Αντίφωνο με θέμα τη διαλεκτική, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως αφετηρία σε όποιον ανδιαφέρεται. Ο κοινός νους αλλά και πολλοί φιλόσοφοι έχουν πολλά προβλήματα κατανόησης της διαλεκτικής. Αυτό οφείλεται στο ότι οι περισσότεροι άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι σε έναν αφελή εμπειρισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι έννοιες είναι αφαιρέσεις από τα αισθητηριακά δεδομένα. Ήδη από την αρχαιότητα ο Πλάτων κατέδειξε ότι οι ιδέες όχι μόνο δεν είναι αφαιρέσεις, αλλά αντιθέτως δι’ αυτών και μόνο καθίσταται δυνατή η γνώση των αισθητών όντων. Στος νεώτερους χρόνους ο αναφερθείς εμπειρισμός εκφράσθηκε από τον Λοκ και ξεπεράσθηκε με αφορμή την κριτική του Χιουμ στην φιλοσοφία του Καντ. Οι επίγονοι του Καντ, Φίχτε Σέλλινγκ και κυρίως ο Χέγκελ έδειξαν ότι οι έννοιες είναι συγκεκριμένες, έχουν περιεχόμενο, επειδή συνιστούν ενότητες αντιτιθέμενων προσδιορισμών. Τι σημαίνει αυτό για το ζήτημα που μας απασχολεί; Όπως θα δούμε στη συνέχεια, σημαίνει κάτι που μάλλον αποτελεί έκπληξη όχι μόνον για εκείνους οι οποίοι δεν αποδέχονται την έννοια του ακτίστου όντος, αλλά και για εκείνους που την αποδέχονται μεν, αλλά μόνο λόγω πίστεως, αρνούμενοι όμως την λογική αναγκαιότητά της.

Είδαμε ότι στο άκτιστο ον πρέπει να αποδοθούν προσδιορισμοί οι οποίοι μοιάζουν να δηλώνουν αντιφάσεις. Οι υποτιθέμενες όμως αντιφάσεις σημαίνουν καταρχήν ότι το ον που θέτει τον εαυτό του δεν πρέπει να νοείται, όπως νοούνται τα όντα που είναι δημιουργημένα. Εξ αιτίας τούτου το άκτιστο ον πρέπει να ονομάζεται και να νοείται ως υπερούσιο. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι το ον που θέτει τον εαυτό του είναι όντως διαφορετικό από τα όντα, όπως συνήθως τα αντιλαμβανόμαστε, και τα οποία είναι ενούσια, δηλαδή νοούνται ότι έχουν κάποια ουσία, είναι δηλαδή συγκεκριμένα. Τα φυσικά όντα, επί παραδείγματι, τα κατανοούμε, δημιουργώντας έννοιες που δηλώνουν την ουσία τους. Αυτό κάνει ακόμα και η λεγόμενη εμπειρική επιστήμη, η οποία βέβαια επουδενί περιορίζεται στα λεγόμενα αισθητηριακά δεδομένα, τα δεδομένα της παρατήρησης, το πείραμα και τα σχετικά. Το υπερούσιο ον δεν υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμούς ή, πράγμα που είναι το ίδιο, αυτός ακριβώς είναι ο περιορισμός του, να μην υπόκειται σε περιορισμό. Υπό αυτό το πρίσμα το υπερούσιο ον έχει επίσης κληθεί ακατανόητο, ακατάληπτο και απερινόητο, άρρητο κλπ. από την παραδοσιακή θεολογία, και αυτό είναι από μία άποψη σωστό. Όταν όμως η άρρητη πλευρά του υπερουσίου απολυτοποιείται, τότε περιπίπτουμε σε μια εσφαλμένη αντίληψή του, ένα σύνηθες λάθος στις σύγχρονες θεολογικές αναζητήσεις. Αυτό που ισχυρίζομαι εδώ, και συνιστά την έκπληξη που προανέφερα, είναι ότι όχι μόνο το υπερούσιο δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ακατανόητο με απόλυτο τρόπο, αλλά αντιθέτως μόνο δια του υπερουσίου μπορούμε να κατανοήσουμε και το κτιστό ή δημιουργημένο ον.


Η γνωσιολογική σημασία του υπερουσίου


Είπαμε ότι το δημιουργημένο ον μπορεί να καλείται ενούσιο, διότι η κατανόησή του προέρχεται από τον σχηματισμό της έννοιας της ουσίας του. Ωστόσο, η αληθής ουσία προσεγγίζεται μόνο μέσω της διαλεκτικής, διότι το ενούσιο ον είναι συγκεκριμένο, και το συγκεκριμένο έχει περιεχόμενο, με άλλα λόγια, συγκροτείται μέσω ενοποιήσεως έτερων προσδιορισμών. Το συγκεκριμένο, π.χ. το χρώμα, είναι ενότητα φωτός και σκότους (βλ. θεωρία των χρωμάτων του Γκαίτε), είναι, με άλλα λόγια, αυτό που είναι, επειδή μετέχει, ελλειπτικά βεβαίως, στη φύση του υπερουσίου! Επομένως όχι μόνο το υπερούσιο δεν μας είναι άγνωστο και ακατανόητο, αλλά συνιστά τον τρόπο κατανόησης και του ίδιου του ενουσίου ή δημιουργημένου όντος. Όλα τα όντα αντανακλούν τη φύση του υπερουσίου και έτσι μόνο είναι ενούσια ή εν γένει μπορούν να είναι. Το υπερούσιο, αν και είναι επίσης διαφορετικό από τα ίδια τα φυσικά όντα και εκτός τους, είναι επίσης και το θεμέλιό τους, και τα κτιστά όντα, αν και είναι εκτός του υπερουσίου και της αιωνιότητας, είναι επίσης ελλειπείς αντανακλάσεις της υπερουσιότητάς του. Μόνο έτσι μπορούν τα φυσικά όντα να είναι.

Μπορούν να ειπωθούν ακόμα πολλά σε σχέση με τον τρόπο που τα δημιουργημένα όντα αντανακλούν τη φύση του υπερουσίου. Δεν θα είχε μικρή σημασία να δούμε ότι ακόμα και οι φυσικές επιστήμες έχουν διαμορφώσει έννοιες, οι οποίες αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό την φύση του υπερουσίου, με άλλα λόγια παρουσιάζονται ως ενότητες αντιθέτων (σηματιότατο παράδειγμα η έννοια της συμμετρίας στις φυσικές επιστήμες). Περαιτέρω ότι η περαιτέρω ανάπτυξη των εμπειρικών επιστημών υποκρύπτει την ανάγκη διαμόρφωσης προσεγγίσεων μέσα από εννοιολογικά σχήματα πολύ διαφορετικά από τα συνήθη. Επί παραδειγματι, πώς θα μπορέσουμε ποτέ να καταλάβουμε τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου, εάν δεν τον αντιληφθούμε ως το κατ’ εξοχήν φυσικό ον που προσεγγίζει τον τρόπο ύπαρξης του υπερουσίου όντος; Ο εγκέφαλος είναι το όργανο στο οποίο η φύση υπερβαίνει την εκτατότητα, την χωρικότητα, αφού εκεί καθίσταται παρούσα στον εαυτό της ή «για τον εαυτό της», αποκτώντας αντίληψη. Πώς μπορεί να γίνει αντιληπτή αυτή η ικανότητα της φύσης, χωρίς να νοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντανακλά, έστω και ελλειπτικά, το υπερούσιο ον;


ΠΗΓΗ: Αντίφωνο, www.antifono.gr. Το είδα: Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011,
http://amethystosbooks.blogspot.com/2011/02/blog-post_6440.html

Θρησκείες – η πρόταση της νεωτερικότητος

Το νόημα των θρησκειών και η πρόταση της νεωτερικότητος

 

Του Νικήτα Χιωτίνη*


 

Μία προσεκτική αναδρομή στην Ιστορία του Ανθρώπου, δείχνει, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι πρωταρχικό του μέλημα, δηλαδή ανάγκη, υπήρξε η ερμηνεία του Κόσμου μέσα στον οποίον βρίσκεται. Με όπλο του τη Σκέψη, o Άνθρωπος πάσχιζε και πασχίζει όχι μόνο να ευκολύνει την καθημερινή του ζωή ελέγχοντας και κυριαρχώντας καταπάνω στα εχθρικά στοιχεία του περιβάλλοντός του, στα εχθρικά στοιχεία του Κόσμου μέσα στον οποίον βρέθηκε να υπάρχει, καλλίτερα  του Κόσμου μέσα στον οποίον κάθε φορά θεωρεί ότι υπάρχει, αλλά και καταπάνω στα εχθρικά στοιχεία της ίδιας του της Φύσης.

Ο τρόπος γι’ αυτό προϋπέθετε – και προϋποθέτει – την ερμηνεία αυτού του Κόσμου  και την ερμηνεία  των μυστηρίων της Ζωής, με στόχο την επέκταση της   εμβέλειάς προς αυτόν τον Κόσμο, με στόχο, μ’ άλλα λόγια, να τον φέρει στα μέτρα του, για να αποκτήσει νόημα και υπαρξιακό ρόλο μέσα σ’ αυτόν.  Αυτό θεωρούσε ως υπαρξιακή ολοκλήρωσή του, έννοια που συχνά ονομαζόταν «σωτηρία».

Αυτή η ερμηνεία, αυτή η νοηματοδότηση του Κόσμου και της Ζωής, του Χώρου και του Χρόνου, εμφανίστηκαν ήδη από την αρχή του σκεπτόμενου Ανθρώπου, στην εποχή της λεγόμενης προϊστορίας. Αυτήν την αποστολή είχαν οι Σαμάν των πρώτων ανθρωπίνων κοινωνιών, που είχαν την «ικανότητα» να επικοινωνούν με το άγνωστο και γι’ αυτό ήταν οι αρχηγοί, οι γιατροί και οι μάγοι που προδίκαζαν το αίσιον πέρας του κυνηγιού. Στη συνέχεια, η Σκέψη προς αυτήν την κατεύθυνση συστηματοποιείτο ολοένα και περισσότερο δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε Φιλοσοφία, με κεντρικό αντικείμενο την Οντολογία. Αυτή η Οντολογία αντιπροσωπευόταν με συστήματα «θεοτήτων», ολοένα και περισσότερο πολύπλοκων και ολοένα και περισσότερο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα. Αυτές τις Οντολογίες λοιπόν είναι που σήμερα ονομάζουμε  «θρησκείες» – απολύτως αδόκιμα, αν θεωρούμε τη θρησκεία με τον τρόπο που τη θεωρεί σήμερα η Δύση. 

Η ιστορική εξέλιξη της στάσης του Ανθρώπου απέναντι στον Κόσμο – δηλαδή η εξέλιξη του τρόπου με τον οποίον αντιλαμβανόταν τον Χώρο, τον Χρόνο και το νόημα της Ζωής – υποδεικνύεται από την εξέλιξη αυτών των Οντολογιών. Στην λεγόμενη Προϊστορία, ο Άνθρωπος φαίνεται να υποτάσσεται στο περιβάλλον του, πασχίζοντας να επικοινωνήσει με ανερμήνευτες ακόμα υπερφυσικές δυνάμεις, για να μπορέσει να επιζήσει. Στην λεγόμενη μεγαλιθική περίοδό της, θέτει ως ζωτικό γι’ αυτόν στόχο την ύψωση του αναστήματός του στον άγνωστο γι’ αυτόν Κόσμο, με την τοποθέτηση τεράστιων όρθιων λίθων  – τα Μενίρ – με σαφώς βεβαίως και αρκούντως αποκωδικοποιημένο σήμερα, κοσμικό συμβολισμό.

Η πρώτη πάντως γνωστή μας συστηματική οντολογία, εμφανίζεται στην Αίγυπτο, όπου ο Κόσμος ερμηνεύεται ως μία προαιώνια τάξη, πέραν κάθε ανθρώπινης επιρροής ή εμβελείας. Οι θεότητες αποτελούν τρόπο περιγραφής αυτού του Κόσμου, αυτής της αιώνιας Τάξης, ο δε Φαραώ είναι ο ενδιάμεσος μεταξύ θεών και ανθρώπων, αυτός που φροντίζει γι’ αυτήν την συνδιαλλαγή. Ο Άνθρωπος έχει ως ζωτικό γι’ αυτόν στόχο, την μετά θάνατον ένταξή του σε αυτήν την αιώνια Τάξη, εξασφαλίζοντας έτσι νίκη καταπάνω στον θάνατο και επέκταση της χρονικής εμβέλειάς του. Στην μετέπειτα Ελλάδα, οι άνθρωποι κατεβάζουν τους Θεούς τους – που έχουν περισσότερο ανθρώπινη μορφή, συνήθειες και ψυχισμό και που αποτελούν και εδώ βεβαίως τρόπο ερμηνείας του Κόσμου – χαμηλά στη γη,  για να ανέβουν ψηλά μαζί τους. Οι μύθοι έχουν ως στόχο την ερμηνεία αυτού του Κόσμου και της Ιστορίας, ερμηνεύονται και ως εκφάνσεις του ανθρώπινου ψυχισμού: ζωτικός στόχος η ολοκλήρωση του Ανθρώπου δια της συμμετοχής του  στον Κόσμο και στην Ιστορία. Το Αληθεύειν κατέστη – και εδώ – συλλογικός στόχος και  αυτό εκφραζόταν σε κάθε δραστηριότητά του Ανθρώπου: στην Πολιτική, στην Τέχνη, στην καθημερινή ζωή. 

Στην αρχαία Ρώμη ο Άνθρωπος δείχνει κατ’ αρχήν να επιδιώκει χειραφέτησή του, δεν είναι τυχαίο που ο αυτοκράτωρ ονομαζόταν Κοσμοκράτωρ: ο Κόσμος μετατίθεται  περισσότερο στη γη, προς αυτήν λοιπόν η χαρακτηριστική της ανθρώπινης φύσης επιδίωξη επέκτασης της χωρικής και χρονικής του εμβέλειας. Να λοιπόν που οφείλεται η κατακτητική της γης επιδίωξη των Ρωμαίων και η ανάδειξη των γήινων απολαύσεων σε πρώτη προτεραιότητα της ζωής. Αυτή η «οντολογική αλαζονία» όμως οδήγησε σε έναν αντικοινωνικό ατομισμό και η ρωμαϊκή κοινωνία περιέπεσε σε δραματικά αδιέξοδα. Η ανάγκη έτσι μια νέας φιλοσοφικής θέσμισής της κατέστη αδήριτος, αν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήθελε να διατηρηθεί. Ο Χριστιανισμός ήρε τα αδιέξοδα αυτά, προτείνοντας ένα νέο τρόπο ερμηνείας του Κόσμου και του Ανθρώπου. Στη νέα αυτή νοηματοδότηση της Ζωής, ο Άνθρωπος εξακολουθεί να βρίσκεται στο κέντρο   της νέας κοσμοεικόνας ή οντολογίας, εμπεριέχει κατά κάποιον τρόπο το Θεό και στοχεύει στην ολοκλήρωσή του εντασσόμενος σε αυτόν, απαλλαγμένος των δεσμών του γήινου χώρου και χρόνου, των δεσμών της καθημερινής ζωής και των δεσμών της φύσης του. Στο πρόσωπο του Ιησού ο Θεός ενανθρωπίζεται, ενώ με την σταύρωσή Του ο Άνθρωπος «δια του θανάτου νικά τον θάνατο».  Προτεραιότητα της   ζωής αποτελούσε η δια μέσου της εκκλησιαστικής εμπειρίας «θέωση» του Ανθρώπου. Μια από τις αυστηρότερες ποινές υπήρξε η απαγόρευση στους πιστούς συμμετοχής σ’ αυτήν την Εκκλησία – κάτι ανάλογο με τη σημερινή στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Η εδρασμένη σε αυτήν την εμπειρική εκκλησιαστική συλλογικότητα χριστιανική Οντολογία και η προκύπτουσα ποιότητα συλλογικής και κατ’ Αλήθειαν ζωής, ιστορικά πρωτόγνωρη, οδηγεί έτσι  τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε μια νέα ακμή.

Μετά την πτώση της Νέας Ρώμης-Κωνσταντινούπολης – απ’ όπου τυπικώς η ανθρωπότητα εισήλθε στη λεγόμενη νεωτερική εποχή της –  ξεκίνησε μία διαδικασία σταδιακής αποιεροποίησης του Κόσμου, της Ζωής και του Ανθρώπου. Αποιεροποίηση του Κόσμου σημαίνει και εγκατάλειψη της ιδέας – ή της ελπίδας – ολοκλήρωσής του Ανθρώπου μέσω επέκτασης της εμβέλειάς του πέραν των δεσμών της φύσης του, του περιορισμένου χώρου του και του περιορισμένου χρόνου του. Βεβαίως ήδη από σχίσματος του χριστιανισμού σε ανατολικό και δυτικό,  η πολιτισμική πρόταση στην οποίαν στηρίχτηκε η ακμή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας – καλλίτερα της Ελληνορωμαϊκής Ανατολικής αυτοκρατορίας ή Οικουμένης, καθόσον στηρίχτηκε στην ελληνική γλώσσα και στις ελληνικές φιλοσοφικές υποθήκες – είχε αρχίσει να δίνει τη θέση της σε μια ψευδεπίγραφη εκδοχή της: η νέα προταθείσα από την διδασκαλία του Ιησού ποιότητα συλλογικής και κατ’ Αλήθειαν ζωής, μετετράπη σε μια  ιδιοτελή «θρησκευτικότητα»,  που ναι μεν εξυπηρέτησε τον νέο τρόπο ύπαρξης των κοινωνιών, με την εγκαθίδρυση μιάς ειρήνης στηριγμένης σε έναν φοβικό ηθικισμό, δεν έχει όμως καμία σχέση με την εκκλησιαστική πρόταση.  Αυτό σήμερα αφορά όχι μόνο την δυτική αλλά και την «ορθόδοξη» άποψη της χριστιανικής προτάσεως, καθ’ όσον έχει και αυτή καταφανώς προσχωρήσει στη δυτική «θρησκειοποίησή» της. Η δυτική διανόηση  στη συνέχεια, κυρίως από τον 17ο αιώνα και εξής με τον θρίαμβο της νευτώνιας φυσικής, δηλαδή της νευτώνιας οντολογίας, όρισε   σαν στόχο την χειραφέτηση του ανθρώπου από κάθε «ιερή δοξασία». Αυτό μπορεί να ειδωθεί και σαν φυσικό επακόλουθο της μετατροπής της χριστιανικής πρότασης σε σύνολο μεταφυσικών  δοξασιών και επιβολών, που λειτούργησαν περισσότερο ως μέσα πολιτικής καταπίεσης των κοινωνιών ή πολιτικής διαχείρισης των κοινωνιών.

Ας δούμε τώρα τη νεωτερική πολιτισμική πρόταση: Από την λεγόμενη Αναγέννηση και μετά, η σταδιακή απόρριψη των μέχρι τότε Οντολογιών οφείλεται εν πολλοίς στην εξέλιξη των επιστημών, που εισήγαγαν έναν άλλο τρόπο θεώρησης του Κόσμου και της Ζωής. Κυρίως η Φυσική είναι που συστηματοποίησε μία άλλη Κοσμοεικόνα, μια άλλη αντίληψη περί του Κόσμου, της έννοιας της Ύπαρξης και της πραγματικότητας, περί του Ανθρώπου και του ρόλου του μέσα σ’ αυτόν τον νέο Κόσμο. Από την λεγόμενη λοιπόν Αναγέννηση, ξεκινά μία σταδιακή εγκατάλειψη όλων των μέχρι τότε Οντολογιών, δηλαδή των μέχρι τότε υπαρξιακών πεδίων αναφοράς της ανθρωπότητας. Ο γεωκεντρικός Κόσμος των Ελλήνων και ο ανθρωποκεντρικός Κόσμος του Μεσαίωνα, αντικαθίστανται σταδιακώς μ’ έναν Κόσμο αποκεντρωμένο και ατελείωτο, που θα γίνει χώρος γεωμετρικοποιημένος και άπειρος, και τελικώς “μηχανικός” όταν η Κοσμολογία γίνει Φυσική θεωρία με τον θρίαμβο του Νεύτωνα. Την διαδρομή αυτή της Σκέψης, σηματοδοτούν διαδοχικώς ο Nicolas de Cues – που πρώτος έθεσε το 1440 θέμα περί απειρίας του Κόσμου – ο Μπρούνο, ο Κέπλερ, ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, Ο Ντεκάρτ και τέλος ο Νεύτων. Η εγκατάλειψη της ιδέας του Κόσμου (που ως όρος είναι συνδεδεμένος με την γεωκεντρική αντίληψη του σύμπαντος), και η γεωμετρικοποίηση του χώρου, συνιστούν την στροφή της Σκέψης του XVII  αιώνος που  συνίσταται στα εξής:

α.  Ο Κόσμος ως ένα περατό Όλον, που υπακούει σε κάποια ανώτερη Τάξη και του οποίου η χωρική δομή συνεπάγεται μία ιεραρχία αξιών και μία τελειότητα και αρμονία, ο Κόσμος στον οποίον πάνω από μία Γη πλήρη, συμπαγή, έχουσα βάρος, και που είναι κέντρο αλλαγών και φθοράς, “υψούνται” αστρικές σφαίρες και άστρα αβαρή, άφθαρτα και φωτεινά, αντικαθίσταται από ένα Σύμπαν ‘Απειρο. Το Άπειρο αυτό Σύμπαν δεν περιέχει πλέον καμία φυσική ιεραρχία, αλλά είναι μόνον ενωμένο χάρη στους κοινούς νόμους που διέπουν όλα τα μέρη του, είναι ένα Σύμπαν του οποίου όλα τα συστατικά, ακόμα και τα “έσχατα τοποθετημένα”, βρίσκονται όλα στο ίδιο οντολογικό επίπεδο.

β.  Ο πραγματικός χώρος του Σύμπαντος ταυτίζεται, ως προς την δομή του, με την δομή του χώρου της Ευκλείδιας Γεωμετρίας: η Αριστοτελική σύλληψη του χώρου ως σύνολο διαφοροποιημένων ενδοκοσμικών Τόπων, αντικαθίσταται από αυτήν του χώρου της Ευκλείδιας Γεωμετρίας, που ορίζει έκταση ομογενή και αναγκαστικώς ατελείωτη.

Όλα αυτά συνεπάγονται την απόρριψη από την επιστημονική Σκέψη κάθε θεώρησης βασισμένης σε έννοιες αξίας, τελειότητα, αρμονίας, και καταλήγουν στην πλήρη απόρριψη των αξιών του Είναι και στο οριστικό διαζύγιο μεταξύ του Κόσμου των Αξιών και του Κόσμου των πραγματικών Γεγονότων. Οι συνέπειες για τον Άνθρωπο αυτής της επανάστασης στην  Σκέψη, υπήρξαν πολύ σημαντικές:  Ο Άνθρωπος χάνει την θέση του στον Κόσμο, ή καλλίτερα χάνει τον ίδιο τον Κόσμο που υπήρξε το πλαίσιο της ύπαρξής του και που ήταν το αντικείμενο της γνώσης του. Καταλήξαμε  σε μία άνευ ιστορικού προηγουμένου θεώρηση πως ο Κόσμος, το Σύμπαν, η Πραγματικότητα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία μεγάλη μηχανή που υπακούει σε συγκεκριμένους “φυσικούς  νόμους”, δεν είναι τίποτ’ άλλο  παρά  ένα καλοκουρδισμένο ρολόι  που ελάχιστα ενδιαφέρει ποιός το κατασκεύασε, αφού τώρα φαίνεται να λειτουργεί από μόνο του με αυστηρή “λογική”  συνέπεια. Αν ο άνθρωπος αποκρυπτογραφήσει αυτούς τους “φυσικούς  νόμους”, τότε θα μπορεί να ελέγξει   την Φύση, την ίδια την Πραγματικότητα, τον ίδιο τον Κόσμο, και να τους καταστήσει υπηρετικούς των δικών του “αναγκών” και επιδιώξεων, που έχουν επικεντρωθεί πλέον στο εκάστοτε παρόν, στην νέα έννοια περί “ανάπτυξης” και  ευζωίας  που γνωρίζουμε. Αυτό δε, γιατί η νέα αυτή μηχανιστική εικόνα για το Σύμπαν και την λειτουργία του, επεκτάθηκε  μοιραίως και στην βιολογία με την σχεδόν αυτονόητη επικράτηση της ολιστικής δαρβίνειας αντίληψης περί των “ειδών”, του ανθρώπου και της ίδιας τελικώς της Ιστορίας. Ο Άνθρωπος  δεν αποτελεί παρά κρίκο στην αλυσίδα της εξέλιξης των ειδών, βρίσκεται στο ίδιο υπαρκτικό επίπεδο με τα υπόλοιπα έμβια όντα του πλανήτη αυτού, δεν αποτελεί παρά ένα τυχαίο “φυσικό” σύμπτωμα. (Η λεγόμενη «ανθρωπική αρχή» προσπάθησε – κυρίως στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες – να πείσει περί του αντιθέτου, δεν δείχνει όμως να αντέχει στη κριτική).  Η όποια προσπάθεια νοηματοδότησης της ανθρώπινης ύπαρξης δεν αφορά παρά μόνο στο παρόν. Η επιζήσασα «θεολογία» – στο όσο θεωρείται επιζήσασα – είτε υπάρχει για λόγους ικανοποίησης ατομικών ψυχολογικών και ψυχοθεραπευτικών αναγκών είτε για να συντηρήσει έναν ηθικισμό μακράν της Παραδόσεως που υποτίθεται πως υπηρετεί.

Όσοι επενδύουν σε αυτήν την νεωτερική πρόταση, ισχυρίζονται ότι με τον τρόπο  αυτό, για πρώτη φορά στην ιστορία, ο Άνθρωπος χειραφετείται από κάθε είδους «θεϊκή» διαχείριση της ζωής του. Επί πλέον, ότι με τον τρόπο αυτόν ο ζωή του έγινε ή θα γίνει καλλίτερη. Προτείνονται μάλιστα συστήματα αξιών πέραν  «μεταφυσικών» ερμηνειών της Ζωής και του Κόσμου – δηλαδή συστήματα με αξίες περισσότερο «ηθικές» – στηριγμένες κυρίως σε κάποιου είδους «κοινωνικού συμβολαίου» – παρά υπαρξιακές. Μέλλει να δούμε αν θα μπορέσει να εγκαθιδρυθεί μία τέτοιου είδους θέσμιση  των κοινωνιών ή αν θα βοηθήσει στην προώθηση της ανθρωπότητας μια τέτοιου είδους θέσμισή της, ή αν θα επαληθευτεί η πρόβλεψη του Μαρλρώ πως ο ΧΧΙος αιώνας θα είναι αιώνας της «μεταφυσικής», με άλλα λόγια μία νέας βαθύτερης νοηματοδότησης της Ζωής και του Κόσμου, πέραν των στενών οριζόντων του προφανούς. Σε κάθε περίπτωση είναι φανερό ότι η σημερινή ανθρωπότητα αναζητά μια νέα πολιτισμική πρόταση και συνείδηση, ενδεχομένως οικουμενική, καθόσον τα αδιέξοδα – αδιέξοδα κοινωνικά, οικονομικά και οικολογικά που απειλούν την ύπαρξη του ίδιου του πλανήτη μας – δείχνουν ολοένα και περισσότερο ανυπέρβλητα.

 

* Ο Dr Νικήτας Χιωτίνης είναι αρχιτέκτων και καθηγητής στο ΤΕΙ Αθήνας. 

Πολιτική και Πολιτισμός I

Πολιτική και Πολιτισμός

 

Του Νικήτα Χιωτίνη*

 

 

Στις μέρες μας, ολοένα και περισσότερο, διαπιστώνουμε το πόσο αυθαίρετες κατασκευές και νοηματοδοτήσεις λέξεων και όρων, μας οδηγούν σε απόλυτες συγχύσεις εννοιών και πρακτικών. Δεν μπορούμε βεβαίως εδώ παρά να ανατρέξουμε στην μνημειώδη ρήση του κυνικού Αντισθένους, πως «αρχή παιδείας η των ονομάτων επίσκεψις». Δύο λέξεις που μας έχουν τελευταία αποπροσανατολίσει, είναι οι λέξεις «πολιτισμός» και η λέξη «πολιτική».

Η λέξη «πολιτισμός», προερχόμενη από τη λέξη «πόλις», καταδήλως σχετίζεται εννοιολογικώς με αυτήν: η «πόλις» χαρακτήριζε βεβαίως τον οικισμό και την κοινωνία που διέμενε σε αυτόν, αλλά εμπεριείχε και το όλο πνευματικό υπόβαθρο στο οποίο αυτά επικάθονταν. Εμπεριείχε με άλλα λόγια τον όλο τρόπο ύπαρξής τους, δηλαδή την όλη υπαρξιακή ή φιλοσοφική θεμελίωσή τους. Ο «πολιτισμός» βεβαίως   δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με την έννοια αυτή της «πόλεως». Συνακολούθως, η «πολιτική» ήταν η περί αυτής της «πόλεως» μέριμνα, η προσπάθεια προώθησης των συλλογικών της στόχων, στους οποίους βεβαίως κύρια θέση καταλάμβαναν η προώθηση της υπαρξιακής σημαντικής του ανθρώπου και των κοινωνιών. Η ιστορία μάλιστα δείχνει πως αυτό συνιστούσε «το κοινό και το κύριο των λαών» – δανειζόμενοι έκφραση του Σολωμού – και αποτελούσε γι’ αυτούς κύριο ζητούμενο, ως αδιαίρετο συστατικό της καθημερινής τους ζωής. 

Δυστυχώς όμως, οι ανωτέρω λέξεις αλλοιώθηκαν, με τη συνδρομή βεβαίως της Δύσεως: η δυτική νεωτερική πρόταση περί νοηματοδότησης της Ζωής και του  Ανθρώπου, του Κόσμου και της Ιστορίας, πρόταση που συνοψίστηκε στη πρόταξη άλλων προτεραιοτήτων ζωής, μετάλλαξε την παλαιά «πόλιν» σε  «citas», και από κεί ο όρος  civilisation  τον οποίον μεταφέραμε μεταπρατικώς σε «πολιτισμό»[i]: παρόλη την αρχική μέριμνα αυτή η civilisation να έχει να κάνει με τον ίδιο τον τρόπο ύπαρξης και προώθησης του όποιου εναπομείναντος φιλοσοφικού υποβάθρου των κοινωνιών, με τον καιρό αυτό εξασθένησε και έτσι σωστά φερόμενοι οι δυτικοί σχεδόν εγκατέλειψαν τον όρο και χρησιμοποιούν τον όρο culture, «καλλιέργεια», υπό την έννοια της πνευματικής καλλιέργειας των μελών της κοινωνίας. Σημειωτέον μάλιστα ότι ο όρος culture προέρχεται από το  culte, που έχει να κάνει και με έννοιες θρησκευτικές, εξ’ άλλου και ο όρος καλλιέργεια ετυμολογικώς δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με την καλλιέργεια της γης, αλλά εμπεριέχει τη λέξη κάλλος και τη λέξη έργον. Υπάρχει και η λέξη «καλλιέρεια», επίσης με το συνθετικό κάλλος και το ιερόν, με βαθύτερη βεβαίως σημασία.

Εν πάση περιπτώσει σήμερα με έναν αυθαιρέτως νοηματοδοτημένο  «πολιτισμό» εννοούμε – στην Ελλάδα –  τις «πνευματικές» και «καλλιτεχνικές» πρακτικές, πρακτικές ξεκομμένες από την καθημερινή ζωή και από τους συλλογικούς στόχους των κοινωνιών. Η δε παλαιά «πολιτική» έχει εκπέσει σε μια απλή διαχειριστική, κυρίως λογιστική διαχειριστική, των κοινωνιών, των νεωτερικής έμπνευσης και λειτουργίας «κρατών», που δεν ενδιαφέρεται παρά δίκην πολυτέλειας ακόμα και με αυτή τη συρρικνωμένη έννοια του πολιτισμού – και δικαίως, γιατί έτσι συρρικνωμένα αυτός ο πολιτισμός δεν πολυέχει νόημα, ου μην βλάπτει και αποπροσανατολίζει. Η αλήθεια είναι πάντως πως το συνθετικό της culture, culte, χρησιμοποιείται στη Δύση και μάλιστα προτασσόταν και προτάσσεται σε επίπεδο «πολιτικής», ενώ το αντίστοιχο, αν μπορούμε να το παραλληλήσουμε, «κάλλος», όχι μόνο δεν το χρησιμοποιούμε εμείς καθόλου, αναφερόμενοι στον «Πολιτισμό», αλλά και όποτε τον χρησιμοποιούμε   αλλοιώνουμε τη σημασία του.

Ο «πολιτισμός» με άλλα λόγια, δεν είναι η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική, το θέατρο και η μουσική, ή ό,τι άλλο «καλλιτεχνικό». Αυτά δεν αποτελούν παρά εκδηλώσεις του και συμπύκνωσή του ή και τρόπο  προώθησής του, δεδομένου της συν-κινητικής ιδιότητάς τους. Ούτε η ευγένεια στις διαπροσωπικές σχέσεις ή η ποιότητα των οικιακών σκευών και των αυτοκινήτων, που δεν αποτελούν και αυτά παρά εκφράσεις του, ως εκφράσεις των προτεραιοτήτων της ζωής μας.  Πολιτισμός είναι ο τρόπος με τον οποίον υπάρχουν και θεωρούν πως υπάρχουν οι κοινωνίες, είναι το υπαρξιακό πεδίο αναφοράς τους, είναι η φαντασιακή θέσμισή τους – για να θυμηθούμε τον Καστοριάδη[ii] – που τελικώς όμως πρόκειται για τη φιλοσοφική τους θέσμιση ή θεμελίωση, απ’ όπου προκύπτουν οι συλλογικοί και οι ατομικοί στόχοι και οι προτεραιότητες της καθημερινής ζωής. Το ότι οι προτεραιότητες της καθημερινής προκύπτουν από αυτό το συλλογικό φαντασιακό ή τη φιλοσοφική μας θεμελίωση, έχει αρκούντως αναλυθεί και καταδειχθεί. Ο ίδιος ο Marx, π.χ., διαβεβαίωνε πως ο Απόλλων των Δελφών ήταν στη ζωή των Ελλήνων μία δύναμη τόσο πραγματική όσο και οποιαδήποτε άλλη, η δε  υποτιθέμενη «πραγματική» Οικονομία έχει καταδήλως φαντασιακά  θεμέλια:  η περίφημη Πολιτική Οικονομία εξαρτάται από την ανθρώπινη  συμπεριφορά   και έχει πρωτίστως να κάνει με τις προτεραιότητες της ζωής των ανθρώπων, των αναγκών τους και των επιθυμιών τους, που διαμορφώνονται από σημασίες φαντασιακές, τουλάχιστον εξ’ ίσου με τις όποιες  «πραγματικές» ανάγκες, επιθυμίες και προτεραιότητες και στο βαθμό που αυτές είναι ανεξάρτητες από τις  φαντασιακές.

Η ιστορία αποδεικνύει ότι η ιστορία των κοινωνιών, των συγκρούσεων και των κάθε είδους εξελίξεων ταυτίζεται με την ιστορία των Πολιτισμών, με την έννοια που δώσαμε παραπάνω στον όρο αυτόν. Αυτό δε, δεν αφορά μόνο στις  αρχαίες κοινωνίες, όπου και είναι κατάδηλον. Οι νεώτερες κοινωνίες και τα νεωτερικά έθνη-κράτη, συγκροτήθηκαν στηριζόμενα σε τέτοιου είδους φιλοσοφικές ή αν θέλετε σε αντίστοιχης σημασίας «νοηματικά και πολιτισμικά συστήματα» – για να θυμηθούμε τον Μ. Weber[iii], που πρώτος αμφισβήτησε τον επικρατούντα «θετικισμό και οικονομισμό» στην πολιτική κοινωνιολογία τη δεκαετία του -60 και αυτή η αμφισβήτηση ενισχύεται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Η Ευρώπη, π.χ., οφείλει την ύπαρξή της ως κοιτίδα ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας, στον χριστιανισμό και στο όνομα αυτού προσπάθησε να απλωθεί στον κόσμο όλο. Λαοί που στερούντο πολιτισμικής Παράδοσης, για να μπορέσουν να συγκροτηθούν ως κράτη, δανείστηκαν πολιτισμικές βάσεις από άλλους λαούς – π.χ. ο αμερικανικός λαός που στηρίχτηκε σε χριστιανικές διδασκαλίες και σε αρχαιοελληνικές παρακαταθήκες – ασχέτως του πως αυτά ερμηνεύτηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν. Οι κοινές πολιτισμικές παραδόσεις είναι προφανές ότι και σήμερα βρίσκονται πίσω από οικονομικές ή άλλου είδους συμμαχίες και συνασπισμούς κρατών και λαών και  εξακολουθούν να βρίσκονται εμφανώς ή αφανώς πίσω από κάθε είδους συγκρούσεις. Οι προσπάθειες δε του κατά το μάλλον ή ήττον επικρατούντος, μέχρι τώρα, δυτικού Πολιτισμού να επιβληθεί παγκοσμίως όχι μόνον απέτυχε, αλλά όπου «εκσυγχρονίστηκαν», δηλ. εκδυτικοποιήθηκαν,  από υλικής απόψεως, χώρες τρίτου κόσμου και μάλιστα χώρες με βαθιά πολιτισμική παράδοση, πέτυχε το αντίθετο. Συνετέλεσε στην ενδυνάμωση των τοπικών αυτών πολιτισμικών παραδόσεων, απολύτως αντίθετη έως εχθρική με την δυτική πολιτισμική πρόταση και αυτό με παρενέργειες: ενδυνάμωση ή και δημιουργία φονταμενταλισμών, με τις συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε.

Ο γνωστός S. Huntington, ένας από τους επιφανείς θεωρητικούς της αμερικανικής γεωπολιτικής στρατηγικής, στα περίφημα κείμενά του «Η σύγκρουση των πολιτισμών» και «Η Δύση μοναδική όχι οικουμενική»[iv] αναλύει πως η πολιτισμική ταυτότητα θα είναι όλο και περισσότερο σημαντική στο μέλλον και ο κόσμος θα διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των επτά ή οκτώ – κατά τη γνώμη του- μεγαλυτέρων πολιτισμών.[v] Δεν συμφωνούμε με αυτήν την καταμέτρηση, αλλά σημασία έχει πως επισημαίνει την καθοριστική σημασία των πολιτισμών στην εξέλιξη των κοινωνιών και των κρατών, στην εξέλιξη της Ιστορίας. Άλλωστε και ο ίδιος ο Foukouyama εγκατέλειψε την θεωρία περί τέλους της Ιστορίας, διαπιστώνοντας πως αυτή θα έχει ως κύριο πεδίο εξέλιξής της την Ανατολή. Όπως δε μας αναλύει ο Γ. Καραμπελιάς, «η σημερινή άνοδος του Huntington στο παγκόσμιο στερέωμα αποτελεί έκφραση της μετατόπισης της Δύσης ααπό το τέλος της Ιστορίας του  Foukouyama και την παγκόσμια νίκη του δυτικού ανθρώπου-εμπορεύματος, στη λογική της Δύσης-Φρούριο»[vi], μετακίνηση που ολοκληρώθηκε την 11η Σεπτεμβρίου 2001, αλλά ήδη η Δύση δείχνει άλλη στάση προς την Ανατολή, κάτι το οποίον είχε επίσης προταθεί από τον Huntington και ίσως αρχίσει να υλοποιείται τώρα και βεβαίως δεν είναι του παρόντος να ασχοληθούμε με την παρουσίασή του. Απλώς τονίζουμε πως η γεωπολιτική στρατηγική της «Δύσεως» ξεκινά από  την αναγνώριση της σημασίας των Πολιτισμών και με βάση αυτήν την αναγνώριση σχεδιάζει την Πολιτική της, η οποία μάλλα λόγια έχει ως επίκεντρο τον Πολιτισμό.  Αναφερόμαστε κυρίως στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, εκφραζόμενη τελευταία δυναμικά από τον Obama και της Γαλλίας, που επιδιώκει ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη, από τον Sarkozi. Ομοίως όμως λειτουργούν και οι πολιτικές των άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών. Δεν αναφέρομαι στην άπω Ανατολή, που κινούνται με έναν τρίτο τρόπο ανάπτυξης, αυτόν που εδράζεται πάνω στις πολιτισμικές τους Παραδόσεις – που διαφοροποιείται δηλ. από τα κύρια μοντέλα του κρατισμού και του φιλελευθερισμού. Βεβαίως είναι και τα ισλαμικά κράτη, που «εκσυγχρονιζόμενα» αντί να εκδυτικοποιηθούν πολιτισμικώς, ανέσυραν την απωθημένη από την υλική τους μιζέρια ιδιοπροσωπία τους, την προέταξαν – ίσως  την ανέπτυξαν περαιτέρω – και με αυτήν πορεύονται. Πολιτισμική πολιτική κάνει τελευταία και η Τουρκία, που εγκαταλείπει κεμαλική εμμονή στη συγκρότηση νεωτερικής εμπνεύσεως έθνους-κράτους – άλλωστε αυτά έχουν πλέον δείξει τα όριά τους –  και περνά στην πολιτική Νταβούτογλου που δίνει έμφαση στον ισλαμικό πολιτισμό και έτσι επιχειρεί να αναχθεί σε μεγάλη «διαμεσολαβητική» δύναμη Ανατολής-Δύσης[vii].  

Παρότι τα παραπάνω τα αναφέραμε κυρίως ενδεικτικώς, οφείλουμε να τονίσουμε την απίστευτη αδιαφορία που δείχνουν στον Πολιτισμό – με τον Πολιτισμό στην πραγματική έννοια του όρου – οι σημερινοί Έλληνες πολιτικοί και συνακολούθως η ελληνική κοινωνία, δεδομένου της πλύσης εγκεφάλου που αυτή δέχεται πανταχόθεν και δεν υπερβάλουμε καθόλου χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις. Πρώτ’ απ’ όλα, δηλ. σε πρώτο επίπεδο θεώρησης των πραγμάτων, ο Πολιτισμός είναι αυτός που καθορίζει τους συλλογικούς και ατομικούς στόχους και προτεραιότητες. Υπόσχονται,  π.χ. και ανταγωνίζονται – δήθεν –  οι πολιτικοί μας, με στόχο την υφαρπαγή δια ψηφοφορίας  – δήθεν ελεύθερης – για αύξηση μισθών κατά μερικά ευρώ, ενώ από δίπλα διαφημίζεται ο πάμπλουτος με το ιδιωτικό νησί που κέρδισε παίζοντας λόττο. Όταν προτεραιότητα ζωής είναι η πολυτελής ζωή, σπρώχνεται ο έχων αυτό ως προτεραιότητα της ζωής του να δαπανήσει πολλαπλάσια αγοράζοντας λόττο και μη έχοντας ποτέ ελέγξει το ποσοστό που παρακρατά το κράτος, που είναι πολλαπλάσιο από το κέρδος των ιδιωτικών καζίνο. Μόνο με έναν άλλο Πολιτισμό, θα λυνόταν το δημοσιονομικό πρόβλημα: ο Γκάντι είχε πεί «αν ζήσετε απλά, άλλοι απλά θα ζήσουν».

Αν πάμε όμως λίγο βαθύτερα, θα πρέπει να νοιώσουμε όλοι βαθιά θλίψη, διαπιστώνοντας ότι οι πολιτικοί μας – μάλλον και ‘μείς μαζί – αγνοούμε ή έστω παραβλέπουμε, ότι η ίδια η ύπαρξη της Ελλάδος, της νεώτερης Ελλάδος, οφείλεται στην Πολιτισμική της Παράδοση  ή αν θέλετε σε αυτό που η Δύση θεωρούσε, ως τέτοια και σε αυτά που πρόσμενε, αλλά και προσμένει,  από αυτήν.

Η Ιδέα του Νέου Ελληνικού Κράτους προέκυψε από μία εκπληκτική σύζευξη νεωτερικότητας και Ελληνικής Παράδοσης όπως αυτή σχηματοποιήθηκε σε πολιτική πράξη από το Ρήγα. Η Ευρώπη ήδη από τα τέλη του 18ου και κυρίως σ’  όλο τον 19ο αιώνα – και ακόμα περισσότερο στον 20ο – βιώνει τα αδιέξοδα της νεωτερικής νοηματοδότησης του Ανθρώπου και του νοήματος της Ζωής. Από τότε μέχρι τις μέρες μας, βιώνει τον σταδιακό θάνατο της ψυχής και της ελευθερίας, τις συνέπειες δηλ. της κυριαρχίας του λεγόμενου «ορθολογισμού», που κατέπεσε σε καθαρά εργαλειακό ορθολογισμό στην υπηρεσία του παραγωγισμού και της κατανάλωσης, που κυριάρχησαν  ως τα νέα δόγματα  που είναι τα μόνα που εκφράζουν την έννοια της προόδου και της ευτυχίας. Ως αντιστάθμισμα λοιπόν αυτής της επικρατούσης κατά τον 18ο αιώνα δυτικής νεωτερικής νοο-τροπίας, δηλ. δυτικής πολιτισμικής πρότασης, ως αντιστάθμισμα «της πρώτης απογοήτευσης του κόσμου», όπως ονόμαζε ο Καστοριάδης την απογοήτευση που προήλθε από την οπισθοχώρηση των θρησκειών[viii], δηλ. των παλαιότερων οντολογιών ή φιλοσοφικών θεμελιώσεων ή θεσμίσεων των κοινωνιών, θα εμφανιστεί ο λεγόμενος «ρομαντισμός». Θα εμφανισθεί  ως προϋπόθεση για την ίδια την επιβίωση του Ανθρώπου, «απέναντι σε μία ξέφρενη μεγαμηχανή την οποίαν πλέον δεν κατευθύνει κανένας, μήτε καν ο τρελός μηχανοδηγός του βωβού κινηματογράφου»[ix]. Αυτός ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα, ως το μόνο απελευθερωτικό κίνημα στην Ευρώπη απέναντι στην καταδυνάστευση της ανθρωπότητας από τον νεωτερικό εργαλειακό ορθολογισμό, θα  προσπαθήσει να ανακαλύψει τις χαμένες αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης στις παλιές οντολογίες,  μέσα στα διασωθέντα ήθη, στα έθιμα και στην Τέχνη των λαών, μέσα στις πρωτόγονες κοινωνίες, μέσα στα ενδότερα της ανθρώπινης ψυχής, μέσα στις οικουμενικής αξίας τοπικές Παραδόσεις,  θέτοντας  εκ νέου ερωτήματα αφορούντα στην ίδια την υπαρξιακή διάσταση του Ανθρώπου.

Από τα τέλη έτσι του 18ου αιώνα, η Ευρώπη αρχίζει να  επαναξιολογεί την Ελληνική Παράδοση, με έμφαση σ’ αυτήν της Αρχαίας Ελλάδας και να προστρέχει σε αυτήν. Ο ιδιοφυής τότε Ρήγας, κινείται επιλεκτικά μεταξύ ευρωπαϊκού Διαφωτισμού – καθ’ όσον ως προς τη δημιουργία και λειτουργία του κράτους ακολούθησε τα παραδείγματα της Γαλλικής Επανάστασης – και «ρομαντισμού», όπως αυτός τότε ετίθετο, αλλά κυρίως με βαθιά πίστη στην αξία της Ελληνικής Παράδοσης. Πρότεινε τη δημιουργία Ελληνικού Κράτους συνταγματικά αλλά και φιλοσοφικά θεμελιωμένου: στο Σύνταγμά του προβάλλει έναν τύπο άμεσης Δημοκρατίας αρχαιοελληνικής και ρουσοϊκής εμπνεύσεως και προτείνει τη δημιουργία μιάς Επικράτειας όπου περιλαμβάνεται «ο λαός απόγονος των Ελλήνων, όπου κατοικεί την Ρούμελην, την Μικράν Ασίαν, τας μεσογείους νήσους, την Βλαχομπογδανίαν, αλλά και όλους όσους στενάζουν υπό την δυσφορωτάτην τυραννίαν του Οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού…». Η Επικράτεια αυτή ενοποιείται με την συνέργεια θεσμών που εμψυχώνει ο «Ελληνισμός», με μέσα γι’ αυτό την καθιέρωση της Ελληνικής ως επίσημης γλώσσας και την υποχρεωτική διδασκαλία της στην εκπαίδευση και συνάμα με την διαρκή αναφορά στον «Ελληνικόν Τόπον» και την «Ελληνικήν Γήν».   

Πρόκειται περί παραδείγματος οικουμενικής αξίας, καθόσον θεμελιώνει μία μετανεωτερική κοσμοθεωρητική πρόταση, πρόταση ιδιαίτερα πολύτιμη σήμερα, που γίνεται ολοένα και περισσότερο εμφανής η  χρεοκοπία του κοσμοθεωρητικού προτάγματος της νεωτερικότητος, πρόταση ιδιαίτερα πολύτιμη στο σημερινό κόσμο της σύγκρουσης των φονταμεταλισμών ένθεν κακείθεν μιας αμήχανης ηπείρου, μιας ηπείρου κατά τα φαινόμενα αδύναμης πλέον να παρέμβει στην Ιστορία. Αυτή η εμμονή  συνοψίζεται στην άποψη-οικτιρμό, που συχνά ακούγεται, πως «ακόμα οι Ελληνες αναζητούμε την ταυτότητά μας ανάμεσα στο δυτικό παράδειγμα και την τοπική Παράδοση, ανάμεσα στο Λόγο και το Βίωμα».  Μα αυτή ακριβώς η σύζευξη και συμπόρευση,  αποτελεί το Ελληνικό παράδειγμα του 19ου αιώνος και θεμελιώνει την Πολιτιστική   Πρόταση της Νέας Ελλάδας. Αυτό είναι ένα ζήτημα   που παλαιότερα στην Ελλάδα αποτελούσε θέμα γόνιμων συζητήσεων και αναφορών, οι εφημερίδες μέχρι μιας εποχής – μέχρι ίσως και τη δεκαετία του -60 – συναγωνιζόντουσαν σε πολιτιστικά θέματα,  που όμως πρώτοι οι πολιτικοί εγκατέλειψαν και τώρα πιά αγνοούν πλήρως. 

Το έλλειμμα αυτό της νεοελληνικής  πολιτικής ή «πολιτικής», καθίσταται τραγικό, σήμερα που τα ζητήματα του Πολιτισμού διεθνώς καταλαμβάνουν το κεντρικό πεδίο, την κεντρική αναφορά, το κεντρικό ζητούμενο και το κεντρικό εργαλείο της Πολιτικής. Είναι π.χ. εμφανής η πολιτική Νταβούτογλου, είναι επίσης εμφανής η στροφή της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, προβλεφθείσα στις εκθέσεις-προτάσεις Huntington, είναι εμφανής η πολιτική των μεγάλων τουλάχιστον ευρωπαϊκών κρατών που έχουν θέσει τον Πολιτισμό στην κύρια ατζέντα τους. Είναι εμφανές πως βρισκόμαστε σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλέον γίγνεσθαι, όπου το θέατρο της Ιστορίας μετατοπίζει στη Ανατολή την κεντρική του σκηνή – π.χ. οι ανακοινώσεις του ΥΠ.ΕΞ της Κίνας γίνονται μόνο στα κινεζικά. Στην Ελλάδα οι πολιτικοί είτε είναι εκτός τόπου και χρόνου, είτε δείχνουν πως είναι εκτός τόπου και χρόνου: και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις αποδεικνύουν το πολιτικό μας αδιέξοδο και το άδηλο μέλλον μας.

 

* Ο Dr Νικήτας Μ. Χιωτίνης είναι αρχιτέκτων-καθηγητής ΤΕΙ Αθήνας.

 

Βιογραφικό (Βρέθηκε από το ΜτΒ):

«Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25-10-1953 και είναι έγγαμος με δύο παιδιά. Απόφοιτος του Α Γυμνασίου Αρρένων Αθηνών.

Βασικές σπουδές:

– Πτυχίο Αρχιτέκτονα Μηχανικού από την Ecole Speciale d/Architecture, Παρίσι
Μεταπτυχιακές σπουδές:

– Maitrise Αισθητικής από το Τμήμα Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης, του Πανεπιστημίου Paris .

– D.E.A Φιλοσοφίας, με ειδίκευση στη Φιλοσοφία της Τέχνης και του Πολιτισμού, από το Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Paris I – Sorbonne.

– Διδακτορικός Τίτλος Αρχιτεκτονικής από το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π., έδρα Μορφολογίας.

Έχει εργαστεί ως ελεύθερος επαγγελματίας, με αντικείμενο αρχιτεκτονικές μελέτες και κατασκευές, αποκαταστάσεις παραδοσιακών κτιρίων και οικισμών, καθώς και μελέτες εσωτερικών χώρων. Πραγματοποιηθέντα έργα έχουν τύχει δημοσίευσης και σχολιασμού σε ειδικά αρχιτεκτονικά.»

 

ΠΗΓΗ: http://www.teiath.gr/site/dioikisi/xiot/xiotinis.htm

 


[i] Τη λέξη Πολιτισμός την εισήγαγε ο Κοραής, λήμμα στη Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, Στέφανου Α. Κουμανούδη. Αναφορά στη «Πολιτισμική Ιστορία» του Pascal Ory, σελ. 12, εκδ. Ινστιτούτο του βιβλίου-Α.Καρδαμίτσα, 2007

[ii] Καστοριάδης Κορνήλιος, «Η φαντασιακή θέσμιση των κοινωνιών», εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1981

[iii] Bertrand Badie, «Κουλτούρα και Πολιτική», Εκδ. Πατάκη, 1993

[iv] Huntington S., «Η σύγκρουση ανατολής-δύσης», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1998

[v] Εννοεί τον  δυτικό, τον κομφουκιανό, τον ιαπωνικό, τον ινδουιστικό, τον σλαβο-ορθόδοξο, τον λατινοαμερικανικό και πιθανώς τον αφρικανικό πολιτισμό.

[vi] Huntington S. «Η σύγκρουση ανατολής-δύσης», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1998

[vii] Β. Μαρκεζίνης, «Ορατοί οι κίνδυνοι στα εθνικά θέματα» και «Η Ελλάδα και το φαινόμενο Αχμετ Νταβούτογλου» άρθρα στην εφημ. ΕΘΝΟΣ, αναρτημένα στο ΕΘΝΟΣONLINE, Χρ. Γιανναρά «Η πρόκληση Νταβούτογλου», άρθρο εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, αλλά και για πολιτική Τουρκίας: Γ. Καραμπελιάς «Η κοινωνική βάση του νέο-οθωμανισμού» και «Νέο-οθωμανισμός και Ελληνισμός» περ. ΑΡΔΗΝ τ.72 και Στ. Κωσταντινίδης «Νέο-οθωμανισμός: έννοια κλειδί για την κατανόηση της σημερινής Τουρκίας», περ. ΑΡΔΗΝ τ.72

[viii] Καστοριάδης Κορ., Κοινωνία χωρίς μνήμη, συνέντευξη στην εφημ. ΝΕΑ 10/8/1993.

[ix] Γ. Καραμπελιάς, «Ο Ρομαντισμός στον αντίποδα της νεωτερικότητας», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2002

ΑΝΤΙ-Χριστούγεννα…

ΑΝΤΙ-Χριστούγεννα…

 

Του παπα Ηλία Υφαντή


 

Βέβαια τα Χριστούγεννα πέρασαν. Αλλά το παρακάτω κείμενο, που προέρχεται απ’ τον υποτιτλισμό, σχετικού με τα Χριστούγεννα, βίντεο (koukfamily), δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπίκαιρο. Γιατί τα περιστατικά, στα οποία αναφέρεται, φωτίζουν με τρόπο αποκαλυπτικό, παρόμοια περιστατικά, που συμβαίνουν, εδώ και τώρα, και στον τόπο μας…

Λένε, λοιπόν, μεταξύ άλλων, οι υπότιτλοι του βίντεο αυτού: Κάθε άνθρωπος, λένε, και κάθε έθνος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να διαφυλάττει την παράδοσή του. Κι όμως…

Οι Αμερικάνοι χάνουν, στις μέρες μας, αυτό το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα.
Σήμερα η πολιτισμική μας κληρονομιά δέχεται επίθεση από τα ΜΜΕ, και από μια κυβέρνηση αποφασισμένη να την εξαφανίσει.

Και δεν υπάρχει, σχετικά, καλύτερο παράδειγμα από τον πόλεμο, που διεξάγεται ενάντια στα Χριστούγεννα:

Το θέμα των Χριστουγέννων αναφέρεται στην ειρήνη, την αγάπη, τη φιλανθρωπία και την ελπίδα. Στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα και τις σκηνές της Γέννησης, όσο και στο αρχέτυπο του Αϊ-Βασίλη, γιορτάζουμε τις παραδόσεις μας, την ενότητά μας, την αγάπη μας. Κι όμως…

Στο λεξιλόγιο των σημερινών Αμερικανών τα «Χαρούμενα Χριστούγεννα» έχουν αντικατασταθεί απ’ τις «Χαρούμενες διακοπές». Οι «χριστουγεννιάτικες διακοπές» στα σχολεία ονομάζεται τώρα «διάλειμμα Χειμώνα». Ακόμη και τα κάλαντα έχουν απαγορευτεί στα σχολεία. Και η λέξη Χριστούγεννα δεν χρησιμοποιείται στα σχολεία. Για τον απλούστατο λόγο ότι η λέξη περιλαμβάνει το όνομα…Χριστός.

Οι εικόνες της Γέννησης, που για εκατοντάδες χρόνια παρουσιάζονταν στην Ευρώπη και την Αμερική τώρα έχουν απαγορευτεί από τα δικαστήρια! Και κάθε εμφάνιση χριστιανικού συμβόλου είναι απαγορευμένη στους δημόσιους χώρους…

Το συστηματικό αυτό γκρέμισμα της γιορτής των Χριστουγέννων δεν είναι βέβαια ένα τυχαίο γεγονός. Αντίθετα μάλιστα τα παραδοσιακά και θρησκευτικά σύμβολα παραμερίζονται εξεπίτηδες.

Και ποιοι βρίσκονται πίσω από τον πόλεμο εναντίον των Χριστουγέννων; Κάποιος μπορεί, ενδεχομένως, να υποψιάζεται κάποια ομάδα αθέων. Αλλά στην πραγματικότητα αυτοί παίζουν ασήμαντο ρόλο.

Η κινητήρια δύναμη, που βρίσκεται πίσω από το ξέφτισμα των παραδόσεων των Χριστουγέννων είναι οι εβραϊκές οργανώσεις και οι εξτρεμιστές Εβραίοι.

Για δεκαετίες κορυφαίες εβραϊκές ομάδες εργάζονται ενάντια στον εορτασμό των Χριστουγέννων. Στα σχολεία μας και στις κοινότητές μας.  Συμπεριλαμβανομένου και του πιο ισχυρού εβραϊκού οργανισμού στην Αμερική: Την Αμερικανική Εβραϊκή Επιτροπή και το Αμερικανικό Εβραϊκό Κογκρέσο.

Και μαζί με αυτές τις οργανώσεις είναι και τα εβραιοκρατούμενα ΜΜΕ. Που προβάλλουν την αντιχριστιανική καμπάνια.

Αποτελεί «έγκλημα μίσους» ακόμη και το να πει κάποιος ότι οι ΗΠΑ ιδρύθηκαν από Ευρωπαίους Χριστιανούς…

Ακόμη και αν τολμήσεις να πεις την αλήθεια για την εβραϊκή κυριαρχία στο Χόλυγουντ και στις ειδήσεις ή το χώρο της διασκέδασης χαρακτηρίζεσαι «αντισημίτης». Παρότι οι ίδιες εβραϊκές εκδόσεις επαίρονται για την κυριαρχία τους αυτή…

Παρόλο, που οι Εβραίοι είναι λιγότεροι από το 3% του πληθυσμού στις ΗΠΑ, έχουν τεράστια επιρροή στα ΜΜΕ, την οικονομία και την πολιτική. Και παρόλο, που δεν υποστηρίζουν όλοι οι Εβραίοι τον πόλεμο ενάντια στα Χριστούγεννα, ο οργανωμένος εβραϊσμός ελέγχεται από εξτρεμιστές, που υποστηρίζουν το αντιχριστιανικό αυτό μένος.

Μια απ’ τις καλύτερες αποδείξεις είναι ότι το μικρό αυτό ποσοστό του πληθυσμού έχει πετύχει στην αντιχριστιανική αυτή εκστρατεία. Και έχουν νικήσει το 90% των Αμερικανών, που αγαπούν τις χριστιανικές παραδόσεις.

Στην πραγματικότητα, όταν απαγόρευσαν τα χριστιανικά σύμβολα των Χριστουγέννων από τα σχολεία και τους δημόσιους χώρους, έχουν εισαγάγει εβραϊκές γιορτές και σύμβολα.

Οι σταυροί και οι σκηνές της Γέννησης απαγορεύονται. Αλλά… Ακριβώς απέναντι από το Λευκό Οίκο, σε δημόσιο χώρο, κάθε χρόνο υψώνεται η μεγαλύτερη εβραϊκή Μενορά (επτάφωτη λυχνία, βλ. φωτογραφία). Η φετινή Μενορά ήταν τόσο μεγάλη, που, για να την ανάψουν χρειάστηκαν ανελκυστήρα για ουρανοξύστες…

Η γιγαντιαία Μινορά μπροστά στο Λευκό Οίκο υψώθηκε από μια ρατσιστική εβραϊκή οργάνωση, τη Chabad Eubavitch. Η οποία υποστηρίζει ότι αποκλειστικός προορισμός όλων των μη Εβραίων στη Γη είναι να υπηρετούν τους Εβραίους.

Αφού είναι κατώτεροι στο σώμα και στην ψυχή. Δεομένου ότι όλοι είναι ειδωλολάτρες, που τους αξίζει ο θάνατος! Και βέβαια, μεταξύ αυτών, είναι και ο Χριστός.
Τον οποίο Χριστό, εκτός από τη θανατική καταδίκη, τον έχουν, σύμφωνα με το Ταλμούδ, στείλει και στην κόλαση. Όπου κάθεται, λέει, πάνω σ’ ένα καζάνι, μέσα στο οποίο βράζουν περιττώματα…

Και, σχετικά με τη συμπεριφορά τους έναντι των χριστιανών, εφημερίδα της Ιερουσαλήμ αναφέρει ότι στου Αγίους Τόπους, χριστιανοί ιερείς φτύνονται στο πρόσωπο από Εβραίους εξτρεμιστές….

 

Για την αντιγραφή από το DavidDuke.com

Παπα-Hλίας, 30-12-2010, http://papailiasyfantis.wordpress.com

Η ΡΑΘΥΜΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΩΣ ΝΤΡΟΠΗ

Η ΡΑΘΥΜΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΩΣ ΝΤΡΟΠΗ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη


 

Τα σπίτια μας έχουν πάρει φωτιά κι εμείς, ως άλλοι ειδήμονες της πυροσβεστικής υπηρεσίας, αφού αναζητήσαμε εξαντλητικά τα αίτια, αφού επί μακρόν διαπιστώσαμε τα ασθενή σημεία του οικοδομήματος, αφού κραυγάσαμε συχνά έντρομοι, αφού προβλέψαμε με περισπούδαστες αναλύσεις την εξέλιξη της πυρκαγιάς, κλωθογυρνάμε στα ίδια και στα ίδια, σπουδάζοντας διαρκώς τα ολοένα και μεγαλύτερα εγκαύματα μας.  

Ψηλαφούμε καθημερινά το «κάψιμο» του λαού και του τόπου. Ενός λαού που εντούτοις επιμένει να αυξάνει την τηλεθέαση των καθεστωτικών μέσων  και ενός τόπου που όλο και απομακρύνεται από τα όποια διακριτά στοιχεία τοπικότητας του είχαν απομείνει.   Ένας λαός καμένος κατά την ορολογία των πιτσιρικάδων, ένας τόπος καημένος κατά την ορολογία των γιαγιάδων μας. Και μόλις τελειώνει ο κύκλος των διαπιστώσεων, επιστρέφουμε όλοι στις μικροζωούλες μας, άβουλοι διεκπεραιωτές της ίδιας της ύπαρξης μας. Κορνιζάρουμε ύστερα τις διαπιστώσεις μας στα μαυρισμένα ντουβάρια των σπιτιών και των ψυχών μας.

Κι έστω κι αν βρέθηκαν κάποιοι –ελάχιστοι- μ’ ένα κουβά νερό, δεν συγκροτείται η αναγκαία πυροσβεστική υπηρεσία. Καμία ανάληψη προσωπικής ριψοκινδύνευσης. Καμία απερισκεψία. Καμιά τόλμη.  

Ντρέπομαι γι’ αυτό. Ντρέπομαι προσωπικά.  Ντρέπομαι πάνω απ’ όλα για την αριστερά των εφηβικών οραμάτων μας, που αφού εγκατέλειψε τον πατριωτισμό στις ακροδεξιές φλυαρίες και τον κοινωνιοκεντρικό προσανατολισμό στον Περισσό, στέκει ακόμη και σήμερα παρατηρητής των εγκαυμάτων της πατρίδας. Μοναδικό και ατράνταχτο άλλοθι, η αδυναμία συγκρότησης ενός νέου πολιτικού υποκειμένου, αφού οι συνθήκες δεν είναι ώριμες κ.λπ. Παπάρια σύντροφοι. Βουλιάξαμε κι εμείς μέσα στη γεροντική βολή της χρησιμοθηρίας. Ξεμάθαμε να πορευόμαστε αγκαλιά με τ’ ανώφελα. Ξεχάσαμε να κυνηγούμε το αδύνατο, ακόμη και τώρα που οι καιροί φωνάζουν πως θα βρεθούμε μπροστά στο αδιανόητο. Λογαριάζουμε τις κινήσεις μας με τρόπο μετρημένο και συνετό, μη τύχει κι αποτύχουμε. Πού ξανακούστηκε  μωρέ σ’ αυτόν τον τόπο ελευθερία και σύνεση αντάμα; Πώς μπορείς να μετράς, πως βαστάς να γράφεις, με τα δάχτυλα τσουρουφλισμένα; Σε ποιά νερά πνίγηκε το ήθος της αντίστασης του Τρόπου μας που δεν λογάριασε αποτελέσματα, δυναμικές και αναλύσεις;

Ντρέπομαι για τούτο το ναυάγιο. Ντρέπομαι προσωπικά. Ντρέπομαι που ακόμη δεν βρέθηκαν δέκα, είκοσι μυαλωμένοι Έλληνες να συντάξουνε έναν νέο Οδικό Χάρτη για την Μεγάλη Έξοδο της χώρας απ΄την καταχνιά. Ένα συγκροτημένο σχέδιο με αρχή, μέση και τέλος. Τούτο πρέπει να γίνει για το χρέος, το άλλο πρέπει να γίνει για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Αυτό για μιαν ελληνική Παιδεία κι αυτό για την Υγεία. Το άλλο για τη χάραξη μιας νέας στρατηγικής εθνκής ανεξαρτησίας και τούτο για τη Δημοκρατία και τους θεσμούς. Ένα όραμα, δηλαδή, να βαστηχτούμε αδέρφια για να γυρέψουμε πάλι το θαύμα. Ένα θαύμα που να γυρέψει να υπερβεί την κάθε μετρήσιμη πιθανή αποτελεσματικότητα, γιατί έτσι. Ναι,γιατί έτσι! Παρά ­και ίσως και εξ’ αιτίας των περί του αντιθέτου προβλέψεων και εκτιμήσεων. Ως πρώτο κριτήριο ελληνικότητας.   

Ως εκ τούτου, ενόσω ακόμη δεν κατορθώνεται να διαμορφωθεί μια κοινότητα με πλήρης από ΠΑΡ΄ ΟΛΑ ΑΥΤΑ Έλληνες αριστερούς, που θα τολμήσει να αμφισβητήσει τις πυροσβεστικές που ρίχνουν λάδι στη φωτιά, γράφοντας στα παπάρια της τις λογικές της αποτελεσματικότητας, θα επιμένω να ντρέπομαι και για τις δυό μου αυτές ιδιότητες. Στο αναμεταξύ θα παρακολουθούμε όλο και πιο πολύ, σήμερα τον Παπανδρέου, αύριο το Σαμαρά, γιατί όχι και τον Καρατζαφέρη ή την Ντόρα, μεθαύριο ακόμη και το Δ.Ν.Τ. ή τη Μέρκελ να το παίζουν πυροσβέστες σε μια κατακαημένη χώρα, όπου η Αριστερά περιμένει να διαμορφωθεί το νέο πολιτικό υποκείμενο, το ΚΚΕ να διαβάσει τι λέει το manual για το θέμα και ο ΣΥΡΙΖΑ να αποφανθεί για την επίδραση της σεξουαλικής απελευθέρωσης στο σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά… Τελικά, προφανώς τόσο ο Λεωνίδας, όσο και ο Παλαιολόγος, ο Άρης ή ο γιός της καλογριάς υπήρξαν πολύ απερίσκεπτα άτομα…Ως εκ τούτου και η ιστορική ήττα τους, ως αποτέλεσμα της αφέλειας τους…Καλόν είναι να αποφύγουμε τέτοιες διαδρομές…όσο δεν υποψιαζόμαστε τις νίκες που υποκρύπτουν τέτοιες ήττες…όσο δεν ψυλλιαζόμαστε ακόμη την ελληνικότητα του «θανάτω θάνατον πατήσας»…

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ, 25.12.2010, antonisandroulidakis@gmail.com

ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ

ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ

 

Του (+) Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


 

Ξένος του κόσμου και της σαρκός κατήλθεν την παραμονήν από τα ύψη συστείλας τας πτέρυγας, όπως τας κρύπτει θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια, δια να φιλεύση τους κατοίκους της πρωτευούσης. Ήτον ο καλός άγγελος της πόλεως.

Εκράτει εις την χείραν εν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.
Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο Άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχων εκείθεν.

Επήγεν εις την καλύβαν πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την ημέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσπάθει ν’ αποκοιμήση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθή. Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγός της· αυτή τον έβρισε νευρική, με φωνήν οξείαν, εκείνος την έδειρε με την ράβδον την οζώδη και μετ’ ολίγον οι δύο επλάγιασαν, χωρίς να κάμουν την προσευχήν των και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους. Έφυγεν εκείθεν ο Άγγελος.

Ανέβη εις μέγα κτήριον, πλουσίως φωτισμένων. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας κι επάνω των έκυπτον άνθρωποι, μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτιά. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην. Ο Άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του, δια να μην βλέπη, κι έφυγε δρομαίος.

Εις τον δρόμον συνήντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχομένους από τα καπηλεία, οινοβαρείς και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινάς είδε ν’ ασχημονούν και τινάς ήκουσε να βλασφημούν τον Άη-Βασίλην ως πταίστην. Ο Άγγελος εκάλυψε με τας πτέρυγάς του τα ώτα, δια να μην ακούη, και αντιπαρήλθεν.

Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος, δια να παρηγορηθή, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας και εις το βάθος αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!

Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρά του – το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την ικανήν να δροσίζη τας ψυχάς και την ζωήν, την πλασμένην δια να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας.

 

Σημείωση: Το κείμενο εστάλη από τον παλαιό φίλο και αδελφό Παναγιώτη Ζαρίφη.

 

ΠΗΓΗ: http://alexandros-akestor.blogspot.com/2007/12/blog-post_4542.html

Παράδοξα Στ. Ράμφου – Η νεοελληνική παρακμή

Τα παράδοξα του Στέλιου Ράμφου και η νεοελληνική παρακμή

 

Του Σπύρου Κουτρούλη

 

 

 

Το νέο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, όπως μαρτυρά ο τίτλος του Το αδιανόητο Τίποτα – φιλοκαλικά ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού δοκίμιο φιλοσοφικής ανθρωπολογίας (Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2010, σελ. 490), έχει μια διπλή στόχευση: Να αποτελέσει μια πρωτότυπη και γόνιμη μελέτη ενός έργου που έχει σημαδέψει τον ανατολικό τουλάχιστον χριστιανισμό, δηλαδή τη φιλοκαλία, και κατά δεύτερο να αναδείξει τον τρόπο που επηρέασε την ελληνική κοινωνία σε μια προοπτική μηδενιστική.

Αν περιοριζόταν στον πρώτο στόχο, θα ήταν μια ακόμη αξιόλογη μελέτη, που σίγουρα δεν θα ενδιέφερε αποκλειστικά τους θεολόγους.

Όμως δεν αρκέστηκε σε αυτό. Θέλησε να χρησιμοποιήσει μία συγκεκριμένη πλευρά της φιλοκαλίας, την ερμηνεία της οποίας προηγουμένως απολυτοποίησε, για να ερμηνεύσει με τρόπο δεσμευτικό την εξέλιξη του νεοελληνισμού. Φυσικά, μία τέτοιου είδους κατανόηση προϋποθέτει τον αποκλεισμό πολλών άλλων παραγόντων, ώστε να μπορεί να εκπληρώνει τους στόχους που η ίδια έχει θέσει. Έτσι η οικονομία, η μορφή του πολιτικού συστήματος, το δίκαιο, η εξέλιξη των διεθνών και διακρατικών σχέσεων, απουσιάζουν εντελώς. Φυσικά, ο Ράμφος δεν είναι Μ. Βέμπερ – που κατάφερε να συνδέσει τον προτεσταντισμό με τον καπιταλισμό –, αλλά ούτε και Μπερδιάγεφ, που έδειξε την πορεία του ρωσικού λαού από την ορθοδοξία στον ρωσικό κομμουνισμό και μηδενισμό ως μια ενιαία εξέλιξη. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά από παράδοξες σκέψεις, που φρόντισε ο ίδιος να διαδοθούν και να διευρυνθούν με συνεντεύξεις, σε δημοσιογράφους που ή δεν είχαν διαβάσει το έργο του ή δεν ήθελαν  – πιθανόν – να του θέσουν ορισμένες κρίσιμες και διαφωτιστικές ερωτήσεις.

Είναι αναμφισβήτητο ότι ο Ράμφος κόπιασε με τα κείμενα της φιλοκαλίας. Έσκυψε με πάθος και για πολλά χρόνια πάνω σε αυτά. Ερεύνησε μεθοδικά και με συγκριτικό τρόπο κάθε μελέτη που θα μπορούσε να αναδείξει τις σημασίες που περιέχουν. Όμως η προσπάθειά του να ερμηνεύσει μονοδιάστατα τον νεοελληνισμό και να χρησιμοποιήσει τα πορίσματά του για τρέχουσες πολιτικές επιδιώξεις (όπως την «επιχειρηματικότητα», την «καινοτομία»), που είχε άλλωστε προαποφασίσει, έβλαψαν συνολικά το συγκεκριμένο έργο του. Η προβληματική πλευρά του έργου επιδεινώθηκε από ένα ακόμη γεγονός: Ό,τι θα έπρεπε να τεκμηριώσει, το λαμβάνει ως δεδομένο. Έτσι μπορεί να θεωρεί ότι ο ατομικισμός και μόνον προάγει ιστορικά τις κοινωνίες, ή ότι το τέλος του Βυζαντίου επήλθε από την απουσία του ατόμου, αλλά οι σκέψεις αυτές παραμένουν ταυτολογικοί αφορισμοί, οι οποίοι δεν θεμελιώνονται πάνω στην ιστορική έρευνα και σπουδή. Επίσης, γενικεύσεις ή μονομέρειες της κοινωνικής εξέλιξης της Ανατολής και της Δύσης, όπως ότι στη Δύση υπάρχει μόνο ατομισμός και στη βυζαντινή Ανατολή μόνο κοινωνισμός, παραβλέπουν ότι στη Δύση υπήρχαν συντεχνίες, κοινότητες, και στη συνέχεια συνδικαλισμός, όπως και ότι στο Βυζάντιο ο άνθρωπος βρήκε συχνά ένα ευρύ πλαίσιο για να αναπτυχθεί – ευρύτερο μάλιστα από αυτό που συναντούμε σε άλλες κοινωνίες την ίδια εποχή. Η άποψη του Ράμφου ότι η παραδοσιοκρατία, σε κάθε περίπτωση, δεν συνάπτεται με την εκτεχνικευμένη κοινωνία, είναι πρόδηλα έωλη. Για παράδειγμα, η Αλ Κάιντα δεν πήγε στην Νέα Υόρκη με τον αραμπά, αλλά με Μπόινγκ 767, ενώ δεν χρησιμοποιεί τόξα, αλλά καλάσνικοφ και πυραύλους στίνγκερ.   
Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, σε απαντητικό κείμενο με τίτλο «Η Φιλοκαλία, ο μηδενισμός και η κρίση» (βλέπε www.alopsis.gr), υποστηρίζει ότι η φιλοκαλία δεν περιέχει μόνο μια ανθρωπολογία, αλλά περισσότερες. Ιδιαίτερα θεωρεί «ως εντελώς παράδοξη τη θέση του Ράμφου πως ο ανατολικός χριστιανισμός δεν διαθέτει καν ανθρωπολογία. Η απόλυτη ισότητα και ακεραιότητα των δύο φύσεων του Χριστού στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, καθώς και ο μακρύς αντιμονοφυσιτικός αγώνας, που κατέληξε στη λαμπρή διατύπωση της απόλυτης ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης, για πρώτη φορά στην Ιστορία, στον Μάξιμο τον Ομολογητή και την Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο, ενάντια στην παθητικότητα της βουδιστικής Ανατολής, θα αρκούσαν για να αποδείξουν αυτό».

Αλλά ο Ράμφος κάνει και άλλες αστοχίες. Παραβλέπει το γεγονός ότι η φιλοκαλία δεν περιέχει το σύνολο της ορθόδοξης παράδοσης. Επίσης ότι δεν δίνει πρωτοκαθεδρία στο αίσθημα, αλλά ότι «τόσο το αίσθημα όσο και ο νους περιορίζονται στη διαδικασία της προσευχής». H φιλοκαλία δεν θεμελιώνει τον μηδενισμό, αλλά αξίες. Ο μηδενισμός κατά τον Χάιντεγκερ στηρίζεται «στην αυτοτοποθέτηση του σκεπτόμενου υποκειμένου ως προϋπόθεση κάθε αντικειμενικής μεταφυσικής του Είναι και η βούληση για δύναμη που ακολουθεί», όπως και από το γεγονός ότι το «φίλαυτο υποκείμενο» χάνει την επαφή με την κοινότητα και σχετικοποιεί κάθε αξία.

Στην ελληνική περίπτωση, η απουσία κανονιστικών δεσμεύσεων ή αναφοράς σε ένα συλλογικό όραμα, όπως ήταν παλαιότερα η Μεγάλη Ιδέα και κατόπιν η Εθνική Αντίσταση, δημιουργεί ένα μηδενισμό με τη μορφή ενός άγριου, ανορθολογικού και αντικοινωνικού ατομικισμού, πολύ διαφορετικού από το άτομο που δημιούργησε ο προτεσταντισμός και χρησιμοποίησε ο καπιταλισμός ως την αρχική καύσιμη ύλη του. Έτσι, ο υπάλληλος που τα παίρνει για να μην κάνει σωστά τη δουλειά του, ο πολιτικός που εισπράττει μίζες – από τη Ζίμενς για παράδειγμα – προξενώντας τεράστια ζημιά στην πατρίδα του, αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στο όφελος του ατόμου του, χωρίς να αισθάνεται καμιά υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία και στον τόπο του.

Ένας ασκητισμός – σαν των ιερών νηπτικών – που ελέγχει τις επιθυμίες και αντικαθιστά το ίδιο όφελος από το κοινωνικό, το αυτάρκες εγώ από το δόσιμο στον άλλο, προσφέρει στην κοινωνία μια έλλογη, συλλογική διέξοδο. Είναι μια απάντηση, χωρίς να είναι η μοναδική, στον μηδενισμό του ατομικισμού. Ο Ράμφος, επικρίνοντας την ασκητική παράδοση – ιδιαίτερα τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τη θεωρία του για τη θεία ουσία και τις άκτιστες ενέργειες – όπως και κάθε συλλογική ταυτότητα, σαν την οικογένεια ή την κοινότητα, συνειδητά ή όχι, προωθεί και δικαιώνει έναν ατομικισμό που είναι η μήτρα όχι ενός υψιπετούς μηδενισμού σαν αυτού του Σιοράν, αλλά ενός μηδενισμού θλιβερού και παρακμιακού, σαν αυτόν που απηχεί ο πολιτικός που ξεροσταλιάζει μπροστά από τα ταμεία της Ζίμενς για να λάβει το δώρο του.

Σε συνέντευξη στην Ελευθεροτυπία (25.5.2010), με σκοπό να παρουσιάσει το καινούργιο βιβλίο του, διατυπώνει διάφορες παράδοξες σκέψεις, πολλές από τις οποίες δεν περιέχονται – τουλάχιστον με αυτή τη μορφή και ένταση – στο Αδιανόητο Τίποτα. Βεβαίως, μπορεί να υπάρχει το ελαφρυντικό του προφορικού λόγου, αλλά επιβαρύνεται από το γεγονός ότι απευθύνεται σε ένα κοινό που δεν έχει ιδιαίτερη εξοικείωση με τις φιλοσοφικές έννοιες και άρα έχει αυξημένη ευθύνη απέναντί του. Λέγει λοιπόν: «Εάν δεχθούμε ότι, για να φτάσουμε στον Θεό, όπως ήθελαν οι ασκητές, πρέπει να εξοντώσουμε κάθε στοιχείο λογικό από μέσα μας, να το αφανίσουμε, τότε μένουμε στη θεότητα ως απόλυτο αίσθημα και βρισκόμαστε ένα βήμα από το μηδέν. Γιατί, αν το απόλυτο είναι κενό και δεν έχει καμία λογική, τότε δεν έχεις παρά να κυνηγάς σκιές. Η διαδικασία αυτή, που απορρίπτει τη λογική, διαμορφώνει ψυχολογίες ακράτητα συναισθηματικές, σαν αυτές που βλέπουμε στη σύγχρονη κοινωνία». Βεβαίως, παραλείπει να πει ότι αυτός που ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούν να σταθούν οι λογικές αποδείξεις του Θεού είναι ο εισηγητής του κριτικού ορθολογισμού, ο Ε. Καντ. Όπως γράφει ο Π. Κανελλόπουλος: «Λογική απόδειξη για την ύπαρξη της Ελευθερίας και για την ύπαρξη του Θεού αποκλείεται κατά τον Καντ. Τις σελίδες του για τις Αντινομίες τις ακολουθούν, στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, οι σελίδες  όπου αποκρούει και τις “τρεις αποδείξεις” για την ύπαρξη του Θεού».  Παραδόξως, ο Ράμφος δεν στρέφεται διόλου κατά του καντιανισμού, όπως κάνει με τη φιλοκαλία, ούτε τον θεωρεί εμπόδιο σε αυτό που ονομάζει «νεώτερη δημοκρατική κοινωνία».

Σε δύο τρία σημεία του έργου του (στη σελίδα 53 και αλλού), ο Ράμφος αναφέρεται στο σπουδαίο βιβλίο του Λουί Ντυμόν Δοκίμια για τον Ατομικισμό, χωρίς όμως να τον λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη του. Σύμφωνα με τον Ντυμόν, ο χριστιανισμός – ανατολικός ή δυτικός – ανέπτυξε έναν ξεχωριστό ατομικισμό, που τον διαφοροποίησε από την ινδική, για παράδειγμα, κοινωνία. «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία σχετικά με τη θεμελιώδη αντίληψη περί ανθρώπου, που πήγασε από τη διδασκαλία του Χριστού: όπως το είπε και ο Τραιλτς, ο άνθρωπος είναι ένα άτομο – σε – σχέση – με – τον – Θεό, πράγμα που σημαίνει, για τη δική μας χρήση, άτομο που ουσιαστικά είναι έξω από τον κόσμο… Από τη διδαχή, πρώτα του Χριστού και έπειτα του Παύλου, απορρέει ότι ο χριστιανός είναι «ένα άτομο – σε σχέση – με – τον Θεό. Στη σχέση με τον Θεό, λέει ο Τραιλτς, υπάρχει απόλυτος ατομικισμός και απόλυτος οικουμενισμός (universalisme)». Ένας τέτοιος ατομικισμός, που στρέφει τον άνθρωπο προς τα μέσα, μπορεί να στέκεται εχθρικά απέναντι σε ορισμένες εξουσίες (η αγάπη είναι το κριτήριο για την αποδοχή ή την αντίσταση στην εξουσία), συγχρόνως όμως εντάσσει το άτομο σε κοινωνικές συσσωματώσεις όπως είναι η κοινότητα.

 

ΠΗΓΗ: Εφ. Ρήξη, φ. 69, http://www.ardin.gr/node/3958

Η αγία Αικατερίνα & η κοινωνία του θεάματος…

Η αγία που πήγαινε γυρεύοντας και η κοινωνία μας η του θεάματος…

 

Του φιλαλήθη/Philalethe00

Πέρασαν οι μέρες, ήρθε και παρήλθε η μνήμη του επί Δεκίου μαρτυρήσαντος αγίου Μερκουρίου, του αγίου Στυλιανού Παφλαγόνος, του αγίου Στέφανου του Νέου  μόλις χθες αλλά πρέπει να το πω. Η αγία Αικατερίνα συμβολίζει την απόλυτη αποτυχία της σημερινής παιδαγωγικής που βγάζει ανθρώπους που ζουν και δεν ξέρουν γιατί ζουν. Που ζουν ασκόπως. Που ζουν για τα μέσα για ένα σκοπό που, όπως προέβλεψε κατά λέξη και ο Νίτσε, είναι ανύπαρκτος. Όπως λέγανε και κάποιοι πολύ “αναρχικοί” για αυτήν την παιδαγωγική που πήραν, και που απέρριψαν: “go to school, get a job/send me on your way”.

Για άγνωστο σκοπό. Που δεν υπήρχε πλάνο να ευρεθεί κάποτε…  Η αγία, από την άλλη, δημιουργούσε καταστρέφοντας και ‘μυκτηρίζοντας το δόγμα του τυράννου’ και ‘παύοντας’, η πολύαθλη’, ‘των ρητόρων’ (50 ή κατ’ άλλους, 150, και ανδρών) τις ‘φληνάφους ρήσεις’… Δεν ζούσε για το θέαμα, αλλά ζούσε για ό,τι ουσιωδέστερο.

Και έτσι κορόιδεψε τους γονείς της που την ήθελαν να παντρευτή αρχοντάδες και αρχοντόπουλα, για το καλό του βασιλείου, λέγοντάς τους ότι μόνο αν βρεθεί κάποιος περικαλλέστερος, πιο εγγράμματος, πιο ευγενικής καταγωγής, θα τον “υπανδρευθεί”.
Βέβαια, τέτοιος δεν υπήρχε περίπτωση να υπάρξει. Και έτσι, η Αγία, αντί να “κάτσει φρόνιμα και να γίνει νοικοκύρης”, πήγαινε γυρεύοντας και βρήκε τον ίδιο τον αυτοκράτορα, τύραννο Μαξιμίνο (τον β’), και του είπε ότι αυτά που πιστεύει ο ίδιος ο οιονεί θεός, είναι πλάνες. Παροιμιώδεις έχουν μείνει οι ρητορικοί της αγώνες με τους καλύτερους σοφιστές που διέθετε ο αυτοκράτορας. Τους κατατρόπωσε όλους, αποδεικνύοντας και πάλι τα του σπερματικού Λόγου, και κατά άλλους φέρνοντας στην επιφάνεια και πάλι τις σιβυλλικές προρρήσεις (λ.χ. Σίβυλλας της Ερυθραίας, το ποίημα π.Χ. περί της ζωής του Χριστού με την ακροστιχίδα).

Συγκομιδή: εκχριστιανισμένη και για αυτό καρατομημένη αυτοκράτειρα, εκχριστιανισμένοι και ομοίως τιμωρημένοι καλύτεροι παγανιστές ρήτορες/σοφιστές/φιλόσοφοι, απόδειξη συνεχούς αφθαρσίας στα μαρτύρια και της αδυναμίας της εξουσίας του Κράτους μπροστά στην επικεκλημένη ισχύ του Θεού, πλήθη συνταραγμένα από τα μέσα.

Και, ειλικρινά σας το λέω, με πονάει τόσο αυτή η σκέψη, του πόσο έχει μικρύνει η συγκομιδή σε Αικατερίνες σήμερα… Και ακόμη περισσότερο όταν υπάρχουν οι διαφαινόμενες καλές προθέσεις, αλλά η κοινωνία και η αγωγή της μας στέλνει να συναντήσουμε τον θάνατο της ψυχής, εξακολουθητικά και χωρίς τέλος… Βέβαια, η ελπίδα δεν καταισχύνει. Υπάρχουν πάντα κάποιοι και κάποιες, εδώ, που ξεφεύγουν από τις δαγκάνες κάνοντας το “αυτονόητο” πραγματικά και “όντες εκ της αληθείας”.

Έτσι, λοιπόν, σε ένα περασμένο μακρυά φθινόπωρο μνημονευόμενη μου είχε γράψει ευχές: “Καθε σου αγαθή επιθυμία ευχή μου”. Και τέτοιες ευχές, μέσα από ένα σωρό αφόρητων κοινοτοπιών και τραγικά εσφαλμένων προσεγγίσεων, δεν μπορούν παρά να μείνουν “ανεξίτηλες”. Διότι είναι η αρχή του τέλους της κοινωνίας του θεάματος. Όταν δεν προσπερνάς, αλλά σκύβεις, για να βρεις, κατά βάθος…

Τις ευχές μου σε όσους και σε όσες εορτάζουν και εόρταζαν,  όλες αυτές τις ημέρες, λοιπόν…

Πρόσωπο με πρόσωπο

Πρόσωπο με πρόσωπο

 

Του Άγγελου Καλογερόπουλου


 

Προσφάτως, στην πνευματική μας ζωή και στον όποιο δημόσιο διάλογο αυτή προκαλεί, επανήλθε το ζήτημα του προσώπου, της εξατομίκευσης και της ομάδας, της ανάγκης να εξατομικευθεί ο Έλληνας ώστε να απεγκλωβιστεί από την ομαδική ζωή (οικογένεια, σόι, κόμμα, εκκλησία) που τον καθηλώνει. Η αναζήτηση του προσώπου και η εξ αυτής συζήτηση για τη σχέση ατόμου και συλλογικότητος απασχολεί κατά καιρούς διανοουμένους  οι οποίοι, κυρίως, προέρχονται ή σχετίζονται με την παράδοση της Ορθοδοξίας.

Προξενεί εντύπωση όμως το γεγονός ότι από την πρόσφατη συζήτηση απουσίαζε εντελώς το όνομα ενός σπουδαίου Ρώσου φιλοσόφου, του Νικολάου Μπερντιάγεφ, τον οποίο μάλιστα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οι αναζητητές του προσώπου τον αγνοούν. Μόνο που φαίνεται πως πρόσωπο με πρόσωπο έχει κάποια διαφορά…

Ο Νικόλαος Μπερντιάγεφ (1874-1948) επηρεασμένος αρχικά από τον Μαρξ και την κριτική του τελευταίου στον καπιταλισμό, στρέφεται στον χριστιανισμό και ασκεί ριζοσπαστική κριτική τόσο στον Μαρξισμό, όσο και στο σοβιετικό καθεστώς. Γι’ αυτό το λόγο εξ άλλου αναγκάζεται το 1922 να εγκαταλείψει τη Ρωσία. Η κριτική του, ωστόσο, στάση δεν υπήρξε μονομερής. Με την ίδια δριμύτητα επιτίθεται στο καπιταλιστικό σύστημα, ενώ η πολιτική του φιλοσοφία- χωρίς βεβαίως ποτέ να παγιωθεί σε ένα οργανωμένο σύστημα – συγγενεύει με ένα είδος χριστιανικού σοσιαλισμού ή με έναν ιδιότυπο  χριστιανικό αναρχισμό.

Η φιλοσοφική του εργασία πάντως συνίσταται, κυρίως, στην αναβάπτιση της χριστιανικής πίστης σε ένα πνεύμα ελευθερίας  όπου το ανθρώπινο πρόσωπο απαλλαγμένο από τις εξαντικειμενικευμένες θεσμοθετήσεις της ιστορίας επανευρίσκει  τη δυναμική σχέση αγάπης με τον Θεό, διατηρώντας στο ακέραιο τη μοναδικότητά του και την ελευθερία του μέσα σε μια κοινωνία προσώπων.

«…Το πρόσωπο είναι κατηγορία πνευματική και ηθική. Δε γεννιέται από έναν πατέρα και μία μητέρα, δημιουργείται πνευματικά και παρέχει το θεμέλιο για τη θεία ιδέα  του ανθρώπου. Το πρόσωπο δεν είναι φύση, είναι ελευθερία, είναι πνεύμα.», σημειώνει στο Δοκίμιο Εσχατολογικής Μεταφυσικής, (μετ. Χρ. Μαλεβίτση, εκδ. Imago, σελ.234). Το πρόσωπο είναι μια «δημιουργική πράξη», μια αξία που τοποθετείται πάνω από το Κράτος, το Έθνος, το ανθρώπινο γένος. Το πρόσωπο αντιτάσσεται σε μια ισοπεδωτική συλλογικότητα, ενώ η πνευματικότητα μπορεί να είναι κοινοτική, αλλά πριν απ’ όλα πρέπει να είναι περσοναλιστική.
Όμως, γιατί θυμήθηκα τον Νικόλαο Μπερντιάγεφ στα καλά καθούμενα; Όχι τόσο γιατί ήθελα να αποκαταστήσω τη συμβολή του σε μια προσωποκρατική φιλοσοφία, όσο γιατί κάποιο δημοσίευμα μ’ έκανε να σκεφτώ ότι η πνευματική ανησυχία του είναι τραγικά επίκαιρη από τη μια και ουσιωδώς αισιόδοξη από την άλλη.
Δημοσιεύθηκε στον τύπο έκθεση στελεχών του Πενταγώνου, την οποία θέλησε να αποκρύψει ο πλανητάρχης, η οποία προοιωνίζεται ένα ζοφερό μέλλον. Κλιματολογικές αλλαγές, ελλείψεις στα τρόφιμα, εκτεταμένοι πόλεμοι για την επιβίωση, γυμνοί από κάθε ιδεολογικό προκάλυμμα ή άλλοθι. «…Οι άνθρωποι θα είναι αναγκασμένοι να πολεμήσουν για αγαθά απολύτως απαραίτητα για τη στοιχειώδη επιβίωση του ζωικού είδους «άνθρωπος» – στη χειρότερη περίπτωση για αέρα και νερό», προειδοποιούσε και ο δικός μας Παναγιώτης Κονδύλης, συμπληρώνοντας πως ένας πόλεμος χωρίς ιδεολογική προκάλυψη θα είναι σαφώς αγριότερος από ένα πόλεμο χωρίς το πρόσχημα της πίστης σε κάποια ιδανικά.

Από την άλλη τέτοιου είδους προβλέψεις καθιστούν αμφισβητήσιμη την όποια αισιοδοξία για μια επερχόμενη εποχή ελευθερίας και σημαντικών επιτευγμάτων που καταφάσκουν στην αξία του ανθρώπινου προσώπου, που   βλέπουν τις προκλήσεις της νέας εποχής ως ένα πεδίο πρωτοφανούς αναπτύξεως της ανθρώπινης ατομικότητος. Καθώς μάλιστα όλο και περισσότερο αποσιωπάται η  ανάγκη μιας παράλληλης κοινωνικότητος, καθώς η πραγμάτωση του εγώ όλο και λιγότερο σχετίζεται με την αγάπη προς τον πλησίον…

Δυστυχώς, η αναγκαία πνευματική πάλη του ανθρώπου εναντίον της μονολιθικότητος και του δογματισμού, η απαλλαγή από ψευδαισθήσεις και ουτοπίες δεν οδήγησε σε μια πνευματική ελευθερία αλλά στην κυριαρχία μιας νέας μονολιθικότητος, ενός νέου δογματισμού, μιας οιονεί πραγματοποιουμένης ουτοπίας που ενώ πασχίζει για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την επιβολή μιας παγκόσμιας ειρήνης, κάνει πιο έντονη την απειλή ενός ασφυκτικού από κάθε άποψη μέλλοντος.

Σ’ αυτή την εποχή των ανακατατάξεων που ζούμε και αρεσκόμεθα να θαυμάζουμε το γκρέμισμα των τειχών (έστω και το από τουβλάκια lego ομοίωμά τους) δεν πρέπει να ενθουσιαζόμαστε με ένα υποτιθέμενο τέλος  των – καταδυναστευτικών ενίοτε-ιδεολογιών. Διότι στην πραγματικότητα όσοι «γκρεμίζουν» τα ιδεολογικά τείχη, τα γκρεμίζουν απλώς για να προσχωρήσουν στην άλλη πλευρά, στην κυρίαρχη ιδεολογία, δηλαδή, προσπορίζοντας παράλληλα το μερίδιο της εξουσίας που τους αναλογεί.

Όταν ο Μπερντιάγεφ έγραψε το βιβλίο του «Ένας Νέος Μεσαίωνας» ήταν ακόμα 1922. Από τότε επέμενε σταθερά να βλέπει έναν πολιτισμό να «πήζει», να οδηγείται στην παγωνιά της απανθρωποποίησης μέσα από συγκρούσεις ιδεολογιών που αναγορευόμενες σε απόλυτες αλήθειες υποτάσσουν τον άνθρωπο και απαιτούν την απροκάλυπτη και ολοκληρωτική κυριαρχία. Τέτοιου είδους ιδεολογίες όμως, δεν υπήρξαν  στο παρελθόν μόνον , είναι παρούσες και τώρα – ακόμα  και  μετά το περίφημο τέλος των ιδεολογιών- απειλώντας το ανθρώπινο πρόσωπο μέσα από την κυριαρχία της μάζας, της  ωμής βίας  και της τυφλής τεχνικής ανάπτυξης.

Αλλά  για τον Μπερντιάγεφ το ανθρώπινο πρόσωπο, η δημιουργική πράξη – το αντίδοτο στην κυριαρχία του Βασιλείου του Καίσαρος – βρίσκεται στον αντίποδα της εξουσίας. «Ο Θεός δεν είναι κυριαρχία, γιατί δεν είναι εξουσία. Η εξουσία είναι ίδιον του ανθρώπου, όχι του Θεού» . Έτσι οραματίζεται ένα  μέλλον  όπου θα επικρατήσει μια πνευματική αναγέννηση όπου – καθώς «ο αγώνας για το ψωμί του διπλανού μου» είναι πνευματικός αγώνας – ένας προσωποκρατικός σοσιαλισμός θα συνδυάζει την κοινότητα και το πρόσωπο.

Δεν μου φαίνεται καθόλου παρωχημένο ένα τέτοιο όραμα,  χωρίς να ξέρω αν πρόκειται ποτέ να πραγματοποιηθεί. Εξ άλλου οι ματαιώσεις είναι η τραγική μοίρα της ανθρώπινης ιστορίας. Αλλά σε ένα κόσμο που μοιάζει ψυχρότερος ακόμα και μετά το τέρμα του ψυχρού πολέμου, ο Μπερντιάγεφ αντιτάσσει μια πνευματική άνοιξη, έναν ανοιχτό ορίζοντα που αξίζει κανείς να του αφιερώσει τη ματιά του.

 

ΠΗΓΗ: Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ και http://antifono.gr/portal/….F.html

ΠΡΟΧΕΙΡΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

ΠΡΟΧΕΙΡΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

 

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη


 

 

«Κάτω τα ξερά σας απ’ τους Έλληνες» γρύλιζε με μιαν αλλόκοτη αγριάδα το σύνθημα, φερμένο προφανώς από μια κάποια ακροδεξιά ρητορική, στην αντίστιξη ακριβώς του «κάτω τα ξερά σας απ’ τους μετανάστες», μιας άλλης «αριστερής» ρητορικής. Κι’ ένοιωσα με μιας, την ευρύχωρη ελληνικότητα μας, στριμωγμένη κάπου ανάμεσα στα Εξάρχεια και στο  Κολωνάκι. Μια ολόκληρη οικουμένη, «συνωστισμένη» κι αυτή, σε δυό τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Μιά στενασιά, σα δυαράκι διαμέρισμα του ’75, φορτωμένο με όλα τα κομφόρ του 2010, που ανεβαίνει στο λαιμό και γυρεύει να σε πνίξει.

Κι έτσι, κατά πως λένε οι σεξιστές ότι ο πνιγμός είναι μονάχα ένα μικρό σκαλί πριν τη απόλυτη ηδονή, αράδιασα στο μυαλό μου ένα μάτσο ανακατωμένα κριτήρια-ερωτήματα ζωής. Πρόχειρα κριτήρια ή μαρτυρίκια ελληνικότητας. Τέτοιος οργασμός !

Τί να είναι άραγε λοιπόν αυτό, που κάποιοι ανησυχούν μη τύχει κι απλώσουν απάνω του τα ξερά του οι «βάρβαροι»; Τί είναι αυτό που οι άλλοι τρέμουν μην ανοίξει αυτό τις χερούκλες του και τους καταπιεί; Ποιά είναι τα κριτήρια για να ξεδιακρίνει κανείς αν θα καρφιτσώσει ή όχι στο πέτο του το μαρτυρίκι της βάφτισης στην ελληνικότητα;

Είναι, ας πούμε, ελληνικότητα η χοντροπετσιά ή μήπως είναι η ευαισθησία; Είμαστε πιο πολύ στραμμένοι προς τον εαυτό μας, ενδοσκοπώντας, ή είμαστε πιο παρατηρητικοί προς το περιβάλλον μας; Αποκτήσαμε σιγά-σιγά την τάση να επιλέγουμε – ακόμη και στα μικρά – γεμάτοι προσήλωση και μεγάλη προσοχή ή βαστήξαμε ένα μικρό κομμάτι ευέλπιδος απερισκεψίας; Είναι ελληνικότητα να σκέφτεται κανείς πιο πολύ τα δεδομένα ή μήπως τις επιθυμίες; Στις δύσκολες καταστάσεις είμαστε – τις πιο πολλές φορές – περισσότερο άπονοι ή γινόμαστε συμπονετικοί;

Θέλουμε οι δραστηριότητες μας να είναι αυστηρά προγραμματισμένες ή κρατάμε οικειοθελώς απ’ έξω ένα μικρό κομμάτι «έκπληξης»;  Μας αρέσουν οι συγγραφείς που λένε ξεκάθαρα τι εννοούν ή αυτοί που χρησιμοποιούν αλληγορίες και συμβολισμούς; Θεωρούμε αναγκαίο να είμαστε βέβαιοι ότι όλα τα πράγματα είναι τακτοποιημένα ή μπορούμε να αφήνουμε και κάποια πράγματα να συμβαίνουν φυσικά; Γουστάρουμε τον εαυτό μας για τον ισχυρό έλεγχο που έχει πάνω στην πραγματικότητα ή για τη ζωηρή φαντασία του; Είναι πιο ελληνικό να είναι κανείς περισσότερο δίκαιος ή μάλλον φιλεύσπλαχνος;

Γυρεύουμε από τον εαυτό μας περισσότερη δύναμη στη θέληση ή μεγαλύτερη αντοχή στα συναισθήματα; Γίναμε πια κάπως επιφυλακτικοί απέναντι στους Άλλους ή είμαστε «εύκολοι» να μας προσεγγίσουν; Προτιμάμε να εργαζόμαστε με τα «μαστίγια» των ορίων και των προθεσμιών ή μπορούμε και χωρίς αυτά; Είμαστε πλέον – όλο και πιο συχνά – εντελώς πρακτικοί άνθρωποι ή είναι στιγμές που είμαστε και κάπως ευφάνταστοι; Νιώθουμε πιο άνετα όταν κριτικάρουμε τους άλλους ή όταν αξιολογούμε τα πράγματα γύρω μας; Αν πρέπει να είμαστε κάτι απ’ τα δυο, τί είναι προτιμότερο να είμαστε, σκληροί ή εύπιστοι;

Η αλληλεπίδραση με άγνωστους και ξένους μας επιβαρύνει με επιφυλάξεις ή μας ενεργοποιεί; Νοιώθουμε περισσότερο ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα μιας δουλειάς ή με μια δουλειά σε εξέλιξη; Έχουμε την τάση να είμαστε περισσότερο πραγματιστές ή περισσότερο θεωρητικοί;  «Πατάμε διαρκώς στη γή» ή είναι κάποιες φορές που αισθανόμαστε κάπως αφηρημένοι;  Στις έντονες συζητήσεις μας, «στηλώνουμε τα πόδια» ή ψάχνουμε το κοινό έδαφος;  Επηρεαζόμαστε περισσότερο από τα πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ή από μια αληθινή και συγκινητική έκκληση; Θεωρούμε τον εαυτό μας καλό ακροατή ή καλό συνομιλητή; Πιστεύουμε ότι, όταν τα παιδιά μας παίζουν χάνουν την ευκαιρία να κάνουν χρήσιμα και ωφέλιμα πράγματα ή ότι  εξασκούν τη φαντασία τους; Στη δουλειά μας, θεωρούμε πιο φυσικό να εντοπίζουμε τα λάθη των Άλλων ή να τους ευχαριστούμε; Τί μας χαρακτηρίζει περισσότερο, η λογική σκέψη μας ή το βιωμένο μας συναίσθημα; Προτιμάμε οι συμφωνίες μας να σφραγίζονται και να υπογράφονται ή να στηρίζονται απλά σε μια χειραψία; Μας ενδιαφέρει περισσότερο τί είναι πραγματικό ή τι είναι δυνατόν; Εμπιστευόμαστε περισσότερο ότι αντιλαμβάνεται ο νους μας ή ότι βεβαιώνει η εμπειρία μας;

Όταν πρόκειται να απογοητεύσουμε κάποιον, είμαστε «ειλικρινείς» και σταράτοι ή «ζεστοί» και διακριτικοί; Ποιό είναι πιο μεγάλο σφάλμα; Να είμαστε πολύ απαθείς ή πολύ συμπονετικοί; ΟΙ ενέργειες μας είναι πάντα προετοιμασμένες ή υπάρχουν και περιπτώσεις που είναι ακόμη αυθόρμητες; Η κοινή λογική είναι συνήθως αξιόπιστη ή συχνά αμφισβητήσιμη;  Ποιά είναι καλύτερη φιλοφρόνηση; Αυτός είναι ένας λογικός άνθρωπος ή αυτός είναι ένας άνθρωπος με συναίσθημα; Θέλουμε συνήθως πράγματα που είναι παγιωμένα και αποφασισμένα ή πράγματα που βρίσκονται στην αρχή του σχεδιασμού τους;  Τί θεωρούμε σημαντικότερο στον εαυτό μας; Ότι είμαστε λογικοί ή ότι είμαστε αφοσιωμένοι; Είμαστε επιρρεπείς στο να μας καταβάλλουν οι καταστάσεις και τα πράγματα ή στο να αναζητούμε δυνατότητες; Πιστεύουμε ότι οι οραματιστές και οι θεωρητικοί είναι επικίνδυνοι και κάπως «ενοχλητικοί» ή ότι είναι συναρπαστικοί άνθρωποι; Θεωρούμε τον εαυτό σας συνηθισμένο ή έναν ιδιαίτερο και μοναδικό άνθρωπο; Τί είναι χειρότερο; Να είσαι σ’ ένα τέλμα ή να «πετάς στα σύννεφα»;

Έχουμε την τάση να είμαστε περισσότερο βιαστικοί παρά χαλαροί ή περισσότερο χαλαροί παρά βιαστικοί; Σχολάζομεν ίνα ασχολούμεθα ή ασχολούμεθα ίνα σχολάζομεν; Θεωρούμε τον εαυτό μας, περισσότερο ορθολογιστή ή περισσότερο καλόκαρδο; Τα πραγματικά περιστατικά φτάνουν και περισσεύουν από μόνα τους ή απεικονίζουν απλά τις βασικές αρχές;  Έχουμε την τάση να προσέχουμε την αποδιοργάνωση ή την ευκαιρία για τις αλλαγές; Πιστεύουμε πως πρέπει παντού να ζητάμε το χρήσιμο και το αναγκαίο ή υπάρχουν και υπέρτερα πράγματα; Με λίγα λόγια, φτιάχνουμε απλώς societas ή κοινωνούμε σαν Έλληνες; Από το αγγλοσαξωνικό custom γινόμαστε customers ή οικοδομούμε από το ήθος-έθος το Έθνος μας;  Οι βεβαιότητες μας στηρίζονται στον τύπο της οργάνωσης μας (in-form-ation) ή στην πληρότητα που φέρουμε (πληρο-φορία); Μας φτάνουν οι ατομικές συσχετίσεις και συγκρίσεις ή κατορθώνουμε προσωπικές σχέσεις με τους απέναντι Άλλους; Το επάγγελμα μας, εξέπεσε σε δουλειά-δουλεία ή πράγματι επαγγέλλεται κάτι; Η Δημιουργία μας είναι ευκαιρία ματαιόδοξης αυταρέσκειας ή είναι Έργο του Δήμου; Το νόμισμα μας είναι όργανο αυθαιρεσίας των αγορών ή αποτέλεσμα του πόσο «νομίζουμε» ότι αξίζει ο μόχθος μας; Το σύμβολο μας είναι αφορμή διαχωρισμών ή ευκαιρία να συν-βάλλουμε;

Η αμαρτία μας είναι η απόκλιση από έναν κανόνα ή η αστοχία απ’ την αλήθεια μας; Η αλήθεια μας έχει να κάνει με την καθαρότητα και τη γνησιότητα του verus, verita,ή με ότι δεν περνάει απαρατήρητο; Η αλήθεια έχει να κάνει με το «αντικειμενικό» και  «μεγαλειώδες» του very ή με ότι όλοι έχουν την ίδια γνώμη και ο καθένας είναι έτοιμος να την επιβεβαιώσει; Οι νόμοι μας είναι law δηλαδή lay,  δηλαδή υποτάσσουν, βάζουν κάτω ή ως νόμοι νέμουν, κατανέμουν, απονέμουν; Είμαστε άτμητα άτομα ή πρόσωπα με την όψη στραμμένη προς τον απέναντι Άλλο; Η Δημοκρατία μας απλά res publica (δημόσιο πράγμα) ή είναι κράτος-εξουσία του Δήμου; Η λειτουργία μας είναι function-fungi (εκτέλεση-επίδοση) ή έργο του Λαού;  Κι εν τέλει, είναι ο φόβος συνομήλικος του θάνατου και του έρωτα μισητός εχθρός ;

Ανεξάντλητος ο κατάλογος των ερωτημάτων, με τη θετική απάντηση στο δεύτερο σκέλος των ερωτήσεων να σηματοδοτεί αψευδείς – κατά την ταπεινότητα μου – καταφάσεις ελληνικότητας. 

Αφήνω στον αναγνώστη την εφαρμογή των κριτηρίων – και τη συναγωγή των αποτελεσμάτων – και στη δική του αλλά και στη δική μου περίπτωση.

Είμαστε λοιπόν αληθινοί ή ψευτίσαμε στη διαδρομή απ’ το δυάρι των Εξαρχείων στο ρετιρέ του Κολωνακίου… σ’ ένα τσιγάρο δρόμο. Και να σκεφτεί κανείς, πως κάποιοι, οι πιο πολλοί, αυτή τη διαδρομή δεν την κάναμε ποτέ! Δε βάλαμε ποτέ τον εαυτό μας σ’ αυτή τη μέγκενη με τα ξερά χέρια! Εμείς δεν γυρέψαμε ποτέ, βαστώντας στα κουλά χέρια μας το Έθνος, να ξεραθούν τα χέρια των Άλλων. Εμείς δεν γυρέψαμε ποτέ, βαστώντας στα κουλά μας χέρια το διεθνισμό, να ξεραθούν τα χέρια τα δικά μας. Εμείς «το μόνο» που ζητήσαμε ήταν «με τα πόδια στη γη, να φτάσουν τα κουλά μας χέρια ως στον ουρανό»…τέτοια απλοχωριά… τέτοια ελληνικότητα!

Μα πολύ φοβάμαι, πως τώρα, στο άλλο σύνθημα «είμαστε όλοι μετανάστες» πρέπει να απαντήσουμε «μη στεναχωριέστε, κανείς δεν είναι Έλληνας». Ίσως έτσι, καταφέρουμε να ξανακάνουμε τη διαδρομή απ’ την αρχή. Ναι, αυτήν τη διαδρομή που κάποιοι δεν κάναμε ποτέ. Κολωνάκι – Εξάρχεια. Άλλο ένα τσιγάρο-δρόμος. Απαγορευμένο μάλιστα αυτή τη φορά. Να ξαναβρούμε το δυαράκι του ’75, απαλλαγμένο απ’ τα φρού-φρού του 2010. Εκεί που κάποιος γκρεμισμένος φούρνος θα ροδίζει το ψητό της Κυριακής, μέσα στο καπνισμένο ταψί του. Και ποιος ξέρει, όπως λέει ο λαός μας, τα πιο απίθανα πράγματα έχουν συμβεί, όταν γκρεμίζεται ένας φούρνος. Ίσως να ‘ναι επειδή θα καταφέρουμε «το μόνο» που ζητήσαμε!

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ,  21.11.2010